61980J0279

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 17ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1981. - ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ ΚΑΤΑ ALFRED JOHN WEBB. - (ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΟΥ HOGE RAAD - ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ). - "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ - ΔΙΑΘΕΣΗ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ". - ΥΠΟΘΕΣΗ 279/80.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1981 σελίδα 03305
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα 00265
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα 00275
Ισπανική ειδική έκδοση σελίδα 00913


Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


1 . Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Υπηρεσίες — Έννοια — Διάθεση εργατικού δυναμικού

( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 60 εδάφιο 1 )

2 . Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Περιορισμοί — Απαγόρευση — Άμεσο αποτέλεσμα

( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρα 59 καί 60 )

3 . Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Περιορισμοί πού δικαιολογούνται από τό γενικό συμφέρον — Επιτρεπτό — Προϋποθέσεις

( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρα 59 καί 60 )

4 . Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού — Άσκηση τής δραστηριότητος — Σύστημα εγκρίσεως — Νομιμότης — Προϋποθέσεις

( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρα 59 καί 60 )

Περίληψη


1 . Η δραστηριότης , η οποία συνίσταται στήν διάθεση εκ μέρους μιάς επιχειρήσεως , αντί αμοιβής , εργατικού δυναμικού , πού παραμένει στήν υπηρεσία τής εν λόγω επιχειρήσεως χωρίς νά έχει συναφθεί καμμία σύμβαση εργασίας μέ τό πρόσωπο πού χρησιμοποιεί τούς εργαζομένους , αποτελεί επαγγελματική δραστηριότητα , η οποία συγκεντρώνει τίς οριζόμενες από τό άρθρο 60 εδάφιο 1 προϋποθέσεις . Πρέπει , επομένως , νά θεωρηθεί ως υπηρεσία κατά τήν έννοια τής εν λόγω διατάξεως .

2 . Κατά συνέπεια , οι επιταγές τού άρθρου 59 τής συνθήκης κατέστησαν αμέσως καί άνευ αιρέσεων εφαρμοστέες κατά τήν λήξη τής μεταβατικής περιόδου . Οι επιταγές αυτές , περιλαμβάνουν τήν κατάργηση κάθε διακρίσεως εις βάρος τού παρέχοντος υπηρεσίες λόγω τής ιθαγενείας του ή τού γεγονότος οτι ειναι εγκατεστημένος σέ διαφορετικό Κράτος μέλος από εκείνο , οπου πρέπει νά παρασχεθεί η υπηρεσία .

3 . Η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών , ως θεμελιώδης αρχή τής συνθήκης , δέν δύναται νά περιορισθεί παρά μόνο από ρυθμίσεις πού δικαιολογούνται από τό γενικό συμφέρον καί επιβάλλονται σέ κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση πού ασκούν δραστηριότητα στό έδαφος τού Κράτους μέλους οπου παρέχεται η υπηρεσία , εφ’ οσον τό συμφέρον αυτό δέν διασφαλίζεται από τούς κανόνες , στούς οποίους υπόκειται ο παρέχων τήν υπηρεσία στό Κράτος μέλος οπου έχει τήν εγκατάστασή του .

4.Τό άρθρο 59 τής συνθήκης δέν εμποδίζει ενα Κράτος μέλος , τό οποίο υποβάλλει τίς επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού στήν υποχρέωση αποκτήσεως αδείας , νά υποχρεώσει τόν παρέχοντα υπηρεσίες , πού ειναι εγκατεστημένος σέ ενα άλλο Κράτος μέλος καί ασκεί μία τέτοια δραστηριότητα εντός τού εδάφους του , νά συμμορφωθεί πρός τήν προϋπόθεση αυτή , έστω καί άν ειναι κάτοχος αδείας χορηγηθείσης από τό κράτος εγκαταστάσεως , υπό τήν επιφύλαξη πάντως , αφ’ ενός μέν , τό Κράτος μέλος εντός τού οποίου παρέχεται η υπηρεσία νά μή προβαίνει , κατά τόν έλεγχο τών αιτήσεων χορηγήσεως αδειών καί κατά τήν χορήγησή τους , σέ διακρίσεις λόγω τής ιθαγενείας ή τού τόπου εγκαταστάσεως τού παρέχοντος τήν υπηρεσία , αφ’ ετέρου δέ , νά λαμβάνει υπ’ όψη του τά δικαιολογητικά καί τίς εγγυήσεις πού έχει ήδη προσκομίσει ο παρέχων τήν υπηρεσία γιά τήν άσκηση τής δραστηριότητός του στό Κράτος μέλος οπου έχει τήν εγκατάστασή του .

