52009DC0013

Ανακοινωση τησ Επιτροπήσ στο Συμβουλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Ετήσια έκθεση του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις δραστηριότητες της κεντρικής μονάδας του EURODAC κατά το 2007 /* COM/2009/0013 τελικό */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 26.1.2009

COM(2009) 13 τελικό

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ Ετήσια έκθεση του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις δραστηριότητες της κεντρικής μονάδας του EURODAC κατά το 2007

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ Ετήσια έκθεση του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις δραστηριότητες της κεντρικής μονάδας του EURODAC κατά το 2007

1. Εισαγωγή

1.1. Πεδίο εφαρμογής

Ο κανονισμός EΚ/2725/2000 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με τη θέσπιση του «EURODAC» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου (στη συνέχεια αναφερόμενος ως «κανονισμός EURODAC»),[1] ορίζει ότι η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες της κεντρικής μονάδας.[2] Η παρούσα πέμπτη ετήσια έκθεση περιλαμβάνει πληροφορίες για τη διαχείριση και την αποδοτικότητα του συστήματος κατά το 2007. Αξιολογεί το αποτέλεσμα και τη σχέση κόστους αποτελεσματικότητας του EURODAC, καθώς και την ποιότητα της υπηρεσίας της κεντρικής μονάδας του.

1.2. Εξελίξεις στο νομικό τομέα και στον τομέα των πολιτικών

Τον Ιούνιο 2007, βάσει των προηγούμενων ετήσιων εκθέσεων[3] και της διαβούλευσης με τα κράτη μέλη, η Επιτροπή δημοσίευσε την έκθεσή της για την αξιολόγηση του συστήματος του Δουβλίνου[4] (στο εξής: έκθεση αξιολόγησης) η οποία καλύπτει τα 3 πρώτα έτη λειτουργίας του EURODAC (2003-2005). Η συγκεκριμένη έκθεση εντοπίζει την ύπαρξη ορισμένων προβλημάτων που αφορούν την αποτελεσματικότητα των ισχυουσών νομοθετικών διατάξεων και ανακοινώνει τη λήψη μέτρων για να ενισχυθεί η συμβολή του EURODAC στην απλούστευση της εφαρμογής του κανονισμού του Δουβλίνου.

Για την επίλυση αυτών των προβλημάτων, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση τροποποίησης του κανονισμού Eurodac στις 3 Δεκεμβρίου 2008.[5]

Το 2007, επήλθαν σημαντικές αλλαγές στο γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού EURODAC: η Βουλγαρία και η Ρουμανία προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και (αφού γνωστοποίησαν στην Επιτροπή την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν στο σύστημα σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 2, στοιχείο α) του κανονισμού EURODAC) συνδέθηκαν με το EURODAC την 1η Ιανουαρίου 2007.[6]

2. Η κεντρική μονάδα EURODAC[7]

2.1. Διαχείριση του συστήματος

Λαμβάνοντας υπόψη τον αυξανόμενο όγκο των προς διαχείριση δεδομένων (ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών πρέπει να αποθηκεύονται για διάστημα 10 ετών), του παρωχημένου από φυσική άποψη χαρακτήρα της τεχνικής πλατφόρμας (που παραδόθηκε το 2001) και του απρόβλεπτου χαρακτήρα της εξέλιξης του όγκου των συναλλαγών EURODAC μετά την προσχώρηση νέων κρατών μελών,[8] πρέπει να πραγματοποιηθεί αναβάθμιση του συστήματος EURODAC, η οποία προβλέπεται να ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου του 2009. Εντούτοις, έχουν ήδη πραγματοποιηθεί οι ουσιαστικές αναβαθμίσεις. Κυρίως, το Σύστημα Συνέχισης της Λειτουργίας (ΣΣΛ) του EURODAC βελτιώθηκε για να εξασφαλιστεί η πλήρης υποστήριξη των κρατών μελών σε περίπτωση παρατεταμένης διακοπής της λειτουργίας της κεντρικής μονάδας. Η Επιτροπή υπέγραψε το 2006 τη σύμβαση «Δίκτυο για ασφαλείς διευρωπαϊκές υπηρεσίες τηλεματικής μεταξύ δημόσιων διοικήσεων (s-TESTA». Κατά τη διάρκεια του 2007, ξεκίνησε η μετάβαση των κρατών μελών από το παλαιό δίκτυο TESTA II προς το δίκτυο S-TESTA με τη μετάβαση 18 κρατών μελών προς το νέο σύστημα, γεγονός που εξασφάλισε υψηλότερο επίπεδο ασφάλειας και αξιοπιστίας.

2.2. Ποιότητα των υπηρεσιών και σχέση κόστους αποτελεσματικότητας

Η Επιτροπή κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να χορηγήσει υπηρεσίες υψηλής ποιότητας στα κράτη μέλη, οι οποίοι είναι οι τελικοί χρήστες της κεντρικής μονάδας του EURODAC.[9] Δεν υπήρξε κανένας μη προγραμματισμένος χρόνος παύσης του συστήματος κατά το 2007, αλλά κατά τα τέλη του Απριλίου, το σύστημα απομονώθηκε λόγω βλάβης του δικτύου TESTA II η οποία διήρκησε 50 ώρες. Το νέο δίκτυο sTESTA (που αντικατέστησε το TESTA II) παρέχει υψηλότερο επίπεδο ασφάλειας και λειτουργίας. Το 2007, η κεντρική μονάδα του EURODAC ήταν διαθέσιμη κατά το 99,43% του χρόνου.

