22.3.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/33


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ: ποιότητα του αέρα, ύδατα και απόβλητα»

(Διερευνητική γνωμοδότηση)

(2019/C 110/06)

Εισηγητής:

ο κ. Arnaud SCHWARTZ

Αίτηση γνωμοδότησης

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 3.5.2018

Νομική βάση

Άρθρο 304 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 

Διερευνητική γνωμοδότηση

Απόφαση του Προεδρείου

17.4.2018 (εν αναμονή της αίτησης γνωμοδότησης)

 

 

Αρμόδιο τμήμα

Γεωργία, αγροτική ανάπτυξη, περιβάλλον

Υιοθετήθηκε από το τμήμα

27.11.2018

Υιοθετήθηκε από την ολομέλεια

12.12.2018

Σύνοδος ολομέλειας αριθ.

539

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

(υπέρ/κατά/αποχές)

117/2/6

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) επικροτεί τον στόχο της επισκόπησης της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής (Environmental Implementation Review — EIR), ο οποίος συνίσταται στην παροχή καλά ενημερωμένης θεώρησης της κατάστασης κάθε κράτους μέλους που να τονίζει τις κύριες αδυναμίες τους ως προς την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στον τομέα του περιβάλλοντος, αλλά και στην παροχή συστάσεων για διορθωτικά μέτρα και στήριξης στα κράτη μέλη που παρουσιάζουν καθυστέρηση στην εφαρμογή του εν λόγω δικαίου, μεταξύ άλλων μέσω ενός νέου εργαλείου τεχνικής βοήθειας από ομοτίμους.

1.2.

Ωστόσο, στη γνωμοδότησή της σχετικά με αυτό το θέμα (1), η ΕΟΚΕ διατυπώνει την άποψη ότι η επισκόπηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ αποκαλύπτει ότι η ανεπαρκής, κατακερματισμένη και άνιση εφαρμογή της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας αποτελεί σοβαρό πρόβλημα σε πολλά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Σήμερα όπως και στο παρελθόν, πίσω από τις βαθύτερες αιτίες της κακής εφαρμογής που εντοπίζονται από την εν λόγω επισκόπηση, φαίνεται ότι η έλλειψη πολιτικής βούλησης εκ μέρους πολλών κυβερνήσεων κρατών μελών εξακολουθεί να μην επιτρέπει στην ουσιαστική βελτίωση να αναδειχθεί σε πολιτική προτεραιότητα και να διασφαλιστούν επαρκείς πόροι (π.χ. μέσω του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου). Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει, ως εκ τούτου, ότι η ορθή εφαρμογή του περιβαλλοντικού κεκτημένου της Ένωσης είναι προς το συμφέρον των Ευρωπαίων πολιτών και παρουσιάζει πραγματικά οικονομικά και κοινωνικά οφέλη.

1.3.

Ομοίως, όπως αναφέρεται και στην προαναφερθείσα γνωμοδότηση (2), η ΕΟΚΕ επαναβεβαιώνει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος εξαρτάται εν μέρει από την ανάθεση ενεργού ρόλου στην κοινωνία των πολιτών (εργοδότες, εργαζόμενοι και άλλοι εκπρόσωποι της κοινωνίας). Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει την έκκλησή της για μεγαλύτερη και πιο δομημένη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει την επισκόπηση της εφαρμογής. Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, θα πρέπει να δοθεί στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών σε εθνικό επίπεδο η δυνατότητα να συνεισφέρουν με την εμπειρογνωσία και τις γνώσεις τους στις εκθέσεις ανά χώρα, καθώς και στους διαρθρωμένους ανά χώρα διαλόγους και στη συνέχεια που θα δοθεί σε αυτούς. Για τον λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ παραμένει έτοιμη να διευκολύνει τον διάλογο της κοινωνίας των πολιτών σε επίπεδο ΕΕ, στο πλαίσιο μιας πραγματικά βιώσιμης και κυκλικής οικονομίας.

1.4.

Στη γνωμοδότησή της σχετικά με το σχέδιο δράσης της ΕΕ για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης και διακυβέρνησης (3), η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει εκ νέου ότι οι τρέχουσες ελλείψεις υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στην αποτελεσματικότητα του δικαίου της ΕΕ και, ως εκ τούτου, καλεί εκ νέου τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να κινητοποιήσουν σημαντική χρηματοδότηση για την πρόσληψη πρόσθετου προσωπικού με στόχο τον έλεγχο της εφαρμογής της περιβαλλοντικής διακυβέρνησης και νομοθεσίας.

1.5.

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, χρειάζονται επίσης περιβαλλοντικές επενδύσεις, η ευαισθητοποίηση του κοινού ή και ισχυροί μηχανισμοί επιβολής της νομοθεσίας και επισημαίνει ότι, ακόμη και εάν οι περιβαλλοντικοί επιθεωρητές υφίστανται ήδη, η ΕΕ και τα κράτη μέλη της έχουν επίσης ανάγκη από ειδικευμένους δικαστές και εισαγγελείς.

1.6.

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει επίσης, όπως αναφέρεται και στην ανωτέρω γνωμοδότηση (4), ότι, εκτός από τις δράσεις που αποσκοπούν στην ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση των ενδιαφερομένων κρατών μελών και πολιτών για τους κανόνες που πρέπει να τηρούνται, χρειάζεται επίσης να ληφθούν μέτρα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως «θεματοφύλακα των συνθηκών», τα οποία θα αφορούν την εποπτεία ή τον έλεγχο της εφαρμογής σε επίπεδο Ένωσης. Ειδικότερα, το σχέδιο δράσης (5) αγνοεί παράγοντες μη συμμόρφωσης των κανόνων, όπως για παράδειγμα τους σχετικούς με τον καιροσκοπισμό ή την έλλειψη πολιτικής βούλησης. Η στήριξη των κρατών μελών είναι βέβαια απαραίτητη, αλλά η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει ότι τα μη δεσμευτικά μέτρα του προτεινόμενου σχεδίου δράσης δεν μπορούν να αποτελούν τη μοναδική στρατηγική για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης.

1.7.

Τόσο η επισκόπηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής όσο και το προαναφερθέν σχέδιο δράσης ακολουθούν διετή κύκλο. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ τονίζει το γεγονός ότι θα πρέπει να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην παρακολούθηση και την τακτική αναθεώρηση του περιεχομένου τους ώστε να ακούγεται η φωνή της κοινωνίας των πολιτών στην εν λόγω διαδικασία συνεχούς βελτίωσης των περιβαλλοντικών πολιτικών της ΕΕ.

1.8.

