26.2.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 62/1


ΓΝΏΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΚΕΝΤΡΙΚΉΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ

της 28ης Ιανουαρίου 2011

σχετικά με πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 98/78/ΕΚ, 2002/87/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ όσον αφορά τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων (ΧΟΕΔ)

(CON/2011/6)

2011/C 62/01

Εισαγωγή και νομική βάση

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2010 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έλαβε αίτημα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διατύπωση γνώμης σχετικά με πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 98/78/ΕΚ, 2002/87/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ όσον αφορά τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων (ΧΟΕΔ) (1) (εφεξής η «προτεινόμενη οδηγία»).

Η αρμοδιότητα της ΕΚΤ για τη διατύπωση γνώμης βασίζεται στα άρθρα 127 παράγραφος 4 και 282 παράγραφος 5 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η προτεινόμενη οδηγία περιέχει διατάξεις που επηρεάζουν τη συμβολή του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών στην ομαλή άσκηση πολιτικών που αφορούν τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 127 παράγραφος 5 της συνθήκης. Η παρούσα γνώμη εκδόθηκε από το διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 17.5 πρώτη πρόταση του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Γενικές παρατηρήσεις

1.

Η ΕΚΤ επικροτεί το βασικό σκοπό της προτεινόμενης οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στον κατάλληλο προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής της συμπληρωματικής εποπτείας των χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων, μέσω της κάλυψης των κενών που εμφανίζει το καθεστώς συμπληρωματικής εποπτείας της Ένωσης (2) σε σχέση με τις τομεακές οδηγίες για τις τραπεζικές και τις ασφαλιστικές υπηρεσίες.

Ειδικές παρατηρήσεις

Μεταχείριση των εταιρειών χρηματοπιστωτικών συμμετοχών

2.

Η ΕΚΤ επικροτεί τη μνεία του όρου «εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών» στις διατάξεις των τομεακών οδηγιών που ορίζουν το πεδίο εφαρμογής της ενοποιημένης τραπεζικής εποπτείας και εποπτείας ασφαλιστικών ομίλων (3). Με τον τρόπο αυτό θα καταστεί δυνατή η άσκηση, πέραν της συμπληρωματικής εποπτείας, και τομεακής ενοποιημένης εποπτείας ή εποπτείας ομίλων σε χρηματοπιστωτικές ή ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου οι οποίες, συνεπεία της επέκτασης των δραστηριοτήτων τους σε άλλο χρηματοπιστωτικό τομέα, μετατρέπονται σε εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών. Η ΕΚΤ θεωρεί ότι οι διαπιστώσεις σε σχέση με τις τομεακές δραστηριότητες οι οποίες προκύπτουν στο πλαίσιο της ενοποιημένης εποπτείας ή εποπτείας ομίλων μπορούν σαφώς να συμπληρωθούν με την κατανόηση των διατομεακών κινδύνων που επιτυγχάνεται μέσω της συμπληρωματικής εποπτείας, παράγοντας χρήσιμα αποτελέσματα. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αναπτυχθούν αποτελεσματικές εποπτικές πρακτικές, οι οποίες, αφενός, θα καθιστούν δυνατό να καλύπτει η εποπτεία όλους τους σχετικούς κινδύνους και, αφετέρου, θα περιορίζουν πιθανές αλληλοεπικαλύψεις σε επίπεδο εποπτείας και θα διασφαλίζουν τη διατήρηση ισότιμων όρων ανταγωνισμού. Η ΕΚΤ συνιστά (4) να εξουσιοδοτηθούν οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (ΕΕΑ) να εκδίδουν, μέσω της Μικτής Επιτροπής, κοινές συναφείς κατευθυντήριες γραμμές.

Μεταχείριση των εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων

3.