Διάδικοι


Στήν υπόθεση 279/80 ,

πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Hoge Raad der Nederlanden πρός τό Δικαστήριο κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής ποινικής δίκης πού εκκρεμεί ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου κατά

ALFRED JOHN WEBB ,

Αντικείμενο της υπόθεσης


η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 60 καί 59 τής συνθήκης ΕΟΚ ,

Σκεπτικό της απόφασης


1 Μέ απόφαση τής 9ης Δεκεμβρίου 1980 , η οποία περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 30 Δεκεμβρίου 1980 , τό Hoge Raad der Nederlanden υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , τρία προδικαστικά ερωτήματα ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 59 καί 60 τής συνθήκης σέ σχέση μέ τήν ολλανδική νομοθεσία , η οποία ρυθμίζει τήν διάθεση εργατικού δυναμικού .

2 Τά ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στό πλαίσιο ποινικής δίκης , η οποία ειχε ως αντικείμενο παράβαση τού πρώτου άρθρου τού βασιλικού διατάγματος τής 10ης Σεπτεμβρίου 1970 ( Stb . 410 ). Η διάταξη αυτή απαγορεύει τήν διάθεση εργατικού δυναμικού άνευ αδείας εκδιδομένης από τόν υπουργό κοινωνικών υποθέσεων .

3 Τό προαναφερθέν βασιλικό διάταγμα εξεδόθη σέ εκτέλεση τού άρθρου 2 παρά- γραφος 1 εδάφιο α τού Wet op het ter Beschikking stellen van Arbeidskrachten ( νόμου περί διαθέσεως εργατικού δυναμικού ) τής 31ης Ιουλίου 1965 ( Stb . 379 ) οπως ετροποποιήθη από τόν νόμο τής 30ής Ιουνίου 1967 ( Stb . 377 ). Δυνάμει τού άρθρου αυτού , δύναται νά απαγορευθεί μέ βασιλικό διάταγμα η άνευ αδείας διάθεση εργατικού δυναμικού , οταν τό απαιτεί η διασφάλιση αγαθών σχέσεων στήν αγορά εργασίας ή τό συμφέρον τών εργαζομένων γιά τούς οποίους πρόκειται . Τό άρθρο 6 παράγραφος 1 τού εν λόγω νόμου ορίζει , πάντως , οτι δέν απορρίπτεται η αίτηση παροχής αδείας παρά μόνο άν υπάρχουν λόγοι πού νά δικαιολογούν τόν φόβο οτι η διάθεση εργατικού δυναμικού από τόν αιτούντα θά βλάψει τίς αγαθές σχέσεις στήν αγορά εργασίας ή οτι δέν θά υπάρξει επαρκής εγγύηση τών συμφερόντων τών εργαζομένων γιά τούς οποίους πρόκειται .

4 Τό άρθρο 1 παράγραφος 1 εδάφιο β τού προαναφερθέντος νόμου ορίζει τήν εν λόγω δραστηριότητα ως διάθεση , έναντι αμοιβής , πρός τρίτον εργατικού δυναμικού μέ σκοπό τήν εκτέλεση στήν επιχείρηση τού τελευταίου συνήθως πραγματοποιουμένων σ’ αυτήν εργασιών , κατ’ άλλον τρόπον παρά δυνάμει συμβάσεως εργασίας συναπτομένης μέ τήν επιχείρηση αυτή .

