25.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ορισμός του ρόλου και του καθεστώτος των ομαδικών αγωγών του κοινοτικού δικαίου για την κατανάλωση»

(2008/C 162/01)

Στις 16 Φεβρουαρίου 2007, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, του Εσωτερικού Κανονισμού της, να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Ορισμός του ρόλου και του καθεστώτος των ομαδικών αγωγών του κοινοτικού δικαίου για την κατανάλωση»

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 31 Ιανουαρίου 2008, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. PEGADO LIZ.

Κατά την 442η σύνοδο ολομέλειας της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008 (συνεδρίαση της 14ης Φεβρουαρίου) η ΕΟΚΕ υιοθέτησε με 134 ψήφους υπέρ, 94 κατά και 6 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ αποφάσισε να ανακινήσει τη συζήτηση όσον αφορά την αναγκαιότητα και τη σκοπιμότητα να πραγματοποιηθεί εις βάθος προβληματισμός σχετικά με τον ρόλο και το νομικό καθεστώς μιας μορφής ενιαίας συλλογικής αγωγής σε κοινοτικό επίπεδο, ιδιαίτερα στους τομείς του δικαίου της κατανάλωσης και του ανταγωνισμού, τουλάχιστον σε πρώτη φάση.

1.2

Η ΕΟΚΕ πάντοτε υποστήριζε ότι πρέπει να δοθεί ένας ορισμός κοινοτικού επιπέδου σε μία ομαδική αγωγή, η οποία θα στοχεύει στην αποτελεσματική αποκατάσταση της βλάβης σε περίπτωση παραβίασης των συλλογικών ή κοινών δικαιωμάτων. Μια τέτοια αγωγή θα συμπληρώσει επωφελώς την προστασία που ήδη παρέχεται τόσο με τα εναλλακτικά όσο και με τα δικαστικά ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται, κυρίως, η αγωγή για παράλειψη όπως ορίζεται στην οδηγία 98/27/ΕΚ της 19ης Μαΐου 1998.

1.3

Πράγματι, η ΕΟΚΕ έχει υπερασπιστεί επανειλημμένως την ανάγκη κοινοτικής παρέμβασης στον τομέα αυτό, στο βαθμό που έκρινε ότι μια τέτοια αγωγή:

μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην άρση των εμποδίων στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς που οφείλονται στις αποκλίσεις των διαφόρων εθνικών νομικών καθεστώτων, δίνοντας έτσι νέα εμπιστοσύνη στους καταναλωτές όσον αφορά τα οφέλη της ενιαίας αγοράς και διασφαλίζοντας επιπλέον συνθήκες πραγματικού και θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων [άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία γ) και ζ) της Συνθήκης]·

επιτρέπει την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών, διότι διευκολύνει και καθιστά αποτελεσματικότερο τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούν να επικαλούνται τα δικαιώματά τους ενώπιον της δικαιοσύνης και έτσι διασφαλίζει την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας [άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο τ) της Συνθήκης]·

ανταποκρίνεται στην θεμελιώδη αρχή του δικαίου για το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον αμερόληπτου δικαστηρίου, δικαίωμα που εγγυάται ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (άρθρο 47).

1.4

Το γεγονός ότι πολλά κράτη μέλη υιοθέτησαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών διαφορετικά δικαιοδοτικά συστήματα εκπροσώπησης των συλλογικών δικαιωμάτων των καταναλωτών, ενώ άλλα δεν έχουν ακόμη υιοθετήσει αντίστοιχα συστήματα δημιουργεί ανισότητες όσον αφορά την προσφυγή στη δικαιοσύνη και βλάπτει την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς. Η ΕΟΚΕ λυπάται ακόμη περισσότερο για την κατάσταση αυτή, επειδή η ικανοποίηση και η εμπιστοσύνη των πολιτών αποτελούν έναν από τους στόχους που προβλήθηκαν ευρέως για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς κατά τον 21ο αιώνα. Η ΕΟΚΕ προτίθεται να μελετά με προσοχή τις συνέπειες όλων των εξεταζόμενων μέτρων για την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και τις επιπτώσεις που θα έχουν τελικά οι δυσανάλογες επιβαρύνσεις στους εργαζόμενους και στους καταναλωτές.

1.5

Η ΕΟΚΕ προτίθεται, συνεπώς, να συμβάλει στον εν λόγω προβληματισμό με συγκεκριμένες συστάσεις σχετικά με το νομικό καθεστώς της ομαδικής αγωγής, λαμβάνοντας υπόψη τα ισχύοντα εθνικά συστήματα των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και τις εμπειρίες άλλων χωρών που έχουν εισάγει παρόμοιες αγωγές. Συνεκτιμά ιδιαίτερα τις αρχές που διατυπώνονται στη Σύσταση αριθ. C(2007)74 του Συμβουλίου Υπουργών του ΟΟΣΑ, της 12ης Ιουλίου 2007, σχετικά με τη ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης και την αποκατάστασή τους.

1.6

Για τον ορισμό των προτεινόμενων παραμέτρων σχετικά με μια νομοθετική πρωτοβουλία σε κοινοτικό επίπεδο, η ΕΟΚΕ έλαβε υπόψη της την κοινή νομική παράδοση των ευρωπαϊκών δικαιοδοτικών οργάνων και τις κοινές θεμελιώδεις αρχές της πολιτικής δικονομίας των κρατών μελών και συνεπώς απέρριψε τη μορφή της «συλλογικής αγωγής» κατά το αμερικανικό πρότυπο, που είναι ασύμβατη με τις εν λόγω παραδόσεις και αρχές. Η ΕΟΚΕ κρίνει εξαιρετικά επιβλαβή την ανάπτυξη εμπνευσμένων από τις «συλλογικές αγωγές» των ΗΠΑ πρακτικών, σύμφωνα με τις οποίες αποδίδονται είτε σε τρίτους επενδυτές είτε σε δικηγόρους σημαντικά μερίδια των ποσών που επιδικάστηκαν ως αποζημίωση αντισταθμιστικού ή ποινικού χαρακτήρα από διαδικασίες που κινήθηκαν υπέρ των συμφερόντων των καταναλωτών.

1.7

Έχοντας υπόψη τους στόχους και τους σκοπούς ενός τέτοιου μέσου, η ΕΟΚΕ ανέλυσε τις κυριότερες δυνατές επιλογές όσον αφορά το νομικό καθεστώς (πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα ενός καθεστώτος προαιρετικής συμμετοχής (opt-in), εξαίρεσης (opt-out) ή μικτού καθεστώτος), τον ρόλο του δικαστή, την αποζημίωση των βλαβών, τα ένδικα μέσα και τη χρηματοδότηση.

1.8

Η νομική βάση μιας τέτοιας πρωτοβουλίας, καθώς και το νομικό μέσο που θα χρησιμοποιηθεί, αποτελούν πολύ σημαντικά θέματα που αναλύθηκαν επίσης και για τα οποία διατυπώνονται προτάσεις.

1.9

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι ο προβληματισμός αυτός για τη θέσπιση μηχανισμού ομαδικής αγωγής δεν αντιβαίνει καθόλου, αντίθετα μάλιστα, στην ύπαρξη και στην ανάπτυξη εναλλακτικών τρόπων επίλυσης των διαφορών (ADR/ΕΕΔ). Η ΕΟΚΕ είναι μάλιστα από τους πρώτους που διατύπωσαν την άποψη ότι είναι ανάγκη να δημιουργηθούν αποτελεσματικά μέσα που θα επιτρέπουν στους καταναλωτές να διεκδικούν τα δικαιώματά τους, ατομικά ή συλλογικά, χωρίς να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ μιας καλύτερης εναρμόνισης των καθεστώτων διαμεσολάβησης που υφίστανται στους τομείς που άπτονται της κατανάλωσης, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου έχει αναπτυχθεί περισσότερο ή όπου προβλέπεται να αναπτυχθεί το διασυνοριακό εμπόριο.

1.10

Οι ομαδικές αγωγές για τους καταναλωτές που έχουν υποστεί βλάβη καλύπτουν ένα φάσμα που μπορεί να περιλαμβάνει ατομικές, εθελοντικές και συναινετικές αγωγές μέχρι ομαδικές και δικαστικές αγωγές. Καθένα από τα επίπεδα αυτά διευθέτησης διαφορών πρέπει να λειτουργεί με βέλτιστο τρόπο ώστε να διευκολύνεται η αποκατάσταση των βλαβών που έχουν υποστεί τα θύματα στο πιο προσιτό επίπεδο που να έχει όσο το δυνατό λιγότερο αναγκαστικό χαρακτήρα για την υπεράσπιση

1.11

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρόθεση της Επιτροπής να συνεχίσει τη μελέτη του θέματος. Όμως, επιμένει ότι είναι ανάγκη να υπάρχει παράλληλα πραγματική πολιτική βούληση που θα οδηγεί στις ενδεδειγμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες.

1.12

Ερμηνεύοντας τη βούληση των αντιπροσώπων της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών, η ΕΟΚΕ απευθύνεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στα κράτη μέλη, ώστε ο προβληματισμός αυτός να γίνει λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντας των διάφορων μερών και τηρώντας τις αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας, να τον ακολουθήσουν οι απαραίτητες πολιτικές αποφάσεις και να αναληφθεί, εντός εύλογου χρόνου, πρωτοβουλία προς την προτεινόμενη κατεύθυνση.

2.   Εισαγωγή

2.1

Ο στόχος της παρούσας γνωμοδότησης πρωτοβουλίας είναι η προώθηση ευρύτερου προβληματισμού σχετικά με τον ρόλο και το νομικό καθεστώς μιας μορφής ομαδικής αγωγής (1) σε κοινοτικό επίπεδο, ιδίως στον τομέα του δικαίου της κατανάλωσης και του ανταγωνισμού, τουλάχιστον σε πρώτη φάση (2). Απώτερος σκοπός της είναι να παροτρύνει την κοινωνία των πολιτών και τα αρμόδια όργανα της ΕΕ να εξετάσουν την αναγκαιότητα και τον αντίκτυπο που θα έχει η ανάληψη μιας τέτοιας πρωτοβουλίας και να προβληματισθούν για τον ορισμό της νομικής φύσης της και για τους όρους και τις συνθήκες της εφαρμογής της, στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού νομικού χώρου.

2.2

Για το σκοπό αυτό, η χρησιμοποιούμενη μέθοδος βασίζεται στην προηγούμενη ανάλυση των αναγκών στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς και της συμμόρφωσης της πρωτοβουλίας με το κοινοτικό δίκαιο. Στη συνέχεια θα μελετηθεί η ικανότητά της να επιλύει τις διασυνοριακές διαφορές αποτελεσματικά και ταχέως, ιδίως όσον αφορά τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών.

3.   Η ενιαία αγορά και τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών

3.1

Η «μαζικοποίηση» των εμπορικών συναλλαγών, λόγω της ανάπτυξης της εν σειρά παραγωγής, από το δεύτερο ήμισυ του περασμένου αιώνα και μετά, είχε ως συνέπεια σημαντικές αλλαγές στον τρόπο ανάθεσης των συμβάσεων και σύναψης των συμφωνιών πωλήσεων και παροχής υπηρεσιών.

Η εμφάνιση της κοινωνίας της πληροφορίας και οι δυνατότητες που δημιουργήθηκαν με τις εξ αποστάσεως πωλήσεις και το ηλεκτρονικό εμπόριο συνεπάγονται νέα οφέλη για τον καταναλωτή, ο οποίος όμως ενδέχεται να αντιμετωπίζει νέες μορφές πιέσεων και να διατρέχει νέους κινδύνους κατά τη σύναψη συμβάσεων.

3.2

Όταν αναπτύσσονται οι δημόσιες προσφορές, οι συμβάσεις προσχώρησης, οι επιθετικές μορφές της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, η ελλιπής προσυμβατική πληροφόρηση, οι γενικευμένες αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, οι αντιανταγωνιστικές πρακτικές, μπορούν να προξενήσουν ζημίες σε σημαντικές ομάδες καταναλωτών, οι οποίες πολύ συχνά δεν προσδιορίζονται ή είναι δύσκολο να προσδιοριστούν.

3.3

Τα ομοιογενή ατομικά συμφέροντα, τα συλλογικά συμφέροντα ομάδων ή τα κοινά συμφέροντα όλου του κόσμου δεν βρίσκουν πάντοτε στα νομικά συστήματα του παραδοσιακού δικονομικού δικαίου, που έχουν την προέλευσή τους στο ρωμαϊκό δίκαιο, τις κατάλληλες μορφές εύκολων, ταχείων, όχι πολύ δαπανηρών και αποτελεσματικών δικαστικών ενεργειών (3).

3.4

Σχεδόν σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στα κράτη μέλη της ΕΕ, τα νομικά συστήματα προτείνουν μορφές νομικής προστασίας των συλλογικών ή των κοινών συμφερόντων.

3.4.1

Όμως τα συστήματα αυτά είναι αρκετά ανόμοια και διαφέρουν σημαντικά όσον αφορά την προστασία των εν λόγω συμφερόντων. Οι διαφορές αυτές δημιουργούν στρεβλώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

3.5

Πράγματι, λόγω μη εναρμόνισης σε κοινοτικό επίπεδο, τα εθνικά νομικά συστήματα αναπτύχθηκαν, κατά το πρόσφατο παρελθόν, σύμφωνα με πολύ διαφορετικούς προσανατολισμούς. Οι διαφορές αυτές δεν εξηγούνται τόσο λόγω διαφορετικών θεμελιωδών αρχών, αλλά μάλλον λόγω των διαφορετικών παραδόσεων δικονομικού δικαίου. Οι συνημμένοι πίνακες εμφανίζουν τις σημαντικότερες διαφορές σε εθνικό επίπεδο (4).

3.6

Τα μειονεκτήματα της κατάστασης αυτής καταγγέλθηκαν πολύ νωρίς, ιδίως από τις οργανώσεις εκπροσώπησης των συμφερόντων των καταναλωτών, αλλά και από πολλούς νομομαθείς και καθηγητές του κοινοτικού δικαίου, λόγω της άνισης μεταχείρισης των ευρωπαίων πολιτών όσον αφορά την προσφυγή στο δίκαιο και στη δικαιοσύνη (5).

3.7

Στα κοινοτικά θεσμικά όργανα μόλις το 1985, κατόπιν ενός συνεδρίου που οργανώθηκε στη Γάνδη το 1982, υπό την αιγίδα της Επιτροπής, δημοσιεύθηκε το μνημόνιο με θέμα Πρόσβαση των καταναλωτών στη δικαιοσύνη  (6), έγγραφο στο οποίο η Επιτροπή εξέταζε, μεταξύ άλλων, για πρώτη φορά τα συστήματα υπεράσπισης των συλλογικών δικαιωμάτων ενώπιον της δικαιοσύνης.

