52003DC0773

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική επιτροπή και την επιτροπή των Περιφερειών που συνοψίζει τα αποτελέσματα της εξέτασης των εθνικών σχεδίων δράσης για την κοινωνική ένταξη (2003-2005) {SEC(2003)1425} /* COM/2003/0773 τελικό */


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ - ΚΟΙΝΗ ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗ που συνοψίζει τα αποτελέσματα της εξέτασης των εθνικών σχεδίων δράσης για την κοινωνική ένταξη (2003-2005) {SEC(2003)1425}

Σύνοψη Κυριότερων Σημείων

Συνολική αξιολόγηση και βασικά συμπεράσματα

Ανανεωμένη πολιτική δέσμευση

Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβόνας, τον Μάρτιο του 2000, ζητήθηκε από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να προχωρήσουν προς τη δραστική εκρίζωση της φτώχειας έως το 2010. Συμφωνήθηκε επίσης ότι τα κράτη μέλη πρέπει να συντονίσουν τις πολιτικές τους για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού με βάση την ανοικτή μέθοδο συντονισμού, η οποία συνδυάζει κοινούς στόχους, εθνικά σχέδια δράσης και κοινούς δείκτες, με στόχο την προώθηση πιο φιλόδοξων και πιο αποτελεσματικών στρατηγικών για την κοινωνική ένταξη.

Η σπουδαιότητα της επίτευξης του στόχου της Λισσαβόνας περί σημαντικής μείωσης της φτώχειας δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η επιτυχία θα εξαρτηθεί σε κρίσιμο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη θα μεταφράσουν τις στρατηγικές φιλοδοξίες που καθορίζονται στα ΕΣΔ/ένταξη σε συγκεκριμένες δράσεις με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των πιο ευάλωτων ομάδων. Είναι επίσης ζωτικής σημασίας οι οικονομίες της ΕΕ να επανέλθουν το ταχύτερο δυνατό στην πορεία προς τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Με αυτό υπόψη, και στο πλαίσιο της εδραίωσης της κοινωνίας της γνώσης, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν την ύπαρξη σταθερού δεσμού μεταξύ των πολιτικών κοινωνικής ένταξης και των πολιτικών τους στον οικονομικό τομέα και τον τομέα της απασχόλησης.

Στην παρούσα έκθεση προσδιορίζονται οι βασικές τάσεις και προκλήσεις σε ολόκληρη την Ένωση, καθώς και διάφορες προσεγγίσεις ορθών πρακτικών και καινοτομιών με στόχο το κοινό συμφέρον. Θα αποτελέσει τη βάση για την κοινή έκθεση του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με την κοινωνική ένταξη, η οποία θα υποβληθεί στο εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2004. Στην έκθεση περιλαμβάνεται αξιολόγηση της προόδου που έχει σημειωθεί ως προς την εκπλήρωση του στόχου της Λισσαβόνας για μείωση της φτώχειας και καταστρώνεται η πολιτική ατζέντα για τη μελλοντική κοινοτική διαδικασία κοινωνικής ένταξης, καθώς το γενικό πλαίσιο πρόκειται να αλλάξει ριζικά. Από το 2004, στην εν λόγω διαδικασία θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η προσχώρηση 10 νέων κρατών μελών, στα οποία η φύση και η έκταση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού παρουσιάζουν συχνά έντονες διαφορές. Από το 2006 και μετά, η διαδικασία αυτή θα συμπεριλαμβάνεται στη νέα, απλουστευμένη συντονιστική δομή, σε επίπεδο ΕΕ, των πολιτικών για την κοινωνική προστασία, όπως πρότεινε η Επιτροπή τον Μάιο του 2003 και όπως προσυπέγραψε το Συμβούλιο τον Οκτώβριο του 2003.

Η φτώχεια και ο αποκλεισμός εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία

Παρά τη γενική βελτίωση που έχει σημειωθεί από το 1995 έως σήμερα, ο αριθμός των ατόμων που αντιμετωπίζουν σχετική εισοδηματική φτώχεια εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα υψηλός, καθώς το 2001 περισσότεροι από 55 εκατομμύρια άνθρωποι απειλούνταν από τη φτώχεια, αριθμός που αντιστοιχεί στο 15% του πληθυσμού της ΕΕ. Στις περισσότερες από τις μισές περιπτώσεις, το πρόβλημα του χαμηλού σχετικού εισοδήματος ήταν χρόνιο. Σε ολόκληρη την Ένωση υπάρχουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά τη σοβαρότητα του προβλήματος της φτώχειας. Για παράδειγμα, ο συνολικός κίνδυνος το 2001 κυμαινόταν μεταξύ του 10% στη Σουηδία και του 21% στην Ιρλανδία. Στις χώρες του Νότου, καθώς και στην Ιρλανδία, οι φτωχοί όχι απλώς ωφελούνται λιγότερο από τη γενική ευημερία των χωρών όπου ζουν, αλλά επιπλέον είναι πιο πιθανό να υφίστανται χρόνιες μορφές φτώχειας και στέρησης. Η απειλή της φτώχειας είχε την τάση να είναι πολύ σοβαρότερη για ορισμένες ομάδες, όπως οι άνεργοι, οι μόνοι γονείς (κυρίως μητέρες), οι ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι (κυρίως γυναίκες) και οι πολύτεκνες οικογένειες.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στην απειλή της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού είναι οι νέοι που δεν διαθέτουν επαρκείς δεξιότητες για την εξασφάλιση θέσης εργασίας. Το 2002, 19% σχεδόν των νέων ηλικίας 18 έως 24 ετών είχαν εγκαταλείψει πρόωρα το σχολείο και δεν παρακολουθούσαν κανενός είδους πρόγραμμα κατάρτισης. Αλλά και τα παιδιά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα. Πλήττονται από την εισοδηματική φτώχεια σε υψηλότερο ποσοστό απ' ότι οι ενήλικες (19% το 2001) και η στέρηση υλικών αγαθών στα πρώτα χρόνια της ζωής τους είναι πιθανό να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξή τους και τις μελλοντικές τους ευκαιρίες. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι περιπτώσεις παιδιών που ζουν σε νοικοκυριά ανέργων, χωρίς καμία επαφή με τον κόσμο της εργασίας (10% των παιδιών στην Ένωση το 2002).

Η εκρίζωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού απαιτεί περαιτέρω βήματα

Σε αυτό το πλαίσιο, τρία χρόνια μετά τη Διάσκεψη της Λισσαβόνας, η δεύτερη γενιά των ΕΣΔ για την κοινωνική ένταξη αποτελεί σημαντική πολιτική παραδοχή της πρόκλησης για διασφάλιση της κοινωνικής ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα κράτη μέλη επαναλαμβάνουν ότι ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας πρέπει να συμβαδίζει με τις προσπάθειες μείωσης της φτώχειας και με την καταπολέμηση του αποκλεισμού.

Αυτό καταδεικνύουν οι κύριες θετικές στρατηγικές εξελίξεις σε αυτά τα ΕΣΔ δεύτερης γενιάς για την κοινωνική ένταξη:

* Τα νέα ΕΣΔ διαθέτουν εν γένει ευρύ πεδίο εφαρμογής, το οποίο αντανακλά τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της φτώχειας και του αποκλεισμού και καλύπτει ευρύ φάσμα τομέων πολιτικής, ιδίως δε την παροχή βασικών υπηρεσιών όπως εκπαίδευση, υγεία και στέγαση. Αντικατοπτρίζουν επίσης με καλύτερο τρόπο την πολυμορφία των εθνικών στρατηγικών και τον διαφορετικό βαθμό ανάπτυξης των συστημάτων κοινωνικής προστασίας.

* Καταβάλλεται σαφής προσπάθεια εκ μέρους της πλειονότητας των κρατών μελών για τον καθορισμό ποσοτικών στόχων για τη μείωση της φτώχειας. Άλλες χώρες έχουν θέσει ποσοτικούς ενδιάμεσους στόχους οι οποίοι μπορούν ωστόσο να χρησιμεύσουν ώστε να καταστεί πιο φιλόδοξη η πολιτική και να διευκολυνθεί η παρακολούθηση των ΕΣΔ.

* Πολλά κράτη μέλη έχουν ενισχύσει σημαντικά τις θεσμικές ρυθμίσεις τους όσον αφορά την ενσωμάτωση της διάστασης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στη χάραξη εθνικών πολιτικών. Δίδεται επίσης πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην επέκταση αυτής της διαδικασίας σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

* Η διαδικασία ενθάρρυνσης της συμμετοχής βασικών ενδιαφερόμενων φορέων της κοινωνίας των πολιτών (ΜΚΟ, κοινωνικοί εταίροι και επιχειρηματική κοινότητα) στην κατάρτιση των ΕΣΔ έχει βελτιωθεί. Αυτό πρέπει να ενισχύσει τη συνάφεια των ΕΣΔ και των στόχων της Νίκαιας ως μέσων αναφοράς για τη χάραξη εθνικών πολιτικών.

Εντούτοις, παρά την πραγματική πρόοδο που σημειώθηκε, πρέπει να αναφερθεί πως υπάρχουν πολλά ακόμα που πρέπει να γίνουν, και ειδικότερα:

* Μια πραγματικά πολυδιάστατη προσέγγιση θα απαιτούσε να επιδειχθεί μεγαλύτερη προσοχή σε θέματα όπως η στέγαση, η διά βίου μάθηση, ο πολιτισμός, η ηλεκτρονική ένταξη και οι μεταφορές.

* Ο καθορισμός των στόχων πρέπει να αναπτυχθεί περισσότερο, ούτως ώστε οι στόχοι να καταστούν περισσότερο ειδικοί, ποσοτικοί και φιλόδοξοι.

* Πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην επίτευξη και την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας και της ποιότητας των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

* Η πρόοδος που έχει σημειωθεί ως προς τη συμπερίληψη της διάστασης της κοινωνικής ένταξης στις πολιτικές πρέπει να εμβαθυνθεί μέσω της ενίσχυσης των θεσμικών ρυθμίσεων ώστε οι στόχοι που αφορούν την κοινωνική ένταξη να λαμβάνονται πάντα υπόψη κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού.

* Η αυξημένη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών πρέπει να επεκταθεί πέρα από την κατάρτιση των ΕΣΔ ώστε να καλύψει επίσης την υλοποίηση και την παρακολούθησή τους.

* Πρέπει να γίνουν περισσότερα ώστε να διασφαλιστεί ότι υπάρχει αμοιβαία ενίσχυση μεταξύ της οικονομικής και της κοινωνικής πολιτικής καθώς και της πολιτικής απασχόλησης.

Έξι βασικές προτεραιότητες

Λαμβάνοντας υπόψη την πολυμορφία των ΕΣΔ για την κοινωνική ένταξη 2003-2005, ζητείται από τα κράτη μέλη να επιδείξουν ιδιαίτερη προσοχή, κατά τη διάρκεια των δύο προσεχών ετών, στις έξι βασικές προτεραιότητες που ακολουθούν. Οι εν λόγω προτεραιότητες είναι ιδιαίτερα συναφείς στο πλαίσιο της αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει συνεχώς το παγκόσμιο οικονομικό και πολιτικό κλίμα:

1. προώθηση των επενδύσεων και της εξειδίκευσης κατά την κατάρτιση ενεργητικών μέτρων για την αγορά εργασίας, ώστε να ικανοποιηθούν οι ανάγκες των ατόμων που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση.

2. διασφάλιση ότι τα σχέδια κοινωνικής προστασίας είναι επαρκή και προσβάσιμα από όλους και ότι παρέχουν αποτελεσματικά κίνητρα στα άτομα που μπορούν να εργαστούν.

3. αύξηση της πρόσβασης σε ευκαιρίες αξιοπρεπούς στέγασης, ποιοτικών υπηρεσιών υγείας και διά βίου μάθησης για τις πιο ευάλωτες ομάδες και τις ομάδες που κινδυνεύουν περισσότερο από τον κοινωνικό αποκλεισμό.

4. ύπαρξη συντονισμένης προσπάθειας για την πρόληψη της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου και για την προώθηση της ομαλής μετάβασης από το σχολείο στην εργασία.

5. επικέντρωση στον τερματισμό της παιδικής φτώχειας.

6. λήψη μέτρων για τη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού μεταναστών και εθνοτικών μειονοτήτων.

Διατήρηση της ώθησης

Προκειμένου να διατηρηθεί αμείωτη η ώθηση των θετικών εξελίξεων στα ΕΣΔ έως την αξιολόγηση της ανοικτής μεθόδου συντονισμού για την καταπολέμηση της φτώχειας και του αποκλεισμού, η οποία θα πραγματοποιηθεί το 2005, τα κράτη μέλη και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα πρέπει:

* να συνεχίσουν να προάγουν την κινητοποίηση και τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων φορέων της κοινωνίας των πολιτών καθώς και των ίδιων των περιθωριοποιημένων ατόμων κατά την υλοποίηση και την παρακολούθηση των ΕΣΔ/ένταξη 2003-2005, και να προωθήσουν τα ΕΣΔ/ένταξη ως μέσο για την ενθάρρυνση του πολιτικού διαλόγου και την εξασφάλιση της στήριξης προς τις εθνικές στρατηγικές.

* να διασφαλίσουν ότι οι στρατηγικές ένταξης και απασχόλησης εφαρμόζονται με συνέπεια και αλληλοενισχύονται, καθώς και ότι διασφαλίζεται η σωστή αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφόρων συνιστωσών της επερχόμενης απλουστευμένης διαδικασίας κοινωνικής προστασίας.

* να διασφαλίσουν ότι οι προτεραιότητες της κοινωνικής ένταξης που καθορίζονται στα ΕΣΔ αντικατοπτρίζονται στην ενδιάμεση αξιολόγηση των διαρθρωτικών ταμείων και στους στρατηγικούς τους προσανατολισμούς για μετά το 2006.

* να λάβουν πλήρως υπόψη τους τα θέματα που σχετίζονται με το φύλο καθώς και το ολοένα και σημαντικότερο ζήτημα του αποκλεισμού των μεταναστών και των εθνοτικών μειονοτήτων.

* να συνεχίσουν τις προσπάθειες ανάπτυξης των από κοινού συμφωνηθέντων δεικτών ή, όπου ενδείκνυται και με συμπληρωματικό χαρακτήρα, των εθνικών δεικτών για την παρακολούθηση των στόχων της εθνικής πολιτικής, προκειμένου να διευκολυνθεί η αξιολόγηση των επιτευγμάτων όσον αφορά τη μείωση της φτώχειας και του αποκλεισμού, η οποία θα διενεργηθεί το 2005.

* να εξακολουθήσουν να αναπτύσσουν την εθνική βάση στατιστικών στοιχείων, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν αποτελεσματικά τις στρατηγικές κοινωνικής ένταξης, και να διασφαλίσουν ότι στηρίζουν την εφαρμογή των ευρωπαϊκών στατιστικών για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης (SILC), ούτως ώστε το εν λόγω μέσο να παρέχει πιο επίκαιρα και αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία, τα οποία θα ενισχύουν τους κοινούς δείκτες.

* να αξιοποιήσουν πλήρως τις επιλογές ορθών πρακτικών που παρουσιάζονται ήδη στα ΕΣΔ/ένταξη, εντατικοποιώντας τη διαδικασία ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών μέσω της διασφάλισης αποτελεσματικής διάδοσης της γνώσης η οποία θα υποστηρίζεται από προγράμματα χρηματοδότησης της ΕΕ όπως το EQUAL ή το Κοινοτικό Πρόγραμμα Δράσης για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού.

* να προωθήσουν τη σταδιακή συμμετοχή των υποψήφιων χωρών στη συνολική διαδικασία, με βάση τα επερχόμενα κοινά υπομνήματα για την κοινωνική ένταξη και την υιοθέτηση εθνικών σχεδίων δράσης για τα νέα κράτη μέλη το 2004.

* να διασφαλίσουν ότι οι στόχοι της Ένωσης όσον αφορά την κοινωνική ένταξη αντικατοπτρίζονται στην προετοιμασία και την παρακολούθηση του προσεχούς εαρινού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, και ιδίως ότι οι εν λόγω στόχοι συνάδουν με τους γενικούς προσανατολισμούς της οικονομικής πολιτικής και την ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση.

Εισαγωγή

Σκοπός και δομή της έκθεσης

Με την παρούσα έκθεση αξιολογείται η πρόοδος που έχει σημειωθεί στην εφαρμογή της ανοικτής μεθόδου συντονισμού, καθορίζονται βασικές προτεραιότητες για ανάληψη επείγουσας δράσης και προσδιορίζονται προσεγγίσεις ορθών πρακτικών και καινοτομίας προς το κοινό συμφέρον των κρατών μελών. Στόχος της έκθεσης είναι η προώθηση περισσότερο φιλόδοξων και αποτελεσματικών στρατηγικών κοινωνικής ένταξης μέσω της αμοιβαίας πληροφόρησης. Η έκθεση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα εθνικά σχέδια δράσης για την κοινωνική ένταξη 2003-2005, τα οποία υπέβαλαν όλα τα κράτη μέλη τον Ιούλιο του 2003. Στόχος της είναι να αποτελέσει τη βάση για την κοινή έκθεση σχετικά με την κοινωνική ένταξη την οποία πρόκειται να υποβάλει η Επιτροπή και το Συμβούλιο στο εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2004 και η οποία θα αποτελέσει βασικό βήμα στην περιοδική αξιολόγηση της προόδου όσον αφορά τους κοινωνικούς και οικονομικούς στόχους που καθορίζονται στη στρατηγική της Λισσαβόνας.

Η έκθεση εστιάζει στις πολιτικές και τις στρατηγικές που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού και, κατ' επέκταση, για την προώθηση της κοινωνικής ένταξης. Επισημαίνονται παραδείγματα ορθών πρακτικών σε ποικίλους τομείς πολιτικής, με βάση τους δείκτες και τις πληροφορίες που παρέχουν τα ΕΣΔ/ένταξη 2003-2005. Στόχος της παρούσας έκθεσης, αλλά και των ΕΣΔ/ένταξη, δεν είναι να παρουσιάσουν μια γενική εικόνα του τρόπου οργάνωσης των εθνικών συστημάτων κοινωνικής προστασίας ή του αντίκτυπου των συστημάτων αυτών και των πολιτικών άλλων τομέων στην κοινωνική συνοχή. Αντιθέτως, η έκθεση θα δώσει κυρίως έμφαση στην πρόσφατη δράση, παραμελώντας ενδεχομένως τις περισσότερο διαρθρωτικής φύσεως πολιτικές ή τα θεσμικά όργανα που συμβάλλουν αποφασιστικά στην προαγωγή της κοινωνικής ένταξης. Για τον λόγο αυτό, οι αναφορές σε κράτη μέλη που περιλαμβάνει το κείμενο της έκθεσης δεν πρέπει να θεωρηθούν πλήρεις, δεδομένου ότι επισημαίνονται παραδείγματα πρόσφατων πολιτικών δράσεων ενώ παραμελούνται οι περιπτώσεις εκείνες στις οποίες τέτοιου είδους πολιτικές εφαρμόζονται εδώ και πολύ καιρό.

Προκειμένου να παρασχεθούν οι απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με το γενικό πλαίσιο, η έκθεση ξεκινά με μια ανάλυση των βασικών γνωρισμάτων και τάσεων της κοινωνικής ένταξης στην ΕΕ. Η εν λόγω ανάλυση πραγματοποιείται σε συγκριτικό πλαίσιο, με βάση τους από κοινού συμφωνηθέντες δείκτες τους οποίους προσυπέγραψε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λάκεν. Η έκθεση προχωρεί εν συνεχεία στην περιγραφή των βασικών προκλήσεων όπως τις αντιλαμβάνονται τα κράτη μέλη στα ΕΣΔ για την κοινωνική ένταξη, βάσει των οποίων καθίσταται δυνατή η κατάστρωση πολιτικής ατζέντας για ολόκληρη την Ένωση κατά την περίοδο που καλύπτουν τα ΕΣΔ (2003-2005), με τη μορφή συνοπτικού καταλόγου που περιλαμβάνει έξι βασικές προτεραιότητες, λαμβάνοντας υπόψη την πολυμορφία της αρχικής κατάστασης και των κοινωνικών συστημάτων.

Στην έκθεση αξιολογείται επίσης ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη μέλη μετατρέπουν τους κοινούς στόχους της ΕΕ σε εθνικές στρατηγικές για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτός ο ρόλος της έκθεσης έχει ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι τα ΕΣΔ/ένταξη 2003-2005 αναμένεται να επιφέρουν σημαντικές βελτιώσεις όσον αφορά τον πολυδιάστατο χαρακτήρα, τη συνάφεια και τη φιλοδοξία των εθνικών στρατηγικών. Η εμπειρία που αποκομίσθηκε από την πρώτη σειρά ΕΣΔ για την κοινωνική ένταξη, καθώς και ο καθορισμός εθνικών στόχων για τη μείωση της φτώχειας, κατ' απαίτηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βαρκελώνης, αποτελούν σημαντική βοήθεια ως προς αυτό.

Σε ολόκληρη την έκθεση, γίνεται συχνά χρήση των όρων «φτώχεια», «κοινωνικός αποκλεισμός» και «κοινωνική ένταξη». Παρατίθενται οι ακόλουθοι ορισμοί [1] για να διευκολυνθεί η κατανόηση:

[1] Οι ορισμοί αυτοί αποσκοπούν στο να συμπληρώσουν και να ενισχύσουν την κατανόηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, η οποία διαφαίνεται στους κοινούς στόχους και στους από κοινού συμφωνηθέντες δείκτες στους οποίους βασίζεται η ανοικτή μέθοδος συντονισμού.

Φτώχεια: Θεωρείται ότι ένα άτομο ζει σε συνθήκες φτώχειας, όταν το εισόδημα και οι πόροι του είναι ανεπαρκή σε τέτοιο βαθμό ώστε να το εμποδίζουν να απολαύει βιοτικού επιπέδου που να θεωρείται αποδεκτό στην κοινωνία στην οποία ζει. Εξαιτίας της φτώχειας, τα άτομα αυτά ενδεχομένως να υφίστανται πολλαπλά μειονεκτήματα λόγω ανεργίας, χαμηλού εισοδήματος, ανεπαρκούς στέγασης, ανεπαρκούς υγειονομικής περίθαλψης και φραγμών στη διά βίου μάθηση, τον πολιτισμό, τον αθλητισμό και την αναψυχή. Τα εν λόγω άτομα συχνά αποκλείονται και περιθωριοποιούνται από τη συμμετοχή σε δραστηριότητες (οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές) οι οποίες αποτελούν κανόνα για άλλα άτομα, ενώ ενδεχομένως περιορίζεται η πρόσβασή τους σε θεμελιώδη δικαιώματα.

Κοινωνικός αποκλεισμός: Ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι μια διαδικασία κατά την οποία ορισμένα άτομα εξωθούνται στο περιθώριο της κοινωνίας και εμποδίζεται η πλήρης συμμετοχή τους σε αυτήν, λόγω φτώχειας ή έλλειψης βασικών δεξιοτήτων και ευκαιριών για διά βίου μάθηση. Το γεγονός αυτό τους στερεί την πρόσβαση στην απασχόληση, το εισόδημα και τις ευκαιρίες για εκπαίδευση καθώς και στα κοινωνικά και τοπικά δίκτυα και δραστηριότητες. Τα άτομα αυτά έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε θέσεις εξουσίας και σε όργανα λήψης αποφάσεων και, ως εκ τούτου, αισθάνονται ανίσχυρα και ανίκανα να ασκήσουν έλεγχο στις αποφάσεις που επηρεάζουν την καθημερινότητά τους.

Κοινωνική ένταξη: Η κοινωνική ένταξη είναι μια διαδικασία με την οποία διασφαλίζεται ότι τα άτομα που απειλούνται από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό αποκτούν τις απαραίτητες ευκαιρίες και τους απαραίτητους πόρους ώστε να συμμετάσχουν πλήρως στον οικονομικό, τον κοινωνικό και τον πολιτιστικό βίο και να αποκτήσουν βιοτικό επίπεδο και ευημερία που να θεωρούνται φυσιολογικά στην κοινωνία στην οποία ζουν. Η κοινωνική ένταξη διασφαλίζει ότι τα εν λόγω άτομα αποκτούν μεγαλύτερη συμμετοχή στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων που επηρεάζουν τη ζωή τους, καθώς και πρόσβαση στα θεμελιώδη δικαιώματά τους [2].

[2] Όπως αυτά ορίζονται στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

Ιστορικό

Καθώς στο άρθρο 136 και στο άρθρο 137 της Συνθήκης του Άμστερνταμ η καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού αναγνωρίζεται ως τομέας στον οποίο η Κοινότητα μπορεί να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στη στήριξη και τη συμπλήρωση των δραστηριοτήτων των κρατών μελών, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβόνας, τον Μάρτιο του 2000, κρίθηκε αναγκαίο να πραγματοποιηθούν βήματα ώστε, έως το 2010, να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος στην εκρίζωση της φτώχειας. Συμφωνήθηκε επίσης ότι τα κράτη μέλη πρέπει να συντονίσουν τις πολιτικές τους για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού με βάση μια ανοικτή μέθοδο συντονισμού, η οποία να συνδυάζει κοινούς στόχους, εθνικά σχέδια δράσης και ένα κοινοτικό πρόγραμμα δράσης.

Τον Δεκέμβριο του 2000, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας αποφάσισε να εγκαινιάσει τη νέα μέθοδο στον τομέα της καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού και για τον λόγο αυτόν καθόρισε τέσσερις κοινούς στόχους:

1. διευκόλυνση της συμμετοχής στην απασχόληση και της πρόσβασης όλων των ατόμων σε πόρους, δικαιώματα, αγαθά και υπηρεσίες.

2. πρόληψη των κινδύνων αποκλεισμού.

3. παροχή βοήθειας στους πιο ευάλωτους.

4. κινητοποίηση όλων των αρμόδιων φορέων.

Τα εθνικά σχέδια δράσης για την κοινωνική ένταξη (ΕΣΔ/ένταξη χάριν συντομίας) διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην κοινοτική διαδικασία, καθώς μετατρέπουν τους κοινούς στόχους σε εθνικές πολιτικές, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στα μεμονωμένα κράτη και την ειδική φύση των εθνικών συστημάτων κοινωνικής προστασίας και των κοινωνικών πολιτικών.

Όλα τα κράτη μέλη υπέβαλαν τα πρώτα ΕΣΔ/ένταξη τον Ιούνιο του 2001. Η κατάρτιση των εν λόγω σχεδίων πρόσφερε την ευκαιρία ευρείας ενημέρωσης και διαβούλευσης των πλέον ενδιαφερόμενων φορέων καθώς και επανεξέτασης της βάσης των εθνικών στρατηγικών για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Αποτέλεσε επίσης την ευκαιρία να αναπτυχθεί μια πιο στρατηγική και ολοκληρωμένη προσέγγιση για την καταπολέμηση της φτώχειας. Επιπλέον, οι πληροφορίες που παρέχονται στα ΕΣΔ/ένταξη αποτέλεσαν καλή βάση για την ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών σε ολόκληρη την Ένωση.

Τα βασικά συμπεράσματα της εξέτασης των ΕΣΔ/ένταξη που πραγματοποίησαν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη παρουσιάστηκαν στην κοινή έκθεση για την κοινωνική ένταξη, την οποία προσυπέγραψε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λάκεν τον Δεκέμβριο του 2001.

Καθώς στο Λάκεν εγκρίθηκαν επίσης οι 18 από κοινού συμφωνηθέντες δείκτες μέτρησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, δημιουργήθηκε μια στέρεα βάση για την παρακολούθηση της προόδου και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών. Καλύπτονται ποικίλοι τομείς - εισοδηματική φτώχεια, καθώς και μακροχρόνια ανεργία, υγεία και διά βίου μάθηση - γεγονός που αντικατοπτρίζει τη γενική πεποίθηση ότι ο χαρακτήρας της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στην Ευρώπη είναι πολυδιάστατος και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία μόνο μεταβλητή. Οι εν λόγω δείκτες πρέπει να χρησιμεύσουν ως βάση ώστε η ΕΕ, αλλά και το κάθε κράτος μέλος ξεχωριστά, να αξιολογήσουν με αντικειμενικότητα την πρόοδο της πολυετούς διαδικασίας με βάση επαληθευμένα αποτελέσματα. Οι διάφοροι εθνικοί δείκτες πρέπει να εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν κάποιον ρόλο, ιδίως στους τομείς εκείνους (π.χ. στέγαση) όπου δεν έχει σταθεί ακόμη δυνατό να βρεθεί ικανοποιητικός κοινός τόπος.

Ένα άλλο επίτευγμα το 2001 ήταν η υιοθέτηση του πρώτου κοινοτικού προγράμματος δράσης για την ενθάρρυνση του συντονισμού όσον αφορά την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού. Το πρόγραμμα, το οποίο θα υλοποιηθεί κατά την περίοδο 2002-2006, στόχο έχει να στηρίξει την ανάλυση της πολιτικής και τις βελτιώσεις των στατιστικών στοιχείων, την ανταλλαγή ορθών πρακτικών και την προώθηση της πανευρωπαϊκής δικτύωσης των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στην καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Το πρόγραμμα, το οποίο αποτελεί τμήμα της ανοικτής μεθόδου συντονισμού, πρέπει να συνδέεται στενά με τα ΕΣΔ/ένταξη.

Κατά τα δύο πρώτα έτη, η υλοποίηση της κοινοτικής διαδικασίας κοινωνικής ένταξης προχωρούσε ομαλά, και η Επιτροπή, το Συμβούλιο καθώς και άλλοι ενδιαφερόμενοι φορείς θεωρούν πως σημειώθηκαν θετικά βήματα προόδου. Καθώς φαίνεται να υπάρχει ευρεία συναίνεση όσον αφορά τη χρησιμότητα της νέας διαδικασίας και την ευρωστία των κοινών στόχων που υιοθετήθηκαν στη Νίκαια, τον Δεκέμβριο του 2002 το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει από τα κράτη μέλη την κατάρτιση μιας δεύτερης γενιάς ΕΣΔ/ένταξη έως τον Ιούλιο του 2003, με βάση τους κοινούς στόχους και με μερικές μόνο ουσιαστικές μεταβολές:

(α) τα κράτη μέλη καλούνται να συμπεριλάβουν εθνικούς στόχους στα ΕΣΔ /ένταξη που καταρτίζουν (σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βαρκελώνης).

(β) κατά την ανάλυση του κοινωνικού αποκλεισμού και την αξιολόγηση του αντίκτυπου της πολιτικής, τονίζεται η διαφοροποίηση του φύλου.

(γ) επισημαίνονται οι ειδικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες όσον αφορά την κοινωνική ένταξή τους.

Το μέλλον της διαδικασίας της ΕΕ για την κοινωνική ένταξη

Σύμφωνα με τη στρατηγική της Λισσαβόνας, η ανοικτή μέθοδος συντονισμού για την κοινωνική ένταξη πρέπει να εξεταστεί σε στενή σύνδεση με άλλες διαδικασίες που συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη και στην αύξηση της κοινωνικής συνοχής. Οι διαδικασίες συντονισμού της οικονομικής πολιτικής και της πολιτικής απασχόλησης, οι οποίες υποστηρίζονται αντίστοιχα από τις γενικές κατευθύνσεις για την οικονομική πολιτική και από την ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση, έχουν μεγάλη σημασία όσον αφορά την εκπλήρωση των στόχων της διαδικασίας κοινωνικής ένταξης. Επίσης, ολοένα και πιο σημαντική είναι η ανοικτή μέθοδος συντονισμού για τις συντάξεις, η οποία ξεκίνησε το 2002, καθώς και η ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την υγεία και τη μακροπρόθεσμη φροντίδα των ηλικιωμένων. Είναι ζωτικής σημασίας τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν, σε εθνικό επίπεδο, τη συνάφεια μεταξύ των στρατηγικών τους για την κοινωνική ένταξη και των πολιτικών στους τομείς αυτούς.

Επίσης, και πάλι σε επίπεδο ΕΕ, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η συνεκτικότητα των μηνυμάτων των πολιτικών, τα οποία προκύπτουν από τις διάφορες διαδικασίες συντονισμού, και παράλληλα να αποφευχθεί ο πολλαπλασιασμός των διαδικασιών με διαφορετικούς κανόνες και συχνά αλληλοεπικαλυπτόμενους στόχους. Αυτοί είναι οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή, σε πρόσφατη ανακοίνωσή της [3], υποβάλλει πρόταση η οποία στοχεύει στον εξορθολογισμό και την απλοποίηση της συνεργασίας σε σχέση με τις πολιτικές στον τομέα της κοινωνικής προστασίας, με βάση την ανοικτή μέθοδο συντονισμού. Αυτό περιλαμβάνει τη δημιουργία μιας απλοποιημένης διαδικασίας, με βάση μια κοινή δέσμη στόχων στους οποίους θα περιλαμβάνεται η υγειονομική περίθαλψη, οι συντάξεις και η κοινωνική ένταξη, και οι οποίοι θα προσαρμόζονται με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε άλλες διαδικασίες συντονισμού των πολιτικών, ιδίως δε στους γενικούς προσανατολισμούς της οικονομικής πολιτικής και τη στρατηγική για την απασχόληση, καθιστώντας ως εκ τούτου περισσότερο ορατή την κοινωνική διάσταση που ενέχει η υλοποίηση της συνολικής στρατηγικής της Λισσαβόνας. Η διαδικασία υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις ρυθμίσεις θα απλοποιηθεί, καθώς, από το 2006 και μετά, θα υποβάλλονται ενιαίες εκθέσεις στρατηγικής ανά τριετία, και ελαφρώς επικαιροποιημένες εκθέσεις στα έτη που μεσολαβούν. Η Επιτροπή πρότεινε επίσης την υποβολή κοινής έκθεσης, για πρώτη φορά το 2005, σχετικά με την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη, με στόχο την ανάλυση των μεγάλων εξελίξεων της πολιτικής στο πλαίσιο των πρόσφατων κοινωνικών και οικονομικών τάσεων και προβλέψεων και την παροχή της βάσης για τη μετάδοση των ουσιαστικών μηνυμάτων πολιτικής προς το εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

[3] COM(2003)261, 27.5.2003.

Προχωρώντας βαθμιαία προς αυτή τη νέα απλουστευμένη διαδικασία συντονισμού των πολιτικών, είναι σημαντικό να διατηρηθεί η ώθηση που έχει προσφέρει η κατάρτιση και η παρακολούθηση των ΕΣΔ/ένταξη σε πολλά κράτη μέλη. Καθ' όλη τη διάρκεια των διαβουλεύσεων μετά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης τον Μάιο του 2003, πολλοί ενδιαφερόμενοι φορείς και πολλά κράτη μέλη τόνισαν το σημείο αυτό. Συνεπώς, πρέπει να διασφαλιστεί στο μέλλον η ορατότητα των διαφόρων στοιχείων της διαδικασίας, ιδιαίτερα δε των ΕΣΔ/ένταξη, σε ένα πλαίσιο το οποίο να οδηγεί σε αυξημένη συνέπεια ως προς τη χάραξη των στρατηγικών τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ΕΕ. Επίσης, οι στόχοι και τα μέσα παρακολούθησης της διαδικασίας κοινωνικής ένταξης της ΕΕ πρέπει να αντικατοπτρίζονται επαρκώς και με συνέπεια στη στρατηγική αειφόρου ανάπτυξης.

Ο αντίκτυπος της διεύρυνσης

Με τη διεύρυνση, η Ένωση θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει νέες και συγκριτικά σημαντικότερες προκλήσεις όσον αφορά την προώθηση της κοινωνικής ένταξης. Από την εξέταση των συγκριτικών κοινωνικών δεικτών που βασίζονται σε εθνικά δεδομένα, αλλά και βάσει διαφόρων μελετών προκύπτει ότι μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στις υποψήφιες χώρες ζουν με χαμηλό εισόδημα και στερούνται πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες και υποδομές. Στις περισσότερες υποψήφιες χώρες, η ανεργία είναι υψηλή και τα συστήματα κοινωνικής προστασίας δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένα ώστε να παρέχουν σίγουρο εισόδημα στους ηλικιωμένους, τους ασθενείς ή τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Σε ορισμένες χώρες, η κοινωνική κατάσταση των εθνοτικών μειονοτήτων, των παιδιών και των ψυχασθενών εγείρει σοβαρές ανησυχίες. Από την άλλη μεριά, η εισοδηματική ανισότητα είναι εν γένει μικρότερη από ό,τι σε πολλά από τα υφιστάμενα κράτη μέλη και οι επιδόσεις στον τομέα της διά βίου μάθησης καλύτερες. Σε ένα γενικότερο πλαίσιο στο οποίο η ιδέα του κοινωνικού αποκλεισμού, όπως ορίζεται ανωτέρω, είναι μάλλον νεόκοπη και στο οποίο η προώθηση της κοινωνικής ένταξης κινδυνεύει να θεωρηθεί δευτερεύων στόχος σε σχέση με τον στόχο της ανταγωνιστικότητας ή της οικονομικής μεγέθυνσης, είναι σημαντικό να τονίσουμε τη συμπληρωματικότητα μεταξύ των πολιτικών και των στρατηγικών που στοχεύουν στην οικονομική μεγέθυνση και την κοινωνική συνοχή.

Ωστόσο, η διεύρυνση πρέπει επίσης να θεωρηθεί ως θετική ευκαιρία για την ευρύτερη αμοιβαία ανταλλαγή εμπειριών και ορθών πρακτικών καθώς και για αυξημένη δικτύωση των διαφόρων ενώσεων αλλά και των τοπικών και εθνικών αρχών που αντιμετωπίζουν εν πολλοίς παρεμφερείς προκλήσεις. Η ύπαρξη μεγαλύτερη πολυμορφίας κοινωνικών συνθηκών και συστημάτων στην Ένωση μετά τη διεύρυνση θα δράσει ως ισχυρό κίνητρο για την προώθηση της ανοικτής μεθόδου συντονισμού στον τομέα της κοινωνικής προστασίας και της κοινωνικής ένταξης.

Για αυτούς τους λόγους, η συμμετοχή όλων των υπό ένταξη χωρών στη διαδικασία κοινωνικής ένταξης της ΕΕ, πολύ πριν από την ημερομηνία της τυπικής διεύρυνσης, ήταν ζωτικής σημασίας. Το 2002, η ΓΔ EMPL και όλες οι υπό ένταξη χώρες συμφώνησαν την έναρξη διαδικασίας διμερούς συνεργασίας για την κατάρτιση των σχεδίων των κοινών υπομνημάτων για την ένταξη τα οποία στοχεύουν στον καθορισμό των βασικών κοινωνικών προκλήσεων σε κάθε χώρα και τα οποία εκθέτουν τις μείζονες πολιτικές που εφαρμόζονται ή πρόκειται να εφαρμοστούν και επισημαίνουν διάφορα βασικά θέματα πολιτικής που χρήζουν περαιτέρω εξέτασης. Τα κοινά υπομνήματα για την ένταξη θα ολοκληρωθούν και θα υπογραφούν από κοινού από την Επιτροπή και τις δέκα υπό ένταξη χώρες πριν από το τέλος του τρέχοντος έτους. Αυτή η διαδικασία αναμένεται να προετοιμάσει την πλήρη συμμετοχή των υπό ένταξη χωρών στη διαδικασία κοινωνικής ένταξης, η οποία θα ξεκινήσει στα μέσα του 2004 με την υποβολή των πρώτων ΕΣΔ/ένταξη για την περίοδο 2004-2006.

ΜΕΡΟΣ I - Η Ευρωπαϊκή Ένωση

1. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΈΝΤΑΞΗ - Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΕ

Στο παρόν κεφάλαιο καθορίζεται καταρχάς το οικονομικό και δημογραφικό πλαίσιο και εν συνεχεία πραγματοποιείται συνθετική συγκριτική ανάλυση της κατάστασης και των τάσεων της κοινωνικής ένταξης στην Ένωση κατά τα τελευταία έτη. Αυτό γίνεται με βάση την επιλογή των κοινών δεικτών φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού της ΕΕ. Στο κεφάλαιο 10 και στο παράρτημα στατιστικών στοιχείων παρατίθεται περιγραφή των κοινών δεικτών καθώς και πληροφορίες σχετικά με το ιστορικό της διαδικασίας υιοθέτησής τους, το μεθοδολογικό πλαίσιο για την επιλογή τους και οι στατιστικές πηγές που χρησιμοποιήθηκαν. Το παράρτημα των στατιστικών στοιχείων περιλαμβάνει επίσης πίνακες, οι οποίοι δείχνουν τα αποτελέσματα των δεικτών με βάση κοινές κοινοτικές πηγές.

Το οικονομικό και δημογραφικό πλαίσιο

Η κατάσταση της κοινωνικής ένταξης από την έναρξη της διαδικασίας της ΕΕ για την ένταξη πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο των επιδεινούμενων συνολικών μακροοικονομικών συνθηκών, καθώς στην ΕΕ εξακολουθούν να γίνονται αισθητές οι επιπτώσεις της παρατεταμένης επιβράδυνσης της οικονομικής ανάπτυξης. Η αύξηση του κοινοτικού ΑΕγχΠ δεν ξεπέρασε το 1,1% κατά μέσο όρο το 2002, δηλαδή ήταν μικρότερη από τους παλαιότερους γοργούς ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης που έφταναν το 3,5% το 2001. Σύμφωνα με τις οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιεύθηκαν το φθινόπωρο, η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης της ΕΕ αναμένεται να συνεχιστεί το 2003, και είναι μάλλον απίθανο να υπάρξει απότομη μεταστροφή. Η αύξηση του ΑΕγχΠ αναμένεται να φτάσει κατά μέσο όρο μόλις το 0,8% το 2003, να αυξηθεί κάπως φτάνοντας το 2% το 2004 και να μην ξεπεράσει το 2,5% το 2005

Μολονότι κατά τη διάρκεια του αρχικού σταδίου της επιβράδυνσης της οικονομικής ανάπτυξης η απόδοση της αγοράς εργασίας της ΕΕ παρέμεινε ιδιαίτερα σταθερή, η αύξηση της απασχόλησης στην ΕΕ επιβραδύνθηκε το 2002, ύστερα από τις διαδοχικές ετήσιες αυξήσεις από το 1997 και μετά, οι οποίες ξεπερνούσαν τη μία ποσοστιαία μονάδα ετησίως κατά μέσο όρο, και ως εκ τούτου η ανεργία άρχισε να αυξάνεται εκ νέου ύστερα από 5 πέντε έτη συνεχούς μείωσης. Η μείωση της απασχόλησης αποτέλεσε στοιχείο ανησυχίας στο Βέλγιο, τη Δανία και τη Γερμανία. Το μέσο ποσοστό ανεργίας της ΕΕ εν τω συνόλω άγγιξε το 7,7% το 2002, ενώ προβλέπεται να φτάσει το 8,1% το 2003. Παρά την πρόοδο που είχε σημειωθεί κατά τα αμέσως προηγούμενα έτη, τα ποσοστά ανεργίας παραμένουν ιδιαίτερα υψηλά στη Φινλανδία, την Ελλάδα και την Ισπανία, ιδίως δε για τις γυναίκες στις δύο τελευταίες χώρες. Αναμένεται ότι τα εν λόγω ποσοστά θα ξεπεράσουν το επίπεδο του 9% στη Γαλλία και τη Γερμανία.

Παρά τις απογοητευτικές αυτές εξελίξεις, η ΕΕ συνέχισε να σημειώνει πρόοδο όσον αφορά την επίτευξη των στόχων της Λισσαβόνας και της Στοκχόλμης για την απασχόληση, αν και με πολύ βραδύτερους ρυθμούς σε σύγκριση με τα τελευταία έτη. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το ποσοστό απασχόλησης στην ΕΕ θα αγγίξει το 64,3% το 2002, δηλαδή θα ξεπεράσει κατά μία εκατοστιαία μονάδα το ποσοστό του 2001 που ήταν 63,4%. Το ποσοστό απασχόλησης για τις γυναίκες παρουσίασε πιο αξιοσημείωτη άνοδο καθώς έφτασε το 55,6%, από 54,1% που ήταν το 2001, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες σημείωσε ελαφρά πτώση πέρυσι, οπότε και έφτασε το 72,8%. Συνεπώς, το χάσμα μεταξύ των δύο φύλων ως προς τα ποσοστά απασχόλησης μειώνεται, ωστόσο, στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές οι οποίες φτάνουν τις 27-29 ποσοστιαίες μονάδες. Για την ομάδα ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας (55-64 ετών) το ποσοστό απασχόλησης σε ολόκληρη την ΕΕ ξεπέρασε ελάχιστα το 40%, με τη χαμηλότερη τιμή να εμφανίζεται στο Βέλγιο (μόλις κάτω του 27%) και την υψηλότερη στη Σουηδία (68%). Κατά τα τελευταία έτη, το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας παρουσίασε σημαντική αύξηση σε όλα τα κράτη μέλη, εκτός από την Αυστρία, τη Γερμανία, την Ελλάδα και την Ιταλία.

Εν τω μεταξύ, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες της γήρανσης του ευρωπαϊκού πληθυσμού στην κοινωνία καθίστανται σαφέστερες. Η αύξηση που παρατηρήθηκε κατά τα τελευταία εκατό έτη στο αριθμό του ενεργού πληθυσμού της Ευρώπης σύντομα θα σταματήσει, και σε λιγότερο από μία δεκαετία η επίπτωση της συνταξιοδότησης των ατόμων που γεννήθηκαν κατά την περίοδο της έκρηξης της γεννητικότητας θα αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα αισθητή. Μολονότι η γεννητικότητα αυξήθηκε ελαφρώς από 1,45 παιδιά ανά γυναίκα το 1999 σε 1,47 το 2001, εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλότερη από το επίπεδο αναπλήρωσης του 2,1. Το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται - αυξήθηκε κατά δύο έτη τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες κατά την προηγούμενη δεκαετία - και η θνησιμότητα αφορά ολοένα και περισσότερο την τρίτη ηλικία. Σήμερα, τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω αντιστοιχούν στο 16% του συνολικού πληθυσμού, ενώ τα άτομα κάτω των 15 ετών αντιστοιχούν στο 17%. Ήδη έως το 2010, τα ποσοστά αυτά θα έχουν αντιστραφεί. Η πιο δραματική αύξηση θα σημειωθεί στον αριθμό των «ιδιαίτερα ηλικιωμένων» ατόμων (ηλικίας άνω των 80 ετών), το ποσοστό των οποίων θα ανέλθει στο 50% περίπου κατά τα επόμενα 15 έτη.

Η αύξηση του ποσοστού εξάρτησης των ηλικιωμένων θα αυξήσει τις κοινωνικές απαιτήσεις όσον αφορά την κάλυψη των αναγκών περίθαλψης. Ταυτόχρονα, η εξέλιξη των οικογενειακών δομών υπονομεύει προοδευτικά τις αντικειμενικές συνθήκες για ύπαρξη αλληλεγγύης των γενεών στην οικογένεια. Οι γάμοι λιγοστεύουν συνεχώς ή γίνονται μεταξύ ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας, και όλο και περισσότεροι από αυτούς καταλήγουν σε διάλυση. Η τάση προς μικρότερα νοικοκυριά, με περισσότερα άτομα όλων των ηλικιών να ζουν μόνα, συνεχίζεται αμείωτη. Παρατηρείται επίσης εκπληκτική αύξηση του αριθμού των παιδιών που ζουν με έναν μόνο ενήλικα, αλλά και μείωση του αριθμού των ζευγαριών με παιδιά. Το 2000, το 10% των παιδιών ηλικίας 0-14 ετών ζούσε με έναν μόνο ενήλικα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 1990 ήταν 6%. Στις περισσότερες μονογονεϊκές οικογένειες, ο αρχηγός είναι γυναίκα.

Κίνδυνος εισοδηματικής φτώχειας: συγκρίσεις μεταξύ χωρών το 2001

Καθώς δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως κάποια δέσμη δεικτών που να αντικατοπτρίζει τον πολυδιάστατο χαρακτήρα του θέματος, η ανάλυση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στην ΕΕ βασίζεται εν πολλοίς στους διαθέσιμους δείκτες, οι οποίοι σχετίζονται κυρίως με το εισόδημα. Πρωταρχικό πεδίο εστίασης αποτελούν οι δείκτες που αποκαλύπτουν τη σχέση με το μέσο επίπεδο ευημερίας σε μια συγκεκριμένη χώρα και σε ορισμένη χρονική στιγμή. Η ύπαρξη απόλυτου δείκτη δεν είναι απαραίτητη για την ΕΕ, και αυτό για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, η βασική πρόκληση για την Ευρώπη είναι ολόκληρος ο πληθυσμός της να μοιράζεται τα οφέλη του υψηλού μέσου όρου ευημερίας και να μην αρκείται στο στοιχειώδες βιοτικό επίπεδο, όπως συμβαίνει στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές του κόσμου. Δεύτερον, αυτό που θεωρείται ως ελάχιστο αποδεκτό βιοτικό επίπεδο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το γενικό επίπεδο κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης, το οποίο τείνει να ποικίλει σημαντικά στα κράτη μέλη.

Η αναλογία των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά με εισόδημα που δεν φτάνει το κατώτατο όριο του 60% του εθνικού μέσου εισοδήματος λαμβάνεται ως δείκτης του κινδύνου φτώχειας. Το 2001, το 15% του πληθυσμού της ΕΕ συγκαταλεγόταν στα άτομα που αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περισσότερα από 55 εκατομμύρια άτομα στην ΕΕ. Αυτή η μέση τιμή που αναφέρεται στο σύνολο της ΕΕ κρύβει σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών, καθώς η μερίδα του πληθυσμού που απειλείται από τη φτώχεια κυμαίνεται από 10% στη Σουηδία έως 21% στην Ιρλανδία.

Για όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ένα άτομο έχει χαμηλό εισόδημα, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος στέρησης και αποκλεισμού από την κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική δραστηριότητα αλλά και ο κίνδυνος απόλυτης κοινωνικής απομόνωσης. Σε όλες τις χώρες, τουλάχιστον το 50% των ατόμων που απειλούνταν από τη φτώχεια το 2001 ζούσαν με χαμηλό εισόδημα για μεγάλο χρονικό διάστημα, δηλαδή, το ισοδύναμο εισόδημά τους ήταν κάτω του κατώτατου ορίου του 60% για το συγκεκριμένο έτος και για τα δύο τουλάχιστον έτη της προηγούμενης τριετίας (π.χ. το διάστημα 1998-2000). Στην Ελλάδα και την Πορτογαλία, τα ποσοστά ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια είναι πολύ υψηλά, δύο στα τρία άτομα των οποίων το εισόδημα ήταν κάτω του κατώτατου ορίου το 2001 απειλούνταν για μεγάλο διάστημα από τη φτώχεια. Το 2001, στην ΕΕ, το 9% του πληθυσμού κατά μέσο όρο ζούσε σε μόνιμη φτώχεια.

Σχήμα 1. Ποσοστό ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια, σύνολο και ποσοστό μόνιμης φτώχειας - 2001

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(εκ των οποίων: ποσοστό ατόμων που ζουν σε μόνιμη φτώχεια, ποσοστό ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια)

Πηγή: Eurostat, ECHP-UDB, έκδοση Ιουνίου 2003

Το χάσμα της σχετικής φτώχειας, δηλαδή η διαφορά μεταξύ του διάμεσου ισοδύναμου εισοδήματος των φτωχών και του κατώτατου ορίου του 60%, εκπεφρασμένη ως ποσοστό του εν λόγω κατώτατου ορίου - μετρά πόσο χαμηλότερο του κατώτατου ορίου είναι το εισόδημα των ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια. Πρόκειται για σημαντικό δείκτη, καθώς συμπληρώνει την απόλυτη μέτρηση του αριθμού των ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια, παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με το «πόσο φτωχοί είναι οι φτωχοί».

Το 2001, ο εν λόγω δείκτης ήταν 22% σε επίπεδο ΕΕ. Τούτο σημαίνει ότι το 50% των ατόμων που απειλούνταν από τη φτώχεια είχαν ισοδύναμο εισόδημα κάτω του 78% του κατώτατου ορίου του κινδύνου φτώχειας, ήτοι του 47% του διάμεσου ισοδύναμου εισοδήματος.

Σχήμα 2. Διάμεσος του χάσματος σχετικής φτώχειας, 2001 (%)

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(εκ του οποίου: ποσοστό χρόνιας φτώχειας, ποσοστό ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια)

Πηγή: Eurostat, ECHP-UDB, έκδοση Ιουνίου 2003

Η συγκριτική ανάλυση των εθνικών κατώτατων ορίων φανερώνει ότι ο τρόπος μέτρησης της φτώχειας που χρησιμοποιείται είναι σχετικός. Η σύγκριση αυτή είναι σημαντική για την κατανόηση του διαφορετικού επιπέδου οικονομικής ευημερίας στις χώρες [4]. Στο σχήμα 3 φαίνεται η νομισματική αξία των εθνικών κατώτατων ορίων κινδύνου φτώχειας μετρούμενη σε πρότυπα αγοραστικής δύναμης για ένα νοικοκυριό με έναν ενήλικα. Οι τιμές είναι ιδιαίτερα χαμηλές στην Πορτογαλία και την Ελλάδα. Στον αντίποδα, η τιμή του κατώτατο ορίου στο Λουξεμβούργο φαίνεται πως φθάνει το 170% του κοινοτικού μέσου όρου.

[4] Μια τέτοια σύγκριση θα είναι πολύ πιο σημαντική στο πλαίσιο της διευρυμένης Ένωσης, καθώς στις χώρες της ένταξης οι λιγότερο ευρείες κατανομές εισοδήματος οδηγούν σε ποσοστά κινδύνου φτώχειας τα οποία δεν διαφέρουν υπερβολικά από εκείνα που καταγράφονται στα υφιστάμενα κράτη μέλη, παρά το ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο μέσου εθνικού εισοδήματος των χωρών αυτών.

Σχήμα 3. Νομισματική αξία του κατώτατου ορίου κινδύνου φτώχειας για νοικοκυριά με έναν ενήλικα, σε ΠΑΔ, το 2001

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(ΕΕ 15)

Πηγή: Eurostat, ECHP-UDB, έκδοση Ιουνίου 2003

Από την παραπάνω ανάλυση προκύπτει ότι ο κίνδυνος εισοδηματικής φτώχειας εκδηλώνεται με ποικίλες μορφές ταυτόχρονα. Οι χώρες που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον κίνδυνο της φτώχειας με βάση την αναλογία του αριθμού των φτωχών, τόσο όταν η φτώχεια μετράται σε μια δεδομένη χρονική στιγμή όσο και σε μια μεγαλύτερη περίοδο, συχνά παρουσιάζουν επίσης το μεγαλύτερο χάσμα σχετικής φτώχειας. Αυτό οφείλεται στις ευρείες κατανομές εισοδήματος στη βάση, σε συνδυασμό με το σχετικά χαμηλό συνολικό βιοτικό επίπεδο.

Το σημείο εστίασης του δείκτη της απειλής της φτώχειας εντοπίζεται στο κάτω μέρος της κατανομής του εισοδήματος. Επίσης, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να εξεταστεί η συνολική κατανομή εισοδήματος, όπως προκύπτει λόγου χάρη από τη σχετική θέση του κάτω πεμπτημορίου και της ομάδας με τα υψηλότερα εισοδήματα στο πάνω μέρος. Το 2001, το συνολικό ισοδύναμο εισόδημα του πεμπτημορίου των πλουσιότερων ομάδων του πληθυσμού ήταν 4,4 φορές υψηλότερο από το εισόδημα του τμήματος του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα. Η τιμή αυτή κυμαίνεται από 3,1 στη Δανία έως 6,5 στην Πορτογαλία (Πίνακας 6α του στατιστικού παραρτήματος). Παρόμοια είναι η κατάταξη των χωρών βάσει του συντελεστή Gini, ο οποίος μετρά τη συνολική κατανομή εισοδήματος (Πίνακας 7). Πρέπει να σημειωθεί ότι η εισοδηματική ανισότητα δείχνει να έχει ελαττωθεί (ή τουλάχιστον να παρέμεινε σταθερή) κατά την περίοδο 1995-2001 σε όλες τις χώρες εκτός από τις σκανδιναβικές, οι οποίες ούτως ή άλλως χαρακτηρίζονται κατά παράδοση από μικρή εισοδηματική ανισότητα.

Κίνδυνος φτώχειας ανάλογα με το φύλο, το νοικοκυριό και την ηλικία

Οι γυναίκες είναι γενικά πιο πιθανό να ζουν σε φτωχό νοικοκυριό: το 2001, το 16% των ενήλικων γυναικών (ηλικίας 16 ετών και άνω) ζουν με εισόδημα κάτω του κατώτατου ορίου, έναντι ποσοστού 13% των ανδρών της ίδιας ηλικιακής ομάδας [5]. Αυτό το πρότυπο ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη, με τις μεγαλύτερες διαφορές να καταγράφονται στην Αυστρία, τη Φινλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Αυστρία και η Φινλανδία, μαζί με την Ιρλανδία, παρουσιάζουν επίσης τα μεγαλύτερα χάσματα ανά φύλο όσον αφορά τον κίνδυνο μόνιμης φτώχειας (Πίνακας 3), ενώ το χάσμα των δύο φύλων σε ολόκληρη την ΕΕ όσον αφορά αυτόν το δείκτη είναι μικρό. Τα στοιχεία που αφορούν το διάμεσο χάσμα ανά φύλο είναι ανομοιογενή (Πίνακας 4), καθώς σε πολλές χώρες το χάσμα είναι μεγαλύτερο για τους άνδρες παρά για τις γυναίκες. Ο κίνδυνος φτώχειας είναι συγκριτικά μεγαλύτερος για τις γυναίκες συγκεκριμένων ηλικιακών ομάδων, ιδίως για τις ηλικιωμένες (στις γυναίκες ηλικίας 65 ετών και άνω το ποσοστό είναι 21% εν συγκρίσει με το 16% που αντιστοιχεί στους ηλικιωμένους άνδρες, σε ολόκληρη την ΕΕ).

[5] Εκτός από τα νοικοκυριά με έναν ενήλικα, τα χάσματα όσον αφορά τον κίνδυνο φτώχειας ανά φύλο, πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή, καθώς βασίζονται στην υπόθεση της ίσης κατανομής εισοδήματος εντός του νοικοκυριού.

Σχήμα 4. Ποσοστό ατόμων 16 ετών και άνω που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας, ανά φύλο, 2001

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(Σύνολο, Άνδρες, Γυναίκες)

Πηγή: Eurostat, ECHP-UDB, έκδοση Ιουνίου 2003

Όσον αφορά τους διάφορους τύπους νοικοκυριού, ο κίνδυνος φτώχειας είναι πολύ υψηλότερος στα μονογονεϊκά νοικοκυριά (35% κατά μέσο όρο στην ΕΕ), στα περισσότερα εκ των οποίων ο αρχηγός είναι γυναίκα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η έκθεση στον κίνδυνο της φτώχειας των μονογονεϊκών νοικοκυριών - τα οποία αντιστοιχούν σε σχετικά υψηλό ποσοστό επί του συνόλου των νοικοκυριών - είναι ιδιαίτερα υψηλή (50%, βλέπε Πίνακα 9). Επίσης, όσοι ζουν σε μεγάλα νοικοκυριά με τρία ή περισσότερα εξαρτώμενα τέκνα είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στον κίνδυνο εισοδηματικής φτώχειας, με την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία να εμφανίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο (μεταξύ 34% και 49%, έναντι κοινοτικού μέσου όρου 27%).

Κατά συνέπεια, στις περισσότερες χώρες, τα επίπεδα εισοδηματικής φτώχειας που αντιμετωπίζουν τα παιδιά είναι υψηλότερα από εκείνα των ενηλίκων. Το φαινόμενο της ανεπάρκειας υλικών αγαθών για τα παιδιά πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού, καθώς έχει αναγνωριστεί γενικώς ότι επηρεάζει την εξέλιξή τους και τις μελλοντικές ευκαιρίες. Το 2001, το ποσοστό κινδύνου παιδικής φτώχειας ήταν 24% και άνω στην Ισπανία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι διαφορές ως προς το βαθμό μονιμότητας της παιδικής φτώχειας σε σχέση με τη φτώχεια των ενηλίκων είναι επίσης σημαντικές (12% έναντι 9% σε ολόκληρη την ΕΕ), γεγονός που καταδεικνύει ότι υπάρχουν ειδικοί παράγοντες οι οποίοι διαμορφώνουν τον κίνδυνο της φτώχειας που αντιμετωπίζουν τα παιδιά σε σχέση με τον αντίστοιχο κίνδυνο που αντιμετωπίζει ο πληθυσμός στο σύνολό του.

Σχήμα 5. Ποσοστό κινδύνου παιδικής φτώχειας (παιδιά ηλικίας 0-15 ετών), 2001

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(ΕΕ 15, σύνολο)

Πηγή: Eurostat, ECHP-UDB, έκδοση Ιουνίου 2003

Στο άλλο άκρο της ηλικιακής κλίμακας, τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω (Πίνακας 2) αντιμετωπίζουν επίσης σχετικά υψηλό κίνδυνο φτώχειας, ιδίως στη Δανία, την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία. Αντιθέτως στο Λουξεμβούργο στις Κάτω Χώρες και τη Σουηδία, οι ηλικιωμένοι επηρεάζονται λιγότερο από τον κίνδυνο φτώχειας σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού.

Η ανάλυση της εισοδηματικής κατάστασης των ηλικιωμένων επηρεάζεται από το γεγονός ότι η πηγή άντλησης στοιχείων που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των ποσοστών εισοδηματικής φτώχειας δεν λαμβάνει υπόψη το τεκμαρτό ενοίκιο, ήτοι τα χρήματα του ενοικίου που αποταμιεύει κάποιος εάν ζει σε ιδιόκτητη κατοικία. Αυτό ενδεχομένως να οδηγήσει σε υποτίμηση του βιοτικού επιπέδου των νοικοκυριών των ηλικιωμένων, οι οποίοι έχουν εν γένει περισσότερες πιθανότητες να ζουν σε ιδιόκτητη κατοικία από ό,τι οι νεώτεροι. Επιπλέον, εάν δεν συνυπολογιστεί ο παράγοντας της αποπληρωμής τόκων, τούτο ενδεχομένως να οδηγήσει σε υπερεκτίμηση του εισοδήματος εκείνων των νοικοκυριών (νεότερων εν γένει ατόμων) που αποπληρώνουν ακόμη κάποιο στεγαστικό δάνειο. Όλα αυτά αλλοιώνουν επίσης τις συγκρίσεις του συνολικού κινδύνου φτώχειας μεταξύ των χωρών, εφόσον το ποσοστό των ατόμων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας αλλά διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία ποικίλλει σημαντικά από χώρα σε χώρα. Αυτό ισχύει πράγματι, καθώς το εν λόγω ποσοστό είναι υψηλότερο στις χώρες της νοτίου Ευρώπης, με την Ελλάδα να εμφανίζει το μέγιστο 93%, ενώ εμφανίζεται χαμηλότερο στη Γερμανία και την Ολλανδία (35% επί του συνολικού αριθμού των ατόμων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας). Συνεπώς, εάν συνυπολογιζόταν το τεκμαρτό ενοίκιο, η κατανομή του κινδύνου φτώχειας μεταξύ των χωρών θα ήταν ενδεχομένως πιο ομαλή από όσο παρουσιάζεται στο Σχήμα 1.

Ένα άλλο πρόβλημα της ανάλυσης των δεδομένων σχετικά με το εισόδημα είναι ότι δεν λαμβάνει υπόψη την κρατική ενίσχυση σε είδος (στέγαση, κατ' οίκον μέριμνα, δωρεάν υπηρεσίες κ.α.) που επηρεάζει σημαντικά το επίπεδο του καθαρού εισοδήματος των ηλικιωμένων.

Οι τάσεις της εισοδηματικής φτώχειας κατά τα τελευταία έτη

Ο προσδιορισμός των τάσεων της εισοδηματικής φτώχειας από το 2001 παραμένει προβληματικός λόγω των εγγενών καθυστερήσεων κατά τη συλλογή και την επαλήθευση των στατιστικών στοιχείων [6], αν και η πρόσφατη επένδυση στη βελτίωση των ικανοτήτων στον τομέα της στατιστικής αναμένεται να επιφέρει βελτιώσεις σε αυτό το επίπεδο. Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να υπάρξει σαφής εικόνα του αντίκτυπου της νέας διαδικασίας συντονισμού της ΕΕ στην εισοδηματική φτώχεια. Κατά τα έτη που προηγήθηκαν της θέσπισης της νέας στρατηγικής, υπήρξε τάση μείωσης του επιπέδου σχετικής φτώχειας, και έτσι ο κοινοτικός μέσος όρος μειώθηκε από 17% το 1995 σε 15% το 2001.