Η ΕΚΤ επικροτεί τη ρητή υπαγωγή των εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στις δοκιμές ορίων για τον προσδιορισμό χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων (5). Η ΕΚΤ συνιστά (6) την κατάταξη των εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στον τομέα του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων με τον οποίο παρουσιάζουν στενότερο σύνδεσμο, η έννοια του οποίου θα εξειδικευθεί περαιτέρω με εποπτικές κατευθυντήριες γραμμές. Από τη σκοπιά της αξιολόγησης με βάση τους κινδύνους, η εν λόγω λύση είναι αποτελεσματικότερη από την κατάταξη στο «μικρότερο χρηματοπιστωτικό τομέα» που προβλέπεται στην προτεινόμενη οδηγία. Επιπλέον, η ΕΚΤ συστήνει (7), συνεπεία της ρητής υπαγωγής των εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στο καθεστώς συμπληρωματικής εποπτείας, η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών να συμμετέχει, παράλληλα με τις άλλες ΕΕΑ, στην κατάρτιση κατευθυντηρίων γραμμών για την προώθηση της σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών που αφορούν τη συμπληρωματική εποπτεία (8). Εν προκειμένω, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί διατύπωση παρόμοια με εκείνη της οδηγίας 2010/78/ΕΕ (9), ήτοι «οι σχετικές ΕΕΑ, μέσω της Μικτής Επιτροπής». Η συμμετοχή όλων των σχετικών ΕΕΑ στην κατάρτιση των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών διασφαλίζει ότι τυχόν προβλήματα διάχυσης στο εσωτερικό των ομίλων, περιπλοκότητας και συγκέντρωσης, καθώς και συγκρούσεις συμφερόντων, αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά σε όλους τους τομείς και σε όλες τις ρυθμιζόμενες οντότητες που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων. Στο ίδιο πνεύμα, όσον αφορά τη συμπληρωματική εποπτεία των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου και των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων (10), η οδηγία 2002/87/ΕΚ θα πρέπει να απαιτεί συνέπεια της συμπληρωματικής εποπτείας με την παρακολούθηση από τις αρμόδιες αρχές της συμμόρφωσης με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας που ορίζει η οδηγία ΟΣΕΚΑ (11). Ομοίως, απαιτείται ήδη συνέπεια της συμπληρωματικής εποπτείας με τις εποπτικές πρακτικές που καθιερώνουν οι συναφείς διατάξεις της τραπεζικής οδηγίας (12) και της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ (13).

Μορφότυπος για τη διαβίβαση στοιχείων

4.

Η ΕΚΤ συστήνει (14) να εφαρμόζονται ενιαίοι μορφότυποι, ενιαίες συχνότητες και ενιαίες ημερομηνίες για τη διαβίβαση στοιχείων σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που υπολογίζονται για τις οντότητες που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων (15), βάσει εκτελεστικών τεχνικών προτύπων τα οποία καταρτίζουν οι σχετικές ΕΕΑ, μέσω της Μικτής Επιτροπής (16). Η εν λόγω ενοποίηση θα πρέπει να βασίζεται στο πρότυπο που εφαρμόζεται ήδη στον τραπεζικό τομέα, βάσει επελθούσας το 2009 τροποποίησης της τραπεζικής οδηγίας (17). Η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι οι εργασίες της εναρμόνισης των μορφοτύπων για τη διαβίβαση στοιχείων θα συνεχιστούν, μεταξύ άλλων, λόγω των αναγκών που έχουν προκύψει στο πλαίσιο της ενσωμάτωσης του κανονιστικού πλαισίου κεφαλαιακών απαιτήσεων της Βασιλείας ΙΙΙ στο δίκαιο της Ένωσης. Το Ευρωσύστημα ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τον εν λόγω τομέα, λόγω του ρόλου του για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, και θα παρακολουθεί την πρόοδο των οικείων εργασιών σε συνεργασία με την Επιτροπή.

Όπου η ΕΚΤ υποδεικνύει τροποποίηση της προτεινόμενης οδηγίας, το παράρτημα περιλαμβάνει συγκεκριμένη πρόταση διατύπωσης συνοδευόμενη από την αντίστοιχη αιτιολογία

Φρανκφούρτη, 28 Ιανουαρίου 2011.

Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ

Jean-Claude TRICHET


(1)  COM(2010) 433 τελικό.

(2)  Το οποίο επί του παρόντος περιλαμβάνει την οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1) και την οδηγία 98/78/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 1998 σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού ομίλου (ΕΕ L 330 της 5.12.1998, σ. 1).

(3)  Βλ. τις τροποποιήσεις του άρθρου 1 και των άρθρων 2 παράγραφος 2, 3 παράγραφος 1, 4 παράγραφος 2 και 10 παράγραφος 2 και των παραρτημάτων Ι και ΙΙ της οδηγίας 97/78/ΕΚ τις οποίες εισάγει το άρθρο 1 και το παράρτημα Ι της προτεινόμενης οδηγίας· βλ. τις τροποποιήσεις των άρθρων 4, 71, 72, 84, 105, 125 έως 127, 129 και 141 έως 143 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006 σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 1), τις οποίες εισάγει το άρθρο 3 της προτεινόμενης οδηγίας.

