Στην υπόθεση 27/81,

πού 'έχει ὡς ἀντικείμενο αἴτηση τοῦ Cour d'appel τῶν Βερσαλλιών πρός τό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 3ης 'Ιουνίου 1971 περί ερμηνείας ὑπό τοῦ Δικαστηρίου τῆς συμβάσεως τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1968 περί ἀρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων καί ἐκτελέσεως ἀποφάσεων ἐπί ἀστικών καί εμπορικών υποθέσεων, μέ τήν ὁποία ζητείται ἡ έκδοση, στό πλαίσιο τῆς διαφορᾶς πού εκκρεμεῖ ενώπιον τοῦ δικαστηρίου αὐτοῦ μεταξύ

Établissements Rohr Société anonyme, ἑδρευούσης στίς Sarcelles, Γαλλία,

καί

Dina Ossberger, εκμεταλλευομένης ἐμπορική επιχείρηση ὑπό την ἐπωνυμία Ossberger Turbinenfabrik, ἑδρευούσης στό Weißenburg, Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας,

προδικαστικής ἀποφάσεως ὡς πρός τήν ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλῶν περί αρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων καί εκτελέσεως ἀποφάσεων ἐπί ἀστικών καί εμπορικῶν υποθέσεων,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)

συγκείμενο ἀπό τους Α. Touffait, πρόεδρο τμήματος, Mackenzie Stuart καί U. Everling, δικαστές,

γενικός εἰσαγγελεύς: F. Capotorti

γραμματεύς: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματεύς

ἐκδίδει τήν ἀκόλουθη

ΑΠΟΦΑΣΗ

Περιστατικά

Τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως, ἡ εξέλιξη τῆς διαδικασίας καί οἱ παρατηρήσεις πού κατετέθησαν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ πρωτοκόλλου περί τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου τῆς ΕΟΚ ἔχουν συνοπτικῶς ὡς έξης:

I — Πραγματικά περιστατικά καί διαδικασία

1.

Ή επιχείρηση Ossberger Turbinenfabrik (στό έξης «Ossberger») εδρεύουσα στό Weißenburg τῆς Βαυαρίας ('Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας) ἐπρομήθευε ἀπό πολλά έτη τουρμπίνες στην Etablissements Rohr SA (στό έξης «Rohr») ἑδρεύουσα στίς Sarcelles, στην Val d'Oise (Γαλλία), ἡ οποία τίς διέθετε γιά λογαριασμό τῆς σέ πελάτες στην Γαλλία.

Βασιζόμενη ἐπί μιᾶς ρήτρας περί παρεκτάσεως ἁρμοδιότητος, πού ὑπῆρχε στους γενικούς ὅρούς πωλήσεως, ἡ Ossberger κατέθεσε, ενώπιον τοῦ Landgericht τοῦ Ansbach, ἁρμοδίου γιά τήν πόλη Weißenburg, ἀγωγή κατά τῆς Rohr, πού εἶχε ὡς ἀντικείμενο τήν εξόφληση πολλών τιμολογίων, συνολικοί) ποσοῦ 120216 γερμανικῶν μάρκων (DM) πλέον τόκων. 'Η Rohr προέβαλε ενώπιον τοῦ Landgericht τήν ένσταση τῆς κατά τόπον ἀναρμοδιότητός του, χωρίς νά προβάλει Ισχυρισμούς ἐπί τῆς ουσίας.

Τό Landgericht τοῦ Ansbach μέ ἀπόφαση τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1978, προσωρινώς εκτελεστή, έκρινε ὅτι ἡ ἐν λόγω ρήτρα περί παρεκτάσεως ἁρμοδιότητος ήταν έγκυρη βάσει τοῦ ἄρθρου 17 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1968 καί δεδομένου ὅτι ἡ Rohr δέν εἶχε ἀμφισβητήσει τό βάσιμο τῆς αἰτήσεως, τήν κατεδίκασε εἰς καταβολή στην Ossberger τοῦ κεφαλαίου ἐξ 120216 DM, τῶν τόκων καί τῶν δικαστικών εξόδων, πού καθο-ρίσθησαν μέ διάταξη τοῦ Landgericht τοῦ Ansbach τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1979 σέ 4742,24 DM.

Ή Rohr ἤσκησε κατά τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως τοῦ Landgericht τοῦ Ansbach, έφεση ενώπιον τοῦ Oberlandesgericht τῆς Νυρεμβέργης. Κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας ενώπιον τοῦ Ἐφετείου, ἡ Rohr περιωρίσθη νά προτείνει τήν ένσταση ἀναρμοδιότητος καί δέν προέβαλε κανένα ισχυρισμό ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας. Τό Oberlandesgericht της Νυρεμβέργης κρίνοντας ὅτι τό Landgericht τοῦ Ansbach ήταν ἁρμόδιο βάσει τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών καί ὅτι ἡ Rohr δέν εἶχε προτείνει ισχυρισμούς ἐπί τῆς ουσίας ούτε καί κατά τήν διαδικασία ενώπιον τοῦ 'Εφετείου, ἀπέρριψε μέ ἀπόφαση τῆς 13ης 'Ιουνίου 1979 τήν ἔφεση.Ἡ Rohr κατέθεσε ενώπιον τοῦ Bundesgerichtshof αἴτηση ἀναιρέσεως, πού ἀπερρίφθη μέ διάταξη τῆς 19ης Μαρτίου 1980 ὡς ἀπαράδεκτη, επειδή δέν ἠσκήθη εμπροθέσμως.