[6] Ένα άλλο πρόβλημα είναι η απουσία εκτιμώμενων διαστημάτων εμπιστοσύνης για μεταβολές συναρτήσει του χρόνου. Συνεπώς, οι παρατηρούμενες μεταβολές συναρτήσει του χρόνου πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή.

Κατά την ερμηνεία των μεταβολών που επέρχονται με το πέρασμα του χρόνου, δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι η υπό εξέταση μέτρηση του κινδύνου φτώχειας είναι σχετική. Τυχόν μείωση (αύξηση) της αναλογίας του πληθυσμού που αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας σημαίνει ότι υπάρχουν λιγότερα (περισσότερα) άτομα με εισόδημα κάτω του κατώτατου ορίου, το οποίο μεταβάλλεται συναρτήσει του χρόνου καθώς αναφέρεται στην κεντρική τιμή της κατανομής εισοδήματος κατά το εν λόγω έτος. Εάν αυξηθεί το επίπεδο του κατώτατου ορίου φτώχειας, ως αποτέλεσμα οικονομικής ανάπτυξης και αύξησης της απασχόλησης, και ταυτόχρονα μειωθεί το ποσοστό των ατόμων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας, τότε το εισόδημα ορισμένων από εκείνους που ζουν κάτω από το κατώτατο όριο της φτώχειας κατά το έτος έναρξης θα έχει αυξηθεί με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι το κατώτατο όριο.

Σε όλες τις χώρες, η τιμή του κατώτατου ορίου φτώχειας σημείωσε μεγαλύτερη αύξηση από αυτήν του πληθωρισμού, γεγονός που αντικατοπτρίζει την αύξηση του συνολικού επιπέδου ευημερίας. Με ποιον τρόπο σχετίζονται με τη βελτίωση αυτή τα αποτελέσματα όσον αφορά το ποσοστό κινδύνου φτώχειας που παρατηρήθηκαν το 2001; Στο σχήμα 6 κατωτέρω φαίνεται η ποσοστιαία μεταβολή κατά την περίοδο 1998-2001 τόσο του επίσημου ποσοστού κινδύνου φτώχειας όσο και του κινδύνου φτώχειας για δεδομένη χρονική στιγμή, ο οποίος υπολογίζεται με βάση την τιμή του κατώτατου ορίου το 1998 προσαυξημένη μόνο βάσει του πληθωρισμού. Σε όλες τις χώρες, το ποσοστό ατόμων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας, με έτος αναφοράς το 1998, παρουσίασε μείωση κατά την τριετία που μεσολάβησε έως το 2001, ιδίως στην Ισπανία και την Ιρλανδία. Εντούτοις, στην Ιρλανδία η αναλογία του πληθυσμού με ισοδύναμο εισόδημα κάτω του τρέχοντος κατώτατου ορίου αυξήθηκε: αυτό σημαίνει ότι η εισοδηματική κατάσταση ορισμένων από εκείνους που αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας το 1998 παρουσίασε βελτίωση, αλλά όχι τόση ώστε να συμβαδίζει με τη συνολική αύξηση του βιοτικού επιπέδου της χώρας.

Σχήμα 6. Μεταβολές στο διάστημα 1998-2001 του ποσοστού ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια και του ποσοστού ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια σε δεδομένη χρονική στιγμή (1998)

Ποσοστιαίες μεταβολές

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(ΕΕ 15, Ποσοστό ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια, Ποσοστό ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια σε δεδομένη χρονική στιγμή (2003))

Πηγή: Eurostat, ECHP-UDB, έκδοση Ιουνίου 2003

Υπολογισμός του αντίκτυπου της κοινωνικής προστασίας

Μια σημαντική αρχή μεθοδολογίας για την επιλογή των κοινών δεικτών είναι ότι οι εν λόγω δείκτες πρέπει να μετρούν τα κοινωνικά αποτελέσματα και όχι τα μέσα με τα οποία αυτά επιτυγχάνονται. Τούτο συμβαίνει λόγω της ίδιας της φύσης της ανοικτής μεθόδου συντονισμού, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη συμφωνούν μεν για τους στόχους, αλλά είναι ελεύθερα να επιλέξουν τις πολιτικές για την επίτευξη αυτών των στόχων. Επιπλέον, ο δείκτης που μετρά την προσπάθεια χάραξης πολιτικών δεν βοηθά πολύ, εάν δεν υπάρχει τρόπος να γίνει γνωστό κατά πόσον η εν λόγω προσπάθεια επιτυγχάνει το στόχο της. Ένας δείκτης που αποτελεί μερική εξαίρεση αυτού του κανόνα είναι ο δείκτης του ποσοστού ατόμων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας πριν από την καταβολή κοινωνικών παροχών σε χρήμα, ο οποίος, συγκρινόμενος με το ποσοστό κινδύνου μετά την καταβολή κοινωνικών παροχών, μπορεί να θεωρηθεί ως ο δείκτης που μετρά τις συνέπειες των κοινωνικών παροχών στη μείωση της φτώχειας.

Στην υποθετική περίπτωση απουσίας κάθε είδους κοινωνικής παροχής σε χρήμα ή σύνταξης, ο κίνδυνος φτώχειας που θα αντιμετώπιζε ο πληθυσμός της ΕΕ θα ήταν πολύ υψηλότερος από ό,τι στην πραγματικότητα (39% αντί για 15% το 2001). Είναι εύλογο ότι ο πρωτεύων ρόλος των συντάξεων των ηλικιωμένων δεν είναι η κατανομή του εισοδήματος μεταξύ των ατόμων, αλλά μάλλον η κατανομή του εισοδήματος σε όλον τον κύκλο ζωής ενός ατόμου. Συνεπώς, εάν οι συντάξεις θεωρηθούν πρωτεύον εισόδημα και όχι κοινωνικές παροχές, τότε το ποσοστό των ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια θα φτάσει το 24%, δηλαδή θα αυξηθεί κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες από το ποσοστό κινδύνου φτώχειας όπως αυτό μετράται μετά τις κοινωνικές παροχές.

Στο σχήμα 7 κατωτέρω φαίνεται η μείωση (σε απόλυτη τιμή) του ποσοστού ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια, υπολογιζόμενη πριν και μετά τις παροχές σε χρήμα [7], με τη συμπερίληψη ή όχι των συντάξεων στην έννοια «κοινωνικές παροχές σε χρήμα». Εάν δεν συμπεριληφθούν οι συντάξεις, αλλά θεωρηθούν ως πρωτεύων εισόδημα, τότε η μείωση εμφανίζεται χαμηλότερη στην Ελλάδα, την Ισπανία, την Ιταλία, και την Πορτογαλία και υψηλότερη στη Δανία, τις Κάτω Χώρες το Λουξεμβούργο και ιδίως στη Σουηδία, γεγονός που αντικατοπτρίζει τόσο το υψηλότερο επίπεδο δαπανών για την κοινωνική προστασία στις χώρες αυτές όσο και την επικέντρωση των εν λόγω δαπανών στην ανακατανομή του εισοδήματος. Εάν συμπεριληφθούν οι συντάξεις, τότε η εικόνα αλλάζει σημαντικά. Η συμβολή των κοινωνικών παροχών στη μείωση του κινδύνου εισοδηματικής φτώχειας παραμένει υψηλότερη στη Σουηδία, με δεύτερη τη Γερμανία, και γίνεται πολύ υψηλότερη στην Ιταλία και την Ελλάδα. Αυτό αντικατοπτρίζει τη δομή των δαπανών για την κοινωνική προστασία στις χώρες αυτές, όπου μεγάλο τμήμα των εν λόγω δαπανών διοχετεύεται στις συντάξεις, καθώς και την ηλιακή διάρθρωση του πληθυσμού.

[7] Ο δείκτης αυτός πρέπει να ερμηνεύεται με επιφύλαξη, για πολλούς λόγους. Πρώτον, δεν λαμβάνονται υπόψη παρεμβάσεις οι οποίες, όπως και οι κοινωνικές παροχές σε χρήμα, δύνανται να οδηγήσουν σε αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος νοικοκυριών και ατόμων, δηλαδή παροχές σε είδος και φορολογικές απαλλαγές και εκπτώσεις. Δεύτερον, συγκρίνει τον κίνδυνο φτώχειας πριν και μετά τις παροχές διατηρώντας θεωρώντας όλες τις υπόλοιπες μεταβλητές σταθερές.

Σχήμα 7. Αντίκτυπος των κοινωνικών παροχών (συμπεριλαμβανομένων ή εξαιρουμένων των συντάξεων) στο ποσοστό ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια, 2001.

% μείωση του συνολικού ποσοστού ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(ΕΕ15, Εξαιρουμένων των συντάξεων, Συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων)

Πηγή: Eurostat, ECHP-UDB, έκδοση Ιουνίου 2003

Ο αντίκτυπος των κοινωνικών παροχών σε χρήμα στο ποσοστό κινδύνου φτώχειας διαφέρει τόσο μεταξύ ηλικιακών ομάδων όσο και ανάλογα με το φύλο (Πίνακας 12). Για την ΕΕ εν τω συνόλω, οι κοινωνικές παροχές σε χρήμα εξαιρουμένων των συντάξεων έχουν τον σημαντικότερο αντίκτυπο στη μείωση του κινδύνου παιδικής φτώχειας (το 2001, η μείωση ήταν 39%, έναντι 32% για άτομα ηλικίας 16 και άνω). Στις σκανδιναβικές χώρες, η μείωση του ποσοστού κινδύνου φτώχειας στα παιδιά ανερχόταν σε 65% τουλάχιστον. από την άλλη μεριά, στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία, τα παιδιά αποτελούν την ομάδα η οποία ωφελείται λιγότερο από την καταπολέμηση της φτώχειας μέσω επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας (η ποσοστιαία μείωση ήταν μικρότερη του 15%). Στους ενήλικες, τα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας (εξαιρουμένων των συντάξεων) μειώνουν τον κίνδυνο της φτώχειας περισσότερο για τους άνδρες παρά για τις γυναίκες σε όλες τις χώρες (εξαιρουμένων των Κάτω Χωρών και της Σουηδίας. η μείωση για ολόκληρη την ΕΕ ήταν 35% για τους άνδρες έναντι 33% για τις γυναίκες). Ωστόσο, όταν συνυπολογίζονται οι συντάξεις, οι διαφορές λόγω φύλου είναι λιγότερο έντονες, και σε μερικές χώρες μάλιστα είναι υπέρ των γυναικών.

Κατά την ερμηνεία του δείκτη κινδύνου φτώχειας πριν από τις κοινωνικές παροχές, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η κοινωνική προστασία αυτή καθεαυτή μπορεί μεν να συντελεί στην αντιμετώπιση της φτώχειας, αλλά δεν βοηθά τα άτομα και τις οικογένειες να ξεφύγουν διά παντός από τη φτώχεια. Προκειμένου να είναι αποτελεσματικές για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, οι κοινωνικές παροχές σε χρήμα πρέπει να συνοδεύονται από επαρκή υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, κοινωνικές υπηρεσίες και ενσωμάτωση των ατόμων που είναι ικανά να εργαστούν στην αγορά εργασίας. Για το λόγο αυτό, πολλά κράτη μέλη επικεντρώνουν ολοένα και περισσότερο τις πολιτικές τους στην προαγωγή της ατομικής αυτάρκειας, με τη δημιουργία συστημάτων κοινωνικής προστασίας τα οποία ευνοούν την απασχόληση και ενθαρρύνουν τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας.

Το χαμηλό εισόδημα αποτελεί μία μόνο διάσταση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, συνεπώς, προκειμένου το φαινόμενο αυτό να μετρηθεί σωστά και να αναλυθεί εις βάθος, είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη και ορισμένες άλλες, εξίσου συναφείς, πτυχές όπως η πρόσβαση στην απασχόληση, η εκπαίδευση, η στέγαση, η υγειονομική περίθαλψη, ο βαθμός κάλυψης βασικών αναγκών και η ικανότητα πλήρους συμμετοχής στην κοινωνία. Στην πραγματικότητα, πολλές από τις πτυχές αυτές είναι πολύ δύσκολο να μετρηθούν, ιδίως σε επίπεδο ΕΕ. Στη συνέχεια, το παρόν κεφάλαιο σχολιάζει τα στοιχεία που βασίζονται στους κοινούς κοινοτικούς δείκτες της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, οι οποίοι όμως δεν καλύπτουν άλλες σημαντικές πτυχές όπως η επαρκής στέγαση, η θνησιμότητα και η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη σε σχέση με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση και τον βαθμό κοινωνικής συμμετοχής.

Ο ρόλος της αγοράς εργασίας στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό

Η απασχόληση συνιστά βασικό παράγοντα για την κοινωνική ένταξη, όχι μόνο επειδή αποφέρει εισόδημα, αλλά και επειδή μπορεί να προαγάγει την κοινωνική συμμετοχή και την προσωπική ανάπτυξη.

Η μακροχρόνια ανεργία συνδέεται στενά με την κοινωνική ένδεια, καθώς τα άτομα που είναι άνεργα για μεγάλο χρονικό διάστημα, όταν δεν τους παρέχεται κατάλληλη και έγκαιρη στήριξη, τείνουν να χάνουν τις δεξιότητες και την αυτοεκτίμηση που χρειάζονται προκειμένου να ανακτήσουν μια θέση στην αγορά εργασίας. Το 2002, η μακροπρόθεσμη ανεργία έπληττε το 3% του εργατικού δυναμικού της ΕΕ (το 39% των ανέργων). Δύο τρίτα σχεδόν των ατόμων αυτών, είχαν παραμείνει άνεργα για μεγάλο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον 24 μήνες, βλέπε πίνακα 19). Στην ΕΕ, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2002, τα ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας στην Αυστρία, τη Δανία, τις Κάτω Χώρες, το Λουξεμβούργο και τη Σουηδία είναι ίσα ή μικρότερα του 1%. Η μακροχρόνια ανεργία παραμένει υψηλή στην Ελλάδα και την Ιταλία, όπου πλήττει περισσότερο από το 5% του εργατικού δυναμικού. Τα δύο αυτά κράτη μέλη, μαζί με την Ισπανία, παρουσιάζουν επίσης τις μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ των δύο φύλων. Σε ολόκληρη την ΕΕ, τα ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας είναι υψηλότερα στις γυναίκες παρά στους άνδρες, μολονότι στη Φινλανδία, την Ιρλανδία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο ισχύει το αντίθετο.

Σε επίπεδο ΕΕ, η μακροχρόνια ανεργία παρουσίασε σταδιακή μείωση από το υψηλότερο επίπεδο του 4,9% το 1995 στο 3% το 2002. Στην Ισπανία και την Ιρλανδία σημειώθηκε η μεγαλύτερη μείωση: από το 1995 έως το 2002, το ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας μειώθηκε περισσότερο από το ήμισυ πέφτοντας κάτω από το 4% στην Ισπανία, ενώ στην Ιρλανδία μειώθηκε από 8% σε 1,3%.

Σχήμα 8. Ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας το 1995 και το 2002

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(ΕΕ 15)

Πηγή: Eurostat, ΕΕ-ΕΕΔ

Το γεγονός ότι η εργασία συνιστά μακράν τον πιο αποτελεσματικό τρόπο προστασίας ενός ατόμου από την απειλή της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού επιβεβαιώνεται σαφώς από τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο Σχήμα 9, σύμφωνα με τα οποία μόνο το 7% του απασχολούμενου πληθυσμού (και το 6% των μισθωτών) στην ΕΕ ζούσε κάτω από το όριο κινδύνου φτώχειας του 2002, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά των ανέργων και του ανενεργού πληθυσμού ήταν 38% και 25% αντίστοιχα. Στην Ιρλανδία, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ένας στους δύο ανέργους περίπου απειλείται από τη φτώχεια. Οι συνταξιούχοι είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στον κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα και την Ιρλανδία ενώ στη Δανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία άλλες οικονομικά ανενεργές ομάδες του πληθυσμού απειλούνται περισσότερο από τη φτώχεια.

Σχήμα 9. Ποσοστό κινδύνου φτώχειας και συνήθης κατάσταση επαγγελματικής δραστηριότητας, 2001

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(Σύνολο, Απασχολούμενοι, Ποσοστό υπαλλήλων με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας, Ποσοστό αυτοαπασχολούμενων, Άνεργοι, Συνταξιούχοι, Άλλες μη ενεργές ομάδες)

Πηγή: Eurostat, ECHP-UDB, έκδοση Ιουνίου 2003

Μολονότι τα άτομα που έχουν εργασία είναι λιγότερο εκτεθειμένα στον κίνδυνο της φτώχειας από ό,τι οι άλλες ομάδες, αντιπροσωπεύουν μεγάλη μερίδα των ατόμων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας καθώς μεγάλο τμήμα του ενήλικου πληθυσμού εργάζεται. Στην ΕΕ, περίπου το ένα τέταρτο των ατόμων ηλικίας 16 ετών και άνω που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας έχουν εργασία. στο Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες και την Πορτογαλία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 40% ή και μεγαλύτερο. Συνεπώς, οι φτωχοί εργαζόμενοι πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο πολιτικού προβληματισμού. Οι χαμηλές αμοιβές συνιστούν σαφώς σημαντικό παράγοντα όσον αφορά τον κίνδυνο φτώχειας των εργαζομένων, ωστόσο, το γεγονός ότι τα άτομα αυτά έχουν περιορισμένα προσόντα και παραμένουν σε μη μόνιμες θέσεις εργασίας ή πολύ συχνά έχουν καθεστώς μερικής απασχόλησης [8], μπορεί επίσης να τα οδηγήσει στη φτώχεια καθώς και σε ανεπαρκείς συντάξεις στο μέλλον. Άλλοι, εξίσου σημαντικοί παράγοντες αφορούν το νοικοκυριό στο οποίο ζουν οι εργαζόμενοι: είναι σαφές ότι οι μόνοι γονείς ή οι μοναδικοί εργαζόμενοι σε νοικοκυριά με παιδιά είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στον κίνδυνο φτώχειας.

[8] Σύμφωνα με τα στοιχεία, η αυτοαπασχόληση θεωρείται άλλος ένας «παράγων κινδύνου». Ωστόσο, η αξιοπιστία των στοιχείων σχετικά με το εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων δεν είναι εγγυημένη, λόγω του προβλήματος της φοροδιαφυγής.

Πράγματι, η έννοια της φτώχειας των εργαζομένων αναφέρεται μόνο εν μέρει στην κατάσταση ορισμένων ατόμων, καθώς ο κίνδυνος φτώχειας μετράται σε επίπεδο νοικοκυριών. Έτσι, η οικονομική ευημερία των ανέργων, του μη ενεργού πληθυσμού ή των χαμηλόμισθων εξαρτάται από το ύψος όλων των πόρων που συνεισφέρουν όλα τα μέλη του νοικοκυριού τους. Συνεπώς, η έλλειψη απασχόλησης σε επίπεδο νοικοκυριού αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως βασικός παράγων κινδύνου φτώχειας.

Σε ολόκληρη την ΕΕ, το 2002, περίπου ένα στα δέκα άτομα ηλικίας 18 έως 59 ετών ζούσε σε νοικοκυριά ανέργων (Σχήμα 10). Το ποσοστό αυτό ήταν μεγαλύτερο στο Βέλγιο (14%), και ακολουθούσε το Ηνωμένο Βασίλειο (11%). Οι γυναίκες είχαν για άλλη μία φορά πολύ περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν σε νοικοκυριό ανέργων από ό,τι οι άνδρες.

Υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι έχει σημειωθεί πρόοδος στον τομέα αυτόν. Η αναλογία ενεργών ενηλίκων που ζουν σε νοικοκυριά ανέργων μειώθηκε από το 1995 έως το 2002/2003 στις περισσότερες χώρες, ενώ ιδιαίτερα μεγάλες μειώσεις σημειώθηκαν στις Κάτω Χώρες και την Ισπανία.

Σχήμα 10. Άτομα ηλικίας 18-59 ετών που ζουν σε νοικοκυριά ανέργων, 2002

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(ΕΕ 15, Σύνολο, Γυναίκες, Άνδρες)

Πηγή: Eurostat, ΕΕ-ΕΕΔ

Το γεγονός ότι πολλά παιδιά μεγαλώνουν σε νοικοκυριά ανέργων προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς η απουσία εργαζόμενου ενήλικα ο οποίος θα αποτελούσε πρότυπο ενδέχεται να επηρεάσει τις επιδόσεις των παιδιών στην εκπαίδευση και στη μελλοντική αγορά εργασίας. Το 2002, το ποσοστό των παιδιών που ζουν σε νοικοκυριά ανέργων ήταν ελαφρώς υψηλότερο από αυτό των νεαρών ενηλίκων (9,9%), ωστόσο υπάρχουν εντονότερες διαφορές από χώρα σε χώρα, καθώς το ποσοστό αυτό είναι κάτω του 3% στο Λουξεμβούργο και άνω του 17% στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Το ποσοστό των παιδιών που ζουν σε νοικοκυριά ανέργων μειώθηκε σε πολλές χώρες, και η πιο αξιόλογη μείωση σημειώθηκε στην Ιρλανδία και την Ισπανία.

Σχήμα 11. Παιδιά που ζούσαν σε νοικοκυριά ανέργων το 1995 και το 2002

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(ΕΕ 15)

Πηγή: Eurostat, ΕΕ-ΕΕΔ

Περιφερειακή συνοχή

Όλοι οι δείκτες που έχουν εξεταστεί έως τώρα υπολογίζονται σε εθνικό επίπεδο. Όμως, οι διαφορές από περιοχή σε περιοχή είναι σημαντικές όχι μόνο μεταξύ χωρών αλλά και εντός κάθε χώρας. Η κατανόηση της φύσης και των καταστάσεων φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού στο υπο-εθνικό επίπεδο είναι σημαντική για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση αποτελεσματικών πολιτικών για την καταπολέμησή τους. Για παράδειγμα, έχει ενδεχομένως αξία να γίνει διάκριση μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών. Οι προβληματισμοί περί αξιοπιστίας των στατιστικών στοιχείων εμποδίζουν την αναγωγή των περισσότερων κοινών δεικτών της ΕΕ σε επίπεδο περιφέρειας. Επιπλέον δεν υπάρχει σε κοινοτικό επίπεδο κοινώς αποδεκτός ορισμός των περιφερειών πέραν του ορισμού που βασίζεται σε διοικητικά και πολιτικά κριτήρια (ήτοι, της ταξινόμησης NUTS).

Η διασπορά (συντελεστής μεταβλητότητας) των ποσοστών απασχόλησης σε επίπεδο NUTS2 αποτελεί προσεγγιστικό μέτρο της κοινωνικής συνοχής από περιφέρεια σε περιφέρεια. Η περιφερειακή συνοχή είναι χαμηλότερη στην Ιταλία, και ακολουθεί με διαφορά η Ισπανία. Επίσης, η Ιταλία παρουσιάζει μικρή βελτίωση από το 1996, ενώ σε ολόκληρη η EΕ φαίνεται πως υπάρχει σχετική σύγκλιση των ποσοστών απασχόλησης στις περιφέρειες. Στις περιφέρειες του στόχου 1 τα ποσοστά ανεργίας έχουν αυξηθεί με ταχύτερους ρυθμούς από ότι στις άλλες περιφέρειες: μεταξύ του 1996 και του 2002, ο αριθμός των απασχολούμενων στις περιφέρειες του στόχου 1 αυξήθηκε κατά 5% και άνω του συνόλου του ενεργού πληθυσμού, ενώ στην υπόλοιπη ΕΕ η αύξηση ήταν 4%. Ωστόσο, το συνολικό ποσοστό του ενεργού ενεργού πληθυσμού που απασχολείται παραμένει χαμηλότερο στις περιφέρειες του στόχου 1 (56,2% το 2002) σε σχέση με τις υπόλοιπες (66,7%).

Ο ρόλος των δεξιοτήτων στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό

Η έλλειψη βασικών ικανοτήτων και προσόντων συνιστά μείζον εμπόδιο στην κοινωνική ένταξη, και αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο σε μια κοινωνία και σε μια οικονομία που βασίζονται στη γνώση. Ως εκ τούτου, υπάρχει ολοένα αυξανόμενος κίνδυνος δημιουργίας νέων κοινωνικών χασμάτων μεταξύ των ατόμων που έχουν πρόσβαση στη διά βίου μάθηση προκειμένου να βρουν εργασία, να αυξήσουν την προσαρμοστικότητά τους, να εξελιχθούν και να είναι ενεργοί πολίτες, και εκείνων που παραμένουν αποκλεισμένοι από αυτήν. Συνεπώς, η «πραγμάτωση μιας ευρωπαϊκής περιοχής διά βίου μάθησης» [9] παραμένει μείζων πρόκληση για τη δημιουργία μιας κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς.

[9] (COM (2001) 678 τελικό)

Τα στοιχεία της έρευνας εργατικού δυναμικού (ΕΕΔ) του 2002/2003 δείχνουν ότι περίπου το 19% όλων των ατόμων ηλικίας 18-24 ετών είχαν χαμηλού επιπέδου εκπαίδευση (δηλαδή, δεν είχαν παρακολουθήσει καν την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση) και δεν είχαν συμμετάσχει σε δραστηριότητες εκπαίδευσης ή κατάρτισης κατά τις τέσσερις τελευταίες εβδομάδες πριν από τη διεξαγωγή της έρευνας. Οι τιμές κυμαίνονταν από 10% ή και λιγότερο στην Αυστρία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία, έως 41% στην Πορτογαλία. Σε όλες τις χώρες οι νέοι άνδρες έχουν περισσότερες πιθανότητες από τις νέες γυναίκες να εγκαταλείψουν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα διαθέτοντας χαμηλά εκπαιδευτικά προσόντα (Πίνακας 20).

Οι τάσεις σε συνάρτηση με το χρόνο μπορούν να παρατηρηθούν με την εξέταση διαφορετικών ομάδων ατόμων: όσον αφορά το ποσοστό ατόμων με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, η διαφορά μεταξύ ατόμων νεαρής ηλικίας (18 έως 24 ετών) και ηλικιωμένων (65 ετών και άνω, Πίνακας 21) είναι εκπληκτική: σε ολόκληρη την ΕΕ, το 70% των ατόμων της δεύτερης ομάδας δεν είχε παρακολουθήσει καν την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σε αντίθεση με το 19% όλων των ατόμων ηλικίας 18-24 ετών που αναφέρεται ανωτέρω. Οι μεγαλύτερη αύξηση καταγράφηκε στις χώρες του Νότου, οι οποίες αρχικά παρουσίαζαν χαμηλά ποσοστά ακαδημαϊκών επιδόσεων, τα οποία αφορούσαν πάνω από το 80% των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας.

Υγεία

Ένας δείκτης στον τομέα της υγείας ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί πως εκφράζει την κατάσταση της υγείας καθώς και τη γενική ευημερία των χωρών είναι το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση (Πίνακας 22). Πρόκειται για έναν σύνθετο δείκτη, ο οποίος, εκτός από την κατάσταση της υγείας των ατόμων, αντικατοπτρίζει πολλές άλλες διαστάσεις, όπως η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και η χρησιμοποίησή τους, καθώς και διάφοροι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες γενικότερα.

Ο πληθυσμός της ΕΕ χαρακτηρίζεται από υψηλό προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση: οι εθνικοί αριθμοί πλησιάζουν τα 77 έτη (στη Δανία, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία) και τα 79 έτη (Ισπανία, Ιταλία και Σουηδία). Μολονότι το προσδόκιμο ζωής είναι υψηλότερο κατά έξι περίπου έτη για τις γυναίκες από ό,τι για τους άνδρες, λόγω της μονίμως υψηλότερης θνησιμότητας των ανδρών καθ' όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής, το χάσμα αρχίζει να γεφυρώνεται καθώς το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε περισσότερο για τους άνδρες από ό,τι για τις γυναίκες κατά την τελευταία δεκαετία στην πλειονότητα των κρατών μελών.

Όλοι αναγνωρίζουν ότι η κακή υγεία αποτελεί τόσο αίτιο όσο και συνέπεια των ευρύτερων κοινωνικοοικονομικών δυσκολιών. Ως εκ τούτου, η συνολική κατάσταση της υγείας του πληθυσμού τείνει να είναι χειρότερη στις ομάδες με χαμηλότερο εισόδημα. Σε ολόκληρη την ΕΕ, αλλά και στα κράτη μέλη ξεχωριστά, το ποσοστό των ατόμων που δηλώνουν ότι η υγεία τους είναι κακή ή πολύ κακή είναι πολύ υψηλότερο στα άτομα που ζουν κάτω του ορίου κινδύνου φτώχειας από ό,τι στα άτομα άνω του εν λόγω ορίου (16% και 7% αντίστοιχα) (Πίνακας 23).

2. ΒΑΣΙΚΕΣ ΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ, ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΑ ΕΣΔ/ΈΝΤΑΞΗ

Η προσπάθεια εντοπισμού των τρεχουσών τάσεων που προκύπτουν από τα ΕΣΔ/ένταξη καθίσταται δυσχερής ελλείψει πρόσφατων στοιχείων, ακόμα και σε εθνικό επίπεδο, αλλά και λόγω των πολύ διαφορετικών προσεγγίσεων που πραγματοποιούνται στα αναλυτικά κεφάλαια. Σε γενικές γραμμές, πάντως, τα ΕΣΔ/ένταξη του 2003 αντικατοπτρίζουν ένα λιγότερο αισιόδοξο κλίμα όσον αφορά την αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού από ό,τι την περίοδο που καταρτίστηκαν τα πρώτα ΕΣΔ/ένταξη, δηλαδή τον Ιούνιο του 2001. Τα περισσότερα κράτη μέλη εκφράζουν τον φόβο ότι η παρούσα επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, συνοδευόμενη από την αύξηση της μακροχρόνιας ανεργίας και τις λίγες ευκαιρίες εύρεσης εργασίας, ενδεχομένως να εκθέσει περισσότερους ανθρώπους στον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού και να προκαλέσει επιδείνωση της κατάστασης των ατόμων πλήττονται ήδη από τα φαινόμενα αυτά. Εντούτοις, η αντίληψη αυτή ποικίλει σημαντικά από χώρα σε χώρα. Παρότι η παγκόσμια οικονομική κατάσταση καθίσταται δυσχερέστερη, ορισμένες χώρες, οι οποίες ωστόσο παρουσιάζουν σχετικά υψηλούς αριθμούς όσον αφορά τον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό πεπεισμένες ότι οι πρόσφατες θετικές οικονομικές τάσεις θα διατηρηθούν, συμβάλλοντας στη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού (EL, E, IRL, I, UK). Άλλες χώρες, αν και επισημαίνουν την ύπαρξη αυξημένων πιέσεων, εμφανίζονται πεπεισμένες ότι θα κατορθώσουν να διατηρήσουν τα σχετικά υψηλά σημερινά επίπεδα κοινωνικής ένταξης και να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες απαιτήσεις με βάση τα υφιστάμενα, σωστά ανεπτυγμένα συστήματά τους, αλλά παραδέχονται ότι πρέπει ίσως να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στις ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες (B, DK, FIN, L, NL, A, S). Ωστόσο, κάποια άλλα κράτη μέλη εμφανίζονται πιο απαισιόδοξα και επισημαίνουν την ύπαρξη μεγαλύτερων προκλήσεων, ιδίως σε σχέση με την αυξανόμενη ανεργία (D, F, P).

Κατά τα δύο προηγούμενα έτη, πολλές χώρες ενέτειναν τις προσπάθειές τους σε πολλούς τομείς. Ως εκ τούτου, αρχίζουν να προβάλλουν θετικές τάσεις. Σε ορισμένες χώρες (IRL, UK) σημειώνεται πραγματική πρόοδος όσον αφορά τη μείωση του αριθμού ατόμων που απειλούνται από μόνιμη ή μακροπρόθεσμη φτώχεια. Διαπιστώνονται επίσης σημαντικά βήματα προόδου όσον αφορά την αντιμετώπισης της παιδικής φτώχειας (IRL, UK).

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ορισμένες αρνητικές τάσεις οι οποίες φαίνεται να εδραιώνονται σε πολλές χώρες. Τα επίπεδα ανεργίας αυξάνονται παντού. Σε ορισμένες χώρες, παρά τις θετικότερες εξελίξεις στο ζήτημα της ανεργίας, εξακολουθούν να υπάρχουν σχετικά μεγάλες διαφορές όσον αφορά το εισόδημα (IRL, UK). Ο αριθμός των ατόμων που εξαρτώνται από τα συστήματα ελάχιστου εισοδήματος παρουσιάζει αυξητική τάση. Όσον αφορά τη στέγαση, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι λίστες αναμονής για εύρεση στέγης έχουν μεγαλώσει, ενώ ο αριθμός των αστέγων παρουσιάζει αυξητικές τάσεις. Μολονότι σε γενικές γραμμές το επίπεδο της υγείας διατηρήθηκε σταθερό σε μεγάλο βαθμό, φαίνεται πως υπήρξε αύξηση των προβλημάτων ψυχικής υγείας και τοξικομανίας.

Οι μείζονες διαρθρωτικές αλλαγές που εντοπίζονται στην κοινή έκθεση του 2001 εξακολουθούν να αναγνωρίζονται ως σημαντικοί παράγοντες οι οποίοι έχουν άλλοτε θετικές και άλλοτε αρνητικές συνέπειες στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, ήτοι:

- οι συνέπειες των μειζόνων διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά εργασίας ως αποτέλεσμα της ταχείας οικονομικής μεταβολής και της παγκοσμιοποίησης.

- οι συνέπειες της ταχείας ανάπτυξης της βασισμένης στη γνώση κοινωνίας και των τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας.

- οι συνέπειες της γήρανσης του πληθυσμού και τα συνεπακόλουθα υψηλότερα ποσοστά εξάρτησης καθώς και οι αυξημένες απαιτήσεις για υπηρεσίες μέριμνας.

- οι συνέπειες της αυξανόμενης μετανάστευσης και εθνικής πολυμορφίας.

- οι συνεχιζόμενες αλλαγές της δομής των νοικοκυριών με τα συνεχιζόμενα υψηλά επίπεδα διάλυσης οικογενειών, τον αυξανόμενο αριθμό μονογονεϊκών οικογενειών και την τάση αποθεσμοποίησης της οικογενειακής ζωής.

- η τάση για ύπαρξη μεγαλύτερης ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, ιδιαίτερα δε για υψηλότερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας.

Οι παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό και οι οποίοι εντοπίστηκαν το 2001 επιβεβαιώνονται στα ΕΣΔ του 2003 και είναι οι ακόλουθοι: μακροπρόθεσμη εξάρτηση από χαμηλό/ανεπαρκές εισόδημα, μακροχρόνια ανεργία, χαμηλή ποιότητα ή παντελής έλλειψη πιστοποιούμενης επαγγελματικής εμπειρίας, χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και κατάρτισης και αναλφαβητισμός, παιδική και εφηβική ηλικία σε ευάλωτη οικογένεια, αναπηρία, προβλήματα υγείας και δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, στέγαση σε πολλαπλά μειονεκτική περιοχή, προβλήματα στέγασης και έλλειψης στέγης, μετανάστευση, εθνική καταγωγή, ρατσισμός και διακρίσεις.

Ωστόσο, μολονότι το φάσμα των κινδύνων και των φραγμών δεν έχει μεταβληθεί, τα ΕΣΔ του 2003 σκιαγραφούν μια πιο διαφοροποιημένη και σύνθετη εικόνα, και μερικές καταστάσεις προβάλλουν εντονότερα από άλλοτε ως ιδιαίτερα συνδεδεμένες με τον κοινωνικό αποκλεισμό: διαβίωση σε νοικοκυριό ανέργων, ανεπαρκές εισόδημα, υπερχρέωση, ψυχασθένεια, αλκοολισμός ή τοξικομανία, αναπηρία, εξάρτηση από μακροχρόνια φροντίδα, αιτούντες άσυλο, πρόσφυγες και μετανάστες, στέγαση σε μειονεκτούσες αστικές ή αγροτικές περιοχές.

Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ ανεργίας, φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, αξίζει να σημειωθούν τρεις πτυχές. Η πρώτη είναι η αυξημένη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι οι άνεργοι δεν αποτελούν ομοιογενή ομάδα, και οι λόγοι για τους οποίους ορισμένα άτομα αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης στην αγορά εργασίας ποικίλλουν σημαντικά ανάλογα με το άτομο. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους μακροχρόνια άνεργους, οι οποίοι υφίστανται σειρά συσσωρευόμενων μειονεκτημάτων όπως λειτουργικός αναλφαβητισμός, ξεπερασμένες ικανότητες, έλλειψη γλωσσικών ικανοτήτων, αναπηρία ή κακή υγεία, τοξικομανία, εξαιρετικά μακροχρόνια απουσία από τον κόσμο της εργασίας και άλλα. Τα μειονεκτήματα αυτά, αν δεν αντισταθμιστούν από επαρκή και έγκαιρη στήριξη, ενδεχομένως να οδηγήσουν σε μόνιμο αποκλεισμό από την αγορά εργασίας. Επιπροσθέτως, τέτοιου είδους μειονεκτήματα μπορούν να επιδεινωθούν από αρνητικούς αντικειμενικούς παράγοντες, όπως έλλειψη θέσεων εργασίας, έλλειψη υπηρεσιών παιδικής μέριμνας, έλλειψη μεταφορών, διαμονή σε περιοχές με υψηλή ανεργία, έλλειψη στέγης, έλλειψη ανοικτών και ευέλικτων ευκαιριών μάθησης οι οποίες να ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των εν λόγω ατόμων, προκαταλήψεις και διακρίσεις (π.χ. κατά των μεταναστών, των εθνοτικών μειονοτήτων, των πρώην κρατουμένων, των ατόμων με μαθησιακές δυσκολίες, των γυναικών ή των ανδρών λόγω φύλου). Δεύτερον, δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στην ιδιαίτερα ευάλωτη κατάσταση των νοικοκυριών ανέργων, αλλά και στους μεγαλύτερους κινδύνους φτώχειας που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά στα οποία εργάζεται ένα και όχι δύο μέλη. Τρίτον, τονίζεται επανειλημμένως ο ευάλωτος χαρακτήρας τριών συγκεκριμένων ομάδων: των εργαζόμενων ανδρών και γυναικών μεγαλύτερης ηλικίας των οποίων τα προσόντα έχουν καταστεί περιττά, της ηλικιακής ομάδας των νέων ανδρών και γυναικών μεταξύ 16-25 ετών οι οποίοι δεν διαθέτουν τυπικά ή πιστοποιούμενα προσόντα και των μεταναστών και εθνοτικών μειονοτήτων.

Όσον αφορά το χαμηλό εισόδημα και τη φτώχεια, πρέπει να δοθεί προσοχή σε πέντε πτυχές. Πρώτον, υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι, ακόμα και στις χώρες εκείνες όπου τα πραγματικά εισοδήματα των φτωχότερων αυξήθηκαν, αυτό συνέβη με πολύ χαμηλότερους ρυθμούς από ό,τι για την υπόλοιπη κοινωνία και, ως εκ τούτου, η σχετική εισοδηματική φτώχεια ενδεχομένως να αυξήθηκε (UK, IRL). Η δεύτερη πτυχή είναι η ιδιαίτερη έμφαση που δίδεται στον πολύ υψηλό κίνδυνο που αντιμετωπίζουν άτομα τα οποία επιβιώνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα με χαμηλό εισόδημα (FIN, UK). Η τρίτη πτυχή αφορά τον επιδίωξη ορισμένων χωρών να αποφύγουν οποιαδήποτε αύξηση του αριθμού των εργαζόμενων φτωχών. Η τέταρτη πτυχή είναι η αναγνώριση του πόσο συχνά η υπερχρέωση παγιδεύει κάποιους στη φτώχεια (A, B, FIN, F, IRL και UK). Τέλος, σε πολλές χώρες (π.χ. UK, IRL, D, I, L, P, S) προκαλούν ανησυχία οι περιπτώσεις παιδιών που μεγαλώνουν σε οικογένειες χαμηλών εισοδημάτων.

Η σπουδαιότητα των μειονεκτημάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και την κατάρτιση ως φραγμών στην κοινωνική ένταξη και στην κοινωνία και την οικονομία της γνώσης έχει ήδη τονιστεί ιδιαίτερα, αλλά τα νέα ΕΣΔ εφιστούν κυρίως την προσοχή σε τρεις πτυχές. Η πρώτη είναι το ζήτημα του λειτουργικού αναλφαβητισμού όχι μόνο μεταξύ μαθητών, αλλά και σε ολόκληρο τον πληθυσμό των ενηλίκων (D, F). η δεύτερη είναι το ιδιαίτερο πρόβλημα της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου (D, FIN, IRL, NL) και η τρίτη είναι η αυξανόμενη σπουδαιότητα της διά βίου μάθησης και της απόκτησης νέων βασικών δεξιοτήτων, όπως μάθηση της εκμάθησης, ξένες γλώσσες, κοινωνικές ικανότητες, ΤΠΕ και επιχειρηματικό πνεύμα.

Όσον αφορά την κακή υγεία και τις αναπηρίες, αναγνωρίζεται ότι η φύση και ο βαθμός κινδύνου ποικίλλουν πολύ ανάλογα με τον τύπο της αναπηρίας (S). Γενικώς, στα ΕΣΔ δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στον ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο της μακροχρόνιας φτώχειας και αποκλεισμού που αντιμετωπίζουν τα άτομα με κάποια αναπηρία (A, IRL, NL, DK).

Πολλά κράτη μέλη τονίζουν πολύ περισσότερο στα ΕΣΔ για το 2003 τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού που συνδέεται με τη μετανάστευση ή προκύπτει από το γεγονός ότι ένα άτομο προέρχεται από κάποια εθνοτική μειονότητα. Εντούτοις, τονίζεται επίσης η πολυπλοκότητα και η πολυμορφία των καταστάσεων. Κάποιες ιδιαίτερες πτυχές που αναφέρονται είναι οι δυσκολίες στην εξεύρεση κατοικίας και καλοπληρωμένης εργασίας (F, FIN, S,) καθώς και οι φραγμοί στην πρόσβαση στη διά βίου μάθηση, ιδίως δε στην εκμάθηση ξένων γλωσσών. Περισσότερη προσοχή δίδεται επίσης στους ηλικιωμένους μετανάστες (D), στους αναγκαστικούς/προσυμφωνημένους γάμους, στην κακή υγεία (S) και στο χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο (NL, DK). Οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων επισημαίνονται επίσης σε ορισμένα ΕΣΔ (IRL, S). Πολλά κράτη μέλη επισημαίνουν τα επιμέρους προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Ρομ και πολλοί νομάδες (IRL). Ορισμένα κράτη μέλη (UK, S, F, FIN, B και IRL) συνδέουν άμεσα τα θέματα των διακρίσεων με την κοινωνική συνοχή.

Γενικώς, τα ΕΣΔ του 2003 τονίζουν την ανάγκη να ληφθεί περισσότερο υπόψη η κατάσταση των ατόμων που αντιμετωπίζουν πολλαπλούς κινδύνους ή συσσωρευμένα προβλήματα, καθώς τα άτομα αυτά ενδέχεται να παγιδευτούν στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό (S, FIN). Επισημαίνονται συχνά οι εξής ομάδες: πρώην φυλακισμένοι, άστεγοι, άτομα που εξέρχονται από ιδρύματα, αλκοολικοί και τοξικομανείς, ψυχασθενείς, ιερόδουλοι.

Ένα σημαντικό γνώρισμα των ΕΣΔ του 2003 είναι η αυξημένη προσοχή που επιδεικνύεται στις περιφερειακές και τοπικές μεταβολές των επιπέδων φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού και στον τρόπο με τον οποίο οι υποκείμενες αιτίες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού ενδεχομένως να ποικίλλουν από περιφέρεια σε περιφέρεια (B, F). Σε ορισμένες υποβαθμισμένες περιφέρειες με αρνητική μετανάστευση, η υψηλή ανεργία και τα αυξανόμενα ποσοστά εξάρτησης (FIN, P) έρχονται σε αντίθεση με τα προβλήματα συμφόρησης που αντιμετωπίζουν κάποιες αναπτυσσόμενες περιφέρειες, όπου τα θέματα της στέγασης εμφανίζονται εντονότερα. Επίσης, επισημαίνεται το ζήτημα των απομακρυσμένων αγροτικών περιοχών με ηλικιωμένους κατοίκους, υπηρεσίες χαμηλής ποιότητας και υψηλότερα επίπεδα εξάρτησης (IRL, EL, P, UK). Επισημαίνονται τακτικά οι ιδιαίτερες συγκεντρώσεις φτώχειας και πολλαπλής στέρησης σε συγκεκριμένες κοινότητες πόλεων. Ως προς αυτό, σημειώνεται το πρόβλημα της υποβάθμισης του κοινωνικού κεφαλαίου. Σε κοινότητες που αντιμετωπίζουν πολλαπλά μειονεκτήματα έχει παρατηρηθεί επανειλημμένως υποβάθμιση των δικτύων σχέσεων, των συστημάτων και δομών στήριξης που διευκολύνουν την ενεργή συμμετοχή των ατόμων στην κοινότητα στην οποία ζουν και τα οποία αποτελούν απαραίτητο τμήμα μιας ισχυρής και ζωντανής κοινωνίας των πολιτών.

Ένα άλλο θέμα που προβάλλεται ιδιαίτερα στα ΕΣΔ του 2003 είναι ο σημαντικός ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν οι ανισότητες μεταξύ των δύο φύλων στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Ωστόσο, είναι λιγότερο σαφές εάν αυτό αντικατοπτρίζει την αύξηση του πραγματικού αντίκτυπου του φύλου ή απλώς την αυξημένη επίγνωση όσον αφορά το θέμα αυτό. Γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στη διάσταση του φύλου στο πλαίσιο των μόνων γονέων, της ενδοοικογενειακής βίας και των προβλημάτων που προκαλούνται από τις εύκαμπτες μορφές εργασίας και τα περιορισμένα δικαιώματα συνταξιοδότησης. Τονίζονται επίσης οι διαφορές του φύλου μεταξύ των πιο μειονεκτουσών ομάδων, όσον αφορά, λόγου χάρη, τους αστέγους, τους πρώην φυλακισμένους, και τους τοξικομανείς (DK).

Η αναγνώριση του βαθμού στον οποίο η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός μπορούν να μεταβιβαστούν από γενιά σε γενιά δεν αποτελεί πρωτοτυπία των ΕΣΔ του 2003. Ωστόσο, αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ο βαθμός στον οποίο τα άτομα που μεγαλώνουν μέσα στη φτώχεια κινδυνεύουν ιδιαίτερα να αποτελέσουν την επόμενη γενιά φτωχών και ανέργων. Μεγαλύτερη προσοχή επιδεικνύεται στους τρόπους με τους οποίους η φτώχεια μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά καθώς και στην ιδιαίτερη διάσταση της παιδικής φτώχειας, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί ώστε να σπάσει αυτός ο κύκλος.

Μια άλλη σημαντική διάσταση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στην οποία δίδεται μεγαλύτερη προσοχή είναι η παλινδρόμηση των ατόμων στη φτώχεια. Ορισμένα ΕΣΔ/ένταξη επισημαίνουν την ανάγκη να γίνει περισσότερο κατανοητός ο λόγος για τον οποίο ορισμένα άτομα παγιδεύονται στη μακροχρόνια φτώχεια ή παλινδρομούν στη φτώχεια, ενώ κάποιοι άλλοι (η πλειονότητα) ενδεχομένως να είναι φτωχοί για σύντομες σχετικά περιόδους.

Βασικές προκλήσεις

Η κυριότερη πολιτική πρόκληση που προκύπτει από τα ΕΣΔ είναι η ανάγκη διασφάλισης εκ μέρους των κρατών μελών ότι η οικονομική πολιτική, η πολιτική για την απασχόληση, η πολιτική για τη διά βίου μάθηση, η πολιτιστική πολιτική και η κοινωνική πολιτική είναι ολοκληρωμένες, και ότι σε όλους αυτούς τους τομείς πολιτικής λαμβάνεται υπόψη ο προβληματισμός όσον αφορά την πρόληψη και την εκρίζωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτό είναι σημαντικό προκειμένου να επιτευχθεί μια ολοκληρωμένη και συντονισμένη προσέγγιση της εκρίζωσης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Είναι επίσης σαφές ότι οι χώρες οι οποίες συνδυάζουν υψηλά επίπεδα κοινωνικής προστασίας με ιδιαίτερα παραγωγικές οικονομίες και διαρκώς υψηλά επίπεδα απασχόλησης είναι οι πλέον κατάλληλες για να διατηρήσουν κοινωνίες χωρίς αποκλεισμούς. Είναι σημαντικό να υπάρξουν αποτελεσματικές πολιτικές σε τομείς όπως η κοινωνική προστασία, η διά βίου μάθηση, η υγεία, η στέγαση, οι μεταφορές και ο πολιτισμός, ο αθλητισμός και η αναψυχή, οι οποίες να οδηγήσουν σε προσιτές σε όλους υπηρεσίες. Εντούτοις, για τα πιο ευάλωτα άτομα, μια τέτοια καθολική παροχή πρέπει συνήθως να συμπληρώνεται από στοχοθετημένη και εξειδικευμένη στήριξη, η οποία θα βοηθήσει τα άτομα αυτά να υπερβούν συγκεκριμένα εμπόδια όσον αφορά τη συμμετοχή τους στην κοινωνία.

Στην πρώτη κοινή έκθεση καθορίστηκαν 8 βασικές προκλήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκριθούν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό όλα τα κράτη μέλη. Η ανάλυση των ΕΣΔ του 2003, καθώς και η ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, καταδεικνύουν ότι οι εν λόγω προκλήσεις εξακολουθούν να παρέχουν ένα ισχυρό πλαίσιο στα κράτη μέλη. Ωστόσο, δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση σε ορισμένες διαστάσεις των εν λόγω συνολικών προκλήσεων.

Ανάπτυξη μιας αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς και προώθηση της απασχόλησης ως δικαίωμα και ευκαιρία για όλους: Όλα ανεξαιρέτως τα κράτη μέλη τονίζουν τη σπουδαιότητα της απασχόλησης στην πρόληψη και την καταπολέμηση της φτώχειας. Τονίζεται ένα ευρύ φάσμα πολιτικών και προσεγγίσεων, πολλές εκ των οποίων αντικατοπτρίζονται επίσης στα ΕΣΔ/απασχόληση. Ωστόσο, στα ΕΣΔ/ένταξη επισημαίνεται ιδιαίτερα αφενός η πρόκληση για παροχή εξατομικευμένης και προσαρμοσμένης στήριξης στα άτομα που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα μειονεκτήματα και είναι περισσότερο απομακρυσμένα από την αγορά εργασίας (π.χ. μετανάστες, πρώην φυλακισμένοι, άτομα που εξήλθαν από ιδρύματα, άτομα με ειδικές ανάγκες) και αφετέρου η ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση των νοικοκυριών ανέργων και των νέων ανέργων που δεν διαθέτουν στοιχειώδεις ικανότητες ή τυπικά προσόντα.

Εξασφάλιση ενός επαρκούς εισοδήματος και πόρων για μια αξιοπρεπή διαβίωση: Μολονότι τονίζεται ότι η απασχόληση αποτελεί για τους περισσότερους ανθρώπους τον βασικό τρόπο διασφάλισης επαρκούς εισοδήματος, η σπουδαιότητα ύπαρξης αποτελεσματικών συστημάτων εισοδηματικής στήριξης των ατόμων που δεν μπορούν να κερδίζουν τα προς το ζην ή έχουν αποσυρθεί παραμένει βασική πρόκληση, και πολλά κράτη μέλη πρέπει να κάνουν περισσότερα στο θέμα αυτό. Η δημιουργία στενών δεσμών μεταξύ των συστημάτων εισοδηματικής στήριξης και των πολιτικών για την αύξηση της ικανότητας των ανθρώπων να έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας ώστε να τερματιστεί η μακροχρόνια εξάρτηση θεωρείται επίσης πολύ σημαντική. Εξίσου σημαντικό είναι να διασφαλιστεί η προσεκτική ολοκλήρωση της φορολογικής πολιτικής, της πολιτικής εισοδηματικής στήριξης και της πολιτικής για τον ελάχιστο μισθό, προκειμένου οι αποδοχές από την εργασία να είναι επαρκείς ώστε οι άνθρωποι να εξέρχονται από τη φτώχεια.

Αντιμετώπιση του εκπαιδευτικού μειονεκτήματος μέσω των ευκαιριών πρόληψης και διά βίου μάθησης: Στο πλαίσιο αυτής της συνολικής πρόκλησης, ξεχωρίζουν τέσσερις επιμέρους προκλήσεις: ανάπτυξη συντονισμένων και ολοκληρωμένων δράσεων για την πρόληψη της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου. ευκαιρίες μάθησης για όλους όσοι πάσχουν από λειτουργικό αναλφαβητισμό. αύξηση της πρόσβασης στη διά βίου μάθηση για όλα τα περιθωριοποιημένα άτομα με ιδιαίτερη επικέντρωση στους εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας, τον γηράσκοντα πληθυσμό και στα άτομα που απειλούνται περισσότερο από τον αποκλεισμό. αύξηση της επικέντρωσης στην αγωγή των παιδιών νηπιακής ηλικίας και την έγκαιρη και ευέλικτη ατομική στήριξη σε όλα τα είδη επίσημης εκπαίδευσης και κατάρτισης (συμπεριλαμβανομένων των πανεπιστημίων) ώστε να εξαλειφθούν τα εκπαιδευτικά μειονεκτήματα και να δοθεί δυνατότητα για δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Είναι επίσης σημαντικό να αναγνωριστεί ότι η διά βίου μάθηση δεν είναι σημαντική μόνο για τη διευκόλυνση της ένταξης των ατόμων στην απασχόληση. Δεδομένου ότι πάνω από το 50% του πληθυσμού άνω των 25 ετών βρίσκεται εκτός αγοράς εργασίας, πρέπει επίσης να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στην προετοιμασία των ανθρώπων ώστε να ζουν αξιοπρεπώς εκτός αγοράς εργασίας και η ζωή τους να έχει κάποιο νόημα. Τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες εντοπίζεται έλλειψη ικανοτήτων σε τομείς όπως διαχείριση νοικοκυριού, ανατροφή παιδιών, διαχείριση χρημάτων ή χρεών, κίνδυνοι υγείας στο νοικοκυριό και κατάλληλη περίθαλψη ασθενών ή ηλικιωμένων, πολιτισμός, και ενεργή συμμετοχή στα κοινά. Καθώς ούτε τα σχολεία ούτε οι οικογένειες δεν μεταβιβάζουν με αξιοπιστία αυτές τις ικανότητες, είναι σαφής η νέα πρόκληση περί ανοίγματος των ευκαιριών διά βίου μάθησης για όλους.

Διατήρηση της οικογενειακής αλληλεγγύης με ταυτόχρονη προώθηση της ισοτιμίας των φύλων και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και των οφελών των μελών της οικογένειας καθώς και των δικαιωμάτων του παιδιού: Η μεταβαλλόμενη φύση της οικογένειας και οι συνέπειές της στην παροχή στήριξης και φροντίδας αποτελούν αντικείμενο μείζονος προβληματισμού σε πολλά κράτη μέλη. Όλα σχεδόν τα κράτη μέλη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις που δημιουργούν τα υψηλότερα επίπεδα φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού των μονογονεϊκών και των πολύτεκνων οικογενειών. Επισημαίνεται επίσης η σπουδαιότητα της διατήρησης της ισότητας σε περιόδους οικονομικής δυσχέρειας, καθώς οι εν λόγω ομάδες κινδυνεύουν ακόμα περισσότερο. Επιπλέον, αναγνωρίζεται ευρέως ότι, προκειμένου να υπάρξει μακροπρόθεσμη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, πρέπει να σπάσει ο κύκλος της παιδικής φτώχειας. Σε όλα τα ΕΣΔ αναγνωρίζεται η σπουδαιότητα εξεύρεσης ισορροπίας μεταξύ εργασιακού και οικογενειακού βίου στις οικογένειες και, ως προς αυτό, επιδεικνύεται μεγαλύτερη προσοχή στην ανάγκη διασφάλισης ότι οι ομάδες χαμηλού εισοδήματος επωφελούνται από τις προσπάθειες συνδυασμού του εργασιακού και του οικογενειακού βίου. Επισημαίνεται συχνά η πρόκληση της στήριξης των ιδιαίτερα ευάλωτων οικογενειών, ιδίως δε της αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας.

Εξασφάλιση ικανοποιητικής στέγασης για όλους: Η πρόκληση της ανάπτυξης ολοκληρωμένων στρατηγικών με στόχο την πρόληψη και τη μείωση του φαινομένου των αστέγων φαίνεται πως απασχολεί όλα τα κράτη μέλη. Επιπροσθέτως, η μεταβολές στην οικονομία οδηγούν στην άσκηση νέων πιέσεων στη στέγαση, και ορισμένα κράτη μέλη αναγκάζονται να βρουν τρόπο να αυξήσουν την προσφορά στέγης σε προσιτές τιμές σε ορισμένες πόλεις, προκειμένου να διευθετήσουν το ζήτημα των ατελείωτων λιστών αναμονής και του συνωστισμού. Ειδικότερα, είναι απαραίτητο να αναγνωριστεί ότι η αγορά από μόνη της δεν καλύπτει όλες τις ανάγκες στέγασης και ότι ορισμένες ομάδες, όπως τα άτομα με ειδικές ανάγκες και οι μετανάστες, αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες.

Εξασφάλιση ίσης πρόσβασης σε υπηρεσίες υψηλής ποιότητας (στην υγεία, τις μεταφορές, τον κοινωνικό τομέα, την περίθαλψη, τον πολιτισμό, την αναψυχή και στον νομικό τομέα): Η διασφάλιση της παροχής επαρκών, προσβάσιμων και οικονομικά προσιτών υπηρεσιών υψηλής ποιότητας σε όλους τους πολίτες εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση σε πολλά κράτη μέλη. Σε πολλά ΕΣΔ τονίζονται εκ νέου αφενός η ιδιαίτερη πρόκληση για αύξηση της πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και μέριμνας ιδίως για τους ηλικιωμένους και τους ψυχασθενείς ή τους πάσχοντες, και αφετέρου η σπουδαιότητα της πρόσβασης σε υπηρεσίες μεταφορών. Είναι προφανής η ανάγκη να αναγνωριστεί περισσότερο η ανάγκη πρόσβασης στον πολιτισμό, ο οποίος συνιστά σημαντική διάσταση της κοινωνικής ένταξης αλλά και μέσο για την υποβοήθηση των ανθρώπων να ξεπεράσουν τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Βελτίωση της παροχής υπηρεσιών: Η πρόκληση της παροχής υπηρεσιών κατά τρόπο ευέλικτο ώστε να καλύπτονται οι τοπικές και οι ατομικές ανάγκες και να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες των αποκλεισμένων ομάδων και κοινοτήτων είναι κοινή για όλους. Για ορισμένα κράτη μέλη, η πρόκληση συνίσταται στη διατήρηση κατάλληλων υπηρεσιών σε περιόδους επιβράδυνσης της οικονομικής ανάπτυξης, ενώ για άλλα στη συνέχιση των επενδύσεων στην ανάπτυξη και στην ποιότητα των υπηρεσιών, όταν οι πόροι είναι περιορισμένοι. Μια άλλη, ολοένα εντονότερη πρόκληση είναι η διασφάλιση στις οικογένειες χαμηλού εισοδήματος ισότιμης πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες, όπως το ηλεκτρικό ρεύμα, η ύδρευση και οι μεταφορές, στο πλαίσιο της αυξανόμενης απελευθέρωσης των εν λόγω βασικών υπηρεσιών. Μια κοινή πρόκληση είναι η διασφάλιση καλύτερης πρόσβασης σε πληροφορίες, καθώς και στενότερου συντονισμού και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ διαφορετικών υπηρεσιών αλλά και μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων διακυβέρνησης, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η πολυδύναμη αρχική υποδοχή και η καλύτερα ενσωματωμένη στήριξη. Καθώς σε ορισμένα κράτη μέλη τονίζεται ολοένα και περισσότερο η στοχοθέτηση των υπηρεσιών ή η προσαρμογή τους στις ανάγκες των ατόμων που απειλούνται, είναι σημαντικό να αποφευχθεί ο συνεχής αποκλεισμός ορισμένων ατόμων από τον γενικό κορμό, λόγου χάρη με τα «μέτρα» ξεχωριστής εκπαίδευσης και κατάρτισης, μέσω της διασφάλισης ότι όλες οι κοινωφελείς υπηρεσίες περιλαμβάνουν τη διάσταση της κοινωνικής ένταξης στη φιλοσοφία, στη διαχείριση και στις διαδικασίες τους, γεγονός που καταδεικνύει την εταιρική κοινωνική ευθύνη τους.

Αναζωογόνηση περιοχών πολλαπλής υποβάθμισης: Η ανάπτυξη τοπικών εταιρικών σχέσεων μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων φορέων καθώς και η ανάπτυξη ολοκληρωμένων οικονομικών και κοινωνικών μέτρων καθώς και μέτρων για την απασχόληση ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της πολλαπλής υποβάθμισης σε ορισμένες κοινότητες συνιστά κοινή για όλους πρόκληση. Σε αυτό πλαίσιο, επιδεικνύεται επίσης μεγάλη προσοχή στην αποστολή της επαναδημιουργίας κοινωνικού κεφαλαίου και της κινητοποίησης των ίδιων των κατοίκων των εν λόγω περιοχών μέσω προσεγγίσεων ανάπτυξης των κοινοτήτων και προσεγγίσεων δημιουργίας «πόλεων και περιφερειών μάθησης» και «κοινωνικών πόλεων», οι οποίες δίνουν ώθηση στους κατοίκους να αλλάξουν οι ίδιοι τη ζωή τους. Στη διαδικασία αναζωογόνησης, η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και η μείωση της τοξικομανίας συνιστούν ιδιαίτερη πρόκληση. Ωστόσο, προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ενώ το πρόβλημα των αστικών περιοχών πολλαπλής υποβάθμισης καλύπτεται σε ικανοποιητικό βαθμό, πολύ λίγα κράτη μέλη καταπιάνονται με το πρόβλημα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στις αγροτικές περιοχές. Όσα κράτη μέλη αναφέρονται στο θέμα αυτό, τονίζουν ότι πρέπει να δοθεί έμφαση σε πολυδιάστατες και ολοκληρωμένες προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση των αλληλοσυνδεδεμένων προβλημάτων των περιοχών αυτών, όπως η εσωτερική μετανάστευση που οδηγεί στην ερήμωσή τους και στη γήρανση του πληθυσμού, η περιορισμένη οικονομική βάση με αποτέλεσμα την έλλειψη ευκαιριών απασχόλησης, οι μικρές μη βιώσιμες αγροτικές εκμεταλλεύσεις, τα χαμηλά εισοδήματα, η εξάρτηση από την κοινωνική πρόνοια, και η απουσία πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες ή η κατάργησή τους. Πρόκειται για έναν τομέα που χρήζει μεγαλύτερης προσοχής κατά τη διαδικασία κοινωνικής ένταξης στο μέλλον.

Έξι βασικές προτεραιότητες

Από την παραπάνω ανάλυση προκύπτει σαφώς ότι, προκειμένου να υπάρξει αποτελεσματική στρατηγική για τη δραστική μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, χρειάζεται μια πολυδιάστατη και μακροπρόθεσμη προσέγγιση, η οποία να σχετίζεται ιδιαίτερα με τις 8 βασικές προκλήσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Εντούτοις, στο πλαίσιο του συνεχιζόμενου κλίματος οικονομικής και πολιτικής αβεβαιότητας που επικρατεί παγκοσμίως, ζητείται από τα κράτη μέλη να επιδείξουν ιδιαίτερη προσοχή, κατά τη διάρκεια των δύο ή τριών προσεχών ετών, στις 6 βασικές προτεραιότητες που αναφέρονται κατωτέρω. Οι εν λόγω προτεραιότητες είναι ιδιαίτερα σημαντικές προκειμένου να διατηρηθεί αμείωτη η ώθηση προς τον στόχο της Λισσαβόνας για ουσιαστική πρόοδο στην προσπάθεια καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού έως το 2010, αλλά και προκειμένου τα άτομα που κινδυνεύουν περισσότερο να μην υποστούν δυσανάλογα τις επιπτώσεις της επιβράδυνσης της οικονομικής ανάπτυξης ή του ελέγχου των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

1. Ενίσχυση της επένδυσης σε ενεργητικά και εξειδικευμένα μέτρα για την αγορά εργασίας, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες των ατόμων που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη δυσκολία ως προς την ένταξη στην αγορά εργασίας, και καλύτερη διασύνδεση των πολιτικών κοινωνικής προστασίας, διά βίου μάθησης και αγοράς εργασίας, με στόχο την αλληλοενίσχυσή τους.

