ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ

στην υπόθεση C-190/89 ( *1 )

Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία

Με τηλετύπημα της 23ης Ιανουαρίου 1987, η εταιρία Marc Rich & Co. AG, ενάγουσα της κύριας δίκης ( στο εξής: ενάγουσα ), ζήτησε να αγοράσει ποσότητα ιρανικού ακάθαρτου πετρελαίου f.o.b. από τη Società Italiana Impianti ΡΑ, εναγομένη της κύριας δίκης ( στο εξής: εναγομένη ). Στις 25 Ιανουαρίου η εναγομένη αποδέχθηκε την πρόταση με την επιφύλαξη ορισμένων περαιτέρω όρων. Στις 26 Ιανουαρίου η ενάγουσα δήλωσε ότι αποδέχεται τους εν λόγω πρόσθετους όρους και στις 28 Ιανουαρίου διευκρίνισε το περιεχόμενο της συμβάσεως με νέο.τηλετύπημα το οποίο περιελάμβανε την ακόλουθη ρήτρα:

« Εφαρμοστέο δίκαιο και διαιτησία

Η ερμηνεία, η ισχύς και η εκτέλεση της παρούσας σύμβασης διέπονται από το αγγλικό δίκαιο. Αν ανακύψει διαφορά μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή, το σχετικό ζήτημα θα αχθεί ενώπιον τριών διαιτητών στο Λονδίνο. Κάθε συμβαλλόμενος ορίζει έναν διαιτητή, οι δε οριζόμενοι κατ' αυτό τον τρόπο ορίζουν τον τρίτο. Η απόφαση των διαιτητών ή δύο εξ αυτών είναι αμετάκλητη και δεσμευτική για αμφότερους τους διαδίκους. »

Στο τηλετύπημα αυτό δεν δόθηκε απάντηση. Η φόρτωση του πλοίου που όρισε η ενάγουσα περατώθηκε στις 6 Φεβρουαρίου. Την ίδια ημέρα η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι το φορτίο ήταν σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένο και προέβαλε απαίτηση αποζημιώσεως για ποσό μεγαλύτερο των 7 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ. Η εναγομένη αρνείται κάθε ευθύνη.

Στις 18 Φεβρουαρίου 1988, η εναγομένη ενήγαγε την ενάγουσα στην ImMa ζητώντας να αναγνωριστεί ότι δεν φέρει ευθύνη έναντι αυτής. Το σχετικό δικόγραφο επιδόθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 1988. Στις 4 Οκτωβρίου 1988 η εναγομένη κατέθεσε τις προτάσεις της και, με ανταίτηση, επικαλέστηκε τη ρήτρα διαιτησίας και υποστήριξε ότι το ιταλικό δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία.

Την ίδια ημέρα, στις 29 Φεβρουαρίου 1988, η ενάγουσα κίνησε στο Aovőívo τη διαδικασία της διαιτησίας, στην οποία η εναγομένη αρνήθηκε να συμμετάσχει. Στις 20 Μαΐου 1988 η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση στο High Court of Justice του Λονδίνου και ζήτησε τον διορισμό διαιτητή για λογαριασμό της εναγομένης κατ' εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 3, του Arbitration Act του 1950. Με απόφαση της 19ης Μαΐου 1988 το High Court επέτρεψε την επίδοση της αιτήσεως στην εναγομένη, στην Ιταλία.

Στις 8 Ιουλίου 1988 η εναγομένη ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως αυτής.

Η εναγομένη υποστήριξε ότι η διαφορά πρέπει να επιλυθεί στην Ιταλία, διότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( στο εξής: Σύμβαση ).

Στις 5 Νοεμβρίου 1988 το High Court έκρινε ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών δεν έχει εφαρμογή, ότι η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων υπόκειται στο αγγλικό δίκαιο και ότι ορθώς επετράπη η επίδοση στην αλλοδαπή.

To Court of Appeal στο οποίο ήχθη η διαφορά κατόπιν εφέσεως ανέστειλε τη διαδικασία για να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Καλύπτει η εξαίρεση του άρθρου 1, παράγραφος 4, της Συμβάσεως

α)

οποιαδήποτε αντιδικία ή απόφαση και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως,

β)

την αντιδικία ή την απόφαση όπου επίμαχο θέμα είναι η καθόλου ύπαρξη συμφωνίας περί διαιτησίας;

2)

Σε περίπτωση όπου η παρούσα διαφορά εμπίπτει στη Σύμβαση και όχι στην εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της, μπορεί παρ' όλ' αυτά ο αγοραστής να θεμελιώσει δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων σύμφωνα με

α)

το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Σύμβασης και/ή

β)

το άρθρο 17 της Σύμβασης;

3)

Αν ο αγοραστής μπορεί να θεμελιώσει δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων επί άλλης βάσεως, τότε, κατά το σημείο 2 ανωτέρω,

α)

οφείλει το δικαστήριο να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας ή να αναστείλει τη διαδικασία κατά το άρθρο 21 της Σύμβασης, ή

β)

μήπως το δικαστήριο οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία κατά το άρθρο 22 της Σύμβασης διότι το ιταλικό δικαστήριο είναι το πρώτο επιληφθέν; »

Η Διάταξη του Court of Appeal πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 31 Μαΐου 1989.

Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαίας Οικονομικής Κοινότητας, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η εταιρία Marc Rich, ενάγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον Iain Milligan, δικηγόρο Λονδίνου, η εταιρία Italiana Impianti, εναγομένη της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον Peter Gross, δικηγόρο Λονδίνου, η Βρετανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον John Ε. Collins, η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Christof Böhmer, η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Edwige Belliard και τον Claude Chavance, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους John Forman, νομικό της σύμβουλο, και Adam Blomefield, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας.

Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή αποδείξεων.

