22.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 22/4


Απόσπασμα της απόφασης σχετικά με την Glitnir banki hf. βάσει της οδηγίας 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων

2011/C 22/03

Το Πρωτοδικείο του Ρέικιαβικ διέταξε, στις 22 Νοεμβρίου 2010, να τεθεί υπό εκκαθάριση η Glitnir banki hf., Reg. No 550500-3530, Sóltún 26, Reykjavík, (εφεξής «η τράπεζα»), σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες του Τμήματος B του Κεφαλαίου XII του νόμου αριθ. 161/2002, τηρουμένων ωστόσο των σημείων 3 και 4 της μεταβατικής διάταξης V του εν λόγω νόμου και υπό την επιφύλαξη των νομικών συνεπειών τις οποίες συνεπάγεται το σημείο 2 της εν λόγω μεταβατικής διάταξης, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του νόμου αριθ. 132/2010. Στις 8 Οκτωβρίου 2008, η ισλανδική αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας (Financial Supervisory Authority-FME) ανέλαβε αρμοδιότητα για τη Συνέλευση των μετόχων και προέβη στον διορισμό επιτροπής προσωρινής διαχείρισης (Resolution Committee) της Τράπεζας. Όπως επιτρέπεται από τον νόμο αριθ. 129/2008, με παραπομπή στον νόμο αριθ. 21/1991, χορηγήθηκε στην τράπεζα, με δικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου, της 24ης Δεκεμβρίου 2008, άδεια αναστολής πληρωμής των χρεών της. Έκτοτε, η άδεια αναστολής παρατάθηκε τρεις φορές, και για τελευταία φορά στις 13 Αυγούστου 2010 μέχρι τις 24 Νοεμβρίου 2010. Ο νόμος δεν επιτρέπει περαιτέρω παράταση.

Με το νόμο 44/2009, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 2009, τροποποιήθηκαν ο χαρακτήρας και η ουσία της άδειας αναστολής πληρωμής των χρεών από ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Σύμφωνα με το σημείο 2 της μεταβατικής διάταξης ΙΙ του νόμου αριθ. 44/2009 (μεταβατική διάταξη V του νόμου αριθ. 161/2002), οι διατάξεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου 101, του άρθρου 102, του άρθρου 103 και του άρθρου 103 α) του νόμου αριθ. 161/2002, όπως τροποποιήθηκε με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 5 και των άρθρων 6 έως 8 του νόμου αριθ. 44/2009, εφαρμόζονται στην άδεια αναστολής ακριβώς όπως και στην περίπτωση θέσης της τράπεζας υπό διαδικασία εκκαθάρισης, βάσει δικαστικής απόφασης, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου. Ωστόσο, στο ίδιο σημείο αναφέρεται ότι οι διαδικασίες εκκαθάρισης πρέπει να αναφέρονται ως άδεια αναστολής, για το διάστημα που αυτή επιτρεπόταν. Ο νόμος αριθ. 44/2009 ορίζει ότι μόλις λήξει η άδεια αναστολής, η επιχείρηση πρέπει αυτόματα, και χωρίς να απαιτείται ειδική δικαστική απόφαση, να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε διαδικασία εκκαθάρισης σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες. Η επιτροπή εκκαθάρισης της τράπεζας διορίστηκε με απόφαση του Πρωτοδικείου του Ρέικιαβικ στις 12 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε πρόσκληση προς τους πιστωτές για την υποβολή αξιώσεων, με προθεσμία υποβολής την 26η Νοεμβρίου 2009. Πέρα από την πρόσκληση, στη δημοσίευση αναφέρονταν οι προθεσμίες που έπρεπε να τηρηθούν. Για τις υποβληθείσες απαιτήσεις, πραγματοποιήθηκαν τρεις συνεδριάσεις και προβλέπεται ακόμη μια για τις 14 Απριλίου 2011. Στη συνεδρίαση αυτή, αναμένεται η ολοκλήρωση της παρουσίασης των αποφάσεων της επιτροπής εκκαθάρισης σχετικά με την αποδοχή των απαιτήσεων κατά της τράπεζας.