5 Ο κατηγορούμενος στήν κυρία δίκη Alfred John Webb , διευθυντής μιάς εταιρίας αγγλικού δικαίου εγκατεστημένης στό Ηνωμένο Βασίλειο , ειναι κάτοχος αδείας διαθέσεως εργατικού δυναμικού δυνάμει τού βρετανικού δικαίου . Η εταιρία αυτή ασχολείται ιδίως μέ τήν αποστολή τεχνικού προσωπικού στίς Κάτω Χώρες . Προσλαμβάνει τό προσωπικό καί τό θέτει προσωρινώς καί έναντι αμοιβής στήν διάθεση εγκατεστημένων στίς Κάτω Χώρες επιχειρήσεων , χωρίς νά συνάπτεται σύμβαση εργασίας μεταξύ τού προσωπικού αυτού καί τών επιχειρήσεων . Στήν προκειμένη περίπτωση τό δικαστήριο τής ουσίας διεπίστωσε οτι η εν λόγω εταιρία έθεσε στίς Κάτω Χώρες , τόν Φεβρουάριο τού 1978 καί σέ τρείς περιπτώσεις , χωρίς νά ειναι κάτοχος τής εκδιδομένης από τόν ολλανδό υπουργό κοινωνικών υποθέσεων αδείας , έναντι αμοιβής εργαζομένους στήν διάθεση ολλανδικών επιχειρήσεων μέ σκοπό τήν εκτέλεση συνήθως πραγματοποιουμένων εργασιών , κατ’ άλλον τρόπον παρά δυνάμει συμβάσεως εργασίας συναπτομένης μέ τίς εν λόγω επιχειρήσεις .

6 Τό Hoge Raad , τό οποίο επελήφθη τής υποθέσεως μετ’ αναίρεση , κρίνοντας οτι η πρός έκδοση απόφαση εξαρτάται από τό άν η επίμαχη ολλανδική νομοθεσία συμβιβάζεται μέ τούς κανόνες τού κοινοτικού δικαίου στόν τομέα τής ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καί ειδικότερα μέ τά άρθρα 59 καί 60 τής συνθήκης ΕΟΚ , υπέβαλε τά ακόλουθα ερωτήματα :

«1 . Ο ορος «υπηρεσίες» πού περιέχεται στό άρθρο 60 τής συνθήκης ΕΟΚ , περιλαμβάνει επίσης τήν διάθεση εργατικού δυναμικού κατά τήν έννοια τού άρθρου 1 παράγραφος 1 εδάφιο β τού «Wet op het ter Beschikking stellen van Arbeidskrachten ;

2.Σέ περίπτωση καταφατικής απαντήσεως , εμποδίζει μήπως τό άρθρο 59 τής συνθήκης — είτε πάντοτε είτε σέ ορισμένες μόνο περιπτώσεις — ενα Κράτος μέλος , στό οποίο η εν λόγω παροχή υπηρεσιών υπόκειται σέ χορήγηση αδείας — προϋπόθεση πού έχει προβλεφθεί γιά νά υπάρχει δυνατότης αρνήσεως χορηγήσεως τής αδείας αυτής οταν υπάρχουν λόγοι πού νά δικαιολογούν τόν φόβο οτι η διάθεση εργατικού δυναμικού από τόν αιτούντα τήν άδεια θά βλάψει τίς αγαθές σχέσεις στήν αγορά εργασίας ή οτι , εκ τού λόγου αυτού , δέν θά υπάρχει επαρκής διασφάλιση τών συμφερόντων τών εργαζομένων γιά τούς οποίους πρόκειται — νά υποχρεώνει οιονδήποτε πού ασχολείται μέ τήν παροχή τέτοιου είδους υπηρεσιών , έχει δέ τήν εδρα του σέ ενα άλλο Κράτος μέλος , νά συμμορφώνεται πρός τήν προϋπόθεση αυτή ;

3.Κατά πόσον μεταβάλλεται η απάντηση στό 2ο ερώτημα οταν ο αλλοδαπός επιχειρηματίας , ο οποίος προσφέρει τίς εν λόγω υπηρεσίες , ειναι κάτοχος , στό κράτος οπου ευρίσκεται η εδρα του , αδείας πού τού επιτρέπει νά παρέχει τίς υπηρεσίες αυτές στήν εν λόγω χώρα;»

Επί τού πρώτου ερωτήματος

7 Μέ τό πρώτο ερώτημα , τό εθνικό δικαστήριο ερωτά κυρίως άν ο ορος «υπηρεσίες» πού αναφέρεται στό άρθρο 60 τής συνθήκης περιλαμβάνει καί τήν διάθεση εργατικού δυναμικού κατά τήν έννοια τής προαναφερθείσης ολλανδικής νομοθεσίας .

