52013DC0532

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ Καλύτερη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης: Σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και μεταρρύθμιση της Eurojust /* COM/2013/0532 final */


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Καλύτερη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης: Σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και μεταρρύθμιση της Eurojust

Η παρούσα ανακοίνωση εισάγει μια δέσμη νομοθετικών μέτρων για να ενισχύσει τις θεσμικές πτυχές της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης – και ως εκ τούτου των χρημάτων των φορολογουμένων – σύμφωνα με την πολιτική της Επιτροπής που θεσπίστηκε το 2011[1]. Η δέσμη περιλαμβάνει μια πρόταση κανονισμού για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και πρόταση κανονισμού για τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης («Eurojust»). Επιπλέον, η δέσμη περιλαμβάνει μια ανακοίνωση σχετικά με τη διακυβέρνηση της OLAF και την ενίσχυση των διαδικαστικών εγγυήσεων στις έρευνες, ενόψει της σύστασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

1.           Οι βασικοί στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν με τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τη μεταρρύθμιση της Eurojust

Ÿ   Καταπολέμηση της απάτης: προτεραιότητα σε περίοδο δημοσιονομικής εξυγίανσης

Τη στιγμή που πολλά κράτη μέλη εφαρμόζουν δημοσιονομικές προσαρμογές που συνεπάγονται σημαντική επιβάρυνση για πολλούς πολίτες, είναι σημαντικότερο από ποτέ να εξασφαλιστεί ότι τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – που συνδέονται με χρήματα των φορολογουμένων – προστατεύονται αποτελεσματικά. Με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όπως προτείνεται στην παρούσα δέσμη, θα είναι δυνατόν για πρώτη φορά να δημιουργηθεί ένας οργανισμός που θα διαθέτει τις εξουσίες και τους πόρους που απαιτούνται για τη διερεύνηση, τη δίωξη και την παραπομπή υποθέσεων απάτης και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, είτε εθνικών είτε διασυνοριακών, ενώπιον των δικαστηρίων.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα υπερβεί τους λειτουργικούς περιορισμούς των υφιστάμενων φορέων και οργανισμών της Ένωσης, διότι θα είναι ένας πραγματικός οργανισμός διερεύνησης και δίωξης, ικανός να ενεργεί σε όλη την Ένωση με ομοιόμορφο τρόπο.

Ÿ   Ενίσχυση της λογοδοσίας της δίωξης στο επίπεδο της ΕΕ.

Οι προτάσεις της παρούσας δέσμης θα αξιοποιηθούν από τις διατάξεις της Συνθήκης της Λισαβόνας, η οποία έδωσε στην Ένωση αποκλειστική αρμοδιότητα με το άρθρο 86 της ΣΛΕΕ για τη δημιουργία ενός συστήματος Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας  για την προστασία των οικονομικών της συμφερόντων και με το άρθρο 85 της ΣΛΕΕ για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της Eurojust και του δημοκρατικού ελέγχου των δραστηριοτήτων της.

Στην πραγματικότητα, οι προτάσεις επιδιώκουν να επιτύχουν μεγαλύτερη λογοδοσία με δύο τρόπους. Πρώτον, αν και απολύτως ανεξάρτητη, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα λογοδοτεί στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, με την απαίτηση να υποβάλλει ετησίως έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές της. Δεύτερον, ως συνέπεια της Συνθήκης της Λισαβόνας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια θα συμμετέχουν στο μέλλον στην αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της Eurojust. Αυτή η βελτίωση στη δημοκρατική λογοδοσία της Eurojust περιλαμβάνεται στην πρόταση κανονισμού για τον Eurojust. Η μελλοντική Ευρωπαϊκή Εισαγγελία  θα υποβάλει ετήσια έκθεση των δραστηριοτήτων της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια, καθώς και στο Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ÿ   Αύξηση του επιπέδου προστασίας των εμπλεκομένων σε έρευνες

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα συσταθεί κατά τρόπο που να διαφυλάσσονται οι αρχές του κράτους δικαίου σε όλα τα στάδια των ερευνών και των διώξεων. Για να επιτευχθεί αυτό, η πρόταση διασφαλίζει ότι τηρούνται οι αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, κατά τον τρόπο αυτό, επιδιώκει να παρέχει υψηλό επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων που επηρεάζονται από έρευνες ή διώξεις για υποθέσεις απάτης. Κατά συνέπεια, το κείμενο περιλαμβάνει μια σειρά δικονομικών εγγυήσεων σε επίπεδο Ένωσης, όπως η πρόσβαση σε δικηγόρο, καθώς και η έκδοση δικαστικής έγκρισης σε περίπτωση ιδιαίτερα παρεμβατικών μέτρων έρευνας.

