ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ

στην υπόθεση C-350/88 ( *1 )

Ι — Τα πραγματικά περιστατικά

1.

Τα άρθρα 6 και 12 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82) προβλέπουν ότι όταν δημιουργούνται πλεονάσματα στην αγορά δύνανται να λαμβάνονται ιδιαίτερα μέτρα για να διατίθεται το βούτυρο υπό ειδικούς όρους.

2.

Βάσει των διατάξεων αυτών η Επιτροπή εξέδωσε τους κανονισμούς ( ΕΟΚ ) 262/79, της 12ης Φεβρουαρίου 1979, περί της πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων τροφίμων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 77) και (ΕΟΚ) 1932/81; της 13ης Ιουλίου 1981, περί χορηγήσεως ενισχύσεως στο βούτυρο και το συμπυκνωμένο βούτυρο που προορίζονται για παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων προϊόντων διατροφής ( ΕΕ L 191, σ. 6 ).

3.

Οι κανονισμοί 262/79 και 1932/81 αντικαταστάθηκαν με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 570/88 της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1988, για την πώληση σε μειωμένη τιμή βουτύρου και τη χορήγηση ενισχύσεως στο βούτυρο και το συμπυκνωμένο βούτυρο που προορίζονται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων προϊόντων διατροφής (ΕΕ L 55, σ. 31).

Για ν' αντιμετωπιστεί η κατάσταση της αγοράς του βουτύρου στην Κοινότητα, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη σημαντικών αποθεμάτων που δεν ήταν δυνατό να διατεθούν υπό κανονικές συνθήκες, ο κανονισμός 570/88 προέβλεψε, ως μέτρα που μπορούν να ευνοήσουν τη διάθεση και τη χρησιμοποίηση βουτύρου, την πώληση βουτύρου αποθέματος σε μειωμένη τιμή και την καθιέρωση ενισχύσεων, οι οποίες ανάγουν την τιμή του βουτύρου αγοράς σε επίπεδο συγκρίσιμο με εκείνο που ισχύει για το βούτυρο αποθέματος, προς όφελος ορισμένων επιχειρήσεων μεταποιήσεως της Κοινότητας με σκοπό την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων προϊόντων διατροφής (δεύτερη αιτιολογική σκέψη ).

Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 570/88, η πώληση του βουτύρου και η χορήγηση της ενισχύσεως πραγματοποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία μόνιμου διαγωνισμού που εξασφαλίζει ο κάθε οργανισμός παρεμβάσεως στα κράτη μέλη.

Κατά το άρθρο 14 του κανονισμού αυτού ο οργανισμός παρεμβάσεως προβαίνει, κατά την περίοδο ισχύος της διαρκούς δημοπρασίας, σε ειδικές δημοπρασίες.

Το άρθρο 16 προβλέπει ότι οι ενδιαφερόμενοι συμμετέχουν στην δημοπρασία αυτή με κατάθεση προσφοράς στον οργανισμό παρεμβάσεως: στην προσφορά αυτή πρέπει να αναφέρεται μεταξύ άλλων, ανάλογα με την περίπτωση, η τιμή που προσφέρεται ανά 100 χλγ. βουτύρου της επιθυμητής περιεκτικότητας σε λιπαρά ύλη ή το ύψος ενισχύσεως που προτείνεται ανά 100 χλγ. βουτύρου ή συμπυκνωμένου βουτύρου.

Ο οργανισμός παρεμβάσεως διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στην Επιτροπή η οποία, έχοντας υπόψη τις προσφορές που ελήφθησαν για κάθε ειδική δημοπρασία και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30 του κανονισμού 804/68, καθορίζει κατώτατη τιμή πωλήσεως του βουτύρου καθώς και ανώτατο ύψος ενισχύσεως για το βούτυρο και το συμπυκνωμένο βούτυρο ( άρθρο 18 του κανονισμού 570/88 ).

Ως υπερθεματιστής θεωρείται ο προσφέρων την ανώτατη τιμή ή το κατώτατο ύψος ενισχύσεως (άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού ).

Κατά το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 570/88 κάθε προσφέρων ενημερώνεται αμέσως από τον οργανισμό παρεμβάσεως για το αποτέλεσμα συμμετοχής του στην ειδική δημοπρασία.

4.

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1988 η Société française des Biscuits Delacre, τα Établissements J. Le Scao και η Biscuiterie de 1' Abbaye ( στο εξής: προσφεύγουσες) κατέθεσαν, στο πλαίσιο του διαγωνισμού αριθ. 8 για το βούτυρο, για το έτος 1988, στον Interlait, γαλλικό οργανισμό παρεμβάσεως, προσφορές για αντίστοιχα σύνολα 110, 80 και 10 τόνων βουτύρου ( 82 ο/ο ), χωρίς ιχνοθέτες, με ενίσχυση 1334,44 γαλλικών φράγκων ( FF ), χωρίς τους φόρους, για 100 χλγ.

Με επιστολές της 3ης Οκτωβρίου 1988, ο Interlait ενημέρωσε τις προαναφερθείσες εταιρίες για την απόρριψη των προσφορών τους, λόγω του ότι οι αιτήσεις ενισχύσεως που υπέβαλαν υπερέβαιναν το ανώτατο ύψος που έγινε δεκτό.

Οι απορρίψεις αυτές αποτελούν άμεση συνέπεια της αποφάσεως της Επιτροπής της 30ής Σεπτεμβρίου 1988 ( ΕΕ C 259, σ. 9 ), που καθορίζει το ανώτατο ύψος ενισχύσεως για το βούτυρο (82 %), χωρίς ιχνοθέτες σε 154 Ecu/100 χλγ., δηλαδή σε 1151,28 FF/100 χλγ.

Κατά της αποφάσεως αυτής της Επιτροπής οι τρεις προαναφερθείσες εταιρίες άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ.

II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

1.

Η προσφυγή των προσφευγουσών πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Δεκεμβρίου 1988.

2.

Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο:

να κάνει δεκτή τύποις την προσφυγή·

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

3.

Η Επιτροπή, καθής η προσφυγή, ζητεί από το Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·

να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.

4.

Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.

5.

Κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφος 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο, με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1989, ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο δεύτερο τμήμα.

III — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων

Οι προσφεύγουσες επικαλούνται προς υποστήριξη της προσφυγής τους δύο λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται ο πρώτος στην παράβαση ουσιώδους τύπου και ο δεύτερος στην παραβίαση της Συνθήκης ΕΟΚ και των γενικών αρχών του κοινοτικού δίκαιου.

Α — Επί της παραβάσεως ουσιώοους τύπον

1.

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν σχετικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβαίνει το άρθρο 190 της Συνθήκης, διότι δεν αναφέρει τη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως και δεν είναι αιτιολογημένη.

α)

Προς υποστήριξη αυτού του λόγου ακυρώσεως οι προσφεύγουσες αναφέρουν καταρχάς, γενικά, ότι στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της τη νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία η αιτιολογία πρέπει να αφήνει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εκδίδει την προσβαλλομένη πράξη, κατά τρόπο που να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου για να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του (αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, Amylum, 108/81, Συλλογή 1982, σ. 3107, της 17ης Μαρτίου 1983, Control Data, 294/81, Συλλογή 1983, σ. 911, της 8ης Νοεμβρίου 1983, IAZ, 96/82 έως 102/82, 104/82, 105/82, 108/82 και 110/82, Συλλογή 1983, σ. 3369, και της 25ης Οκτωβρίου 1984, Rijksuniversiteit te Groningen, 185/83, Συλλογή 1984, σ. 3623). Η υποχρέωση αιτιολογήσεως είναι τόσο σημαντική ώστε το Δικαστήριο θεώρησε ότι είναι δημοσίας τάξεως ( απόφαση της 20ης Μαρτίου 1959, Noīd, 18/57, Rec. 1959, σ. 89). Εξάλλου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι όταν η Επιτροπή αποκλίνει από πάγια πρακτική πρέπει να εκθέτει ρητά τη συλλογιστική της (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1975, Fabricants de papiers peints de Belgique, 73/74, Rec. 1975, σ. 1491). Επιπλέον δεν είναι δυνατόν να μην αιτιολογηθεί η απόφαση για μόνο το λόγο ότι τα κράτη μέλη γνωρίζουν, ως αποδέκτες της αποφάσεως αυτής, τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη της, λόγω της συμμετοχής τους στην προκαταρκτική διαδικασία, και ότι οι αμέσως και ατομικώς ενδιαφερόμενοι είναι σε θέση να συναγάγουν τους λόγους αυτούς παραβάλλοντας την εν λόγω απόφαση με προγενέστερες παρόμοιες αποφάσεις ( προαναφερθείσες αποφάσεις της 17ης Μαρτίου 1983 και της 25ης Οκτωβρίου 1984 ).

β)

Όσον αφορά ειδικότερα την έλλειψη αναφοράς της γνώμης της επιτροπής διαχειρίσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι κατά το άρθρο 18 του κανονισμού 570/88η Επιτροπή καθορίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30 του κανονισμού 804/68, κατώτατη τιμή πωλήσεως του βουτύρου καθώς και ανώτατο ύψος ενισχύσεως για το βούτυρο και το συμπυκνωμένο βούτυρο. Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, που καλείται διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως, η επιτροπή διαχειρίσεως διατυπώνει γνώμη επί των σχεδίων των μέτρων της Επιτροπής. Η Επιτροπή θεσπίζει τα μέτρα που τυγχάνουν αμέσου εφαρμογής, εκτός αν δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως, οπότε το Συμβούλιο δύναται να λάβει διαφορετική απόφαση εντός προθεσμίας ενός μηνός.

Οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν ότι πρόκειται για γνώμη η οποία ζητείται υποχρεωτικά και η οποία, κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, έπρεπε να αναφέρεται στην απόφαση της Επιτροπής. Λόγω της μη αναφοράς της γνώμης της επιτροπής διαχειρίσεως, είναι αδύνατο τόσο για τους προσφέροντες, στους οποίους απευθύνεται στην πραγματικότητα η εν λόγω απόφαση, όσο και για το Δικαστήριο να ελέγξουν αν ζητήθηκε κανονικά η γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως και αν η Επιτροπή ήταν αρμόδια να εκδώσει την επίδικη απόφαση.

Απαντώντας στο επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο οι προσφέροντες πληροφορούνται πάντοτε τα αποτελέσματα του διαγωνισμού πριν από τη δημοσίευση των αποφάσεων και μπορούν να λάβουν συμπληρωματικές πληροφορίες από τους οργανισμούς παρεμβάσεως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν στο υπόμνημα απαντήσεως τους ότι μόνον η πληροφόρηση σχετικά με τα αποτελέσματα του διαγωνισμού δεν επιτρέπει να ελεγχθεί αν ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως ούτε να γίνει γνωστό το περιεχόμενο της γνωμοδοτήσεως της. Μια τέτοια πληροφορία δεν μπορεί να χορηγηθεί από τους οργανισμούς παρεμβάσεως που δεν συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεως από την Επιτροπή. Οι προσφεύγουσες αναφέρονται σχετικά στην αίτηση που υπέβαλε το Syndicat national de la biscuiterie française στον οργανισμό παρεμβάσεως Onilait, ζητώντας συγκεκριμένα να πληροφορηθεί αν κατά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως τηρήθηκε η διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως, και υπογραμμίζουν ότι στην αίτηση αυτή δεν δόθηκε απάντηση.

Όσον αφορά τον παραλληλισμό που επικαλείται η Επιτροπή με την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (68/86, Συλλογή 1988, σ. 855), με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη οδηγία δεν ανέφερε την πρόταση της Επιτροπής, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι είναι άστοχος, διότι οι Συνθήκες δεν καθιστούν υποχρεωτική την αναφορά αυτή' επιπλέον η παράλειψη αυτή δεν μπορούσε να θίξει την ισχύ της προσβαλλομένης πράξεως, εφόσον αυτή δεν μπορούσε να στηρίζεται μόνο σε μια πρόταση της Επιτροπής. Αντίθετα, στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ επιβάλλει να γίνεται αναφορά στη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως. Η αναφορά αυτή αποτελεί ουσιώδη εγγύηση του σεβασμού των δικαιωμάτων των προσφερόντων, δεδομένου μάλιστα ότι το περιεχόμενο της γνώμης της επιτροπής διαχειρίσεως καθορίζει την αρμοδιότητα της Επιτροπής. Τέλος η Επιτροπή, ισχυριζόμενη ότι οι προσφεύγουσες γνώριζαν και είχαν αποδεχτεί ότι ορθώς ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως, θεωρεί ως δεδομένο το ζητούμενο.

γ)

Όσον αφορά την έλλειψη αιτιολογίας, οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει απλώς στον τίτλο της τον κανονισμό 570/88. Η αναφορά όμως αυτή δεν ικανοποιεί την υποχρέωση αιτιολογήσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά την άποψη των προσφευγουσών η Επιτροπή δεν μπορεί ούτε να καλυφθεί πίσω από την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει στο ζήτημα αυτό, ούτε να επικαλεστεί πάγια πρακτική λήψεως αποφάσεων, στο μέτρο που από το ανώτατο ύψος ενισχύσεως που καθορίζεται στην επίδικη απόφαση προκύπτει σημαντική μείωση σε σχέση με την προηγούμενη πρακτική και με τον τρόπο αυτό παραγνωρίζεται ο κύριος σκοπός του κανονισμού 570/88 που συνίσταται στη διατήρηση σταθερού του επιπέδου χρησιμοποιήσεως βουτύρου αγοράς από ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών και βιομηχανιών.

Εξάλλου οι προσφεύγουσες απορρίπτουν το επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο η ενημέρωση των προσφερόντων εξασφαλίζεται επαρκώς τόσο με τους οργανισμούς παρεμβάσεως όσο και με τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού στην Επίσημη Εφημερίδα. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η παντελής έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως δεν δικαιολογείται ούτε από τη συχνότητα τέτοιου είδους αποφάσεων ούτε από την ενημέρωση των κρατών μελών για τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση τους, ούτε από τη δυνατότητα των προσφερόντων να ενημερώνονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως, ούτε τέλος από τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού.

Λαμβανομένων υπόψη των καθυστερήσεων κατά τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα, την προθεσμία για την κατάρτιση των φακέλων, λόγω της λήψεως εγγυήσεως δημοπρασίας από τις τράπεζες, και της ελλείψεως αιτιολογίας κατά τη δημοσίευση, οι επιχειρηματίες δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν το περιεχόμενο της αποφάσεως πριν από την ημερομηνία που αποτελεί το όριο για την υποβολή προσφορών για τον επόμενο διαγωνισμό.

Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι στην προκειμένη περίπτωση η έλλειψη ενημερώσεως τους προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη ζημία διότι η απόφαση που ελήφθη στο πλαίσιο του διαγωνισμού αριθ. 8 αποτελούσε αισθητή διαχειριστική παρέκκλιση της Επιτροπής σε σχέση με τις προθέσεις που διακήρυξε λίγο νωρίτερα το όργανο αυτό κατά την έκδοση του κανονισμού 570/88.

2.

α)

Η Επιτροπή παρατηρεί καταρχάς ότι στο πλαίσιο διαγωνισμών, δυνάμει του κανονισμού 570/88, λαμβάνονται αποφάσεις σχέδον κάθε δεκαπέντε ημέρες, έτσι ώστε έπρεπε να καθιερωθεί ταχεία διαδικασία λήψεως αποφάσεων για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι ανάγκες της αγοράς, τηρουμένων συγχρόνως των απαιτουμένων διατυπώσεων.

Σημαντικό στοιχείο της διαδικασίας αυτής αποτελεί η γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως, που επιτρέπει στους εκπροσώπους των κρατών μελών να συμμετάσχουν στη διαδικασία λήψεως αποφάσεως. Εξάλλου η λαμβανόμενη απόφαση που είναι αντίθετη προς τη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως διαβιβάζεται στο Συμβούλιο.

Η Επιτροπή προσθέτει ότι η απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη, ο κανονισμός 570/88 όμως προβλέπει ότι κάθε προσφέρων ενημερώνεται αμέσως από τον οργανισμό παρεμβάσεως για το αποτέλεσμα της συμμετοχής του στον ειδικό διαγωνισμό. Εξάλλου παρόλον ότι δεν υποχρεούται νομικά, η Επιτροπή δημοσιεύει τα αποτελέσματα του διαγωνισμού στην Επίσημη Εφημερίδα. Τέλος, οι προσφέροντες μπορούν πάντοτε να λαμβάνουν συμπληρωματικές πληροφορίες για την απόφαση από τους οργανισμούς παρεμβάσεως.

β)

Όσον αφορά την έλλειψη αναφοράς της γνώμης της επιτροπής διαχειρίσεως, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η απόφαση επί της υποθέσεως 68/86 ( που προαναφέρθηκε ), στην οποία το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο η προσβαλλόμενη οδηγία ήταν ανίσχυρη διότι δεν προσδιόριζε την πρόταση της Επιτροπής, λόγω του ότι είναι βέβαιο ότι στην πραγματικότητα η οδηγία εκδόθηκε με πρόταση της Επιτροπής, μπορεί να εφαρμοστεί ανάλογα στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες γνωρίζουν και δέχονται ότι ζητήθηκε κανονικά η γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως.

Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 191 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει του κανονισμού 570/88 δεν δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα, αλλά κοινοποιούνται στα κράτη μέλη, έτσι ώστε οι οργανισμοί παρεμβάσεως τους να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες εν σχέσει με τις προσφορές που τους υποβλήθηκαν. Η έλλειψη δημοσιεύσεως των αποφάσεων αυτών δεν σημαίνει όμως ότι δεν ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως. Αντίθετα η τελευταία αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως της Επιτροπής της 30ής Σεπτεμβρίου 1988, όπως κοινοποιήθηκε στη μόνιμη αντιπροσωπεία της Γαλλικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στις 3 Οκτωβρίου 1988, αποδεικνύει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη ύστερα από γνωμοδότηση της επιτροπής διαχειρίσεως.

Ο πίνακας που δημοσιεύθηκε, όσον αφορά την επίδικη απόφαση, στην ΕΕ C 259, εξασφαλίζει τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού αριθ. 8 στους ενδιαφερομένους, δεν αποτελεί όμως σε καμία περίπτωση δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, έτσι ώστε οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να τον επικαλεστούν για να διαπιστώσουν ότι δεν αναφέρει τη γνωμοδότηση της επιτροπής διαχειρίσεως. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα, σειρά C, των αποτελεσμάτων διαγωνισμού υπό την μορφή πίνακος, αποκλειόμενης της εκτενούς δημοσιεύσεως των αποφάσεων, αποφασίστηκε για λόγους απλοποιήσεως, λαμβανομένου υπόψη του καθαρά δηλωτικού χαρακτήρα των αποφάσεων αυτών, οι οποίες τίθενται σε ισχύ από της κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη η πρακτική αυτή αποτέλεσε το αντικείμενο ρητής ανακοινώσεως της Επιτροπής στο ΕΕ L 360, σ. 43, της 21ης Δεκεμβρίου 1982. Τέλος οι οργανισμοί παρεμβάσεως μπορούν να ανακοινώνουν την πλήρη απόφαση στους προσφέροντες που υποβάλλουν σχετική αίτηση.