2.

Πρίν ἀκόμη καταστεί ὁριστική ἡ ἀπόφαση τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1978 τοῦ Landgericht τοῦ Ansbach, ἡ Ossberger υπέβαλε αίτηση, ἐνώπιον τοῦ προέδρου τοῦ Tribunal de grande instance τοῦ Pontoise, περί κηρύξεως εκτελεστής, στην Γαλλία, τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως, ὅπως καί τῆς διατάξεως περί καθορισμοῦ τῶν δικαστικών εξόδων τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1979 πού εξέδωσε τό Landgericht τοῦ Ansbach. Ή ἐν λόγω αίτηση έγινε δεκτή μέ διάταξη τῆς 5ης 'Ιουνίου 1979.

Ἡ Rohr ἤσκησε έφεση κατ' αυτής τῆς διατάξεως ενώπιον τοῦ Cour d'appel τῶν Βερσαλλιών Ισχυριζομενη, κατά κύριο λόγο, ὅτι βάσει τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών δέν ήταν δυνατόν νά προβάλει Ισχυρισμούς ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας ενώπιον τῶν γερμανικών δικαστηρίων χωρίς κίνδυνο νά χάσει τό δικαίωμα προβολῆς τῆς ενστάσεως ἀναρμοδιότητος. Τό γεγονός ὅτι τά ἐν λόγω δικαστήρια δέν περιωρίσθησαν νά κρίνουν τήν ἀρμοδιότητα, ἀλλά έκριναν καί ἐπί τῆς ουσίας, ἀποτελεῖ κατάφωρη προσβολή τῶν δικαιωμάτων τῆς ὑπερασπίσεως καί, κατά συνέπεια, τῆς δημοσίας τάξεως, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 1 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών, στην ὁποία ἀντίκειται ἡ ἀναγνώριση αυτής τῆς ἀποφάσεως στην Γαλλία.

Ή Ossberger ὑπεστήριξε, ενώπιον τοῦ Cour d'appel τῶν Βερσαλλιών, ὅτι τό άρθρο 18 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών δέν ἀπαγορεύει, ὁπως ἐξ άλλου τά άρθρα 74 καί 75 τοῦ νέου γαλλικοῦ κωδικός πολιτικής δικονομίας καί τό άρθρο 39 τοῦ γερμανικού ΖΡΟ (γερμανικοῦ κωδικος πολιτικής δικονομίας) τήν προβολή, ἐπικουρικώς, ἰσχυ-ρισμοῦ ἐπί τῆς ουσίας, καί μέ τήν επιφύλαξη τῆς ενστάσεως ἀναρμοδιότητος, άλλά ὅτι ἡ Rohr ἀπέφυγε ἑκουσίως νά ἀκολουθήσει αυτήν τήν κανονική διαδικασία. Ή ἀπόφαση πού εξεδόθη στην Γερμανία ήταν κατά συνέπεια εκτελεστή στην Γαλλία, κατ' εφαρμογή τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών.

Τό άρθρο 18 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών εἶναι διατυπωμένο ὡς έξῆς:

«Τό δικαστήριο συμβαλλομένου κράτους, πλην τῶν περιπτώσεων κατά τίς όποιες ή ἁρμοδιότης του προκύπτει ἐξ άλλων διατάξεων τῆς παρούσης συμβάσεως, καθίστα-ταιο ἁρμόδιο καί ὅταν ὁ εναγόμενος παρίσταται ενώπιόν του. Ό κανόνας αυτός δέν εφαρμόζεται ἄν ἡ παράσταση τοῦ εναγομένου ἀποβλέπει στην ἀμφισβήτηση τῆς ἁρμοδιότητος ἡ ἄν υφίσταται ἀποκλειστική ἁρμοδιότης άλλου δικαστηρίου δυνάμει τοῦ άρθρου 16» ( 1 ).

Κρίνοντας ὅτι ἡ επίλυση τῆς διαφοράς εξαρτάται ἀπό τήν ἑρμηνεία τῆς συμβάσεως των Βρυξελλῶν, τό Cour d'appel τῶν Βερσαλλιῶν ἀπεφάσισε νά ἀναστείλει την πρόοδο τῆς δίκης καί ἐζήτησε ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί, βάσει τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 3ης 'Ιουνίου 1971 περί ερμηνείας ὑπό τοῦ Δικαστηρίου τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών, ἐπί τοῦ ἀκολούθου προδικαστικοί) ερωτήματος:

«Πρέπει νά γίνει δεκτό, ἐν ὄψει καθ' ενός ἀπό τά κείμενα τῆς συμβάσεως (τῶν Βρυξελλών) τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1968 πού έχουν ἀντιστοίχως συνταχθεί στην γαλλική, γερμανική, ιταλική καί ὀλλανδική γλώσσα, συμφώνως πρός τό άρθρο 68 τῆς συνθήκης, ὅτι τό άρθρο 18 τῆς ιδίας διεθνούς συμβάσεως ἀπαγορεύει τήν προβολή, ταυτοχρόνως άλλά επικουρικώς, ισχυρισμών ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας, ὅταν ή ένσταση ἀναρμοδιότητος πού προβλέπει τό άρθρο αυτό 'έχει προβληθεί, ώστε νά κριθεί, ὁριστικώς, τό ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος πρίν ἀπό κάθε συζήτηση ἐπί τῆς ουσίας, ή τό ἐν λόγω άρθρο 18 επιτρέπει, ἄν καί δέν τό διευκρινίζει, τήν προβολή τῆς ενστάσεως ἀναρμοδιότητος πού προβλέπει, ταυτοχρόνως άλλά ἐπικουρικώς, μέ προτάσεις ἐπί τῆς ουσίας, ὥστε νά επιφυλάσσεται στόν δικαστή πού έχει επιληφθεί ἡ δυνατότης νά ἀποφανθεί, ἄν συντρέχει λόγος, μέ μιά μόνο ἀπόφαση, τόσο ἐπί τῆς ουσίας ὅσο καί ἐπί τῆς ενστάσεως, ὅπως ἐπί παραδείγματι προβλέπει ρητώς τό άρθρο 76 τοῦ νέου κωδικός πολιτικής δικονομίας, προστατεύοντας τό δικαίωμα τῆς υπερασπίσεως;»

3.

Ή ἀπόφαση περί παραπομπής ἐπρωτο-κολλήθη στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς 16 Φεβρουαρίου 1981.

Συμφώνως πρός τό άρθρο 20 τοῦ πρωτοκόλλου περί Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου τῆς Ευρωπαϊκής Οίκονομικῆς Κοινότητος, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ἡ κυβέρνηση τῆς 'Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη ἀπό τους Arnaldo Squillante καί Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, καί ἡ 'Επιτροπή τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμενη ἀπό τόν Antony McClellan, νομικό σύμβουλο τῆς 'Επιτροπής, επικουρούμενο ἀπό τόν Denis de Ricci, δικηγόρο Παρισίων.

Τό Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ καί μετ' ἀκρόαση τοῦ γενικού εισαγγελέως, ἀποφάσισε τήν έναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων. Μέ διάταξη τῆς 17ης 'Ιουνίου 1981, τό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 95 παράγραφοι 1 καί 2 τοῦ κανονισμοί) διαδικασίας του, ἀπεφάσισε νά ἀναθέσει τήν υπόθεση στό τρίτο τμήμα.

II — Περίληψη τῶν γραπτών παρατηρήσεων πού κατετέθησαν ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου

1. Παρατηρήσεις τῆς ιταλικῆς κυβερνήσεως

Ἡ ιταλική κυβέρνηση τονίζει κατά πρώτον τίς γλωσσικές διαφορές μεταξύ, ἀφ' ενός τοῦ γαλλικοί) κειμένου τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών, πού ὁρίζει ὅτι ὁ κανών τῆς σιωπηρᾶς παρεκτάσεως ἀρμοδιότητος σέ περίπτωση παραστάσεως τοῦ ἐναγομένου «δέν εφαρμόζεται ἄν ἡ παράσταση ἀποβλέπει στην ἀμφισβήτηση τῆς ἀρμοδιότητος» καί ἀφ' έτερου τό γερμανικό, ιταλικό καί ὀλλανδικό κείμενο, πού ὁρίζουν ὅτι αὐτό συμβαίνει, ἄν ἡ παράσταση έχει αυτό «μόνον» («Nur», «Solo», «uitsluitend») ὡς ἀντικείμενο.

Ή ιταλική κυβέρνηση ἀναφέρει, ἐν συνεχεία, τό δικονομικό καθεστώς τῆς ενστάσεως ἀναρμοδιότητος βάσει τοῦ ιταλικοί) Codice di procedura civile (κωδικός πολιτικῆς δικονομίας). Συμφώνως πρός τά άρθρα 167, 183 καί 184 ὁ εναγόμενος δύναται νά προβάλει ὅλους τους ἰσχυρισμούς του ὄχι μόνον μέ τό πρώτο δικόγραφο ἀμύνης (comparsa di riposta), άλλά καθ' ὅλη τήν διάρκεια τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, ἐφ' ὅσον ὁ εισηγητής δικαστής δέν παρέπεμψε τήν υπόθεση στό πολυμελές πού εἶναι επιφορτισμένο μέ τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως. Πάντως, ὅλες οἱ προτάσεις πρέπει νά έχουν συμπληρωθεί ἐξ ὁλοκλήρου καί ως πρός τήν ουσία, πρίν ἀπ' αυτήν τήν διαβίβαση τοῦ φακέλου στό πολυμελές, διότι δυνάμει τῶν άρθρων 187 καί 189 τό πολυμελές επιλαμβάνεται ἐν πάση περιπτώσει τοῦ συνόλου τῆς υποθέσεως καί δύναται νά κρίνει ἐπί τῆς ουσίας, ἀκόμη καί ἄν ὁ εισηγητής δικαστής δέν εἶχε θέσει παρά μόνο ζήτημα ἀπαραδέκτου. Αυτό τό σύστημα, ἀνάλογο πρός εκείνο πού υἱοθετήθη ἀπό τίς δικονομίες άλλων συμβαλλομένων κρατών, ἀποβλέπει στην εξασφάλιση, ἀφ' ενός, ἰσορροπίας μεταξύ τῆς ανάγκης νά ἀποφευχθοῦν ἀνώφελες δικονομικές ενέργειες καί τῆς ἀπαιτήσεως τῆς οικονομίας τῆς δίκης καί, ἀφ' έτερου, αποβλέπει στην εξασφάλιση μιας ἰσορροπίας μεταξύ τῆς ἀνάγκης σεβασμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς υπερασπίσεως καί τῆς εγγυήσεως μεγαλυτέρας ταχύτητος τῆς διαδικασίας. Μέσα σ' αυτό τό πλαίσιο, συμφώνως πρός τήν νομολογία, ἡ ένσταση τῆς ἀναρμοδιότητος τοῦ ἰταλοῦ δικαστοῦ σέ σχέση μέ τόν ἀλλοδαπό δικαστή («giurisdizione») δέν δύναται νά προβληθεί, καί αυτό γιά νά μήν υπάρξει σιωπηρή αποδοχή τῆς δικαιοδοσίας τοῦ ἰταλικοῦ δικαστηρίου, παρά μόνο in limine litis, στό πρώτο δικόγραφο ἀμύνης, συνοδευομένη ή ἀκολουθούμενη ἀπό ισχυρισμούς ἐπί τῆς ουσίας, ἄν ὁ εναγόμενος τό θεωρεί σκόπιμο, στην περίπτωση πού τό πολυμελές εισέρχεται στην έρευνα ἐπί τῆς ουσίας τῆς υποθέσεως.

