52007SC1473

Εγγραφο εργασιας των υπηρεσιων της Επιτροπης - Σύνοψη της εκτίμησης αντίκτυπου - Συνοδευτικό έγγραφο της πρότασης της Επιτροπής για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποίησης των οδηγιών 2002/19/EΚ, 2002/20/EΚ και 2002/21/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου - Συνοδευτικό έγγραφο της πρότασης της Επιτροπής για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποίησης των οδηγιών 2002/22/EΚ και 2002/58/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου - Συνοδευτικό έγγραφο της πρότασης της Επιτροπής για κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Αγορά Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών {COM(2007) 697 τελικό} {COM(2007) 698 τελικό} {COM(2007) 699 τελικό} {SEC(2007) 1472} /* SEC/2007/1473 τελικό */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 13.11.2007

SEC(2007) 1473

ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Σύνοψη της εκτίμησης αντίκτυπου Συνοδευτικό έγγραφο της πρότασης της Επιτροπής για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποίησης των οδηγιών 2002/19/EΚ, 2002/20/EΚ και 2002/21/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου πρότασης της Επιτροπής για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποίησης των οδηγιών 2002/22/EΚ και 2002/58/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου πρότασης της Επιτροπής για κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Αγορά Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών

{COM(2007) 697 τελικό}{COM(2007) 698 τελικό}{COM(2007) 699 τελικό}{SEC(2007) 1472}

ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Σύνοψη της εκτίμησης αντίκτυπου

Εισαγωγή

Το παρόν έγγραφο συνοψίζει την έκθεση για την εκτίμηση αντίκτυπου (ΕΑ)[1] σχετικά με την επανεξέταση του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ηλεκτρονικές επικοινωνίες). Η εν λόγω έκθεση εμβαθύνει και εξειδικεύει την ανάλυση της πρώτης αρχικής εκτίμησης αντίκτυπου του Ιουνίου 2006.

Η παρούσα επανεξέταση προτείνει τροποποιήσεις που λαμβάνουν υπόψη την αποκτηθείσα έως τώρα πείρα και τις αναμενόμενες εξελίξεις στην αγορά και τις τεχνολογικές εξελίξεις, με σκοπό τη βελτίωση της ικανότητας του πλαισίου να υλοποιεί τους στόχους του και να στηρίζει τους πολιτικούς στόχους της πρωτοβουλίας i2010.

Η έκθεση για την ΕΑ διαρθρώνεται σε τρεις μεγάλες βασικές θεματικές ενότητες εντός των οποίων παρουσιάζονται ειδικότερα προβλήματα και στόχοι:

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ I – Βελτίωση των κανονιστικών ρυθμίσεων

1) Ανταγωνισμός, επενδύσεις και καινοτομία : καθορισμός του βέλτιστου τρόπου προώθησης του ανταγωνισμού, των επενδύσεων και της καινοτομίας στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και, συνεπώς, διασφάλιση της ικανοποίησης των αναγκών των χρηστών και της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών.

2) Διαχείριση του ραδιοφάσματος : διασφάλιση ότι το ραδιοφάσμα, το οποίο συνιστά σπάνιο πόρο υψηλής ζήτηση;, χρησιμοποιείται για το μέγιστο όφελος της κοινωνίας και ότι οι μεταβολές στην τεχνολογία και στη δομή της ζήτησης αντικατοπτρίζονται γρήγορα στον τρόπο χρήσης του εν λόγω πόρου.

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ II – Ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών

3) Συνοχή και αποτελεσματικότητα των κανονιστικών ρυθμίσεων – θεσμικά και διαδικαστικά ζητήματα : επινόηση ενός κανονιστικού μοντέλου που οδηγεί σε μια ενιαία αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών μέσω συνεκτικών και αποτελεσματικών κανονιστικών ρυθμίσεων, με παράλληλη τήρηση της αρχής της επικουρικότητας και της αρχής της αναλογικότητας.

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ III – Επαφή με τους πολίτες

4) Δικαιώματα των χρηστών και προστασία των καταναλωτών : παροχή επαρκών διασφαλίσεων για τα δικαιώματα των χρηστών, την προστασία των καταναλωτών και το δημόσιο συμφέρον μέσα σε ένα τεχνολογικά συγκλίνον περιβάλλον, σύμφωνα με τους στόχους της πρωτοβουλίας i2010 για μια κοινωνία της πληροφορίας για όλους.