γ)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα κράτη μέλη, στα οποία απευθύνεται η απόφαση, γνωρίζουν την αιτιολογία της. Η ενημέρωση των προσφερόντων εξασφαλίζεται με τους οργανισμούς παρεμβάσεως και με τη δημοσίευση, από την Επιτροπή, των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού στην Επίσημη Εφημερίδα. Εξάλλου οι προσφέροντες μπορούν πάντοτε να λαμβάνουν κάθε πληροφορία που επιθυμούν από τους αποδέκτες της αποφάσεως.

Απαντώντας στα επιχειρήματα που αναπτύσσουν στην απάντηση τους οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η μη δημοσίευση της πλήρους αποφάσεως και η ανακοίνωση μόνον των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας. Αντίθετα, έτσι όπως κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη, η απόφαση αυτή πληροί την υποχρέωση αιτιολογήσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ. Συγκεκριμένα από την πρώτη αιτιολογική σκέψη της επιδίκου αποφάσεως, που παραπέμπει στο άρθρο 18 του κανονισμού 570/78, προκύπτει ότι τα κριτήρια εκτιμήσεως της Επιτροπής στηρίζονται στο περιεχόμενο των υποβληθεισών προσφορών, λαμβανομένης υπόψη της διαθεσιμότητας των αποθεμάτων. Οι αποφάσεις αυτές, και ιδίως η προσβαλλό-, μένη, είναι επαρκώς αιτιολογημένες, λαμβανομένης υπόψη της συχνότητάς τους, του χαρακτήρα επαναλήψεως που τις διακρίνει, της σύντομης προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να εκδίδονται και των ρητών κριτηρίων που προκύπτουν τόσο από τις αιτιολογικές σκέψεις όσο και από τη ρύθμιση βάσει της οποίας έχουν εκδοθεί. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αιτιολογία μιας κανονιστικής πράξεως μπορεί να προκύπτει όχι μόνο από το κείμενο της πράξεως αλλά και από το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το ζήτημα αυτό (απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1978, An Bord Bainne, 92/77, Rec. 1978, σ. 497 ) και ο βαθμός ακρίβειας της αιτιολογίας αποφάσεως πρέπει να είναι ανάλογος προς τις υλικές δυνατότητες και τις τεχνικές συνθήκες ή την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να εκδοθεί ( απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965, Schwarze, 16/65, Rec. 1965, σ. 1081 ).

Εξάλλου οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να υποστηρίξουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί διαχειριστική παρέκκλιση της Επιτροπής, το περιεχόμενο της οποίας δεν μπόρεσαν να εκτιμήσουν ώστε να καθορίσουν τη θέση τους κατά τον επόμενο διαγωνισμό, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση ελήφθη στις 30 Οκτωβρίου 1988, γνωστοποιήθηκε την ίδια μέρα στους οργανισμούς παρεμβάσεως, οι οποίοι ενημέρωσαν αμέσως, κατά κανόνα την ίδια στιγμή, τους προσφέροντες, και κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη στις 3 Οκτωβρίου 1988. Από τη σύγκριση μεταξύ των διαγωνισμών 8 και 9 προκύπτει εξάλλου ότι οι επιχειρηματίες συνήγαγαν τα σχετικά συμπεράσματα από το ύψος της ενισχύσεως, όπως αυτό καθορίστηκε στο διαγωνισμό 8, αυξάνοντας σημαντικά τις προσφορές τους.

Β — Επί της παραβάσεως της Συνθήκης και της παραβιάσεως των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου

Οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν σχετικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

ι) Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας

1.

Κατά την άποψη των προσψευγουσώνη επίδικη απόφαση παραβίασε την αρχή σύμφωνα με την οποία οι επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στους επιχειρηματίες δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο του αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών που υποχρεούται να πραγματοποιήσει η επιβάλλουσα τις επιβαρύνσεις αρχή (απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980, Forges de Thy, 26/79 και 86/79, Rec. 1980, 1083 ).

Πράγματι, αντίθετα προς τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού 570/88, που είναι η σταθεροποίηση των αγορών, η εξασφάλιση του εφοδιασμού και η διασφάλιση λογικών τιμών κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές, η απόφαση της Επιτροπής της 30ής Σεπτεμβρίου 1988, καθορίζοντας το ανώτατο ύψος ενισχύσεως για το βούτυρο που χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις παρασκευής μπισκότων σε 154 Ecu/100 χλγ., επιβεβαίωσε, κατά τρόπο αιφνίδιο και απρόβλεπτο, αύξηση του κόστους του βουτύρου της τάξεως του 55 ο/ο από τις αρχές του έτους 1988.

Η απόφαση της Επιτροπής, επιβάλλοντας στους παρασκευαστές ζαχαροπλαστικών προϊόντων βουτύρου είτε να μειώσουν την παραγωγή, μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν μία τόσο σημαντική αύξηση κόστους της πρώτης ύλης, είτε να μετακυλίσουν την αύξηση αυτή αυξάνοντας τις τιμές πωλήσεως κατά 8 έως 17 ο/ο, είτε τέλος να διατηρήσουν την παραγωγή σταθερή χωρίς να αυξήσουν τις τιμές, αντιμετωπίζοντας έτσι σημαντικές οικονομικές δυσκολίες, αποβαίνει αδικαιολόγητα εις βάρος των επιχειρηματιών αυτών και δεν είναι ανάλογη του επιδιωκόμενου σκοπού.

Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι η άποψη της Επιτροπής είναι ακόμη περισσότερο ασυνεπής διότι, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο αναγνώρισε στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 3206/88, της 17ης Οκτωβρίου 1988, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1307/85 που επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν ενίσχυση στην κατανάλωση βουτύρου ( ΕΕ L 286, σ. 1 ), τη διατήρηση πλεονασμάτων βουτύρου στην Κοινότητα και την ανάγκη να αποφευχθεί μια μείωση της καταναλώσεως του βουτύρου μετά από μια απότομη αύξηση της τιμής του. Εξάλλου η ίδια η Επιτροπή, στο σχέδιο της 13ης ανακοινώσεως προς το Συμβούλιο, παραδέχτηκε ότι συνεχίζουν να υφίστανται τα αποθέματα βουτύρου και ότι υπάρχει ανάγκη να εξακολουθήσει η εφαρμογή του κανονισμού 570/88 και, κατά τη διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου του 1988, σημαντικές ποσότητες βουτύρου σε πολύ μειωμένη τιμή πωλήθηκαν στη Σοβιετική Ενωση. Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η διατήρηση σημαντικών αποθεμάτων δεν δικαιολογούσε με κανένα τρόπο μια τόσο απότομη μείωση του ύψους της ενισχύσεως, που προκάλεσε σημαντικές διαταράξεις στην αγορά του βουτύρου και στον εφοδιασμό των παρασκευαστών ζαχαροπλαστικών προϊόντων βουτύρου.

Απαντώντας στο επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή υποχρεούται να διαχειρίζεται κατά τρόπο αποτελεσματικό τα υπάρχοντα αποθέματα, λαμβάνοντας υπόψη τους σκοπούς του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΟΚ, αντί να ενεργεί με γνώμονα τα συμφέροντα συγκεκριμένης ομάδας επιχειρηματιών, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλείται καλή διαχείριση των αποθεμάτων, εφόσον η πολιτική της συνίσταται στο να ευνοεί την εμπορία βουτύρου εκτός της ΕΟΚ εις βάρος του εφοδιασμού στην εσωτερική αγορά, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι από τον Ιανουάριο έως τον Οκτώβριο 1988 οι επιστροφές κατά την εξαγωγή βουτύρου μειώθηκαν σε μικρότερη αναλογία απ' ό,τι οι ενισχύσεις και παραμένουν σημαντικά ανώτερες από τις ενισχύσεις.

Εξάλλου η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί υπέρ της επιτυχίας της πολιτικής της σχετικά με το σύνολο της αγοράς των γαλακτοκομικών προϊόντων την αύξηση πωλήσεων βουτύρου το 1988 παρά την αύξηση της κατωτάτης τιμής πωλήσεως και τη μείωση του ανώτατου ύψους της ενισχύσεως. Πράγματι, αυτή η αύξηση των πωλήσεων παρά την αύξηση της τιμής και τη μείωση της ενισχύσεως, εξηγείται από το γεγονός ότι, έπειτα από την επίδικη απόφαση, οι ενδιαφερόμενοι βιομήχανοι αντιμετώπισαν το ενδεχόμενο της συνεχίσεως της μειώσεως της ενισχύσεως και της αυξήσεως της τιμής πωλήσεως αυξάνοντας τον αριθμό και τον όγκο των προσφορών τους. Όμοια η πρόσφατη μείωση των πωλήσεων, παρά τη σταθεροποίηση της τιμής και της ενισχύσεως, την οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή, οφείλεται στο γεγονός ότι πολλοί βιομήχανοι διέθεταν, στις αρχές του 1989, σημαντικό απόθεμα βουτύρου που έπρεπε να καταλανωθεί σύντομα λόγω της μειώσεως, με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2951/88, της 26ης Σεπτεμβρίου 1988, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 570/88 ( ΕΕ 266, σ. 28 ), της προθεσμίας ενσωματώσεως του βουτύρου που αποκτήθηκε έπειτα από διαγωνισμό από 12 σε 9 μήνες.

Τέλος οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι η δυσαναλογία κατά το διαγωνισμό αριθ. 8, μεταξύ των ποσοτήτων βουτύρου αποθέματος που αναφέρονται στις προσφορές και των ποσοτήτων τις οποίες αφορούν οι αιτήσεις ενισχύσεως, έπρεπε να οδηγήσει την Επιτροπή, λαμβανομένης υπόψη της ανεξαρτησίας μεταξύ της τιμής πωλήσεως και του επιπέδου της ενισχύσεως, να αυξήσει την πρώτη ή να την αφήσει να διακυμαίνεται ελεύθερα, χωρίς να τροποποιήσει το δεύτερο.