Μια «εσφαλμένη σύμπτωση (false hit)», δηλαδή εσφαλμένος εντοπισμός από το αυτόματο σύστημα αναγνώρισης δακτυλικών αποτυπωμάτων (ΑΣΑΔΑ), αναφέρθηκε κατά το 2007, που αποτέλεσε την πρώτη εσφαλμένη σύμπτωση που παρατηρήθηκε στο πλαίσιο έρευνας των δέκα δαχτυλικών αποτυπωμάτων στο EURODAC από την έναρξη των δραστηριοτήτων του συστήματος, Παρά το γεγονός ότι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να επαληθεύουν όλες τις συμπτώσεις (hits) αμέσως, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού EURODAC 2725/2000/EΚ, δεν είναι προς το παρόν υποχρεωμένα να αναφέρουν τις εσφαλμένες συμπτώσεις στην Επιτροπή.[10] Εντούτοις, με μία μόνη εσφαλμένη σύμπτωση σε ένα σύνολο 1,1 εκατ. ερευνών και περισσότερων από 200.000 συμπτώσεων, το σύστημα μπορεί να συνεχίσει να θεωρείται ως εξαιρετικά αξιόπιστο.

Μετά από πέντε έτη δραστηριότητας, οι κοινοτικές δαπάνες για όλες τις εξωτερικά ανατεθείσες ειδικές για την EURODAC δραστηριότητες ανήλθαν σε 8,1 εκατ. ευρώ. Κατά το 2007, οι δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας της κεντρικής μονάδας ανήλθαν σε 820.791,05 ευρώ. Η αύξηση αυτών των δαπανών σε σχέση με τα προηγούμενα έτη οφείλεται κυρίως στην αύξηση των δαπανών συντήρησης του συστήματος και σε ουσιαστική αναβάθμιση της ικανότητας του Συστήματος Συνέχισης της Λειτουργίας.

Μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν οικονομίες στο επίπεδο των δαπανών EURODAC χάρη στην αποτελεσματική χρήση των υφιστάμενων πόρων και υποδομών που διαχειρίζεται η Επιτροπή, όπως η χρήση του δικτύου TESTA.

Η Κοινότητα εξασφάλισε επίσης (μέσω του προγράμματος IDA) τις υπηρεσίες επικοινωνίας και ασφάλειας για τις ανταλλαγές δεδομένων μεταξύ της κεντρικής μονάδας και των εθνικών μονάδων, Αυτά τα έξοδα, τα οποία θα έπρεπε αρχικά να βαρύνουν κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού, καλύφθηκαν τελικά από την Κοινότητα χρησιμοποιώντας τις κοινές διαθέσιμες υποδομές, γεγονός που επέτρεψε στους εθνικούς προϋπολογισμούς να πραγματοποιήσουν οικονομίες.

2.3. Προστασία και ασφάλεια των δεδομένων

Αν και οι στατιστικές καταδεικνύουν σαφή μείωση του αριθμού των περιπτώσεων κατά τις οποίες τα κράτη μέλη προσέφυγαν στην ενιαία λειτουργία αναζήτησης των «ειδικών ερευνών», η Επιτροπή συνεχίζει να προβληματίζεται για τη χρήση αυτής της λειτουργίας και εκτιμά ότι ο αριθμός των ερευνών αυτού του είδους (195 κατά το 2007, κυμαινόμενος από μηδέν έως 88 ανά κράτος μέλος) είναι ακόμα ιδιαίτερα υψηλός. Όπως ήδη αναφέρθηκε στις προηγούμενες ετήσιες εκθέσεις καθώς και στην έκθεση αξιολόγησης, αυτή η κατηγορία συναλλαγών θεσπίζεται από το άρθρο 18, παράγραφος 2 του κανονισμού EURODAC. Αυτή η διάταξη, που αντικατοπτρίζει τους κανόνες προστασίας των δεδομένων που στοχεύουν να διαφυλάξουν το δικαίωμα των σχετικών προσώπων να έχουν πρόσβαση στα δικά τους προσωπικά δεδομένα, προβλέπει τη δυνατότητα πραγματοποίησης τέτοιων «ειδικών ερευνών» μετά από αίτηση του προσώπου τα δεδομένα του οποίου είναι αποθηκευμένα στην κεντρική βάση δεδομένων. Για να ελεγχθεί καλύτερα αυτό το φαινόμενο, η Επιτροπή συμπεριέλαβε στην πρότασή της για την τροποποίηση του κανονισμού EURODAC την υποχρέωση των κρατών μελών να διαβιβάζουν αντίγραφο της αίτησης πρόσβασης του ενδιαφερομένου στην αρμόδια εθνική αρχή ελέγχου.

Σε διαβούλευση με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ), η Επιτροπή είναι αποφασισμένη να λάβει μέτρα κατά των κρατών μελών που συνεχίζουν να καταχρώνται αυτή τη σημαντική διάταξη σχετικά με την προστασία των δεδομένων.

Σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 2 του κανονισμού, ο ΕΕΠΔ πραγματοποίησε έναν εις βάθος έλεγχο της ηλεκτρονικής ασφάλειας της κεντρικής μονάδας EURODAC[11] τον Νοέμβριο του 2007. Η πολιτική ασφάλειας και η έννοια της ασφάλειας θα επαναπροσδιοριστούν σύμφωνα με τις συστάσεις που διατυπώθηκαν και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου.

3. Στοιχεία και διαπιστώσεις

Το παράρτημα της παρούσας ετήσιας έκθεσης περιλαμβάνει πίνακες με πραγματολογικά στοιχεία της κεντρικής μονάδας για την περίοδο 01.01.2007 – 31.12.2007. Οι στατιστικές της EURODAC βασίζονται στα αρχεία δακτυλικών αποτυπωμάτων όλων των προσώπων ηλικίας άνω των 14 ετών, τα οποία έχουν υποβάλει αίτηση ασύλου στα κράτη μέλη, έχουν συλληφθεί κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων ενός κράτους μέλους ή βρίσκονται παράνομα στην επικράτεια ενός κράτους μέλους (σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές κρίνουν απαραίτητο να επαληθεύσουν την ύπαρξη ενδεχόμενης προηγούμενης αίτησης ασύλου).