2. Διασφάλιση της επάρκειας των συστημάτων κοινωνικής προστασίας, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων ελάχιστου εισοδήματος, προκειμένου να εξασφαλίζεται επαρκές εισόδημα για όλους, το οποίο να τους επιτρέπει να ζουν με αξιοπρέπεια, και να δίνονται αποτελεσματικά κίνητρα για την εύρεση εργασίας από όσους είναι σε θέση να εργαστούν.

3. Αύξηση της πρόσβασης των πλέον ευάλωτων ατόμων και των ατόμων που απειλούνται περισσότερο από κοινωνικό αποκλεισμό σε συνθήκες αξιοπρεπούς στέγασης, σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας και υπηρεσίας περίθαλψης σε μακροπρόθεσμη βάση, καθώς και σε ειδικές και τακτικές ευκαιρίες διά βίου μάθησης και πολιτιστικών δραστηριοτήτων για όλους.

4. Συντονισμένη προσπάθεια για την πρόληψη της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου και άλλων ιδρυμάτων επίσημης εκπαίδευσης και κατάρτισης και για την αντιμετώπιση του συνεχιζόμενου προβλήματος της μετάβασης από το σχολείο στην εργασία, ιδίως όσον αφορά τα νεαρά άτομα που εγκαταλείπουν το σχολείο διαθέτοντας χαμηλής ποιότητας προσόντα.

5. Επικέντρωση στον τερματισμό της παιδικής φτώχειας ως σημαντικό βήμα για την καταπολέμηση της μεταβίβασης της φτώχειας από γενιά σε γενιά, με ιδιαίτερη εστίαση σε πρωτοβουλίες έγκαιρης παρέμβασης και έγκαιρης εκπαίδευσης, με στόχο τον εντοπισμό και τη στήριξη των φτωχών παιδιών και οικογενειών.

6. Συντονισμένη πορεία προς τη μείωση των επιπέδων φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού και την αύξηση της συμμετοχής των μεταναστών και των εθνοτικών μειονοτήτων στην αγορά εργασίας στον ίδιο βαθμό με την πλειονότητα του πληθυσμού.

Ως προς την επιδίωξη αυτών των βασικών προτεραιοτήτων, είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να αναπτύξουν ολοκληρωμένες και συντονισμένες στρατηγικές σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, ιδιαίτερα δε σε κοινότητες που αντιμετωπίζουν πολλαπλά μειονεκτήματα. Οι εν λόγω στρατηγικές πρέπει να προσαρμόζουν τις διάφορες πολιτικές στην τοπική κατάσταση, να διευκολύνουν την κινητοποίηση και τη συμμετοχή όλων των φορέων και να διασφαλίζουν την ύπαρξη περισσότερο προσιτών και ποιοτικών υπηρεσιών για τους φτωχούς και κοινωνικά αποκλεισμένους πολίτες. Είναι επίσης σημαντικό να διασφαλιστεί η συμπερίληψη της διάστασης του φύλου σε όλες αυτές τις προτεραιότητες, με στόχο την προαγωγή της ισοτιμίας των φύλων.

3. ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΙΟΘΕΤΟΥΝΤΑΙ ΣΤΑ ΕΣΔ/ΕΝΤΑΞΗ (ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΣΤΟΧΩΝ)

Η βασική αιτία για την οποία τα κράτη μέλη πρέπει να καταρτίσουν Εθνικά Σχέδια Δράσης είναι να μπορέσουν να επανεξετάσουν και να ενισχύσουν περαιτέρω τις πολιτικές και τα προγράμματά τους ώστε να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά τους. Τα κράτη μέλη προσεγγίζουν αυτή την αποστολή από πολύ διαφορετικές αφετηρίες, τόσο σε σχέση με το επίπεδο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, όσο και σε σχέση με τις εντελώς διαφορετικές παραδόσεις τους όσον αφορά την κοινωνική πρόνοια, αλλά και υπό το πρίσμα των διαφορετικών δομών διακυβέρνησης. Επίσης, τα κράτη μέλη παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές στο βαθμό στον οποίο έχουν αναδείξει την πρόσβαση των πολιτών τους στα δικαιώματα συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών δικαιωμάτων σε θεμελιώδη αρχή της προσέγγισης που ακολουθούν κατά την ανάπτυξη πολιτικών και προγραμμάτων. Όλοι αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη προσεγγίζουν αυτή την αποστολή. Πράγματι, σε πολλά ΕΣΔ/ένταξη του 2003, τα κράτη μέλη επιδεικνύουν έντονα την τάση να προσαρμόζουν το πλαίσιο που καταρτίστηκε με βάση τους κοινούς στόχους, και να εκπονούν σχέδια τα οποία ταιριάζουν περισσότερο στην εθνική τους παράδοση όσον αφορά τη χάραξη πολιτικών. Σε έναν βαθμό, αυτή η «εθνικοποίηση» των σχεδίων μπορεί να θεωρηθεί θετικό βήμα προς την εναρμόνιση της κατάρτισης σχεδίων με τις διαδικασίες χάραξης εθνικών πολιτικών. Ωστόσο, υπάρχει ο κίνδυνος να παραμεληθούν ορισμένες σημαντικές διαστάσεις της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού που καθορίζονται στους κοινούς στόχους.

Όποια αφετηρία και αν υιοθέτησαν τα κράτη μέλη, είναι σαφές ότι η ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών σχεδίων για την αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, στο πλαίσιο των κοινών στόχων που συμφωνήθηκαν από όλα τα κράτη μέλη, απαιτεί να ληφθούν υπόψη τρεις κρίσιμες διαστάσεις:

- πρώτον, τα σχέδια πρέπει να είναι περιεκτικά και πολυδιάστατα - δηλαδή πρέπει να αντικατοπτρίζουν όλους τους διαφορετικούς τομείς πολιτικής (οικονομικό, απασχόλησης, κοινωνικό και πολιτιστικό) που επηρεάζουν τη ζωή των ανθρώπων, και επιπλέον πρέπει να διασφαλίζουν όσο το δυνατόν περισσότερο την ολοκλήρωση και, συνεπώς, την αλληλοενίσχυση μέτρων και πολιτικών σε αυτούς τους διαφορετικούς τομείς.

- δεύτερον, τα σχέδια πρέπει να είναι συνεκτικά και λογικά κατηρτισμένα, ούτως ώστε ξεκινώντας από μια εις βάθος ανάλυση της κατάστασης, να καθορίζουν σαφείς στόχους και προτεραιότητες και, εν συνεχεία, να προτείνουν συγκεκριμένες δράσεις για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.

- τρίτον, πρέπει να θέτουν σαφείς στόχους, η επίτευξη των οποίων θα οδηγήσει σε σημαντική πρόοδο όσον αφορά τον συνολικό στόχο της εκρίζωσης της φτώχειας.

Ακολουθεί αξιολόγηση των ΕΣΔ -και όχι των συστημάτων του κάθε κράτους μέλους- σε σχέση με τους τρεις αυτούς τομείς.

Πολυδιάστατη προσέγγιση

Στα εθνικά σχέδια επισημαίνεται κατά βάσιν ο πολυδιάστατος χαρακτήρας της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Εντούτοις, ποικίλλει σημαντικά ο βαθμός στον οποίο γίνεται ολοκληρωμένη και περιεκτική αναφορά στο ευρύ φάσμα των τομέων της πολιτικής που παρουσιάζονται στους κοινούς στόχους.

Ορισμένες χώρες έκαναν ένα ουσιαστικό πρώτο βήμα όσον αφορά την ανάπτυξη μιας πολυδιάστατης προσέγγισης για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Το Βέλγιο, λόγου χάρη, αναπτύσσει μια καθ' όλα γνήσια πολυδιάστατη προσέγγιση της κοινωνικής ένταξης, επιχειρώντας να υιοθετήσει μέτρα σε συγκεκριμένους τομείς (δικαιοσύνη, πολιτισμός, εκπαίδευση και κατάρτιση, αθλητισμός και αναψυχή, οικογενειακή πολιτική) και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα των πλέον ευάλωτων ομάδων (άστεγοι, παιδιά σε ιδρύματα, θύματα εμπορίας ανθρώπων, αναλφάβητοι). Το γαλλικό σχέδιο είναι επίσης πολύ περιεκτικό και καλύπτει ευρύ φάσμα δράσεων σε διάφορους τομείς της πολιτικής που επηρεάζουν την κοινωνική ένταξη. Ωστόσο, δεν είναι ιδιαίτερα προφανής η αλληλεπίδραση και η ολοκλήρωση αυτών των δράσεων. Το ιρλανδικό σχέδιο παρουσιάζει επίσης ισορροπημένη και ευρεία στρατηγική προσέγγιση. Μολονότι θεωρεί την απασχόληση ως τη σημαντικότερη οδό για την έξοδο από τη φτώχεια, αναγνωρίζει ότι δεν μπορούν όλοι να χρησιμοποιήσουν την αγορά εργασίας ως μέσο για να εξέλθουν από τη φτώχεια. Για τον λόγο αυτόν, τίθενται ορισμένοι στόχοι οι οποίοι αφορούν την παροχή κατάλληλων δομών εισοδηματικής στήριξης, και προτείνονται ειδικά προγράμματα τα οποία στοχεύουν σε συγκεκριμένες ομάδες που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες (άτομα με ειδικές ανάγκες, νομάδες, πρώην φυλακισμένοι, άστεγοι, μετανάστες και εθνοτικές μειονότητες). Η στρατηγική του Ηνωμένου Βασιλείου για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό είναι ευρεία και περιεκτική. Βασίζεται στην ενίσχυση των ευκαιριών απασχόλησης και σε μια πιο μακροπρόθεσμη επένδυση σε κοινωφελείς υπηρεσίες, με στόχο την ενίσχυση της ποιότητάς τους. Η εκρίζωση της παιδικής φτώχειας αποτελεί βασικό στόχο. Η Πορτογαλία υιοθέτησε μια συστημική στρατηγική, η οποία διέπεται από αρχές που αφορούν την υλοποίηση, μέσω εγκάρσιων τομέων στρατηγικής παρέμβασης, και η οποία βασίζεται σε μια ιδιαίτερα εκτεταμένη ανάλυση των βασικών τάσεων που κυριαρχούν στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Ένας συνολικός στόχος αφορά τη γεφύρωση του χάσματος που χωρίζει την Πορτογαλία από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, έως την επόμενη γενιά. Η Ελλάδα θεωρεί την κοινωνική προστασία ουσιαστική συνιστώσα της ανάπτυξης. Συνδυάζει γενικές πολιτικές, ιδίως στον τομέα της οικονομικής ανάπτυξης και των διαρθρωτικών αλλαγών, με στόχο τη διατήρηση του ρυθμού αύξησης των κοινωνικών δαπανών, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσει ειδικές πολιτικές για την αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων που συνδέονται με τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Σε άλλες χώρες, ο πολυδιάστατος χαρακτήρας της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού και η στόχευση συνδυάζονται σε μια στρατηγική η οποία επιδιώκει τη χάραξη αποτελεσματικής πολιτικής για την ένταξη, μέσω του καθορισμού περιορισμένων και κατάλληλων πολιτικών στόχων. Μολονότι πολλά μέτρα έχουν σχεδιαστεί με στόχο τη συνέχιση και την ενίσχυση ενός καθολικού συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, λαμβάνονται επίσης κάποια μέτρα σε ειδικούς τομείς και καταβάλλονται προσπάθειες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των πλέον ευάλωτων ατόμων. Ως προς αυτό, οι αναθεωρημένοι κοινοί στόχοι και το κοινό σχέδιο για την κατάρτιση των ΕΣΔ φαίνεται πως έχουν συμβάλει στην πλήρη εστίαση σε ομάδες προτεραιότητας, όπως οι άστεγοι, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι μετανάστες και οι εθνοτικές ομάδες, τα παιδιά σε ιδρύματα και οι αναλφάβητοι. Το γερμανικό ΕΣΔ βασίζεται στην πολυδιάστατη προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην πρώτη έκθεση για τη φτώχεια το 2001. Θέτει τους στόχους του στο πλαίσιο του πολιτικού του στόχου για ενίσχυση της ενεργού συμμετοχής όλων των πολιτών στην κοινωνική ζωή, μέσω της διά βίου μάθησης και της πολιτικής για την απασχόληση, της καλύτερης ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, καθώς και της ύπαρξης κατάλληλων υπηρεσιών κοινωνικής προστασίας. Το Λουξεμβούργο καθορίζει 5 σφαίρες δραστηριότητας, οι οποίες προκύπτουν από τους 4 στόχους της Νίκαιας και είναι αντιπροσωπευτικές των συνολικών στόχων του στρατηγικού του πλαισίου: ενεργοποίηση και συμμετοχή στην απασχόληση. συνδυασμός της οικογενειακής και της επαγγελματικής ζωής. πρόσβαση στη στέγαση. ενίσχυση του μηχανισμού καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού των νέων κάτω των 25 ετών. πρόσβαση των ευάλωτων ομάδων σε πόρους, δικαιώματα και υπηρεσίες. Το φινλανδικό σχέδιο ανταποκρίνεται στους κοινούς στόχους με διάφορα συγκεκριμένα μέτρα, τα οποία στοχεύουν ιδίως στη βελτίωση του καθολικού συστήματος. Ταυτόχρονα, ενισχύονται διάφορες στοχοθετημένες ειδικές δράσεις. Η Σουηδία ακολουθεί μια εξορθολογιστική προσέγγιση, η οποία συνδυάζει τον συνολικό στόχο της ένταξης ολόκληρου του πληθυσμού σε ένα καθολικό σύστημα πολιτικής κοινωνικής πρόνοιας και υπηρεσιών υγείας (αποφεύγοντας τα στοχοθετημένα συστήματα) με τη μεγαλύτερη επίγνωση της ανάγκης διασφάλισης πλήρους ενσωμάτωσης των πλέον ευάλωτων ομάδων στο γενικό σύστημα.

Ορισμένες άλλες χώρες, είτε διαθέτουν καθολικά συστήματα κοινωνικής πρόνοιας είτε όχι, υιοθετούν περισσότερο εξατομικευμένη προσέγγιση, η οποία απευθύνεται στις ομάδες που κινδυνεύουν περισσότερο, ή δικαιολογείται βάσει μιας ανάλυσης της ειδικής κατάστασης που επικρατεί σε αυτές και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν. Η Δανία προσάρμοσε τον βασικό στόχο του πρώτου της σχεδίου περί δημιουργίας αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς, μέσω της μεγαλύτερης εστίασης στις πλέον μειονεκτούσες ομάδες (τοξικομανείς, οικογένειες αλκοολικών, ψυχασθενείς, άστεγοι και ιερόδουλοι). Στην Ισπανία, οι κοινωνικές πολιτικές εξακολουθούν να διαρθρώνονται σε μεγάλο βαθμό γύρω από ειδικές ομάδες. Αυτό παρέχει τη δυνατότητα μεγάλης συμμετοχής των δικαιούχων στα στάδια σχεδιασμού και υλοποίησης, αλλά καθιστά δυσχερή την εισαγωγή μιας πιο ολοκληρωμένης προσέγγισης. Η Ιταλία θεμελιώνει την στρατηγική προσέγγισή της ακολουθώντας πιστά τη Λευκή Βίβλο για την κοινωνική πρόνοια, στην οποία τίθενται δύο βασικά ζητήματα: η δημογραφική κατάσταση (επιπτώσεις του χαμηλού ποσοστού γεννητικότητας σε συνδυασμό με το υψηλό ποσοστό γηράσκοντος πληθυσμού) και ο ρόλος της οικογένειας ως θεμέλιο του ιταλικού κοινωνικού μοντέλου. Οι Κάτω Χώρες προβαίνουν σε εντονότερο διαχωρισμό μεταξύ του προβλήματος της φτώχειας και του προβλήματος του κοινωνικού αποκλεισμού, και εστιάζουν περισσότερο στα πιο ευάλωτα άτομα, για τον εντοπισμό των οποίων αναπτύσσουν ένα καινοτόμο μοντέλο εκτίμησης κινδύνου. Το ΕΣΔ της Αυστρίας θεωρεί ότι ο κίνδυνος κοινωνικού αποκλεισμού και φτώχειας επικεντρώνεται ιδιαίτερα σε ορισμένες ειδικές ομάδες, οι οποίες φέρουν ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά κινδύνου.

Παρά τη σαφή πρόοδο που έχει σημειωθεί δεν έχει ακόμη επιτευχθεί συνολική και στρατηγική προσέγγιση σε ορισμένους σημαντικούς τομείς, ιδίως όσον αφορά τις ευκαιρίες πρόσβασης στη διά βίου μάθηση, στον πολιτισμό, στις μεταφορές καθώς και την ηλεκτρονική ένταξη. Πράγματι, όσον αφορά τους εν λόγω τομείς, σε πολλές περιπτώσεις δεν αντικατοπτρίζεται το σημαντικό και αξιόλογο έργο που επιτελείται επί τόπου. Το όφελος για τη διασφάλιση πολυδιάστατης προσέγγισης που προκύπτει από την επικέντρωση στα κοινωνικά δικαιώματα και την αλληλέξαρτησή τους είναι έκδηλο σε ορισμένα σχέδια, όπως αυτό του Βελγίου και της Γαλλίας. Ωστόσο, πρέπει ακόμη να γίνουν πολλά σε αυτόν τον τομέα. Προς αυτή την κατεύθυνση, είναι χρήσιμη η συμβολή των πρόσφατων εργασιών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την ενίσχυση της πρόσβασης στα κοινωνικά δικαιώματα.

Συνεκτική και σχεδιασμένη προσέγγιση

Για την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο τα κράτη μέλη εισήγαγαν στα σχέδιά τους τα μέτρα πολιτικής τους σύμφωνα με συνεκτική και σχεδιασμένη προσέγγιση, χρησιμοποιήθηκαν τρία κριτήρια: πρώτον, η ποιότητα της ανάλυσης και η διάγνωση των βασικών κινδύνων και προκλήσεων που καλούνται να αντιμετωπίσουν τα σχέδια. δεύτερον, ο βαθμός στον οποίο λαμβάνεται υπόψη στα σχέδια η ανάλυση αυτή καθώς και η εμπειρία του παρελθόντος όσον αφορά τον καθορισμό σαφών και λεπτομερών προτεραιοτήτων και στόχων. και, τρίτον, ο βαθμός λεπτομέρειας της παρουσίασης των επιμέρους μέτρων και δράσεων πολιτικής, κριτήριο το οποίο συνδέεται με το προηγούμενο κριτήριο περί ανάλυσης και καθορισμού στόχων.

Γενικά, τα σχέδια του 2003 τείνουν να είναι πιο συνεκτικά από τα σχέδια του πρώτου γύρου. Περιλαμβάνουν πιο εκτεταμένες αναλύσεις καθώς και πιο εμπεριστατωμένη αναγνώριση των ατόμων που αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο, ενώ παράλληλα μαρτυρούν τη διεξαγωγή ευρύτερης διαβούλευσης κατά την κατάρτισή τους. Πολλά από αυτά διαθέτουν σαφέστερους στόχους, περισσότερο εστιασμένες προτεραιότητες και πιο ειδικούς στόχους, γεγονός που παρέχει τη βάση για την εισαγωγή συγκεκριμένων νέων δράσεων. Ακόμα περισσότερα σχέδια συνδέονται σε μεγαλύτερο βαθμό με την εθνική χάραξη πολιτικών. Εντούτοις, ορισμένα σχέδια εξακολουθούν να μοιάζουν περισσότερο με εκθέσεις παρά με σχέδια δράσης. Μολονότι περιλαμβάνουν καλή τεκμηρίωση της κατάστασης καθώς και περιγραφή των υφιστάμενων προγραμμάτων και των τοπικών ή εθνικών δράσεων, έχουν την τάση να στερούνται φιλοδοξίας και να μη περιλαμβάνουν σαφείς και ακριβείς λεπτομέρειες σχετικά με το ποιες δράσεις θα αναληφθούν προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η αποτελεσματικότητα των εθνικών πολιτικών.

Ορισμένα ΕΣΔ προτείνουν σαφή και συνεκτικά σχέδια, τα οποία περιλαμβάνουν ορθή ανάλυση, ανάπτυξη των στρατηγικών στόχων και των στόχων προτεραιότητας που προκύπτουν από την ανάλυση, και διατύπωση μέτρων πολιτικής για την επίτευξη των εν λόγω στόχων. Το ΕΣΔ των Κάτω Χωρών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς περιλαμβάνει σχεδιασμένα μέτρα και δράσεις πολιτικής που συνδέονται στενά με την επίτευξη των στόχων. Η συνεκτικότητα του σχεδίου διευκολύνεται από τη σχετικά στενή εστίασή του. Η Σουηδία, η Δανία και η Φινλανδία επιτυγχάνουν επίσης συνεκτική προσέγγιση στο πλαίσιο των εστιασμένων σχεδίων, πράγμα που κάνουν επίσης έως έναν βαθμό η Αυστρία και η Γερμανία. Η Ιρλανδία ακολουθεί ευρύτερη προσέγγιση, η οποία καλύπτει με μεγαλύτερη πληρότητα το φάσμα των κοινών στόχων, αλλά κατορθώνει επίσης να πετύχει μια συνεκτική προσέγγιση, στο πλαίσιο της οποίας οι δράσεις που περιγράφονται συνδέονται άριστα με την ανάλυση και τους στόχους, πράγμα που πετυχαίνουν έως έναν βαθμό και το Λουξεμβούργο και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ορισμένα σχέδια περιλαμβάνουν ενδιαφέρουσα και λεπτομερή ανάλυση, της οποίας έπεται ένα ευρύ φάσμα δράσεων στον τομέα της χάραξης πολιτικών. Ωστόσο, ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο διαστάσεων - στρατηγικοί στόχοι και σκοποί - είναι λιγότερο προφανής στα ΕΣΔ της Γαλλίας, του Βελγίου, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας και της Ισπανίας, πραγματοποιείται καλή ανάλυση και τίθενται με σαφήνεια προτεραιότητες και στόχοι, ωστόσο τα μέτρα πολιτικής για την επίτευξη των εν λόγω στόχων δεν αναπτύσσονται εξίσου καλά.

Εκτός από τα κριτήρια που αναφέρονται ανωτέρω, είναι επίσης απαραίτητο να εξεταστεί το ενδεχόμενο συμπερίληψης μιας επιπλέον διάστασης, η οποία θα αντικατοπτρίζει τον βαθμό στον οποίο οι ευθύνες για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού κατανέμονται μεταξύ των κεντρικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών. Δεδομένης της αυξημένης τάσης προς την αποκέντρωση των αρμοδιοτήτων όσον αφορά ορισμένες κοινωνικές πολιτικές στο υπο-εθνικό επίπεδο, στα ΕΣΔ τίθεται ευρέως το ζήτημα της ισορροπίας που πρέπει να επιτευχθεί μεταξύ των διαφόρων επιπέδων διοίκησης. Σε αρκετές από τις χώρες που διαθέτουν αποκεντρωμένες δομές (Βέλγιο, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο), δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη ολοκληρωμένων στρατηγικών για το θέμα αυτό. Εντούτοις, ο συντονισμός των πολιτικών κοινωνικής ένταξης με στόχο την παγίωση στρατηγικής προσέγγισης είναι πολλές φορές δύσκολος μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων.

Καθορισμός στόχων

Τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βαρκελώνης καλούσαν τα κράτη μέλη «να θέσουν στόχους, στα Εθνικά Σχέδια Δράσης, για σημαντική μείωση του αριθμού των ατόμων που κινδυνεύουν να βρεθούν σε κατάσταση ένδειας και κοινωνικοί αποκλεισμού μέχρι το 2010». Αυτό περιελήφθη εν συνεχεία στην αναθεώρηση των κοινών στόχων που συμφωνήθηκε από τα κράτη μέλη τον Δεκέμβριο του 2002. Η πρόσκληση αυτή αναπτύχθηκε λεπτομερώς στο κοινό σχέδιο που συμφωνήθηκε από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη για τα ΕΣΔ/ένταξη 2003/2005. Το εν λόγω κοινό σχέδιο αναφέρει ότι πρέπει να τεθούν ποσοτικοί στόχοι για τη μείωση του αριθμού των ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Οι στόχοι αυτοί πρέπει να βασίζονται καταλλήλως στους από κοινού συμφωνηθέντες δείκτες, αλλά και να λαμβάνουν υπόψη άλλα ζητήματα που αναφέρονται στην έκθεση για τους δείκτες, όπως η στέρηση, η στέγαση και η έλλειψη στέγης καθώς και η γνώση γραφής, ανάγνωσης και αριθμητικής. Όταν κρίνεται απαραίτητο, οι στόχοι πρέπει να βασίζονται επίσης σε εθνικά στοιχεία τα οποία αντικατοπτρίζουν με καλύτερο τρόπο εκείνες τις πτυχές της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού που αποτελούν προτεραιότητα στο εκάστοτε κράτος μέλος. Οι στόχοι πρέπει να ταξινομούνται κατά φύλο, όταν αυτό είναι απαραίτητο και όταν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Το κοινό σχέδιο περιλαμβάνει επίσης Παράρτημα, στο οποίο προτείνονται προσεγγίσεις όσον αφορά τον καθορισμό των στόχων.

Στα ΕΣΔ τίθενται πολλοί μη ποσοτικοί και ευρείς στόχοι. Εντούτοις, λίγα κράτη μέλη έθεσαν φιλόδοξους και εφικτούς ποσοτικούς στόχους σε ευρύ φάσμα σχετικών τομέων πολιτικής και με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τη μείωση του αριθμού των ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Μια προσέγγιση που παρατηρήθηκε πιο συχνά αφορούσε είτε τον καθορισμό στόχων ενδιάμεσης απόδοσης, οι οποίοι συνδέονται εμμέσως με τη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, είτε τον καθορισμό στόχων οι οποίοι σχετίζονταν με την προσπάθεια χάραξης πολιτικών (βλέπε πίνακα κατωτέρω).

Πίνακας 1. Χρησιμοποίηση ποσοτικών στόχων στα ΕΣΔ/ένταξη

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

1. Οι στόχοι άμεσης απόδοσης είναι οι στόχοι εκείνοι που οδηγούν άμεσα στη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού σε κάποιον βασικό τομέα πολιτικής (π.χ. ανεργία, χαμηλό εισόδημα, ελλιπής στέγαση /έλλειψη στέγης, εκπαιδευτική υστέρηση, κακή υγεία). Υποδιαιρούνται σε στόχους που βασίζονται απευθείας στους δείκτες του Λάκεν και σε στόχους που βασίζονται σε άλλες εθνικές μετρήσεις.

2. Οι στόχοι ενδιάμεσης απόδοσης είναι οι στόχοι εκείνοι που δύνανται να συμβάλουν εμμέσως στη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικοί αποκλεισμού (π.χ. μείωση του αριθμού των ατόμων που εξαρτώνται από επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας. γενική αύξηση των επιπέδων απασχόλησης. μείωση του επιπέδου αναρρωτικής άδειας)

3. Οι στόχοι καταβληθείσας προσπάθειας είναι στόχοι εκείνοι που αποσκοπούν σε αύξηση της προσπάθειας στον τομέα της χάραξης πολιτικών (π.χ. αύξηση του αριθμού των αστέγων που λαμβάνουν βοήθεια. διασφάλιση της δυνατότητας συμμετοχής όλων των μεταναστών σε κάποιο πρόγραμμα ενσωμάτωσης)

Ο καθορισμός σαφών συνολικών στόχων για τη μείωση του αριθμού των ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό αναπτύσσεται περισσότερο στα ΕΣΔ της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας. Η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία βασίζουν τον εν λόγω καθορισμό στον δείκτη του 60% του διάμεσου εισοδήματος, ο οποίος θεσπίστηκε στο Λάκεν. Η Ελλάδα θέτει σειρά στόχων οι περισσότεροι εκ των οποίων είναι ποσοτικοί και πρόκειται να επιτευχθούν έως το 2010. Περιλαμβάνονται ειδικοί στόχοι για τους ηλικιωμένους και τα παιδιά, καθώς και ο συνολικός στόχος, αλλά δεν τίθενται στόχοι για τη συνολική χρονική διάρκεια του σχεδίου. Η Ισπανία θέτει έναν μόνο στόχο, ο οποίος αφορά τη μείωση κατά 2% του ποσοστού των ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια, κατά τη διάρκεια του σχεδίου 2003/2005. Η Πορτογαλία στοχεύει στη μείωση του κινδύνου φτώχειας κατά 2% το 2005.

Η Ιρλανδία θέτει έναν συνολικό στόχο για τη μείωση του αριθμού των ατόμων που είναι φτωχά σε μόνιμη βάση (ο οποίος υπολογίζεται με βάση το συνδυασμό των δεικτών εισοδήματος και στέρησης) κάτω του 2%, και ει δυνατόν την εξάλειψη της μόνιμης φτώχειας.

Το Ηνωμένο Βασίλειο θέτει έναν ποσοτικό στόχο, ο οποίος αφορά τη μείωση του αριθμού των παιδιών που ζουν σε νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα κατά το ένα τέταρτο έως το 2004-2005. Αποτελεί συμβολή στον ευρύτερο στόχο που αφορά τη μείωση κατά το ήμισυ της παιδικής φτώχειας έως το 2010 και της εκρίζωσής της έως το 2020, στόχος ο οποίος θα ποσοτικοποιηθεί πλήρως όταν θα καθοριστεί κάποιο μακροπρόθεσμο μέτρο της παιδικής φτώχειας.

Τα κράτη μέλη που θέτουν σε σταθερή και συστηματική βάση ποσοτικούς στόχους οι οποίοι προκύπτουν από τις προτεραιότητες και τους σκοπούς που καθορίζουν στα σχέδιά τους είναι η Ιρλανδία, η Γαλλία, οι Κάτω Χώρες, η Πορτογαλία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο θέτουν συνολικά στόχους σε ευρύ φάσμα τομέων της πολιτικής που καλύπτονται από τους κοινούς στόχους. Το Ηνωμένο Βασίλειο θέτει ένα ευρύτατο φάσμα στόχων (100) οι οποίοι καλύπτουν βασικούς τομείς από αυτούς που εντοπίζονται στους κοινούς στόχους. Οι εν λόγω στόχοι διαμοιράζονται μεταξύ των τεσσάρων αποκεντρωμένων διοικήσεων, αλλά ορισμένοι αφορούν μόνο τη μία από αυτές. Στοχεύουν κυρίως στη μέτρηση ειδικών αποδόσεων και αποτελεσμάτων, όπως η βελτίωση του επιπέδου της διά βίου μάθησης, η βελτίωση της υγείας και η εξάλειψη της εγκληματικότητας. Η Γαλλία θέτει στόχους σε ευρύ φάσμα τομέων πολιτικής, αλλά οι στόχοι αυτοί τείνουν να επικεντρώνονται περισσότερο στην καταβαλλόμενη προσπάθεια ή την τελική απόδοση (π.χ. αριθμός/ποσοστό ατόμων που πρόκειται να καλυφθούν από τις διάφορες πολιτικές), παρά σε πραγματικά αποτελέσματα όσον αφορά τον κοινωνικό αποκλεισμό, αν και περιλαμβάνεται ένας ειδικός στόχος απόδοσης για τη μείωση κατά 10.000 του αριθμού των νέων που εγκαταλείπουν το εκπαιδευτικό σύστημα χωρίς δίπλωμα ή προσόντα. Οι Κάτω Χώρες υιοθετούν μια πιο εστιασμένη προσέγγιση, και οι στόχοι τους (συνδυασμός αποτελέσματος και τελικής απόδοσης) έχουν πολύ στενή σχέση με τις προτεραιότητες που περιλαμβάνει το ΕΣΔ, αλλά δεν ασχολούνται με πολλές σημαντικές πτυχές του κοινωνικού αποκλεισμού. Ομοίως, η Σουηδία επικεντρώνει κάποιους πολύ φιλόδοξους στόχους σε ορισμένους βασικούς τομείς όπως επίτευξη ποσοστού απασχόλησης 80%, μείωση κατά το ήμισυ της εξάρτησης από την κοινωνική πρόνοια από το 1999 έως το 2004, μείωση κατά το ήμισυ του αριθμού των ημερών αναρρωτικής άδειας έως το 2008. Όλα αυτά δύνανται ενδεχομένως να συμβάλουν σημαντικά στη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Εντούτοις, τίποτα από αυτά δεν αποτελεί άμεσο μέτρο της μείωσης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Επίσης, μολονότι εκτός από τους συνολικούς στόχους που αναφέρονται ανωτέρω τίθενται 10 εθνικοί στόχοι που αφορούν κρίσιμους για την κοινωνική ένταξη τομείς, οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί ακόμα.

Ορισμένα κράτη μέλη είναι λιγότερο συστηματικά ως προς τον καθορισμό ποσοτικών στόχων σε όλο το φάσμα των κοινών στόχων. Οι στόχοι τίθενται κυρίως στον τομέα της απασχόλησης/ανεργίας, γεγονός που ενδεχομένως αντικατοπτρίζει στόχους που έχουν ήδη τεθεί κατά τη διαδικασία χάραξης πολιτικής για την απασχόληση. Ως εκ τούτου, οι ενδιάμεσοι στόχοι για την επίτευξη των στόχων της Λισσαβόνας για την απασχόληση είναι οι μοναδικοί ποσοτικοί στόχοι στο ΕΣΔ της Ιταλίας. Στο ΕΣΔ της Φινλανδίας περιλαμβάνονται ποσοτικοί στόχοι για ορισμένους τομείς, οι οποίοι συμβάλλουν στη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Λόγου χάρη, υπάρχει ο στόχος της αύξησης του ποσοστού απασχόλησης σε 75% προς τα τέλη της δεκαετίας, καθώς και της αύξησης της μέσης ηλικίας συνταξιοδότησης κατά 2-3 έτη τουλάχιστον, έως το 2010. Περιλαμβάνει επίσης έναν στόχο καταβληθείσας προσπάθειας σχετικά με την δημιουργία εργατικών κατοικιών. Οι στόχοι της Γερμανίας έχουν ληφθεί εν μέρει από άλλους τομείς, χωρίς όμως να συνδυάζονται με το θέμα της φτώχειας και του αποκλεισμού, και είναι σπανίως ποσοτικοί ή συγκεκριμένοι. Η Γερμανία υιοθετεί στόχους ενδιάμεσης απόδοσης σε αρκετούς τομείς πολιτικής, οι οποίοι δύνανται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν αναπτυχθεί κάποιοι ποσοτικοί και συγκεκριμένοι στόχοι, όπως η μείωση κατά το ήμισυ του αριθμού των νέων που δεν έχουν αποκτήσει επαγγελματικά προσόντα, έως το 2010. Παρά τον καθορισμό ενός συνολικού στόχου για τη μείωση του αριθμού των ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια, η Ισπανία δεν θέτει στόχους σε βασικούς τομείς όπως η υγεία, η στέγαση και η διά βίου μάθηση.

Στο ΕΣΔ του Βελγίου δεν περιλαμβάνονται ποσοτικοί στόχοι, αλλά πρόκειται να επισυναφθεί παράρτημα το οποίο θα περιλαμβάνει τέτοιους στόχους.

Λίγα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τους τη διάσταση του φύλου κατά τον καθορισμό ποσοτικών στόχων. Συνεπώς, τα παραδείγματα στόχων που σχετίζονται με το φύλο σπανίζουν. Μεταξύ των στόχων της η Ιρλανδία τονίζει τον στόχο της Λισσαβόνας ο οποίος αφορά την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην απασχόληση ώστε να ξεπεράσει το 60% κατά μέσο όρο το 2010. Η Σουηδία προσδιορίζει το στόχο της μείωσης του αριθμού γυναικών και ανδρών, ανεξαρτήτου καταγωγής, των οποίων το εισόδημα είναι κάτω του 60% του διάμεσου εισοδήματος, αλλά δεν θέτει ειδικούς στόχους. Το Ηνωμένο Βασίλειο στοχεύει στη μείωση κατά 20% των γεννήσεων από ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη έφηβων μητέρων, καθώς και στη μείωση κατά 40% των γεννήσεων από έφηβες μητέρες κάτω των 17 ετών γενικότερα, έως το 2007.

Η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός των μειονεκτούντων ατόμων λαμβάνει σύνθετες και πολυδιάστατες μορφές και απαιτεί την κινητοποίηση ευρέως φάσματος πολιτικών στο πλαίσιο ολοκληρωμένης προσέγγισης σε τοπικό επίπεδο. Ασφαλώς, τα περισσότερα κράτη μέλη υιοθέτησαν μια τέτοια προσέγγιση όσον αφορά την αντιμετώπιση των προβλημάτων των μειονεκτουσών περιοχών. Ωστόσο, όσον αφορά διάφορους άλλους τομείς, η σπουδαιότητα της σύνδεσης και της ολοκλήρωσης των πολιτικών κατά τρόπο συνεκτικό - από τον καθορισμό των βασικών κινδύνων και προκλήσεων έως τον καθορισμό σαφών προτεραιοτήτων μέσω της αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων μέτρων, και του καθορισμού στόχων - εξακολουθεί να μην είναι προφανής σε πολλά ΕΣΔ.

4. ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΟΧΟ 1.1. «ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ»

Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση και, ειδικότερα, της υλοποίησης των κατευθυντήριων γραμμών:

(α) Προώθηση της πρόσβασης σε σταθερή και ποιοτική απασχόληση για όλες τις γυναίκες και τους άνδρες που είναι ικανοί να εργαστούν, ιδίως:

- μέσω της δημιουργίας διόδων προς την απασχόληση για τις πιο ευάλωτες ομάδες της κοινωνίας και μέσω της προώθησης πολιτικών κατάρτισης για το σκοπό αυτό.

- μέσω της ανάπτυξης πολιτικών για την προώθηση της εξισορρόπησης επαγγελματικού και οικoγενειακού βίου, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος της φύλαξης των παιδιών και των εξαρτώμενων ατόμων.

- μέσω της εκμετάλλευσης των ευκαιριών για ενσωμάτωση και απασχόληση που παρέχει η κοινωνική οικονομία.

(β) Πρόληψη του αποκλεισμού των ατόμων από την εργασία μέσω της αύξησης της απασχολησιμότητας, με τη βοήθεια της διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων, της οργάνωσης της εργασίας και της διά βίου μάθησης.

Όλα τα κράτη μέλη τονίζουν τον βασικό ρόλο της συμμετοχής στην απασχόληση στην προώθηση της κοινωνικής ένταξης, καθώς αποτελεί κρίσιμο μέσο τόσο για τη διασφάλιση επαρκούς εισοδήματος (κατά την περίοδο άσκησής της, αλλά και μετά τη συνταξιοδότηση) όσο και για τη διευκόλυνση της κοινωνικής συμμετοχής.

Η σχέση μεταξύ των ΕΣΔ/ένταξη και των ΕΣΔ/απασχόληση

Πρέπει να υπάρξει στενός συντονισμός μεταξύ των ΕΣΔ/ένταξη και των ΕΣΔ/απασχόληση. Τα ΕΣΔ και των δύο αυτών τομέων πρέπει να μελετηθούν μαζί, ώστε να εξαχθεί μια πλήρης εικόνα των μέτρων που λαμβάνονται για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, μέσω της συμμετοχής στην αγορά εργασίας. Τα ΕΣΔ/απασχόληση παρέχουν το πλαίσιο για τη διατύπωση ειδικών πολιτικών σχετικά με την ενσωμάτωση των μειονεκτουσών ομάδων στην αγορά εργασίας, καθώς καλύπτουν όλο το φάσμα των δράσεων πολιτικής που στοχεύουν στην αύξηση των επιπέδων απασχόλησης για την επίτευξη των στόχων της Λισσαβόνας, βελτιώνοντας τη λειτουργία των αγορών εργασίας και ενισχύοντας την απασχολησιμότητα. Όλα αυτά αποτελούν βασικές προϋποθέσεις ώστε η αγορά εργασίας να καταστεί πιο ανοικτή και με λιγότερους αποκλεισμούς. Τα ΕΣΔ/ένταξη επικεντρώνονται σε δράσεις οι οποίες διευκολύνουν τη συμμετοχή στην απασχόληση στα άτομα, τις ομάδες και τις κοινότητες που απέχουν περισσότερο από την αγορά εργασίας. Σε πολλές περιπτώσεις παρατηρείται σημαντική και εύλογη αλληλοεπικάλυψη των ΕΣΔ για τους δύο αυτούς τομείς, μολονότι αποτελούν τμήματα δύο διαφορετικών προσπαθειών. Ωστόσο, ελάχιστα ΕΣΔ παρουσιάζουν επιπλέον στοιχεία σχετικά με στρατηγικές για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού στην αγορά εργασίας.

Η ίδια η στρατηγική για την απασχόληση περιλαμβάνει σε μεγαλύτερο βαθμό τον στόχο δημιουργίας αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς. Το 1999, μια ξεχωριστή κατευθυντήρια γραμμή η οποία αφορούσε την ενσωμάτωση μειονεκτουσών ομάδων και μειονεκτούντων ατόμων στην αγορά εργασίας περιελήφθη στην ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση. Πρόσφατα, τον Ιούνιο του 2003, θεσπίστηκε μια νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση, η οποία βασίζεται σε τρεις στόχους: πλήρης απασχόληση, προώθηση της ποιότητας και της παραγωγικότητας στην εργασία και ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και ένταξης. Ο τρίτος και ευρύτερος στόχος επιδιώκει τη συμμετοχή στην εργασία μέσω της προώθησης της πρόσβασης σε ποιοτική εργασία για όλες τις γυναίκες και τους άνδρες που είναι ικανοί να εργαστούν, καταπολεμώντας τις διακρίσεις στην αγορά εργασίας και εμποδίζοντας τον αποκλεισμό ατόμων από την εργασία. Δίδεται επίσης προσοχή στη μείωση των διαφορών στην απασχόληση και την ανεργία στις περιφέρειες, καθώς και των προβλημάτων απασχόλησης σε υποβαθμισμένες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ παρέχεται θετική στήριξη στην οικονομική και κοινωνική αναδιάρθρωση.

Η νέα στρατηγική μεταφράζει τους βασικούς στόχους σε δέκα κατευθυντήριες γραμμές, πολλές εκ των οποίων στηρίζουν τον στόχο της δημιουργίας αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς. Μια συγκεκριμένη κατευθυντήρια γραμμή προάγει την ενσωμάτωση των μειονεκτούντων ατόμων στην αγορά εργασίας και καταπολεμά τις διακρίσεις εναντίον τους, ενώ περιλαμβάνει στόχους όπως η δραστική γεφύρωση τους χάσματος μεταξύ υπηκόων της ΕΕ και υπηκόων τρίτων χωρών ή άλλων ομάδων όσον αφορά την ανεργία, σύμφωνα με τους εθνικούς ορισμούς. Στο πλαίσιο της κατευθυντήριας γραμμής σχετικά με την οικονομικά αποδοτική εργασία, γίνεται σαφής αναφορά στη μείωση του αριθμού των εργαζομένων φτωχών. Επίσης, άλλες ειδικές κατευθυντήριες γραμμές, όπως η διά βίου μάθηση, η αύξηση της προσφοράς εργασίας και η προώθηση της παράτασης του επαγγελματικού βίου καθώς και η μετατροπή της αδήλωτης εργασίας σε κανονική απασχόληση συμβάλλουν στην προώθηση της δημιουργίας αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς. Η εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών και, ιδιαίτερα, του τρόπου με τον οποίο τα κράτη μέλη προάγουν τη δημιουργία αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς θα περιγραφεί με περισσότερες λεπτομέρειες στην κοινή έκθεση για την απασχόληση 2003/2004, η οποία θα εκπονηθεί με βάση τα εθνικά σχέδια δράσης για την απασχόληση.

Προώθηση της συμμετοχής στην απασχόληση: προτεραιότητες, συνολικά μέτρα και θεσμικό πλαίσιο.

Πολλά κράτη μέλη τονίζουν τη σπουδαιότητα του μακροοικονομικού κλίματος όσον αφορά τη δημιουργία υψηλών ποσοστών ανάπτυξης και απασχόλησης, αλλά και τη σπουδαιότητα της δημιουργίας μιας αγοράς εργασίας η οποία να λειτουργεί εύρυθμα. Ορισμένα κράτη μέλη τονίζουν ότι σημαντική προϋπόθεση για την επίτευξη αυτών των στόχων, καθώς και για τη δημιουργία αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς, είναι ο καλύτερος συντονισμός της οικονομικής, δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής καθώς και της πολιτικής για την απασχόληση.

Στα νέα ΕΣΔ, τρεις πτυχές είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτες και συνιστούν βελτίωση σε σχέση με τα πρώτα ΕΣΔ. Η πρώτη πτυχή είναι η μεγαλύτερη αναγνώριση του γεγονότος ότι οι άνεργοι, ιδίως δε οι μακροχρόνια άνεργοι, δεν αποτελούν ομοιογενή ομάδα και ότι οι φραγμοί στην πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας ποικίλουν σημαντικά από άτομο σε άτομο. Κατά δεύτερον, δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στην ιδιαίτερα ευάλωτη κατάσταση των νοικοκυριών ανέργων, αλλά και στον μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά στα οποία εργάζεται ένα μόνο άτομο. Κατά τρίτον, τονίζεται επανειλημμένως η ευάλωτη κατάσταση ορισμένων ειδικών ομάδων: άτομα με ειδικές ανάγκες, μετανάστες και εθνοτικές μειονότητες, εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας με προσόντα που κινδυνεύουν να περάσουν σε αχρηστία, νέοι με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Επιπλέον, αναγνωρίζεται ότι οι γυναίκες αποτελούν ξεχωριστή ομάδα, της οποίας η συμμετοχή στην αγορά εργασίας μπορεί να αυξηθεί μόνο με τον συνδυασμό υπηρεσιών και στήριξης όσον αφορά τη φύλαξη παιδιών.

Μολονότι όλα τα κράτη μέλη τονίζουν ιδιαίτερα την ανάγκη προώθησης της δημιουργίας αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς, υπάρχουν διαφορές όσον αφορά την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί στις δράσεις. Ορισμένες χώρες (π.χ. το Λουξεμβούργο) επικεντρώνονται στη μείωση της ανεργίας, ιδίως δε της μακροχρόνιας ανεργίας, και των φραγμών που αντιμετωπίζουν οι πλέον ευάλωτες ομάδες, ενώ άλλες χώρες τονίζουν την ανάγκη να αυξηθεί γενικώς η συμμετοχή στην εργασία, ειδικότερα για κάποιες ειδικές ομάδες. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτελεσματική ενσωμάτωση των μειονεκτούντων ατόμων στην αγορά εργασίας θεωρείται ότι έχει τον πολλαπλό σκοπό της παροχής αυξημένης κοινωνικής ένταξης, της αύξησης των συνολικών ποσοστών απασχόλησης και της βελτίωσης της βιωσιμότητας των συστημάτων κοινωνικής προστασίας.

Για παράδειγμα, η ανάπτυξη πολιτικών για τη βελτίωση της κατάστασης της αγοράς εργασίας των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας είναι σημαντική όσον αφορά ορισμένες προοπτικές, οι σπουδαιότερες εκ των οποίων είναι ότι, σε περίπτωση που δεν αυξηθεί το ποσοστό συμμετοχής των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, η γήρανση του πληθυσμού θα επηρεάσει σημαντικά τη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού, την οικονομική ανάπτυξη και τη βιωσιμότητα των συστημάτων κοινωνικής προστασίας. Ωστόσο, η προώθηση της παράτασης του επαγγελματικού βίου θα μπορούσε επίσης να υποβοηθήσει την ανακούφιση των κοινωνικών επιπτώσεων της γήρανσης του πληθυσμού. Πολλά κράτη μέλη (Αυστρία, Δανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες) εξετάζουν την παράταση του επαγγελματικού βίου μέσω της βελτίωσης των συνθηκών εργασίας των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, του περιορισμού των συστημάτων πρόωρης συνταξιοδότησης ή της ενθάρρυνσης της ζήτησης εκ μέρους των εργοδοτών καθώς και της προσφοράς εργασίας.

Υλοποίηση: Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να αφιερώνουν ιδιαίτερη προσοχή στους μηχανισμούς υλοποίησης ως μέσο ανάπτυξης αποτελεσματικότερων προγραμμάτων για την αγορά εργασίας. Εξακολουθεί να υπάρχει η τάση για μεγαλύτερη αποκέντρωση, η οποία εξάλλου παρατηρήθηκε και στην πρώτη κοινή έκθεση για την ένταξη. Περιφέρειες, τοπικοί φορείς και δήμοι συμμετέχουν όλο και περισσότερο, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στις τοπικές συνθήκες για τον σχεδιασμό μέτρων πολιτικής για την απασχόληση τα οποία να συνδέονται με τη φτώχεια. Η δημόσια υπηρεσία απασχόλησης αποκεντρώνεται και/ή της παρέχεται μεγαλύτερη αυτονομία έναντι της κεντρικής κυβέρνησης, πολύ συχνά δε με τη δυναμική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, των ΜΚΟ, των κοινωνικών υπηρεσιών και άλλων τοπικών παραγόντων.

Στις Κάτω Χώρες, η λειτουργική ενσωμάτωση πραγματοποιείται σε επίπεδο δήμων, οι οποίοι αναλαμβάνουν την οικονομική ευθύνη τόσο για τα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας όσο και για τα μέτρα επανένταξης. Στην Ιταλία, η αποκέντρωση των πολιτικών για την αγορά εργασίας και των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου πολιτικού σχεδιασμού, και δίδεται μεγάλη έμφαση στην αναζήτηση τρόπων επίτευξης μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας των πολιτικών για την αγορά εργασίας. Εντούτοις, ελλείψει σημαντικού συντονισμού των πολιτικών και των μέτρων, επαρκούς χορήγησης χρηματοδοτικών πόρων καθώς και αποτελεσματικών στρατηγικών ανταλλαγής πληροφοριών (π.χ. τήρηση κοινών προδιαγραφών για την υποβολή εκθέσεων και την παρακολούθηση), ελλοχεύει ο κίνδυνος της αύξησης των ανισορροπιών μεταξύ των περιφερειών που επηρεάζονται από διαφορετικές ή ομοιόμορφες δυναμικές.

Κάτω Χώρες: Πειράματα κοινωνικης ενεργοποιησης (1996-2001)

Κατά την περίοδο 1996-2001, το υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων και Απασχόλησης εξουσιοδότησε (κατόπιν αιτήσεως) τους δήμους να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις του νόμου περί εθνικής παρέμβασης (ABW), προκειμένου να αναπτύξουν νέα μέσα ενεργοποίησης ώστε να εμποδίσουν τον κοινωνικό αποκλεισμό των ατόμων που λαμβάνουν επιδόματα και είναι περισσότερο απομακρυσμένα από την αγορά εργασίας, και να προωθήσουν την επανένταξή τους στην αγορά εργασίας.

Τα πειράματα παρακολουθούντο στενά μέσω διαχρονικής μελέτης αξιολόγησης. Το υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων και Απασχόλησης πρότεινε ένα υποστηρικτικό σχέδιο για την παρακολούθηση και τη διάδοση των αποτελεσμάτων, με ταυτόχρονη παροχή στήριξης στους δήμους. Οι μελέτες αξιολόγησης δείχνουν ότι τα πειράματα συνέβαλαν στη μείωση της κοινωνικής απομόνωσης, στην ενίσχυση της θέσης της αγοράς εργασίας και στην ύπαρξη πιο ενεργού στάσης μεταξύ των συμμετεχόντων. Τα πειράματα παρείχαν το κίνητρο για την ανάπτυξη μακροπρόθεσμων στρατηγικών κοινωνικής ενεργοποίησης, οι οποίες συνεχίζονται ακόμα και μετά το πέρας της πειραματικής περιόδου.

Οι παράγοντες επιτυχίας των πειραμάτων ήταν ότι η πολιτική έτυχε ευρείας στήριξης εκ μέρους των δήμων και ότι τα πειράματα συνέκλιναν με την ανάπτυξη στρατηγικών με στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής στις πόλεις και τις συνοικίες. Κατά τη διεξαγωγή των πειραμάτων, οι δήμοι συνεργάστηκαν με άλλες δημοτικές διευθύνσεις, καθώς και με πολλά άλλα σχετικά όργανα, ορισμένες φορές δε ακόμα και με οργανώσεις πελατών.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα πειράματα πραγματοποιήθηκαν χωρίς επιπλέον επιδοτήσεις. Τα πειράματα κοινωνικής ενεργοποίησης υλοποιούνται επί του παρόντος για άλλες ομάδες ατόμων που λαμβάνουν επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας, ιδίως δε ομάδες που λαμβάνουν επίδομα αναπηρίας. Σημειώθηκε επίσης πρόοδος όσον αφορά την ενίσχυση της πολιτικής.

Το κανονιστικό πλαίσιο. Ένα περιεκτικό πλαίσιο πολιτικής για την ενίσχυση του ανοίγματος και της ικανότητας ανταπόκρισης της αγοράς εργασίας στα αποκλεισμένα άτομα πρέπει να επιδεικνύει προσοχή στο κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί η αγορά εργασίας, καθώς και στις ρυθμίσεις και τους θεσμούς που αφορούν την αγορά εργασίας. Στα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε αυτόν τον τομέα περιλαμβάνεται η εισαγωγή κοινωνικών όρων/κεφαλαίων σε συλλογικές συμβάσεις ή ο καθορισμός ποσοστώσεων για την απασχόληση ατόμων με μειωμένη ικανότητα εργασίας (π.χ. Γερμανία). Κάποιες γενικές νομοθετικές διατάξεις που προάγουν τις ίσες ευκαιρίες προς όφελος των αποκλεισμένων ομάδων, για παράδειγμα των μεταναστών (βλέπε Κεφάλαιο 5), διευκολύνουν επίσης την πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας. Τέλος, η διεύρυνση της κοινωνικής προστασίας ώστε να καλύπτονται και αυτοί που εργάζονται με άτυπες συμβάσεις θεωρείται επίσης ένας τρόπος επίτευξης μιας καλύτερης αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς. Στην Αυστρία, η κάλυψη της αποζημίωσης απόλυσης επεκτάθηκε και στις άτυπες συμβάσεις. Επίσης, στην Ισπανία, οι προσπάθειες χάραξης πολιτικής στοχεύουν στη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Τα περισσότερα κράτη μέλη αναφέρονται στην ενεργό συμμετοχή των εργοδοτών στον αγώνα για τη δημιουργία μιας πιο ανοικτής αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς. Εκτός από το πλέον παραδοσιακό μέσο της παροχής επιδομάτων απασχόλησης στους εργοδότες, αυτό μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους, κυρίως δε με εκστρατείες απασχόλησης υπέρ συγκεκριμένων ομάδων στόχευσης, ιδίως άτομα με ειδικές ανάγκες και μετανάστες. με μέτρα για την ενθάρρυνση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (Αυστρία, Βέλγιο, Ιταλία και Ισπανία), και γενικές δράσεις οι οποίες να εστιάζονται στην καταπολέμηση των διακρίσεων. Έξι κράτη μέλη, πάντως, δεν περιλαμβάνουν στη στρατηγική τους αυτούς τους τύπους συμμετοχής της εργοδοσίας στη διαδικασία κοινωνικής ένταξης.

Σύμφωνα με την 9η κατευθυντήρια γραμμή της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση, η Ελλάδα και η Ιταλία θέτουν επίσης σε προτεραιότητα τη μετατροπή της αδήλωτης εργασίας σε κανονικής μορφής απασχόληση. Η μείωση της απασχόλησης στην παραοικονομία θεωρείται ότι έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και θα βοηθήσει στην πρόληψη των αντικινήτρων και των στρεβλώσεων στην αγορά εργασίας. θα περιορίσει επίσης τις έμμεσες μισθολογικές επιβαρύνσεις για ολόκληρο το εργατικό δυναμικό. Προκειμένου να βελτιωθεί η μετατροπή της αδήλωτης εργασίας σε κανονική εργασία, η Ελλάδα υπολογίζει στη μηχανοργάνωση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στη νομοθεσία περί μεταναστών και στην αναβάθμιση των υπηρεσιών της Επιθεώρησης Εργασίας.

Μια άλλη σημαντική δίοδος εν συγκρίσει με τα πρώτα ΕΣΔ είναι ότι, σε ορισμένα κράτη μέλη, η παρακολούθηση ή ακόμα η αξιολόγηση των μέτρων πολιτικής βρίσκεται ήδη στο στάδιο της διεξαγωγής ή έχει ανακοινωθεί. Ωστόσο, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στην πτυχή αυτή.

Προώθηση της πρόσβασης σε σταθερή και ποιοτική απασχόληση: δίοδοι προς την εργασία

Τα κράτη μέλη υιοθέτησαν διάφορες προσεγγίσεις προκειμένου να άρουν τους φραγμούς στην πρόσβαση στην απασχόληση - πόσο μάλλον στην ποιοτική και σταθερή απασχόληση - που αντιμετωπίζουν διάφορες ευάλωτες ομάδες.

Όπως παρατηρείται εδώ και αρκετά χρόνια, πολλά κράτη μέλη προσφέρουν εξατομικευμένη καθοδήγηση στους ανέργους ή στα άτομα που αναζητούν εργασία, πράγμα που σημαίνει ότι χρησιμοποιείται συνδυασμός εξειδικευμένων μέτρων ώστε να δημιουργηθούν δίοδοι προς την απασχόληση. Ολοένα και περισσότερες χώρες βασίζονται σε τέτοια πακέτα μέτρων, όπου διάφορες παρεμβάσεις όσον αφορά την αγορά εργασίας ολοκληρώνονται συχνά με μέτρα άλλων σχετικών τομέων, όπως κοινωνικές υπηρεσίες, υγειονομική περίθαλψη και αποκατάσταση, εκμάθηση γλωσσών, κλπ. Η προσέγγιση αυτή απαιτεί στενό και αποτελεσματικό συντονισμό πολλών οργάνων, τόσο σε κεντρικό όσο και σε τοπικό επίπεδο. Ακολουθούν ορισμένα παραδείγματα:

- Στη Φινλανδία, ξεκίνησε το 2002 ένα πιλοτικό σχέδιο για την προώθηση της απασχόλησης των μακροχρόνια ανέργων. Στοχεύει στη δημιουργία πακέτων υπηρεσιών απασχόλησης, στη θέσπιση πολιτικών για την αγορά εργασίας, στην παροχή υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης σε επίπεδο δήμου και υπηρεσιών αποκατάστασης εκ μέρους των ιδρυμάτων κοινωνικών ασφαλίσεων. Με βάση τα αποτελέσματα αυτού του πειράματος, σχεδιάζεται η μεταρρύθμιση της δημόσιας υπηρεσίας απασχόλησης για το 2004 ώστε να δημιουργηθεί ένα δίκτυο κέντρων ανάπτυξης εργατικού δυναμικού, το οποίο θα περιλαμβάνει το γραφείο απασχόλησης, την τοπική αρχή, το ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλους παρόχους υπηρεσιών.

- Οι Κάτω Χώρες προσφέρουν μια «σκάλα επανένταξης» σε άτομα τα οποία απέχουν πολύ από την αγορά εργασίας. Ξεκινά με μέτρα κοινωνικής ενεργοποίησης και καταλήγει στην τακτική εργασία. Για κάθε σκαλοπάτι αυτής της σκάλας απαιτούνται όλο και περισσότερες δεξιότητες. Οι ατομικοί στόχοι για τον πελάτη προσαρμόζονται στη διάρκεια του χρόνου. Τα άτομα με τα περισσότερα προβλήματα (λόγου χάρη συνδυασμός μακροχρόνιας ανεργίας, προβληματικών χρεών και ψυχολογικών προβλημάτων) μπορούν να έχουν πρόσβαση σε μια ολοκληρωμένη προσφορά πολλών υπηρεσιών.

Μολονότι ο σημαντικότερος στόχος είναι η διευκόλυνση της ενσωμάτωσης στη «κανονική» αγορά εργασίας, αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο για ορισμένες ομάδες που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα σοβαρές δυσκολίες. Στα εν λόγω άτομα προσφέρονται διάφορες μορφές προστατευόμενης εργασίας. Αυτές οι μορφές εργασίας ενέχουν γενικά τον κίνδυνο της παροχής υπερβολικά εξειδικευμένης και συνεπώς μη μεταβιβάσιμης εργασιακής εμπειρίας με αποτέλεσμα η «κανονική» αγορά εργασίας να καθίσταται όλο και λιγότερο προσιτή. Κατά συνέπεια, πρέπει να υπάρξει μέριμνα ώστε οι προστατευόμενες θέσεις εργασίας να προορίζονται για άτομα με πολύ περιορισμένη ικανότητα εργασίας σε μόνιμη βάση, τα οποία θα δυσκολεύονταν ιδιαίτερα να ανταποκριθούν στα πρότυπα παραγωγικότητας που απαιτούνται στους ανταγωνιστικούς τομείς.

Ορισμένα κράτη μέλη σκοπεύουν να εκμεταλλευτούν περισσότερο τη δυνατότητα δημιουργίας θέσεων εργασίας της κοινωνικής οικονομίας, η οποία σε πολλές χώρες (Αυστρία, Γερμανία) αντιστοιχεί ήδη σε μεγάλο μερίδιο του εθνικού ΑΕγχΠ. Στο Βέλγιο, αυτό επιτυγχάνεται μέσω ενός συστήματος συγχρηματοδότησης από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Στη Σουηδία, προσφέρεται χρηματοδοτική στήριξη σε κέντρα που παρέχουν πληροφορίες και συμβουλές για την ενθάρρυνση της ίδρυσης συνεταιριστικών επιχειρήσεων και την προώθηση της επιχειρηματικότητας στην κοινωνική οικονομία. Είναι σαφές ότι η κοινωνική οικονομία δεν πρέπει να θεωρείται απλώς μέσο για τη δημιουργία θέσεων εργασίας, αλλά και μέσο κάλυψης των αναγκών για κοινωνικές υπηρεσίες και βοήθεια που δεν καλύπτονται από την οικονομία της αγοράς.

Τέλος, οι παγίδες να καταστεί κανείς μη ενεργός και φτωχός που δημιουργεί το σύστημα φόρων και παροχών αναγνωρίζονται ουσιαστικά σε όλα τα ΕΣΔ ως σημαντικός, δυνητικά, φραγμός στην απασχόληση. Για τον λόγο αυτόν, τα κράτη μέλη θέσπισαν ποικίλα μέτρα ενεργοποίησης, με στόχο την εξάλειψη των αντικινήτρων στην απασχόληση ή την κατάρτιση, μέσω της εφαρμογής του ελάχιστου εισοδήματος από εργασία, της αύξησης των χαμηλών μισθών και των φορολογικών μεταρρυθμίσεων. Πράγματι, η ενεργοποίηση αποτελεί σταθερό βασικό στόχο της αγοράς εργασίας και της κοινωνικής πολιτικής σε πολλά κράτη μέλη, όπως στην Ιρλανδία, τις Κάτω Χώρες, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου συνδυάζεται με την παροχή βοήθειας σε άτομα που αναζητούν εργασία, καθώς και με τη δημιουργία δεξιοτήτων. Άλλες χώρες - η Ελλάδα και η Ιταλία - μόλις πρόσφατα άρχισαν να στρέφονται προς την προώθηση της μετάβασης από το επίδομα στην αμειβόμενη εργασία. Περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τις πολιτικές για την οικονομικά αποδοτική εργασία παρέχονται στο επόμενο κεφάλαιο το οποίο αφορά την προώθηση της πρόσβασης σε πόρους, δικαιώματα, αγαθά και υπηρεσίες.