8 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 60 εδάφιο 1 τής συνθήκης , ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές πού κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής , εφ’ οσον δέν διέπονται από τίς διατάξεις σχετικές μέ τήν ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων , τών κεφαλαίων καί τών προσώπων . Τό εδάφιο 2 τού εν λόγω άρθρου απαριθμεί , υπό τύπον παραδειγμάτων , ορισμένες δραστηριότητες πού περιλαμβάνονται στήν έννοια τών υπηρεσιών .

9 Η δραστηριότης , η οποία συνίσταται στήν διάθεση εκ μέρους μιάς επιχειρήσεως , αντί αμοιβής , εργατικού δυναμικού , πού παραμένει στήν υπηρεσία τής εν λόγω επιχειρήσεως χωρίς νά έχει συναφθεί καμμία σύμβαση εργασίας μέ τό πρόσωπο πού χρησιμοποιεί τούς εργαζομένους , αποτελεί επαγγελματική δραστηριότητα , η οποία συγκεντρώνει τίς οριζόμενες από τό άρθρο 60 εδάφιο 1 προϋποθέσεις . Πρέπει , επομένως , νά θεωρηθεί ως υπηρεσία κατά τήν έννοια τής εν λόγω διατάξεως .

10 Η γαλλική κυβέρνηση υπεγράμμισε στό σημείο αυτό τήν ιδιάζουσα φύση τής εν λόγω δραστηριότητος , η οποία άν καί εμπίπτει στήν κατά τό άρθρο 60 τής συνθήκης έννοια τών υπηρεσιών , πρέπει νά τύχει ειδικής μεταχειρίσεως , κατά τό μέτρο πού δύναται επίσης νά υπαχθεί στίς διατάξεις περί κοινωνικής πολιτικής καί ελεύθερης κυκλοφορίας τών προσώπων . Ειναι μέν ακριβές οτι οι εργαζόμενοι πού απασχολούνται σέ επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού δύνανται , ενδεχομένως , νά υπαχθούν στίς διατάξεις τών άρθρων 48 εως 51 τής συνθήκης καί τών κοινοτικών κανονισμών πού έχουν θεσπισθεί πρός εκτέλεσή τους , τό γεγονός ομως αυτό δέν αφαιρεί από τίς επιχειρήσεις αυτές , οι οποίες απασχολούν τούς εν λόγω εργαζόμενους , τόν χαρακτήρα επιχειρήσεων προσφοράς υπηρεσιών , οι οποίες εμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογής τών άρθρων 59 τής συνθήκης . Όπως ήδη εδέχθη τό Δικαστήριο , ιδίως μέ τήν απόφαση τής 3ης Δεκεμβρίου 1974 ( van Binsbergen 33/74 , Jurispr . 1974 , σ . 1299 ), η ιδιάζουσα φύση ορισμένων παροχών υπηρεσιών δέν δύναται νά εξαιρέσει τίς δραστηριότητες αυτές από τήν εφαρμογή τών κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας τών υπηρεσιών .

11 Πρέπει , επομένως , νά δοθεί στό πρώτο ερώτημα η απάντηση οτι ο ορος «υπηρεσίες» , πού αναφέρεται στό άρθρο 60 τής συνθήκης περιλαμβάνει τήν διάθεση εργατικού δυναμικού κατά τήν έννοια τού «Wet op het ter Beschikking stellen van Arbeidskrachten» .

Επί τού δευτέρου καί τρίτου ερωτήματος

12 Μέ τό δεύτερο καί τρίτο ερώτημα ερωτάται κυρίως άν τό άρθρο 59 τής συνθήκης απαγορεύει σέ ενα Κράτος μέλος νά απαιτήσει τήν χορήγηση αδείας γιά τήν διάθεση εργατικού δυναμικού εντός τού εδάφους του από επιχείρηση , η οποία ειναι εγκατεστημένη σέ άλλο Κράτος μέλος , ιδίως οταν η εν λόγω επιχείρηση ειναι κάτοχος αδείας εκδοθείσης από τό τελευταίο αυτό κράτος .