Πρέπει να σημειωθεί ότι τα δεδομένα του EURODAC σχετικά με τις αιτήσεις ασύλου δεν είναι συγκρίσιμα με αυτά της Eurostat, τα οποία βασίζονται σε ετήσια στατιστικά δεδομένα που χορηγούνται από τα Υπουργεία Δικαιοσύνης και Εσωτερικών. Υπάρχει σειρά μεθοδολογικών λόγων που εξηγούν την ύπαρξη αυτών των διαφορών. Οι ορισμοί της Eurostat λαμβάνουν υπόψη όλους τους αιτούντες άσυλο (οποιασδήποτε ηλικίας), κάνοντας διάκριση μεταξύ πρώτης αίτησης και επαναλαμβανόμενων αιτήσεων. Στην πράξη, τα κράτη μέλη διαφέρουν ως προς το κατά πόσον τα εξαρτώμενα από τους αιτούντες άσυλο πρόσωπα συμπεριλαμβάνονται στα δεδομένα τους για το άσυλο. Διαπιστώνονται επίσης διαφορές όσον αφορά τον τρόπο με τον ποίο λαμβάνονται υπόψη στις στατιστικές οι επαναλαμβανόμενες αιτήσεις.

3.1. Επιτυχείς συναλλαγές

Μια «επιτυχής συναλλαγή» είναι συναλλαγή που έχει εξεταστεί σωστά από την κεντρική μονάδα, χωρίς να έχει απορριφθεί για λόγους σχετικούς με την εγκυρότητα των δεδομένων, λόγω σφαλμάτων σχετικών με τα δακτυλικά αποτυπώματα ή λόγω ανεπαρκούς ποιότητας.[12]

Κατά το 2007, η κεντρική μονάδα έλαβε ένα σύνολο 300.018 επιτυχών συναλλαγών, γεγονός που αντιπροσωπεύει συνολική αύξηση σε σχέση με το 2006 (270.611). Αφού μειώθηκε μεταξύ 2005 και 2007, ο αριθμός συναλλαγών που αφορούν δεδομένα σχετικά με τους αιτούντες άσυλο (« κατηγορία 1 »[13]) αυξήθηκε κατά 19% (197.284 έναντι 165.958 κατά το 2006) σύμφωνα με τις στατιστικές του EURODAC για το 2007. Αυτή η αύξηση αντικατοπτρίζει τη γενική αύξηση του αριθμού των αιτήσεων ασύλου στην ΕΕ το 2007.

Κατά το 2007, μεταβλήθηκε εξίσου η τάση σχετικά με τον αριθμό των προσώπων που συλλήφθηκαν ενώ επιχειρούσαν να διέλθουν παράνομα κάποιο εξωτερικό σύνορο (" κατηγορία 2 "[14]). Αφού γνώρισε ισχυρή αύξηση μεταξύ 2004 και 2006, (16.183) το 2004, (25.162) το 2005 και (41.312) το 2006, ο αριθμός συναλλαγών σχετικά με αυτό το είδος δεδομένων μειώθηκε κατά 8% το 2007 (38.173). Ας σημειωθεί ότι η Ιταλία (15.053), η Ελλάδα (11.376) και η Ισπανία (9.044) εισήγαγαν τη μεγάλη πλειοψηφία των αποτυπωμάτων της κατηγορίας 2, ενώ στη συνέχεια ακολουθεί η Ουγγαρία (894), το Ηνωμένο Βασίλειο (480) και η Μάλτα (384). Εντούτοις, συνεχίζει να υφίσταται το πρόβλημα που σχετίζεται με την επιφυλακτικότητα των κρατών μελών να αποστέλλουν συστηματικά συναλλαγές «κατηγορίας 2» όπως επισημαίνεται στην έκθεση αξιολόγησης. Αντίθετα με την υποχρέωση του άρθρου 8 παράγραφος 1 του κανονισμού EURODAC, 8 κράτη μέλη (Κύπρος, Τσεχική Δημοκρατία, Δανία, Εσθονία, Ισλανδία, Λετονία, Λουξεμβούργο και Πορτογαλία) δεν απέστειλαν καμία πράξη της «κατηγορίας 2» κατά το 2007.

Καμία σημαντική αλλαγή στη χρήση της δυνατότητας αποστολής[15] συναλλαγών « κατηγορίας 3 »[16] (δεδομένα σχετικά συλληφθέντες για παράνομη διαμονή στην επικράτεια ενός κράτους μέλους) δεν σημειώθηκε κατά το 2007. Μόνο μια αύξηση κατά 2% παρατηρήθηκε: 64.561 έναντι 63.341 το 2006. Η Ιρλανδία και η Μάλτα δεν απέστειλαν καμία πράξη της «κατηγορίας 3».

3.2. «Συμπτώσεις (hits)»

3.2.1. Συμπτώσεις «κατηγορία 1 έναντι κατηγορίας 1»