II — Νομικό κλαίσιο

Το άρθρο 1, δεύτερη παράγραφος, σημείο 4, της Συμβάσεως των Βρυξελλών αποκλείει τη διαιτησία από το πεδίο εφαρμογής της. Η έκθεση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων που κατάρτισε το κείμενο της Συμβάσεως, γνωστή ως έκθεση Jenard ( JO 1979, L 59, σ. 1 ), στην οποία παραπέμπουν οι διάδικοι για την ερμηνεία της διάταξης αυτής, παρατηρεί σχετικώς (κεφάλαιο III, τμήμα IV, σημείο D):

«Υπάρχουν ήδη πολλές διεθνείς συμφωνίες που διέπουν τη διαιτησία, την οποία μνημονεύει επίσης το άρθρο 220 της Συνθήκης της Ρώμης. Εξάλλου, το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει καταρτίσει μια ευρωπαϊκή σύμβαση για ενιαίο νόμο περί διαιτησίας, θα ακολουθήσει δε κατά πάσα πιθανότητα και πρωτόκολλο που θα διευκολύνει περισσότερο από όσο η Σύμβαση της Νέας Υόρκης την αναγνώριση και την εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων. Για τον λόγο αυτό κρίθηκε προτιμότερο να μη περιληφθεί η διαιτησία. Η Σύμβαση δεν έχει εφαρμογή ούτε στο θέμα της αναγνώρισης και της εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων ( βλ. επίσης τον ορισμό του άρθρου 25 ) ούτε στο θέμα του καθορισμού της αρμοδιότητας των δικαστηρίων για διαφορές σχετικές με διαιτησία, λόγου χάρη τις αγωγές περί ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως ούτε όσον αφορά την αναγνώριση των αποφάσεων που εκδίδονται επί των αγωγών αυτών. »

Το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως του άρθρου 1, δεύτερη παράγραφος, σημείο 4, της Συμβάσεως εξετάστηκε και πάλι κατά τις διαπραγματεύσεις για την προσχώρηση της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Η έκθεση εμπειρογνωμόνων που καταρτίστηκε σχετικώς, γνωστή ως έκθεση Schlosser, παρατηρεί σχετικά με τη διαιτησία (JO 1979, C 59, σ. 71, σημείο 61) τα ακόλουθα:

« Η αντιπροσωπεία του Ηνωμένου Βασιλείου ζήτησε διευκρινίσεις, τις οποίες δεν βρήκε στην έκθεση Jenard, όσον αφορά την έκταση της εξαιρέσεως της διαιτησίας από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως. Κατά τις συζητήσεις σχετικά με την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 1, δεύτερη παράγραφος, σημείο 4, η εξέταση του ζητήματος αυτού έδωσε αφορμή στη διαμόρφωση δύο απόψεων διαφορετικών και ασυμβιβάστων μεταξύ τους. Κατά τη μία άποψη την οποία υποστηρίζει κυρίως η αντιπροσωπεία του Ηνωμένου Βασιλείου, η διάταξη αυτή καλύπτει όλες τις διαφορές για την επίλυση των οποίων έχει εγκύρως συμφωνηθεί η αρμοδιότητα διαιτητικού δικαστηρίου, περιλαμβανομένων και όλων των δευτερευουσών διαφορών που αναφέρονται στην προβλεπόμενη διαδικασία διαιτησίας. Κατά την άλλη άποψη που υποστηρίζεται από τα αρχικά κράτη μέλη, η διαιτησία δεν καλύπτει τις διαδικασίες που διεξάγονται ενώπιον των κρατικών δικαστηρίων παρά μόνο αν αφορούν διαιτητικές διαδικασίες, είτε περατωθείσες, είτε εκκρεμείς, είτε μέλλουσες. Υπήρξε πάντως συμφωνία ως προς το ότι δεν πρέπει να τροποποιηθεί το κείμενο. Εν πάση περιπτώσει, οι θεμελιώδεις αυτές διαφορές ερμηνείας δεν οδηγούν στην πράξη σε διαφορετικά αποτελέσματα παρά μόνο σε μία περίπτωση. » ( Απόφαση επί της ουσίας κρατικού δικαστηρίου παρά την ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας ).

Στο σημείο 64η εν λόγω έκθεση παρατηρεί:

« Η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται στις ένδικες διαδικασίες που σκοπούν την εφαρμογή διαδικασίας διαιτησίας, όπως οι διαδικασίες διορισμού ή εξαιρέσεως διαιτητή, καθορισμού του τόπου της διαιτησίας και παρατάσεως της προθεσμίας που έχει καθοριστεί για τη δημοσίευση της διαιτητικής αποφάσεως ή οι προδικαστικές αποφάσεις επί ζητημάτων ουσίας, όπως απαντούν στο αγγλικό δίκαιο ως “ statement of special case ” ( άρθρο 21 του Arbitration Act του 1959 ). Η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται ούτε στις δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες κρίνεται έγκυρη ή άκυρη η ρήτρα περί διαιτησίας ή διατάσσονται οι διάδικοι να μη συνεχίσουν διαιτητική διαδικασία η οποία είναι ανίσχυρη. »

III — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο

Em vov πρώτον ερωτήματος

1.

Η Γερμανική Κνβέρνηοη παρατηρεί προκαταρκτικές ότι το προδικαστικό ερώτημα Ια πλατειάζει. Πρόκειται για αίτηση περί διορισμού διαιτητή και συγκεκριμένα για το ζήτημα αν χωρεί επίδοση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων στην καθής, στην Ιταλία. Υπό τις συνθήκες αυτές το προδικαστικό ερώτημα συνοψίζεται στο αν η Σύμβαση έχει εφαρμογή στην ένδικη διαδικασία περί διορισμού διαιτητή. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι βεβαίως αρνητική (βλ. σημείο 64 της έκθεσης Schlosser ).

2.

Η εναγομένη υποστηρίζει ότι η Σύμβαση δεν έχει εφαρμογή στις διαφορές ή αποφάσεις που έχουν ως κύριο ή δευτερεύον αντικείμενο τη διαιτησία, είτε αμφισβητείται η ύπαρξη συμφωνίας περί διαιτησίας ή τουλάχιστον όταν η ύπαρξη συμφωνίας περί διαιτησίας δεν μπορεί να αποκλειστεί άνευ ετέρου. Η εναγομένη επικαλείται σχετικώς μεταξύ άλλων την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για ενιαίο νόμο περί διαιτησίας που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 20 Ιανουαρίου 1966 (σειρά Ευρωπαϊκών Συνθηκών αριθ. 56, δεν έχει τεθεί σε ισχύ), δυνάμει της οποίας η δικαστική αρχή δεν εξετάζει το κύρος της συμφωνίας περί διαιτησίας παρά μόνο σε ένα και μόνο στάδιο και συγκεκριμένα κατά την εξέταση αιτήσεως περί ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως. Μέχρι τότε το δικαστήριο μπορούσε και όφειλε να ασκήσει τις αρμοδιότητες του, δηλαδή να διορίσει διαιτητές, και δεν εξετάζει το ζήτημα του κύρους της συμφωνίας περί διαιτησίας αλλά το αφήνει στους ίδιους τους διαιτητές.