(4)  Βλ. προτεινόμενη τροποποίηση 3 στο παράρτημα της παρούσας γνώμης.

(5)  Βλ. άρθρα 2 παράγραφος 5 και 3 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, όπως θεσπίζονται με τα άρθρα 2 παράγραφοι 1 και 2 της προτεινόμενης οδηγίας.

(6)  Βλ. προτεινόμενη τροποποίηση 1 στο παράρτημα της παρούσας γνώμης.

(7)  Βλ. προτεινόμενη τροποποίηση 2 στο παράρτημα της παρούσας γνώμης.

(8)  Βλ. άρθρα 3 παράγραφος 8, 7 παράγραφος 5, 8 παράγραφος 5, 9 παράγραφος 6 και 11 παράγραφος 5 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, όπως θεσπίζονται με το άρθρο 2 παράγραφοι 2 και 4 έως 7 της προτεινόμενης οδηγίας.

(9)  Οδηγία 2010/78/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 για τροποποίηση των οδηγιών 1998/26/ΕΚ, 2002/87/ΕΚ, 2003/6/ΕΚ, 2003/41/ΕΚ, 2003/71/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2004/109/ΕΚ, 2005/60/ΕΚ, 2006/48/ΕΚ, 2006/49/ΕΚ, και 2009/65/ΕΚ όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών), της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 120).

(10)  Βλ. άρθρο 9 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ.

(11)  Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32). Η εποπτική παρακολούθηση των εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 1 και στο άρθρο 102 παράγραφος 4 στοιχείο α) της οδηγίας ΟΣΕΚΑ. Η εν λόγω παρακολούθηση επικεντρώνεται στη διασφάλιση της συμμόρφωσης: i) με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας που απαιτείται να θεσπιστούν δυνάμει του άρθρου 12 όσον αφορά τις εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, και ii) με περαιτέρω κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 17 και 18 όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων μέσω υποκαταστημάτων και την παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών.

(12)  Οδηγία 2006/48/EK.

(13)  Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009 για την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ) (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1).

(14)  Βλ. προτεινόμενες τροποποιήσεις 4 και 6 στο παράρτημα της παρούσας γνώμης.

(15)  Βλ. άρθρο 6 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ.

(16)  Βλ. άρθρο 21α παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, όπως θεσπίζεται με το άρθρο 21 παράγραφος 15 της οδηγίας 2010/78/ΕΕ.

(17)  Βλ. άρθρο 74 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, όπως θεσπίζεται με το άρθρο 1 παράγραφος 14 της οδηγίας 2009/111/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για την τροποποίηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ, 2006/49/ΕΚ και 2007/64/ΕΚ όσον αφορά τράπεζες συνδεδεμένες με κεντρικούς οργανισμούς, ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις εποπτικές ρυθμίσεις και τη διαχείριση κρίσεων (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 97).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Προτάσεις διατύπωσης

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροποποιήσεις που προτείνει η ΕΚΤ (1)

Τροποποίηση 1

Άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο α)

«α)

Στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο ως τρίτο εδάφιο:

“Οι εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων κατά την έννοια του άρθρου 30 προστίθενται στον τομέα στο οποίο ανήκουν εντός του ομίλου. Εάν δεν ανήκουν αποκλειστικά σε έναν τομέα εντός του ομίλου, προστίθενται στο μικρότερο χρηματοπιστωτικό τομέα.”»

«α)

Στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο ως τρίτο εδάφιο:

“Οι εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων κατά την έννοια του άρθρου 30 προστίθενται στον τομέα στο οποίο ανήκουν εντός του ομίλου. Εάν δεν ανήκουν αποκλειστικά σε έναν τομέα εντός του ομίλου, προστίθενται στο χρηματοπιστωτικό τομέα με τον οποίο παρουσιάζουν στενότερο σύνδεσμο.”»

Αιτιολογία

Η υφιστάμενη λύση κατά την οποία οι εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων κατατάσσονται στο μικρότερο χρηματοπιστωτικό τομέα του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τους κινδύνους. Θα πρέπει να αντικατασταθεί από το κριτήριο του «στενότερου συνδέσμου», το οποίο θα εξειδικευθεί περαιτέρω με την έκδοση κοινών κατευθυντηρίων γραμμών δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 8 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ (βλ. τροποποίηση 2).