Ο πίνακας 3 του παραρτήματος παρουσιάζει, για κάθε κράτος μέλος, τον αριθμό αιτήσεων ασύλου που αντιστοιχούν στις αιτήσεις ασύλου που έχουν ήδη καταχωρηθεί σε ένα άλλο («αλλοδαπές συμπτώσεις») ή στο ίδιο κράτος μέλος («τοπικές συμπτώσεις»[17]). Παρέχει επίσης ενδείξεις δευτερευουσών κινήσεων αιτούντων άσυλο στην ΕΕ. Πέρα από τις «λογικές» διαδρομές μεταξύ γειτονικών κρατών μελών, παρατηρείται ότι μεγάλος αριθμός (1.116[18]) αιτούντων άσυλο στη Γαλλία έχουν ήδη υποβάλει αίτηση στην Πολωνία, και ότι ο μεγαλύτερος αριθμός αλλοδαπών συμπτώσεων στην Ελλάδα (177) και στην Ιταλία (287) αντιστοιχεί σε αιτήσεις ασύλου που έχουν καταχωρηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση, οι ροές είναι συμμετρικές και το μεγαλύτερο μέρος των συμπτώσεων στις συναλλαγές της «κατηγορίας 1» που εισήχθησαν από το Ηνωμένο Βασίλειο προέκυψε με βάση δεδομένα που υποβλήθηκαν από την Ιταλία (370). Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το 44,37% των μεταγενέστερων αιτήσεων υποβλήθηκαν στο ίδιο κράτος μέλος με αυτό των προηγούμενων αιτήσεων. Στην Κύπρο (87%), στην Πολωνία (82%), στην Ουγγαρία (75%) και στην Τσεχική Δημοκρατία (61%), περισσότερο από το ήμισυ των μεταγενέστερων αιτήσεων υποβλήθηκε στο ίδιο κράτος μέλος.

3.2.2. Πολλαπλές αιτήσεις ασύλου

Σε ένα σύνολο 197.284 αιτήσεων ασύλου που καταχωρήθηκαν στο σύστημα EURODAC κατά το 2007, 31.910 αιτήσεις αποτελούσαν «πολλαπλές αιτήσεις ασύλου», γεγονός που σημαίνει ότι στις 31.910 περιπτώσεις, τα δακτυλικά αποτυπώματα του ίδιου προσώπου είχαν ήδη καταχωρηθεί ως συναλλαγές της «κατηγορίας 1» (στο ίδιο ή στο άλλο κράτος μέλος). Μια πρώτη ανάγνωση των στατιστικών του συστήματος φαίνεται να αφήνει να εννοηθεί ότι το 16% των αιτήσεων ασύλου κατά το 2007 επρόκειτο για μεταγενέστερες αιτήσεις ασύλου (δηλ. αιτήσεις που υποβλήθηκαν από το ίδιο πρόσωπο για δύο ή περισσότερες φορές), γεγονός που αντιπροσωπεύει μείωση κατά 1% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η διαβίβαση συναλλαγής της «κατηγορίας 1» δεν σημαίνει εντούτοις ότι σε όλες τις περιπτώσεις το συγκεκριμένο πρόσωπο υπέβαλε νέα αίτηση ασύλου. Πράγματι, η πρακτική ορισμένων κρατών μελών να καταχωρούν τα δακτυλικά αποτυπώματα όταν αναλαμβάνουν την ευθύνη σύμφωνα με τον κανονισμό του Δουβλίνου δημιουργεί νόθευση των στατιστικών σχετικά με τις πολλαπλές αιτήσεις: η λήψη και η διαβίβαση των δακτυλικών αποτυπωμάτων του αιτούντος μια νέα φορά κατά την άφιξη μετά τη μεταγωγή δυνάμει του κανονισμού του Δουβλίνου προσδιορίζει εσφαλμένα ότι ο αιτών υπέβαλε μια νέα αίτηση ασύλου. Η Επιτροπή έχει την πρόθεση να επιλύσει το συγκεκριμένο πρόβλημα και, στην πρότασή της για την τροποποίηση του κανονισμού EURODAC, συμπεριέλαβε την απαγόρευση καταχώρησης των μεταγωγών ως νέων αιτήσεων ασύλου.

3.2.3. Συμπτώσεις «κατηγορία 1 έναντι κατηγορίας 2»

Αυτές οι συμπτώσεις παρέχουν ένδειξη των διαδρομών που ακολούθησαν τα πρόσωπα που εισέρχονται παράνομα στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης πριν να υποβάλουν αίτηση ασύλου. Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη, το μεγαλύτερο μέρος των συμπτώσεων προέκυψε από δεδομένα που απεστάλησαν από την Ελλάδα και την Ιταλία και, σε πολύ πιο περιορισμένο βαθμό από την Ισπανία και τη Σλοβακία. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των συμπτώσεων είναι «τοπικά» (δηλαδή τα πρόσωπα τα οποία εισέρχονται παράνομα στην επικράτεια ενός κράτους ζητούν στη συνέχεια άσυλο στο ίδιο κράτος[19]). Εξετάζοντας όλα τα κράτη μέλη συνολικά, ποσοστό μεγαλύτερο από το ήμισυ (63,2%) των προσώπων που συλλαμβάνονται κατά την παράνομη διέλευση ενός συνόρου και οι οποίοι αποφασίζουν να υποβάλουν αίτηση ασύλου, το πράττουν στο ίδιο κράτος μέλος στο οποίο εισήλθαν παράνομα.

Η πλειοψηφία των προσώπων που εισέρχονται παράνομα στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την Ελλάδα για να μεταβούν στη συνέχεια σε άλλη χώρα επιλέγουν κυρίως την Ιταλία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο σαν προορισμό. Τα πρόσωπα που εισέρχονται από την Ιταλία μεταβαίνουν κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο και Σουηδία, και εκείνα που εισέρχονται από την Ισπανία μεταβαίνουν ως επί το πλείστον στην Ιταλία και την Αυστρία. Τα πρόσωπα που εισέρχονται από τη Σλοβακία συνεχίζουν κυρίως το ταξίδι τους προς την Αυστρία ή τη Γαλλία.

