3.5.2023   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 156/31


Δημοσίευση αίτησης καταχώρισης ονομασίας σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων

(2023/C 156/06)

Η παρούσα δημοσίευση παρέχει το δικαίωμα ένστασης κατά της αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1), εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της παρούσας δημοσίευσης.

ΕΝΙΑΙΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

«Sidra da Madeira»

Αριθ. ΕΕ: PGI-PT-02641 — 14.10.2020

ΠΟΠ ( ) ΠΓΕ (X)

1.   Ονομασία/-ες

«Sidra da Madeira»

2.   Κράτος μέλος ή τρίτη χώρα

Πορτογαλία

3.   Περιγραφή του γεωργικού προϊόντος ή του τροφίμου

3.1.   Τύπος προϊόντος

Κλάση 1.8. Λοιπά προϊόντα του παραρτήματος I της Συνθήκης (μπαχαρικά κ.λπ.)

3.2.   Περιγραφή του προϊόντος που φέρει την προβλεπόμενη στο σημείο 1 ονομασία

Το προϊόν «Sidra da Madeira» είναι το ποτό που λαμβάνεται από τη ζύμωση του φυσικού χυμού που προκύπτει από τη συμπίεση νωπών καρπών των παραδοσιακών και άλλων ποικιλιών μήλων (Malus domestica Borkh.) και, ενίοτε, μειγμάτων μήλων και αχλαδιών (Pyrus communis L.), τα οποία καλλιεργούνται αποκλειστικά στη νήσο Μαδέρα. Παρασκευάζεται σύμφωνα με παραδοσιακές ή ειδικές μεθόδους παραγωγής του νησιού.

Πρόκειται για φυσικό μηλίτη ο οποίος παράγεται αποκλειστικά με ζύμωση του χυμού που λαμβάνεται με τεμαχισμό, άλεση, σύνθλιψη και συμπίεση τοπικά παραγόμενων μήλων και, ενίοτε, αχλαδιών, το οποίο σημαίνει ότι η περιεκτικότητά του σε σάκχαρα και σε διοξείδιο του άνθρακα είναι αμιγώς ενδογενούς προέλευσης. Παρέχεται επίσης ως ανθρακούχος φυσικός μηλίτης, ο οποίος αποκτά τον αεριούχο χαρακτήρα του εξολοκλήρου ή εν μέρει με την προσθήκη διοξειδίου του άνθρακα.

Γενικά, το προϊόν διαθέτει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: ελάχιστος αλκοολικός τίτλος 5 % (κατ’ όγκο στους 20 oC)· περιεκτικότητα σε ζυμώσιμα σάκχαρα μικρότερη από 15 g/l· ελάχιστη ολική οξύτητα (σε μηλικό οξύ) 3 g/l και έως 10 g/l· μέγιστη πτητική οξύτητα (εκφραζόμενη σε οξικό οξύ) 1,8 g/l και μέγιστη περιεκτικότητα σε ολικό διοξείδιο του θείου (εκφραζόμενη ως SO2) 200 mg/l.

Ανάλογα με τον συνδυασμό των ειδών και των ποικιλιών των καρπών που χρησιμοποιούνται, το «Sidra da Madeira» έχει λαμπερό κίτρινο χρώμα του λεμονιού έως αχυροκίτρινο χρώμα, με πορτοκαλί αποχρώσεις, διαυγή όψη όταν διηθείται ή με κάποιο ίζημα όταν δεν διηθείται.

Έχει φρέσκο, αυθεντικό άρωμα, που αποκαλύπτει έναν φρουτώδη χαρακτήρα μέτριας έως μεγάλης έντασης, με έντονες νότες πράσινου μήλου, ώριμου μήλου, κυδωνιού και/ή εσπεριδοειδών, οι οποίες σχηματίζουν ένα ισορροπημένο και ευχάριστο σύνολο.