Η ΓαλΑική Κνβέρνηαη συντάσσεται με την άποψη αυτί']. Υποστηρίζει ότι η διαιτησία καλύπτει την περίπτωση όπου ένα κρατικό δικαστήριο επιλαμβάνεται μιας διαφοράς κατά παράβαση ρήτρας περί διαιτησίας. Πράγματι, το δίκαιο της διαιτησίας, όπως έχει εξελιχθεί, παρέχει στους διαιτητές την αρμοδιότητα να αποφαίνονται επί του κύρους της ρήτρας περί διαιτησίας και επί της κανονικότητας του διορισμού τους. Η αρμοδιότητα του κρατικού δικαστηρίου στον τομέα αυτό είναι απλώς επικουρική και υπάρχει μόνο στην περίπτωση όπου η συμφωνία περί διαιτησίας είναι προδήλως ανυπόστατη, άκυρη ή ήδη ανενεργής.

Κατά την άποψη της Βρετανικής Κυβερνήσεως, η διαφορά που αναφέρεται στην ύπαρξη της συμφωνίας περί διαιτησίας περιλαμβάνεται στην εξαίρεση του άρθρου 1, δεύτερη παράγραφος, σημείο 4, της Συμβάσεως, η οποία κατά συνέπεια δεν έχει εφαρμογή. Τα δικαστήρια των συμβαλλομένων κρατών διατηρούν τις αρμοδιότητες τους για την εφαρμογή των ρητρών περί διαιτησίας, η δε εκκρεμοδικία σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίσει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 της Συμβάσεως, τα δικαστήρια του τόπου της διαιτησίας να εφαρμόσουν τη ρήτρα περί διαιτησίας.

Η Γερμανική Κυβέρνηαη φρονεί ότι το ζήτημα αν η διαφορά που αφορά το κύρος της συμφωνίας περί διαιτησίας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως δεν μπορεί να επιλυθεί με την ερμηνεία του άρθρου 1, δεύτερη παράγραφος, σημείο 4, της Συμβάσεως παρά μόνο αν αποτελεί το κύριο αντικείμενο της διαφοράς. Στην περίπτωση αυτή αρμόζει αρνητική απάντηση. Στην υπό κρίση υπόθεση όπου πρόκειται για τον διορισμό διαιτητή από δικαστήριο, το ζήτημα αυτό έπρεπε να έχει τεθεί προκαταρκτικώς. Τα προκαταρκτικά ζητήματα όμως επιλύονται καταρχήν από το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την κύρια υπόθεση. Κατά συνέπεια, το ζήτημα αν ένα δικαστήριο που δεν έλκει τη δικαιοδοσία του από τη Σύμβαση μπορεί να αποφανθεί παρεμπιπτόντως επί του κύρους μιας συμφωνίας περί διαιτησίας δεν εμπίπτει στο άρθρο 1, δεύτερη παράγραφος, σημείο 4, της Συμβάσεως, αλλά στο εσωτερικό δικονομικό δίκαιο του δικαστηρίου στο οποίο έχει αχθεί το κύριο ζήτημα.

3.

Η εναγομένΐ] υποστηρίζει ότι ο σκοπός του άρθρου 220, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΟΚ και ο σκοπός της Συμβάσεως εξυπηρετούνται καλύτερα αν η εξαίρεση του άρθρου 1, δεύτερη παράγραφος, σημείο 4, θεωρηθεί ότι περιορίζεται στη « διαιτησία », δεν καλύπτει δηλαδή ούτε τις διαφορές ούτε τις αποφάσεις. Η εναγομένη επικαλείται σχετικώς μια « ενημερωμένη » έκθεση που συνέταξε, κατόπιν αιτήσεως της, ο καθηγητής Schlosser το 1989, στην οποία ο τελευταίος αναιρεί ορισμένα συμπεράσματα της «εκθέσεως Schlosser» όπως αυτή δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα, ιδίως όσον αφορά την παράγραφο 64. Κατά τη νέα αυτή ερμηνεία, το άρθρο 1, δεύτερη παράγραφος, σημείο 4, έχει απλώς δηλωτικό χαρακτήρα.

Επικουρικώς, η εναγομένη της κύριας δίκης φρονεί ότι η εξαίρεση του άρθρου 1, δεύτερη παράγραφος, σημείο 4, της Συμβάσεως δεν καλύπτει τις δίκες ή τις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν την ύπαρξη συμφωνίας περί διαιτησίας. Η εναγομένη της κύριας δίκης επικαλείται σχετικώς μια έκθεση του Jenard του Οκτωβρίου 1989, κατά την οποία από την απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Μαρτίου 1982, 38/81, Effer κατά Kantner (Συλλογή 1982, σ. 825), προκύπτει ότι το δικαστήριο το οποίο έχει επιληφθεί διαφοράς που εμπίπτει στη Σύμβαση υπό μόνη την επιφύλαξη της ενδεχομένης υπάρξεως ρήτρας περί δικαιοδοσίας έχει δικαιοδοσία να επιλύσει το ζήτημα της υπάρξεως της εν λόγω ρήτρας.

Η εναγομένη υποστηρίζει επικουρικότερα ότι η εξαίρεση του άρθρου 1, δεύτερη παράγραφος, σημείο 4, της Συμβάσεως δεν εφαρμόζεται όταν η διαιτησία δεν αποτελεί το κύριο αλλά μόνο δευτερεύον ή παρεμπίπτον αντικείμενο της διαδικασίας. Εν προκειμένω το πραγματικό ζήτημα είναι το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων το ζήτημα της υποχρεωτικής διαιτησίας είναι απλώς παρεμπίπτον.

Τέλος, η εναγομένη υποστηρίζει ακόμη επικουρικότερα ότι η εξαίρεση του άρθρου 1, σημείο 4, της Συμβάσεως δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση όπου η διαιτησία αποτελεί μεν το κύριο αντικείμενο της διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου που εμπίπτει στη Σύμβαση, πλην όμως είναι δευτερεύον ή παρεμπίπτον ζήτημα σε άλλη διαδικασία με παρόμοιο αντικείμενο και τους ίδιους διαδίκους ή στο πλαίσιο συναφών αγωγών που έχουν ασκηθεί σε άλλο δικαστήριο που εμπίπτει στη Σύμβαση.

