52007PC0717

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την εφαρμογή στα εμπορεύματα καταγωγής ορισμένων χωρών μελών της ομάδας κρατών Αφρικής, Καραϊβικής και Ειρηνικού (ΑΚΕ) των ρυθμίσεων που προβλέπονται στις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης ή στις συμφωνίες που οδηγούν στην σύναψη τέτοιων συμφωνιών /* COM/2007/0717 τελικό - ACC 2007/0250 */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 13.11.2007

COM(2007) 717 τελικό

2007/0250 (ACC)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την εφαρμογή στα εμπορεύματα καταγωγής ορισμένων χωρών μελών της ομάδας κρατών Αφρικής, Καραϊβικής και Ειρηνικού (ΑΚΕ) των ρυθμίσεων που προβλέπονται στις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης ή στις συμφωνίες που οδηγούν στην σύναψη τέτοιων συμφωνιών

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Η παρούσα πρόταση κανονισμού του Συμβουλίιου για την εφαρμογή στα εμπορεύματα καταγωγής ορισμένων χωρών μελών της ομάδας κρατών Αφρικής, Καραϊβικής και Ειρηνικού (ΑΚΕ) των ρυθμίσεων που προβλέπονται στις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης ή στις συμφωνίες που οδηγούν στη σύναψη τέτοιων συμφωνιών αποτελεί συνέχεια της ανακοίνωσης της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης (ΣΕΟΣ), η οποία εκδόθηκε από την Επιτροπή στις 23 Οκτωβρίου 2007 [COM(2007) 635].

Η εν λόγω ανακοίνωση καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να επιτευχθούν οι βασικοί στόχοι της σύναψης πλήρων, ολοκληρωμένων ΣΟΕΣ με όλες τις περιφέρειες ΑΚΕ, περιορίζοντας παράλληλα, όσο το δυνατόν περισσότερο, τον κίνδυνο διατάραξης των εμπορικών συναλλαγών για τις περιφέρειες ή υποπεριφέρειες Αφρικής, Καραϊβικής και Ειρηνικού (ΑΚΕ) που ολοκληρώνουν διαπραγματεύσεις σχετικά με συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης ή στις συμφωνίες που οδηγούν στη σύναψη τέτοιων συμφωνιών πριν από τη λήξη του ισχύοντος εμπορικού καθεστώτος στις 31 Δεκεμβρίου 2007 και κατά τρόπο που να συνάδει με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας. Ο παρών κανονισμός επιτυγχάνει το στόχο αυτό με τη θέσπιση νομικής βάσης για την εφαρμογή στα εμπορεύματα των ρυθμίσεων που προβλέπονται σε συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης ή στις συμφωνίες που οδηγούν στη σύναψη τέτοιων συμφωνιών.

Ο παρών κανονισμός βασίζεται σε διατάξεις των εν λόγω συμφωνιών που επιτρέπουν την εφαρμογή των συμφωνιών, στο μέτρο του δυνατού, πριν από την προσωρινή εφαρμογή τους σε αμοιβαία βάση. Ως εκ τούτου, θα εξακολουθήσει να ισχύει μετά την προσωρινή εφαρμογή και την έναρξη ισχύος των συμφωνιών, και θα τροποποιηθεί ή θα αντικαταστθεί για να συμμορφωθεί με τις πτυχές των συμφωνιών που δεν κατέστη δυνατόν να συμπεριληφθούν στον παρόντα κανονισμό. Κατά συνέπεια, ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις σχετικές διαδικασίες για τη σύναψη και την έναρξη ισχύος των συμφωνιών.

2007/0250 (ACC)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την εφαρμογή στα εμπορεύματα καταγωγής ορισμένων χωρών μελών της ομάδας κρατών Αφρικής, Καραϊβικής και Ειρηνικού (ΑΚΕ) των ρυθμίσεων που προβλέπονται στις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης ή στις συμφωνίες που οδηγούν στην σύναψη τέτοιων συμφωνιών

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 133,

την πρόταση της Επιτροπής[1],

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Το άρθρο 37 παράγραφος 1 της συμφωνίας εταιρικής σχέσης μεταξύ των μελών της ομάδας των κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού, αφενός, και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών αυτής, αφετέρου, που υπογράφηκε στο Κοτονού στις 23 Ιουνίου 2000[2] (στο εξής «συμφωνία εταιρικής σχέσης ΑΚΕ-ΕΚ») προβλέπει ότι οι συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης (ΣΟΕΣ) θα τεθούν σε ισχύ το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2008.

(2) Το άρθρο 36 παράγραφος 3 της συμφωνίας του Κοτονού προβλέπει τη διατήρηση των εμπορικών ρυθμίσεων που ορίζονται στο παράρτημα V της εν λόγω συμφωνίας έως τις 31 Δεκεμβρίου 2007.

(3) Από το 2002 η Κοινότητα διαπραγματεύεται συμφωνίες οικονομικής εμπορικής σχέσης με την ομάδα κρατών ΑΚΕ, η οποία έχει τη μορφή έξι περιφερειών που περιλαμβάνουν την Καραϊβική, την Κεντρική Αφρική, την Ανατολική και Νότια Αφρική, τα Νησιωτικά Κράτη του Ειρηνικού, την Κοινότητα Ανάπτυξης της Μεσημβρινής Αφρικής και τη Δυτική Αφρική.

(4) Οι συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης ή οι συμφωνίες που οδηγούν στην σύναψη τέτοιων συμφωνιών για τις οποίες έχουν ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις προβλέπουν ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να λάβουν μέτρα για την εφαρμογή της συμφωνίας, πριν από την προσωρινή εφαρμογή σε αμοιβαία βάση, στο μέτρο του δυνατού. Κρίνεται σκόπιμο να ληφθούν μέτρα για την εφαρμογή των συμφωνιών με βάση αυτές τις διατάξεις.

(5) Οι ρυθμίσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό πρόκειται να τροποποιηθούν, στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο, σύμφωνα με τις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης ή τις συμφωνίες που οδηγούν στη σύναψη τέτοιων συμφωνιών, όταν οι συμφωνίες αυτές υπογραφούν και συναφθούν, σύμφωνα με το άρθρο 300 της Συνθήκης, και τεθούν σε ισχύ. Οι ρυθμίσεις λήγουν εν όλω ή εν μέρει αν οι υπό εξέταση συμφωνίες δεν τεθούν σε ισχύ εντός εύλογης χρονικής περιόδου, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών.

(6) Όσον αφορά την Κοινότητα, οι ρυθμίσεις στις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης ή στις συμφωνίες που οδηγούν τη σύναψη τέτοιων συμφωνιών πρέπει να προβλέπουν αδασμολόγητη πρόσβαση και απουσία δασμολογικών ποσοστώσεων για όλα τα προϊόντα εκτός από τα όπλα, με την επιφύλαξη μεταβατικών περιόδων και ρυθμίσεων για ορισμένα ευαίσθητα προϊόντα και ειδικών ρυθμίσεων για τα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα. Με βάση τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στη Νότια Αφρική, τα προϊόντα καταγωγής Νότιας Αφρικής θα εξακολουθήσουν να επωφελούνται από τις οικείες διατάξεις της συμφωνίας σχετικά με το εμπόριο, την ανάπτυξη και τη συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, αφετέρου[3], έως ότου τεθεί σε ισχύ συμφωνία οικονομικής εταιρικής σχέσης ή συμφωνία που οδηγεί στη σύναψη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Νότιας Αφρικής.