Επιπλέον, δεδομένου ότι, όπως φαίνεται και σε διάφορες εργασίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, πολλές από τις ελλείψεις οφείλονται στην έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων επιπέδων διακυβέρνησης (εθνικό, περιφερειακό, τοπικό) που είναι αρμόδια για την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, η ΕΟΚΕ καλεί επίσης την ΕΕ να συμπεριλάβει την κοινωνία των πολιτών στην παρακολούθηση και τη συνεχή αξιολόγηση της εφαρμογής.

1.9.

Οι πολίτες της Ένωσης θεωρούν ότι η προστασία του περιβάλλοντος είναι ζωτικής σημασίας. Ωστόσο, η πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών πιστεύουν ότι η ΕΕ και οι εθνικές κυβερνήσεις δεν ενεργούν αρκετά για την προστασία του περιβάλλοντος. Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να συνεργαστούν στενότερα, και με τη συμβολή της ΕΟΚΕ, προκειμένου να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των πολιτών. Ειδικότερα, η φιλοδοξία αυτή θα μπορούσε να λάβει τη μορφή αιτήματος προς την ΕΟΚΕ για κατάρτιση διερευνητικής γνωμοδότησης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία των πολιτών θα μπορούσε να συμβάλει περισσότερο στην ανάπτυξη και την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της Ένωσης.

1.10.

Στο άμεσο μέλλον, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να καταστήσει προσβάσιμο τον κατάλογο όλων των ελλείψεων που έχουν διαπιστωθεί από το εκάστοτε κράτος μέλος στην εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της Ένωσης όσον αφορά την ποιότητα του αέρα, τα ύδατα και τα απόβλητα, στηριζόμενη κυρίως στις υποδείξεις που της έχουν κοινοποιηθεί, καθώς και μέσω διαβούλευσης με την οργανωμένη κοινωνία των πολιτών. Καλεί επίσης την Επιτροπή να προσδιορίσει και, στη συνέχεια, να εφαρμόσει διορθωτικά μέτρα για την αντιμετώπιση των εν λόγω ελλείψεων. Η ΕΟΚΕ, στο πλαίσιο των μέσων και της εμπειρογνωσίας που διαθέτει, είναι πρόθυμη να συμβάλει στον καθορισμό αυτό, καθώς και να συμμετάσχει στην αξιολόγηση της μελλοντικής εφαρμογής των διορθωτικών μέτρων.

1.11.

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η Επιτροπή δεν θα πρέπει μόνο να προτείνει νομοθεσία, αλλά και να διευκολύνει και να υποστηρίζει την εφαρμογή των νόμων, καθώς και να καθιστά τα υφιστάμενα κείμενα πιο συνεκτικά μεταξύ τους, αλλά και να φροντίζει να συμβαδίζουν περισσότερο με την επιστημονική πρόοδο και τις διεθνείς δεσμεύσεις που αποσκοπούν στην προστασία της υγείας των πληθυσμών και στην αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας των οικοσυστημάτων, χωρίς τα οποία είναι αδύνατη οποιαδήποτε οικονομική ανάπτυξη ή κοινωνική δικαιοσύνη. Ειδικότερα, η εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας είναι απαραίτητη για την επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ) των Ηνωμένων Εθνών καθώς και για την εφαρμογή στην πράξη των συμφωνιών που σχετίζονται με το κλίμα. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή των αρμόδιων αρχών σε διάφορα παραδείγματα που περιλαμβάνονται στην παρούσα γνωμοδότηση, σχετικά με τη βελτίωση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας που αφορά την ποιότητα του αέρα, τα ύδατα και τα απόβλητα.

1.12.

Τέλος, σύμφωνα και με το παράδειγμα της πρόσφατης πρότασης οδηγίας σχετικά με τα πλαστικά προϊόντα μίας χρήσης, φαίνεται πλέον δεδομένο ότι το υψηλό επίπεδο αποδοχής των προτεινόμενων μέτρων απορρέει από τις δράσεις ενημέρωσης και τις εκστρατείες στα μέσα ενημέρωσης σχετικά με τη ρύπανση από πλαστικά στους ωκεανούς, οι οποίες ευαισθητοποίησαν περισσότερο τους πολίτες σε σχέση με το συγκεκριμένο πρόβλημα. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι το ίδιο συμβαίνει και με πολλά άλλα μέτρα που θα μπορούσαν να προσφέρουν στους κατοίκους της Ένωσης ένα υγιές περιβάλλον διαβίωσης, προσαρμογή στη διατάραξη του κλίματος και τερματισμό της κατάρρευσης της βιοποικιλότητας. Η ΕΟΚΕ επιβεβαιώνει εκ νέου, υπό την έννοια αυτή, ότι είναι απαραίτητες η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών με σκοπό την εκπαίδευση του κοινού αλλά και η αναμενόμενη αύξηση των προσπαθειών εκ μέρους των ευρωπαϊκών, των εθνικών και τοπικών αρχών για την περαιτέρω ευαισθητοποίηση των πολιτών, σε συνεργασία με τους δημόσιους και τους ιδιωτικούς φορείς λήψης αποφάσεων (ιδίως με τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και τις μικρές και μεσαίες βιομηχανίες), σχετικά με τις σημαντικές αυτές προκλήσεις του 21ου αιώνα.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τη βούληση συνεργασίας που εκφράζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με το αίτημά του για τη διερευνητική αυτή γνωμοδότηση σχετικά με την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ στους τομείς της ποιότητας του αέρα, των υδάτων και των αποβλήτων.

2.2.

Η εφαρμογή της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας στους τομείς της ποιότητας του αέρα, των υδάτων και των αποβλήτων αφορά τομείς ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την προστασία των οικοσυστημάτων, ενώ ανοίγει και τον δρόμο για νέες οικονομικές ευκαιρίες και θετικές εξελίξεις για την υγεία των Ευρωπαίων. Η εν λόγω εφαρμογή δεν θέτει μόνο το θέμα της μεταφοράς των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο —αυτό δεν αποτελεί παρά το πρώτο μόνο βήμα—, αλλά προϋποθέτει και τη δημιουργία των αναγκαίων δημόσιων αρχών ή τη διάθεση των υφιστάμενων μέσων όσον αφορά τους ανθρώπινους πόρους, τις δεξιότητες και τις ευθύνες, την τεχνογνωσία και τα χρηματοδοτικά μέσα. Σε πολλές περιπτώσεις απαιτούνται περιβαλλοντικές επενδύσεις, δημόσιες και/ή ιδιωτικές (για παράδειγμα, για την επεξεργασία των υδάτων και των αποβλήτων), ενώ σε άλλες περιπτώσεις πρέπει να ρυθμίζονται δραστηριότητες με αρνητικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο (για παράδειγμα, για τη διατήρηση της ποιότητας του αέρα).

