52012DC0281

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ Συγκεφαλαιωτική έκθεση των επιτευγμάτων της Επιτροπής όσον αφορά τη διαχείριση το 2011 /* COM/2012/0281 final */


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Συγκεφαλαιωτική έκθεση των επιτευγμάτων της Επιτροπής όσον αφορά τη διαχείριση το 2011

1.           Εισαγωγή

Το άρθρο 317 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρμόδια για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της ΕΕ, εντός των ορίων των διαθέσιμων πιστώσεων και σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Προβλέπει τη συνεργασία των κρατών μελών με την Επιτροπή ώστε να διασφαλίζεται ότι οι πιστώσεις χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις εν λόγω αρχές.

Με την έκδοση της παρούσας συγκεφαλαιωτικής έκθεσης, βάσει των δηλώσεων αξιοπιστίας και των επιφυλάξεων που διατυπώνουν οι Γενικοί Διευθυντές και οι προϊστάμενοι υπηρεσιών στις ΕΕΔ τους, η Επιτροπή αναλαμβάνει τη συνολική πολιτική ευθύνη για τη διαχείριση του προϋπολογισμού της ΕΕ.

Στην παρούσα συγκεφαλαιωτική έκθεση, η Επιτροπή προσδιορίζει επίσης τα κύρια διαχειριστικά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά προτεραιότητα και τη δράση που πρέπει να αναληφθεί για την αντιμετώπιση των αδυναμιών που εντοπίζονται.

Για τέταρτο κατά σειρά έτος, το 2011 το Συνέδριο διατύπωσε θετική γνώμη σχετικά με τους ενοποιημένους λογαριασμούς του 2010. Αναφορικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πληρωμών, το Συνέδριο εκτίμησε το ποσοστό σφάλματος[1] για το σύνολο των πληρωμών μεταξύ 2 % και 5 %, ποσοστό συγκρίσιμο με εκείνο του 2006, όταν το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος εξακολουθούσε να υπερβαίνει το 7 %. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι τα μέτρα που ελήφθησαν συν τω χρόνω για την αποκατάσταση των αδυναμιών που έχουν εντοπιστεί αποδίδουν καρπούς και μαρτυρά τις συνεχείς προσπάθειες που καταβάλλει η Επιτροπή.

Η Επιτροπή γνωρίζει ότι το Συνέδριο έχει αποφασίσει την εισαγωγή μεθοδολογικών αλλαγών. Οι εν λόγω αλλαγές αφορούν αφενός στον επαναπροσδιορισμό των υποκείμενων πράξεων στο δείγμα λογιστικών ελέγχων της Επιτροπής (με την εξαίρεση της προχρηματοδότησης και του συμψηφισμού) και αφετέρου στη μέθοδο ποσοτικοποίησης σοβαρών παρατυπιών σε δημόσιους διαγωνισμούς σε όλους τους τομείς πολιτικής. Το οικονομικό έτος 2011 θα αποτελέσει έτος δοκιμής για τη νέα μεθοδολογία του Συνεδρίου. Η νέα προσέγγιση που πρόκειται να εφαρμοστεί από το 2012 και είναι πιθανόν να αυξήσει μηχανικά τα αναφερόμενα ποσοστά σφάλματος αρχής γενομένης από το 2012.

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι εν λόγω αλλαγές θα διασαφηνιστούν και ότι τα ποσοστά σφάλματος θα παρουσιάζονται στις ετήσιες εκθέσεις κατά τρόπο ώστε να διαφυλάσσεται η συγκρισιμότητά τους με τα προηγούμενα έτη. Ωστόσο, η Επιτροπή εκφράζει ανησυχίες αναφορικά με τον αντίκτυπο που ενδεχομένως να έχει η αύξηση των δημοσιευμένων ποσοστών σφάλματος στο κόστος του ελέγχου, καθώς τούτο θα πιθανόν να ωθούσε τους ενδιαφερομένους να αιτηθούν συμπληρωματικούς ελέγχους οι οποίοι συνεπάγονται επιπρόσθετο διοικητικό φόρτο στους δικαιούχους και στις υπηρεσίες της Επιτροπής.

2.           Ενίσχυση των βασεων τησ αξιοπιστιασ

2.1.        Αλυσίδα λογοδοσίας

Η επιχειρησιακή εκτέλεση των πολιτικών και διαχειριστικών στόχων ανατίθεται από το Σώμα των Επιτρόπων στους Γενικούς Διευθυντές και τους προϊσταμένους υπηρεσιών, οι οποίοι, ως «κύριοι διατάκτες» λαμβάνουν τα μέσα για να ενεργήσουν. Η εν λόγω αποκεντρωμένη διαχειριστική οργάνωση χαρακτηρίζεται από σαφή καθορισμό των αρμοδιοτήτων των διαφορετικών συντελεστών. Οι κύριοι διατάκτες είναι πλήρως εξουσιοδοτημένοι να καθορίζουν το καταλληλότερο και αποτελεσματικότερο σύστημα ελέγχου για τη διασφάλιση της χρηστής και αποτελεσματικής διαχείρισης των πόρων για τους οποίους είναι αρμόδιοι. Η ΕΕΔ συνιστά το κύριο μέσο με το οποίο ο κύριος διατάκτης λογοδοτεί για τη διαχείριση των ανθρώπινων και χρηματοδοτικών πόρων για τα οποία είναι αρμόδιος. Οι κύριοι διατάκτες λογοδοτούν για την άσκηση των καθηκόντων τους στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων (ΕΕΔ),[2] η οποία περιλαμβάνει υπογεγραμμένη δήλωση αξιοπιστίας για τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δημοσιονομικών πράξεων. Η ΕΕΔ είναι η έκθεση στην οποία αναφέρουν οιαδήποτε ζητήματα προκύψουν από τη διαχείρισή τους και χρήζουν γνωστοποίησης στο Σώμα των Επιτρόπων ώστε να αναγνωριστούν σε πολιτικό επίπεδο. Κάθε ΕΕΔ επιβεβαιώνει ρητώς ότι ο (οι) υπεύθυνος (-οι) Επίτροπος (-οι) ενημερώθηκε (-αν) για τις κύριες πτυχές των ΕΕΔ, συμπεριλαμβανομένων τυχόν επιφυλάξεων που ο κύριος διατάκτης προτίθεται να διατυπώσει, πριν από την τελική υπογραφή της δήλωσης αξιοπιστίας.

Η παρούσα συγκεφαλαιωτική έκθεση εγκρίνεται σε επίπεδο Σώματος Επιτρόπων κατόπιν συζήτησης σε μία εκ των εβδομαδιαίων συναντήσεων της Επιτροπής.

2.2.        Ποιότητα των ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας

Οι ΕΕΔ συνιστούν μείζονα πηγή πληροφόρησης για το Συνέδριο και την αρμόδια για την απαλλαγή αρχή. Στην ετήσια έκθεσή του για το 2010, το Συνέδριο αξιολόγησε την ποιότητα είκοσι ενός ΕΕΔ για το 2010, από σύνολο σαράντα εννέα. Κατά την άποψη του Συνεδρίου, δώδεκα ελεγμένες ΕΕΔ για το 2010 παρέχουν «ορθή αξιολόγηση της δημοσιονομικής διαχείρισης από άποψη κανονικότητας» ενώ εννέα ελεγμένες ΕΕΔ για το 2010 παρέχουν «μερικώς ορθή αξιολόγηση». Για επτά από τις εννέα αυτές ΕΕΔ, το Συνέδριο διατύπωσε την άποψη ότι το πεδίο εφαρμογής ή η κλίμακα μίας επιφύλαξης θα έπρεπε να είναι ευρύτερα. Στις ΕΕΔ για το 2011 διευκρινίζεται ο τρόπος με τον οποίο οι διάφορες υπηρεσίες εργάστηκαν προκειμένου να ανταποκριθούν στα ζητήματα που έχουν επισημανθεί από το Συνέδριο.

Οι πάγιες οδηγίες για τις ΕΕΔ του 2011 αποσαφηνίσθηκαν περαιτέρω, αφενός, για να βελτιωθεί η ποιότητα των αποδεικτικών στοιχείων που υποβάλλονται προς υποστήριξη των δηλώσεων αξιοπιστίας και, αφετέρου, για να καταστούν περισσότερο ευανάγνωστες οι εκθέσεις. Από την ανάλυση της Επιτροπής προκύπτει ότι, συνολικά, οι αναθεωρημένες οδηγίες εφαρμόστηκαν επαρκώς σε ολόκληρη την Επιτροπή. Όλες οι υπηρεσίες ανέφεραν δείκτες κανονικότητας οι οποίοι καλύπτουν όλους τους σημαντικούς τομείς του προϋπολογισμού και τρόπους διαχείρισης, ενώ όσες υπηρεσίες ανέφεραν μεταγενέστερο γεγονός ακολούθησαν τις αναθεωρημένες κατευθυντήριες γραμμές.

Η Επιτροπή επισημαίνει σημαντική πρόοδο προς έναν περισσότερο αντικειμενικό και ακριβή καθορισμό του πεδίου εφαρμογής των επιφυλάξεων και του συνεπακόλουθου χρηματοοικονομικού ανοίγματος.  Στις εν λόγω βελτιώσεις περιλαμβάνεται μεγαλύτερη συνέπεια στη χρήση ορολογίας, στην παρουσίαση των ποσοστών σφάλματος, στον υπολογισμό του διακυβευόμενου ποσού και στην εφαρμογή κριτηρίων σημαντικότητας, καθώς και στη χρήση των βέλτιστων αξιόπιστων πληροφοριών που είναι διαθέσιμες στο πεδίο της επιμερισμένης διαχείρισης.

Στο πλαίσιο της συνεχούς επιδίωξής τους για βελτίωση, οι κεντρικές υπηρεσίες της Επιτροπής εξακολουθούν να εμπλέκονται εγκαίρως παρέχοντας στήριξη στις ΓΔ για την κατάρτιση των ΕΕΔ, συζητώντας τα βασικά σημεία με τους Γενικούς Διευθυντές και τις υπηρεσίες και παρέχοντας την καθοδήγηση που χρειάζεται για τη βελτίωση της ποιότητας των τελικών κειμένων. Οι (προκαταρκτικές) εξετάσεις από ομοτίμους αποδείχθηκαν και πάλι αποτελεσματικό πλαίσιο το οποίο επέτρεψε στις διάφορες υπηρεσίες, ως ομότιμες, να προβούν σε ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τους τρόπους διατύπωσης ορισμένων οριζόντιων ζητημάτων στις ΕΕΔ τους, εξασφάλισης μιας συνεκτικής προσέγγισης και επαρκούς αντιμετώπισης των αδυναμιών που εντοπίστηκαν.

Οι ΕΕΔ αποτελούν το κύριο μέσο με το οποίο οι κύριοι διατάκτες τεκμηριώνουν τις υποχρεώσεις λογοδοσίας τους έναντι του Σώματος των Επιτρόπων και αποτελούν πηγές αποδεικτικών στοιχείων για τη δήλωση αξιοπιστίας. Η Επιτροπή είναι αποφασισμένη να βελτιώνει διαρκώς την αναγνωσιμότητα και τη συγκρισιμότητα των ΕΕΔ. Η Επιτροπή εντέλλεται στη Γενική Γραμματεία και στη Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού να καθοδηγούν συνεχώς τις Γενικές Διευθύνσεις και τις υπηρεσίες με την τακτική επανεξέταση των πάγιων οδηγιών, των κατευθυντήριων σημειωμάτων, των μέτρων επιμόρφωσης, της αναθεώρησης της ποιότητας σχεδίων ΕΕΔ και των συνεδριάσεων (προκαταρκτικής) επανεξέτασης από ομοτίμους.

2.3.        Υποβολή εκθέσεων σχετικά με ποσοστά σφάλματος

Οι δηλώσεις αξιοπιστίας που συντάσσουν οι Γενικοί Διευθυντές περιλαμβάνουν επιφυλάξεις οι οποίες βασίζονται στις εκτιμήσεις τους για τη σημαντικότητα των αδυναμιών ή/και παρατηρήσεων που σχετίζονται με τα συστατικά στοιχεία των ΕΕΔ που καταρτίζουν. Κλειδί προκειμένου να προσδιοριστεί η ανάγκη ή όχι για επιφύλαξη είναι η αξιολόγηση των διαπιστωθέντων ή αναφερθέντων ποσοστών σφαλμάτων και το συναφές χρηματοοικονομικό άνοιγμα.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής υιοθετούν διαφορετικές προσεγγίσεις στην εξέταση και τον υπολογισμό των εναπομείναντων ποσοστών σφάλματος, στις οποίες λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες των τομέων πολιτικής της αρμοδιότητάς τους. Όπου αυτό ήταν δυνατό, ο γενικός γραμματέας και ο Γενικός Διευθυντής για τον προϋπολογισμό ενθάρρυναν την εναρμόνιση διαφορετικών πτυχών, ιδιαίτερα δε τη χρήση του εναπομείναντος ποσοστού σφάλματος. Συνεπώς, οι πάγιες οδηγίες βελτιώθηκαν ώστε να διασφαλίζουν τη συνεπή χρήση της ορολογίας και των κριτηρίων από όλες τις υπηρεσίες, αναφορικά με το εναπομείναν ποσοστό σφάλματος, τη χρήση μιας πολυετούς προσέγγισης, και την έννοια των «μεταγενέστερων γεγονότων» (γεγονότα που συντρέχουν από το τέλος του έτους έως την υπογραφή της έκθεσης από τον έκτακτο διατάκτη στα τέλη Μαρτίου).

