61987J0003

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 14ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1989. - THE QUEEN ΚΑΤΑ MINISTRY OF AGRICULTURE, FISHERIES AND FOOD, EX PARTE AGEGATE LTD. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: HIGH COURT OF JUSTICE, QUEEN'S BENCH DIVISION - ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ. - ΑΛΙΕΙΑ - ΑΔΕΙΕΣ - ΟΡΟΙ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 3/87.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 04459


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Αλιεία - Κοινή διαρθρωτική πολιτική - Διατήρηση των θαλασσίων πόρων - Σύστημα ποσοστώσεων αλιείας - Ρύθμιση της χρησιμοποιήσεως των ποσοστώσεων αυτών από τα κράτη μέλη - Χορήγηση αδειών - Σύνθεση των πληρωμάτων των σκαφών που είναι νηολογημένα στο κράτος αυτό - Ελάχιστο ποσοστό υπηκόων της Κοινότητας - Προϋπόθεση καταβολής εισφορών στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως - Δεκτή - Προϋπόθεση κατοικίας στην ξηρά στο οικείο κράτος μέλος - Απαράδεκτη - Δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου

((Κανονισμοί του Συμβουλίου 1408/71, άρθρα 13, παράγραφος 2, στοιχείο γ), και 14β, 101/76, άρθρο 2, παράγραφος 1, 170/83, άρθρο 4, και 172/83))

2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενος - 'Εννοια - 'Υπαρξη σχέσεως εργασίας - Κριτήρια εκτιμήσεως - 'Ατομα αμειβόμενα με ποσοστά - Περιλαμβάνονται

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 48 πράξη προσχωρήσεως του 1985, άρθρο 55)

3. Προσχώρηση νέων κρατών μελών στις Κοινότητες - Ισπανία - Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Παρεκκλίσεις - Συσταλτική ερμηνεία - Απαγόρευση θεσπίσεως νέων περιορισμών σε ζητήματα προσβάσεως στην εργασία - Περιορισμοί αφορώντες την εργασία σε αλιευτικά σκάφη - Δεκτοί - Προϋποθέσεις

(Πράξη προσχωρήσεως του 1985, άρθρα 55 και 56, παράγραφος 1 κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρα 1 έως 6)

Περίληψη


1. Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να ορίζουν, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας στα σκάφη τους να αλιεύουν στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, ότι το 75 % του πληρώματος του συγκεκριμένου σκάφους πρέπει να αποτελείται από υπηκόους των κρατών μελών της Κοινότητας και ότι ο πλοίαρχος και ολόκληρο το πλήρωμα του σκάφους πρέπει να καταβάλλουν εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους αυτού, εφόσον η υποχρέωση καταβολής εισφορών είναι σύμφωνη προς τους θεσπιζόμενους από τον κανονισμό 1408/71 κανόνες άρσεως συγκρούσεων όσον αφορά την εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών. Αντίθετα, το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται στην προκειμένη περίπτωση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να ορίζουν, για τον σκοπό αυτό, ότι το 75% του πληρώματος πρέπει να κατοικεί στην ξηρά στο έδαφός τους.

2. Η έννοια του εργαζομένου, τόσο κατά το άρθρο 48 της Συνθήκης, όσο και κατά το άρθρο 55 της πράξεως προσχωρήσεως του 1985, πρέπει να καθορίζεται με αντικειμενικά κριτήρια που χαρακτηρίζουν την εργασιακή σχέση, σε συνάρτηση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ενδιαφερομένων ατόμων. Το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς ένα άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνσή του, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή. Για να εξακριβωθεί η ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσεως, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία και οι περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις μεταξύ των μερών, όπως, για παράδειγμα, η συμμετοχή στους εμπορικούς κινδύνους της επιχειρήσεως, η ελευθερία επιλογής του ωραρίου ή προσλήψεως των συνεργατών. Μόνο το γεγονός ότι ένα άτομο αμείβεται με ποσοστά και ότι η αμοιβή του υπολογίζεται, ενδεχομένως, βάσει των αποτελεσμάτων μιας συλλογικής εργασίας δεν αποτελεί στοιχείο ικανό να αποκλείσει τη δυνατότητα χαρακτηρισμού του ατόμου αυτού ως εργαζομένου υπό την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων.

3. Τα άρθρα 55 και 56, παράγραφος 1, της πράξεως προσχωρήσεως της Ισπανίας, δεδομένου ότι συνιστούν παρέκκλιση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που θέτει το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς. Κατά συνέπεια, μολονότι επιτρέπεται στα παλαιά κράτη μέλη να διατηρούν τους προϋφιστάμενους περιορισμούς έναντι των ισπανών υπηκόων, ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δεν τους επιτρέπεται, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, να καθιστούν δυσμενέστερες τις προϋποθέσεις προσβάσεως σε απασχόληση των ατόμων αυτών. Επομένως, τα άρθρα αυτά, τα οποία οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση ή πρακτική κατά την οποία οι ισπανοί εργαζόμενοι αποκλείονται, μέχρι 1ης Ιανουαρίου 1993, από το 75 % του πληρώματος των σκαφών ενός άλλου κράτους μέλους, υπό την επιφύλαξη ότι ο περιορισμός αυτός, εισαχθείς μετά την πράξη προσχωρήσεως του 1985, δεν επιδεινώνει σε καμία περίπτωση την κατάσταση των ισπανών εργαζομένων και δεν αφορά τους ισπανούς υπηκόους που απασχολούνται ήδη ως εργαζόμενοι, κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως, στο έδαφος ή σε σκάφος αυτού του κράτους μέλους, εφόσον η σχέση εργασίας έχει αρκούντως στενό σύνδεσμο με το έδαφος αυτό.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-3/87,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice της Αγγλίας και της Ουαλίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ

The Queen

και

Ministry of Agriculture, Fisheries and Food (Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων), ex parte Agegate Ltd,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ιδίως στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και της αλιείας, καθώς και των άρθρων 55 και 56 της πράξεως προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες του 1985 (ΕΕ L 302, σ. 23), προκειμένου να εκτιμηθεί το σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο των προϋποθέσεων τις οποίες πρέπει να πληροί, κατά την εθνική κανονιστική ρύθμιση, το πλήρωμα των υπό βρετανική σημαία αλιευτικών σκαφών,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, Κ. Ν. Κακούρη και F. A. Schockweiler, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, G. F. Mancini, R. Joliet, T. F. O' Higgins, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse και M. Diez de Velasco, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Mischo

γραμματέας: H. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- η Agegate Limited, εκπροσωπούμενη από τον David Vaughan, QC, K. P. E. Lasok και G. Barling, barristers, καθώς και τον S. J. Swabey, solicitor, του δικηγορικού γραφείου Thomas Cooper & Stibbard,

- η βρετανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την H. R. L. Purse, Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενο από τους J. Laws και C. Vajda, barristers, κατά την έγγραφη διαδικασία, και τον T. J. G. Pratt, επικουρούμενο από τους C. Bellamy, QC και C. Vajda, barrister, κατά την προφορική διαδικασία,

- η ιρλανδική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. J. Dockery, Chief State Solicitor, επικουρούμενο από τον James O' Reilly, barrister,

- η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον O. Fiumara, avvocato dello Stato,

- η ισπανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον F. J. Conde de Saro, γενικό διευθυντή της υπηρεσίας νομικού και θεσμικού συντονισμού επί κοινοτικών θεμάτων και την R. Silva de Lapuerta, abogado del Estado,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους P. Oliver και J. Currall,

λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 26ης Οκτωβρίου 1988,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Νοεμβρίου 1988,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με Διάταξη της 1ης Δεκεμβρίου 1986, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιανουαρίου 1987, το High Court of Justice της Αγγλίας και Ουαλίας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ιδίως στους τομείς της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και της αλιείας, καθώς και των άρθρων 55 και 56 της πράξεως προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες του 1985 (ΕΕ L 302, σ. 23, στο εξής: πράξη προσχωρήσεως του 1985).

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Υπουργείου Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων, και της Agegate Ltd, εταιρείας συσταθείσας στο Ηνωμένο Βασίλειο και ελεγχομένης κατά μέγα μέρος από ισπανικά συμφέροντα (στο εξής: προσφεύγουσα της κύριας δίκης).

Η νομοθεσία και η πρακτική του Ηνωμένου Βασιλείου στον τομέα της αλιείας

3 Κατά τον Sea Fish (Conservation) Act 1967 (νόμος του 1967 περί διατηρήσεως των θαλασσίων ιχθύων), όπως έχει τροποποιηθεί με τον Fishery Limits Act 1976 (νόμος του 1976 περί ζωνών αλιείας) και τον Fisheries Act 1981 (νόμος του 1981 περί αλιείας), τα νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο αλιευτικά σκάφη πρέπει να διαθέτουν άδεια αλιείας. Η νομοθεσία αυτή συμπληρώθηκε με τον British Fishing Boats Act 1983 (νόμος του 1983 περί των βρετανικών αλιευτικών σκαφών), τον British Fishing Boats Order 1983 (διάταγμα του 1983 περί βρετανικών αλιευτικών σκαφών) και τον Sea Fish Licensing Order 1983 (διάταγμα του 1983 περί θαλασσίων ιχθύων).

4 Οι άδειες αλιείας, που χορηγούσαν οι βρετανικές αρχές κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής από 1ης Ιανουαρίου 1986, καθόριζαν τη ζώνη αλιείας και τα είδη των ιχθύων που καλύπτονταν από τις άδειες, καθώς και τις προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούνται σωρευτικώς ανά πάσα στιγμή, επί ποινή ανακλήσεως των αδειών, προϋποθέσεις που είχαν ως σκοπό να εξασφαλίζουν την ύπαρξη "πραγματικού οικονομικού συνδέσμου" προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούσαν, αφενός μεν, τις δραστηριότητες του σκάφους για το οποίο εχορηγείτο η άδεια, αφετέρου δε, το πλήρωμά του.

