Βρυξέλλες, 4.1.2019

COM(2018) 848 final

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

σχετικά με την αναθεώρηση και την επικαιροποίηση του δεύτερου σχεδίου εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 850/2004 για τους έμμονους οργανικούς ρύπους

{SWD(2018) 495 final}


1.Εισαγωγή

Η σύμβαση της Στοκχόλμης για τους έμμονους οργανικούς ρύπους 1 εγκρίθηκε τον Μάιο του 2001 στο πλαίσιο του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP). Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της 2 είναι συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης 3 και οι διατάξεις της σύμβασης μεταφέρθηκαν στο δίκαιο της Ένωσης με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 850/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 4 (κανονισμός για τους έμμονους οργανικούς ρύπους).

Σύμφωνα με τη σύμβαση της Στοκχόλμης, τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται δυνάμει του άρθρου 7:

α) να καταρτίσουν και να καταβάλουν κάθε προσπάθεια να εφαρμόσουν σχέδιο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση·

β) να διαβιβάσουν το σχέδιο εφαρμογής τους στη διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών εντός δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία η εν λόγω σύμβαση τίθεται σε ισχύ για αυτά·

γ) να αναθεωρούν και να επικαιροποιούν, ως ενδείκνυται, το σχέδιο εφαρμογής τους σε περιοδική βάση και με τρόπο που θα καθορίζεται σε σχετική απόφαση της διάσκεψης των συμβαλλομένων μερών.

Το πρώτο ευρωπαϊκό σχέδιο εφαρμογής, με τίτλο «κοινοτικό σχέδιο εφαρμογής» καταρτίστηκε το 2007 [SEC(2007) 341] 5 . Το σχέδιο εφαρμογής επικαιροποιήθηκε αργότερα με το λεγόμενο «ενωσιακό σχέδιο εφαρμογής» του 2014 [COM(2014) 306 final]. Η αναθεώρηση και επικαιροποίηση του δεύτερου σχεδίου εφαρμογής έχει καταστεί αναγκαία προκειμένου να εξεταστούν περαιτέρω 1) η προσθήκη ορισμένων νέων έμμονων οργανικών ρύπων στη σύμβαση της Στοκχόλμης και 2) η τεχνική και νομοθετική πρόοδος που έχει επιτευχθεί στον συγκεκριμένο τομέα.

Αυτό το νέο σχέδιο εφαρμογής αποτέλεσε αντικείμενο διαβούλευσης με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, τη βιομηχανία, περιβαλλοντικές οργανώσεις και το ευρύ κοινό.

Το σχέδιο εφαρμογής θα υποβληθεί στη γραμματεία της σύμβασης της Στοκχόλμης σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως συμβαλλόμενου μέρους.

2.Έμμονοι οργανικοί ρύποι

Οι έμμονοι οργανικοί ρύποι είναι χημικές ουσίες οι οποίες διατηρούνται επί μακρόν στο περιβάλλον, βιοσυσσωρεύονται και ενέχουν τον κίνδυνο πρόκλησης σοβαρών δυσμενών επιπτώσεων για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Οι εν λόγω ρύποι δεν γνωρίζουν σύνορα καθώς μεταφέρονται σε μεγάλες αποστάσεις μακριά από τις πηγές τους και συσσωρεύονται μάλιστα ακόμη και σε περιοχές στις οποίες ουδέποτε έχουν χρησιμοποιηθεί ή παραχθεί. Οι έμμονοι οργανικοί ρύποι συνιστούν απειλή για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία σε ολόκληρο τον πλανήτη, ενώ οι περιοχές της Αρκτικής, της Βαλτικής και των Άλπεων αποτελούν παραδείγματα καταβοθρών έμμονων οργανικών ρύπων στην ΕΕ. Κρίθηκε αναγκαία η ανάληψη διεθνούς δράσης για τη μείωση και την εξάλειψη της παραγωγής, της χρήσης και των εκλύσεων αυτών των ουσιών. Οι ουσίες που εξετάζονται στις διεθνείς νομικές πράξεις σχετικά με τους έμμονους οργανικούς ρύπους παρατίθενται στον πίνακα 1.

3.Διεθνείς συμφωνίες για την αντιμετώπιση των έμμονων οργανικών ρύπων

3.1.Πρωτόκολλο της ΟΕΕ/HE για τους έμμονους οργανικούς ρύπους 6

Το πρωτόκολλο για τους έμμονους οργανικούς ρύπους της σύμβασης της ΟΕΕ/ΗΕ για τη διασυνοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλες αποστάσεις (CLRTAP) («πρωτόκολλο για τους έμμονους οργανικούς ρύπους») εγκρίθηκε στις 24 Ιουνίου 1998 στο Aarhus της Δανίας. Το πρωτόκολλο επικεντρώνεται επί του παρόντος σε 16 ουσίες, οι οποίες περιλαμβάνουν έντεκα παρασιτοκτόνα, δύο βιομηχανικές χημικές ουσίες και τρία ακούσια παραπροϊόντα. Απώτερος σκοπός του είναι η εξάλειψη οποιωνδήποτε εκροών, εκπομπών και απωλειών των εν λόγω ουσιών που συνιστούν έμμονους οργανικούς ρύπους.

Το πρωτόκολλο απαγορεύει την παραγωγή και τη χρήση των χημικών ουσιών που παρατίθενται σε αυτό, είτε απευθείας είτε σε μεταγενέστερο στάδιο, και περιλαμβάνει διατάξεις για την αντιμετώπιση των αποβλήτων που αποτελούνται από ή περιέχουν τις συγκεκριμένες χημικές ουσίες. Επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη την υποχρέωση να μειώσουν τις εκπομπές τους όσον αφορά τις διοξίνες, τα φουράνια, τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες (PAH) και το εξαχλωροβενζόλιο (HCB) και καθορίζει συγκεκριμένες οριακές τιμές εκπομπών για την καύση αστικών, επικίνδυνων και ιατρικών αποβλήτων.