2.           Γιατί οι μεταρρυθμίσεις αυτές είναι αναγκαίες για την αντιμετώπιση της σημερινής κατάστασης;

Ÿ             Το ισχύον σύστημα δεν προστατεύει επαρκώς τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης

Οι υφιστάμενες προσπάθειες τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο Ένωσης αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν δεόντως το πρόβλημα της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η Ένωση και τα κράτη μέλη έχουν καθήκον να «καταπολεμούν την απάτη ή οιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης» και «να προσφέρουν αποτελεσματική προστασία» των συμφερόντων αυτών[2]. Το καθήκον αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε περίοδο  δημοσιονομικής εξυγίανσης, όπου κάθε ευρώ μετράει. Παρά την εν λόγω σαφή υποχρέωση που επιβάλλεται από τις Συνθήκες της ΕΕ και τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[3], τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης εξακολουθούν να προστατεύονται ανεπαρκώς στα κράτη μέλη: η απάτη, η διαφθορά και άλλα αδικήματα που θίγουν τον προϋπολογισμό της Ένωσης είναι σημαντικά και σε μεγάλο βαθμό δεν διώκονται. Η Επιτροπή έχει προσδιορίσει κατά μέσο όρο ποσό περίπου 500 εκατ. ευρώ για το οποίο υπάρχει υπόνοια απάτης για κάθε ένα από τα τρία τελευταία χρόνια, αλλά το πραγματικό ποσό απάτης ενδέχεται να είναι αισθητά υψηλότερο. Η έλλειψη ενός ολοκληρωμένου και ισοδύναμου σε επίπεδο Ένωσης συστήματος επιβολής του νόμου επέτρεψε να δημιουργηθεί στους διαπράττοντες απάτη μια νοοτροπία «ατιμωρησίας».

Σήμερα, η Ένωση δεν έχει σχεδόν καμία εξουσία να παρεμβαίνει σε περιπτώσεις αξιόποινων καταχρήσεων εις βάρος των πόρων της. Οι ποινικές έρευνες ή διώξεις που αφορούν αδικήματα εις βάρος των πόρων αυτών εξακολουθούν να υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η έρευνα[4] και τα στατιστικά στοιχεία[5] δείχνουν ότι οι ποινικές έρευνες σε υποθέσεις απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης συχνά παρεμποδίζονται από τις αποκλίνουσες νομοθεσίες και τις άνισες προσπάθειες επιβολής του νόμου στα κράτη μέλη. Το ποσοστό επιτυχίας των διώξεων που αφορούν αδικήματα κατά του προϋπολογισμού της ΕΕ ποικίλλει σημαντικά σε ολόκληρη την ΕΕ (από περίπου 20% έως άνω του 90%)[6], εν μέρει λόγω της πολυπλοκότητας των υποθέσεων, της έλλειψης επαρκών εθνικών πόρων και της συχνής ανάγκης για συλλογή αποδεικτικών στοιχείων εκτός της εθνικής επικράτειας. Αυτό δείχνει ένα σημαντικό κενό στην αποτελεσματικότητα των εθνικών συστημάτων επιβολής του νόμου στον τομέα της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

Οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο των υφιστάμενων εθνικών ή ευρωπαϊκών δομών. Οι εθνικοί οργανισμοί επιβολής του νόμου και οι διωκτικές αρχές μπορούν να ενεργούν μόνον εντός των εθνικών συνόρων. Το γεγονός αυτό περιορίζει την ικανότητά τους στην καταπολέμηση των διασυνοριακών εγκλημάτων. Και ενώ οι οργανισμοί της Ένωσης έχουν αρμοδιότητες σε επίπεδο Ένωσης, στερούνται της εξουσίας να διενεργούν έρευνες και διώξεις εντός των κρατών μελών. Οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί, όπως ο Eurojust, η Ευρωπόλ και η OLAF, μπορούν να ενεργούν μόνον εντός των ορίων των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους που προβλέπονται από τη Συνθήκη, πράγμα που δεν θα μεταβληθεί από τις προσεχείς μεταρρυθμίσεις. Κανένας από τους οργανισμούς αυτούς δεν έχει ούτε μπορεί να αποκτήσει εξουσίες για τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων ή την ποινική δίωξη παραβατών.

Επιπλέον, η καταπολέμηση της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης δεν αναγνωρίζεται ως προτεραιότητα σε εθνικό επίπεδο. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στις υποθέσεις διασυνοριακής απάτης. Μπορούν να υπάρχουν αντικίνητρα ακόμη και σε αμιγώς εθνικές υποθέσεις: οι προτεραιότητες καθορίζονται σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, όταν οι διαθέσιμοι πόροι για την επιβολή του νόμου ή η εμπειρογνωμοσύνη επικεντρώνονται σε άλλες μορφές εγκληματικότητας. Ως εκ τούτου, υπάρχει μικρή πίεση για την καταπολέμηση της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και ο κύκλος καταστολής των ποινικών παραβάσεων διακόπτεται. Τα διαπιστωθέντα αδικήματα δεν ερευνώνται και, εάν ερευνώνται, μόλις προκύψουν δυσχέρειες η διερεύνηση εγκαταλείπεται.