5) Ιδιωτική ζωή και ασφάλεια : συμβολή σε ένα αυξημένο επίπεδο ασφάλειας και ακεραιότητας των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Ευρώπη, πράγμα το οποίο θα παράσχει απτά οφέλη σε όλους τους πολίτες και την κοινωνία στο σύνολό της, σύμφωνα με τους στόχους της πρωτοβουλίας i2010.

σύνοψη των προβλημάτων και εξεταζόμενεσ πολιτικεσ επιλογεσ

Ανταγωνισμός, επενδύσεις και καινοτομία

Η ΕΕ έχει τις ίδιες τουλάχιστον καλές επιδόσεις με αυτές των κύριων εμπορικών της εταίρων όσον αφορά τον ανταγωνισμό και την καινοτομία στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Η αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ έχει ανοίξει τις αγορές και έχει οδηγήσει σε πτώση των τιμών των φωνητικών και ευρυζωνικών υπηρεσιών για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Ορισμένες χώρες της ΕΕ βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην παγκόσμια πρωτοπορία όσον αφορά τη διείσδυση των κινητών επικοινωνιών και της ευρείας ζώνης.

Κύριο ζήτημα για τα προσεχή έτη είναι εάν το πλαίσιο παρέχει κατάλληλα κίνητρα για επενδύσεις σε νέα δίκτυα υψηλής ταχύτητας που θα υποστηρίζουν την καινοτομία σε διαδικτυακές υπηρεσίες με πλούσιο περιεχόμενο. Ο πολιτικός διάλογος στον εν λόγω τομέα έχει επικεντρωθεί στο κατά πόσον η ανοικτή πρόσβαση μειώνει τα κίνητρα για επενδύσεις σε νέα υποδομή.

Σε αυτό το κεφάλαιο εξετάστηκαν τρεις κύριες πολιτικές επιλογές:

Επιλογή 1 : Θέσπιση ενός μοντέλου ‘ανοικτής πρόσβασης’ για νέα υποδομή δικτύου (ήτοι διαχωρισμός της παροχής υποδομής από την παροχή υπηρεσίας)·

Επιλογή 2 : ουδεμία κανονιστική ρύθμιση: κατάργηση ή περιορισμός των ειδικών για τον τομέα κανονιστικών ρυθμίσεων («ρυθμιστική ανάπαυλα»)· και

Επιλογή 3 : Διατήρηση του υφιστάμενου μοντέλου του πλαισίου.

Η εξασφάλιση στους παρόχους υπηρεσιών ίσης πρόσβασης σε υποδομές που παρουσιάζουν συμφόρηση αποτελεί ήδη στόχο του υφιστάμενου κανονιστικού πλαισίου (επιλογή 3), το οποίο περιλαμβάνει διατάξεις για την αποφυγή διακρίσεων ώστε η αγορά να παραμείνει ανοικτή και ανταγωνιστική. Ωστόσο, η διασφάλιση ισότιμης πρόσβασης παραμένει δύσκολη στην περίπτωση που οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου είναι κάθετα ενοποιημένοι πάροχοι υπηρεσιών, ειδικά όσον αφορά τις μη τιμολογιακές διακρίσεις.

Σε περιπτώσεις που οι διακρίσεις αυτές εμμένουν και δεν μπορούν να επιλυθούν με διορθωτικά μέτρα που αφορούν την συμπεριφορά, ο διαχωρισμός του ενοποιημένου φορέα εκμετάλλευσης σε χωριστές οντότητες θα άρει τα κίνητρα για εισαγωγή διακρίσεων μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών (επιλογή 1). Ο ενδεικνυόμενος βαθμός διαχωρισμού εξαρτάται από τη φύση του σχετικού κλάδου δικτύων (π.χ. τηλεπικοινωνίες, ενέργεια ή σιδηροδρομικές μεταφορές). Ο πλήρης διαρθρωτικός διαχωρισμός (αποδεσμοποίηση ιδιοκτησίας) αποτελεί σημαντικό μέτρο το οποίο εξαλείφει τα κίνητρα για την εισαγωγή διακρίσεων μέσω της εκποίησης μη αναπαραγώγιμων στοιχείων ενεργητικού του δικτύου. Ωστόσο, όταν παρατηρείται σημαντική καινοτομία στην τεχνολογία και στις υπηρεσίες, όπως στην περίπτωση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μια λιγότερο παρεμβατική προσέγγιση συνίσταται στο να απαιτηθεί τα στοιχεία ενεργητικού που παρουσιάζουν συμφόρηση να μεταφέρονται σε μια λειτουργικά χωριστή θυγατρική με διακριτά διαχειριστικά κίνητρα, διατηρώντας έτσι την ευελιξία που παρέχει η κοινή συνολική ιδιοκτησία των τμημάτων υποδομών και υπηρεσιών, ενισχύοντας δε παράλληλα τη διαφάνεια και προωθώντας κίνητρα για την αποφυγή διακρίσεων.