(7) Αντί οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες να βασίζονται στο ειδικό καθεστώς που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 980/2005 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2005, για την εφαρμογή συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων[4], είναι προτιμότερο οι χώρες αυτές που είναι και κράτη ΑΚΕ να βασίζουν τις μελλοντικές εμπορικές σχέσεις τους με την Κοινότητα στις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης. Για να διευκολυνθεί η εν λόγω ανάπτυξη, κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί ότι οι χώρες αυτές που θα έχουν ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης ή τις συμφωνίες που οδηγούν στη σύναψη τέτοιων συμφωνιών και οι οποίες θα μπορούν να επωφελούνται από τις ρυθμίσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό δύνανται να εξακολουθήσουν να επωφελούνται, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, από το ειδικό καθεστώς για τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες το οποίο προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 980/2005[5] ως προς αυτά τα προϊόντα, όταν οι μεταβατικές ρυθμίσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι λιγότερο ευνοϊκές.

(8) Οι κανόνες καταγωγής που εφαρμόζονται στις εισαγωγές δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει, για μια μεταβατική περίοδο, να είναι οι κανόνες που ορίζονται στο παράρτημα II του παρόντος κανονισμού. Αυτοί οι κανόνες καταγωγής πρέπει να αντικαθίστανται σταδιακά με βάση τη σχετική συμφωνία οικονομικής εταιρικής σχέσης.

(9) Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η δυνατότητα προσωρινής αναστολής των ρυθμίσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό σε περίπτωση μη παροχής διοικητικής συνεργασίας και σε περίπτωση παρατυπιών ή απάτης. Όταν ένα κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή πληροφορίες για πιθανή απάτη ή για μη παροχή διοικητικής συνεργασίας, εφαρμόζεται η οικεία κοινοτική νομοθεσία, και ιδίως ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 515/97, της 13ης Μαρτίου 1997, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών και γεωργικών ρυθμίσεων[6].

(10) Κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθούν στον παρόντα κανονισμό μεταβατικές ρυθμίσεις για τη ζάχαρη και το ρύζι, παράλληλα με ειδικές μεταβατικές ρήτρες διασφάλισης και εποπτείας, που θα ισχύουν μετά τη λήξη των μεταβατικών ρυθμίσεων.

(11) Στο πλαίσιο των μεταβατικών ρυθμίσεων για τη ζάχαρη, το πρωτόκολλο 3 που επισυνάπτεται στο παράρτημα V της συμφωνίας του Κοτονού (που περιέχει το κείμενο του πρωτοκόλλου 3 για τη ζάχαρη ΑΚΕ) θα πάψει να εφαρμόζεται από την 1η Οκτωβρίου 2009[7].

(12) Μόλις λήξει το πρωτόκολλο 3 και με δεδομένη την ιδιαίτερη ευαισθησία της αγοράς ζάχαρης, κρίνεται σκόπιμη η υιοθέτηση μεταβατικών μέτρων για το εν λόγω προϊόν. Ταυτόχρονα, κρίνεται σκόπιμο να υιοθετηθούν ειδικά μεταβατικά μέτρα εποπτείας και διασφάλισης για ορισμένα μεταποιημένα γεωργικά προϊόντα με δυνητικά υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίας για να παρακαμφθούν τα μεταβατικά ειδικά μέτρα διασφάλισης για τις εισαγωγές ζάχαρης στην ΕΚ.

(13) Κρίνεται επίσης σκόπιμο να υιοθετηθούν γενικά μέτρα διασφάλισης για τα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

(14) Λόγω της ιδιαίτερης ευαισθησίας των γεωργικών προϊόντων, κρίνεται σκόπιμο να ληφθούν διμερή μέτρα διασφάλισης όταν οι εισαγωγές διαταράσσουν ή απειλούν να διαταράξουν τις αγορές των εν λόγω προϊόντων ή τους μηχανισμούς που ρυθμίζουν τις εν λόγω αγορές.

(15) Σύμφωνα με το άρθρο 299 παράγραφος 2 της Συνθήκης, πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη, σε όλες τις κοινοτικές πολιτικές, η ιδιαίτερη διαρθρωτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση που επικρατεί στις εξόχως απόκεντρες περιοχές της Κοινότητας, ιδίως όσον αφορά την τελωνειακή και την εμπορική πολιτική.

(16) Ως εκ τούτου, πρέπει να ληφθούν ιδιαίτερα υπόψη τόσο η ευαισθησία των γεωργικών προϊόντων, και ιδίως της ζάχαρης, όσο και ο ιδιαίτερα ευάλωτος χαρακτήρας και τα συμφέροντα των εξόχως απόκεντρων περιοχών της Κοινότητας κατά την αποτελεσματική θέσπιση των κανόνων σχετικά με τις διμερείς ρήτρες διασφάλισης.

(17) Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή[8].

(18) Ο παρών κανονισμός καθιστά αναγκαία την κατάργηση της ισχύουσας δέσμης κανονισμών που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο του παραρτήματος V της συμφωνίας εταιρικής σχέσης ΑΚΕ-ΕΚ, δηλαδή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2285/2002 σχετικά με τα μέτρα διασφάλισης που προβλέπονται από τη συμφωνία εταιρικής σχέσης ΑΚΕ-ΕΚ και σχετικά με την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3705/90[9], του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2286/2002, της 10ης Δεκεμβρίου 2002, για το καθεστώς των γεωργικών προϊόντων και των προϊόντων μεταποίησης γεωργικών προϊόντων, καταγωγής κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (ΑΚΕ) και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1706/98, όλων των πράξεων που βασίζονται σε αυτούς τους κανονισμούς, καθώς και όλων των πράξεων που βασίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1964/2005, της 29ης Νοεμβρίου 2005, σχετικά με τους δασμούς για τις μπανάνες[10]. Κατά συνέπεια, όλα τα μέτρα εφαρμογής που βασίζονται στις εν λόγω διατάξεις, οι οποίες καταργούνται, καθίστανται άνευ αντικειμένου,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Κεφάλαιο 1

Αντικείμενο, πεδίο εφαρμογής και πρόσβαση στην αγορά

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζει στα εμπορεύματα καταγωγής ορισμένων χωρών μελών της ομάδας κρατών Αφρικής, Καραϊβικής και Ειρηνικού (ΑΚΕ) τις ρυθμίσεις που προβλέπονται στις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης ή στις συμφωνίες που οδηγούν στην σύναψη τέτοιων συμφωνιών.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται για τα εμπορεύματα καταγωγής των περιφερειών και των κρατών που παρατίθενται στο παράρτημα Ι.

2. Το Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής, τροποποιεί το παράρτημα I προκειμένου να προστεθούν περιφέρειες ή κράτη από την ομάδα κρατών ΑΚΕ που έχουν ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις σχετικά με μια συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και της εν λόγω περιφέρειας ή κράτους, η οποία πληροί τουλάχιστον τις απαιτήσεις του άρθρου XXIV της συμφωνίας GATT 1994.

3. Το κράτος ή η περιφέρεια παραμένει στο παράρτημα I, εκτός αν το Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής, τροποποιήσει το παράρτημα I για να διαγράψει μια περιφέρεια ή ένα κράτος από το εν λόγω παράρτημα, ιδίως όταν:

(α) η περιφέρεια ή το κράτος γνωστοποιήσει την πρόθεσή της/του να μην κυρώσει τη συμφωνία δυνάμει της οποίας συμπεριλαμβάνεται στο παράρτημα I·

(β) η κύρωση μιας συμφωνίας, δυνάμει της οποίας μια περιφέρεια ή ένα κράτος συμπεριλαμβάνεται στο παράρτημα I, δεν πραγματοποιήθηκε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, με αποτέλεσμα η έναρξη ισχύος της συμφωνίας να καθυστερεί αδικαιολόγητα· ή,

(γ) η συμφωνία καταγγέλλεται ή η οικεία περιφέρεια ή το οικείο κράτος τερματίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που υπέχουν δυνάμει της συμφωνίας, αλλά η συμφωνία παραμένει σε ισχύ.