Οι επικουρικώς προβαλλόμενες απόψεις στηρίζονται σε « ενημερωμένη γνώμη » την οποία διατύπωσε ο Jenard κατόπιν αιτήσεως της εναγομένης τον Οκτώβριο του 1989 όσον αφορά την ερμηνεία ορισμένων περί διαιτησίας χωρίων της « εκθέσεως Jenard » όπως δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα.

Η Επιτροπήφρονεί ότι η εξαίρεση του άρθρου 1, δεύτερη παράγραφος, σημείο 4, της Συμβάσεως δεν μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή της Συμβάσεως σε διαφορά στην οποία αμφισβητείται το κύρος μιας ρήτρας περί διαιτησίας.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι βάσει του άρθρου 5, σημείο Ι, της Συμβάσεως, καλώς ενήγαγε στα αγγλικά δικαστήρια την εναγομένη. Η « ενοχή που χρησιμεύει ως βάση της αγωγής » είναι η διαιτησία, διότι σ' αυτή την ενοχή στήριξε την αγωγή της στην Αγγλία, δηλαδή αγωγή του άρθρου 10, παράγραφος 3, του Arbitration Act του 1950 περί διορισμού διαιτητή. Η ενάγουσα επικαλείται σχετικώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 1987, 266/85, Šlienavai κατά Kreischer (Συλλογή 1987, σ. 239). Κατά το αγγλικό δίκαιο που θεωρείται και εφαρμοστέο (απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Μαΐου 1982, 133/81, Ivenel κατά Schwab, Συλλογή 1982, σ. 1891 ) ή και οποιαδήποτε άλλη έννομη τάξη, η ενοχή αυτή έπρεπε να εκπληρωθεί στην Αγγλία. Η επιλογή αυτή του τόπου εκτελέσεως είναι έγκυρη ( απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1980, 56/79, Zeiger κατά Salinitri, ECR 1980, σ. 89). Λίγο ενδιαφέρει αν υπάρχει αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της συμφωνίας ( απόφαση της 4ης Μαρτίου 1982, Effer κατά Kantner, προαναφερθείσα ).

Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 17 της Συμβάσεως, η ενάγουσα φρονεί ότι από κάθε συμφωνία περί διαιτησίας προκύπτει σιωπηρώς ότι το δικαστήριο του τόπου της διαιτησίας πρέπει να θεωρηθεί αρμόδιο για την επίλυση διαφορών σχετικών με τη διαιτησία. Όταν η διαφορά αναφέρεται στην ύπαρξη συμφωνίας περί διαιτησίας, θα πρέπει να γίνει δεκτή μια λύση παρόμοια με του άρθρου 5, σημείο 1, ότι δηλαδή τα δικαστήρια του τόπου της ενδεχόμενης διαιτησίας πρέπει να θεωρηθούν ως αποκλειστικώς αρμόδια δυνάμει του άρθρου 17, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν τουλάχιστον ορισμένες ενδείξεις για την ύπαρξη συμφωνίας περί διαιτησίας.

Η εναγομέν?) αμφισβητεί ότι το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως μπορεί να στηρίξει κάποιο επιχείρημα. Κατά την άποψη της, από την κοινοτική νομολογία συνάγεται ότι, όταν πρόκειται για πλείονες ενοχές εξ συμβάσεως, «η ενοχή που χρησιμεύει ως βάση της αγωγής » είναι η κύρια ενοχή ( απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1987, Šlienavai κατά Kreischer, προαναφερθείσα). Κατ' αναλογία — ακόμα και αν η κύρια σύμβαση και η συμφωνία περί διαιτησίας θεωρηθούν ως χωριστές συμβάσεις — η εναγομένη φρονεί ότι η ενοχή που χρησιμεύει ως βάση της αγωγής αφορά την κύρια σύμβαση, δηλαδή τη σύμβαση πωλήσεως. Εν προκειμένω το επίδικο ζήτημα είναι το ποιοι είναι οι ακριβείς όροι της συμβάσεως αυτής. Η εναγομένη δεν δέχεται ότι κάποια ενοχή εκ της συμβάσεως αυτής πρέπει να εκπληρωθεί στην Αγγλία.

Η εναγομένη φρονεί εξάλλου ότι η ύπαρξη και το κύρος της συμφωνίας περί διαιτησίας αποτελούν προϋπόθεση για την άσκηση της δικαιοδοσίας βάσει του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως. Λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως Effer κατά Kantner (προαναφερθείσα), αφενός, και Zeiger κατά Salinità ( προαναφερθείσα ), αφετέρου, το δίκαιο ως προς το σημείο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστικά παγιωμένο. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον δεν αποδειχθεί η ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας περί διαιτησίας, δεν μπορεί να ληφθεί κανένα μέτρο εκτελέσεως στην Αγγλία.

Η εναγομένη ισχυρίζεται επιπλέον ότι δεν έχει συναφθεί μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης καμιά συμφωνία κατά την έννοια του άρθρου 17 ούτε συμφωνία ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως που να στηρίζει δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων.

Κατά την Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηριχθεί συγχρόνως ότι η συμφωνία περί δικαιοδοσίας αποκλείει την εφαρμογή της Συμβάσεως, πλην όμως μπορεί να προβληθεί, δυνάμει της Συμβάσεως αυτής, προκειμένου να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία αγγλικού δικαστηρίου, τη στιγμή μάλιστα που η εν λόγω ρήτρα δεν μνημονεύει κανένα « δικαστήριο ».

Η Γερμανική, η Βρετανική και η Γαλλική Κνβέρνηβη φρονούν ότι η θέση που έλαβαν επί του πρώτου ερωτήματος καθιστά περιττή τη διατύπωση παρατηρήσεων επί του δευτέρου και του τρίτου.

Επί του τρίτον ερωτήματος

Η ενάγουσα φρονεί ότι, κατά την έννοια του άρθρου 21 της Συμβάσεως, η αιτία και το αντικείμενο των αγωγών ενώπιον του αγγλικού και του ιταλικού δικαστηρίου διαφέρουν, καίτοι οι διάδικοι είναι οι ίδιοι. Ενώπιον του αγγλικού δικαστηρίου η αιτία και το αντικείμενο της αγωγής αφορούν την ύπαρξη συμφωνίας περί διαιτησίας συγκεκριμένης και δυνάμενης να διαχωρισθεί από τη σύμβαση πωλήσεως ακαθάρτου πετρελαίου. Στην πρώτη αυτί] δίκη η ενάγουσα ζητεί τον διορισμό διαιτητή, προκειμένου να μπορέσει το διαιτητικό δικαστήριο να αποφανθεί επί του βασίμου των απαιτήσεων που προβάλλει κατ' εφαρμογή της επίδικης σύμβασης. Ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου η αιτία και το αντικείμενο της διαφοράς στηρίζονται στην εν λόγω σύμβαση. Στη δεύτερη αυτή δίκη η εναγομένη ζητεί, κατ' εφαρμογή της εν λόγω συμβάσεως, να αναγνωριστεί ότι δεν υπέχει ευθύνη, καθώς επίσης και την προσκόμιση ορισμένων εγγράφων. Η αιτία και το αντικείμενο της αγωγής δεν εξαρτώνται καθόλου από την ύπαρξη ή την απουσία συμφωνίας περί διαιτησίας: μόνο η δικαιοδοσία του ιταλικού δικαστηρίου εξαρτάται από αυτή.