Ή σύμβαση τῶν Βρυξελλών δέν ἐτροποποίησε αυτό τό σύστημα.

Τό γαλλικό κείμενο τοῦ ἄρθρου 18 δέν παρουσιάζει καμμιά ερμηνευτική δυσχέρεια. 'Εναπόκειται, προφανώς, στίς διατάξεις τοῦ εθνικού δικαίου νά καθορίζουν ὑπό ποῖες προϋποθέσεις δύναται ὁ εναγόμενος νά παραστεί γιά νά προβάλει τήν ένσταση τῆς ἀναρμοδιότητος. Ή σύμβαση δέν ἀπαγορεύει στόν εναγόμενο νά προσθέσει, επικουρικώς, κι άλλες ενστάσεις ή ισχυρισμούς ἐπί τῆς ουσίας. Τό συμβιβαστό τῆς ενστάσεως καί τῶν επικουρικώς προβαλλομένων Ισχυρισμών ἐπί τῆς ουσίας εκτιμάται βάσει τῶν δικονομικών διατάξεων τῶν διαφόρων συμβαλλομένων κρατών. Στην ιταλική δικονομία, συμβιβάζονται, καί θά ήταν συνετό γιά τόν εναγόμενο νά ἀναπτύξει καθ' ὁλοκληρία καί πλήρως τους ισχυρισμούς του ἐπί τῆς ουσίας.

Ἀπό τήν διατύπωση τῶν άλλων κειμένων δύνανται νά προκύψουν τά 'ίδια συμπεράσματα. Ἡ χρησιμοποίηση τοῦ επιρρήματος «solo», «nur», «uitsluitend» έχει σκοπό νά τονίσει τήν έννοια τῆς παραστάσεως, πού δικαιολογείται ἀπό τήν ἀνάγκη τῆς προβολής τῆς ενστάσεως ἀναρμοδιότητος. Ή ἀντίθετη λύση δέν φαίνεται λογική. Ό εναγόμενος πού θεωρεί ἀναρμόδιο τόν επιληφθέντα δικαστή, ὀφείλει τότε, εἴτε νά μήν παραστεί εἴτε νά παραστεί καί νά περιορισθεί στην προβολή τῆς ἀναρμοδιότητος υποχρεώνοντας μέ αυτόν τόν τρόπο τόν δικαστή νά ἀποφανθεί στην ἀρχή ἐπί τῆς ἀρμοδιότητος, πράγμα τό όποιο θά ἠδύνατο νά ἀποτελέσει σοβαρό μειονέκτημα γιά τήν οἰκονομία τῆς δίκης. 'Επιτρέποντας στον δικαστή, ενώπιον τοῦ ὁποίου προεβλήθη ἡ ένσταση τῆς ἀναρμοδιότητος νά ἀποφανθεί καί ἐπί τῆς ουσίας, τό δικαίωμα υπερασπίσεως τοῦ εναγομένου δέν περιορίζεται, διότι, εκείνος γνωρίζοντας αυτήν τήν ρύθμιση, δύναται ἀμέσως νά ἀναπτύξει επικουρικώς ὅλους τους ισχυρισμούς του ἐπί τῆς ουσίας. Ή ἀντίθετη λύση θά διευκόλυνε σοβαρές καταχρήσεις, διότι κάθε εναγόμενος πού επιθυμεί νά ἀναβάλει τήν έκδοση ἀποφάσεως θά παρίστατο μόνον γιά νά προβάλει τήν ἀναρμοδιότητα καί θά ἐπετύγχανε μέ αυτόν τόν τρόπο σημαντική παράταση τῶν προθεσμιών, υποχρεώνοντας τόν δικαστή νά ἀποφανθεί στην ἀρχή μόνο ἐπί τῆς ἁρμοδιότητος.

Ή ἰταλική κυβέρνηση προτείνει, κατά συνέπεια, ὡς ἀπάντηση στό ερώτημα πού έχει τεθεῖ, ὅτι τό άρθρο 18 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλῶν ἐπιτρέπει στον εναγόμενο, κατά τόν χρόνο πού εκείνος προβάλλει τήν ένσταση ἀναρμοδιότητος πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο αυτό νά καταθέσει συγχρόνως, άλλα ἐπικουρικώς, προτάσεις ἐπί της ουσίας γιά νά δώσει στον δικαστή τήν δυνατότητα νά ἀποφανθεί, ενδεχομένως, μέ μιά μόνη ἀπόφαση, καί ἐπί τῆς ουσίας καί ἐπί τῆς ενστάσεως πού προεβλήθη.