3.2.4. Συμπτώσεις «κατηγορία 3 έναντι κατηγορίας 1»

Αυτές οι συμπτώσεις παρέχουν ενδείξεις ως προς τις χώρες στις οποίες οι λαθρομετανάστες υπέβαλαν την πρώτη αίτησή τους για τη χορήγηση ασύλου πριν να μεταβούν σε ένα άλλο κράτος μέλος. Δεν πρέπει εντούτοις να λησμονείται ότι οι συναλλαγές της κατηγορίας 3 δεν είναι υποχρεωτικές και ότι αυτή η δυνατότητα συστηματικού ελέγχου δεν χρησιμοποιείται από όλα τα κράτη μέλη. Εντούτοις, τα διαθέσιμα δεδομένα επιτρέπουν να διαπιστωθεί ότι, για παράδειγμα, οι συλληφθέντες κατά την παράνομη διαμονή τους στη Γερμανία είχαν συχνά ήδη ζητήσει άσυλο στην Αυστρία ή τη Σουηδία, και ότι οι συλληφθέντες κατά την παράνομη διαμονή τους στη Γαλλία είχαν συχνά ήδη ζητήσει άσυλο στο Ηνωμένο Βασίλειο ή την Ιταλία. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά μέσο όρο το 18% περίπου των προσώπων που συλλαμβάνονται ενώ ευρίσκονται παράνομα στην επικράτεια της ΕΕ έχουν ήδη ζητήσει άσυλο σε κάποιο κράτος μέλος.

3.3. Καθυστερήσεις στη διαβίβαση

Ο κανονισμός EURODAC προβλέπει επί του παρόντος μια ασαφή προθεσμία για τη διαβίβαση των δακτυλικών αποτυπωμάτων, γεγονός που μπορεί να επιφέρει σημαντικές καθυστερήσεις στην πράξη. Πρόκειται για ένα ουσιαστικό πρόβλημα, επειδή η καθυστερημένη διαβίβαση μπορεί να καταλήξει σε αποτελέσματα αντίθετα προς τις αρχές που διέπουν τον καθορισμό της ευθύνης που ορίζονται στον κανονισμό του Δουβλίνου. Το ζήτημα των υπερβολικών καθυστερήσεων μεταξύ της λήψης των δακτυλικών αποτυπωμάτων και της αποστολής τους στη κεντρική μονάδα EURODAC επισημάνθηκε στις προηγούμενες ετήσιες εκθέσεις και χαρακτηρίστηκε ως πρόβλημα εφαρμογής στην έκθεση αξιολόγησης.

Παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο φαινόμενο δεν είναι πλέον γενικευμένο, ορισμένα κράτη μέλη (Ισπανία, Βουλγαρία, Ελλάδα και Δανία) συνεχίζουν να σημειώνουν σημαντικές καθυστερήσεις κατά τη διαβίβαση των δακτυλικών αποτυπωμάτων τους μέχρι και 12 ημέρες[20] μετά τη λήψη των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής οφείλουν να υπενθυμίσουν ότι η καθυστερημένη διαβίβαση μπορεί να καταλήξει σε εσφαλμένο καθορισμό ως υπευθύνου ενός κράτους μέλους μέσω δύο διαφορετικών σεναρίων που παρουσιάζονται στην ετήσια έκθεση 2006: «εσφαλμένες συμπτώσεις»[21] και «ματαιωμένες συμπτώσεις»[22].

Κατά το 2007, η κεντρική μονάδα διαπίστωσε 60 «ματαιωμένες συμπτώσεις» εκ των οποίων 57 «υπέρ» του ίδιου κράτους μέλους και 233 «εσφαλμένες συμπτώσεις». εκ των οποίων 183 οφείλονταν σε καθυστερήσεις που προκλήθηκαν από το ίδιο κράτος μέλος. Σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν αύξηση κατά 28% των «ματαιωμένων συμπτώσεων», ενώ ο αριθμός των «εσφαλμένων συμπτώσεων» τριπλασιάστηκε. Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες της Επιτροπής απευθύνουν έκκληση στα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διαβιβάζουν τα δεδομένα τους σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 8 του κανονισμού EURODAC.

Στην πρόταση τροποποίησης του κανονισμού EURODAC, η Επιτροπή πρότεινε προθεσμία 48 ωρών για τη διαβίβαση δεδομένων στην κεντρική μονάδα EURODAC.

3.4. Ποιότητα των συναλλαγών

Για το 2007, το μέσο ποσοστό των συναλλαγών που απορρίφθηκαν για το σύνολο των κρατών μελών ανήλθε σε 6,13%, στοιχείο σχεδόν ταυτόσημο με εκείνο του 2006 (6,03%). Ορισμένα κράτη μέλη παρουσίασαν πολύ πιο αυξημένο ποσοστό απόρριψης από άλλα (18% στη Φινλανδία έναντι 3,59% στη Νορβηγία). Δεκατέσσερα κράτη μέλη παρουσιάζουν ποσοστό απόρριψης ανώτερο του μέσου όρου, εκ των οποίων τρία κράτη μέλη παρουσιάζουν στοιχεία κατά δύο φορές ανώτερα από το μέσο όρο (η Φινλανδία, η Λετονία και οι Κάτω Χώρες). Πρέπει να τονιστεί ότι το ποσοστό απόρριψης δεν εξαρτάται από αδυναμίες στο επίπεδο της τεχνολογίας ή του συστήματος. Η απόρριψη οφείλεται συνήθως στη χαμηλή ποιότητα των λήψεων δακτυλικών αποτυπωμάτων που διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη, σε ανθρώπινο σφάλμα ή σε εσφαλμένη διάρθρωση του εξοπλισμού του αποστολέα κράτους μέλους. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτά τα στοιχεία περιλαμβάνουν επανειλημμένες απόπειρες αποστολής των ίδιων δακτυλικών αποτυπωμάτων μετά την απόρριψη αυτών από το σύστημα για λόγους ποιότητας. Εντούτοις, οι υπηρεσίες της Επιτροπής τονίζουν εκ νέου το πρόβλημα του γενικά υψηλού ποσοστού απορρίψεων που υπογραμμίζεται στις προηγούμενες ετήσιες εκθέσεις, καλώντας τα σχετικά κράτη μέλη να παράσχουν ειδική κατάρτιση στους εθνικούς φορείς EURODAC, καθώς και να διαμορφώσουν ορθά τον εξοπλισμό τους για να μειώσουν αυτό το ποσοστό απορρίψεων.