Ÿ             Η Eurojust χρειάζεται μεταρρύθμιση

Η Eurojust χρειάζεται μεταρρύθμιση για την αντιμετώπιση των ελλείψεων στην εφαρμογή του ισχύοντος πλαισίου της ώστε να βελτιώσει τη συνολική της λειτουργία και να καταστεί περισσότερο επιχειρησιακή. Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των επιχειρησιακών καθηκόντων του συλλογικού οργάνου της Eurojust[7] και των διοικητικών αρμοδιοτήτων, επιτρέποντάς του να επικεντρωθεί στα επιχειρησιακά καθήκοντα χωρίς να χρειάζεται να εξετάζει πολλά διοικητικά ζητήματα. Προβλέπεται η σύσταση εκτελεστικού συμβουλίου που θα βοηθά το συλλογικό όργανο στα διοικητικά του καθήκοντα. Η μετατροπή της απόφασης Eurojust σε κανονισμό σύμφωνα με την ΣΛΕΕ παρέχει επίσης την  ευκαιρία να διασφαλιστεί ότι οι εξουσίες των εθνικών μελών εναρμονίζονται περαιτέρω και ευθυγραμμίζεται η δομή της Eurojust με τα πρότυπα που καθορίζονται στην κοινή προσέγγιση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την  Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Ιούλιο του 2012.

Ÿ   Η σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και η μεταρρύθμιση της Eurojust πρέπει να βασιστούν στη Συνθήκη της Λισαβόνας

Οι προτάσεις της παρούσας δέσμης επωφελούνται από τις δυνατότητες που παρέχει η Συνθήκη της Λισαβόνας κα ιδίως το άρθρο 86 της ΣΛΕΕ και το άρθρο 85 της ΣΛΕΕ. Μια σημαντική καινοτομία της Συνθήκης της Λισαβόνας είναι η συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στην αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της Eurojust. Η βελτίωση αυτή στη δημοκρατική λογοδοσία της Eurojust περιλαμβάνεται στην πρόταση κανονισμού για τον Eurojust.

Η ταυτόχρονη χρησιμοποίηση και των δύο άρθρων σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν οι καλύτερες δυνατές συνέργειες μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Eurojust που θα προκύψει από τη μεταρρύθμιση. Αυτό δεν είναι μόνον αναγκαίο επειδή το άρθρο 86 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να συσταθεί «εκ της Eurojust», αλλά επίσης επειδή οι δύο οργανισμοί θα πρέπει να συνεργάζονται στενά σε υποθέσεις που εμπίπτουν στις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας δέσμης είναι να βελτιωθεί η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η εφαρμογή του άρθρου 86 της ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με την αποτελεσματική λειτουργία της Eurojust, θεωρείται η καλύτερη λύση. Μόνον η δυνατότητα σύστασης Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας  βάσει του άρθρου 86 της ΣΛΕΕ παρέχει το πλήρες φάσμα μέτρων που απαιτούνται για την κατάλληλη διερεύνηση και δίωξη της απάτης στην ΕΕ. Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να κινεί έρευνες, αλλά και να τις αναθέτει υπό την εποπτεία και ευθύνη της. Οι εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας  υπερβαίνουν ό,τι θα μπορούσε να κάνει ποτέ ο Eurojust, ακόμη και στην περίπτωση μέγιστης χρήσης του άρθρου 85 της ΣΛΕΕ.

Η δέσμη συμπληρώνει και ενισχύει τα μέτρα που είχε ήδη προωθήσει η Επιτροπή για να επιτραπεί στην Ένωση να προλαμβάνει και να καταπολεμά την απάτη και άλλες αξιόποινες πράξεις που θίγουν τα οικονομικά της συμφέροντα («απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης»). Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται η νομοθετική πρόταση οδηγίας για την εναρμόνιση των σχετικών αξιόποινων πράξεων και κυρώσεων[8] και η στρατηγική πρόληψης της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης[9]. Η παρούσα δέσμη αφορά συγκεκριμένα θέματα τα οποία είχαν καταγραφεί στην ανακοίνωση του 2011[10] στον τομέα της ποινικής δίωξης. Δύο έτη μετά από την έκδοση της σημαντικής αυτής ανακοίνωσης, η ανάληψη δράσης σχετικά με τα θέματα αυτά, όπως η εν λόγω δέσμη μέτρων, είναι ακόμη πιο πιεστική.