2. Παρανηρήοεις τῆς Ἐπιτροπῆς

Ἡ Ἐπιτροπή παρατηρεί κατ' ἀρχήν ὅτι ἀντί νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα πού έχει τεθεῖ, ενδείκνυται περισσότερο νά δοθεί ἀπάντηση στό ἄν στην προκειμένη περίπτωση τό Δικαστήριο δύναται νά ἀρνηθεῖ νά κηρύξει εκτελεστή τήν ἀπόφαση τοῦ Landgericht τοῦ Ansbach γιά έναν ἀπό τους λόγους πού ἀναφέρονται περιοριστικῶς στά άρθρα 27, 28 καί 34 παράγραφος 2 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών, δεδομένου ὅτι βάσει τοῦ ἄρθρου 28 παράγραφος 3, δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει επίκληση τῆς δημοσίας τάξεως, ἀκόμη καί ἄν ò ἀλλοδαπός δικαστής ήταν προφανώς ἀναρμόδιος κατά τους κανόνες τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών.

Ἀναφερομένη ὅμως κατ' ἀρχήν στην ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών, ἡ 'Επιτροπή τονίζει τίς διαφορές μεταξύ τῶν διαφόρων διατυπώσεων της δευτέρας φράσεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ή σκοπιμότης τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἶναι νά εμποδίσει τόν δικαστή ενός συμβαλλομένου κράτους νά κηρυχθεί αυτεπαγγέλτως ἀναρμόδιος, ἐφ' ὅσον ἡ ἁρμοδιότης του δέν βασίζεται ἐπί άλλων διατάξεων τῆς συμβάσεως καί ἐφ' ὅσον παρίσταται ó εναγόμενος. Ἀπό τήν έκθεση Jenard συνάγεται ὅτι «γιά νά καθορισθεί τό χρονικό σημείο μέχρι τό όποιο δύναται ὁ ἐναγόμενος νά προβάλει τήν ένσταση ἀναρμοδιότητος, ὅπως καί γιά νά καθορισθεί ἡ νομική σημασία τῆς λέξεως παράσταση πρέπει νά γίνει παραπομπή στους δικονομικούς κανόνες, πού Ισχύουν στό κράτος τοῦ δικαστοῦ πού επελήφθη τῆς ὑποθέσεως». Στην περίπτωση, πού ὁ εναγόμενος προβάλλει, ὡς κύριο αἴτημα, τήν ένσταση τῆς ἀναρμοδιότητος καί, επικουρικώς, τους ισχυρισμούς του ἐπί τῆς ουσίας, προστατεύεται ἀπό τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 18 εδάφιο 2 πρώτη φράση, συμφώνως πρός τους-κανόνες τοῦ δικονομικοί) δικαίου τοῦ δικάζοντος δικαστοῦ. Στην προκειμένη περίπτωση, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 39 τῆς γερμανικής Zivilprozeßordnung (πολιτικής δικονομίας), οι διατάξεις τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατόν νά συγκριθούν μέ τά άρθρα 74 καί 76 τοῦ νέου γαλλικοῦ κωδικος πολιτικής δικονομίας, ἡ ένσταση ἀναρμοδιότητος πρέπει νά προβληθεί, ἐπί ποινή ἀπαραδέκτου, πρίν ἀπό ὁποιοδήποτε ισχυρισμό ἐπί τῆς ουσίας, άλλά αυτές οἱ διατάξεις παρέχουν τήν δυνατότητα στον διάδικο νά προβάλλει ισχυρισμούς ἐπί τῆς ουσίας επικουρικώς καί ταυτοχρόνως μέ τήν ένσταση ἀναρμοδιότητος, δεδομένου ὅτι ὁ δικαστής έχει τήν δυνατότητα μέ τήν ἴδια ἀπόφαση νά κρίνει ἐπί τῆς ἁρμοδιότητος καί ἐπί τῆς οὐσίας. Τό δικονομικό καθεστώς τῆς ἐνστάσεως ἀναρμοδιότητος υπόκειται, στην προκειμένη περίπτωση, στους δικονομικούς κανόνες τοῦ γερμανικοῦ δικαίου.

Όσον άφορα τους λόγους πού ενδεχομένως υπαγορεύουν τήν μή ἀναγνώριση στην Γαλλία τῆς γερμανικής ἀποφάσεως, ἡ 'Επιτροπή ἀπορρίπτει κατ' ἀρχήν τήν δημοσία τάξη ἡ ὁποία ἀναφέρεται στό άρθρο 27 περίπτωση 1 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών, δεδομένου ὅτι τό άρθρο αυτό δέν άφορα τους κανόνες περί ἀρμοδιότητος καί ὅτι στην Rohr παρεσχέθησαν Ικανοποιητικές εγγυήσεις κατά τήν διάρκεια της πρώτης δίκης μέ τήν δυνατότητα πού τῆς παρεσχέθη νά ἀσκήσει έφεση ἡ ἀναίρεση επικαλούμένη τήν παράβαση τοῦ άρθρου 18. Ή 'Επιτροπή υποστηρίζει ἐν συνεχεία ὅτι ἡ έννοια τῶν δικαιωμάτων τῆς υπερασπίσεως κατά τήν σύμβαση τῶν Βρυξελλών, πού ἀναφέρεται στό άρθρο 27 περίπτωση 2, εἶναι τελείως διαφορετική ἀπό την έννοια τῆς δημοσίας τάξεως. 'Αντιθέτως ἀπό ὅ,τι ισχύει στό κοινό δίκαιο ὅρισμένων κρατών, ἡ σοβαρή παρατυπία τῆς διεξαχθείσης σέ αλλοδαπό κράτος διαδικασίας δέν εμπίπτει στην ένσταση δημοσίας τάξεως εντός τοῦ πλαισίου τῆς συμβάσεως. Τό άρθρο 27 περίπτωση 2 συνιστᾶ τόν μόνο λόγο ἀρνήσεως τῆς ἀναγνωρίσεως, πού πηγάζει ἀπό παραβίαση των δικαιωμάτων τῆς υπερασπίσεως. Τό ἄν οἱ συζητήσεις διεξήχθησαν κατ' ἀντιμωλίαν ἤ ερήμην δέν εμπίπτει στην δημοσία τάξη.