Μεγάλος αριθμός ΓΔ έχουν ήδη υποδεχτεί θερμά την πολυετή προσέγγιση στην αναφορά σφαλμάτων. Η Επιτροπή καλεί τις υπόλοιπες υπηρεσίες που εφαρμόζουν πολυετή προγράμματα να εμφανίσουν στην ΕΕΔ που καταρτίζουν έναν αθροιστικό δημοσιονομικό κίνδυνο στο πλαίσιο μιας πολυετούς στρατηγικής ελέγχου, ούτως ώστε η πρακτική αυτή να συνιστά τη μοναδική προσέγγιση από το 2012 και μετέπειτα.

Κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, οι ΓΔ για τα διαρθρωτικά ταμεία εργάστηκαν επί τη βάσει μιας νέας και κοινής προσέγγισης για τον καθορισμό της σημαντικότητας. Η απόφαση σχετικά με την αναγκαιότητα της διατύπωσης επιφύλαξης βασίζεται πλέον σε μια τρίπτυχη προσέγγιση:

- αξιολόγηση των εθνικών συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου·

- πλήρης συνυπολογισμός των προβλεπόμενων ποσοστών σφάλματος όπως αυτά διαπιστώνονται από τις εθνικές αρχές και αναφέρονται στις ετήσιες εκθέσεις ελέγχων, όταν οι τελευταίες μπορούν να επικυρωθούν, αντί να χρησιμοποιούνται προκαθορισμένα εκτιμώμενα επίπεδα σφάλματος·[3] και

- εφαρμογή ενός σωρευτικού εναπομείναντα κινδύνου για έκαστο πρόγραμμα, ούτως ώστε να παρακολουθείται η διορθωτική ικανότητα των πολυετών συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση συνεπάγεται επίσης τη δημοσίευση στις ΕΕΔ των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης όλων των συστημάτων ελέγχου των επιχειρησιακών προγραμμάτων από την Επιτροπή, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων επιπέδων αξιοπιστίας και των εθνικών ελεγκτικών γνωμών. Το τελευταίο συμμορφώνεται προς την αρχή του ενιαίου ελέγχου, ενώ επίσης υπογραμμίζει το γεγονός ότι τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για το δικό τους ελεγκτικό περιβάλλον.

Η Επιτροπή θεωρεί τις εν λόγω προσπάθειες για εναρμόνιση των κριτηρίων σημαντικότητας σημαντική βελτίωση η οποία συμβάλλει στη συνοχή, την αναγνωσιμότητα και τη διαφάνεια των ΕΕΔ. Εντέλλεται στις Γενικές Διευθύνσεις Περιφερειακής Πολιτικής, Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης, Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, Θαλάσσιας Πολιτικής και Αλιείας να συνεχίσουν την εναρμόνιση και να συμφωνήσουν σε μια ενιαία δέσμη κριτηρίων και παρουσίαση για την ΕΕΔ του 2012. Η Γενική Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων θα πρέπει, παρά τις διαφορετικές νομικές βάσεις που διαθέτει, να εμπλακεί όσο το δυνατόν περισσότερο στην εν λόγω διαδικασία εναρμόνισης.

2.4.        Εσωτερικός έλεγχος

Η επιτροπή παρακολούθησης των λογιστικών ελέγχων (APC) εξακολούθησε να ενημερώνει το Σώμα των Επιτρόπων σχετικά με ζητήματα ελέγχων, συμπεριλαμβανομένων ζητημάτων εταιρικής διάστασης. Η APC ενημέρωσε επίσης το Σώμα των Επιτρόπων σχετικά με την πρόοδο που επιτεύχθηκε όσον αφορά την υλοποίηση των εγκεκριμένων συστάσεων ελέγχου έως το τέλος του 2011. Υλοποιήθηκε ποσοστό 80 % των συνολικών συστάσεων που είχαν εγκριθεί κατά την περίοδο 2007-2011. Από 118 πολύ σημαντικές συστάσεις που δεν είχαν ακόμα υλοποιηθεί κατά τα τέλη του 2011, μόνο 24 σημείωσαν καθυστέρηση μεγαλύτερη από έξι μήνες σε σύγκριση με την αρχικά προβλεπόμενη ημερομηνία-στόχο.

Το Μάιο του 2012, η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Επιτροπής υπέβαλε την ετήσια έκθεση εσωτερικού ελέγχου για το 2011, όπως προβλέπει το άρθρο 86 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού. Η έκθεση συνόδευε τη δεύτερη συνολική γνώμη της υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής. Η γνώμη βασίζεται στο έργο που πραγματοποιήθηκε από τα κλιμάκια εσωτερικού ελέγχου και την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου κατά την περίοδο 2009 έως 2011 ως τμήμα του συντονισμένου στρατηγικού προγράμματος εσωτερικού ελέγχου. Εστιάζεται στη δημοσιονομική διαχείριση.

Η συνολική γνώμη παρέχει θετική γνωμοδότηση σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση στην Επιτροπή, με την εξαίρεση των τομέων εκείνων για τους οποίους οι Γενικοί Διευθυντές εξέφρασαν επιφυλάξεις στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων τους. Ο εκτιμώμενος δυνητικός δημοσιονομικός αντίκτυπος των εν λόγω επιφυλάξεων είναι μικρότερος του 2% του συνολικού προϋπολογισμού, όμως όλες οι επιφυλάξεις δεν είναι μετρήσιμες, αλλά εγκυμονούν δυνητικούς κινδύνους ως προς τη φήμη.

Επίσης, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στην Έμφαση επί ειδικού θέματος που επισυνάπτεται στη συνολική γνώμη, η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου επισημαίνει ορισμένα ζητήματα που χρήζουν εξέτασης από υπηρεσίες της Επιτροπής:

- η ανάγκη για περαιτέρω εναρμόνιση του υπολογισμού του εναπομείναντος ποσοστού σφάλματος σε ολόκληρη την Επιτροπή·

- αδυναμίες που εντοπίζονται στην εξωτερική βοήθεια σε σχέση με τις κεντρικές και αποκεντρωμένες προσκλήσεις υποβολής προτάσεων, και συγκεκριμένα, την ανάγκη για βελτίωση του σχεδιασμού, της αναφοράς και της παρακολούθησης των ελέγχων που ασκούν οι αντιπροσωπείες της ΕΕ στον τομέα της διαχείρισης των επιδοτήσεων·

- τομείς πολιτικής όπου ο κίνδυνος σφάλματος εξακολουθεί να είναι υψηλός και τα συγκεκριμένα προβλήματα που σχετίζονται με την επιμερισμένη διαχείριση στον τομέα της πολιτικής συνοχής·

- η ανάγκη για καλύτερο συντονισμό και εναρμόνιση των στρατηγικών ελέγχου σε επίπεδο ομάδων πολιτικής, ιδιαίτερα δε τα προγράμματα για τους επιτόπιους ελέγχους στις ΓΔ για την πολιτική έρευνας·

- ελλείψεις στα συστήματα ελέγχου κρατών μελών, ιδιαίτερα πρωτοβάθμιοι έλεγχοι για αιτήσεις που υποβάλλονται από υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την υλοποίηση καθεστώτων ενισχύσεων·

- μέτρα που εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε στάδιο υλοποίησης στο τέλος του 2011 με στόχο την αντιμετώπιση ορισμένων σημαντικών κινδύνων, όπως η ενίσχυση της διακυβέρνησης, της διαχείρισης έργου και της λογιστικής καταχώρισης πάγιων στοιχείων του ενεργητικού για το παγκόσμιο δορυφορικό σύστημα πλοήγησης (GNSS)· η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των προληπτικών ελέγχων για καταβληθείσες απαιτήσεις στον τομέα της έρευνας· η αξιοποίηση των εξελίξεων στην ΤΠ με στόχο την αποφυγή της επικάλυψης ενεργειών· η παρακολούθηση των προθεσμιών πληρωμής από διάφορες υπηρεσίες και η εφαρμογή μιας στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης.

3.           Εγγυήσεις αξιοπιστιασ που παρεχονται μεσω των ΕΕΔ και επιφυλαξεισ που διατυπωνονται απο τουσ Γενικούς Διευθυντές

Αφού εξέτασε τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων, και ιδίως τις δηλώσεις που υπέγραψε κάθε Γενικός Διευθυντής, η Επιτροπή παρατηρεί ότι όλοι έχουν παράσχει εύλογες εγγυήσεις αξιοπιστίας όσον αφορά τη χρήση των πόρων για τον προβλεπόμενο σκοπό, την τήρηση των αρχών της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και για το γεγονός ότι οι διαδικασίες ελέγχου που εφαρμόστηκαν παρέχουν τις απαιτούμενες εγγυήσεις από απόψεως νομιμότητας και κανονικότητας των υποκείμενων πράξεων. Διευθυντές επισήμαναν τις εναπομένουσες αδυναμίες και διατύπωσαν επιφυλάξεις στην ΕΕΔ τους, χωρίς ωστόσο να αμφισβητήσουν το γενικό επίπεδο αξιοπιστίας.

Δεκατέσσερις Γενικοί Διευθυντές και δύο Διευθυντές εκτελεστικών οργανισμών διατύπωσαν συνολικά είκοσι επτά επιφυλάξεις στις ΕΕΔ τους για το 2011. Επιφυλάξεις διατυπώθηκαν σε 17 υπηρεσίες, οι οποίες συνδυαστικά καλύπτουν ποσοστό άνω του 90% των οικονομικών πράξεων της Επιτροπής (δαπάνες και έσοδα). Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν δεκατέσσερις από τις δεκαεπτά επιφυλάξεις που είχαν ήδη διατυπωθεί το 2010 και εξακολουθούσαν να υπόκεινται σε διορθωτικές δράσεις στο τέλος του 2011, καθώς και δεκατρείς νέες επιφυλάξεις. Ήρθησαν τρεις επιφυλάξεις του 2010.

Το συνολικό διακυβευόμενο ποσό όπως ποσοτικοποιήθηκε στις επιφυλάξεις αυξήθηκε σημαντικά, από 600 εκατ. EUR στις ΕΕΔ για το 2010 στο δυνητικό μέγιστο ποσό των 3 564 εκατ. EUR[4] στις ΕΕΔ για το 2011. Η αύξηση αυτή στον αριθμό των επιφυλάξεων και στη νομισματική έκθεση σε διακυβευόμενα ποσά δεν είναι απόρροια υποβάθμισης της ποιότητας της δημοσιονομικής διαχείρισης στην Επιτροπή. Οφείλεται περισσότερο στη συνδυαστική δράση ορισμένων τεχνικών και διαρθρωτικών παραγόντων:

- Από τις είκοσι επτά επιφυλάξεις, οι έξι αφορούν στο ίδιο ζήτημα και το ίδιο πρόγραμμα (ΠΠ7). Τούτο διότι το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο (ΠΠ7), το οποίο επιταχύνθηκε το 2011 (βλ. κεφάλαιο 3.5), συνιστά αντικείμενο διαχείρισης πέντε Γενικών Διευθύνσεων και ενός εκτελεστικού οργανισμού με αποτέλεσμα να οδηγεί σε πολλαπλές επιφυλάξεις.

- Το σχετικό στάδιο ωριμότητας  στον πολυετή κύκλο εκτέλεσης του προϋπολογισμού:

· σε επίπεδο άμεσης διαχείρισης, η γενιά προγραμμάτων της περιόδου 2007-2013 έχει έως σήμερα φτάσει σε επίπεδο υλοποίησης το οποίο επιτρέπει τη συναγωγή συμπερασμάτων από προληπτικούς ελέγχους (το γεγονός αυτό εξηγεί την εισαγωγή της επιφύλαξης του ΠΠ7 για την έρευνα)·

· σε επίπεδο επιμερισμένης διαχείρισης, τα κράτη μέλη αρχίζουν να αναφέρουν αποτελέσματα ελέγχων από αυξημένο δείγμα επιχειρησιακών προγραμμάτων σε εξέλιξη (γεγονός που εξηγεί εν μέρει το διευρυμένο πεδίο εφαρμογής των επιφυλάξεων της Γενικής Διεύθυνσης Περιφερειακής Πολιτικής)·

· τα περισσότερα εκ των προγραμμάτων της περιόδου 2007-2013 βρίσκονται σε πλήρη εφαρμογή. Το αυξημένο επίπεδο εφαρμογής των προγραμμάτων της περιόδου 2007-2013 οδηγεί σε μεγαλύτερους όγκους πληρωμών και, συνεπώς, ενέχει υψηλότερο εγγενή κίνδυνο σφάλματος σε σχέση με τα προηγούμενα έτη.