2.

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι υποχρεούται να διαχειρίζεται κατά τρόπο αποτελεσματικό τα υπάρχοντα αποθέματα βουτύρου, λαμβάνοντας υπόψη τους σκοπούς του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΟΚ για ολόκληρη την αγορά γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων και αποφεύγοντας να ενεργεί αποκλειστικά με γνώμονα τα συμφέροντα ειδικής ομάδας επιχειρηματιών. Είναι έργο της Επιτροπής να πωλεί τα αποθέματα αυτά στην καλύτερη τιμή και η μείωση του επιπέδου των αποθεμάτων αυτών αποδεικνύει την επιτυχία της πολιτικής της.

Εξάλλου η Επιτροπή αναφέρει τη σημαντική αύξηση των συνολικών ποσοτήτων βουτύρου που κατακυρώθηκαν από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο 1988, παρά την αύξηση της κατώτατης τιμής πωλήσεως και τη μείωση του ανώτατου ύψους της ενισχύσεως κατά τη διάρκεια της ιδίας περιόδου. Εκτός αυτού, παρά τη σταθεροποίηση της τιμής πωλήσεως, που διαπιστώθηκε στο διάστημα αυτό, οι πωλήσεις είχαν την τάση να μειωθούν, πράγμα το οποίο, κατά την άποψη της Επιτροπής, οφειλόταν εν μέρει στη μείωση του επιπέδου των αποθεμάτων.

Εξάλλου το επιχείρημα που αντλούν οι προσφεύγουσες από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 3206/88 δεν ευσταθεί, λόγω της περιορισμένης ισχύος του κανονισμού αυτού, δεδομένου ότι μόνο το Λουξεμβούργο έκανε χρήση της δυνατότητας που προσφέρει το Συμβούλιο στα κράτη μέλη, να συνεχίσουν να χορηγούν ενίσχυση στην κατανάλωση βουτύρου.

Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της η Επιτροπή προσθέτει ότι για να εκτιμηθεί αν η επίδικη απόφαση είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας πρέπει να εξακριβωθεί αν είναι προσαρμοσμένη στους σκοπούς την επίτευξη των οποίων επιδιώκει. Το ειδικό όμως καθεστώς διαθέσεως του βουτύρου δεν καθιερώθηκε για το αποκλειστικό συμφέρον επιχειρήσεων μεταποιήσεως βουτύρου, αλλά καθιερώθηκε με σκοπό την εξυγίανση της αγοράς των γαλακτοκομικών προϊόντων και την εξασφάλιση δίκαιου εισοδήματος στους παραγωγούς αυτούς. Επομένως η διαχείριση της Επιτροπής πρέπει καταρχάς να ανταποκρίνεται στους σκοπούς αυτούς και ο στόχος είναι η σταδιακή μείωση των αποθεμάτων.

Από τις αρχές όμως του έτους 1987, το δημόσιο απόθεμα βουτύρου δεν έπαυσε να μειώνεται, και η τάση αυτή επιταχύνθηκε το 1988 επιφέροντας αύξηση της κατώτατης τιμής πωλήσεως και αντίστοιχη μείωση του ανώτατου ύψους της ενισχύσεως. Το αποτέλεσμα αυτό έγινε ακόμη περισσότερο έντονο με την σημαντική αύξηση των προσφορών μεταξύ Ιουνίου και Σεπτεμβρίου 1988 για να προβλεφθεί η τάση αυξήσεως τιμής πωλήσεως και μειώσεως της ενισχύσεως. Για να αναχαιτίσει αυτή την τάση κερδοσκοπικού χαρακτήρα η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 20951/88, με σκοπό τη μείωση της προθεσμίας ενσωματώσεως του βουτύρου που αποκτήθηκε έπειτα από διαγωνισμό.

Επομένως, αντίθετα απ' ό,τι ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, τα ειδικά μέσα που προβλέπει ο κανονισμός 570/88 είναι αλληλοεξαρτώμενα: στην πραγματικότητα το ανώτατο ύψος της ενισχύσεως και αυτό της κατώτατης τιμής πωλήσεως εξελίσσονται συμμετρικά.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό για την ύπαρξη της αναλογίας, στο διαγωνισμό αριθ. 8, μεταξύ των προσφορών αγοράς βουτύρου αποθέματος και των προσφορών ενισχύσεως για την αγορά βουτύρου αγοράς, αρκεί να παρατηρηθεί ότι η σχέση μεταξύ των δύο τύπων προσφορών καθορίζεται από την πολιτική διαθέσεως των αποθεμάτων που εφαρμόζει η Επιτροπή.

Αναφερόμενες στην εξέλιξη του επιπέδου των επιστροφών κατά την εξαγωγή, οι προσφεύγουσες παρέβλεψαν το σκοπό του ειδικού συστήματος διαθέσεως του βουτύρου που καθιερώθηκε με τον κανονισμό 570/88, με σκοπό την απορρόφηση των αποθεμάτων. Εξάλλου το ποσό και η εξέλιξη των επιστροφών προκύπτουν από αντικειμενικά στοιχεία, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ της τιμής του βουτύρου στην παγκόσμια αγορά και εντός της Κοινότητας.

Τέλος η Επιτροπή παρατηρεί ότι, ακόμη και μετά τη μείωση της κατά τη διάρκεια του έτους 1988 λόγω της μειώσεως των αποθεμάτων, η ενίσχυση για την αγορά βουτύρου αγοράς αντιπροσωπεύει ακόμη το 50 ο/ο της τιμής παρεμβάσεως του βουτύρου, έτσι ώστε οι προσφεύγουσες συνέχισαν να υπάγονται στο πολύ ευνοϊκό σύστημα που καθιέρωσε ο κανονισμός 570/88.

Από το σύνολο των αναπτύξεων αυτών η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ανταποκρίνεται τόσο στο επίπεδο των υποβληθεισών προσφορών όσο και σε αυτό των διαθεσίμων αποθεμάτων, έτσι ώστε η αιτίαση που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να απορριφθεί.

ii) Παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

1.

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο (αποφάσεις της 3ης Μαΐου 1978, Töpfer, 112/77, Rec. 1978, σ. 1019, και της 16ης Μαΐου 1979, Tomadini, 84/78, Rec. 1979, σ. 1801 ) και η οποία επιβάλλει στις κοινοτικές αρχές να αποφεύγουν την απότομη τροποποίηση καθιερωμένης ρυθμίσεως προς την οποία οι επιχειρηματίες έχουν προσαρμόσει την ατομική τους κατάσταση.

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι στήριξαν την ανάπτυξη τους στην παρασκευή προϊόντων βουτύρου χάρις στο σύστημα των πωλήσεων σε μειωμένη τιμή και στις κοινοτικές ενισχύσεις. Πράγματι τόσο οι θέσεις της Επιτροπής, και ιδίως η αιτιολογία του κανονισμού 3206/88 καθώς και το σχέδιο της δεκάτης τετάρτης ανακοινώσεως για τη διάθεση των πόρων του ταμείου συνυπευθυνότητας, όσο και η ίδια η έκδοση του κανονισμού 570/88, που αποσκοπεί στη διεύρυνση της προσβάσεως στο σύστημα που προβλέπει, επιβεβαιώνει τη διατήρηση] του πλαισίου στο οποίο στηρίχτηκε η καθιέρωση της ρυθμίσεως αυτής, έτσι ώστε οι βιομηχανίες μεταποιήσεως βουτύρου συνήγαγαν τη βεβαιότητα της διατηρήσεως της, χωρίς απότομες μεταβολές, όπως η αισθητή και απρόβλεπτη μείωση του ύψους της ενισχύσεως, την οποία προκάλεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η απόφαση αυτή, στο μέτρο που τροποποιεί σημαντικά τη λειτουργία του μηχανισμού των ειδικών μέτρων διαθέσεως του βουτύρου, σε σημείο ώστε να απειλεί την επιβίωση ορισμένων επιχειρήσεων παρασκευής μπισκότων και ζαχαροπλαστικών προϊόντων και να στερεί, στην πραγματικότητα, περιεχομένου τον κανονισμό 570/88, αποτελεί προφανή προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των προσφευγουσών.

Κατά την άποψη των προσφευγουσών η Επιτροπή δεν μπορεί να δικαιολογήσει μία τόσο ριζική μείωση του ύψους της ενισχύσεως ούτε με τη σημαντική μείωση των δημοσίων αποθεμάτων κατά το τέλος του έτους 1988, δεδομένης της διατηρήσεως, κατά την ημερομηνία του διαγωνισμού αριθ. 8, αποθεμάτων στην Κοινότητα και της προοπτικής διατηρήσεως σημαντικών πλεονασμάτων, ούτε με λόγους που αναφέρονται στον προϋπολογισμό, διότι η Επιτροπή πραγματοποίησε το 1988 σημαντικές οικονομίες κατά τη διαχείριση του γενικού προϋπολογισμού των Κοινοτήτων.