Είναι συνήθως μη ανθρακούχο, και έχει ελαφριά, όχι πολύ γλυκιά γεύση, η οποία αναπτύσσει μια αρμονική ισορροπία μεταξύ καυστικότητας και πικρότητας, με ξηρό τελείωμα. Χαρακτηρίζεται από έντονο άρωμα και γεύση μήλου και φρεσκάδα που προκύπτει από την έντονη οξύτητα.

Πωλείται ως εμφιαλωμένος μηλίτης ή ως μηλίτης συσκευασμένος σε κατάλληλους περιέκτες (βαρέλια ή νταμιτζάνες) για πώληση σε καταστήματα κατανάλωσης ποτού και φαγητού και για λιανική πώληση στον τελικό καταναλωτή.

3.3.   Ζωοτροφές (μόνο για προϊόντα ζωικής προέλευσης) και πρώτες ύλες (μόνο για μεταποιημένα προϊόντα)

Οι παραδοσιακές ποικιλίες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή του προϊόντος «Sidra da Madeira» είναι τα μήλα «Barral», «Cara-de-dama», «Branco», «Bico de melro», «Da Festa», «Domingos», «Da Ponta do Pargo», «Calhau», «Focinho de rato» και «Vime» και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα αχλάδια «Do Santo» και «Tenra de São Jorge».

Η μακραίωνη πρακτική των γεωργών της Μαδέρας να πολλαπλασιάζουν και να μοιράζονται γενετικό υλικό από τα δέντρα και τους καρπούς που παρουσιάζουν τα βέλτιστα χαρακτηριστικά για κατανάλωση σε νωπή μορφή και/ή για παραγωγή μηλίτη σημαίνει ότι εξακολουθούν να καλλιεργούνται και άλλες καλλιεργούμενες ποικιλίες μήλων και αχλαδιών, συγκεκριμένα τα μήλα «Baunesa», «Camacha», «Espelho», «Parda», «Rajada», «Reineta Tenra da Camacha», «Santa Isabel», «Ázimo», «Amarelo», «Amargo», «Camoesa», «De vinho», «Ouro», «Pevide», «Rajado», «Rijo», «Riscado» και «Serra» και τα αχλάδια «Santa Isabel ou de Santana», «São João», «Curé» και «Pardas», οι οποίες χρησιμοποιούνται επίσης, παρότι σε μικρότερο βαθμό, σε παρτίδες που προορίζονται για την παραγωγή του «Sidra da Madeira».

Επειδή ορισμένοι παραγωγοί επιδίωξαν, από πολύ νωρίς, να διαφοροποιήσουν τους οπωρώνες τους με εξωτικές ποικιλίες για κατανάλωση σε νωπή μορφή, όπως τα μήλα «Golden», «Fuji», «Starking», «Royal Gala» και «Reineta» και το αχλάδι «Rocha», πολλές από τις οποίες είχαν ήδη εντοπιστεί στη νήσο από τη γεωπόνο Vieira Natividade το 1947, οι καρποί αυτοί μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την παραγωγή του «Sidra da Madeira» εάν υπάρχουν στη γεωργική εκμετάλλευση ή εάν έχουν καλλιεργηθεί αποκλειστικά στο νησί.

Η ανάμειξη του ευρέος αυτού φάσματος παραδοσιακών ποικιλιών μήλων και αχλαδιών, και ενίοτε και άλλων ποικιλιών μήλων και αχλαδιών, που μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο έντονες, πικρές ή γλυκές και καλλιεργούνται στο νησί, είναι το στοιχείο στο οποίο οφείλονται ο πλούτος των χρωμάτων, των αρωμάτων και των γεύσεων, καθώς και η δροσιστική οξύτητα που χαρακτηρίζει το προϊόν «Sidra da Madeira» το οποίο παράγεται σε διάφορες περιοχές του νησιού από τους ποικίλους παραγωγούς.

3.4.   Ειδικά στάδια της παραγωγής τα οποία πρέπει να εκτελούνται εντός της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής

Όλα τα στάδια της παρασκευής του μηλίτη, από την παραγωγή της πρώτης ύλης, την εξαγωγή του φυσικού χυμού και τη ζύμωση έως την παλαίωση και τη διατήρηση, εκτελούνται στη Μαδέρα.