- Σε επίπεδο πολιτικής συνοχής, η αντικατάσταση (βλ. κεφάλαιο 3.3) των εκτιμήσεων της διαχείρισης κατ’ αποκοπή ποσών με τα πραγματικά δεδομένα σφάλματος που αναφέρονται από ελεγκτικές αρχές στα κράτη μέλη είχε ως αποτέλεσμα την καλύτερη εκτίμηση των κινδύνων κανονικότητας, συνεπάγεται όμως τη θέση μεγαλύτερου αριθμού προγραμμάτων υπό επιφύλαξη, καθώς και τη διακύβευση μεγαλύτερων ποσών.

- Οι νεοεκδοθείσες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο εξέτασης της προχρηματοδότησης για τον υπολογισμό των εναπομείναντων ποσοστών σφάλματος και των διακυβευόμενων ποσών απαιτούν από τις υπηρεσίες να περιλαμβάνουν την προηγούμενη προχρηματοδότηση που έχει συμψηφιστεί με τις ενδιάμεσες πληρωμές και τις καταβολές του τελικού υπολοίπου, και με τον τρόπο αυτό τις αποτρέπει από το να υποβαθμίζουν τα ποσοστά σφάλματος σε ενδιάμεσες και τελικές πληρωμές με τη νέα δαπάνη προχρηματοδότησης για την οποία το ποσοστό σφάλματος είναι ακόμη μηδενικό.

- Για ορισμένα προγράμματα ο κίνδυνος κανονικότητας εγγίζει το όριο σημαντικότητας του 2 %. Οι ελαφρές ετήσιες αποκλίσεις στο διαπιστωθέν ποσοστό σφάλματος κοντά στα οριακά επίπεδα οδηγούν σε ασυνεχείς επιφυλάξεις με το πέρασμα του χρόνου.

Όλοι οι Γενικοί Διευθυντές και οι προϊστάμενοι υπηρεσιών προσδιόρισαν τους κύριους λόγους για τις επιφυλάξεις τους και πρότειναν διορθωτικές δράσεις για την αντιμετώπισή τους. Γενικά, οι συνηθέστερες ανησυχίες που εκφράζονται οφείλονται, αφενός, στους περίπλοκους κανόνες επιλεξιμότητας για τους δικαιούχους επιχορηγήσεων (ζήτημα το οποίο αφορά τους πόρους που τελούν υπό άμεση κεντρική διαχείριση) και, αφετέρου, στην εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων (συχνή πηγή σφαλμάτων για τα κοινά και έμμεσα διαχειριζόμενα κονδύλια). Η Επιτροπή έχει συναγάγει επιχειρησιακά συμπεράσματα από την εν λόγω εμπειρία και έχει υποβάλλει προτάσεις για σημαντική απλούστευση (βλ. κεφάλαιο 4.5 ακολούθως) στη νέα γενιά προγραμμάτων.

Κατόπιν αξιολόγησης των αποτελεσμάτων των ελέγχων, ήρθησαν τρεις επιφυλάξεις που είχαν μεταφερθεί από προηγούμενα έτη. Προκειμένου να αρθούν οι εν λόγω επιφυλάξεις, ζητήθηκε από τους κύριους διατάκτες να εκθέσουν τα μέτρα που τέθηκαν σε εφαρμογή για την αντιμετώπιση των αδυναμιών που εντοπίστηκαν, να αποδείξουν ότι αυτά ήταν αποτελεσματικά και να καταδείξουν ότι οι αδυναμίες αντιμετωπίστηκαν όντως. Στις περισσότερες περιπτώσεις, απαιτήθηκε να προσκομιστούν αποδεικτικά στοιχεία από ελέγχους, τα οποία αποδείκνυαν ότι τα ποσοστά σφάλματος είχαν μειωθεί σε αποδεκτό επίπεδο ή ότι τα συστήματα είχαν ενισχυθεί και λειτουργούσαν ικανοποιητικά.

3.1.        Έσοδα

Οι παραδοσιακοί ίδιοι πόροι (ΠΙΠ) αντιστοιχούν σε ποσοστό 12,2 % των συνολικών εσόδων του προϋπολογισμού της ΕΕ για το 2011. Τόσο η βεβαίωση όσο και η είσπραξη των ΠΙΠ πραγματοποιείται από τα κράτη μέλη. Τα τρία τέταρτα των ποσών αυτών καταβάλλονται στον προϋπολογισμό της Ένωσης, το δε υπόλοιπο 25% παρακρατείται για την κάλυψη των δαπανών είσπραξης. Δεδομένης της γεωγραφικής θέσης της χώρας, σημαντική είναι η συνεισφορά ΠΙΠ του Βελγίου, που καλύπτει το 9,45 % των συνολικών ΠΙΠ για το 2011. Οι επιθεωρήσεις που διενήργησε η Επιτροπή και οι έλεγχοι που πραγματοποίησε το Συνέδριο υπέδειξαν συμφωνία μεταξύ των ποσών που αποτέλεσαν αντικείμενο μεταφοράς και των υποκείμενων καταχωρίσεων. Ο Γενικός Διευθυντής Προϋπολογισμού διατύπωσε επιφύλαξη σχετικά με ανεπαρκή διαβεβαίωση όσον αφορά την αξιοπιστία των συστημάτων εκκαθάρισης και λογιστικής του Βελγίου. Η Επιτροπή ζήτησε διορθωτικά μέτρα, μεταξύ των οποίων την ενίσχυση των εσωτερικών ελέγχων και πλήρεις εξωτερικούς ελέγχους του λογιστικού συστήματος. Στο μεταξύ, υπάρχει αβεβαιότητα αναφορικά με την ορθότητα των ποσών των βελγικών ΠΙΠ που πιστώθηκαν στο λογαριασμό της Επιτροπής. 

Η Επιτροπή υπενθυμίζει τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει οι αρχές του οικείου κράτους μέλους όσον αφορά τα σχέδια δράσης που έχουν εκπονηθεί για την αντιμετώπιση των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν στα συστήματα επεξεργασίας τελωνειακών διασαφήσεων, και επαναλαμβάνει ότι θα ελέγξει με προσοχή και αυστηρότητα την εφαρμογή τους.

3.2.        Γεωργία και φυσικοί πόροι

Στην ετήσια έκθεση του 2010, το Συνέδριο κατέληξε, βάσει του εκτιμώμενου ποσοστού σφάλματος[5] που μόλις υπερβαίνει το 2 %, ότι το κεφάλαιο Γεωργία και φυσικοί πόροι περιλάμβανε ουσιώδη σφάλματα. Ταυτόχρονα, υπέδειξε ότι οι έμμεσες πληρωμές που καλύπτονται από το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ), και αντιστοιχούν σε ποσοστό 91,4 % των συνολικών δαπανών του ΕΓΤΕ, δεν εμφάνιζαν ουσιώδες σφάλμα.

Στην ΕΕΔ για το 2011, ο Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης διατύπωσε τρεις επιφυλάξεις:

- Δεδομένης της σημασίας του ΟΣΔΕ για τη διαχείριση και τον έλεγχο των γεωργικών δαπανών, και δεδομένων των σοβαρών ελλείψεων του ΟΣΔΕ στη Βουλγαρία και την Πορτογαλία, η επιφύλαξη του 2010 μεταφέρθηκε για λόγους φήμης, παρόλο που ο δημοσιονομικός αντίκτυπος των ελλείψεων δεν υπερέβαινε το όριο σημαντικότητας. Το 2010, η εν λόγω επιφύλαξη κάλυπτε τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Πορτογαλία. Το 2011, ήρθη η επιφύλαξη για τη Ρουμανία καθώς από τους ελέγχους της Επιτροπής διαπιστώθηκε ότι το ρουμανικό σχέδιο δράσης είχε ολοκληρωθεί και το έργο που είχε επιτελεστεί κρίθηκε επαρκές.

- Διατυπώθηκε νέα επιφύλαξη όσον αφορά τις δαπάνες για τα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης στο σύνολό τους διότι υπολογίστηκε ότι το εναπομείναν ποσοστό σφάλματος (έως 2,36 %) υπερέβαινε ελαφρώς το όριο σημαντικότητας το 2011. Η εν λόγω αύξηση του ποσοστού σφάλματος έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι η αγροτική ανάπτυξη υπόκειται σε πολυάριθμες ή/και περίπλοκες προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται στα προγράμματα και ενισχύουν τον κίνδυνο να σημειωθούν σφάλματα από τους δικαιούχους, αλλά και καθιστούν δυσχερέστερους και δαπανηρότερους τους ελέγχους από τις εθνικές αρχές.

- Διατυπώθηκε επιφύλαξη για λόγους φήμης σχετικά με ελλείψεις στην εποπτεία και τον έλεγχο πιστοποιημένων οργανικών προϊόντων. Από γεγονότα που σημειώθηκαν το 2011 καταδεικνύεται ότι οι έλεγχοι στον τομέα της βιολογικής γεωργίας κρίνονται ανεπαρκείς και ότι ενδέχεται να υπάρχουν αδυναμίες στην εποπτεία των ελεγκτικών συστημάτων τόσο κρατών μελών όσο και τρίτων χωρών από την ΕΕ, περιλαμβανομένης της εποπτείας των φορέων ελέγχου που πιστοποιούν τα προς εισαγωγή βιολογικά προϊόντα στην ΕΕ.

Η Γενική Διευθύντρια Θαλάσσιας Πολιτικής και Αλιείας διατήρησε την επιφύλαξή της σχετικά με το Χρηματοδοτικό Μέσο Προσανατολισμού της Αλιείας (ΧΜΠΑ) για ένα πρόγραμμα στη Γερμανία, για το οποίο θα απαιτηθεί διόρθωση αλλά εκκρεμεί η διαδικασία αποτίμησης.

Η Γενική Διευθύντρια Θαλάσσιας Πολιτικής και Αλιείας διατύπωσε νέα επιφύλαξη σχετικά με τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αλιείας και τις επενδύσεις επί σκαφών, καθώς είχαν εντοπιστεί σφάλματα αναφορικά με την επιλεξιμότητα δαπανών και είχε διαπιστωθεί ότι τα κράτη μέλη δεν επαληθεύουν επαρκώς το κατά πόσο οι επενδύσεις επί σκαφών ενισχύουν την αλιευτική ικανότητα των σκαφών.

Ο Γενικός Διευθυντής Δράσης για το Κλίμα διατήρησε την παλαιότερη επιφύλαξή του σχετικά με το πλήγμα που υπέστη η υπόληψη της Επιτροπής ως αποτέλεσμα της σημαντικής παραβίασης ασφαλείας στα εθνικά μητρώα του συστήματος εμπορίας εκπομπών της ΕΕ.

Ο Γενικός Διευθυντής Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών διατύπωσε επιφύλαξη αναφορικά με την ακρίβεια των δηλώσεων δαπανών των κρατών μελών στο πλαίσιο προγραμμάτων εξάλειψης και παρακολούθησης των ζωονόσων στον τομέα πολιτικής για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές. Τα διαπιστωθέντα σφάλματα πηγάζουν κυρίως από δηλώσεις δαπανών κρατών μελών που δεν εφαρμόζουν ορθά τους κανόνες επιλεξιμότητας που ορίζονται στη νομοθεσία. Για να περιοριστεί το ποσοστό σφάλματος στον τομέα των τροφίμων και ζωοτροφών, ο Γενικός Διευθυντής Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών είχε ήδη δρομολογήσει μια σειρά μέτρων τα προηγούμενα έτη. Επί παραδείγματι, ένας ακριβέστερος και πιο περιοριστικός ορισμός των επιλέξιμων δαπανών εισήχθη με μια απόφαση της Επιτροπής για τα κτηνιατρικά προγράμματα αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2011. Η εισαγωγή των κατ’ αποκοπήν ποσών από το 2012 αναμένεται να περιορίσει περαιτέρω τα σφάλματα στις δηλώσεις δαπανών των κρατών μελών τα επόμενα χρόνια.

3.3.                  Συνοχή, ενέργεια και μεταφορές

Επί σειρά ετών, η πολιτική συνοχής χαρακτηριζόταν από επίπεδο κατ’ εκτίμηση σφαλμάτων υψηλότερο σε σχέση με τους υπόλοιπους τομείς πολιτικής. Το 2010, το Συνέδριο υπολόγισε το περισσότερο πιθανό ποσοστό σφάλματος για το συγκεκριμένο κεφάλαιο σε 7,7 %. Το ποσοστό διαπιστωθέντων σφαλμάτων υπόκειται σε ετήσιες μεταβολές και επηρεάζεται από το σχετικό στάδιο στον πολυετή κύκλο εφαρμογής. Το 2010 ήταν το πρώτο έτος κατά το οποίο τα περισσότερα προγράμματα του τρέχοντος κανονιστικού πλαισίου είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται πλήρως και κατά το οποίο οι περισσότερες εθνικές αρχές έθεσαν σε εφαρμογή σχέδια και δήλωσαν δαπάνες, γεγονός που αύξησε τον εγγενή κίνδυνο σφαλμάτων.