13 Κατά τό άρθρο 59 εδάφιο 1 τής συνθήκης , οι περιορισμοί τής ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στό εσωτερικό τής Κοινότητος καταργούνται προοδευτικώς κατά τήν διάρκεια τής μεταβατικής περιόδου , οσον αφορά τούς υπηκόους τών Κρατών μελών τής Κοινότητος . Όπως εδέχθη τό Δικαστήριο μέ τήν απόφαση τής 18ης Ιανουαρίου 1979 ( van Wesemael 110 καί 111/78 , Jurispr . 1979 , σ . 35 ) η διάταξη αυτή , ερμηνευομένη υπό τό φώς τού άρθρου 8 παράγραφος 7 τής συνθήκης , έχει επιβάλει μία επακριβώς καθορισμένη υποχρέωση επιτεύξεως ορισμένου αποτελέσματος , η εκπλήρωση τής οποίας θά πρέπει νά διευκολυνθεί καί όχι νά εξαρτηθεί από τήν εφαρμογή ενός προγράμματος προοδευτικών μέτρων . Κατά συνέπεια , οι επιταγές τού άρθρου 59 τής συνθήκης κατέστησαν αμέσως καί άνευ αιρέσεων εφαρμοστέες κατά τήν λήξη τής ως άνω περιόδου .

14 Οι επιταγές αυτές περιλαμβάνουν τήν κατάργηση κάθε διακρίσεως εις βάρος τού παρέχοντος υπηρεσίες λόγω τής ιθαγενείας του ή τού γεγονότος οτι ειναι εγκατεστημένος σέ διαφορετικό Κράτος μέλος από εκείνο , οπου πρέπει νά παρασχεθεί η υπηρεσία .

15 Η δανική καί η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζουν οτι η νομοθεσία τού κράτους εντός τού οποίου παρέχεται η υπηρεσία πρέπει , κατά γενικό κανόνα , νά εφαρμόζεται στό σύνολό της επί ολων τών παρεχόντων υπηρεσίες είτε ειναι είτε όχι εγκατεστημένοι στό κράτος αυτό , λαμβανομένης υπ’ όψη τής αρχής τής ισότητος καί ιδίως τού άρθρου 60 εδάφιο 3 τής συνθήκης , δυνάμει τού οποίου ο παρέχων τήν υπηρεσία δύναται , γιά τήν εκτέλεσή της , νά ασκήσει τήν δραστηριότητά του στό Κράτος μέλος οπου παρέχεται η υπηρεσία μέ τούς ίδιους ορους πού τό κράτος αυτό επιβάλλει στούς δικούς του υπηκόους .

16 Ο σκοπός τού άρθρου 60 εδάφιο 3 ειναι , πρώτον , νά δώσει τήν δυνατότητα στόν παρέχοντα τήν υπηρεσία νά ασκήσει τήν δραστηριότητά του εντός τού Κράτους μέλους οπου παρέχεται η υπηρεσία , χωρίς διάκριση σέ σχέση μέ τούς υπηκόους τού εν λόγω κράτους . Δέν συνάγεται ομως εξ αυτού οτι τό σύνολο τής εθνικής νομοθεσίας , η οποία εφαρμόζεται στούς υπηκόους τού εν λόγω κράτους καί αφορά κανονικώς μία μόνιμη δραστηριότητα τών εγκατεστημένων στό τελευταίο επιχειρήσεων , δύναται νά εφαρμοσθεί στό σύνολό της καί κατά τόν ίδιο τρόπο καί σέ προσωρινού χαρακτήρος δραστηριότητες , πού ασκούν οι εγκατεστημένες σέ άλλα Κράτη μέλη επιχειρήσεις .

17 Τό Δικαστήριο , μέ τήν προαναφερθείσα απόφαση τής 18ης Ιανουαρίου 1979 , εδέχθη οτι , δεδομένης τής ιδιαζούσης φύσεως ορισμένων παροχών υπηρεσιών , δέν δύνανται νά θεωρηθούν ως ασυμβίβαστες πρός τήν συνθήκη ειδικές υποχρεώσεις πού επιβάλλονται στόν παρέχοντα τήν υπηρεσία καί οι οποίες δικαιολογούνται από τήν εφαρμογή κανόνων πού διέπουν αυτό τό ειδος δραστηριοτήτων . Πάντως , η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών , ως θεμελιώδης αρχή τής συνθήκης , δέν δύναται νά περιορισθεί παρά μόνο από ρυθμίσεις πού δικαιολογούνται από τό γενικό συμφέρον καί επιβάλλονται σέ κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση πού ασκούν δραστηριότητα στό έδαφος τού εν λόγω κράτους , εφ’ οσον τό συμφέρον αυτό δέν διασφαλίζεται από τούς κανόνες , στούς οποίους υπόκειται ο παρέχων τήν υπηρεσία στό Κράτος μέλος οπου έχει τήν εγκατάστασή του .