3.2.Σύμβαση της Στοκχόλμης

Η σύμβαση της Στοκχόλμης για τους έμμονους οργανικούς ρύπους εγκρίθηκε το 2001 και τέθηκε σε ισχύ το 2004. Προάγει την ανάληψη διεθνούς δράσης επί μιας αρχικής δέσμης δώδεκα ουσιών που συνιστούν έμμονους οργανικούς ρύπους με γενικότερο στόχο την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος από τους έμμονους οργανικούς ρύπους και επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη την απαίτηση να λάβουν μέτρα για την εξάλειψη ή τη μείωση της έκλυσης έμμονων οργανικών ρύπων στο περιβάλλον. Γίνεται δε ειδική μνεία στην αρχή της προφύλαξης, όπως διατυπώνεται στην αρχή 15 της Διακήρυξης του Ρίο του 1992 για το περιβάλλον και την ανάπτυξη. Η αρχή αυτή τίθεται σε εφαρμογή με το άρθρο 8 της σύμβασης, το οποίο προβλέπει τους κανόνες για τη συμπερίληψη πρόσθετων χημικών ουσιών στη σύμβαση της Στοκχόλμης.

Στο παράρτημα Α της σύμβασης της Στοκχόλμης παρατίθενται επί του παρόντος 22 χημικές ουσίες, οι οποίες υπόκεινται σε απαγόρευση παραγωγής και χρήσης, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες ισχύουν γενικές ή ειδικές εξαιρέσεις. Επιπλέον, όπως προβλέπεται στο παράρτημα Β της σύμβασης της Στοκχόλμης, απαγορεύεται αυστηρά η παραγωγή και χρήση του DDT, ενός παρασιτοκτόνου το οποίο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες. Έχουν θεσπιστεί επίσης εξαιρέσεις και αποδεκτές χρήσεις για το υπερφθοροκτανοσουλφονικό οξύ (PFOS), τα άλατά του και το υπερφθοροκτανοσουλφονυλοφθορίδιο (PFOSF).

Οι γενικές εξαιρέσεις επιτρέπουν τη χρήση τους για ερευνητικούς σκοπούς σε εργαστηριακή κλίμακα ή ως προτύπων αναφοράς και την παρουσία τους ως ακούσιων ιχνοποσοτήτων ρύπων σε προϊόντα και αντικείμενα. Τα αντικείμενα τα οποία περιέχουν έμμονους οργανικούς ρύπους και παρασκευάστηκαν ή χρησιμοποιούνταν ήδη πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σχετικής υποχρέωσης υπόκεινται επίσης σε εξαίρεση, υπό την προϋπόθεση ότι τα συμβαλλόμενα μέρη υποβάλλουν στη γραμματεία της σύμβασης της Στοκχόλμης πληροφορίες σχετικά με τις χρήσεις και εθνικό σχέδιο για τη διαχείριση των αποβλήτων όσον αφορά τα εν λόγω αντικείμενα.

Οι εκλύσεις ακούσια παραγόμενων παραπροϊόντων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Γ [διοξίνες, φουράνια, πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCB), πενταχλωροβενζόλιο (PeCB), εξαχλωροβενζόλιο (HCB) και, από τον Δεκέμβριο του 2016, πολυχλωριωμένο ναφθαλίνιο (PCN)] αποτελούν αντικείμενο συνεχούς ελαχιστοποίησης, με απώτερο σκοπό την ολική τους εξάλειψη, όπου αυτό είναι εφικτό. Σύμφωνα με το παράρτημα Γ, τα συμβαλλόμενα μέρη προάγουν και, βάσει των σχεδίων δράσης τους, απαιτούν τη χρήση βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών για νέες πηγές εντός των σημαντικών τους κατηγοριών πηγών που προσδιορίζονται στο μέρος II και στο μέρος III του παραρτήματος Γ της σύμβασης της Στοκχόλμης.

Στη σύμβαση της Στοκχόλμης προβλέπεται επίσης ο εντοπισμός και η ασφαλής διαχείριση αποθεμάτων που αποτελούνται από ή περιέχουν έμμονους οργανικούς ρύπους. Τα απόβλητα που αποτελούνται από, περιέχουν ή έχουν μολυνθεί από έμμονους οργανικούς ρύπους θα πρέπει να διατίθενται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ότι το περιεχόμενό τους σε έμμονους οργανικούς ρύπους καταστρέφεται ή μετατρέπεται κατά τρόπο μη αναστρέψιμο, ούτως ώστε να μην παρουσιάζει ιδιότητες έμμονων οργανικών ρύπων. Σε περίπτωση που αυτό δεν συνιστά την από περιβαλλοντικής άποψης προτιμητέα επιλογή ή η περιεκτικότητα σε έμμονους οργανικούς ρύπους είναι χαμηλή, η διάθεση των αποβλήτων γίνεται με άλλον περιβαλλοντικά ορθό τρόπο. Απαγορεύονται ρητώς διαδικασίες διάθεσης που θα οδηγήσουν ενδεχομένως στην ανάκτηση ή περαιτέρω χρησιμοποίηση έμμονων οργανικών ρύπων. Όσον αφορά τη μεταφορά αποβλήτων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σχετικοί διεθνείς κανόνες, πρότυπα και κατευθυντήριες γραμμές, όπως η σύμβαση της Βασιλείας του 1989 για τον έλεγχο της διασυνοριακής μεταφοράς επικίνδυνων αποβλήτων και διάθεσης αυτών.

