29.5.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 175/2


ΓΝΏΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΚΕΝΤΡΙΚΉΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ

της 13ης Μαρτίου 2015

σχετικά με πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τους εναρμονισμένους δείκτες τιμών καταναλωτή και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου

(CON/2015/10)

(2015/C 175/02)

Εισαγωγή και νομική βάση

Στις 17 Δεκεμβρίου 2014, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έλαβε αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη διατύπωση γνώμης σχετικά με πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τους εναρμονισμένους δείκτες τιμών καταναλωτή (1) (ΕνΔΤΚ) (εφεξής η «πρόταση κανονισμού»). Η εν λόγω νομοθετική πράξη πρόκειται να καταργήσει και να αντικαταστήσει τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου (2). Στις 26 Ιανουαρίου 2015, ζητήθηκε η γνώμη της ΕΚΤ για την ίδια πρόταση από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αρμοδιότητα της ΕΚΤ για τη διατύπωση γνώμης βασίζεται στα άρθρα 127 παράγραφος 4 και 282 παράγραφος 5 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρόταση κανονισμού εμπίπτει στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της ΕΚΤ, η οποία αποτελεί βασικό χρήστη στατιστικών ΕνΔΤΚ. Οι εναρμονισμένοι δείκτες τιμών καταναλωτή αποτελούν σημαντικούς δείκτες στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής. Έχουν καθοριστική σημασία για την επίτευξη του πρωταρχικού στόχου της ΕΚΤ, ο οποίος συνίσταται στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στη ζώνη του ευρώ (3), διότι οι ορθές αποφάσεις νομισματικής πολιτικής εξαρτώνται από αξιόπιστα και υψηλής ποιότητας στατιστικά στοιχεία ΕνΔΤΚ. Επίσης συμβάλλουν στην εκτέλεση των καθηκόντων του Ευρωσυστήματος στον τομέα της σταθερότητας της χρηματοπιστωτικής αγοράς (4).

Η παρούσα γνώμη εκδόθηκε από το διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 17.5 πρώτη πρόταση του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

1.   Γενικές παρατηρήσεις

Η ΕΚΤ στηρίζει τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Eurostat) για την αναθεώρηση και τον εκσυγχρονισμό του νομικού πλαισίου της Ένωσης που αφορά την κατάρτιση στατιστικών ΕνΔΤΚ.

2.   Διαβούλευση με την ΕΚΤ και συμμετοχή της τελευταίας στις προπαρασκευαστικές και εκτελεστικές εργασίες

2.1.

Λαμβανομένης υπόψη της τακτικής συνεισφοράς της ΕΚΤ στο πλαίσιο των ΕνΔΤΚ και της σημασίας που έχουν οι υψηλής ποιότητας σχετικές στατιστικές για μια υγιή νομισματική πολιτική και, ιδίως, για την επιδίωξη της σταθερότητας των τιμών, η οποία αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο της ΕΚΤ, θα πρέπει να πραγματοποιείται διαβούλευση με την τελευταία και για μελλοντικές τροποποιήσεις του παρόντος πλαισίου (5).

2.2.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα άρθρα 127 παράγραφος 4 και 282 παράγραφος 5 της Συνθήκης, η γνώμη της ΕΚΤ ζητείται για κάθε εκτελεστική και κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που μπορεί να εκδίδει η Επιτροπή βάσει του αναθεωρημένου νομικού πλαισίου για τους ΕνΔΤΚ (6). Την υποχρέωση διαβούλευσης με την ΕΚΤ και τα οφέλη που προκύπτουν από αυτή υπογραμμίζει η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά ΕΚΤ  (7).

2.3.

Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 (8), και ανεξαρτήτως της συνεργασίας κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο των νομοθετικών πράξεων, στην αιτιολογική σκέψη 2 της πρότασης κανονισμού θα πρέπει να γίνεται αναφορά στην αρμοδιότητα της ΕΚΤ να γνωμοδοτεί επί των εκτελεστικών και κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται βάσει της πρότασης κανονισμού.

3.   Χρήση των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων

3.1.