Οι ευάλωτες ομάδες

Πολλά ΕΣΔ δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις ευάλωτες ομάδες από ό,τι τα ΕΣΔ του πρώτου γύρου. Οι ομάδες που αναφέρονται συχνά είναι οι μετανάστες, οι εθνοτικές μειονότητες και οι πρόσφυγες, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι μακροχρόνια άνεργοι, οι μειονεκτούντες νέοι, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, τα άτομα χαμηλών προσόντων και οι δικαιούχοι επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας. Υπάρχει επίσης μεγάλη ποικιλία ομάδων όπως τοξικομανείς και αλκοολικοί, (πρώην) τρόφιμοι φυλακών, άτομα που ζουν σε μειονεκτούσες περιοχές, μόνοι γονείς, δικαιούχοι επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας κ.ά., τις οποίες αναφέρουν κάποια κράτη μέλη. Συχνά, τα μέτρα που λαμβάνονται για τις εν λόγω ομάδες συγχρηματοδοτούνται από το πρόγραμμα EQUAL και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο.

Για τον προσδιορισμό των πλέον ευάλωτων ομάδων ή ατόμων, οι Κάτω Χώρες δημιούργησαν ένα καινοτόμο μοντέλο αξιολόγησης κινδύνων, το οποίο συνδέει τα χαρακτηριστικά της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού με τους παράγοντες κινδύνου όπως η εισοδηματική κατάσταση, η θέση στην αγορά εργασίας, η υγεία και οι συνθήκες διαβίωσης. Αυτό το μοντέλο αξιολόγησης κινδύνων παρέχει τη δυνατότητα καλύτερου προσδιορισμού της συσσώρευσης κινδύνων και της φτώχειας που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Στην Ισπανία, ετέθη ο στόχος της δημιουργίας συστήματος δεικτών για τη σκιαγράφηση των ατόμων που απειλούνται με αποκλεισμό από την απασχόληση, ούτως ώστε να διευκολυνθεί η μετατόπιση προς τις πολιτικές πρόληψης. Στο Λουξεμβούργο, δημιουργήθηκαν κέντρα αξιολόγησης για τον σκοπό αυτόν.

Λουξεμβούργο - Κέντρα αξιολογησης

Οι αποδέκτες του ελάχιστου εξασφαλισμένου εισοδήματος (RMG) που είναι ικανοί να εργαστούν λαμβάνουν ένα επίδομα ένταξης το οποίο αντιστοιχεί στον ελάχιστο μισθό, εάν συμμετάσχουν σε κάποιο μέτρο ενεργοποίησης και εάν καταχωρηθούν ως άτομα που αναζητούν εργασία.

Τα «κέντρα αξιολόγησης» δημιουργήθηκαν με σκοπό να πραγματοποιηθεί για κάθε έναν από τους εν λόγω δικαιούχους ξεχωριστά αξιολόγηση των ικανοτήτων του και των εμποδίων που αντιμετωπίζει όσον αφορά την ένταξή του. Με βάση αυτή την αξιολόγηση, καταρτίζονται σχέδια εξατομικευμένης ένταξης με στόχο την αποκατάσταση, τη βελτίωση ή τη διατήρηση της «απασχολησιμότητας» τους. Έτσι, οι συμμετέχοντες ωθούνται προς τα μέτρα επανένταξης που θεωρείται πως τους ταιριάζουν περισσότερο (περίοδοι εκπαίδευσης σε εταιρείες, εργασίες συλλογικής ωφέλειας, επαγγελματική κατάρτιση, επισκέψεις σε ψυχολόγο).

Τα άτομα που συμμετέχουν στο μέτρο αυτό παρακολουθούνται κάθε 3, 6 και 12 μήνες από την έναρξη της αξιολόγησης. Τα αποτελέσματα είναι πολύ αισιόδοξα, καθώς πάνω από το 90% των προτεινόμενων μέτρων συνεχίζουν να ακολουθούνται ύστερα από 3 ή 6 μήνες.

Οι συμμετέχοντες φαίνεται πως ωφελούνται με διάφορους τρόπους από το μέτρο αυτό: ενίσχυση των κοινωνικών ικανοτήτων, βελτίωση της παρουσίασης και της προσέγγισης στην αγορά εργασίας και στην αναζήτηση απασχόλησης, ενίσχυση των επαγγελματικών δεξιοτήτων.

Εθνοτικές μειονότητες και μετανάστες: Πολλά κράτη μέλη επιδεικνύουν προσοχή στις πολιτικές για την ενσωμάτωση των εθνικών μειονοτήτων, των προσφύγων και των μεταναστών. Στις Κάτω Χώρες, ένας ειδικός ποσοτικός στόχος σχετίζεται με το ποσοστό απασχόλησης των εν λόγω ομάδων. Ενώ επιδεικνύουν προσοχή στις ιδιαίτερες ανάγκες και στα ιδιαίτερα μειονεκτήματα των ομάδων αυτών, πολλές χώρες τονίζουν επίσης τις «υποχρεώσεις» τους ή την ευθύνη τους στην αγορά εργασίας. Στη Δανία, λόγου χάρη, οι αρχές ανέλαβαν ευρύ φάσμα πρωτοβουλιών και δραστηριοτήτων, οι οποίες καλύπτουν την αγορά εργασίας, τον κοινωνικό τομέα, καθώς και τους τομείς της στέγασης και της εκπαίδευσης, και όλες συνδυάζονται με το αίτημα μείωσης του επιδόματος ανεργίας, ούτως ώστε να ενισχυθούν τα κίνητρα για εξεύρεση εργασίας.

Άτομα με ειδικές ανάγκες: Όλα τα κράτη μέλη αναπτύσσουν ευρύ φάσμα δράσεων και μέσων για τη βελτίωση της κατάστασης της απασχόλησης για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Η μέριμνα για τις οικονομικές ανάγκες των ατόμων με ειδικές ανάγκες μέσω παροχών σε χρήμα δεν αρκεί, καθώς οδηγεί πολλούς να παραμένουν αποκλεισμένοι από την αγορά εργασίας ενίοτε δε και από ολόκληρη την κοινωνία. Εκτός από τα μέτρα επαγγελματικής αποκατάστασης και κατάρτισης, ποικίλοι τύποι βελτίωσης των όρων απασχόλησης προσφέρονται στα άτομα με ειδικές ανάγκες: επιδόματα απασχόλησης, προστατευόμενη εργασία και συνεχιζόμενη βοήθεια με επιδόματα αναπηρίας και κάλυψη ορισμένων δαπανών όταν ένα άτομο μεταβαίνει από τα επιδόματα στην αμειβόμενη απασχόληση.

Συνδυασμός οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής

Προκειμένου να αυξηθούν τα ποσοστά απασχόλησης, ιδίως των γυναικών, όλα τα κράτη μέλη επισημαίνουν τη σπουδαιότητα της επίτευξης συνδυασμού της εργασίας - ή των σπουδών - με την ανατροφή των παιδιών. Εντούτοις, η διαθεσιμότητα και η χρησιμοποίηση μονάδων φύλαξης παιδιών δεν πρέπει να θεωρείται απλώς μέσο υποβοήθησης του συνδυασμού οικογενειακού και επαγγελματικού βίου, αλλά και σημαντικό μέσο προώθησης των ευκαιριών νηπιακής αγωγής για όλα τα παιδιά, ιδίως δε εκείνα που προέρχονται από τα πλέον μειονεκτικά περιβάλλοντα. Σε γενικές γραμμές, τα κράτη μέλη δεν επεσήμαναν το ζήτημα αυτό.

Μπορούν να προσδιοριστούν πολλές προσεγγίσεις, όπως η επέκταση των μονάδων φύλαξης παιδιών, η παροχή οικονομικής ενίσχυσης σε οικογένειες με μικρά παιδιά, η δημιουργία φιλικού προς την οικογένεια εργασιακού περιβάλλοντος, η αύξηση των ελαστικών ωραρίων ή της μερικής απασχόλησης, η επανεξέταση του θέματος της γονικής άδειας και των συστημάτων ασφαλίσεως μητρότητας και, τέλος, η ευαισθητοποίηση των εργοδοτών σχετικά με τη σπουδαιότητα της δημιουργίας φιλικού προς την οικογένεια εργασιακού περιβάλλοντος.

Παρά τη διεύρυνση των υπηρεσιών φροντίδας και αγωγής παιδιών νηπιακής ηλικίας, εξακολουθεί να υφίσταται χάσμα ως προς τη μέριμνα για τα παιδιά 10-18 ετών, καθώς οι υπηρεσίες για τη νεότητα διαθέτουν όλο και λιγότερο προσωπικό και εγκαταστάσεις και τείνουν να μην καλύπτουν αυτές τις ηλικιακές ομάδες με αξιόπιστες υπηρεσίες όλες τις εργάσιμες ημέρες. Μόνο η σκανδιναβική, και ιδιαιτέρως η φινλανδική, συνολική προσέγγιση στα συστήματα σχολικής πρόνοιας είναι αρκετά γενική ώστε να λαμβάνει υπόψη όλα τα κενά στον τομέα της μέριμνας.

Βελτίωση της απασχολησιμότητας

Σε όλα τα ΕΣΔ αναγνωρίζεται η σπουδαιότητα των δεξιοτήτων ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την είσοδο στην αγορά εργασίας. Για τον λόγο αυτόν, τα κράτη μέλη αναπτύσσουν μέτρα κατάρτισης για ειδικές ομάδες στόχους, όπως τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι μετανάστες, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, οι μειονεκτούντες νέοι. Επιπλέον, ορισμένα κράτη μέλη (Γαλλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο και Πορτογαλία) προωθούν την αξιοποίηση των άτυπα αποκτηθεισών ικανοτήτων. Αυτή η προσέγγιση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους εργαζόμενους με χαμηλά προσόντα ή τους μετανάστες και τους υπηκόους χωρών εκτός ΕΕ, οι οποίοι απέκτησαν εμπειρία στη χώρα καταγωγής τους.

Η προώθηση της διά βίου μάθησης πραγματοποιείται μέσω οργανωτικών μεταρρυθμίσεων και θεσμικών αλλαγών. Στην Ελλάδα, συστάθηκε ένα νέο γραφείο, το οποίο υπάγεται στη δημόσια υπηρεσία απασχόλησης και το οποίο θα αναλάβει αρμοδιότητες επαγγελματικής κατάρτισης. Επιπλέον, δημιουργήθηκε μια νέα υπηρεσία (Παρατηρητήριο Απασχόλησης), η οποία έχει ως κύριο στόχο τον προσδιορισμό των υφιστάμενων αναγκών στην αγορά εργασίας και την αξιολόγηση των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφής ο σημαντικός ρόλος που διαδραματίζουν τα αποτελεσματικά εκπαιδευτικά συστήματα για ενήλικες στην ανάπτυξη της κατάρτισης που σχετίζεται άμεσα με την απασχόληση. Η ανάπτυξη των εν λόγω εκπαιδευτικών συστημάτων πρέπει να βασίζεται σε διεξοδική ανάλυση αναγκών και στη διαμόρφωση συνεκτικής πολιτικής που θα απευθύνεται σε συγκεκριμένες ομάδες στόχους. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι οι πρωτοβουλίες θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα πιστοποίησης γνώσεων σε εθνικό επίπεδο, μέσω διαφορετικών συστημάτων αξιολόγησης και με την ακαδημαϊκή αναγνώριση πρότερης κατάρτισης. Για την αποτελεσματική κατάρτιση των ενηλίκων απαιτείται η συμμετοχή των κύριων ενδιαφερόμενων φορέων και πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις δραστηριότητες προσέγγισης και καθοδήγησης, στις συμβουλευτικές υπηρεσίες και την υποστήριξη σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Οι λεγόμενοι «διαμεσολαβητές της μάθησης» θα αποτελέσουν τον ενδιάμεσο μεταξύ της ομάδας στόχου και του παρόχου εκπαιδευτικών υπηρεσιών και μπορούν να συντελέσουν σημαντικά στην ενθάρρυνση της συμμετοχής των μειονοτικών ομάδων. Η άρση των οικονομικών αντικινήτρων για τη συμμετοχή στην εκπαίδευση ενηλίκων μπορεί επίσης να είναι σημαντική.

Μολονότι η βελτίωση της απασχολησιμότητας θεωρείται σημαντικό μέσο για την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, λιγότερη έμφαση δίδεται στις πολιτικές διατήρησης και βελτίωσης της απασχολησιμότητας καθ' όλη τη διάρκεια του επαγγελματικού βίου, με στόχο οι εργαζόμενοι να διατηρούν τις θέσεις απασχόλησής τους και η πορεία τους στην απασχόληση να είναι ανοδική.

5. ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΟΧΟ 1.2. «ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΕ ΠΟΡΟΥΣ, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ, ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ»

(α) Θα οργανωθούν τα συστήματα κοινωνικής προστασίας ούτως ώστε συγκεκριμένα:

- να συμβάλλουν στην εξασφάλιση των απαιτούμενων πόρων για μια αξιοπρεπή ζωή για όλους.

- να βοηθούν στην υπερπήδηση των εμποδίων για την εξεύρεση απασχόλησης ούτως ώστε η πρόσβαση στην απασχόληση να εξασφαλίζει αυξημένο εισόδημα και να ευνοεί τη δυνατότητα επαγγελματικής ενσωμάτωσης.

(β) Θα εφαρμοστούν πολιτικές με στόχο την πρόσβαση όλων σε μια αξιοπρεπή και υγιεινή κατοικία καθώς και στις απαιτούμενες βασικές υπηρεσίες λαμβανομένου υπόψη του τοπικού πλαισίου για μια ομαλή ζωή στην κατοικία αυτή (ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, θέρμανση, κ.ά.).

(γ) Θα εφαρμοστούν πολιτικές με στόχο την πρόσβαση όλων στην περίθαλψη που η κατάσταση της υγείας τους σε περίπτωση εξάρτησης.

(δ) Θα αναπτυχθούν για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα παροχές, υπηρεσίες ή δράσεις πλαισίωσης που θα επιτρέπουν μια αποτελεσματική πρόσβαση στην εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη και άλλες βασικές δημόσιες ή ιδιωτικές υπηρεσίες, όπως ο πολιτιστικός τομέας, ο αθλητισμός και η αναψυχή.

5.1. Συστήματα κοινωνικής προστασίας

Τα συστήματα κοινωνικής προστασίας διαδραματίζουν βασικό ρόλο στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, καθώς εμποδίζουν τα άτομα που στερούνται, σε προσωρινή ή μόνιμη βάση, εισοδήματος από εργασία να οδηγηθούν στη φτώχεια. Είναι εύλογο ότι η σχέση μεταξύ του επιπέδου των δαπανών στον τομέα της κοινωνικής προστασίας και του κινδύνου της φτώχειας καθορίζεται με βάση εμπειρικά στοιχεία. Όπως φαίνεται στο σχήμα 12, τα κράτη μέλη στα οποία η κατά κεφαλήν κοινωνική δαπάνη είναι υψηλότερη του μέσου όρου τείνουν να εμφανίζουν σχετικά χαμηλότερο κίνδυνο φτώχειας, και αντιστρόφως. Ωστόσο, αυτή η απλή συσχέτιση δεν πρέπει να θεωρηθεί ως η μοναδική κατευθυντήρια γραμμή για πολιτική δράση. Πολλοί άλλοι εξίσου σημαντικοί παράγοντες συμβάλλουν στον προσδιορισμό της μερίδας του πληθυσμού που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, όπως ο βαθμός στον οποίο το φορολογικό σύστημα ανταποκρίνεται στους στόχους της κοινωνικής ισότητας, ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα παροχών διαρθρώνεται σε μεγάλους κλάδους, η ιεράρχηση των στόχων της κοινωνικής πρόνοιας, η αποδοτικότητα της παροχής υπηρεσιών, η ηλικιακή δομή του πληθυσμού, ο κύκλος οικονομικής δραστηριότητας και το γενικό πρότυπο κατανομής του εισοδήματος και της γενικής οικονομικής ευημερίας.

Σχήμα 12. Συσχέτιση μεταξύ του κινδύνου φτώχειας και της κατά κεφαλήν κοινωνικής δαπάνης - 2000

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Όντας αντιμέτωπα με τη γήρανση του πληθυσμού, όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να εκσυγχρονίσουν τα συστήματα κοινωνικής προστασίας ώστε να διασφαλίσουν επαρκείς συντάξεις και παροχές υγειονομικής περίθαλψης στο μέλλον, χωρίς να διακινδυνεύσουν τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών. Ορισμένα κράτη μέλη (Ιταλία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία) πραγματοποιούν ευρύ φάσμα μεταρρυθμίσεων στα συστήματα κοινωνικής προστασίας, οι οποίες θα έχουν αντίκτυπο στις πολιτικές ένταξης που αναλύονται στα σχέδια δράσης. Γενικότερα, σε μια περίοδο βραδείας ανάπτυξης, τα κράτη μέλη βρίσκονται ενώπιον δύσκολων επιλογών μεταξύ της ανάγκης να τεθεί υπό έλεγχο το αυξανόμενο κόστος (λόγω των αυξανόμενων πιέσεων που ασκούνται στην κοινωνική πρόνοια και στα επιδόματα ανεργίας) και της ανάγκης παροχής επαρκούς κάλυψης στις πιο εκτεθειμένες κοινωνικές ομάδες.

Ελάχιστο εισόδημα

Τα άτομα που είναι σε μόνιμη βάση αποκλεισμένα από την αγορά εργασίας, πρέπει να προστατεύονται από τη φτώχεια και τον αποκλεισμό με τη χρησιμοποίηση ενός «διχτυού ασφαλείας» ως τελευταία διέξοδο σε περίπτωση που εξαντλούνται ή δεν είναι διαθέσιμες άλλες μορφές κοινωνικής ασφάλισης. Όλα σχεδόν τα κράτη μέλη παρέχουν κάποια μορφή διασφάλισης ενός ελάχιστου εισοδήματος για όλα τα άτομα που κατοικούν νόμιμα στο έδαφός τους. Αυτή η οικονομική βοήθεια συμπληρώνεται από ποικιλία επιδομάτων ή υπηρεσιών που παρέχονται σε τοπικό επίπεδο με στόχο να βοηθούν τους δικαιούχους να αντιμετωπίζουν το κόστος της στέγασης, της εκπαίδευσης, της περίθαλψης ή της νομικής βοήθειας. Δύο κράτη μέλη (Ελλάδα και Ιταλία) αναπτύσσουν την εναλλακτική ιδέα της δημιουργίας «δικτύου αλληλεγγύης», η οποία βασίζεται στον ισχυρό προληπτικό ρόλο της οικογένειας και συνδυάζει πολλά στοχοθετημένα συστήματα υποστήριξης, των οποίων η διαχείριση γίνεται σε αποκεντρωμένο επίπεδο. Μολονότι τα συστήματα εξασφάλισης ελάχιστου εισοδήματος συνέβαλαν στη σημαντική μείωση του κινδύνου φτώχειας σε πολλές χώρες της ΕΕ, υποβλήθηκαν σε εξονυχιστικό έλεγχο, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι προάγουν και δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική ενσωμάτωση στην αγορά εργασίας και ότι η διαχείρισή τους είναι αποτελεσματική. Από την άλλη μεριά, πρέπει να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο θα εφαρμοστεί στην Ελλάδα και την Ιταλία η εναλλακτική προσέγγιση ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η πρόκληση της μείωσης της φτώχειας, πρόκληση ιδιαίτερα σημαντική στις εν λόγω χώρες.

Στα ΕΣΔ/ένταξη αναφέρονται ορισμένες πολιτικές μεταρρυθμίσεις με συνέπειες στο επίπεδο, το πεδίο εφαρμογής, την πρόσβαση ή την επιλεξιμότητα των παροχών ελάχιστου εισοδήματος.

Αύξηση/διατήρηση της επάρκειας: Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, τα ΕΣΔ/ένταξη περιλαμβάνουν πολλές προσεγγίσεις πολιτικής, οι οποίες ποικίλλουν από σχέδια για την αύξηση της πραγματικής αξίας των επιδομάτων ελάχιστου εισοδήματος σε μια δεδομένη τιμή-στόχο (Ισπανία, Ιρλανδία) έως την αναγνώριση της ανάγκης περικοπής τους είτε για να αποφευχθεί η αποθάρρυνση από την εργασία είτε λόγω της υφιστάμενης επιβράδυνσης της οικονομικής ανάπτυξης (Δανία, Κάτω Χώρες), ενώ άλλες χώρες επιχειρούν να διατηρήσουν την αγοραστική δύναμη μέσω της ανάπτυξης δεικτών (Γαλλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο).

Η Ισπανία ανακοινώνει το στόχο της να εναρμονίσει προοδευτικά την παροχή του «ελάχιστου εισοδήματος ενσωμάτωσης» (RMI) σε όλες τις αυτόνομες κοινότητες και να αυξήσει τα προβλεπόμενα κονδύλια στο 70% του ελάχιστου μισθού κατά μέσο όρο. Η Ιρλανδία στοχεύει να επιτύχει το εβδομαδιαίο ποσό των 150 ευρώ (με τα δεδομένα του 2002) για τα χαμηλότερα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας έως το 2007. Το ποσό αυτό θα αυξάνεται καθ' όλη τη διάρκεια εφαρμογής του σχεδίου ούτως ώστε να επιτευχθεί ο στόχος αυτός. Και οι δύο χώρες συνδέουν στρατηγικά το στόχο της αύξησης των επιπέδων επάρκειας των ελάχιστον πληρωμών κοινωνικής πρόνοιας με τους συνολικούς στόχους για τη φτώχεια. Η Αυστρία δηλώνει πως σκοπεύει να εναρμονίσει τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας στα ανεξάρτητα κρατίδια, ως προς το ύψος, την πρόσβαση και την επιλεξιμότητα.

Διασφάλιση επαρκούς ελάχιστου εισοδήματος για τα άτομα μεγάλης ηλικίας: Πρόκειται για έναν τομέα στον οποίο αναλαμβάνεται εντονότερη δράση όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις, καθώς όλα σχεδόν τα κράτη μέλη επανεξετάζουν διάφορες πολιτικές που στοχεύουν στη διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας μακροπρόθεσμα παρέχοντας παράλληλα επαρκές ελάχιστο ύψος συντάξεων. Αυτό ερμηνεύεται έως έναν βαθμό ως προσπάθεια πρόληψης των συνεπειών των προηγούμενων προσπαθειών μεταρρύθμισης για τη μείωση των μελλοντικών δαπανών για συντάξεις, επιδιώκοντας παράλληλα τη διασφάλιση των ατόμων που δικαιούνται ελάχιστη ή καθόλου σύνταξη. Σε πολλές χώρες, ενδεχομένως να σημειωθεί μείωση του ποσοστού αντικατάστασης των συντάξεων γήρατος, στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων που στοχεύουν στη διασφάλιση της βιωσιμότητας των συντάξεων (Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία, Ιταλία, Σουηδία). Ορισμένα μέτρα που ανακοινώνονται σε διάφορα ΕΣΔ/ένταξη επιδιώκουν την προστασία της θέσης εκείνων εκ των πλέον ευάλωτων ατόμων που βασίζονται σε ελάχιστες ή κοινωνικές (δηλαδή χωρίς εισφορές) συντάξεις. Το σχέδιο της Αυστρίας προτείνει ορισμένα προγράμματα για τον σκοπό αυτό, στα οποία περιλαμβάνεται η προσωρινή προστασία των συντάξεων από τον πληθωρισμό (για 2 έτη), δημιουργία ταμείων αντιμετώπισης ελλείψεων και καθορισμός ανώτατου ορίου 10% για τη μείωση της αξίας των συντάξεων εν συγκρίσει με το 2002, ως αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων. Η Αυστρία θα αυξήσει επίσης τα επιδόματα για έγγαμα ζευγάρια μεγάλης ηλικίας και θα μειώσει τις φορολογικές οφειλές των ατόμων με χαμηλό εισόδημα. Στη Σουηδία, θα καθιερωθεί πρόσθετο επίδομα διαβίωσης για τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (κυρίως μετανάστες) που στερούνται δικαιωμάτων. Το Βέλγιο δεσμεύεται να καθορίσει ένα ποσοστό αύξησης για τη διασφάλιση του εισοδήματος των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας.

Ωστόσο, άλλες χώρες (Ιρλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Πορτογαλία, Ελλάδα, Ισπανία) όπου η φτώχεια απειλεί σε μεγάλο βαθμό τα άτομα μεγάλης ηλικίας, επιδιώκουν την αύξηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των ελάχιστων συντάξεων, θέτοντας ενίοτε στόχους. Στην Ιρλανδία, η κυβέρνηση σχεδιάζει να αυξήσει τη συμπληρωματική συνταξιοδοτική κάλυψη από 50% που είναι σήμερα σε 70% και θέτει το στόχο οι συντάξεις κοινωνικής πρόνοιας να φτάσουν το στόχο των 200 ευρώ έως το 2007. Το Ηνωμένο Βασίλειο προσέθεσε ένα νέο συνταξιοδοτικό κονδύλι στο κρατικό συνταξιοδοτικό σύστημα και ανακοίνωσε την καταβολή 100 επιπλέον στερλινών στους συνταξιούχους άνω των 80 ετών. Ως αποτέλεσμα των μέτρων αυτών, τα φτωχότερα νοικοκυριά συνταξιούχων, που αντιστοιχούν στο ένα τρίτο του συνόλου, αναμένεται να κερδίσουν έως και 1.600 λίρες στερλίνες ετησίως σε πραγματικούς όρους (τα δύο τρίτα των δικαιούχων είναι γυναίκες). Η Ισπανία σχεδιάζει να αυξήσει τις συντάξεις επιβίωσης και τις ελάχιστες συντάξεις. Στην Ελλάδα, η εισαγωγή του ΕΚΑΣ προκάλεσε ταχύτερη αύξηση των συντάξεων σε σχέση με τους μισθούς κατά τα τελευταία έτη. Στην Πορτογαλία, οι ελάχιστες συντάξεις για ηλικιωμένους και οι ελάχιστες αναπηρικές συντάξεις θα συγκλίνουν με το 65-100% του βασικού μισθού, και τα ζευγάρια ηλικιωμένων (άνω των 75 ετών) θα λαμβάνουν κοινωνική σύνταξη η οποία θα βρίσκεται στο επίπεδο του βασικού μισθού.

Προσαρμογή των συστημάτων πρόνοιας στις ιδιαίτερες ανάγκες: Ορισμένα ΕΣΔ/ένταξη αναφέρουν τη λήψη μέτρων με στόχο τη βελτίωση της προστασίας για ειδικές κατηγορίες ή για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων. Η Αυστρία αύξησε το ποσοστό αναπλήρωσης καθαρού εισοδήματος των χαμηλότερων επιδομάτων ανεργίας από 55% σε 80% (για άτομα που συντηρούν εξαρτώμενα άτομα) ή σε 60% (για άτομα που δεν συντηρούν εξαρτώμενα άτομα). Η Ελλάδα εφαρμόζει τρία πιλοτικά προγράμματα εισοδηματικής στήριξης, τα οποία απευθύνονται σε φτωχά νοικοκυριά που ζουν σε μειονεκτούσες ή ορεινές περιοχές, σε μακροχρόνια ανέργους μεγαλύτερης ηλικίας και σε φτωχά νοικοκυριά με τέκνα κάτω των 18 ετών. Αποφάσισε να προχωρήσει με τέτοιου είδους προγράμματα καθ' όλη τη διάρκεια του σχεδίου. Το Βέλγιο (περιφέρεια της Φλάνδρας) θα εξασφαλίσει ελάχιστη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε φτωχά νοικοκυριά. Η Γαλλία εστιάζει στις οικονομικές δυσκολίες των πολυμελών οικογενειών και επεκτείνει το οικογενειακό επίδομα πέρα από την ημερομηνία συμπλήρωσης του 20ού έτους του μεγαλύτερου τέκνου. Η Φινλανδία επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής της προληπτικής κοινωνικής πρόνοιας, με στόχο την ανακούφιση των δυσκολιών που οφείλονται σε οφειλόμενα ενοίκια, συμμετοχή σε ενεργά μέτρα ή σε υπερχρέωση και οδηγούν σε αιφνίδια επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των ατόμων ή των οικογενειών. Εισήγαγε επίσης ένα κονδύλι για άτομα που δεν έχουν δυνατότητα λήψης πιστώσεων με λογικούς όρους λόγω χαμηλού εισοδήματος ή περιορισμένων πόρων.

Ορισμένες μεταρρυθμίσεις των πολιτικών που οδηγούν σε αύξηση της στήριξης της κοινωνικής πρόνοιας προς άτομα που έχουν παιδιά μπορούν να ερμηνευθούν εν μέρει ως μέσο αύξησης της γεννητικότητας. Ωστόσο, στον βαθμό που τα επιδόματα τέκνων δεν εξαρτώνται σε καμία περίπτωση από τον τύπο απασχόλησης, δύνανται να δράσουν ως αντικίνητρο της συμμετοχής στην απασχόληση. Τα νέα επιδόματα τέκνου της Αυστρίας παρέχουν καθολικό δικαίωμα σε χρηματικό επίδομα, στόχος του οποίου είναι οι νεαρές οικογένειες να υπερβούν το επίπεδο του ελάχιστου εισοδήματος, ακόμα και εάν δεν εργάζονται. Η Ιρλανδία θα ορίσει επιδόματα τέκνων τα οποία θα φτάνουν το επίπεδο του 33-35% των ελάχιστον επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας. Άλλες χώρες αντικατοπτρίζουν στις πολιτικές τους για τη στήριξη της οικογένειας τον στόχο της οικονομικά αποδοτικής εργασίας. Η Φινλανδία αύξησε τα επιδόματα τέκνου και άλλα οικογενειακά επιδόματα, ενώ επιπλέον σκοπεύει να χαλαρώσει τα κριτήρια επιλεξιμότητας, με στόχο την αύξηση της ελκυστικότητας της εργασίας σε σχέση με την εξάρτηση από την κοινωνική ασφάλιση. Η Σουηδία επέβαλε ανώτατο όριο στο κόστος της φύλαξης παιδιών ώστε να αποφευχθεί η αύξηση των δαπανών για τους γονείς που αποφασίζουν να εργαστούν περισσότερες ώρες. Επιπλέον, καταβλήθηκαν προσπάθειες για την προστασία των δικαιωμάτων συνταξιοδότησης των γονέων που διακόπτουν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Η Γερμανία και η Αυστρία δρομολόγησαν με ταχύτατους ρυθμούς τέτοιου είδους προσπάθειες.

Ο υπολογισμός του ελάχιστου εισοδήματος ή επιδόματος δεν προσαρμόζεται ακόμα στη στρατηγική της Λισσαβόνας, καθώς η πρόσβαση στην κοινωνία της γνώσης περιορίζεται ολοένα και περισσότερο εξαιτίας του κόστους της, το οποίο αδυνατούν να καλύψουν τα άτομα με χαμηλό εισόδημα. Είναι αδύνατο να υπάρξει πρόσβαση στην ηλεκτρονική μάθηση ή στις μεταφορές και να καλυφθεί το κόστος των εκπαιδευτικών βιβλίων ή των υπηρεσιών βιβλιοθήκης, χωρίς την πρόβλεψη σχετικής δαπάνης στον ατομικό προϋπολογισμό, εφόσον οι υπηρεσίες που σχετίζονται με την παροχή γνώσεων στο κοινό δεν παρέχονται πλέον δωρεάν.

Οικονομικά αποδοτική εργασία

Στα ΕΣΔ 2003 αντικατοπτρίζεται η φιλοδοξία των κρατών μελών να αναπτύξουν στρατηγικές ενεργοποίησης σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που θεσπίστηκαν στην ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση. Τέτοιου είδους στρατηγικές επεκτείνονται ολοένα και περισσότερο σε δικαιούχους των συστημάτων ελάχιστου εισοδήματος και άλλων επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας. Παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη μεταρρύθμιση Hartz IV στη Γερμανία, με την οποία συγχωνεύεται το επίδομα ανεργίας και οι παροχές κοινωνικής πρόνοιας για τα άτομα που είναι ικανά να εργαστούν. Μετά την εμπειρία που αποκομίστηκε από την ενεργοποίηση των δικαιούχων επιδομάτων ανεργίας, πολλά κράτη μέλη προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν τον αρνητικό αντίκτυπο της κοινωνικής πρόνοιας στην προθυμία αναζήτησης εργασίας ή συμμετοχής σε ενεργά μέτρα. Επίσης, σε ολοένα και περισσότερες χώρες δημιουργούνται ή βελτιώνονται οικονομικά κίνητρα με στόχο τα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας να εξακολουθούν να λαμβάνονται ακόμα και μετά την έναρξη απασχόλησης. Στόχος είναι η υπέρβαση των εμποδίων στην απασχόληση μέσω της διασφάλισης ότι η εύρεση εργασίας θα οδηγεί πάντα σε αύξηση του προσωπικού εισοδήματος.

Η Σουηδία δίνει στρατηγική σημασία στην επιδίωξη αυτή, επιμένοντας στον μακροπρόθεσμο στόχο της «κοινωνικής δικαιοσύνης», ο οποίος αφορά τη μείωση του αριθμού των ατόμων που εξαρτώνται από την κοινωνική πρόνοια έως το 2004, μέσω του συνδυασμού της δημιουργίας θέσεων απασχόλησης χάρη στην οικονομική ανάπτυξη και των πολιτικών ενεργοποίησης. Ο στόχος αυτός περιλαμβανόταν στο ΕΣΔ/ένταξη του 2001, αλλά η επίτευξή του μοιάζει τώρα πιο δύσκολη, δεδομένου του δυσχερέστερου οικονομικού κλίματος.

Ορισμένα ΕΣΔ/ένταξη προβλέπουν αναθεωρήσεις των όρων επιλεξιμότητας για τα επιδόματα ελάχιστου εισοδήματος, καθώς και για άλλα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας, προκειμένου να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή των δικαιούχων στα ενεργά προγράμματα αγοράς εργασίας, να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειές τους να βρουν εργασία και να ενθαρρυνθούν ώστε να κάνουν δεκτές τις προσφορές θέσεων εργασίας (Αυστρία, Δανία, Γερμανία, Κάτω Χώρες). Ωστόσο, η επιτυχία αυτών των πολιτικών εξαρτάται από την απόδοση της αγοράς εργασίας.

Η Δανία μείωσε τα επιδόματα των δικαιούχων που λάμβαναν τέτοιου είδους επιδόματα για διάστημα έξι μηνών και πλέον. Διάφορα κρατικά επιδόματα, όπως τα επιδόματα στέγασης, περικόπτονται ή καταργούνται για τους δικαιούχους που λαμβάνουν επιδόματα για περίοδο έξι μηνών και δεν διαθέτουν συμπληρωματικό εισόδημα από εργασία. Ταυτόχρονα, το οικονομικό κίνητρο ενισχύθηκε με τη μείωση του απαιτούμενου συμπληρωματικού εισοδήματος για τη λήψη του επιδόματος. Οι Κάτω Χώρες προτίθενται να καταργήσουν τα δημοτικά ειδικά επιδόματα για τα άτομα κάτω των 65 ετών, ενώ θα προσφέρουν ευκαιρίες ενεργοποίησης στους μακροχρόνια ανέργους που εξαρτώνται από την κοινωνική πρόνοια. Ταυτόχρονα, θα θεσπιστεί ένα νέο «μόνιμο συμπληρωματικό επίδομα ελάχιστου εισοδήματος» υπέρ των ατόμων που λαμβάνουν επί μακρό χρονικό διάστημα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας και δεν έχουν προοπτικές να επιστρέψουν στην αγορά εργασίας. Συνεπώς, αυτό το επίδομα δεν θα οδηγεί στην παγίδευση των ατόμων στη φτώχεια. Στη Γερμανία, μια από τις συνέπειες της μεταρρύθμισης «Hartz IV» είναι η παροχή πρόσβασης τους πρώην δικαιούχους επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας στα ενεργά μέτρα πολιτικής για την αγορά εργασίας και η συμπερίληψή τους στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Εντούτοις, πρέπει να παρακολουθούνται οι πιθανές επιπτώσεις των αυστηρότερων μέσων ελέγχου και των χαμηλότερων επιπέδων επιδομάτων στα εισοδήματα των πρώην δικαιούχων μακροχρόνιων επιδομάτων ανεργίας (Arbeitslos). Η ανανεωμένη δημόσια υπηρεσία απασχόλησης, σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές, θα αναλάβει ειδική ευθύνη για την αποφυγή του αποκλεισμού των ατόμων που έχασαν το δικαίωμα λήψης επιδόματος.

Η Γαλλία ξεκίνησε στο παρελθόν διάφορα συστήματα ενεργοποίησης, με στόχο την παροχή εξατομικευμένης στήριξης και ευκαιριών εργασίας σε άτομα που είναι απομακρυσμένα από την αγορά εργασίας. Στο νέο, αποκεντρωμένο πλαίσιο θα δημιουργηθεί ένα νέο είδος επιδοτούμενων συμβάσεων («ελάχιστο εισόδημα δραστηριότητας» ή RMA) με στόχο την παροχή στους δικαιούχους του ελάχιστου εισοδήματος ενσωμάτωσης (RMI) ενός μέσου ενσωμάτωσης διάρκειας 18 μηνών, το οποίο θα περιλαμβάνει τη μερική απασχόληση και την ατομική καθοδήγηση. Το Λουξεμβούργο δίνει προτεραιότητα στους νέους δικαιούχους του εγγυημένου ελάχιστου εισοδήματος (RMG) όσον αφορά τη συμμετοχή τους σε προγράμματα κατάρτισης σε επιχειρήσεις και την εξατομικευμένη ενσωμάτωση (το μέτρο θα είναι υποχρεωτικό για τα άτομα ηλικίας 25-45 ετών).

Ολοένα και περισσότερα κράτη μέλη επιχειρούν να βελτιώσουν τα οικονομικά κίνητρα για την εξεύρεση εργασίας. Στα μέτρα περιλαμβάνεται η συνέχιση της καταβολής (μέρους) των επιδομάτων μετά την εξεύρεση εργασίας, φορολογικές μεταρρυθμίσεις για την αύξηση των καθαρών αποδοχών των χαμηλόμισθων και αυξήσεις του ελάχιστου εισοδήματος. Άλλα μέτρα για την αύξηση της ελκυστικότητας της εργασίας περιλαμβάνουν την προσαρμογή κανόνων κοινωνικής ασφάλισης ώστε να καλύπτονται καλύτερα οι άτυπες συμβάσεις.

Η χορήγηση επιδομάτων σε εργαζόμενους έχει μακρά παράδοση στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία. Τώρα αρχίζουν να γίνονται ιδιαίτερα προσφιλή και σε άλλες χώρες. Οι Κάτω Χώρες αύξησαν τις φορολογικές εκπτώσεις στα εργαζόμενα άτομα και στους εργαζόμενους γονείς, και σκοπεύουν να τις αυξήσουν περαιτέρω, προκειμένου οι εκροές να μεταφερθούν από τα επιδόματα στην αμειβόμενη εργασία. Το Βέλγιο, με το «bonus crιdit d'emploi» (μετά το 2004), και η Γαλλία, με το «prime pour l'emploi» (από το 2001) θεσπίζουν συστήματα φορολογικών εκπτώσεων με στόχο τη βελτίωση του καθαρού εισοδήματος των χαμηλόμισθων. Και στις δύο χώρες, θα επέλθουν βελτιώσεις στους όρους που παρέχονται στους εργαζομένους μερικής απασχόλησης. Επιπλέον, το Βέλγιο στοχεύει στους εργαζόμενους μόνους γονείς με τη βοήθεια φορολογικών μέτρων, προκειμένου να αυξήσει την ελκυστικότητα της εργασίας και να βοηθήσει τα άτομα αυτά να εξέλθουν από τη φτώχεια. Η Φινλανδία θα εφαρμόσει δοκιμαστικά για χρονική περίοδο τριών ετών έναν κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τουλάχιστον το 20% του εισοδήματος που κερδίζει ένα άτομο ή μια οικογένεια που αιτείται εισοδηματική στήριξη θα είναι αφορολόγητο. Το Λουξεμβούργο θα αυξήσει από 20% σε 30% την αναλογία του εισοδήματος το οποίο κερδίζει ένα άτομο ή μια οικογένεια που αιτείται εισοδηματική στήριξη, στο πλαίσιο του συστήματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

Το Ηνωμένο Βασίλειο μεταρρύθμισε το σύστημα φορολογικών εκπτώσεων με τη θέσπιση συστήματος φορολογικών εκπτώσεων για εργαζομένους (WTC) και φορολογικών εκπτώσεων για παιδιά (CTC). Το WTC παρέχει οικονομική στήριξη σε ενήλικες που ζουν σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, καθώς και βοήθεια για τη φύλαξη των παιδιών. το σύστημα CTC παρέχει στήριξη σε οικογένειες με παιδιά μετά από έλεγχο των οικονομικών τους πόρων, συνδυάζοντας όλα τα προϋπάρχοντα μέτρα εισοδηματικής στήριξης για παιδιά. Τόσο το CTC όσο και τα επιδόματα του WTC για τη φύλαξη των παιδιών καταβάλλονται πλέον άμεσα στο άτομο που φροντίζει κατά βάσιν τα παιδιά στην οικογένεια, το οποίο συνήθως είναι γυναίκα. Αυτό θα οδηγήσει σε μεταφορά πόρων ύψους άνω των 2 δισεκατομμυρίων στερλινών από τους άνδρες στις γυναίκες. Επίσης, στο Ηνωμένο Βασίλειο, η χρηματοδότηση ενοικιαστών και εργαζομένων με μερική απασχόληση (εν γένει μόνοι γονείς και άτομα με ειδικές ανάγκες) θα βελτιωθεί από τον Απρίλιο του 2004. Η Ιρλανδία θέσπισε ένα συμπλήρωμα οικογενειακού εισοδήματος, το οποίο παρέχει πρόσθετη εισοδηματική στήριξη στους χαμηλόμισθους και περιλαμβάνει πρόσθετα επιδόματα για εξαρτώμενα τέκνα. Οι φτωχοί μόνοι γονείς λαμβάνουν το επίδομα μονογονεϊκής οικογένειας και είναι πλέον επιλέξιμοι για σημαντική αύξηση του αφορολόγητου εισοδήματος προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάληψη εργασίας.

Η αύξηση του καθαρού ελάχιστου μισθού αυξάνει την απόσταση μεταξύ εισοδήματος που προέρχεται από εργασία και εισοδήματος που προέρχεται από την κοινωνική πρόνοια, και συμβάλλει στην ενθάρρυνση των ατόμων να εργαστούν. Επιπλέον, έχει αντίκτυπο στο εισόδημα των γυναικών, το οποίο διαφοροποιείται σημαντικά. Ο εθνικός ελάχιστος μισθός (NMW) του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρείται ρητώς ως μέσο (σε συνδυασμό με τις φορολογικές εκπτώσεις) απόκτησης ελάχιστου εισοδήματος από την εργασία, επιτρέποντας παράλληλα τη διαμόρφωση των μισθών ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας. Για τα έτη 2003-2004, σχεδιάζονται περαιτέρω αυξήσεις του NMW, οι οποίες θα ανέλθουν στο διπλάσιο της μέσης αύξησης των μισθών. Εξετάζεται το ενδεχόμενο επέκτασης του NMW στους νέους ηλικίας 16-17 ετών. Η Αυστρία έθεσε τον στόχο των 1000 ευρώ για το μηνιαίο ακαθάριστο εισόδημα πλήρους απασχόλησης, το οποίο θα περιληφθεί στις συλλογικές συμβάσεις και θα είναι αφορολόγητο εάν δεν ξεπερνά το ανωτέρω ποσό. Η Γερμανία αύξησε σε 400 ευρώ μηνιαίως το κατώτατο όριο απαλλαγής από κοινωνικές εισφορές στις επονομαζόμενες «μικρές θέσεις απασχόλησης», και από τα 400 έως τα 800 ευρώ η συμμετοχή του εργαζομένου θα είναι βαθμιαία. Από τη μεταρρύθμιση και έπειτα, ο αριθμός των ασφαλισμένων «μικρών θέσεων απασχόλησης» αυξήθηκε σημαντικά. Πολλοί από τους συμμετέχοντες προέρχονται από την παραοικονομία. Καθώς τώρα καλύπτονται από τη βασική ασφάλιση γήρατος, είναι λιγότερο εκτεθειμένοι στον κίνδυνο της φτώχειας.

5.2. Στέγαση και βασικές υπηρεσίες

Σε όλα τα ΕΣΔ/ένταξη 2003-2005 τονίζεται ότι οι αξιοπρεπείς συνθήκες στέγασης με κόστος το οποίο να συμβαδίζει με το εισόδημα των νοικοκυριών, σε σίγουρο και δυναμικό περιβάλλον το οποίο να παρέχει κατάλληλη κοινωνική στήριξη, καθώς και η δημιουργία πλαισίου το οποίο να παρέχει τη δυνατότητα ανάπτυξης των παιδιών σε καλές συνθήκες, αποτελούν κεντρικό στοιχείο της καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Πράγματι, το κοινωνικό και οικονομικό κόστος της έλλειψης αξιοπρεπών συνθηκών στέγασης, μολονότι δεν έχει αποτελέσει ακόμα αντικείμενο αξιολόγησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο όπως συνέβη με το κόστος της έλλειψης κοινωνικής προστασίας, φαίνεται πως προκαλεί πολλές αρνητικές επιπτώσεις στη δυναμική των χωρών ή των περιφερειών.

Στην κοινή έκθεση για την κοινωνική ένταξη, η οποία εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2001 και υποβλήθηκε εν συνεχεία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λάκεν-Βρυξελλών, τονίστηκε ότι η ανάγκη διασφάλισης της πρόσβασης όλων σε αξιοπρεπείς συνθήκες στέγασης συνιστά μία από τις 8 μείζονες προκλήσεις των πολιτικών όλων των κρατών μελών για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Στην έκθεση αναφέρεται συγκεκριμένα ότι: «η πρόσβαση σε συνθήκες στέγασης καλής ποιότητας και οικονομικά προσιτές αποτελεί βασική ανάγκη και δικαίωμα. Η κάλυψη αυτής της ανάγκης συνεχίζει να αποτελεί πρόκληση σε μια σειρά κρατών μελών. Επίσης, η ανάπτυξη ολοκληρωμένων απαντήσεων για την πρόληψη και την επίλυση του προβλήματος των αστέγων αποτελεί άλλη μία σημαντική πρόκληση σε ορισμένες χώρες».

Καθώς δεν καταρτίστηκαν κοινοί δείκτες αλλά ούτε και υποβλήθηκαν εθνικοί δείκτες, τα ΕΣΔ/ένταξη 2003-2005, ως προς το ζήτημα της πρόσβασης στη στέγαση, μοιάζουν περισσότερο με εκθέσεις στις οποίες επισημαίνονται ορισμένα στοιχεία των πολιτικών που εφαρμόστηκαν σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Μολονότι η πλειονότητα των κρατών μελών (Βέλγιο, Γαλλία, Δανία, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Πορτογαλία, Φινλανδία) τονίζουν το μέγεθος των αναγκών που δεν καλύπτονται, δεν έχουν καθοριστεί ακόμα στόχοι για την πλήρη εκρίζωση του προβλήματος αυτού έως το 2005, το 2010 ή και αργότερα. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία εγγυάται ότι, έως το 2010, όλες οι εργατικές κατοικίες θα είναι αξιοπρεπείς. Παρόλο που προτείνονται μέτρα για την αντιμετώπιση της εξαθλίωσης, της υποβάθμισης ή της ακαταλληλότητας των συνθηκών στέγασης, είναι συνήθως δύσκολο να αξιολογηθούν σε σχέση με τον στόχο της Νίκαιας, δηλαδή την πρόσβαση όλων σε αξιοπρεπείς και κατάλληλες συνθήκες στέγασης.

Τούτο συνιστά σημαντικότατη πρόκληση για ορισμένα κράτη μέλη όπως το Βέλγιο, η Γαλλία, το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία, όπου παρατηρείται σημαντική αύξηση της μη ικανοποιούμενης ζήτησης κατοικίας σε προσιτή τιμή για τα άτομα με χαμηλό εισόδημα.

Για άλλα κράτη, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, η πρωταρχική πρόκληση έως το 2010 είναι η αντιμετώπιση της υποβάθμισης ή ακόμη και της ακαταλληλότητας σημαντικού τμήματος των κατοικιών των ατόμων με περιορισμένους πόρους, και η κοινωνική ένταξη των εν λόγω οικογενειών, ιδίως μέσω της εγκατάστασής τους σε νέες κατοικίες. Η Γαλλία σχεδιάζει επίσης να καταστήσει το ζήτημα αυτό προτεραιότητα για τα πέντε προσεχή έτη.

Τέλος, για κάποιες άλλες χώρες, όπως η Σουηδία, η Φινλανδία, η Δανία, η Ισπανία, οι Κάτω Χώρες, κύρια πρόκληση παραμένει η παροχή βοήθειας σε ομάδες στόχους, όπως οι νέοι, τα άτομα που ζουν μόνα, οι ηλικιωμένοι ή τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι μετανάστες, οι Ρομ, οι νομάδες και οι άστεγοι, ώστε τα εν λόγω άτομα να αποκτήσουν συνθήκες στέγασης οι οποίες να προσαρμόζονται στις ιδιαίτερες ανάγκες τους. Αυτά τα κράτη μέλη επιδεικνύουν επίσης ιδιαίτερη προσοχή στη βελτίωση των συνοικιών και των γύρω περιοχών.

Η προστασία των καταναλωτών

Κατ' αρχάς, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν την τήρηση των κανόνων που καθορίζουν την έννοια «αξιοπρεπείς συνθήκες στέγασης» και τη σωστή ισορροπία των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των ενοικιαστών και των ιδιοκτητών.

Η αποφυγή ενδεχόμενης εκμετάλλευσης ή αδικίας στην αγορά ακινήτων και η πρόληψη καταστάσεων έξωσης ενοικιαστών ή ιδιοκτητών που αντιμετωπίζουν κοινωνικές δυσκολίες (διαζύγιο, ανεργία, ασθένεια κ.ά.) συνιστά προβληματισμό τον οποίο τονίζουν τα περισσότερα κράτη μέλη (Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Φινλανδία, Σουηδία). Η κατάσταση που επικρατεί στις υπόλοιπες χώρες δεν είναι δυνατό να αξιολογηθεί.

Στα ΕΣΔ/ένταξη 2003-2005 παρουσιάζονται πολλές νέες πρωτοβουλίες σχετικά με το θέμα αυτό.

- Στήριξη του ενοικιαστή σε όλα τα στάδια της διαδικασίας έξωσης: υποχρέωση επαφής με τις υπηρεσίες κοινωνικής μέριμνας, καθορισμός των απαιτήσεων της κοινωνικής έρευνας που θα διεξάγουν οι αρμόδιοι κοινωνικοί φορείς, εκπαίδευση των κοινωνικών λειτουργών όσον αφορά τις νομικές και κοινωνικές πτυχές της διαδικασίας έξωσης, συνεργασία με τις επιτροπές που ασχολούνται με την αντιμετώπιση της υπερχρέωσης, πληρωμή εκκρεμών ενοικίων ατόμων που αδυνατούν να τα εξοφλήσουν (Γαλλία, Σουηδία, Γερμανία).

- Νομική υποχρέωση προσπάθειας φιλικής διευθέτησης των συγκρούσεων που σχετίζονται με απαιτήσεις επανεξέτασης του ενοικίου, εξόφλησης εκκρεμών ενοικίων ή απαίτησης έξωσης. Δημιουργία υπηρεσιών κοινωνικής διαμεσολάβησης (Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Ισπανία).

- Ενθάρρυνση της συνεργασίας μεταξύ των συλλόγων ιδιοκτητών και ενοικιαστών με στόχο την πρόληψη υπερβολικών αυξήσεων των ενοικίων καθώς και την πρόληψη της έναρξης διαδικασιών έξωσης (Φινλανδία).

- Ανάπτυξη υπηρεσιών συμβουλευτικής και ενημέρωσης για θέματα κατοικίας, ιδίως για τους μετανάστες (Αυστρία, Γαλλία).

- Βελτίωση της νομικής προστασίας των μειονεκτούντων ατόμων έναντι των μη αξιοπρεπών συνθηκών στέγασης και των «εμπόρων ύπνου» - δηλαδή των ιδιοκτητών που ενοικιάζουν επιπλωμένα δωμάτια ή στρώματα σε δωμάτια όπου επικρατεί συνωστισμός ή σε ακατάλληλα οικήματα (Γαλλία, Βέλγιο).

Πρόσβαση σε αξιοπρεπή και οικονομικά προσιτή στέγη

Σε όλα τα κράτη μέλη, οι ελλείψεις στην αγορά κατοικίας απαιτούν κρατική παρέμβαση με στόχο την καταπολέμηση του αποκλεισμού ατόμων ή οικογενειών που αντιμετωπίζουν κοινωνικά προβλήματα ή κατοικούν σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές. Οι εν λόγω κρατικές ενισχύσεις, μολονότι χορηγούνται βάσει διακρίσεων, αποτελούν αποδεκτό στοιχείο της δημόσιας πολιτικής [10].

[10] Στο βαθμό που περιορίζονται στα αυστηρώς απαραίτητα (αρχή της αναλογικότητας) και δεν επιδρούν στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών σε αναλογία που να αντιβαίνει στο κοινοτικό συμφέρον, συνάδουν πλήρως με τους βασικούς στόχους των Συνθηκών και είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας. Απόφαση της Επιτροπής: Αριθμός ενίσχυσης: N 209/2001 - Ιρλανδία - εγγύηση δανείων του Housing Finance Agency.

Τα κράτη μέλη προτείνουν μια σειρά μέτρων για τη βελτίωση της δυνατότητας των νοικοκυριών με χαμηλό εισόδημα να εξασφαλίζουν αξιοπρεπείς συνθήκες στέγασης οι οποίες να ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους. Τα μέτρα αυτά αποτελούν κατ' ουσίαν κοινωνικές παροχές προς όφελος των ατόμων με χαμηλό εισόδημα, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

- Ενίσχυση για στέγαση σε εργατικές κατοικίες:

- Προσαρμογή των επιδοτήσεων εργατικών κατοικιών τις οποίες διαχειρίζονται δημόσιοι φορείς ή ιδιωτικοί οργανισμοί μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

- Νέες επιδοτήσεις σε δημόσιους ή μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα οργανισμούς για την κατασκευή εργατικών κατοικιών, με στόχο κυρίως τις γεωγραφικές περιοχές όπου παρατηρούνται ελλείψεις, τις μικρές κατοικίες για άτομα που ζουν μόνα οι οποίες δεν καλύπτουν στοιχειώδεις ανάγκες, τη στέγαση των νέων, των ηλικιωμένων, των ατόμων με ειδικές ανάγκες, των μεταναστών (Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Λουξεμβούργο, Σουηδία, Φινλανδία).

- Εξασφάλιση γαιών ή υποχρέωση των τοπικών αρχών να κατασκευάσουν νέες εργατικές κατοικίες (Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία).

- Αποζημίωση των τοπικών φορέων για τις διαφορές κόστους των κτιρίων που σχετίζονται με τις ανάγκες για υπηρεσίες και τυχόν ιδιαίτερες ανάγκες, όπως μεταβολές στη δομή των πληθυσμών ή εισροή μεταναστών (Φινλανδία).

- Διαφάνεια της διάθεσης εργατικών κατοικιών μέσω της γενικευμένης θέσπισης προσωπικού αριθμού μητρώου (Γαλλία).

- Πώληση εργατικών κατοικιών στους διαμένοντες σε αυτές, με αποτέλεσμα την εξασφάλιση πόρων που θα αξιοποιηθούν για νέες επενδύσεις και μεγαλύτερη κοινωνική πολυμορφία (Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο).

- Ρύθμιση του ανώτατου ορίου των πόρων των ενοικιαστών, και των κανόνων που διέπουν τον καθορισμό των ενοικίων των εργατικών κατοικιών (Γαλλία, Δανία, Ισπανία, Λουξεμβούργο).

- Στήριξη των ιδιωτικών επενδύσεων για κοινωνικούς σκοπούς:

- Στήριξη των επενδύσεων και της ανάληψης ενδεχόμενου κινδύνου σε σχέση με το ενοίκιο για τους ιδιώτες ιδιοκτήτες που ενοικιάζουν την κατοικία τους σε άτομα με χαμηλούς πόρους για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με τιμή μίσθωσης στην οποία έχει επιβληθεί ανώτατο όριο (Γαλλία, Λουξεμβούργο).

- Φορολογικά μέτρα για την επανενοικίαση άδειων κατοικιών (Γαλλία, Πορτογαλία).

- Κρατικές ενισχύσεις σε ενοικιαστές ή άτομα που αποκτούν πρόσβαση σε ιδιόκτητη κατοικία και τα οποία έχουν χαμηλό εισόδημα:

- Εθνικός στόχος περιορισμού της αναλογίας του καθαρού ενοικίου προς το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών με χαμηλούς πόρους και προς το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα μετά τα συνολικά έξοδα για στέγαση (Κάτω Χώρες).

- Επιδόματα στέγης ή φορολογικά πλεονεκτήματα σε άτομα με χαμηλό εισόδημα ή σε συγκεκριμένες κατηγορίες στόχους - νέοι, ηλικιωμένοι κ.ά. (Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ελλάδα, Κάτω Χώρες, Λουξεμβούργο, Πορτογαλία, Σουηδία, Φινλανδία).

- Ταμείο ενίσχυσης σε περιπτώσεις εκκρεμουσών πληρωμών για βασικές υπηρεσίες και διαμόρφωση των κοστολογίων ηλεκτρικού ρεύματος και νερού ειδικά για τα φτωχά άτομα (Βέλγιο, Γαλλία) [11].

[11] Οι πρόσφατα εγκριθείσες οδηγίες για το ηλεκτρικό ρεύμα και το φυσικό αέριο δεσμεύουν τα κράτη μέλη να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε οι ευάλωττοι πελάτες να είναι επαρκώς προστατευμένοι, συμπεριλαμβανομένων μέτρων ώστε να αποφεύγεται η διακοπή της παροχής ρεύματος ή φυσικού αερίου. Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να λάβουν μέτρα για την προστασία των τελικών πελατών σε απομακρυσμένες περιοχές. Στο πλαίσιο αυτό, η εφαρμογή των εν λόγω μέτρων θα συμβάλει επίσης στην εξάλειψη του κοινωνικού αποκλεισμού.

- Κρατικά προγράμματα ανακαίνισης ή κατεδάφισης κατοικιών, με πρόβλεψη επανεγκατάστασης:

- Προγράμματα αναβάθμισης ή εξάλειψης των κατοικιών που δεν πληρούν τα ελάχιστα πρότυπα αξιοπρέπειας (Βέλγιο, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ηνωμένο Βασίλειο).

Παροχή βοήθειας σε άτομα και οικογένειες που αντιμετωπίζουν προβλήματα έλλειψης πόρων, αναπηρίας, υγείας ή κοινωνικής ενσωμάτωσης.

Η συνιστώσα της στέγασης στις πολιτικές κοινωνικής προστασίας των ατόμων και των οικογενειών που αντιμετωπίζουν προβλήματα έλλειψης πόρων, αναπηρίας, υγείας ή κοινωνικής ενσωμάτωσης αποτελεί την τρίτη αιτιολόγηση της παρέμβασης των κρατών μελών στον τομέα αυτόν.

Τα ΕΣΔ/ένταξη 2003-2005 περιλαμβάνουν μια νέα προτεραιότητα η οποία στοχεύει στην επικέντρωση των κρατικών παρεμβάσεων για τη στέγαση στις πλέον αδύναμες ομάδες και τις πλέον μειονεκτούσες περιοχές.

Σε αυτήν την προτεραιότητα προστίθενται ορισμένες νέες πρωτοβουλίες:

- Πρόγραμμα συνεργασίας μεταξύ των οργανισμών εργατικής κατοικίας, των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας και των υπηρεσιών μέριμνας για την ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες, των ηλικιωμένων, των μεταναστών, των προσφύγων, των νομάδων, των Ρομ, των αστέγων (Ηνωμένο Βασίλειο, Φινλανδία).

- Εκ νέου επικέντρωση της πολιτικής αστικής ανάπτυξης στις περισσότερο μειονεκτούσες ομάδες και στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές (Δανία).

- Κάλυψη του πρόσθετου κόστους για τη στέγαση των ατόμων με ειδικές ανάγκες (Αυστρία, Γαλλία, Λουξεμβούργο)

- Πρόγραμμα συνοικιακών συμβούλων για τον συντονισμό των τοπικών πρωτοβουλιών στον κοινωνικό τομέα, τη στήριξη της ανάπτυξης δικτύων μεταξύ των κατοίκων και τις δράσεις κοινωνικής πρόληψης (Δανία, Φινλανδία).

- Ανάπτυξη «οργανισμών μεσολάβησης» (δημόσιες υπηρεσίες, οργανώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και συνεταιριστικές οργανώσεις) οι οποίοι θα προσφέρουν υπηρεσίες ενημέρωσης και μεσιτείας για την ενοικίαση κατοικιών, και στους οποίους θα έχουν πρόσβαση τα μειονεκτούντα άτομα (Βέλγιο, Γαλλία, Λουξεμβούργο).

- Δημιουργία κατοικιών με υπηρεσίες υποστήριξης (με παροχή υποστήριξης από ειδικό του κοινωνικού τομέα ή του τομέα της υγείας) για ηλικιωμένους, άτομα με ειδικές ανάγκες, άστεγους κ.ά. (Γαλλία, Δανία, Σουηδία, Γερμανία, Κάτω Χώρες, Ηνωμένο Βασίλειο).

Κοινωνική και δημοσιονομικη στηριξη των καταναλωτων φυσικου αεριου και ηλεκτρικου ρευματος που αντιμετωπιζουν δυσκολιες στις πληρωμεσ (βελγιο)

Μεταξύ των χρεών που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι, υπάρχουν σχεδόν πάντα χρέη που σχετίζονται με την παροχή ενέργειας. Πρόκειται, ωστόσο, για χρέη που καλύπτουν ζωτικές ανάγκες. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανέλαβε την πρωτοβουλία να προσφέρει τη δυνατότητα στα δημόσια κέντρα κοινωνικής πρόνοιας να εντείνουν τόσο τις προσπάθειες πρόληψης όσο και τις προσπάθειες αντιμετώπισης, με τη θέσπιση νόμου ο οποίος στοχεύει στην ανάθεση στα δημόσια κέντρα κοινωνικής πρόνοιας του καθήκοντος της καθοδήγησης και της κοινωνικής πρόνοιας οικονομικής φύσης στο πλαίσιο της παροχής ενέργειας στα πιο φτωχά άτομα (4 Σεπτεμβρίου 2002).

Ο νόμος αυτός ανταποκρίνεται αφενός στην ανάγκη πρόληψης των συνεπειών της απελευθέρωσης των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, και αφετέρου στην εκπλήρωση της απαίτησης για παροχή περισσότερης βοήθειας στα άτομα που αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπερχρέωσης. Κατά το άνοιγμα των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου στο Βέλγιο, προτάθηκε η δημιουργία ενός ταμείου το οποίο θα συντηρείται από έναν φόρο επί της μεταφοράς ενέργειας και από το οποίο θα χρηματοδοτούνται πλήρως ή εν μέρει ορισμένες κοινωφελείς υπηρεσίες. Αποφασίστηκε επίσης να αφαιρεθούν εκ των προτέρων πόροι από τον τομέα του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι να παρασχεθούν στα δημόσια κέντρα κοινωνικής πρόνοιας για τη χρηματοδότηση των καθηκόντων που προβλέπει ο εν λόγω νόμος.

Τα καθήκοντα αυτά χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη στοχεύει στην πλαισίωση και την κοινωνική και δημοσιονομική στήριξη των καταναλωτών φυσικού αερίου και ηλεκτρικού ρεύματος που δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς. Εκεί ακριβώς βασίζεται η κατάρτιση και η διαπραγμάτευση σχεδίων εξόφλησης, καθώς και η δυνατότητα καθοδήγησης στην καθημερινή διαχείριση του προϋπολογισμού. Η δεύτερη κατηγορία προβλέπει την παροχή οικονομικής ενίσχυσης για την εκκαθάριση των λογαριασμών, κατά τρόπον ώστε το ενδιαφερόμενο άτομο να έχει τη δυνατότητα νέου ξεκινήματος σε υγιή οικονομική βάση, καθώς και την κατάρτιση κοινωνικής πολιτικής πρόληψης στον τομέα της ενέργειας από τα δημόσια κέντρα κοινωνικής πρόνοιας.

5.3. Πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη

Η αποτελεσματική πρόσβαση όλων στην απαραίτητη υγειονομική περίθαλψη θεωρείται προτεραιότητα σε όλα τα κράτη μέλη.

Ωστόσο, φαίνεται πως στις περισσότερες χώρες υπάρχουν εμπόδια στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, τα οποία πλήττουν εντονότερα τους πιο μειονεκτούντες πληθυσμούς:

- μακρές περίοδοι αναμονής.