Άρθρο 3

Πρόσβαση στην αγορά για τα εμπορεύματα που κατάγονται από περιφέρειες ή κράτη του παραρτήματος I

1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 6, 7 και 8, καταργούνται οι εισαγωγικοί δασμοί για όλα τα προϊόντα των κεφαλαίων 1 έως 97 –αλλά όχι του κεφαλαίου 93– του εναρμονισμένου συστήματος τα οποία κατάγονται από περιφέρεια ή κράτος του παραρτήματος I. Η εν λόγω κατάργηση υπόκειται στους μεταβατικούς μηχανισμούς διασφάλισης και εποπτείας που ορίζονται στα άρθρα 9 και 10 και στους γενικούς μηχανισμούς διασφάλισης που προβλέπονται στα άρθρα 11 έως 22.

2. Για τα προϊόντα του κεφαλαίου 93 του εναρμονισμένου συστήματος που κατάγονται από περιφέρειες ή κράτη του παραρτήματος I εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι εφαρμοζόμενοι δασμοί ΜΕΚ.

3. Παρά τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 980/2005, τα εμπορεύματα που κατάγονται από τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού, πέραν των ρυθμίσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, εξακολουθούν να επωφελούνται από τις προτιμήσεις που ορίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 980/2005 όσον αφορά προϊόντα:

(α) της δασμολογικής κλάσης 1006, εκτός από τα προϊόντα της διάκρισης 10061010, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2009· και,

(β) της δασμολογικής κλάσης 1701, έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

4. Η παράγραφος 1 και τα άρθρα 6, 7 και 8 δεν εφαρμόζονται σε προϊόντα καταγωγής Νότιας Αφρικής. Αυτά τα προϊόντα υπάγονται στις οικείες διατάξεις της συμφωνίας σχετικά με το εμπόριο, την ανάπτυξη και τη συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, αφετέρου[11]. Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 24 παράγραφος 3, θα προστεθεί παράρτημα στον παρόντα κανονισμό, στο οποίο θα καθορίζεται το καθεστώς που θα επιβάλλεται στα προϊόντα καταγωγής Νότιας Αφρικής μόλις οι σχετικές εμπορικές διατάξεις της συμφωνίας σχετικά με το εμπόριο, την ανάπτυξη και τη συνεργασία θα έχουν αντικατασταθεί από τις σχετικές διατάξεις μιας συμφωνίας οικονομικής εταιρικής σχέσης ή μιας συμφωνίας που οδηγεί στην σύναψη τέτοια συμφωνίας.

5. Η παράγραφος 1 και το άρθρο 7 δεν εφαρμόζονται σε προϊόντα της δασμολογικής κλάσης 1701 ή της δασμολογικής κλάσης 0803 0019 τα οποία κατάγονται από περιφέρεια ή κράτος του παραρτήματος I και διατίθενται για ελεύθερη κυκλοφορία στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα έως την 1η Ιανουαρίου 2018. Αυτή η περίοδος παρατείνεται έως την 1η Ιανουαρίου 2023, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά με τις περιφέρειες ή τα κράτη του παραρτήματος I, όπως προβλέπεται στις σχετικές συμφωνίες. Η Επιτροπή δημοσιεύει ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης , με την οποία ενημερώνει τα ενδιαφερόμενα μέρη για τη λήξη της συγκεκριμένης διάταξης.

Κεφάλαιο II

Κανόνες καταγωγής και διοικητική συνεργασία

Άρθρο 4

Κανόνες καταγωγής

1. Οι κανόνες καταγωγής που ορίζονται στο παράρτημα II εφαρμόζονται για να διευκρινιστεί κατά πόσον τα προϊόντα κατάγονται από τις περιφέρειες ή τα κράτη του παραρτήματος I.

2. Οι κανόνες καταγωγής που ορίζονται στο παράρτημα II αντικαθίστανται από τους αντίστοιχους κανόνες που επισυνάπτονται σε οποιαδήποτε συμφωνία με τις χώρες του παραρτήματος I, όταν η συμφωνία αυτή είτε εφαρμόζεται προσωρινά είτε τίθεται σε ισχύ, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη. Η Επιτροπή δημοσιεύει ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να ενημερώσει τους ενδιαφερόμενους φορείς. Η ανακοίνωση αναφέρει σαφώς την ημερομηνία της προσωρινής εφαρμογής ή θέσης σε ισχύ, η οποία θα είναι η ημερομηνία από την οποία οι κανόνες καταγωγής της συμφωνίας αρχίζουν να εφαρμόζονται στα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

3. Η Επιτροπή, επικουρούμενη από την επιτροπή τελωνειακού κώδικα, η οποία δημιουργείται δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92, ελέγχει την υλοποίηση και την εφαρμογή των διατάξεων του παραρτήματος II. Οι τεχνικές τροποποιήσεις και οι αποφάσεις σχετικά με τη διαχείριση του παραρτήματος II δύνανται να εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 247 και 247α του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92.

Άρθρο 5

Διοικητική συνεργασία

1. Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, τη μη παροχή διοικητικής συνεργασίας και/ή παρατυπίες ή απάτη, δύναται να αναστείλει προσωρινά την κατάργηση των δασμών που προβλέπεται στα άρθρα 3, 6 και 7 (στο εξής «σχετική μεταχείριση»), σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως μη παροχή διοικητικής συνεργασίας νοείται, μεταξύ άλλων:

(α) επανειλημμένη αδυναμία τήρησης των σχετικών υποχρεώσεων για επαλήθευση του χαρακτήρα καταγωγής του(των) εκάστοτε προϊόντος(-ων)·

(β) επανειλημμένη άρνηση ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διεξαγωγή και/ή στην κοινοποίηση των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου του πιστοποιητικού καταγωγής·

(γ) επανειλημμένη άρνηση ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έγκριση της διενέργειας αποστολών διοικητικής συνεργασίας με σκοπό να επαληθευτεί η γνησιότητα των εγγράφων ή η ακρίβεια των πληροφοριών για με την παραχώρηση της σχετικής μεταχείρισης που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ύπαρξη παρατυπιών ή απάτης διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, όταν παρατηρείται ραγδαία αύξηση, χωρίς ικανοποιητική εξήγηση, των εισαγωγών εμπορευμάτων, η οποία υπερβαίνει το σύνηθες επίπεδο παραγωγικής και εξαγωγικής ικανότητας της οικείας περιφέρειας ή του οικείου κράτους.

3. Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει, βάσει πληροφοριών που της παρέσχε ένα κράτος μέλος ή με δική της πρωτοβουλία, ότι πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στις παραπάνω παραγράφους 1 και 2, η Επιτροπή δύναται, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 24 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, να αναστείλει τη σχετική μεταχείριση, με τον όρο ότι, προηγουμένως, θα έχει:

(α) ενημερώσει την επιτροπή του άρθρου 24·

(β) ενημερώσει την οικεία περιφέρεια ή το οικείο κράτος σύμφωνα με τυχόν σχετικές διαδικασίες που εφαρμόζονται μεταξύ της Κοινότητας και της περιφέρειας ή του κράτους· και,

(γ) δημοσιεύσει ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την οποία θα δηλώνει ότι διαπιστώθηκε μη παροχή διοικητικής συνεργασίας, παρατυπίες ή απάτη.

4. Η περίοδος ανάκλησης δυνάμει του παρόντος άρθρου περιορίζεται στο βαθμό που είναι αναγκαίος για να εξασφαλιστεί η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Επιτροπής. Η περίοδος αυτή δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 6 μήνες, με δυνατότητα ανανέωσης. Κατά τη λήξη της περιόδου αυτής, η Επιτροπή αποφασίζει είτε να τερματίσει την αναστολή, αφού ενημερώσει την επιτροπή του άρθρου 24, είτε να παρατείνει την περίοδο αναστολής σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 3.