'Εν συμπεράσματι, ἡ Ἐπιτροπή προτείνει νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση στό τεθέν ερώτημα:

«Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 34 ἡ αίτηση δέν εἶναι δυνατόν νά ἀπορριθεῖ ἀπό τό επιληφθέν δικαστήριο παρά μόνον γιά ἕναν ἀπό τους λόγους πού προβλέπονται στά άρθρα 27 καί 28.

Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 28 παράγραφος 3, καί επιφυλασσομένων τῶν διατάξεων περί ἁρμοδιότητος ἐπί ἀσφαλιστικῶν υποθέσεων, καθώς καί πωλήσεως καί δανείου κατά δόσεις, καί περί ἀποκλειστικών ἀρμοδιοτήτων:

τό επιληφθέν δικαστήριο δέν δύναται νά προβεί στόν έλεγχο τῆς ἀρμοδιότητος τοῦ δικαστοῦ τοῦ κράτους, εντός τοῦ ὁποίου ἀνέκυψε ἡ διαφορά·

οἱ κανόνες περί αρμοδιότητος τοῦ δικαστοῦ τοῦ κράτους εντός τοῦ ὁποίου ανέκυψε ἡ διαφορά δέν ἀφορούν τήν δημοσία τάξη τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 1.

Τό άρθρο 27 περίπτωση 2 καθορίζει ὅτι μόνον ἡ παραβίαση τῶν δικαιωμάτων τῆς ὑπερασπίσεως δύναται νά χρησιμοποιηθεί ὡς βάση τῆς αιτήσεως.

Τό άρθρο 18 παραπέμπει σιωπηρώς στους δικονομικούς κανόνες τοῦ δικαστού τοῦ κράτους, εντός τοῦ ὁποίου ἀνέκυψε ἡ διαφορά, ὅσον άφορᾶ τό χρονικό σημείο μέχρι τό όποιο επιτρέπεται στόν εναγόμενο νά προβάλλει τήν ένσταση τῆς ἀναρμο-διότητος. Στην περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ εναγόμενος προβάλλει κυρίως τήν ένσταση καί επικουρικώς τους ισχυρισμούς ἐπί τῆς ουσίας, ὁ δικαστής, ἄν διαπιστώσει ὅτι ἡ ἁρμοδιότητά του δέν προκύπτει ἀπό άλλες διατάξεις τῆς συμβάσεως, ὀφείλει νά κηρύξει εαυτόν ἀναρμόδιο. 'Αν, ἀντιθέτως, ὁ εναγόμενος, ἀφοῦ προέβαλε τήν ένσταση, παραιτείται καί προβάλλει ισχυρισμούς ἐπί της ουσίας, ὁ δικαστής, ἄν δέν υπάρχει άλλο δικαστήριο ἀποκλειστικώς ἁρμόδιο βάσει τοῦ ἄρθρου 18, ὀφείλει νά θεωρήσει ὅτι ὁ εναγόμενος ἀπεδέχθη τήν ἁρμοδιότητα».

III — Προφορική διαδικασία

Κατά τήν δημοσία συνεδρίαση τῆς 1ης 'Οκτωβρίου 1981, ἡ 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν δικηγόρο Denis de Ricci ἀνέπτυξε προφορικώς τίς παρατηρήσεις της.

Ό γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του κατά τήν δημοσία συνεδρίαση τῆς 15ης'Οκτωβρίου 1981.

Σκεπτικό

1

Μέ ἀπόφαση τῆς 26ης Νοεμβρίου 1980, ἡ ὁποία περιῆλθε στό Δικαστήριο τήν 16η Φεβρουαρίου 1981, τό Cour d'appel τῶν Βερσαλλιών υπέβαλε, δυνάμει τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 3ης 'Ιουνίου 1971 περί ερμηνείας ὑπό τοῦ Δικαστηρίου της συμβάσεως τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1968 περί ἁρμοδιότητος τῶν διακαστηρίων καί ἐκτελέσεως ἀποφάσεων ἐπί ἀστικῶν καί εμπορικῶν υποθέσεων, προδικαστικό ερώτημα ὡς πρός την ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 18 τῆς ἐν λόγω συμβάσεως.