5 Οι προϋποθέσεις που αφορούσαν το πλήρωμα του αλιευτικού σκάφους ήταν διατυπωμένες ως εξής:

"i) Τουλάχιστον το 75 % του πληρώματος πρέπει να είναι βρετανοί υπήκοοι ή υπήκοοι κρατών μελών της ΕΟΚ (αποκλειομένων μέχρι της 1ης Ιανουαρίου 1988, των ελλήνων υπηκόων και, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1993, των ισπανών ή πορτογάλων υπηκόων, που δεν είναι σύζυγοι ή τέκνα κάτω των 21 ετών ελλήνων, ισπανών ή πορτογάλων εργαζομένων εγκαταστημένων ήδη στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τις μεταβατικές διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων κατόπιν της προσχωρήσεως της Ελλάδας, Ισπανίας και Πορτογαλίας στις Κοινότητες όπως προβλέπεται στις σχετικές Συνθήκες Προσχωρήσεως) οι οποίοι κατοικούν στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη νήσο Man και στις νήσους της Μάγχης κατοικία σημαίνει κατοικία στην ξηρά και για το σκοπό αυτό η υπηρεσία σε βρετανικό πλοίο δεν λογίζεται ως κατοικία στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη νήσο Man και στις νήσους της Μάγχης.

ii) Ο πλοίαρχος και όλο το πλήρωμα πρέπει να καταβάλλουν εισφορές σε ταμείο κοινωνικής ασφάλισης του Ηνωμένου Βασιλείου, ή σε αντίστοιχα συστήματα της νήσου Man ή των νήσων της Μάγχης: το σύστημα πρέπει να περιλαμβάνει τις εισφορές των αυτοτελώς απασχολουμένων της κλάσεως 1, της ειδικής κατηγορίας των ναυτικών, της κλάσεως 2 ή της κλάσεως 4."

Η διαφορά της κύριας δίκης

6 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία η προσφεύγουσα της κύριας δίκης έχει στην ιδιοκτησία της αλιευτικό σκάφος με το όνομα "Ama Antxine", το οποίο έχει νηολογηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και φέρει βρετανική σημαία. Το πλήρωμα του σκάφους αυτού αποτελείται, κατά ένα μέρος, από ισπανούς υπηκόους οι οποίοι αμείβονται με ποσοστά, δηλαδή με βάση τα έσοδα από τις πωλήσεις των αλιευομένων ιχθύων.

7 Στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης χορηγήθηκε, στις 23 Ιανουαρίου 1986, σειρά αδειών για το Ama Antxine. Στις χορηγηθείσες άδειες περιλαμβάνονταν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις.

8 Κρίνοντας ότι οι προϋποθέσεις που αναφέρονταν στο πλήρωμα του αλιευτικού σκάφους ήταν, μεταξύ άλλων, αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο, η προσφεύγουσα προσέφυγε ενώπιον του High Court of Justice της Αγγλίας και της Ουαλίας, ζητώντας να ελεγχθεί η νομιμότητα των αδειών που περιελάμβαναν αυτές τις προϋποθέσεις.

9 Προς επίλυση αυτής της διαφοράς, που αφορά τις σχετικές με το πλήρωμα προϋποθέσεις, το High Court υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

"Α - Ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων θα κριθεί αν κατά το κοινοτικό δίκαιο ο αλιέας που αμείβεται με ποσοστά παρέχει υπηρεσίες ή είναι εργαζόμενος;

Β - Μπορεί κράτος μέλος, παρέχοντας, μετά την προσχώρηση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, άδεια στον πλοιοκτήτη ή ναυλωτή ενός αλιευτικού που είναι νηολογημένο σε κράτος μέλος και φέρει τη σημαία του, να βασισθεί στα άρθρα 55 και 56 της πράξεως προσχωρήσεως της Ισπανίας και Πορτογαλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (που εφαρμόζονται μόνο στους εργαζόμενους) και να επιβάλει την υποχρέωση:

i) Το 75 % του πληρώματος αλιευτικού που είναι νηολογημένο σ' αυτό το κράτος μέλος και φέρει τη σημαία του να είναι υπήκοοι της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας οι οποίοι κατοικούν στην ξηρά σ' αυτό το κράτος μέλος, αποκλειομένων μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1993 όλων των ισπανών υπηκόων που δεν είναι σύζυγοι ή τέκνα κάτω των 21 ετών ισπανών υπηκόων, οι οποίοι ήδη έχουν εγκατασταθεί στο κράτος μέλος που χορηγεί την άδεια

και

ii) ο πλοίαρχος και όλο το πλήρωμα να καταβάλλουν εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως αυτού του κράτους μέλους;

Γ - Εν πάση περιπτώσει, συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η κοινή αλιευτική πολιτική, η χορήγηση άδειας από κράτος μέλος, μετά την προσχώρηση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, προς τον πλοιοκτήτη ή ναυλωτή ενός αλιευτικού που φέρει τη σημαία του κράτους αυτού και είναι νηολογημένο σ' αυτό το κράτος μέλος ή οποία άδεια να υπόκειται στις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) ότι τουλάχιστον το 75% του πληρώματος πρέπει να είναι

1. υπήκοοι του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια ή υπήκοοι της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (αποκλειομένων μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1993 όλων των ισπανών υπηκόων οι οποίοι δεν είναι σύζυγοι ή τέκνα κάτω των 21 ετών ισπανών εργαζομένων που έχουν ήδη εγκατασταθεί στο κράτος μέλος το οποίο χορηγεί την άδεια σύμφωνα με τι μεταβατικές διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων κατόπιν της προσχωρήσεως της Ισπανίας στις Κοινότητες που προβλέπεται στη Συνθήκη προσχωρήσεως) και

2. να κατοικούν στο κράτος μέλος το οποίο χορηγεί την άδεια (κατοικία σημαίνει κατοικία στην ξηρά και δεν περιλαμβάνει την υπηρεσία σε πλοίο αυτού του κράτους μέλους)

ii) ότι ο πλοίαρχος και όλο το πλήρωμα, πρέπει να καταβάλλουν εισφορές στο σύστημα ασφάλισης του κράτους μέλους που εκδίδει την άδεια.