4. Συμπεράσματα

Κατά το 2007, η κεντρική μονάδα EURODAC συνέχισε να έχει πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα από άποψη ταχύτητας, αποτελεσμάτων, ασφάλειας και αποδοτικότητας.

Η λογική συνέπεια της συνολικής αύξησης των αιτήσεων ασύλου στην ΕΕ κατά το 2007 (μετά από 5 έτη πτωτικής τάσης) είναι ότι αυξήθηκε εξίσου ο αριθμός συναλλαγών «της κατηγορίας 1» που εισήχθησαν στο σύστημα EURODAC. Εξάλλου, ο αριθμός των συναλλαγών «της κατηγορίας 2» μειώθηκε ελαφρά, ενώ δεν παρατηρήθηκε αλλαγή όσον αφορά τις συναλλαγές της «κατηγορίας 3». Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι ο αριθμός των πολλαπλών αιτήσεων μειώθηκε κατά 1% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Οι υπερβολικές καθυστερήσεις κατά τη διαβίβαση των δεδομένων στη κεντρική μονάδα EURODAC συνεχίζουν να αποτελούν ανησυχητικό φαινόμενο, παράλληλα με την χαμηλή ποιότητα των δεδομένων και τον υψηλό αριθμό «ειδικών ερευνών» που πραγματοποιούνται από ορισμένα κράτη μέλη.

Παράρτημα: Στατιστικές

Πίνακας 1: Κεντρική μονάδα EURODAC, κατάσταση του περιεχομένου της βάσης δεδομένων στις 31/12/2007

[pic]

Πίνακας 2: Επιτυχείς συναλλαγές με την κεντρική μονάδα EURODAC κατά το 2007[23]

category 1 | category 2 | category 3 | TOTAL |

AT | 8.467 | 143 | 1.938 | 10.548 |

BE | 10.243 | 8 | 686 | 10.937 |

BG | 847 | 343 | 426 | 1.616 |

CY | 4.090 | 0 | 151 | 4.241 |

CZ | 1.807 | 0 | 2.466 | 4.273 |

DE | 19.130 | 17 | 15.948 | 35.095 |

DK | 1.449 | 0 | 532 | 1,981 |

EE | 13 | 0 | 10 | 23 |

ES | 4.622 | 9.044 | 2.418 | 16.084 |

FI | 1.127 | 1 | 194 | 1.322 |

FR | 24.100 | 9 | 9.067 | 33.176 |

GR | 23.343 | 11.376 | 16 | 34.735 |

HU | 3.087 | 894 | 60 | 4.041 |

IC | 36 | 0 | 1 | 37 |

IE | 3.284 | 1 | 0 | 3.285 |

IT | 15.003 | 15.053 | 1.088 | 31.144 |

LT | 67 | 7 | 49 | 123 |

LU | 331 | 0 | 313 | 644 |

LV | 33 | 0 | 13 | 46 |

MT | 904 | 384 | 0 | 1.288 |

NL | 7.159 | 4 | 12.156 | 19.319 |

NO | 5.218 | 1 | 6.066 | 11.285 |

PL | 5.608 | 8 | 320 | 5.936 |

PT | 184 | 0 | 36 | 220 |

RO | 588 | 207 | 328 | 1.123 |

SE | 29.636 | 2 | 239 | 29.877 |

SI | 347 | 6 | 622 | 975 |

SK | 2.311 | 185 | 1.186 | 3682 |

UK | 24.250 | 480 | 8.232 | 32.962 |

TOTAL | 197.284[24] | 38.173[25] | 64.561[26] | 300.018[27] |

Πίνακας 3: Κατανομή των συμπτώσεων – κατηγορία 1 έναντι κατηγορίας 1, κατά το 2007

[pic]

Πίνακας 4: Κατανομή των συμπτώσεων – Κατηγορία 1 έναντι κατηγορίας 2, κατά το 2007

[pic]

Πίνακας 5: Κατανομή των συμπτώσεων – Κατηγορία 3 έναντι κατηγορίας 1, κατά το 2007

[pic]

Πίνακας 6: Απορριφθείσες συναλλαγές, ποσοστό κατά το 2007

[pic]

Πίνακας 7: Μέση προθεσμία μεταξύ της λήψης των δακτυλικών αποτυπωμάτων και της αποστολής τους στην κεντρική μονάδα EURODAC, κατά το 2007

[pic]

Πίνακας 8: Εσφαλμένες συμπτώσεις – κατηγορία 1 έναντι κατηγορίας 1 , κατά το 2007

[pic]

Πίνακας 9: Κατανομή των ματαιωμένων συμπτώσεων CAT1/CAT2 λόγω καθυστερημένης αποστολής της CAT2, κατά το 2007

[pic]

Πίνακας 10: Κατανομή των συμπτώσεων σε σχέση με τις υποθέσεις που είναι κλειδωμένες (άρθρο 12 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 2725/2000), κατά το 2007

[pic]

Πίνακας 11: Αριθμός διαβιβάσεων της κατηγορίας 9[28] ανά κράτος μέλος, κατά το 2007

[pic]

[1] ΕΕ L 316, 15.12.2000, σ.1.

[2] Άρθρο 24 παράγραφος 1 του κανονισμού EURODAC.

[3] Οι προηγούμενες ετήσιες εκθέσεις δημοσιεύθηκαν ως έγγραφα εργασίας του προσωπικού της Επιτροπής με τα ακόλουθα στοιχεία: SEC(2004) 557, SEC(2005) 839, SEC(2006) 1170, SEC (2007) 1184.

[4] Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την αξιολόγηση του συστήματος του Δουβλίνου, COM (2007) 299 τελικό {SEC(2007) 742}.