Επιλογή 2 – η «ρυθμιστική ανάπαυλα» – θέτει σε κίνδυνο τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στη μεγάλη πλειονότητα των ευρωπαϊκών αγορών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα εμπειρικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι επενδύσεις και η καινοτομία είναι ισχυρότερα όταν υπάρχει αποτελεσματικός ανταγωνισμός μεταξύ υποδομών. Ωστόσο, περίπου στο 80% των τοπικών βρόχων της ΕΕ δεν υπάρχει ακόμη ανταγωνισμός που να βασίζεται στις υποδομές. Αυτό σημαίνει ότι η εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση εξακολουθεί να διαδραματίζει καίριο ρόλο στη διατήρηση του ανταγωνισμού και στην προστασία των καταναλωτών, θέτοντας όρους για την πρόσβαση στην υποδομή του εγκατεστημένου φορέα.

Συμπέρασμα

Τα εμπειρικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι μολονότι οι διακρίσεις εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρό ζήτημα σε ορισμένες αγορές, σε άλλες τα υφιστάμενα διορθωτικά μέτρα έχουν δημιουργήσει την κατάλληλη ισότητα πρόσβασης. Συνεπώς, η ανάλυση στηρίζει τη συνέχιση της υφιστάμενης προσέγγισης ( επιλογή 3) που συνίσταται σε εκ των προτέρων διορθωτικά μέτρα για τη διατήρηση της πρόσβασης. Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί αναγκαίο να εκχωρηθεί στην εθνική ρυθμιστική αρχή (ΕΡΑ) η αρμοδιότητα επιβολής του λειτουργικού διαχωρισμού ως έκτακτου διορθωτικού μέτρου, με σκοπό την αντιμετώπιση των διακρίσεων που εξακολουθούν να υπάρχουν, οι οποίες δεν αντιμετωπίζονται με την υφιστάμενη δέσμη διορθωτικών μέτρων που αφορούν την συμπεριφορά.

Διαχείριση ραδιοφάσματος

Οι υπηρεσίες που βασίζονται στο ραδιοφάσμα αντιπροσωπεύουν 250 δισεκατομμύρια ευρώ για την οικονομία της ΕΕ και παρουσιάζουν αυξητική τάση. Ωστόσο, το μέγεθος του ραδιοφάσματος είναι περιορισμένο και τα υφιστάμενα συστήματα κατανομής είναι άκαμπτα και αποθαρρύνουν την καινοτομία. Η υφιστάμενη πολιτική της Επιτροπής συνίσταται στην προώθηση μεγαλύτερης ευελιξίας και αποδοτικότητας της χρήσης του ραδιοφάσματος, διασφαλίζοντας παράλληλα τους χρήστες ασύρματων εφαρμογών από παρεμβολές. Στο παρόν κεφάλαιο εξετάζονται στο πλαίσιο των επιλογών οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν για την ενσωμάτωση αυτής της πολιτικής στο κανονιστικό πλαίσιο.

Ως αποτέλεσμα της δημόσιας διαβούλευσης επί των εγγράφων της Επιτροπής σχετικά με την επανεξέταση του Ιουνίου 2006, μια επιλογή δεν επελέγη - η δημιουργία ανεξάρτητου οργάνου για τον συντονισμό και τον εξορθολογισμό των αποφάσεων για το ραδιοφάσμα -, και οι επιλογές για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος μειώθηκαν σε δύο:

Επιλογή 1 : προσαρμογή του πλαισίου εισάγοντας την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας και της ουδετερότητας των υπηρεσιών και συντονισμός της εμπορίας του ραδιοφάσματος· και

Επιλογή 2 : ουδεμία αλλαγή του κανονιστικού πλαισίου.