Πίνακας 1    Επισκόπηση των έμμονων οργανικών ρύπων που ρυθμίζονται σε διεθνές επίπεδο· οι νέοι έμμονοι οργανικοί ρύποι που διέπονται από τη σύμβαση της Στοκχόλμης (από το 2009) επισημαίνονται με γκρίζο χρώμα

Ουσία

CAS

Περιλαμβάνεται στη σύμβαση της Στοκχόλμης

Περιλαμβάνεται στο πρωτόκολλο της ΟΕΕ/ΗΕ για τους έμμονους οργανικούς ρύπους

Περιλαμβάνεται στον κανονισμό της ΕΕ για τους έμμονους οργανικούς ρύπους

Εκούσια παραγόμενοι έμμονοι οργανικοί ρύποι

Αλδρίνη (aldrin)

309-00-2

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

Χλωρδάνιο (chlordane)

57-74-9

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

Χλωρδεκόνη (chlordecone)

143-50-0

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

Διελδρίνη (dieldrin)

60-57-1

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

Ενδοσουλφάνη (endosulfan)

959-98-8
33213-65-9
115-29-7
1031-07-8

Παράρτημα A

Όχι

Ναι

Ενδρίνη (endrin)

72-20-8

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

Heptachlor (επταχλώριο)

76-44-8

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

Εξαβρωμοδιφαινύλιο (HBB)

36355-01-8

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

Εξαβρωμοκυκλοδωδεκάνιο (HBCDD)

25637-99-4

3194-55-6

Παράρτημα A

Όχι

Ναι

Εξαβρωμοδιφαινυλαιθέρας και επταβρωμοδιφαινυλαιθέρας

68631-49-2
207122-15-4
446255-22-7
207122-16-5
και λοιποί

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

Ναι

Εξαχλωροβενζόλιο (HCB)

118-74-1

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

αεξαχλωροκυκλοεξάνιο*

319-84-6

Παράρτημα A

Ναι: εξαχλωροκυκλοεξάνιο (HCH: CAS: 608-73-1 7 ), συμπεριλαμβανομένου του λινδανίου (CAS: 58-89-9)

Ναι (όλα τα ισομερή που περιλαμβάνουν γ-εξαχλωροκυκλοεξάνιο και ανευρίσκονται στο λινδάνιο)

βεξαχλωροκυκλοεξάνιο*

319-85-7

Παράρτημα A

Λινδάνιο*

58-89-9

Παράρτημα A

Mirex

2385-85-5

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

Πενταχλωροβενζόλιο

608-93-5

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

Πενταχλωροφαινόλη (PCP)

87-86-5

Παράρτημα A

Όχι

Όχι

Πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCB)

Όλα τα PCB και τα μείγματά τους έχουν διαφορετικούς αριθμούς CAS

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

Τετραβρωμοδιφαινυλαιθέρας και πενταβρωμοδιφαινυλαιθέρας

5436-43-1
60348-60-9
και λοιποί

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

Ναι

Τοξαφένιο (toxaphene)

8001-35-2

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

DDT

50-29-3

Παράρτημα Β

Ναι

Ναι

Υπερφθοροκτανοσουλφονικό οξύ, τα άλατά του και υπερφθοροκτανοσουλφονυλοφθορίδιο (PFOS)

1763-23-1 s,
307-35-7
και λοιποί

Παράρτημα Β

Ναι

Ναι

SCCP – χλωριωμένες παραφίνες μικρής αλυσίδας

85535-84-8

Υπό εξέταση

Ναι

Ναι

HCBD – εξαχλωροβουταδιένιο

87-68-3

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

PCN – πολυχλωριωμένο ναφθαλίνιο

Όλα τα PCN και τα μείγματά τους έχουν διαφορετικούς αριθμούς CAS

Παράρτημα A

Ναι

Ναι

Ακούσια παραγόμενοι έμμονοι οργανικοί ρύποι

Πολυχλωριωμένες διβενζο-p-διοξίνες (PCDD)

1746-01-6

Παράρτημα Γ

Ναι

Ναι

Πολυχλωριωμένα διβενζοφουράνια (PCDF)

1746-01-6

Παράρτημα Γ

Ναι

Εξαχλωροβενζόλιο (HCB)

118-74-1

Παράρτημα Γ

Ναι

Ναι

Πενταχλωροβενζόλιο

608-93-5

Παράρτημα Γ

Ναι

Ναι

Πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCB)

Όλα τα PCB και τα μείγματά τους έχουν διαφορετικούς αριθμούς CAS

Παράρτημα Γ

Ναι

Ναι

PCN – πολυχλωριωμένο ναφθαλίνιο

Όλα τα PCN και τα μείγματά τους έχουν διαφορετικούς αριθμούς CAS

Παράρτημα Γ

Ναι

Όχι

Πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAH)

207-08-9 και λοιποί

Όχι

Ναι

Ναι

*    Το λινδάνιο, το α- και β-εξαχλωροκυκλοεξάνιο, καθώς και η χλωρδεκόνη και το εξαβρωμοδιφαινύλιο, είναι νέοι έμμονοι οργανικοί ρύποι που διέπονται από τη σύμβαση της Στοκχόλμης, αλλά καλύπτονταν ήδη από το πρωτόκολλο για τους έμμονους οργανικούς ρύπους και από τον κανονισμό της ΕΕ για τους έμμονους οργανικούς ρύπους.

4.Σκοπός του ενωσιακού σχεδίου εφαρμογής για τους έμμονους οργανικούς ρύπους

Στη σύμβαση της Στοκχόλμης προβλέπεται για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη η υποχρέωση να καταρτίσουν και να καταβάλουν κάθε προσπάθεια να εφαρμόσουν σχέδιο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τη σύμβαση της Στοκχόλμης. Όσον αφορά την Ένωση, η υποχρέωση αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 850/2004 για τους έμμονους οργανικούς ρύπους. Ως εκ τούτου, το 2007 η Ένωση κατάρτισε σχέδιο εφαρμογής για τους έμμονους οργανικούς ρύπους, το οποίο καλύπτει επίσης τις ουσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του πρωτοκόλλου της ΟΕΕ/ΗΕ για τους έμμονους οργανικούς ρύπους 8 .