[5] Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση του «EURODAC» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου, COM(2008) XXX.

[6] Οι υπηρεσίες της Επιτροπής βοήθησαν αυτές τις δύο χώρες να συνδεθούν με το σύστημα EURODAC, κυρίως στο πλαίσιο προηγούμενων δοκιμών λειτουργίας, οι οποίες συμπεριέλαβαν 69 ελέγχους.

[7] Γενική περιγραφή της κεντρικής μονάδας EURODAC, καθώς και οι ορισμοί των διαφόρων ειδών συναλλαγών που επεξεργάζεται το σύστημα και των συμπτώσεων που μπορούν να προκύψουν, συμπεριλαμβάνονται στην πρώτη ετήσια έκθεση για τις δραστηριότητες της κεντρικής μονάδας EURODAC. Βλέπε έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής – πρώτη ετήσια έκθεση προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τις δραστηριότητες της κεντρικής μονάδας EURODAC, SEC (2004)557, σ.6.

[8] Όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και η Νορβηγία και η Ισλανδία, εφαρμόζουν τον κανονισμό Δουβλίνο και τον κανονισμό EURODAC. Κατά συνέπεια, η έννοια του «κράτους μέλους» που χρησιμοποιείται στην παρούσα ανακοίνωση καλύπτει τις 29 χώρες που χρησιμοποιούν τη βάση δεδομένων EURODAC.

[9] Αυτές οι υπηρεσίες περιλαμβάνουν όχι μόνο εκείνες που παρέχονται απευθείας από την κεντρική μονάδα (για παράδειγμα ικανότητα σύγκρισης, αποθήκευση δεδομένων, κλπ.) αλλά εξίσου τις υπηρεσίες επικοινωνίας και ασφάλειας για τη διαβίβαση δεδομένων μεταξύ της κεντρικής μονάδας και των εθνικών σημείων πρόσβασης.

[10] Η Επιτροπή πρότεινε να προστεθεί η υποχρέωση των κρατών μελών να επισημάνουν όλες τις εσφαλμένες συμπτώσεις κατά την αναθεώρηση του κανονισμού EURODAC.

[11] «Report on the EURODAC audit», έγγραφο που ταξινομήθηκε ως Περιορισμένης Χρήσης ΕΕ, σύντομη σύνοψη του οποίου διατίθεται στην ακόλουθη ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.edps.europa.eu/EDPSWEB/webdav/site/mySite/shared/Documents/Supervision/Eurodac/07-11-09_Eurodac_audit_summary_EN.pdf

[12] Ο πίνακας 2 του παραρτήματος ορίζει, ανά κράτος μέλος, τον αριθμό επιτυχών συναλλαγών που έχουν καταχωρηθεί σε κάθε κατηγορία μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2007 και της 31ης Δεκεμβρίου 2007.

[13] Δεδομένα σχετικά με τους αιτούντες άσυλο . Δακτυλικά αποτυπώματα (πλήρη αποτυπώματα των 10 δακτύλων) των αιτούντων άσυλο αποστέλλονται για σύγκριση με τα δακτυλικά αποτυπώματα άλλων αιτούντων άσυλο που είχαν υποβάλει προηγούμενη αίτηση σε άλλο κράτος μέλος. Αυτά τα ίδια δεδομένα θα συγκριθούν επίσης με τα δεδομένα της «κατηγορίας 2» (βλέπε κάτωθι). Αυτά τα δεδομένα θα διατηρηθούν για 10 έτη, εξαιρουμένων ορισμένων ειδικών περιπτώσεων που προβλέπονται στον κανονισμό (για παράδειγμα, πρόσωπο που έχει αποκτήσει την ιθαγένεια ενός εκ των κρατών μελών), σύμφωνα με τις οποίες τα δεδομένα του συγκεκριμένου προσώπου διαγράφονται.

[14] Δεδομένα σχετικά με τους αλλοδαπούς που συλλήφθηκαν επ’ ευκαιρία της παράνομης διέλευσης ενός εξωτερικού συνόρου και οι οποίοι δεν επαναπροωθήθηκαν. Αυτά τα δεδομένα (πλήρη αποτυπώματα των 10 δακτύλων) αποστέλλονται για αποθήκευση μόνο, με σκοπό να συγκριθούν με τα δεδομένα αιτούντων άσυλο που υπεβλήθησαν προηγουμένως στη κεντρική μονάδα. Αυτά τα δεδομένα διατηρούνται για δύο έτη εξαιρουμένων των περιπτώσεων κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει τίτλο διαμονής, εγκαταλείπει την επικράτεια του κράτους μέλους ή αποκτά την ιθαγένεια ενός εκ των κρατών μελών, οπότε τα δεδομένα αυτά διαγράφονται ταχέως.

[15] Και κατά συνέπεια σύγκρισης δεδομένων σχετικά με τους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν συλληφθεί για παράνομη διαμονή στην επικράτεια ενός κράτους μέλους με τα δακτυλικά αποτυπώματα προηγουμένως καταχωρηθέντων αιτούντων άσυλο.

[16] Δεδομένα σχετικά με αλλοδαπούς που βρίσκονται παράνομα στην επικράτεια ενός κράτους μέλους. Αυτά τα δεδομένα, που δεν αποθηκεύονται, συγκρίνονται με τα δεδομένα που αφορούν τους αιτούντες άσυλο που έχουν αποθηκευθεί στην κεντρική βάση δεδομένων. Η διαβίβαση των δεδομένων αυτής της κατηγορίας είναι προαιρετική για τα κράτη μέλη.