3.           Οφέλη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

Βασικά χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας Η νομοθετική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει ως στόχο τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εκ της Eurojust ως υπηρεσίας της Ένωσης, η οποία είναι ανεξάρτητη, υπόλογη και αποτελεσματική. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα έχει αποκεντρωμένη δομή που θα αποτελείται από έναν Ευρωπαίο Εισαγγελέα και Εντεταλμένους Ευρωπαίους Εισαγγελείς στα κράτη μέλη. Για να καταστεί αποτελεσματική η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ο Ευρωπαίος Εισαγγελέας θα παρέχει βασικές κατευθύνσεις και οδηγίες στους Εντεταλμένους Ευρωπαίους Εισαγγελείς, οι οποίοι θα συνεργάζονται άμεσα μαζί του για τα αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ενώ θα εξακολουθούν να είναι ενταγμένοι στα δικαστικά συστήματα των κρατών μελών  ((«διττή αρμοδιότητα»). Αυτό θα εξασφαλίσει συνοχή, συντονισμό, ταχεία δράση και συνεχή εποπτεία των τρεχουσών ερευνών και διώξεων. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα ενεργεί με αποκεντρωμένο τρόπο: οι υποθέσεις θα διεκπεραιώνονται στο πλέον ενδεδειγμένο επίπεδο που στις περισσότερες περιπτώσεις θα είναι εκείνο του Εντεταλμένου Ευρωπαίου Εισαγγελέα στα κράτη μέλη.  Η επιλογή της αποκεντρωμένης δομής που θα ενσωματωθεί στα δικαστικά συστήματα των κρατών μελών θα διασφαλίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα ενεργεί με ταχύτητα, συνέπεια και αποτελεσματικότητα για την προστασία των συμφερόντων των φορολογουμένων και την ομαλή της ενσωμάτωση στα εθνικά δικαστικά συστήματα ώστε να βασίζεται στην εμπειρογνωμοσύνη και τους πόρους τους. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα βασίζεται σε ένα μικρό σύνολο κανόνων εμβέλειας ΕΕ – για τα αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της[11], για ομοιόμορφες εξουσίες και προστασία των δικονομικών δικαιωμάτων – και στο εθνικό δίκαιο για την εκτέλεση των καθηκόντων της. Ως ανεξάρτητη δομή, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα παρέχει εγγυήσεις ότι κανείς δεν μπορεί να παρεμβαίνει αδικαιολόγητα στις έρευνες και τις διώξεις της. Ως υπόλογος  οργανισμός, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα λογοδοτεί στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, με την απαίτηση να υποβάλλει  έκθεση ετησίως σχετικά με τις δραστηριότητές της. Η σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας  «εκ της Eurojust» σημαίνει ότι θα δημιουργηθούν βέλτιστες συνέργειες  μεταξύ της νεοσυσταθείσας υπηρεσίας και του Eurojust που θα προκύψει από τη μεταρρύθμιση.

Ÿ             Καθορισμός θεσμικών αδυναμιών σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο Ένωσης

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα διαθέτει τις εξουσίες και τους πόρους που απαιτούνται για τη διερεύνηση, τη δίωξη και την παραπομπή των υποθέσεών της, είτε εθνικών είτε διασυνοριακών, ενώπιον των δικαστηρίων. Θα υπερβαίνει τους λειτουργικούς περιορισμούς των υφιστάμενων οργανισμών της Ένωσης: θα αποτελεί έναν πραγματικό οργανισμό διερεύνησης και δίωξης, ικανό να αναλάβει δράση σε όλη την Ένωση με ομοιόμορφο τρόπο. Ενώ οι εθνικές διαδικασίες για τις ποινικές έρευνες θα εξακολουθήσουν να ισχύουν, η Ένωση θα θεωρείται ως ενιαίος νομικός χώρος όπου η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορεί να ενεργεί χωρίς να χρειάζεται να προσφεύγει σε μέσα αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής. Αυτό θα αποφέρει σημαντικά οφέλη  στην ταχύτητα και αποτελεσματικότητα της διερεύνησης και της ποινικής δίωξης σε σχέση με την τρέχουσα κατάσταση.

Ÿ             Βελτίωση της δίωξης

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξασφαλίζει τη συνάφεια και συνοχή σε ολόκληρο τον κύκλο επιβολής του νόμου: μόλις εντοπιστούν, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα παρακολουθεί συστηματικά τις υποθέσεις  που υπάγονται στην αρμοδιότητά της, έως ότου παραπεμφθούν στα δικαστήρια. Θα αποκαταστήσει τον κύκλο επιβολής του νόμου και θα εξασφαλίσει ότι οι φάσεις θα έπονται σε συνεχή ροή μέχρις ότου η υπόθεση καταλήξει σε δίκη ενώπιον δικαστηρίου. Οι έρευνές της, για τις οποίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορεί να βασίζεται στην ανάλυση και στις απόρρητες πληροφορίες της Ευρωπόλ, καθώς και οι διώξεις της θα διέπονται από μια κοινή πολιτική ευρωπαϊκής δίωξης βασισμένη σε αρμοδιότητα σε επίπεδο Ένωσης. Η εν λόγω αρμοδιότητα σε επίπεδο Ένωσης θα επιτρέψει μεγαλύτερη αποδοτικότητα σε διασυνοριακές υποθέσεις, με διεύθυνση, συντονισμό των μέτρων επιβολής του νόμου και διασφάλιση ότι οι διαθέσιμοι πόροι χρησιμοποιούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο[12].

Ÿ             Ενίσχυση του αποτρεπτικού αποτελέσματος των ποινικών διώξεων

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διασφαλίζει ότι κάθε εικαζόμενο αδίκημα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης θα παρακολουθείται συστηματικά και αποτελεσματικά από τις αρχές επιβολής του νόμου και τις διωκτικές αρχές. Το αποτρεπτικό αποτέλεσμα θα βελτιωθεί ως συνέπεια της συστηματικής δίωξης των διαπραττόντων απάτη, της αύξησης των πιθανοτήτων καταδίκης και της ανάκτησης των προϊόντων του εγκλήματος μέσω δήμευσης. Τέλος, οι διώξεις που ασκούνται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει επίσης να έχουν προληπτική αποτελεσματικότητα και σταδιακά να μειωθεί ο όγκος των ζημιών που προκαλούνται στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης από τα εν λόγω αδικήματα.