2.3.

Η βελτίωση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα σε όλα τα κράτη μέλη και θα πρέπει να ενισχυθούν οι δημόσιες αρχές που είναι αρμόδιες στα θέματα αυτά. Σε πολλές γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ έχουν ήδη στο παρελθόν διατυπωθεί συστάσεις ως προς αυτό και, γενικότερα, όσον αφορά την εφαρμογή της υφιστάμενης περιβαλλοντικής νομοθεσίας της Ένωσης στους τομείς της ποιότητας του αέρα, των υδάτων και των αποβλήτων. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ ζητεί να γίνει αναδρομή σε αυτές, είτε το θέμα αφορά τον αέρα (6) είτε τα ύδατα (7) ή τα απόβλητα (8).

2.4.

Πέρα από αυτές τις γνωμοδοτήσεις θεματικού χαρακτήρα, θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, σε γενικότερου περιεχομένου γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ, περιλαμβάνονται επίσης συστάσεις που μπορούν να ανταποκριθούν στο παρόν αίτημα, είτε πρόκειται, για παράδειγμα, για γνωμοδοτήσεις σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη (9), είτε σχετικά με την τρέχουσα εφαρμογή της νομοθεσίας και της διακυβέρνησης (10) και την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών (11), για γνωμοδοτήσεις στρατηγικού χαρακτήρα (12), ή ακόμη και για όσες αφορούν μια γεωγραφική περιοχή που υπερβαίνει τα εδάφη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πραγματεύονται κυρίως ΣΒΑ (13), συμφωνίες ελευθέρων συναλλαγών (14) ή συμφωνίες για το κλίμα (15).

2.5.

Εκτός από την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας, η οποία διευκολύνει τη θέσπιση ενιαίας αγοράς που ευνοεί τον ελεύθερο και χωρίς στρεβλώσεις ανταγωνισμό που είναι άξιος της εμπιστοσύνης των πολιτών, είτε είναι παραγωγοί είτε καταναλωτές —μιας νομοθεσίας ικανής να επιβάλλει υψηλά πρότυπα ποιότητας και ασφάλειας όσον αφορά την προστασία των πολιτών και του περιβάλλοντός τους—, είναι σαφώς απαραίτητο να επιδιωχθεί η αντιμετώπιση των αδυναμιών της ισχύουσας νομοθεσίας, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι η Ένωση, στο πλαίσιο διμερών ή πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων, συστηματικά θα εξασφαλίζει κοινωνική και περιβαλλοντική νομοθεσία ισοδύναμη με τη δική της για τα εισαγόμενα προϊόντα.

2.6.

Σε αυτό το πλαίσιο, το σύνολο των παρατηρήσεων, συστάσεων και συμπερασμάτων που παρατίθενται στην παρούσα διερευνητική γνωμοδότηση δεν θα πρέπει να θεωρείται κίνδυνος, αλλά ευκαιρία για τον προσανατολισμό των δραστηριοτήτων μας έτσι ώστε να δημιουργήσουμε οφέλη, είτε ανταγωνιστικά είτε συνεργατικά, που να έχουν νόημα και μέλλον από άποψη οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική.

2.7.

Τέλος, υπενθυμίζεται —είτε πρόκειται για τον αέρα, είτε για τα ύδατα ή τα απόβλητα— ότι θα πρέπει να αποφεύγονται οι διαφορές από το ένα κράτος μέλος στο άλλο κατά την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου με κίνδυνο τη δημιουργία στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, περιβαλλοντικών και κοινωνικών ανισοτήτων, ή ακόμη και τεχνητών συνόρων που παρεμποδίζουν τη διαχείριση πόρων οι οποίοι είναι κοινοί και, εκ φύσεως, διασυνοριακοί. Ως εκ τούτου, για να ενισχυθούν όλα τα υφιστάμενα και μελλοντικά μέτρα, θα πρέπει επίσης να διατεθούν τα μέσα για τη φορολογική εναρμόνιση όσον αφορά τους φόρους για τη ρύπανση και τους πόρους και να αντιμετωπιστεί η ανάγκη καλύτερης διαβάθμισης των υφιστάμενων εργαλείων, ανάλογα με τους εξωτερικούς παράγοντες που πρέπει να καλύπτουν. Οι περιβαλλοντικές πολιτικές δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται πλέον ως μεταβλητή προσαρμογής, αλλά να καταστούν σημαντικός μοχλός ενός στρατηγικού αναπροσανατολισμού των ανθρώπινων δραστηριοτήτων —βιοτεχνικών, γεωργικών και βιομηχανικών—, εντός της Ένωσης και, χάρη σε ένα εποικοδομητικό μεταδοτικό αποτέλεσμα, να επιβληθούν και σε άλλες περιοχές όπου βρίσκονται οι πολιτικοί και επιχειρηματικοί της εταίροι.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1.   Η εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ στον τομέα της ποιότητας του αέρα

Μαζί με τα ύδατα, την προστασία της φύσης και τα απόβλητα, η ποιότητα του αέρα αποτελεί έναν από τους τομείς με τις περισσότερες περιπτώσεις παραβιάσεων. Τον Μάιο του 2018, η Επιτροπή ενέτεινε τη λήψη μέτρων καταναγκασμού έναντι έξι κρατών μελών που παραβίαζαν τους κανόνες της ΕΕ για την ποιότητα του αέρα, παραπέμποντάς τα στο Δικαστήριο (16). Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή διεξάγει επί του παρόντος έλεγχο καταλληλότητας της οδηγίας για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα αξιολογώντας, μεταξύ άλλων, την αποδοτικότητα των οδηγιών για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα που θεσπίστηκαν κατά την περίοδο 2008-2018. Ειδικότερα, οι προσπάθειες για τη βελτίωση της εφαρμογής της νομοθεσίας για την ποιότητα του αέρα του εξωτερικού περιβάλλοντος αναμένεται να συμβάλουν στην εκπλήρωση του ΣΒΑ 11 για τις βιώσιμες πόλεις.

Όσον αφορά την ποιότητα του αέρα, υπενθυμίζεται ότι η επίδραση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης είναι τριπλή:

1)

επί της υγείας, σε σημείο ώστε η ρύπανση του αέρα εσωτερικών και εξωτερικών χώρων να εξακολουθεί να συνιστά σημαντικό κίνδυνο εντός της ΕΕ (17) και αλλού. Αποτελεί επίσης τον κυριότερο κίνδυνο για την υγεία και το περιβάλλον σε παγκόσμια κλίμακα (18), με 6,5 εκατομμύρια πρόωρους θανάτους ετησίως και υψηλό κόστος για την κοινωνία, για τα συστήματα υγείας, για την οικονομία και για όλους όσων επηρεάζεται η υγεία. Στην Ευρώπη, ο αριθμός των πρόωρων θανάτων εκτιμάται σε περίπου 400 000 ετησίως σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου με θέμα την ατμοσφαιρική ρύπανση, στην οποία επισημαίνεται ότι η υγεία των Ευρωπαίων πολιτών εξακολουθεί να μην προστατεύεται επαρκώς και ότι η δράση της ΕΕ δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα.