Δ - Μπορεί ο δικαιούχος τέτοιας άδειας να επικαλεστεί σε δίκη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου το ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο του ενός ή του άλλου ή και των δύο προϋποθέσεων που αναφέρονται στο ερώτημα 3, για να υποστηρίξει ότι η επιβολή τέτοιων προϋποθέσεων ή μιας εξ αυτών είναι παράνομη και πρέπει να κριθεί ανεφάρμοστη;"

10 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

11 Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η διαφορά της κύριας δίκης αναφέρεται, κατ' ουσίαν, στις προϋποθέσεις που μπορούν να επιβάλλονται στα βρετανικά σκάφη που αλιεύουν στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων τις οποίες χορηγεί η Κοινότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πρέπει, επομένως, υπό την επιφύλαξη του συμφώνου των προϋποθέσεων αυτών προς το κοινοτικό δίκαιο, όσον αφορά την εκτός των ποσοστώσεων αλιεία, πριν από τη σκιαγράφηση και την εξέταση των προβλημάτων που θέτουν τα υποβληθέντα ερωτήματα, να υπομνησθούν οι κατευθυντήριες γραμμές της κανονιστικής ρυθμίσεως περί ποσοστώσεων αλιείας εντός του γενικού πλαισίου της κοινοτικής ρυθμίσεως περί αλιείας.

12 Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση καθιερώνει την αρχή της ισότητας των προϋποθέσεων προσβάσεως στα αλιευτικά αποθέματα όλων των αλιευτικών σκαφών που φέρουν τη σημαία κράτους μέλους ή που είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος ((άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας, ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61)), με εξαίρεση τη ζώνη 12 ναυτικών μιλίων από τις γραμμές βάσεως των κρατών μελών, ως προς την οποία τα κράτη αυτά μπορούν να παρεκκλίνουν, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, από τον κανόνα της ισότητας των προϋποθέσεων προσβάσεως ((άρθρο 100 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων, ΕΕ L 24, σ. 1)). Τα υποβληθέντα ερωτήματα δεν αφορούν το ιδιαίτερο καθεστώς που ισχύει γι' αυτή τη ζώνη των 12 μιλίων.

13 'Οσον αφορά τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων, με τον προαναφερθέντα κανονισμό (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου έχει θεσπιστεί, σε εκτέλεση του άρθρου 102 της προαναφερθείσας πράξεως προσχωρήσεως του 1972, κοινοτικό καθεστώς διατηρήσεως και διαχειρίσεως, συνεπαγόμενο περιορισμό της αλιευτικής δραστηριότητας. Εξάλλου, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 220, σ. 1), έχουν ήδη τεθεί οι κανόνες ελέγχου προκειμένου να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση προς του τιθέμενους περιορισμούς στις δυνατότητες αλιεύσεως. Ο τελευταίος κανονισμός έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4027/86 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986 (ΕΕ L 376, σ. 4).

14 Το άρθρο 3 του προαναφερθέντος κανονισμού 170/83 προβλέπει ετήσιο καθορισμό, ανά απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων, του συνόλου των επιτρεπομένων αλιευμάτων (στο εξής: ΤΑC) που είναι διαθέσιμο για την Κοινότητα, όταν για ένα ή περισσότερα συγγενή είδη κρίνεται αναγκαίο να περιοριστεί η ποσότητα των αλιευμάτων. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι "η διατιθέμενη για την Κοινότητα ποσότητα αλιευμάτων, που αναφέρεται στο άρθρο 3, κατανέμεταιμεταξύ των κρατών μελών, κατά τρόπο που να εξασφαλίζει σε κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των δραστηριοτήτων που ασκούνται σε κάθε απόθεμα". Πρόκειται - κατά τη διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 4 - για "κατανομή των πόρων μεταξύ των κρατών μελών". Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 170/83, τα κράτη μέλη μπορούν να ανταλλάξουν ολόκληρη την ποσόστωση που τους χορηγήθηκε ή ένα μέρος της.

15 Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι "τα κράτη μέλη καθορίζουν, τηρώντας τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί". Προβλέπεται, επίσης, ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου αυτής θεσπίζονται, εφόσον είναι αναγκαίο, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14, τη λεγόμενη διαδικασία "της επιτροπής διαχειρίσεως".