Ο γενικός σκοπός του σχεδίου εφαρμογής δεν είναι μόνον η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων, αλλά και ο απολογισμός των δράσεων που έχουν αναληφθεί, καθώς και η κατάρτιση στρατηγικής και σχεδίου δράσης για τη λήψη περαιτέρω ενωσιακών μέτρων σε σχέση με τους έμμονους οργανικούς ρύπους που περιλαμβάνονται στη σύμβαση της Στοκχόλμης και/ή στο πρωτόκολλο της ΟΕΕ/HE για τους έμμονους οργανικούς ρύπους.

Επομένως, το ενωσιακό σχέδιο εφαρμογής αποσκοπεί:

·στην αναθεώρηση των υφιστάμενων μέτρων ενωσιακού επιπέδου που αφορούν τους έμμονους οργανικούς ρύπους·

·στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της επάρκειάς τους όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της σύμβασης της Στοκχόλμης·

·στον προσδιορισμό των αναγκών για τη λήψη περαιτέρω μέτρων ενωσιακού επιπέδου·

·στην κατάρτιση σχεδίου για την εφαρμογή των περαιτέρω μέτρων·

·στον προσδιορισμό και στην ενίσχυση των συνδέσμων και των πιθανών συνεργειών μεταξύ της διαχείρισης των έμμονων οργανικών ρύπων και λοιπών περιβαλλοντικών πολιτικών και άλλων τομέων πολιτικής· και

·στην αύξηση της ευαισθητοποίησης σχετικά με τους έμμονους οργανικούς ρύπους και τα μέτρα ελέγχου τους.

5.Σύνοψη του συνοδευτικού εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής

Το συνοδευτικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής περιλαμβάνει το τρίτο ενωσιακό σχέδιο εφαρμογής, όπως απαιτείται στο πλαίσιο της σύμβασης της Στοκχόλμης. Η αναθεώρηση και επικαιροποίηση του δεύτερου σχεδίου εφαρμογής πραγματεύεται την προσθήκη νέων έμμονων οργανικών ρύπων στη σύμβαση της Στοκχόλμης και την τεχνική και νομοθετική πρόοδο που έχει επιτευχθεί στον συγκεκριμένο τομέα.

Στην εισαγωγή παρέχεται επισκόπηση του διεθνούς νομοθετικού πλαισίου εντός του οποίου λειτουργεί ο κανονισμός για τους έμμονους οργανικούς ρύπους, συμπεριλαμβανομένης μιας συνοπτικής παρουσίασης του πρωτοκόλλου της ΟΕΕ/HE για τους έμμονους οργανικούς ρύπους και της σύμβασης της Στοκχόλμης.

Στο κεφάλαιο 2 παρουσιάζεται η κατάσταση που επικρατεί όσον αφορά την εκτέλεση των υποχρεώσεων της ΕΕ ως συμβαλλόμενου μέρους των προαναφερόμενων διεθνών πλαισίων. Περιγράφεται δε η ισχύουσα σχετική νομοθεσία της ΕΕ, καθώς και τα χρηματοδοτικά μέσα που υποστηρίζουν την εφαρμογή.

Η ΕΕ έχει θεσπίσει και εφαρμόζει ορισμένα νομοθετικά μέτρα τα οποία αφορούν τους έμμονους οργανικούς ρύπους και εξυπηρετούν τους σκοπούς τόσο της σύμβασης της Στοκχόλμης όσο και του πρωτοκόλλου της ΟΕΕ/ΗΕ για τους έμμονους οργανικούς ρύπους. Η κύρια νομική πράξη είναι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 850/2004 για τους έμμονους οργανικούς ρύπους, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 20 Μαΐου 2004. Ο κανονισμός για τους έμμονους οργανικούς ρύπους έχει τροποποιηθεί πολλές φορές προκειμένου να προστεθούν νέες ουσίες και να καθοριστούν οριακές τιμές συγκέντρωσης στα απόβλητα.

Άλλες νομοθετικές πράξεις σχετικά με τα χημικά προϊόντα συμπληρώνουν τον κανονισμό για τους έμμονους οργανικούς ρύπους όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων βάσει της σύμβασης της Στοκχόλμης και του πρωτοκόλλου για τους έμμονους οργανικούς ρύπους, διασφαλίζοντας ότι τηρείται η απαγόρευση των εξαγωγών για τους έμμονους οργανικούς ρύπους, ότι οι επιτρεπόμενες εισαγωγές και εξαγωγές συμμορφώνονται με τους κανόνες της σύμβασης της Στοκχόλμης και ότι οι έμμονοι οργανικοί ρύποι συλλέγονται και καταστρέφονται κατά τρόπο μη αναστρέψιμο, καθώς και ότι αποτρέπεται η παραγωγή των χημικών προϊόντων που παρουσιάζουν ιδιότητες έμμονων οργανικών ρύπων ή η διάθεσή τους στην αγορά.

Η παρακολούθηση της παρουσίας έμμονων οργανικών ρύπων σε τρόφιμα και ζωοτροφές καθώς και στο περιβάλλον πραγματοποιείται βάσει διαφόρων νομικών πράξεων και στο πλαίσιο μιας σειράς προγραμμάτων. Το ευρωπαϊκό μητρώο έκλυσης και μεταφοράς ρύπων (ευρωπαϊκό ΜΕΜΡ) βελτιώνει την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες. Καλύπτει 91 ρύπους και 65 οικονομικές δραστηριότητες και εφαρμόζει οριακά επίπεδα για ορισμένους ρύπους, συμπεριλαμβανομένων των έμμονων οργανικών ρύπων.