[17] Οι στατιστικές που αφορούν τις τοπικές συμπτώσεις που περιλαμβάνονται στους πίνακες δεν αντιστοιχούν αναγκαστικά στις συμπτώσεις που διαβιβάζονται από την κεντρική μονάδα και καταχωρούνται από τα κράτη μέλη. Πράγματι, τα κράτη μέλη δεν χρησιμοποιούν πάντα τη δυνατότητα που προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 4, η οποία τους επιτρέπει να ζητούν από την κεντρική μονάδα να πραγματοποιεί σύγκριση με τα δικά τους δεδομένα που είναι ήδη αποθηκευμένα στην κεντρική βάση δεδομένων. Εντούτοις, ακόμα και όταν τα κράτη μέλη δεν χρησιμοποιούν αυτή τη δυνατότητα, η κεντρική μονάδα οφείλει, για τεχνικούς λόγους, να πραγματοποιεί πάντα σύγκριση με όλα τα δεδομένα (εθνικά και αλλοδαπά) που αποθηκεύονται στην κεντρική μονάδα. Σε μια τέτοια περίπτωση, ακόμα και αν υπάρχει σύμπτωση με τα εθνικά δεδομένα, η κεντρική μονάδα θα περιοριστεί να απαντήσει αρνητικά («no hit») επειδή το κράτος μέλος δεν ζήτησε τη σύγκριση των υποβληθέντων δεδομένων έναντι των δικών τους δεδομένων.

[18] Γεγονός που αντιπροσωπεύει αύξηση κατά 230% σε σχέση με τις στατιστικές του 2006 (486). Οι αιτούντες άσυλο που είχαν αρχικά υποβάλει αίτηση στην Πολωνία φαίνεται εξίσου ότι μεταβαίνουν σε μεγάλο αριθμό στο Βέλγιο.

[19] Μια αίτηση ασύλου ακυρώνει μια παράνομη είσοδο και κατά συνέπεια δεν είναι απαραίτητο να αποσταλεί συναλλαγή «κατηγορίας 2» όταν κάποιος που συλλαμβάνεται στα σύνορα υποβάλει ταυτόχρονα αίτηση ασύλου.

[20] Μέση ετήσια καθυστέρηση κατά τη διαβίβαση μιας κατηγορίας δεδομένων του κράτους μέλους που έχει σημειώσει τα χειρότερα αποτελέσματα σχετικά με το ζήτημα.

[21] Στο ούτως αποκαλούμενο σενάριο των « εσφαλμένων συμπτώσεων », ένας υπήκοος τρίτης χώρας υποβάλει αίτηση ασύλου σε ένα κράτος μέλος (A), του οποίου οι αρχές λαμβάνουν τα δακτυλικά του αποτυπώματα. Καθόσον χρονικό διάστημα εκκρεμεί η αποστολή των συγκεκριμένων δακτυλικών αποτυπωμάτων στη κεντρική μονάδα (συναλλαγή της κατηγορίας 1), το ίδιο πρόσωπο μπορεί ήδη να παρουσιαστεί σε ένα άλλο κράτος μέλος (B) και να υποβάλλει νέα αίτηση ασύλου . Αν αυτό το κράτος μέλος B διαβιβάσει τα δακτυλικά αποτυπώματα πρώτο, τα δακτυλικά αποτυπώματα που διαβιβάζονται από το κράτος μέλος A θα καταχωρηθούν στη βάση δεδομένων αργότερα από τα αποτυπώματα που απεστάλησαν από το κράτος μέλος Β και θα δημιουργήσουν κατά συνέπεια σύμπτωση προερχόμενη από τη σύγκριση των δεδομένων που διαβιβάστηκαν από το κράτος μέλος B με τα δεδομένα που διαβιβάστηκαν από το κράτος μέλος A. Το κράτος μέλος B θα ορισθεί ως εκ τούτου υπεύθυνο αντί του κράτους μέλους Α, στο οποίο υποβλήθηκε η πρώτη αίτηση ασύλου.

[22] Στην περίπτωση « ματαιωμένης σύμπτωσης », ένας υπήκοος τρίτης χώρας συλλαμβάνεται κατά την παράνομη διέλευση ενός συνόρου και τα δακτυλικά του αποτυπώματα λαμβάνονται από τις αρχές του κράτους μέλους (A) στο οποίο εισήλθε. Καθόσον χρονικό διάστημα εκκρεμεί η αποστολή των δακτυλικών αποτυπωμάτων του στην κεντρική μονάδα (συναλλαγή της κατηγορίας 2), το ίδιο πρόσωπο μπορεί ήδη να παρουσιαστεί σε ένα άλλο κράτος μέλος (B) και να υποβάλει αίτηση ασύλου . Με αυτήν την ευκαιρία, οι αρχές του κράτους μέλους (B) θα λάβουν τα δακτυλικά αποτυπώματά του. Αν αυτό το κράτος μέλος (B) διαβιβάσει τα δακτυλικά αποτυπώματα (συναλλαγή της κατηγορίας 1) πρώτο, η κεντρική μονάδα θα καταχωρήσει πρώτα μια συναλλαγή της κατηγορίας 1 και το κράτος μέλος (B) θα εξετάσει την αίτηση αντί του κράτους μέλους A. Πράγματι, όταν μια συναλλαγή της κατηγορίας 2 φθάνει μεταγενέστερα, η σύμπτωση θα ματαιωθεί επειδή τα δεδομένα της κατηγορίας 2 δεν ερευνώνται.

[23] Μια «επιτυχής συναλλαγή» είναι μια συναλλαγή που έχει εξετασθεί επιτυχώς από την κεντρική μονάδα, χωρίς να απορριφθεί για λόγους σχετικούς με ζητήματα εγκυρότητας των δεδομένων, σφαλμάτων ή ανεπαρκούς ποιότητας των δακτυλικών αποτυπωμάτων.

[24] 16.5958 το 2006.

[25] 41.312 το 2006.

[26] 63.341 το 2006.

[27] 270611 το 2006.

[28] Η κατηγορία 9 καλύπτει τις ειδικές έρευνες δυνάμει του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 του Συμβουλίου.