Τροποποίηση 2

Άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο στ)

«στ)

Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 8:

“8.   Η Ευρωπαϊκή Αρχή για τις Τράπεζες και η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων εκδίδουν κοινές κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες αποσκοπούν στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών όσον αφορά την εφαρμογή των παραγράφων 2, 3, 3α, 4 και 5 του παρόντος άρθρου.”»

«στ)

Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 8:

“8.   Οι σχετικές EEA, μέσω της Μικτής Επιτροπής, εκδίδουν κοινές κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες αποσκοπούν στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών όσον αφορά την εφαρμογή των παραγράφων 2, 3, 3α, 4 και 5 του παρόντος άρθρου.”»

Αιτιολογία

Συνεπεία της ρητής υπαγωγής των εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στις δοκιμές ορίων για τον προσδιορισμό χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων, η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών θα πρέπει να συμμετέχει, παράλληλα με τις άλλες ΕΕΑ, στην κατάρτιση κατευθυντηρίων γραμμών για την προώθηση της σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών που αφορούν τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων. Η συμμετοχή όλων των σχετικών ΕΕΑ στην κατάρτιση των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών διασφαλίζει ότι τυχόν προβλήματα διάχυσης στο εσωτερικό των ομίλων, περιπλοκότητας και συγκέντρωσης, καθώς και συγκρούσεις συμφερόντων, αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά σε όλους τους τομείς και σε όλες τις ρυθμιζόμενες οντότητες που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων. Η διατύπωση που χρησιμοποιείται εν προκειμένω («οι σχετικές ΕΕΑ, μέσω της Μικτής Επιτροπής») συνάδει με το πρότυπο που καθιερώνει η οδηγία 2010/78/ΕΕ. Η παρούσα τροποποίηση συνδέεται με την τροποποίηση 5.

Τροποποίηση 3

Άρθρο 2 παράγραφος 2α (νέα)

[Δεν υπάρχει κείμενο]

«(2α)   Στο άρθρο 5 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 6:

“6.   Οι σχετικές ΕΕΑ, μέσω της Μικτής Επιτροπής, εκδίδουν κοινές κατευθυντήριες γραμμές με σκοπό την ανάπτυξη εποπτικών πρακτικών οι οποίες επιτρέπουν τη συμπληρωματική εποπτεία των εταιρειών χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ώστε να συμπληρώνεται κατάλληλα η εποπτεία των ομίλων κατά την οδηγία 98/78/ΕΚ ή, κατά περίπτωση, η ενοποιημένη εποπτεία κατά την οδηγία 2006/48/ΕΚ, και οι οποίες θα καθιστούν δυνατό να καλύπτει η εποπτεία όλους τους σχετικούς κινδύνους, ταυτόχρονα δε θα περιορίζουν τυχόν αλληλοεπικαλύψεις και θα διασφαλίζουν τη διατήρηση ισότιμων όρων ανταγωνισμού.”»

Αιτιολογία

Θα πρέπει να αναπτυχθούν αποτελεσματικές εποπτικές πρακτικές για να καθίσταται δυνατή η παράλληλη άσκηση τομεακής ενοποιημένης εποπτείας ή εποπτείας ομίλων και συμπληρωματικής εποπτείας σε εταιρείες χρηματοπιστωτικών συμμετοχών. Οι σχετικές ΕΕΑ θα πρέπει να εξουσιοδοτηθούν να εκδίδουν, μέσω της Μικτής Επιτροπής, κοινές συναφείς κατευθυντήριες γραμμές.

Τροποποίηση 4

Άρθρο 2 παράγραφος 2β (νέα)

[Δεν υπάρχει κείμενο]

«(2β)   Στο άρθρο 6 παράγραφος 2 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο ως έκτο εδάφιο:

Από [1ης Ιανουαρίου 2013] τα κράτη μέλη απαιτούν να εφαρμόζονται ενιαίοι μορφότυποι, ενιαίες συχνότητες και ενιαίες ημερομηνίες για τη διαβίβαση στοιχείων σχετικά με τους υπολογισμούς του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τα τεχνικά πρότυπα που θεσπίζονται σε ευθυγράμμιση με το άρθρο 21α παράγραφος 1 στοιχείο δ).”»

Αιτιολογία

Κατά το πρότυπο της τραπεζικής οδηγίας, θα πρέπει να εφαρμόζονται ενιαίοι μορφότυποι, ενιαίες συχνότητες και ενιαίες ημερομηνίες για τη διαβίβαση στοιχείων σχετικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που υπολογίζονται σύμφωνα με την οδηγία 2002/87/ΕΚ. Η παρούσα τροποποίηση συνδέεται με την τροποποίηση 6.

