ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

FRANCESCO CAPOTORTI

της 24ης Νοεμβρίου 1976 ( *1 )

Κύριε Πρόεδρε,

Κύριοι δικαστές,

1. 

Με απόφαση της 7ης Απριλίου 1976 το τέταρτο ποινικό τμήμα του COUR D'APPEL του DOUAI υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα που αφορούν τόσο το ένα όσο και το άλλο, την ερμηνεία των άρθρων 30 έως 32 της Συνθήκης της Ρώμης και ακριβέστερα την ερμηνεία της έννοιας «μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς». Τα ερωτήματα αυτά έχουν ως εξής:

1)

Η απαίτηση του κράτους εισαγωγής να αναγράφεται επί του εντύπου διασαφήσεως η χώρα καταγωγής των προϊόντων που τελούν υπό καθεστώς ελεύυθερης κυκλοφορίας και των οποίων η νομική κατάσταση από απόψεως κοινοτικού δικαίου βεβαιώνεται από το κοινοτικό πιστοποιητικό κυκλοφορίας αποτελεί μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό.

2)

Η εθνική νομοθεσία η οποία απαιτεί για την εισαγωγή υφαντουργικών προϊόντων προερχόμενων από κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία, καταγομένων όμως από τρίτη χώρα, αίτηση για τη χορήγηση αδείας ενόψει ενδεχομένης εφαρμογής του άρθρου 115 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας αποτελεί μέτρο ισοδύναμο προς ποσοτικό περιορισμό:

α)

κατά τη μεταβική περίοδο

β)

από της λήξεως της μεταβατικής περιόδου και ειδικότερα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 2ας Ιουνίου 1970;

Τα περιστατικά που συνέβησαν πριν από την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως άρχισαν με την εισαγωγή στη Γαλλία κατά την περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 1969 και Οκτωβρίου 1970 δεμάτων υφάσματος και υφασμάτινων σάκκων συσκευασίας από συνθετικό νήμα εκ μέρους δύο εταιρειών που εδρεύουν στο Βέλγιο. Επί των διασαφήσεων τις οποίες υπέβαλαν οι εισαγωγείς είχε αναγραφεί ως τόπος καταγωγής των εμπορευμάτων η οικονομική ένωση Βελγίου - Λουξεμβούργου αλλά μετά από έρευνα που διενήργησαν οι γαλλικές τελωνειακές αρχές αποδείχθηκε ότι στην πραγματικότητα τα εμπορεύματα αυτά κατάγονταν από μη ευρωπαϊκές χώρες και βρίσκονταν σε ελεύθερη κυκλοφορία στο Βέλγιο. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, κατά των διαχειριστών των δύο εταιρειών ασκήθηκε ποινική δίωξη ότι προέβησαν σε ψευδείς δηλώσεις ως προς την καταγωγή των εμπορευμάτων κατά παράβαση του γαλλικού τελωνειακού κώδικα και διότι παρέκαμψαν με τον τρόπο αυτό τη διαδικασία των αδειών εισαγωγής που απαιτούνται στη Γαλλία για τα προϊόντα που προέρχονται από τρίτα κράτη και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός άλλων κρατών μελών. Κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του TRIBUNAL CORRECTIONNEL της LILLE άσκησαν έφεση ενώπιον του COUR D'APPEL του DOUAI, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ερωτήματα που αναφέρθηκαν.

2. 

Η νομολογία του Δικαστηρίου εξέτασε κατ' επανάληψη και από διάφορες απόψεις το πρόβλημα των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς. Πιστεύω ότι κατ' αρχάς πρέπει να αναφερθεί η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση DASSONVILLE (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, υπόθεση 8/74, RACC. 1974, σ. 837 και επ.) με την οποία το Δικαστήριο έκρινε γενικώς ότι «κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς». Ο ορισμός αυτός επαναλήφθηκε στην απόφαση VAN HAASTER (απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1974, υπόθεση 190/73, RACC. 1974, σ. 1123 και επ.) με ειδική αναφορά στον κανονισμό 234/68 του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 1968 περί ιδρύσεως κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των ζώντων φυτών και της ανθοκομίας του οποίου το άρθρο 10 περιέχει μεταξύ άλλων απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών ή των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος.