5. Οι διαδικασίες προσωρινής ανάκλησης που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 4 του παρόντος άρθρου αντικαθίστανται από τις διαδικασίες που ορίζονται σε οποιαδήποτε συμφωνία με τις χώρες του παραρτήματος I, όταν η συμφωνία αυτή είτε εφαρμόζεται προσωρινά είτε τίθεται σε ισχύ, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη. Η Επιτροπή δημοσιεύει ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να ενημερώσει τους ενδιαφερόμενους φορείς. Η ανακοίνωση αναφέρει σαφώς την ημερομηνία της προσωρινής εφαρμογής ή θέσης σε ισχύ, η οποία θα είναι η ημερομηνία από την οποία οι διαδικασίες προσωρινής ανάκλησης που ορίζονται στη συμφωνία εφαρμόζονται στα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

6. Για να εφαρμοστεί η προσωρινή ανάκληση που προβλέπεται σε οποιαδήποτε συμφωνία με τις χώρες του παραρτήματος I, η Επιτροπή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση:

(α) ενημερώνει την επιτροπή του άρθρου 24 ότι διαπιστώθηκε μη παροχή διοικητικής συνεργασίας, παρατυπίες ή απάτη· και

(β) δημοσιεύει ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την οποία δηλώνει ότι διαπιστώθηκε μη παροχή διοικητικής συνεργασίας, παρατυπίες ή απάτη.

Η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση με την οποία ανακαλείται η σχετική μεταχείριση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 24 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

Κεφάλαιο III

Μεταβατικές ρυθμίσεις

Τμήμα 1

Ρύζι

Άρθρο 6

Μηδενικές δασμολογικές ποσοστώσεις και ενδεχόμενη κατάργηση δασμών

1. Οι εισαγωγικοί δασμοί στα προϊόντα της δασμολογικής κλάσης 1006 καταργούνται από την 1η Ιανουαρίου 2010, με εξαίρεση τους εισαγωγικούς δασμούς στα προϊόντα της διάκρισης 1006 10 10, οι οποίοι καταργούνται από την 1η Ιανουαρίου 2008.

2. Οι ακόλουθες δασμολογικές ποσοστώσεις με μηδενικό δασμό ανοίγουν για προϊόντα της δασμολογικής κλάσης 1006, με εξαίρεση τα προϊόντα της διάκρισης 1006 10 10, που κατάγονται από τα κράτη του παραρτήματος I τα οποία ανήκουν στην περιοχή CARIFORUM:

(α) 187 000 τόνοι, σε ισοδύναμο αποφλοιωμένου ρυζιού, για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2008 και 31ης Δεκεμβρίου 2008·

(β) 250 000 τόνοι, σε ισοδύναμο αποφλοιωμένου ρυζιού, για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2009 και 31ης Δεκεμβρίου 2009.

3. Οι λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή των δασμολογικών ποσοστώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 καθορίζονται σύμφωνα με τις διαδικασίες του άρθρου 13 και του άρθρου 26 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1785/2003[12].

Τμήμα 2

Ζάχαρη

Άρθρο 7

Μηδενικές δασμολογικές ποσοστώσεις και ενδεχόμενη κατάργηση δασμών

1. Οι ειαγωγικοί δασμοί στα προϊόντα της δασμολογικής κλάσης 1701 καταργούνται από την 1η Οκτωβρίου 2009.

2. Πέραν των δασμολογικών ποσοστώσεων που ανοίγουν και χορηγούνται σύμφωνα με το άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006[13], ανοίγουν οι ακόλουθες δασμολογικές ποσοστώσεις για προϊόντα της δασμολογικής διάκρισης 1701 11 10 για την περίοδο μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 2008 και 30ής Σεπτεμβρίου 2009:

(α) 150 000 τόνοι, σε ισοδύναμο λευκής ζάχαρης, με μηδενικό δασμό, που προορίζονται για τα προϊόντα που κατάγονται από τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, όπως παρατίθενται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 980/2005 και οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα I. Αυτή η δασμολογική ποσόστωση διαιρείται μεταξύ περιφερειών με βάση τις ποσότητες που καθορίζονται σύμφωνα με τις συμφωνίες που καθιστούν τις περιφέρειες ή τα κράτη ικανά να συμπεριληφθούν στο παράρτημα I· και,

(β) 80 000 τόνοι, σε ισοδύναμο λευκής ζάχαρης, με μηδενικό δασμό, που προορίζονται για τα προϊόντα που κατάγονται από χώρες οι οποίες δεν είναι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες και οι οποίες παρατίθενται στο παράρτημα I. Αυτή η δασμολογική ποσόστωση διαιρείται μεταξύ περιφερειών με βάση τις ποσότητες που καθορίζονται σύμφωνα με τις συμφωνίες που καθιστούν τις περιφέρειες ή τα κράτη ικανά να συμπεριληφθούν στο παράρτημα I.

3. Το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006 εφαρμόζεται στις εισαγωγές στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο.

4. Οι λεπτομερείς κανόνες για την κατανομή ανά περιφέρεια και την εφαρμογή των δασμολογικών ποσοστώσεων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο καθορίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τις διαδικασίες του άρθρου 39 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006.

Άρθρο 8

Μεταβατικές ρυθμίσεις

Για την περίοδο μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 2009 και 30ής Σεπτεμβρίου 2012, το άρθρο 7 παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις εισαγωγές προϊόντων του κωδικού ΣΟ 1701, εκτός αν ο εισαγωγέας αναλάβει τη δέσμευση να αγοράσει τα εν λόγω προϊόντα σε τιμή τουλάχιστον 90% της τιμής αναφοράς (με βάση την τιμή c.i.f.) που ορίζεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006 για το σχετικό έτος εμπορίας.

Άρθρο 9

Μεταβατικός μηχανισμός διασφάλισης για τη ζάχαρη

1. Για την περίοδο μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 2009 και 30ής Σεπτεμβρίου 2015 η μεταχείριση που παρέχεται δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 1 για τις εισαγωγές προϊόντων της δασμολογικής κλάσης 1701 τα οποία κατάγονται από περιφέρειες ή κράτη του παραρτήματος I που δεν είναι οι λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές που παρατίθενται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 980/2005 δύναται να ανακληθεί όταν:

(α) οι εισαγωγές από περιοχές ή κράτη που είναι κράτη ΑΚΕ και δεν είναι οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες που παρατίθενται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 980/2005 υπερβαίνουν τις ακόλουθες ποσότητες:

(i) 1.38 εκατ. τόνους το έτος εμπορίας 2009/2010,

(ii) 1.45 εκατ. τόνους το έτος εμπορίας 2009/2011,

(iii) 1.6 εκατ. τόνους τα έτη εμπορίας 2011/2012 έως 2014/2015, και

(β) οι εισαγωγές που κατάγονται από όλα τα κράτη ΑΚΕ υπερβαίνουν τους 3,5 εκατ. τόνους.

2. Οι ποσότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) δύνανται να καταναμεθούν ανά περιφέρεια.

3. Κατά την περίοδο εφαρμογής του παρόντος άρθρου, οι εισαγωγές προϊόντων της δασμολογικής κλάσης 1701 τα οποία κατάγονται από περιφέρειες ή κράτη του παραρτήματος I θα απαιτούν άδεια εισαγωγής.

4. Η ανάκληση της μεταχείρισης που χορηγείται δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 1 λήγει στο τέλος του έτους εμπορίας κατά το οποίο ξεκίνησε.

5. Λεπτομερείς κανόνες για την υποδιαίρεση των ποσοστήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, για τη διαχείριση του συστήματος που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 3 και 4, εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 39 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006.