Ο Γενικός Διευθυντής Περιφερειακής Πολιτικής διατύπωσε δύο επιφυλάξεις: μία επιφύλαξη για λόγους φήμης σχετικά με τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου για συγκεκριμένα επιχειρησιακά προγράμματα στη Γερμανία, την Ουγγαρία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Ισπανία και για διασυνοριακά προγράμματα στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ/Ταμείου Συνοχής για την περίοδο 2000-2006· και μία ακόμη επιφύλαξη σχετικά με τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ/Ταμείου Συνοχής για συγκεκριμένα επιχειρησιακά προγράμματα σε δεκαοχτώ κράτη μέλη[6], για τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου του ΜΠΒ στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και για προγράμματα ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας, και ένα πρόγραμμα του ΜΠΒ[7]/διασυνοριακή συνεργασία για την περίοδο 2007-2013.

Ο Γενικός Διευθυντής Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης διατύπωσε δύο επιφυλάξεις: η μία αφορά τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου για συγκεκριμένα επιχειρησιακά προγράμματα στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία στο πλαίσιο του ΕΚΤ 2000-2006, και η άλλη αφορά συγκεκριμένα επιχειρησιακά προγράμματα στο Βέλγιο, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Γερμανία, την Ιταλία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, τη Ρουμανία, τη Σλοβακία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο στο πλαίσιο του ΕΚΤ 2007-2013, καθώς και το πρόγραμμα ΜΠΒ της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Αμφότερες οι επιφυλάξεις διατυπώθηκαν λόγω των σοβαρών αδυναμιών που διαπιστώθηκαν στα κυριότερα στοιχεία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου των προγραμμάτων.

Οι εν λόγω ελλείψεις, που συνδέονται με τις επιφυλάξεις για αμφότερες τις Γενικές Διευθύνσεις, αφορούν, για παράδειγμα, δραστηριότητες πιστοποίησης, υψηλά ποσοστά σφάλματος, συμμόρφωση προς τους κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων, κανόνες επιλεξιμότητας, επαληθεύσεις της διαχείρισης ή απουσία διαδρομής του ελέγχου.

Η Επιτροπή θα συνεχίσει να ασκεί αυστηρά τον εποπτικό της ρόλο ζητώντας από τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν τα πιο αδύνατα σημεία στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου τους, εφαρμόζοντας έγκαιρες διακοπές και αναστολές πληρωμών, και αναλαμβάνοντας δημοσιονομικές διορθώσεις, κατά περίπτωση. Η Επιτροπή θα επικεντρώσει τις προσπάθειές της ιδιαίτερα σε αυτούς τους τομείς μέσω συντονισμένων προληπτικών και διορθωτικών ενεργειών. Στην τριετή αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού, όπως και στις ειδικές ανά τομέα προτάσεις, η Επιτροπή πρότεινε την χορήγηση από τις εθνικές διαπιστευμένες αρχές ετήσιας δήλωσης αξιοπιστίας της διαχείρισης για όλα τα προγράμματα που υπόκεινται σε επιμερισμένη διαχείριση, κάτι που ήδη ισχύει στην περίπτωση της αγροτικής πολιτικής.

Οι ΓΔ Συνοχής παρέχουν μια ποσοτικοποίηση των επιφυλάξεων μέσα από την αναφορά του συνολικού κατ’ εκτίμηση διακυβευόμενοι ποσού και από την εκτίμηση του δημοσιονομικού κινδύνου:

- Το συνολικό κατ’ εκτίμηση διακυβευόμενο ποσό (που βασίζεται στο επικυρωμένο ποσοστό σφάλματος) αναφέρεται στον ποσοτικό προσδιορισμό των σφαλμάτων ως ποσοστό όλων των ενδιάμεσων πληρωμών του 2011 για όλα τα προγράμματα της περιόδου 2007-2013 και υπολογίζεται από την Επιτροπή βάσει του λογιστικού ελέγχου επί των πράξεων που επιτελέστηκαν από τις ελεγκτικές αρχές και των τελικών ποσοστών σφάλματος που αναφέρονται στις ετήσιες εκθέσεις ελέγχων αυτών για το 2011, κατόπιν επικύρωσης από τις οικείες Γενικές Διευθύνσεις. Το διακυβευόμενο ποσό κυμαίνεται μεταξύ 3,1% και 6,8% για τη Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής και μεταξύ 2% και 2,5% για τη Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης.

- Ο εκτιμώμενος δημοσιονομικός κίνδυνος αναφέρεται στον αντίκτυπο των προγραμμάτων της περιόδου 2007-2013 όπου οι οικείες Γενικές Διευθύνσεις δεν διέθεταν εύλογη βεβαιότητα και, ως εκ τούτου, διατύπωσαν επιφύλαξη. Ο εκτιμώμενος δημοσιονομικός κίνδυνος των επιφυλάξεων κυμαίνεται μεταξύ 632 εκατ. και 1.427 εκατ.  EUR για τη Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής, ενώ ανέρχεται σε 59 εκατ. EUR για τη Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης. Τα ποσά αυτά αντιστοιχούν σε ποσοστά από 2,1% έως 4,8% και 0,6% των πληρωμών που καταβλήθηκαν το 2011.

Γενικά, ο ποσοτικός προσδιορισμός των επιφυλάξεων στις ΕΕΔ του Γενικού Διευθυντή Περιφερειακής Πολιτικής και του Γενικού Διευθυντή Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης δεν είναι άμεσα συγκρίσιμος με τα ενοποιημένα ποσοστά σφάλματος για την πολιτική συνοχής, όπως αυτά εκτιμήθηκαν στην ετήσια έκθεση του Συνεδρίου. Οι κυριότερες διαφορές αφορούν στα εξής:

- Ο υπό δοκιμή συνδυασμός προγραμμάτων μπορεί να έχει επιπτώσεις στα αποτελέσματα των ελέγχων: Το Συνέδριο βασίζει τον υπολογισμό του σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα συναλλαγών (πληρωμών) και τον παρεκτείνει σε όλες τις δαπάνες υπό την πολιτική συνοχής, ενώ τα ποσοστά που υπολογίζονται από την Επιτροπή αφορούν σε έκαστο Ταμείο χωριστά και καλύπτουν κάθε πρόγραμμα ή ομάδα προγραμμάτων που υλοποιούνται υπό πανομοιότυπα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου.

- Η χρονική διαφορά: το διακυβευόμενο ποσό υπολογίζεται από την Επιτροπή σε μεταγενέστερο στάδιο του κύκλου ελέγχου σε σύγκριση με το ποσοστό σφάλματος που αναφέρεται σε εκθέσεις του Συνεδρίου. Σύμφωνα με τους συναφείς κανονισμούς, οι ετήσιες εκθέσεις ελέγχου που υποβλήθηκαν από τα κράτη μέλη αφορούν σε δαπάνες του 2010, ενώ το ποσοστό σφάλματος που αναφέρεται ετησίως από το Συνέδριο υπολογίζεται βάσει σφαλμάτων που διαπιστώνονται κατά το οικείο έτος.

- Η Επιτροπή υλοποιεί πολυετείς στρατηγικές ελέγχου και συνεπώς οι κύριοι διατάκτες αξιολογούν τη λειτουργία των συστημάτων ελέγχου αντίστοιχα. Αντιθέτως, το Συνέδριο είναι υποχρεωμένο να διατυπώνει ετήσια ελεγκτική γνώμη. Μολονότι ο κίνδυνος παρατυπιών σε ορισμένα προγράμματα μπορεί να θεωρηθεί διαχειρίσιμος σε πολυετή βάση, ενδέχεται να είναι πολύ υψηλότερος από τους κατ’ εκτίμηση μέσους όρους σε ορισμένα προγράμματα και κράτη μέλη εάν μετρηθεί σε ετήσια βάση. Για το λόγο αυτό, είναι απόλυτα δικαιολογημένο το διακυβευόμενο ποσό που αναφέρεται στις ΕΕΔ από τις υπηρεσίες της Επιτροπής για διαρθρωτικές δράσεις να λαμβάνει υπόψη τις διάφορες δράσεις μετριασμού και τις διορθωτικές δράσεις που εφαρμόζονται στο πλαίσιο των πολυετών προγραμμάτων διαχείρισης και ελέγχου (επιτρέποντας την πραγματοποίηση διορθώσεων μερικά έτη μετά από την επιστροφή πόρων από το κράτος μέλος στους δικαιούχους και από την Επιτροπή στο κράτος μέλος). Ως εκ τούτου, το ποσοστό σφάλματος στη δήλωση αξιοπιστίας του Συνεδρίου ενδέχεται να είναι τυπικά υψηλότερο, δεδομένου ότι περιλαμβάνει σφάλματα τα οποία είναι δυνατόν να διορθώνονται σε μεταγενέστερα έτη, όταν έχουν ήδη παρέμβει όλοι οι συντελεστές στην αλυσίδα ελέγχου.

- Ο ποσοτικός προσδιορισμός των ποσοστών σφάλματος ενίοτε βασίζεται σε διαφορετικές παραδοχές ιδιαίτερα όταν η πραγματική τιμή του σφάλματος είναι άγνωστη. Επί παραδείγματι, σε αντίθεση με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, το Συνέδριο ποσοτικοποιεί σοβαρές παραβιάσεις των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων στην πλήρη αξία της σύμβασης, ενώ η πραγματική οικονομική απώλεια για τον προϋπολογισμό της Ένωσης περιορίζεται στα επιπλέον περιθώρια κέρδους για εργολήπτες οι οποίοι επωφελούνται από τέτοιες παραβιάσεις.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ανέλυσαν τα σφάλματα που διαπίστωσε το Συνέδριο για τα έτη 2006-2009 και παρουσίασαν την ανάλυσή τους σε ένα έγγραφο εργασίας.[8] Το εν λόγω έγγραφο αποδεικνύει ότι τα συχνότερα σφάλματα που διαπιστώθηκαν στην πολιτική συνοχής εντοπίστηκαν στη μη συμμόρφωση προς τα κριτήρια επιλεξιμότητας καθώς και σε σφάλματα στους κανόνες ή τις διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων. Σφάλματα οφείλονται επίσης σε ανεπαρκείς διαδρομές του ελέγχου και στον λανθασμένο υπολογισμό του ποσοστού προχρηματοδότησης για προσοδοφόρα σχέδια. Από την ανάλυση που διενεργήθηκε αποδεικνύεται ότι η επιλογή σχεδίων και οι μη επιλέξιμες δαπάνες συνιστούν τα κυριότερα σφάλματα επιλεξιμότητας, ενώ στις δημόσιες συμβάσεις τα σφάλματα εντοπίζονται κυρίως στην αξιολόγηση προσφορών, στη χρήση ακατάλληλων διαδικασιών για δημόσιους διαγωνισμούς, καθώς και σε ζητήματα δημοσίευσης.

Το 2011, η Επιτροπή υπέβαλε προτάσεις για το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, στις οποίες περιλαμβάνονται σημαντικές βελτιώσεις, ιδιαίτερα αναφορικά με την επιμερισμένη διαχείριση (που αντιστοιχεί σε ποσοστό περίπου 80 % του προϋπολογισμού), με στόχο τη βελτίωση του σχεδιασμού των καθεστώτων χρηματοδότησης, την αντιμετώπιση του κινδύνου σφάλματος, τον περιορισμό του διοικητικού φόρτου για τους δικαιούχους και τη μείωση του λειτουργικού κόστους των ελέγχων. Στο πλαίσιο της αναθεώρησης του δημοσιονομικού κανονισμού, η Επιτροπή πρότεινε την εισαγωγή ετήσιων διαχειριστικών δηλώσεων αξιοπιστίας από πιστοποιημένους φορείς για όλα τα προγράμματα υπό επιμερισμένη διαχείριση, κάτι που ήδη ισχύει στην περίπτωση της αγροτικής πολιτικής.

Η Επιτροπή, στις προτάσεις της σχετικά με την πολιτική συνοχής για την περίοδο 2014-2020, πρότεινε επίσης την περαιτέρω ενίσχυση της δημοσιονομικής διαχείρισης και της κανονικότητας των εξόδων του προϋπολογισμού μέσα από την παρακράτηση ποσοστού 10 % από πληρωμές προς τα κράτη μέλη καθόλη τη διάρκεια του έτους και την ετήσια εκκαθάριση λογαριασμών εφόσον τα κράτη μέλη παράσχουν πιστοποιημένους ετήσιους λογαριασμούς για κάθε πρόγραμμα.

Ένα παράδειγμα τομέα που χρήζει βελτιώσεων είναι η παροχή από τα κράτη μέλη αξιόπιστων και ολοκληρωμένων δημοσιονομικών πληροφοριών και δεδομένων σχετικά με τους ελέγχους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή προτίθεται, από το τρέχον έτος και μετά, να διαβιβάζει τις ετήσιες περιλήψεις των κρατών μελών συνοδευόμενες από ανάλυση του περιεχομένου τους στην αρμόδια για την απαλλαγή αρχή, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το άρθρο 319 της Συνθήκης. Η Επιτροπή, κατά περίπτωση, θα συστήνει στις εθνικές αρχές τρόπους για την περαιτέρω ενίσχυση των μέσων υποβολής εκθέσεων, κυρίως για τα αποτελέσματα των εθνικών λογιστικών ελέγχων και τις σχετικές γνώμες, προκειμένου αυτές να συμβάλλουν θετικότερα στη διαδικασία χορήγησης δήλωσης αξιοπιστίας της Επιτροπής.