Η πλατφόρμα ενημέρωσης για τα δεδομένα παρακολούθησης των χημικών ουσιών (IPCheM) αποσκοπεί στη διευκόλυνση της πρόσβασης σε δεδομένα παρακολούθησης των χημικών ουσιών, μεταξύ άλλων και για τους έμμονους οργανικούς ρύπους. Στην πλατφόρμα αυτή συγκεντρώνονται σύνολα δεδομένων παρακολούθησης υπό τη μορφή «ενοτήτων», που είναι στη διάθεση του κοινού. Η IPCheM αποτελεί πολύτιμη πηγή για τους ερευνητές και παρέχει τη δυνατότητα ταχείας και εύκολης διαπαραπομπής μεταξύ διαφορετικών συνόλων δεδομένων.

Στην Ένωση υπάρχουν ορισμένα χρηματοδοτικά μέσα τα οποία παρέχουν χρηματοδότηση για την υποστήριξη της εφαρμογής της σύμβασης της Στοκχόλμης, τόσο σε ενωσιακό όσο και σε διεθνές επίπεδο, καθώς και της έρευνας σε θέματα σχετικά με τους έμμονους οργανικούς ρύπους. Η Ένωση παρέχει επίσης χρηματοδότηση σε διεθνή μέσα, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης της γραμματείας της σύμβασης.

Στο κεφάλαιο 3 παρέχεται συνολική εκτίμηση των έμμονων οργανικών ρύπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσον αφορά την παραγωγή, τη χρήση και τη διάθεσή τους στην αγορά, καθώς και όσον αφορά τα υπάρχοντα αποθέματα και τη μόλυνση της ροής αποβλήτων. Το κεφάλαιο αυτό βασίζεται κυρίως σε εκθέσεις και σχέδια εφαρμογής που καταρτίστηκαν από τα κράτη μέλη.

Στο κεφάλαιο 4 παρουσιάζεται διεξοδική ανάλυση κάθε επιμέρους υποχρέωσης βάσει της σύμβασης της Στοκχόλμης που επηρεάζει την αντιμετώπιση των έμμονων οργανικών ρύπων από την ΕΕ. Έπειτα από την εν λόγω ανάλυση, η Επιτροπή προσδιορίζει 25 τεχνικά μέτρα για τη βελτίωση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της ΕΕ που απορρέουν από τη σύμβαση της Στοκχόλμης.

Στα κεφάλαια 3 και 4 καταδεικνύεται ότι η χρήση των ουσιών που περιλαμβάνονται στη σύμβαση της Στοκχόλμης ή στο πρωτόκολλο για τους έμμονους οργανικούς ρύπους και ρυθμίζονταν από τον κανονισμό για τους έμμονους οργανικούς ρύπους σε επίπεδο ΕΕ πριν από το 2008 (οι παλαιότεροι έμμονοι οργανικοί ρύποι) έχει καταργηθεί σταδιακά στην ΕΕ. Οι εναπομένουσες χρήσεις παλαιότερων έμμονων οργανικών ρύπων παρατηρούνται μόνον είτε σε αντικείμενα που είχαν παραχθεί και διατεθεί στην αγορά πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού για τους έμμονους οργανικούς ρύπους, είτε σε περιπτώσεις χρήσης τους ως προτύπων αναφοράς για ερευνητικούς σκοπούς. Αμφότερες οι εναπομένουσες χρήσεις καλύπτονται από γενικές εξαιρέσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο της σύμβασης της Στοκχόλμης και του κανονισμού για τους έμμονους οργανικούς ρύπους.

Οι νέες ουσίες που συνιστούν έμμονους οργανικούς ρύπους και συμπεριλήφθηκαν στη σύμβαση της Στοκχόλμης ή στο πρωτόκολλο για τους έμμονους οργανικούς ρύπους κατά την περίοδο μεταξύ του 2009 και του 2015 προστέθηκαν στη συνέχεια στον κανονισμό για τους έμμονους οργανικούς ρύπους. Οι εν λόγω ουσίες τελούσαν ήδη υπό απαγόρευση ή υπό αυστηρούς περιορισμούς στην ΕΕ πριν από την καταχώρισή τους και, με τις νέες τροποποιήσεις του κανονισμού για τους έμμονους οργανικούς ρύπους, ορισμένοι περιορισμοί είναι πλέον εκτενέστεροι σε σύγκριση με το παρελθόν, προκειμένου να συμμορφώνονται με τις νέες διεθνείς δεσμεύσεις.

Απόβλητα που περιέχουν έμμονους οργανικούς ρύπους (π.χ. καταργηθέντα παρασιτοκτόνα ή μολυσμένος εξοπλισμός) έχουν εισαχθεί σε ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ με σκοπό τη διάθεση και εξάλειψή τους. Οι εισαγωγές αυτές προέρχονται από χώρες εντός και εκτός της ΕΕ οι οποίες δεν διαθέτουν την κατάλληλη τεχνολογία για την ορθή διάθεση των εν λόγω αποβλήτων. Οι συγκεκριμένες εισαγωγές πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης της Στοκχόλμης και συμβάλλουν στη συνολική μείωση των έμμονων οργανικών ρύπων στην ΕΕ και σε παγκόσμια κλίμακα.

Δεν πραγματοποιήθηκαν σχεδόν καθόλου εξαγωγές έμμονων οργανικών ρύπων εκτός του εδάφους της ΕΕ. Εξήχθησαν μόνο μερικά χιλιόγραμμα λινδανίου από ένα κράτος μέλος βάσει της εξαίρεσης σχετικά με τα πρότυπα αναφοράς για ερευνητικούς σκοπούς.

Σε ορισμένα κράτη μέλη εξακολουθούσαν να υπάρχουν αποθέματα καταργηθέντων παρασιτοκτόνων τα οποία περιέχουν ουσίες που συνιστούν έμμονους οργανικούς ρύπους και των οποίων η παραγωγή, η χρήση και η διάθεση στην αγορά απαγορεύεται πλέον αυστηρά βάσει του κανονισμού για τους έμμονους οργανικούς ρύπους. Τα αποθέματα αυτά ανέρχονται σε λιγότερους από 50 000 τόνους και εκτιμάται ότι περιέχουν από 2 000 έως 9 000 τόνους έμμονων οργανικών ρύπων.