2

Αυτό τό ερώτημα υπεβλήθη στό πλαίσιο μιᾶς εφέσεως πού ἤσκησε ἡ Établissements Rohr SA (ἐφεξής: Rohr), εδρεύουσα στίς Sarcelles, στην Γαλλία, κατά διατάξεως περί εκτελέσεως τοῦ προέδρου τοῦ Tribunal de grande instance τοῦ Pontoise της 5ης 'Ιουνίου 1979. Μέ την διάταξη αύτη τό ἀνωτέρω δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως τῆς επιχειρήσεως Ossberger Turbinenfabrik (εφεξής: Ossberger), μέ έδρα τό Weißenburg, στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, περιέβαλε μέ τύπο εκτελεστό μία προσωρινώς εκτελεστή ἀπόφαση τοῦ Landgericht τοῦ Ansbach, τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1978, καθώς καί μιά διάταξη περί καθορισμοί) τῶν δικαστικών εξόδων τοῦ ιδίου δικαστηρίου στίς 5 Φεβρουαρίου 1979.

3

Οἱ ἐν λόγω ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν ἀπό τό Landgericht τοῦ Ansbach κατόπιν ἀγωγής πού ἤσκησε ἡ Ossberger κατά τῆς Rohr μέ ἀντικείμενο τήν εξόφληση ὁρισμένων τιμολογίων γιά εμπορεύματα πού εἶχε παραδώσει ἡ Ossberger. Ἐπειδή ἡ Rohr περιωρίσθη, ενώπιον τοῦ Landgericht, στην ἀμφισβήτηση της κατά τόπον ἁρμοδιότητος τοῦ δικαστηρίου, χωρίς νά προβάλει ισχυρισμούς ἐπί τῆς ουσίας καί επειδή τό Landgericht έκρινε ὅτι ἦτο ἁρμόδιο, δυνάμει τοῦ άρθρου 17 τῆς συμβάσεως, βάσει ρήτρας περί παρεκτάσεως ἁρμοδιότητος πού περιείχετο στους γενικούς ὅρούς πωλήσεως τῆς Ossberger, ἡ Rohr ὑπεχρεώθη νά εξοφλήσει τά ἀνωτέρω τιμολόγια καί νά καταβάλει τά δικαστικά έξοδα. Ή Rohr ἤσκησε έφεση ενώπιον τοῦ Oberlandesgericht τῆς Νυρεμβέργης καί προέβαλε ἐκ νέου τήν ένσταση ἀναρμοδιότητος, χωρίς νά προβάλει ισχυρισμούς ἐπί τῆς ουσίας τό Oberlandgericht τῆς Νυρεμβέργης ἀπέρριψε τήν έφεση μέ ἀπόφαση τῆς 13ης Ἰουνίου 1979, επειδή έκρινε ὅτι τό Landgericht ήταν ἁρμόδιο βάσει τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως καί επειδή ἡ Rohr δέν εἶχε ούτε κατά τήν διαδικασία ενώπιον τοῦ Ἐφετείου προβάλει ισχυρισμούς ἐπί τῆς ουσίας. Μέ διάταξη της 19ης Μαρτίου 1980 ἀπερρίφθη ἡ αίτηση ἀναιρέσεως πού ἤσκησε ἡ Rohr ενώπιον τοῦ Bundesgericht ὡς ἀπαράδεκτη ἐπειδή δέν ἠσκήθη εμπροθέσμως.

4

Ενώπιον τοῦ Cour d'appel τῶν Βερσαλλιών, ἡ Rohr ἰσχυρίσθη ὅτι ἡ δημοσία τάξη, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 1 τῆς συμβάσεως ἀντιτίθεται στην ἀναγνώριση καί εκτέλεση τῶν ἀποφάσεων τοῦ Landgericht τοῦ Ansbach: Δεδομένου ὅτι βάσει τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών, δέν ήταν δυνατόν νά προβάλει ἡ Rohr ισχυρισμούς ἐπί τῆς ουσίας ενώπιον τῶν γερμανικών δικαστηρίων χωρίς κίνδυνο νά χάσει τό δικαίωμα προβολής τῆς ενστάσεως ἀναρμοδιότητος, τό γεγονός ὅτι τά ἐν λόγω δικαστήρια δέν περιω-ρίσθησαν νά ἀποφανθοῦν ἐπί τῆς ἁρμοδιότητος, άλλά ἀπεφάνθησαν καί ἐπί τῆς ουσίας, ἀποτελεί κατάφωρη προσβολή τῶν δικαιωμάτων τῆς ὑπερασπίσεως καί, κατά συνέπεια, τῆς δημοσίας τάξεως στην Γαλλία. Ή Ossberger υπεστήριξε ὅτι τό άρθρο 18 τῆς συμβάσεως, ὅπως ἀκριβώς καί ἡ γερμανική πολιτική δικονομία, δέν ἀπαγορεύει στην Rohr τήν προβολή ισχυρισμῶν ἐπί τῆς ουσίας, άλλα ὅτι ή Rohr ἀπέφυγε εκουσίως νά προβάλει σχετικούς ισχυρισμούς.

5

Μέ τήν σκέψη ὅτι ἀπό τήν διαφορά αυτή ἀνέκυπτε ζήτημα ἑρμηνείας τῆς συμβάσεως, τό Cour d'appel τῶν Βερσαλλιών υπέβαλε στό Δικαστήριο ένα προδικαστικό ερώτημα, μέ τό όποιο ερωτᾶται κυρίως ἄν βάσει τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως επιτρέπεται στον εναγόμενο, ὁ όποιος ἀμφισβητεί τήν ἀρμοδιότητα τοῦ επιληφθέντος μιας ἀγωγής δικαστηρίου, νά προβάλει ταυτοχρόνως, άλλα επικουρικώς, Ισχυρισμούς ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας χωρίς νά χάνει ένεκα τούτου τό δικαίωμα προβολής τῆς ενστάσεως ἀναρμοδιότητος.