18 Πρέπει ως πρός τό θέμα αυτό νά γίνει δεκτό οτι η διάθεση εργατικού δυναμικού αποτελεί εναν ιδιαιτέρως ευαίσθητο τομέα από επαγγελματικής καί κοινωνικής απόψεως . Λόγω τής ιδιαζούσης φύσεως τών συνδεδεμένων μέ αυτή τήν μορφή δραστηριότητος σχέσεων εργασίας , η άσκησή της επηρεάζει άμεσα τόσο τίς σχέσεις στήν αγορά εργασίας , οσο καί τά έννομα συμφέροντα τών εργαζομένων γιά τούς οποίους πρόκειται . Αυτό εξ άλλου προκύπτει καί από τίς σχετικές νομοθεσίες ορισμένων Κρατών μελών , οι οποίες αποσκοπούν , αφ’ ενός μέν στό νά εξαλείψουν ενδεχόμενες καταχρήσεις , αφ’ ετέρου δέ στό νά περιορίσουν τό πεδίο τής εν λόγω δραστηριότητος ή ακόμη καί νά τήν απαγορεύσουν εντελώς .

19 Από αυτό προκύπτει ιδίως οτι επιτρέπεται στά Κράτη μέλη , αποτελεί δέ γι’ αυτά θεμιτή πολιτική επιλογή , στήν οποία προβαίνουν υπέρ τού γενικού συμφέροντος , νά υποβάλουν τήν διάθεση εργατικού δυναμικού εντός τού εδάφους τους σέ σύστημα χορηγήσεως αδειών ωστε νά έχουν τήν δυνατότητα νά αρνούνται τήν χορήγησή τους , εφ’ οσον υπάρχουν λόγοι πού νά δικαιολογούν τόν φόβο οτι η δραστηριότης αυτή θά βλάψει τίς αγαθές σχέσεις στήν αγορά εργασίας ή οτι δέν θά υπάρξει επαρκής διασφάλιση τών συμφερόντων τών εργαζομένων γιά τούς οποίους πρόκειται . Λαμβανομένων υπ’ όψη , αφ’ ενός μέν τών διαφορών πού δύνανται νά υπάρχουν μεταξύ τών συνθηκών στήν αγορά εργασίας από τό ενα κράτος στό άλλο καί , αφ’ ετέρου , τής ποικιλίας τών κριτηρίων εκτιμήσεως πού εφαρμόζονται κατά τήν άσκηση αυτού τού είδους τών δραστηριοτήτων , δέν δύναται νά αμφισβητηθεί τό δικαίωμα τού Κράτους μέλους , εντός τού οποίου παρέχεται η υπηρεσία , νά απαιτεί άδεια χορηγουμένη μέ τά ίδια κριτήρια πού ισχύουν καί γιά τούς δικούς του υπηκόους .

20 Τό μέτρο αυτό θά υπερέβαινε , πάντως , τόν επιδιωκόμενο σκοπό στήν περίπτωση κατά τήν οποία οι προϋποθέσεις , από τήν συνδρομή τών οποίων εξαρτάται η χορήγηση αδείας , θά συνέπιπταν μέ τά δικαιολογητικά καί τίς εγγυήσεις πού απαιτούνται στό κράτος εγκαταστάσεως . Η τήρηση τής αρχής τής ελεύθερης παροχής υπηρεσιών απαιτεί , αφ’ ενός μέν , τό Κράτος μέλος εντός τού οποίου παρέχεται η υπηρεσία νά μή προβαίνει σέ διακρίσεις , κατά τόν έλεγχο τών αιτήσεων χορηγήσεως αδειών καί κατά τήν χορήγησή τους , λόγω τής ιθαγενείας ή τού τόπου εγκαταστάσεως τού παρέχοντος τήν υπηρεσία , αφ’ ετέρου δέ , νά λαμβάνει υπ’ όψη του τά δικαιολογητικά καί τίς εγγυήσεις πού έχει ήδη προσκομίσει ο παρέχων τήν υπηρεσία γιά τήν άσκηση τής δραστηριότητός του στό κράτος οπου έχει τήν εγκατάστασή του .