Στο πλαίσιο του παραγώγου κοινοτικού δικαίου, η οδηγία 70/50 ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1969 (GAZETTA UFFIZIALE 1970, αρ. L 13, σ. 29 και επ.) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τη διευκρίνιση της έννοιας μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Πράγματι η οδηγία αυτή αφορά την εφαρμογή του άρθρου 33, παράγραφος 7, της Συνθήκης, δηλαδή του κανόνα δικαίου που αναθέτει στην Επιτροπή να καθορίσει «τη διαδικασία και το ρυθμό καταργήσεως των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοστώσεις μεταξύ των κρατών μελών». Και το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, αναφέρει ότι αντι-κείμενό της είναι «τα μέτρα, πλην όσων εφαρμόζονται αδιακρίτως επί των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων, τα οποία παρεμβάλλουν εμπόδια στις εισαγωγές που θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθούν αν αυτά δεν υπήρχαν, περιλαμβανομένων και των μέτρων που καθιστούν τις εισαγωγές δυσχερέστερες ή επαχθέστερες σε σχέση με τη διάθεση της εγχώριας παραγωγής».

Βεβαίως ούτε η νομολογία ούτε η κοινοτική νομοθεσία μας επιτρέπουν να καταρτίσουμε πλήρη και εξαντλητικό κατάλογο των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Τούτο εξηγείται τόσο από την ποικιλία των μέτρων που υπήρχαν στα διάφορα εθνικά δίκαια πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Ρώμης όσο και από το γεγονός ότι η εξεταζόμενη έννοια επιτελεί κατά τη Συνθήκη συμπληρωματική και επικουρική λειτουργία σε σχέση με τις έννοιες των δασμών ή των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος (άρθρο 9, παράγραφος 1, άρθρο 12 κ.λπ.) και των ποσοτικών περιορισμών ή ποσοστώσεων (άρθρα 30, 32 κ.λπ.).

Εξάλλου το να θεωρηθεί αντίθετο με το άρθρο 30 της Συνθήκης κάθε μέτρο που έχει περιοριστικό αποτέλεσμα επί των ενδοκοινοτικών εισαγωγών ή που τις καθιστά δυσχερέστερες ή επαχθέστερες θα ισοδυναμούσε με υποτίμηση της σημασίας που έχει ο σκοπός των διαφόρων μέτρων και η σχέση μεταξύ των περιοριστικών αποτελεσμάτων και του εν λόγω σκοπού. Επί του πρώτου σημείου πρέπει να αναφερθεί η απόφαση στην υπόθεση KRAMER (συνεκδι-κασθείσες υποθέσεις 3, 4 και 6/76, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976) καθόσον έγινε δεκτό ότι δεν αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από το άρθρο 30 τα κρατικά μέτρα που περιορίζουν την άσκηση της αλιείας προκειμένου να προστατευθούν οι θαλάσσιοι πόροι έστω και αν τα εν λόγω μέτρα έχουν ως άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση του όγκου των συναλλαγών. Επί του δευτέρου σημείου θα αναφέρω την απόφαση στην υπόθεση SACCHI (υπόθεση 155-73, απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, RACC. 1974, σ. 409 και επ.) με την οποία, συμφώ-νως προς το άρθρο 3 της προαναφερθείσας οδηγίας της Επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1969, έγινε δεκτό ότι «είναι δυνατό να αποτελέσουν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς τα μέτρα που διέπουν την εμπορία των προϊόντων και των οποίων τα περιοριστικά αποτελέσματα υπερβαίνουν το πλαίσιο των αποτελεσμάτων μιας απλής εμπορικής ρυθμίσεως», διευκρινίζοντας αμέσως κατόπιν «αυτό ιδίως συμβαίνει όταν τα ανωτέρω περιοριστικά αποτελέσματα είναι δυσανάλογα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό».

Κατά συνέπεια, το συμπέρασμα στο οποίο μπορούμε να καταλήξουμε βάσει των στοιχείων που αναφέρθηκαν μέχρις εδώ είναι ότι οι εθνικές διατάξεις που μπορούν να παρεμβάλουν εμπόδια ή να καταστήσουν δυσχερέστερες τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές συνιστούν καταρχήν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς αντίθετα προς τη συνθήκη, εκτός εάν θεσπίστηκαν για σκοπό άξιο προστασίας που ανταποκρίνεται στο γενικό συμφέρον των κρατών μελών σε παρόμοια περίπτωση ωστόσο το περιοριστικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι ανάλογο προς τον νομίμως επιδιωκόμενο σκοπό.

Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι το παραπάνω συμπέρασμα κείται εντός του πλαισίου της ρήτρας παρεκκλίσεως από τα άρθρα 30 έως 34 της Συνθήκης που περιέχεται στο άρθρο 36. Γνωρίζουμε ότι ορισμένοι περιορισμοί εισαγωγών (ή εξαγωγών ή διαμετακομίσεων) μπορούν να διατηρηθούν ή να θεσπιστούν από τα κράτη σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις δυνάμει του άρθρου 36, εφόσον στηρίζονται σε έναν από τους λόγους που αναφέρει περιοριστικά η διάταξη (δημόσια ηθική, δημόσια τάξη, δημόσια ασφάλεια, προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων, προφύλαξη των φυτών, προστασία των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας). Γνωρίζουμε όμως ακόμη, πάντοτε δυνάμει του άρθρου 36, ότι «οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δε δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών».