3.8

Παρόλα αυτά, χρειάστηκε η συμπληρωματική ανακοίνωση της 7ης Μαΐου 1987 για να εξαγγείλει η Επιτροπή, κατόπιν του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Μαρτίου 1987 (7), την πραγματική της πρόθεση να μελετηθεί μια οδηγία-πλαίσιο που θα εισάγει το γενικό δικαίωμα των οργανώσεων να υπερασπίζονται ενώπιον της δικαιοσύνης τα συλλογικά τους δικαιώματα και καλούσε το Συμβούλιο να αναγνωρίσει το σημαντικό ρόλο των οργανώσεων των καταναλωτών τόσο ως ενδιάμεσων όσο ως άμεσων εκπροσώπων του τομέα για την προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη.

3.9

Και το Συμβούλιο τόνισε στο ψήφισμά του της 25ης Ιουνίου 1987, που αφιερώθηκε αποκλειστικά στην προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη, τον σημαντικό ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν οι οργανώσεις των καταναλωτών, καλώντας την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον θα ήταν ενδεδειγμένη η ανάληψη, σε κοινοτικό επίπεδο, παρόμοιας πρωτοβουλίας στον εν λόγω τομέα  (8) .

3.10

Τέλος, το 1989 στο πλαίσιο της προετοιμασίας «Σχετικά με τις μελλοντικές προτεραιότητες για την αναθέρμανση της πολιτικής για την προστασία των καταναλωτών», η Επιτροπή έκρινε στο τριετές της πρόγραμμα (9) (1990-1992) ότι η προσφυγή στη δικαιοσύνη και η αποκατάσταση των ζημιών ήταν μέτρια σε πολλά κράτη μέλη λόγω του κόστους της, των δυσχερειών της και των αναγκαίων προθεσμιών και ότι υπήρχαν προβλήματα με τις διασυνοριακές συναλλαγές. Δήλωνε ότι θα πραγματοποιηθούν μελέτες για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν και ότι η δυνατότητα άσκησης ομαδικών αγωγών για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν οι καταναλωτές θα αποτέλεσει αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής (10).

3.11

Μόλις το 1993 η Επιτροπή ξεκίνησε τη δημόσια συζήτηση για το θέμα αυτό με τη δημοσίευση του σημαντικού «Πράσινου βιβλίου για την προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη και ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης στην ενιαία αγορά» (11).

Πράγματι, με την ευκαιρία αυτή εξετάστηκε για πρώτη φορά εμπεριστατωμένα και με κοινοτική προοπτική το θέμα της εφαρμογής ενός ενιαίου καθεστώτος αγωγών για παράλειψη, τις όποιες πολλοί θεώρησαν ότι θα χρησιμεύσουν ως βάση για μια πραγματικά ομαδική αγωγή υπεράσπισης των συμφερόντων των καταναλωτών (12).

3.12

Από την πλευρά του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναφέρει στο ψήφισμά του της 22ας Απριλίου 1994 (13), ότι είναι σκόπιμο να εναρμονιστούν ορισμένοι δικονομικοί κανόνες των κρατών μελών, να προβλεφθεί η δυνατότητα καθιέρωσης, για τις υποθέσεις μέχρις ορισμένου ποσού, κοινοτική διαδικασία που θα επιτρέπει την ταχεία επίλυση των διασυνοριακών διαφορών, και προσθέτει επίσης ότι πρέπει να εναρμονιστούν, μέχρις ενός σημείου, οι προϋποθέσεις που θα ισχύουν για την άσκηση αγωγής για παράλειψη κατά παράνομων εμπορικών πρακτικών.

3.13

Επίσης, η ΕΟΚΕ στη γνωμοδότηση της που υιοθέτησε ομόφωνα στη σύνοδο ολομέλειας της 1ης Ιουλίου 1994 (14), μεταξύ άλλων παρέπεμψε στην αρχή «της γενικής αναγνώρισης του δικαιώματος δικαστικής παράστασης στις οργανώσεις των καταναλωτών, για την εκπροσώπηση των κοινών και των συλλογικών συμφερόντων ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή εξωδικαστικής αρχής οποιουδήποτε κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την εθνικότητα των ενδιαφερομένων, την εθνικότητα των ίδιων των οργανώσεων και τον αρχικό τόπο της διαφοράς» και κάλεσε ρητώς την Επιτροπή να καθιερώσει ενιαία διαδικασία για τις συλλογικές και τις κοινές αγωγές, όχι μόνο για την παύση των παράνομων πρακτικών αλλά και για τις αγωγές αποζημίωσης (15).

3.14

Από την πλευρά της η Επίτροπος κ. Emma Bonino, μόλις ανακοινώθηκαν οι προτεραιότητες της, έδωσε έμφαση στην εφαρμογή της κοινοτικής διαδικασίας που θα επιτρέπει την ταχεία επίλυση των διασυνοριακών διαφορών και την εναρμόνιση των προϋποθέσεων που θα εφαρμόζονται για την άσκηση αγωγών για παράλειψη κατά παράνομων εμπορικών πρακτικών, και θα συνοδεύεται από αμοιβαία αναγνώριση της νομιμότητας των ενώσεων των καταναλωτών να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη (16).

3.15

Εν συνεχεία, στις 26 Ιανουαρίου 1996 δημοσιεύθηκε πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις αγωγές για παράλειψη στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών (17).

Με την οδηγία αυτή, η Επιτροπή έδωσε συνέχεια στην σύσταση της έκθεσης Sutherland και έτσι ανταποκρινόταν στην υπόδειξη, που είχε γίνει ευρέως αποδεκτή και περιείχετο στο Πράσινο Βιβλίο (18)  (19).

3.16

Αναμφισβήτητα, η σχετική οδηγία άλλαξε ριζικά το κοινοτικό δίκαιο διότι για πρώτη φορά η Κοινότητα νομοθετούσε σε τομέα που αφορούσε την πολιτική δικονομία (20).

Παρόλα αυτά, η υπόδειξη που απέβλεπε στην επέκταση του πεδίου εφαρμογής για την αποκατάσταση των ζημιών δεν υιοθετήθηκε.

3.17

Παράλληλα, η Επιτροπή κατάρτισε ένα «Σχέδιο δράσης σχετικά με την πρόσβαση των καταναλωτών στη δικαιοσύνη και τη ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης στην εσωτερική αγορά» που παρουσίασε στις 14 Φεβρουαρίου 1996, το οποίο αφού εξέτασε και προσδιόρισε το πρόβλημα των διαφορών σχετικά με την κατανάλωση και μελέτησε τις διάφορες λύσεις που δόθηκαν σε εθνικό επίπεδο στα κράτη μέλη, ανήγγειλε ορισμένες πρωτοβουλίες που σκόπευε να ξεκινήσει. Μεταξύ αυτών μπορούμε να διακρίνουμε μια σκέψη όσον αφορά την δυνατότητα για τους καταναλωτές που υπέστησαν ζημία από τον ίδιο επαγγελματία να εξουσιοδοτήσουν τις καταναλωτικές οργανώσεις να συγκεντρώσουν τις «πρότερες» αξιώσεις τους προκειμένου να συνενώσουν τις ταυτόσημες ατομικές περιπτώσεις με σκοπό να τις υποβάλουν από κοινού και συγχρόνως ενώπιον της ίδιας δικαστικής αρχής (21).

3.18

Σχετικά με τα ανωτέρω το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του της 14ης Νοεμβρίου 1996 αναφέρει τα εξής, έχοντας υπόψη ότι η προσφυγή στη δικαιοσύνη αποτελεί αφενός θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και απαραίτητη προϋπόθεση εγγύησης όσον αφορά την ασφάλεια του δικαίου, είτε είναι εθνικό είτε κοινοτικό, αναγνώριζε τη σημασία των εξωδικαστικών διαδικασιών ρύθμισης των διαφορών κατανάλωσης, επέσυρε όμως την προσοχή στην ανάγκη να διασφαλισθεί η δυνατότητα στον καταναλωτή να προσφύγει αφού εξάντλησε μάταια όλες τις εξωδικαστικές διαδικασίες συμφιλίωσης, στις συνήθεις δικαστικές διαδικασίες, τηρώντας την αρχή της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του δικαίου. Κατά συνέπεια, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλούσε την Επιτροπή να εκπονήσει περαιτέρω προτάσεις με στόχο τη διευκόλυνση της πρόσβασης των ευρωπαίων πολιτών που δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι μιας χώρας στις εθνικές δικαστικές διαδικασίες και παρώτρυνε τα κράτη μέλη ότι «πρέπει να προωθηθεί από τα κράτη μέλη η δυνατότητα άσκησης δράσης εκ μέρους των ενώσεων των καταναλωτών, (…), ως εντολοδόχων όσων εγείρουν μεμονωμένως απαίτηση» (22).

3.19

Από τότε το θέμα φαίνεται ότι παραπέμφθη στις ελληνικές καλένδες από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (23).

Αντίθετα, στην ΕΟΚΕ το θέμα εξετάσθηκε επανειλημμένως με σκοπό να αποδειχθεί ότι είναι αναγκαία η καθιέρωση διαδικασίας της πολιτικής δικονομίας, σε κοινοτικό επίπεδο, που θα επιτρέπει την υπεράσπιση ενώπιον της δικαιοσύνης κοινών, συλλογικών ή ατομικών συμφερόντων (24).

3.20

Η Επιτροπή μόλις πρόσφατα επανεξέτασε το θέμα στο «Πράσινο Βιβλίο: Αγωγές αποζημίωσης για παράβαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ» (25), σε όρους που πρέπει να υπογραμμισθούν,

«Η άσκηση αγωγής αποζημίωσης για παράβαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων, από καταναλωτές και αγοραστές με πολύ μικρές αξιώσεις, θα είναι απίθανη αν όχι αδύνατη για πρακτικούς λόγους. Θα πρέπει επομένως να εξετασθούν οι τρόποι για την καλύτερη δυνατή προστασία των συμφερόντων αυτών με την άσκηση συλλογικών αγωγών. Πέραν της ειδικής προστασίας των συμφερόντων του καταναλωτή, οι συλλογικές αγωγές μπορεί να χρησιμεύσουν για την ενοποίηση μεγάλου αριθμού μικρότερων αξιώσεων σε μία αγωγή, εξοικονομώντας έτσι χρόνο και χρήμα.»

3.21

Η ΕΟΚΕ με τη γνωμοδότηση της 26ης Οκτωβρίου 2006, υποστήριξε την πρωτοβουλία αυτή της Επιτροπής και επιβεβαίωσε ότι οι συλλογικές αγωγές είναι αναγκαίες εφόσον θα αξιώνουν αποζημίωση στο μέτρο που: «(οι συλλογικές αγωγές) ανταποκρίνονται πλήρως σε ορισμένους βασικούς στόχους: 1) αποτελεσματική αποζημίωση, δεδομένου ότι οι συλλογικές αγωγές διευκολύνουν τη διεκδίκηση αποζημιώσεων από οργανώσεις εξ ονόματος των θιγόμενων καταναλωτών και συμβάλλουν στην ουσιαστική πρόσβαση στη δικαιοσύνη· 2) πρόληψη και αποτροπή συμπεριφορών που συνιστούν παράβαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, δεδομένης της ευρύτερης κοινωνικής επίπτωσης αυτού του είδους αγωγών» (26).

3.22

Εντωμεταξύ, η Επιτροπή ζήτησε από το Κέντρο για το δίκαιο της κατανάλωσης του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβέν την πραγματοποίηση σημαντικής μελέτης, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα, για τα εναλλακτικά μέσα ρύθμισης των διαφορών. Σημαντικό μέρος της εν λόγω μελέτης, μεγέθους 400 σελίδων, αφιερώθηκε στην περιγραφή των 28 εθνικών συστημάτων για τα δικαστικά συλλογικά μέσα υπεράσπισης των καταναλωτών, δηλαδή των 25 κρατών μελών συν των ΗΠΑ, του Καναδά και της Αυστραλίας (27).

3.23

Η νέα αρμόδια για τους καταναλωτές Επίτροπος κ. Meglena KUNEVA έχει ανακοινώσει σε πολλές δηλώσεις ότι το θέμα αυτό αποτελεί μία από τις προτεραιότητες της θητείας της. Περιέχεται, εξάλλου, στην πρόσφατη ανακοίνωση με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για την πολιτική καταναλωτών 2007-2013» (28). Το θέμα αυτό επιβεβαιώθηκε εκ νέου τόσο από την Επίτροπο κ. Neeelie KROES όσο και από την Επίτροπο κ. Meglena KUNEVA σε πρόσφατη συνέντευξη τύπου στη Λισσαβώνα κατόπιν πρωτοβουλίας της πορτογαλικής Προεδρίας (29).

3.24

Το Συμβούλιο Υπουργών του ΟΟΣΑ υιοθέτησε πρόσφατα και αυτό μια σύσταση σχετικά με τη ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης και την αποκατάστασή τους [C(2007)74 της 12ης Ιουλίου 2007], στην οποία αναγνωρίζει ότι η πλειονότητα των συστημάτων που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη για τη ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης και την αποκατάστασή τους θεσπίστηκαν με στόχο τη διευθέτηση υποθέσεων σε εθνικό επίπεδο και δεν ενδείκνυνται πάντοτε για την αποζημίωση καταναλωτών καταγόμενων από κάποιο άλλο κράτος μέλος.

4.   Γιατί ομαδική αγωγή σε κοινοτικό επίπεδο

4.1

Η νομική προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών στα κράτη μέλη και στην ΕΕ προϋποθέτει, όχι μόνο την αναγνώριση των ουσιαστικών δικαιωμάτων, αλλά και τη θέσπιση κατάλληλων διαδικασιών για να μπορούν οι καταναλωτές να διεκδικούν αυτά τα δικαιώματα.

Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η αύξηση των διασυνοριακών συναλλαγών είχε ως αποτέλεσμα την αντίστοιχη αύξηση των καταναλωτικών διαφορών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σε πολλές περιπτώσεις απεδείχθη ότι η ατομική ρύθμιση των διαφορών είναι ανεπαρκής. Το κόστος της και η βραδύτητα της συμβάλλουν ευρέως στην αναποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων των καταναλωτών, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πολλούς καταναλωτές (πολλές χιλιάδες και μάλιστα εκατομμύρια) που ζημιώθηκαν από την ίδια πρακτική και όταν το ύψος των ατομικών ζημιών είναι σχετικά χαμηλό. Η προοδευτική ανάπτυξη της «ευρωπαϊκής κοινωνίας» δημιουργεί επίσης προβλήματα προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου, θα ήταν ευκταίο να διεκδικούν οι ευρωπαίοι πολίτες τα δικαιώματά τους με ενιαίο τρόπο. Σήμερα, καταχρηστικές συμπεριφορές, που σημειώνονται σε παρόμοιες περιστάσεις και δημιουργούν ταυτόσημες ζημιές σε πολλά κράτη μέλη, δεν μπορούν να αποζημιωθούν παρά μόνο στα σπάνια κράτη μέλη που διαθέτουν σύστημα ομαδικής αγωγής.

4.2

Εξάλλου, τα συντάγματα όλων των κρατών μελών και η Ευρωπαïκή Σύμβαση για τη Διασφάλιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών κατοχυρώνουν το δικαίωμα για μια δίκαιη δίκη. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει κυρίως το δικαίωμα προσφυγής σε δικαστήριο με τρόπο χρήσιμο και αποτελεσματικό.