Η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη να επιδείξουν την προσήλωσή τους στο στόχο της βελτίωσης της λογοδοσίας και της διαφάνειας ενισχύοντας όπου χρειάζεται τα μέτρα ελέγχου, για το εναπομείναν διάστημα της τρέχουσας περιόδου προγραμματισμού, ιδιαίτερα δε αναφορικά με τους πρωτοβάθμιους ελέγχους της διαχείρισης, προτού προχωρήσουν σε πιστοποίηση των δαπανών προς την Επιτροπή.  Τα καλεί επίσης να ακολουθήσουν τις κατευθυντήριες γραμμές της αναφορικά με την αντιμετώπιση των σφαλμάτων και τις ετήσιες εκθέσεις ελέγχων, καθώς και με τις ετήσιες περιλήψεις, ώστε να αναδειχτούν σε πολύτιμη επιπρόσθετη πηγή αξιοπιστίας για την Επιτροπή και σε χρήσιμη πηγή πληροφόρησης για την αρμόδια για την απαλλαγή αρχή. Η Επιτροπή προτρέπει όλα τα κράτη μέλη να ακολουθήσουν το παράδειγμα των δεκαπέντε κρατών μελών[9] τα οποία συμπεριέλαβαν δηλώσεις αξιοπιστίας στις ετήσιες περιλήψεις τους και να λάβουν άλλα μέτρα για να επιδείξουν την προσήλωσή τους στη χρηστή διαχείριση των πόρων της ΕΕ και τη διαφάνεια.

3.4.                  Εξωτερική βοήθεια, ανάπτυξη και διεύρυνση

Ακολούθως της σύστασης της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, διασαφηνίστηκαν οι κανόνες διαχείρισης και υποχρέωσης λογοδοσίας για τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Προσωπικό της ΕΥΕΔ και της Επιτροπής κατανεμήθηκε χωριστά σε αντιπροσωπείες με σκοπό τη διάκριση μεταξύ των βασικών καθηκόντων της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ στο πλαίσιο των αντιπροσωπειών, με ταυτόχρονη διατήρηση ενός βαθμού ευελιξίας.  Προκείμενου να διασφαλιστεί ότι το προσωπικό (και άλλοι διοικητικοί πόροι) χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονταν, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών παρέλαβαν κοινές οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές από την ΕΥΕΔ/Επιτροπή[10] σχετικά με τη διαχείριση του προσωπικού στις αντιπροσωπείες.

Κατόπιν της αναθεώρησης του δημοσιονομικού κανονισμού στις 24 Νοεμβρίου 2010, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της ΕΕ για πρώτη φορά συνόδευσαν την ετήσια έκθεση του έκτακτου διατάκτη τους με δήλωση αξιοπιστίας.

Επιπλέον, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών έγιναν αποδέκτες ενός από κοινού συμπεφωνημένου πλαισίου ΕΥΕΔ/Επιτροπής[11] αναφορικά με τη διαχείριση των αντιπροσωπειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για το σκοπό αυτό, συστάθηκε η επιτροπή καθοδήγησης για τις αντιπροσωπείες ('EUDEL') (την οποία απαρτίζουν αντιπρόσωποι της ΕΥΕΔ και της Επιτροπής).

Σύμφωνα με τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, προκειμένου να στηρίξει περαιτέρω τη δήλωση αξιοπιστίας στην ΕΕΔ, η Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Συνεργασίας ανέπτυξε έναν βασικό δείκτη για τον εκτιμώμενο δημοσιονομικό αντίκτυπο των εναπομείναντων σφαλμάτων εφόσον εφαρμοστούν όλοι οι έλεγχοι συμμόρφωσης. Μετά τη δρομολόγηση των λογιστικών ελέγχων, ένας τέτοιος δείκτης αναμένεται να είναι διαθέσιμος για το έτος αναφοράς 2012. Όσον αφορά τη Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης, ένας τέτοιος δείκτης είναι ήδη διαθέσιμος για πόρους υπό αποκεντρωμένη διαχείριση. Ήδη εφαρμόζεται ένα πιλοτικό πρόγραμμα εργασίας με στόχο την επέκταση του εύρους κάλυψης ώστε να περιλαμβάνονται πόροι υπό κεντρική διαχείριση.

Όπως επισημαίνεται στη συνολική γνώμη του εσωτερικού ελεγκτή, η αξιοπιστία που παρείχαν οι έλεγχοι στο πεδίο της εξωτερικής βοήθειας, οι οποίοι εκτελέστηκαν από τις αποκεντρωμένες αντιπροσωπείες, χρήζει βελτίωσης μέσα από καλύτερο σχεδιασμό και επίβλεψη.

3.5.                  Έρευνα και λοιπές εσωτερικές πολιτικές

Η κοινή στρατηγική ελέγχου της ΓΔ Έρευνας (περιλαμβανομένης μιας εντατικής εκστρατείας λογιστικών ελέγχων με παρέκταση των συστημικών σφαλμάτων) για το έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο (ΠΠ6) (2002-2006) αποδείχθηκε επιτυχής ως προς το εύρος του ελέγχου και τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξαν οι έλεγχοι. Στο τέλος της περιόδου, το ποσοστό πολυετών εναπομεινάντων σφαλμάτων[12] υποχώρησε σημαντικά και πλησίασε πολύ το στόχο του 2 %. Μολονότι οι επιφυλάξεις για το ΠΠ6 διατηρήθηκαν, το κόστος των ελέγχων δεν δικαιολογεί την καταβολή επιπρόσθετων προσπαθειών για μείωση του ποσοστού κάτω από 2 %.

Όσον αφορά το ΠΠ6, το ποσοστό σφάλματος που διαπιστώθηκε το 2011 από τον Γενικό Διευθυντή Κοινωνίας της Πληροφορίας και Μέσων Επικοινωνίας (κάτω από 2%) επιβεβαίωσε την προσέγγιση που είχε ήδη ακολουθηθεί το 2010 σχετικά με τη μη διατύπωση επιφύλαξης στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας, καθώς το πολυετές ποσοστό σφάλματος (ήτοι εκείνο που υπολογίστηκε για το σύνολο του ΠΠ6) αναμενόταν να είναι χαμηλότερο από το στόχο εντός του 2011.

Το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα (ΠΠ7) (2007-2013) επιταχύνθηκε το 2011 οπότε πέρασε τα μέσα της εφαρμογής του και τα πρώτα σχέδια, που ξεκίνησαν με την έναρξη του προγράμματος, άρχισαν να ολοκληρώνονται. Όπως υποδείχτηκε ήδη το περασμένο έτος στα προσωρινά ποσοστά σφάλματος, από αντιπροσωπευτικά δείγματα λογιστικού ελέγχου προέκυψε ότι το ποσοστό σφάλματος για το σύνολο του πληθυσμού υπερβαίνει το όριο του 2 %. Κατά συνέπεια, οι ΓΔ Έρευνας και ο εκτελεστικός οργανισμός έρευνας[13] διατύπωσαν επιφυλάξεις για το ΠΠ7 από το 2011.

Τα μέτρα απλούστευσης που εισήχθησαν το 2011 θα πρέπει να έχουν θετική επίδραση στο ποσοστό σφάλματος στο μέλλον. Το εναπομείναν πεδίο εφαρμογής για τον περιορισμό σφαλμάτων θα εξεταστεί κυρίως μέσα από τις ακόλουθες δράσεις: ενίσχυση της καθοδήγησης και της ανάδρασης σε συμμετέχοντες και ελεγκτές σχετικά με τα συχνότερα σφάλματα· βελτίωση της στρατηγικής προληπτικών ελέγχων· και πραγματοποίηση κατάλληλου αριθμού προληπτικών ελέγχων με στόχο τον περιορισμό, σε συνδυασμό με μέτρα ανάκτησης, του εναπομείναντος ποσοστού σφάλματος εντός πολυετούς πλαισίου. Ακόμη και με τη λήψη των μέτρων αυτών, η στρατηγική ελέγχων του ΠΠ7 πιθανολογείται ότι θα φέρει το εναπομείναν ποσοστό σφάλματος μεταξύ 2 % και 5 % στο τέλος του κύκλου ζωής του ΠΠ7.

Υπό τις τρέχουσες διαδικασίες, επτά διατάκτες είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση του προϋπολογισμού του τομέα της έρευνας. Έκαστος διατάκτης επιδιώκει να καθιερώσει ένα ενδεικτικό ποσοστό σφάλματος για το δικό του τμήμα του προϋπολογισμού. Το γεγονός αυτό συνεπάγεται σημαντικούς περιορισμούς στον προγραμματισμό καθώς και πολλαπλούς ελέγχους των ίδιων δικαιούχων από διαφορετικές υπηρεσίες. Για το λόγο αυτό, συμφωνήθηκε ότι, από το 2012 και μετά, θα εισαχθεί ένα κοινό αντιπροσωπευτικό δείγμα ελέγχου (CRAS) σε ολόκληρη την ομάδα που ασχολείται με την έρευνα. Πιο συγκεκριμένα, με τον τρόπο αυτό αναμένεται να περιοριστεί το βάρος του λογιστικού ελέγχου για τους δικαιούχους μέσα από τη μείωση του αριθμού των επαναλαμβανόμενων ελέγχων.

Ο Γενικός Διευθυντής Επικοινωνίας διατήρησε την επιφύλαξη για λόγους φήμης, την οποία είχε διατυπώσει για πρώτη φορά το 2008, όσον αφορά την ενδεχόμενη μη συμμόρφωση των υπηρεσιών της Επιτροπής προς την ισχύουσα νομοθεσία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Τέθηκε σε εφαρμογή το μεγαλύτερο μέρος των διορθωτικών δράσεων που περιγράφονται λεπτομερώς στο σχέδιο δράσης, όμως η συνεχής εξέλιξη του τομέα των μέσων ενημέρωσης (όπως το σύστημα παρακολούθησης των μέσων ενημέρωσης ή η εκτενής χρήση των νέων μέσων ενημέρωσης) θέτει νέες προκλήσεις συμμόρφωσης οι οποίες πρέπει να αντιμετωπιστούν πριν από την άρση της επιφύλαξης, η οποία προβλέπεται για το επόμενο έτος.

Το ποσοστό σφάλματος για όλα τα προγράμματα που διαχειρίζεται κεντρικά[14] ο Γενικός Διευθυντής Εκπαίδευσης, Οπτικοακουστικών Θεμάτων και Πολιτισμού ήταν χαμηλότερο από 2 % και η επιφύλαξη του 2010 σχετικά με την άμεση κεντρική διαχείριση μπορεί να αρθεί μετά την εφαρμογή αποτελεσματικών δράσεων μετριασμού και τη χρήση περισσότερο αντιπροσωπευτικού δείγματος.

Ο Γενικός Διευθυντής του εκτελεστικού οργανισμού εκπαίδευσης, οπτικοακουστικών θεμάτων και πολιτισμού ανέφερε πρόοδο όσον αφορά την υλοποίηση σχεδίων δράσης που αποσκοπούν στη βελτίωση των συστημάτων ελέγχου για τη διαχείριση επιδοτήσεων. Ο εκτελεστικός οργανισμός εκπαίδευσης, οπτικοακουστικών θεμάτων και πολιτισμού ήρε την επιφύλαξη του προηγούμενου έτους σχετικά με τα προγράμματα «Πολιτισμός» και «Νεολαία» μετά τα μειωμένα ποσοστά σφάλματος. Εντούτοις, ο εκτελεστικός οργανισμός αποφάσισε να διατυπώσει νέα επιφύλαξη για το πρόγραμμα «Δια βίου μάθηση» (ΔΒΜ). Προκειμένου να διευθετήσει τις προαναφερθείσες επιφυλάξεις, ο οργανισμός είχε ήδη εγκρίνει ένα σχέδιο δράσης μετά την ΕΕΔ για το 2010, στο οποίο προβλέπονταν δράσεις μετριασμού για όλα τα προγράμματα υπό τη διαχείριση του οργανισμού, περιλαμβανομένου του προγράμματος ΔΒΜ. Ο οργανισμός θα συνεχίσει να καταβάλλει προσπάθειες προκειμένου να συνδράμει δικαιούχους να συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την παροχή εγγράφων τεκμηρίωσης.