Κατά συνέπεια είναι σαφές ότι η γενική απαγόρευση των μέτρων που έχουν περιοριστικό αποτέλεσμα επί των συναλλαγών υποχωρεί ενώπιον κάποιων συγκεκριμένων συμφερόντων που κρίνονται άξια προστασίας, αλλά μόνο καθόσον τα μέτρα, που γίνονται κατ' εξαίρεση δεκτά, δεν αποσκοπούν στη δημιουργία διακρίσεων ή περιορισμών που υπερακοντίζουν τους σκοπούς βάσει των οποίων θεωρούνται σύννομα.

3. 

Θα ήθελα να έλθω τώρα στο πρώτο ερώτημα που υποβλήθηκε από το γαλλικό δικαστήριο. Όπως ήδη αναφέρθηκε το ερώτημα αυτό διατυπώθηκε ενόψει συγκεκριμένης περιπτώσεως κατά την οποία εμπορεύματα εισήχθησαν σε κράτος μέλος υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας συνοδευόμενα από το κοινοτικό πιστοποιητικό κυκλοφορίας, το δε κράτος εισαγωγής απαιτεί την αναγραφή της χώρας καταγωγής επί της διασαφήσεως. Συμβιβάζεται η εν λόγω απαίτηση με την απαγόρευση για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 30 της Συνθήκης;

Πρώτ' απ' όλα πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης, οι διατάξεις των άρθρων 30 έως 38 δεν εφαρμόζονται μόνο στα προϊόντα καταγωγής κρατών μελών αλλά και «στα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών». Το άρθρο 10 της Συνθήκης διευκρινίζει ποια νοούνται ως προϊόντα υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας εντός των κρατών μελών επί του θέματος αυτού δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση στην εκδικαζόμενη υπόθεση.

Ένα άλλο πρόβλημα που δεν τίθεται στην περίπτωση που μας απασχολεί είναι το πρόβλημα αν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 36 η εθνική διάταξη που επιβάλλει την αναγραφή της χώρας καταγωγής του εμπορεύματος. Θεωρητικά είναι δυνατό να νοηθεί παραδείγματος χάρη ότι μέτρο αυτού του είδους θεσπίζεται ή διατηρείται ως προς συγκεκριμένες κατηγορίες εμπορευμάτων για λόγους υγειονομικούς που μπορούν να υπαχθούν στο σκοπό προστασίας της υγείας και της ζωής ανθρώπων και ζώων. Ωστόσο δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση στην εκδικαζόμενη υπόθεση. Το COUR D'APPEL του DOUAI αντιμετωπίζει ακριβώς το πρόβλημα γενικού κανόνα του εσωτερικού δικαίου που δεν περιορίζεται σε κάποιες ιδιαίτερες κατηγορίες εμπορευμάτων και δεν στηρίζεται σε ειδική δικαιολογία.

Ακόμη είναι δυνατό να υποτεθεί βάσει της ρήτρας διασφαλίσεως του άρθρου 115 της Συνθήκης ότι η Επιτροπή μπορεί να επιτρέπει σε κράτος μέλος να παρεκκλίνει από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων αποκλείοντας από αυτή τη μεταχείριση ορισμένα προϊόντα που προέρχονται από συγκεκριμένες χώρες. Σε παρόμοια περίπτωση μπορεί να γίνει κατανοητό το ότι το εν λόγω κράτος επιβάλλει στους εισαγωγείς να δηλώνουν την καταγωγή των εισαγομένων εμπορευμάτων μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η βαρύτητα ενδεχομένης παραβάσεως της υποχρεώσεως αυτής καθώς και η επιβολή έστω και αυστηρών κυρώσεων προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρησή της. Στην πραγματικότητα η περίπτωση αυτή είναι ξένη προς την εκδικαζόμενη υπόθεση υπό την έννοια ότι η γαλλική διάταξη που αφορά τη δήλωση της καταγωγής δεν θεσπίστηκε στο πλαίσιο συγκεκριμένης εφαρμογής του άρθρου 115. Ωστόσο το COUR D'APPEL του DOUAI αναφερόμενο με το δεύτερο ερώτημά του στην υποχρέωση των εισαγωγέων να ζητούν άδεια, υπέθεσε ότι η εν λόγω υποχρέωση επιβλήθηκε «ενόψει ενδεχομένης εφαρμογής του άρθρου 115». Τούτο εξηγείται πιθανώς από τη στάση των γαλλικών τελωνειακών αρχών όπως αυτή εκφράστηκε σε σειρά ανακοινώσεων που δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 14ης Ιουνίου 1959, οι οποίες στήριζαν την υποχρέωση των εισαγωγέων να ζητούν άδεια για τα εμπορεύματα υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας και να αναγράφουν τη χώρα καταγωγής στο γεγονός ότι οι γαλλικές αρχές μπορεί ενδεχομένως να λάμβαναν μέτρα διασφαλίσεως για τα εν λόγω εμπορεύματα.