Η υποχρέωση που προβλέπεται στη σύμβαση της Στοκχόλμης για την εξάλειψη της χρήσης πολυχλωριωμένων διφαινυλίων (PCB) σε συσκευές έως το 2025 αποτυπώνεται εν μέρει στην οδηγία 96/59/ΕΚ του Συμβουλίου για τη διάθεση των πολυχλωροδιφαινυλίων και των πολυχλωροτριφαινυλίων (ΡCΒ/ΡCΤ), σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να τηρούν μητρώο των συσκευών που περιέχουν όγκο ΡCΒ μεγαλύτερο των 5 dm3 και να διασφαλίζουν ότι οι συσκευές που περιέχουν PCB και είναι καταχωρισμένες στα οικεία μητρώα έχουν απολυμανθεί ή διατεθεί το αργότερο έως τις 31.12.2010. Προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις διατάξεις της οδηγίας 96/59/ΕΚ, όλα τα κράτη μέλη κατάρτισαν καταλόγους των συσκευών που περιέχουν ΡCΒ, καθώς και σχέδια δράσης για τη συλλογή και διάθεση των συσκευών αυτών.

Στο πλαίσιο σχετικής έρευνας και αξιολόγησης που πραγματοποιήθηκαν το 2011 και το 2014, αντίστοιχα, διαπιστώθηκε ότι έχει επιτευχθεί αξιόλογη πρόοδος όσον αφορά τον εντοπισμό συσκευών που περιέχουν PCB και τη διάθεση αποβλήτων PCB στην ΕΕ, και μάλιστα ορισμένα κράτη μέλη έχουν σχεδόν επιτύχει τον στόχο του 2010. Ωστόσο, τα περισσότερα κράτη μέλη δεν είχαν επιτύχει τον στόχο της απολύμανσης ή της διάθεσης των υγρών και των συσκευών που είχαν μολυνθεί με PCB έως τις 31.12.2010 και, ως εκ τούτου, οι εργασίες για τον εντοπισμό, την απομάκρυνση και τη διάθεση των υγρών που είχαν μολυνθεί με PCB βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη μετά το 2010.

Οι πολυβρωμοδιφαινυλαιθέρες (PBDE), ο τετραβρωμοδιφαινυλαιθέρας, ο πενταβρωμοδιφαινυλαιθέρας, ο εξαβρωμοδιφαινυλαιθέρας και ο επταβρωμοδιφαινυλαιθέρας παράγονταν και χρησιμοποιούνταν στην Ένωση ως επιβραδυντικά φλόγας μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990 και η χρήση τους συνεχίστηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα αργότερα σε συγκεκριμένα αντικείμενα, ιδίως σε πλαστικές ύλες που χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Παρότι η παραγωγή και η χρήση τους καταργήθηκε σταδιακά λόγω της εφαρμογής κανονιστικών μέτρων και της αντικατάστασής τους από τον δεκαβρωμοδιφαινυλαιθέρα, η παρουσία τους σε απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΑΗΗΕ) εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση στην ΕΕ.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι ελάχιστες μόνον ολοκληρωμένες εγκαταστάσεις ανακύκλωσης ΑΗΗΕ διαχωρίζουν τις πλαστικές ύλες που περιέχουν PBDE, όπως απαιτείται βάσει της νομοθεσίας της ΕΕ. Για τον λόγο αυτόν, εκφράζονται ορισμένες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η δυναμικότητα των μονάδων ανακύκλωσης της ΕΕ για τον διαχωρισμό των πλαστικών υλών που περιέχουν PBDE από άλλες πλαστικές ύλες είναι επί του παρόντος επαρκώς ανεπτυγμένη για τον διαχωρισμό σημαντικού ποσοστού της ροής αποβλήτων πλαστικών υλών που περιέχουν PBDE. Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι επί του παρόντος η ροή πλαστικών υλών που ανακτώνται από ΑΗΗΕ και περιέχουν PBDE δεν ελέγχεται δεόντως στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών διαδικασιών ανακύκλωσης.

Η παραγωγή, η διάθεση στην αγορά και η χρήση του υπερφθοροκτανοσουλφονικού οξέος, των αλάτων του και του υπερφθοροκτανοσουλφονυλοφθοριδίου (PFOS) ρυθμίζεται στο πλαίσιο του κανονισμού για τους έμμονους οργανικούς ρύπους. Οι περισσότερες χρήσεις απαγορεύονται, ωστόσο στο πλαίσιο του κανονισμού για τους έμμονους οργανικούς ρύπους επιτρέπονται κάποιες εξαιρέσεις, οι οποίες είναι αισθητά λιγότερες σε σύγκριση με εκείνες που προβλέπονται στη σύμβαση της Στοκχόλμης, δεδομένου ότι υπάρχουν διαθέσιμες εναλλακτικές επιλογές για πολλές από τις εν λόγω χρήσεις. Οι εξαιρέσεις επανεξετάζονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και η χρήση τους μειώνεται με την πάροδο του χρόνου.

Το εξαβρωμοκυκλοδωδεκάνιο είναι ένα βρωμιούχο επιβραδυντικό φλόγας, το οποίο χρησιμοποιούνταν ευρέως σε ολόκληρη την ΕΕ στο εσωτερικό μονωτικών πλακών διογκωμένου πολυστυρενίου (EPS) και εξελασμένου πολυστυρενίου (XPS) που προορίζονταν για χρήση στη μόνωση στεγών και διπλών τοίχων με ενδιάμεσο στρώμα αέρα. Με τη συμπερίληψη της συγκεκριμένης χημικής ουσίας στον κανονισμό για τους έμμονους οργανικούς ρύπους το 2016 προβλέπεται η απαγόρευση όλων των ουσιών, με χρονικά περιορισμένη εξαίρεση για τη χρήση σε αντικείμενα διογκωμένου πολυστυρενίου.

