61989O0206

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ 31ΗΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 1989. - M. S. ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ - ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-206/89 R.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 02841


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις - Fumus boni juris - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία - Συμφέρον του αιτούντος να διαταχθεί η αιτουμένη αναστολή

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 185? κανονισμός διαδικασίας, άρθρο 83, παράγραφος 2)

Περίληψη


Για να μπορεί να διαταχθεί αναστολή εκτελέσεως κατά το άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας προβλέπει ότι οι αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν επακριβώς τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, το οποίο εκτιμάται με βάση τον κίνδυνο να προκληθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Ο αιτών οφείλει, περαιτέρω, να αποδείξει την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο αποτελεί την πρώτη και βασική προϋπόθεση για την άσκηση κάθε ενδίκου βοηθήματος.

Διάδικοι


Στην υπόθεση 206/89 R,

S. εκπροσωπούμενος από τους δικηγόρους Βρυξελλών Τhierry Demaseure, Michel Deruyver και Gerard Collin, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Υvette Hamilius, 11, boulevard Royal,

αιτών (προσφεύγων),

υποστηριζόμενος από την

Union Syndicale των Βρυξελλών, εκπροσωπουμένη από τον Jean-Noel Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Υvette Hamilius, 11, boulevard Royal,

παρεμβαίνουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Ηenri Etienne, νομικό της σύμβουλο, και Sean Van Raepenbusch, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, της αποφάσεως της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 1989, περί αρνήσεως προσλήψεως του αιτούντος ως εκτάκτου υπαλλήλου λόγω σωματικής ανικανότητας,

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ F. SCΗΟCΚWΕΙLΕR,

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ,

δυνάμει των άρθρων 9, παράγραφος 4, 11, δεύτερο εδάφιο, και 96, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας,

αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα W. Van Gerven,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Ιουλίου 1989, ο Μ. S. άσκησε, δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως), προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 1989, περί αρνήσεως προσλήψεως του αιτούντος ως εκτάκτου υπαλλήλου λόγω σωματικής ανικανότητας.

2 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, ο προσφεύγων άσκησε, δυνάμει των άρθρων 185 της Συνθήκης και 83 του κανονισμού διαδικασίας, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με σκοπό την αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1989.

3 Με Διάταξη του προέδρου του δευτέρου τμήματος, της 21ης Ιουλίου 1989, επετράπη στην Union Syndicale των Βρυξελλών να παρέμβει υπέρ του προσφεύγοντος.

4 Η Επιτροπή κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις της στις 17 Ιουλίου 1989. Η παρεμβαίνουσα Union Syndicale των Βρυξελλών κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις της στις 28 Ιουλίου 1989. Οι διάδικοι εξέθεσαν προφορικώς τις απόψεις τους κατά τη συζήτηση της 31ης Ιουλίου 1989, για την οποία ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος, κατόπιν αιτήσεως του προσφεύγοντος, αποφάσισε να διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 56, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας και 28 του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ.

5 Ενόψει της προσλήψεώς του στην Επιτροπή ως εκτάκτου υπαλλήλου, ο προσφεύγων υποβλήθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 12, παράγραφος 2, περίπτωση δ), και 13 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε ιατρική εξέταση, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πληρούσε τις προϋποθέσεις σωματικής ικανότητας για την άσκηση των καθηκόντων του. Κατά την εξέταση αυτή αρνήθηκε να υποβληθεί στο τεστ ανιχνεύσεως αντισωμάτων ΗΙV (ΑΙDS), όπως του προτάθηκε. Κατόπιν κλινικής εξετάσεως, η οποία συμπληρώθηκε με βιολογικά τεστ, η υγειονομική υπηρεσία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε σοβαρή αλλοίωση του ανοσοποιητικού συστήματος του προσφεύγοντος. Με βάση τα συμπεράσματα αυτά, ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως της Επιτροπής πληροφόρησε τον προσφεύγοντα, με έγγραφο της 6ης Ιουνίου 1989, ότι η Επιτροπή θεωρούσε ότι δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις σωματικής ικανότητας και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να προσληφθεί.