Η ουδετερότητα των υπηρεσιών και η τεχνολογική ουδετερότητα (οι κύριες αρχές της επιλογής 1) θα άρουν την πλειονότητα των κανονιστικών περιορισμών, θα ενισχύσουν τον ανταγωνισμό και θα μειώσουν τον κανονιστικό φόρτο που βαρύνει τους χρήστες. Εάν συνδυαστούν με την εμπορία του ραδιοφάσματος και την ενίσχυση των κανόνων ανταγωνισμού θα διασφαλιστεί η πρόσβαση σε μια ανοικτή αγορά νέων τεχνολογιών και νέων παρόχων υπηρεσιών.

Ενώ η επιλογή 2 καταρχήν επιτρέπει τη συνύπαρξη των διαφορετικών μοντέλων διαχείρισης, στην πραγματικότητα είναι πιθανό να διατηρήσει το διοικητικό μοντέλο που βασίζεται στην τεχνολογία και στις υπηρεσίες το οποίο κυριαρχεί σήμερα και το οποίο περιορίζει τον αριθμό των αδειών και επιβραδύνει την εισαγωγή νέας τεχνολογίας.

Η επιλογή 1 ενσωματώνει τους μηχανισμούς ενίσχυσης του συντονισμού, ενώ η επιλογή 2 βασίζεται στον συντονισμό σε εθελοντική βάση.

Συμπέρασμα

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η επιλογή 1 αποτελεί την πλέον κατάλληλη βάση για τη μεταρρύθμιση της διαχείρισης του ραδιοφάσματος στην Ευρώπη.

Κανονιστική συνοχή και αποτελεσματικότητα: θεσμικά και διαδικαστικά θέματα

Το μεγαλύτερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Ευρώπης στην παγκόσμια οικονομία είναι η ανοικτή της αγορά με σχεδόν 500 εκατομμύρια καταναλωτές. Για να δρέψουν τα οφέλη αυτής της εσωτερικής αγοράς, οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν οικονομίες κλίμακας μέσω μιας σταθερής και συνεπούς εφαρμογής των κανονιστικών ρυθμίσεων.

Το πλαίσιο της ΕΕ για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες καθιέρωσε ένα σύστημα 27 εθνικών αγορών που συντονίζονται μέσω μιας κοινής δέσμης κανόνων. Ωστόσο, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί σε ορισμένους τομείς, εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα ασυνεπούς εφαρμογής των εν λόγω κανόνων.

Για την αντιμετώπιση των εν λόγω προβλημάτων αναλύθηκαν τρεις κύριες επιλογές:

Επιλογή 1 : μια Ενιαία Ευρωπαϊκή Ρυθμιστική Αρχή με διακριτική εξουσία λήψης αποφάσεων όσον αφορά την επανεξέταση της αγοράς, η οποία θα είναι επιφορτισμένη με τη διαχείριση πτυχών του ραδιοφάσματος στην ΕΕ·

Επιλογή 2 : μια Ευρωπαϊκή Ρυθμιστική Αρχή χωρίς διακριτική εξουσία λήψης αποφάσεων, η οποία θα συνεπικουρεί την εφαρμογή των ενισχυμένων κοινοτικών διαδικασιών· και

Επιλογή 3 : καλύτερος συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών.

Η κεντρική κανονιστική ρύθμιση που προτείνεται στην επιλογή 1 θα ωφελήσει τους φορείς εκμετάλλευσης στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες εντός της ΕΕ, ενθαρρύνοντας έτσι την ταχύτερη ανάπτυξη των υπηρεσιών που έχουν πανευρωπαϊκό δυναμικό και τον διακρατικό ανταγωνισμό. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικοί περιορισμοί από πλευράς αναλογικότητας και νομικοί περιορισμοί οι οποίοι δεν συνηγορούν υπέρ αυτής της επιλογής.

Η επιλογή 2 εξασφαλίζει την κανονιστική συνοχή, ενώ διατηρεί το αποκεντρωμένο σύστημα κανονιστικών ρυθμίσεων. Συνδυάζει την ενίσχυση των εξουσιών της Κοινότητας με τον συμβουλευτικό ρόλο της νέας Ευρωπαϊκής Αρχής, παρέχοντας έτσι μια αποδοτική προσέγγιση της επιλογής, της αδειοδότησης και της εναρμόνισης των υπηρεσιών με πανευρωπαϊκό δυναμικό οι οποίες χρησιμοποιούν συχνότητες ή/και αριθμούς.