Ο νόμος αριθ. 132/2010, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 17 Νοεμβρίου 2010, τροποποίησε το νόμο αριθ. 161/2002, προβλέποντας ότι πριν λήξει η εγκριθείσα άδεια αναστολής των πληρωμών μιας επιχείρησης, η επιτροπή προσωρινής διαχείρισης και η επιτροπή εκκαθάρισης μπορούν από κοινού να ζητήσουν να τεθεί η επιχείρηση, με δικαστική απόφαση, σε διαδικασία εκκαθάρισης, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες, εφόσον κατά την κρίση του δικαστηρίου, πληρούνταν οι ουσιώδεις απαιτήσεις του σημείου 3 της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του νόμου. Εφόσον το δικαστήριο απεδέχετο παρόμοιο αίτημα, θα παρέμεναν αμετάβλητα τα μέτρα που ελήφθησαν στο διάστημα της άδειας αναστολής πληρωμών της επιχείρησης, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αριθ. 44/2009.

Η επιτροπή προσωρινής διαχείρισης και η επιτροπή εκκαθάρισης υπέβαλαν αίτημα για ανάλογη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2010, βάσει του νόμου όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο αριθ. 132/2010. Το δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου σχετικά με την έκδοση δικαστικής απόφασης για διαδικασία εκκαθάρισης.

Τα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας ανέρχονται περίπου στο ποσό των 783 δισεκατομμυρίων ISK (με βάση τις τρέχουσες αποτιμήσεις εκποίησης και την τιμή συναλλάγματος της κορόνας Ισλανδίας ISK στις 30 Σεπτεμβρίου 2010), οι δε υποχρεώσεις της ανέρχονται σε περίπου 2 838 δισεκατομμύρια ISK. Κατά συνέπεια, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η τράπεζα είναι αφερέγγυα και κατά πάσα πιθανότητα οι δυσχέρειες πληρωμών δεν είναι παροδικές, βλέπε σημείο 3 της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 101 του νόμου αριθ. 161/2002.

Η δικαστική απόφαση επιβεβαιώνει περαιτέρω ότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον νόμο, παραμένουν σε ισχύ τα μέτρα που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της άδειας αναστολής πληρωμών της επιχείρησης κατόπιν της έναρξης ισχύος του νόμου αριθ. 44/2009, όπερ σημαίνει για παράδειγμα ότι παραμένει έγκυρος ο διορισμός της επιτροπής προσωρινής διαχείρισης και της επιτροπής εκκαθάρισης της τράπεζας, παράλληλα με όλα τα μέτρα που ελήφθησαν βάσει των άρθρων 101 έως 103 και του άρθρου 103 α) του νόμου αριθ. 161/2002, βλέπε περαιτέρω σημείο 2 της μεταβατικής διάταξης V του νόμου. Η απόφαση επιβεβαιώνει περαιτέρω ότι η ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αριθ. 44/2009, που είναι η 22α Απριλίου 2009, θα εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται ως ημερομηνία αναφοράς για τον καθορισμό της προτεραιότητας των αξιώσεων και άλλων νομικών αποτελεσμάτων, που προσδιορίζονται βάσει της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης εκκαθάρισης.

Reykjavík, 30 Νοεμβρίου 2010.

Επιτροπή εκκαθάρισης της Glitnir banki hf.

Steinunn H. GUðBJARTSDÓTTIR, δικηγόρος στο ανώτατο δικαστήριο

Páll EIRÍKSSON, δικηγόρος στο Πρωτοδικείο

Επιτροπή προσωρινής διαχείρισης της Glitnir banki hf.

Árni TÓMASSON

Heimir HARALDSSON

Thórdís BJARNADÓTTIR, δικηγόρος στο ανώτατο δικαστήριο