16 Με τις διατάξεις του κανονισμού αυτού έχει, συνεπώς, θεσπιστεί σύστημα εθνικών ποσοστώσεων αλιείας. 'Οπως προκύπτει από τις διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού 2057/82, ιδίως από το άρθρο 10, παράγραφος 1, και από τις διατάξεις του επίσης προαναφερθέντος κανονισμού 4027/86, ο κοινοτικός νομοθέτης συνδέει τις εθνικές ποσοστώσεις προς τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του οικείου κράτους μέλους ή που είναι νηολογημένα σ' αυτό και τα οποία μπορούν, μόνα αυτά, να αλιεύουν εντός των ορίων των ποσοστώσεων αυτών.

17 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που τους έχει παρασχεθεί προς καθορισμό των λεπτομερειών για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεών τους, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν σε ποια από τα σκάφη του αλιευτικού τους στόλου θα επιτρέπεται να αλιεύουν στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων, υπό τον όρο ότι τα εφαρμοζόμενα κριτήρια συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο.

18 Σχετικώς, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε αλιευτικά σκάφη να αλιεύουν στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων μόνον υπό ορισμένες προϋποθέσεις αναφερόμενες, παραδείγματος χάρη, στις διαστάσεις, την ηλικία ή την κατάσταση του σκάφους, τον εξοπλισμό του, τον αριθμό των επιβαινόντων αλιέων, τις συνθήκες διαβιώσεως και διατροφής του πληρώματος, τα ζητήματα υγιεινής, ασφαλείας ..., κατά το μέτρο που οι προϋποθέσεις αυτές δεν διέπονται αποκλειστικά από την κοινοτική ρύθμιση.

19 Επομένως, το προς εξέταση ζήτημα είναι αν και σε ποιο βαθμό το κοινοτικό δίκαιο αντιτίθεται στην επιβολή προϋποθέσεων όπως αυτές στις οποίες αναφέρεται η κυρία δίκη. Τα ερωτήματα που υπέβαλε προς τούτο το εθνικό δικαστήριο συνοψίζονται ως εξής:

"Ι - Απαγορεύει το κοινοτικό δίκαιο σε κράτος μέλος να θέτει ως προϋπόθεση προκειμένου να επιτρέψει σε ένα από τα σκάφη του να αλιεύει στα πλαίσια των αλιευτικών του ποσοστώσεων ότι:

α) το 75 % του πλρώματος του σκάφους πρέπει να αποτελείται από υπηκόους των κρατών μελών της Κοινότητας και

β) να κατοικεί στην ξηρά σ' αυτό το κράτος μέλος

και ότι

γ) ο πλοίαρχος και όλο το πλήρωμα πρέπει να καταβάλλουν εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως αυτού του κράτους μέλους;

ΙΙ - Επιτρέπουν τα άρθρα 55 και 56 της πράξεως προσχωρήσεως του 1985 τον αποκλεισμό από το ποσοστό αυτό του 75 %, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1993, των ισπανών μελών του πληρώματος που αμείβονται με ποσοστά;

ΙΙΙ - Μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου οι οποίες είναι αντίθετες προς την επιβολή των ανωτέρω προϋποθέσεων;"

Επί του ερωτήματος Ι α)

20 'Οπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Ιανουαρίου 1988, Pesca Valentia (223/86, Συλλογή 1988, σ. 103), το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθεσία η οποία να προβλέπει ότι το πλήρωμα των αλιευτικών σκαφών που είναι εγγεγραμμένα στα νηολόγιά τους πρέπει να περιλαμβάνει ένα ελάχιστο ποσοστό υπηκόων της Κοινότητας.

21 Επομένως, πρέπει να δοθεί ως απάντηση στο ερώτημα αυτό ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να ορίζουν, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση αδείας στα σκάφη τους να αλιεύουν στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, ότι το 75 % του πληρώματος του συγκεκριμένου σκάφους πρέπει να αποτελείται από υπηκόους των κρατών μελών της Κοινότητας.

Επί του ερωτήματος Ι β)

22 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό αρκεί να διαπιστωθεί ότι η προϋπόθεση κατοικίας δεν δικαιολογείται εκ του σκοπού του συστήματος των εθνικών ποσοστώσεων.

23 Ο σκοπός αυτός προκύπτει κυρίως από το άρθρο 4 του κανονισμού 170/83, ερμηνευόμενου βάσει των αιτιολογικών του σκέψεων. Το άρθρο 4 ορίζει ότι η κατανομή των ΤΑC έχει ως σκοπό "να εξασφαλίζει σε κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των δραστηριοτήτων που ασκούνται σε κάθε απόθεμα". Οι έννοιες της σταθερότητας και της σχετικότητας καθορίζονται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού. Στην έκτη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι "με τη σταθερότητα αυτή πρέπει ... να διαφυλαχθούν οι ειδικές ανάγκες των περιοχών των οποίων οι πληθυσμοί είναι ιδιαίτερα εξαρτημένοι από την αλιεία και τη συνδεδεμένη με αυτή βιομηχανία ...". Στην έβδομη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι "με την έννοια αυτή πρέπει να εκληφθεί η 'σχετικότητα' της επιδιωκόμενης σταθερότητας". Πρέπει να προστεθεί ότι όπως προκύπτει, επίσης, από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 172/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί καθορισμού για το 1982, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων που αναπτύσσονται στην αλιευτική ζώνη της Κοινότητας, του συνόλου επιτρεπομένων αλιευμάτων, του μεριδίου της Κοινότητας από αυτά τα αλιεύματα, της κατανομής του μεριδίου αυτού στα κράτη μέλη και των όρων υπό τους οποίους πραγματοποιείται το σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων (ΕΕ L 24, σ. 30), ότι "για τη δίκαιη κατανομή των διαθέσιμων πόρων, πρέπει να ληφθούν υπόψη ιδιαίτερα οι παραδοσιακές αλιευτικές δραστηριότητες, οι ειδικές ανάγκες των περιοχών όπου οι τοπικοί πληθυσμοί είναι ιδιαίτερα εξαρτημένοι από τις αλιευτικές και τις σχετικές βιομηχανίες, καθώς και (η) απώλεια αλιευτικού δυναμικού στα ύδατα τρίτων χωρών".