Σε ό,τι αφορά την εξουσία της Επιτροπής να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις βάσει του άρθρου 290 της Συνθήκης, η ΕΚΤ θεωρεί ότι το όριο κάτω από το οποίο δεν υφίσταται υποχρέωση παροχής επιμέρους δεικτών των εναρμονισμένων δεικτών από τα κράτη μέλη και δεν χρειάζεται να παράγεται από αυτά ο κατάλογος επιμέρους δεικτών (9) αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της πρότασης κανονισμού, τα οποία είναι καθοριστικά για τη διασφάλιση ορθών και εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή. Τυχόν μεταβολές των εν λόγω παραμέτρων επηρεάζουν άμεσα την κάλυψη και την ορθότητα των δεικτών, ασκούν δε σημαντική επιρροή στην ποιότητα και την αξιοπιστία τους. Για τους λόγους αυτούς, η ΕΚΤ θεωρεί ότι οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δεν αποτελούν τα κατάλληλα νομοθετικά μέσα για τη θέσπιση κανόνων που διέπουν αυτά τα βασικά στοιχεία του πλαισίου των ΕνΔΤΚ. Οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να καθοριστούν και να θεσπιστούν στην πρόταση κανονισμού. Η ΕΚΤ προτείνει να ενσωματωθεί στο άρθρο 5 παράγραφοι 6 και 7 το εδραιωμένο όριο συντελεστή στάθμισης 1/1 000 της συνολικής δαπάνης που καλύπτεται από τον ΕνΔΤΚ και 1/100 για τους δείκτες τιμών για τις ιδιοκατοικούμενες κατοικίες και τις κατοικίες, αντίστοιχα.

3.2.

Η ΕΚΤ υποστηρίζει το προτεινόμενο άρθρο 5 παράγραφος 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 στοιχείο ιζ) σχετικά με τη συλλογή πληροφοριών για τις «προκαθορισμένες τιμές» στο πλαίσιο των «βασικών πληροφοριών» που θα πρέπει να παρέχονται σε σχέση με τους ΕνΔΤΚ (και τους ΕνΔΤΚ με σταθερούς φορολογικούς συντελεστές). Η ΕΚΤ παρακολουθεί τις εξελίξεις των τιμών οι οποίες καθορίζονται άμεσα ή επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό από την κυβέρνηση (σε κεντρικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών), καθώς και τον αντίκτυπο των εξελίξεων στον συνολικό ΕνΔΤΚ. Πράγματι, οι πληροφορίες αυτές είναι πολύ χρήσιμες για την ανάλυση των εξελίξεων του πληθωρισμού. Ωστόσο, απαιτούνται περισσότερες οδηγίες σε σχέση με την ταξινόμηση των τιμών ως μη προκαθορισμένων, κυρίως προκαθορισμένων ή πλήρως προκαθορισμένων. Συχνά δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την ταξινόμηση. Όσον αφορά δείκτες που αναφέρονται σε προκαθορισμένες τιμές, ή τις αποκλείουν, η ΕΚΤ θα προτιμούσε να παράσχει η Επιτροπή οδηγίες που διασφαλίζουν τον εναρμονισμένο ορισμό και την εφαρμογή των σχετικών εννοιών σε εκτελεστική πράξη που εκδίδεται βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 4 της πρότασης κανονισμού.

4.   Μεθοδολογικά ζητήματα

4.1.

Η ΕΚΤ συμφωνεί με την Επιτροπή ότι το νέο νομικό πλαίσιο δεν θα πρέπει να υστερεί σε σχέση με τις τρέχουσες απαιτήσεις κατάρτισης εναρμονισμένων δεικτών όσον αφορά τη διασφάλιση της ποιότητας και της συνέπειας. Τα επιτεύγματα των είκοσι ετών που παρήλθαν από την έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου θα πρέπει να διατηρηθούν και, εάν είναι δυνατόν, να ενισχυθούν.

4.2.

Το άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο β) της πρότασης κανονισμού εισάγει ευρύτερο περιθώριο όσον αφορά τις συστηματικές διαφορές στον ετήσιο ρυθμό αύξησης του δείκτη τιμών για τις ιδιοκατοικούμενες κατοικίες (ΔΤΙΚ) και του δείκτη τιμών για τις κατοικίες (ΔΤΚατ), οι οποίες μπορεί να προκύπτουν λόγω αποκλίσεων από τις έννοιες ή τις μεθόδους που καθορίζονται στην πρόταση κανονισμού. Παρόλο που ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 93/2013 (10) της Επιτροπής αποσιωπά το συγκεκριμένο ζήτημα, η ΕΚΤ προτείνει μετ’ επιτάσεως την εφαρμογή του συνήθους ποσοστού 0,1 τοις εκατό που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της συγκρισιμότητας των επιμέρους δεικτών του ΕνΔΤΚ. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με την παράλειψη του άρθρου 4 παράγραφος 2 στοιχείο β) της πρότασης κανονισμού και την απαλοιφή του περιορισμού στην κάλυψη του άρθρου 4 παράγραφος 2 στοιχείο α). Η χαλάρωση των απαιτήσεων συγκρισιμότητας θα υποβάθμιζε την ποιότητα των επιμέρους δεικτών ΔΤΙΚ και ΔΤΚατ.

4.3.