4.3

Σήμερα, τα δικαστικά συστήματα δεν επιτρέπουν στους πολίτες να αμφισβητήσουν συγκεκριμένα και αποτελεσματικά ορισμένες πρακτικές που τους ζημιώνουν και να προσφύγουν στη δικαιοσύνη.

Πολλά κράτη μέλη έδωσαν από πολλές δεκαετίες δύο είδη λύσης στο πρόβλημα αυτό.

Σε πρώτη φάση, αναγνώρισαν για το συλλογικό συμφέρον των καταναλωτών το δικαίωμα να προστατεύεται είτε με την υποβολή αιτήματος ενώπιον των διοικητικών αρχών είτε με την άσκηση αγωγής ενώπιον των δικαστηρίων. Μια άλλη κατάλληλη απάντηση δόθηκε επίσης με την αναγνώριση διαδικασίας ομαδοποίησης των ατομικών αγωγών. Οι αγωγές αυτές βασίζονται κυρίως στον περιορισμό των διαδικασιών εφόσον συγκεντρώνουν το σύνολο των αγωγών σε μία, που ακολουθεί μία και μόνο διαδικασία.

4.4

Η καθιέρωση ευρωπαϊκής ομαδικής αγωγής θα επιτρέψει την προσφυγή στη δικαιοσύνη σε όλους τους καταναλωτές, ανεξαρτήτως εθνικότητας, οικονομικής κατάστασης και ύψους της ζημίας που υπέστησαν. Θα προσφέρει επίσης πλεονεκτήματα στους επαγγελματίες χάρη στον περιορισμό των διαδικασιών. Το κόστος για μια τέτοια δίκη θα είναι κατώτερο σε σύγκριση με εκείνο της άσκησης πολλών ατομικών αγωγών. Η διαδικασία αυτή θα έχει επίσης το πλεονέκτημα της ασφάλειας δικαίου, εφόσον με την ίδια απόφαση θα δίνεται λύση σε αναρίθμητες παρόμοιες αγωγές (30). Τέλος, θα επιτρέψει να αποφεύγονται αντιφάσεις στη νομολογία μεταξύ των δικαστηρίων των ευρωπαϊκών κρατών που θα αποφαίνονται για παρόμοιες διαφορές.

Αυτό το κοινό σύστημα για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες θα επιτρέψει, συνεπώς, την καλύτερη προστασία των καταναλωτών, θα ενισχύσει όμως και την εμπιστοσύνη των επαγγελματιών και κατά συνέπεια τις συναλλαγές και το εμπόριο στην ΕΕ.

4.5

Η αγωγή που ορίζεται με τον τρόπο αυτόν θα έχει θετικό αντίκτυπο στον τομέα του διεθνούς ιδιωτικού δικαίου, δεδομένων των δυσκολιών ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων για την επίλυση των συμβατικών και εξωσυμβατικών διαφορών (Ρώμη Ι και Ρώμη ΙΙ). Θα επιτρέψει επίσης να οριστούν με ακρίβεια οι κανόνες δικαστικής δικαιοδοσίας, αναγνώρισης και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (Κανονισμός 44/2001). (31)

4.6

Έτσι, το δίκαιο της κατανάλωσης θα ενισχυθεί λόγω της αύξησης των προσφυγών που θα επιτρέπουν την καταβολή δίκαιης αποζημίωσης υπέρ των καταναλωτών και την αποτελεσματική προστασία του «αδύνατου μέρους», η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου. Πιστεύεται ότι αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση της πρόσφατης οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Οι εν λόγω πρακτικές συχνά αναπτύσσονται συγχρόνως σε αρκετά κράτη μέλη, ζημιώνοντας μια πληθώρα καταναλωτών, οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν από κοινού αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν. Η άσκηση ομαδικής αγωγής συνιστά συμπληρωματικό διαδικαστικό μέσο, το οποίο είναι απολύτως αναγκαίο για την αποτελεσματική εφαρμογή αυτής της οδηγίας.

Έτσι, θα ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα του συνόλου των μέχρι σήμερα γνωστών οδηγιών του τομέα της προστασίας των καταναλωτών, όπως αυτές μεταφέρθηκαν στα κράτη μέλη, χάρη στην αναγνώριση της ομαδικής αγωγής στους τομείς που καλύπτουν οι οδηγίες.

Είναι ευκταίο να εφαρμοστούν επίσης οι διατάξεις αυτές προς όφελος των ΜΜΕ που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση.

4.7

Βέβαια, η εφαρμογή της συλλογικής δικαστικής διαδικασίας σε κοινοτικό επίπεδο ως έσχατη προσφυγή στις προσπάθειες επίλυσης των διαφορών, δεν θίγει καθόλου τα εξωδικαστικά συστήματα επίλυσης των διαφορών του τομέα της κατανάλωσης. Η ΕΟΚΕ υποστήριξε ανεπιφύλακτα τα εν λόγω συστήματα. Οι δυνατότητές τους πρέπει να εξετασθούν εμπεριστατωμένα και να αναπτυχθούν.

5.   Ορολογία

5.1

Για να κατανοηθεί καλά το θέμα της πρότασης πρέπει να συμφωνηθεί η μορφή της υπό εξέταση δικαστικής ενέργειας.

Όπως φαίνεται από την σύνθεση των συστημάτων που ισχύουν στα κράτη μέλη, ο ορισμός και το περιεχόμενο των διαφόρων ειδών αγωγών διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό. Έτσι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των συλλογικών αγωγών, των αγωγών συλλογικού συμφέροντος και των ομαδικών αγωγών.

5.2

Οι αντιπροσωπευτικές αγωγές δεν αφορούν παρά τις ενώσεις καταναλωτών ή τις διοικητικές οντότητες (συνήγορο του πολίτη) προκειμένου να σταματήσουν ενέργειες αντίθετες προς τα συμφέροντα των καταναλωτών, και μάλιστα σε ορισμένες χώρες, για να καταργήσουν καταχρηστικές ή παράνομες ρήτρες στις συμβάσεις κατανάλωσης.

5.3

Οι αγωγές συλλογικού συμφέροντος δίνουν τη δυνατότητα στις ενώσεις των καταναλωτών να προσφύγουν ή όχι ενώπιον δικαστικής αρχής, όταν το συλλογικό, το γενικό συμφέρον των καταναλωτών βλάπτεται από παραβίαση, είτε συγκεκριμένης διάταξης του θετικού δικαίου, είτε από γενικό πρότυπο συμπεριφοράς. Το συλλογικό συμφέρον δεν είναι το σύνολο των ατομικών συμφερόντων των καταναλωτών αλλά ομοιάζει με το γενικό συμφέρον.

5.4

Η ομαδική αγωγή είναι προσφυγή ενώπιον της δικαιοσύνης που επιτρέπει σε μεγάλο αριθμό ατόμων να ζητήσουν την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους και να αποζημιωθούν. Τεχνικά, αποτελεί συνεπώς την εφαρμογή συλλογικής διαδικασίας για τα ατομικά δικαιώματα.

5.5

Η ομαδική αγωγή δεν αφορά μόνο τον τομέα της προστασίας των καταναλωτών και του ανταγωνισμού.

Πάντως, στην περίπτωση της παρούσας γνωμοδότησης αναφέρεται μόνο στο καθ' ύλην πεδίο, όπως αναγνωρίζεται από το κοινοτικό δίκαιο.

5.6

Προτείνεται συνεπώς στην παρούσα γνωμοδότηση να χρησιμοποιηθεί ο όρος «ομαδική αγωγή» (32).

6.   Νομική βάση

6.1

Η νομική βάση για την πολιτική προστασίας των καταναλωτών περιέχεται στο κεφάλαιο XIV της Συνθήκης με τον τίτλο «Προστασία των καταναλωτών».

Το άρθρο 153 αποτελεί προφανώς σημαντικό στοιχείο του προβληματισμού.

6.2

Πράγματι, ακόμη και εάν το δίκαιο της κατανάλωσης αναπτύχθηκε γύρω από την αναφορά που αποτελεί το άρθρο 95 της Συνθήκης, η πολιτική προστασίας του καταναλωτή, όπως περιγράφεται εδώ, αποτελεί ακριβώς μέτρο για την προώθηση των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών.

6.3

Είναι αναμφισβήτητο ότι με την ομαδική αγωγή θα διασφαλισθεί ένα υψηλότερο επίπεδο προστασίας και θα επιτραπεί στις οργανώσεις των καταναλωτών να οργανωθούν προκειμένου να διαφυλάξουν τα συμφέροντα των καταναλωτών, δηλαδή να τους διασφαλίσουν δίκαιη αποζημίωση σε περίπτωση παραβίασης των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει κυρίως το σύνολο του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του δικαίου του ανταγωνισμού.

6.4

Η ομαδική αγωγή σε κοινοτικό επίπεδο θα συμβάλει επίσης στη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς υπέρ των καταναλωτών, όπως επιδιώκεται με τη «μεταρρύθμιση της εσωτερικής αγοράς». Οι καταναλωτές θα έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη στην ανάπτυξη του διασυνοριακού εμπορίου (33).

6.5

Μπορεί επίσης να υποστηριχθεί ότι, καθώς πρόκειται για ένα αμιγώς νομικό μέσο, τα άρθρα 65 και 67 θα μπορούσαν ενδεχομένως να επιλεγούν ως κατάλληλη νομική βάση. Πράγματι, με αυτήν ακριβώς τη νομική βάση η Επιτροπή έχει προτείνει από το 1996 και το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο έχουν υιοθετήσει σειρά νομικών μέσων στον τομέα της πολιτικής δικονομίας σε κοινοτικό επίπεδο (34).

Η λύση αυτή θα μπορεί να εξετασθεί εφόσον η εν λόγω ομαδική αγωγή μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για τις διασυνοριακές όσο και για τις εθνικές διαφορές καθώς και σε τομείς άλλους εκτός του δικαίου της κατανάλωσης.

6.6

Εν πάση περιπτώσει, η ομαδική αγωγή θα πρέπει να τηρεί τις αρχές της επικουρικότητας και αναλογικότητας χωρίς ποτέ να προχωρεί πέραν του αναγκαίου για να διασφαλισθούν οι στόχοι της Συνθήκης, στο μέτρο που αυτοί δεν μπορούν να εκπληρωθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη και συνεπώς υλοποιούνται καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο.

6.7

Η ομαδική αγωγή θα πρέπει επίσης να είναι σύμφωνη με τις αρχές και τους μηχανισμούς που προβάλλονται στη σύσταση του Συμβουλίου των Υπουργών του ΟΟΣΑ [C(2007)74 της 12ης Ιουλίου 2007] και παρουσιάζονται ως στοιχείο κοινό στα κράτη μέλη, παρά την ποικιλομορφία της νομικής τους παράδοσης.

7.   Οι παράμετροι της ομαδικής αγωγής σε κοινοτικό επίπεδο

7.1   Τι δεν μπορεί να είναι η ομαδική αγωγή

7.1.1   Η ομαδική αγωγή δεν μπορεί να είναι αντιπροσωπευτική αγωγή:

7.1.1.1

Η αντιπροσωπευτική αγωγή δεν ασκείται παρά από ορισμένες οντότητες που είναι ειδικά αρμόδιες (οργανώσεις καταναλωτών, συνήγορος του πολίτη). Οι καταναλωτές γενικά δεν μπορούν να αποζημιωθούν για τις ατομικές τους ζημιές.

7.1.1.2

Οι διαδικασίες αυτές έχουν ως βασικό αντικείμενο την παύση των ενεργειών που αντίκεινται στα δικαιώματα των καταναλωτών, και μάλιστα, σε ορισμένες χώρες, την κατάργηση καταχρηστικών ή παράνομων ρητρών σε συμβάσεις κατανάλωσης, στις οποίες ο δικαστής δεν μπορεί να προβλέψει οποιαδήποτε αποκατάσταση.

7.1.1.3

Ορισμένες χώρες προσάρμοσαν τους μηχανισμούς αυτούς προκειμένου να επιτραπεί η καταβολή αποζημίωσης στους καταναλωτές. Η αποζημίωση αυτή δεν καταβάλλεται παρόλα αυτά ατομικά στους καταναλωτές, αλλά προορίζεται για τις αντιπροσωπευτικές οντότητες ή καταβάλλεται στο κράτος για κοινωνικούς σκοπούς.

7.1.1.4

Συνεπώς, ο μηχανισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πράξη σε μια πραγματική ομαδική αγωγή στην οποία όλοι οι καταναλωτές αποζημιώνονται σε μία μόνο δίκη.

7.1.2   Η ομαδική αγωγή δεν μπορεί να είναι «συλλογική αγωγή» αμερικανικού τύπου:

7.1.2.1

Η καθιέρωση μιας ευρωπαϊκής ομαδικής αγωγής δεν συνεπάγεται ότι η Ευρώπη θα υιοθετήσει τη συλλογική αγωγή των Ηνωμένων Πολιτειών. Το αμερικανικό δικαστικό σύστημα είναι πολύ διαφορετικό των αντίστοιχων συστημάτων των κρατών μελών. Τα αδύνατα σημεία της συλλογικής αγωγής που κατηγορούνται για εκτροπές είναι ίδιο χαρακτηρηστικό του εν λόγω δικαστικού συστήματος και δεν μπορούν να συμβούν στην Ευρώπη.

7.1.2.2

Στις Ηνωμένες πολιτείες, οι δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται από δικαστήρια ενόρκων και από εκλεγμένους δικαστές. Η ιδιαίτερη αυτή σύνθεση που διαφέρει από εκείνη της πλειοψηφίας των κρατών μελών (επαγγελματίες δικαστές) οδηγεί πολύ συχνά ορισμένες δικαιοδοσίες των πολιτειών στο να επιτρέπουν παράλογες αγωγές και να εκδίδονται αποφάσεις πάρα πολύ ευνοϊκές στους ενάγοντες, εφόσον οδηγούν τους καταναλωτές να παρουσιάζουν τις αξιώσεις τους ενώπιον ορισμένων δικαστηρίων αντί σε άλλα που είναι γνωστά ως λιγότερο ευνοϊκά (forum shopping).

7.1.2.3

Αντίθετα, η ευρωπαϊκή ομαδική αγωγή, αποτελεί το προπύργιο κατά του forum shopping, εφόσον μία μόνο μορφή διαδικασίας θα δημιουργηθεί και θα καθιερωθεί σε κάθε κράτος μέλος, με αποτέλεσμα ότι οποιαδήποτε διαδικασία ή οποιοδήποτε κράτος επιλεγεί από τους ενάγοντες, η πορεία της αγωγής και η απόφαση του δικαστή θα είναι οι ίδιες.

7.1.2.4

Η αποζημίωση μπορεί να συνοδεύεται από κυρώσεις με τη μορφή χρηματικής αποζημίωσης και τόκων. Η αποζημίωση αυτή που καθορίζεται από ενόρκους και από εκλεγμένους δικαστές προσεγγίζει συχνά αστρονομικά ποσά. Στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη δεν προβλέπονταιαντίστοιχες κυρώσεις.