Τροποποίηση 5

Άρθρο 2 παράγραφοι 4 έως 7 και 10

«(4)   Στο άρθρο 7 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5:

“5.   Η Ευρωπαϊκή Αρχή για τις Τράπεζες και η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων εκδίδουν κοινές κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες αποσκοπούν στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών όσον αφορά την εφαρμογή της συμπληρωματικής εποπτείας της συγκέντρωσης κινδύνων όπως προβλέπεται στις παραγράφους 1 ως 4. Εκδίδουν συγκεκριμένες κοινές κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με την εφαρμογή των παραγράφων 1 ως 4 στις συμμετοχές του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων σε περιπτώσεις όπου εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί εταιρειών παρακωλύουν την εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 14.”

(5)   Στο άρθρο 8 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5:

“5.   Η Ευρωπαϊκή Αρχή για τις Τράπεζες και η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων εκδίδουν κοινές κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες αποσκοπούν στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών όσον αφορά την εφαρμογή της συμπληρωματικής εποπτείας για τις συναλλαγές εντός του ομίλου, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 1 έως 4. Εκδίδουν συγκεκριμένες κοινές κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 4 στις συμμετοχές του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων σε περιπτώσεις όπου εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί εταιρειών παρακωλύουν την εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 14.”

(6)   Στο άρθρο 9 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 6:

“6.   Οι αρμόδιες αρχές εναρμονίζουν την εφαρμογή της συμπληρωματικής εποπτείας των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου και των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο με τις διαδικασίες εποπτικής αξιολόγησης όπως προβλέπεται στο άρθρο 124 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Προς το σκοπό αυτό Ευρωπαϊκή Αρχή για τις Τράπεζες και η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων εκδίδουν κοινές κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες αποσκοπούν στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών όσον αφορά την εφαρμογή της συμπληρωματικής εποπτείας για τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο, καθώς και για τη συνέπεια με τις διαδικασίες εποπτικής αξιολόγησης όπως προβλέπεται στο άρθρο 124 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Εκδίδουν συγκεκριμένες κοινές κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου στις συμμετοχές του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων σε περιπτώσεις όπου εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί εταιρειών παρακωλύουν την εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 14.”

(7)   Στο άρθρο 11, προστίθενται οι ακόλουθοι παράγραφοι 4 και 5:

“[…]

5.   Η Ευρωπαϊκή Αρχή για τις Τράπεζες και η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων εκδίδουν κοινές κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες αποσκοπούν στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών όσον αφορά τη συνέπεια των ρυθμίσεων για τον εποπτικό συντονισμό σύμφωνα με το άρθρο 131α της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και το άρθρο 248 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.”

[…]

(10)   Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 21β:

“Άρθρο 21β

Κοινές κατευθυντήριες γραμμές

Η Ευρωπαϊκή Αρχή για τις Τράπεζες και η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων εκδίδουν τις κοινές κατευθυντήριες γραμμές που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3, το άρθρο 7 παράγραφος 5, το άρθρο 8 παράγραφος 5, το άρθρο 9 παράγραφος 6 και το άρθρο 11 παράγραφος 5 σύμφωνα με την διαδικασία του άρθρου 42 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών και του άρθρου 42 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, μετά από συνεργασία με τη Μικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.”»

«(4)   Στο άρθρο 7 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5:

“5.   Οι σχετικές ΕΕΑ, μέσω της Μικτής Επιτροπής, εκδίδουν κοινές κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες αποσκοπούν στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών όσον αφορά την εφαρμογή της συμπληρωματικής εποπτείας της συγκέντρωσης κινδύνων όπως προβλέπεται στις παραγράφους 1 ως 4. Εκδίδουν συγκεκριμένες κοινές κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με την εφαρμογή των παραγράφων 1 ως 4 στις συμμετοχές του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων σε περιπτώσεις όπου εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί εταιρειών παρακωλύουν την εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 14.”»

(5)   Στο άρθρο 8 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5:

“5.   Οι σχετικές ΕΕΑ, μέσω της Μικτής Επιτροπής, εκδίδουν κοινές κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες αποσκοπούν στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών όσον αφορά την εφαρμογή της συμπληρωματικής εποπτείας για τις συναλλαγές εντός του ομίλου, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 1 έως 4. Εκδίδουν συγκεκριμένες κοινές κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 4 στις συμμετοχές του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων σε περιπτώσεις όπου εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί εταιρειών παρακωλύουν την εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 14.”