24 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι σκοπός των ποσοστώσεων είναι να εξασφαλιστεί σε κάθε κράτος μέλος μερίδιο των κοινοτικών ΤΑC, καθοριζόμενο κυρίως βάσει της ποσότητας αλιευμάτων που απορροφούσαν οι παραδοσιακές αλιευτικές δραστηριότητες, οι εξαρτημένοι από την αλιεία τοπικοί πληθυσμοί και η σχετική με την αλιεία βιομηχανία του οικείου κράτους μέλους.

25 Σ' αυτό το γενικό πλαίσιο, προϋπόθεση κατοικίας, όπως αυτή της προκειμένης περιπτώσεως, δεν συναρτάται με τον σκοπό του συστήματος ποσοστώσεων και, επομένως, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του συστήματος αυτού.

26 Συνεπώς, πρέπει να δοθεί στο σχετικό ερώτημα η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να ορίζουν, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση αδείας στα σκάφη τους να αλιεύουν στο πλαίσιο των ποσοστώσεων αλιείας που τους έχουν χορηγηθεί, ότι το 75 % του πληρώματος του συγκεκριμένου σκάφους πρέπει να κατοικεί στην ξηρά στο εν λόγω κράτος μέλος.

Επί του ερωτήματος Ι γ)

27 'Οσον αφορά την προϋπόθεση βάσει της οποίας επιβάλλεται στον πλοίαρχο και σε ολόκληρο το πλήρωμα η υποχρέωση καταβολής εισφορών στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του οικείου κράτους μέλους, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 10ης Ιουλίου 1986, Luijten (60/85, Συλλογή 1986, σ. 2368), αναφορικά με την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου (ΕΕ L 143, σ. 1), οι διατάξεις του τίτλου ΙΙ του εν λόγω κανονισμού αποτελούν σύστημα κανόνων άρσεως συγκρούσεων, η αρτιότητα του οποίου έχει ως αποτέλεσμα να αφαιρεί από το νομοθέτη του συγκεκριμένου κράτους μέλους την εξουσία προσδιορισμού της έκτασης και των προϋποθέσεων εφαρμογής της εθνικής του νομοθεσίας, επί των προσώπων που υπόκεινται σ' αυτή, καθώς και του εδάφους εντός του οποίου οι εθνικές διατάξεις παράγουν τα αποτελέσματά τους.

28 Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί ότι προϋπόθεση, όπως η εξεταζομένη, αντιστοιχεί στην υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 13, του τίτλου ΙΙ του εν λόγω κανονισμού, το οποίο ορίζει, στην παράγραφο 2, στοιχείο γ), ότι "με την επιφύλαξη των άρθρων 14 μέχρι 17 ... το πρόσωπο που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα σε πλοίο υπό σημαία ενός κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού". Συνεπώς, μια τέτοια προϋπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο.

29 Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινισθεί ότι αυτή η διαπίστωση προϋποθέτει ότι η επιβαλλόμενη προϋπόθεση είναι σύμφωνη όχι μόνο προς τους κανόνες, αλλά και προς τις εξαιρέσεις, τις οποίες προβλέπει ιδίως το άρθρο 14β του κανονισμού 1408/71. Το άρθρο αυτό το οποίο αναφέρεται ειδικώς στους ναυτικούς, εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο γ), καθώς προβλέπει, για ορισμένες περιπτώσεις, την εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο, τη σημαία του οποίου φέρει το πλοίο.

30 Συνεπώς, προϋπόθεση, βάσει της οποίας επιβάλλεται στον πλοίαρχο και στο πλήρωμα να καταβάλλουν εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του οικείου κράτους μέλους δεν απαγορεύεται δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, εφόσον είναι σύμφωνη προς τους κανόνες που τίθενται από τον κανονισμό 1408/71 του Συμβουλίου.

31 Πρέπει, επομένως, να δοθεί ως απάντηση στο ερώτημα αυτό ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να ορίζουν, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση αδείας στα σκάφη τους να αλιεύουν στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, ότι ο πλοίαρχος και ολόκληρο το πλήρωμα του σκάφους πρέπει να καταβάλλουν εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του οικείου κράτους μέλους, εκτός αν πρόκειται για περιπτώσεις για τις οποίες ο κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου ορίζει άλλως.