7.1.2.5

Οι δικηγόροι αμείβονται με ένα γενικό σύστημα των contingency fees (αμοιβή υπό όρους). Πρόκειται για ένα είδος συμφωνίας «με ποσοστά», κατά το οποίο οι δικηγόροι που μπορεί να είναι αυτοί οι ίδιοι ενάγοντες απολαύουν από τα αποτελέσματα της αγωγής. Το σύστημα αυτό απαγορεύεται στα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ, είτε από τον νόμο είτε από τον κώδικα δεοντολογίας των δικηγόρων.

7.2   Η βασική επιλογή: καθεστώς συμμετοχής (opted-in) ή καθεστώς εξαίρεσης (opted-out)

Η μελέτη των διαδικασιών ομαδικής αγωγής που έχουν υιοθετηθεί από τα κράτη μέλη επιτρέπει να τις κατατάξει κανείς ανάλογα με τον βασικό μηχανισμό για την έναρξη της ενέργειας και της παρέμβασης του καταναλωτή στη διαδικασία. Αυτός είτε πρέπει να ενεργήσει εκουσίως για να συμμετάσχει στη διαδικασία, οπότε γίνεται λόγος για συμμετοχή (opted-in)· είτε η έναρξη της ενέργειας συνεπάγεται αυτόματα την παρέμβαση του εν λόγω καταναλωτή στη διαδικασία, χωρίς να χρειάζεται να δηλώσει τη βούληση του, τότε πρόκειται για το καθεστώς εξαίρεσης (opted-out). Ο καταναλωτής διατηρεί πάντοτε τη δυνατότητα, στην τελευταία περίπτωση, να μην συμμετάσχει στη διαδικασία. Η επεξεργασία μιας ευρωπαϊκής ομαδικής αγωγής διέρχεται συνεπώς κατ' ανάγκην από την επιλογή του βασικού μηχανισμού.

7.2.1   Συμμετοχή (opted-in) και υπόθεση που δημιουργεί προηγούμενο (test case)

7.2.1.1

Το αποκαλούμενο καθεστώς συμμετοχής προβλέπει τη δήλωση βούλησης του ατόμου να καταστεί διάδικος. Κατά συνέπεια, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να εμφανισθούν και να συμπεριληφθούν ρητώς στην αγωγή πριν εκδοθεί η απόφαση.

Παράλληλα με το εν λόγω καθεστώς συμμετοχής έχουν αναπτυχθεί μηχανισμοί που αποκαλούνται «υποθέσεις που δημουργούν προηγούμενο» (test case) ή που βασίζονται σε μια αναγνωριστική απόφαση δικαστηρίου. Οι διαδικασίες αυτές μοιάζουν με τις ομαδικές αγωγές που βασίζονται στη συμμετοχή, εφόσον και σε αυτήν οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να δηλώσουν τη βούληση τους για να συμμετάσχουν στη διαδικασία και να υποβάλλουν ατομικές αγωγές. Η ιδιαιτερότητα του εν λόγω μηχανισμού συνίσταται όμως στο γεγονός ότι ο δικαστής επιλέγει μία από τις εν λόγω ατομικές αγωγές και αποφαίνεται μόνο γι'αυτή. Η απόφαση που εκδίδεται στη διαδικασία της test case θα ισχύσει και για όλες τις άλλες ατομικές αγωγές που έχουν καταχωρηθεί στο δικαστήριο.

7.2.1.2   Πλεονεκτήματα αυτών των μηχανισμών

7.2.1.2.1

Κάθε μέλος της ομάδας πρέπει να δηλώσει τη βούληση του για να συμμετάσχει στη διαδικασία, και να καταχωρηθεί σε ένα μητρώο. Συνεπώς υπάρχει ρητή δήλωση βούλησης με την οποία συμφωνεί κανείς με την αρχή της ελευθερίας για προσφυγή στη δικαιοσύνη. Ο ενάγων δεν ενεργεί για λογαριασμό προσώπων παρά μόνο αφού αυτά δήλωσαν επίσημα ότι συμφωνούν.

7.2.1.2.2

Η μέθοδος του «καθεστώτος συμμετοχής» (opted-in) παρέχει τη δυνατότητα να προσδιοριστεί εκ των προτέρων η πιθανή εμβέλεια των διακυβευόμενων αποζημιώσεων. Αυτό είναι σημαντικό τόσο για την υπεράσπιση που έχει άμεση σχέση με το αίτημα αποζημίωσης, γενικά, όσο και για τη δυνατότητα σύναψης ασφαλειών ικανών να καλύψουν μέρος των προβλεπόμενων βλαβών. Με τον τρόπο αυτό, επαρκείς οικονομικοί πόροι θα υπάρχουν για την κάλυψη των νόμιμων αιτημάτων αποζημίωσης. Η μέθοδος του «καθεστώτος συμμετοχής», σε συνδυασμό με τη δυνατότητα της υπεράσπισης να το διευρύνει σε όλα τα θύματα, εκτός και υφίσταται σαφής αντίρρηση εκ μέρους αυτών, ανταποκρίνεται κατά τον καλύτερο τρόπο στο πρόβλημα αυτό

7.2.1.2.3

Στη διαδικασία της (test case), υποβάλλεται στο δικαστή ένας μόνο ατομικός φάκελος για να εξετάσει το ζήτημα: αυτό αποτελεί κέρδος χρόνου και αποτελεσματικότητας για τον δικαστή εφόσον κρίνει την επαγγελματική ευθύνη βάση μόνο μιας υπόθεσης.

7.2.1.3   Μειονεκτήματα αυτών των μηχανισμών

7.2.1.3.1

Η διαχείριση των μηχανισμών αυτών είναι δύσκολη και δαπανηρή: οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να δηλώσουν τη βούλησή τους για να καταστούν διάδικοι και να σχηματίσουν ατομικό φάκελο. Η διαχείριση των ατομικών φακέλων καθίσταται πολύπλοκη από τη στιγμή που ο αριθμός των ενδιαφερομένων είναι σημαντικός.

7.2.1.3.2

Αυτό καθυστερεί πολύ τη διαδικασία επειδή το δικαστήριο πρέπει να οργανώσει και να επεξεργασθεί όλους αυτούς τους ατομικούς φακέλους. Κατά συνέπεια, όταν ο αριθμός των διαφορών είναι μεγάλος, στις οποίες άλλωστε βασίζονται οι περισσότερες από τις ομαδικές αγωγές, οι ατομικές ζημιές είναι σχετικά παρόμοιες και δεν χρειάζονται συχνά ατομική εξέταση.

7.2.1.3.3

Στην περίπτωση του μηχανισμού της test case, ο δικαστής δεν καθορίζει πάντοτε το ποσό των αποζημιώσεων που οφείλεται και παραπέμπει πολλές φορές σε ατομικές διαδικασίες. Αυτό συνεπάγεται προβλήματα διαχείρισης και παράταση των προθεσμιών της διαδικασίας.

7.2.1.3.4

Η μελέτη των ομαδικών αγωγών με το καθεστώς συμμετοχής (opted-in) ή των υποθέσεων που δημιουργούν προηγούμενο (test case) στις χώρες που διαθέτουν τον εν λόγω μηχανισμό αποκαλύπτει, εξάλλου, ότι μεγάλο μέρος των καταναλωτών δεν προσφεύγει στη διακιοσύνη λόγω ελλείψεως αποτελεσματικής πληροφόρησης ότι προβλέπεται σχετική διαδικασία. Οι ενδιαφερόμενοι, μεγάλο μέρος των οποίων αρνείται επίσης να προσφύγει στο δικαστήριο, λόγω των υλικών, οικονομικών και ψυχολογικών κωλυμάτων που δημιουργεί η προσφυγή στη δικαιοσύνη (χρειάζεται χρόνος, χρήμα και είναι άκρως πολύπλοκη).

7.2.1.3.5

Συνεπώς, υπάρχει μεγάλη απώλεια μεταξύ του αριθμού των ατόμων που ενεργούν πραγματικά και εκείνων που πιθανώς ενδιαφέρονται. Η αποζημίωση των καταναλωτών δεν είναι πάντοτε πλήρης. Το παράνομο κέρδος που πιθανόν αποκομίζεται από τον επαγγελματία, κατά τη συναλλαγή, ίσως μεγάλο μέρος του να κατακρατείται από τον ίδιο. Ο αποτρεπτικός σκοπός της διαδικασίας δεν έχει επιτευχθεί.

7.2.1.3.6

Οι μηχανισμοί αυτοί θέτουν επίσης ένα πρόβλημα όσον αφορά το δεδικασμένο. Η απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας της ομαδικής αγωγής δεν θα ισχύσει παρά μόνο για τα άτομα που συμμετείχαν στην αγωγή. Επομένως, οι καταναλωτές που δεν συμμετείχαν στην ομαδική αγωγή είναι ελεύθεροι να υποβάλουν ατομικές αγωγές, η έκβαση των οποίων πιθανόν να είναι αντίθετη προς εκείνη της ομαδικής αγωγής.

7.2.2   Opted-out (καθεστώς εξαίρεσης)

7.2.2.1

Η συνήθης ομαδική αγωγή βασίζεται στο καθεστώς εξαίρεσης (οpted-out), το οποίο περιλαμβάνει κατ' αρχήν όλα τα άτομα που ζημιώθηκαν από μια συμπεριφορά, εκτός εκείνων που δήλωσαν ρητώς τη βούλησή τους ότι δεν επιθυμούν να συμμετάσχουν.

Ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη εμπνεύσθηκαν από το καθεστώς αυτό και δημιούργησαν μια «sui generis» (ιδιότυπη) διαδικασία για την ομαδική αγωγή.

7.2.2.2   Πλεονεκτήματα αυτού του μηχανισμού

7.2.2.2.1

Η εξέταση των εθνικών συστημάτων που έχουν υιοθετήσει το καθεστώς εξαίρεσης (οpted-out) δείχνει ότι η διαχείριση της διαδικασίας αυτής είναι απλούστερη και αποτελεσματικότερη σε σύγκριση με τα άλλα συστήματα που υιοθέτησαν ορισμένα κράτη μέλη.

7.2.2.2.2

Η διαδικασία αυτή εγγυάται την πραγματική πρόσβαση των ενδιαφερομένων στην δικαιοσύνη, και μέσω αυτής σε μια δίκαιη και αποτελεσματική αποζημίωση για όλους τους ζημιωθέντες, από τις πρακτικές, καταναλωτές.

7.2.2.2.3

Με τη διαδικασία αυτή αποφεύγονται οι δυσκολίες διαχείρισης για τον ενάγοντα και για το δικαστήριο (πράγματι τα μέλη της ομάδας δεν γίνονται γνωστά παρά στο τέλος της διαδικασίας και όχι στην αρχή).

7.2.2.2.4

Διαθέτει, εξάλλου ένα πραγματικά αποτρεπτικό αποτέλεσμα για το υπεύθυνο μέρος, διότι αυτή αναγκάζεται να αποζημιώσει όλα τα άτομα που υπέστησαν ζημία λόγω μιας πρακτικής, και πιθανόν να επιστρέψει το παράνομο κέρδος που απεκόμισε.

7.2.2.2.5

Είναι επίσης αναγκαίο να ληφθούν υπόψη τα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει αυτή η μορφή διαδικασίας για τον επαγγελματία. Η ομαδική αγωγή επιτρέπει την εξοικονόμηση ανθρωπίνων και οικονομικών πόρων και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα για την υπεράσπιση του επαγγελματία. Αντί να πρέπει να αντιμετωπίσει, ταυτόχρονα, πληθώρα παρόμοιων διαφορών ενώπιον πολλών και διαφόρων δικαιοδοσιών, προετοιμάζει τα μέσα αμύνης του ενώπιον ενός μόνο δικαστηρίου.

7.2.2.3   Μειονεκτήματα αυτού του μηχανισμού

7.2.2.3.1

Το καθεστώς αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντίκειται, αφενός, στις συνταγματικές αρχές ορισμένων χωρών και, αφετέρου, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, κυρίως με την αρχή της ελευθερίας για προσφυγή στη δικαιοσύνη, εφόσον τα άτομα αυτά καθίστανται αυτόματα, μέλη της ομάδας χωρίς να έχουν δηλώσει ρητώς ότι συμφωνούν με την ενέργεια. Εάν δεν ζητήσουν τον αποκλεισμό τους, θα μπορούσαν να δεσμευθούν από την απόφαση που θα εκδοθεί.

Είναι όμως απόλυτα δυνατόν να διαφυλαχθεί αυτή η ατομική ελευθερία, είτε πληρηφορώντας προσωπικά τα υπό εξέταση άτομα, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι τα άτομα αυτά, που δεν ζήτησαν τον αποκλεισμό τους, συγκατατέθηκαν σιωπηρώς για την αγωγή, είτε δίδοντας το δικαίωμα στα μέλη της ομάδας να ζητήσουν τον αποκλεισμό τους από τη διαδικασία οποτεδήποτε, ακόμη και μετά την έκδοση της απόφασης, και εάν η απόφαση είναι εις βάρος τους να τους επιτραπεί να αρχίσουν ατομικές ενέργειες.

7.2.2.3.2

Θα εθίγοντο επίσης τα δικαιώματα υπεράσπισης όπως είναι η αρχή της κατ' αντιδικίαν διεξαγωγής της δίκης και η αρχή της ισότητας των μέσων: ο επαγγελματίας πρέπει να μπορεί να επικαλεσθεί τα ατομικά μέσα άμυνας εναντίον ενός από τα θύματα που είναι μέλη της ομάδας. Η αρχή αυτή συνδέεται με εκείνη της «δίκαιης δίκης» του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Πράγματι, στο καθεστώς εξαίρεσης, όλοι οι ενδιαφερόμενοι ίσως να μην αναφέρονται ονομαστικά και να μην είναι γνωστοί στον επαγγελματία. Επομένως, ο τελευταίος πιθανόν να μην μπορέσει να προβάλει τα ατομικά μέσα άμυνας.

Όμως, στα πλαίσια της ομαδικής αγωγής, υπάρχει κατ' ανάγκη κάποια ομοιογένεια των προσωπικών καταστάσεων, της οποίας ο δικαστής είναι ο εγγυητής. Οι διαφορές κατανάλωσης και ανταγωνισμού οφείλονται βασικά στις συμβάσεις και επομένως η κατάσταση των ενδιαφερομένων είναι σχεδόν ταυτόσημη. Η νομική αιτία είναι μία και η αυτή. Μας φαίνεται λοιπόν δύσκολο κατά πόσον ο επαγγελματίας θα μπορέσει να επικαλεσθεί κατά ενός καταναλωτή ένα ειδικό μέσο άμυνας.

Ο δικαστής μπορεί να διαθέτει σε όλη τη διαδικασία τη δυνατότητα να απορρίψει μια προσφυγή στην οποία θα διαπίστωνε μεγάλη ανομοιογένεια πραγματικών ή νομικών καταστάσεων.

Τέλος, στο στάδιο της αποζημίωσης, ο δικαστής έχει τη δυνατότητα να συστήσει υποομάδες, προκειμένου να προσαρμόσει βασικά το ύψος των αποζημιώσεων ανάλογα με τις ατομικές καταστάσεις και συνεπώς με τον περιοσισμό, πιθανών ευθυνών.