Άρθρο 10

Μεταβατικός μηχανισμός εποπτείας

1. Για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2008 και 30ής Σεπτεμβρίου 2015, οι εισαγωγές προϊόντων των δασμολογικών κλάσεων 17049099, 18061030, 18061090, 21069059 και 21069098 που κατάγονται από περιφέρειες ή κράτη του παραρτήματος I υπόκεινται στο μηχανισμό εποπτείας που προβλέπεται στο άρθρο 308δ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα[14].

2. Με βάση την εν λόγω εποπτεία, η Επιτροπή επαληθεύει εάν οι εισαγωγές ενός ή περισσότερων από αυτά τα προϊόντα που κατάγονται από μια ιδιαίτερη περιφέρεια αυξήθηκαν σωρευτικά κατά περισσότερο από 20% κατ’ όγκο σε περίοδο δώδεκα συναπτών μηνών σε σύγκριση με τον μέσο αριθμό των ετήσιων εισαγωγών κατά τη διάρκεια των τριών προηγούμενων δωδεκάμηνων περιόδων.

3. Εάν καλυφθεί το επίπεδο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή αναλύει τη μορφή των εμπορικών συναλλαγών, την οικονομική αιτιολόγηση και την περιεκτικότητα αυτών των εισαγωγών σε ζάχαρη. Εάν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω εισαγωγές χρησιμοποιούνται για να παρακαμφθούν οι δασμολογικές ποσοστώσεις, οι μεταβατικές ρυθμίσεις και ο ειδικός μηχανισμός διασφάλισης που προβλέπεται στα άρθρα 7, 8 και 9, δύναται να ανακαλέσει την εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 1 για τις εισαγωγές προϊόντων των δασμολογικών κλάσεων 17049099, 18061030, 18061090, 21069059 και 21069098 τα οποία κατάγονται από περιφέρειες ή κράτη του παραρτήματος I που δεν είναι οι λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές που παρατίθενται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 980/2005 έως το τέλος του οικείου έτους εμπορίας.

4. Λεπτομερείς κανόνες για τη διαχείριση αυτού του συστήματος και των αποφάσεων ανάκλησης εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3448/93[15].

Κεφάλαιο IV

Γενικές διατάξεις διασφάλισης

Άρθρο 11

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(α) «κοινοτικός κλάδος παραγωγής»: οι κοινοτικοί παραγωγοί στο σύνολό τους που παράγουν ομοειδή ή ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα και οι οποίοι δραστηριοποιούνται στο έδαφος της Κοινότητας, ή οι παραγωγοί των οποίων η αθροιζόμενη παραγωγή ομοειδών ή ευθέως ανταγωνιστικών προϊόντων αντιπροσωπεύει μεγάλο ποσοστό της συνολικής κοινοτικής παραγωγής των εν λόγω προϊόντων·

(β) «σοβαρή ζημία»: σημαντική γενική επιδείνωση της θέσης των κοινοτικών παραγωγών·

(γ) «κίνδυνος πρόκλησης σοβαρής ζημίας»: σοβαρή ζημία η οποία είναι πέραν αμφιβολίας επικείμενη·

(δ) «διατάραξη»: διαταραχές σε έναν τομέα ή σε έναν κλάδο παραγωγής·

(ε) «κίνδυνος διαταραχών»: διαταραχές που είναι σαφώς επικείμενες.

Άρθρο 12

Αρχές

1. Ένα μέτρο διασφάλισης δύναται να επιβληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου όταν προϊόντα καταγωγής κρατών του παραρτήματος I εισάγονται στην Κοινότητα σε τόσο αυξημένες ποσότητες και σε τέτοιες συνθήκες ώστε να προκαλούν ή να κινδυνεύουν να προκαλέσουν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

(α) σοβαρή ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής·

(β) διαταραχές σε τομέα της οικονομίας, ιδίως όταν οι εν λόγω διαταραχές δημιουργούν σοβαρά κοινωνικά προβλήματα ή δυσκολίες, κάτι που θα μπορούσε να συνεπάγεται περαιτέρω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Κοινότητας, ή

(γ) διαταραχές στις αγορές γεωργικών προϊόντων[16] ή στους μηχανισμούς ρύθμισης των εν λόγω αγορών.

2. Όταν προϊόντα καταγωγής κρατών του παραρτήματος I εισάγονται στην Κοινότητα σε τόσο αυξημένες ποσότητες και σε τέτοιες συνθήκες ώστε να διαταράσσουν ή να κινδυνεύουν να διαταράξουν την οικονομική κατάσταση μίας ή περισσότερων εξόχως απόκεντρων περιοχών της Κοινότητας, δύναται να επιβληθεί ένα μέτρο διασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις τους παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 13

Καθορισμός των όρων για την επιβολή μέτρων διασφάλισης

1. Ο καθορισμός της σοβαρής ζημίας ή της απειλής πρόκλησης τέτοιας ζημίας καλύπτει, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους παράγοντες:

(α) τον όγκο των εισαγωγών, ιδίως όταν έχει αυξηθεί σημαντικά είτε σε απόλυτες τιμές είτε σε σχέση με την παραγωγή ή την κατανάλωση εντός της Κοινότητας·

(β) τις τιμές εισαγωγής, ιδίως όταν διαπιστώνεται σημαντική υποτιμολόγηση σε σχέση με την τιμή ομοειδούς προϊόντος εντός της Κοινότητας·

(γ) τον συνεπαγόμενο αντίκτυπο στους κοινοτικούς παραγωγούς όπως προκύπτει από τις τάσεις σε ορισμένους οικονομικούς παράγοντες όπως είναι η παραγωγή, η χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού, τα αποθέματα, οι πωλήσεις, το μερίδιο της αγοράς, η συμπίεση των τιμών ή η πρόληψη της αύξησης των τιμών που θα είχαν κανονικά συντελεστεί, τα κέρδη, οι επιστροφές στο απασχολούμενο κεφάλαιο, οι ταμειακές ροές και η απασχόληση·

(δ) παράγοντες άλλους από τις τάσεις στις εισαγωγές που προκαλούν ή μπορεί να έχουν προκαλέσει ζημία στον οικείο κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

2. Ο καθορισμός των διαταράξεων ή της απειλής πρόκλησής τους βασίζεται σε αντικειμενικούς παράγοντες, όπως τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) η αύξηση στον όγκο των εισαγωγών σε απόλυτες ή σχετικές τιμές ως προς την κοινοτική παραγωγή και τις εισαγωγές από άλλες πηγές και

(β) ο αντίκτυπος αυτών των εισαγωγών στις τιμές, ή

(γ) ο αντίκτυπος αυτών των εισαγωγών στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής ή του οικείου οικονομικού τομέα, καθώς και, μεταξύ άλλων, στα επίπεδα πωλήσεων, στην παραγωγή, στη δημοσιονομική κατάσταση και στην απασχόληση.

3. Για να προσδιοριστεί κατά πόσον οι εισαγωγές πραγματοποιούνται σε τέτοιες συνθήκες ώστε να διαταράσσουν ή να κινδυνεύουν να διαταράξουν τις αγορές γεωργικών προϊόντων ή τους μηχανισμούς ρύθμισης των εν λόγω αγορών, συμπεριλαμβανομένων των κανονισμών δυνάμει των οποίων δημιουργούνται κοινές οργανώσεις αγοράς, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι σχετικοί αντικειμενικοί παράγοντες, όπως ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) ο όγκος των εισαγωγών σε σύγκριση με τα επίπεδα του προηγούμενου ημερολογιακού έτους ή έτους εμπορίας, ανάλογα με την περίπτωση, την εσωτερική παραγωγή και κατανάλωση, τα προβλεπόμενα μελλοντικά επίπεδα σύμφωνα με τη μεταρρύθμιση των κοινών οργανώσεων αγοράς·

(β) το επίπεδο των εσωτερικών τιμών σε σύγκριση με τις τιμές αναφοράς ή τις τιμές-στόχους, εάν υπάρχουν, και, εάν δεν υπάρχουν, σε σύγκριση με τις μέσες τιμές εσωτερικής αγοράς κατά την ίδια περίοδο με των προηγούμενων ετών εμπορίας·

(γ) από την 1η Οκτωβρίου 2015, οι αγορές προϊόντων της δασμολογικής κλάσης 1701: οι περιστάσεις κατά τις οποίες η κοινοτική μέση τιμή αγοράς της λευκής ζάχαρης σημειώνει πτώση, επί δύο συναπτούς μήνες, κάτω από το 80% της μέσης τιμής της κοινοτικής αγοράς για τη λευκή ζάχαρη που επικρατούσε κατά το προηγούμενο έτος εμπορίας.