Η αξιολόγηση και η δημόσια διαβούλευση έχουν αποδείξει ότι η ασφάλεια δικτύων και πληροφοριών απαιτεί μεγαλύτερη αποδοτικότητα. Συνεπώς, βάσει της επιλογής 2, οι λειτουργίες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA) θα συγχωνευτούν εντός της Ευρωπαϊκής Ρυθμιστικής Αρχής. Η αναβάθμιση του ENISA με σκοπό να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος της Ευρωπαϊκής Ρυθμιστικής Αρχής θα προσφέρει λειτουργική αποδοτικότητα ως αποτέλεσμα του συνδυασμού των δύο οργάνων.

Η επιλογή 3 απαιτεί από όλες τις ΕΡΑ να αναλάβουν τη δέσμευση να ακολουθούν κοινές κατευθυντήριες γραμμές και να εφαρμόζουν συνεκτικά διορθωτικά μέτρα. Δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ένας τέτοιος συντονισμός σε εθελοντική βάση θα λειτουργήσει στην πράξη.

Συμπέρασμα

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η επιλογή 2 είναι η πλέον κατάλληλη στο υφιστάμενο θεσμικό και νομικό πλαίσιο.

Δικαιώματα των χρηστών και προστασία των καταναλωτών

O ανταγωνισμός επέφερε σημαντικά οφέλη στους καταναλωτές οδηγώντας σε πτώση των τιμών σε απόλυτους όρους. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός και η καινοτομία αυξάνουν επίσης την πολυπλοκότητα. Συνεπώς, χρειάζονται περαιτέρω μέτρα για την ενίσχυση της διαφάνειας, τη διασφάλιση της συνδεσιμότητας και την ποιότητα των υπηρεσιών επικοινωνιών, καθώς και τη διασφάλιση ότι βασικές υπηρεσίες όπως οι κλήσεις έκτακτης ανάγκης και οι στόχοι της «ηλεκτρονικής ένταξης» δεν εγκαταλείπονται με την εμφάνιση νέων αγορών.

Αναλύθηκαν τρεις πολιτικές επιλογές:

Επιλογή 1 : ενθάρρυνση περισσότερης αυτορύθμισης του κλάδου·

Επιλογή 2 : επικαιροποίηση και ενίσχυση των υφιστάμενων διατάξεων· και

Επιλογή 3 : ουδεμία αλλαγή του κανονιστικού πλαισίου.

Η αποτελεσματικότητα της επιλογής 1 εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συναίνεση όλων των εμπλεκόμενων άμεσα ενδιαφερόμενων. Επί του παρόντος δεν είναι σκόπιμο να περιμένουμε ότι η αυτορύθμιση σε εθελοντική βάση θα έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική βελτίωση της προστασίας των καταναλωτών και των δικαιωμάτων των χρηστών.

Η επιλογή 2 λαμβάνει υπόψη τα τεχνολογικά επιτεύγματα και τις εξελίξεις στην αγορά και διασφαλίζει ότι τα ζητήματα που αφορούν τους καταναλωτές δεν λαμβάνονται απλώς υπόψη στις συμφωνίες με τον κλάδο αλλά τυγχάνουν και νομοθετικής εγγύησης. Η δημόσια διαβούλευση αποκάλυψε την ανάγκη περαιτέρω επεξεργασίας των αρχικών προτάσεων της Επιτροπής, όμως με τέτοιες προσαρμογές η επιλογή 2 θα ετύγχανε ευρείας πολιτικής στήριξης.

Η επιλογή 3 δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα διαπιστωθέντα προβλήματα που αφορούν την προστασία των καταναλωτών και τα δικαιώματα των χρηστών στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και, ως εκ τούτου, δεν είναι σύμφωνη με τους στόχους της πρωτοβουλίας i2010.

Συμπέρασμα

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η επιλογή 2 είναι η πλέον ενδεδειγμένη, μολονότι δεν αποκλείεται η δυνατότητα εξελίξεων από πλευράς αυτορύθμισης εντός του νομικού πλαισίου που θα δημιουργούσε η επιλογή 2, οι οποίες θα οδηγούσαν στην αποτελεσματική επίτευξη των επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων.

Ιδιωτική ζωή και ασφάλεια

Σε αυτό το κεφάλαιο προσδιορίστηκαν τρεις πολιτικές επιλογές:

Επιλογή 1 : ουδεμία αλλαγή του κανονιστικού πλαισίου·

Επιλογή 2 : επικαιροποίηση και ενίσχυση των υφιστάμενων διατάξεων· και

Επιλογή 3 : εισαγωγή ενός νέου, λεπτομερούς μέσου για την αντιμετώπιση της ασφάλειας και της ακεραιότητας.