Διαπιστώθηκε μείωση των ακούσιων εκπομπών πενταχλωροβενζολίου στο περιβάλλον (κυρίως στον ατμοσφαιρικό αέρα και σε μικρότερο βαθμό στο έδαφος), οι οποίες προέρχονται κατά κύριο λόγο από μονάδες παραγωγής ενέργειας από την καύση άνθρακα (περίπου 83 %) και από την οικιακή καύση στερεών καυσίμων, ξύλου και μεικτών αποβλήτων (8 %). Στο σύνολο δεδομένων του ευρωπαϊκού ΜΕΜΡ, ένας περιορισμένος μόνο αριθμός εγκαταστάσεων ανά την Ένωση υπέβαλαν στοιχεία σχετικά με την εκπομπή πενταχλωροβενζολίου στον ατμοσφαιρικό αέρα για την περίοδο 2007–2012, ενώ για το 2013 δεν αναφέρθηκαν εκπομπές.

Στα κεφάλαια 5 και 6 παρέχονται πρόσθετες πληροφορίες όσον αφορά την εκπλήρωση άλλων υποχρεώσεων πέραν εκείνων που συνδέονται άμεσα με τις παρατιθέμενες χημικές ουσίες. Καταδεικνύεται ότι η ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τεχνικά ζητήματα μεταξύ των κρατών μελών και με τρίτες χώρες εξακολουθεί να συνιστά πρόκληση και θα πρέπει να βελτιωθεί με στόχο την καλύτερη υποστήριξη του στόχου της σύμβασης. Επίσης, είναι σκόπιμο να βελτιωθούν οι πληροφορίες οι οποίες καθίστανται διαθέσιμες στο ευρύ κοινό από τις αρχές των κρατών μελών ή από την Επιτροπή προκειμένου να ενισχυθεί η ευαισθητοποίηση ως προς τους έμμονους οργανικούς ρύπους.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη παρέχουν σημαντική τεχνική και χρηματοδοτική συνδρομή για την υποστήριξη της εφαρμογής της σύμβασης από αναπτυσσόμενες χώρες με τη βοήθεια διαφόρων μέσων.

6.Γενικά συμπεράσματα

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα νομικά μέτρα σχετικά με την παραγωγή, τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση έμμονων οργανικών ρύπων, καθώς και τα μέτρα που αφορούν τη διαχείριση των αποβλήτων που αποτελούνται από ή περιέχουν έμμονους οργανικούς ρύπους, είναι επαρκώς εκτενή για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση και από το πρωτόκολλο για τους έμμονους οργανικούς ρύπους.

Έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος προς την κατεύθυνση της εξάλειψης των έμμονων οργανικών ρύπων. Η παραγωγή και η χρήση όλων των ουσιών που συνιστούν έμμονους οργανικούς ρύπους απαγορεύεται, με κάποιες περιορισμένες εξαιρέσεις. Η κύρια πρόκληση για την ΕΕ συνίσταται στην εξάλειψη των έμμονων οργανικών ρύπων από τον κύκλο αποβλήτων και τα εναπομένοντα αποθέματα, δεδομένου ότι εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική πηγή εκπομπών.

Δεδομένων των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση της Στοκχόλμης και λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο σχέδιο εφαρμογής περιγράφονται 30 δράσεις που κρίνονται αναγκαίες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών: 8 δράσεις είναι νέες και αφορούν ειδικότερα τις χημικές ουσίες που προστέθηκαν πρόσφατα· 9 δράσεις είναι συνεχιζόμενες δράσεις, ενώ 13 δράσεις περιλαμβάνονταν ήδη στο προηγούμενο σχέδιο εφαρμογής και παραμένουν σε εξέλιξη, καθώς δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί.

Η απελευθέρωση έμμονων οργανικών ρύπων λόγω ακούσιας παραγωγής εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η ΕΕ. Ως εκ τούτου, πολλές δράσεις επικεντρώνονται αποκλειστικά στην ανάπτυξη αντίστοιχων μέτρων με σκοπό την επίτευξη περαιτέρω μείωσης των εκπομπών έμμονων οργανικών ρύπων. Η πρόληψη του σχηματισμού ακούσιων έμμονων οργανικών ρύπων μέσω της ανάπτυξης διαδικασιών και τεχνολογιών που αποτρέπουν τον σχηματισμό τους θα πρέπει να εστιαστεί κυρίως στον τομέα της βιομηχανικής παραγωγής, αλλά θα πρέπει να καλύπτει επίσης τις οικιακές πηγές εκπομπών, όπως οι διάσπαρτες πηγές καύσης. Εξακολουθεί να υφίσταται ανάγκη για περαιτέρω έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη.

Όλα τα κράτη μέλη κατάρτισαν καταλόγους των συσκευών που περιέχουν πολυχλωριωμένα διφαινύλια (ΡCΒ), καθώς και σχέδια δράσης για τη συλλογή και διάθεση των συσκευών αυτών. Πληροφορίες σχετικά με τον υφιστάμενο αριθμό συσκευών που περιέχουν PCB και τις ποσότητες αποβλήτων PCB στην ΕΕ κατέδειξαν ότι παραμένει σε χρήση σημαντικός αριθμός συσκευών που περιέχουν PCB. Δεν είναι γνωστές οι ποσότητες PCB που χρησιμοποιούνταν σε ανοικτές εφαρμογές, όπως και οι ποσότητες των προϊόντων που περιέχουν PCB και παραμένουν σε χρήση ή εξακολουθούν να είναι σε θέση να εκπέμπουν ρύπους στο φυσικό περιβάλλον. Απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για την εκπλήρωση του στόχου της σύμβασης της Στοκχόλμης όσον αφορά τη σταδιακή κατάργηση της χρήσης PCB έως το 2025.