7.2.3   Καθεστώς εξαίρεσης και καθεστώς συμμετοχής (opted-out και opted-in) ανάλογα με τη μορφή της διαφοράς

7.2.3.1

Το σύστημα που επέλεξαν πρόσφατα η Δανία και η Νορβηγία προβλέπει τόσο το καθεστώς εξαίρεσης όσο και το καθεστώς συμμετοχής. Ο δικαστής μπορεί να επιλέξει το καθεστώς εξαίρεσης εάν οι διαφορές αφορούν μικρά ποσά, πρόκειται για παρόμοιες αξιώσεις και εάν είναι δύσκολο να διεξαχθεί μια διαδικασία με βάση το καθεστώς συμμετοχής. Υπάρχουν πολλές διαφορές στον τομέα της κατανάλωσης για τις οποίες οι καταναλωτές δεν μπορούν να ασκήσουν ατομικά αποτελεσματικές προσφυγές λόγω του σημαντικού αριθμού των εμπλεκομένων ατόμων και του περιορισμένου μεγέθους των σχετικών ποσών. Η διαδικασία που βασίζεται στο καθεστώς εξαίρεσης επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα εμπλεκόμενα άτομα και να επιβληθεί μια κύρωση ανάλογη με το παράνομο κέρδος που ενδεχομένως απεκτήθη. Για τις διαφορές στις οποίες οι ατομικές ζημιές είναι υψηλές επιλέγεται το καθεστώς που βασίζεται στη συμμετοχή και υποδηλώνει ότι κάθε καταναλωτής πρέπει να δηλώσει τη βούλησή του να καταστεί διάδικος.

7.2.3.2   Πλεονεκτήματα αυτού του μηχανισμού

Για τις διαφορές μεγάλου αριθμού καταναλωτών, η διαχείριση της διαδικασίας διευκολύνεται. Ο στόχος της αποζημίωσης επιτυγχάνεται εάν υπάρχει αποτελεσματική πληροφόρηση. Ο αποτρεπτικός στόχος επιτυγχάνεται επίσης.

Οι ενδεχόμενες παραβιάσεις των συνταγματικών αρχών και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αντισταθμίζονται από αυτήν την αποτελεσματικότητα όσον αφορά την αποζημίωση και την αποτροπή.

7.2.3.3   Μειονεκτήματα αυτού του μηχανισμού

Πρέπει πρώτα να εξετασθεί η δυσκολία για τον καθορισμό του ορίου μεταξύ των δύο καθεστώτων, δηλ. του καθεστώτος συμμετοχής και του καθεστώτος εξαίρεσης. Οι δύο ως άνω χώρες υιοθέτησαν πρόσφατα τα κεθεστώτα αυτά και δεν διαθέτουμε ακόμη συγκεκριμένες περιπτώσεις. Στους νόμους υπάρχει μόνο αναφορά σε «διαφορές μεγάλου αριθμού ατόμων για μικροποσά, για τις οποίες δεν πρέπει να αναμένονται ατομικές διαδικασίες».

Αυτό το πρόβλημα του ορίου που δεν καθορίζεται με σαφήνεια ενδέχεται να αποτελέσει αφορμή για μακροσκελέστατες συζητήσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και για ένδικα μέσα που θα παρατείνουν αυτή τη διάρκεια.

7.3   Ο ρόλος του δικαστή

7.3.1

Σ' αυτή την ιδιαίτερη μορφή διαδικασίας στην οποία λαμβάνουν μέρος πολλοί ενάγοντες, οι εξουσίες που ανατίθενται στο δικαστή αποτελούν μείζον θέμα.

7.3.2

Πράγματι, στα περισσότερα καθεστώτα εξαίρεσης, η πρώτη φάση της διαδικασίας αφιερώνεται στην εξέταση από το δικαστή του παραδεκτού της αγωγής. Στις υποθέσεις που δημιουργούν προηγούμενο, η εξέταση του ατομικού φακέλου έχει τον ίδιο σκοπό.

7.3.2.1

Το ενδιαφέρον της εν λόγω φάσης σχετικά με το παραδεκτό της αγωγής έγκειται στο γεγονός ότι επιτρέπει να σταματήσει, στην αρχή της διαδικασίας, όλες τις αγωγές που είναι προφανώς αβάσιμες ή υπερβολικές και οι οποίες θα μπορούσαν να βλάψουν παράνομα την εικόνα του αντιπάλου. Έτσι, αποφεύγονται καταχρηστικές ή ακατάλληλες διαδικασίες που θα είναι αναποτελεσματικές.

7.3.2.2

Ο δικαστής είναι ο εγγυητής για την καλή πορεία της εν λόγω φάσης για το παραδεκτό της αγωγής. Συγκεκριμένα, οφείλει να ελέγξει ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον νόμο για την υποβολή της ομαδικής αγωγής.

7.3.2.3

Πρόκειται ιδίως για:

την ύπαρξη της διαφοράς (δεν θα πρέπει να έχει παραγραφεί),

το γεγονός ότι η σύνθεση της ομάδας καθιστά αδύνατη την κοινή διαδικασία η μια διαδικασία κατόπιν εξουσιοδότησης,

την ύπαρξη κοινών νομικών και πραγματικών στοιχείων για τα μέλη της ομάδας (η ίδια «causa petendi»),

το αν η αγωγή κατά του επαγγελματία ανταποκρίνεται στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς (αρχή «fumus boni iuris»),

το αν ο ενάγων είναι σε θέση να εκπροσωπήσει και να προστατεύσει δεόντως τα συμφέροντα των μελών της ομάδας.

7.3.3

Σε μεταγενέστερη φάση, είναι επίσης σημαντικό να μπορεί ο δικαστής να εγκρίνει την ενδεχόμενη πρόταση συναλλαγής ή να την αρνηθεί εάν κρίνει ότι δεν είναι προς το συμφέρον των μελών της ομάδας. Γι' αυτό θα πρέπει να διαθέτει ανώτερη εξουσία από εκείνη για την έγκριση των συναλλαγών που του παρέχει συνήθως ο νόμος στα περισσότερα δικαιοδοτικά συστήματα των κρατών μελών.

7.3.4

Η ιδιαιτερότητα της διαδικασίας αυτής οδηγεί επίσης στην πρόβλεψη προσαρμοσμένων προϋποθέσεων για την παραγωγή αποδείξεων. Ο δικαστής πρέπει να έχει τη δυνατότητα χρήσης εξουσιών εντολής έναντι του αντιδίκου ή τρίτων για να τους ζητήσει έγγραφα ή ακόμη να διατάξει τη διεξαγωγή περαιτέρω αποδείξεων. Η νομοθεσία που θεσπίζει την ομαδική αγωγή πρέπει να προβλέπει ρητώς ότι ο δικαστής δεν μπορεί να αρνηθεί να ενεργήσει προς την κατεύθυνση αυτή εφόσον οι ενάγοντες υποβάλουν σχετικό αίτημα.

7.3.5

Προκειμένου να ανταποκρίνονται οι δικαστές, όσο το δυνατόν καλύτερα στις εξουσίες αυτές, φαίνεται απαραίτητο να προβλεφθεί ότι μόνο ορισμένα δικαστήρια που θα αναφέρονται ονομαστικά θα είναι αρμόδια να εξετάζουν ομαδικές αγωγές. Θα πρέπει, συνεπώς, να προσαρμοστούν οι δικαστικές δομές των κρατών μελών και να προβλεφθεί ειδική επιμόρφωση για τους δικαστές των εν λόγω δικαστικών αρχών.

7.4   Πραγματική αποκατάσταση των ζημιών

7.4.1

Με την ομαδική αγωγή πρέπει να ζητείται η αποκατάσταση της υλικής βλάβης (οικονομικής), της φυσικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης, καθώς και άλλων ηθικών ζημιών. Το αντικείμενο της αγωγής είναι τόσο η αποζημίωση των καταναλωτών όσο και η αποτροπή. Φαίνεται ότι είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η ολοσχερής αποζημίωση των ζημιών. Θα πρέπει επίσης να είναι δυνατόν να τίθενται στη διάθεση των δικαστηρίων απλές μέθοδοι αξιολόγησης, όχι δαπανηρών και διαφανών, χωρίς να εγκαταλείπεται η αρχή της αποζημίωσης.

7.4.2

Οι ενάγοντες της ομαδικής αγωγής πρέπει επίσης να μπορούν να ζητούν από το δικαστή περισσότερους τρόπους αποζημίωσης. Παράλληλα με την διακοπή των ενεργειών ή το άκυρο μιας πράξης που είναι πάντοτε δυνατή, η αποζημίωση των βλαβών πρέπει να είναι άμεση ή έμμεση. Εξάλλου, θα πρέπει να συνοδεύεται με άλλα μέτρα αποκατάστασης όπως είναι η πληροφόρηση της διάδοσης, η ανάρτηση κλπ.

7.4.3

Η άμεση και ατομική αποζημίωση δεν πρέπει να είναι η μόνη που προβλέπεται διότι σε ορισμένες περιπτώσεις θα είναι δύσκολο, και μάλιστα αδύνατο, να πραγματοποιηθεί είτε διότι τα μέλη της ομάδας είναι αδύνατο να προσδιοριστούν στο πλαίσιο του καθεστώτος εξαίρεσης, είτε διότι είναι πάρα πολλά, είτε διότι η έκταση της ατομικής τους βλάβης είναι πολύ περιορισμένη. Το βασικό είναι ότι τα άτομα αποζημιώνονται πάντοτε ακόμη και έμμεσα και το να επιτευχθεί το αποτρεπτικό αποτέλεσμα.

7.4.3.1

Πρέπει να σχεδιαστούν κατάλληλοι μηχανισμοί στην περίπτωση που ο δικαστής μπορεί να υπολογίσει το ύψος κάθε ατομικής αποζημίωσης για τα μέλη της ομάδας που έχουν προσδιορισθεί ή που μπορεί να προσδιορισθούν (συμμετοχή, υπόθεση που μπορεί να αποτελέσει προηγούμενο, ή ακόμη και εξαίρεση όταν π.χ. ο επαγγελματίας υπέβαλε τον κατάλογο των εμπλεκομένων πελατών), αλλά και για την περίπτωση που αυτή η ατομική κατανομή αποδεικνύεται πολύ επαχθής σε σύγκριση με το μικρό ποσό της ατομικής βλάβης.

7.4.3.2

Με τον ίδιο τρόπο, εάν δεν διανεμηθούν όλα τα ποσά, πρέπει να προτιμηθεί ένα μέσο έμμεσης αποζημίωσης με το συνολικό ποσόν που αποτελεί στην περίπτωση αυτή υπόλοιπο. Πρέπει ο δικαστής στην απόφαση του να αναφέρει αναλυτικά ότι η αγωγή χρηματοδοτήθηκε από το υπόλοιπο και να καθορίσει τις προϋποθέσεις για τον έλεγχο της υλοποίησης της που μπορεί να ανατεθεί σε τρίτο.

7.4.3.3

Στην περίπτωση που ακόμη και αυτό το μέτρο της έμμεσης αποζημίωσης είναι αδύνατο, το σύνολο του υπολοίπου που καθορίζεται από το δικαστή πρέπει να καταβληθεί σε ένα ταμείο αρωγής των ομαδικών αγωγών για τη χρηματοδότηση νέων διαδικασιών.

7.4.3.4

Εάν ο δικαστής δεν μπορεί να υπολογίσει το ποσό για κάθε ατομική αποζημίωση, στις περιπτώσεις που είναι αδύνατον να προσδιοριστούν όλα τα μέλη της ομάδας (μόνο καθεστώς εξαίρεσης), τότε πρέπει να καθορίσει την κλίμακα αξιολόγησης των διαφόρων κατηγοριών της βλάβης. Η κατανομή των εν λόγω ποσών μπορεί να ανατεθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου, αλλά και στον δικηγόρο του αντιπροσώπου της ομάδας, σε ένα τρίτο (ασφαλιστή, λογιστή κλπ.), πράγμα που έχει το πλεονέκτημα να απαλλαγεί το δικαστήριο από αυτήν την πολύπλοκη και μακρά φάση ανάλυσης των ατομικών αξιώσεων.

7.4.3.5

Ο δικαστής στη δεύτερη αυτή περίπτωση πρέπει να προβλέψει την ατομική αποζημίωση για τα μέλη της ομάδας που θα δηλώσουν τη βούλησή τους κατόπιν της κοινοποίησης της απόφασης και το υπόλοιπο πρέπει να διατεθεί για ενέργειες που αποκαθιστούν έμμεσα τη βλάβη που υπέστη η ομάδα.

7.4.3.6

Εάν κανένα έμμεσο μέτρο δεν είναι δυνατόν, τότε το υπόλοιπο πρέπει να καταβληθεί στο ταμείο αρωγής.

7.5   Ένδικα μέσα

7.5.1

Η ομαδική αγωγή πρέπει να αναγνωρίζει ένδικα μέσα και στους δύο διαδίκους.

7.5.2

Ενόψει της σημασίας που έχουν, αφενός, η ανάγκη ταχείας αποζημίωσης των θυμάτων και, αφετέρου, η βεβαιότητα ότι τα δικαιώματα και των δύο διαδίκων εκτιμήθηκαν σωστά, πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι το δικαίωμα να ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης το έχουν και τα δύο μέρη.

7.5.3

Φαίνεται, συνεπώς, σημαντικό ότι η αναγνώριση του ως άνω δικαιώματος υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν μια ταχεία διαδικασία για τον δεύτερο βαθμό (έφεση), προκειμένου να αποφευχθεί ένας καθαρά παρελκυστικόςμηχανισμός.

7.5.4

Εξάλλου, η βεβαιότητα ότι για τις αποζημιώσεις στις οποίες καταδικάσθηκε το υπεύθυνο μέρος υπάρχει η απαραίτητη κάλυψη στα λογιστικά βιβλία του αποτελεί επίσης εγγύηση, σε περίπτωση που ασκηθεί έφεση για τα μέλη της ομάδας.

7.6   Η χρηματοδότηση του συστήματος

7.6.1

Το σύστημα της ομαδικής αγωγής θα πρέπει να αυτοχρηματοδοτείται μακροπρόθεσμα.

7.6.2

Έχοντας υπόψη ότι δεν είναι ευκταίο, και μάλιστα ούτε καν δυνατό, να καθιερωθεί ένα γενικό σύστημα (δαπανών) «contingency fees» (αμοιβή υπό όρους) αμερικανικού τύπου, διότι αντίθετα με την ευρωπαϊκή νομική παράδοση, είναι απαραίτητο να προβλεφθεί ένας τρόπος χρηματοδότησης που θα επιτρέπει στους ενάγοντες, που δεν διαθέτουν τα οικονομικά μέσα να ασκήσουν ομαδική αγωγή, να τους δοθεί μια προκαταβολή για τις δικαστικές δαπάνες (αμοιβή δικηγόρου, εμπειρογνωμοσύνη στο πλαίσιο ανακριτικών μέτρων που έγιναν δεκτά από τον δικαστή κλπ.).