Ο Γενικός Διευθυντής Εσωτερικών Υποθέσεων διατύπωσε δύο επιφυλάξεις στην ΕΕΔ για το 2011, η μία εκ των οποίων αφορά σε κινδύνους ως προς τη φήμη εξαιτίας καθυστερήσεων στην εφαρμογή ενός μεγάλου συστήματος πληροφορικής, του έργου SIS II. Σημαντική πρόοδος πραγματοποιήθηκε το 2011 όσον αφορά την επιτυχή ανάπτυξη του μεγάλου αυτού συστήματος πληροφορικής. Το λεπτομερές σχέδιο δράσης εφαρμόστηκε πλήρως, αλλά νέα γεγονότα προξένησαν πρόσθετες καθυστερήσεις, όπως η αδυναμία του υπεύθυνου κράτους μέλους να παράσχει ένα από τα εργαλεία ελέγχου που προβλεπόταν αρχικά για τον δοκιμαστικό έλεγχο και νέες καθυστερήσεις στις εθνικές εξελίξεις ορισμένων κρατών μελών ή καθυστερήσεις σε επίπεδο κεντρικού συστήματος. Η δεύτερη, και καινούρια, επιφύλαξη αφορά στον δημοσιονομικό κίνδυνο που απορρέει από το εναπομείναν ποσοστό σφάλματος στον μη ελεγμένο πληθυσμό επιδοτήσεων στα χρηματοδοτικά προγράμματα «Πρόληψη, ετοιμότητα και διαχείριση των συνεπειών της τρομοκρατίας και άλλων κινδύνων που συνδέονται με την ασφάλεια» (CIPS) και «Πρόληψη και καταπολέμηση της εγκληματικότητας» (ISEC). Τα εν λόγω προγράμματα στοχεύουν σε νέους τομείς πολιτικής και νέους δικαιούχους, και ο Γενικός Διευθυντής Εσωτερικών Υποθέσεων εκφράζει την πεποίθηση ότι η αύξηση του αριθμού των λογιστικών ελέγχων σε συνδυασμό με την παροχή περισσότερης και καλύτερης πληροφόρησης στους δικαιούχους θα συμβάλλει στη μείωση των ποσοστών σφάλματος στο εγγύς μέλλον.

Ο Γενικός Διευθυντής Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας επέκτεινε την επιφύλαξή του σχετικά με την αξιοπιστία των δημοσιονομικών πληροφοριών που παρέσχε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος (ΕΟΔ). Κατά τη διάρκεια του 2011, η στρατηγική παρακολούθησης και ελέγχου της Επιτροπής για τον ΕΟΔ ενισχύθηκε περαιτέρω: θα συνεχίσει να ελέγχει τις δημοσιονομικές πληροφορίες που παρέχει ο ΕΟΔ και θα ενθαρρύνει και θα στηρίζει τον ΕΟΔ σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του σχεδίου δράσης του, το οποίο έχει αναπτυχθεί με σκοπό την εξέταση των συστάσεων που έκανε η εξωτερική επιτροπή ελέγχου του ΕΟΔ και τη βελτίωση της ποιότητας των δημοσιονομικών αναφορών που υποβάλλονται στην Επιτροπή. Δεδομένων των εν εξελίξει δράσεων, η Επιτροπή αναμένει τη σύντομη διόρθωση των ζητημάτων, ενέργεια που θα καταστήσει εφικτό την αποδυνάμωση και τελικά την άρση της παρούσας επιφύλαξης. Επιπλέον, η αξιοποίηση εξωτερικών εμπειρογνωμόνων έχει συμβάλλει στη διασφάλιση της αξιοπιστίας των ποσών για τα πάγια στοιχεία του ενεργητικού που περιλαμβάνονται στον ισολογισμό της ΕΕ το 2011.

Η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίησή της για τις προσπάθειες που καταβάλλονται για την αντιμετώπιση του ζητήματος του σεβασμού των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας από όλες τις υπηρεσίες της και τις ενθαρρύνει να αναλάβουν τις απαιτούμενες ενέργειες ούτως ώστε η άρση της επιφύλαξης να είναι εφικτή εντός του 2012. Επικροτεί τις κατευθυντήριες γραμμές[15] σχετικά με τη διαχείριση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στην Επιτροπή.

Η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίησή της για το χαμηλό ποσοστό εναπομείναντων σφαλμάτων στο τέλος του κύκλου ζωής του ΠΠ6 για την έρευνα και επισημαίνει τις προσδοκίες και τους περιορισμούς που τίθενται για τη στρατηγική ελέγχου του ΠΠ7.

Η Επιτροπή υπογραμμίζει την επιφύλαξη για το πρόγραμμα ΔΒΜ που διαχειρίζεται ο εκτελεστικός οργανισμός εκπαίδευσης, οπτικοακουστικών θεμάτων και πολιτισμού, παρά το έργο που επιτελέσθηκε για την καλύτερη ενημέρωση των δικαιούχων, όσον αφορά τις προϋποθέσεις. Η ίδια καλεί τον οργανισμό να εντείνει τις προσπάθειές του.

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η ανάπτυξη και η διαχείριση των μεγάλων συστημάτων πληροφορικής όπως το SIS II αποτελούν ιδιαίτερη πρόκληση. Έχει θέσει σε εφαρμογή ισχυρούς μηχανισμούς διακυβέρνησης και θα συνεχίσει να θέτει σε πρώτη προτεραιότητα τη διατήρηση αποτελεσματικής διακυβέρνησης και στενής συνεργασίας με τους συμμετέχοντες όσον αφορά το SIS II.

4.           Οριζόντια θεματα και λυσεισ

4.1.        Η προστιθέμενη αξία του προϋπολογισμού της ΕΕ

Η έκθεση των επιτευγμάτων της Επιτροπής όσον αφορά τη διαχείριση δεν περιορίζεται μόνο στην αναφορά της συμμόρφωσης προς τους δημοσιονομικούς κανόνες και των ποσοστών σφάλματος. Η ποιότητα των εξόδων και η προστιθέμενη αξία του προϋπολογισμού της ΕΕ είναι σημαντικοί παράγοντες που πρέπει να καταδεικνύονται. Στις ΕΕΔ που υποβάλλουν, οι κύριοι διατάκτες εξηγούν τον τρόπο με τον οποίο αξιοποίησαν τους δημοσιονομικούς πόρους και το ανθρώπινο δυναμικό που τους παραχωρήθηκαν προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους πολιτικής που έθεσε το Σώμα των Επιτρόπων, ώστε να παρουσιάσουν τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικές επέφεραν προστιθέμενη αξία για την κοινωνία της ΕΕ. Οι πάγιες οδηγίες για την εκπόνηση ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων επιβάλλουν μεγαλύτερη προσοχή στον συγκεκριμένο τύπο υποβολής εκθέσεων.

Τον Φεβρουάριο του 2012, βάσει του άρθρου 318 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή υπέβαλε[16] για πρώτη φορά έκθεση για την αξιολόγηση των οικονομικών της Ένωσης βάσει των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί. Παρουσιάζει μια γενική επισκόπηση των στόχων των προγραμμάτων της ΕΕ, καθώς και του αντίκτυπου και των αποτελεσμάτων που επιτυγχάνονται ανάλογα με το στάδιο στο οποίο έχει φθάσει το εκάστοτε πρόγραμμα κατά το χρόνο διεξαγωγής των σχετικών αξιολογήσεων. Καλύπτοντας κάθε έτος έναν περιορισμένο αριθμό προγραμμάτων για τα οποία είναι διαθέσιμες οι σχετικές αξιολογήσεις, η έκθεση θα είναι σε θέση να καλύπτει μεσοπρόθεσμα ένα ευρύ φάσμα χρηματοδοτικών προγραμμάτων βάσει των διαφόρων μεθόδων διαχείρισης. Η έκθεση καλύπτει δύο βασικούς τομείς χρηματοδοτικής παρέμβασης της ΕΕ: τον τομέα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού και τον τομέα της έρευνας.

Επίσης, η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου κατέβαλε μείζονες προσπάθειες με στόχο τον καθορισμό του πλαισίου ελέγχου των επιδόσεών της και την ανάπτυξη ενός εσωτερικού προγράμματος κατάρτισης για ελεγκτές στο θέμα αυτό.

Η Επιτροπή καλεί τον Γενικό Διευθυντή να διερευνήσει δυνατότητες ώστε, βάσει του άρθρου 318 της ΣΛΕΕ, η ετήσια έκθεση αξιολόγησης να καταστεί περισσότερο περιεκτική, καλύπτοντας ολόκληρο το εύρος δραστηριοτήτων που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό, περιλαμβανομένων των κατάλληλων δεικτών σε σχέση με τις συστάσεις απαλλαγής, και παράλληλα να βασίζεται εκτενώς στις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τις επιδόσεις, όπως οι εκθέσεις αξιολόγησης, οι ΕΕΔ και οι δηλώσεις δραστηριοτήτων στο σχέδιο προϋπολογισμού.

4.2.        Διαφάνεια στην υποβολή αναφορών σχετικά με διακοπές και αναστολές πληρωμών, δημοσιονομικές διορθώσεις και ανακτήσεις στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης[17]

4.2.1.     Πληροφορίες σχετικά με τη διακοπή και την αναστολή πληρωμών από την Επιτροπή

Σύμφωνα με τη δέσμευσή της προς την αρμόδια για την απαλλαγή αρχή στο σχέδιο δράσεων του 2008 με στόχο την ενίσχυση του εποπτικού της ρόλου για τις διαρθρωτικές δράσεις, η Επιτροπή ενθάρρυνε τις υπηρεσίες της να διακόπτουν τις διαδικασίες πληρωμών και να προτείνουν διαδικασίες αναστολής εφόσον πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις. Αναφορικά με την επιμερισμένη διαχείριση, η Επιτροπή διακόπτει ή αναστέλλει τις διαδικασίες πληρωμών μόλις προκύψουν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία υποδεικνύουν επαρκείς ελλείψεις στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των κρατών μελών.

Οι υπηρεσίες που πραγματοποιούν συναλλαγές σε καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης ανέφεραν όλες τις αποφάσεις διακοπής/αναστολής στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων τους. Σε αυτές τις πληροφορίες συμπεριλαμβάνονταν τα σχετικά επιχειρησιακά προγράμματα, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, η μορφή αδυναμίας, τα κύρια χαρακτηριστικά που οδηγούν στην απόφαση και η δημοσιονομική επίπτωση της απόφασης. Οι πληροφορίες αυτές συνιστούν μια σημαντική πτυχή της εύλογης ασφάλειας και της υποχρέωσης λογοδοσίας.

Μετά την εισαγωγή του νέου μέσου διακοπής για την περίοδο προγραμματισμού 2007-2013, οι Γενικοί Διευθυντές που ασκούν επιμερισμένη διαχείριση έλαβαν, το 2011, την επίσημη απόφαση διακοπής των προθεσμιών πληρωμών για 91 προγράμματα συνολικού ύψους 2 634 εκατ. EUR. Το Σώμα των Επιτρόπων εξέδωσε επίσης τέσσερις[18] αποφάσεις αναστολής πληρωμών για προγράμματα της περιόδου 2007-2013.  Οι πληρωμές συνεχίζονται μόνο εφόσον οι κύριοι διατάκτες διαθέτουν σαφή αποδεικτικά στοιχεία λογιστικού ελέγχου σύμφωνα με τα οποία οι αιτίες διακοπής και/ή αναστολής έχουν αποκατασταθεί στο συγκεκριμένο πεδίο, έχουν διενεργηθεί οι απαραίτητες δημοσιονομικές διορθώσεις και δεν υφίστανται άλλοι κίνδυνοι για την πιστοποίηση περαιτέρω δαπανών στην Επιτροπή.

Η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι οι κύριοι διατάκτες θα πρέπει να προβαίνουν συστηματικά σε διαδικασίες διακοπής πληρωμών και να προτείνουν στο Σώμα των Επιτρόπων την αναστολή των διαδικασιών εφόσον πληρούνται οι ισχύουσες προϋποθέσεις και έως ότου οι αρμόδιες εθνικές αρχές εφαρμόσουν τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα.

4.2.2.     Δημοσιονομικές διορθώσεις που επέβαλε η Επιτροπή στα κράτη μέλη

Οι άλλες δημοσιονομικές διορθώσεις που αναφέρθηκαν ήταν εκείνες που επέβαλε η Επιτροπή στα κράτη μέλη. Η Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής ανέφερε σωρευτικές δημοσιονομικές διορθώσεις ύψους 7,13 δισεκατ. EUR που προέκυψαν από λογιστικούς ελέγχους ΕΕ κατά την περίοδο 2000-2010. Η Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Κοινωνικής Ένταξης ανέφερε 1,8 δισεκατ. EUR και η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης 7,7 δισεκατ. EUR.

Οι σημειώσεις των ετήσιων λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιέχουν εκτενέστερες πληροφορίες για τις δημοσιονομικές διορθώσεις που αποφάσισε η Επιτροπή και που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια του έτους, καθώς και για τις ανακτήσεις.