Επομένως στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να διευκρινιστεί ότι το απλό ενδεχόμενο μελλοντικής λήψεως μέτρων διασφαλίσεως δεν μπορεί να αποτελέσει το νομικό θεμέλιο ούτε για μια γενική και διαρκή υποχρέωση των εισαγωγέων να ζητούν άδεια ούτε για μια επίσης γενική και διαρκή υποχρέωση αναγραφής της χώρας καταγωγής των εισαγομένων εμπορευμάτων. Πράγματι, τα μέτρα διασφαλίσεως πρέπει καταρχήν να εγκρίνονται από την Επιτροπή για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εφόσον συντρέχουν οι εξαιρετικής φύσεως περιστάσεις που προβλέπει το άρθρο 115. Ως προς την ευχέρεια που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη από το δεύτερο εδάφιο αυτού του άρθρου, να λαμβάνουν απευθείας μέτρα διασφαλίσεως σε επείγουσες περιπτώσεις κατά τη μεταβατική περίοδο, πρέπει να λεχθεί όχι μόνο ότι η άσκησή της υπόκειται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως των εν λόγω μέτρων στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή καθώς και στην έγκριση της τελευταίας αυτής, αλλά επίσης ότι πρόκειται για δυνατότητα που συνδέεται με εξαιρετικές περιστάσεις. Δεν θα μπορούσε όμως να γίνει δεκτή η διατήρηση ή η θέσπιση από κράτος μέλος κανονικών μέτρων που παρεμβάλλουν εμπόδια στις εισαγωγές ενόψει περιστατικού που είναι καθαρά υποθετικό και έχει εξαιρετικό χαρακτήρα.

Επομένως συνάγεται ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση ούτε του άρθρου 36 ούτε του άρθρου 115 της Συνθήκης προκειμένου να δικαιολογηθεί η εξεταζόμενη στην προκειμένη υπόθεση διάταξη. Όπως ανέφερε το COUR D'APPEL του DOUAI με το πρώτο του ερώτημα, τα εισαχθέντα εμπορεύματα συνοδεύονταν από κοινοτικό πιστοποιητικό κυκλοφορίας. Η έρευνά μου δεν μου επέτρεψε μέχρι του παρόντος να βρω κάποιο βάσιμο κατά το κοινοτικό δίκαιο λόγο που να επιτρέπει σε κράτος μέλος να ζητεί για τα εμπορεύματα που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία, άλλη δήλωση καταγωγής εκτός από το πιστοποιητικό.

4. 

Απομένει ωστόσο να εξεταστεί μία άλλη πλευρά του ζητήματος, αν ληφθούν υπόψη τα όσα ανέπτυξε η γαλλική τελωνειακή αρχή ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου ότι κατά το άρθρο 95 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα επί του οποίου στηρίζεται η απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου του DIRECTEUR GÉNÉRAL DES DOUANES (γενικού διευθυντού τελωνείων), οι δηλώσεις καταγωγής των εισαγομένων εμπορευμάτων πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες ενδείξεις ακόμη και για την κατάρτιση στατιστικών πινάκων. 'Αραγε αυτή η χρησιμοποίηση των δηλώσεων καταγωγής για στατιστικούς σκοπούς μπορεί να δικαιο-λογήσει τον κανόνα δικαίου που υποχρεώνει τους εισαγωγείς να υποβάλλουν τις επίμαχες δηλώσεις;