- εξαιρετικά υψηλό κόστος περίθαλψης και νοσηλείας, το οποίο επιβαρύνει τους ασθενείς με ανεπαρκείς πόρους.

- διοικητικές, πολιτισμικές ή γεωγραφικές δυσκολίες πρόσβασης στην περίθαλψη.

- ανεπαρκείς διαγνωστικοί έλεγχοι, εμβολιασμοί και ενημέρωση.

Εξάλλου, η μελλοντική περικοπή των δαπανών στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης που καλύπτεται από τους φορείς κοινωνικής προστασίας γεννά το φόβο περιορισμού της πρόσβασης των ατόμων με ανεπαρκείς ή περιορισμένους πόρους στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εάν η πρόσβασή τους δεν διασφαλισθεί από τα κράτη μέλη. Μολονότι έχουν ανακοινωθεί σχετικά μέτρα από πολλά κράτη μέλη, δεν αναφέρονται στα ΕΣΔ/ένταξη 2003-2005.

Τέλος, οι μελέτες στις οποίες κάνουν αναφορά ορισμένα κράτη μέλη στα ΕΣΔ/ένταξη καταδεικνύουν ότι οι πλέον μειονεκτούσες κοινωνικές ομάδες αντιμετωπίζουν πολλά ψυχολογικά προβλήματα, προβλήματα καπνίσματος και εξάρτησης από τη νικοτίνη, προβλήματα αλκοολισμού και τοξικομανίας, αναπνευστικά νοσήματα, προβλήματα παχυσαρκίας, προβλήματα υγείας που οφείλονται σε ατυχήματα, πρόωρους τοκετούς ή γεννήσεις λιποβαρών βρεφών, παιδική θνησιμότητα (Γαλλία, Ιρλανδία, Γερμανία, Πορτογαλία, Βέλγιο).

Μολονότι ορισμένα κράτη μέλη ακολουθούν ολιστική προσέγγιση μείωσης των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων στον τομέα της υγείας (Κάτω Χώρες, Βέλγιο, Γαλλία, Δανία), κάποια άλλα αρκούνται σε μια πιο επικεντρωμένη προσέγγιση σε συγκεκριμένα προβλήματα.

Τα μέτρα που περιγράφονται στα ΕΣΔ 2003-2005 κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες.

Ενίσχυση της προσιτότητας/προσβασιμότητας των υπηρεσιών υγείας

Η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και φαρμακευτικής θεραπείας ή χειρουργικών επεμβάσεων ενδέχεται να συναντά οικονομικά, θεσμικά, διοικητικά καθώς και γεωγραφικά εμπόδια.

Αυτά τα εμπόδια μεταφράζονται σε καθυστερήσεις στην περίθαλψη των μειονεκτούντων πληθυσμών, οι οποίες συχνά αποτελούν παράγοντα επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας τους και αύξησης του οικονομικού και κοινωνικού κόστους.

Τέσσερα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν αποφασιστικά, μέσω ποσοτικών και χρονικά προσδιορισμένων στόχων, να μειώσουν τη διάρκεια αναμονής για την εξέταση από γενικούς και ειδικούς γιατρούς και για τη εφαρμογή της θεραπευτικής αγωγής και την εκτέλεση χειρουργικών επεμβάσεων (Φινλανδία, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κάτω Χώρες, Σουηδία).

Δύο άλλες χώρες (Γαλλία, Βέλγιο) αποφάσισαν να ενισχύσουν την κατάργηση ή τη μείωση των οικονομικών εμποδίων στην πρόσβαση στην περίθαλψη και στις θεραπευτικές αγωγές μέσω των ακόλουθων μέτρων:

- Επέκταση του ετήσιου ανώτατου ορίου δαπανών που επιβαρύνουν τα νοικοκυριά και διασφάλιση του δικαιώματος των λαθρομεταναστών στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (Βέλγιο).

- Κατ' αποκοπή ενίσχυση για τη συμπληρωματική ασφάλιση ασθενείας των ατόμων των οποίων οι πόροι υπερβαίνουν κατά 10% κατά μέγιστο το ανώτατο όριο καθολικής ιατροφαρμακευτικής κάλυψης, το οποίο επιτρέπει την επιστροφή του 100% των εξόδων περίθαλψης και θεραπείας των ασθενών με χαμηλούς πόρους (Γαλλία).

Εξάλλου, ορισμένα κράτη μέλη αποφάσισαν να ενισχύσουν την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας ιδίως για τους μειονεκτούντες πληθυσμούς. Υποβλήθηκαν τα ακόλουθα νέα μέτρα:

- Εξειδικευμένα γραφεία στα νοσοκομεία για την υποστήριξη των φτωχών, στελεχωμένα με ιατρούς και κοινωνικούς λειτουργούς. κατάρτιση του νοσηλευτικού, διοικητικού και κοινωνικού προσωπικού για ζητήματα που σχετίζονται με την αστάθεια ή τον κοινωνικό αποκλεισμό. οργάνωση της μακροπρόθεσμης παροχής φροντίδας σε άτομα με ασταθή οικονομική κατάσταση (Γαλλία).

- Κινητές μονάδες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και ψυχιατρικής φροντίδας, για τους αστέγους, σε συνεργασία με τις ΜΚΟ (Δανία).

- Αυξημένη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες υγείας (δίκτυο πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας), ιδίως σε αγροτικές περιοχές ή στις μειονεκτούσες αστικές περιοχές ή σε ειδικούς πληθυσμούς όπως άστεγοι και μετανάστες. (Αυστρία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Βέλγιο).

- Βελτίωση των υπηρεσιών αντιμετώπισης επειγόντων περιστατικών (Πορτογαλία, Γαλλία)

Προσαρμογή των υπηρεσιών στις ανάγκες των πλέον μειονεκτουσών ομάδων του πληθυσμού

Η προσαρμογή της οργάνωσης της περίθαλψης στις πρωτεύουσες ανάγκες των πλέον μειονεκτούντων πληθυσμών είναι η δεύτερη μεγάλη προτεραιότητα των πολιτικών που στοχεύουν στην πρόσβαση όλων στην απαραίτητη περίθαλψη, ανάλογα με την κατάσταση της υγείας τους, συμπεριλαμβανομένων και των περιπτώσεων εξάρτησης.

Ορισμένες από αυτές τις ανάγκες τονίζονται ιδιαίτερα και οδηγούν σε ενίσχυση των υφιστάμενων μηχανισμών που σχετίζονται με:

- περίθαλψη παιδιών και εφήβων (Γερμανία).

- αναπηρίες, εξάρτηση ηλικιωμένων (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Κάτω Χώρες και Σουηδία).

- ψυχολογικά προβλήματα (Ισπανία, Γαλλία, Ελλάδα, Κάτω Χώρες, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο).

- θεραπεία του αλκοολισμού ή της τοξικομανίας (Δανία, Σουηδία, Γερμανία).

Ανάπτυξη των διαγνωστικών εξετάσεων, της πρόληψης των ασθενειών, της ευαισθητοποίησης και της εκπαίδευσης για θέματα υγείας, με ιδιαίτερη έμφαση στα φτωχά άτομα και ομάδες.

Ελάχιστα κράτη μέλη παρουσιάζουν ολοκληρωμένες στρατηγικές ως προς αυτό:

- Η Γαλλία προβλέπει την ανανέωση των περιφερειακών της σχεδίων πρόσβασης στην πρόληψη και στην περίθαλψη, προωθώντας την κινητοποίηση των επαγγελματιών του κλάδου των υπηρεσιών υγείας, των ΜΚΟ και των θεσμικών οργάνων και την ανάληψη πολλαπλών δράσεων όπως: μέτρηση των κινδύνων μόλυνσης, πρόληψη του εθισμού σε ουσίες, καταπολέμηση της μολυβδίασης, μεγαλύτερη προσοχή στα προβλήματα υγείας των νέων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες (Γαλλία). Προβλέπεται επίσης η εφαρμογή του προγράμματος «Εργαστήρια για την υγεία στα αστικά κέντρα», στα οποία επαγγελματίες σε συνεργασία με τους κατοίκους εντοπίζουν τις ιδιαίτερες ανάγκες στις υποβαθμισμένες συνοικίες να ενισχύουν τον συντονισμό.

- Το Βέλγιο και η Ισπανία αναπτύσσουν διατομεακές στρατηγικές πρόληψης και εκπαίδευσης για την υγεία των ομάδων που κινδυνεύουν.

Πολλά κράτη μέλη δίνουν προτεραιότητα στις δράσεις που αφορούν την υγεία των παιδιών και των εγκύων, εφαρμόζοντας τα ακόλουθα μέτρα, τα οποία έχουν μεγάλο αντίκτυπο στις μειονεκτούσες κοινωνικές ομάδες:

- Στόχος μείωσης του χάσματος μεταξύ των κοινωνικοοικονομικών ομάδων όσον αφορά τα ποσοστά γέννησης λιποβαρών βρεφών, μέσω δράσεων εκπαίδευσης σε θέματα υγείας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (διατροφή, αλκοόλ και κάπνισμα), και της ενθάρρυνσης πραγματοποίησης προγεννητικών ιατρικών ελέγχων (Ιρλανδία).

- Οικονομικό κίνητρο για τακτικές ιατρικές εξετάσεις για τα μικρά παιδιά και τις μητέρες τους (Αυστρία, Γαλλία).

- Ανάπτυξη της προληπτικής ιατρικής στο σχολείο: διαγνωστικές εξετάσεις, εμβολιασμοί, εντοπισμός διανοητικών προβλημάτων ή προβλημάτων λόγου (Γαλλία, Αυστρία, Κάτω-Χώρες).

- Πρόγραμμα σεξουαλικής αγωγής στο σχολείο για τη μείωση του αριθμού των έφηβων εγκύων, ο οποίος αποτελεί σημαντικό παράγοντα του κινδύνου φτώχειας (Δανία).

Οι Κάτω Χώρες είναι η μόνη χώρα που παρουσιάζει μια στρατηγική η οποία αφορά την αύξηση του προσδόκιμου ζωής των ατόμων με χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο (από τα 53 στα 56 έτη έως το 2020). Θέτει επίσης τον στόχο της μείωσης κατά το ήμισυ των αναρρωτικών αδειών των μισθωτών, μέσω της ανάπτυξης της ιατρικής στην εργασία και των αδειών μερικού χρόνου, καθώς και την προσαρμογή του φόρτου εργασίας κατά την επιστροφή.

Περιφερειακά προγραμματα προσβασης στην προληψη και την περιθαλψη (Γαλλία)

Τα περιφερειακά προγράμματα πρόσβασης στην πρόληψη και την περίθαλψη (PRAPS) στόχο έχουν να συμβάλουν στη μείωση των ανισοτήτων όσον αφορά την πρόσβαση των ατόμων που ζουν σε συνθήκες οικονομικής αστάθειας στην περίθαλψη και την πρόληψη, αξιοποιώντας τη δυναμική σε επίπεδο περιφέρειας. Πέτυχαν την κινητοποίηση των επαγγελματιών, των θεσμικών οργάνων και των ΜΚΟ σε όλες τις περιφέρειες. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει περισσότερες από 1.500 δράσεις πολλούς διαφορετικούς τομείς: ψυχική υγεία νέων με προβλήματα, ψυχολογικά προβλήματα ατόμων που ζουν σε συνθήκες αστάθειας, πρόληψη της εξάρτησης από ουσίες, μέτρηση/μείωση των κινδύνων μετάδοσης ασθενειών, καταπολέμηση των ακατάλληλων συνθηκών στέγασης ή της μολυβδίασης, κέντρα υποδοχής για κακοποιημένα κορίτσια και γυναίκες κ.ά. Στο πλαίσιο αυτών των προγραμμάτων, σε περισσότερα από 370 δημόσια νοσοκομεία καθιερώθηκαν υπηρεσίες υποδοχής (PASS) ειδικά για τους φτωχούς: πρόκειται για ιατρικο-κοινωνικές ομάδες, στόχος των οποίων είναι να ευνοήσουν την πρόσβαση των εν λόγω ατόμων στην περίθαλψη, στην πρόληψη και στις διαγνωστικές εξετάσεις, να ανταποκριθούν στα προβλήματά τους και να τους στηρίξουν κατά τις διαδικασίες για την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους για κοινωνική προστασία. Ο ρόλος αυτών των PASS είναι κυρίως η παροχή πρωτοβάθμιας περίθαλψης, ανάντη και κατάντη. προώθηση κατάλληλων - ακόμη και κινητών - κέντρων περίθαλψης για τα πλέον περιθωριοποιημένα άτομα. κατάρτιση του νοσηλευτικού, διοικητικού και κοινωνικού προσωπικού στα προβλήματα που απορρέουν από την αστάθεια της οικονομικής κατάστασης ορισμένων ατόμων. αναζήτηση τρόπων υποδοχής και περίθαλψης οι οποίοι να είναι προσαρμοσμένοι στις ανάγκες των ατόμων που ακολουθούν μακροχρόνια θεραπεία μετά την έξοδο από το νοσοκομείο. Είκοσι PASS είναι εξοπλισμένα με λογισμικό ιατρικής, κοινωνικής και διοικητικής παρακολούθησης για τη συλλογή τοπικών επιδημιολογικών στοιχείων.

5.4. Πρόσβαση στην εκπαίδευση

Όλα τα ΕΣΔ δίνουν μεγάλη προσοχή στην πρόσβαση στην εκπαίδευση ως σημαντικό δικαίωμα και μέσο που προλαμβάνει τον κοινωνικό αποκλεισμό, μειώνει τους κινδύνους και στηρίζει την επανένταξη στην κοινωνία των πολιτών και στον εργασιακό χώρο. Αναγνωρίζεται επίσης ευρέως ότι η επίσημη εκπαίδευση γενικά δεν είναι κάτι που συμβαίνει κάποια στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, αλλά πρέπει να αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της διά βίου μάθησης, η οποία περιλαμβάνει επίσης όλες τις ευκαιρίες άτυπης και ανεπίσημης μορφής μάθησης. Αυτή θα πρέπει να κυμαίνεται από τη νηπιακή αγωγή (σωστή ανατροφή από τους γονείς στο σπίτι, καθώς και δημόσιες υπηρεσίες μέριμνας και εκπαίδευσης), μέσω της προσχολικής εκπαίδευσης, έως την ανώτατη εκπαίδευση, την αρχική επαγγελματική κατάρτιση, τη γενική, πολιτική και επαγγελματική κατάρτιση των ενηλίκων. Όλες αυτές οι διαστάσεις είναι σημαντικές. Ωστόσο, η επιτυχημένη ολοκλήρωση της αρχικής και βασικής εκπαίδευσης είναι σημαντική, ώστε να δίδεται σε όσους προέρχονται από μη προνομιούχο περιβάλλον ένας τρόπος διαφυγής και υπέρβασης του κληρονομικού και μεταβιβάσιμου από γενιά σε γενιά στοιχείου του κοινωνικού αποκλεισμού. Η έμφαση στην εκπαίδευση των παιδιών μικρής ηλικίας και στην ενίσχυση των γονέων μέσω στοχευμένης και πολυδιάστατης υποστήριξης, η οποία θα περιλαμβάνει την απόκτηση δεξιοτήτων σχετικών με την οικογένεια, θεωρείται πολύ σημαντική για την κατάργηση του φαύλου κύκλου της φτώχειας και θα βοηθήσει τα παιδιά με ειδικές ανάγκες να σημειώσουν πρόοδο και να μπορέσουν να φοιτήσουν μαζί με τους συνομηλίκους τους στα ιδρύματα στοιχειώδους εκπαίδευσης. Η διά βίου μάθηση παρέχει, στη συνέχεια, μια δεύτερη ευκαιρία σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, ιδιαίτερα σε όσους εγκατέλειψαν πρόωρα το σχολείο.

Παρά την εκτεταμένη κάλυψη της εκπαίδευσης, δεν δίνεται πλήρης εικόνα της θεμελιώδους σημασίας της για την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού ούτε παρουσιάζεται κάποια συνολική στρατηγική προσέγγιση στο ζήτημα της διά βίου μάθησης και του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτό οφείλεται εν μέρει στη διάρθρωση των ΕΣΔ, γεγονός που σημαίνει ότι πολλά από τα μέτρα που αφορούν τη διά βίου μάθηση υπό την ευρύτερη έννοια βρίσκονται διασκορπισμένα σε διάφορους τομείς. Υπάρχει επίσης η τάση ορισμένα ΕΣΔ να αντιμετωπίζουν την εκπαίδευση πρωτίστως υπό το πρίσμα της πρόσβασης στην αγορά εργασίας, χωρίς να αναγνωρίζεται επαρκώς η σπουδαιότητά της για την ένταξη στην κοινωνία των πολιτών, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της αναδυόμενης κοινωνίας της γνώσης και της ενεργοποίησης των πολιτών. Η αλληλοσύνδεση μεταξύ της προόδου στη μάθηση και των υπόλοιπων διαστάσεων που επηρεάζουν τη ζωή των ανθρώπων, όπως η υγεία, το περιβάλλον, η οικογένεια και οι κοινωνικές συνθήκες γενικά δεν καθίσταται σαφής. Ούτε απεικονίζεται σωστά στα ΕΣΔ η έμφαση που έδωσαν τα κράτη μέλη στην ένταξη μέσω ευκαιριών ενεργού συμμετοχής των νέων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας και μέσω των ανοικτών συμμετοχικών δομών της διά βίου μάθησης, όπως αναφέρθηκε αναλυτικά στις εκθέσεις παρακολούθησης της Λευκής Βίβλου για τη Νεότητα, τις οποίες εξέδωσαν το 2002. Τα κράτη μέλη διαθέτουν τώρα ευρεία εμπειρία στον τομέα των ορθών πρακτικών χάρη στα κοινοτικά προγράμματα Σωκράτης, Leonardo και Νεολαία. Τα καταγεγραμμένα παραδείγματα ορθής πρακτικής καταδεικνύουν τον ουσιαστικό ρόλο που διαδραματίζει η εκπαίδευση και η διά βίου μάθηση στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού. Ωστόσο οι σχετικές αναφορές στα ΕΣΔ είναι σπάνιες.

Παρά τις επιφυλάξεις που περιγράφονται παραπάνω, είναι δυνατό, από τις διάφορες δράσεις και προσεγγίσεις που υποδεικνύουν τα κράτη μέλη, να αρχίσει να προσδιορίζεται ένα πλαίσιο, ώστε να εξασφαλιστεί ότι η διά βίου εκπαίδευση και οι ευκαιρίες κατάρτισης θα συμβάλουν πλήρως στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας της γνώσης στην Ευρώπη, η οποία θα είναι κοινωνικά προσβάσιμη σε όλους. Τα παρακάτω στοιχεία θεωρούνται σημαντικά για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση:

- να είναι όλα τα στάδια της εκπαίδευσης και της κατάρτισης διαθέσιμα σε όλους, χωρίς να γίνονται διακρίσεις με βάση την ηλικία, το φύλο, τις ειδικές ανάγκες ή το πολιτισμικό, θρησκευτικό ή εθνικό υπόβαθρο.

- να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή των μαθητών και να προωθηθούν τα δικαιώματά τους σε όλα τα στάδια της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

- να ενσωματωθεί η κοινωνική συμμετοχή σε όλη τη διάρκεια της διά βίου μάθησης.

- να καταπολεμηθεί ο αναλφαβητισμός και να εξασφαλιστεί η πρόσβαση σε νέες βασικές δεξιότητες για την κοινωνία της γνώσης.

- να διευρυνθεί το δίκτυο εξειδικευμένων καθοδηγητικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών συμπεριλαμβανομένων αυτών που θα βοηθήσουν τους ενδιαφερόμενους να μεταβούν από κάποια βαθμίδα της εκπαίδευσης στην επόμενη. και

- να δημιουργηθεί ένα ανοιχτό εκπαιδευτικό περιβάλλον στην κοινωνία και στην εργασία.

Αρκετά θέματα εμφανίζονται συχνά στα ΕΣΔ/ένταξη.

Αύξηση της πρώιμης παρέμβασης: Η μεγάλη σπουδαιότητα της μάθησης στα πρώτα χρόνια της ζωής του ανθρώπου αναγνωρίζεται ευρέως. Ωστόσο, λίγες μόνο χώρες διαθέτουν συστηματική πολιτική για την παροχή μέριμνας και γνώσης στα παιδιά προσχολικής ηλικίας, ενώ άλλες χώρες τείνουν να το θεωρούν απλώς υποστήριξη των εργαζόμενων μητέρων ή των οικογενειών, και όχι ως μια εκπαιδευτική ευκαιρία για όλους, και ιδιαίτερα για τα παιδιά που προέρχονται από μη προνομιούχο περιβάλλον. Είναι αναγκαίο να τεθεί σε λειτουργία ένα σύστημα ελέγχου σε όλες τις χώρες, το οποίο θα επιτρέπει την έγκαιρη διάγνωση (δυνητικών) μαθησιακών δυσκολιών ώστε να προληφθούν τυχόν προβλήματα και να δοθεί η δυνατότητα για πρώιμη παρέμβαση σε μικρή ηλικία. Μία προσέγγιση αυτού του είδους θα απαιτήσει τη συνεχή και συντονισμένη συνεργασία μεταξύ των τομέων της υγείας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής προστασίας.

Η Δανία τονίζει στο ΕΣΔ την ανάγκη να ξεκινά η εκπαίδευση νωρίς, ώστε να εξουδετερώνεται η αρνητική κοινωνική κληρονομιά. Η ενίσχυση των βασικών ικανοτήτων, όπως η επικοινωνία, με την εκμάθηση γλωσσών από νεαρή ηλικία, αλλά και οι αριθμητικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές ικανότητες, ξεκινά από την παιδική ηλικία. Συνεπώς, τονίζεται η σημασία της έγκαιρης συντονισμένης προσπάθειας στα νηπιαγωγεία. Το Ηνωμένο Βασίλειο επισημαίνει εκ νέου τη σημασία των ολοκληρωμένων τοπικών πρωτοβουλιών κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του ανθρώπου μέσω του προγράμματος Surestart. Η Σουηδία έχει διευρύνει την προσχολική πρόνοια, γεγονός που σημαίνει ότι περισσότερα παιδιά άνεργων οικογενειών και μεταναστών έχουν πρόσβαση σε ιδρύματα προσχολικής αγωγής. Η Γερμανία επικεντρώνεται στη διεύρυνση του τομέα για τις ηλικίες 0-3 και στη βελτίωση της ποιότητας της μέριμνας και της εκπαίδευσης για τα μικρά παιδιά. Η Ιρλανδία δίνει έμφαση σε ένα Πρόγραμμα Πρώιμης Αγωγής.

ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ)

Το 2001, οι δημοτικές αρχές του 's-Hertogenbosch ανέθεσαν σε πέντε σχολικά συγκροτήματα εντός του δήμου τη δημιουργία μονάδων προσχολικής αγωγής. Όλα σχεδόν τα σχολικά συγκροτήματα (περίπου το 93%) συμμετείχαν σε αυτή την πρωτοβουλία μέσω της οργάνωσης Stichting Peuterspeelzaalwerk 's-Hertogenbosch. Ο στόχος της διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των μονάδων προσχολικής ηλικίας και της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν η επίτευξη μιας συνεχούς πορείας ανάπτυξης για τα παιδιά ηλικίας μεταξύ 0 και 12 ετών, ήτοι μιας ανάπτυξης χωρίς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των διαθέσιμων (διδακτικών) υπηρεσιών.

Για το σκοπό αυτό, κατά το επόμενο έτος, ο δήμος του 's-Hertogenbosch θα στεγάσει όλες τις μονάδες προσχολικής αγωγής σε δημοτικά σχολεία. Έως τον Μάιο του 2003, αυτό είχε ήδη πραγματοποιηθεί σε ποσοστό 70%. Στο πλαίσιο των κανονισμών σχετικά με τα προγράμματα προσχολικής και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (vve), δημιουργήθηκαν ομάδες συνεργασίας για την υλοποίηση των προγραμμάτων vve μεταξύ των μονάδων προσχολικής αγωγής και των δημοτικών σχολείων. Αυτές οι ομάδες συνεργασίας βρίσκονται σε μειονεκτούσες συνοικίες, διότι οι κανονισμοί vve έχουν ως στόχο τα παιδιά αυτής της ομάδας, ηλικίας μεταξύ 2 και 5 ετών (δηλ. τα έτη της προσχολικής ηλικίας και τα δύο πρώτα έτη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης). Ο πιο σημαντικός στόχος των κανονισμών είναι η έγκαιρη αντιμετώπιση των μειονεκτημάτων ή των μαθησιακών υστερήσεων των ντόπιων παιδιών και των παιδιών εθνικών μειονοτήτων, για την πρόληψη τυχόν (γλωσσικού) μειονεκτήματος στην ομάδα 3 της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Πρόληψη των εκπαιδευτικών μειονεκτημάτων στο σχολικό σύστημα: Η διασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι κοινός τόπος, μολονότι οι προσεγγίσεις έχουν την τάση να ποικίλλουν από την έμφαση στη βελτίωση της καθολικότητας και της ευρύτητας της υφιστάμενης πρόνοιας (FIN, F, S) έως την καλύτερη στοχοθέτηση συγκεκριμένων ομάδων (A, D, DK, EL, E, I), όπως τα παιδιά των μεταναστών, καθώς και τα παιδιά και οι νέοι με αναπηρίες. Παρατηρούνται πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις:

- να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη μετάβαση μεταξύ των διαφορετικών σταδίων της σχολικής εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο (F) και από το σχολείο στις περαιτέρω βαθμίδες εκπαίδευσης (FIN).

- τονίζεται η στενότερη παρακολούθηση των μαθητών (DK) και η ανάπτυξη πιο εξατομικευμένων προγραμμάτων δράσης, ούτως ώστε να καλυφθούν οι προσωπικές ανάγκες των μαθητών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες (E, S) και να παρασχεθεί εξατομικευμένη στήριξη σε όσους κινδυνεύουν να εγκαταλείψουν πρόωρα το σχολείο (IRL).

- αύξηση των προσπαθειών για την πρόληψη του αναλφαβητισμού στα παιδιά (A, E, F, IRL, S, UK). Για παράδειγμα, η Γαλλία προτείνει να είναι ολιγομελέστερη η πρώτη τάξη σε μη προνομιούχα ιδρύματα, ώστε να διευκολύνεται η εκμάθηση ανάγνωσης, γραφής και η εξοικείωση με τις ΤΠΕ, όπως επίσης και η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της δυσλεξίας, και προτείνει επίσης η διδασκαλία της ανάγνωσης να συνεχίζεται έως ότου οι μαθητές φτάσουν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εάν αυτό είναι απαραίτητο. Οι Κάτω Χώρες θέτουν ως στόχο την παροχή επιπλέον πόρων στα σχολεία για τους μαθητές με μαθησιακά προβλήματα, ιδιαίτερα όσον αφορά τις γλώσσες. Η Ιρλανδία, μέσω του Μέτρου για την Καταπολέμηση του Αναλφαβητισμού σε Νεαρή Ηλικία αναπτύσσει μια ενεργή προσέγγιση για την έγκαιρη αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού. Η Σουηδία, προκειμένου να ενισχύσει την επίτευξη των στόχων στον δεύτερο κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενισχύει το δικαίωμα των μαθητών να λαμβάνουν στήριξη στο σχολείο και διαθέτει κονδύλια για την ανάπτυξη των βασικών δεξιοτήτων των μαθητών όσον αφορά την ανάγνωση, τη γραφή και τα μαθηματικά.

- στήριξη των προγραμμάτων ενισχυτικής διδασκαλίας (FIN, F, IRL) και των υπηρεσιών καθοδήγησης και παροχής συμβουλών σε εκπαιδευτικά ζητήματα (DK, FIN, F, IRL).

- βελτίωση της εξωσχολικής υποστήριξης, π.χ. μέσω της ανάπτυξης μέτρων για την παροχή βοήθειας στους μαθητές κατά τη μελέτη στο σπίτι (DK), παροχή εξωσχολικών ευκαιριών (UK) και κέντρα μέριμνας που θα δέχονται τα παιδιά μετά το σχολείο.

- ανάπτυξη της κατάρτισης των διδασκόντων σχετικά με την κοινωνική ένταξη (DK, EL, P) και ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ των γονέων και των σχολείων, καθώς και της συμμετοχής των γονέων (DK, E, I, IRL).

- αντιμετώπιση των οικονομικής φύσεως εμποδίων στην πλήρη συμμετοχή στη σχολική ζωή, όπως για παράδειγμα της αδυναμία αγοράς εξοπλισμού και συμμετοχής σε εξωτερικές δραστηριότητες (Β, Ε, NL, UK).

- ανάπτυξη ολοκληρωμένων προσεγγίσεων για την εκπαιδευτική υστέρηση σε τοπικό επίπεδο, για παράδειγμα μέσω των Ζωνών Εκπαιδευτικής Δράσης (UK) ή της βελτίωσης των σχολείων σε απομονωμένες περιοχές (S).

Είναι σαφές από το ευρύ φάσμα των μέτρων στα οποία δίνουν έμφαση τα κράτη μέλη στα ΕΣΔ ότι τα σχολεία βλέπουν τον ρόλο τους να αλλάζει και αναλαμβάνουν διαρκώς ευρύτερη υποστηρικτική δράση. Εξελίσσονται σε κοινότητες μάθησης ανοιχτές σε κάθε είδους υποστηρικτικό ρόλο. Αυτό προϋποθέτει την εμπλοκή των κατάλληλων εταίρων και ένα όραμα για το πώς πρέπει να είναι ένα σχολείο ανοιχτό σε όλους. Το ευρύ φάσμα μέτρων καταδεικνύει επίσης την ανάγκη για αυξημένο συντονισμό μεταξύ των διαφόρων επιπέδων διοίκησης. Αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται συνεκτικά συστήματα σχεδιασμού για τη θέση στόχων, την παρακολούθηση της υλοποίησής τους και την αξιολόγηση της προόδου που σημειώνεται ιδίως όσον αφορά το φαινόμενο της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου - ένα πρόβλημα που άπτεται πολλών διαφορετικών τομέων.

Αντιμετώπιση της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου: Πολλά κράτη μέλη δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στα άτομα που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο. Δίδεται μεγάλη έμφαση στην πρόληψη του προβλήματος μέσω των μέτρων που περιγράφονται παραπάνω, ιδιαίτερα δε με τη βελτίωση της κοινωνικής και διαπολιτισμικής διάστασης της διαχείρισης και των διαδικασιών στα σχολεία, καθώς και με την καλύτερη εξατομικευμένη παρακολούθηση και στήριξη όσων κινδυνεύουν να εγκαταλείψουν πρόωρα το σχολείο. Τονίζεται η προώθηση της διασύνδεσης μεταξύ της γενικής και της επαγγελματικής εκπαίδευσης (F) και, για όσους δεν μπορούν να επανενταχθούν στον κορμό του εκπαιδευτικού συστήματος, η ενίσχυση της σχέσης μεταξύ εκπαιδευτικών και εργασιακών προγραμμάτων (NL). Για τις Κάτω Χώρες, η ανάγκη για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση και για την κινητοποίηση διαφόρων οργάνων είναι επίσης σημαντική, όπως σημαντική είναι για το Βέλγιο η ανάπτυξη ολοκληρωμένων δράσεων. Η Ιρλανδία υλοποιεί ένα πρόγραμμα για τη μη διακοπή της φοίτησης που στοχεύει άμεσα σε όσους κινδυνεύουν να εγκαταλείψουν πρόωρα το εκπαιδευτικό σύστημα και συνιστά σημαντική πρωτοβουλία θετικής διάκρισης υπέρ των παιδιών και των νέων που κινδυνεύουν να εγκαταλείψουν πρόωρα το σχολείο.

Επέκταση της πρόσβασης στην εκπαίδευση ενηλίκων και ενίσχυση του αλφαβητισμού και της εκμάθησης βασικών δεξιοτήτων: Η σημασία της εκπαίδευσης ενηλίκων, η οποία παρέχει μια δεύτερη ευκαιρία στα άτομα που δεν είχαν την ευκαιρία να φοιτήσουν κανονικά στο σχολείο, είναι ένα θέμα που επαναλαμβάνεται συχνά (DK, IRL). Αναφέρονται συχνά οι ανάγκες ιδιαίτερων ομάδων, όπως τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι μετανάστες, οι γυναίκες. Για παράδειγμα, η Σουηδία δίνει έμφαση στη διεύρυνση της εκπαίδευσης ενηλίκων (συμπεριλαμβανομένων πρωτοβουλιών προσέγγισης, παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και εξατομικευμένων προγραμμάτων μελέτης) για τους μετανάστες. Η εντατικοποίηση της καταπολέμησης του αναλφαβητισμού των ενηλίκων τονίζεται σε πολλά ΕΣΔ (B, D, DK, F, NL, UK). Οι εκτιμήσεις για το βαθμό γνώσης ανάγνωσης και γραφής των ενηλίκων διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό και δίνουν την εντύπωση ότι η Ευρώπη χρειάζεται μια μεγάλη εκστρατεία για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού των ενηλίκων. Στο πλαίσιο αυτό, είναι προφανής η ανάγκη για έρευνα σχετικά με τις μεθόδους αξιολόγησης ειδικά για ενήλικες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη γραφή, την ανάγνωση και την αριθμητική. Σε πολλά ΕΣΔ δίδεται ιδιαίτερη προσοχή σε ολοκληρωμένες προσεγγίσεις σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο (D, F) και στη διδασκαλία γλωσσών στους μετανάστες (DK, F, NL, S). Η Ελλάδα πρωτοτυπεί εξετάζοντας το ενδεχόμενο αντιμετώπισης των κενών στην εκπαίδευση των πολιτών μέσω της παροχής ευκαιριών αλφαβητισμού και διά βίου μάθησης στους στρατιώτες, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κοινωνικής πολιτικής. Ωστόσο, ενώ η καταπολέμηση του αναλφαβητισμού και η γνώση βασικών μαθηματικών αναφέρονται συχνά, η πρόσβαση σε συναφείς με την κοινωνία της γνώσης ικανότητες (ΤΠΕ, διαπροσωπικές ικανότητες και συμμετοχή στα κοινά, ικανότητα μάθησης) σπανίως διασφαλίζεται συστηματικά σε τοπικό, περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο. Αυτό ισχύει ιδίως για όσους δεν ανήκουν πλέον στο εργατικό δυναμικό. Είναι συνεπώς αναγκαίο να διασφαλισθεί ότι τα συστήματα εκπαίδευσης ενηλίκων παρέχουν ευρύ φάσμα ευκαιριών εκπαίδευσης και κατάρτισης που ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες ανάγκες των ενδιαφερομένων οι οποίες συχνά αφορούν κοινωνικές δεξιότητες.

Η Φινλανδία τονίζει τη σπουδαιότητα της περαιτέρω ενίσχυσης των ευκαιριών διά βίου μάθησης για τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Ωστόσο, παρά τη γήρανση του πληθυσμού, τα περισσότερα ΕΣΔ δεν δίνουν μεγάλη προσοχή στη διευκόλυνση της πρόσβασης των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας σε εκπαιδευτικές ευκαιρίες, αν και αυξάνεται η παρακαταθήκη ορθών πρακτικών στα κράτη μέλη στον τομέα της άτυπης διά βίου μάθησης για όλες τις γενιές, κάτι που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί.

Κυριαρχεί η εντύπωση ότι οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες που αναφέρονται στα ΕΣΔ επικεντρώνονται κυρίως στη στήριξη της μετάβασης στην εργασία. Καθώς το μεγαλύτερο μέρος του αποκλεισμένου πληθυσμού δεν εργάζεται, οι ευκαιρίες διά βίου μάθησης πρέπει επίσης να συμπεριλάβουν δεξιότητες που αφορούν τη ζωή, την επιβίωση, την ενεργοποίηση του πολίτη και την κοινωνική συμπεριφορά. Η δυνατότητα συμμετοχής στην κοινωνία της γνώσης όλων των ατόμων που δεν έχουν αμειβόμενη εργασία και, συνεπώς, θεωρούνται «ανενεργοί» στην αγορά εργασίας θίγεται πολύ λιγότερο, γεγονός που επηρεάζει κυρίως τις γυναίκες.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στα περισσότερα ΕΣΔ δεν δίνεται μεγάλη προσοχή στην πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, παρόλο που οι πολιτικές για τη διά βίου μάθηση στην Ευρώπη στοχεύουν κατά κύριο λόγο στο άνοιγμα της ανώτατης εκπαίδευσης σε άτομα που δεν έχουν ακολουθήσει την προβλεπόμενη σχολική πορεία και στην αύξηση του ποσοστού των φοιτητών που ανήκουν σε εθνοτικές και πολιτισμικές μειονότητες. Ωστόσο, η Σουηδία ορίζει ως έναν από τους βασικούς στόχους της τη βελτίωση της πρόσβασης των γυναικών και των ανδρών, ανεξαρτήτως εθνικού υποβάθρου, στην ανώτατη εκπαίδευση. Το Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρει ένα πακέτο για την υποστήριξη των άγαμων γονέων που συνεχίζουν τη φοίτησή τους σε ιδρύματα ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης, παρέχοντας στήριξη για το επιπλέον κόστος της φύλαξης των παιδιών. Η Ιρλανδία παρουσιάζει λεπτομερώς μια σειρά προγραμμάτων για την αύξηση της συμμετοχής ευάλωτων ομάδων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπως το Ειδικό Ταμείο για Φοιτητές με Αναπηρίες, το Ταμείο Ενίσχυσης των Φοιτητών και η ίδρυση Εθνικής Υπηρεσίας για την Πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση.

5.5. Πρόσβαση στον πολιτισμό

Οι πολιτικές για τον πολιτισμό πρέπει να αποτελούν κεντρικό σημείο κάθε ολοκληρωμένης και πολυδιάστατης προσέγγισης για την αντιμετώπιση και την πρόληψη της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Η συμμετοχή σε κοινωνικές δραστηριότητες συνιστά βασικό τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι και οι κοινότητες μπορούν να καθορίσουν και να αναπτύξουν τη δική τους ταυτότητα, καθώς και να επικοινωνήσουν, να παρουσιάσουν τον εαυτό τους σε άλλους και να συμμετάσχουν σε συμβολικές ανταλλαγές. Αποτελεί, συνεπώς, έναν τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι γίνονται ενεργοί παράγοντες της δημοκρατικής κοινωνίας. Έτσι, η προώθηση της πρόσβασης και η συμμετοχή στην πολιτιστική δραστηριότητα αποτελεί μια πραγματικά σημαντική και έγκυρη πτυχή για την οικοδόμηση μιας προσβάσιμης σε όλους κοινωνίας, όπως εξάλλου και η προώθηση της συμμετοχής στους τομείς της οικονομίας, της απασχόλησης ή τους κοινωνικούς τομείς. Ένας σημαντικός παράγοντας για την πολιτιστική δραστηριότητα εν σχέση με την κοινωνική πολιτική είναι ότι έχει ένα θετικό σημείο εκκίνησης: οι άνθρωποι δεν ορίζονται ως πρόβλημα, αλλά ως δυνητικό και πραγματικό πλεονέκτημα.

Πέραν της εξ ορισμού αξίας του πολιτισμού, οι συσσωρευθείσα εμπειρία αποδεικνύει ότι η συμμετοχή σε πολιτιστικές δραστηριότητες μπορεί επίσης να βοηθήσει τους ανθρώπους και τις κοινότητες να ξεπεράσουν το πρόβλημα του κοινωνικού αποκλεισμού. Έχει αποδειχθεί ότι η ενεργός συμμετοχή σε πολιτιστικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες μπορεί να αποτελέσει σημαντικό μέσο βοήθειας απομονωμένων και περιθωριοποιημένων ατόμων, ώστε να αποκτήσουν δεξιότητες και αυτοπεποίθηση. Αυτό δημιουργεί συχνά νέες ευκαιρίες για τη συμμετοχή τους στην κοινωνία και μπορεί επίσης να αποτελέσει σημαντική οδό για τη στήριξη της εκ νέου κατάρτισης και επανένταξης στην αγορά εργασίας των μακροχρόνια ανέργων. Εξίσου σημαντική είναι η συμβολή που μπορεί να έχουν τα πολιτιστικά προγράμματα στην αναγέννηση των μη προνομιούχων κοινοτήτων και περιφερειών, τόσο μέσω της γέννησης μιας θετικής αίσθησης κοινοτικής ταυτότητας και κοινωνικού κεφαλαίου όσο και μέσω της ώθησης για την ανάπτυξη της οικονομίας και της απασχόλησης.

Παρά τον κεντρικό ρόλο του πολιτισμού στη διαδικασία της κοινωνικής ένταξης, τα ΕΣΔ/ένταξη του 2003 χαρακτηρίζονται από την έλλειψη στρατηγικής προσέγγισης για την ανάπτυξη περιεκτικών πολιτικών για τον πολιτισμό. Σε ορισμένα ΕΣΔ/ένταξη, γίνεται μεγαλύτερη αναφορά στην πρόσβαση στον πολιτισμό σε σχέση με το 2001. Ωστόσο, πολλά κράτη μέλη εξακολουθούν να δίνουν λίγη ή καθόλου προσοχή σε αυτό το ζήτημα. Σε πολλές περιπτώσεις, όταν αναφέρεται η πρόσβαση στον πολιτισμό, η αναφορά αυτή περιορίζεται κυρίως στην αύξηση της πρόσβασης σε πολιτιστικά κέντρα, όπως μουσεία και βιβλιοθήκες, τα οποία, μολονότι είναι σημαντικά, αποτελούν απλώς ένα τμήμα των όσων πρέπει να γίνουν. Ακόμα και εδώ, δεν γίνεται αναφορά σε εντυπωσιακές πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται στα κράτη μέλη, για παράδειγμα η κατάρτιση προσωπικού σε πολιτιστικά ιδρύματα, όπως θέατρα, μουσεία και βιβλιοθήκες, ως μεσολαβητών διά βίου μάθησης, οι οποίοι καθιστούν περισσότερο διαθέσιμες και ελκυστικές τις ευκαιρίες μάθησης και στοχεύουν στους μη παραδοσιακούς επισκέπτες, ή η εκπαίδευση ηθοποιών με πολυπολιτισμικό υπόβαθρο οι οποίοι αναλαμβάνουν να μυήσουν στο θέατρο κοινωνικά αποκλεισμένα άτομα. Στα ΕΣΔ δεν απεικονίζεται σωστά το εξίσου σημαντικό και εκτεταμένο έργο που πραγματοποιείται σε πολλές χώρες σε τοπικό επίπεδο, ιδιαίτερα στους τομείς της καλλιτεχνικής παραγωγής σε επίπεδο κοινότητας και της προσέγγισης των περιθωριοποιημένων ομάδων και κοινοτήτων από πολιτιστικούς φορείς, όπως βιβλιοθήκες, μουσεία και θέατρα. Αυτό μπορεί να υποδηλώνει την ανικανότητα ορισμένων ΕΣΔ να αποδώσουν επαρκή σημασία στην αξιοποίηση της τοπικής εμπειρίας σε τομείς όπου ήδη πραγματοποιείται σημαντική συνεργασία μεταξύ οικονομικών, κοινωνικών, επαγγελματικών και πολιτιστικών φορέων. Σε πολλές περιπτώσεις, φαίνεται επίσης ότι αυτό οφείλεται στην έλλειψη συμμετοχής των αρμόδιων υπουργείων και υπηρεσιών πολιτισμού στην προετοιμασία των ΕΣΔ/ένταξη. Ωστόσο, ενδεχομένως να αποτελεί απόδειξη της μη συνειδητοποίησης, εκ μέρους πολλών υπουργείων και πολιτιστικών φορέων, της σπουδαιότητας που έχει η εφαρμογή της ατζέντας κοινωνικής ένταξης στο έργο τους καθώς και της μη ευθυγράμμισης των ευρέων κοινωνικών και πολιτιστικών στόχων - με άλλα λόγια, της μη ενσωμάτωσης του προβληματισμού για τη φτώχεια και την κοινωνική ένταξη στον πολιτιστικό τομέα. Σε ευρύτερη βάση, αυτό μπορεί επίσης να αντικατοπτρίζει την έλλειψη πραγματικά πολυδιάστατης αντίληψης του φαινομένου του κοινωνικού αποκλεισμού και την τάση των ΕΣΔ να δίνουν υπερβολική έμφαση στην πρόσβαση στην απασχόληση εις βάρος άλλων σημαντικών διαστάσεων, αντί να τις αντιμετωπίζουν ως αλληλοενισχυόμενες. Η μη αναγνώριση σε επίπεδο πολιτικής του πλήθους των τοπικών πολιτιστικών δραστηριοτήτων, οι οποίες στηρίζουν άμεσα την κοινωνική ένταξη, είναι ιδιαίτερα ανησυχητική δεδομένης της τρέχουσας οικονομικής ύφεσης. Η σημασία αυτών των δραστηριοτήτων στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού ενδέχεται να παραβλεφθεί και ίσως πάψει να αποτελεί προτεραιότητα όσον αφορά τη χρηματοδοτική στήριξη, για παράδειγμα στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ, τα οποία έχουν συνεισφέρει σημαντικά σε αυτόν τον τομέα.

Στα ΕΣΔ/ένταξη της Δανίας, της Φινλανδίας, της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και του Λουξεμβούργου γίνεται κάποια αναφορά σε προγράμματα για την αύξηση της πρόσβασης σε χώρους πολιτισμού και της συμμετοχής των παιδιών σε πολιτιστικές δραστηριότητες. Η Δανία τονίζει ότι σημαντικός αριθμός πολιτιστικών υπηρεσιών, όπως αυτές που παρέχουν οι βιβλιοθήκες και τα μουσεία, είναι διαθέσιμες σε χαμηλές τιμές ή δωρεάν και, συνεπώς, αναμένεται ότι θα βοηθήσουν στην πρόληψη του κοινωνικού αποκλεισμού. Προκειμένου να στηρίξει τη συμμετοχή στην πολιτιστική ζωή, η κυβέρνηση επεδίωξε να στηρίξει πολιτιστικές δραστηριότητες για παιδιά, μέσω της δημιουργίας δικτύων μεταξύ μεγάλων ιδρυμάτων, όπως η Υπηρεσία Προστασίας της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, η Αρχή Εθνικής Βιβλιοθήκης, το Ινστιτούτο Κινηματογράφου και του Δανικού Ιδρύματος Τεχνών. Η Ελλάδα δίνει έμφαση σε ένα πρόγραμμα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ώστε να δοθούν κουπόνια για δωρεάν είσοδο σε θεατρικές παραστάσεις, θερινούς κινηματογράφους, συναυλίες και άλλα καλλιτεχνικά γεγονότα, καθώς και δωρεάν εισιτήρια για παραστάσεις στην Επίδαυρο και σε άλλα αρχαία θέατρα. Η Ελλάδα δίνει επίσης έμφαση στο ρόλο των βιβλιοθηκών, ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες αγροτικές περιφέρειες. Η Φινλανδία αναφέρεται στη συνεχιζόμενη δωρεάν παροχή βασικών υπηρεσιών βιβλιοθήκης και στο ρόλο τους όσον αφορά την παροχή πρόσβασης στη γνώση και τον πολιτισμό. Η Ιρλανδία αναγνωρίζει ότι, καθώς βελτιώνεται η γενική πρόσβαση στις χώρους τέχνης και πολιτισμού και καθώς αυξάνεται η συμμετοχή στις τέχνες και τις πολιτιστικές δραστηριότητες, θα υπάρξει θετική επίδραση στα άτομα και τις ομάδες που πλήττονται από τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Η Γαλλία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο περιγράφουν λεπτομερώς πιο εκτεταμένες πρωτοβουλίες για την αύξηση της πρόσβασης. Η Σουηδία περιγράφει την προτεινόμενη Ατζέντα για τον Πολιτισμό 2003-2006, η οποία περιέχει μια σειρά πρωτοβουλιών που έχουν ως στόχο να αυξήσουν την πρόσβαση στις πολιτιστικές δραστηριότητες. Το Ηνωμένο Βασίλειο καθιστά την πρόσβαση στον πολιτισμό ειδικό στόχο πολιτικής και οι αποκεντρωμένες διοικητικές δομές συμμερίζονται το στόχο αυτό. Για παράδειγμα, η Σκωτία εισήγαγε μια Εθνική Πολιτιστική Στρατηγική και έθεσε το στόχο αύξησης κατά 5% του αριθμού των υποεκπροσωπούμενων ομάδων, ιδιαίτερα των παιδιών και των νέων, σε πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες έως το 2006. Όσον αφορά την Αγγλία, αναφέρονται λεπτομερώς αρκετές ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες, όπως οι Δημιουργικές Συνεργασίες που έχουν ως στόχο την ανάπτυξη της δημιουργικότητας των παιδιών σε μειονεκτούσες περιοχές. Η Γαλλία προτείνει σειρά καινοτόμων δραστηριοτήτων για την αύξηση της συμμετοχής σε πολιτιστικές δραστηριότητες και για την ενίσχυση της αλληλοκατανόησης μεταξύ των ατόμων που δραστηριοποιούνται στον πολιτιστικό τομέα και των μη προνομιούχων πληθυσμών. Προτείνεται η δημιουργία δικτύου για την καταπολέμηση του αποκλεισμού στον πολιτιστικό τομέα. Το Βέλγιο και η Πορτογαλία αντιμετωπίζουν το ζήτημα εις βάθος και επισημαίνουν τη μεγάλη σπουδαιότητα της πρόσβασης στον πολιτισμό για την προώθηση της κοινωνικής ένταξης. Η Πορτογαλία τονίζει τη σχέση μεταξύ της εκπαίδευσης και του πολιτισμού και τη δυνατότητα προσωπικής εξέλιξης και αντιμετώπισης των διαρθρωτικών ανισοτήτων στη βασική εκπαίδευση. Το Βέλγιο παρέχει στοιχεία για τη συμμετοχή σε πολιτιστικές δραστηριότητες και επισημαίνει τη χαμηλή συμμετοχή των ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια. Το ΕΣΔ του Βελγίου περιγράφει επίσης μια σειρά πρωτοβουλιών σχετικά με την πρόληψη του κινδύνου αποκλεισμού που προκύπτει από την έλλειψη πολιτισμού και την προώθηση πολιτιστικών πρωτοβουλιών υπέρ των πλέον ευάλωτων ατόμων. Ένα ενδιαφέρον σχέδιο, το οποίο επιδιώκει την αύξηση της πρόσβασης των φτωχότερων στον πολιτισμό μέσω της χορήγησης «επιταγών πολιτισμού», αναφέρεται ως παράδειγμα ορθής πρακτικής.

Η ΑΤΖΕΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ 2003-2006 (ΣΟΥΗΔΙΑ)

Το Υπουργείο Πολιτισμού παρουσίασε μια Ατζέντα για τον Πολιτισμό 2003-2006, στις αρχές του 2003. Προκειμένου οι πολιτιστικές δραστηριότητες να καταστούν διαθέσιμες σε περισσότερα άτομα, η είσοδος σε αρκετά κρατικά μουσεία θα είναι στο μέλλον ελεύθερη. Άλλα στοιχεία της ατζέντας περιλαμβάνουν τη συνέχιση μέτρων για τα παιδιά, τα άτομα με ειδικές ανάγκες και τον πολιτισμό στην εργασία, καθώς και περισσότερα περιφερειακά προγράμματα. Επιπλέον, η Κυβερνητική Επιτροπή για τις Τιμές των Βιβλίων θα παρακολουθεί και θα αξιολογεί συνεχώς, έως τα τέλη του 2005, τις επιπτώσεις της μείωσης του ΦΠΑ στα βιβλία και τις εφημερίδες από 25% σε 6%. Η παρότρυνση επαγγελματιών καλλιτεχνών και εργαζομένων στον πολιτιστικό τομέα να επισκέπτονται σχολεία, εργασιακούς χώρους ή μη συμβατικά περιβάλλοντα είναι ένας τρόπος παροχής σε περισσότερα άτομα μεγαλύτερης πρόσβασης στον πολιτισμό. Κατά την περίοδο 2003-2006, το Υπουργείο Πολιτισμού, σε συνεργασία με εργαζομένους στον πολιτιστικό τομέα, καλλιτεχνικές οργανώσεις και εργοδότες, θα διερευνήσει νέους ρόλους για τους καλλιτέχνες εκτός του καθιερωμένου πολιτιστικού βίου.

Μία διάσταση της πρόσβασης στον πολιτισμό, η οποία προσλαμβάνει όλο και μεγαλύτερη σπουδαιότητα, είναι ο ρόλος που μπορεί αυτή να διαδραματίσει στην προώθηση της κοινωνικής ένταξης στις κοινωνίες όπου η αυξημένη μετανάστευση οδηγεί σε μεγαλύτερη εθνική και πολιτιστική πολυμορφία. Η προώθηση της κοινωνικής ένταξης και της κοινωνικής συνοχής δεν είναι ζήτημα ομοιομορφίας. Ο πολιτισμός είναι ένας πολύτιμος παράγοντας διαφορετικότητας, και αυτό συνεπάγεται την εκτίμηση της συμβολής διαφόρων πολιτισμών σε μία κοινωνία. Ομοίως, η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πολιτιστικές δραστηριότητες της κυρίαρχης αριθμητικά κοινότητας μπορεί να βοηθήσει στην προώθηση της καλύτερης κατανόησης και σε ένα αίσθημα κοινής ταυτότητας, με την προϋπόθεση ότι ο στόχος δεν είναι η αφομοίωση. Από αυτήν την άποψη, το ΕΣΔ της Φινλανδίας αναγνωρίζει την ανάγκη στοχοθέτησης της στήριξης της πολιτιστικής πολυφωνίας ενόψει της προβλεπόμενης αύξησης του πληθυσμού των μεταναστών στη Φινλανδία. Ο κυρίαρχος στόχος των καταρτιζόμενων πολιτικών είναι η πρόληψη της κλιμάκωσης των πολιτιστικών συγκρούσεων και η προώθηση της κοινωνικής συμμετοχής των εθνικών ομάδων. Η κυβέρνηση σχεδιάζει επίσης την κατάρτιση προγράμματος μεταναστευτικής πολιτικής, το οποίο στοχεύει στην προώθηση των γλωσσικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων των παιδιών που προέρχονται από διάφορες εθνοτικές ομάδες.

5.6. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη

Το πρόβλημα της πρόσβασης στους νόμους και τη δικαιοσύνη, ιδιαίτερα για ορισμένες ευάλωτες ομάδες, αναγνωρίζεται ευρέως στα ΕΣΔ/ένταξη. Η πλειονότητα των κρατών μελών (Βέλγιο, Γαλλία, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Ισπανία, Κάτω Χώρες, Λουξεμβούργο, Πορτογαλία και Σουηδία) επεξεργάστηκαν συγκεκριμένα μέτρα για την προώθηση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη στο πλαίσιο των εθνικών τους σχεδίων.

Το θέμα αυτό έλαβε ασφαλώς μεγαλύτερη σπουδαιότητα από ό,τι στα ΕΣΔ/ένταξη 2001-2003. Τα μέτρα που αφορούν τη δικαιοσύνη περιλαμβάνονται στα στρατηγικά μέτρα του ΕΣΔ/ένταξη του Βελγίου, ενώ οι Κάτω Χώρες έθεσαν επίσης έναν ειδικό στόχο αναφορικά με τη δημιουργία κατάλληλου συστήματος δικαστικής αρωγής για τα πλέον μειονεκτούντα άτομα που προσφεύγουν στη δικαιοσύνη, ώστε τους να δοθεί δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν το σύστημα δικαστικής αρωγής και διαμεσολάβησης με τον ίδιο τρόπο που το χρησιμοποιούν τα άτομα με μεγαλύτερη οικονομική άνεση.

Στα ΕΣΔ τονίζονται ιδιαίτερα τα εξής:

- η ενίσχυση και η διεύρυνση της δωρεάν δικαστικής αρωγής για τα άτομα με χαμηλό εισόδημα, ιδίως μέσω της μείωσης του ανώτατου εισοδήματος άνω του οποίου δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε αυτές τις υπηρεσίες.

- η πρόσβαση σε ενημέρωση καλύτερης ποιότητας, μέσω εκστρατειών ενημέρωσης σχετικά με τις ήδη διαθέσιμες υπηρεσίες, πράγμα που θεωρείται θεμελιώδες για την επίλυση των αντιδικιών και για την αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων.

- η μεσολάβηση υπέρ των ατόμων που ζουν σε συνθήκες οικονομικής αβεβαιότητας, μέσο που χρησιμοποιείται επίσης για την επίλυση των διαφορών, συμπεριλαμβανομένων των διαφορών μεταξύ διοίκησης και πολιτών.

Στις ομάδες που αναφέρονται στα ΕΣΔ/ένταξη περιλαμβάνονται οι εθνοτικές μειονότητες, οι μετανάστες, οι αιτούντες άσυλο, οι πρώην τρόφιμοι φυλακών και τα άτομα με χαμηλό εισόδημα που ενοικιάζουν την κατοικία τους. Εξάλλου, κρίνεται απαραίτητη - και εξετάζεται - η παροχή δικαστικής προστασίας στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, στα παιδιά, στα άτομα με ειδικές ανάγκες, στα θύματα σωματεμπορίας, στους τρανσεξουαλικούς, στα άτομα που συζούν χωρίς να έχουν παντρευτεί, στις ιεροδούλους.

Για παράδειγμα, στην Ισπανία πρόκειται να δημιουργηθεί ένα σύστημα διαιτησίας για την επίλυση των μηνύσεων και των προσφυγών που καταθέτουν άτομα με ειδικές ανάγκες, ενώ επιπλέον πρόκειται να ληφθούν μέτρα νομικής προστασίας. Εξετάζεται επίσης το ενδεχόμενο υιοθέτησης ενός νόμου για την προστασία των περιουσιακών στοιχείων των ατόμων με ειδικές ανάγκες.

Τα ΕΣΔ/ένταξη αναφέρουν και άλλα μέτρα για τη βελτίωση της πρόσβασης στους νόμους και τη δικαιοσύνη, όπως η βελτίωση της υποστήριξης των θυμάτων, η κατάρτιση των αστυνομικών οργάνων και των δικαστικών λειτουργών, η δημιουργία ειδικών συμβουλευτικών κέντρων για τους αιτούντες άσυλο, η δημιουργία πλήρους δικτύου επιτροπών για τις δικαστικές προσφυγές οι οποίες θα καταρτίζουν δράσεις με στόχο τα άτομα που απειλούνται με αποκλεισμό και την απλοποίηση και τη βελτίωση της κατανόησης των διαδικασιών.

5.7. Πρόσβαση στον αθλητισμό και την αναψυχή

Όπως επισημαίνεται στη διακήρυξη της Νίκαιας σχετικά με τα ειδικά χαρακτηριστικά των αθλητικών δραστηριοτήτων και με τον κοινωνικό τους ρόλο στην Ευρώπη [12], η πρόσβαση και η συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες και δραστηριότητες αναψυχής διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην πρόληψη της απομόνωσης των ευάλωτων ομάδων και στην αύξηση της συμμετοχής σε εθελοντικές δραστηριότητες και, ως εκ τούτου, έχει θετικό αντίκτυπο σε κοινωνικώς μειονεκτούντα άτομα, ομάδες και περιοχές. Ωστόσο, η βελτίωση της πρόσβασης σε αθλητικές δραστηριότητες και δραστηριότητες αναψυχής δεν κατέχει εξέχουσα θέση στα ΕΣΔ/ένταξη.

[12] Παράρτημα 4 των συμπερασμάτων του ευρωπαϊκού συμβουλίου της Νίκαιας.

Αθλητισμός

Μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο έθεσε έναν ειδικό στόχο - για τη Σκωτία - ο οποίος αφορά την αύξηση κατά 5% του αριθμού των υποεκπροσωπούμενων ομάδων, ιδιαίτερα των παιδιών και των νέων, σε πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες έως το 2006.

Σε άλλα ΕΣΔ, τα μέτρα στοχεύουν κυρίως στην παροχή δυνατότητας φθηνής ή δωρεάν συμμετοχής στον αθλητισμό (Δανία, Βέλγιο, Ελλάδα, Γαλλία). Οι υπόλοιπες δράσεις περιλαμβάνουν τα εξής:

Το Ιρλανδικό Πρόγραμμα Χορήγησης Κεφαλαίων για τον Αθλητισμό χορηγεί χρηματοδότηση σε ετήσια βάση σε εθελοντικές και τοπικές οργανώσεις ώστε να ενισχυθεί η παροχή αθλητικών εγκαταστάσεων που έχουν ως στόχο την αύξηση του επιπέδου συμμετοχής και τη βελτίωση των επιδόσεων. Δίνεται προτεραιότητα στις αιτήσεις οργανώσεων που βρίσκονται σε κοινωνικά μειονεκτούσες περιοχές.

Στη Βελγική Φλάνδρα, διοργανώθηκε εκστρατεία για τη στήριξη του αθλητισμού σε συνοικίες και περιφέρειες, με τη συμμετοχή 60 δήμων, οι οποίες στοχεύουν σε νέους που μειονεκτούν ως προς τη συμμετοχή στον αθλητισμό. Το 2003, αναπτύσσεται η ειδική κατάρτιση των εκπαιδευτών αθλημάτων στις περιφέρειες.

Η Ελλάδα προωθεί τη συμμετοχή των ατόμων με ειδικές ανάγκες σε δημοφιλή αθλητικά προγράμματα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη ειδικών προγραμμάτων, όπως τα εξής: αθλητισμός στην εργασία, σε οικισμούς αθίγγανων, σε περιοχές με υψηλά ποσοστά παλιννοστούντων, σε κοινότητες μουσουλμάνων και μεταναστών - όπου διοργανώνονται δραστηριότητες σε συνεργασία με τις δικές τους κοινοτικές ομάδες. Ιδιαίτερες προσπάθειες θα καταβληθούν για τους Παραολυμπιακούς Αγώνες.

Στη Σουηδία, η κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο μελέτης και διάδοσης πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι δημόσιοι πόροι για τον αθλητισμό ωφελούν τα άτομα διαφόρων εθνοτικών υποβάθρων, τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα με ειδικές ανάγκες μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτούς τους πόρους και τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι πόροι μεταξύ γυναικών και ανδρών, κοριτσιών και αγοριών.

Αναψυχή

Οι πρωτοβουλίες στοχεύουν ιδιαίτερα στη διευκόλυνση των ομαδικών και ατομικών διακοπών για τα άτομα με χαμηλό εισόδημα και τα μη προνομιούχα άτομα και τα παιδιά τους (Βέλγιο, Λουξεμβούργο). Τα υπόλοιπα μέτρα που παρουσιάζονται στα Σχέδια είναι τα εξής:

Η Γαλλία θα επιδιώξει και θα ενισχύσει τα πολιτιστικά προγράμματα για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Η πρωτοβουλία της σήμανσης «Τουρισμός και Αναπηρία» στοχεύει στην προώθηση της προσβασιμότητας των ατόμων με ειδικές ανάγκες σε τουριστικές τοποθεσίες και εξοπλισμό (στόχος: 500 σημάνσεις κατά το 2003). Η σήμανση αυτή θα ενισχυθεί και επίσης θα συμπεριληφθεί σε μια εθνική εκστρατεία επικοινωνίας καθώς και σε μια εκδήλωση για τις τουριστικές διαδρομές.

Ο ελληνικός Οργανισμός Εργατικής Εστίας ειδικεύεται στην εξασφάλιση της πρόσβασης των μελών του σε πολιτιστικά αγαθά και δραστηριότητες αναψυχής (δελτία κοινωνικού τουρισμού, εκδρομές, θεατρικά εισιτήρια κλπ.)

Η εθνική πολιτική παιχνιδιού της Ιρλανδίας παρέχει χώρους παιχνιδιού για παιδιά σε τοπικές κοινότητες και αγροτικές περιοχές, ιδιαίτερα για τα μειονεκτούντα παιδιά.

Το Πρόγραμμα «Χωρίς Σύνορα» της Πορτογαλίας εξασφαλίζει την πρόσβαση σε πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες καθώς και σε δραστηριότητες αναψυχής σε παιδιά και νέους που απειλούνται με αποκλεισμό. Μεταξύ του 2003 και του 2006, θα δημοσιευθούν 450 βιβλία στη γλώσσα Μπράιγ, προκειμένου να βελτιωθεί η πρόσβαση των ατόμων με προβλήματα όρασης στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Η Πορτογαλία θα αυξήσει επίσης κατά 10% τον αριθμό συμμετοχής των ατόμων με ειδικές ανάγκες και των οικογενειών τους σε πολιτιστικές, και αθλητικές δραστηριότητες καθώς και σε δραστηριότητες αναψυχής.