4.2.3.     Πληροφορίες από τα κράτη μέλη για τις δημοσιονομικές διορθώσεις και ανακτήσεις

Η διόρθωση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών αποτελεί βασική πτυχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Το 2010, πραγματοποιήθηκαν συνεχείς προσπάθειες για την επιβολή δημοσιονομικών διορθώσεων εκεί όπου ήταν αναγκαίο, τη βελτίωση της ποιότητας των στοιχείων που παρέχουν τα κράτη μέλη για τις δημοσιονομικές διορθώσεις και ανακτήσεις, καθώς και την προώθηση της χρήσης βέλτιστων πρακτικών έτσι ώστε να διασφαλιστεί ένας βελτιωμένος μηχανισμός ανάκτησης σε επίπεδο κρατών μελών και ΕΕ.

Όσον αφορά την επιμερισμένη διαχείριση, οι ετήσιες εκθέσεις προόδου παρέχουν λεπτομερείς πληροφορίες για τις δημοσιονομικές διορθώσεις που εφάρμοσαν και ανέφεραν τα κράτη μέλη στην Επιτροπή και μια αξιολόγηση των εθνικών συστημάτων ελέγχου. Στον τομέα της Πολιτικής Συνοχής, τα κράτη μέλη πραγματοποιούν τις δημοσιονομικές διορθώσεις που προκύπτουν από τους δικούς τους λογιστικούς ελέγχους και από τους λογιστικούς ελέγχους της ΕΕ. Η σχετική έκθεση υποβάλλεται μετά από ένα έτος έως τις 31 Μαρτίου. Έτσι, τα κράτη μέλη υπέβαλαν τις εκθέσεις τους για τις διορθώσεις του 2010, το 2011. Ωστόσο, οι κύριοι διατάκτες ανέφεραν τα πιο επικαιροποιημένα στοιχεία που ήταν γνωστά έως την ημερομηνία υπογραφής των ΕΕΔ.

Αναφορικά με την περιφερειακή πολιτική, τα κράτη μέλη ανέφεραν ότι, έως το τέλος του 2010, είχαν επιφέρει σωρευτικές δημοσιονομικές διορθώσεις ύψους 5,1 δισεκατ. EUR στα προγράμματα της περιόδου 2000-2006. Τα κράτη μέλη ανέφεραν ότι οι εν λόγω δημοσιονομικές διορθώσεις πραγματοποιήθηκαν μέσω ανακλήσεων (περίπου 4 δισεκατ. EUR ή ποσοστό 78 % του συνολικού ύψους των ανακτήσεων) ή ανακτήσεων από μεμονωμένους δικαιούχους (περίπου 1,1 δισεκατ. EUR ή ποσοστό 22 %).

Για τα προγράμματα ΕΤΠΑ/ΚΠ της περιόδου 2007-2013, τα κράτη μέλη ανέφεραν ότι το 2010 πραγματοποιήθηκαν οι δημοσιονομικές διορθώσεις ύψους 212 εκατ. EUR (156 εκατ. EUR υπό τη μορφή ανακλήσεων, 31 εκατ. EUR υπό τη μορφή ανακτήσεων και 25 εκατ. EUR υπό τη μορφή εκκρεμουσών ανακτήσεων). Για το 2011, κατά την ημερομηνία υπογραφής της ΕΕΔ, τα κράτη μέλη ανέφεραν διορθώσεις συνολικού ύψους 342 εκατ. EUR για προγράμματα ΕΤΠΑ/ΚΠ.

Για τα προγράμματα του ΕΚΤ της περιόδου 2007-2013, τα κράτη μέλη ανέφεραν για το 2010 δημοσιονομικές διορθώσεις ύψους 52 εκατ. EUR (33 εκατ. EUR υπό τη μορφή ανακλήσεων, 4 εκατ. EUR υπό τη μορφή ανακτήσεων και 15 εκατ. EUR υπό τη μορφή εκκρεμουσών ανακτήσεων).

4.3.        Χρήση των προχρηματοδοτήσεων

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι προσωρινοί ετήσιοι λογαριασμοί του 2011 παρουσιάζουν ελαφριά μείωση όσον αφορά το ποσό προχρηματοδότησης. Το ποσό συνίσταται σε τρία κύρια συστατικά στοιχεία:

- Πρώτον, την παραδοσιακή προχρηματοδότηση σε διάφορα προγράμματα ώστε να διασφαλίζεται η απαραίτητη «ροή» για τους δικαιούχους και να μπορούν να εκκινήσουν τα προγράμματα και τις δράσεις τους. Το σύνηθες προφίλ δαπανών των πολυετών προγραμμάτων χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερα ποσά προχρηματοδότησης κατά τα πρώτα έτη της περιόδου προγραμματισμού. Με την επιτάχυνση αρκετών τέτοιων προγραμμάτων κατά το 2010/2011, το ποσοστό προχρηματοδότησης τείνει να αποδυναμώνεται σε σχέση με τις τελικές πληρωμές.

- Δεύτερον, τα χρηματοδοτικά μέσα (ΧΜ), τα οποία χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο ως συμπληρωματικά μέσα για τη χρηματοδότηση των διαρθρωτικών ταμείων και του ΕΓΤΑΑ (Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης). Από τη φύση τους, τα ΧΜ περιλαμβάνουν μεγάλο ποσοστό προκαταβολικών πληρωμών και, ως εκ τούτου, ενσωματώνονται στην προχρηματοδότηση. Όπως διευκρινίζεται στην ενότητα 4.4 κατωτέρω, η Επιτροπή ενισχύει την παρακολούθηση στον τομέα αυτό.

- Τέλος, την προχρηματοδότηση που καταβάλλεται στα κράτη μέλη υπό επιμερισμένη διαχείριση η οποία συμπληρώνεται με επιπρόσθετη προχρηματοδότηση στο πλαίσιο του πακέτου μέτρων που εγκρίνεται για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης. Η εν λόγω προχρηματοδότηση επίσης παρακολουθείται σε σχέση με την υλοποίηση.

Μολονότι η προχρηματοδότηση των διαφόρων προγραμμάτων είναι αναγκαία προκειμένου οι δικαιούχοι να δύνανται να εκκινήσουν τα σχέδιά τους, πρέπει να διαφυλάσσονται τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ και να λαμβάνονται υπόψη οι περιορισμοί ως προς τη λειτουργικότητα και το λόγο κόστους-αποτελεσματικότητας. Η Επιτροπή έχει προτείνει αλλαγές[19] στον δημοσιονομικό κανονισμό με στόχο τη βελτίωση της παρακολούθησης των προχρηματοδοτήσεων.

4.4.        Χρηματοδοτικά μέσα

Τα χρηματοδοτικά μέσα (ΧΜ) λειτουργούν πολλαπλασιαστικά: παρέχουν έναν τρόπο προσέλκυσης επιπρόσθετων πόρων από εθνικούς και περιφερειακούς προϋπολογισμούς, δημόσιες ή ιδιωτικές τράπεζες και άλλους επενδυτές, ούτως ώστε να αυξάνεται το συνολικό διαθέσιμο προς επένδυση ποσό. Η πολλαπλασιαστική αυτή λειτουργία ποικίλει ανάλογα με τον τύπο του χρηματοδοτικού μέσου, όμως από την προκαταρκτική αξιολόγηση προκύπτει ότι κάθε ευρώ που επενδύεται σε κάποιο ΧΜ μπορεί να μοχλεύσει από 3,4 έως 7,5 EUR σε επιπρόσθετα κονδύλια.

Η αυξημένη χρήση χρηματοδοτικών μέσων συνιστά μια νέα πρόκληση από την προοπτική του εσωτερικού ελέγχου και της υποχρέωσης λογοδοσίας. Η Επιτροπή παρακολουθεί και υποβάλλει αναφορές για τα μέσα αυτά δυνάμει του άρθρου 49 της διοργανικής συμφωνίας[20] για μέσα που εφαρμόζονται υπό καθεστώς έμμεσης κεντρικής διαχείρισης και για κοινές πρωτοβουλίες με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕ) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (ΕΤαΕ) στο πλαίσιο της περιφερειακής πολιτικής.

Οι Γενικές Διευθύνσεις που χρησιμοποιούν ΧΜ καλύπτουν τις πτυχές που σχετίζονται με την πολιτική και τη διακυβέρνηση στα μέρη 1 και 2 των ΕΕΔ τους, ενώ στο μέρος 3 αναφέρουν την παρακολούθηση των εν λόγω μέσων.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής κατήρτισαν ειδικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής[21] στο οποίο περιγράφεται η κατάσταση αναφορικά με τη χρήση ΧΜ στα κράτη μέλη στα τέλη του 2010 για τα διαρθρωτικά ταμεία. Επιπλέον, η ισχύουσα νομική βάση[22] τροποποιήθηκε ώστε η υποβολή εκθέσεων για ζητήματα δημοσιονομικά και εφαρμογής να καταστεί μια τακτική, τυποποιημένη και υποχρεωτική διαδικασία στο πλαίσιο της ετήσιας υποβολής εκθέσεων για την εφαρμογή των προγραμμάτων. Το τελευταίο αναμένεται να βελτιώσει σημαντικά τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στην Επιτροπή από τα μέσα του 2012. Στη βάση αυτή, η Επιτροπή θα παραδώσει την πρώτη έκθεση για τα ΧΜ έως τον Οκτώβριο του 2012.

Η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων συμπεριέλαβε στην ΕΕΔ της έναν πίνακα όπου απαριθμούνταν όλα τα ΧΜ για τα οποία η ίδια ήταν η οριζόμενη ΓΔ Πολιτικής ή Εφαρμογής, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τους μηχανισμούς παρακολούθησης και ελέγχου και τις αρμοδιότητες όλων των εμπλεκόμενων εταίρων, σε συνδυασμό με περιγραφή των υποχρεώσεων αναφοράς και των αλυσίδων λογοδοσίας.

Ο Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης τροποποίησε την ισχύουσα νομική βάση βελτιώνοντας τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη σύσταση ορισμένων χρηματοδοτικών μέσων και για την ενίσχυση της εφαρμογής τους και της χρήση πόρων που επιστρέφουν στις επενδύσεις[23].

Η Επιτροπή έχει εκκινήσει άσκηση αξιολόγησης προκειμένου να παράσχει, έως το τέλος του 2012, ανάλυση ανά κράτος μέλος καθώς και μια συνολική εκτίμηση της χρήσης χρηματοδοτικών μέσων.

Επίσης, η Επιτροπή διενεργεί θεματικό λογιστικό έλεγχο σχετικά με την εφαρμογή ενός δείγματος ΧΜ, προκειμένου να αξιολογήσει την αξιοπιστία που μπορεί να δοθεί στην εφαρμογή των μέσων αυτών, έως το επίπεδο μεμονωμένων αποδεκτών.

Η Επιτροπή καλεί όλες τις υπηρεσίες να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητες των ΧΜ τους στις ΕΕΔ. Καλεί επίσης τις υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για τα διαρθρωτικά κονδύλια και τα κονδύλια για την αγροτική ανάπτυξη να αναφέρουν στις ΕΕΔ τους για το 2012 τα αποτελέσματα της αξιολόγησης και των ελεγκτικών εργασιών που έχουν αναληφθεί στον εν λόγω τομέα.

Η Επιτροπή καλεί τα υπόλοιπα θεσμικά όργανα να αντιδράσουν θετικά στην πρότασή της για την επόμενη περίοδο προγραμματισμού, στην οποία προτείνει περαιτέρω ενίσχυση των μηχανισμών παρακολούθησης για τα ΧΜ.

4.5.        Μελλοντικές ενέργειες: Σχέση κόστους-οφέλους των ελέγχων και των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου σε αναλογία με τον κίνδυνο

Η Επιτροπή είναι αρμόδια, μέσω εύρωστων ελέγχων και αποτελεσματικής μέτρησης των επιδόσεων, όχι μόνο να διασφαλίζει την αξιοποίηση των κονδυλίων αλλά και να λαμβάνει μέτρα αντίδρασης στην ανάγκη απλούστευσης των προγραμμάτων δαπανών, ούτως ώστε να περιορίζονται τόσο ο διοικητικός φόρτος όσο και οι δαπάνες για δικαιούχους κονδυλίων και για όλους τους εμπλεκόμενους συντελεστές, σύμφωνα με την ατζέντα της έξυπνης νομοθεσίας της Επιτροπής.[24] Παρά το γεγονός ότι έχει σημειωθεί πρόοδος με τα τρέχοντα προγράμματα,[25] η Επιτροπή έχει προτείνει ακόμη πιο φιλόδοξες απλοποιήσεις για το μέλλον.

Η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση απαιτεί αποτελεσματικούς, αποδοτικούς και μη δαπανηρούς ελέγχους. Οι στρατηγικές ελέγχου θα πρέπει να εστιάζουν σε ελέγχους σε πιο επίφοβους τομείς: τέτοιου είδους στοχευμένοι έλεγχοι θα παρείχαν εύλογη διαβεβαίωση στον ευρωπαίο φορολογούμενο, ενώ παράλληλα θα επέτρεπαν στους δικαιούχους να επικεντρωθούν στην επίτευξη των στόχων πολιτικής σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι σήμερα.