Η ενάγουσα υποστηρίζει επικουρικώς ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί εν προκειμένω ότι η αιτία και το αντικείμενο των αγωγών είναι τα ίδια, το αγγλικό δικαστήριο επελήφθη πρώτο αυτής της αιτίας και αυτού του αντικειμένου της αγωγής. Για να ταυτίζονται αιτία και αντικείμενο των αγωγών πρέπει να περιλαμβάνουν και την αμφισβήτηση σχετικά με την ύπαρξη συμφωνίας περί διαιτησίας. Στην αγγλική δίκη η αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας προβλήθηκε από την εναγομένη με τις προτάσεις της της 8ης Ιουλίου 1988. Στην ιταλική δίκη η αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας προβλήθηκε από την ενάγουσα με τις προτάσεις της της 4ης Οκτωβρίου 1988. Στην ιταλική δίκη, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η δικαιοδοσία δεν υπήρχε αιτία ούτε αντικείμενο της αγωγής στηριζόμενα στην ύπαρξη ή την έλλειψη συμφωνίας περί διαιτησίας. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν έχει εφαρμογή η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 21, εφόσον δεν αμφισβητείται η δικαιοδοσία του πρώτου δικαστηρίου: τότε μόνο επιλαμβάνεται της διαφοράς το πρώτο δικαστήριο.

Η ενάγουσα φρονεί για τους ίδιους λόγους ότι οι αγωγές δεν ήταν συναφείς κατά την έννοια του άρθρου 22 της Συμβάσεως μέχρις ότου κατατέθηκαν, στις 4 Οκτωβρίου 1988, οι προτάσεις στην ιταλική δίκη. Πριν από την ημερομηνία αυτή δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων από το αγγλικό και το ιταλικό δικαστήριο. Το αγγλικό δικαστήριο ήταν το πρώτο που επελήφθη του ζητήματος, από το οποίο μπορεί να προκύψει ο κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικής αποφάσεως, δηλαδή το ζήτημα αν υπήρχε ή όχι συμφωνία περί διαιτησίας. Κατά συνέπεια, το ιταλικό δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αναστείλει τη διαδικασία, δυνάμει του άρθρου 22, επί της αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του, πρέπει δε να το πράξει τώρα για να αποφευχθεί ο κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικής αποφάσεως.

Η εναγομένη υποστηρίζει ότι η υπό κρίση υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 21 της Συμβάσεως. Κατά την άποψη της, η ενάγουσα επικαλείται στο Λονδίνο συμφωνία περί διαιτησίας της οποίας την ύπαρξη αρνείται η ίδια. Ακριβώς το ίδιο ζήτημα δηλαδή εγείρεται συγχρόνως και στην ιταλική και στην αγγλική διαδικασία. Εξάλλου, κατά την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 1987, 144/86, Gubisch κατά Palumbo, Συλλογή 1987, σ. 4861 ) η αρχή του άρθρου 21 δεν περιορίζεται στην απόλυτη ταυτότητα των δύο αγωγών.

Κατά την εναγομένη, το ζήτημα ποιο είναι το «πρώτο επιληφθέν» δικαστήριο εξαρτάται από τις εθνικές νομοθεσίες των εμπλεκομένων κρατών. Εν προκειμένω, το αγγλικό δικαστήριο επελήφθη κατά τον χρόνο της κινήσεως της διαδικασίας από την ενάγουσα με το εισαγωγικό δικόγραφο της 20ής Μαΐου 1988. Τότε όμως το ιταλικό δικαστήριο είχε ήδη επιληφθεί της υποθέσεως (στις 29 Φεβρουαρίου 1988).

Η εναγομένη φρονεί, τέλος, ότι, αν η υπόθεση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 21 της Συμβάσεως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22, δεδομένου ότι η ιταλική και η αγγλική διαδικασία είναι συναφείς. Επομένως, το αγγλικό δικαστήριο οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία.

Η Εππροπή φρονεί ότι το άρθρο 21 της Συμβάσεως δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, διότι οι δύο υποθέσεις διαφέρουν ριζικά. Συγκεκριμένα, το αγγλικό δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του δικονομικού ζητήματος αν πρέπει να κινηθεί η διαδικασία της διαιτησίας, ενώ το ιταλικό δικαστήριο έχει να εκδικάσει αγωγή που αφορά αμέσως την κύρια ενοχή που προβλέπει η Σύμβαση, δηλαδή την ευθύνη λόγω ρητής ή σιωπηρής εγγυήσεως που καλύπτει το ακάθαρτο πετρέλαιο το οποίο παρέδωσε η Italiana Impianti στη Marc Rich.

Όσον αφορά το άρθρο 22 της Συμβάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αγωγές που ασκήθηκαν στην Αγγλία και στην Ιταλία είναι πράγματι συναφείς. Συγκεκριμένα, και οι δύο αγωγές « συνδέονται μεταξύ τους τόσο ώστε να υπάρχει συμφέρον να εξεταστούν και να εκδικαστούν ταυτόχρονα», ακριβώς για να αποφευχθεί ο κίνδυνος που η Σύμβαση σκοπεί να προλάβει, δηλαδή η έκδοση διισταμένων και μη εκτελεστών αποφάσεων σε αγωγές με τους ίδιους διαδίκους που στηρίζονται στην ίδια βασική διαφορά, διαφορά περί την ποιότητα και την αξία ορισμένων εμπορευμάτων.