6 Κατά της αποφάσεως αυτής ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή ακυρώσεως, ισχυριζόμενος ότι η υγειονομική υπηρεσία της Επιτροπής διενήργησε συγκαλυμμένο τεστ ανιχνεύσεως του ΑΙDS.

7 Κατά το άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι προσφυγές στο Δικαστήριο δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο όμως μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως.

8 Για να μπορεί να διαταχθεί η λήψη ασφαλιστικού μέτρου όπως το αιτούμενο, το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας προβλέπει ότι οι αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν επακριβώς τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου που ζητείται, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως. Ο αιτών οφείλει, περαιτέρω, να αποδείξει ότι έχει έννομο συμφέρον, το οποίο αποτελεί την πρώτη και βασική προϋπόθεση για την άσκηση κάθε ενδίκου βοηθήματος.

9 Οσον αφορά την εκ πρώτης όψεως δικαιολόγηση της αιτήσεως, ο αιτών, υποστηριζόμενος από την Union Syndicale των Βρυξελλών, ισχυρίζεται ότι η απόφαση είναι παράνομη, δεδομένου ότι η υγειονομική υπηρεσίας της Επιτροπής διενήργησε συγκαλυμμένη ανίχνευση του ΑΙDS. Προς στήριξη της προσφυγής του, ο αιτών (προσφεύγων) προβάλλει λόγους ακυρώσεως στηριζομένους στην παράβαση του άρθρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, την προσβολή του δικαιώματος της υπερασπίσεως, την παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου οι οποίες διατυπώνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών της 4ης Νοεμβρίου 1950 και στα πορίσματα του Συμβουλίου των Υπουργών Υγείας της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας της 31ης Μαΐου και της 15ης Δεκεμβρίου 1988 και την παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της καλής πίστεως, καθώς και κατάχρηση διαδικασίας.

10 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κατά την ιατρική εξέταση δεν έγινε κανένα τεστ ανιχνεύσεως του ΑΙDS, ούτε και συγκαλυμμένο, και ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν τίθεται ζήτημα αναφοράς στην ασθένεια αυτή ως αιτία της προβαλλομένης ανικανότητας. Από τις πραγματοποιηθείσες ιατρικές εξετάσεις διαπιστώθηκε σημαντική ανοσοποιητική ανεπάρκεια, η οποία, ανεξαρτήτως των αιτίων της, δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι υφίσταται σωματική ανικανότητα προς εργασία.

11 Οσον αφορά το επείγον του αιτουμένου ασφαλιστικού μέτρου, ο αιτών, υποστηριζόμενος από την Union Syndicale των Βρυξελλών, υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση του προκαλεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.

12 Κατά την Επιτροπή, η ενδεχομένως προκληθείσα ζημία δεν είναι ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι, σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεως υποψηφιότητας, η Επιτροπή θα μπορέσει, σε πρώτη ευκαιρία, να προσφέρει στον αιτούντα νέα θέση εκτάκτου υπαλλήλου για δακτυλογραφία, κατόπιν ιατρικής εξετάσεως που δεν θα εμφανίζει τις πλημμέλειες των οποίων την ύπαρξη θα δεχθεί, ενδεχομένως το Δικαστήριο.

13 Ερωτηθείς από τον πρόεδρο σχετικά με το έννομο συμφέρον του, ο αιτών ισχυρίστηκε ότι, αν διαταχθεί αναστολή εκτελέσεως, θα επανέλθει στην προ της εκδόσεως της αποφάσεως κατάσταση και θα έχει τη δυνατότητα να υποβάλει υποψηφιότητα για άλλη κενή θέση στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, υποβαλλόμενος σε νέα, κανονική, ιατρική εξέταση. Αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως περί σωματικής ανικανότητας θα υπάρξει και κίνδυνος να εμφανιστεί η Επιτροπή ως παραβαίνουσα την υποχρέωση εχεμυθείας.