4.5.1.     Αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού

Ο δημοσιονομικός κανονισμός περιλαμβάνει τους κοινούς κανόνες και αρχές χρηματοδότησης που εφαρμόζονται σε όλους τους τομείς πολιτικής. Ως πρώτο βήμα, τον Μάιο του 2010,[26] η Επιτροπή δρομολόγησε διαδικασία αναθεώρησης του δημοσιονομικού κανονισμού. Η πρόταση ενισχύει την ανάγκη για ευθυγράμμιση των συστημάτων ελέγχου με τους διαπιστωθέντες κινδύνους και τους ελέγχους κόστους-αποτελεσματικότητας. Προσδιορίζει ένα σαφές γενικό πλαίσιο εφαρμογής που καλύπτει όλες τις διαχειριστικές μεθόδους (συμπεριλαμβανομένου κοινού πλαισίου για την επιμερισμένη διαχείριση), θεσπίζοντας ειδικούς κανόνες για τα καινοτόμα χρηματοδοτικά μέσα και τα βραβεία. Όσον αφορά τις επιδοτήσεις που διαχειρίζεται απευθείας η Επιτροπή, η πρόταση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προώθηση της χρήσης απλουστευμένων μεθόδων για τον υπολογισμό των δαπανών (όπως π.χ. κατ’ αποκοπή ποσά, σταθεροί συντελεστές και τυποποιημένες κλίμακες μοναδιαίου κόστους), διευκολύνει την αποδοχή των δαπανών που δηλώνονται σύμφωνα με τη «συνήθη λογιστική πρακτική» του δικαιούχου και θεσπίζει λιγότερο πολύπλοκες διαδικασίες για τις επιδοτήσεις μικρού ύψους.

Το τρέχον σχέδιο του αναθεωρημένου κανονισμού θα περιλαμβάνει διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι υπηρεσίες θα υποχρεούνται να παρέχουν πληροφορίες για το σύστημα εσωτερικού ελέγχου που θεσπίζουν, εκτίμηση του κόστους και του οφέλους των ελέγχων που συνεπάγεται ένα τέτοιο σύστημα, καθώς και εκτίμηση του αναμενόμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος, όταν υποβάλλονται στη νομοθετική αρχή νέες ή αναθεωρημένες προτάσεις δαπανών. Επιπλέον, ο αναθεωρημένος κανονισμός θα υποχρεώνει τον έκτακτο διατάκτη να συνυπολογίζει τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας κατά τη θέσπιση συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και να παρέχει συνολική αξιολόγηση του κόστους και του οφέλους των ελέγχων στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων.

Τον Ιούνιο του 2011 και εν αναμονή των εν λόγω απαιτήσεων, οι Γενικοί Διευθυντές συμπεριέλαβαν στις νομοθετικές προτάσεις για τα προγράμματα δαπανών μετά το 2013 αξιολόγηση του κόστους και του οφέλους των ελέγχων που συνεπάγονται τέτοια συστήματα ελέγχου καθώς και εκτίμηση του αναμενόμενου επιπέδου μη συμμόρφωσης προς τους ισχύοντες κανόνες.

Δεδομένου του κεντρικού ρόλου του δημοσιονομικού κανονισμού ως σημείο αναφοράς για την ειδική ανά τομέα νομοθεσία, η Επιτροπή προτρέπει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να καταλήξουν σε συμφωνία πριν από τις θερινές διακοπές.

4.5.2.     Ατζέντα απλούστευσης για το ΠΔΠ 2014-2020

Οι ευρύτερες δυνατότητες που δημιουργούνται με τον αναθεωρημένο δημοσιονομικό κανονισμό επέτρεψαν στην Επιτροπή να υποβάλλει προτάσεις για πιο φιλόδοξα μέτρα απλούστευσης οι οποίες προσαρμόζονται στους δικαιούχους και σε άλλους ενδιαφερόμενους φορείς, εξασφαλίζοντας την εκταμίευση κονδυλίων της ΕΕ κατά τρόπο σαφή, κατανοητό και εύκολο στην εφαρμογή του. Η Επιτροπή έχει υποβάλλει μια σειρά προτάσεων με στόχο οι έλεγχοι να γίνουν περισσότερο αναλογικοί και οικονομικά αποδοτικοί. Για παράδειγμα, στην Κοινή Γεωργική Πολιτική, το προτεινόμενο «καθεστώς κατόχου μικρής γεωργικής εκμετάλλευσης» αναμένεται να ελαφρύνει τον διοικητικό φόρτο για σημαντικό αριθμό αγροτών, χωρίς να αυξήσει τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο για την Ένωση. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η δυνατότητα των δικαιούχων κονδυλίων στον τομέα της έρευνας να χρησιμοποιούν τις κανονικές λογιστικές πρακτικές τους για την κατάρτιση των αιτήσεων απόδοσης δαπανών.

Για να αποφευχθεί η αύξηση του ποσοστού σφάλματος ως συνέπεια της απλούστευσης, η Επιτροπή έλαβε υπόψη την ανάγκη να προτείνει μέτρα που ισορροπούν το κόστος και τα οφέλη των ελέγχων με το αναμενόμενο επίπεδο μη συμμόρφωσης προς τις κανονιστικές απαιτήσεις, όπως πρότεινε το Ελεγκτικό Συνέδριο στη γνώμη 1/2010 που εξέδωσε. Ανταποκρίθηκε ιδίως στις ακόλουθες προκλήσεις που εντόπισε το Συνέδριο: βελτίωση του σχεδιασμού των καθεστώτων χρηματοδότησης προκειμένου να ενισχυθούν οι μηχανισμοί διαχείρισης και ελέγχου, απλούστευση των καθεστώτων επιχορηγήσεων χωρίς να θίγεται η υλοποίηση των στόχων πολιτικής και προσδιορισμός κατάλληλων δεικτών για την αξιολόγηση της διαχείρισης κινδύνου, οι οποίοι λαμβάνουν υπόψη το κόστος και τα οφέλη των ελέγχων.

Τα εν λόγω στοιχεία απλούστευσης αναμένεται να επιτρέψουν στην Επιτροπή να ευθυγραμμίσει καλύτερα τα συστήματα ελέγχου της με τους κινδύνους που εντοπίζονται και να μειώσει την πιθανότητα σφάλματος.

4.6.        Η στρατηγική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης (CAFS)

Ακολούθως της έγκρισης της νέας στρατηγικής της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης,[27] καταρτίστηκε εσωτερικό σχέδιο δράσης.[28] Το σχέδιο αυτό θα υποχρεώνει όλους τους Γενικούς Διευθυντές να αναπτύξουν στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης σε τοπικό επίπεδο έως το 2013. Μέτρα στον τομέα αυτό (όπως ανάλυση των ειδικών κινδύνων των δικαιούχων, στενή παρακολούθηση επιλεγμένων σχεδίων ή συμβάσεων, ή οιαδήποτε άλλα μέτρα για τον μετριασμό των κινδύνων απάτης) περιγράφονται ήδη σε ορισμένες ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων, συνοδευόμενα με τα συγκεκριμένα αποτελέσματα των δράσεων κατά της απάτης που αναλήφθηκαν κατά το έτος αναφοράς και οιαδήποτε στοιχεία διασφάλισης δύνανται να αντληθούν από αυτά. Η πρωτοβουλία αυτή αναμένεται να γενικευτεί περαιτέρω στις ΕΕΔ για τα έτη 2012 και 2013.

Η Επιτροπή εντέλλεται στις υπηρεσίες της να συμπεριλάβουν στις ΕΕΔ τους πληροφορίες σχετικά με την πρόληψη της απάτης στο πλαίσιο της αξιολόγησης των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου τους, αντανακλώντας έτσι την εφαρμογή της τομεακής πολιτικής και περιγράφοντας μέτρα για το μετριασμό των κινδύνων απάτης.

[1]               Το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος όπως εκτιμήθηκε από το Συνέδριο, στο σύνολο των πληρωμών ανερχόταν σε 3,7 % το 2010. (ΕΕ C 326 της 10ης Νοεμβρίου 2011, παράγραφος 1.16).

[2]               Άρθρο 60 του δημοσιονομικού κανονισμού.

[3]               Οι λεγόμενοι «κατ’ αποκοπή συντελεστές για δημοσιονομικές διορθώσεις»

[4]               Πρόκειται για το άθροισμα όλων των ποσοτικοποιημένων ποσών που αναφέρονται στις επιφυλάξεις (1.982 εκατ. EUR το μέγιστο) και ενός εκτιμώμενου διακυβευόμενου (1.582 εκατ. EUR) για την επιφύλαξη της ΓΔ BUDG αναφορικά με τους παραδοσιακούς ίδιους πόρους. Για τις Γενικές Διευθύνσεις που ανέφεραν ελάχιστο και μέγιστο εύρος, ελήφθη υπόψη το μέγιστο ποσό.

[5]               Το Ελεγκτικό Συνέδριο υπολογίζει το πιθανότερο ποσοστό σφάλματος σε 2,3 %. (ΕΕ C 326 της 10ης Νοεμβρίου 2011, παράρτημα 3.1).

[6]               Αυστρία, Βουλγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Εσθονία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Λετονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία και Τσεχική Δημοκρατία.

[7]               Μηχανισμός προενταξιακής βοήθειας

[8]               «Ανάλυση των λαθών σχετικά με την πολιτική συνοχής για τα έτη 2006-2009 και τις δράσεις που έλαβε η Επιτροπή και τις προοπτικές», SEC(2011) 1179 τελικό.

[9]               Αναφορικά με το ΜΠΒ και το ΕΤΠΑ, 15 κράτη μέλη παρείχαν εθελοντικά στην ετήσια περίληψή τους ένα «Συνολικό επίπεδο δήλωσης αξιοπιστίας»: Βουλγαρία, Γαλλία, Δανία, Ελλάδα, Εσθονία, Ηνωμένο Βασίλειο, Κύπρος, Ουγγαρία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία, Σουηδία, Τσεχική Δημοκρατία και Φινλανδία.

[10]          Σημείωση των C. Day και D. O'Sullivan με ημερομηνία 20/12/2011 σχετικά με τη διαχείριση του προσωπικού στις αντιπροσωπείες.

[11]             JOIN(2012) 8 τελικό, Joint decision of the Commission and the High Representative of the Union for Foreign Affairs and Security Policy of 28.03.2012 on cooperation mechanisms concerning the management of delegations of the European Union (Κοινή απόφαση της Επιτροπής και της Ύπατης Εκπροσώπου της Ένωσης για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας της 28.03.2012 σχετικά με τους μηχανισμούς συνεργασίας που αφορούν στη διαχείριση αντιπροσωπειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

[12]             Το ποσοστό πολυετών εναπομεινάντων σφαλμάτων παρέχει τον πραγματικό αντίκτυπο των σφαλμάτων στον προϋπολογισμό της ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη διορθώσεις και ανακτήσεις καθόλη τη διάρκεια της περιόδου του προγράμματος-πλαίσιο.

[13]             REA (Εκτελεστικός οργανισμός έρευνας) μόνο για τις υπο-δραστηριότητες «Διάστημα» και «Ασφάλεια»

[14] Οι δράσεις υπό κεντρική διαχείριση αντιστοιχούν σε ποσοστό 11% των κονδυλίων που διαχειρίζεται ο Γενικός Διευθυντής Εκπαίδευσης, Οπτικοακουστικών Θεμάτων και Πολιτισμού

[15]             ‘Practical guidelines for EC staff on dealing with IP-, Copyright- and Trademark-protected works’, November 2010. («Πρακτικές κατευθυντήριες γραμμές για το προσωπικό της ΕΚ σχετικά με την αντιμετώπιση έργων προστατευόμενων από ΠΙ-, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και εμπορικά σήματα», Νοέμβριος 2010)

[16]             COM(2012) 40 τελικό.

[17]             Τα αριθμητικά στοιχεία που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο είναι προσωρινά καθώς εκκρεμεί ο λογιστικός έλεγχος των προσωρινών λογαριασμών του 2011 από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

[18]             Μία απόφαση αναστολής αναφορικά με το πρόγραμμα του ΕΤΠΑ στην περιφέρεια Calabria (Ιταλία) και τρεις αποφάσεις αναστολής που αφορούσαν το ΕΚΤ στις περιφέρειες Baleares (Ισπανία), Calabria (Ιταλία) και Paca (Γαλλία).

[19]             Άρθρο 87 παράγραφος 4, της πρότασης αναθεώρησης του δημοσιονομικού κανονισμού.

[20]             Διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για δημοσιονομική πειθαρχία και χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (2006/C 139/01)

[21]             SWD(2012) 36 τελικό.

[22]             Κανονισμός αριθ. 1083/2006 περί καθορισμού γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία.

[23]             Κανονισμός αριθ. 679/2011 της 14.7.2011 σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 1974/2006 για το ταμείο αγροτικής ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ)

[24]             COM(2010) 543.

[25]             Λόγου χάρη στο έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα, όπου το 2011 εισήχθησαν ειδικά μέτρα απλούστευσης και ο χρόνος έως την επιδότηση μειώθηκε κατά περίπου 30 ημέρες.

[26]             COM(2010) 815 τελικό.

[27]             COM(2011) 376 τελικό.

[28]             SEC(2011) 787 τελικό.