M. Zuleeg

εισηγητής δικαστής


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ

της 25ης Ιουλίου 1991 ( *1 )

Στην υπόθεση C-190/89,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Court of Appeal της Αγγλίας και της Ουαλλίας προς το Δικαστήριο, δυνάμει του Πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971, για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Marc Rich and Co. AG,

και

Società Italiana Impianti ΡΑ,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1, δεύτερο εδάφιο, σημείο 4, της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, Τ. F. O'Higgins, G. C. Rodríguez Iglesias, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, R. Joliét, F. Α. Schockweiler, F. Grévisse και M. Zuleeg, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Darmon

γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

η εταιρία Marc Rich, εκπροσωπούμενη από τον Iain Milligan, barrister,

η Società Italiana Impianti, εκπροσωπούμενη από τον Peter Gross, QC,

η Βρετανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον John E. Collins,

η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Christof Böhmer,

η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Edwige Belliard και τον Claude Chavance,

η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους John Forman και Adam Blomefield,

έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της ενάγουσας της κύριας δίκης, της εναγομένης της κύριας δίκης, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπη-θείσας από τους John E. Collins και Van Vechten Veeder, QC, και της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Οκτωβρίου 1990,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου 1991,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με Διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 31 Μαΐου 1989, το Court of Appeal της Αγγλίας και της Ουαλλίας υπέβαλε, δυνάμει του Πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971, για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( στο εξής: Σύμβαση ), τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της Συμβάσεως αυτής.

2

Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ της Marc Rich and Co. AG, εταιρίας με έδρα το Zug της Ελβετίας (στο εξής: Marc Rich), αφενός, και της Società Italiana Impianti ΡΑ, με έδρα τη Γένοβα της Ιταλίας ( στο εξής: Impianti ), αφετέρου.

3

Από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι, με τηλετύπημα της 23ης Ιανουαρίου 1987, η Marc Rich πρότεινε να αγοράσει ιρανικό ακάθαρτο πετρέλαιο από την Impianti σε τιμή f.o.b. Στις 25 Ιανουαρίου, η τελευταία αποδέχθηκε την πρόταση αυτή, με την επιφύλαξη ορισμένων συμπληρωματικών όρων. Στις 26 Ιανουαρίου, η Marc Rich δέχθηκε τους συμπληρωματικούς όρους, απέστειλε δε στις 28 Ιανουαρίου νέο τηλετύπημα, διευκρινίζοντας τους όρους της συμβάσεως, στο οποίο περιλαμβανόταν η εξής ρήτρα:

« Εφαρμοστέο δίκαιο και διαιτησία

Η ερμηνεία, η ισχύς και η εκτέλεση της παρούσας σύμβασης διέπονται από το αγγλικό δίκαιο. Αν ανακύψει διαφορά μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή, το σχετικό ζήτημα θα αχθεί ενώπιον τριών διαιτητών στο Λονδίνο. Κάθε συμβαλλόμενος ορίζει έναν διαιτητή, οι δε οριζόμενοι κατ' αυτό τον τρόπο ορίζουν τον τρίτο. Η απόφαση των διαιτητών ή δύο εξ αυτών είναι αμετάκλητη και δεσμευτική για αμφότερους τους διαδίκους. »

4

Η φόρτωση του πετρελαίου στο πλοίο το οποίο υπέδειξε η Marc Rich ολοκληρώθηκε στις 6 Φεβρουαρίου. Την ίδια ημέρα, η Marc Rich ισχυρίστηκε ότι το φορτίο είχε αλλοιωθεί σοβαρά, πράγμα το οποίο προκάλεσε ζημία σε βάρος της υπερβαίνουσα τα επτά εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ.

5

Στις 18 Φεβρουαρίου 1988, η Impianti άσκησε αγωγή κατά της Marc Rich ενώπιον του Tribunale της Γένοβας (Ιταλία), ζητώντας να αναγνωριστεί ότι δεν έφερε καμία ευθύνη έναντι της Marc Rich. Η αγωγή επιδόθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 1988 στην εταιρία Marc Rich, η οποία προέβαλε, στις 4 Οκτωβρίου 1988, ότι το ιταλικό δικαστήριο εστερείτο δικαιοδοσίας, επικαλούμενη την ύπαρξη της ρήτρας διαιτησίας.

6

Η Marc Rich κίνησε επίσης στις 29 Φεβρουαρίου 1988 στο Λονδίνο τη διαιτητική διαδικασία, στην οποία αρνήθηκε να μετάσχει η Impianti. Τότε, η Marc Rich άσκησε, στις 20 Μαΐου 1988, αγωγή ενώπιον του High Court στο Λονδίνο, ζητώντας τον διορισμό διαιτητή κατ' εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 3, του Arbitration Act του 1950. Με απόφαση της 19ης Μαΐου 1988, το High Court έδωσε την άδεια να επιδοθεί στην εταιρία Impianti το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης στην Ιταλία.

7

Στις 8 Ιουλίου 1988 η Impianti ζήτησε την ακύρωση της αδείας αυτής, ισχυριζόμενη ότι η πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων αφορά το ζήτημα αν η εν λόγω σύμβαση περιλαμβάνει ή όχι ρήτρα διαιτησίας. Μια τέτοια διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως και, επομένως, πρέπει να εκδικαστεί στην Ιταλία. Κατά τη Marc Rich, αντίθετα, η διαφορά αυτή εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της Συμβάσεως σύμφωνα με το άρθρο 1 της Συμβάσεως.

8

Το High Court έκρινε, στις 5 Νοεμβρίου 1988, ότι η Σύμβαση δεν έχει εφαρμογή, ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία θεωρείται ότι υπόκειται στο αγγλικό δίκαιο και ότι έπρεπε να δοθεί η άδεια ώστε να γίνει η σχετική επίδοση στο εξωτερικό.