7.6.3

Ένα από τα μέσα χρηματοδότησης του συστήματος, είναι η σύσταση ενός Ταμείου Αρωγής για Συλλογικές Προσφυγές, το οποίο θα τροφοδοτείται με τα ποσά των «παράνομων κερδών» των επιχειρήσεων που καταδικάζονται, όπως αυτά αποφασίζονται από τον δικαστή κατά τη διαδικασία, εφόσον δεν τα απαιτήσουν τα άτομα που ζημιώθηκαν άμεσα και τα οποία είναι γνωστά (35).

7.6.4

Το Ταμείο Αρωγής μπορεί, εξάλλου, να έχει ως αποστολή τη συγκέντρωση όλων των πληροφοριών που είναι σχετικές με τις τρέχουσες ομαδικές αγωγές και να του ανατεθεί η διάδοση των πληροφοριών που αφορούν τις ενέργειες που θα πρέπει να γίνουν για τη γνωστοποίηση, τον αποκλεισμό από την ομάδα ή την προβολή αξίωσης για αποζημίωση.

7.7   Λοιποί διαδικαστικοί κανόνες

Για τις λεπτομέρειες, υπάρχει πληθώρα διαδικαστικών κανόνων που θα πρέπει να προβλεφθούν και τους οποίους αναφέρουμε απλώς προς υπόμνηση.

Πρόκειται για:

το καθεστώς των αναγγελιών για την γνωστοποίηση των ενδιαφερομένων,

τα δικαστικά έξοδα και τη δικαστική συνδρομή,

τη συνεργασία μεταξύ των δικαστικών και διοικητικών αρχών των κρατών μελών,

τις προθεσμίες για την άσκηση δικαστικών πράξεων και προθεσμίες παραγραφής,

τη χρήση του Διαδικτύου (ηλεκτρονική δικαιοσύνη).

8.   Νομικά μέσα: κανονισμός ή οδηγία

8.1

Η εισαγωγή της εν λόγω ομαδικής αγωγής σε κοινοτικό επίπεδο, μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε μέσω οδηγίας είτε κανονισμού· δεν θεωρούμε, ότι εξ ορισμού, μια απλή σύσταση μπορεί να συγκεντρώσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις αποτελεσματικότητας και ενοποίησης για την εναρμονισμένη υιοθέτηση παρόμοιας πρωτοβουλίας στα 27 κράτη μέλη.

8.2

Εφόσον εξετάζεται ένα περιεχόμενο διευρυμένο με άλλα θέματα και όχι αποκλειστικά σε σχέση με τα δικαιώματα των καταναλωτών και αφού η νομική βάση που επελέγη, αποτελείται από τα άρθρα 65 και 67 της Συνθήκης, εξετάζεται η υιοθέτηση ενός κανονισμού, ισότιμου, π.χ. με τους κανονισμούς για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, του ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου, της ευρωπαϊκής διαδικασίας διαταγής πληρωμής, της ευρωπαϊκής διαδικασίας για τα μικροποσά ή την κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών.

8.3

Όμως εάν αποφασισθεί να περιορισθεί, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, ο τομέας εφαρμογής της εν λόγω πρωτοβουλίας στα δικαιώματα των καταναλωτών για τις διασυνοριακές διαφορές, ο πιο κατάλληλος τρόπος για την εισαγωγή της εν λόγω ομαδικής αγωγής σε κοινοτικό επίπεδο, φαίνεται να είναι η οδηγία, η οποία θα αποτελέσει τη συνέχεια της οδηγίας για την αγωγή για παράλειψη.

8.4

Πράγματι, υπάρχουν ακόμη σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τους κανόνες διαδικασίας και κατά συνέπεια πρέπει να εξαχθούν, γενικότερα, οι θεμελιώδεις αρχές της ομαδικής αγωγής, έχοντας υπόψη ότι τα κράτη θα εφαρμόσουν την οδηγία, εφαρμόζοντας τις συνήθεις αρχές τους για τις διαδικασίες.

Δεν είναι βέβαιο, πράγματι, ότι η εναρμόνιση π.χ. είναι δυνατή, εφόσον τα δικαστήρια που ορίζονται ως αρμόδια για την εν λόγω αγωγή εξαρτώνται από τους κανόνες δικαστικής οργάνωσης κάθε κράτους.

Οι τρόποι προσφυγής στο δικαστήριο πρέπει να προσαρμοστούν στις ιδιαιτερότητες των κρατών. Επομένως, ένας κανονισμός θα ήταν ακατάλληλος.

8.5

Είναι σαφές επίσης ότι η οδηγία στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να είναι μια οδηγία πλήρους εναρμόνισης, ώστε να μην μπορούν τα κράτη μέλη να καταστήσουν το σύστημα πιο δεσμευτικό εις βάρος των επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στο εν λόγω κράτος.

Βρυξέλλες, 14 Φεβρουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Σύμφωνα με την πολιτική δικονομία και με αντικείμενο την υπεράσπιση των συλλογικών ή κοινών συμφερόντων είτε μέσω πρόληψης (αγωγή ακύρωσης) είτε μέσω αποκατάστασης (αγωγή αποζημίωσης). Μια άλλη έννοια του όρου«συλλογική αγωγή» συναντάται ιδίως στην αγγλοσαξονική νομική βιβλιογραφία και αναφέρεται στις κοινωνιολογική καταγωγή των ενώσεων (βλ. «Collective action in the European Union; interests and the new politics of associability» Justin GREENWOOD και Mark ASPINWALL, Routledge, London, 1998.), με σημαντικό ενδιαφέρον σε επίπεδο έρευνας για την κοινωνιολογική προέλευση και τις κοινωνικές ανάγκες που δικαιολογούν τις συλλογικές αγωγές με την αυστηρή δικονομική έννοια.

(2)  Δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί η δυνατότητα, η οποία παρέχεται ήδη σε πολλά εθνικά νομικά συστήματα, να διευρυνθεί το πλαίσιο εφαρμογής των συλλογικών αγωγών σε όλα τα συλλογικά ή κοινά συμφέροντα σε τομείς όπως το περιβάλλον, η πολιτιστική κληρονομιά και η χωροταξία, ανεξαρτήτως του αν στρέφονται εναντίον νομικών προσώπων ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών, διοικητικών ή δημόσιων αρχών.

(3)  Είναι σπάνιο να βρεθεί στη νομική βιβλιογραφία μια διατύπωση τόσο λακωνική όσο εκείνη που βρήκε ένας διάσημος πορτογάλος νομικός και βουλευτής, για να υποστηρίξει κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικής συζήτησης την καθιέρωση των ομαδικών αγωγών στην Πορτογαλία.

Αναφερόμενος στα νέα δικαιώματα της δεύτερης και τρίτης γενεάς, του εργατικού δικαίου, του δικαίου των καταναλωτών, του περιβάλλοντος, της χωροταξίας, της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, «οικουμενικά δικαιώματα τα οποία, ενώ ανήκουν στον καθένα, ανήκουν και σε πολλούς, εάν όχι σε όλους», ο βουλευτής κ. ALMEIDA SANTOS διερωτήθηκε: «Καθώς τα δικαιώματα αυτά ανήκουν σε όλους, ή τουλάχιστον σε πολλούς, δικαιολογείται άραγε η προστασία τους να είναι τόσο περιορισμένη, οι ενάγοντες να σχηματίζουν ουρές περιμένοντας την εκδίκαση της υπόθεσης τους, ενδεχομένως πανομοιότυπης με την υπόθεση του συναδέλφου τους ή του γείτονά τους, και συχνά να δικαιώνονται ενώ το αποτέλεσμα δεν έχει πλέον καμία αξία, ενώ η αποζημίωση έχει ήδη εκμηδενιστεί λόγω του πληθωρισμού, ενώ η αποκατάσταση της τιμής έρχεται πολύ αργά για να εμποδίσει το διαζύγιο ή για την ανάκτηση της αξιοπιστίας ή, τέλος, ενώ το τέρμα μιας μακράς και επώδυνης διαδικασίας αποτελεί τη ζωντανή εικόνα της αναποτελεσματικότητας και της αχρηστίας; Πρέπει άραγε να διατηρήσουμε ως έχει την καφκική εικόνα του δικαστικού καθαρτηρίου;»

Ξαφνικά, αντιλαμβανόμεθα ότι η αποκλειστικά ατομική νομική προστασία δεν είναι ικανοποιητική, ότι υπάρχουν δικαιώματα και συμφέροντα «μεταατομικά», που βρίσκονται στο ενδιάμεσο μεταξύ ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, ότι το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη όσων έχουν υποστεί βλάβη, άμεσα ή έμμεσα, είναι ανεπαρκές· ότι το τέλος μιας ατομικιστικής έννοιας του δικαίου και της δικαιοσύνης πλησιάζει, ότι η αυγή ενός νέου πλουραλισμού και ενός νέου δικαίου ξεμυτίζει στον ορίζοντα (στο D.A.R. I Série, no 46, 21/02/1990, σ. 1617).

(4)  Η μελέτη του Κέντρου για το Δίκαιο της Κατανάλωσης του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβέν που συντάχθηκε για την Επιτροπή (DG SANCO) αποτελεί επίσης εξαίρετη συλλογή που παρουσιάζει τις συνέπειες των διαφόρων εθνικών προσεγγίσεων για τη ρύθμιση των διασυνοριακών διαφορών, κυρίως όταν οι καταναλωτές πολλών κρατών μελών βλάπτονται από τις ίδιες αθέμιτες εμπορικές διασυνοριακές πρακτικές, λόγω ελαττωμάτων ή ελλείψεων που έχουν τα προϊόντα ή λόγω συμβάσεων που έχουν διαπραγματευθεί εξ αποστάσεως και περιλαμβάνουν τις ίδιες καταχρηστικές γενικές συμβατικές ρήτρες.

(5)  Στη νομική θεωρία, δεν πρέπει να λησμονηθεί το πρωτοποριακό έργο του Jacques van COMPERNOLLE «Le Droit d'action en justice des groupements» LARCIER, Βρυξέλλες, 1972, καθώς και το συλλογικό έργο «L'aide juridique au consommateur», των T. BOURGOIGNIE, Guy DELVAX, Françoise DOMONT-NAERT και C. PANIER, CDC Bruylant, Βρυξέλλες, 1981.

(6)  Διαβιβάσθηκε στο Συμβούλιο στις 4 Ιανουαρίου 1985 και συμπληρώθηκε στις 7 Μαΐου 1987, από την Συμπληρωματική ανακοίνωση για την προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη. Εξ άλλου στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 4ης Ιουνίου 1985, με τον τίτλο Nέα ώθηση στην πολιτική προστασίας των καταναλωτών [COM(85) 314 final], της οποίας οι κατευθυντήριες γραμμές εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο στις 23 Ιουνίου 1986 (ΕΕ C 167 της 5.6.1986), τονιζόταν ήδη ότι οι συνήθεις νομικές διαδικασίες είναι βραδείες και συχνά ακριβές σε σχέση με τα διεκδικούμενα ποσά του τομέα της κατανάλωσης και ότι ήταν αναγκαίο να διατεθούν τα απαραίτητα μέσα διαβούλευσης και ενδίκων μέσων για να προστατευθούν δεόντως τα δικαιώματα των καταναλωτών.

(7)  Εισηγήτρια ήταν η κ. BOOT, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από την Ολλανδία. Ένα από τα στοιχεία του κειμένου που πρέπει να προβληθεί, ύστερα από τις τροπολογίες των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κ. SQUARCIALUPI και κ. PEGADO LIZ, είναι η έκκληση που απευθύνθηκε στην Επιτροπή να προτείνει οδηγία που θα εναρμονίζει τις νομιθεσίες των κρατών μελών ώστε να διασφαλισθεί η υπεράσπιση των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, παρέχοντας στις ενώσεις τους τη δυνατότητα να παρίστανται στο δικαστήριο προς το συμφέρον της καταηγορίας που αντιπροσωπεύουν και των καταναλωτών ατομικά (έγγρ. A2-152/86 της 21ης Νοεμβρίου 1986, PE 104.304).

(8)  Ψήφισμα 87/C, ΕΕ C 176 της 4.7.1987.

(9)  Εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο στις 9 Μαρτίου 1989 (ΕΕ C 99 της 13.4.1989).

(10)  COM(90) 98 τελικό της 3ης Μαΐου 1990. Είναι η πρώτη φορά που σε επίσημο κείμενο της Επιτροπής αναφέρονται οι «ομαδικές» αγωγές.

(11)  COM(93) 576 τελικό της 16ης Νοεμβρίου 1993. Για την κατανόηση του εγγράφου αυτού πρέπει να υπομνησθεί ότι, μεταξύ 1991 και 1992, ανελήφθησαν πολλές πρωτοβουλίες για τη διεξαγωγή συζήτησης σχετικά με τα θέματα που αφορούν την πρόσβαση στο δίκαιο και την προσφυγή στη δικαιοσύνη, μεταξύ των οποίων πρέπει να αναφερθούν η διάσκεψη για τους μηχανισμούς αποζημίωσης των καταναλωτών που οργανώθηκε από το Office of Fair Trading στο Λονδίνο τον Ιανουάριο του 1991, η ΙΙΙ διάσκεψη για την πρόσβαση του καταναλωτή στη δικαιοσύνη που οργανώθηκε στη Λισαβόνα από τις 21 έως τις 23 Μαΐου 1992 υπό την αιγίδα της Επιτροπής και του Instituto do Consumidor καθώς και τη διάλεξη «La Protection du Consommateur Transfrontalier» (η προστασία του παραμεθόριου καταναλωτή) που οργανώθηκε στο Λουξεμβούργο τον Οκτώβριο του 1993 από το Υπουργείο Οικονομικών και το Υπουργείο για την οικογένεια και την αλληλεγγύη με την υποστήριξη της Επιτροπής και η οποία κατέληξε σε εκθέσεις που παραμένουν πολύ σημαντικές ακόμη και σήμερα. Την ίδια επίσης εποχή πολλοί αξιόλογοι πανεπιστημιακοί και διάσημοι νομικοί σύμβουλοι διατύπωσαν απόψεις επί του θέματος (βλ. ιδίως«Group actions and Consumer Protection», Thierry BOURGOIGNIE éd., Col. Droit et Consommation, Vol. XXVIII, 1992· «Group Actions and the Defence of the Consumer Interest in the European Community», Anne MORIN, INC, France, 1990).

(12)  Πρέπει πάντως να τονισθεί ότι το Πράσινο Βιβλίο στηρίζεται σε πολλές αποφάσεις και σε παλαιότερα έγγραφα εργασίας, τα οποία το υποστηρίζουν και του προσφέρουν την απαραίτητη πολιτική βάση στήριξης για να γίνει αποδεκτό. Πράγματι, τον Μάρτιο του 1992, η Επιτροπή ανέθεσε σε ομάδα ανεξάρτητων προσωπικοτήτων υπό την προεδρία του κ. Peter Sutherland τη σύνταξη έκθεσης για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, προκειμένου να εξετασθεί ο αντίκτυπος από την εφαρμογή του Λευκού Βιβλίου για την εσωτερική αγορά.