Στην πραγματικότητα οι πίνακες στατιστικής είναι το απαραίτητο μέσο για να λάβει κανείς γνώση της εξελίξεως των εμπορικών ροών. Το γεγονός ότι το Συμβούλιο ενεργώντας βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης ΕΟΚ έκρινε ότι πρέπει να θεσπίσει με τον κανονισμό 1236/75 της 24ης Ιουνίου 1975, ομοιόμορφους ορισμούς και μεθόδους για τις στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου της Κοινότητας, καθώς και του ενδοκοινοτικού εμπορίου, αποδεικνύει ότι οι πληροφορίες αυτές εμφανίζουν κοινοτικό ενδιαφέρον. Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού αναφέρει ότι τα στατιστικά δεδομένα, ακόμη και όσα έχουν σχέση με το ενδοκοινοτικό εμπόριο, συγκεντρώνονται από τα κράτη μέλη και ότι η ομοιομορφία των ορισμών και των μεθόδων αποδείχθηκε αναγκαία προκειμένου να επιτευχθούν λεπτομερή και ομοιογενή κοινοτικά αποτελέσματα. Στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι «οι στατιστικές του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών είναι αναγκαίες για την αρμονική λειτουργία της κοινής αγοράς». Το ότι και στην περίπτωση αυτή υπάρχει συμφέρον διαφόρων κρατών μελών που η Συνθήκη το αναγνωρίζει ως έννομο, προκύπτει από την ευχέρεια που διαθέτει το καθένα από αυτά να ζητεί από την Επιτροπή να επιτρέψει τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεων κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 115 επικαλούμενο την ύπαρξη «εκτροπών του εμπορίου». Εφόσον οι συντάκτες της Συνθήκης έδωσαν αυτή την ευχέρεια στα κράτη μέλη, πρέπει επίσης να επιτρέπεται σε κάθε κράτος να προμηθεύεται τα αναγκαία δεδομένα τόσο για να αξιολογεί το ίδιο τη σκοπιμότητα λήψεως μέτρων, όπως αυτά που μόλις διευκρινίστηκαν, όσο και για να παρέχεται στην Επιτροπή η δυνατότητα να αξιολογεί την κατάσταση των εμπορικών ροών σε σχέση με την αγορά του αιτούντος κράτους αλλά και για να μπορεί να αποφαίνεται εάν πρέπει να χορηγηθεί ή όχι η αιτηθείσα έγκριση και να καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους παρέχεται. Επομένως κρίνω ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να θεωρηθούν νόμιμα από απόψεως κοινοτικού δικαίου κατά το χρόνο που συνέβησαν τα περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη στην προκειμένη περίπτωση, τα εθνικά μέτρα που επέβαλαν στους εισαγωγείς να δηλώνουν στις τελωνειακές αρχές την καταγωγή των εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων χωρών μελών για σκοπούς ενημερώσεως και στατιστικής παρακολουθήσεως.

Ματαίως δε, κατά τη γνώμη μου, θα επεκα-λείτο κανείς για να εναντιωθεί στην εν λόγω άποψη όσα ανέφερε το Δικαστήριο επ' ευκαιρία της αποφάσεως CRAEYNEST (απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1970 στην υπόθεση 12/70, RACC. 1970, σ. 905 και επ.) ότι δηλαδή η απαίτηση πανομοιότυπης χρήσεως σε όλα τα κράτη μέλη ενός κοινοτικού πιστοποιητικού κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (σ' εκείνη την περίπτωση επρόκειτο για το πιστοποιητικό DD4) «θα ετίθετο σε κίνδυνο εάν οι εθνικές διοικητικές αρχές μπορούν να επικαλεστούν άλλα αποδεικτικά μέσα ως προς την καταγωγή των εμπορευμάτων πέραν της αποδείξεως που παρέχει το πιστοποιητικό». Πράγματι, η απόφαση αυτή περιορίζεται στο να αποκλείει την απαίτηση συμπληρωματικών αποδείξεων ως προς το κοινοτικό πιστοποιητικό από τα κράτη μέλη, εφόσον πρόκειται να κριθεί το ζήτημα αν τα εμπορεύματα πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης που προβλέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία σε ολόκληρη την Κοινότητα.

Τούτου δοθέντος, πρέπει αμέσως να προστεθεί ότι η κατεύθυνση αυτή δεν μπορεί να παραλείπει διευκρινίσεις και όρια που απορρέουν από το κριτήριο αυτό που να αναφέρθηκε προηγουμένως — της αναλογικότητας μεταξύ του εμποδίου στην ελευθερία των συναλλαγών, το οποίο κρίνεται σύννομο λόγω του σκοπού του, και του εν λόγω στόχου.

Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί αν το κράτος εισαγωγής απαιτώντας τη δήλωση καταγωγής των εμπορευμάτων και ρυθμίζοντας τις συνέπειες ενδεχομένης παραλείψεως της δηλώσεως λαμβάνει ή όχι υπόψη τις δυσχέρειες που είναι δυνατό να συναντήσει ο εισαγωγέας προκειμένου να εξακριβώσει με βεβαιότητα τη χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων του.

Στην προκειμένη υπόθεση η Επιτροπή τόνισε ότι τα προϊόντα υφίστανται όλο και πιο συχνά διαδοχικές μεταποιήσεις σε διάφορα κράτη και η κυριότητα επ' αυτών μπορεί να μεταβιβαστεί πολλές φορές, ώστε η αναζήτηση της καταγωγής τους να εμφανίζει σε πολλές περιπτώσεις σοβαρές ή ανυπέρβλητες δυσχέρειες.