2)

επί της βιοποικιλότητας (επιπτώσεις στις καλλιέργειες, τα δάση κ.λπ.)·

3)

επί των κοινών κτιρίων και, φυσικά, επί των ιστορικών κτιρίων, τα οποία συνδέονται με τουριστικές δραστηριότητες.

3.1.1.   Αέρας εσωτερικών χώρων

α)

Για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα εσωτερικών χώρων θα πρέπει, χάρη στην επισήμανση, να ενημερώνεται ο καταναλωτής για τις εκπομπές των προϊόντων που αγοράζει, είτε πρόκειται, για παράδειγμα, για οικοδομικά υλικά, είτε για προϊόντα διακόσμησης, έπιπλα ή και προϊόντα οικιακής χρήσης. Για την εκπλήρωση αυτού του στόχου, μετά από σύγκριση της νομοθεσίας των κρατών μελών της, η ΕΕ θα πρέπει να αναπτύξει ένα συνεκτικό πλαίσιο με βάση τις βέλτιστες ισχύουσες πρακτικές.

β)

Όταν ολοκληρωθεί το στάδιο της κατασκευής και παράδοσης ενός κτιρίου, θα πρέπει να θεσπιστεί υποχρέωση συντήρησης και τακτικής παρακολούθησης της ποιότητας του εξαερισμού. Αυτή η μακροπρόθεσμη παρακολούθηση των κτιρίων θα έχει προφανώς θετικό αντίκτυπο στην υγεία, αλλά και στον ενεργειακό τομέα.

γ)

Για την προστασία του ευάλωτου πληθυσμού, το αναπνευστικό σύστημα του οποίου είναι εξασθενημένο ή υπό ανάπτυξη και απαιτεί καλύτερη ποιότητα αέρα, θα πρέπει επίσης να εφαρμοστούν σχέδια δράσης για τον σκοπό αυτό στις κτιριακές εγκαταστάσεις που είναι ανοικτές για το κοινό, ιδιαίτερα δε για τα μικρά παιδιά.

δ)

Τέλος, θα ήταν χρήσιμο να εναρμονιστούν οι πρακτικές όσον αφορά τον καθαρισμό του αέρα. Η Ένωση θα πρέπει να ορίσει τα κριτήρια για τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειάς τους, ιδίως προκειμένου να αποφευχθεί οιαδήποτε εκτροπή εμπορικής ή, πολύ περισσότερο, υγειονομικής φύσεως λόγω της σχετικής απουσίας κανόνων αυτήν τη στιγμή.

3.1.2.   Εξωτερικός αέρας

α)

Για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα και για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων θα πρέπει όχι μόνο να εφαρμόζονται αυστηρότερα οι ισχύοντες κανόνες και να τιμωρείται αυστηρότερα η μη συμμόρφωση, αλλά και τα πρότυπα που θεσπίζονται στις ευρωπαϊκές οδηγίες θα πρέπει επιτέλους να αντικατοπτρίζουν τις ελλείπουσες συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), όταν αυτές προστατεύουν περισσότερο την υγεία των ανθρώπων.

β)

Σήμερα, παρακολουθούνται μόνο τα αιωρούμενα σωματίδια PM10 και PM2,5 (κλίμακα μικρομέτρου). Όμως, από άποψη υγείας, ορισμένα πολύ μικρά αιωρούμενα σωματίδια έχουν πολύ μεγαλύτερη επίπτωση στην υγεία (νανοκλίμακα), επειδή διεισδύουν πολύ βαθύτερα στο ανθρώπινο σώμα και μπορεί να συσσωρευθούν σε ζωτικά όργανα. Απαιτείται, συνεπώς, η νομοθεσία της ΕΕ να λάβει υπόψη το γεγονός αυτό και να προβλέπει έλεγχο των εν λόγω σωματιδίων, ώστε να μειωθεί σταδιακά η παρουσία και αυτών των σωματιδίων στον αέρα.

γ)

Το ίδιο θα πρέπει να γίνει και με τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες (ΠΑΥ) και άλλους ρύπους που δεν τελούν ακόμη υπό παρακολούθηση, συμπεριλαμβανομένων όσων σχετίζονται με αποτεφρωτήρες, μεταφορές με πλοία, χερσαία οχήματα, εργοταξιακά μηχανήματα και ούτω καθεξής, πολύ περισσότερο δε με δεδομένο ότι η συνεχιζόμενη πρόοδος των επιστημονικών γνώσεων και των τεχνικών ικανοτήτων θα μπορούσε να συμβάλει στο να επιτευχθεί ήδη από τώρα καλύτερη προστασία της υγείας και των οικοσυστημάτων.

δ)

Για τον σκοπό αυτό, η οδηγία για τα εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών (ΕΑΟΕ — NEC/national emission ceilings(19) είναι ουσιώδους σημασίας προκειμένου τα κράτη μέλη να μειώσουν τις εκπομπές ατμοσφαιρικών ρύπων τους. Ωστόσο, προτείνει μόνο ενδεικτικά μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, έτσι ώστε τα κράτη μέλη να συμμορφώνονται με τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει για μείωση των εκπομπών. Η προβλεπόμενη ευελιξία εφαρμογής καθιστά υπερβολικά αδύναμη την εν λόγω ρύθμιση.

ε)

Υπάρχουν επίσης περιθώρια βελτίωσης, εφόσον η οδηγία δεν προτείνει έναν στόχο μείωσης των εκπομπών μεθανίου, μια πηγή ατμοσφαιρικής ρύπανσης που είναι ουσιώδους σημασίας δεδομένου ότι αποτελεί πρόδρομη ουσία του όζοντος, καθώς και ένα πολύ ισχυρό αέριο του θερμοκηπίου.

στ)

Για να διασφαλιστεί εναρμόνιση μεταξύ των διαφόρων ρυθμίσεων της ΕΕ, η κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ) θα πρέπει να θεσπίσει στόχους για τη ρύπανση του ατμοσφαιρικού αέρα από τον αγροτικό τομέα. Για παράδειγμα, ο αγροτικός τομέας είναι υπεύθυνος για περισσότερο από το 95 % των εκπομπών αμμωνίας, ρύπου ο οποίος εμπίπτει στην οδηγία για τα εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών. Για να επιτύχουν τα κράτη μέλη τους στόχους μείωσής τους, η ΚΓΠ θα πρέπει να παρέχει τα κατάλληλα εργαλεία.