Οι προσφεύγουσες απορρίπτουν επίσης το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η κατάσταση την οποία αφορά ο κανονισμός 570/88 πρέπει να θεωρηθεί ως εξαιρετική, ειδική και προσωρινή. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν σχετικά ότι το σύστημα πωλήσεως βουτύρου σε μειωμένη τιμή στις επιχειρήσεις παρασκευής μπισκότων εφαρμόζεται επί περισσότερο από 10 έτη, ότι ο κανονισμός 570/88 έχει ως αντικείμενο τη διεύρυνση της προσβάσεως στις διαδικασίες πωλήσεως βουτύρου σε μειωμένη τιμή και στη χορήγηση ενισχύσεως, ότι η αιτιολογία αυτού του κανονισμού δεν εμφανίζει σε καμιά περίπτωση τη διατήρηση του συστήματος αυτού ως μεταβατική και μέλλουσα να λήξει σύντομα και ότι, αντίθετα, οι θέσεις της Επιτροπής κατά τη διάρκεια του έτους 1988 επιβεβαιώνουν τη διατήρηση της καταστάσεως την οποία αφορά ο κανονισμός αυτός.

2.

Κατά την άποψη της Επιτροπής από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 570/88 προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε σε μια ειδική κατάσταση αγοράς, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη σημαντικών αποθεμάτων και από την αδυναμία διαθέσεως τους υπό κανονικές συνθήκες. Τα μέτρα που ευνοούσαν τις προσφεύγουσες ελήφθησαν για να αντιμετωπιστεί μια εξαιρετική κατάσταση, και επομένως οι εταιρίες αυτές δεν μπορούν να επικαλεστούν την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Από τη στιμή που ομαλοποιείται η κατάσταση της αγοράς, παύει να υφίσταται ο λόγος υπάρξεως των ειδικών μέτρων και η Επιτροπή πρέπει, κατά τη διαχείριση, να λάβει υπόψη τη νέα κατάσταση.

Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της η Επιτροπή επιμένει στο γεγονός ότι από στοιχεία που προσκόμισαν οι ίδιες οι προσφεύγουσες προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες γνώριζαν πλήρως τόσο τη σταδιακή μείωση των αποθεμάτων κατά τη διάρκεια των ετών 1987 και 1988 όσο και τις συνέπειες της, δηλαδή την αύξηση της κατώτατης τιμής πωλήσεως και τη σχετική μείωση του ύψους της ενισχύσεως, έτσι ώστε τα γεγονότα αυτά δεν ήταν απρόβλεπτα για τις προσφεύγουσες. Εξάλλου η εξέλιξη των τιμών που καθόρισε η Επιτροπή κατά τους διαγωνισμούς, δυνάμει του κανονισμού 570/88, δεν ήταν απότομη, αλλά πραγματοποιήθηκε σταδιακά. Εξάλλου οι ίδιες οι προσφεύγουσες παραδέχτηκαν ότι οι επιχειρηματίες θέλησαν πολύ νωρίς να αντιμετωπίσουν την εξέλιξη αυτή, αυξάνοντας σημαντικά τις προσφερόμενες ποσότητες κατά τους διαδοχικούς διαγωνισμούς, έτσι ώστε οι παρασκευαστές μπισκότων βουτύρου μπόρεσαν, παρά την τάση μειώσεως των αποθεμάτων που επιβεβαιώθηκε το 1988, να εξακολουθήσουν να εφοδιάζονται σε μεγάλη έκταση με επιχορηγούμενο βούτυρο και να οφελούνται έτσι από ένα ιδιαιτέρως ευνοϊκό σύστημα. Σε καμία περίπτωση οι βιομηχανίες μεταποιήσεως βουτύρου δεν μπορούν να απαιτήσουν να διατηρηθεί αμετάβλητο το ύψος της ενισχύσεως, η οποία κυμαίνεται αναλόγως της ζητήσεως και της καταστάσεως της αγοράς.

iii) Παραβίαση της αρχής νης απαγορεύσεως των διακρίσεων

1.

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση παραβίασε την αρχή απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά την έννοια των άρθρων 7 και 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ και της νομολογίας του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1978, Milac, 8/78, Rec. 1978, σ. 1721, της 25ης Οκτωβρίου 1978, Scholten Honig, 125/77, Rec. 1978, σ. 1991, και της 23ης Φεβρουαρίου 1983, Wagner, 8/82, Συλλογή 1983, σ. 371 ). Κατά την άποψη των προσφευγουσών, η διάκριση στηρίζεται σε διπλή βάση.

Από τη μια πλευρά μόνο στη Γαλλία η ονομασία « βουτύρου » προϋποθέτει την αποκλειστική χρησιμοποίηση βουτύρου, ενώ, σύμφωνα με τις νομοθεσίες των άλλων κρατών μελών, επιτρέπεται η χρησιμοποίηση άλλων λιπαρών ουσιών, έτσι ώστε επιχειρηματίες που βρίσκονται σε ανάλογες οικονομικά καταστάσεις σε διάφορα κράτη της Κοινότητας θίγονται κατά διαφορετικό και άνισο τρόπο από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία πλήττει πολύ πιο σκληρά τις γαλλικές επιχειρήσεις ζαχαροπλαστικής που παρασκευάζουν προϊόντα βουτύρου.

Στο υπόμνημα απαντήσεώς τους οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1898/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987, σχετικά με την προστασία της ονομασίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων κατά τη διάθεση τους στο εμπόριο ( ΕΕ L 182, σ. 36 ), τον οποίον επικαλέστηκε η Επιτροπή, δεν αντικατέστησε τις διάφορες εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις σχετικά με την ονομασία « αποκλειστικώς βούτυρο » και ότι, ακόμη και αν αυτό συνέβαινε, ο κανονισμός αυτός παραμένει ανεφάρμοστος στα άλλα κράτη μέλη πλην της Γαλλίας, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι υπάρχει διάκριση εις βάρος των προσφευγουσών.

Από την άλλη πλευρά οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι οι γαλλικές επιχειρήσεις που υποβάλλουν προσφορές ενημερώνονται μόνο για την κατάσταση διαθεσίμων αποθεμάτων στη Γαλλία, και όχι για τα αποθέματα που υφίστανται σε άλλα κράτη της Κοινότητας-στερούμενες τις πληροφορίες αυτές οι προσφεύγουσες υπέβαλαν αιτήσεις ενισχύσεως και όχι αγοράς, ενώ οι αντίστοιχες επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών μπόρεσαν να προβούν σε αγορές βουτύρου σε μειωμένη τιμή και να εφοδιαστούν έτσι υπό πολύ ευνοϊκότερες συνθήκες. Επομένως δεν υπάρχει ισορροπία στη διαχείριση των αποθεμάτων μεταξύ των κρατών μελών, και η συμμετοχή των γάλλων βιομηχάνων σε διαγωνισμό σε άλλο κράτος μέλος δημιουργεί πρόσθετα έξοδα. Απ' αυτό προκύπτει ότι, ελλείψει ισόρροπης γεωγραφικής κατανομής των αποθεμάτων, οι προσφεύγουσες, ως προσφέροντες ενός κράτους μέλους με μικρό απόθεμα και που εσφαλμένα πληροφορήθηκαν την εξάντληση των αποθεμάτων στη Γαλλία, υφίστανται διάκριση σε σχέση με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις των κρατών όπου εξακολουθούν να υπάρχουν αποθέματα.

2.

Όσον αφορά τη γαλλική νομοθεσία σχετικά με την ονομασία « αποκλειστικώς βούτυρο », η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι από την έκδοση του κανονισμού 1898/87 οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη μέλη και έχουν παύσει να ισχύουν οι εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις, έτσι ώστε δεν μπορεί να υφίσταται διάκριση στον τομέα αυτό. Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι ο προαναφερθείς κανονισμός δεν ρυθμίζει το ζήτημα των ονομασιών που εφαρμόζονται στις παρασκευές μπισκότων, το οποίο εξακολουθεί να διέπεται από τις εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις- σε κάθε περίπτωση όμως η ιδιαίτερη κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι γάλλοι βιομήχανοι του τομέα αυτού δεν μπορεί να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά στις διαφορές των νομοθεσιών των κρατών μελών. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η διαδικασία διαγωνισμού που προβλέπει ο κανονισμός 570/88 αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως των προσφερόντων, οι προσφορές των οποίων συγκρίνονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.

Όσον αφορά το επιχείρημα που στηρίζεται στην έλλειψη πληροφορήσεως σχετικά με τα αποθέματα που υπάρχουν στα άλλα κράτη μέλη, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτή η προβαλλόμενη διάκριση, αν θεωρηθεί ότι υφίσταται, δεν μπορεί να της καταλογιστεί. Πράγματι όποιος ενδέχεται να υποβάλει προσφορά έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον οργανισμό παρεμβάσεως άλλου κράτους μέλους όλες τις πληροφορίες για τα διαθέσιμα αποθέματα στο κράτος αυτό, και οι επιχειρηματίες που είναι εγκατεστημένοι σε ένα κράτος μέλος έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν προσφορά σε άλλο κράτος μέλος. Εξάλλου τα άρθρα 13, παράγραφος 2, και 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 570/88 υποχρεώνουν όλους τους οργανισμούς παρεμβάσεως να αναφέρουν στην προκήρυξη του διαγωνισμού τις ποσότητες βουτύρου που τίθενται προς πώληση σε κάθε εγκατάσταση και να θέτουν στη διάθεση των ενδιαφερομένων, τακτικά ενημερωνόμενο και δημοσιευόμενο τον κατάλογο των εγκαταστάσεων αυτών. Επομένως εναπόκειται στους γάλλους επιχειρηματίες να ενημερώνονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως των άλλων κρατών, διά των αντιπροσώπων τους που είναι εγκατεστημένοι στις χώρες αυτές, ώστε να εφοδιαστούν ενδεχομένως από το δημόσιο απόθεμα βουτύρου των χωρών αυτών. Όσον αφορά τα προκύπτοντα συμπληρωματικά έξοδα, ισχύουν για κάθε επιχειρηματία της Κοινότητας που υποβάλλει προσφορές σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο είναι εγκατεστημένος. Εν πάση περιπτώσει, λόγω της γενικής μειώσεως των αποθεμάτων βουτύρου στην Κοινότητα κατά το 1988, οι προσφεύγουσες έπρεπε να υποβάλουν προσφορές σε καλύτερη τιμή για τις ενισχύσεις στην αγορά βουτύρου αγοράς.