Κατά συνέπεια, με την επιφύλαξη φυσικά ότι θα ληφθούν υπόψη οι μεταγενέστεροι περιορισμοί που ενδεχομένως θα προκύψουν από την αναπροσαρμογή του κανονισμού 1736/75, μία εσωτερική νομοθεσία που εξαρτά σε κάθε περίπτωση τη διάθεση στην αγορά των εισαγομένων εμπορευμάτων από την ακριβή αναγραφή της καταγωγής τους εκ μέρους του εισαγωγέα, χωρίς να παρέχει σ' αυτόν καμιά δυνατότητα να δικαιολογήσει την ενδεχόμενη δική του άγνοια, είναι ανώφελα αυστηρή και δυσανάλογη προς το σκοπό της που είναι η παροχή στατιστικών πληροφοριών.

Κατά δεύτερο λόγο πρέπει να ελεγχθεί ποια κύρωση επιβάλλει το κράτος μέλος στην παράβαση της υποχρεώσεως να δηλώνεται η καταγωγή του εμπορεύματος. Εάν, όπως στην εκδικαζόμενη υπόθεση, η κύρωση αυτή συνίσταται στη δήμευση του εμπορεύματος (ή στην καταβολή ποσού ίσου προς την αξία του), ποινή στην οποία προστίθενται ένα πρόστιμο ίσο προς το διπλάσιο της αξίας του εμπορεύματος και η καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή, νομίζω ότι δεν χρειάζεται περισσότερη συζήτηση για να αποδειχθεί ο υπερβολικός χαρακτήρας της σε σχέση με τη βαρύτητα της παραβάσεως. Βρισκόμαστε εδώ ενώπιον περιπτώσεως καταφανούς υπερβολής της ποινικής κυρώσεως που επηρεάζει την άσκηση θε-μελιώδους ελευθερίας της Συνθήκης.

Μπορεί να μνημονευθεί η αρχή που ανέφερε το Δικαστήριο στην υπόθεση WATSON (απόφαση της 7ης Ιουλίου 1976, υπόθεση 118/75, RACC. 1976, σ. 1198 και επ.), στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και κατά την οποία τα κράτη, αν και μπορούν κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους προστασίας της εσωτερικής δημοσίας τάξεως να επιβάλλουν στους αλλοδαπούς και στους πολίτες που τους στεγάζουν την υποχρέωση να ενημερώνουν τις αστυνομικές αρχές για την παρουσία του αλλοδαπού επί του εθνικού εδάφους, ωστόσο δεν μπορούν να προβλέπουν για την υποχρέωση αυτή λεπτομέρειες εφαρμογής ικανές να δημιουργήσουν υπερβολικές δυσχέρειες σ' εκείνο τον οποίο αφορούν (όπως ο καθορισμός μη ευλόγων προθεσμιών) ούτε να συνδέουν την εν λόγω υποχρέωση με κυρώσεις δυσανάλογες προς τη βαρύτητα της παραβάσεως.

Νομίζω ότι στο ίδιο πλαίσιο σκέψεων μπορεί να αναφερθεί ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να καθορίζουν τις ποινικές κυρώσεις που συνδέονται με τη μη τήρηση της γενικής υποχρεώσεως ενημερώσεως για στατιστικούς σκοπούς στην ίδια έκταση που θα μπορούσαν ενδεχομένως να το πράξουν προκειμένου να εξασφαλίσουν την τήρηση μέτρου διασφαλίσεως προσηκόντως εγκεκριμένου βάσει του άρθρου 115. Είναι σαφές ότι η βαρύτητα της κυρώσεως πρέπει να είναι διαφορετική για τη μία ή την άλλη περίπτωση. Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για την εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής περιορισμού του εμπορίου που είναι αναγκαίος για την αποφυγή σοβαρών οικονομικών διαταραχών στην πρώτη περίπτωση αντιθέτως πρόκειται για την εξασφάλιση της υλοποιήσεως μιας απλής πράξεως ενημερώσεως που αφορά εμπορεύματα τα οποία μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα και ανεμπόδιστα εντός τους εδάφους της Κοινότητας. Κατά συνέπεια δεν πρέπει οι επιβαρύνσεις που συνδέονται με τους πίνακες αυτούς να συνιστούν απαράδεκτο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.

Βεβαίως, όπως ελέχθη, οι εν λόγω στατιστικοί πίνακες μπορούν ακόμη να συνιστούν βασική προϋπόθεση προκειμένου το κράτος να διαπιστώνει για λογαριασμό του και να αποδεικνύει στην Επιτροπή την ανάγκη θεσπίσεως μέτρων διασφαλίσεως. Αλλά πρέπει να λεχθεί ακόμη μια φορά ότι τα μέτρα αυτά επειδή ακριβώς εισάγουν παρέκκλιση έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα και επομένως η ισχύς του κοινοτικού κανόνα που προβλέπει την ενδεχόμενη έγκρι-σή τους δεν μπορεί να επεκταθεί πέραν της περιόδου κατά την οποία ο κανόνας αυτός πράγματι εφαρμόζεται.