ζ)

Τέλος, υπενθυμίζεται ότι η ποσοτική αποτίμηση των ρύπων βασίζεται επί του παρόντος στο βάρος τους (σε μg/m3), παρά το γεγονός ότι, εδώ και πολλά χρόνια, τοξικολόγοι τονίζουν σε επιστημονικές συναντήσεις ότι θα ήταν καλύτερη η ποσοτική αποτίμησή τους σε αριθμό σωματιδίων. Η προσέγγιση αυτή καθίσταται ακόμη σημαντικότερη εφόσον υπάρχει ενδιαφέρον για τα πολύ μικρά στοιχεία που αναπνέουμε (20).

3.2.   Η εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ στον τομέα των υδάτων

Όσον αφορά το θέμα των υδάτων, ας υπογραμμιστεί καταρχάς ότι η οδηγία-πλαίσιο επί του θέματος είναι σε γενικές γραμμές ικανοποιητική, όμως η εφαρμογή της παραμένει μη ικανοποιητική και τα περισσότερα από τα κράτη μέλη δεν έχουν καταφέρει να επιτύχουν την καλή περιβαλλοντική κατάσταση που αναμένετο για το 2015. Το ίδιο ισχύει και για το Natura 2000 λόγω της γενικευμένης αποτυχίας του συμβατικού μέσου. Μπορούν να γίνουν διάφορες βελτιώσεις και να επέλθουν καινοτομίες, που συνδέονται ιδίως με τη σχετική επιστημονική πρόοδο, αφενός όσον αφορά τη λειτουργία του εδάφους και, αφετέρου, τη διασπορά και την αλληλεπίδραση ορισμένων ρύπων. Αυτό το σημείο θα εξεταστεί στη συνέχεια. Η επίτευξη προόδου στην εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ για τα ύδατα, θα συμβάλει στην επίτευξη πολλών στόχων που συνδέονται με τον ΣΒΑ 6 για την πρόσβαση σε καθαρό νερό και αποχέτευση.

Ένας από τους πλέον κρίσιμους τομείς σε σχέση με τα ύδατα είναι η εφαρμογή της οδηγίας για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, όπου υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τη συμμόρφωση, λόγω ενός συνδυασμού θεμάτων διακυβέρνησης και χρηματοδότησης. Μολονότι η Επιτροπή κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες κατά την τρέχουσα θητεία της, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές χρηματοδοτικές ανάγκες σε αυτόν τον τομέα, καθώς και προβλήματα διαχειριστικής φύσης. Με βάση την αποδεδειγμένη πείρα στο πεδίο διαχείρισης των στερεών αποβλήτων, κρίνεται σκόπιμο να αναπτυχθούν νέοι τρόποι για την ενίσχυση της ευθύνης των παραγωγών αναφορικά με τη χρηματοδότηση της πρόσθετης επεξεργασίας λυμάτων με στόχο την απομάκρυνση αναδυόμενων ρύπων, όπως τα φαρμακευτικά προϊόντα και τα μικροπλαστικά.

3.2.1.   Επιφανειακά ύδατα

α)

Για τη βελτίωση της κατάστασης των επιφανειακών υδάτων, καθώς και για την αποφυγή υποβαθμίσεων του δικαίου και της διακυβέρνησης στον τομέα του περιβάλλοντος, θα ήταν καλύτερο να οριστούν ορισμένες έννοιες όπως, για παράδειγμα, η «οικολογική συνέχεια», το «υδάτινο ρεύμα» και ο «υγρότοπος». Για παράδειγμα, είναι απαραίτητο οι κανόνες για τον χαρακτηρισμό των υγροτόπων να διασαφηνιστούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεδομένου ότι η προσέγγιση που βασίζεται μόνο στον σκοπό της προστασίας είναι υπερβολικά περίπλοκη για να μεταφερθεί έγκυρα στο εθνικό δίκαιο, τουλάχιστον σε ορισμένα κράτη μέλη.

β)

Ομοίως, θα ήταν χρήσιμο να καταρτιστεί ενιαίο πλαίσιο για τη σαφή και από κοινού διεξαγωγή εκτιμήσεων από όλους τους ενδιαφερόμενους για την εφαρμογή του σχετικού δικαίου φορείς.

γ)

Είτε πρόκειται για νανοσωματίδια —π.χ. όσα προέρχονται από την κλωστοϋφαντουργία και τη βιομηχανία γεωργικών ειδών διατροφής—, είτε για ενδοκρινικούς διαταράκτες —για παράδειγμα όσους προέρχονται από τη φαρμακευτική βιομηχανία και τη γεωργία—, θα πρέπει να μειωθεί στην πηγή η διάχυσή τους στο περιβάλλον και να καθοριστούν όρια που δεν πρέπει να υπερβαίνονται στα επιφανειακά και τα υπόγεια ύδατα, λόγω των επιπτώσεών τους στα οικοσυστήματα και, ιδίως, στις τροφικές αλυσίδες που αφορούν και τον άνθρωπο. Για τον σκοπό αυτό, θα ήταν σκόπιμο να θεσπιστούν επιτέλους τα μέσα και για τον προσδιορισμό, στο μέλλον, των κατώτατων ορίων συνδυαστικών επιδράσεων μεταξύ αυτών των ουσιών, των διαφόρων ουσιών που ήδη παρακολουθούνται και των υποπροϊόντων αποδόμησής τους.

3.2.2.   Υπόγεια ύδατα

α)

Όσον αφορά τη νομοθεσία για τα ύδατα, οι διατάξεις που αφορούν την ανάκτηση του κόστους των διαφόρων κατηγοριών χρηστών, την εσωτερίκευση του εξωτερικού κόστους και την τιμολόγηση με βάση τις δαπάνες —όπως ορίζονται από την οδηγία για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (21) — δεν είναι ούτε αρκετά περιοριστικές ούτε επαρκώς ακριβείς ώστε να παράγουν επαρκή αποτελέσματα.