4. Για να καθοριστεί κατά πόσον οι προαναφερόμενοι όροι πληρούνται στην περίπτωση των εξόχως απόκεντρων περιοχών της Κοινότητας, οι αναλύσεις περιορίζονται στο έδαφος της(των) οικείας(-ων) εξόχως απόκεντρης(-ων) περιοχής(-ών). Ιδιαίτερη προσοχή αποδίδεται στο μέγεθος του τοπικού κλάδου παραγωγής, στη δημοσιονομική του κατάσταση και στην κατάσταση που επικρατεί όσον αφορά την απασχόληση.

Άρθρο 14

Έναρξη της διαδικασίας

1. Η διαδικασία έρευνας ξεκινά ύστερα από αίτημα κράτους μέλους ή με πρωτοβουλία της Επιτροπής, εάν είναι προφανές στην Επιτροπή ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που δικαιολογούν την έναρξη έρευνας.

2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή εάν οι τάσεις των εισαγωγών από οποιοδήποτε κράτος του παραρτήματος I φαίνεται να απαιτούν τη λήψη μέτρων διασφάλισης. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, που καθορίζονται βάσει των κριτηρίων του άρθρου 13. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές σε όλα τα κράτη μέλη εντός τριών εργάσιμων ημερών.

3. Η διαβούλευση με τα κράτη μέλη πραγματοποιείται εντός οκτώ εργάσιμων ημερών από τη στιγμή που η Επιτροπή αποστέλλει τα στοιχεία στα κράτη μέλη, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2. Εάν, μετά τη διαβούλευση, είναι προφανές ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν κίνηση διαδικασίας, η Επιτροπή δημοσιεύει ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Η διαδικασία κινείται εντός ενός μήνα από την παραλαβή των πληροφοριών από το κράτος μέλος.

4. Εάν η Επιτροπή, μετά τις διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη, κρίνει ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 12, ενημερώνει αμέσως την οικεία περιφέρεια ή το οικείο κράτος του παραρτήματος I σχετικά με την πρόθεσή της να διεξαγάγει έρευνα. Η ενημέρωση δύναται να συνοδεύεται από πρόσκληση σε διαβουλεύσεις με σκοπό να διευκρινιστεί η κατάσταση και να εξευρεθεί μια λύση που θα ικανοποιεί και τα δύο μέρη.

Άρθρο 15

Η έρευνα

1. Ύστερα από την έναρξη της διαδικασίας, η Επιτροπή αρχίζει έρευνα.

2. Η Επιτροπή μπορεί να ζητεί από τα κράτη μέλη να παρέχουν ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία, ενώ τα κράτη μέλη προβαίνουν σε κάθε αναγκαία ενέργεια για την ικανοποίηση αυτών των αιτημάτων. Όταν τα εν λόγω στοιχεία παρουσιάζουν γενικό ενδιαφέρον ή όταν η διαβίβασή τους έχει ζητηθεί από ένα κράτος μέλος, η Επιτροπή τα διαβιβάζει σε όλα τα κράτη μέλη, με την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν είναι εμπιστευτικά και ότι, εάν είναι εμπιστευτικά, διαβιβάζεται μη εμπιστευτική περίληψή τους.

3. Σε περίπτωση έρευνας που περιορίζεται σε μια εξόχως απόκεντρη περιοχή, η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από τις αρμόδιες τοπικές αρχές να παράσχουν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παραπάνω παράγραφο 2 μέσω του οικείου κράτους μέλους.

4. Η έρευνα, όποτε είναι εφικτό, περατώνεται εντός έξι μηνών από την έναρξή της. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται για περαιτέρω χρονικό διάστημα τριών μηνών.

Άρθρο 16

Επιβολή προσωρινών μέτρων διασφάλισης

1. Τα προσωρινά μέτρα διασφάλισης εφαρμόζονται σε κρίσιμες περιπτώσεις, όταν μια καθυστέρηση θα προκαλούσε ζημία που θα ήταν δύσκολο να διορθωθεί, και αφού θα έχει προηγουμένως διευκρινιστεί ότι οι όροι του άρθρου 12, κατά περίπτωση, πληρούνται. Η Επιτροπή λαμβάνει τέτοια προσωρινά μέτρα ύστερα από διαβούλευση με τα κράτη μέλη ή, σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, ύστερα από ενημέρωση των κρατών μελών. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση, πραγματοποιείται διαβούλευση εντός δέκα ημερών από την κοινοποίηση στα κράτη μέλη των μέτρων που έλαβε η Επιτροπή.

2. Δεδομένης της ιδιαίτερης κατάστασης των εξόχως απόκεντρων περιοχών και του ευάλωτου χαρακτήρα τους σε οποιαδήποτε απότομη αύξηση των εισαγωγών, εφαρμόζονται προσωρινά μέτρα διασφάλισης στις διαδικασίες που τις αφορούν, εάν η προκαταρκτική διερεύνηση απέδειξε ότι οι εισαγωγές έχουν αυξηθεί. Σε αυτήν την περίπτωση, η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη μόλις λάβει τα μέτρα και η διαβούλευση πραγματοποιείται εντός δέκα ημερών από την κοινοποίηση στα κράτη μέλη των μέτρων που έλαβε η Επιτροπή.

3. Όταν ένα κράτος μέλος ζητεί άμεση παρέμβαση της Επιτροπής και εφόσον πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση, εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος.

4. Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη σχετικά με κάθε απόφαση που λαμβάνει βάσει των παραγράφων 1, 2 και 3. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά, εντός ενός μηνός από την ενημέρωσή του εκ μέρους της Επιτροπής, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

5. Τα προσωρινά μέτρα δύνανται να λάβουν τη μορφή της αύξησης του τελωνειακού δασμού στο οικείο προϊόν έως ένα όριο που δεν θα υπερβαίνει τον τελωνειακό δασμό που επιβάλλεται σε άλλα μέλη του ΠΟΕ, ή το επίπεδο δασμού των δασμολογικών ποσοστώσεων.

6. Η διάρκεια ισχύος των προσωρινών μέτρων δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 180 ημέρες. Στις περιπτώσεις όπου τα προσωρινά μέτρα περιορίζονται σε εξόχως απόκεντρες περιοχές, η διάρκεια ισχύος τους δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 200 ημέρες.

7. Σε περίπτωση κατάργησης των προσωρινών μέτρων διασφάλισης λόγω μη ικανοποίησης των όρων που περιέχονται στα άρθρα 12 και 13, οποιοιδήποτε δασμοί έχουν εισπραχθεί ως αποτέλεσμα αυτών των προσωρινών μέτρων επιστρέφονται αυτομάτως.

Άρθρο 17

Περάτωση της έρευνας και διαδικασία χωρίς επιβολή μέτρων

Όταν η λήψη διμερών μέτρων διαφύλαξης κρίνεται περιττή και δεν υπάρχει αντίρρηση εντός της συμβουλευτικής επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 21, η έρευνα και οι διαδικασίες περατώνονται με απόφαση της Επιτροπής. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η Επιτροπή υποβάλλει αμέσως στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων, μαζί με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την περάτωση της διαδικασίας. Η διαδικασία λογίζεται περατωθείσα αν, εντός ενός μήνα, το Συμβούλιο δεν λάβει αντίθετη απόφαση με ειδική πλειοψηφία.