21 Πρέπει , επομένως , νά δοθεί ως απάντηση στό δεύτερο καί τρίτο ερώτημα τού Hoge Raad οτι τό άρθρο 59 δέν εμποδίζει ενα Κράτος μέλος , τό οποίο υποβάλλει τίς επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού στήν υποχρέωση αποκτήσεως αδείας , νά υποχρεώσει τόν παρέχοντα υπηρεσίες , πού ειναι εγκατεστημένος σέ ενα άλλο Κράτος μέλος καί ασκεί μία τέτοια δραστηριότητα εντός τού εδάφους του , νά συμμορφωθεί πρός τήν προϋπόθεση αυτή , έστω καί άν ειναι κάτοχος αδείας χορηγηθείσης από τό κράτος εγκαταστάσεως , υπό τήν επιφύλαξη πάντως , αφ’ ενός μέν , τό Κράτος μέλος εντός τού οποίου παρέχεται η υπηρεσία νά μή προβαίνει , κατά τόν έλεγχο τών αιτήσεων χορηγήσεως αδειών καί κατά τήν χορήγησή τους , σέ διακρίσεις λόγω τής ιθαγενείας ή τού τόπου εγκαταστάσεως τού παρέχοντος τήν υπηρεσία , αφ’ ετέρου δέ , νά λαμβάνει υπ’ όψη του τά δικαιολογητικά καί τίς εγγυήσεις πού έχει ήδη προσκομίσει ο παρέχων τήν υπηρεσία γιά τήν άσκηση τής δραστηριότητός του στό Κράτος μέλος οπου έχει τήν εγκατάστασή του .

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί τών δικαστικών εξόδων

Τά έξοδα , στά οποία υπεβλήθησαν η ολλανδική , γερμανική , βρετανική , γαλλική καί δανική κυβέρνηση , καθώς καί η Επιτροπή , οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .

Διατακτικό


Διά ταύτα

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

κρίνοντας επί τών ερωτημάτων , πού τού υπέβαλε τό Hoge Raad der Nederlanden μέ απόφαση τής 9ης Δεκεμβρίου 1980 , αποφαίνεται :

1 ) Ο ορος «υπηρεσίες» πού αναφέρεται στό άρθρο 60 τής συνθήκης περιλαμβάνει τήν διάθεση εργατικού δυναμικού καί τήν έννοια τού Wet op het ter Beschikking stellen van Arbeidskrachten .

2)Τό άρθρο 59 δέν εμποδίζει ενα Κράτος μέλος , τό οποίο υποβάλλει τίς επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού στήν υποχρέωση αποκτήσεως αδείας , νά υποχρεώσει τόν παρέχοντα υπηρεσίες , πού ειναι εγκατεστημένος σέ ενα άλλο Κράτος μέλος καί ασκεί μία τέτοια δραστηριότητα εντός τού εδάφους του , νά συμμορφωθεί πρός τήν προϋπόθεση αυτή , έστω καί άν ειναι κάτοχος αδείας χορηγηθείσης από τό κράτος εγκαταστάσεως , υπό τήν επιφύλαξη πάντως , αφ’ ενός μέν , τό Κράτος μέλος εντός τού οποίου παρέχεται η υπηρεσία νά μή προβαίνει , κατά τόν έλεγχο τών αιτήσεων χορηγήσεως αδειών καί κατά τήν χορήγησή τους , σέ διακρίσεις λόγω τής ιθαγενείας ή τού τόπου εγκαταστάσεως τού παρέχοντος τήν υπηρεσία , αφ’ ετέρου δέ , νά λαμβάνει υπ’ όψη του τά δικαιολογητικά καί τίς εγγυήσεις πού έχει ήδη προσκομίσει ο παρέχων τήν υπηρεσία γιά τήν άσκηση τής δραστηριότητός του στό Κράτος μέλος οπου έχει τήν εγκατάστασή του .