β)

Με την αλλαγή του κλίματος, η φυσική αναπλήρωση των υπογείων υδάτων μπορεί να γίνει ακόμη πιο προβληματική δεδομένου ότι σε ορισμένες περιοχές οι πολεοδομικές ή αγροτικές πρακτικές οδηγούν σε μια ανεπιθύμητη μορφή ρήξης του κύκλου του νερού λόγω της στεγανοποίησης των εδαφών ή της πολύ χαμηλής βιολογικής δραστηριότητάς τους, που ευνοούν την επιφανειακή απορροή, τη διάβρωση και τα κύματα ιλύος αντί για τη φυσική διήθηση, τον φυσικό καθαρισμό και τη φυσική αποθήκευση. Για να μην επιδεινωθούν περαιτέρω τα φαινόμενα αυτά, η Ένωση θα πρέπει να εγκρίνει επιτέλους κανόνες για τα ζωντανά εδάφη, οι οποίοι θα παρουσίαζαν επίσης το πλεονέκτημα ότι θα ανταποκρίνονται ταυτόχρονα σε προβλήματα ποιότητας και ποσότητας των υδάτων που είναι διαθέσιμα για τα οικοσυστήματα, την ανθρώπινη κατανάλωση, καθώς και για γεωργικές και βιομηχανικές δραστηριότητες.

γ)

Δεδομένης της λειτουργίας τους να προκαλούν βροχή με εξατμισοδιαπνοή, αλλά και να διηθούν, να καθαρίζουν και να αποθηκεύουν νερό στο έδαφος και στον υδροφόρο ορίζοντα, θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στα δάση και τους φράκτες από φυτά και, σε μικρότερο βαθμό, στους μόνιμους βοσκοτόπους και τις εκτάσεις που καλλιεργούνται μακροχρόνια χωρίς άροση. Επίσης, στο μέτρο του δυνατού, πρέπει να είναι παρόντα και να εξαπλωθούν σε ολόκληρη την έκταση της Ευρώπης, πόσω μάλλον με δεδομένο ότι αντιπροσωπεύουν επίσης μια σημαντική βοήθεια και για άλλα έμβια όντα, συμπεριλαμβανομένων πολλών βοηθητικών όσον αφορά τις καλλιέργειες, ως αντιστάθμισμα στις πολύ υψηλές θερμοκρασίες και άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα που αυξάνονται όλο και περισσότερο.

3.2.3.   Οδηγία για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων

Για την καλύτερη εφαρμογή της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα, το κείμενο της οδηγίας σχετικά με ορισμένες πτυχές που αναφέρονται εν μέρει ανωτέρω πρέπει να τροποποιηθεί ως εξής:

α)

Το καθεστώς του ύδατος στο προοίμιο («Το ύδωρ δεν είναι εμπορικό προϊόν όπως όλα τα άλλα») θα πρέπει να αντικατασταθεί με τη φράση «Το ύδωρ δεν είναι εμπορικό προϊόν».

β)

Η εφαρμογή των αρχών της πρόληψης και της προφύλαξης απαιτεί, δεδομένης της κατάστασης των υδάτων στην Ευρώπη, άρση όλων των εξαιρέσεων, όπως για παράδειγμα όσων περιλαμβάνονται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 ή στο άρθρο 7 παράγραφος 4.

γ)

Λόγω της κατάστασης των υδάτων, για όλα τα έργα που ενδέχεται να επηρεάζουν τα ύδατα και τα υδάτινα περιβάλλοντα θα πρέπει να απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Θα πρέπει, επομένως, να καταργηθεί η «απλουστευμένη διαδικασία αξιολόγησης» (άρθρο 16).

δ)

Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» θα πρέπει να αναθεωρηθεί, ιδίως όσον αφορά τους όρους εφαρμογής της, με:

αναδιατύπωση του άρθρου 9: αντί για «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη την αρχή της ανάκτησης του κόστους των υπηρεσιών ύδατος, συμπεριλαμβανομένου του κόστους για το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική ανάλυση που διεξάγεται σύμφωνα με το παράρτημα III, και ειδικότερα σύμφωνα με την αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”», θα πρέπει να αναγράφεται: «Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την ανάκτηση του άμεσου και έμμεσου κόστους που σχετίζεται με τις επιπτώσεις των ανθρώπινων δραστηριοτήτων επί των υδάτων σύμφωνα με την αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”»·

κατάργηση των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4·

προσθήκη όλων των κλάδων, με διευκρίνιση των τριών τομέων (γεωργία, βιομηχανία, νοικοκυριά), για τους οποίους τα κράτη θεσπίζουν κανόνες για την εξάλειψη της εξωτερίκευσης του κόστους. Μια ετήσια έκθεση θα καθορίζει, ανά κλάδο, τους όρους εφαρμογής της εν λόγω διαδικασίας.

ε)

Θα πρέπει επίσης να αντικατασταθούν όλες οι διατυπώσεις της μορφής «μεριμνούν ώστε» με πραγματική υποχρέωση (για παράδειγμα, στο άρθρο 11 παράγραφος 5 ή στο άρθρο 14 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο).

στ)

Ομοίως, φαίνεται αναγκαίο να μειωθούν τα κατώτατα όρια για τους ρύπους, μεταξύ άλλων σε συνδυασμό με άλλες οδηγίες (όπως τις οδηγίες για τη νιτρορύπανση, για τα χημικά προϊόντα κ.λπ.), αλλά και να ενημερωθούν οι ουσίες προτεραιότητας (με την προσθήκη, για παράδειγμα, των υπερφθοριωμένων ουσιών, των νανοτεχνολογιών κ.λπ.).

ζ)

Είναι απαραίτητο να βελτιωθεί η συμμετοχή του κοινού (άρθρο 14), κυρίως όσον αφορά τον προγραμματισμό. Πρέπει να επεκταθεί και στα προγράμματα βασικών και συμπληρωματικών μέτρων, καθώς και σε όλους τους προκαταρκτικούς διοικητικούς ελέγχους.

η)

Όσον αφορά τις διαφορές (άρθρο 23), θα πρέπει να προστεθεί ότι, σύμφωνα με τη σύμβαση του Aarhus, τα κράτη οφείλουν να θεσπίσουν κανόνες και διαδικασίες για την προώθηση της πρόσβασης του κοινού στη δικαιοσύνη σχετικά με διαφορές για τα ύδατα.