Επί του ερωτήματος ΙΙ

32 Πρέπει σχετικώς, να παρατηρηθεί ότι τα άρθρα 55 και 56 της πράξεως προσχωρήσεως του 1985 καθορίζουν για τη μεταβατική περίοδο, το ισχύον επί των ισπανών εργαζομένων σύστημα. Ειδικότερα, οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν μια παρέκκλιση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, που διατυπώνει το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, υπό την έννοια ότι αποκλείουν, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1993, την εφαρμογή επί των ισπανών υπηκόων των άρθρων 1 έως 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).

33 Το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν οι εργαζόμενοι επί βρετανικών πλοίων αλιείς πρέπει να θεωρηθούν ως εργαζόμενοι, υπό την έννοια του άρθρου 55 της πράξεως προσχωρήσεως του 1985, όταν αμείβονται με ποσοστά, δηλαδή με βάση τα έσοδα από τις πωλήσεις των αλιευομένων ιχθύων.

34 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να καταρχάς να παρατηρηθεί ότι η έννοια του εργαζομένου, κατά το άρθρο 55 της πράξεως προσχωρήσεως του 1985, είναι ταυτόσημη προς εκείνη η οποία προκύπτει από το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ. Τίθεται, επομένως, ζήτημα καθορισμού του κοινοτικού περιεχομένου της εννοίας του "εργαζομένου".

35 'Οπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, Lawrie-Blum (66/85, Συλλογή 1986, σ. 2121), η κοινοτική έννοια του εργαζομένου πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια που χαρακτηρίζουν την εργασιακή σχέση, σε συνάρτηση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ενδιαφερομένων ατόμων. Το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς ένα άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνσή του, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή.

36 Η απάντηση στο ερώτημα αν υφίσταται μια τέτοια εργασιακή σχέση πρέπει να δίδεται κάθε φορά σε συνάρτηση με όλα τα στοιχεία και τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις μεταξύ των μερών, όπως, για παράδειγμα, η συμμετοχή στους εμπορικούς κινδύνους της επιχειρήσεως, η ελευθερία επιλογής του ωραρίου ή προσλήψεως των συνεργατών. Εν πάση περιπτώσει, μόνο το γεγονός ότι ένα άτομο αμείβεται με ποσοστά και ότι η αμοιβή του υπολογίζεται, ενδεχομένως, βάσει των αποτελεσμάτων μιας συλλογικής εργασίας δεν αποτελεί στοιχείο ικανό να αποκλείσει τη δυνατότητα χαρακτηρισμού του ατόμου αυτού ως εργαζομένου.

37 Συνεπώς,η εφαρμογή επί των ισπανών αλιέων, που εργάζονται επί βρετανικών πλοίων, του άρθρου 55 και επομένων της πράξεως προσχωρήσεως του 1985 δεν αποκλείεται απλώς και μόνο επειδή αυτοί αμείβονται με ποσοστά.

38 Εντούτοις, πρέπει να τονιστεί ότι, βάσει του άρθρου 56, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της πράξεως προσχωρήσεως, "το Βασίλειο της Ισπανίας και τα άλλα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να διατηρούν σε ισχύ μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1992 έναντι αντιστοίχως των υπηκόων των άλλων κρατών μελών, αφενός, και των ισπανών υπηκόων, αφετέρου, τις εθνικές διατάξεις ή τις διατάξεις οι οποίες προκύπτουν από διμερείς συμφωνίες, που υποβάλλουν σε προηγούμενη άδεια τη μετανάστευση με σκοπό την άσκηση μισθωτής εργασίας και/ή την πρόσληψη σε μισθωτή απασχόληση".

39 Επ' αυτού, πρέπει να υπομνησθεί η απόφαση της 23ης Μαρτίου 1983, Πεσκέλογλου (77/82, Συλλογή 1985, σ. 1085), που αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 45, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες του 1979 (ΕΕ L 291, σ. 17), διατάξεως ομοίας προς εκείνη του άρθρου 56, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της πράξεως προσχωρήσεως του 1985. Από την προαναφερθείσα απόφαση προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη, δεδομένου ότι συνιστά παρέκκλιση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που θέτει το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς και ότι, κατά συνέπεια, μολονότι επιτρέπεται στα παλαιά κράτη μέλη, καθώς και σε εκείνα που προσχώρησαν στην Κοινότητα, να διατηρούν τους προϋφιστάμενους περιορισμούς, ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δεν τους επιτρέπεται, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, να καθιστούν δυσμενέστερες τις προϋποθέσεις προσβάσεως σε απασχόληση των αντιστοίχων υπηκόων λαμβάνοντας νέα περιοριστικά μέτρα. Η ερμηνεία αυτή πρέπει επίσης να γίνει δεκτή και όσον αφορά το άρθρο 56, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της πράξεως προσχωρήσεως του 1985.