Για όλους αυτούς τους λόγους πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι εάν η υποχρέωση που επιβάλλει κράτος μέλος στους εισαγωγείς να δηλώνουν την καταγωγή των εισαγομένων εμπορευμάτων συμβιβάζεται με τη Συνθήκη καθόσον σκοπεύει απλώς στη στατιστική ενημέρωση, αντιθέτως συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς όταν η έγκριση για τη διάθεση των εμπορευμάτων στην αγορά εξαρτάται από την τήρηση της υποχρεώσεως και όταν η μη τήρησή της επισύρει την επιβολή διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων δυσανάλογων προς τους σκοπούς που μόλις αναφέρθηκαν.

5. 

Μπορούμε τώρα να στραφούμε στο δεύτερο ερώτημα που υποβλήθηκε από το εθνικό δικαστήριο. Με το ερώτημα αυτό αντιμετωπίζεται η περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος επιβάλλει τη χορήγηση αδείας για την εισαγωγή εμπορευμάτων που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός άλλου κράτους μέλους και τούτο εν όψει ενδεχομένης εφαρμογής του άρθρου 115 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί εάν μία τέτοια περίπτωση εμπίπτει ή όχι στην κοινοτική απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά τη μεταβατική περίοδο ή μετά τη λήξη της αντιστοίχως.

Η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει ήδη κάποια στοιχεία απαντήσεως. Πράγματι στην υπόθεση INTERNATIONAL FRUIT COMPANY (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1971 στις υποθέσεις 51 έως 54/71, RACC. 1971, σ. 1107 και επ.) αναφέρεται ότι τα άρθρα 30 έως 34, παράγραφος 1 της Συνθήκης, δεν επιτρέπουν, εκτός από τις εξαιρέσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο, την εφαρμογή στις ενδοκοινοτικές σχέσεις εσωτερικών κανόνων που επιβάλλουν, έστω και τυπικώς, τη χορήγηση αδείας εισαγωγής ή εξαγωγής ή άλλες παρόμοιες προϋποθέσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι ήδη στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο ανεγνώρισε ότι οι εθνικές αρχές χορηγούσαν σε κάθε περίπτωση τις άδειες (ή παραχωρούσαν εύκολα εξαιρέσεις από την υποχρέωση υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση). Παρά ταύτα το Δικαστήριο αποφάνθηκε κατά τον προαναφερθέντα τρόπο. Κατά τη γνώμη μου η ίδια αυτή αρχή πρέπει να τεθεί εκ νέου στην παρούσα υπόθεση.

Είναι γεγονός ότι πριν από την απόφαση αυτή, η Επιτροπή, με την απόφαση 71/202/ΕΟΚ (GU 1971, L 121, σ. 26 και επ.), της 12ης Μαΐου 1971, επέτρεψε στα κράτη μέλη να λάβουν συντηρητικώς μέτρα διασφαλίσεως έναντι των εισαγωγών ορισμένων προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός άλλων κρατών μελών και ιδίως να εξαρτήσουν την εισαγωγή των εν λόγω προϊόντων από την υπό συγκεκριμένες συνθήκες χορήγηση πιστοποιητικού εισαγωγής (άρθρο 1, αριθμός 1). Και είναι επίσης γεγονός ότι στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της παραπάνω αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν στις ενδοκοινοτικές σχέσεις το σύστημα των αδειών ή άλλων εγκρίσεων εισαγωγής «υπό την προϋπόθεση να τις χορηγούν αμέσως και για ολόκληρη την αιτουμένη ποσότητα». Ωστόσο όλ' αυτά δεν μπορούν να αλλάξουν τον αντικειμενικά ασυμβίβαστο χαρακτήρα των κρατικών μέτρων, όπως είναι τα επίδικα στην παρούσα υπόθεση, σε σχέση με τους κανόνες της Συνθήκης. Και εφόσον τώρα υπάρχει η απόφαση του Δικαστηρίου που δέχεται το εν λόγω ασυμβίβαστο νομίζω ότι δεν είναι πλέον δυνατή η επίκληση της προαναφερθείσης αποφάσεως της Επιτροπής. Πάντως πρέπει να τονιστεί ότι τα περιστατικά στα οποία αναφέρονται τα ερωτήματα του COUR D' APPEL του DOUAI προηγούνται της αποφάσεως της 12ης Μαΐου 1971.