Ÿ             Διεξαγωγή ερευνών και διώξεων σε υποθέσεις απάτης σύμφωνα με το κράτος δικαίου

Η πρόταση για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξασφαλίζει ότι τηρούνται οι αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατά συνέπεια επιδιώκει την παροχή υψηλού επιπέδου προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων που επηρεάζονται από τις έρευνες και διώξεις σε υποθέσεις απάτης στην Ένωση. Περιλαμβάνει μια σειρά διαδικαστικών εγγυήσεων σε επίπεδο Ένωσης, όπως η πρόσβαση σε δικηγόρο, το τεκμήριο αθωότητας και το δικαίωμα νομικής συνδρομής. Απαιτεί επίσης να υπόκεινται τα μέτρα διερεύνησης σε δικαστική έγκριση που θα παρέχεται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια. Το καθεστώς προστασίας δεδομένων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα προσφέρει υψηλό επίπεδο προστασίας όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κατά τον ίδιο τρόπο με το καθεστώς προστασίας δεδομένων της Eurojust. Οι εγγυήσεις αυτές, λαμβανόμενες υπόψη από κοινού, θα παράσχουν ένα άνευ προηγουμένου επίπεδο νομικής προστασίας για τους υπόπτους και άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται στις προσπάθειες της Ένωσης για την καταπολέμηση της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και θα επιτρέψουν την υλοποίηση ενός συστήματος ερευνών και διώξεων βασισμένου στο κράτος δικαίου.

4.           Τα κύρια στοιχεία της πρότασης για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

Εστιασμένη αρμοδιότητα για την απάτη κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης: σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για την «καταπολέμηση των αδικημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης». Στον τομέα αυτόν, η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας  θα πρέπει να είναι αποκλειστική, ώστε να μπορεί να διασφαλίσει τη συνοχή και την εποπτεία των ερευνών σε επίπεδο Ένωσης. Δεδομένης αυτής της αποκλειστικής αρμοδιότητας, οι υποθέσεις αυτές δεν μπορούν πλέον να αποτελούν αντικείμενο διοικητικών ερευνών της OLAF, ή αν συμβεί αυτό, πρέπει να παραπέμπονται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όταν υπάρχει υπόνοια ποινικής ευθύνης.

Ανεξαρτησία και λογοδοσία: η ανεξαρτησία τα Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας  θα προστατεύεται από διάφορες εγγυήσεις, ιδίως μέσω των διαδικασιών διορισμού και παύσης, των κανόνων για τη θητεία στο εν λόγω αξίωμα και τη σύγκρουση συμφερόντων. Η λογοδοσία της θα υπόκειται σε ρύθμιση κατά τρόπον ώστε οι αρχές διορισμού (θεσμικά όργανα της Ένωσης) να τηρούνται ενήμερες για τις εργασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας  και να μπορούν να ζητήσουν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την παύση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα σε περίπτωση σοβαρού παραπτώματος.

Άρση των ασυλιών: εφόσον απαιτείται για τις έρευνές της, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα έχει την εξουσία να ζητά την άρση της ασυλίας, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο Ένωσης, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες.

Αποκεντρωμένη και ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική: η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα οργανωθεί ως αποκεντρωμένη υπηρεσία και, κατά συνέπεια, θα έχει παρουσία και ικανότητα να ενεργεί σε όλα τα κράτη μέλη. Οι Εντεταλμένοι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς, ενταγμένοι στο πλαίσιο των δικαστικών συστημάτων των κρατών μελών, θα είναι σε θέση να μεταβιβάζουν, συντονίζουν και εφαρμόζουν επί τόπου τις οδηγίες του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα συνεργάζεται στενά με τα εθνικά όργανα επιβολής του νόμου, τις διωκτικές και δικαστικές αρχές. Η εν λόγω αποκεντρωμένη δομή έχει πολλά πλεονεκτήματα, και ιδίως την ένταξη στα εθνικά δικαστικά συστήματα (γνώση του εθνικού δικαστικού συστήματος, γνώση της τοπικής γλώσσας, αναγνώριση από την τοπική διωκτική δομή και ένταξη σε αυτήν, πρακτική εμπειρία στην εξέταση τοπικών δικαστικών υποθέσεων κλπ.). Η αποκεντρωμένη αρχιτεκτονική θα αποτυπώνεται επίσης στον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα εκδώσει τους εσωτερικούς κανόνες λειτουργίας της, εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή των Εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων στη διαδικασία έκδοσης.