3.5.   Ειδικοί κανόνες για τον τεμαχισμό, το τρίψιμο, τη συσκευασία κ.λπ. του προϊόντος στο οποίο αναφέρεται η καταχωρισμένη ονομασία

Η συσκευασία του «Sidra da Madeira» σε φιάλες ή κατάλληλους περιέκτες (βαρέλια ή νταμιτζάνες) για λιανική πώληση στον τελικό καταναλωτή πραγματοποιείται στη Μαδέρα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η διατήρηση των ιδιαίτερων χρωμάτων, αρωμάτων και γεύσεων αυτού του φυσικού (ενίοτε ανθρακούχου) μηλίτη, να αποφεύγεται κάθε οξείδωση ή επιμόλυνση που μπορεί να αλλοιώσει τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του και να διασφαλίζεται η πλήρης ιχνηλασιμότητα του προϊόντος.

3.6.   Ειδικοί κανόνες για την επισήμανση του προϊόντος στο οποίο αναφέρεται η καταχωρισμένη ονομασία

4.   Συνοπτική οριοθέτηση της γεωγραφικής περιοχής

Η νήσος Μαδέρα.

5.   Δεσμός με τη γεωγραφική περιοχή

Η αίτηση καταχώρισης του προϊόντος «Sidra da Madeira» βασίζεται στον δεσμό μεταξύ αφενός των χαρακτηριστικών του όσον αφορά το χρώμα, το άρωμα και τη γεύση και την έντονη οξύτητα και, αφετέρου, πρώτον, του ευρέος φάσματος των συνδυασμών καρπών από παραδοσιακές και άλλες ποικιλίες μήλων και αχλαδιών που καλλιεργούνται αποκλειστικά στη Μαδέρα και χρησιμοποιούνται για την παραγωγή του, και, δεύτερον, των εδαφοκλιματικών συνθηκών των περιοχών στις οποίες καλλιεργούνται τα φρέσκα αυτά φρούτα. Η ισχυρή φήμη του «Sidra da Madeira» και η σημασία του για τις διάφορες κοινότητες του νησιού στις οποίες παράγεται συμβάλλουν επίσης στον δεσμό.

Ιδιοτυπία του προϊόντος

Αυτό που διακρίνει το προϊόν «Sidra da Madeira» είναι ότι πρόκειται για φυσικό (ενίοτε ανθρακούχο) μηλίτη με ευρύ φάσμα χρωμάτων, αρωμάτων και γεύσεων και έντονη οξύτητα, στοιχείο που τον καθιστά ιδιαιτέρως δημοφιλή μεταξύ των καταναλωτών και που είναι το αποτέλεσμα της ζύμωσης του φυσικού χυμού που λαμβάνεται από τη συμπίεση διαφόρων «μειγμάτων» ή συνδυασμών νωπών καρπών παραδοσιακών και άλλων ποικιλιών μήλων και, ενίοτε, αχλαδιών οι οποίες καλλιεργούνται και συγκομίζονται σε οπωρώνες που είναι φυτεμένοι σε διάφορες περιοχές της Μαδέρας με πιο εύκρατα μικροκλίματα και πιο όξινο έδαφος, από τα οποία ο καρπός αποκτά τα ιδιαίτερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του.

Είναι επίσης πολύ γνωστό στους παραγωγούς και τους καταναλωτές, διότι ήταν ανέκαθεν πολύ σημαντικό για τους κατοίκους των περιοχών του νησιού στις οποίες επικρατούν ευνοϊκές συνθήκες για την καλλιέργεια των νωπών καρπών από τους οποίους παρασκευάζεται, και στις οποίες αναπτύχθηκε η πιο παραδοσιακή μέθοδος παραγωγής μηλίτη και εισήχθησαν νέες εγκεκριμένες πρακτικές για αυτό το είδος ποτού με σκοπό τη βελτίωση και τη διαφοροποίηση της παραγωγής του. Στις περιοχές αυτές διοργανώνονται επίσης «φεστιβάλ» και λαϊκές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο για την προώθηση του «Sidra da Madeira» και των μήλων και αχλαδιών από τα οποία παρασκευάζεται.