3.3.   Η εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ στον τομέα των αποβλήτων

Η εκτίμηση των επιπτώσεων επί της οποίας βασίζεται η πρόσφατα εγκριθείσα νομοθεσία για τα απόβλητα εντόπισε πολλά προβλήματα όσον αφορά την εφαρμογή: νομικά/ρυθμιστικά, καθώς και θέματα που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση και την ευαισθητοποίηση. Οι ανεπάρκειες στην εφαρμογή της οδηγίας-πλαισίου για τα απόβλητα οφείλονται συχνά στην έλλειψη οικονομικών μέσων, π.χ. όσων καθιστούν την ανακύκλωση ελκυστικότερη από την υγειονομική ταφή. Ωστόσο, η δημιουργία τέτοιων οικονομικών μέσων μπορεί να είναι προβληματική για τους δήμους. Οι τοπικές αρχές δεν συχνά έχουν την ικανότητα να μεταφέρουν τα μέτρα και τα μέσα της ΕΕ σε τοπικό επίπεδο, γεγονός το οποίο υποδεικνύει ένα ζήτημα διακυβέρνησης. Η επιβολή της νομοθεσίας συνιστά επίσης σημαντικό πρόβλημα σε πολλά κράτη μέλη. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή έχει συνεργαστεί τα τελευταία χρόνια με τα κράτη μέλη για την αντιμετώπιση των εν λόγω ελλείψεων στην εφαρμογή, για παράδειγμα παρέχοντας τεχνική υποστήριξη και συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν, μέσα από τις δύο ασκήσεις προώθησης της συμμόρφωσης, που πραγματοποιήθηκαν το 2012 και το 2015.

Οι νομοθετικές προτάσεις για τα απόβλητα που εγκρίθηκαν πρόσφατα αναμένεται να επιλύσουν ορισμένα από τα προβλήματα εφαρμογής και να συμβάλουν στην εκπλήρωση του ΣΒΑ 12 για τη βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή. Ωστόσο, τα ζητήματα που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση και την επιβολή της νομοθεσίας θα πρέπει να αντιμετωπιστούν σε εθνικό επίπεδο. Σε συνεργασία με την Επιτροπή, η ΕΟΚΕ έχει συγκροτήσει μια ευρωπαϊκή πλατφόρμα ενδιαφερόμενων μερών για την κυκλική οικονομία (European Circular Economy Stakeholder Platform), η οποία έχει ήδη επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα, διευκολύνοντας τη συλλογή, την ανταλλαγή και τη διάδοση της εμπειρογνωμοσύνης και των ορθών πρακτικών μεταξύ των διαφόρων ενδιαφερόμενων μερών. Η πλατφόρμα αυτή συνιστά σημαντικό μέσο, το οποίο θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ευρύτερα για να ενθαρρυνθεί η εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ στον τομέα αυτό.

3.3.1.   Πρόληψη της δημιουργίας αποβλήτων

α)

Η πρόσφατη αναθεώρηση της πολιτικής σχετικά με τα απόβλητα (22) αποτελεί ευκαιρία να υποστηριχθούν σθεναρά τα μέτρα για τη μείωση στην πηγή των αναγκών μας (συμπεριλαμβανομένων των αναγκών μας σε πρώτες ύλες και σε δευτερογενείς πρώτες ύλες), καθώς και για τη μείωση της δημιουργίας μελλοντικών αποβλήτων, ιδίως των επικίνδυνων για τα οικοσυστήματα και την ανθρώπινη υγεία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι πρέπει να θέσουμε υπό αμφισβήτηση τις ανάγκες μας και τα παραγόμενα προϊόντα μας, τον τρόπο σχεδιασμού τους, την παράταση της ζωής τους και, στη συνέχεια, τη μετατροπή τους με τη μικρότερη δυνατή υλική απώλεια, καθώς η εν λόγω υλική απώλεια επηρεάζει γενικά το περιβάλλον, την ενεργειακή κυριαρχία και την οικονομική βιωσιμότητα.

β)

Για να μπορεί να γίνεται λόγος για «βιώσιμα υλικά» και όχι για «απόβλητα» και να εμπεδωθεί μια όσο το δυνατόν πιο κυκλική οικονομία, απαιτείται, ήδη από τον σχεδιασμό της παραγωγής, να εξαλειφθούν τα συστατικά τα οποία παρουσιάζουν τοξικότητα ή επικινδυνότητα που μπορεί να περιπλέξει μια μελλοντική φάση ανακύκλωσης.

γ)

Σε σχέση με τις συσκευασίες, πρέπει να επικρατήσει νηφαλιότητα, θα ήταν χρήσιμη δε η σταδιακή και υποχρεωτική εξέλιξη στον μέγιστο βαθμό, προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν στρέβλωση του ανταγωνισμού όσον αφορά τα διάφορα συστήματα παρακρατήσεως ποσού έναντι επιστροφής των συσκευασιών και επαναχρησιμοποίησης, τα οποία υφίστανται ήδη ή θα αναπτυχθούν.

δ)

Η πρόληψη των αποβλήτων εξαρτάται επίσης από την ικανότητα των κοινωνιών μας να επαναχρησιμοποιούν και να επισκευάζουν τα προϊόντα μας. Για να υλοποιηθεί αυτός ο στόχος, απαιτείται φιλόδοξη νομοθεσία της ΕΕ που θα διαθέτει υποχρεωτικούς προς επίτευξη στόχους, αντί να περιορίζεται σε μέτρα προαιρετικής εφαρμογής.

ε)

Για την αποσύνδεση της οικονομικής ανάπτυξης από την κατανάλωση φυσικών πόρων και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που αυτή συνεπάγεται, είναι απαραίτητο η ΕΕ να θέσει πιο φιλόδοξους στόχους αύξησης της αποδοτικής χρήσης των πόρων στα συστήματα παραγωγής μας.

3.3.2.   Διαχείριση αποβλήτων

α)

Για να κερδηθεί και να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών, τόσο των παραγωγών όσο και των καταναλωτών, είναι απαραίτητο η κυκλική οικονομία —λαμβάνοντας τακτικά υπόψη τις πλέον πρόσφατες επιστημονικές γνώσεις— να προφυλάσσεται έναντι οιουδήποτε μελλοντικού σκανδάλου, ιδίως στον τομέα της υγείας, το οποίο θα μπορούσε να σχετίζεται με τη συγκέντρωση ή τη διασπορά ρύπων σε ανακυκλωμένα υλικά (βρώμιο ή ενδοκρινικοί διαταράκτες, για παράδειγμα) ή στο περιβάλλον (νανοϋλικά ή μικροπλαστικά).

β)

Η εν λόγω προσέγγιση θα είναι πιο αξιόπιστη και αποτελεσματική εφόσον, για τη βελτίωση του ποσοστού ανακύκλωσης κάθε είδους υλικών, καθιερωθεί η ιχνηλασιμότητα των συστατικών τους ήδη από το στάδιο της παραγωγής και διασφαλιστεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διαφάνεια μέχρι τη συνάντησή τους με τον καταναλωτή.