Ισχυρός δεσμός μεταξύ του Ευρωπαίου Εισαγγελέα και των Εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων: ως ενιαία υπηρεσία, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα υποστηρίζεται από ιεραρχική δομή. Θα διευθύνεται από τον Ευρωπαίο Εισαγγελέα που θα έχει την εξουσία να αναθέτει καθήκοντα στους «διττής αρμοδιότητας» Εντεταλμένους Ευρωπαίους Εισαγγελείς στο έδαφος των κρατών μελών, όταν εξετάζουν αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Αποδοτικότητα: ο Ευρωπαίος Εισαγγελέας, επικουρούμενος από τους αναπληρωτές του και τους Εντεταλμένους Ευρωπαίους Εισαγγελείς, λαμβάνει την τελική απόφαση για την άσκηση ποινικής δίωξης. Η σαφής ιεραρχία εξασφαλίζει ταχεία λήψη αποφάσεων και παρακάμπτει το σημερινό χαμηλό επίπεδο προτεραιότητας που δόθηκε για την καταπολέμηση της απάτης στην ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι σε θέση να συγκεντρώνει ερευνητικούς και διωκτικούς πόρους για την αντιμετώπιση των αναγκών σε μια δεδομένη κατάσταση, καθιστώντας κατά τον τρόπο αυτό αποτελεσματικότερη την επιβολή του νόμου σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο.

Ενιαίες εξουσίες διερεύνησης: η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι σε θέση να χρησιμοποιεί ένα ευρύ φάσμα μέτρων έρευνας για τη διερεύνηση της απάτης. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να διαταχθούν σε όλα τα κράτη μέλη ώστε να διασφαλιστεί ισοδύναμη καταπολέμηση της απάτης σε ολόκληρη την Ένωση. Οι ειδικοί όροι και η άσκηση των εν λόγω μέτρων θα εξακολουθήσουν να διέπονται από το εθνικό δίκαιο. Δεδομένου ότι η διαφορά των εθνικών κανόνων ως προς τη συλλογή αποδείξεων συχνά οδηγεί σε προβλήματα παραδεκτού των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν σε άλλο κράτος μέλος, θα προβλέπεται ότι τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν νόμιμα σε ένα κράτος μέλος είναι παραδεκτά σε όλα τα κράτη μέλη, εκτός εάν ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας ή τα δικαιώματα υπεράσπισης επηρεάζονται δυσμενώς.

Εγγυήσεις και δικαστικός έλεγχος: η άσκηση των εξουσιών διερεύνησης πρέπει να συνοδεύεται από ένα σύστημα δικαστικού ελέγχου, καθώς και μέτρα για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των υπόπτων, μαρτύρων και θυμάτων. Για μια σειρά περισσότερο παρεμβατικών μέτρων διερεύνησης (όπως οι έρευνες και κατασχέσεις, η παρακολούθηση των τηλεπικοινωνιών, οι μυστικές έρευνες), θα υπάρξει η απαίτηση εναρμόνισης σε επίπεδο ΕΕ ώστε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να εξασφαλίζει προηγούμενη δικαστική έγκριση για την άσκηση των καθηκόντων αυτών. Τα δικαιώματα των ατόμων που εμπλέκονται στις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα εξασφαλίζονται μέσω της επιβολής του νόμου της Ένωσης και του εθνικού δικαίου, και μέσω των εθνικών δικαστηρίων. Και πάλι, αυτό έχει το πλεονέκτημα ότι τόσο οι Εντεταλμένοι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς όσο και οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εμπλεκομένων θα εργάζονται σε οικείο εθνικό σύστημα, εξασφαλίζοντας ότι τα δικαιώματά τους προστατεύονται κατά τρόπο με τον οποίο είναι εξοικειωμένοι.

Αξιοποίηση των υφιστάμενων πόρων: η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν συνεπάγεται σημαντικές νέες δαπάνες για την Ένωση ή τα κράτη μέλη, εφόσον η διαχείριση των διοικητικών της υπηρεσιών θα γίνεται από τον Eurojust και οι ανθρώπινοι πόροι της θα προέρχονται από υφιστάμενες υπηρεσίες, όπως η OLAF, εφόσον στο εξής δεν θα διεξάγει διοικητικές έρευνες για ποινικές υποθέσεις που αφορούν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Η αλλαγή αυτή επηρεάζει επίσης τον αριθμό των μελών του προσωπικού που απαιτείται για τα καθήκοντα της OLAF: προβλέπεται ότι σημαντικός αριθμός του προσωπικού της OLAF θα μεταφερθεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μειώνοντας έτσι το κόστος της σύστασής της. Παρά αυτή τη μείωση προσωπικού, θα παραμείνει στην OLAF η κατάλληλη στελέχωση ώστε να της επιτραπεί  να ασκεί τις υπόλοιπες αρμοδιότητές της[13]. Το συνολικό κόστος επιβολής του νόμου θα είναι καλύτερα ισορροπημένο ως αποτέλεσμα της βελτίωσης της αποτελεσματικότητας (αποφυγή αλληλεπικαλύψεων, μείωση του χρόνου διερεύνησης και κατάργηση των προβλημάτων αμοιβαίας συνδρομής).