F. A. Schockweiler

εισηγητής δικαστής


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 14ης Φεβρουαρίου 1990 ( *1 )

Στην υπόθεση C-350/88,

1)Société française des Biscuits Delacre, ανώνυμη εταιρία με έδρα τη Nieppe RC Hazebrouck ( Γαλλία ),

2) Établissements J. Le Scao, ανώνυμη εταιρία, με έδρα το Briec-de-ľ Odet ( Γαλλία ),

3) Biscuiterie de l'Abbaye, εταιρία περιορισμένης ευθύνης, με έδρα το Lonlay-L'Abbaye ( Γαλλία ),

εκπροσωπούμενες από τον Patrick Dibout, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Tom Loesch, 8, rue Zithe,

προσφεύγουσες,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμενης από τους D. G. Lawrence και Patrick Hetsch, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή στις 30 Σεπτεμβρίου 1988 σχετικά με το διαγωνισμό αριθμός 8 ( ΕΕ C 259, σ. 9 ), στο πλαίσιο της διαδικασίας μονίμου διαγωνισμού βάσει του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 570/88 της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1988, για την πώληση σε μειωμένη τιμή βουτύρου και τη χορήγηση ενισχύσεως στο βούτυρο και το συμπυκνωμένο βούτυρο που προορίζονται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων προϊόντων διατροφής ( ΕΕ L 55, σ. 31 ),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)

συγκείμενο από τους F. Α. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και Τ. F. Ο Higgins, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: C Ο. Lenz

γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως

λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 9ης Νοεμβρίου 1989,

αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιανουαρίου 1990,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με προσφυγή που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Δεκεμβρίου 1988, η Société française des Biscuits Delacre, τα Etablissements J. Le Scao και η Biscuiterie de l' Abbaye ( στο εξής: προσφεύγουσες εταιρίες ) ζήτησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή στις 30 Σεπτεμβρίου 1988 σχετικά με τον διαγωνισμό αριθ. 8, στο πλαίσιο της διαδικασίας μονίμου διαγωνισμού δυνάμει του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 570/88 της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1988, για την πώληση σε μειωμένη τιμή βουτύρου και τη χορήγηση ενισχύσεως στο βούτυρο και το συμπυκνωμένο βούτυρο που προορίζονται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων προϊόντων διατροφής ( ΕΕ L 55, σ. 31 ).

2

Οι προσφεύγουσες εταιρίες, οι οποίες παρασκευάζουν προϊόντα ζαχαροπλαστικής, συμμετέσχαν σε μόνιμο διαγωνισμό με σκοπό τη χορήγηση ενισχύσεως στο βούτυρο δυνάμει του κανονισμού 570/88. Στο πλαίσιο του ειδικού διαγωνισμού αριθ. 8 για το 1988 υπέβαλαν στις 23 Σεπτεμβρίου 1988 στο γαλλικό οργανισμό παρεμβάσεως, αντιστοίχως, προσφορές για σύνολο 110, 80 και 10 τόνων βουτύρου (82 %) χωρίς ιχνοθέτες, με ενίσχυση 1334,44 γαλλικών φράγκων ( FF), εκτός των δασμών, για 100 χλγ.

3

Η Επιτροπή, με απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1988, την οποία απηύθυνε στα κράτη μέλη και της οποίας απόσπασμα, υπό μορφή πίνακα, που αναφέρει μόνον το ύψος της τιμής και της ενισχύσεως που δέχθηκε η Επιτροπή, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σειρά C ( EE C 259, σ. 9 ), καθόρισε το ανώτατο ύψος της ενισχύσεως για τον διαγωνισμό αριθ. 8 σε 154 Ecu/100 χλγ., δηλαδή σε 1151,28 FF/100 χλγ.

4

Με επιστολές της 3ης Οκτωβρίου 1988 ο γαλλικός οργανισμός παρεμβάσεως ενημέρωσε τις προσφεύγουσες εταιρίες για την απόρριψη των προσφορών τους, λόγω του ότι οι αιτήσεις ενισχύσεως που υπέβαλαν υπερέβαιναν το ανώτατο ύψος που δέχθηκε η Επιτροπή στις 30 Σεπτεμβρίου 1988.

5

Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το ανώτατο ύψος της ενισχύσεως για το βούτυρο σημείωσε, μετά το διαγωνισμό αριθ. 4 για το 1988, κατά τον οποίο έφθασε τα 167 Ecu/100 χλγ. βουτύρου (ΕΕ 1988, C 204, σ. 12), συνεχή πτώση, οφειλόμενη σε αισθητή μείωση των αποθεμάτων βουτύρου η οποία προκάλεσε σημαντική αύξηση της τιμής βουτύρου στην αγορά. Πράγματι, αφού μειώθηκε σε 166 Ecu κατά τον διαγωνισμό αριθ. 5 ( ΕΕ 1988, C 217, σ. 20 ), η ενίσχυση καθορίστηκε σε 163 Ecu ( διαγωνισμός αριθ. 106: ΕΕ 1988, C 226, σ. 4), έπειτα σε 159 Ecu (διαγωνισμός αριθ. 7: ΕΕ 1988, C 249, σ. 4). Αφού έφθασε τα 154 Ecu κατά τον διαγωνισμό αριθ. 8, η ενίσχυση μειώθηκε ακόμη στα 150 Ecu κατά το διαγωνισμό αριθ. 9 ( ΕΕ 1988, C 273, σ. 2 ).

6

Για να στηρίξουν την προσφυγή τους οι προσφεύγουσες εταιρίες επικαλούνται αφενός την παράβαση ουσιώδους τύπου που συνίσταται στην έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και αφετέρου τη μη τήρηση των αρχών της αναλογικότητας, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

7

Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

Επί της αιτιολογίας

8

Οι προσφεύγουσες εταιρίες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πληροί τις επιταγές της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι αφενός δεν αναφέρει ότι εκδόθηκε έπειτα από γνωμοδότηση της επιτροπής διαχειρήσεως και αφετέρου δεν εκθέτει τους λόγους της μειώσεως του ανωτάτου ύψους της ενισχύσεως σε σχέση με τους προηγούμενους διαγωνισμούς.

9

Για να κριθεί αν είναι βάσιμη η πρώτη αιτίαση που προβάλλεται στο πλαίσιο αυτού του λόγου ακυρώσεως, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 570/88η κατώτατη τιμή πωλήσεως του βουτύρου καθώς και το ανώτατο ύψος της ενισχύσεως για το βούτυρο και το συμπνυκνωμένο βούτυρο καθορίζονται κατά την καλουμένη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 30 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ).

10

Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι η αιτίαση των προσφευγουσών εταιριών αφορά το γεγονός ότι στη δημοσίευση της αποφάσεως της Επιτροπής στην Επίσημη Εφημερίδα σειρά C δεν αναφέρεται ότι ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως.

11

Σύμφωνα με ανακοίνωση της Επιτροπής (ΕΕ 1982, L 360, σ. 43) δεν δημοσιεύεται ολόκληρη η απόφαση της Επιτροπής αλλά μόνο οι αναγκαίες πληροφορίες για την ενημέρωση των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών σχετικά με τα αποτελέσματα του εν λόγω διαγωνισμού, ενώ η πλήρης απόφαση της Επιτροπής κοινοποιείται στα κράτη μέλη και αρχίζει να ισχύει από της κοινοποιήσεως αυτής.

12

Από τη δικογραφία όμως προκύπτει ότι η απόφαση αυτή, όπως κοινοποιήθηκε στη μόνιμη αντιπροσωπεία της Γαλλίας, αναφέρει ρητά ότι ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως, εκθέτοντας στη δεύτερη αιτιολογική της σκέψη ότι« η επιτροπή διαχειρίσεως του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων δεν διατύπωσε γνώμη εντός της προθεσμίας που καθόρισε ο πρόεδρός της ».

13

Από τα.προηγούμενα προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση που στηρίζεται στην έλλειψη αναφοράς στη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως.

14

Όσον αφορά, κατά δεύτερο λόγο, την αιτίαση που στηρίζεται στην έλλειψη αναφοράς των λόγων της μειώσεως του ανωτάτου ύψους της ενισχύσεως σε σχέση με το ποσό που έγινε δεκτό κατά τους προηγούμενους ειδικούς διαγωνισμούς, οι προσφεύγουσες εταιρίες βάλλουν κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως διότι αναφέρθηκε μόνο στην εφαρμοζόμενη διάταξη του κανονισμού και υποστηρίζουν, ιδίως, ότι η Επιτροπή πρέπει να εκθέτει τη συλλογιστική της ρητά όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, παρεκκλίνει από πάγια προηγούμενη πρακτική.

15

Πρέπει σχετικά να υπογραμμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από την αιτιολογία που επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εκδίδει την προσβαλλόμενη πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου για να υπερασπίσουν τα δικαιώματα τους και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του (βλέπε απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, 108/81, Amylum, Συλλογή 1982, σ. 3107, σκέψη 19· απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1983, 96/82 έως 102/82, 104/82, 105/82, 108/82 και 110/82, IAZ και λοιποί, Συλλογή 1983, σ. 3369, σκέψη 37· απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1984, 185/83, Rijksuniversiteit te Groningen, Συλλογή 1984, σ. 3623, σκέψη 38 ). Γίνεται επίσης δεκτό ότι μολονότι η απόφαση μπορεί, εφόσον συμφωνεί με πάγια πρακτική λήψεως αποφάσεων, να αιτιολογείται κατά τρόπο συνοπτικό,παραπέμποντα μάλιστα στην εν λόγω πρακτική, ωστόσο, όταν βαίνει αισθητώς πέραν των προηγουμένων αποφάσεων, στην κοινοτική αρχή εναπόκειται να αναπτύξει την αιτιολογία της κατά τρόπο σαφή ( βλέπε απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1975, 73/74, Groupement des fabricants de papiers peints de Belgique και λοιποί, Rec. 1975, σ. 1491, σκέψη 31 ).