Η εν λόγω έκθεση, που δημοσιεύθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1992, εξετάζει ιδίως το θέμα της προσφυγής στη δικαιοσύνη και διευκρινίζει ότι δεν υπάρχουν βεβαιότητες σχετικά με την αποτελεσματικότητα της προστασίας των δικαιωμάτων του καταναλωτή, συμμερίζεται την ανησυχία που δημιουργήθηκε από την αναποτελεσματικότητα της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968, για την αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων και των δυσκολιών που απορρέουν για την εκτέλεση σε κράτος μέλος εκτελεστού τίτλου που εκδόθηκε από τις δικαστικές αρχές άλλου κράτους μέλους, και συνιστά συνεπώς την επείγουσα εξέταση του εν λόγω θέματος από την Κοινότητα (σύσταση αριθ. 22). Η σύσταση αυτή που έλαβε τη μορφή ανακοίνωσης της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 2 Δεκεμβρίου 1992 με θέμα «η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς της Κοινότητας μετά το 1992Η συνέχεια δόθηκε στην έκθεση Sutherland» [SEC (92) 2277 τελικό]. Το έγγραφο εργασίας «στρατηγικό πρόγραμμα για την εσωτερική αγορά», που παρουσιάστηκε από την Επιτροπή τον Ιουνίου του 1993, αναγνώριζε την ανάγκη δημιουργίας ενός συνεκτικού επιχειρησιακού πλαισίου για την πρσφυγή στη δικαιοσύνη στο οποίο θα έπρεπε να ενσωματώνεται ένα σύνολο μέτρων για τη διάδοση, τη διαφάνεια και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου [COM(93) 256 τελικό]. Εξάλλου η ανακοίνωση της Επιτροπής στο συμβούλιο της 22ας Δευτέρας Δεκεμβρίου 1993, επέσυρε την προσοχή στο γεγονός ότι η ολοκλήρωση της σωτερικής αγοράς θα μπορούσε να οδηγήσει στην αύξηση του αριθμού των υποθέσεων όταν οι μόνιμοι κάτοικοι κράτους μέλους θα ζητούσαν το σεβασμό των δικαιωμάτων τους σε άλλο κράτος μέλος (COM(93) 632 τελικό).

Δεδομένου ότι σύμφωνα με την Επιτροπή στις αρμοδιότητες της Κοινότητας δεν ενέπιπτε η επιδίωξη της εναρμόνισης που κατήργησε τα ειδικά χαρακτηριστικά των διαφόρων εθνικών νομικών καθεστώτων, η Επιτροπή είχε πάντως την πρόθεση να καταβάλει προσπάθειες υπέρ της ενημέρωσης και της επιμόρφωσης στο κοινοτικό δίκαιο, της διαφάνειας, της αποτελεσματικότητας και της αυστηρότητας όσον αφορά την εφαρμογή του εν λόγω δικαίου, και υπέρ του συντονισμού και της συνεργασίας στον τομέα της δικαιοσύνης μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, που θα διευκολύνοντο με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Μάαστριχτ και ιδίως του «τρίτου πυλώνα της». Οι προσπάθειες αυτές αποτελούσαν την προαναγγελία της δημοσίευσης του Πράσινου Βιβλίου και της ευρείας διαβούλευσης που θα ακολουθούσε τα ίχνη του. Στη συνεδρίαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, (686η συνεδρίαση«Εσωτερική αγορά»), το Συμβούλιο είχε καταλήξει ότι είχε πρωταρχική σημασία η εμβάθυνση του προβληματισμού σχετικά με την προσφυγή στη δικαιοσύνη, ιδίως με βάση ένα Πράσινο Βιβλίο που ανακοίνωσε η Επιτροπή για τα τέλη του έτους, στο οποίο θα εξεταζόταν το θέμα των διαδικαστικών μέσων καθώς και, αν συντρέχει λόγος, το θέμα για περισσότερη διαφάνεια όταν πρόκειται για κυρώσεις. Τέλος, την ίδια εποχή αναφέρεται η παρουσίαση σημαντικής μελέτης που παρήγγειλε η Επιτροπή στους ERIC BALATE, CL. NERRY, J.BIGOT, R. TECHEL M. A. MUNGE, L. DORR και P. PAWLAS, με τη βοήθεια του κ. A. M. PETTOVICH, ακριβώς με θέμα«A right to group actions for consumer associations throughout the Community» (Σύμβαση B5-1000/91/012369), μελέτη ακόμη και σήμερα ασυναγώνιστη στον τομέα αυτό.

(13)  PE 207.674 της 9ης Μαρτίου, εισηγητής ο κ. Medina ORTEGA.

(14)  Άλλωστε το ενδιαφέρον της ΕΟΚΕ για το θέμα αυτό δεν ήταν καινούργιο. Σε άλλα έγγραφα, ιδίως σε δύο γνωμοδοτήσεις πρωτοβουλίας για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς και την προστασία των καταναλωτών, που εκπονήθηκαν από τον κ. Ataíde FERREIRA και υιοθετήθηκαν, αντιστοίχως, στις 26 Σεπτεμβρίου 1992 (CES 1115/91, ΕΕ C 339 της 31.12.1991) και στις 24 Νοεμβρίου του ίδιου έτους (CES 878/92, ΕΕ C 19 du 25.1.1993), είχε ήδη επισυρθεί η προσοχή της Επιτροπής στην ανάγκη να προσδιοριστούν οι δυνατότητες ενέργειας στον τομέα της διευθέτησης των διασυνοριακών διαφορών και να αναγνωριστούν οι εξουσίες αντιπροσώπευσης των οργανώσεων των καταναλωτών στις διαφορές, τόσο για τις εθνικές όσο και τις διασυνοριακές (σημείο 5.42 του doc. CES 1115/91, και σημείο 4.12 του εγγρ. CES 878/92 και τμήμα 4 της ενδιαφέρουσας συνημμένης μελέτης που πραγματοποίησαν από κοινού οι Eric BALATE, Pierre DEJEMEPPE και η Monique GOYENS και δημοσιεύθηκε από την ΕΟΚΕ (CES-93-003) σελ. 103 και επομ.).

(15)  Αλλωστε, το θέμα αυτό θα εξετασθεί αργότερα από την ΕΟΚΕ σε πολλές γνωμοδοτήσεις της μεταξύ των οποίων διακρίνουμε, ανάλογα με τη σημασία τους, τη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας Ενιαία αγορά και προστασία των καταναλωτών: Ευκαιρίες και εμπόδια (εισηγητής ο κ. CEBALLO HERRERO), που υιοθετήθηκε στη συνεδρίαση της 22ας Νοεμβρίου 1995, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι έως την ημερομηνία αυτή δεν είχε δοθεί καμία συνέχεια στις υποδείξεις και προτάσεις της προηγούμενης γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ σχετικά με το Πράσινο Βιβλίο (CES 1309/95)· τη γνωμοδότηση με θέμα Έκθεση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιοη ενιαία αγορά το 1994, [COM(95) 238 τελικό], εισηγητής ο κ. VEVER, στην οποία γίνεται αναφορά στις καθυστερήσεις για την αποτελεσματική υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, ιδίως όσον αφορά τη νομοθεσία στον τομέα της κατανάλωσης, ιδιαίτερα δε για τις διασυνοριακές σχέσεις (CES 1310/95 — ΕΕ C 39 της 12.2.1996)· τη γνωμοδότηση με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής: Προτεραιότητες για την πολιτική των καταναλωτών (1996–1998), εισηγητής ο κ. KOOPMAN, στην οποία η ΕΟΚΕ μολονότι επιδοκίμασε την πρόταση οδηγίας για τις αγωγές για παράλειψη και το σχέδιο δράσης που παρουσίασε η Επιτροπή σχετικά με την προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη, δήλωνε ότι περίμενε με ενδιαφέρον τις εξελίξεις στον τομέα αυτό και διαπίστωνε ότι η ενιαία αγορά, στον τομέα αυτό, απείχε πολύ από την ολοκλήρωση και ότι η ενσυνείδητη προσχώρηση στα δικαιώματα των καταναλωτών αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την απόκτηση της εμπιστοσύνης τους (CES 889/96, ΕΕ C 295 της 7.10.1996). Η ίδια μορφή ανησυχιών εμφανίζεται επίσης στη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο: αντίκτυπος και αποτελεσματικότητα της εσωτερικής αγοράς [COM(96) 520 τελικό της 23ης Απριλίου 1997, εισηγητής ο κ. PASOLLI, CES 467/97 — ΕΕ C 206 της 7.7.1997].

(16)  Ήδη από την πρώτη δημόσια ομιλία της, κατά τη διάρκεια ακρόασης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στις 10 Ιανουαρίου 1995, η νέα Επίτροπος αρμόδια για την κατανάλωση αναγνώριζε την πολιτική των καταναλωτών ως στοιχείο πρωταρχικής σημασίας για την οικοδόμηση της Ευρώπης των πολιτών και ανελάμβανε ρητώς τη δέσμευση να παρακολουθήσει συγκεκριμένα τις διαβουλεύσεις που διεξήγοντο ήδη στα πλαίσια του Πράσινου Βιβλίου για την προσφυγή στη δικαιοσύνη.

Σε συγκεκριμένη ερώτηση για την υφιστάμενη κατάσταση στον τομέα της προσφυγής στη δικαιοσύνη, η Επίτροπος αναγνώρισε ότι η πρόσβαση των καταναλωτών στη δικαιοσύνη απέχει πολύ από το να είναι ικανοποιητική και ότι η διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών σε ορισμένα κράτη μέλη έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος των καταναλωτών.

(17)  COM(95) 712 τελικό.

(18)  Η Επιτροπή, λαμβάνοντας ως νομική βάση το άρθρο 100-Α της συνθήκης της ΕΕ, και έχοντας υπόψη τις αρχές της επικουρικότητας και αναλογικότητας πρόβλεπε την εναρμόνιση των διαδικαστικών κανόνων των διαφόρων κρατών μελών που αφορούσαν ορισμένα ένδικα μέσα με τους εξής στόχους:

την παύση ή απαγόρευση κάθε πράξη που αποτελεί παραβίαση των συμφερόντων των καταναλωτών που προστατεύονται από πολλές οδηγίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα,

τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την αποκατάσταση των αποτελεσμάτων της παραβίασης, συμπεριλαμβανομένης της δημοσίευσης της απόφασης, και

την καταδίκη του εναγομένου οποίος καταδικάζεται σε υποχρεωτική χρηματική ποινή σε περίπτωση μη εκτέλεσης της απόφασης εντός της προθεσμίας που ορίζεται από την απόφαση.

Η ίδια πρόταση πρόβλεπε ότι κάθε αντιπροσωπευτική οντότητα των συμφερόντων των καταναλωτών σε κράτος μέλος, όταν τα συμφέροντα που αντιπροσωπεύει θίγονται από παραβίαση που έχει την προέλευση της σε άλλο κράτος μέλος, να μπορεί να προσφύγει στον δικαστή ή στην αρμόδια αρχή σ' αυτό το κράτος μέλος για να διεκδικήσει τα δικαιώματα εκείνων που αντιπροσωπεύει.

(19)  Το τελικό κείμενο της εν λόγω οδηγίας υιοθετήθηκε στο Συμβούλιο «Καταναλωτές» του Λουξεμβούργου, στις 23 Απριλίου 1998 με ειδική πλειοψηφία, με μία ψήφο κατά, εκ μέρους της Γερμανίας, στην τελική μορφή της περιλαμβάνει, σε μεγάλο βαθμό, τις προτάσεις και τις κριτικές που διατυπώθηκαν και δημοσιεύθηκαν στις 11 Ιουνίου 1998.

(20)  Οδηγία 98/27/CE, της 19ης Μαΐου 1998, ΕΕ L 166 της 11.6.1998. Πρέπει να υπομνησθεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άσκησε αυστηρή κριτική για το πεδίο εφαρμογής και τους περιορισμούς της πρότασης και επέβαλε διάφορες τροποποιήσεις στο αρχικό κείμενο, ιδίως για:

την έκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας για όλες τις μελλοντικές οδηγίες στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών,

την ένταξη, μεταξύ των οντοτήτων των οποίων η νομιμότητα πρέπει να αναγνωρισθεί,των οργανώσεων και των αντιπροσωπευτικών ομοσπονδιών των καταναλωτών ή των επιχειρήσεων που ενεργούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο και όχι αποκλειστικά εθνικό.

Σε γνωμοδότηση που εκπόνησε ο κ. RAMAEKERS, η ΕΟΚΕ εκφράστηκε κατά της νομικής βάσης της πρότασης, εκτιμώντας ότι αυτή θα έπρεπε να είναι το άρθρο 129-Α και όχι το άρθρο 100-Α της συνθήκης, όσον αφορά το πολύ περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και κατά της υποχρέωσης της εκ των προτέρων προσφυγής σε οντότητα της χώρας στην οποία θα πρέπει να αναληφθεί η ενέργεια, η απαίτηση αυτή θα μπορούσε να καθυστερήσει σοβαρά και χωρίς λόγο την εξέλιξη της ενέργειας (CES 1095/96 — ΕΕ C 30 της 30.1.1997).

(21)  COM(96) 13 τελικό.

(22)  Έγγρ. A — 0355/96 (PE 253.833).

(23)  Πράγμα που δεν σημαίνει όμως ότι δεν εμφανίζονται από καιρού εις καιρόν σε ορισμένες οδηγίες του κοινοτικού κεκτημένου παραπομπές σε συλλογικές προσφυγές ως κατάλληλο και αποτελεσματικό μέσο για να διασφαλισθεί η τήρηση των διατάξεων τους. Πρόκειται π.χ. για την περίπτωση της οδηγίας 97/7/ΕΚ της 20.5.1997 (πωλήσεις εξ αποστάσεως), άρθρο 11, ή για την οδηγία 2002/65/ΕΚ της 23.9.2002 (πωλήσεις εξ αποστάσεως οικονομικών υπηρεσιών), άρθρο 13.

(24)  Υπενθυμίζουμε σχετικά:

τη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της ΕΟΚΕ 141/2005 — ΕΕ C 221 της 8.9.2005, με θέμα Η πολιτική των καταναλωτών μετά τη διεύρυνση, (σημείο 11.6),

τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ 230/2006 — ΕΕ C 88 της 11.4.2006, για τη θέσπιση προγράμματος κοινοτικής δράσης στον τομέα της υγείας και της προστασίας των καταναλωτών για την περίοδο 2007-2013, (σημείο 3.2.2.2.1.),

τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ 594/2006 — ΕΕ C 185 της 8.8.2006, με θέμα το Νομικό πλαίσιο της πολιτικής για τους καταναλωτές.

(25)  COM(2005) 672 τελικό της 19.12.2005.

(26)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ 1349/2006 — ΕΕ C 324 du 30.12.2006, εισηγήτρια η κ. SÁNCHEZ, το ίδιο θέμα είχε εξάλλου εξετασθεί στη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της ΕΟΚΕ με τον τίτλο«Ρύθμιση του ανταγωνισμού και καταναλωτές» (γνωμοδότηση ΕΟΚΕ 949/2006 — ΕΕ C 309 της 16.12.2006).