5.           Οι συνέργειες μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Eurojust

Το άρθρο 86 της ΣΛΕΕ ορίζει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πρέπει να συσταθεί «εκ της Eurojust» και υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για τη δημιουργία μιας προνομιακής εταιρικής σχέσης μεταξύ των δύο:

Ÿ             Η παραπομπή των υποθέσεων του Εurojust που αφορούν απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Εφόσον η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα έχει αποκλειστική αρμοδιότητα στον τομέα της απάτης και άλλων αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η αρμοδιότητα της Eurojust στον εν λόγω τομέα (συντονισμός της δικαστικής  συνεργασίας σε διασυνοριακές υποθέσεις) θα μεταφερθεί ώστε να διασφαλίζεται η συνοχή.

Ÿ             Η εξέταση υβριδικών υποθέσεων απαιτεί καθημερινό επιχειρησιακό συντονισμό. Υπάρχουν, και θα υπάρχουν πάντα, υποθέσεις στις οποίες θα πρέπει να συμπράττουν συγχρόνως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και ο Eurojust, ιδίως υποθέσεις όπου οι ύποπτοι εμπλέκονται τόσο σε αδικήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης όσο και σε άλλες μορφές εγκλήματος. Αυτό συνεπάγεται ότι θα υπάρξει ανάγκη για συνεχή και στενή συνεργασία. Για να εξασφαλιστεί η συνεργασία αυτή, περιλήφθηκαν διατάξεις τόσο στον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσο και στον κανονισμό για τον Eurojust που ορίζουν ότι η Εισαγγελία μπορεί να ζητήσει την παρέμβαση, τον συντονισμό ή οποιαδήποτε άλλη χρήση των εξουσιών της Eurojust ή των εθνικών μελών του σε μια συγκεκριμένη υπόθεση. Επιπλέον, σε περίπτωση αλληλεπικάλυψης αρμοδιοτήτων σε υβριδικές υποθέσεις, ο Eurojust μπορεί να παρέχει βοήθεια για τη διευθέτηση του ζητήματος της δικαιοδοσίας.

Ÿ             Η οικονομική αποδοτικότητα απαιτεί την κοινή χρήση των πόρων. Προβλέπεται ότι ο Eurojust θα παρέχει υπηρεσίες πρακτικής στήριξης στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για διοικητικά ζητήματα, όπως το προσωπικό, η χρηματοδότηση και η τεχνολογία πληροφοριών (ΤΠ). Η προσέγγιση αυτή επιτυγχάνει σημαντική εξοικονόμηση πόρων και αντισταθμίζει περιττές αλληλεπικαλύψεις καθηκόντων. Ένα παράδειγμα αυτού του είδους οικονομίας είναι ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει την υποδομή ΤΠ της Eurojust, περιλαμβανομένης της χρήσης του συστήματος διαχείρισης των υποθέσεων, των προσωρινών φακέλων εργασίας και του πίνακα. Οι λεπτομέρειες της διευθέτησης αυτής θα καθοριστούν με συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Eurojust.

6.           Ο αντίκτυπος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην  Olaf

Δεδομένης της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την αντιμετώπιση ποινικών αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η OLAF δεν θα διενεργεί διοικητικές έρευνες για την καταπολέμηση της απάτης όπου υπάρχουν υπόνοιες εγκληματικής συμπεριφοράς. Συνάγεται επίσης ότι, στο μέλλον, η OLAF θα αναφέρει υπόνοιες για τέτοιου είδους αδικήματα, όσο το δυνατό νωρίτερα, μετά από προκαταρκτική αξιολόγηση των ισχυρισμών που υποπίπτουν στην αντίληψή της σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο, στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η αλλαγή αυτή θα διευκολύνει την ταχύτερη διαδικασία διερεύνησης και θα επιτρέψει να αποφεύγεται η αλληλεπικάλυψη των διοικητικών και ποινικών ερευνών για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Με τον τρόπο αυτό, θα εξοικονομηθούν πόροι και οι πιθανότητες επιτυχούς δίωξης θα αυξηθούν. Θα προταθούν  περαιτέρω προσαρμογές του νομοθετικού πλαισίου της OLAF ώστε να ληφθεί υπόψη η σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και οι οποίες θα πρέπει να τεθούν σε ισχύ ταυτόχρονα με τον κανονισμό για τη σύστασή της.

Εν τω μεταξύ, θα επιτευχθούν σημαντικά οφέλη μέσω του αναθεωρημένου κανονισμού της OLAF, που πολύ σύντομα θα τεθεί σε ισχύ. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τη σημαντική ενίσχυση των διαδικαστικών εγγυήσεων που θα απορρεύσουν από τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η Επιτροπή προτίθεται να προτείνει περαιτέρω συστημικές βελτιώσεις του κανονισμού περί OLAF ακόμη και πριν από τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Τα πιθανά αυτά μέτρα, ιδίως οι διαδικαστικές εγγυήσεις σε έρευνες, ορίζονται με περισσότερες λεπτομέρειες στην ανακοίνωση για τη διακυβέρνηση της OLAF.