(6)   Στο άρθρο 9 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 6:

“6.   Οι αρμόδιες αρχές εναρμονίζουν την εφαρμογή της συμπληρωματικής εποπτείας των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου και των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο με τις διαδικασίες εποπτικής αξιολόγησης όπως προβλέπεται στο άρθρο 124 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και με την παρακολούθηση από τις αρμόδιες αρχές της συμμόρφωσης με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας που θεσπίζει το άρθρο 12 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ. Προς το σκοπό αυτό οι σχετικές ΕΕΑ, μέσω της Μικτής Επιτροπής, εκδίδουν κοινές κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες αποσκοπούν στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών όσον αφορά την εφαρμογή της συμπληρωματικής εποπτείας για τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο, καθώς και για τη συνέπεια με τις διαδικασίες εποπτικής αξιολόγησης όπως προβλέπεται στο άρθρο 124 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και με την παρακολούθηση από τις αρμόδιες αρχές της συμμόρφωσης με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας που θεσπίζει το άρθρο 12 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ. Εκδίδουν συγκεκριμένες κοινές κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου στις συμμετοχές του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων σε περιπτώσεις όπου εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί εταιρειών παρακωλύουν την εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 14.

(7)   Στο άρθρο 11, προστίθενται οι ακόλουθοι παράγραφοι 4 και 5:

“[…]

5.   Οι σχετικές ΕΕΑ, μέσω της Μικτής Επιτροπής, εκδίδουν κοινές κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες αποσκοπούν στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών όσον αφορά τη συνέπεια των ρυθμίσεων για τον εποπτικό συντονισμό σύμφωνα με το άρθρο 131α της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και το άρθρο 248 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.”

[…]

(10)   Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 21β:

“Άρθρο 21β

Κοινές κατευθυντήριες γραμμές

Οι σχετικές ΕΕΑ, μέσω της Μικτής Επιτροπής, εκδίδουν τις κοινές κατευθυντήριες γραμμές που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 8, το άρθρο 7 παράγραφος 5, το άρθρο 8 παράγραφος 5, το άρθρο 9 παράγραφος 6 και το άρθρο 11 παράγραφος 5 σύμφωνα με την διαδικασία του άρθρου 56 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση τηςαπόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής, του άρθρου 56 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής, και του άρθρου 56 του κανονισμού (ΕΕ) 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ της Επιτροπής, μετά από συνεργασία με τη Μικτή Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.”»

Αιτιολογία

Βλ. την αιτιολογία της τροποποίησης 2, με την οποία συνδέεται η παρούσα τροποποίηση. Επιπλέον, όσον αφορά τη συμπληρωματική εποπτεία των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου και των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων, η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 9 παράγραφος 6 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ θα πρέπει να απαιτεί συνέπεια της συμπληρωματικής εποπτείας με την παρακολούθηση από τις αρμόδιες αρχές της συμμόρφωσης με τους κανόνες προληπτικής εποπτείας που θεσπίζει η οδηγία ΟΣΕΚΑ. Ομοίως, απαιτείται ήδη συνέπεια της συμπληρωματικής εποπτείας με τις εποπτικές πρακτικές που προβλέπουν οι συναφείς διατάξεις της τραπεζικής οδηγίας και της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ.

Τροποποίηση 6

Άρθρο 2 παράγραφος 9α (νέα)

[Δεν υπάρχει κείμενο]

«(9α)   Στο άρθρο 21α παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο δ):

δ)

το άρθρο 6 παράγραφος 2, προκειμένου να διασφαλίζουν ότι εφαρμόζoνται ενιαίοι μορφότυποι (με τις σχετικές προδιαγραφές), ενιαίες συχνότητες και ενιαίες ημερομηνίες για τη διαβίβαση στοιχείων.”»

Αιτιολογία

Βλ. την αιτιολογία της τροποποίησης 4, με την οποία συνδέεται η παρούσα τροποποίηση.


(1)  Οι έντονοι χαρακτήρες στο κυρίως κείμενο αφορούν τα σημεία των οποίων την προσθήκη προτείνει η ΕΚΤ. Η χρήση διαγράμμισης στο κυρίως κείμενο αφορά τα σημεία των οποίων τη διαγραφή προτείνει η ΕΚΤ.