(27)  Η μελέτη αναφέρεται στην υποσημείωση 4. Μολονότι είναι πολύ πλήρης, είναι λόγω συγκριτική μελέτη δεν περιλαμβάνει την κατάσταση στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία και δεν εξετάζει τις πιο πρόσφατες εξελίξεις στη Φιλανδία, ούτε τα πολύ προοδευτικά συστήματα της Βραζιλίας, του Ισραήλ και της Νέας Ζηλανδίας, ούτε ακόμη τις προτάσεις που συζητήθηκαν στη Γαλλία και στην Ιταλία. Όσον αφορά το αυστραλιανό σύστημα, βλ. τη συλλογική εργασία «Consumer Protection Law» των J. GOLDRING, L.W. MAHER, Jill McKEOUGH και G. PEARSON, The Federation of Press, Sydney, 1998; για το νεοζηλανδικό σύστημα βλ. «Consumer Law in New Zealand», της Kate TOKELEY, Butterworth, Wellington, 2000, για μια περίληψη των εξελίξεων στην Ασία και ιδιαίτερα στην Ινδία, στις Φιλιππίνες, στο Χονγκ Κονγκ, στη Μπαγκλαντές, στην Ταϊλάνδη και στην Ινδονησία, βλ. «Developing Consumer Law in Asia», Έγγραφα του σεμιναρίου IACL/IOCU, Kuala Lumpur, Faculty of Law, University of Malaya, 1994.

Εν τω μεταξύ φαίνεται ότι η Επιτροπή ξεκίνησε πρόσφατα μια άλλη μελέτη με θέμα Αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των μηχανισμών συλλογικής προσφυγής στην ΕΕ (Προκήρυξη διαγωνισμού 2007/S 55-067230 du 20.3.2007).

(28)  COM(2007) 99 τελικό της 13.3.2007, σημείο 5.3, έγγραφο για το οποίο η ΕΟΚΕ αποφάνθηκε σε πρόσφατη γνωμοδότηση με εισηγήτρια την κ. DARMANIN.

(29)  «Conference on Collective Redress: Towards European Collective Redress for Consumers?» (9/10 Νοεμβρίου 2007) Κατά τη διάρκεια της οποίας η Επίτροπος κ. KROES ανέφερε τα εξής: «Οι καταναλωτές όχι μόνο έχουν δικαιώματα αλλά θα πρέπει επίσης να μπορούν να τα επιβάλουν αποτελεσματικά, και αν χρειάζεται και μέσω δικαστικών ενεργειών. Όταν όμως μια δικαστική ενέργεια μπορεί να αναληφθεί μόνο ατομικά από κάθε καταναλωτή, τότε κανείς καταναλωτής δεν θα προσφύγει ποτέ στο δικαστήριο: γι' αυτό οι συλλογικοί μηχανισμοί αποζημίωσης χρειάζονται οπωσδήποτε! Μόνο τότε θα μπορούν οι καταναλωτές να επωφεληθούν πλήρως της ενιαίας αγοράς. Από την πλευρά της η Επίτροπος κ. KUNEVA τόνισε επακριβώς τα εξής: Οι καταναλωτές δεν θα μπορέσουν να απολαύσουν πλήρως τα οφέλη της ενιαίας αγοράς, παρά μόνο εάν καθιερωθούν αποτελεσματικά συστήματα για την αποκατάσταση των καταγγελιών τους, τα οποία θα τους παρέχουν τα μέσα για τη δέουσα αποζημίωση. Η συλλογική αποζημίωση μπορεί πιθανόν να είναι ένα αποτελεσματικό μέσο για την ενίσχυση του πλαισίου επανόρθωσης που έχουμε ήδη δημιουργήσει για τους ευρωπαίους καταναλωτές, με την ενθάρρυνση μηχανισμών ADR και την καθιέρωση διασυνοριακής διαδικασίας μικροδιαφορών.»

(30)  Όπως υπενθύμισε ακριβώς ο κ. Patrick von BRAUNMUHL, στην εκδήλωση «Leuven Brainstmorming Event on Collective Redress», που οργάνωσε η Επιτροπή στις 29 Ιουνίου 2007, «συλλογικές αγωγές θα μπορούσαν να μειώσουν τον αριθμό των ατομικών υποθέσεων που οφείλονται σε συγκεκριμένο συμβάν. Ειδικότερα, σε ένα καθεστώς εξαίρεσης μια εταιρεία μπορεί να ρυθμίσει μεγάλο αριθμό αξιώσεων καταναλωτών σε μία μόνο δίκη. Μπορεί να διαπραγματευθεί με μια ομάδα που αντιπροσωπεύει όλους τους εμπλεκόμενους καταναλωτές και μπορεί να επικεντρώσει τους πόρους της σε μία μόνο δικαστική υπόθεση αντί σε πολλές διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμη και αν δεν είναι δυνατή μια εκούσια ρύθμιση και το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει υπάρχει μεγαλύτερη νομική ασφάλεια εάν η απόφαση καλύπτει όλες τις υποθέσεις που αναφέρονται στο ίδιο περιστατικό ή υπάρχει παράβαση του κοινού δικαίου.»

(31)  Το σημείο αυτό αναλύθηκε στο σεμινάριο «Rome I & Rome II», που διοργάνωσε η πορτογαλική Προεδρία από κοινού με τη γερμανική και τη σλοβενική Προεδρία και την Ακαδημία Ευρωπαϊκού Δικαίου (Europäische Rechtsakademie — ERA) στη Λισσαβώνα στις 12 και 13 Νοεμβρίου 2007.

(32)  Μια λεπτομερής συγκριτική ανάλυση των διαφόρων ορολογιών που χρησιμοποιούνται σε πολλά κράτη μέλη και της σημασίας τους σε κάθε γλώσσα παρέχεται στο άρθρο των Louis DEGOS και Geoffrey V. MORSON «Class System», στο Los Angeles Lawyer Magazine, Νοέμβριος 2006, σελ. 32 και επομ. Στην Ιρλανδία, χρησιμοποιείται ο όρος «Multi-party litigation» (MPL). Στην Αγγλία πρόκειται για τους όρους «group litigation order» (GLO) ή απλά «group action», στη Γερμανία γίνεται λόγος για «Gruppenklage», στη Σουηδία χρησιμοποιείται ο όρος «Grupptalan» ή «Collective lawsuit», στην Πορτογαλία «Popular lawsuit» και στην Ουγγαρία «Combined lawsuit».

(33)  Βλ. την ανακοίνωση της Επιτροπής «Ενιαία αγορά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα» [COM(2007) 724 τελικό], 20.11.2007.

(34)  Μεταξύ των οποίων:

Πράσινο Βιβλίο — Προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη και ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης στην ενιαία αγορά [COM (93) 576 τελικό].

Σύσταση της Επιτροπής της 12ης Μαΐου 1995 σχετικά με τις προθεσμίες πληρωμής στις εμπορικές συναλλαγές και Ανακοίνωση σχετικά με τη σύσταση της Επιτροπής με το ίδιο θέμα, ΕΕ L 127 της 10.06.1995 και ΕΕ C 144 της 10.06.1995.

Ανακοίνωση της Επιτροπής «Σχέδιο δράσης σχετικά με την πρόσβαση των καταναλωτών στη δικαιοσύνη και τη ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης στην εσωτερική αγορά» της 14ης Φεβρουαρίου 1996 [COM (96) 13 τελικό].

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «Προς αύξηση της αποτελεσματικότητας στην έκδοση και την εκτέλεση των αποφάσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» [COM(97) 609 τελικό, ΕΕ C 33 της 31.01.1998].

Οδηγία 98/27/ΕΚ, της 19ης Μαΐου 1998, περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών, ΕΕ L 166 της 11.06.1998.

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ΕΕ L 160 της 30.06.2000. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. G. Ravoet (CES 79/2001, της 26ης Ιανουαρίου 2000, ΕΕ C 75 της 15.03.2000).

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί της διεθνούς δικαιοδοσίας, αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας έναντι των κοινών τέκνων των συζύγων, όπου προηγουμένως. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Braghin (CES 940/1999 της 20ής Οκτωβρίου 1999, JO C 368 της 20.12.1999).

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όπου προηγουμένως. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Hernández Bataller (CES 947/1999 της 21ης Οκτωβρίου 1999, ΕΕ C 368 της 20.12.1999).

Οδηγία 2000/35/ΕΚ, της 29ης Ιουνίου 2000, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, ΕΕ L 200, της 08.08.2000.

Πρόγραμμα μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, ΕΕ C 12 της 15.05.2001)

Απόφαση του Συμβουλίου της 28ης Μαΐου 2001 σχετικά με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ΕΕ L 174 της 27.06.2001. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Retureau (CES 227/2001 της 28ης Φεβρουαρίου 2001, ΕΕ C 139 της 11.05.2001).

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου της 28ης Μαΐου 2001 για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, ΕΕ L 174 της 27.06.2001. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Hernández Bataller (CES 228/2001 της 28ης Φεβρουαρίου 2001, ΕΕ C 139 της 11.05.2001).

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (Βρυξέλλες I), ΕΕ L 12 της 16.01.2001. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Malosse (CES 233/2000 της 1ης Μαρτίου 2000, ΕΕ C 117 της 26.04.2000).

Πράσινη Βίβλος για τους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των διαφορών αστικού και εμπορικού δικαίου [COM (2002) 196 τελικό της 19.4.2002].

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 805/2004, της 21ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις, ΕΕ L 143 της 30.04. 2004. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. G. Ravoet (CESE 1348/2002 της 11ης Δεκεμβρίου 2002, ΕΕ C 85 της 08.04.2003).

Πρόταση κανονισμού για τη θέσπιση ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών [COM(2005) 87 τελικό της 15.03.2005]. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Pegado Liz (CESE 243/2006 της 14ης Φεβρουαρίου 2006).

Πράσινη Βίβλος για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση: η κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών [COM (2006) 618 τελικό]. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Pegado Liz (CESE 1237/2007 της 26ης Σεπτεμβρίου 2007).

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1896/2006 της 12ης Δεκεμβρίου 2006 (ΕΕ L 399 της 30ής Δεκεμβρίου 2006) για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής [COM(2004) 173 τελικό της 19.03.2004]. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Pegado Liz (CESE 133/2005 της 22ας Φεβρουαρίου 2005).

(35)  Ένα καλό παράδειγμα είναι το «Ταμείο αρωγής για συλλογικές προσφυγές» που υπάρχει στο Κεμπέκ, το οποίο θεωρείται απαραίτητο για την εξέλιξη των συλλογικών προσφυγών. Το ταμείο αυτό τροφοδοτείται από τις επιστροφές των ποσών που καταβλήθηκαν στους ενάγοντες που κέρδισαν την ομαδική αγωγή τους, καθώς και από το υπόλοιπο των αποζημιώσεων που δεν ζητήθηκαν από τα μέλη της ομάδας. Στον ενάγοντα που ασκεί ομαδική αγωγή θα πρέπει να του επιδικάσει ο δικαστής την επιστροφή των καταβληθέντων εξόδων για τη δίκη κατόπιν υποβολής των σχετικών δικαιολογητικών.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

της γνωμοδότησης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Οι ακόλουθες τροπολογίες, οι οποίες συγκέντρωσαν τουλάχιστον το 25 % των εκπεφρασμένων ψήφων, απορρίφθηκαν στην πορεία των συζητήσεων:

1.   Σημείο 7.2.2.2.4

«Διαθέτει, εξάλλου ένα πραγματικά αποτρεπτικό αποτέλεσμα για το υπεύθυνο μέρος, διότι αυτή αναγκάζεται να αποζημιώσει όλα τα άτομα που υπέστησαν ζημία λόγω μιας πρακτικής, και πιθανόν να επιστρέψει το παράνομο κέρδος που απεκόμισε».

Αιτιολογία

Βλέπε σημείο 7.6.3

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

Υπέρ: 104 Κατά: 114 Αποχές: 13

2.   Να διαγραφεί

το σημείο 7.6.1

«Το σύστημα της ομαδικής αγωγής θα πρέπει να αυτοχρηματοδοτείται μακροπρόθεσμα»

Αιτιολογία

Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη αποτελεί ευθύνη των κρατικών αρχών και δεν μπορεί να εξαρτάται από την επιτυχία προηγούμενων προσφυγών και χωρίς σχέση με μεταγενέστερες διαδικασίες (βλ. αιτιολογία σημείου 7.6.3).

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

Υπέρ: 107 Κατά: 116 Αποχές: 10

3.   Να αντικατασταθεί

το σημείο 7.6.3:

«Ένα από τα μέσα χρηματοδότησης του συστήματος είναι η σύσταση ενός Ταμείου Αρωγής για Συλλογικές Προσφυγές., το οποίο θα τροφοδοτείται με τα ποσά των παράνομων κερδών των επιχειρήσεων που καταδικάζονται, όπως αυτά αποφασίζονται από τον δικαστή κατά τη διαδικασία, εφόσον δεν τα απαιτήσουν τα άτομα που ζημιώθηκαν άμεσα και τα οποία είναι γνωστά. Εναπόκειται στις κρατικές αρχές να εγγυώνται την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, π.χ. χρησιμοποιώντας το προϊόν των προστίμων για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου κατανάλωσης για τη χρηματοδότηση ομαδικών αγωγών»

Αιτιολογία

Η προβλεπόμενη προσφυγή έχει ως στόχο την αποκατάσταση των βλαβών που έχουν υποστεί οι καταναλωτές, εξαιρώντας κάθε «αποζημίωση ποινικού χαρακτήρα». Η έννοια αυτή, που προέρχεται από τις ΗΠΑ συγχέει άσκοπα τα αστικά συμφέροντα με τις ποινικές πτυχές του θέματος. Το γεγονός ότι πρέπει να αποζημιώνονται οι καταναλωτές που έχουν υποστεί βλάβη αποθαρρύνει έντονα τον υπεύθυνο και παρέχει στα θύματα πλήρη αποζημίωση για τη βλάβη που υπέστησαν.

Όσον αφορά το θέμα του κατά πόσο προκύπτει κέρδος από μια παράβαση του νόμου ή μια απάτη, αυτό εξαρτάται από τις ποινές που επιβάλουν οι δημόσιες αρχές. Οι τελευταίες μπορούν να χρησιμοποιήσουν το προϊόν των προστίμων που προέρχονται από τις πρακτικές αυτές για τη διευκόλυνση της υποβολής ομαδικών προσφυγών. Η ευθύνη της κατοχύρωσης της πρόσβασης στη δικαιοσύνη εναπόκειται στις δημόσιες αρχές, υποκείμενη σε δημοκρατικό έλεγχο, παρά σε φυσικά πρόσωπα και οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου.

Επειδή οι αποζημιώσεις πρέπει να καταβάλλονται στους καταναλωτές που έχουν υποστεί βλάβη, δεν είναι σκόπιμο να δημιουργηθούν πλασματικές σχέσεις μεταξύ του υπολοίπου μιας αγωγής και μεταγενέστερων προσφυγών, ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία η διαχείριση θα μπορούσε να παρουσιάζει ενδιαφέρον το οποίο δεν είναι πλέον εκείνο της δέουσας αποζημίωσης των καταναλωτών που έχουν υποστεί βλάβη σε περίπτωση παραβάσεως.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

Υπέρ: 104 Κατά: 106 Αποχές: 18