Διαπιστώνεται περιορισμένου βαθμού συνεχιζόμενη παραγωγή υπερφθοροκτανοσουλφονικού οξέος, των αλάτων του και υπερφθοροκτανοσουλφονυλοφθοριδίου (PFOS) στην ΕΕ. Η χρήση PFOS στη βιομηχανία επιμετάλλωσης αποτελεί την κύρια εναπομένουσα πηγή εκλύσεων PFOS στο πλαίσιο επιδιωκόμενου σκοπού. Για τη χρήση αυτή έχουν ήδη διερευνηθεί εναλλακτικές επιλογές και υποκατάστατα, που πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή προκειμένου να ολοκληρωθεί σταδιακά η πλήρης κατάργηση της χρήσης PFOS.

Ο εντοπισμός και η διαχείριση τοποθεσιών που έχουν μολυνθεί από απόβλητα εξαχλωροκυκλοεξανίου (HCH) αποτελούν πρόκληση στο εσωτερικό της Ένωσης. Σύμφωνα με επικαιροποιημένη εκτίμηση, προέκυψε ότι τα εναποτιθέμενα απόβλητα HCH στο εσωτερικό της ΕΕ ενδέχεται να ανέρχονται σε 1,8-3 εκατομμύρια τόνους. Δεκαεπτά κράτη μέλη έχουν προσδιορίσει το πρόβλημα των μολυσμένων εκτάσεων γης σε υφιστάμενα εθνικά σχέδια εφαρμογής, ενώ κρίνεται αναγκαία η λήψη περαιτέρω μέτρων για να διευκολυνθεί η αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ζητήματος. Ενδεχομένως απαιτείται συντονισμένη στρατηγική για τον εντοπισμό μολυσμένων τοποθεσιών και για την περιβαλλοντικά ορθή αποκατάστασή τους.

Η υποβολή εκθέσεων από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή συνιστά προϋπόθεση ώστε η ΕΕ να είναι σε θέση να προσδιορίσει περαιτέρω μέτρα για την εφαρμογή της σύμβασης της Στοκχόλμης προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι, καθώς επίσης και για την υποβολή κατάλληλων εκθέσεων στο πλαίσιο της σύμβασης. Ωστόσο, αρκετά κράτη μέλη δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την υποβολή εκθέσεων και πρέπει να σημειώσουν βελτίωση.

Όσον αφορά την παρακολούθηση, παρά το γεγονός ότι οι αρχές των κρατών μελών, οι ερευνητικοί οργανισμοί και τα όργανα της ΕΕ καταβάλλουν σημαντικές προσπάθειες για την παρακολούθηση πολλών χημικών ουσιών σε διάφορους πίνακες αξιολόγησης (ύδατα, ατμοσφαιρικός αέρας, ζώντες οργανισμοί, έδαφος, μητρικό γάλα κ.λπ.) ως αποτέλεσμα της νομοθεσίας της ΕΕ, εθνικών και διεθνών πρωτοβουλιών και επιστημονικής περιέργειας, παρατηρείται κενό γνώσεων σχετικά με τη χημική επιβάρυνση. Αυτό συμβαίνει διότι τα χημικά δεδομένα που παράγονται από τις δραστηριότητες παρακολούθησης δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογής, διαχείρισης και αξιολόγησης κατά τρόπο συνεκτικό και προσβάσιμο. Για την κάλυψη αυτού του κενού έχει δημιουργηθεί, σε ευρωπαϊκή κλίμακα, μια πλατφόρμα ενημέρωσης για τα δεδομένα παρακολούθησης των χημικών ουσιών, ενώ στο μέλλον θα διασφαλιστεί μια συντονισμένη και ολοκληρωμένη προσέγγιση για τη συλλογή, την αποθήκευση, την πρόσβαση και την αξιολόγηση των δεδομένων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να αναπτύξει μηχανισμούς για τον καλύτερο συντονισμό μεταξύ των προγραμμάτων διμερούς βοήθειας της Επιτροπής και των αντίστοιχων προγραμμάτων των κρατών μελών όσον αφορά τους έμμονους οργανικούς ρύπους, προκειμένου να εξασφαλίζεται η αποδοτικότερη χρήση των διαθέσιμων πηγών. Για την αύξηση της ευαισθητοποίησης και την ανάδειξη της υποστήριξης που προσφέρεται από τα χρηματοδοτικά μέσα της ΕΕ τα οποία αφορούν τη δράση σχετικά με τους έμμονους οργανικούς ρύπους, θα μπορούσαν να παρέχονται συγκεκριμένες πληροφορίες στον ειδικό δικτυακό τόπο της Επιτροπής για τους έμμονους οργανικούς ρύπους.

(1)     http://www.pops.int/documents/convtext/convtext_en.pdf .
(2)    Ένα κράτος μέλος της ΕΕ δεν έχει κυρώσει ακόμη τη σύμβαση (Ιταλία).
(3)    Απόφαση του Συμβουλίου, της 14ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της σύμβασης της Στοκχόλμης για τους έμμονους οργανικούς ρύπους (2006/507/ΕΚ) (ΕΕ L 209 της 31.7.2006, σ. 1).
(4)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 850/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τους έμμονους οργανικούς ρύπους και την τροποποίηση της οδηγίας 79/117/ΕΟΚ (ΕΕ L 158 της 30.4.2004, σ. 7).
(5)       http://ec.europa.eu/environment/pops/pdf/sec_2007_341.pdf  
(6)      Πρωτόκολλο της ΟΕΕ/ΗΕ (Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη) στη σύμβαση του 1979 για τη διασυνοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλες αποστάσεις, http://www.unece.org/env/lrtap/pops_h1.htm
(7)      Ο συγκεκριμένος αριθ. CAS καλύπτει το μείγμα ισομερών α-, β-, γ-, δ- και ε-εξαχλωροκυκλοεξανίου.
(8)      SEC(2007) 341.