Άρθρο 18

Επιβολή οριστικών μέτρων

1. Όταν τα πραγματικά περιστατικά, όπως έχουν οριστικά καθοριστεί, αποδεικνύουν ότι οι όροι του άρθρου 12, κατά περίπτωση, πληρούνται, η Επιτροπή ζητεί διαβουλεύσεις με την οικεία περιφέρεια ή το οικείο κράτος στο πλαίσιο της κατάλληλης θεσμικής ρύθμισης που προβλέπεται στις σχετικές συμφωνίες που παρέχουν τη δυνατότητα σε μια περιφέρεια ή σε ένα κράτος να συμπεριληφθεί στο παράρτημα 1, με σκοπό την επίτευξη κοινώς αποδεκτής λύσης.

2. Εάν οι διαβουλεύσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στην παράγραφο 1 δεν οδηγούν σε λύση που να ικανοποιεί και τα δύο μέρη εντός τριάντα ημερών από την κοινοποίηση του ζητήματος στην οικεία περιφέρεια ή στο οικείο κράτος, η Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεων με τα κράτη μέλη, λαμβάνει απόφαση για την επιβολή οριστικών διμερών μέτρων διασφάλισης, εντός είκοσι εργάσιμων ημερών μετά το τέλος της περιόδου διαβούλευσης.

3. Κάθε απόφαση που λαμβάνει η Επιτροπή βάσει του παρόντος άρθρου γνωστοποιείται στο Συμβούλιο και στα κράτη μέλη. Κάθε κράτος μέλος μπορεί, εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης αυτής, να παραπέμπει την απόφαση στο Συμβούλιο.

4. Εάν ένα κράτος μέλος παραπέμψει την απόφαση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, τότε το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να επιβεβαιώσει, να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει την απόφαση αυτή. Εάν, εντός ενός μήνα από την παραπομπή του θέματος στο Συμβούλιο, το Συμβούλιο δεν έχει λάβει απόφαση, η απόφαση της Επιτροπής θεωρείται ότι έχει επιβεβαιωθεί.

5. Τα οριστικά μέτρα μπορεί να λάβουν μία από τις ακόλουθες μορφές:

- ανάκληση της περαιτέρω μείωσης του ποσοστού του εισαγωγικού δασμού για το οικείο προϊόν που κατάγεται από την οικεία περιφέρεια ή το οικείο κράτος·

- αύξηση του τελωνειακού δασμού στο οικείο προϊόν έως ένα επίπεδο που δεν υπερβαίνει τον τελωνειακό δασμό που επιβάλλεται σε άλλα μέλη του ΠΟΕ·

- δασμολογική ποσόστωση.

6. Δεν εφαρμόζονται διμερή μέτρα διασφάλισης στο ίδιο προϊόν από την ίδια περιφέρεια ή κράτος λιγότερο από ένα έτος μετά τη λήξη ή την άρση προηγούμενων τέτοιων μέτρων.

Άρθρο 19

Διάρκεια ισχύος και επανεξέταση των μέτρων διασφάλισης

1. Ένα μέτρο διασφάλισης παραμένει σε ισχύ μόνο για εκείνη τη χρονική περίοδο που είναι αναγκαία για την αποφυγή ή την αποκατάσταση σοβαρής ζημίας ή διαταραχής της αγοράς. Η διάρκεια ισχύος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα δύο έτη, εκτός από τις περιπτώσεις παράτασής της βάσει της παραγράφου 2. Όταν το μέτρο περιορίζεται σε μία ή περισσότερες εξόχως απόκεντρες περιοχές της Κοινότητας, η περίοδος εφαρμογής δεν δύναται να υπερβαίνει τα τέσσερα έτη.

2. Η αρχική διάρκεια ισχύος ενός μέτρου διασφάλισης μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να παρατείνεται, με την προϋπόθεση ότι καθορίζεται ότι το μέτρο διασφάλισης εξακολουθεί να είναι αναγκαίο για την αποφυγή ή την αποκατάσταση σοβαρής ζημίας ή διαταραχής της αγοράς.

3. Η παράταση θεσπίζεται σύμφωνα με τις διαδικασίες του παρόντος κανονισμού που ισχύουν για τις έρευνες και με τις ίδιες διαδικασίες που ισχύουν για τα αρχικά μέτρα.Η συνολική διάρκεια ισχύος ενός μέτρου διασφάλισης δεν δύναται να υπερβαίνει τα τέσσερα έτη, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε προσωρινού μέτρου. Σε περίπτωση μέτρου που περιορίζεται σε εξόχως απόκεντρες περιοχές, αυτό το όριο παρατείνεται σε οκτώ έτη.

4. Σε περίπτωση που η διάρκεια ισχύος του μέτρου διασφάλισης υπερβαίνει το ένα έτος, το μέτρο απελευθερώνεται προοδευτικά σε τακτά διαστήματα κατά την περίοδο εφαρμογής του, συμπεριλαμβανομένης της παράτασής του.Διαβουλεύσεις με την οικεία περιφέρεια ή το οικείο κράτος πραγματοποιούνται περιοδικά στο πλαίσιο των αρμόδιων θεσμικών φορέων των συμφωνιών, με σκοπό την κατάρτιση χρονοδιαγράμματος για την κατάργησή τους όσο συντομότερα το καθιστούν εφικτό οι περιστάσεις.

Άρθρο 20

Μέτρα εποπτείας

1. Όταν οι τάσεις στις εισαγωγές ενός προϊόντος που κατάγεται από κράτος ΑΚΕ είναι τέτοιες ώστε να μπορούν να δημιουργήσουν μία από τις καταστάσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 12, οι εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος δύνανται να υπόκεινται σε προηγούμενη κοινοτική εποπτεία.

2. Η απόφαση για την επιβολή εποπτείας λαμβάνεται από την Επιτροπή.Κάθε απόφαση που λαμβάνει η Επιτροπή βάσει του παρόντος άρθρου γνωστοποιείται στο Συμβούλιο και στα κράτη μέλη. Κάθε κράτος μέλος μπορεί, εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης αυτής, να παραπέμπει την απόφαση στο Συμβούλιο.Εάν ένα κράτος μέλος παραπέμψει την απόφαση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, τότε το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να επιβεβαιώσει, να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει την απόφαση αυτή. Εάν, εντός ενός μήνα από την παραπομπή του θέματος στο Συμβούλιο, το Συμβούλιο δεν έχει λάβει απόφαση, η απόφαση της Επιτροπής θεωρείται ότι έχει επιβεβαιωθεί.

3. Η διάρκεια ισχύος των μέτρων εποπτείας είναι περιορισμένη. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά, η ισχύς τους εκπνέει στο τέλος του δεύτερου εξαμήνου που ακολουθεί το πρώτο εξάμηνο μετά τη θέσπιση των μέτρων.

4. Τα μέτρα εποπτείας δύνανται να περιορίζονται στο έδαφος μίας ή περισσότερων εξόχως απόκεντρων περιοχών της Κοινότητας, όταν κρίνεται αναγκαίο.

5. Η απόφαση για την επιβολή μέτρων εποπτείας κοινοποιείται αμέσως, για ενημερωτικούς λόγους, στον αρμόδιο θεσμικό φορέα που προβλέπεται στις σχετικές συμφωνίες που επιτρέπουν τη συμπερίληψη μιας περιφέρειας ή ενός κράτους στο παράρτημα Ι.

Άρθρο 21

Διαβουλεύσεις

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, η αρμόδια συμβουλευτική επιτροπή είναι η συμβουλευτική επιτροπή που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3285/94. Σε περίπτωση προϊόντων που εμπίπτουν στον κωδικό ΣΟ 1701, η αρμόδια επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή που δημιουργείται σύμφωνα με το άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 318/2006.