Ιδιαιτερότητα της γεωγραφικής περιοχής

Φυσικοί παράγοντες. Η Μαδέρα είναι ένα ηφαιστειακό νησί στην υποτροπική περιοχή του Βόρειου Ατλαντικού. Έχει ιδιαιτέρως ανομοιογενές ανάγλυφο, με απότομα βουνά που χωρίζονται από βαθιές κοιλάδες, σχηματίζοντας μια κεντρική οροσειρά που εκτείνεται από την Ανατολή προς τη Δύση, κάθετα προς τους επικρατούντες ανέμους, με υψόμετρο άνω των 1 200 μέτρων. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η Μαδέρα έχει ήπιο κλίμα με μικρές μόνο διακυμάνσεις της θερμοκρασίας, με εξαίρεση τις περιοχές που βρίσκονται σε υψόμετρο όπου οι θερμοκρασίες είναι χαμηλότερες. Το ορεινό ανάγλυφο του νησιού και η έκθεση στους αληγείς ανέμους έχουν δημιουργήσει μεγάλη ποικιλία μικροκλιμάτων, καθώς η νότια πλευρά είναι ηλιόλουστη και προφυλαγμένη, ενώ η βόρεια πλευρά είναι σκιερή, ψυχρότερη και με περισσότερη υγρασία.

Τα χαρακτηριστικά των κυρίαρχων βασαλτικών εδαφών μεταβάλλονται με την αύξηση του υψομέτρου και την επακόλουθη αλλαγή του κλίματος, το οποίο γίνεται πιο υγρό και ψυχρό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι καρποί που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή του προϊόντος «Sidra da Madeira» καλλιεργούνται κυρίως σε περιοχές του νησιού με πιο εύκρατα και υγρά μικροκλίματα —κυρίως σε υψόμετρο άνω των 400 m στη νότια πλευρά και 300 m στη βόρεια πλευρά— όπου κυριαρχούν ημιόξινα έως όξινα εδάφη cambisol και andosol, με καλό αερισμό και αποστράγγιση.

Ανθρώπινοι παράγοντες Μεταξύ των οπωροφόρων δέντρων που εισήγαγαν οι πρώτοι Πορτογάλοι έποικοι κατά τη δεκαετία του 1420 συγκαταλέγονταν πολυάριθμες ποικιλίες μήλων και αχλαδιών από την Πορτογαλία, οι οποίες βρήκαν ιδανικές συνθήκες καλλιέργειας στις περιοχές με πιο εύκρατα μικροκλίματα και κατά κύριο λόγο αμμοαργιλώδη εδάφη μέτριας έως υψηλής οξύτητας.

Θεωρείται ότι η παραγωγή του «Sidra da Madeira» άρχισε μόλις οι οπωρώνες παρήγαγαν αρκετούς καρπούς για κατανάλωση και μεταποίηση. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις αναφορές του χρονικογράφου Gomes Eanes de Zurara (1410–1474) και από άλλες καταγραφές που δείχνουν ότι ο «οίνος από μήλα» συγκαταλεγόταν στις προμήθειες που έπαιρναν οι πορτογαλικοί στόλοι από τη Μαδέρα από τα μέσα του 15ου αιώνα και μετά.

Είναι επίσης γνωστό ότι, από τις αρχές του 17ου αιώνα, ο «οίνος από μήλα» παραγόταν παράλληλα με τον οίνο της Μαδέρας με χρήση των ίδιων πιεστηρίων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, χρησιμοποιούνταν ακόμη και για τη νόθευσή του, έως τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν απαγορεύτηκε η παραγωγή οίνου από μήλα για την παραγωγή απομίμησης οίνου της Μαδέρας. Η απαγόρευση αυτή είχε ως αποτέλεσμα οι παραγωγοί της περιοχής να αρχίσουν να προβαίνουν σε ζύμωση του χυμού μήλου προκειμένου να παραγάγουν ένα «νέο ποτό», το οποίο αρχικά ονομαζόταν «cidra» ή «sidra» και, στη συνέχεια, «Sidra da Madeira», ώστε να διαφοροποιείται από τον μηλίτη που παραγόταν αλλού.