Η παραγωγή επιμέρους δεικτών κατά διαστήματα συχνότητας μικρότερης από αυτήν που απαιτείται βάσει των διατάξεων της πρότασης κανονισμού θα πρέπει να εξακολουθεί να υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση από την Επιτροπή (Eurostat). Αυτό διασφαλίζεται επί του παρόντος με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού 2494/95 (11). Η ίδια απαίτηση θα πρέπει να αποτυπώνεται και στο άρθρο 6 παράγραφος 3 της πρότασης κανονισμού, καθώς και στον εκτελεστικό κανονισμό.

Στις περιπτώσεις που η ΕΚΤ συνιστά την τροποποίηση της πρότασης κανονισμού, συγκεκριμένες προτάσεις διατύπωσης περιλαμβάνονται σε τεχνικό κείμενο εργασίας συνοδευόμενες από την αντίστοιχη αιτιολογία.

Φρανκφούρτη, 13 Μαρτίου 2015.

Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ

Mario DRAGHI


(1)  COM(2014) 724 τελικό.

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου, της 23 Οκτωβρίου 1995, για τη θέσπιση εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή (ΕΕ L 257 της 27.10.1995, σ. 1).

(3)  Βλέπε άρθρο 127 παράγραφος 1 της Συνθήκης και πρώτη πρόταση του άρθρου 2 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (εφεξής το «καταστατικό του ΕΣΚΤ»).

(4)  Βλέπε άρθρο 127 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση και άρθρο 127 παράγραφος 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 139 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της Συνθήκης, καθώς και άρθρο 3.1 πρώτη περίπτωση και άρθρο 3.3, σε συνδυασμό με το άρθρο 42.1 του καταστατικού του ΕΣΚΤ.

(5)  Βλέπε άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή ζητεί τη γνώμη της ΕΚΤ όσον αφορά τα μέτρα που προτίθεται να υποβάλλει στην επιτροπή ευρωπαϊκού στατιστικού συστήματος.

(6)  Βλέπε, π.χ., παράγραφο 1.3 της γνώμης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 15ης Φεβρουαρίου 2007, κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με οκτώ προτάσεις για την τροποποίηση των οδηγιών 2006/49/ΕΚ, 2006/48/ΕΚ, 2005/60/ΕΚ, 2004/109/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2003/71/ΕΚ, 2003/6/ΕΚ και 2002/87/ΕΚ, όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή (CON/2007/4), (2007/C 39/01) (ΕΕ C 39 της 23.2.2007, σ. 1) και παράγραφο 2 της γνώμης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 19ης Οκτωβρίου 2012, αναφορικά με πρόταση κανονισμού της Επιτροπής για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2214/96 του Συμβουλίου για τη θέσπιση εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή (ΕνΔΤΚ): διαβίβαση και διάδοση υποδεικτών των ΕνΔΤΚ, όσον αφορά τη θέσπιση εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή με σταθερούς φορολογικούς συντελεστές και πρόταση κανονισμού της Επιτροπής σχετικά με τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 για τη θέσπιση εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή, όσον αφορά τον καθορισμό δεικτών τιμών για τις ιδιοκατοικούμενες κατοικίες (CON/2012/77) (2013/C 73/03) (ΕΕ C 73 της 13.3.2013, σ. 5).

(7)  Απόφαση της 10ης Ιουλίου 2003, C-11/00 Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Συλλογή 2003, σ. I-7147, ιδίως σκέψεις 110 και 111. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η υποχρέωση διαβούλευσης με την ΕΚΤ σκοπεί «κυρίως να εξασφαλίσει ότι ο συντάκτης της πράξεως θα εκδώσει την πράξη αφού ακούσει τον οργανισμό ο οποίος, λόγω των ειδικών αρμοδιοτήτων που ασκεί στο κοινοτικό πλαίσιο και στον συγκεκριμένο τομέα και λόγω του υψηλού βαθμού ειδίκευσης που τον χαρακτηρίζει είναι ιδιαίτερα σε θέση να συμβάλει επωφελώς στην προτεινόμενη διαδικασία εκδόσεως της πράξεως».

(8)  Βλέπε άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95.

(9)  Βλέπε άρθρο 5 παράγραφοι 6 και 7 του προτεινόμενου κανονισμού.

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 93/2013 της Επιτροπής, της 1ης Φεβρουαρίου 2013, σχετικά με τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 για τη θέσπιση εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή, όσον αφορά τον καθορισμό δεικτών τιμών για τις ιδιοκατοικούμενες κατοικίες (ΕΕ L 33 της 2.2.2013, σ. 14).

(11)  Οι πίνακες τιμών καταρτίζονται κάθε μήνα. Η Επιτροπή (Eurostat) μπορεί να επιτρέψει παρεκκλίσεις από τη μηνιαία κατάρτιση υπό τον όρο ότι δεν δημιουργούνται προβλήματα για την κατάρτιση ΕνΔΤΚ που ανταποκρίνονται στους όρους συγκρισιμότητας του άρθρου 4. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει τη συχνότερη κατάρτιση πινάκων τιμών.