16

Ωστόσο η αιτιολογία δεν απαιτείται να διυλίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα κατά πόσον η αιτιολογία μιας αποφάσεως είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να κρίνεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και των συμφραζομένων, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα ( βλέπε προαναφερθείσα απόφαση Rijksunversiteit te Groningen, σκέψη 38 απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1978, 92/77, An Bord Bainne, Rec. 1978, σ. 497, σκέψεις 36 και 37 απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978, 125/77, Scholten-Honig, Rec. 1978, σ. 1991, σκέψεις 18 έως 22). Επιπλέον ο βαθμός ακρίβειας της αιτιολογίας της αποφάσεως πρέπει να είναι ανάλογος την υλικών δυνατοτήτων και των τεχνικών συνθηκών ή της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να εκδοθεί ( βλέπε απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965, 16/65, Schwarze, Rec. 1965, σ. 1081 ).

17

Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να παρατηρηθεί ότι η επίδικη απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο των διατάξεων που αποβλέπουν στη μείωση των αποθεμάτων βουτύρου. Ειδικότερα, ο καθορισμός κατωτάτων τιμών πωλήσεως του βουτύρου και ανωτάτων ποσών ενισχύσεως στο βούτυρο και στο συμπυκνωμένο βούτυρο δυνάμει του κανονισμού 570/78 συνιστά ομοιόμορφη διαδικασία επαναλαμβανόμενη ανά δεκαπενθήμερο περίπου, στο πλαίσιο της οποίας οι αποφάσεις λαμβάνονται βάσει σαφών κριτηρίων, τα οποία θεσπίζονται από μια κανονιστική ρύθμιση απολύτως γνωστή στους κύκλους των ενδιαφερομένων και δεν διαφέρουν αισθητά μεταξύ τους ούτε ως προς τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται ούτε ως προς το περιεχόμενό τους.

18

Επιπλέον υπογραμμίζεται ότι η τροποποίηση της κατωτάτης τιμής πωλήσεως και του ανωτάτου ύψους της ενισχύσεως αποτελεί εγγενές φαινόμενο του στυστήματος του κανονισμού 570/88. Πράγματι, οι αποφάσεις που λαμβάνονται διαδοχικώς στο πλαίσιο των ειδικών διαγωνισμών αποσκοπούν στο να καταστήσουν δυνατή τη με ήπια μέσα αντιμετώπιση πραγματικών καταστάσεων τις οποίες η κοινοτική αρχή δεν μπορεί να επηρεάσει, δεδομένου ότι η Επιτροπή αποφασίζει αφού συγκεντρώσει^ όλες τις σχετικές με έναν ειδικό διαγωνισμό προσφορές και λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο των διαθεσίμων αποθεμάτων και της τιμής του βουτύρου στην αγορά. Στην υπό κρίση, εξάλλου, περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι τα αποθέματα βουτύρου μειώθηκαν σημαντικά από τα τέλη του 1986 και μετά.

19

Υπό τις συνθήκες αυτές, με την αναφορά, που περιέχεται στην επίδικη απόφαση, στα νομικά ερείσματα που ισχύουν για τον καθορισμό του ανωτάτου ύψους της ενισχύσεως για το βούτυρο τηρείται η υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, και για την τροποποίηση του ύψους της ενισχύσεως σε σχέση προς τους προηγουμένους ειδικούς διαγωνισμούς δεν απαιτείτο ειδική αιτιολόγηση.

20

Επομένως η δεύτερη αιτίαση των προσφευγουσών εταιριών πρέπει επίσης να απορριφθεί.

21

Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ο πρώτος λόγος ακυρώσεως.

Ως προς την αρχή της αναλογικότητας

22

Υποστηρίζοντας αυτό τον λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες εταιρίες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας διότι, αντίθετα προς τους σκοπούς του άρθρου 39, παράγραφος 1, στοιχεία γ), δ) και ε), της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού 570/88, που συνίστανται στη σταθεροποίηση των αγορών, στην εξασφάλιση του εφοδιασμού και στη διασφάλιση λογικών τιμών κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές, η απόφαση, καθορίζοντας σε 154 Ecu/100 χλγ. to ανώτατο ύψος της ενισχύσεως στο βούτυρο που χρησιμοποιείται από τις επιχειρήσεις παρασκευής μπισκότων, καθιέρωσε, κατά τρόπο αιφνίδιο και απροσδόκητο, αύξηση του κόστους του βουτύρου της τάξεως του 55 ο/ο από τις αρχές του έτους 1988.

23

Από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 570/88 προκύπτει ότι στόχος της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως ήταν η προώθηση της διαθέσεως και της χρησιμοποιήσεως του βουτύρου, προκειμένου να διορθωθεί η κατάσταση που επικρατούσε στην αγορά του βουτύρου εντός της Κοινότητας και η οποία χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη σημαντικών αποθεμάτων τα οποία ήταν αδύνατο να διατεθούν υπό κανονικές συνθήκες.

24

Ωστόσο, από τα στατιστικά στοιχεία, που προσκόμισε η Επιτροπή και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τις προσφεύγουσες εταιρίες, προκύπτει ότι τα αποθέματα βουτύρου στην Κοινότητα μειώθηκαν, αισθητά κατά το 1988, ενώ εξάλλου η εξέλιξη αυτή είχε αρχίσει κατά το τέλος του 1986.'Ετσι, τον Σεπτέμβριο του 1988 το επίπεδο των αποθεμάτων στην Κοινότητα είχε μειωθεί σχεδόν κάτω του ενός τρίτου σε σχέση με τις ποσότητες που υπήρχαν τον Σεπτέμβριο του 1986 ( 1473000 τόνοι αντί 439000 τόνων, πηγή: Eurostat ).

25

Όσον αφορά τα δημόσια αποθέματα βουτύρου, η εξέλιξη ήταν ακόμη περισσότερο σημαντική. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία της γενικής διευθύνσεως γεωργίας της Επιτροπής, τα αποθέματα αυτά μειώθηκαν από 1323000 τόνους τον Σεπτέμβριο του 1986 σε 206000 τόνους τον Σεπτέμβριο του 1988, δηλαδή κάτω του ενός έκτου. Η συνεχής μείωση των αποθεμάτων βουτύρου συνεχίστηκε εξάλλου μετά τον Σεπτέμβριο του 1988. Σε συνάρτηση με αυτή τη μείωση των αποθεμάτων οι τιμές του βουτύρου και του συμπυκνωμένου βουτύρου σημείωσαν συνεχή άνοδο από τις αρχές του 1988.

26

Λαμβανομένων υπόψη αυτών των πραγματικών περιστάσεων, η Επιτροπή, που ήταν υποχρεωμένη να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τα υφιστάμενα αποθέματα βουτύρου που έπρεπε να διαθέτει υπό τους καλύτερους δυνατούς όρους, έπρεπε να προσαρμόσει την πολιτική της σχετικά με τις ενισχύσεις στην κατανάλωση βουτύρου από τις επιχειρήσεις παρασκευής μπισκότων στην εξέλιξη της καταστάσεως της αγοράς.

27

Δεδομένου ότι η Επιτροπή δικαίως έκρινε, ως εκ τούτου, ότι η μείωση των αποθεμάτων βουτύρου καθιστούσε λιγότερο αναγκαίο να ενθαρρύνει τις αγορές βουτύρου της αγοράς με επιδοτήσεις, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν φαίνεται να αποκλίνει του σκοπού της κανονιστικής ρυθμίσεως την οποία όφειλε να εφαρμόσει η Επιτροπή.

28

Επιπλέον οι προσφεύγουσες εταιρίες ουδαμώς μπορούν να χαρακτηρίσουν τη μείωση του ανωτάτου ύψους της ενισχύσεως, που καθιέρωσε η επίδικη απόφαση, αιφνίδια και μη δυνάμενη να προβλεφθεί. Πράγματι, αφενός το ύψος των ενισχύσεων σημείωσε συνεχή μείωση από τον ειδικό διαγωνισμό αριθ. 5 (απόφαση της Επιτροπής της 12ης Αυγούστου 1988 ) και μετά, μάλιστα δε η τάση αυτή συνεχίστηκε κατά τον διαγωνισμό αριθ. 9 (απόφαση της Επιτροπής της 17ης Οκτωβρίου 1988). Αφετέρου η μείωση κυμάνθηκε κάθε φορά από 1 έως 5 Ecu/100 χλγ. βουτύρου.

29

Εξάλλου, ακόμα και μετά τη μείωση που επήλθε κατά τη διάρκεια του 1988, λόγω της μειώσεως των αποθεμάτων βουτύρου, η ενίσχυση για τις αγορές βουτύρου της αγοράς αντιπροσώπευε ακόμη το 50 ο/ο της τιμής παρεμβάσεως έτσι ώστε οι προσφεύγουσες εταιρίες δεν αντιμετώπισαν μια δυσμενή κατάσταση, αλλ' απλώς λιγότερο ευνοϊκή στο πλαίσιο του εξαιρετικά ευνοϊκού καθεστώτος που καθιερώνει ο κανονισμός 570/88.

30

Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητος.