Το άρθρο που δημοσιεύτηκε το 1906 από τον γεωπόνο João da Mota Prego (1859–1931), στο οποίο περιγράφονται οι μέθοδοι που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την «παραγωγή μηλίτη στη Μαδέρα» και το οποίο καλεί τους τοπικούς παραγωγούς να προβούν σε παραγωγή μηλίτη, συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξή του και πολλοί παραγωγοί εξακολουθούν να ακολουθούν τις συστάσεις του σήμερα. Επιπλέον, η γεωπόνος Vieira Natividade (1899–1968), κατά την περιγραφή της ανάπτυξης των καλλιεργούμενων φρούτων στη Μαδέρα το 1947, χαρτογράφησε το ευρύ φάσμα των ποικιλιών μήλων και αχλαδιών στο νησί και προσδιόρισε τις κοινότητες στις οποίες συνεχιζόταν η παράδοση της παραγωγής μηλίτη.

Η ευκολία με την οποία εξαπλώνονται τα μηλοειδή και η παραδοσιακή πρακτική της Μαδέρας όσον αφορά τον πολλαπλασιασμό και την ανταλλαγή γενετικού υλικού από τους καρπούς με τα βέλτιστα χαρακτηριστικά οδήγησαν στην εμφάνιση πολυάριθμων παραδοσιακών ποικιλιών μήλων και αχλαδιών που προέρχονταν από τις ποικιλίες οι οποίες αρχικά εισήχθησαν από τους Πορτογάλους και αργότερα από τους Βρετανούς που ζούσαν στο νησί μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνα. Οι ποικιλίες αυτές επιλέχθηκαν και διατηρήθηκαν σε διάφορα μέρη του νησιού, όπου λόγω των τοπικών εδαφοκλιματικών συνθηκών μπορούσαν να προσαρμοστούν με τον βέλτιστο τρόπο, και όπου παρήγαγαν τους καλύτερους καρπούς για κατανάλωση σε νωπή μορφή και για παραγωγή μηλίτη. Οι ποικιλίες αυτές διατηρήθηκαν και στη συνέχεια αναπαράχθηκαν με εμβολιασμό και φυτεύτηκαν σε άλλα μέρη του νησιού με παρόμοια χαρακτηριστικά.

Με την πάροδο των αιώνων, η πρακτική αυτή διευκόλυνε όχι μόνο την ανάπτυξη των κύριων παραδοσιακών ποικιλιών μηλοειδών, αλλά και την πιο πρόσφατη εισαγωγή εξωτικών ποικιλιών μήλων και αχλαδιών, οι οποίες καλλιεργούνται και συγκομίζονται στους οπωρώνες της Μαδέρας. Οι ποικιλίες αυτές παρουσιάζουν επίσης σημαντική οξύτητα και χρησιμοποιούνται και αυτές από ορισμένους παραγωγούς για την παραγωγή μηλίτη, ο οποίος λαμβάνεται με παραδοσιακές ή ειδικές μεθόδους παραγωγής που έχουν αναπτυχθεί σε διάφορες κοινότητες του νησιού.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η κατανάλωση του «Sidra da Madeira» περιοριζόταν στους τόπους παραγωγής του, και τον μηλίτη κατανάλωναν κυρίως εκείνοι που τον παρασκεύαζαν και οι οικογένειές τους. Τις τελευταίες δεκαετίες, η κατάσταση έχει αλλάξει, καθώς έχουν αυξηθεί σημαντικά οι πωλήσεις σε εστιατόρια και μπαρ στην περιφερειακή αγορά, καθώς και οι απευθείας πωλήσεις στους τελικούς καταναλωτές στις τοπικές αγορές και εκθέσεις, και σε «φεστιβάλ» ή σε λαϊκές εκδηλώσεις που διοργανώνονται για την προώθηση του μηλίτη και των μήλων από τα οποία παρασκευάζεται.