5.8. Πρόσβαση στις μεταφορές

Στα ΕΣΔ του 2003, ένας μικρός αριθμός κρατών μελών εφιστά την προσοχή στις σημαντικές συνέπειες που μπορούν να έχουν οι πολιτικές μεταφορών είτε στη συμβολή στον κοινωνικό αποκλεισμό είτε στη διευκόλυνση της κοινωνικής ένταξης. Ωστόσο, σημειώνεται εν γένει αποτυχία στην ανάπτυξη μιας συνεκτικής ή στρατηγικής προσέγγισης αναφορικά με τη σχέση μεταξύ της κοινωνικής ένταξης και των πολιτικών για τις μεταφορές. Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει την αδυναμία της πολυδιάστατης προσέγγισης που υιοθέτησαν τα περισσότερα κράτη μέλη, καθώς και την αποτυχία ενσωμάτωσης του προβληματισμού σχετικά με τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό σε μια πολιτική για τις μεταφορές. Πράγματι, η πλειονότητα των κρατών μελών δεν επιδεικνύει καμία προσοχή στο ζήτημα των μεταφορών.

Από τα κράτη μέλη που ασχολούνται με το ζήτημα της πρόσβασης στις μεταφορές (B, EL, F, IRL, UK), μπορεί κανείς να σχηματίσει μια εικόνα σχετικά με το πώς μπορούν οι παράγοντες που σχετίζονται με τις μεταφορές να αυξήσουν τους πρωταρχικούς κινδύνους του κοινωνικού αποκλεισμού, αλλά και πώς μια θετική σχέση μεταξύ των μεταφορών και των κοινωνικών στόχων μπορεί να προωθήσει την κοινωνική ένταξη. Η περιορισμένη πρόσβαση στις μεταφορές, είτε οφείλεται στο κόστος είτε στη διαθεσιμότητα, μπορεί να αυξήσει τον κοινωνικό αποκλεισμό με τους εξής τρόπους:

- περιορίζοντας την ικανότητα πρόσβασης των ανέργων σε επαγγελματικές και/ή εκπαιδευτικές ευκαιρίες.

- περιορίζοντας την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, όπως η υγεία, η διά βίου μάθηση, ο πολιτισμός, ο αθλητισμός και η αναψυχή.

- περιορίζοντας τη δυνατότητα ορισμένων ομάδων, όπως τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και τα άτομα με ειδικές ανάγκες ή οι γυναίκες με μικρά παιδιά, να έχουν πρόσβαση σε κτίρια υπηρεσιών και να διατηρούν κοινωνικές επαφές.

- υπονομεύοντας το κοινωνικό κεφάλαιο και αναγκάζοντας τα άτομα με χαμηλά εισοδήματα να έχουν έναν όλο και πιο τοπικό και περιορισμένο τρόπο ζωής.

- απορροφώντας ένα δυσανάλογο μέρος των εισοδημάτων του κόσμου που ζει με χαμηλούς μισθούς ή εξαρτάται από επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας.

- περιορίζοντας τη δυνατότητα ευέλικτης εργασίας και το συνδυασμό της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής.

- περιορίζοντας την ευκαιρία για τους μετανάστες και τις εθνικές μειονότητες που ζουν σε μη προνομιούχες περιοχές να ενσωματωθούν στην ευρύτερη κοινωνία.

Η έλλειψη καλών μεταφορικών υποδομών μπορεί επίσης να περιορίσει τη δυνατότητα οικονομικής και κοινωνικής αναγέννησης των μειονεκτουσών κοινοτήτων και να συμβάλει στη συνεχιζόμενη ύφεση των περιθωριοποιημένων αγροτικών περιοχών. Οι φτωχές κοινότητες συχνά επωμίζονται δυσανάλογο μέρος του κόστους μεταφοράς, καθώς βρίσκονται συχνά κοντά σε μεγάλα στρατηγικά δίκτυα μεταφορών, τα οποία μπορούν να τις απομονώσουν από τις γύρω συνοικίες, να οδηγήσουν σε μεγαλύτερα επίπεδα ρύπανσης του αέρα και ηχορύπανσης και σε αυξημένο κίνδυνο ατυχημάτων, ιδιαίτερα για τα παιδιά. Δεδομένου ότι το χάσμα κινητικότητας μεταξύ ιδιοκτητών και μη ιδιοκτητών αυτοκινήτων διευρύνεται συνεχώς, εάν δεν τεθούν σε εφαρμογή θετικές πολιτικές για τη βελτίωση της πρόσβασης όλων στις μεταφορές, η μεταφορές θα συνεχίσουν να αποτελούν παράγοντα εδραίωσης του κοινωνικού αποκλεισμού και της κοινωνικής ανισότητας.

Οι προσεγγίσεις πολιτικής που εμφανίζονται στα ΕΣΔ μπορούν να χωριστούν ευρέως σε δύο ομάδες. πρώτον, πολιτικές για την αύξηση της πρόσβασης για όλους και, δεύτερον, μέτρα που έχουν συγκεκριμένα ως στόχο τούς κοινωνικά αποκλεισμένους. Η Ελλάδα τονίζει ότι η βελτίωση της ποιότητας των δημόσιων μεταφορών και η διατήρηση των κομίστρων σε λογικά επίπεδα ωφελεί κυρίως όσους αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο φτώχειας και ότι οι καλές μεταφορικές συνδέσεις έχουν μεγάλη σημασία για την ύπαιθρο και τα νησιά, ιδιαίτερα για τις ευάλωτες ομάδες. Η Γαλλία, στον πλαίσιο της βελτίωσης της παγκόσμιας πρόσβασης σε σημαντικές υπηρεσίες, τονίζει ότι η χρήση των «καρτών αλληλεγγύης» επιτρέπει στους κοινωνικά και οικονομικά μειονεκτούντες να χρησιμοποιούν τα δημόσια δίκτυα μεταφορών με μειωμένη χρέωση. Η Γαλλία σχεδιάζει επίσης τη διεύρυνση του προγράμματός της «μεταφορές και αναπηρία».

Η Ιρλανδία ακολουθεί την πλέον ευρεία προσέγγιση, υπογραμμίζοντας τη δέσμευσή της να ενσωματώσει τις πολιτικές για τις μεταφορές στις υπόλοιπες πολιτικές της κυβέρνησης, ιδιαίτερα δε την ισορροπημένη περιφερειακή ανάπτυξη και την κοινωνική ένταξη. Εκτός από το γεγονός ότι δίνει έμφαση σε μεγάλες γενικές επενδύσεις στον τομέα των μεταφορών, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι παρέχεται προσβάσιμη μεταφορά τόσο τις αστικές όσο και στις αγροτικές περιοχές, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην υπερνίκηση της απομόνωσης και του αποκλεισμού των ατόμων που έχουν χαμηλά εισοδήματα και ζουν σε αγροτικές περιοχές, ενώ επίσης σχεδιάζει να συνεχίσει μια σειρά πρωτοβουλιών για τις μεταφορές της υπαίθρου, που χρονολογούνται από το 2001. Κατά το παράδειγμα της Γαλλίας, η Ιρλανδία δεσμεύεται επίσης για περαιτέρω ανάπτυξη της πρόσβασης των ατόμων με αναπηρίες. Το Βέλγιο τονίζει τη σπουδαιότητα να διασφαλιστεί ότι η πολιτική για τις μεταφορές θα συμβάλει σε μια καλύτερη σύνδεση μεταξύ οικίας και εργασίας και, συνεπώς, θα εξαλείψει το εμπόδιο που αντιμετωπίζουν όσοι εργάζονται. Το Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρει μια πρόσφατη έκθεση σχετικά με τις μεταφορές και τον κοινωνικό αποκλεισμό που συνέταξε η Μονάδα Κοινωνικού Αποκλεισμού, και σχολιάζει επιγραμματικά το γεγονός ότι τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας ενδέχεται να αντιμετωπίζουν περισσότερες δυσκολίες όσον αφορά τις μεταφορές, και τη δωρεάν μεταφορά στο σχολείο.

6. BΑΣΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΟΧΟ 2: «ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ»

(α) Πλήρης αξιοποίηση του δυναμικού της κοινωνίας της γνώσης και των νέων τεχνολογιών της πληροφόρησης και της επικοινωνίας μεριμνώντας ώστε κανείς να μην μείνει στο περιθώριο και δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες των ατόμων με ειδικές ανάγκες.

(β) Υλοποίηση πολιτικών με στόχο την αποφυγή των κρίσιμων τομών στις συνθήκες διαβίωσης που μπορούν να οδηγήσουν σε καταστάσεις αποκλεισμού ιδίως όσον αφορά τις περιπτώσεις υπερχρέωσης, τον σχολικό αποκλεισμό ή την απώλεια στέγης.

(γ) Υλοποίηση δράσεων προκειμένου να διαφυλαχθεί η οικογενειακή αλληλεγγύη με κάθε μορφή της.

6.1. Προώθηση της ηλεκτρονικής ένταξης

Ο αντίκτυπος της κοινωνίας που βασίζεται στη γνώση και των τεχνολογιών πληροφόρησης και επικοινωνίας (ΤΠΕ) στην ενσωμάτωση, δηλαδή το θέμα της ηλεκτρονικής ένταξης αναγνωρίζεται σημαντικά από διάφορα κράτη μέλη, όπως συνέβη και στα ΕΣΔ/ένταξη του 2001.

Και στα παρόντα ΕΣΔ όμως, η αφετηρία είναι διαφορετική στα διάφορα κράτη μέλη, αφού ορισμένα από αυτά (π.χ. οι σκανδιναβικές χώρες και οι Κάτω Χώρες) έχουν πολύ υψηλότερα επίπεδα διάδοσης των ΤΠΕ (από πλευράς πρόσβασης στο Διαδίκτυο, ακόμα και για ομάδες με χαμηλό εισόδημα) και αξιοποίησης των δυνατοτήτων που προσφέρουν για την κοινωνική ένταξη. Εντούτοις, αξίζει να σημειωθεί ότι, σε σχέση με το 2001, η πρόσβαση στο Διαδίκτυο στην ΕΕ - μετρούμενη βάσει των χρηστών του Διαδικτύου ως ποσοστού του συνολικού πληθυσμού [13] - αυξήθηκε συνολικά από 34,3% σε 43,5%. η τάση αυτή αφορά όλες τις ηλικιακές ομάδες και τις κοινωνικοοικονομικές τάξεις που εξετάστηκαν, αν και σε διαφορετικό βαθμό. Ιδιαίτερα, η αύξηση του ποσοστού πρόσβασης ήταν υψηλότερη για τις γυναίκες (~10,8%) από ό,τι για τους άνδρες (~7,5%), γεγονός που καταδεικνύει μια τάση γεφύρωσης του υφιστάμενου «χάσματος των φύλων» εντός του ψηφιακού χάσματος. Επιπλέον, η πρόσβαση αυξήθηκε αναλογικά περισσότερο μεταξύ των ανέργων και των αυτοαπασχολουμένων (~14%) σε σχέση με τα άτομα που εντάσσονται σε άλλες κατηγορίες απασχόλησης (~10-12%). Από την άλλη μεριά, η πρόσβαση στο Διαδίκτυο των νοικοκυρών, ιδίως γυναικών, των συνταξιούχων και των ατόμων που ζουν σε αγροτικές περιοχές παρουσιάζει σαφή υστέρηση. Είναι προφανές ότι αποκαλύπτονται περισσότερες διαφορές εάν ληφθούν υπόψη στατιστικές σε επίπεδο χώρας, ιδιαίτερα δε σε περιφερειακό επίπεδο. Πράγματι, η «γεωγραφική» κατανομή της πρόσβασης και της χρήσης των ΤΠΕ σε ολόκληρη την ΕΕ χαρακτηρίζεται από έντονες διαφορές.

[13] Πηγή όλων των στοιχείων που αναφέρονται σε αυτή την ενότητα: Ευρωβαρόμετρο 59.2 - Άνοιξη 2003.

Στο Λουξεμβούργο και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως και στις σκανδιναβικές χώρες και τις Κάτω Χώρες, το ποσοστό πρόσβασης στο Διαδίκτυο υπερβαίνει - και μάλιστα κατά πολύ - το κατώτατο όριο του 50%. Ορισμένες χώρες - όπως η Ιταλία, το Βέλγιο, η Αυστρία και η Γερμανία - βρίσκονται κοντά στον κοινοτικό μέσο όρο. στην Ιρλανδία, την Ισπανία και τη Γαλλία η πρόσβαση είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο (~35%), και ακολουθεί η Πορτογαλία και η Ελλάδα (~21%). Από το 2001 έως το 2003, η αύξηση της πρόσβασης στο Διαδίκτυο στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Λουξεμβούργο, τη Γερμανία, το Βέλγιο και τη Γαλλία ήταν υψηλότερη του κοινοτικού μέσου όρου (+10-12%).

Καθώς η διάδοση των ΤΠΕ στους (εθνικούς) πληθυσμούς αποτελεί σύνθετο φαινόμενο το οποίο καθοδηγείται σε μεγάλο βαθμό από την αγορά, είναι δύσκολο να συνδεθούν άμεσα οι πραγματικές τάσεις και τα φαινόμενα με τα μέτρα πολιτικής που λαμβάνονται επί τούτου, όπως τα μέτρα που εφάρμοσαν τα κράτη μέλη κατά την περίοδο 2001-2003. Ωστόσο, τα υψηλότερα του μέσου όρου ποσοστά αύξησης της πρόσβασης στο Διαδίκτυο που παρατηρούνται σε ορισμένες μειονεκτούσες ομάδες (γυναίκες, άνεργοι) ή σε ορισμένες χώρες (Γερμανία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ηνωμένο Βασίλειο), πολύ συχνά συνδέονται με τους στρατηγικούς στόχους που τέθηκαν στα ΕΣΔ του 2001 καθώς και με την προσπάθεια που καταβλήθηκε σε ευρύ φάσμα προγραμμάτων ηλεκτρονικής ένταξης.

Τα κράτη μέλη προβλέπουν εκ νέου την εφαρμογή μέτρων που αφορούν την πρόσβαση στις νέες ΤΠΕ και στις παρεχόμενες ευκαιρίες για την περίοδο 2003-2005. Ορισμένες πρωτοβουλίες στοχεύουν στον συνολικό πληθυσμό (πολιτικές ευαισθητοποίησης, ανάπτυξη τεχνολογικών δεξιοτήτων και παροχή πρόσβασης σε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας). Η Φινλανδία και η Γαλλία εισάγουν μια καινοτόμο προσέγγιση για τον σκοπό αυτόν, σύμφωνα με την οποία η πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες θεωρείται κυρίως πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες τους, ιδίως δε στο πολιτιστικό περιεχόμενο. Έτσι, ο συνδυασμός της καταπολέμησης του ψηφιακού και του παραδοσιακού αναλφαβητισμού και του αποκλεισμού από τον πολιτισμό βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής ηλεκτρονικής ένταξης που περιλαμβάνεται στα εθνικά τους σχέδια.

Άλλες χώρες στοχεύουν σε ειδικές ομάδες που απειλούνται με αποκλεισμό, όπως τα νεαρά μειονεκτούντα άτομα (Λουξεμβούργο), οι άνεργοι και τα άτομα με χαμηλό εισόδημα, οι συνταξιούχοι (Βέλγιο, Ιρλανδία) και οι γυναίκες. Μια ενδιαφέρουσα τάση -η οποία συμβάλλει στη δημιουργία κοινωνικού κεφαλαίου - είναι η παροχή εξοπλισμού και η ανάπτυξη δεξιοτήτων ΤΠΕ για γονείς και παιδιά - συμπεριλαμβανομένων σχολείων, οικογενειών και τοπικών κοινοτήτων (Βέλγιο, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο). Επίσης, πολλά κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για την προοδευτική παροχή δημόσιας πρόσβασης σε βιβλιοθήκες, κοινοτικά κέντρα και ίντερνετ καφέ. Δεν παρατηρείται στατιστική συσχέτιση μεταξύ του επιπέδου πρόσβασης στο Διαδίκτυο που έχει επιτευχθεί σε μια χώρα και του εάν επιλέχθηκαν γενικές πολιτικές ηλεκτρονικής ένταξης ή πολιτικές που προορίζονται για συγκεκριμένες ομάδες.

Τα μέτρα που σχετίζονται με τις ΤΠΕ ενισχύουν την πρόσβαση στην εργασία και εξετάζονται στα ΕΣΔ/ένταξη του 2003. εντούτοις, στα ΕΣΔ/απασχόληση του 2002 καλύφθηκε ήδη αυτός ο τομέας. Οι ΤΠΕ χρησιμοποιούνται ως μέσο στήριξης υπηρεσιών αναζήτησης εργασίας, προσανατολισμού και επαγγελματικής κατάρτισης. οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες σχεδιάζουν -και στην πραγματικότητα υλοποιούν- μέτρα παροχής δεξιοτήτων ΤΠΕ με στόχο την κοινωνικοεπαγγελματική ενσωμάτωση ομάδων που απειλούνται με αποκλεισμό. Επιπλέον, νέες, ανοικτές και ευέλικτες μορφές μάθησης με την υποστήριξη των νέων ΤΠΕ (ηλεκτρονική μάθηση) χρησιμοποιούνται προοδευτικά με στόχο την ανάπτυξη νέων προσόντων ειδικά για εργαζομένους, την κατάρτιση ατόμων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και την εκπαίδευση ενηλίκων.

Ο στόχος της ενσωμάτωσης των ΤΠΕ στα προγράμματα όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης και η παροχή σύνδεσης στο Διαδίκτυο σε όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα επετεύχθη σε ορισμένες χώρες και επιδιώκεται σε άλλες. στην πραγματικότητα, τα κράτη μέλη θεωρούν ότι η πρόσβαση και η ανάπτυξη τεχνολογικών δεξιοτήτων που παρέχονται μέσω της δημόσιας εκπαίδευσης είναι μεταξύ των σπουδαιότερων μέσων ένταξης των νέων γενιών στην κοινωνία της γνώσης. Για άλλη μία φορά, η περιγραφή των πολιτικών και των μέτρων που σχεδιάζονται ή εφαρμόζονται στον τομέα αυτόν περιλαμβάνεται στα ΕΣΔ/απασχόληση του 2002 και εξετάζεται ελάχιστα στα ΕΣΔ/ένταξη του 2003.

Όλες πρακτικά οι εθνικές κυβερνήσεις εστιάζουν ιδιαίτερα στην παροχή πρόσβασης και υπηρεσιών ΤΠΕ στα άτομα με ειδικές ανάγκες. Διάφορες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες στον τομέα αυτόν [14] ενθάρρυναν την υιοθέτηση των κατευθυντήριων γραμμών της πρωτοβουλίας για την προσβασιμότητα στο Διαδίκτυο (WAI) - πολλά κράτη μέλη συνέταξαν νομοθεσία για την υποχρεωτική εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών - και την ανάληψη δεσμεύσεων για ανάπτυξη καθολικού σχεδιασμού για την ηλεκτρονική πρόσβαση μετά τη δημιουργία του ευρωπαϊκού δικτύου κέντρων αριστείας στον τομέα του «σχεδιασμού για όλους» (EdeAN) [15]. Η υλοποίηση εφαρμογών αναγνώρισης της ομιλίας για την προσαρμογή του εξοπλισμού ΤΠΕ στις ανάγκες ορισμένων κατηγοριών ατόμων με ειδικές ανάγκες αποτελεί καινοτόμο προσέγγιση στο θέμα αυτό (Δανία). Διάφορες πρωτοβουλίες για την ενσωμάτωση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην αγορά εργασίας με την υποστήριξη των ΤΠΕ αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση (Αυστρία), όπως και τα προγράμματα που στοχεύουν στη βελτίωση της πρόσβασης των ατόμων με ειδικές ανάγκες σε υπηρεσίες στον τομέα της υγείας ή της εκπαίδευσης. Η Σουηδία δίνει προτεραιότητα στην κάλυψη των αναγκών των ατόμων με ειδικές ανάγκες για αποτελεσματικές τηλεπικοινωνίες και άλλες υπηρεσίες, καθώς και στην κάλυψη των αναγκών τους για προϊόντα και υπηρεσίες που εξαρτώνται από υψηλή δυνατότητα μετάδοσης (ευρυζωνική).

[14] Ιδίως στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης eEurope 2002, γραμμή δράσης «συμμετοχή όλων των πολιτών στην οικονομία της γνώσης».

[15] Στο πλαίσιο του EdeAN έχει δημιουργηθεί ένα εθνικό δίκτυο σε κάθε κράτος μέλος και συμμετέχουν περισσότερες από 100 οργανώσεις ανά την Ευρώπη.

Στην πραγματικότητα, οι ευκαιρίες που είναι σε θέση να προσφέρει η κοινωνία της γνώσης συνίστανται κυρίως στην - καθολική - παροχή περιεχομένου και υπηρεσιών, και η πρόσβαση αποτελεί μέσο και όχι αυτοσκοπό. Από την άποψη αυτή, τα ΕΣΔ 2003-2005 (πλην εξαιρέσεων) δεν αναφέρουν πολλά στοιχεία. Ξεκίνησαν πρωτοβουλίες στον τομέα της παροχής κοινωφελών υπηρεσιών σε απευθείας σύνδεση - πύλες για κοινωνικές υπηρεσίες, παροχή διοικητικής πληροφόρησης ή νομικής προστασίας (Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Κάτω Χώρες). στην Ελλάδα δημιουργήθηκε ομάδα εργασίας για την ηλεκτρονική παροχή υπηρεσιών υγείας (eHealth). Στη Γαλλία, προβλέπεται η δημιουργία προγράμματος κατάρτισης και ανταλλαγής ορθών πρακτικών στον τομέα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης σε τοπικό επίπεδο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία θα δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην πρόσβαση και χρήση των ΤΠΕ σε τοπικό επίπεδο. Η Ελλάδα εξετάζει τη δυνατότητα πρόσβασης στο Διαδίκτυο στις αγροτικές περιοχές, μέσω της επιδότησης νέων αγροτών για αγορά ηλεκτρονικών υπολογιστών και σύνδεση με το Διαδίκτυο.

Η ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνία περιλαμβάνεται στα θέματα για τα οποία τα ΕΣΔ προβλέπουν ανάληψη ειδικών πρωτοβουλιών, όπως παροχή εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης στον τομέα των ΤΠΕ, στήριξη των δικτύων και της γυναικείας επιχειρηματικότητας.

Γενικά, κυριαρχεί η εντύπωση ότι πρόκειται μάλλον για μεμονωμένες πρωτοβουλίες και δράσεις παρά για στρατηγικές ευρέως φάσματος. Στην πραγματικότητα, ελάχιστα ΕΣΔ θεωρούν ότι η ηλεκτρονική ένταξη έχει πραγματικά στρατηγική σημασία (Πορτογαλία, Ελλάδα, Ισπανία, Σουηδία), και τα περισσότερα εθνικά σχέδια εστιάζουν σε άλλες προτεραιότητες. Διάφορα προγράμματα και δράσεις που στοχεύουν σε ειδικές ομάδες ή τομείς συχνά εφαρμόζονται στα κράτη μέλη χωρίς να αναφέρονται στα ΕΣΔ/ένταξη. Σε ορισμένους τομείς, γίνεται αναφορά σε άλλες εθνικές στρατηγικές ή έγγραφα. Έτσι, δεν αξιοποιείται η ευκαιρία για ανταλλαγή ορθών πρακτικών και δράσεων πολιτικής.

Τέσσερις δρασεις για την ηλεκτρονικη ενταξη (Ελλάδα)

1. Οι γυναίκες και η κοινωνία της πληροφορίας: Το επιχειρησιακό πρόγραμμα «Κοινωνία της πληροφορίας» έχει διττή στρατηγική. Περιλαμβάνει μέτρα γενικής φύσης με στόχο τη διευκόλυνση της διάδοσης των τεχνολογιών και της επιστήμης της πληροφορίας (π.χ. στην εκπαίδευση, σε πολύ μικρές επιχειρήσεις) και μετρά ειδικά σχεδιασμένα για τις γυναίκες. Έχουν σχεδιαστεί προγράμματα με ποσόστωση θετικής διάκρισης υπέρ των γυναικών (70/30), όπως προγράμματα ανάπτυξης δεξιοτήτων σε νέα επαγγέλματα.

2. Για τη συμμετοχή των ατόμων με ειδικές ανάγκες, το 2002 συστάθηκε ομάδα εργασίας για την καθολική πρόσβαση και ευκολία χρήσης στην κοινωνία της πληροφορίας με στόχο τη δημιουργία γενικού πλαισίου. Προτάθηκαν οι ακόλουθες δράσεις: προηγμένες ευρυζωνικές υπηρεσίες για άτομα με ειδικές ανάγκες, ειδικός εκπαιδευτικός εξοπλισμός, προαγωγή της ισότητας πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και ανάπτυξη πληροφοριακών συστημάτων στον τομέα της υγείας για τους ηλικιωμένους και τα άτομα με ειδικές ανάγκες, ανάπτυξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων, παροχή υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, συμμετοχή στη διαδικασία δημιουργίας ενός εθνικού δικτύου με το όνομα «e-accessibility.gr» το οποίο θα υπάγεται στο ΕDeAN.

3. Εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση: Το υπουργείο Παιδείας συντονίζει διάφορα μέτρα με στόχο τη διασφάλιση ότι οι δυνατότητες που προσφέρει η ΤΠΕ αφομοιώνονται στην καθημερινή εκπαιδευτική διαδικασία. Η πρωτοβουλία βασίζεται σε τρεις άξονες: 1) Ανάπτυξη εξοπλισμού 2)Ανάπτυξη ψηφιακού περιεχομένου 3) Περαιτέρω κατάρτιση των εκπαιδευτικών.

4. Για τις αγροτικές περιοχές, προβλέπεται χορήγηση επιδοτήσεων σε νέους αγρότες ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα αγοράς ηλεκτρονικών υπολογιστών και σύνδεσης με το Διαδίκτυο.

Η Γαλλία, η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία παρέχουν δείκτες για την ηλεκτρονική ένταξη για την περίοδο 2003-2005, συνεπώς, ο εν λόγω θεματικός τομέας αναπτύσσεται καλύτερα από ό,τι στα ΕΣΔ του 2001. Ωστόσο, υπάρχει μεγάλη απόσταση από τη δημιουργία συστήματος δεικτών το οποίο να μπορεί πραγματικά να παρέχει τη δυνατότητα παρακολούθησης της προόδου σε εθνικό επίπεδο.

6.2. Πρόληψη και αντιμετώπιση της υπερχρέωσης

Η πρόληψη και η αντιμετώπιση της υπερχρέωσης θεωρούνται μείζονα στοιχεία της καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας στα περισσότερα ΕΣΔ/ένταξη. Σε ορισμένα τονίζεται ότι η υπερχρέωση έχει σοβαρές συνέπειες στα άτομα και στις οικογένειές τους, συνέπειες οι οποίες καθιστούν δυσχερή τη συμμετοχή στην οικονομική και κοινωνική ζωή (D). Η υπερχρέωση περιορίζει την ελευθερία μετακίνησης, εμποδίζει την έξοδο από τη φτώχεια (B), οδηγεί σε απώλεια της κατοικίας, γεγονός που αποτελεί μία από τις αιτίες αύξησης του αριθμού των αστέγων (P), φαινόμενο που συνιστά ακραία μορφή κοινωνικού αποκλεισμού. Αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην εξεύρεση εργασίας, κυρίως επειδή οι νομικές και διοικητικές διαδικασίες παρακράτησης χρημάτων από τους μισθούς με τις οποίες είναι επιφορτισμένοι οι εργοδότες, συχνά λειτουργούν αποτρεπτικά (A).

Σε ορισμένα κράτη μέλη, κατά τη δεκαετία του '90, σημειώθηκε πρωτοφανής αύξηση των καταναλωτικών δανείων, εξαιτίας της απελευθέρωσης του οικονομικού συστήματος, της μείωσης των επιτοκίων και της αυξημένης διαφήμισης, καθώς και της προτροπής για αξιοποίηση - συχνά με ανεύθυνο τρόπο - της δυνατότητας άμεσης πρόσβασης σε αγαθά και υπηρεσίες (P).

Οι βασικές αιτίες στις οποίες οφείλεται κατά τα φαινόμενα η αύξηση των περιστατικών υπερχρέωσης που παρατηρούνται σε ορισμένα κράτη μέλη, είτε ως προς τον αριθμό τους είτε ως προς την έντασή τους, είναι οι εξής: απώλεια εργασίας ή προσωρινή απασχόληση (FIN), διάφορα γεγονότα στην οικογένεια όπως χωρισμός ή διαζύγιο (D), δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οικογένειες με χαμηλούς πόρους ως προς την αποφυγή των πολλών χρεών (UK), άγνοια, ιδίως εκ μέρους των νέων, των κινδύνων που ενέχονται στις νέες πρακτικές κατανάλωσης μέσω Διαδικτύου ή μέσω κινητής τηλεφωνίας (B).

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν δύο είδη μέτρων, ο τρόπος εφαρμογής των οποίων ποικίλλει: προληπτικά μέτρα που επικεντρώνονται στην πληροφόρηση, τις συμβουλευτικές υπηρεσίες και την εκπαίδευση. μέτρα αντιμετώπισης της υπερχρέωσης που περιλαμβάνουν τη θέσπιση αυστηρών κανόνων για τις κατασχέσεις καθώς και τη διευκόλυνση της εξόφλησης και διαγραφή χρεών.

Ενημέρωση, συμβουλευτικές υπηρεσίες, εκπαίδευση:

- Το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο ανακοινώνουν εκστρατείες ενημέρωσης για τους κινδύνους της υπερχρέωσης.

- η Πορτογαλία προβλέπει την επέκταση του δικτύου εκπαίδευσης των καταναλωτών με τη συμμετοχή των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και την παροχή υπηρεσιών κατάρτισης και ενημέρωσης σε τοπικό επίπεδο σε περιοχές όπου δεν παρέχονται τέτοιου είδους υπηρεσίες. Η περιφέρεια της Βαλονίας στο Βέλγιο θα συνεχίσει να υποστηρίζει 125 «σχολές καταναλωτών».

- η Γαλλία μελετά μέτρα τα οποία στοχεύουν στη διασφάλιση αντικειμενικότερης και δίκαιης ενημέρωσης του καταναλωτή, ιδίως όσον αφορά τη διαφήμιση.

- την 1η Ιουνίου 2003, το Βέλγιο εγκαινίασε την καταχώρηση των «θετικών» περιπτώσεων παρασχεθεισών πιστώσεων ώστε να συμπληρωθεί το μέχρι πρόσφατα ισχύον σύστημα της αποκλειστικής καταχώρησης των «αρνητικών» περιπτώσεων αποτυχίας εξόφλησης πιστώσεων, ενώ η Γαλλία εξετάζει το ενδεχόμενο μεταρρύθμισης αυτών των τομέων και της θέσπισης πλαισίου για την ανανεώσιμη πίστωση.

- στην Αυστρία, το Βέλγιο, τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία και τη Φινλανδία, προβλέπεται ενίσχυση των αρμόδιων υπηρεσιών σε θέματα παροχής συμβουλών, εκπαίδευσης και καθοδήγησης των ατόμων που αντιμετωπίζουν χρέη.

- στο Βέλγιο (περιφέρεια Βαλονίας) προβλέπεται, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (για παράδειγμα στην Ιρλανδία με τους πιστωτικούς οργανισμούς γνωστούς ως Credit Unions) η δοκιμαστική λειτουργία των «ομίλων αποταμίευσης-δανεισμού», οι οποίοι επιτρέπουν στα μέλη τους σε τοπικό επίπεδο να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις οικονομικές τους ανάγκες χάρη στους κοινούς τους πόρους και συγχρόνως να μοιράζονται συλλογικά τους κινδύνους και τις ευθύνες.

Αντιμετώπιση της υπερχρέωσης

- στη Γερμανία, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του ΕΣΔ/ένταξη 2001-2003, ισχύει μια νέα ρύθμιση από το 2002, με την οποία μεταρρυθμίζεται η διαδικασία πτώχευσης.

- καλύτερα προσαρμοσμένα μέτρα όσον αφορά τις κατασχέσεις (καθορισμός του μέγιστου ύψους των ακατάσχετων περιουσιακών στοιχείων, ρευστοποίηση των κατασχεθέντων αγαθών κ.ά.) θεσπίστηκαν στη Γερμανία, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του ΕΣΔ/ένταξη 2001-2003 της εν λόγω χώρας. Ταυτόχρονα, το Βέλγιο ανακοίνωσε επίσης έναν νέο νόμο για τη συμβιβαστική τακτοποίηση των χρεών (απαγόρευση κάθε είδους συμπεριφοράς που παραβιάζει τη ζωή, την τιμή ή την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του οφειλέτη).

- στη Γαλλία και το Βέλγιο προβλέπεται καλύτερη οργάνωση των ταμείων που χορηγούν ενισχύσεις, ιδίως στα άτομα που έχουν χρέη λόγω συσσωρευμένων ενοικίων.

- μια διαδικασία πτώχευσης ιδιωτών, η οποία στη Γαλλία ονομάζεται «προσωπική αποκατάσταση», και η οποία επιτρέπει τη διαγραφή των χρεών καλόπιστων ατόμων που αδυνατούν επί μακρόν να εξοφλήσουν τα χρέη τους λόγω ανεπαρκών πόρων, εφαρμόζεται για πρώτη φορά στη Γερμανία, θεσπίζεται νομικά στη Γαλλία, αποτελεί αντικείμενο σκέψης στο Βέλγιο και εντάσσεται σε μια σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση στη Φινλανδία η οποία αφορά επίσης την αναδιάρθρωση των χρεών και των διαδικασιών κατάσχεσης.

Υπηρεσία παροχης συμβουλευτικων υπηρεσιων περι οικονομικων και προϋπολογισμου (Ιρλανδία)

Η υπηρεσία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών περί οικονομικών και προϋπολογισμού (MABS) είναι μια εθνική υπηρεσία η οποία χρηματοδοτείται από το υπουργείο Οικονομικών και Οικογενειακών Υποθέσεων. Η διαχείριση της υπηρεσίας γίνεται από 52 τοπικές εταιρείες, και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων είναι είτε νομικά πρόσωπα είτε εθελοντές. Η MABS παρέχει ανεξάρτητες, ελεύθερες και αξιόπιστες υπηρεσίες κυρίως στις οικογένειες με χαμηλό εισόδημα που επιβαρύνονται ή πρόκειται να επιβαρυνθούν με χρέη. Δίνει έμφαση σε πρακτικά μέτρα που βασίζονται στον προϋπολογισμό, τα οποία πετυχαίνουν να βγάλουν διά παντός τους ανθρώπους από την κατάσταση εξάρτησης από δανειστές και να ανοίξουν το δρόμο σε εναλλακτικές πηγές πίστωσης με χαμηλό κόστος μέσω των τοπικών πιστωτικών οργανισμών. Οι εν λόγω πιστωτικοί οργανισμοί είναι χρηματοδοτικοί συνεταιρισμοί τους οποίους κατέχουν και διοικούν τα μέλη τους. Τα μέλη των πιστωτικών οργανισμών έχουν έναν κοινό δεσμό ο οποίος βασίζεται εν γένει στον τόπο κατοικίας τους (κοινοτικός) ή στον τόπο εργασίας τους (επαγγελματικός). Η MABS έχει ιδιαίτερη σχέση με τους πιστωτικούς οργανισμούς, οι οποίοι διαχειρίζονται ένα σύστημα «ειδικών λογαριασμών» με στόχο την παροχή στους πελάτες της MABS της δυνατότητας να αποπληρώσουν τα χρέη τους και να αποταμιεύσουν μικρά χρηματικά ποσά. Επίσης, λειτουργεί ταμείο εγγύησης δανείων με στόχο την παροχή δανείων «κρίσης» ως εναλλακτική λύση αντί του συνηθισμένου δανεισμού. Στόχος της υπηρεσίας είναι να βοηθήσει τα άτομα να ανακτήσουν τον έλεγχο των οικονομικών τους και να κάνουν προϋπολογισμό για το μέλλον. Τα βοηθά να καταρτίζουν σχέδιο προϋπολογισμού και να έρχονται σε επαφή με τους πιστωτές τους ώστε να επαναπρογραμματίζουν τις αποπληρωμές. Ειδικευμένοι σύμβουλοι βοηθούν επίσης τον πελάτη να μεγιστοποιήσει το εισόδημά του και να ιεραρχήσει τα χρέη του και, όταν αυτό είναι απαραίτητο, να έρθει σε επαφή με άλλες υπηρεσίες υποστήριξης. Συχνά, η MABS επεμβαίνει για να εμποδίσει την κατάσχεση της οικογενειακής κατοικίας ή επίσης να εμποδίσει τη διακοπή παροχής φυσικού αερίου και ηλεκτρικού ρεύματος. Ένα πιλοτικό πρόγραμμα διακανονισμού χρεών συμφωνήθηκε προσφάτως από τη MABS και την ομοσπονδία τραπεζιτών της Ιρλανδίας και υποστηρίχθηκε από άλλους βασικούς πιστωτές. Το εν λόγω πιλοτικό πρόγραμμα παρέχει μια μη ένδικη εναλλακτική λύση για την επίλυση υποθέσεων πολλαπλού καταναλωτικού χρέους, οι οποίες ενδεχομένως να αποδεικνύονταν ανεπίλυτες και να έφταναν στο δικαστήριο. Το πρόγραμμα εισάγει πολλά καινοτόμα χαρακτηριστικά τα οποία είναι εντελώς νέα σε αυτόν τον τομέα, όπως καθορισμός περιορισμένης περιόδου για συμφωνηθέντα προγράμματα εξόφλησης χρεών, πάγωμα/μείωση των τόκων και διαγραφή υπολειμματικών χρεών μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος. Η κύρια ιδιόκτητη κατοικία του οφειλέτη προστατεύεται από εξαναγκαστική πώληση ή κατάσχεση.

6.3. Πρόληψη και αντιμετώπιση της έλλειψης στέγης

Η έλλειψη στέγης αποτελεί ίσως την πιο σοβαρή εκδήλωση του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας στην Ευρώπη. Οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα σοβαρές, τόσο στην υγεία όσο και στην πρόσβαση ή την παραμονή σε κάποια θέση απασχόλησης, την πρόσβαση των παιδιών στην εκπαίδευση και την οικογενειακή ζωή.

Οι παρακάτω ομάδες ανθρώπων ορίζονται ως άστεγοι στο ΕΣΔ της Φινλανδίας: άτομα που κοιμούνται στο δρόμο ή σε πρόχειρα καταλύματα. άτομα που φιλοξενούνται σε πανσιόν κλπ. ελλείψει δικής τους στέγης. πρόσφατα αποφυλακισμένοι που δεν έχουν σπίτι. άτομα που φιλοξενούνται προσωρινά σε φίλους ή συγγενείς ελλείψει δικής τους στέγης. οικογένειες που ζουν χωριστά ή σε προσωρινά καταλύματα ελλείψει δικής τους στέγης. άστεγες μητέρες που ζουν σε ιδρύματα για ανύπαντρες μητέρες. και ανύπαντρα ζευγάρια που πρόκειται να γίνουν γονείς και δεν έχουν κοινό σπίτι. Ο ανωτέρω ορισμός είναι ο πλέον περιεκτικός και έχει γίνει αποδεκτός από την πλειονότητα των φορέων που ερευνούν το φαινόμενο των αστέγων και από το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για την έλλειψη στέγης.

Από τα ΕΣΔ 2003-2005 συνάγεται ότι η κατάσταση «έλλειψης στέγης» δύναται να έχει πολλές αιτίες: υπερχρέωση, διάλυση της οικογένειας η οποία συχνά έπεται καταστάσεων ενδοοικογενειακής βίας, ανεργία, τοξικομανία, αλκοολισμός, αποφυλάκιση, ψυχασθένεια.

Όπως επισημαίνεται στο ΕΣΔ της Πορτογαλίας, τα άτομα που ζουν στο δρόμο δεν αποτελούν πλέον απλώς κλασικούς περιθωριακούς, ζητιάνους και αλήτες. Σήμερα αναδύεται μια νέα γενιά αστέγων, εκ των οποίων ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός είναι γυναίκες και νέοι, και στους οποίους περιλαμβάνονται ψυχασθενείς, τοξικομανείς, αλκοολικοί, πρώην τρόφιμοι φυλακών και άλλα άτομα που για οποιονδήποτε διαρθρωτικό ή προσωπικό λόγο αποκόπτονται από τους ισχύοντες κανόνες και θεσμούς - ρήξη κοινωνικών δεσμών, απουσία κανόνων και έθους, αυτο-περιθωριοποίηση, απομάκρυνση από την εργασία, μείωση των γνωστικών ικανοτήτων - και δεν διαθέτουν κανενός είδους κοινωνική, ψυχολογική ή οικονομική στήριξη.

Ελλείψει σαφών και κοινών εννοιών, και δεδομένων των δυσκολιών μέτρησης ενός πληθυσμού που δεν συμμετέχει στις συνήθεις απογραφές, είναι δύσκολο να βρεθούν ακριβή και συγκρίσιμα αριθμητικά στοιχεία. Οι προσπάθειες που καταβάλλουν από το 2001 ορισμένα κράτη μέλη (Βέλγιο, Γαλλία, Κάτω Χώρες, Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστρία και Φινλανδία) αλλά και η Eurostat, δεν απέφεραν ακόμα εναρμονισμένα στατιστικά στοιχεία και, παρά τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Λάκεν, πολλά κράτη μέλη δεν καθορίζουν στα ΕΣΔ τους «τριτογενείς δείκτες» για το θέμα αυτό.

Συνεπώς, οι εκτιμήσεις βασίζονται περισσότερο σε στοιχεία που παρέχουν διάφοροι φορείς διοίκησης (αριθμός των ατόμων που επισκέπτονται τις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας για αστέγους) παρά σε αναλυτικά στοιχεία. Σε ορισμένες χώρες, η μαζική άφιξη αιτούντων άσυλο ή μεταναστών οι οποίοι είναι παράνομοι και οι οποίοι δεν διαθέτουν συγκεκριμένη στέγη, καθιστά ακόμα πιο δύσκολες τις εκτιμήσεις.

Το φαινόμενο των αστέγων συνιστά πολυδιάστατο πρόβλημα, το οποίο απαιτεί ολοκληρωμένες και συνολικές προσεγγίσεις τόσο στον τομέα της στέγασης όσο και στους τομείς της υγείας (ιδίως της ψυχικής), της απασχόλησης, της εκπαίδευσης, της δικαιοσύνης και της κοινωνικής προστασίας.

Μολονότι στα ΕΣΔ/ένταξη όλων των κρατών μελών περιλαμβάνονται προσπάθειες βελτίωσης της έκτακτης υποδοχής και της προσωρινής στέγασης των αστέγων καθώς και της ανακούφισης των καθημερινών δυσκολιών που αντιμετωπίζουν, και μολονότι ορισμένοι επιμένουν στη διάσταση της πρόληψης (Γερμανία), μόνο σε τέσσερις χώρες εφαρμόζονται στρατηγικές με στόχο την πλήρη εκρίζωση του φαινομένου της έλλειψης στέγης (Αυστρία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο) και μόνο τρία προετοιμάζουν τέτοιες στρατηγικές (Γαλλία, Βέλγιο, Πορτογαλία).

Οι εν λόγω στρατηγικές στοχεύουν στην πρόληψη και την καταπολέμηση των φαινομένων έλλειψης στέγης, όχι μόνο μέσω της βελτίωσης των μηχανισμών έκτακτης κοινωνικής ανάγκης, την αύξηση των προσωρινών καταλυμάτων, τις κινητές διεπιστημονικές ομάδες οι οποίες συντρέχουν τα άτομα που ζουν στο δρόμο, τη δικτύωση των δημόσιων αρχών, των ιδρυμάτων υγειονομικής περίθαλψης και των ψυχιατρείων καθώς και των ιδρυμάτων έκτακτης στέγασης και των οργανισμών εργατικής κατοικίας, τη συνεργασία με τις ΜΚΟ, τη διασφάλιση της ικανότητας εύρεσης στέγης από τις δημόσιες αρχές, αλλά και μέσω συνεχούς παρέμβασης επαγγελματιών και εθελοντών στην κοινωνική ενσωμάτωση ή την κοινωνική επανένταξη.

Στρατηγική για τους αστέγους (Ηνωμένο βασιλειο)

Το 1999, η Εκτελεστική Αρχή της Σκωτίας δημιούργησε μια ομάδα δράσης για τους αστέγους, η οποία διατύπωσε 59 συστάσεις. Όλες τους έγιναν δεκτές και όλες οι νομοθετικές συστάσεις προωθήθηκαν. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι άστεγοι δικαιούνται μόνιμη κατοικία έως το 2012 και ότι θα παρασχεθεί στήριξη σε άτομα που είναι άστεγα με τη θέλησή τους. Ζητείται από όλες τις τοπικές αρχές να καταρτίσουν στρατηγικές για την έλλειψη στέγης, στις οποίες να περιλαμβάνεται η ανάγκη διασφάλισης παροχής στήριξης και συμβουλευτικών υπηρεσιών στις ομάδες που απειλούνται. Οι στρατηγικές αυτές υποβλήθηκαν από όλες τις τοπικές αρχές της Σκωτίας τον Μάρτιο του 2003 και επί του παρόντος εξετάζονται.

Η Εκτελεστική Αρχή της Σκωτίας στοχεύει επίσης διάθεση σημαντικών πόρων για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Μαζί με την τοπική κυβέρνηση, δεσμεύτηκε ότι το 2003 κανένας πολίτης δεν θα είναι αναγκασμένος να κοιμάται στο δρόμο. Η πρωτοβουλία για τα άτομα που κοιμούνται στο δρόμο (RSI) έχει ήδη σημειώσει σημαντική πρόοδο, καθώς έλαβε κονδύλια ύψους 36 εκατομμύρια στερλινών σε διάστημα πέντε ετών. Επί του παρόντος, το επίδομα στήριξης παρέχει απευθείας χρηματοδότηση εισοδήματος, η οποία ανέρχεται σε 11 εκατομμύρια στερλίνες ετησίως, προσφέροντας με τον τρόπο αυτόν τη δυνατότητα στις τοπικές αρχές να προσαρμόσουν τις χρηματοδοτικές εισροές σε ιδιαίτερες τοπικές ανάγκες. Επιπροσθέτως, διατέθηκε επιπλέον χρηματοδότηση κεφαλαίου ύψους 2 εκατομμυρίων στερλινών για τις περιόδους 2002/03 και 2003/04. Ένα βασικό στοιχείο είναι το πρόγραμμα παροπλισμού των ξενώνων της Γλασκώβης, ήτοι το σταδιακό κλείσιμο όλων των ξενώνων μεγάλης κλίμακας της πόλης και η αντικατάστασή τους με κατοικίες που κατασκευάζονται για συγκεκριμένο σκοπό και εξειδικευμένες υποστηρικτικές υπηρεσίες. Παρέχεται χρηματοδότηση από το πρόγραμμα RSI του συμβουλίου της πόλης ενώ επιπλέον θα παρασχεθούν 47 εκατομμύρια στερλίνες από την Εκτελεστική Αρχή για τα επόμενα τρία χρόνια.

6.4. Διατήρηση της αλληλεγγύης της οικογένειας

Σε ολόκληρη την Ευρώπη, φαίνεται ότι η δομή της οικογένειας μεταβάλλεται και εξελίσσεται. Για παράδειγμα, οι γάμοι λιγοστεύουν ή τελούνται σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία, ενώ όλο και περισσότεροι από αυτούς διαλύονται. Το 2001 τελέστηκαν μόνο 5 γάμοι ανά 1.000 κατοίκους στην ΕΕ των δεκαπέντε, εν συγκρίσει με 8 το 1970. Επιπλέον, το εκτιμώμενο ποσοστό διαζυγίων ήταν 15% για γάμους που τελέστηκαν το 1960, ενώ διπλασιάστηκε σχεδόν στο 28% για γάμους που τελέστηκαν το 1980. Η τάση προς μικρότερα νοικοκυριά, με περισσότερα άτομα όλων των ηλικιών να ζουν μόνα συνεχίζεται αμείωτη. Επίσης, σημειώνεται εκπληκτική αύξηση του αριθμού των παιδιών που ζουν με έναν μόνο ενήλικα, ενώ παράλληλα μειώνεται ο αριθμός ζευγαριών με παιδιά. Το 2000, το 10% των παιδιών ηλικίας 0-14 ετών ζούσαν με έναν μόνο ενήλικα, ενώ το 1990 το ποσοστό αυτό ήταν 6%. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των μόνων γονέων είναι γυναίκες.

Ταυτόχρονα, σημειώθηκαν πολλές μεταβολές στην κοινωνία, οι οποίες θέτουν νέες, σημαντικές απαιτήσεις στην οικογένεια, όπως αύξηση της περιόδου εκπαίδευσης, διαχείριση της ισορροπίας της επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, αύξηση της ανεργίας (και στους νέους), στήριξη των ηλικιωμένων εξαρτώμενων ατόμων, συμμετοχή σε μακροχρόνια περίθαλψη και αύξηση του κόστους κατοικίας. Οι εν λόγω τάσεις αντικατοπτρίζουν την εγκάρσια και σημαντική φύση των θεμάτων της οικογένειας στα κράτη μέλη. Επιπλέον, καταδεικνύουν ότι όχι μόνο οι πολιτικές διαφόρων τομέων, όπως της ανεργίας, της κοινωνικής προστασίας και της υγείας, επηρεάζουν την ικανότητα της οικογένειας να ανταποκριθεί στις ανάγκες της, αλλά ότι είναι επίσης σημαντικό να ελεγχθεί ο αντίκτυπος αυτών των πολιτικών στην ίδια την οικογένεια.

Παρά την ετερογένεια των καταστάσεων και των προσεγγίσεων των κρατών μελών, υπάρχει ένας βαθμός σύγκλισης όσον αφορά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και τις λύσεις που εξετάζουν. Για παράδειγμα, τα περισσότερα κράτη μέλη επισημαίνουν το γεγονός ότι το μέγεθος της οικογένειας - μετρούμενο με βάση τόσο τον αριθμό των παιδιών όσο και τον αριθμό των γονέων - σχετίζεται με την πιθανότητα κοινωνικού αποκλεισμού. Σε γενικές γραμμές, φαίνεται πως οι μόνοι γονείς έχουν σχετικά μεγαλύτερες πιθανότητες να αντιμετωπίσουν κοινωνικό αποκλεισμό, όπως, στα περισσότερα κράτη μέλη, οι οικογένειες με τρία παιδιά. Επιπλέον, σε περιόδους σχετικά κακής οικονομικής κατάστασης, οι ομάδες αυτές κινδυνεύουν ακόμα περισσότερο. Το θέμα αυτό θίγεται ιδιαίτερα από τις Κάτω Χώρες και το Λουξεμβούργο, λόγου χάρη, όπου επισημαίνεται η σπουδαιότητα της διατήρησης της ισορροπίας σε προβληματικές περιόδους.

Δεδομένου του μεγάλου πλήθους των θεμάτων και των προβληματισμών που σχετίζονται με την οικογένεια, υπάρχει, όπως είναι αναμενόμενο, ευρύ φάσμα μέτρων με στόχο την αντιμετώπιση των εν λόγω ζητημάτων, εξειδικευμένα, με πολιτικές για την οικογένεια, αλλά και ευρέως, σε άλλους τομείς πολιτικής. Στη συζήτηση για την οικογενειακή πολιτική, τα κράτη μέλη συναινούν ότι στόχος είναι η στήριξη των γονέων ώστε να μην αντιμετωπίζουν οικονομικό μειονέκτημα, προκειμένου να τους δοθεί η δυνατότητα να επενδύσουν στην ευημερία των παιδιών τους. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται με πολλούς τρόπους στα κράτη μέλη, και δημιουργούνται πολλοί μηχανισμοί στήριξης της δημιουργίας οικογένειας. Σε αυτούς περιλαμβάνονται μηχανισμοί για όλες τις οικογένειες, όπως εγγυήσεις ελάχιστου εισοδήματος, εκσυγχρονισμένη γονική άδεια ή επίδομα τέκνου ή αύξηση των ευέλικτων ωραρίων εργασίας ή της μερικής απασχόλησης (σε όλα τα κράτη μέλη), καθώς και μηχανισμοί που στοχεύουν σε πιο ειδικές υποομάδες, όπως αύξηση του επιδόματος σε περίπτωση γέννησης διδύμων (Ιρλανδία) ή πολυδύμων (Αυστρία) ή για το πρώτο τέκνο (Φινλανδία), ή μείωση των σχολικών διδάκτρων για τις πολυμελέστερες οικογένειες (Ισπανία). Επιπλέον, καθώς η απασχόληση αναγνωρίζεται ευρέως ως σημαντικός παράγων για τη διασφάλιση της κοινωνικής ένταξης, και καθώς όλα τα κράτη μέλη δεσμεύονται να αυξήσουν τα ποσοστά απασχόλησης των γυναικών, σε όλα τα ΕΣΔ/ένταξη αναγνωρίζεται η σπουδαιότητα της ισορροπίας οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής. Το θέμα αυτό περιλαμβάνει δύο πτυχές: συνδυασμός δημιουργίας οικογένειας και εργασίας, και μέριμνα για τους ηλικιωμένους.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για τη δημιουργία οικογένειας όλα τα κράτη μέλη επισημαίνουν τη σπουδαιότητα της δυνατότητας συνδυασμού της εργασίας - ή των σπουδών - με την ανατροφή των παιδιών. Ως εκ τούτου, εκτός από το δικαίωμα γονικής άδειας, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες είναι η διαθεσιμότητα υπηρεσιών φύλαξης παιδιών. Πράγματι, ένας από τους στόχους που καθορίστηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βαρκελώνης (2002) ήταν τα κράτη μέλη να «...επιδιώξουν, σύμφωνα με τα εθνικά συστήματα μέριμνας, έως το 2010 την παροχή βρεφονηπιακής μέριμνας για το 90% τουλάχιστον των παιδιών μεταξύ της ηλικίας των τριών ετών και της ηλικίας υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης, και για το 33% τουλάχιστον των παιδιών ηλικίας κάτω των τριών ετών». Τα κράτη μέλη (ιδίως οι μεσογειακές χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο) τονίζουν ότι η διαθεσιμότητα υπηρεσιών φύλαξης παιδιών δεν αρκεί από μόνη της για να προσελκύσει περισσότερες μητέρες στο εργατικό δυναμικό. οι υπηρεσίες φύλαξης παιδιών πρέπει να έχουν προσιτό κόστος (ιδίως για τις πολύτεκνες οικογένειες ή για τους μόνους γονείς), να παρέχονται σε ώρες που να συμβαδίζουν με τα ωράρια εργασίας, και να είναι υψηλής ποιότητας.

Το ζήτημα του κόστους της παιδικής μέριμνας εντάσσεται στη συνολική συζήτηση σχετικά με το πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι οι γονείς που εργάζονται ή σπουδάζουν δεν θα αντιμετωπίσουν οικονομικό μειονέκτημα εξαιτίας αυτών των δραστηριοτήτων τους. Όπως είναι αναμενόμενο, σε όλα τα κράτη μέλη υπάρχουν πολλές οικονομικές (φορολογικές και/ή χρηματικές) πρωτοβουλίες οι οποίες εστιάζουν σε αυτό το ιδιαίτερα σημαντικό σημείο. Για παράδειγμα, στη Σκωτία θεσπίστηκε το επίδομα παιδικής μέριμνας για μόνους γονείς, ύψους 24 στερλινών (34 ευρώ) μηνιαίως από το 2001 έως το 2004, το οποίο βοηθά τους μόνους γονείς να συνεχίσουν τις σπουδές τους ή να παρακολουθήσουν ανώτερη βαθμίδα εκπαίδευσης, μέσω της κάλυψης των πρόσθετων δαπανών για τη φύλαξη των παιδιών και της στήριξης της παροχής υπηρεσιών παιδικής μέριμνας. Το επίδομα αυτό παρέχει στους μόνους γονείς την ευκαιρία να σπουδάσουν, ούτως ώστε να αυξήσουν τις προοπτικές τους στην αγορά εργασίας, και, σε αντάλλαγμα, να παράσχουν ένα πιο σίγουρο μέλλον στα παιδιά τους - θέμα το οποίο αντικατοπτρίζεται σε όλα τα ΕΣΔ/ένταξη. Αυτή η τάση ανοίγματος των επιδομάτων πρόνοιας για τη στήριξη των υψηλότερων και τριτογενών επιπέδων διά βίου μάθησης συνάδει με τη στρατηγική της Λισσαβόνας και με την έμφαση που δίδεται στην πρόσβαση στην κοινωνία της γνώσης, ενώ στο παρελθόν η στήριξη της πρόσβασης στη διά βίου μάθηση συχνά περιοριζόταν στις στοιχειώδεις δεξιότητες. Άλλο ένα παράδειγμα απαντάται στη Σουηδία, όπου οι μονάδες φύλαξης παιδιών επεκτάθηκαν και θεσπίστηκε ανώτατο όριο κόστους παροχής των εν λόγω υπηρεσιών.

Εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα της επιλογής. Για παράδειγμα, από τον Ιούλιο του 2002, οι τοπικές αρχές της Δανίας είχαν την ευκαιρία να χορηγούν οικονομική βοήθεια στους γονείς ώστε να φροντίζουν οι ίδιοι τα παιδιά τους για ορισμένη χρονική περίοδο, αντί να τα πηγαίνουν σε παιδικό σταθμό. Εάν οι γονείς επιθυμούν να ενταχθούν στην αγορά εργασίας αφού περάσουν κάποιο διάστημα στο σπίτι με τα παιδιά τους, όλα τα κράτη μέλη διαθέτουν πρακτικές ώστε να τους βοηθήσουν να επιστρέψουν στην εργασία.

Η εξασφάλιση της παροχής σε όλους τους πολίτες κατάλληλων, προσβάσιμων και οικονομικά προσιτών υπηρεσιών υψηλής ποιότητας αποτελεί μείζονα πρόκληση σε ορισμένα κράτη μέλη. Ιδίως η πρόκληση της αύξησης της πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και περίθαλψης κυρίως για τους ηλικιωμένους, τους ψυχασθενείς ή τους πάσχοντες κατέχει εξέχουσα θέση σε πολλά ΕΣΔ. Όσον αφορά τη φροντίδα των ηλικιωμένων, υπάρχουν διαφορές στα κράτη μέλη όσον αφορά το επίπεδο «ιδρυματοποίησης» της φροντίδας. Στην Ελλάδα, λόγου χάρη, ο βασικός στόχος είναι οι ηλικιωμένοι και τα άτομα με ειδικές ανάγκες να μπορούν να παραμένουν στο οικείο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον. να διατηρείται η συνοχή των οικογενειών τους. (και) να αποφεύγεται η φροντίδα σε ιδρύματα καθώς και οι καταστάσεις κοινωνικού αποκλεισμού. Εντούτοις, όλα τα κράτη μέλη συμφωνούν ότι είναι ολοένα και περισσότερο απαραίτητο να υπάρχει ένα επίπεδο τυπικής ρύθμισης της παροχής μέριμνας, η οποία θα ενισχύει χωρίς να υποκαθιστά τον ρόλο της οικογένειας. Για τον σκοπό αυτόν, τα περισσότερα κράτη μέλη θεσπίζουν άδειες ή επιδόματα για άτομα που παρέχουν φροντίδα, τα οποία παρέχουν τη δυνατότητα στους ηλικιωμένους να λαμβάνουν φροντίδα στην οικογενειακή τους κατοικία. Επίσης, θεσπίζονται συνεισφορές ή φορολογικά μέτρα ώστε να διασφαλίζεται ότι τα άτομα που παρέχουν φροντίδα δεν υφίστανται οικονομικές διακρίσεις. Στην Αυστρία, λόγου χάρη, οι εργαζόμενοι που αναλαμβάνουν αυτήν την ευθύνη προστατεύονται από το ενδεχόμενο απόλυσης, ενώ επιπλέον καταβάλλονται οι ασφαλιστικές εισφορές τους για υγεία και σύνταξη κατά την περίοδο που παρέχουν φροντίδα. Ένα άλλο παράδειγμα απαντάται στην Ιρλανδία, όπου εφαρμόζεται το σχέδιο «επιδόματος αδείας σε άτομα που παρέχουν φροντίδα», το οποίο εξασφαλίζει την απασχόληση, την πληρωμή των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και τη συνέχιση της καταβολής των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης έως και 65 εβδομάδες.

Διακοπή της μεταβίβασης της φτώχειας από γενιά σε γενιά

Η αναγνώριση του βαθμού στον οποίο η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός ενδεχομένως μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά δεν αποτελεί πρωτοτυπία των ΕΣΔ του 2003. Ωστόσο, αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ο βαθμός στον οποίο τα άτομα που μεγαλώνουν σε συνθήκες φτώχειας διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο να αποτελέσουν την επόμενη γενιά φτωχών και ανέργων. Μεγαλύτερη προσοχή δίδεται στους τρόπους με τους οποίους συμβαίνει η φτώχεια να μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, και στην ειδική διάσταση της παιδικής φτώχειας, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί ώστε ο κύκλος αυτός να σπάσει.

Στα περισσότερα ΕΣΔ γίνεται λόγος για την ανάγκη τερματισμού της μεταβίβασης της φτώχειας από γενιά σε γενιά, και τα κράτη μέλη εισάγουν νέες πολιτικές - ή εξελίσσουν τις ήδη υπάρχουσες - προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα. Οι εν λόγω πολιτικές λαμβάνουν διαφορετικές μορφές στα διάφορα κράτη μέλη. Επί παραδείγματι, η Αυστρία, η Δανία, η Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Φινλανδία, θεωρούν απαραίτητο τον εντοπισμό των παιδιών που απειλούνται από τη φτώχεια ήδη από την πρώιμη παιδική ηλικία, και την ανάληψη κατάλληλης δράσης. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο δημιουργούνται παιδικοί σταθμοί σε μειονεκτούσες περιοχές, ενώ στη Σουηδία συστάθηκε ομάδα εργασίας, με κύριο καθήκον την ανάλυση της κατάστασης των νέων ατόμων που ζουν σε ιδιαίτερα ευάλωτες οικογένειες, ώστε να τερματιστεί η μεταβίβαση της φτώχειας από γενιά σε γενιά.

Σχέδιο παροχης κατ' οικον και οικονομικης βοηθειας σε οικογενειεσ που αντιμετωπιζουν οικονομικα προβληματα (Κοινότητα Cigno Mountain, Valle Biferno, Ιταλια)

Στόχος αυτού του σχεδίου είναι η παροχή βοήθειας σε οικογένειες οι οποίες, για διάφορους λόγους, αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού και επιπλέον δυσκολεύονται να διαχειριστούν σωστά τις σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών. Ειδικότερα, στους πρωταρχικούς στόχους του σχεδίου περιλαμβάνονται τα εξής:

- αποφυγή της ανάγκης απομάκρυνσης των παιδιών από το σπίτι και επαναδημιουργία φυσιολογικών οικογενειακών σχέσεων

- βελτίωση και αποκατάσταση των οικογενειακών πόρων που προορίζονται για εκπαίδευση

- βελτίωση της ικανότητας των γονέων όσον αφορά τη διαχείριση ενδοοικογενειακών υποθέσεων και την παροχή φροντίδας στα παιδιά τους

- δημιουργία δικτύου δεσμών μεταξύ της οικογένειας και του κοινωνικού περιβάλλοντος

- προώθηση διαδικασίας παροχής πραγματικών λύσεων σε οικογενειακά προβλήματα

- πρόληψη ψυχολογικών και κοινωνικών προβλημάτων ανηλίκων μέσω της προώθησης αρμονικής και ολοκληρωμένης ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους.

Οι στόχοι αυτοί επιτυγχάνονται με τη συνεργασία ποικίλων κοινωνικών εταίρων με σκοπό τη δημιουργία δικτύου αλληλεγγύης γύρω από την οικογένεια. Στις δραστηριότητες για τη στήριξη της οικογένειας περιλαμβάνονται η αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με τη φροντίδα των παιδιών κατά τους πρώτους τρεις μήνες της ζωής τους, οι δυσκολίες των παιδιών στο σχολείο και η παροχή βοήθειας στις πιο κρίσιμες στιγμές κατά τη διάρκεια της ημέρας. Σχεδιάζεται επίσης η παροχή οικονομικής στήριξης, με τη μορφή κονδυλίου χορηγούμενου σε οικογένειες κατόπιν αιτήσεώς τους. Η προσέγγιση αυτή θεωρείται βιώσιμη εναλλακτική λύση αντί των οικογενειακών επισκέψεων σε κάποιο σύμβουλο.

7. ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΟΧΟ 3: «ΠΑΡΟΧΗ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΠΛΕΟΝ ΕΥΑΛΩΤΟΥΣ»

(α) Προώθηση της κοινωνικής ένταξης γυναικών και ανδρών οι οποίοι κινδυνεύουν ιδίως λόγω της αναπηρίας τους ή του γεγονότος ότι ανήκουν σε μια κοινωνική ομάδα που αντιμετωπίζει ιδιαίτερες δυσκολίες ένταξης να βρεθούν αντιμέτωποι με καταστάσεις επίμονης φτώχειας.

(β) Πορεία για την εξάλειψη των καταστάσεων κοινωνικού αποκλεισμού που πλήττουν τα παιδιά και παροχή κάθε δυνατότητας για μια επιτυχή κοινωνική ένταξη.

(γ) Ανάπτυξη γενικών δράσεων οι οποίες θα απευθύνονται σε περιοχές αντιμέτωπες με τον αποκλεισμό.

Οι στόχοι αυτοί θα μπορέσουν να υλοποιηθούν μέσω της ενσωμάτωσής τους στο σύνολο των λοιπών στόχων ή/και μέσω συγκεκριμένων πολιτικών και δράσεων.

7.1. Προώθηση της ένταξης ατόμων με χρόνιο πρόβλημα φτώχειας

Άτομα με ειδικές ανάγκες

Βασικές τάσεις και προκλήσεις

Παρόλο που το σύνολο των κρατών μελών αναγνωρίζουν στα ΕΣΔ/ένταξη ότι η αναπηρία είναι καθοριστικός παράγοντας για τη φτώχεια και τον αποκλεισμό, πρέπει να επισημανθεί ότι μόνον ορισμένα κράτη μέλη έχουν συμπεριλάβει ειδική αναφορά στα άτομα με ειδικές ανάγκες στην κατηγορία «προκλήσεις». Τα άτομα με ειδικές ανάγκες συμπεριλαμβάνονται στην κατηγορία των «μειονεκτούντων». Συνεπώς, δεν είναι σαφές σε ποιες περιπτώσεις ορισμένα μέτρα για τις «ευάλωτες» ομάδες ισχύουν και για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Παρόλα αυτά, τα περισσότερα κράτη μέλη συμπεριέλαβαν στα εθνικά σχέδια δράσης τους για την ένταξη σημαντικό αριθμό πολιτικών και μέτρων για άτομα με ειδικές ανάγκες, στο κεφάλαιο 4 (στρατηγικά μέτρα), ενδεχομένως ενόψει των προετοιμασιών για το ευρωπαϊκό έτος ατόμων με ειδικές ανάγκες (2003).

Παραδείγματα προκλήσεων που αναφέρονται από τα κράτη μέλη στα ΕΣΔ/ένταξη:

Στοιχεία και δείκτες

Ελάχιστα στοιχεία και δείκτες εμφανίζονται στα ΕΣΔ/ένταξη. Τα περισσότερα αναφέρονται στην απασχόληση και στον τομέα της υγείας. Η Γερμανία περιλαμβάνει επίσης στατιστικά στοιχεία από έρευνες σχετικά με τα ποσοστά φτώχειας, τα άτομα με ειδικές ανάγκες και την ποιότητα ζωής. Η Ελλάδα συμπεριλαμβάνει ένα παράρτημα στατιστικών στοιχείων, τα οποία βασίζονται σε μια ειδική έρευνα για τα άτομα με ειδικές ανάγκες που πραγματοποιήθηκε το 2002. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι ορισμοί και τα κριτήρια για τον καθορισμό των ατόμων με ειδικές ανάγκες παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ των κρατών μελών, ανάλογα με τον τρόπο που αυτά αντιλαμβάνονται και προσεγγίζουν τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Τούτο αποτελεί εμπόδιο για τη συλλογή συγκρίσιμων στοιχείων. Συνεπώς, η υιοθέτηση κατάλληλων δεικτών και η συλλογή συγκρίσιμων στοιχείων για τη μέτρηση της προόδου που σημειώνεται στην προσπάθεια εξάλειψης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού των ατόμων με ειδικές ανάγκες είναι καίριας σημασίας.

Βασικές προσεγγίσεις στη θέσπιση πολιτικών

* Τα κράτη μέλη έχουν εν γένει υιοθετήσει προσεγγίσεις που βασίζονται στα πολιτικά δικαιώματα όσον αφορά τα άτομα με ειδικές ανάγκες: αντί να αντιμετωπίζουν τα άτομα με ειδικές ανάγκες ως παθητικούς αποδέκτες κοινωνικών παροχών, αναγνωρίζουν τις εύλογες απαιτήσεις τους για ίσα δικαιώματα. Έτσι, καταβάλλουν προσπάθειες για την ανάπτυξη πολιτικών οι οποίες αποσκοπούν στην πλήρη συμμετοχή τους στην οικονομία και την κοινωνία. Αυτό συνεπάγεται ίσες ευκαιρίες, ενίσχυση της θέσης των ατόμων με ειδικές ανάγκες και ενεργό συμμετοχή τους στο κοινωνικό σύνολο.

* Παρατηρείται μια θετική τάση στα κράτη μέλη υπέρ του σχεδιασμού πολιτικών για την παροχή αγαθών, υπηρεσιών και υποδομών οι οποίες θα ευνοούν την ένταξη όλων, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με ειδικές ανάγκες, στον κοινωνικό και οικονομικό βίο. Παρόλα αυτά, εξακολουθούν να υφίστανται αρκετά εμπόδια, κυρίως αυτά που σχετίζονται με φυσικούς, νομικούς και διοικητικούς φραγμούς, τις νέες τεχνολογίες και τις νοοτροπίες, για την υπέρβαση των οποίων πρέπει να καταβληθούν πολύ περισσότερες προσπάθειες.

* Προκειμένου να καταπολεμήσουν τη φτώχεια πολλών ατόμων με ειδικές ανάγκες, όλα τα κράτη μέλη έχουν θέσει ως βασική προτεραιότητα την προώθηση της κοινωνικής ένταξης των ατόμων με ειδικές ανάγκες μέσω της απασχόλησης. Πρέπει επίσης να δοθεί έμφαση στη σπουδαιότητα της συνεργασίας με επιχειρήσεις και στην εταιρική κοινωνική ευθύνη.

* Μόνο οι «σύγχρονες» πολιτικές ευνοούν την ανεξάρτητη διαβίωση στο σπίτι αντί σε ιδρύματα. Παρατηρείται γενικευμένη τάση στα κράτη μέλη για την παροχή μακροπρόθεσμης μέριμνας και βοήθειας κατ' οίκον ή εντός της οικογένειας. Ωστόσο, το ανεπαρκές ή δαπανηρό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας σε πολλές περιπτώσεις αναγκάζει τις οικογένειες να επωμίζονται το βάρος της φροντίδας των ηλικιωμένων.

Νομοθεσία

Η οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, αποτελεί μείζον βήμα για την ανάπτυξη πολιτικής κατά των διακρίσεων. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν ήδη προσαρμόσει ή αναμένεται να προσαρμόσουν την υφιστάμενη νομοθεσία τους κατά των διακρίσεων βάσει της οδηγίας της ΕΕ. Άλλα κράτη μέλη προχώρησαν ή προτίθενται να προχωρήσουν πέρα από το πεδίο της απασχόλησης στη νομοθεσία τους, και συγκεκριμένα στην έγκριση μέτρων καταπολέμησης των διακρίσεων σε άλλους τομείς. Η Ελλάδα συμπεριέλαβε ειδικό άρθρο για την προστασία των δικαιωμάτων των ατόμων με ειδικές ανάγκες στο αναθεωρημένο της σύνταγμα το 2002.

Τα κράτη μέλη υιοθετούν επίσης σχέδια δράσης για τα άτομα με ειδικές ανάγκες και πολυδιάστατα ειδικά μέτρα σε επιμέρους τομείς, με ιδιαίτερη έμφαση στη βελτίωση των συνθηκών απασχόλησης των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Η Σουηδία ενέκρινε το 2000 ένα εθνικό σχέδιο δράσης σύμφωνα με το οποίο οι υπηρεσίες της κεντρικής κυβέρνησης υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τη διάσταση των ειδικών αναγκών. Η Πορτογαλία προτίθεται να παρουσιάσει το 2005 ένα εθνικό σχέδιο για την επαναπροσαρμογή των ατόμων με ειδικές ανάγκες και έναν νόμο σχετικά με τις ΜΚΟ που εκπροσωπούν άτομα με ειδικές ανάγκες. Η Ισπανία θα εγκρίνει ένα νέο σχέδιο δράσης για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, το οποίο θα αποσκοπεί κυρίως στην προαγωγή της αυτόνομης διαβίωσης των ατόμων με ειδικές ανάγκες που ζουν στο σπίτι τους με τις οικογένειές τους.

Ορισμένα κράτη μέλη εκπονούν εκθέσεις επισκόπησης σχετικά με την κατάσταση των ατόμων με ειδικές ανάγκες προκειμένου να στηρίξουν πολιτικές αποφάσεις με μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη προοπτική (Αυστρία, Γερμανία (2004)).

Το ΕΚΤ και το EQUAL, τα οποία σχετίζονται με τους εθνικούς χρηματοοικονομικούς πόρους, χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη για την απασχόληση, την κατάρτιση και την πρόσβαση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στις νέες τεχνολογίες. Η Αυστρία διέθεσε 104 εκατομμύρια ευρώ το 2002 για προγράμματα προώθησης της απασχόλησης για άτομα με ειδικές ανάγκες. Αυτό το ταμείο θα ενισχυθεί περαιτέρω το 2003 και το 2004 με τη διάθεση 36 εκατομμυρίων ευρώ.

Ένταξη των θεμάτων αναπηρίας σε όλες τις πολιτικές

Ο αποκλεισμός των ατόμων με ειδικές ανάγκες από την πλήρη συμμετοχή στην κοινωνία οφείλεται σε διάφορους παράγοντες και απαιτεί δράση σε πολλούς τομείς πολιτικής.

Παρά το γεγονός ότι ορισμένες εξελίξεις στις πολιτικές ορισμένων κρατών μελών για τα άτομα με ειδικές ανάγκες (κυρίως στις σκανδιναβικές χώρες) δείχνουν μια αυξανόμενη τάση υπέρ της ένταξης των θεμάτων αναπηρίας στις συναφείς πολιτικές, τούτο δεν είναι εμφανές στα ΕΣΔ/ένταξη. Στη Σουηδία, το εθνικό σχέδιο δράσης για την πολιτική ως προς τις αναπηρίες το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη βασίζεται σε μια τέτοια προσέγγιση και, συνεπώς, συμπεριλαμβάνει όλους τους κοινωνικούς τομείς και, κυρίως, απαιτεί από τις υπηρεσίες της κεντρικής κυβέρνησης να λαμβάνουν υπόψη στις δράσεις τους τα θέματα αναπηρίας. Συνεπώς, η πρόκληση είναι να πράξουν περισσότερα σε αυτόν τον τομέα τα κράτη μέλη, όπως υπενθυμίζεται στο ψήφισμα του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2003 σχετικά με την προώθηση της απασχόλησης και της κοινωνικής ενσωμάτωσης των ατόμων με αναπηρίες [16].

[16] 2003/C 175/01 ΕΕ C 175 της 24.7.2003.

Η ένταξη των θεμάτων αναπηρίας σε όλους τους συναφείς τομείς πολιτικού σχεδιασμού απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες κατά την επεξεργασία γενικών πολιτικών. Αυτή η προσέγγιση απαιτεί δραστηριοποίηση σε πρώιμο στάδιο, σε συνεργασία με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, συμπεριλαμβανομένων όσων πρόκειται να επηρεαστούν από τις εν λόγω πολιτικές. Σε πολλές χώρες, ειδικοί μηχανισμοί αποσκοπούν στη διασφάλιση της συνοχής των εθνικών δράσεων. Συχνά ευνοούν τη συμμετοχή των ΜΚΟ. Όμως, αυτοί οι μηχανισμοί τείνουν να εστιάζουν σε μέτρα στήριξης των ατόμων με αναπηρίες, οπότε δεν χαρακτηρίζονται από τη φιλοσοφία της ένταξης των θεμάτων αναπηρίας σε όλες τις πολιτικές. Η Σουηδία διαθέτει επίσης μια Επιτροπή Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες, της οποίας προεδρεύει ο υπουργός Παιδιών και Οικογενειών (ο οποίος είναι επίσης αρμόδιος για την πολιτική στον τομέα των ατόμων με ειδικές ανάγκες) και στην οποία συμμετέχουν υφυπουργοί οι οποίοι βρίσκονται σε όλα τα υπουργεία και οι οποίοι ασχολούνται με τα θέματα που αφορούν τα άτομα με ειδικές ανάγκες, καθώς και εκπρόσωποι οργανώσεων ατόμων με ειδικές ανάγκες. Η Ιταλία δημιούργησε μια νέα «εθνική επιτροπή για θέματα αναπηρίας».

Επισκόπηση της προόδου μετά τα ΕΣΔ/ένταξη του 2001

Σε γενικές γραμμές, τα κράτη μέλη δεν έχουν καθορίσει πολύ συγκεκριμένους γενικούς και ειδικούς στόχους στα θέματα αναπηρίας. Επιπλέον, οι παράμετροι της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού είναι τόσο περίπλοκες ώστε η περίοδος των δύο ετών που έχει παρέλθει είναι πολύ σύντομη για να φανεί κατά πόσον οι αλλαγές είχαν αποτελέσματα. Γι' αυτό και είναι δύσκολο να υπάρξει σαφής εκτίμηση της προόδου που έχει σημειωθεί. Δεν έχει δημοσιοποιηθεί κάποια σημαντική έκθεση σχετικά με τους ελάχιστους στόχους που ανακοινώθηκαν στα πρώτα ΕΣΔ και σχετικά με τα συγκεκριμένα αποτελέσματα των πολιτικών. Οι δείκτες και τα στοιχεία είναι, εν γένει, ελλιπή. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να τεθούν πιο συγκεκριμένοι γενικοί και ειδικοί στόχοι, ως προς τους οποίους να διενεργείται η εκτίμηση και η πιο συστηματική αξιολόγηση των εθνικών πολιτικών.

* Ο σχεδιασμός πολιτικών και η παροχή υπηρεσιών για την προώθηση της κοινωνικής ένταξης των ατόμων με αναπηρίες αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία στα περισσότερα κράτη μέλη, κυρίως όσον αφορά την ενσωμάτωση των εν λόγω ατόμων στον εργασιακό χώρο. Σε γενικές γραμμές, τα αποτελέσματα των μέτρων για την απασχόληση δεν παρουσιάζουν ομοιογένεια.

* Οι περισσότερες ενεργητικές πολιτικές των κρατών μελών για την καταπολέμηση της ανεργίας κινούνται προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης εξατομίκευσης, με σκοπό να είναι προσαρμοσμένες στην κάλυψη των αναγκών συγκεκριμένων ατόμων. Ορισμένες χώρες έχουν θέσει στόχους σχετικά με τη συμμετοχή των ατόμων με ειδικές ανάγκες και των ατόμων με σοβαρές αναπηρίες στον εργασιακό χώρο: στη Γερμανία σημειώθηκε μείωση σε ποσοστό περίπου 24% (ο αρχικός στόχος ήταν 25%) του αριθμού των ανέργων ατόμων με σοβαρές αναπηρίες. Η Ιρλανδία έθεσε τον στόχο της μείωσης του επιπέδου ανεργίας των ευάλωτων ομάδων ώστε να προσεγγίσει τον εθνικό μέσο όρο μέχρι το 2007.

* Έχει θεσπιστεί καινοτόμος νομοθεσία για τα άτομα με αναπηρίες σχετικά με την απασχόληση και το εισόδημά τους (Λουξεμβούργο).

* Σε ορισμένα κράτη μέλη αλλάζει η εστίαση των πολιτικών κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν τα άτομα με ειδικές ανάγκες, και κυρίως με στόχο την ενίσχυση της απασχόλησής τους. Βέλγιο: νέος τρόπος υπολογισμού της σώρευσης του εισοδήματος από την εργασία με το επίδομα ασθενείας.

* Η εκπαίδευση των παιδιών με ειδικές ανάγκες σε κανονικά σχολεία έχει βελτιωθεί στην πλειονότητα των κρατών μελών. Στην Ιρλανδία, τα προγράμματα για την αύξηση της συμμετοχής των ευάλωτων ομάδων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχουν επεκταθεί, και συμπεριλαμβάνουν ένα ειδικό ταμείο για φοιτητές με ειδικές ανάγκες.

* Σε πολλά κράτη μέλη έχουν εφαρμοστεί πολιτικές για την ανεξάρτητη διαβίωση. Οι εν λόγω πολιτικές θίγουν ζητήματα που σχετίζονται με την οικογένεια, το δικαίωμα και την πρακτική δυνατότητα διαβίωσης όπως οι υπόλοιποι πολίτες κλπ. Η Αυστρία έχει δημιουργήσει υπηρεσίες για τα άτομα με ειδικές ανάγκες και έχει βελτιώσει την κατάσταση των ατόμων που χρειάζονται μακροπρόθεσμη φροντίδα: έτσι μειώνεται η επιβάρυνση των μελών της οικογένειας - ως επί το πλείστον γυναίκες - που φροντίζουν αυτά τα άτομα, αυξάνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τις δυνατότητές τους για απασχόληση. Οι στόχοι που τέθηκαν στα σχέδια των ομόσπονδων κρατιδίων μέχρι το 2010 όσον αφορά τις υπηρεσίες για άτομα που χρειάζονται μακροπρόθεσμη φροντίδα έχουν, εν μέρει, ήδη επιτευχθεί.

Συμπέρασμα: αν και η απασχόληση είναι μείζονος σημασίας παράγοντας για την κοινωνική ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες, αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο το γεγονός ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν περιορίζεται στο πρόβλημα της ανεργίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι επιπτώσεις των αναπηριών δεν έχουν αντιμετωπιστεί επαρκώς από ορισμένα κράτη μέλη σε βασικούς τομείς πολιτικής όπως η εκπαίδευση, η κατάρτιση, η κοινωνία της πληροφορίας, η κοινωνική μέριμνα, η στέγαση, οι μεταφορές ή η συμμετοχή σε πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες, για να αναφέρουμε μερικά μόνο παραδείγματα.

Γενικοί και ειδικοί στόχοι

Σύμφωνα με τις στρατηγικές που περιγράφονται στα ΕΣΔ των ετών 2001-2003, όλα τα κράτη μέλη προτείνουν πληθώρα μέτρων για την ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες, κυρίως σε σχέση με τη δυνατότητά τους για απασχόληση. Ενίοτε οι γενικοί στόχοι είναι ασαφείς και χαρακτηρίζονται από εμφανή έλλειψη συνεκτικότητας.

Μόνον ορισμένες χώρες έχουν θέσει ειδικούς στόχους, οι οποίοι συχνά δεν είναι πολύ φιλόδοξοι (βλ. ενότητα 5).

Σπανίως αναφέρονται σαφείς δημοσιονομικές δεσμεύσεις για τη στήριξη αυτών των δράσεων. Ορισμένες χώρες προσφέρουν στοιχεία σχετικά με τις πιστώσεις που αφορούν ορισμένα μέτρα για την απασχόληση, τα οποία χρηματοδοτούνται κυρίως από το ΕΚΤ και το EQUAL.

«Μετάβαση»: βοηθεια για νεους με ειδικες αναγκες κατά τη μεταβαση τους από το σχολειο στον επαγγελματικο βιο (Αυστρία)

Για πολλούς νέους με ειδικές ανάγκες, η εγκατάλειψη του σχολείου συνοδεύεται από τον κίνδυνο διακοπής της συνέχειας στη στήριξή τους. Αφού ολοκληρώσουν τα έτη υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ορισμένοι νέοι μετακινούνται σε διάφορους οργανισμούς και εντάσσονται σε διάφορα μέτρα, ενώ μεγάλος αριθμός τους παραμένει στο σπίτι με την οικογένεια, χωρίς καμία προοπτική στήριξης ή απασχόλησης. Μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχε ευρύ «δίχτυ ασφαλείας» ή σύστημα στήριξης των παιδιών με ειδικές ανάγκες στο στάδιο μετά το πέρας του σχολείου.

Με το πρόγραμμα «μετάβαση», δημιουργήθηκε μια νέα υπηρεσία η οποία αφορά άμεσα το στάδιο μεταξύ σχολείου και απασχόλησης. Οι υπηρεσίες μετάβασης είναι υπεύθυνες για την επιλογή, στο τελευταίο ή προτελευταίο έτος της εκπαίδευσης και σε συνεργασία με τους ενδιαφερόμενους, της πλέον κατάλληλης εξατομικευμένης δέσμης μέτρων για την ένταξή των νέων με ειδικές ανάγκες στον επαγγελματικό βίο. Η εν λόγω υπηρεσία περιλαμβάνει συγκεκριμένα: τη διαπίστωση των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών των υποψηφίων, στα οποία θα περιλαμβάνονται τα ενδιαφέροντα και οι κλίσεις τους. την ανάλυση των ισχυρών σημείων και των αδυναμιών τους. τη διαπίστωση ή περιγραφή τυχόν αναγκών τους για επιπλέον κατάρτιση. τη διερεύνηση των προοπτικών απασχόλησης βάσει των ενδιαφερόντων και των χαρακτηριστικών τους, αναπτύσσοντάς τα περαιτέρω. την εκπόνηση ενός σχεδίου σταδιοδρομίας/εξέλιξης. Ο σκοπός δεν είναι να απομακρυνθούν τα υφιστάμενα προβλήματα από τους νέους και τις οικογένειές τους, αλλά να τους προσφερθεί η αναγκαία στήριξη για την επίλυση των προβλημάτων που δημιουργούνται υπό συνθήκες όσο το δυνατόν μεγαλύτερης ανεξαρτησίας, σύμφωνα με την αρχή της παροχής στα άτομα της δυνατότητας να βοηθήσουν τα ίδια τους εαυτούς τους. Βασικός παράγοντας για την επιτυχία αυτής της προσέγγισης είναι η ενεργός συμμετοχή των νέων, των γονέων και των δασκάλων τους. Οι ανάγκες, οι δυνατότητες και τα ενδιαφέροντα των νέων συγκροτούν τη βάση των ενεργειών των γραφείων μετάβασης.

Η μετάβαση διαδραματίζει επίσης σημαντικό συντονιστικό ρόλο στην τρέχουσα κατανομή αρμοδιοτήτων ως προς τη στήριξη, η οποία δεν είναι πάντοτε σαφής στους ενδιαφερόμενους. Οι συνεργαζόμενοι εταίροι είναι ο τοπικός εκπαιδευτικός φορέας, η δημόσια υπηρεσία απασχόλησης, οι διδάσκοντες, οι γονείς, οι οργανώσεις για τα άτομα με ειδικές ανάγκες και η ομοσπονδιακή υπηρεσία κοινωνικής μέριμνας, η οποία διαδραματίζει ρόλο διαχειριστή. Η διαδικασία μετάβασης ολοκληρώθηκε με επιτυχία για 1450 νέους το 2002. Καθώς ήταν επιτυχής η προσφορά κατάλληλων θέσεων μαθητείας, συμβάσεων απασχόλησης, θέσεων σε προγράμματα της δημόσιας υπηρεσίας απασχόλησης ή περαιτέρω εκπαίδευσης για πολλούς νέους με ειδικές ανάγκες, τα μέτρα μετάβασης πρόκειται να επεκταθούν περαιτέρω.

Μετανάστες και εθνοτικές μειονότητες (συμπεριλαμβανομένων των Ρομ και των νομάδων)

Ο πρώτος γύρος εθνικών σχεδίων δράσης για την κοινωνική ένταξη (ΕΣΔ/ένταξη) το 2001 κατέδειξε σαφώς την ανάγκη αντιμετώπισης του ζητήματος της ενσωμάτωσης των μεταναστών κατά τρόπο περισσότερο εκτενή, ολοκληρωμένο και στρατηγικό. Συνεπώς, στους αναθεωρημένους κοινούς στόχους για τον δεύτερο γύρο της διαδικασίας κοινωνικής ένταξης (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης, Δεκέμβριος 2002), ενισχύθηκε η έμφαση που πρέπει να δοθεί στην κατάσταση των εθνοτικών μειονοτήτων και των μεταναστών [17], ενώ τα κράτη μέλη συμφώνησαν στη «σαφέστερη επισήμανση του υψηλού κινδύνου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού που αντιμετωπίζουν ορισμένοι άνδρες και γυναίκες ως απόρροια της μετανάστευσης».

[17] Ο όρος εθνοτικές μειονότητες αναφέρεται γενικά στους πολίτες ενός κράτους οι οποίοι έχουν διαφορετική εθνοτική καταγωγή από την πλειονότητα του πληθυσμού. Μπορεί δε να περιλαμβάνει και πολίτες από πρώην αποικίες. Ωστόσο, μπορεί επίσης να αναφέρεται σε ομάδες στο εσωτερικό του πληθυσμού των μεταναστών η εθνοτική καταγωγή των οποίων είναι διαφορετική από αυτήν της πλειονότητας του πληθυσμού.

Όπως και σε προηγούμενα εθνικά σχέδια δράσης, η πλειονότητα των κρατών μελών συνεχίζει να θεωρεί ότι οι εθνοτικές μειονότητες και οι μετανάστες διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, το ποσοστό ανεργίας των μεταναστών είναι διπλάσιο από το αντίστοιχο του γενικού πληθυσμού, ενώ οι μετανάστες είναι δύο φορές πιο πιθανό να ζουν σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος. Στη Δανία, τα ποσοστά δραστηριοποίησης, απασχόλησης και εκπαίδευσης είναι χαμηλότερα για τους μετανάστες σε όλους τους τομείς, κυρίως δε για την πρώτη γενιά και για τις γυναίκες μετανάστριες. Στη Γαλλία, το ποσοστό φτώχειας για τα νοικοκυριά αλλοδαπών είναι πολύ υψηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο. Οι μετανάστες στη Φινλανδία είναι τέσσερις φορές πιο πιθανό να ζουν υπό συνθήκες φτώχειας και τρεις φορές πιο πιθανό να μείνουν άνεργοι σε σύγκριση με το σύνολο του πληθυσμού.

Οι περισσότερες χώρες, ωστόσο, εξακολουθούν να παρουσιάζουν το ζήτημα των μεταναστών και των εθνοτικών μειονοτήτων κατά τρόπο μάλλον γενικό, δίνοντας έμφαση στην υγεία, τη στέγαση και την απασχόληση ως τομείς ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, οι αναφορές στους κινδύνους που διατρέχουν οι μετανάστες και οι εθνοτικές ομάδες είναι σύντομες, ενώ οι προσπάθειες ανάλυσης της κατάστασής τους ή των παραγόντων που οδηγούν στον αποκλεισμό και τη φτώχεια είναι ελάχιστες. Μόνον λίγες χώρες προσπαθούν να διερευνήσουν τις τάσεις -θετικές ή αρνητικές - που χαρακτηρίζουν τις συνθήκες ζωής και εργασίας αυτών των ομάδων. Είναι λυπηρό δε το γεγονός ότι μόνο σε μικρό αριθμό σχεδίων δράσης αναφέρονται σαφή στοιχεία για βελτίωση της κατάστασης των πληθυσμών των μεταναστών από την υποβολή των πρώτων σχεδίων δράσης το 2001.

Μόνο μικρός αριθμός κρατών μελών (UK, S, FIN, B, IRL, F) συνέδεσε σαφώς το ζήτημα των διακρίσεων με τα ζητήματα κοινωνικής συνοχής. Η Σουηδία, για παράδειγμα, εντάσσει σαφώς τις προσπάθειές της υπέρ των ευάλωτων ομάδων στο πλαίσιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της καταπολέμησης των διακρίσεων, προσφέροντας ενδελεχή επισκόπηση του έργου του σουηδού Διαμεσολαβητή. Λίγες μόνο χώρες συνδέουν την καταπολέμηση των διακρίσεων με τη λήψη νομοθετικών μέτρων. Η οδηγία του Συμβουλίου σχετικά με την καταπολέμηση των διακρίσεων βάσει εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής [18], η οποία προβλεπόταν να μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία κατά τη διάρκεια του 2003, τονίζεται μόνο σε ορισμένα εθνικά σχέδια δράσης, συμπεριλαμβανομένων αυτών της Σουηδίας, της Δανίας, της Ιταλίας και της Ιρλανδίας.

[18] Οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής.

Σε πολλές περιπτώσεις δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στην ανάγκη προσαρμογής των μεταναστών, κυρίως μέσω μέτρων κατάρτισης και στήριξης. Στην Αυστρία και την Ιταλία, για παράδειγμα, μια από τις βασικές κατευθύνσεις είναι η παροχή μαθημάτων γλωσσικής κατάρτισης στους μετανάστες. Μάλιστα, η Αυστρία στηρίζει οικονομικά μεγάλο αριθμό προγραμμάτων με τα οποία, αφενός, προσφέρονται συμβουλευτικές υπηρεσίες κοινωνικής και νομικής φύσεως στις ομάδες στόχους και, αφετέρου, διευκολύνεται η ενσωμάτωση. Αν και αυτές οι πρωτοβουλίες είναι σημαντικές, κυρίως κατά το αρχικό στάδιο της ενσωμάτωσης, υπάρχει διαρκής ανάγκη μέτρων με τα οποία θα αντιμετωπίζονται οι δυνητικά διακριτικές συμπεριφορές, νοοτροπίες και πρακτικές της πλειονότητας του πληθυσμού, οι οποίες μπορεί να εμποδίζουν τους μετανάστες να έχουν πρόσβαση σε θέσεις εργασίας, υπηρεσίες ή προγράμματα κατάρτισης, ανεξαρτήτως των γλωσσικών τους ικανοτήτων. Επιπλέον, σε ελάχιστα σχέδια αναγνωρίζεται ρητώς η συνεισφορά των αλλοδαπών και των μεταναστών στην οικονομική ευημερία και την πολιτισμική ποικιλομορφία της χώρας τους.

Διαπολιτισμική υπηρεσια κοινωνικης διαμεσολαβησης (SEMSI) - Δήμος της Μαδρίτης

Η SEMSI (Ισπανική Διαπολιτισμική Υπηρεσία Κοινωνικής Διαμεσολάβησης) του Δήμου της Μαδρίτης είναι μια δημόσια υπηρεσία η οποία αποσκοπεί στην προώθηση της διαπολιτισμικής συνύπαρξης και στη διαμόρφωση νέων μορφών κοινωνικών σχέσεων βάσει της πολιτισμικής ποικιλομορφίας. Διευκολύνει την πρόσβαση του πληθυσμού των μεταναστών σε δημόσιους πόρους, ενθαρρύνει τη συμμετοχή τους στην κοινωνία και επιτρέπει στη δημοτική αρχή να έχει επαρκή γνώση των καταστάσεων, των αναγκών και των προβλημάτων αυτής της ομάδας ανθρώπων. Λειτουργεί στο πλαίσιο συμφωνίας με το Γενικό Ίδρυμα του Αυτόνομου Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, το οποίο προσφέρει το προσωπικό για την ανάπτυξη και το συντονισμό της υπηρεσίας (κοινωνικοί διαμεσολαβητές). Οι τεχνικές πτυχές του έργου διεκπεραιώνονται σε συντονισμό με τις κοινωνικές υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας του Δήμου.

Η υπηρεσία SEMSI προέκυψε από την ανάγκη αντιμετώπισης των προβλημάτων και των αναγκών των μεταναστών, όχι μόνον όσον αφορά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στην πρόσβαση σε δημόσιους πόρους, αλλά και με στόχο την απόκτηση περισσότερων γνώσεων σχετικά με τα προβλήματα και τις ανάγκες τους, προκειμένου να επιτευχθεί η πλήρης ενσωμάτωσή τους. Συγκεκριμένα, οι στόχοι είναι: η ενθάρρυνση της συμμετοχής του πληθυσμού των μεταναστών στις δραστηριότητες της κοινότητας. η προσφορά πληροφόρησης σχετικά με τους διαθέσιμους δημοσίους πόρους για την κάλυψη των αναγκών: κοινωνικοί και εκπαιδευτικοί πόροι, πόροι που αφορούν τους νέους ή τις γυναίκες, τον ελεύθερο χρόνο και το χρόνο αναψυχής, την κοινωνική συμμετοχή. η συνεργασία με επαγγελματίες στις δημοτικές κοινωνικές υπηρεσίες για την προσφορά διαπολιτισμικής προοπτική. η διαμόρφωση στην κοινότητα κλίματος το οποίο να ευνοεί την έκφραση της πολιτισμικής ποικιλομορφίας.

Η SEMSI συνεργάζεται, μεταξύ άλλων, με διάφορες ΜΚΟ οι οποίες προσφέρουν λύσεις σε προβλήματα (νομικά, απασχόλησης, στέγασης...) τα οποία αντιμετωπίζουν οι μετανάστες κατά την άφιξή τους στη Μαδρίτη, καθώς και άλλες δραστηριότητες στήριξης οι οποίες αποσκοπούν στην προώθηση της διαπολιτισμικής συνύπαρξης.

Έλλειψη στοιχείων και δεικτών

Όπως τονίζεται στην τελευταία κοινή έκθεση για την απασχόληση, η έλλειψη στοιχείων σχετικά με τις ευάλωτες ομάδες, και κυρίως τους μετανάστες και τις εθνοτικές ομάδες, εξακολουθεί να είναι μείζον πρόβλημα. Παρατηρείται έλλειψη γενικευμένων στοιχείων και κοινών δεικτών για τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών. Ελάχιστες μόνον χώρες (συμπεριλαμβανομένων του Ηνωμένου Βασιλείου, του Βελγίου, των Κάτω Χωρών, της Ισπανίας και της Γαλλίας) αναφέρουν στοιχεία ή δείκτες, μέσω των οποίων μπορούν να αποκτήσουν ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης και των αναγκών που υφίστανται στο εσωτερικό τους. Το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει εξαιρετικά ανεπτυγμένο σύστημα συλλογής στατιστικών στοιχείων και δεικτών, για παράδειγμα, σχετικά με το ποσοστό των διαφορετικών εθνοτικών ομάδων που ζουν σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, σχετικά με επαγγελματικά προσόντα κλπ.

Ωστόσο, διαπιστώνεται ότι έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, μια πρόσφατη μελέτη σχετικά με τη φτώχεια, τους μετανάστες και την υγεία επεσήμανε την έλλειψη στοιχείων και μελετών σε αυτούς τους τομείς. Για τη βελτίωση αυτής της κατάστασης, μια πανεθνική έρευνα στον τομέα της υγείας των παιδιών και των νέων, την οποία ενέκρινε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, θα επεξεργαστεί την κατάρτιση ενός προτύπου για την καταγραφή της κατάστασης της υγείας των παιδιών και των νέων που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών. Τα στοιχεία αυτά αναμένεται να είναι διαθέσιμα για πρώτη φορά το 2006.

Γενικοί και ειδικοί στόχοι

Παρόλο που αναγνωρίζεται ότι οι μετανάστες απειλούνται ιδιαιτέρως από τον κοινωνικό αποκλεισμό, ακολουθείται μια στενή προσέγγιση ενσωμάτωσής τους, η οποία επιδιώκεται κυρίως μέσω μέτρων γλωσσικής και άλλου είδους κατάρτισης. Ελάχιστες μόνον χώρες έχουν ανακοινώσει σαφείς και συγκεκριμένους γενικούς και ειδικούς στόχους για τη στήριξη των μεταναστών. Μεταξύ των σχετικών παραδειγμάτων είναι και τα ακόλουθα:

- Οι Κάτω Χώρες έχουν θέσει τον συγκεκριμένο στόχο της αύξησης της αμειβόμενης εργασίας για τις εθνοτικές μειονότητες κατά 0,75% ανά έτος έως το 2005.

- Στο ιρλανδικό σχέδιο περιλαμβάνεται σειρά συγκεκριμένων στόχων που αφορούν την κοινότητα των νομάδων, όπως η μείωση της διαφοράς όσον αφορά το προσδόκιμο ζωής μεταξύ της εν λόγω κοινότητας και του συνόλου του πληθυσμού τουλάχιστον κατά 10% έως το 2007, καθώς και ο διπλασιασμός του αριθμού των μεγαλύτερης ηλικίας φοιτητών οι οποίοι ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των νομάδων και των μεταναστών, που θα εισαχθούν σε τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα έως το 2006.

- Η Ελλάδα έχει θέσει ως στόχο, έως το τέλος του 2005, να μην ζει καμία οικογένεια ελλήνων Ρομ σε σκηνές ή σε πρόχειρα καταλύματα. για την επίτευξη δε αυτού του στόχου, διατίθενται προκατασκευασμένες και μόνιμες κατοικίες.

- Στο σουηδικό σχέδιο καθορίζεται ο ολοκληρωμένος χαρακτήρας της προσέγγισης που έχει υιοθετηθεί, καθώς όλοι οι στόχοι ισχύουν εξίσου για γυναίκες και άνδρες, ανεξαρτήτως εθνοτικής καταγωγής.

- Η Δανία έχει θέσει τον μάλλον γενικό στόχο της ενσωμάτωσης των ατόμων που δεν κατάγονται από τη Δανία, προκειμένου να συμμετέχουν στην αγορά εργασίας και στην κοινωνία υπό ίσους όρους με τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Αντί για συγκεκριμένα μέτρα, πολλά κράτη μέλη προσπαθούν να καλύψουν τις ανάγκες των ευάλωτων ομάδων μέσω πρωτοβουλιών ενσωμάτωσης των θεμάτων που τις αφορούν στις πολιτικές τους, εστιάζοντας εν γένει στη βελτίωση των δυνατοτήτων πρόσβασης στην απασχόληση, σε στέγαση, σε ευκαιρίες διά βίου μάθησης κλπ.

Τα εθνικά προγράμματα για την ενσωμάτωση των μεταναστών αποτελούνται σε γενικές γραμμές από τρεις παραμέτρους: γλωσσική κατάρτιση, εισαγωγικά μαθήματα ή μαθήματα προσανατολισμού και επαγγελματική κατάρτιση. Τα προγράμματα, τα οποία σε ορισμένες χώρες είναι υποχρεωτικά, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι γενικού χαρακτήρα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις είναι προσαρμοσμένα στις ανάγκες των επιμέρους ατόμων. Παρόλο που επισημαίνονται συγκεκριμένα μέτρα αυτού του είδους, ελάχιστες είναι οι ενδείξεις που δίνονται σχετικά με τη διάθεση δημοσιονομικών πόρων για τη στήριξη αυτών των δράσεων.

Στα συγκεκριμένα μέτρα, τα οποία εστιάζονται κυρίως στην απασχόληση, ανήκουν τα εξής:

* Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η εθνική υπηρεσία στήριξης των αιτούντων άσυλο προσφέρει χρηματοδότηση στις τοπικές αρχές για τη στήριξη της γλωσσικής κατάρτισης και των ευρύτερων πρωτοβουλιών ενσωμάτωσης των προσφύγων.

* Στη Σουηδία, οι τοπικές αρχές, σε συνεργασία με την εθνική υπηρεσία ενσωμάτωσης, διαχειρίζονται προγράμματα υποδοχής, γλωσσικής κατάρτισης και αρωγής προς τους νέους μετανάστες οι οποίοι αναζητούν εργασία.

* Στη Δανία έχουν δημιουργηθεί συμβουλευτικά προγράμματα για γυναίκες που ανήκουν σε εθνοτικές μειονότητες, και κυρίως για νέες γυναίκες οι οποίες έχουν εξαναγκαστεί να παντρευτούν και έχουν απομακρυνθεί από τις οικογένειες και το κοινωνικό δίκτυο στήριξής τους. Οι γυναίκες λαμβάνουν πρακτική στήριξη και ενθαρρύνονται να συνεχίσουν την εκπαίδευση ή κατάρτισή τους ή να αναζητήσουν εργασία. Το 2002, η κυβέρνηση της Δανίας άρχισε επίσης να εφαρμόζει ένα πρόγραμμα με τίτλο «αστικοί χώροι για όλους», στο οποίο εντάσσονται πέντε υποπρογράμματα τετραετούς διάρκειας, τα οποία εστιάζονται στην ένταξη των νέων προσφύγων και μεταναστών στα προγράμματα στέγασης.

* Στο Βέλγιο, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση στηρίζει «προγράμματα ποικιλομορφίας» στις εταιρείες και σε ορισμένες υπηρεσίες του δημοσίου τομέα.

* Στη Γερμανία, στο ομόσπονδο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, από τον Ιούνιο του 2002 βρίσκεται σε εξέλιξη μια εκστρατεία ενημέρωσης με τίτλο «Μετανάστες: μια ευκαιρία για τις επιχειρήσεις και τη διοίκηση», η οποία αποσκοπεί στη βελτίωση της κατάστασης των νέων που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών στους τομείς της κατάρτισης και της εργασίας. Στο Βερολίνο έχει ξεκινήσει η εκτέλεση ενός δεύτερου προγράμματος με τίτλο «Βερολίνο - πόλη της ποικιλομορφίας», το οποίο αποσκοπεί να προσφέρει στους εκπαιδευτικούς φορείς και τους φορείς υπηρεσιών υγείας εφόδια για την αντιμετώπιση ζητημάτων ποικιλομορφίας και την καταπολέμηση των διακρίσεων.

* Στην Ελλάδα έχει καταρτιστεί ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα για τους μετανάστες με προϋπολογισμό 260 εκατομμυρίων ευρώ (για την περίοδο 2003-2006). Το πρόγραμμα θα προσφέρει υπηρεσίες πληροφόρησης, συμβουλευτικής και στήριξης για τους μετανάστες. ανάπτυξη και προώθηση ευκαιριών ενσωμάτωσης στην αγορά εργασίας. πολιτισμική ενσωμάτωση. αναβάθμιση της προσφοράς υπηρεσιών υγείας και προληπτικής ιατρικής για συγκεκριμένες ομάδες μεταναστών. δημιουργία υποδομών στήριξης για την αντιμετώπιση των επειγουσών αναγκών υποδοχής και προσωρινής στέγασης.

* Στη Γαλλία έχει θεσπιστεί μια «σύμβαση υποδοχής και ενσωμάτωσης» (contrat d'accueil et integration) για κάθε νεοφερμένο αλλοδαπό, στην οποία περιλαμβάνονται μαθήματα γαλλικής γλώσσας και αγωγής του πολίτη.

* Στις Κάτω Χώρες θα προσφέρονται «προγράμματα ενσωμάτωσης» τόσο για τους νεοφερμένους μετανάστες όσο και για τους μετανάστες που είναι εγκατεστημένοι στη χώρα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

* Στο Λουξεμβούργο θα ξεκινήσει η εφαρμογή εισαγωγικών προγραμμάτων, καθώς και μια εκστρατεία ευαισθητοποίησης ενόψει των προσεχών τοπικών εκλογών, για τη διευκόλυνση της ένταξης των μεταναστών στην κοινωνική και πολιτική ζωή.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα μέτρα που υιοθετούνται πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την εκτίμηση του αντίκτυπου τους. Για παράδειγμα, το σχέδιο της Δανίας αποσκοπεί στον συνδυασμό ενός νέου χρηματικού επιδόματος για νοικοκυριά μεταναστών με ορισμένες πρωτοβουλίες για τη στήριξη της εκπαίδευσής τους και την αξιοποίηση των δεξιοτήτων τους. Αυτό περιλαμβάνει την υποχρέωση υπογραφής μιας δεσμευτικής σύμβασης μεταξύ των νεοφερμένων αλλοδαπών και των τοπικών αρχών για την εφαρμογή ενός προγράμματος σχεδιασμένης ενσωμάτωσης, το οποίο θα εστιάζεται στην αύξηση της απασχόλησης. Εάν ένα άτομο αδυνατεί να τηρήσει τους όρους του σχεδίου, τα κοινωνικά επιδόματα θα διακόπτονται. Απομένει, ωστόσο, να φανεί εάν αυτό το πρόγραμμα θα οδηγήσει όντως στην ένταξη περισσότερων ατόμων στην αγορά εργασίας.

Βερολίνο - Πόλη της Ποικιλομορφίας

(Θέσπιση μέτρων εκπαίδευσης κατά των διακρίσεων στις δημόσιες υπηρεσίες)

Ο στόχος του σχεδίου «Βερολίνο - πόλη της ποικιλομορφίας» είναι η προώθηση της νοοτροπίας αποδοχής της ποικιλομορφίας και καταπολέμησης των διακρίσεων στις διοικητικές υπηρεσίες των τομέων της εκπαίδευσης και της υγείας, προκειμένου να προωθηθεί η ίση μεταχείριση και η εξάλειψη των διακρίσεων. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους μετανάστες, αλλά και για το σύνολο των μειονοτικών ομάδων. Επιδιώκεται δε η αλλαγή της νοοτροπίας των διοικητικών υπαλλήλων έναντι των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες, είτε αυτά τα άτομα είναι πελάτες είτε είναι συνάδελφοι.

Το σχέδιο «Θέσπιση μέτρων εκπαίδευσης κατά των διακρίσεων στις δημόσιες υπηρεσίες» στηρίζεται από το πρόγραμμα δράσης της ΕΕ για την καταπολέμηση των διακρίσεων. Το εν λόγω σχέδιο εφαρμόζεται σε τρεις ευρωπαϊκές πόλεις: το Βερολίνο, την Μπάνγκορ (Βόρεια Ιρλανδία) και την Αλτέα (Ισπανία). Στο Βερολίνο το σχέδιο ονομάζεται «Βερολίνο - πόλη της ποικιλομορφίας». Το σχέδιο επεξεργάστηκε το Ευρωπαϊκό Εβραϊκό Κέντρο Πληροφόρησης (Centre europιen juif d'information, CEJI) σε συνεργασία με το συμβούλιο εθνοτικών μειονοτήτων της Βόρειας Ιρλανδίας (NICEM).

Στο Βερολίνο, εκτός του Επιτρόπου για θέματα ενσωμάτωσης και μετανάστευσης, στο σχέδιο συμμετέχουν εκπρόσωποι των διοικητικών αρχών καθώς και πολλών μη κυβερνητικών οργανώσεων. Το γραφείο του Επιτρόπου για θέματα ενσωμάτωσης και μετανάστευσης της Γερουσίας του Βερολίνου, σε συνεργασία με την οργάνωση Eine Welt der Vielfalt e.V., συντονίζει το σχέδιο σε περιφερειακό επίπεδο.

Μεταξύ του Σεπτεμβρίου του 2002 και του Αυγούστου του 2004, θα εκπαιδεύονται οι εκπαιδευτές για την προώθηση της ποικιλομορφίας και την καταπολέμηση των διακρίσεων. Στη συνέχεια, θα μεταφέρουν τις γνώσεις τους στο πλαίσιο ενός προγράμματος οκτώ μαθημάτων. Στο στάδιο της προετοιμασίας, θα διενεργηθεί εις βάθος ανάλυση αναγκών, η οποία θα περιλαμβάνει γενική έρευνα και συλλογή στοιχείων μέσω ατομικών συνεντεύξεων, έρευνα με τη χρήση ερωτηματολογίου και αρκετές ομάδες εστίασης. Στην επόμενη φάση (Ιανουάριος 2005 - Ιούνιος 2005) θα αξιολογηθούν οι δραστηριότητες της προηγούμενης φάσης. Ο στόχος είναι να καταστεί δυνατή η ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων και των ευρημάτων του σχεδίου στη διοικητική μεταρρύθμιση. Κατά τον τρόπο αυτόν, τα ευρήματα θα χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά και θα εμπεδωθούν.

Στο πλαίσιο του σχεδίου εκπονούνται προγράμματα κατάρτισης για υπαλλήλους των υπηρεσιών εκπαίδευσης και υγείας σε τοπικό επίπεδο, για την αντιμετώπιση διαφορετικών μορφών άνισης μεταχείρισης, εστιάζοντας στην καταπολέμηση των πολλαπλών διακρίσεων. Η κατάρτιση αποσκοπεί στο να δοθεί έμφαση στη σπουδαιότητα της πολιτισμικής και εθνοτικής ποικιλομορφίας στον σχεδιασμό πολιτικών, στις εργασιακές πρακτικές, τις προσλήψεις και την προώθηση της βελτίωσης των σχέσεων στο εσωτερικό της κοινότητας. Ένας παράλληλος στόχος είναι η εκπόνηση ενός εκπαιδευτικού εγχειριδίου το οποίο θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τις τοπικές αρχές στο σύνολο της Ευρώπης για την κατάρτιση των δικών τους προγραμμάτων τα οποία θα είναι προσαρμοσμένα στην τοπική κατάσταση και ανάγκες.

Ρομ, αθίγγανοι και νομάδες

Πέρα από τους προαναφερθέντες στόχους της Ιρλανδίας και της Ελλάδας, σε αρκετά ΕΣΔ (Ελλάδας, Ισπανίας, Φινλανδίας, Ιρλανδίας, Πορτογαλίας) περιγράφονται συγκεκριμένα μέτρα για την κοινωνική ένταξη των Ρομ, των τσιγγάνων και των νομάδων, με ιδιαίτερη έμφαση στην ίση μεταχείριση και τις ίσες ευκαιρίες. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις οι λεπτομέρειες που δίνονται σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εφαρμοστούν τα προβλεπόμενα μέτρα είναι ελάχιστες. Σε κανένα ΕΣΔ/ένταξη δεν προβλέπονται συγκεκριμένα μέτρα σχετικά με την ιδιαίτερη κατάσταση των μεταναστών Ρομ στο εσωτερικό των κρατών μελών.

Στην Ελλάδα, συνεχίζονται οι εργασίες για την υλοποίηση του Ολοκληρωμένου Προγράμματος Δράσης για την Κοινωνική Ένταξη των Ελλήνων Τσιγγάνων, το οποίο κινείται σε δύο άξονες: δημιουργία υποδομών για την αντιμετώπιση του προβλήματος στέγασης του πληθυσμού των Ρομ και προσφορά υπηρεσιών στους τομείς της κατάρτισης, της απασχόλησης, του πολιτισμού, της άθλησης, της υγείας και της κοινωνικής μέριμνας. Το μέτρο αυτό συμπεριλαμβανόταν επίσης στο ΕΣΔ/ένταξη του 2001. Ωστόσο, δεν αναφέρεται καμία λεπτομέρεια σχετικά με την αξιολόγηση του αντίκτυπου αυτής της δράσης.

Στην Ισπανία, ο στόχος είναι η βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού των τσιγγάνων οι οποίοι κινδυνεύουν από αποκλεισμό, διασφαλίζοντας την πρόσβαση και την ένταξη σε συστήματα κοινωνικής προστασίας. Επιπλέον, πρόκειται να καταρτιστούν ολοκληρωμένα προγράμματα κοινωνικής παρέμβασης, συμπεριλαμβανομένων δραστηριοτήτων στους τομείς της εκπαίδευσης, της στέγασης και του περιβάλλοντος, της υγείας, της κατάρτισης και της απασχόλησης, καθώς και των υπηρεσιών κοινωνικής μέριμνας.

Στην Ιρλανδία, θα συνεχιστεί η εκτέλεση του προγράμματος «Νομάδες και υγεία - Εθνική στρατηγική 2002-2005» το οποίο ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 2002. Έχει δημιουργηθεί μια επιτροπή μελέτης για την πραγματοποίηση της αξιολόγησης των αναγκών των νομάδων και την εκτίμηση της κατάστασης της υγείας τους στο σύνολο της Ιρλανδίας, η οποία αναμένεται να ξεκινήσει στις αρχές του 2004. Θα εφαρμοστεί μια νέα στρατηγική σχετικά με την εκπαίδευση των νομάδων, η οποία θα εστιάζεται κυρίως σε μέτρα για τη μείωση της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου. Μια συμβουλευτική επιτροπή για θέματα εκπαίδευσης των νομάδων συμβουλεύει το υπουργείο Εκπαίδευσης και Επιστημών σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται σε αυτό το πλαίσιο.

Σχεδιαζόμενα νέα μέτρα

Μικρός αριθμός κρατών μελών εμφανίζεται να χρησιμοποιεί τα ΕΣΔ 2003-2005 ως ευκαιρία για τη λήψη νέων μέτρων στήριξης των ευάλωτων ομάδων.

Ορισμένα από τα παραδείγματα των σχεδιαζόμενων νέων μέτρων είναι και τα εξής:

- Στη Γερμανία, ο νόμος περί μετανάστευσης που συζητείται στο Κοινοβούλιο θα θεσπίσει μια νέα νομική βάση για τις πρωτοβουλίες ενσωμάτωσης, με καθορισμό της ελάχιστης υποχρεωτικής παροχής υπηρεσιών από τις ομόσπονδες κυβερνήσεις. Πρόκειται δε να συσταθεί μια ομοσπονδιακή υπηρεσία για τη μετανάστευση και τους πρόσφυγες, η οποία θα διαδραματίσει συντονιστικό ρόλο ως προς τα μέτρα ενσωμάτωσης. Βάσει των διατάξεων του νόμου, οι νέοι μετανάστες που επιθυμούν να παραμείνουν στη χώρα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα πρέπει να συμμετέχουν σε προγράμματα ενσωμάτωσης αμέσως μετά την άφιξή τους (προγράμματα γλωσσικής κατάρτισης σε βασικό και μεσαίο επίπεδο, μαθήματα προσανατολισμού).

- Στη Φινλανδία έχει θεσπιστεί νόμος σχετικά με ειδικά επιδόματα για μετανάστες, με στόχο την παροχή διαρκούς στήριξης του εισοδήματος επαναπατρισθέντων συνταξιούχων και άλλων μεταναστών οι οποίοι βρίσκονται σε παρόμοια θέση. Οι ειδικές ενισχύσεις συνιστούν κοινωνικό επίδομα στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, η χορήγηση του οποίου υπάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφάλισης (KELA). Το 2003 εκτιμάται ότι οι αποδέκτες ειδικών επιδομάτων θα ανέρχονται σε 3.700. Η νέα νομοθεσία τίθεται σε εφαρμογή την 1η Οκτωβρίου 2003. Το κόστος της υπολογίζεται ότι θα ανέλθει σε 20 εκατομμύρια ευρώ περίπου ανά έτος.

- Στη Σουηδία, η κυβέρνηση έχει ζητήσει τη συνεργασία της Συνομοσπονδίας Σουηδικών Επιχειρήσεων για τη λήψη μέτρων ενίσχυσης των μεταναστών οι οποίοι υφίστανται αποκλεισμό από την αγορά εργασίας. Μια ομάδα εργασίας θα εξετάσει πώς οι δημόσιοι φορείς μπορούν να εκμεταλλευτούν καλύτερα τις προσπάθειες του επιχειρηματικού τομέα για την ενσωμάτωση των μεταναστών στην αγορά εργασίας και θα προτείνει μέτρα για τη διευκόλυνση της συνεργασίας στον εν λόγω τομέα. Η ομάδα εργασίας θα υποβάλει έκθεση έως τις 30 Δεκεμβρίου 2003. Επίσης, η Σουηδία έχει εκπονήσει ένα σχέδιο δράσης για την καταπολέμηση του ρατσισμού.

- Η ιρλανδική κυβέρνηση θα ανακοινώσει ένα εθνικό σχέδιο δράσης για την καταπολέμηση του ρατσισμού μέχρι το τέλος του 2003, καθώς και τα μέτρα που θα ληφθούν από το 2004 και έπειτα. Επιπλέον, οι αρχές του τομέα της υγείας θα συνεργαστούν με την Αρχή Ισότητας για την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας στον τομέα της υγείας στο σύνολο των εννέα κριτηρίων του νόμου του 2000 περί ίσου καθεστώτος (φύλο, προσωπική και οικογενειακή κατάσταση, γενετήσιος προσανατολισμός, θρήσκευμα, ηλικία, αναπηρία, φυλή και ιδιότητα μέλους κοινότητας νομάδων) με ιδιαίτερη έμφαση στη διασφάλιση της ισότητας.

Συμπέρασμα

Τα μέτρα πολιτικής για την κοινωνική ένταξη των μεταναστών αφορούν το σύνολο των μέτρων που αναφέρονται στα εθνικά σχέδια δράσης. Παρά το γεγονός ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν αναγνωρίσει ότι οι μετανάστες και οι εθνοτικές μειονότητες είναι ευάλωτες στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις έχουν τεθεί συγκεκριμένοι στόχοι.

Ελάχιστη προσοχή δίδεται στην προώθηση της πρόσβασης των μεταναστών και των μελών εθνοτικών μειονοτήτων σε πόρους, δικαιώματα, αγαθά και υπηρεσίες, κυρίως στα προγράμματα κοινωνικής προστασίας, σε αξιοπρεπή και υγιεινή κατοικία, σε κατάλληλη υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση. Η απουσία έμφασης στα δικαιώματα προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη δεδομένου ότι ήδη από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε, τον Οκτώβριο του 1999, είχε ζητηθεί να θεσπιστεί μια «σθεναρότερη πολιτική κοινωνικής ένταξης με στόχο την παροχή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων συγκρίσιμων με εκείνα που απολάβουν οι υπήκοοι της ΕΕ». Σε αυτό το πλαίσιο, η πιθανή ενσωμάτωση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη νέα Συνθήκη αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς, δεδομένου ότι οι περισσότερες από τις διατάξεις που περιέχονται στον Χάρτη ισχύουν για όλα τα άτομα ανεξαρτήτως της εθνικότητάς τους.

Στο μέλλον, θεωρείται ότι η μεγαλύτερη εστίαση στα δικαιώματα θα αποτελέσει θεμελιώδη προϋπόθεση των δράσεων, δεδομένου ότι προσφέρει το αναγκαίο βασικό πλαίσιο στο οποίο πρέπει να στηριχθούν όλες οι περαιτέρω πολιτικές ενσωμάτωσης.

Η έλλειψη λεπτομερών στοιχείων και δεικτών, πολύ δε περισσότερο κοινών δεικτών, δυσχεραίνει οποιαδήποτε ενδελεχή ανάλυση της κατάστασης με την οποία βρίσκονται αντιμέτωπες αυτές οι ευάλωτες ομάδες. Τα μέτρα που σχεδιάζονται και υλοποιούνται πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να αξιολογούνται για την εκτίμηση του αντίκτυπου τους.

Η συγκεκριμένη κατάσταση των μεταναστών και των εθνοτικών μειονοτήτων που αντιμετωπίζουν καταστάσεις φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού θα απαιτήσει περισσότερες προσπάθειες και ανάλυση, προκειμένου να αυξηθεί η συμμετοχή των εν λόγω ομάδων στην αγορά εργασίας και να φτάσει στα ίδια επίπεδα με την πλειονότητα του πληθυσμού, καθώς και να προαχθεί η συμμετοχή τους στην κοινωνική, πολιτισμική και πολιτική ζωή.

Άλλα άτομα που πλήττονται από χρόνια φτώχεια

Τοξικομανείς

Η ισότητα κοινωνικών ευκαιριών για τα άτομα που αντιμετωπίζουν προβλήματα τοξικομανίας είναι δυσανάλογα μειωμένη. Τα προβλήματα τοξικομανίας και αλκοολισμού συχνά οδηγούν σε έλλειψη στέγης, ανεργία και χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο. Επιπλέον, τα άτομα που είναι εξαρτημένα από παράνομες ναρκωτικές ουσίες επηρεάζονται συχνά από ποινικές κυρώσεις και από τον συνεπακόλουθο αποκλεισμό. Στα ΕΣΔ/ένταξη τονίζεται η σημασία της λήψης ή ενίσχυσης καταλλήλων μέτρων και προγραμμάτων για τη μείωση των μεγάλων, συχνά, χασμάτων που δημιουργούνται στην εκπαιδευτική και εργασιακή πορεία των ατόμων αυτών, έτσι ώστε να αποβεί επιτυχής η κοινωνική τους επανένταξη.

Οι βασικές προσπάθειες αφορούν προγράμματα επανένταξης πρώην τοξικομανών με στόχο την ενίσχυση των κοινωνικών ευκαιριών των ενδιαφερομένων, και κυρίως την επανένταξή τους στον επαγγελματικό βίο και την απασχόληση, όπως συμβαίνει στο εθνικό σχέδιο της Γερμανίας. Η Ιταλία υλοποιεί μια σειρά δράσεων για την πρόληψη της τοξικομανίας και την επανένταξη των τοξικομανών στην κοινωνία και την επαγγελματική ζωή: καθοδήγηση, σχεδιασμός και συντονισμός των δραστηριοτήτων που εξελίσσονται σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο. συντονισμός των δραστηριοτήτων των διαφόρων ενδιαφερομένων φορέων. δράσεις με αντικείμενο τους φυλακισμένους τοξικομανείς.

Ένα άλλο σημαντικό σημείο εστίασης είναι οι πολιτικές και τα μέτρα πρόληψης. Στη Φινλανδία, το 2001 ξεκίνησε ένα νέο αναπτυξιακό πρόγραμμα κατάρτισης εκπαιδευτικών, το οποίο αποσκοπεί στη βελτίωση της αναγνώρισης των δυσχερειών των μαθητών και των συμπτωμάτων της χρήσης ναρκωτικών. Το επίκεντρο των παιδαγωγικών μελετών εστιάζεται: στην ηθική και κοινωνική βάση του εκπαιδευτικού έργου. στις ανθρώπινες σχέσεις, τη συνεργασία και τις δεξιότητες κοινωνικής διάδρασης. στην κατανόηση των μαθησιακών διαδικασιών. και στην πρόληψη των μαθησιακών δυσκολιών και του αποκλεισμού.

Σε ορισμένες χώρες τα προγράμματα για την πρόληψη της τοξικομανίας ενισχύονται στο πλαίσιο ενεργητικής και συνολικής πολιτικής αστικής ανάπτυξης προκειμένου να βοηθηθούν οι περιοχές των πόλεων στις οποίες τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα και τα προβλήματα αστικής ανάπτυξης εντείνονται ώστε να ξεπεράσουν αυτήν την κατάσταση και να σταθεροποιηθούν. Στη Γερμανία, το πρόγραμμα «η κοινωνική πόλη» στοχεύει στην ολοκληρωμένη ενίσχυση (στέγαση, οικονομική και κοινωνική πολιτική και πολιτική απασχόλησης) των περιοχών που έχουν ιδιαίτερη ανάγκη ανάπτυξης. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, και κυρίως στην Αγγλία, η σχέση μεταξύ ναρκωτικών και υποβαθμισμένων συνοικιών αντιμετωπίζεται μέσω της στενής συνεργασίας μεταξύ του υπουργείου Εσωτερικών και της Μονάδας ανανέωσης των συνοικιών. Η Ιρλανδία αντιμετωπίζει επίσης το πρόβλημα της συγκέντρωσης της χρήσης ναρκωτικών σε υποβαθμισμένες περιοχές και συνοικίες.

Σε αρκετές χώρες (Ιρλανδία, Ιταλία, Αυστρία Φινλανδία, Σουηδία) έχουν καταβληθεί προσπάθειες για την ενίσχυση της διεπιστημονικής, διατμηματικής συνεργασίας μεταξύ όλων των συναρμοδίων φορέων για τα ζητήματα τοξικομανίας. Έχουν δημιουργηθεί συμβουλευτικές επιτροπές για την παρακολούθηση της εκτέλεσης των προγραμμάτων καταπολέμησης των ναρκωτικών και τη στρατηγική αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά. Σε ορισμένα κράτη μέλη (Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία, Πορτογαλία, Σουηδία) υπάρχουν εθνικά σχέδια δράσης και στρατηγικά προγράμματα τα οποία αποσκοπούν στη διασύνδεση του συνόλου των διαφόρων πτυχών των θεμάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά - πρόληψη, μείωση, θεραπεία, επανένταξη, έρευνα.

Έχει διαπιστωθεί η ανάγκη περαιτέρω έρευνας και ιδιαίτερης προσοχής στη συλλογή και ανάλυση δεδομένων και, συνεπώς, η υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων (τα οποία θα αποσκοπούν επίσης στη διακρίβωση των αναγκών συγκεκριμένων ομάδων εστίασης) είναι σημαντικό στοιχείο των μέτρων εθνικής πολιτικής σε χώρες όπως η Ιρλανδία και η Σουηδία. Το Βέλγιο σχεδιάζει τη δημιουργία ενός εθνικού παρατηρητηρίου ναρκωτικών και τοξικομανίας για τη συλλογή και ανάλυση δεδομένων και τη μελέτη του αντίκτυπου των τρεχουσών πολιτικών στον τομέα.