9

Επιληφθέν της διαφοράς κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, το Court of Appeal αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

« 1)

Καλύπτει η εξαίρεση του άρθρου 1, παράγραφος 4, της Συμβάσεως

α)

οποιαδήποτε αντιδικία ή απόφαση και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως,

β)

την αντιδικία ή την απόφαση όπου επίμαχο θέμα είναι η καθόλου ύπαρξη συμφωνίας περί διαιτησίας;

2)

Σε περίπτωση όπου η παρούσα διαφορά εμπίπτει στη Σύμβαση και όχι στην εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της, μπορεί παρ' όλ' αυτά ο αγοραστής να θεμελιώσει δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων σύμφωνα με

α)

το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Σύμβασης και/ή

β)

το άρθρο 17 της Σύμβασης;

3)

Αν ο αγοραστής μπορεί να θεμελιώσει δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων επί άλλης βάσεως, τότε, κατά το σημείο 2 ανωτέρω,

α)

οφείλει το δικαστήριο να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας ή να αναστείλει τη διαδικασία κατά το άρθρο 21 της Σύμβασης, ή

β)

μήπως το δικαστήριο οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία κατά το άρθρο 22 της Σύμβασης διότι το ιταλικό δικαστήριο είναι το πρώτο επιληφθέν; »

10

Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

Επί τοϋ κρώτοϋ ερωτήματος

11

Το πρώτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αφορά στην ουσία το αν το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, σημείο 4, της Συμβάσεως έχει την έννοια ότι η εξαίρεση που προβλέπει καλύπτει και διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου η οποία έχει ως αντικείμενο τον διορισμό διαιτητή, σε περίπτωση δε καταφατικής απαντήσεως, αν η εξαίρεση αυτή έχει εφαρμογή επίσης όταν στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαφοράς ανακύπτει προηγουμένως ζήτημα υπάρξεως ή κύρους της συμφωνίας περί διαιτησίας. Αυτά τα δύο σημεία θα εξετασθούν διαδοχικά.

12

Το άρθρο 1 της Συμβάσεως ορίζει στο πρώτο εδάφιο ότι αυτή εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως

1)

(...)

4)

« η διαιτησία ».

Όσον αφορά την εξαίρεση νων οιαφορών που έχουν ως αντικείμενο τον διορισμό διαιτητή από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως

13

Η Impianti διατείνεται ότι η εξαίρεση που αναφέρεται στο άρθρο 1, σημείο 4, της Συμβάσεως δεν έχει εφαρμογή στις δίκες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ούτε στις αποφάσεις που εκδίδουν τα δικαστήρια αυτά. Υποστηρίζει ότι, ακριβολογώντας, η « διαιτησία » αφορά τις διαδικασίες που διεξάγονται ενώπιον ιδιωτών στους οποίους τα μέρη έχουν αναθέσει την επίλυση της διαφοράς τους. Η Impianti θεωρεί στην ουσία ως έρεισμα υπέρ της απόψεως αυτής τον σκοπό του άρθρου 220 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο αποβλέπει στη θέσπιση ενός πλήρους συστήματος για την ελεύθερη κυκλοφορία των αποφάσεων που επιλύουν διαφορές. Κατά συνέπεια, το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, σημείο 4, της Συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να αποφεύγονται τα κενά στο νομικό σύστημα της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων που επιλύουν διαφορές.

14

Η Marc Rich και οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις τάσσονται υπέρ μιας ευρείας ερμηνείας του όρου « διαιτησία », αποκλείοντας εν πάση περιπτώσει από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως τις διαφορές που αφορούν τον διορισμό διαιτητή.

15

Σκοπός της Συμβάσεως είναι, όπως αναφέρεται στο προοίμιο της, η θέση σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 220 της Συνθήκης ΕΟΚ, σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Κατά το άρθρο 220, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, τα κράτη μέλη διεξάγουν μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, εφόσον είναι αναγκαίο, για να εξασφαλίσουν προς όφελος των υπηκόων τους την απλούστευση των διατυπώσεων για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων.

16

Επομένως, αναφερόμενο στις δικαστικές και τις διαιτητικές αποφάσεις, το άρθρο 220 της Συνθήκης αναφέρεται τόσο στις διαδικασίες που διεξάγονται ενώπιον κρατικών δικαιοδοτικών οργάνων, οι οποίες καταλήγουν σε έκδοση δικαστικής αποφάσεως, όσο και σε εκείνες που διεξάγονται ενώπιον ιδιωτών διαιτητών και καταλήγουν σε έκδοση διαιτητικών αποφάσεων. Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι η Σύμβαση, σκοπός της οποίας είναι ιδίως η αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, πρέπει απαραίτητα να έχει ευρύ πεδίο εφαρμογής. Πράγματι, δεδομένου ότι το άρθρο 220 προτρέπει τα κράτη μέλη να διεξαγάγουν διαπραγματεύσεις « εφόσον είναι αναγκαίο », εναπόκειται στα κράτη αυτά να καθορίσουν την έκταση την οποία πρέπει να έχει η σχετική με την εφαρμογή του άρθρου αυτού συμφωνία.

17

Όσον αφορά την εξαίρεση της διαιτησίας από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως, στην έκθεση εμπειρογνωμόνων η οποία συντάχθηκε επ' ευκαιρία της καταρτίσεως της Συμβάσεως ( Ο J 1979, C 59, σ. 1 ) αναφέρεται ότι:

« Υπάρχουν ήδη πολλές διεθνείς συμφωνίες που διέπουν τη διαιτησία, την οποία μνημονεύει επίσης το άρθρο 220 της Συνθήκης της Ρώμης. Εξάλλου, το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει καταρτίσει μια ευρωπαϊκή σύμβαση για ενιαίο νόμο περί διαιτησίας, θα ακολουθήσει δε κατά πάσα πιθανότητα και πρωτόκολλο που θα διευκολύνει περισσότερο από όσο η Σύμβαση της Νέας Υόρκης την αναγνώριση και την εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων. »

18

Οι διεθνείς συμφωνίες και, ιδίως, η σύμβαση περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων ( υπογραφείσα στη Νέα Υόρκη στις 10 Ιουνίου 1958, Recueil des traités des Nations Unies, τόμος 330, σ. 3, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. Δ. 4220 του 1961 ), στις οποίες αναφέρεται η ανωτέρω έκθεση, θεσπίζουν κανόνες οι οποίοι δεσμεύουν όχι τους διαιτητές, αλλά τα δικαστήρια των συμβαλλομένων κρατών. Οι κανόνες αυτοί αφορούν, παραδείγματος χάρη, την παραπομπή των μερών σε διαιτητική επίλυση της διαφοράς τους ή την αναγνώριση και εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων. Από αυτό έπεται ότι, αποκλείοντας από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης τη διαιτησία, με την αιτιολογία ότι αυτή αποτελεί ήδη αντικείμενο διεθνών συμβάσεων, τα συμβαλλόμενα κράτη θέλησαν να αποκλείσουν τη διαιτησία καθ' όλες της τις πλευρές, περιλαμβανομένων των διαδικασιών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

19

Όσον αφορά ειδικότερα τον διορισμό διαιτητή από εθνικό δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για κρατικό μέτρο το οποίο έχει ως σκοπό την εφαρμογή διαιτητικής διαδικασίας. Επομένως, το μέτρο αυτό υπάγεται στον τομέα της διαιτησίας, οπότε εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 1, δεύτερο εδάφιο, σημείο 4, της Συμβάσεως.