Το ενδιαφέρον για την παράδοση και την ποιότητα αυτού του προϊόντος οδήγησε, στα μέσα του 2016, στη δημιουργία της ένωσης παραγωγών μηλίτη της Μαδέρας (APSRAM), στην οποία συμμετέχουν περίπου 30 παραγωγοί μηλίτη, με στόχο την προώθηση και τη διασφάλιση της ποιότητας και της γνησιότητας του προϊόντος «Sidra da Madeira», την προώθηση της έρευνας και την προβολή του προϊόντος.

Δεσμός μεταξύ της γεωγραφικής περιοχής και των χαρακτηριστικών και της φήμης του προϊόντος

Τα ιδιαίτερα εδαφοκλιματικά χαρακτηριστικά των περιοχών του νησιού, τα οποία ευνοούν την προσαρμογή και τη φύτευση οπωρώνων και μεμονωμένων δέντρων διαφόρων ποικιλιών μήλων και αχλαδιών, προσδίδουν στους καρπούς τους τη μοναδική οξύτητα και τα ιδιαίτερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά τους, τα οποία, ανάλογα με τον συνδυασμό των καρπών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή του, μεταβιβάζονται επίσης σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στο «Sidra da Madeira».

Χάρη στα χαρακτηριστικά του «Sidra da Madeira» όσον αφορά το χρώμα, το άρωμα και τη γεύση, τα οποία καθορίζονται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των «μειγμάτων» ή των συνδυασμών των καρπών παραδοσιακών και άλλων ποικιλιών μήλων και, ενίοτε, αχλαδιών που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του, καθώς και στην έντονη οξύτητά του, η οποία οφείλεται κυρίως στις εδαφοκλιματικές συνθήκες των περιοχών όπου καλλιεργούνται οι καρποί, το προϊόν «Sidra da Madeira» έχει κερδίσει πολλά εθνικά βραβεία, όπως στην περίπτωση του διαγωνισμού «Concurso Nacional de Cervejas e Sidras Tradicionais Portuguesas» (Εθνικός διαγωνισμός παραδοσιακών πορτογαλικών ειδών μπίρας και μηλίτη) και του «Great Taste — Portugal». Ωστόσο, οι τοπικοί καταναλωτές και, όλο και περισσότερο, οι τουρίστες που επισκέπτονται το νησί είναι εκείνοι που δημιουργούν την εξαιρετική φήμη του.

Τα ιστορικά στοιχεία που πιστοποιούν τη σημασία της παραγωγής «οίνου μήλου», «cidra», «sidra» και «Sidra da Madeira» κατά τα τελευταία 600 έτη οδήγησαν τους τοπικούς παραγωγούς να κατοχυρώσουν ότι ο μηλίτης παρασκευάζεται στο νησί από τον πρώτο εποικισμό του, στις περιοχές όπου οι συνθήκες είναι οι πλέον κατάλληλες για τη φύτευση των οπωρώνων που παρέχουν τους καρπούς. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο υπάρχει μια ισχυρή παράδοση παραγωγής μηλίτη και κατανάλωσης μηλίτη σε ολόκληρο το νησί, αλλά κυρίως στις πολιτικές ενορίες São Roque do Faial — Santana, Santo António da Serra — Machico, Camacha — Santa Cruz, Jardim da Serra — Câmara de Lobos, Ponta do Pargo — Calheta και Prazeres — Calheta, όπου, λόγω της ιδιαίτερης αντιπαλότητας μεταξύ των κοινοτήτων του νησιού, διοργανώνονται κάθε χρόνο λαϊκές και κοινωνικοπολιτιστικές εκδηλώσεις για την προώθηση της παραγωγής και της κατανάλωσης του «Sidra da Madeira».

Παραπομπή στη δημοσίευση των προδιαγραφών

https://tradicional.dgadr.gov.pt/pt/cat/bebidas-espirituosas/outras-bebidas/1084-sidra-da-madeira-igp


(1)  EE L 343 της 14.12.2012, σ. 1.