Η επιλογή 1 θα σήμαινε ότι οι απαιτήσεις σχετικά με την ακεραιότητα δικτύου θα παρέμεναν σε εφαρμογή μόνο για τα δίκτυα σταθερής τηλεφωνίας, γεγονός που θα μείωνε ουσιαστικά τη σημασία τους στο μέλλον τη στιγμή που τα δίκτυα εξελίσσονται προς ένα «πλήρως-IP» περιβάλλον (Internet Protocol – διαδικτυακό πρωτόκολλο).

Η επιλογή 2 θα επέτρεπε την αντιμετώπιση θεμάτων όπως η ακεραιότητα και η επιβολή με εναρμονισμένο τρόπο, διασφαλίζοντας ότι το πλαίσιο προσαρμόστηκε ώστε να πληροί τις αναδυόμενες ανάγκες, χωρίς όμως να διατρέχει τον κίνδυνο να είναι υπερβολικά κανονιστικό.

Τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης καταδεικνύουν ότι η επιλογή 3 δεν έτυχε της γενικής στήριξης των άμεσα ενδιαφερομένων. Εκφράστηκαν ιδίως ανησυχίες ότι η νέα λεπτομερής νομοθεσία θα αυξήσει σημαντικά το κόστος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και, συνεπώς, θα επηρεάσει δυσμενώς τον ανταγωνισμό.

Συμπέρασμα

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η επιλογή 2 είναι η πλέον ενδεδειγμένη διότι διασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ εναρμόνισης, προβλεψιμότητας και ευελιξίας, γεγονός που θα επιτρέψει να αντιμετωπιστούν εγκαίρως τυχόν μελλοντικές απειλές κατά της ασφάλειας.

Κύριες επιπτώσεις των προτεινόμενων επιλογών

Το παρόν κεφάλαιο συνοψίζει τις κύριες επιπτώσεις των προτεινόμενων επιλογών που προσδιορίστηκαν ανωτέρω.

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ I – Βελτίωση των κανονιστικών ρυθμίσεων

1) Η διατήρηση του υφιστάμενου μοντέλου της εκ των προτέρων κανονιστικής ρύθμισης με βάση την αγορά προσφέρει τον βέλτιστο τρόπο προώθησης του ανταγωνισμού, των επενδύσεων και της καινοτομίας στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες: οι ΕΡΑ διαθέτουν τα μέσα προώθησης του ανταγωνισμού λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την ανάγκη απόδοσης των κεφαλαίων των επισφαλών επενδύσεων. Ο λειτουργικός διαχωρισμός ως ένα νέο έσχατο διορθωτικό μέτρο θα μπορούσε να βελτιώσει τον ανταγωνισμό εκεί όπου εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα ανταγωνισμού και σημεία συμφόρησης, και όπου τα διορθωτικά μέτρα δεν είναι αποτελεσματικά για την αποφυγή διακρίσεων.

Η αναθεώρηση της σύστασης του 2003 για τις σχετικές αγορές (η οποία πραγματοποιήθηκε παράλληλα με την παρούσα επανεξέταση) καταδεικνύει ότι το υφιστάμενο πλαίσιο έχει ήδη καταστήσει δυνατή την ουσιαστική απορύθμιση, δεδομένου ότι 11 (κυρίως λιανικές αγορές) εκ των υφισταμένων 18 αγορών που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκ των προτέρων κανονιστικής ρύθμισης προτάθηκε να μην εμπίπτουν σταδιακά στο πεδίο εφαρμογής της σύστασης. Οι κανονιστικές ρυθμίσεις στον τομέα μπορούν επομένως να επικεντρωθούν στις χονδρικές αγορές, στις οποίες εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά σημεία συμφόρησης που εμποδίζουν τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό.