20

Η ερμηνεία αυτή δεν αποδυναμώνεται από το γεγονός ότι οι εν λόγω διεθνείς συμφωνίες δεν έχουν υπογραφεί από όλα τα κράτη μέλη και δεν καλύπτουν όλες τις πλευρές της διαιτησίας και ιδίως τη διαδικασία περί διορισμού διαιτητών.

21

Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή συνάδει με την άποψη των εμπειρογνωμόνων που αναφέρεται στην έκθεση την οποία συνέταξαν επ' ευκαιρία της προσχωρήσεως της Δανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας στη Σύμβαση, κατά την οποία η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται στις ένδικες διαδικασίες που ενέχουν την εφαρμογή διαιτητικής διαδικασίας, όπως οι διαδικασίες περί διορισμού διαιτητή ή εκείνες που σχετίζονται με άρνηση αναγνωρίσεως της αρμοδιότητας του ( OJ 1979, C 59, σ. 95 ). Ομοίως, στην έκθεση που συντάχθηκε επ' ευκαιρία της προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στη Σύμβαση, οι εμπειρογνώμονες θεώρησαν ότι η παρέμβαση ενός δικαστηρίου με σκοπό την συγκρότηση του διαιτητικού οργάνου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως ( ΕΕ 1986, C 298, σ. 1 ).

Όσον αφορά την επίπτωση ενός προκαταρκτικού ζητήματος σχετικού με τψ ύπαρξη ή το κύρος της συμφωνίας περί διαιτησίας επί της εφαρμογής της Συμβάσεως στην υπό κρίση διαφορά

22

Συναφώς, η Impianti υποστηρίζει ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, σημείο 4, της Συμβάσεως εξαίρεση δεν αφορά τις διαφορές ή τις δικαστικές αποφάσεις σχετικά με την ύπαρξη ή το κύρος συμφωνίας περί διαιτησίας. Επίσης, η εξαίρεση αυτή δεν έχει εφαρμογή ούτε όταν η διαιτησία αποτελεί όχι το κύριο αντικείμενο της διαδικασίας, αλλά μόνο παρεμπίπτον ζήτημα.

23

Η Impianti διατείνεται ότι, αν δεν γίνει δεκτή αυτή η ερμηνεία, οποιοδήποτε από τα μέρη θα μπορούσε να αποφύγει την εφαρμογή της Συμβάσεως ισχυριζόμενο απλώς ότι υφίσταται ρήτρα διαιτησίας.

24

Εν πάση περιπτώσει, κατά την Impianti, η εξαίρεση του άρθρου 1, δεύτερο εδάφιο, σημείο 4, της Συμβάσεως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η ύπαρξη ή το κύρος συμφωνίας περί διαιτησίας αποτελεί το αντικείμενο διαφοράς ενώπιον διαφόρων δικαστηρίων υπαγομένων στη Σύμβαση, ανεξάρτητα από το αν τούτο αποτελεί το κύριο αντικείμενο της διαφοράς ή είναι απλώς προκαταρκτικό ζήτημα.

25

Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη της Impianti, εφόσον το ζήτημα της υπάρξεως ή του κύρους συμφωνίας περί διαιτησίας αποτελεί προκαταρκτικό ζήτημα της διαφοράς.

26

Αυτές οι ερμηνείες δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Για τον καθορισμό του αν μία διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο το αντικείμενο της διαφοράς αυτής. Εάν η διαφορά αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως λόγω του αντικειμένου της, όπως παραδείγματος χάρη ο διορισμός διαιτητή, η ύπαρξη ενός προκαταρκτικού ζητήματος, επί του οποίου ο δικαστής πρέπει να αποφανθεί προς επίλυση της εν λόγω διαφοράς, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή της Συμβάσεως, όποιο και αν είναι το ζήτημα αυτό.

27

Εξάλλου, δεν θα ήταν σύμφωνο προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου, η οποία αποτελεί έναν από τους στόχους της Συμβάσεως ( βλ. την απόφαση της 4ης Μαρτίου 1982, 38/81, Effer, Συλλογή 1982, σ. 825, σκέψη 6), η εφαρμογή της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, σημείο 4, να εξαρτάται από την ύπαρξη κάποιου προκαταρκτικού ζητήματος, το οποίο τα μέρη μπορούν να θέσουν ανά πάσα στιγμή.

28

Από αυτό προκύπτει ότι, στην περίπτωση την οποίαν αφορά η παρούσα αίτηση προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το γεγονός ότι υφίσταται προκαταρκτικό ζήτημα, το οποίο αφορά την ύπαρξη ή το κύρος της συμφωνίας περί διαιτησίας, δεν επηρεάζει την εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως της διαφοράς της οποίας το αντικείμενο είναι ο διορισμός διαιτητή.

29

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, σημείο 4, της Συμβάσεως έχει την έννοια ότι η εξαίρεση την οποία προβλέπει καλύπτει τις διαφορές που εκκρεμούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων οι οποίες έχουν ως αντικείμενο τον διορισμό διαιτητή, έστω και αν, στο πλαίσιο των διαφορών αυτών, ανακύπτει το προκαταρκτικό ζήτημα της υπάρξεως ή του κύρους της συμφωνίας περί διαιτησίας.

Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος

30

Δεδομένης της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα καθίσταται άνευ αντικειμένου.

Επί των δικαστικών εξόδων

31

Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι Κυβερνήσεις της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Ηνωμένου Βασιλείου Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Court of Appeal της Αγγλίας και της Ουαλλίας, με Διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 1989, αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, σημείο 4, της Συμβάσεως έχει την έννοια ότι η εξαίρεση την οποία προβλέπει καλύπτει τις διαφορές που εκκρεμούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων οι οποίες έχουν ως αντικείμενο τον διορισμό διαιτητή, έοτω και αν, στο πλαίσιο των διαφορών αυτών, ανακύπτει το προκαταρκτικό ζήτημα της υπάρξεως ή του κύρους της συμφωνίας περί διαιτησίας.

 

Due

Mancini

O'Higgins

Rodríguez Iglesias

Slynn

Joliét

Schockweiler

Grévisse

Zuleeg

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Ιουλίου 1991.

Ο Γραμματέας

J.-G. Giraud

Ο Πρόεδρος

Ο. Due


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.