γ)

Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ισχύει το ίδιο επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος για τα ανακυκλωμένα ή τα παρθένα υλικά στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ανακυκλώσιμα υλικά δεν θα πρέπει να επιτρέπουν να συνεχίζεται η χρήση επικίνδυνων χημικών ουσιών σε υψηλότερες συγκεντρώσεις. Επομένως, κατά τον περιορισμό και τον καθορισμό ορίων για τις χημικές ουσίες βάσει του κανονισμού REACH (23), ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων θα πρέπει να καθορίσει τα ίδια όρια για τα ανακυκλωμένα υλικά. Τα υλικά που δεν πληρούν αυτά τα όρια θα πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τρόπον ώστε η ουσία να αφαιρείται ή να καθίσταται μη επιλέξιμη για επαναχρησιμοποίηση ή ανακύκλωση.

δ)

Πέρα από τον οικολογικό σχεδιασμό στον οποίο θα πρέπει να υπόκεινται τα έξυπνα τηλέφωνα και τα λοιπά ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά προϊόντα, είναι σκόπιμο η Ένωση να αναπτύξει και να αναλάβει επίσης μια πραγματική πολιτική διαχείρισης των αποβλήτων στην επικράτειά της, και όχι να τα αφήνει να φεύγουν για το εξωτερικό.

ε)

Λαμβανομένης υπόψη της ανάλυσης του κύκλου ζωής, όλες οι επιλογές ανακύκλωσης είναι καλύτερες επιλογές από την αποτέφρωση (κυρίως λόγω της ενσωματωμένης ενέργειας, στις πλαστικές ύλες για παράδειγμα), εκτός από την ξυλεία, σε συγκεκριμένες ειδικές περιπτώσεις, καθώς και ορισμένων προϊόντων και υλικών που θεωρούνται επικίνδυνα απόβλητα. Η αποτέφρωση, όπως και η υγειονομική ταφή, θα πρέπει σταδιακά να εξαφανιστούν. Θα πρέπει, επομένως, να καθοριστούν φιλόδοξοι στόχοι προς αυτή την κατεύθυνση.

Βρυξέλλες, 12 Δεκεμβρίου 2018.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Luca JAHIER


(1)  Γνωμοδότηση με θέμα «Η Επισκόπηση της Περιβαλλοντικής Εφαρμογής της ΕΕ: Κοινές προκλήσεις και πώς να συνδυαστούν οι προσπάθειες με σκοπό να επιτευχθούν καλύτερα αποτελέσματα» (ΕΕ C 345 της 13.10.2017, σ. 114).

(2)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(3)  Γνωμοδότηση με θέμα «Ενέργειες της ΕΕ για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης και διακυβέρνησης» (ΕΕ C 283 της 10.8.2018, σ. 83).

(4)  Βλέπε υποσημείωση 3.

(5)  COM(2018) 10 final.

(6)  Γνωμοδοτήσεις με τα εξής θέματα: «Πρόγραμμα “Καθαρός αέρας για την Ευρώπη”» (ΕΕ C 451 της 16.12.2014, σ. 134) και «Η απαλλαγή της ΕΕ από τον αμίαντο» (ΕΕ C 251 της 31.7.2015, σ. 13).

(7)  Γνωμοδοτήσεις με τα εξής θέματα: «Σχέδιο δράσης για τη φύση, τους ανθρώπους και την οικονομία» (ΕΕ C 129 της 11.4.2018, σ. 90), «Διεθνής διακυβέρνηση των ωκεανών: ένα θεματολόγιο για το μέλλον των ωκεανών μας» (ΕΕ C 209 της 30.6.2017, σ. 60) και «Ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης» (ΕΕ C 367 της 10.10.2018, σ. 107).

(8)  Γνωμοδοτήσεις με τα εξής θέματα: «Περιορισμός της χρήσης ορισμένων επικίνδυνων ουσιών σε ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό» (ΕΕ C 345 της 13.10.2017, σ. 110), «Επιλογές σχετικά με τα θέματα διεπαφής μεταξύ της νομοθεσίας για τα χημικά, τα προϊόντα και τα απόβλητα» (ΕΕ C 283 της 10.8.2018, σ. 56), «Ευρωπαϊκή στρατηγική για τις πλαστικές ύλες σε μια κυκλική οικονομία» (συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας των αποβλήτων των σκαφών) (ΕΕ C 283 της 10.8.2018, σ. 61), «Ο ρόλος της παραγωγής ενέργειας από απόβλητα στην κυκλική οικονομία» (ΕΕ C 345 της 13.10.2017, σ. 102) και «Δέσμη μέτρων για την κυκλική οικονομία» (ΕΕ C 264 της 20.7.2016, σ. 98).

(9)  Γνωμοδότηση με θέμα «Πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα» (ΕΕ C 129 της 11.4.2018, σ. 65).

(10)  Βλέπε τις υποσημειώσεις 1 και 3.

(11)  Γνωμοδότηση με θέμα «Μια νέα συμφωνία για τους καταναλωτές» (ΕΕ C 440 της 6.12.2018, σ. 66).

(12)  Γνωμοδοτήσεις με τα εξής θέματα: «Η μετάβαση προς ένα πιο βιώσιμο ευρωπαϊκό μέλλον — μια στρατηγική ενόψει του 2050» (ΕΕ C 81 της 2.3.2018, σ. 44) και «Νέα βιώσιμα οικονομικά μοντέλα» (ΕΕ C 81 της 2.3.2018, σ. 57).

(13)  Γνωμοδοτήσεις με τα εξής θέματα: «Το Θεματολόγιο του 2030 — Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσηλωμένη στη βιώσιμη ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο», η οποία υιοθετήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2016 (REX/461) (ΕΕ C 34 της 2.2.2017, σ. 58) και «Ο κεντρικός ρόλος του εμπορίου και των επενδύσεων στην υλοποίηση και την εφαρμογή των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ)» (ΕΕ C 129 της 11.4.2018, σ. 27).

(14)  Γνωμοδότηση με θέμα «Κεφάλαια για το εμπόριο και τη βιώσιμη ανάπτυξη (ΕΒΑ) στις συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών της ΕΕ» (ΕΕ C 227 της 28.6.2018, σ. 27).

(15)  Γνωμοδοτήσεις με τα εξής θέματα: «Το πρωτόκολλο του Παρισιού — Ένα σχέδιο στρατηγικής για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής μετά το 2020» (ΕΕ C 383 της 17.11.2015, σ. 74) και «Κλιματική δικαιοσύνη» (ΕΕ C 81 της 2.3.2018, σ. 22).

(16)  http://europa.eu/rapid/press-release_IP-18-3450_el.htm.

(17)  Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος.

(18)  Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ).

(19)  Οδηγία για τα εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών (NEC).

(20)  https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0048969711005730?via%3Dihub

(21)  Οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα.

(22)  http://ec.europa.eu/environment/waste/target_review.htm.

(23)  Κανονισμός REACH — Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε με την ΕΕ L 136 της 29.5.2007, σ. 3).