40 Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι στην απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1989, Lopes da Veiga (9/88, Συλλογή 1989, σ. 2989), το Δικαστήριο δέχτηκε, αναφορικά με το άρθρο 216, παράγραφος 1, της πράξεως προσχωρήσεως του 1985 που αφορούσε τους πορτογάλους εργαζομένους και είχε περιεχόμενο όμοιο προς εκείνο του άρθρου 56, παράγραφος 1, της ως άνω πράξεως προσχωρήσεως, ότι επ' ουδενί λόγω οι πορτογάλοι εργαζόμενοι που απασχολούνται ήδη στο έδαφος των παλαιών κρατών μελών μπορούν να εξαιρεθούν από την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 1612/68 περί απασχολήσεως και ίσης μεταχειρίσεως. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι τα παλαιά κράτη μέλη μπορούν μεν να διατηρούν τους προϋφιστάμενους περιορισμούς έναντι των πορτογάλων υπηκόων δυνάμει του άρθρου 216, παράγραφος 1, της πράξεως προσχωρήσεως του 1985, αλλά δεν μπορούν να διατηρούν παρόμοιους περιορισμούς έναντι εκείνων των πορτογάλων υπηκόων οι οποίοι εργάζονταν ως μισθωτοί πριν από την προσχώρηση της Πορτογαλίας σε πλοία φέροντα σημαία ενός άλλου κράτους μέλους και οι οποίοι δεν είχαν άδεια παραμονής για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής εντός της επικρατείας του οικείου κράτους, εφόσον η εργασιακή σχέση παρουσιάζει αρκετά στενό σύνδεσμο με την επικράτεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Η ίδια ερμηνεία πρέπει επίσης να δοθεί στο άρθρο 56, το οποίο ρυθμίζει την κατάσταση των ισπανών εργαζομένων.

41 Συνεπώς, πρέπει να δοθεί ως απάντηση στο ερώτημα αυτό ότι τα άρθρα 55 και 56 της πράξεως προσχωρήσεως του 1985 έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείεται η εφαρμογή τους επί των ισπανών αλιέων που εργάζονται σε βρετανικά σκάφη για μόνο το λόγο ότι οι τελευταίοι αμείβονται με ποσοστά και ότι δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση ή πρακτική κατά την οποία οι ισπανοί εργαζόμενοι αποκλείονται, μέχρι 1ης Ιανουαρίου 1993, από το 75 % του πληρώματος των σκαφών αυτών, υπό την επιφύλαξη ότι ο περιορισμός αυτός, εισαχθείς μετά την πράξη προσχωρήσεως του 1985, δεν επιδεινώνει σε καμία περίπτωση τη κατάσταση των ισπανών εργαζομένων και δεν αφορά τους ισπανούς υπηκόους που απασχολούνται ήδη ως εργαζόμενοι, κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως, στο βρετανικό έδαφος ή σε βρετανικό σκάφος, εφόσον η σχέση εργασίας έχει αρκούντως στενό σύνδεσμο με το έδαφος αυτό.

Επί του ερωτήματος ΙΙΙ

42 Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι όλες οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου στην εφαρμογή των οποίων προέβη το Δικαστήριο έχουν άμεσο αποτέλεσμα. Συνεπώς, οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τις διατάξεις αυτές ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

43 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ιρλανδική κυβέρνηση, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η ιταλική και η ισπανική κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος το οποίο ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το High Court of Justice της Αγγλίας και της Ουαλίας, με Διάταξη της 1ης Δεκεμβρίου 1986, αποφαίνεται:

1) Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να ορίζουν, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας στα σκάφη τους να αλιεύουν στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, ότι το 75 % του πληρώματος του συγκεκριμένου σκάφους πρέπει να αποτελείται από υπηκόους των κρατών μελών της Κοινότητας.

2) Το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να ορίζουν, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση αδείας στα σκάφη τους να αλιεύουν στο πλαίσιο των ποσοστώσεων αλιείας που του έχουν χορηγηθεί, ότι το 75 % του πληρώματος του συγκεκριμένου σκάφους, πρέπει να κατοικεί στην ξηρά στο εν λόγω κράτος μέλος.

3) Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να ορίζουν, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση αδείας στα σκάφη τους να αλιεύουν στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, ότι ο πλοίαρχος και ολόκληρο το πλήρωμα του σκάφους πρέπει να καταβάλλουν εισφορές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του οικείου κράτους μέλους εκτός αν πρόκειται για περιπτώσεις για τις οποίες ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου ορίζει άλλως.

4) Τα άρθρα 55 και 56 της πράξεως προσχωρήσεως του 1985 έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείεται η εφαρμογή τους επί των ισπανών αλιέων που εργάζονται σε βρετανικά σκάφη για μόνο το λόγο ότι αμείβονται με ποσοστά και ότι δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση ή πρακτική κατά την οποία οι ισπανοί εργαζόμενοι αποκλείονται, μέχρι 1ης Ιανουαρίου 1993, από το 75 % του πληρώματος των σκαφών αυτών, υπό την επιφύλαξη ότι ο περιορισμός αυτός, εισαχθείς μετά την πράξη προσχωρήσεως του 1985, δεν επιδεινώνει σε καμία περίπτωση την κατάσταση των ισπανών εργαζομένων και δεν αφορά τους ισπανούς υπηκόους που απασχολούνται ήδη ως εργαζόμενοι, κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως, στο βρετανικό έδαφος ή σε βρετανικό σκάφος, εφόσον η σχέση εργασίας έχει αρκούντως στενό σύνδεσμο με το έδαφος αυτό.

5) Δεδομένου ότι όλες οι εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου έχουν άμεσο αποτέλεσμα, οι ιδιώτες μπορούν να τις επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.