7.           Διαδικασία έγκρισης της πρότασης σχετικά με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

Το άρθρο 86 της ΣΛΕΕ προβλέπει ειδική νομοθετική διαδικασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία απαιτεί την ομοφωνία του Συμβουλίου και την έγκριση  του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Επιπλέον, τα εθνικά κοινοβούλια, σύμφωνα με τα πρωτόκολλα αριθ. 1 και 2 της  Συνθήκης της Λισαβόνας, θα μπορούν να συμμετέχουν στη διαβούλευση. Η Επιτροπή θα λάβει πλήρως υπόψη τις γνώμες αυτές.

Η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 86 της ΣΛΕΕ προβλέπει επίσης μια δεύτερη φάση που βασίζεται στην «ενισχυμένη συνεργασία», εάν το Συμβούλιο δεν συμφωνήσει ομόφωνα σχετικά με την αρχική πρόταση της Επιτροπής. Στην ουσία, η διαδικασία δίνει τη δυνατότητα σε μια ομάδα αποτελούμενη από 9 τουλάχιστον κράτη μέλη να ζητήσει να παραπεμφθεί η πρόταση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο είτε επιτυγχάνει συναίνεση σχετικά με το κείμενο είτε, μετά από τέσσερεις μήνες, θεωρείται ότι έχει χορηγήσει έγκριση στην ομάδα εννέα κρατών που επιθυμούν να προχωρήσουν με τη διαδικασία ενισχυμένης συνεργασίας. Η διαδικασία αυτή διαφέρει από τη «συνήθη» ενισχυμένη συνεργασία ως προς το ότι δεν απαιτεί την επίσημη έγκριση του Συμβουλίου. Κατά τα άλλα, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις της Συνθήκης (άρθρα 326-334 της ΣΛΕΕ). Τα συμμετέχοντα κράτη μέλη πρέπει να συμφωνούν ομόφωνα για την έγκριση της πρότασης.

8.           Συμπέρασμα

Η νομοθετική δέσμη που υπέβαλε η Επιτροπή με την παρούσα ανακοίνωση θέτει φιλόδοξους στόχους και προσανατολίζεται στο μέλλον. Θα επιφέρει αλλαγές στο σημερινό τοπίο επιβολής του νόμου και ποινικής δικαιοσύνης στην Ένωση και τα κράτη μέλη της. Μόλις εγκριθεί, η εν λόγω δέσμη μέτρων θα έχει ουσιώδη και μακροχρόνιο αντίκτυπο στο νομικό πλαίσιο και τη θεσμική συγκρότηση της Ένωσης στον τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης. Η Επιτροπή, σε εύθετο χρόνο, θα προβεί σε προσεκτικό απολογισμό του βαθμού στον οποίο οι στόχοι των μέτρων έχουν υλοποιηθεί. Στο πλαίσιο της επανεξέτασης αυτής, θα εξεταστεί επίσης η εντολή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και το νομικό καθεστώς που ισχύει για τις δραστηριότητές της.

[1]               Σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μέσα του ποινικού δικαίου και με διοικητικές έρευνες, 26 Μαΐου 2011, COM(2011) 293.

[2]               Άρθρο 325 της ΣΛΕΕ

[3]               21 Σεπτεμβρίου 1989, υπόθεση 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή [1989] σ. 2965.

[4]               Μελέτη Euroneeds. Προκαταρκτική έκθεση της εν λόγω μελέτης μπορεί να τηλεφορτωθεί από τον δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Max Planck αλλοδαπού και διεθνούς ποινικού δικαίου (http://mpicc.de).

[5]               Δεκαετής έκθεση δραστηριοτήτων OLAF.

[6]               Ετήσια έκθεση της OLAF 2011 – τα στοιχεία δεν περιλαμβάνουν τα κράτη μέλη με συντελεστές 0% και 100%. Μέσος όρος στην ΕΕ: 43%.

[7]               Το συλλογικό όργανο αποτελείται από τα εθνικά μέλη, ένα από κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το συλλογικό όργανο της Eurojust είναι υπεύθυνο για την οργάνωση και τη λειτουργία της Εurojust. Η Eurojust μπορεί να εκπληρώνει τα καθήκοντά της μέσω ενός ή περισσοτέρων εθνικών μελών ή ως συλλογικό όργανο.

[8]               Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, 11 Ιουλίου 2012, COM(2012) 363.

[9]               COM (2011) 376.

[10]             Ανακοίνωση της Επιτροπής «σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μέσα του ποινικού δικαίου και με διοικητικές έρευνες», COM(2011) 293 της 16.5.2011.

[11]             Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης – 11.7.2012 – COM(2012)363 της 11.7.2012.

[12]             Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του της 11ης Ιουνίου 2013 «για το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: συστάσεις σχετικά με τα μέτρα και τις πρωτοβουλίες που πρέπει να ληφθούν» ζητά τη δημιουργία Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας  υπογραμμίζοντας ότι πρέπει «να δοθεί στη μελλοντική εισαγγελική αρχή μια ευέλικτη και απλή δομή…».

[13]             Πρόταση κανονισμού για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (EΥΡATOM) αριθ.1074/1999, της 17ης Μαρτίου 2011, COM(2011) 135.