2) Η μεταρρύθμιση της διαχείρισης του ραδιοφάσματος με την εισαγωγή περισσότερης ευελιξίας στην αγορά θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό και θα μειώσει το φόρτο των κανονιστικών ρυθμίσεων που βαρύνει τους χρήστες του ραδιοφάσματος. Αυτό θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις και θα επιτρέψει στους φορείς εκμετάλλευσης να εισάγουν νέες τεχνολογίες στις ζώνες του ραδιοφάσματος στις οποίες διατηρούν δικαιώματα χρήσης, καθιστώντας έτσι δυνατή την ανάπτυξη στην πράξη νέων τεχνολογιών και ενισχύοντας τη χρήση τους από τους καταναλωτές χάρη στο μεγαλύτερο εύρος επιλογών και στις χαμηλότερες τιμές.

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ II – Ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών

3) Ενώ το σύστημα των ανεξάρτητων εθνικών ρυθμιστικών φορέων παρέχει μια πλούσια βάση γνώσεων για ανάληψη κανονιστικής δράσης, η προσθήκη της Ευρωπαϊκής Αρχής με συμβουλευτικό ρόλο σε συνδυασμό με την εποπτεία των διορθωτικών μέτρων από την Επιτροπή θα συμβάλλουν σημαντικά στη βελτίωση της αποδοτικότητας και της ταχύτητας λήψης αποφάσεων στην ΕΕ. Πρόκειται για μια αναλογική λύση στα υφιστάμενα προβλήματα έλλειψης συνοχής της κανονιστικής προσέγγισης που δημιουργούν ανομοιογενείς όρους για τους παρόχους υπηρεσιών σε ολόκληρη την ΕΕ. Η συνοχή δεν θα ενθαρρύνει μόνο τους φορείς εκμετάλλευσης να αναπτύξουν τις διασυνοριακές τους δραστηριότητες, αλλά θα μειώσει το κόστος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στην Ευρώπη γενικά, προωθώντας τις πανευρωπαϊκές υπηρεσίες.

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ III – Επαφή με τους πολίτες

4) Η επικαιροποίηση και η ενίσχυση των δικαιωμάτων των χρηστών – συμπεριλαμβανομένων των χρηστών με αναπηρίες - και των διατάξεων για την προστασία των καταναλωτών λαμβάνουν υπόψη τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις εξελίξεις στην αγορά, προσφέροντας έτσι σε όλους τους χρήστες περισσότερες επιλογές και ασφάλεια δικαίου. Οι καταναλωτές θα επωφεληθούν από την καλύτερη ενημέρωσή τους σχετικά με τις τιμές και τις υπηρεσίες. Η αύξηση της χρήσης και η ευκολότερη πρόσβαση σε υπηρεσίες επικοινωνιών θα οδηγήσει στη μεγαλύτερη κοινωνική συμμετοχή των χρηστών με αναπηρίες ή/και με ειδικές ανάγκες, καθώς και των ηλικιωμένων. Η βελτίωση των πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος θα βελτιώσει την ποιότητα των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης.

5) Η επικαιροποίηση και η ενίσχυση των υφιστάμενων διατάξεων για την ιδιωτική ζωή και την ασφάλεια θα παράσχουν στους καταναλωτές καλύτερη ποιότητα και ασφάλεια δικτύων και υπηρεσιών, καθώς και καλύτερη πληροφόρηση και διαφάνεια ώστε η ποιότητα και η ασφάλεια των υπηρεσιών να καταστεί μέρος των κριτηρίων επιλογής από πλευράς καταναλωτών. Η καλύτερη πληροφόρηση, η διαφάνεια και η εμπιστοσύνη θα ενθαρρύνουν τη χρήση των ΤΠΕ.

Σύνοψη

Ο συνδυασμός όλων των προτιμώμενων επιλογών συμβάλλει στην απλούστευση των κανονιστικών υποχρεώσεων που επιβλήθηκαν στις επιχειρήσεις και, συγχρόνως, ενισχύει τα δικαιώματα των πολιτών και παράγει οφέλη για τους καταναλωτές. Τα κύρια στοιχεία απλούστευσης είναι η μείωση του αριθμού των σχετικών αγορών στη σύσταση της Επιτροπής, οι απλοποιημένες διαδικασίες επανεξέτασης της αγοράς και η μεταρρύθμιση της διαχείρισης του ραδιοφάσματος, τα οποία θα οδηγήσουν σε καθαρή μείωση του διοικητικού κόστους. Οι υποδομές των ηλεκτρονικών επικοινωνιών αποτελούν τα θεμέλια του συνόλου της οικονομίας και οι βελτιώσεις στον εν λόγω τομέα θα αποβούν προς όφελος της υπόλοιπης οικονομίας της ΕΕ.

[1] SEC(2007) 1472.