Επί της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

31

Κατά την άποψη των προσφευγουσών εταιριών η προσβαλλόμενη^ απόφαση παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, διότι μετέβαλε κατά τρόπο αιφνίδιο και απροσδόκητο μια πάγια προηγούμενη πρακτική, βάσει της οποίας οι εν λόγω εταιρίες είχαν οργανώσει την παραγωγή τους. Οι προσφεύγουσες εταιρίες υποστηρίζουν σχετικά ότι στήριξαν την πολιτική αναπτύξεως τους στην παρασκευή προϊόντων με βάση το βούτυρο χάρη στο σύστημα πωλήσεως σε μειωμένη τιμή και στις κοινοτικές ενισχύσεις, αντλώντας από τη συμπεριφορά της Επιτροπής τη βεβαιότητα διατηρήσεως της κοινοτικής ρυθμίσεως περί χορηγήσεως ενισχύσεως στο βούτυρο που προορίζεται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, χωρίς αιφνίδιες μεταβολές.

32

Για να κριθεί το βάσιμο αυτού του λόγου ακυρώσεως πρέπει καταρχάς να υπενθυμιστεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε θέματα κοινής γεωργικής πολιτικής, λαμβανομένων υπόψη των ευθυνών που τους αναθέτει η Συνθήκη (απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, 279/84, 280/84, 285/84 και 286/84, Rau και λοιποί, Συλλογή 1987, σ. 1069, σκέψη 34). Τέτοιο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των αναγκαίων μέσων για την πραγματοποίηση της πολιτικής της πρέπει ιδίως να αναγνωριστεί στην Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως υπευθύνου για τη διαχείριση των αποθεμάτων βουτύρου, που την υποχρεώνει να προσαρμόζει την πολιτική της σχετικά με τις ενισχύσεις στην κατανάλωση του προϊόντος αυτού στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς.

33

Κατά πάγια όμως νομολογία, μολονότι η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, οι επιχειρηματίες δεν δικαιολογούνται να τρέφουν προσδοκίες στη διατήρηση υφισταμένης καταστάσεως, όταν η κατάσταση αυτή μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα (βλέπε απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982, 245/81, Edeka, Συλλογή 1982, σ. 2745, σκέψη 27· απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982, 52/81, Faust, Συλλογή 1982, σ. 3745, σκέψη 27· απόφαση της 17ης Ιουνίου 1987, 424/85 και 425/85, Frico, Συλλογή 1987, σ. 2755 σκέψη 33 ). Αυτό συμβαίνει ιδίως σε τομείς όπως οι κοινές οργανώσεις των αγορών, ο σκοπός των οποίων απαιτεί συνεχή προσαρμογή ανάλογα με τις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως ( βλέπε απόφαση της 16ης Μαΐου 1979, 84/78, Tomadini, Rec. 1979, σ. 1801, σκέψη 22· απόφαση της 5ης Μαΐου 1981, 112/80, Dürbeck, Συλλογή 1981, σ. 1095, σκέψη 48· προαναφερθείσα απόφαση Frico, σκέψη 33 ).

34

Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να επικαλεστούν την ύπαρξη κεκτημένου δικαιώματος προς διατήρηση ενός πλεονεκτήματος, που απορρέει γι' αυτούς από τη θέσπιση της κοινής οργανώσεως των αγορών και του οποίου επωφελήθηκαν σε δεδομένη στιγμή (βλέπε απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, 230/78, Eridania, Rec. 1979, σ. 2749, σκέψη 22· απόφαση της 21ης Μαΐου 1987, 133/85 έως 136/85, Rau και λοιποί, Συλλογή 1987, σ. 2289, σκέψη 18 ).

35

Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση.

36

Πρώτον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 570/88 αποτελεί ειδικό μέτρο προοριζόμενο να επιτύχει τη διάθεση του βουτύρου υπό ιδιαίτερα ευνοϊκές προϋποθέσεις για να αντιμετωπιστεί μια εξαιρετική κατάσταση της αγοράς, χαρακτηριζόμενη από την ύπαρξη σημαντικών αποθεμάτων και την αδυναμία διαθέσεως τους υπό κανονικές συνθήκες. Όμως αφ' ής στιγμής ομαλοποιείται η κατάσταση της αγοράς, η Επιτροπή υποχρεούται να λάβει υπόψη, κατά τη διαχείριση της, τη νέα κατάσταση και να προσαρμόσει το εξαιρετικό αυτό σύστημα που αποτελεί απόκλιση από τους συνήθεις κανόνες της αγοράς. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσαρμογή του ύψους της ενισχύσεως στην κατάσταση της αγοράς αποτελεί εγγενές στοιχείο του συστήματος του κανονισμού 579/88, οι δε προσφεύγουσες εταιρίες δεν μπορούν να απαιτούν, επικαλούμενες κεκτημένα δικαιώματα, τη διατήρηση πλεονεκτημάτων τα οποία συνεπαγόταν γι' αυτές, σε ορισμένη χρονική περίοδο, η εφαρμογή του συστήματος που απέβλεπε στην προώθηση της διαθέσεως των πλεονασμάτων βουτύρου. Αυτό συμβαίνει ακόμη περισσότερο όταν, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, το σύστημα των ενισχύσεων διατηρείται, και μόνο ως προς το ύψος της ενισχύσεως έχει υπάρξει μεταβολή.

37

Δεύτερον πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της τάσεως μειώσεως των αποθεμάτων που σημειώθηκε ήδη από τα τέλη του 1986 και έγινε σημαντικά εντονότερη κατά τη διάρκεια του 1988, οι προσφεύγουσες εταιρίες, ως συνετοί και ενημερωμένοι επιχειρηματίες, έπρεπε να προβλέψουν την προοδευτική αύξηση της τιμής πωλήσεως του βουτύρου και τη συνακόλουθη μείωση του ύψους της ενισχύσεως, οι οποίες αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια της μειώσεως των αποθεμάτων. Επομένως οι εν λόγω εταιρίες δεν μπορούν βασίμως να επικαλεστούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά τη διατήρηση του ύψους της ενισχύσεως (βλέπε απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1978, 78/77, Lührs, Rec. 1978, σ. 169, σκέψη 6· προαναφερθείσα απόφαση Amylum, σκέψη 13 ).

38

Από την προηγούμενη ανάπτυξη προκύπτει ότι ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πρέπει επίσης να απορριφθεί.

Ως προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων

39

Οι προσφεύγουσες εταιρίες υποστηρίζουν ακόμη ότι η επίδικη απόφαση συνιστά διπλή παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Αφενός η γαλλική νομοθεσία επιβάλλει την αποκλειστική χρησιμοποίηση του βουτύρου για την παρασκευή προϊόντων τα οποία διατίθενται με την ονομασία « βουτύρου », ενώ οι διατάξεις άλλων κρατών μελών επιτρέπουν να χρησιμοποιούνται και άλλες λιπαρές ουσίες. Αφετέρου οι προσφεύγουσες εταιρίες θεωρούν άνιση μεταχείριση το γεγονός ότι, υπό την ιδιότητα τους ως επιχειρήσεων εγκατεστημένων στην Γαλλία, δεν ενημερώθηκαν όσον αφορά την κατάσταση των αποθεμάτων στη Γαλλία. Ισχυρίζονται ότι, ελλείψει επαρκών πληροφοριών, δεν μπόρεσαν, όπως οι επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών, να προμηθευθούν εγκαίρως βούτυρο σε μειωμένη τιμή από άλλα κράτη μέλη.

40

Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, αρκεί η παρατήρηση ότι η ιδιάζουσα κατάσταση των γάλλων παρασκευαστών μπισκότων βουτύρου δεν μπορεί να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά οφείλεται στις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών από πλευράς κανόνων όσον αφορά την ονομασία των προϊόντων διατροφής. Όμως, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει το κράτος μέλος να επιβάλει σχετικά στους επιχειρηματίες του διατάξεις αυστηρότερες από αυτές που ισχύουν σε άλλα κράτη μέλη.

41

Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι τα άρθρα 13, παράγραφος 2, και 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 570/88 επιβάλλουν σε όλους τους οργανισμούς παρεμβάσεως την υποχρέωση να αναφέρουν, στην προκήρυξη του διαγωνισμού, τις ποσότητες βουτύρου που τίθενται προς πώληση σε κάθε αποθηκευτικό χώρο και να θέτουν στη διάθεση των ενδιαφερομένων, τακτικά ενημερωνόμενο και δημοσιευόμενο, τον κατάλογο των εν λόγω αποθηκευτικών χώρων.

42

Υπό τις συνθήκες αυτές, οι προσφεύγουσες εταιρίες είχαν τη δυνατότητα να ενημερώνονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως άλλων κρατών μελών για το επίπεδο των διαθεσίμων αποθεμάτων βουτύρου, ούτως ώστε, ενδεχομένως, να προμηθευθούν από τις χώρες αυτές βούτυρο αποθέματος.

43

Όσον αφορά τα πρόσθετα έξοδα που μπορούν να προκύψουν, αυτά ισχύουν ωσαύτως για κάθε επιχειρηματία της Κοινότητας που υποβάλλει προσφορές σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο είναι εγκατεστημένος, οπότε δεν παραβιάζεται η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

44

Επομένως δεν είναι βάσιμος ούτε ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλουν οι προσφεύγουσες εταιρίες.

45

Δεδομένου ότι δεν έγινε δεκτός κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλαν οι προσφεύγουσες εταιρίες, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επί των δικαστικών εξόδων

46

Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες εταιρίες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)

αποφαίνεται:

 

1)

Απορρίπτει την προσφυγή.

 

2)

Καταδικάζει τις προσφεύγουσες εταιρίες στα δικαστικά έξοδα εις ολόκληρον.

 

Schockweiler

Mancini

O'Higgins

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 14 Φεβρουαρίου 1990.

Ο γραμματέας

J.-G. Giraud

Ο πρόεδρος του δευτέρου τμήματος

F.Α. Schockweiler


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.