Τέλος ο χαρακτηρισμός του κρατικού συστήματος των αδειών εισαγωγής ως μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι το σύστημα αυτό χρησιμοποιείται «εν όψει ενδεχομένης εφαρμογής του άρθρου 115 της Συνθήκης». Όπως ήδη είχα την ευκαιρία να αναφέρω, η απλή δυνατότητα μελλοντικής εφαρμογής της παραπάνω ρήτρας διασφαλίσεως δεν δικαιολογεί την κανονική και συνεχή εφαρμογή του εξεταζομένου συστήματος. Η καθιέρωση εξαιρετικών μορφών ελέγχου των εισαγωγών προκειμένου να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των κατ' εξαίρεση επιτρεπομένων περιορισμών μπορεί να γίνει δεκτή μόνον αφότου ορισμένο κράτος θεσπίσει μέτρα διασφαλίσεως τηρώντας τις προϋποθέσεις του άρθρου 115.

6. 

Ωστόσο τα άρθρα 30 έως 32 επισύρουν διαφορετικές συνέπειες αναλόγως του αν η συμπεριφορά που αντιβαίνει προς τις διατάξεις τους έλαβε χώρα κατά τη μεταβατική περίοδο ή μετά τη λήξη αυτής.

Κατά τη μεταβατική περίοδο τα κράτη μέλη όφειλαν, δυνάμει των άρθρων 31 και 32, εδάφιο 1, να τηρούν στις μεταξύ τους σχέσεις τον κανόνα του «STANDSTILL», δηλαδή την απαγόρευση θεσπίσεως νέων περιορισμών στο εμπόριο με τα κράτη μέλη ή επιτάσεως των ήδη υφισταμένων κατά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης. Κατά συνέπεια ως προς την εν λόγω περίοδο το σύστημα των αδειών εισαγωγής μπορεί να θε-ωρηθεί ότι συμβιβάζεται με τη Συνθήκη αρκεί να μην έχει θεσπιστεί μετά την έναρξη της ισχύος της και να μην καθιστά δυσμενέστερο το προϊσχύσαν καθεστώς αδειών. Εξάλλου το ίδιο ισχύει όσον αφορά την υποχρέωση δηλώσεων καταγωγής των εισαγομένων εμπορευμάτων, έστω και αν το δικαστήριο του DOUAI δεν έλαβε υπόψη στο πρώτο ερώτημα τη διαφορά μεταξύ του καθεστώτος της μεταβατικής περιόδου και του καθεστώτος που εφαρμόζεται μετά τη μεταβατική περίοδο.

Από της λήξεως της μεταβατικής περιόδου ο κανόνας της ολοσχερούς καταργήσεως που το άρθρο 32, εδάφιο 2, προβλέπει ρητώς μόνο για τις ποσοστώσεις εφαρμόζεται επίσης και για τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Τούτο μπορεί να συναχθεί από την εν γένει φύση της απαγορεύσεως που θε-σπίζει το άρθρο 30 για τα εν λόγω μέτρα όπως και για τις ποσοστώσεις· συνάγεται επίσης από τη διάταξη του άρθρου 8, παράγραφος 7, κατά την οποία «η λήξη της μεταβατικής περιόδου αποτελεί το έσχατο χρονικό όριο για την έναρξη της ισχύος του συνόλου των προβλεπομένων κανόνων και για τη θέση σε εφαρμογή του συνόλου των μέτρων που συνεπάγεται η σύσταση της κοινής αγοράς».

7. 

Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, καταλήγω προτείνοντας στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το COUR D'APPEL του DOUAI ως εξής:

1)

Η απαγόρευση κάθε μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς που θεσπίζει το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν εμποδίζει ένα κράτος να ζητεί από τους εισαγωγείς να αναγράφουν την καταγωγή των εμπορευμάτων που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος για στατιστικούς σκοπούς. Ωστόσο αντίκειται στην εν λόγω απαγόρευση η εξάρτηση της αδείας διαθέσεως των εμπορευμάτων στην αγορά από την ακριβή αναγραφή της καταγωγής τους. Εξάλλου δεν συμβιβάζεται με την παραπάνω απαγόρευση κανόνας του εσωτερικού δικαίου που προβλέπει σε περίπτωση παραβάσεως της υποχρεώσεως αναγραφής της καταγωγής, κυρώσεις δυσανάλογες προς τη βαρύτητα της πράξεως, αν ληφθεί υπόψη ο νομίμως επιδιωκόμενος σκοπός της απλής στατιστικής ενημερώσεως.

2)

Η έστω και εντελώς τυπική επιβολή των αδειών εισαγωγής στις ενδοκοινοτικές σχέσεις αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό.

3)

Η εφαρμογή κατά τη μεταβατική περίοδο μέτρων όπως αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω στα σημεία 1 και 2 αντιβαίνει προς τα άρθρα 31 και 32 της Συνθήκης εάν τα εν λόγω μέτρα εισάγουν στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών νέους και δυσμενέστερους περιορισμούς σε σχέση με εκείνους που υπήρχαν κατά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης.


( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.