14 Σχετικώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η επίδικη απόφαση είναι αρνητική διοικητική πράξη, κατά της οποίας δεν είναι νοητή αίτηση αναστολής εκτελέσεως, δεδομένου ότι η αναστολή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της καταστάσεως του αιτούντος, ο οποίος δεν θα μπορέσει να προσληφθεί εφόσον δεν εκδοθεί θετική πράξη της Επιτροπής.

15 Πράγματι, κατά το μέτρο που η απόφαση συνιστά άρνηση προσλήψεως του αιτούντος, ως εκτάκτου υπαλλήλου, στη θέση δακτυλογράφου που ζητάει, λόγω σωματικής ανικανότητας, η αναστολή εκτελέσεως αυτής της αποφάσεως περί αρνήσεως δεν επιτρέπει στον αιτούντα την πρόσβαση στη θέση αυτή.

16 Περαιτέρω, αν η προσβαλλομένη απόφαση έπρεπε να θεωρηθεί, ανεξαρτήτως της σχετικής διαδικασίας προσλήψεως, ως διαπίστωση σχετικά με την κατάσταση της υγείας του αιτούντος με γενική ισχύ, η εκτέλεση θα μπορούσε να συνίσταται μόνο στο ότι θα δικαιολογούσε την άρνηση προσλήψεως για κάθε άλλη θέση στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Η προσωρινή αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως δεν είναι ικανή να εξαλείψει αυτή την αιτία για την άρνηση προσλήψεως και να οδηγήσει στην άποψη ότι ο αιτών πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις σωματικής ικανότητας.

17 Οσον αφορά το επιχείρημα του αιτούντος ότι η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως συνεπάγεται κίνδυνο παραβάσεως της υποχρεώσεως εχεμυθείας, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο κίνδυνος αυτός, αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται, είναι σύμφυτος προς την ύπαρξη των ιατρικών διαπιστώσεων στις οποίες στηρίζεται η απόφαση περί αρνήσεως προσλήψεως και ότι ο κίνδυνος αυτός δεν εκλείπει σε περίπτωση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως εφόσον η απόφαση δεν ακυρωθεί.

18 Περαιτέρω, δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι οι λόγοι ακυρώσεως τους οποίους προβάλλει ο αιτών πρέπει κατ' ανάγκην να οδηγήσουν στην ανατροπή των συμπερασμάτων της ιατρικής εξετάσεως όσον αφορά τους όρους της σωματικής ικανότητας, όποιοι κι αν είναι, εξάλλου, οι λόγοι που οδήγησαν στη συναγωγή των συμπερασμάτων αυτών. Επιπλέον, ο αιτών δεν απέδειξε γιατί η ζημία την οποία προκαλεί η διατήρηση σε ισχύ της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι - ακόμα και αν θεωρηθεί ιδιαιτέρως σημαντική - ανεπανόρθωτη, εφόσον γίνει δεκτή η προσφυγή. Η Επιτροπή παρετήρησε ορθώς ότι, αν τελικώς ο αιτών θεωρηθεί ότι πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις σωματικής ικανότητας, τίποτε δεν εμποδίζει την πρόσληψή του σε άλλη θέση εκτάκτου υπαλλήλου η οποία κενώνεται.

19 Υπ' αυτές τις συνθήκες, η αίτηση αναστολής της εκτελέσεως της επίδικης απόφασης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αιτούντος.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ F. SΗΟCΚWΕΙLΕR,

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ,

δυνάμει των άρθρων 9, παράγραφος 4, 11, δεύτερο εδάφιο, και 96, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας,

διατάσσει:

1) Απορρίπτει την αίτηση αναστολής εκτελέσεως ως απαράδεκτη.

2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Λουξεμβούργο, 31 Ιουλίου 1989.