6

Ή ιταλική κυβέρνηση καί ἡ Ἐπιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ὑπεστή-ριξαν ὅτι στό ἀνωτέρω ερώτημα έπρεπε νά δοθεί καταφατική ἀπάντηση.

7

Τό Δικαστήριο εἶχε τήν ευκαιρία νά ἀποφανθεί ἐπί ενός παρομοίου προδικαστικοί) ερωτήματος στην ἀπόφαση του τῆς 29ης 'Ιουνίου 1981 (Elefanten Schuh GmbH κατά Jacqmain, 150/80, πού δέν έχει ἀκόμη δημοσιευθεί στην Συλλογή). Στην ἀπόφαση αυτή τό Δικαστήριο έκρινε ὡς έξης: «Μολονότι εμφανίζονται διαφορές μεταξύ τῶν γλωσσικών ἀποδόσεων τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως όσον άφορᾶ τό ζήτημα ἄν ὁ ἐναγόμενος, προκειμένου νά ἀποκλείσει τήν ἀρμοδιότητα τοῦ επιληφθέντος δικαστηρίου, πρέπει νά περιορισθεί ἀποκλειστικώς καί μόνο στην ἀμφισβήτηση τῆς ἀρμοδιότητος ἡ ἄν, ἀντιθέτως, δύναται νά επιτύχει τό ἴδιο ἀποτέλεσμα ἀμφισβητώντας ὄχι μόνο τήν ἁρμοδιότητα τοῦ επιληφθέντος δικαστηρίου ἀλλά καί τό βάσιμο τῆς ἀγωγής, ἡ τελευταία αύτη λύση εἶναι περισσότερο σύμφωνη μέ τους σκοπούς καί τό πνεῦμα τῆς συμβάσεως. Πράγματι, σύμφωνα μέ τό ἀστικό δικονομικό δίκαιο ὁρισμένων συμβαλλομένων κρατών, ὁ εναγόμενος πού θέτει μόνο ζήτημα ἀρμοδιότητος ενδέχεται νά ἀποκλεισθεί τῆς προβολής ισχυρισμών ἐπί τῆς ουσίας σέ περίπτωση ἀπορρίψεως ἀπό τό δικαστήριο τῆς ενστάσεως ἀναρμοδιότητος. Μία ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 18 πού θά κατέληγε σέ ἕνα τέτοιο ἀποτέλεσμα, θά ήταν ἀντίθετη πρός τήν προστασία τοῦ δικαιώματος τῆς υπερασπίσεως στην ἀρχική διαδικασία, προστασία πού ἀποτελεί έναν ἀπό τους σκοπούς τῆς συμβάσεως.»

8

Ή παροῦσα υπόθεση δέν παρουσίασε κανένα στοιχείο ικανό νά μεταβάλει τίς ἀνωτέρω σκέψεις. Κατά συνέπεια, ἡ ἀπάντηση στό τεθέν ερώτημα εἶναι ὅτι τό άρθρο 18 τῆς συμβάσεως τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1968 πρέπει νά ἑρμηνευθεί κατά την έννοια ὅτι επιτρέπεται στόν εναγόμενο ὄχι μόνον νά ἀμφισβητήσει την αρμοδιότητα, άλλά καί νά προβάλει ταυτοχρόνως, επικουρικώς, Ισχυρισμούς ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας, χωρίς νά χάνει ένεκα τούτου τό δικαίωμα προβολῆς της ενστάσεως ἀναρμοδιότητος.

Ἐπί τῶν δικαστικῶν ἐξόδων

9

Τά έξοδα στά όποια υπεβλήθησαν ἡ κυβέρνηση τῆς 'Ιταλικής Δημοκρατίας καί ή Ἐπιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οἱ όποιες κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο, δέν ἀποδίδονται. Δεδομένου ὅτι ἡ προκειμένη διαδικασία έχει ὡς πρός τους διαδίκους τῆς κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, πού ἀνέκυψε ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου, σ' αὐτό εναπόκειται νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν δικαστικῶν ἐξόδων.

 

Διά ταῦτα

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)

κρίνοντας ἐπί τοῦ ερωτήματος πού τοῦ υπέβαλε τό Cour d'appel τῶν Βερσαλλιών, μέ ἀπόφαση τῆς 26ης Νοεμβρίου 1980, ἀποφαίνεται:

 

Τό ἄρθρο 18 τῆς συμβάσεως τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1968 πρέπει νά ἑρμηνευθεί κατά τήν έννοια ὅτι επιτρέπεται στόν εναγόμενο ὄχι μόνο νά ἀμφισβητήσει τήν ἀρμοδιότητα, ἀλλα καί νά προβάλει ταυτοχρόνως, επικουρικῶς, Ισχυρισμούς ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας, χωρίς νά χάνει ένεκα τούτου τό δικαίωμα προβολής τῆς ενστάσεως ἀναρμοδιότητος.

 

Touffait

Mackenzie Stuart

Everling

Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο στίς 22 'Οκτωβρίου.

Κατ' εντολή

τοῦ γραμματέως

H. A. Rühl

Κύριος υπάλληλος διοικήσεως

Ό πρόεδρος τοῦ τρίτου τμήματος

A. Touffait


( 1 ) 'Ανεπίσημη μετάφραση.