Άρθρο 22

Έκτακτα μέτρα με περιορισμένη εδαφική εφαρμογή

Όταν προκύπτει ότι πληρούνται οι προβλεπόμενοι όροι για τη θέσπιση των διμερών μέτρων διασφάλισης σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη της Κοινότητας, η Επιτροπή, αφού εξετάσει εναλλακτικές λύσεις, μπορεί να επιτρέπει, κατ’ εξαίρεση και σύμφωνα με το άρθρο 134 της Συνθήκης, την εφαρμογή μέτρων εποπτείας ή διασφάλισης που περιορίζονται στο οικείο κράτος μέλος ή στα οικεία κράτη μέλη, αν κρίνει ότι τα μέτρα αυτά, εφαρμοζόμενα σε αυτό το επίπεδο, είναι καταλληλότερα από τα μέτρα που εφαρμόζονται σε όλη την Κοινότητα. Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι αυστηρά προσωρινού χαρακτήρα και να διαταράσσουν όσο το δυνατόν λιγότερο τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Κεφάλαιο V

Διαδικαστικές διατάξεις

Άρθρο 23

Προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις

Ο παρών κανονισμός τροποποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 24 παράγραφος 3, ώστε να λάβει υπόψη τυχόν τροποποιήσεις που ενδέχεται να είναι αναγκαίες με βάση τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί με τις περιφέρειες ή τα κράτη του παραρτήματος I.

Article 24

Επιτροπή

1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή εφαρμογής ΣΟΕΣ (εφεξής καλούμενη «η επιτροπή»).

2. Στις περιπτώσεις που γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

3. Στις περιπτώσεις που γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

4. Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται σε τρεις μήνες.

Κεφάλαιο VI

Τελικές διατάξεις

Άρθρο 25

Τροποποιήσεις

Το άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1964/2005 διαγράφεται.

Άρθρο 26

Κατάργηση ισχυουσών πράξεων

Οι ακόλουθοι κανονισμοί καταργούνται:

(α) κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2285/2002.

(β) κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2286/2002.

Άρθρο 27

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2008.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

Κατάλογος περιφερειών ή κρατών που έχουν ολοκληρώσει διαπραγματεύσεις

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Κανόνες καταγωγής

Το παρόν παράρτημα διανέμεται ως χωριστό έγγραφο.

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΓΙΑ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΕ ΕΠΙΠΤΩΣΙΕΣ ΣΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΠΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΣΤΑ ΕΣΟΔΑ

1. ΤΙΤΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ:

Κανονισμός του Συμβουλίου για την εφαρμογή στα εμπορεύματα καταγωγής ορισμένων χωρών μελών της ομάδας κρατών Αφρικής, Καραϊβικής και Ειρηνικού (ΑΚΕ) των ρυθμίσεων που προβλέπονται στις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης ή στις συμφωνίες που οδηγούν στην σύναψη τέτοιων συμφωνιών.

2. κονδύλια του προϋπολογισμού:

Κεφάλαιο και άρθρο: 12/120

Ποσό εγγεγραμμένο στον προϋπολογισμό για το εν λόγω οικονομικό έτος: 16 431 900 000 (προσχέδιο προϋπολογισμού 2008)

3. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

( Η πρόταση δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις

( Πρόταση χωρίς δημοσιονομικές επιπτώσεις στις δαπάνες αλλά με δημοσιονομικές επιπτώσεις στα έσοδα – οι επιπτώσεις στα έσοδα είναι οι ακόλουθες :

προϊόντα καταγωγής των περιφερειών ή κρατών ΑΚΕ που έχουν ολοκληρώσει διαπραγματεύσεις σχετικά με τις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης ή τις συμφωνίες που περιλαμβάνουν εμπορικές συμφωνίες συμβατές με τον ΠΟΕ. Το 2006 οι θεωρητικά μέγιστοι δασμοί που επιβάλλονταν σε προϊόντα καταγωγής κρατών ΑΚΕ ανέρχονταν σε 17.3 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε σε καθαρά έσοδα 13,0 εκατ. ευρώ.

Η μόνη εξαίρεση είναι η Νότια Αφρική, η οποία συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις για τις συμφωνίες οικονομικής εταιρικής σχέσης, αλλά στην οποία θα προταθεί χωριστή εμπορική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία θα διατηρούνται τελωνειακοί δασμοί σε ορισμένα προϊόντα που εισάγονται στην Κοινότητα. Αυτή η εμπορική ρύθμιση βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση, ενώ μια δημοσιονομική εκτίμηση θα περιλαμβάνεται στην πρόταση προς το Συμβούλιο για την έκδοση απόφασης που θα επιτρέπει τη σύναψη της σχετικής συμφωνίας οικονομικής εταιρικής σχέσης.

Δυνάμει των διατάξεων της συμφωνίας του Κοτονού και του καθεστώτος «Όλα εκτός από όπλα» του συστήματος γενικευμένων προτιμήσεων, άνω του 99% των εμπορευμάτων καταγωγής κρατών ΑΚΕ εισέρχονται στην Κοινότητα ατελώς. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 95% των εμπορευμάτων καταγωγής Νότιας Αφρικής εισέρχονται επίσης στην Κοινότητα ατελώς δυνάμει των διατάξεων της συμφωνίας για το εμπόριο, την ανάπτυξη και τη συνεργασία.

Δεν προβλέπεται καμία περαιτέρω δαπάνη.

(εκατ. ευρώ, με ένα δεκαδικό ψηφίο)

Γραμμή προϋπολογισμού | Έσοδα | Περίοδος 12 μηνών, από την 1.1.2008 | 2008 |

Άρθρο 3, κεφάλαιο 1, τίτλος Ι | Επίπτωση στους ιδίους πόρους | 13.0 | 13.0 |

Κατάσταση μετά τη δράση |

2009 | 2010 | 2011 | 2012 | 2013 |

Άρθρο 3, κεφάλαιο 1, τίτλος I | 13.0 | 13.0 | 13.0 | 13.0 | 13.0 |

4. ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

Για να προστατευθούν τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων από την απάτη και άλλες παρατυπίες, η Επιτροπή δύναται να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 5, κεφάλαιο II του παρόντος κανονισμού. Αν κριθεί σκόπιμο, διενεργούνται έρευνες από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), οι οποίες διέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η Επιτροπή διενεργεί τακτικούς ελέγχους βάσει εγγράφων και επιτόπιους ελέγχους.

[1] ΕΕ C της , σ. .

[2] ΕΕ L 317 της 15.12.2000, σ. 3. Διορθωτικό της συμφωνίας στην ΕΕ L 385 της 29.12.2004, σ. 88.

[3] ΕΕ L 311 της 4.12.1999, σ. 1.

[4] ΕΕ L 169 της 30.6.2005, σ. 1.

[5] ΕΕ L 169 της 30.6.2005, σ. 1.

[6] ΕΕ L 82 της 22.3.1997, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 807/2003 (ΕΕ L 122 της 16.5.2003, σ. 36).

[7] Απόφαση 2007/627/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2007 (ΕΕ L 255 της 29.9.2007, σ. 38).

[8] ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).

[9] ΕΕ L 348 της 21.12.2002, σ. 3.

[10] ΕΕ L 316 της 2.12.2005, σ. 1.

[11] ΕΕ L 311 της 4.12.1999, σ. 1.

[12] ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 96.

[13] ΕΕ L 58 της 28.2.2006, σ. 1.

[14] ΕΕ L 253 της 11.10.1993, σ. 1.

[15] ΕΕ L 318 της 20.12.1993, σ. 18.

[16] Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως «γεωργικά προϊόντα» νοούνται τα προϊόντα που καλύπτονται από το παράρτημα I της συμφωνίας του ΠΟΕ για τη γεωργία.