Ενίσχυση της επαγγελματικής ένταξης των εξαρτημένων ατόμων - «Δίκτυο κατά της εξάρτησης»

Στο πρόγραμμα RESTART, στο Βερολίνο, επτά χορηγοί συνεργάζονται για τη δημιουργία μιας αναπτυξιακής εταιρικής σχέσης στο πλαίσιο της κοινοτικής πρωτοβουλίας EQUAL με στόχο την αξιοποίηση των επιμέρους δυνατοτήτων τους για τη συγκρότηση ενός δικτύου που θα αποσκοπεί στη βελτίωση της επαγγελματικής ένταξης και της προσωπικής ανάπτυξης και στην πρόληψη των διακρίσεων και της άνισης μεταχείρισης στον επαγγελματικό βίο.

Αυτή η αναπτυξιακή εταιρική σχέση υποστηρίζεται από στρατηγικούς εταίρους οι οποίοι ανήκουν σε διάφορους τομείς της οικονομίας, από κοινωνικούς χορηγούς και από τη δημόσια διοίκηση (συμπεριλαμβανομένων των αρμοδίων φορέων για θέματα ναρκωτικών και εξάρτησης, καθώς και για τα άτομα με ειδικές ανάγκες). Το «Δίκτυο κατά της εξάρτησης», το οποίο δραστηριοποιείται επίσης στον τομέα της επαγγελματικής ενσωμάτωσης και της κατάρτισης των μειονεκτούντων ατόμων - π.χ. των τοξικομανών - είναι ένας από τους στρατηγικούς εταίρους και έχει συμμετάσχει σε αυτή την αναπτυξιακή εταιρική σχέση με ένα υποέργο. Το Δίκτυο εκπροσωπείται από την «Υπηρεσία κατά της εξάρτησης» (BOA e.V.), η οποία έχει υλοποιήσει μέτρα συμβουλευτικής, κατάρτισης και προώθησης της απασχόλησης για εξαρτημένα άτομα και άτομα που λαμβάνουν υποκατάστατα ναρκωτικών ουσιών στον τομέα των υπολογιστών και των νέων τεχνολογιών.

Στο πλαίσιο του υποέργου εντός του προγράμματος RESTART, η υπηρεσία BOA e.V. επιδιώκει να προσφέρει τη δυνατότητα σε 30 εξαρτημένες γυναίκες οι οποίες λαμβάνουν υποκατάστατα ναρκωτικών ουσιών να ενταχθούν στον επαγγελματικό βίο μέσω εξατομικευμένης στήριξης και κατάρτισης. Μέσω της διασύνδεσης, της διαπερατότητας και της εναρμονισμένης διάρθρωσης των μέτρων που λαμβάνονται στο πλαίσιο της αναπτυξιακής εταιρικής σχέσης, επιδιώκεται η επίτευξη μακροπρόθεσμων διαρθρωτικών αλλαγών για τη βέλτιστη επαγγελματική (επαν)ένταξη αυτής της ομάδας στόχου, με τη συμμετοχή των παραγόντων που εμπλέκονται στη διαδικασία της επαγγελματικής ένταξης και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

Φυλακισμένοι και πρώην φυλακισμένοι

Τα άτομα που διαπράττουν εγκλήματα συχνά προέρχονται από υποβαθμισμένο περιβάλλον και όσοι αποφυλακίζονται κινδυνεύουν, βγαίνοντας από την φυλακή, να μην διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους και δεξιότητες για την εξεύρεση εργασίας και στέγης. Κατά συνέπεια, πολλοί δυσκολεύονται ιδιαιτέρως να επανενταχθούν στην κοινωνία, με αποτέλεσμα να υποτροπιάζουν. Στα ΕΣΔ/ένταξη δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στη διαμόρφωση αποτελεσματικών συνθηκών για την επανένταξη των φυλακισμένων στην κοινωνία, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Η θέσπιση ή η ενίσχυση μέτρων εναλλακτικών της φυλάκισης επισημαίνεται επίσης συχνά.

Ειδικό και ευρέως αποδεκτό μέλημα αποτελεί η πρόληψη ή η μείωση των περιπτώσεων υποτροπής (Αυστρία, Βέλγιο, Ιρλανδία, Φινλανδία, Σουηδία). Η Ιρλανδία παρουσιάζει εξαιρετικά υψηλό ποσοστό υποτροπής (περίπου 70%). Στη Σουηδία, έχει ξεκινήσει ένα τριετές πρότυπο πρόγραμμα το οποίο προβλέπει την εντατική προετοιμασία πριν από την αποφυλάκιση και τη δυνατότητα έκτισης των τελευταίων μηνών μακροχρόνιων ποινών φυλάκισης κατ' οίκον, υπό ηλεκτρονική επιτήρηση. Το φινλανδικό πρόγραμμα «Yhteistyφssδ rikoksettomaan elδmδδn» («Προς μια κοινή ζωή χωρίς έγκλημα») είναι ένα πρόγραμμα συνεργασίας το οποίο στηρίζεται από τις εθνικές, τοπικές και περιφερειακές αρχές και αποσκοπεί στην ενθάρρυνση των παραβατών να ακολουθήσουν μια ζωή χωρίς έγκλημα, καθώς και στην ανάπτυξη προτύπων περιφερειακής συνεργασίας.

Ένας στόχος προτεραιότητας στο πλαίσιο των προσπαθειών επανένταξης των φυλακισμένων είναι να εξασφαλιστεί η απασχόλησή τους μετά την αποφυλάκιση. Το σχέδιο της Αυστρίας αναφέρεται στην αρωγή για την εξεύρεση εξωτερικών θέσεων εργασίας (μέσω των ημερησίων αδειών) κατά το χρονικό διάστημα πριν από τη λήξη των ποινών τους, τις οποίες θα μπορούν να διατηρήσουν μετά την αποφυλάκισή τους. Η Ισπανία προβλέπει ένα πρόγραμμα για την είσοδο των φυλακισμένων στην αγορά εργασίας. Η Ελλάδα εφαρμόζει προγράμματα επιδότησης νέων θέσεων εργασίας και νέων επιχειρήσεων ειδικά για πρώην κρατούμενους και παραβάτες νεαρής ηλικίας ή νέους που διατρέχουν κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού. Στην Ιταλία, ένα διάταγμα του 2000 περιγράφει πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή προγραμμάτων κατάρτισης στο εσωτερικό των σωφρονιστικών ιδρυμάτων και επανεξετάζει το ζήτημα της απασχόλησης κατά τη διάρκεια της ποινής με σκοπό τη δημιουργία θέσεων εργασίας για κρατουμένους, πρώην κρατουμένους και παραβάτες που εκτίουν εναλλακτικές ποινές.

Η Αυστρία και η Γαλλία σχεδιάζουν συγκεκριμένα προγράμματα κατάρτισης για φυλακισμένους, ενώ η Γαλλία εστιάζεται ιδιαιτέρως στην προσπάθεια καταπολέμησης του αναλφαβητισμού. Η παροχή υπηρεσιών κατάρτισης και εκπαίδευσης αποτελεί επίσης βασικό στοιχείο της ιρλανδικής στρατηγικής, η οποία αποσκοπεί στο να επιτρέψει στους φυλακισμένους να αποκτήσουν πρακτικές δεξιότητες οι οποίες θα τους βοηθήσουν να εξασφαλίσουν θέσεις απασχόλησης και θα διευκολύνουν την επανένταξή τους μετά την αποφυλάκιση. Προτεραιότητα δίδεται επίσης στην ενίσχυση της προσπάθειας των φυλακισμένων να καταπολεμήσουν τον εθισμό τους σε ναρκωτικές ουσίες. Στην Ιταλία, έχουν ληφθεί μέτρα ενθάρρυνσης της ένταξης στον εργασιακό χώρο κρατουμένων και παραβατών οι οποίοι εκτίουν εναλλακτικές ποινές, καθώς και της επαγγελματικής τους κατάρτισης.

Στην προσπάθεια βελτίωσης των συνθηκών επανένταξης μετά την αποφυλάκιση και επίτευξης του στόχου της μείωσης του κινδύνου υποτροπής λαμβάνεται επίσης υπόψη ο στόχος του περιορισμού των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα παιδιά των φυλακισμένων. Στο βελγικό σχέδιο αναφέρεται μια γαλλική κοινοτική πρωτοβουλία θέσπισης ενός νομικού πλαισίου για την αναγνώριση συγκεκριμένων σχεδίων («Services-Liens») τα οποία έχουν ως στόχο να επιτρέπεται στους καταδικασμένους γονείς να διατηρούν επαφές με τα παιδιά τους, ενώ η Ισπανία θα εγκαινιάσει ένα ειδικό πρόγραμμα προοριζόμενο για φυλακισμένες γυναίκες με παιδιά υπό την κηδεμονία τους. Το ισπανικό σχέδιο εξετάζει επίσης την ομαλοποίηση της υγειονομικής περίθαλψης των φυλακισμένων μέσω της συμπερίληψής του στο εθνικό σύστημα υγείας.

Άλλες ομάδες

Στα ΕΣΔ/ένταξη εμφανίζονται πιο σποραδικά ορισμένα μέτρα τα οποία αφορούν συγκεκριμένες καταστάσεις τις οποίες αντιμετωπίζουν άλλες ομάδες. Ορισμένες δράσεις στρέφονται ειδικότερα στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν άτομα που πάσχουν από χρόνιες ασθένειες, κυρίως προβλήματα ψυχικής υγείας, εκδιδόμενα άτομα, θύματα σωματεμπορίας και άτομα που πλήττονται από σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Αυτές οι δράσεις κανονικά δεν υλοποιούνται στο πλαίσιο ευρύτερων πολιτικών, ενώ συχνά εντάσσονται σε πρότυπα προγράμματα, τα οποία ορισμένες φορές υλοποιούνται σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, καθώς και στο έργο εθελοντικών οργανώσεων που απευθύνονται σε συγκεκριμένες ομάδες στόχους παρέχοντάς τους υπηρεσίες πρόληψης και παροχής συμβουλών.

7.2. Εξάλειψη του κοινωνικού αποκλεισμού μεταξύ των παιδιών

Η παιδική φτώχεια προβληματίζει σοβαρά πολλά κράτη μέλη, ενώ μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισής της εμφανίζονται συχνά στα ΕΣΔ/ένταξη του 2003. Πράγματι, η παιδική φτώχεια και ο αποκλεισμός θεωρούνται βασικές προτεραιότητες σε αρκετά ΕΣΔ (D, IRL, I, L, S, UK). Τα κράτη μέλη επανειλημμένα τονίζουν ότι, προκειμένου να σημειωθεί μακροπρόθεσμη πρόοδος στην προσπάθεια εξάλειψης της φτώχειας, είναι σημαντικό να σπάσει ο κρίκος της μεταβίβασης της φτώχειας από γενεά σε γενεά. Αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερη εστίαση στην κοινωνική ένταξη των παιδιών και, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, στην αντιστάθμιση της αρνητικής κοινωνικής κληρονομιάς.

Ορισμένα κράτη μέλη δίνουν έμφαση στα δικαιώματα των παιδιών στο πλαίσιο της σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού και στο δικαίωμα των παιδιών να μεγαλώνουν σε περιβάλλον ασφαλές για την ψυχική και σωματική τους υγεία. Για παράδειγμα, η Σουηδία δίνει έμφαση στο γεγονός ότι η σύμβαση του ΟΗΕ πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε όλους τους τομείς πολιτικής και ότι πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για τη βέλτιστη δυνατή προστασία του συμφέροντος των παιδιών σε όλες τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και σε όλα τα μέτρα που τα αφορούν. Το σουηδικό κοινοβούλιο ενέκρινε πρόσφατα διατάξεις ως περαιτέρω μέτρο συμμόρφωσης προς τη σύμβαση του ΟΗΕ. Η Αυστρία θα ενσωματώσει τη σύμβαση του ΟΗΕ στο σύνταγμά της και μέχρι το 2004 θα έχει εκπονήσει ένα εθνικό σχέδιο δράσης για τα παιδιά και τους νέους. Τα δικαιώματα των παιδιών συμπεριλαμβάνονται επίσης στο ελληνικό ΕΣΔ, με τη δημιουργία του θεσμού του Συνηγόρου του Παιδιού. Η Ιρλανδία προτίθεται επίσης να θεσπίσει έναν αντίστοιχο θεσμό συμπληρωματικά προς τη δημιουργία της Εθνικής υπηρεσίας παιδικής μέριμνας, η οποία αποσκοπεί στην καλύτερη στοχοθέτηση των προσπαθειών της κυβέρνησης που αφορούν τα παιδιά και στην ενίσχυση του αντίκτυπου τους, μεταξύ άλλων και στα θέματα κοινωνικής ένταξης. Στο γαλλικό ΕΣΔ τονίζεται ο ρόλος του επιτρόπου για τα δικαιώματα του παιδιού στην προστασία και προώθηση των δικαιωμάτων των παιδιών, κυρίως στον τομέα των πολιτικών παιδικής προστασίας. Ωστόσο, σε πολλές χώρες δεν αναγνωρίζεται η ανάγκη πολιτικού σχεδιασμού ο οποίος θα βασίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα των παιδιών και των νέων. Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι οι υπηρεσίες για παιδιά και νέους βασίζονται κατά προτεραιότητα στις αντιλήψεις των ενηλίκων όσον αφορά τις εικαζόμενες ανάγκες τους, αντί να λαμβάνονται υπόψη τα «δικαιώματά» τους για πρόσβαση σε υπηρεσίες βάσει των διεθνών επιταγών. Έτσι, παρουσιάζονται σημαντικές διαφορές όσον αφορά τις βασικές υπηρεσίες, όπως η υγεία και η εκπαίδευση, καθώς και ευρύτερα θέματα, όπως η «ηλικία συναίνεσης» και η μεταχείριση των περιθωριοποιημένων ομάδων. Οι χώρες οι οποίες δίνουν λιγότερη έμφαση στα δικαιώματα των παιδιών έχουν την τάση να εστιάζουν στα παιδιά και τους νέους ως μελλοντικούς εργαζόμενους αντί να μεριμνούν για τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής τους στο παρόν.

Η περιορισμένη εστίαση στα δικαιώματα των παιδιών και των νέων σε πολλά ΕΣΔ δεν προκαλεί έκπληξη, δεδομένης της πολύ περιορισμένης τους συμμετοχής στην κατάρτιση των ΕΣΔ. Εξηγείται έτσι και η απουσία δεικτών για την περιγραφή της κατάστασης των παιδιών και των νέων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού από τη δική τους σκοπιά. Οι χώρες οι οποίες εστιάζουν στην παιδική φτώχεια ως ξεχωριστή κατηγορία τείνουν να χρησιμοποιούν τον δείκτη του 60% του διάμεσου εισοδήματος, αντί ευρύτερων δεικτών φτώχειας, αν και η Ιρλανδία εφαρμόζει έναν δείκτη χρόνιας φτώχειας ο οποίος αντικατοπτρίζει τόσο το εισόδημα όσο και τις ελλείψεις. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, ενώ πολλά ΕΣΔ έχουν ξεπεράσει τους δείκτες του Λάκεν σε άλλα θέματα, δεν έχουν επιλέξει να το πράξουν στα ζητήματα που αφορούν τα παιδιά και τους νέους. Αυτός ο τομέας θα χρειαστεί να αναπτυχθεί περαιτέρω στο μέλλον. [19] Μια ενθαρρυντική εξέλιξη αναφέρεται στην Ιρλανδία, όπου σχεδιάζεται η πραγματοποίηση μιας εθνικής διαχρονικής έρευνας σχετικά με τα παιδιά.

[19] Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η μεταβίβαση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού από γενιά σε γενιά, η κατάσταση των παιδιών και η χρόνια έκθεση σε κινδύνους αποτελούν επίσης κύρια αντικείμενα προβληματισμού μιας ειδικής ομάδας της Επιτροπής που αναπτύσσει επι του παρόντος δείκτες για τη στρατηγική βιώσιμης ανάπτυξης στο επίπεδο των κρατών μελών και της ΕΕ.

Είναι σαφές από τα ΕΣΔ/ένταξη ότι υπάρχει συναίνεση ως προς το ότι η πρόληψη και η αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας απαιτεί δράση σε πολλούς διαφορετικούς τομείς πολιτικής. Έτσι, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το θέμα αυτό εμφανίζεται σε πολλά σημεία των ΕΣΔ/ένταξη. Σημαντικές δράσεις και πολιτικές περιλαμβάνονται στους τομείς που αφορούν την απασχόληση, την παιδική μέριμνα, την κοινωνική προστασία, την εκπαίδευση, την κατάρτιση, την υγεία και την οικογένεια.

Προώθηση της κοινωνικης προστασιας των παιδιων και των νεων (Φινλανδία)

Η στρατηγική της Τούρκου εστιάζεται στα παιδιά, τους νέους και τις οικογένειες με παιδιά. Η εν λόγω στρατηγική αναπτύσσεται μέσω ενός δικτύου τη διαχείριση και τον έλεγχο του οποίου έχει αναλάβει η επιτροπή διαχείρισης για την προστασία των παιδιών και των νέων, τα μέλη της οποίας περιλαμβάνουν ειδήμονες από όλους τους αρμόδιους φορείς και έναν επιστήμονα ειδικευμένο στον αστικό σχεδιασμό. Έχουν αναπτυχθεί δείκτες για τον έλεγχο των συναφών παραγόντων σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Ανάπτυξης για την Υγεία και την Κοινωνική Μέριμνα (STAKES). Οι δείκτες στηρίζονται από έναν τετραμηνιαίο «προϋπολογισμό για τα παιδιά», ένα μέσο για την εκ των υστέρων εξέταση των ετησίων δαπανών των διαφόρων αρχών στα ζητήματα που αφορούν τα παιδιά και τους νέους. Εκτός από τα προγράμματα ελέγχου των δεικτών και των πόρων (προϋπολογισμός για τα παιδιά), υπό σχεδιασμό βρίσκεται ένα πρότυπο αξιολόγησης του περιβαλλοντικού αντίκτυπου από την οπτική των παιδιών, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις των παιδιών ως προς τη χρήση γης και την αστική ανάπτυξη.

Τρεις γενικές προσεγγίσεις έναντι της παιδικής φτώχειας ξεχωρίζουν: πρώτον, η ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης και καθολικής προσέγγισης, δεύτερον, η πρώιμη παρέμβαση και, τρίτον, η στήριξη των παιδιών, όπου αυτό είναι δυνατόν, εντός της οικογένειας και της κοινότητας. Το Ηνωμένο Βασίλειο τοποθετεί την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας στο επίκεντρο της στρατηγικής του, ενώ είναι φανερό ότι καταβάλλει έντονες προσπάθειες σε όλους τους τομείς διακυβέρνησης, οι οποίες συνοδεύονται από επένδυση μεγάλο όγκου επιπρόσθετων πόρων. Έχοντας θέσει τον φιλόδοξο στόχο της μείωσης της παιδικής φτώχειας κατά το ήμισυ έως το 2010 και εξάλειψής της έως το 2020, το Ηνωμένο Βασίλειο δίνει μεγάλη έμφαση στις εταιρικές σχέσεις, στη συνεργασία πολλών υπηρεσιών και στην πρώιμη παρέμβαση. Το πρόγραμμα «Ασφαλής Εκκίνηση» (Sure Start) είναι μια σημαντική καινοτομία για την αντιμετώπιση των αναγκών των παιδιών έως 3 ετών που βρίσκονται σε ιδιαιτέρως μειονεκτική θέση μέσω ενός δικτύου κέντρων παιδικής μέριμνας στις περιοχές στις οποίες παρατηρούνται οι μεγαλύτερες ανάγκες. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της στρατηγικής του Ηνωμένου Βασιλείου είναι η προσέγγιση από τη βάση προς τα πάνω, η οποία ανταποκρίνεται στις τοπικές ανάγκες και επιδιώκει τη συμμετοχή των γονιών και των παιδιών στον σχεδιασμό και την παροχή των υπηρεσιών. Τούτο είναι εμφανές στο Ταμείο Παιδιών, που ασχολείται με παιδιά 5 έως 13 ετών τα οποία δείχνουν πρώιμα σημεία κινδύνου κοινωνικού αποκλεισμού. Η Σουηδία τονίζει ότι οι προσεγγίσεις που είναι αποτελεσματικές για όλα τα παιδιά - τα καθολικά συστήματα και οι ευρείας βάσης λύσεις οι οποίες ωφελούν την πλειονότητα - είναι ιδιαιτέρως κατάλληλα για τα παιδιά που διατρέχουν κίνδυνο αποκλεισμού. Προσφάτως ενέτεινε τις προσπάθειές της για την προστασία των παιδιών που διατρέχουν κίνδυνο και σύστησε μια ομάδα εργασίας για την ανάλυση της κατάστασης των νέων σε ευάλωτες οικογένειες, με σκοπό τον εντοπισμό τομέων στους οποίους είναι αναγκαία η λήψη περαιτέρω μέτρων. Για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της σωματικής κακοποίησης παιδιών, προτείνονται μέτρα για την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ της αστυνομίας, των σχολείων, των νηπιαγωγείων, των υπηρεσιών υγείας και των υπηρεσιών κοινωνικής μέριμνας. Η Γερμανία, η οποία εστιάζεται στο να καταστήσει την κοινωνία φιλική προς τα παιδιά και την οικογένεια και διαθέτει ένα πρόγραμμα για την ανάπτυξη και την προσφορά ευκαιριών σε παιδιά και νέους σε υποβαθμισμένες περιοχές, τονίζει τη σπουδαιότητα της διασύνδεσης σε τομείς όπως η νεανική πρόνοια, τα σχολεία, η προσφορά της εργασίας, ο αστικός σχεδιασμός, η κοινωνική πολιτική και οι πολιτικές στους τομείς του πολιτισμού και της υγείας. Η Φινλανδία δίνει έμφαση στην πρώιμη παρέμβαση και την ανάπτυξη κοινών υπηρεσιών και συνεργασίας μεταξύ πολλών επαγγελματικών ομάδων. Προτίθεται, μεταξύ άλλων, να ενισχύσει και να επεκτείνει το πρότυπο πρώιμης παρέμβασης που εφαρμόζει και το οποίο βασίζεται στη συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης, των αστυνομικών και εκπαιδευτικών αρχών και μη κυβερνητικών οργανώσεων, και θα μεριμνήσει ιδιαιτέρως για τα παιδιά με προβλήματα ψυχικής υγείας. Η Πορτογαλία δίνει έμφαση σε μια σειρά προτεραιοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της πρώιμης παρέμβασης και στήριξης των οικογενειών, και ξεκινά τοπικά προγράμματα για την προστασία των παιδιών και των νέων που κινδυνεύουν σε 39 δήμους. Η Ελλάδα τονίζει ότι, για την ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών, είναι πολύ σημαντική η πρόσβαση σε εκπαιδευτικές και πολιτιστικές υπηρεσίες, σε υπηρεσίες υγείας και σε εισοδηματική στήριξη. Η Ισπανία προτίθεται να εκπονήσει μια εθνική στρατηγική για παιδιά και εφήβους που αντιμετωπίζουν δυσκολίες ή κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού και να καταρτίσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα πρόληψης και παρέμβασης προς όφελος ανηλίκων που κινδυνεύουν, σε συνεργασία με μη κυβερνητικές οργανώσεις.

Πρόγραμμα για την εξαλειψη της εκμεταλλευσης της παιδικης εργασιας (Πορτογαλία)

Το πρόγραμμα για την εξάλειψη της εκμετάλλευσης της παιδικής εργασίας (PEETI) ξεκίνησε στην Πορτογαλία το 1998 στο πλαίσιο των ενεργητικών κοινωνικών πολιτικών οι οποίες βασίζονταν στην ευαισθητοποίηση και την ανάληψη ευθύνης από τους ίδιους τους πολίτες (των ανηλίκων και των οικογενειών τους) και του συνόλου της κοινωνίας στην προσπάθεια καταπολέμησης της εκμετάλλευσης της παιδικής εργασίας.

Οι στόχοι του PEETI είναι οι ακόλουθοι: (i) εντοπισμός, παρακολούθηση και περιγραφή της κατάστασης των παιδιών τα οποία πέφτουν - ή κινδυνεύουν να πέσουν - θύματα εκμετάλλευσης με τη μορφή της παιδικής εργασίας, συνεπεία της εγκατάλειψης του σχολείου. (ii) διασφάλιση της αντιμετώπισης των καταστάσεων που αναφέρονται στο PEETI, κυρίως με την εφαρμογή προγραμμάτων στο πλαίσιο του εξατομικευμένου προγράμματος εκπαίδευσης και κατάρτισης (PIEF), με την προσφυγή σε ευέλικτες και διαφοροποιημένες στρατηγικές και με την ταυτόχρονη εφαρμογή του προγράμματος «Σχολικές Διακοπές». (iii) καταπολέμηση των χειρότερων μορφών εκμετάλλευσης της παιδικής εργασίας (σύμβαση αριθ. 182 και σύσταση αριθ. 190 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), οι οποίες έχουν κυρωθεί από την Πορτογαλία). (iv) προώθηση της κοινωνικής και εκπαιδευτικής ένταξης των παιδιών και των νέων που πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης μέσω της εργασίας.

Οι αποδέκτες του προγράμματος είναι οι ανήλικοι οι οποίοι βρίσκονται στις ακόλουθες καταστάσεις: εγκατάλειψη του σχολείου πριν από την ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. κίνδυνος πρώιμης εισόδου στην αγορά εργασίας. εκμετάλλευση με τη μορφή της παιδικής εργασίας και των χείριστων μορφών εκμετάλλευσης. Για την επίτευξη των αναφερόμενων στόχων, το PEETI θέτει σε εφαρμογή από την άποψη της μεθοδολογίας τα ακόλουθα μέτρα: σηματοδότηση/διάγνωση/παρακολούθηση των καταστάσεων παιδικής εργασίας και εγκατάλειψης του σχολείου. ολοκληρωμένο πρόγραμμα και εξατομικευμένα προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης. προγράμματα/σχέδια διακοπών. παροχή υποτροφιών κατάρτισης, παρακολούθηση των χείριστων μορφών εκμετάλλευσης. Το πρόγραμμα διαθέτει πέντε δομές περιφερειακού συντονισμού του PIEF, στις οποίες μετέχουν εκπρόσωποι του PEETI, του IEFP, των περιφερειακών διευθύνσεων εκπαίδευσης (DRE) και του ISSS. Για καθεμία από τις πέντε περιφέρειες υπάρχει ένας περιφερειακός συντονιστής του PEETI της οικείας ζώνης.

Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην ανάγκη επικέντρωσης στα παιδιά που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο και επιβαρύνονται με αρνητική κοινωνική κληρονομιά. Η Δανία συγκροτεί μια διυπουργική επιτροπή για τον συντονισμό των προσπαθειών σε αυτόν τον τομέα. Δίνει μεγάλη έμφαση στην ενίσχυση των δυνατοτήτων των παιδιών μέσω της πρώιμης παρέμβασης και σειράς μέτρων στήριξης. Η σπουδαιότητα της αναγνώρισης των ιδιαιτέρων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν ορισμένα παιδιά, όπως οι ανήλικοι πρόσφυγες, τα παιδιά οικογενειών στις οποίες υπάρχουν άτομα που κάνουν χρήση ναρκωτικών ουσιών ή πάσχουν από ψυχικές νόσους, παιδιά που κακοποιούνται σεξουαλικά και παιδιά με αναπηρίες, τονίζεται ιδιαιτέρως. Η Φινλανδία τονίζει τη σπουδαιότητα της ποιοτικής και ποσοτικής ενίσχυσης του θεσμού της αναδοχής και της ένταξης των παιδιών που έχουν ανάγκη ειδικής φροντίδας σε κανονικά σχολεία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το εθνικό συμβούλιο της Ουαλίας δημιούργησε ένα ταμείο αρωγής παιδιών και νέων το οποίο λειτουργεί μέσω εταιρικών σχέσεων σε όλες τις τοπικές αρχές και αποσκοπεί στην παροχή εστιασμένης στήριξης σε παιδιά και νέους που προέρχονται από μειονεκτούσες οικογένειες ώστε να έχουν περισσότερες ευκαιρίες στη ζωή. Στην Ιταλία δίδεται έμφαση στη στήριξη για την ανάπτυξη των πολιτικών αναδοχής και υιοθεσίας, ενώ, στο πλαίσιο του σχεδίου παιδικής μέριμνας 2002-2004, προγραμματίζεται η υλοποίηση διαφόρων μορφών αναδοχής. Η Ιρλανδία υλοποιεί μια σειρά υπηρεσιών σε τοπική βάση για την αντιμετώπιση των αναγκών των παιδιών με αυξημένες ανάγκες.

7.3. Προώθηση συνολικών δράσεων προς όφελος περιοχών που πλήττονται από τον αποκλεισμό

Η γεωγραφική διάσταση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού απολαύει μεγαλύτερης προσοχής στα ΕΣΔ/ένταξη του 2003, με έμφαση στα μέτρα που αποσκοπούν στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων και των ευκαιριών σε μειονεκτούσες περιοχές.

Οι αναφερόμενες σημαντικές προκλήσεις παραμένουν οι ίδιες σε σύγκριση με τα προηγούμενα ΕΣΔ.

Καταπολέμηση των περιφερειακών ανισοτήτων

Αν και ορισμένα κράτη μέλη τονίζουν τη σημασία της κατάργησης των περιφερειακών ανισοτήτων, ελάχιστα εξ αυτών τους αποδίδουν καίρια σημασία στα ΕΣΔ.

Η Ελλάδα, για παράδειγμα, δίνει έμφαση στην αναγκαιότητα αντιστάθμισης των διαφορών στην ποιότητα ζωής μεταξύ των αγροτικών και των αστικών πληθυσμών. Το ελληνικό σχέδιο προβλέπει τόσο ολοκληρωμένες δράσεις αστικής ανάπτυξης όσο δράσεις ανάπτυξης των αγροτικών περιοχών.

Προβλήματα των αγροτικών περιοχών

Οι αγροτικές περιοχές βρίσκονται αντιμέτωπες με πληθώρα προκλήσεων, λόγω, μεταξύ άλλων της εκροής του πληθυσμού, της έλλειψης υπηρεσιών, κοινωνικών και άλλων, των πιέσεων που ασκεί η αναδιάρθρωση της γεωργίας και των περιβαλλοντικών παραμέτρων. Ορισμένες αγροτικές περιοχές αντιμετωπίζουν νέου είδους προβλήματα, όπως αυτό της εισροής πληθυσμού λόγω της επέκτασης των προαστίων μεγάλων αστικών κέντρων.

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που ανέδειξε τις παρεμβάσεις στις αγροτικές περιοχές σε καίρια στρατηγική. Το ελληνικό σχέδιο δράσης παρουσιάζει ευρύ φάσμα λύσεων για το πρόβλημα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στις αγροτικές περιοχές. Η ολοκληρωμένη παρέμβαση στην ύπαιθρο στοχεύει ιδίως στην εξάλειψη των διαφορών στην ποιότητα ζωής μεταξύ των κατοίκων αστικών και αγροτικών περιοχών. Η συνολική προσέγγιση βασίζεται σε τρεις άξονες: οικονομικό, μέσω της ποιοτικής ανάπτυξης σε συμμόρφωση με τις αρχές της αειφορίας και του σεβασμού του περιβάλλοντος. συντάξεις. και πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες, ιδίως στις υπηρεσίες υγείας και μέριμνας.

Το ιρλανδικό σχέδιο παρουσιάζει ένα εξειδικευμένο επενδυτικό πρόγραμμα για τις μειονεκτούσες αγροτικές περιοχές: πρόκειται για το πρόγραμμα CLΑR (Ceantair Laga Αrd-Riachtanais) ήτοι «πρόγραμμα για τις μειονεκτούσες αγροτικές περιοχές» η υλοποίηση του οποίου θα ξεκινήσει το 2001. Οι βασικοί στόχοι που αφορούν ειδικά τις αγροτικές περιοχές είναι: βελτίωση των υπηρεσιών μεταφοράς και της πρόσβασης στην απασχόληση, στις υπηρεσίες υγείας, στην εκπαίδευση και στη στέγαση για τους κατοίκους των αγροτικών περιοχών.

Το αυστριακό σχέδιο θέτει ως βασικό στόχο για τη βελτίωση της κοινωνικής συνοχής την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη, ενώ περιγράφει διάφορα μέτρα τα οποία έχουν ληφθεί με σκοπό την καταπολέμηση της φτώχειας και των ανισοτήτων στις αγροτικές περιοχές.

Το πορτογαλικό ΕΣΔ τονίζει ιδιαιτέρως στην ανάλυσή του την αύξηση του χάσματος μεταξύ των περιφερειακών αγροτικών περιοχών και των παράκτιων περιοχών, λόγω της οικονομικής ανάπτυξης, η οποία έχει οδηγήσει σε δημογραφική «ερήμωση» των αγροτικών περιοχών της ενδοχώρας. Για το λόγο αυτό, πρόκειται να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα για την ένταξη και την ανάπτυξη, προκειμένου να καταπολεμηθεί, μεταξύ άλλων, η απομόνωση, η έξοδος του πληθυσμού και ο αποκλεισμός στις μειονεκτούσες αγροτικές περιοχές.

Στη Γαλλία, ένας νόμος για την αναβάθμιση των αγροτικών περιοχών προβλέπει την παροχή υπηρεσιών σε οικογένειες και στους ηλικιωμένους και τη μεγαλύτερη «περιφερειοποίηση» της πολιτικής για την υγεία.

Στην Ισπανία, σχεδιάζεται η προώθηση ολοκληρωμένων σχεδίων για τη βελτίωση των συνθηκών στέγασης στις αγροτικές περιοχές. Το ΕΣΔ αναφέρει επίσης την χρηματοδοτική στήριξη των προγραμμάτων ΜΚΟ σε ευαίσθητες αγροτικές περιοχές.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο τέθηκε συγκεκριμένος στόχος για τη μείωση του χάσματος μεταξύ της παραγωγικότητας των λιγότερο παραγωγικών αγροτικών περιοχών και του εθνικού μέσου όρου έως το 2006, και για τη βελτίωση της πρόσβασης του αγροτικού πληθυσμού στις υπηρεσίες.

Μέτρα για την ενίσχυση των προβληματικών περιοχών και συνοικιών

Στη Γερμανία, η προώθηση μιας πραγματικά ενεργητικής αστικής πολιτικής υπέρ της ένταξης ενισχύθηκε μετά το 1999 μέσω του προγράμματος «Κοινωνική πόλη», το οποίο στοχεύει κυρίως στην προαγωγή, στο πλαίσιο ολοκληρωμένης στρατηγικής (πολιτικές στέγασης και απασχόλησης, οικονομική και κοινωνική πολιτική), των συνοικιών που έχουν ιδιαίτερες ανάγκες ανάπτυξης.

Στις Κάτω Χώρες, ένας συγκεκριμένος στόχος μετά το 2005 για τις υποβαθμισμένες αστικές συνοικίες προσφέρει βοήθεια σε 30 πόλεις για τη διαμόρφωση ολοκληρωμένων τοπικών προσεγγίσεων, με σκοπό την αναζωογόνηση των εν λόγω συνοικιών.

Το ισπανικό σχέδιο αποσκοπεί στην προώθηση ολοκληρωμένων σχεδίων για υποβαθμισμένες συνοικίες και μειονεκτούσες περιοχές. προβλέπεται επίσης στήριξη της χρηματοδότησης ολοκληρωμένων προγραμμάτων μη κυβερνητικών οργανώσεων τα οποία υλοποιούνται σε ευάλωτες αστικές περιοχές.

Η Γαλλία δίνει έμφαση στην οικονομική αναζωογόνηση 751 αστικών συνοικιών υπό μαρασμό. Ένας άλλος σημαντικός άξονας του προγράμματος είναι ο πρόσφατος νόμος για την αστική ανάπτυξη και την αναβάθμιση συνοικιών («loi d'orientation et de programmation pour la ville et la rιnovation urbaine»). Εντούτοις, καμία συγκεκριμένη δράση δεν φαίνεται να προβλέπεται για τα υπερπόντια εδάφη.

Η Δανία επιβεβαιώνει τη συνέχιση των πρωτοβουλιών για τις αστικές περιοχές και τις κατοικημένες περιοχές που παρουσιάζουν αυξημένη συγκέντρωση κοινωνικών αντιξοοτήτων. Μια πρώτη αξιολόγηση έδειξε μείωση της υλικής, οικονομικής και κοινωνικής υποβάθμισης των περιοχών αυτών. Οι μελλοντικές δράσεις θα εστιάζονται περισσότερο στις ζώνες προτεραιότητας και στις ομάδες που κινδυνεύουν.

Στην Πορτογαλία, το προαναφερθέν πρόγραμμα για την ένταξη και την ανάπτυξη θα προαγάγει επίσης την ένταξη των περιθωριοποιημένων και προβληματικών αστικών περιοχών. Σχεδιάζεται επίσης ένα άλλο πρόγραμμα για την οργάνωση και την ανάπτυξη της πόλης της Λισσαβόνας, την παρακολούθηση του οποίου θα αναλάβουν μόνιμα παρατηρητήρια.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η εθνική στρατηγική για την ανανέωση των συνοικιών η υλοποίηση της οποίας ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2001, θα στρέψει τα γενικά προγράμματα προς τις ειδικές ανάγκες των πλέον μειονεκτουσών περιοχών. ο μακροπρόθεσμος στόχος είναι η κατάργηση των ανισοτήτων και των γεωγραφικών μειονεκτημάτων εντός 10 ή 20 ετών. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην ολοκλήρωση όλων των τρεχουσών πολιτικών, όχι μόνο των τοπικών τομεακών πρωτοβουλιών.

Συμφωνίες τοπικης αναπτυξης για την υπερβαση του κοινωνικού διαχωρισμου στις μεγαλυτερες πολεις (Σουηδία)

Το σουηδικό κοινοβούλιο ενέκρινε μια νέα εθνική μητροπολιτική πολιτική το 1998. Συγχρόνως, συνήφθησαν αναπτυξιακές συμφωνίες ως μέσο υλοποίησης της νέας πολιτικής. Η υπέρβαση του κοινωνικού διαχωρισμού σε μια περιοχή απαιτεί τη λήψη μέτρων ευρείας βάσης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Απαιτεί επίσης συμμετοχή, αφοσίωση και συστηματική συνεργασία μεταξύ των κατοίκων, των επιχειρήσεων, των εθελοντικών οργανώσεων, των οργανώσεων ειδικών συμφερόντων, των τοπικών αρχών, των κεντρικών υπηρεσιών, των μέσων ενημέρωσης κ.ά. Προκειμένου δε να διαρκέσουν τα αποτελέσματα αυτής της συνεργασίας, οι αναπτυξιακές προσπάθειες πρέπει επίσης να έχουν διαρθρωτικά αποτελέσματα, π.χ. αλλαγές στις συνήθεις δραστηριότητες των εν λόγω φορέων. Με άλλα λόγια, η θετική ανάπτυξη απαιτεί μια στρατηγική η οποία να καλύπτει το τοπικό, το περιφερειακό και το εθνικό επίπεδο.

Ένας σημαντικός στόχος της μητροπολιτικής πολιτικής είναι η κατάρτιση και η βελτίωση των τοπικών συμφωνιών ανάπτυξης ως στρατηγικών μέσων συνεργασίας. Οι συμφωνίες αποτελούν μια αντικειμενοστραφή διαδικασία διδακτικών εμπειριών και βελτίωσης η οποία προωθεί το αναπτυξιακό δυναμικό τόσο των ατόμων όσο και των τοπικών αρχών. Τα αποτελέσματα των αναπτυξιακών προσπαθειών πρέπει να ωφελούν τους κατοίκους της περιοχής ή την ίδια την περιοχή. Τρίτα πρόσωπα ή οργανώσεις μπορούν, συνεπώς, να δεσμευτούν για την επίτευξη ορισμένων στόχων εφόσον παράγουν αποτελέσματα στην περιοχή. Εξαιτίας του υψηλού ποσοστού ανανέωσης του τοπικού πληθυσμού, η παρακολούθηση και μέτρηση των αποτελεσμάτων των προσπαθειών που καταβάλλονται προς όφελος των κατοίκων έχει αποδειχθεί δύσκολο έργο. Υπό εξέλιξη βρίσκονται εργασίες, συμπεριλαμβανομένων των εργασιών για τους δείκτες, με σκοπό τη βελτίωση της παρακολούθησης των εξελίξεων όσον αφορά τόσο τα άτομα όσο και τις περιοχές. Μια τυπική συμφωνία τοπικής ανάπτυξης αποτελείται από το κύριο σώμα της συμφωνίας και διάφορα παραρτήματα. Το σώμα της συμφωνίας καθορίζει τις υποχρεώσεις των τοπικών αρχών και της κεντρικής κυβέρνησης, τους στόχους των συμβαλλομένων μερών και τους αρμόδιους εκτιμητές. Τα παραρτήματα περιλαμβάνουν προγράμματα δράσης, συμφωνίες συνεργασίας, ένα παράρτημα σχετικά με τα μελλοντικά ζητήματα και τα προγράμματα αξιολόγησης κλπ. Σήμερα, αυτά τα προγράμματα δράσης αντιπροσωπεύουν βασικά τα προγράμματα ανάπτυξης των περιοχών και περιλαμβάνουν περιγραφή της παρούσας κατάστασης, αναλύσεις, στρατηγική και σειρά επιλεγμένων μέτρων. Η συμφωνία περιέχει αλληλοσυνδεόμενους στόχους. Περιλαμβάνει οριζόντιους εθνικούς στόχους, τους οποίους θέτει το κοινοβούλιο, και τοπικούς στόχους όσον αφορά το τελικό αποτέλεσμα, τους οποίους θέτουν οι τοπικές αρχές σε συνεργασία με άλλους φορείς. Η αξιολόγηση διενεργείται σε εθνικό και σε τοπικό επίπεδο.

8. ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΟΧΟ 4: «ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ»

(α) Προώθηση, σύμφωνα με τις εθνικές πρακτικές, της συμμετοχής και της έκφρασης των ατόμων σε κατάσταση αποκλεισμού, ιδίως όσον αφορά την κατάστασή τους και τις πολιτικές και τις δράσεις που αναπτύσσονται γι' αυτούς.

(β) Εξασφάλιση της ένταξης της καταπολέμησης παντός αποκλεισμού στο σύνολο των πολιτικών, ιδίως:

- με την παράλληλη κινητοποίηση των αρχών σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.

- με την ανάπτυξη κατάλληλων διαδικασιών και δομών συντονισμού.

- με την προσαρμογή των διοικητικών και κοινωνικών υπηρεσιών στις ανάγκες των προσώπων σε κατάσταση αποκλεισμού και ευαισθητοποιώντας στις ανάγκες αυτές τους επί τόπου παράγοντες.

(γ) Προώθηση του διαλόγου και της εταιρικής σχέσης μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων δημοσίων και ιδιωτικών παραγόντων, κυρίως:

- με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, των μη κυβερνητικών οργανώσεων και των οργανώσεων κοινωνικών υπηρεσιών, λαμβάνοντας υπόψη τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους στον τομέα της καταπολέμησης παντός αποκλεισμού.

- ενθαρρύνοντας όλους τους πολίτες προκειμένου να αναλάβουν υπεύθυνη δράση όσον αφορά την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

- ευνοώντας την κοινωνική υπευθυνότητα των επιχειρήσεων.

Ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό των ΕΣΔ/ένταξη του 2003, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα του 2001, είναι ο βαθμός στον οποίο πολλά κράτη μέλη έχουν συνδέσει με μεγαλύτερη σαφήνεια τη διαδικασία των ΕΣΔ/ένταξη με τις υφιστάμενες διαδικασίες σχεδιασμού πολιτικών και έχουν επεκτείνει και εμβαθύνει τις ρυθμίσεις τους για την κινητοποίηση όλων των συναφών παραγόντων και για την ενίσχυση του συντονισμού της προσπάθειας καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτό είναι εμφανές όχι μόνο στις ρυθμίσεις για την κατάρτιση των προγραμμάτων δράσης τους, αλλά και στις μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις που έχουν τεθεί σε ισχύ για την ενσωμάτωση των στόχων και των αξιών της διαδικασίας κοινωνικής ένταξης της ΕΕ στα συστήματα χάραξης πολιτικής. Εντούτοις, σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά προκειμένου να επιτευχθεί μια πραγματικά συνεκτική προσέγγιση για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Αρκετά κράτη μέλη αναγνώρισαν ότι οι τρέχουσες ρυθμίσεις δεν είναι απολύτως ικανοποιητικές. Η συνεργασία και οι διαβουλεύσεις με τους διαφόρους εταίρους πρέπει να βελτιωθούν, τόσο ενόψει της υλοποίησης και της παρακολούθησης των τρεχόντων σχεδίων, όσο και ενόψει της κατάρτισης των προσεχών σχεδίων. Ευτυχώς, αυξάνονται τα παραδείγματα ορθών πρακτικών στο σύνολο της ΕΕ, τα οποία μπορούν να συμβάλουν στην ενίσχυση των συστημάτων των κρατών μελών.

8.1. Προώθηση της συμμετοχής των ατόμων που βρίσκονται σε κατάσταση αποκλεισμού

Η συμμετοχή των ατόμων που βρίσκονται σε κατάσταση αποκλεισμού στη χάραξη πολιτικών είναι αναγκαία, δεδομένου ότι οι άμεσες εμπειρίες και η γνώση τους συμβάλλουν κατά τρόπο ουσιαστικό στη διερεύνηση της αποτελεσματικότητας των δράσεων, και αυτό οδηγεί στην ανάπτυξη καλύτερα εστιασμένων και πιο συναφών πολιτικών. Η πρόκληση είναι να παγιωθούν συγκεκριμένες διαδικασίες για τον σκοπό αυτό. Κατά την κατάρτιση των ΕΣΔ του 2003, οι περισσότερες χώρες διεύρυναν τη συμμετοχή των αποκλεισμένων ατόμων, ενώ αρκετές χώρες ενίσχυσαν τις προσπάθειές τους για διαβούλευση με τις ομάδες που εκπροσωπούν άτομα που υφίστανται κοινωνικό αποκλεισμό. Ορισμένες άλλες χώρες (κυρίως η Ελλάδα, οι Κάτω Χώρες και η Πορτογαλία) θα μπορούσαν να έχουν περιγράψει περισσότερο λεπτομερώς τις διαδικασίες διαβούλευσης κατά την κατάρτιση των εθνικών τους σχεδίων δράσης για την ένταξη. Στο ιταλικό σχέδιο δίνονται ελάχιστα στοιχεία για τον βαθμό και την ποιότητα αυτής της συμμετοχής.

Οι πιο κοινοί τρόποι με τους οποίους οι απόψεις των ατόμων που βρίσκονται σε κατάσταση αποκλεισμού λαμβάνονται υπόψη είναι μέσω της συμμετοχής τους σε συμβουλευτικά σεμινάρια ή μέσω της συμμετοχής των εκπροσώπων ΜΚΟ στις συντονιστικές ομάδες. Η τελευταία μέθοδος λειτουργεί σαφώς καλύτερα όταν τα δίκτυα μη κυβερνητικών οργανώσεων που ασχολούνται με τη φτώχεια είναι εδραιωμένα και αναγνωρίζονται ή και ενισχύονται από τις εθνικές αρχές. Στις περισσότερες περιπτώσεις στις οποίες έχει συντελεστεί πρόοδος ο σκοπός είναι να μεταφερθεί αυτή η πρόοδος στην υλοποίηση και τον έλεγχο των σχεδίων. Σε ορισμένες περιπτώσεις έγιναν ενδιαφέρουσες προσπάθειες για την εξεύρεση καλύτερων τρόπων άμεσης ενθάρρυνσης των ατόμων που βρίσκονται σε κατάσταση αποκλεισμού να συμβάλουν στο διάλογο για τις πολιτικές. Το Βέλγιο αναφέρεται σε μια ενδιαφέρουσα έρευνα σχετικά με τη συμμετοχή των ατόμων που υφίστανται αποκλεισμό, η Γερμανία προγραμματίζει μια μελέτη για τα άτομα που ζουν υπό συνθήκες ακραίας φτώχειας, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο έχει δημιουργήσει μια «ομάδα εργασίας για τη συμμετοχή» η οποία διερευνά πιθανούς τρόπους αύξησης της συμμετοχής στο ΕΣΔ. Στις Κάτω Χώρες, ο αριθμός των δήμων που έχουν συστήσει συμβουλευτικούς φορείς για τα άτομα που λαμβάνουν επιδόματα έχει διπλασιαστεί. Εντούτοις, ένας τομέας στον οποίο οι διαβουλεύσεις και η συμμετοχή παρουσιάζουν υστέρηση στα περισσότερα κράτη μέλη αφορά τα παιδιά και τους νέους. Υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία ως προς τους τρόπους συμμετοχής τους - εάν έχουν συμμετάσχει - στις διαδικασίες κατάρτισης των ΕΣΔ, ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία για τη σύνδεση της διαδικασίας κατάρτισης των ΕΣΔ με υφιστάμενους φορείς που μεριμνούν για τα παιδιά και τους νέους, όπως τα σχολεία, τα κοινοβούλια νέων και τα συμβούλια νεολαίας. Αυτό προκαλεί έκπληξη δεδομένης της υψηλής προτεραιότητας που δίδεται στην παιδική φτώχεια σε πολλά από τα σχέδια.

Παρατηρείται σαφής τάση να δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στη συμμετοχή των ατόμων που υφίστανται αποκλεισμό στις προσπάθειες αντιμετώπισης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού σε τοπικό επίπεδο. Αυτό είναι σημαντικό διότι συμβάλλει στην ενθάρρυνση της προσωπικής ανάπτυξης και της ενεργού συμμετοχής του ατόμου που καλείται να συμμετάσχει στη διαδικασία, με την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης, την υπέρβαση της κοινωνικής απομόνωσης και τη δημιουργία νέων δικτύων και επαφών. Κατά συνέπεια, στην Ισπανία, για παράδειγμα, παρατηρείται έμφαση στη συμμετοχή στο πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης. Στη Σουηδία τονίζεται ιδιαιτέρως η τοπική συμμετοχική δημοκρατία και η λήψη υπόψη της σκοπιάς των άμεσα ενδιαφερομένων. Στην Ιρλανδία δίνεται έμφαση στη στήριξη αναπτυξιακών έργων προς όφελος των τοπικών κοινοτήτων και των τοπικών φόρουμ, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη εκτεταμένη διαδικασία διαβουλεύσεων η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της συνοχής των κοινοτικών και τοπικών προγραμμάτων ανάπτυξης. Η εν λόγω προσέγγιση, που βασίζεται στην ανάπτυξη των τοπικών κοινοτήτων, αποτελεί επίσης το κύριο χαρακτηριστικό της υλοποίησης μεγάλου μέρους του προγράμματος PEACE της ΕΕ στην Ιρλανδία και τη Βόρεια Ιρλανδία. Στα σχέδια δράσης του Βελγίου, της Φινλανδίας, του Λουξεμβούργου και της Γερμανίας, εντοπίζονται επίσης παραδείγματα τέτοιου είδους συμμετοχής.

Το φλαμανδικο διαταγμα σχετικα με την καταπολεμηση της φτωχιας (Βέλγιο)

Με τη δημιουργία των πρώτων φλαμανδικών οργανώσεων για τους φτωχούς κατά τη δεκαετία του 1980 και με το άνοιγμα στη συμμετοχή που επετεύχθη χάρη τόσο στην ομοσπονδιακή όσο και στη φλαμανδική πολιτική, διατυπώθηκε η ανάγκη διαρθρωτικής αναγνώρισης της δράσης των εν λόγω οργανώσεων. Η συμμετοχή τους στον σχεδιασμό και την αξιολόγηση των πολιτικών σε διαφορετικά επίπεδα κατέστησε εμφανή την ανάγκη οικονομικής και επαγγελματικής στήριξης. Υπό την ώθηση του παραδείγματος της Γαλλίας, όπου βρισκόταν σε προπαρασκευαστικό στάδιο ένας ευρείας εφαρμογής νόμος σχετικά με τη φτώχεια, αυτή η ανάγκη οδήγησε το 1993 στην γένεση της ιδέας ενός διατάγματος σχετικά με τη φτώχεια.

Το 1993, η τότε αρμόδια υπουργός ενέκρινε για πρώτη φορά μια απόφαση για την παροχή επιχορήγησης στο πλαίσιο της προσπάθειας καταπολέμησης της φτώχειας. Πέντε οργανώσεις έλαβαν επιχορήγηση, αφού κρίθηκε ότι πληρούσαν μια σειρά από όρους. Κατά την ανανέωση αυτής της επιχορήγησης το επόμενο έτος, επεβλήθη ένας επιπλέον όρος σε αυτές τις πέντε οργανώσεις: να καταρτίσουν προτάσεις για τη διαμόρφωση ενός διατάγματος σχετικά με τη φτώχεια. Μια συντονιστική επιτροπή, η οποία αποτελούνταν από εκπροσώπους των οργανώσεων και της δημόσιας διοίκησης, συνεδρίασε πέντε φορές προς αυτόν το σκοπό, καταλήγοντας το 1996 σε ένα μνημόνιο, προς το υπουργείο που είχε την αρμοδιότητα του συντονισμού της πολιτικής στον τομέα της φτώχειας και προς τον υπουργό-πρόεδρο της φλαμανδικής κυβέρνησης, σχετικά με την αναγνώριση και την ενίσχυση των οργανώσεων «στις οποίες οι φτωχοί έχουν το λόγο». Σε αυτό το μνημόνιο περιγράφονται τα έξι κριτήρια που συναντούμε και σήμερα στο εν λόγω διάταγμα.

Τέλος, αυτές οι διεργασίες κατέληξαν στην έγκριση, την 21η Μαρτίου 2003, του διατάγματος σχετικά με την πολιτική καταπολέμησης της φτώχειας. Το διάταγμα παρέχει τη διαρθρωτική βάση στις διάφορες πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται για την καταπολέμηση της φτώχειας από την κυβέρνηση της Φλάνδρας: την κατάρτιση ενός σχεδίου δράσης για την καταπολέμηση της φτώχειας. τη διενέργεια διαρκών διαβουλεύσεων. τη στήριξη από οικονομικής πλευράς και από πλευράς περιεχομένου των «οργανώσεων στις οποίες οι φτωχοί έχουν το λόγο» και οι οποίες ανταποκρίνονται στα 6 κριτήρια: ώθηση των ατόμων που πλήττονται από τη φτώχεια προς τον σχηματισμό ομάδων, προσφορά βήματος έκφρασης στα άτομα που πλήττονται από τη φτώχεια, καταβολή προσπαθειών για την κοινωνική χειραφέτηση των φτωχών ατόμων, προσπάθειες για την αλλαγή των κοινωνικών δομών, οργάνωση του διαλόγου και δράσεων κατάρτισης, συνέχιση της αναζήτησης ατόμων που πλήττονται από φτώχεια. τη στήριξη του δικτύου των φλαμανδικών οργανώσεων, η οποία αποσκοπεί στη στήριξη και τον συντονισμό των δραστηριοτήτων των οργανώσεων στις οποίες οι φτωχοί έχουν το λόγο. την κατάρτιση και την εξοικείωση των ειδικών με πραγματικές καταστάσεις φτώχειας.

Κατά το 2003, για την εκτέλεση του διατάγματος διατίθεται προϋπολογισμός 1.170.000 ευρώ. Για τα έτη 2004, 2005 και 2006, το ποσό αυτό θα αυξάνεται κάθε έτος κατά 406.000 ευρώ.

Αν και είναι σημαντικό να επισημανθεί η πρόοδος που έχει επιτευχθεί σε σύγκριση με τα προηγούμενα ΕΣΔ/ένταξη, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μπορεί να βρεθεί κανένα στοιχείο οιουδήποτε άμεσου αντίκτυπου στον σχεδιασμό και την εκτέλεση των μέτρων πολιτικής ως αποτέλεσμα αυτής της αυξημένης συμμετοχής. Αυτός ο αντίκτυπος είναι εξαιρετικά δύσκολο να εκτιμηθεί, αλλά μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ήταν εξαιρετικά ασθενής, με εξαίρεση ορισμένα πολύ συγκεκριμένα ζητήματα.

8.2. Ένταξη της καταπολέμησης του αποκλεισμού σε όλες τις πολιτικές

Εθνικό επίπεδο

Σε ορισμένα κράτη μέλη όπως η Φινλανδία και η Σουηδία, στα οποία η προώθηση μιας κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς και η πρόληψη της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού βρίσκονται ήδη στο επίκεντρο του συστήματος χάραξης πολιτικής, δόθηκε έμφαση στην ενίσχυση αυτού του επιτεύγματος. Σε άλλα κράτη μέλη, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος όσον αφορά την ενίσχυση των θεσμικών ρυθμίσεων για την ενσωμάτωση των παραμέτρων της φτώχειας και της κοινωνικής ένταξης στις πολιτικές. Αυτές περιλαμβάνουν:

- υπουργικές επιτροπές για τον συντονισμό και την ενσωμάτωση των παραμέτρων της φτώχειας και της κοινωνικής ένταξης στις πολιτικές (A, B, F, FIN, E, IRL, L, P, UK)

- συντονιστικές ή οργανωτικές επιτροπές ανωτέρων υπαλλήλων (IRL, D) οι οποίες στηρίζονται από υπηρεσίες ή γραφεία (B, IRL, UK) για την παροχή καθημερινού συντονισμού και προώθησης

- μηχανισμοί για τη διασφάλιση της συμπερίληψης των προβληματισμών που σχετίζονται με τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό κατά την πρόταση ή αναθεώρηση πολιτικών, όπως η προστασία από τη φτώχεια στην Ιρλανδία ή η αντιμετώπιση των κοινωνικών αναγκών («Targeting Social Need») στο Ηνωμένο Βασίλειο

- στην Ιταλία έχουν συναφθεί διυπουργικά μνημόνια συμφωνίας για την ανάπτυξη συγκεκριμένων δράσεων σχετικά με την προσπάθεια καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού

Θεσμικές διευθετησεις και προστασια από τη φτωχια (Ιρλανδία)

Έχουν δημιουργηθεί διάφορες θεσμικές δομές για την ένταξη των θεμάτων που άπτονται της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στο επίκεντρο του πολιτικού σχεδιασμού και για τη διασφάλιση της υιοθέτησης μιας συνεκτικής εγκάρσιας και συντονισμένης προσέγγισης από τις κυβερνητικές αρχές και υπηρεσίες. Στις εν λόγω δομές περιλαμβάνεται μια υπουργική επιτροπή για τον κοινωνικό αποκλεισμό, τα ναρκωτικά και την ανάπτυξη της υπαίθρου, υπό την προεδρία του Taoiseach (πρωθυπουργού), μια ομάδα ανωτέρων υπαλλήλων για την κοινωνική ένταξη, μια ομάδα διαβούλευσης για την κοινωνική ένταξη και μονάδες κοινωνικής ένταξης στις βασικές κυβερνητικές υπηρεσίες. Η υπηρεσία κοινωνικής ένταξης (OSI) έχει τη γενική ευθύνη του συντονισμού της κατάρτισης και της υλοποίησης των ΕΣΔ και των ΕΣΔ/ένταξη, και υποχρεούται να υποβάλλει ετήσια έκθεση στην κυβέρνηση σχετικά με την πρόοδο που σημειώνουν τα ΕΣΔ και τα ΕΣΔ/ένταξη. Η OSI έχει τη συνδρομή της υπηρεσίας καταπολέμησης της φτώχειας, μιας ειδικευμένης κοινωφελούς δημόσιας υπηρεσίας η οποία προσφέρει συμβουλευτικές υπηρεσίες στην κυβέρνηση και εργάζεται για την πρόληψη και εξάλειψη της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού μέσω ερευνών και αναλύσεων πολιτικής, αναπτύσσοντας καινοτόμα μέτρα καταπολέμησης της φτώχειας και προωθώντας την ενημέρωση του κοινού.

Η ένταξη των θεμάτων κοινωνικής ένταξης στις πολιτικές στο επίπεδο της κεντρικής κυβέρνησης ενισχύεται από την «Προστασία από τη φτώχεια». Αυτός ο μηχανισμός, ο οποίος θεσπίστηκε το 1998, απαιτεί την αξιολόγηση των πολιτικών και των προγραμμάτων στο στάδιο του σχεδιασμού και της αναθεώρησης, για τον προσδιορισμό του αντίκτυπου τους στα άτομα που πλήττονται από τη φτώχεια, προκειμένου να μπορεί να δοθεί η δέουσα προσοχή και να ληφθούν τυχόν μέτρα βελτίωσης εφόσον κριθεί σκόπιμο. Η εν λόγω διαδικασία αξιολογήθηκε προσφάτως και δόθηκε εντολή στην υπηρεσία κοινωνικής ένταξης να διορθώσει ορισμένες αδυναμίες, ώστε να την καταστήσει αποτελεσματικότερη και να διασφαλίσει την ορθή λειτουργία της στο σύνολο των συναφών κυβερνητικών υπηρεσιών. Ο συντονισμός θα ενισχυθεί περαιτέρω σε συνδυασμό και με άλλους μηχανισμούς προστασίας. Επ' αυτού, ένα πρότυπο για τη στήριξη μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης προστασίας, η οποία θα καλύπτει τα ζητήματα που σχετίζονται με τη φτώχεια, το φύλο και τα ευρύτερα ζητήματα ισότητας, πρόκειται να αναπτυχθεί και να συντονιστεί από την υπηρεσία κοινωνικής ένταξης στο πλαίσιο μιας εταιρικής σχέσης με το υπουργείο Δικαιοσύνης, Ισότητας και Νομικών Μεταρρυθμίσεων και την Αρχή Ισότητας. Αυτό το έργο θα υλοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του τρέχοντος εθνικού σχεδίου δράσης. Επίσης, υπάρχει η πρόθεση επέκτασης της προστασίας από τη φτώχεια στις τοπικές αρχές και σε άλλες κρατικές υπηρεσίες.

Ωστόσο, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί σε διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά τη στενότερη σύνδεση των εθνικών τους σχεδίων δράσης με τις εθνικές τους διαδικασίες πολιτικού σχεδιασμού, ελάχιστες εξακολουθούν να είναι οι ενδείξεις για την ύπαρξη άμεσου αντίκτυπου των ΕΣΔ στις εθνικές δημοσιονομικές διαδικασίες και, συνεπώς, στη συνολική κατανομή των πόρων. Μάλιστα, ελάχιστα είναι τα στοιχεία που καταδεικνύουν σημαντική αύξηση των πόρων που δαπανώνται σε θέματα κοινωνικής ένταξης, ώστε να υπάρξει ουσιαστικός αντίκτυπος, αν και είναι εμφανής μια κάποια ενίσχυση της προτεραιότητας που δίνεται στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η Φινλανδία τοποθετεί σαφώς το ΕΣΔ της στο πλαίσιο του νέου κυβερνητικού της προγράμματος και τονίζει ότι θα εφαρμοστούν μέτρα στο πλαίσιο του προϋπολογισμού για το 2003 και στο δημοσιονομικό πλαίσιο που ενέκρινε η κυβέρνηση για την περίοδο 2004-2007. Η Ιρλανδία εντάσσει όντως την «προστασία από τη φτώχεια» στον ετήσιο προϋπολογισμό της, αλλά ο αντίκτυπος αυτού του μέτρου είναι ασαφής. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, η απουσία ευρείας δημοσιονομικής προοπτικής σημαίνει ότι δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί κατά πόσον οι συγκεκριμένες αυξήσεις που έχουν αναγγελθεί σε ορισμένους τομείς έχουν ισοσταθμιστεί με περικοπές σε άλλους τομείς. Εντούτοις, η Ισπανία περιλαμβάνει έναν πίνακα στον οποίο περιγράφεται η σφαιρική δημοσιονομική κατανομή των ΕΣΔ της περιόδου 2001-2003 και απαριθμούνται οι συναφείς στόχοι του σχεδίου και το ποσοστό ετήσιας αύξησης των δαπανών, καθώς και μια εκτίμηση των δαπανών της περιόδου 2003-2004. Από αυτά τα στοιχεία μπορούν να διαπιστωθούν αυξήσεις σε συγκεκριμένους τομείς και, συνεπώς, να εντοπιστούν καλύτερα οι τάσεις των εφαρμοζόμενων πολιτικών. Ο αριθμός των κρατών μελών που προσπαθούν να παρουσιάσουν τους πόρους που θα διαθέσουν σε συγκεκριμένες δράσεις είναι μεγαλύτερος σε σύγκριση με τον πρώτο γύρο εθνικών σχεδίων δράσης. Σε πολλά ΕΣΔ καταγράφονται οι δαπάνες οι οποίες συνδέονται με τα σχέδια σε πίνακες ή σε παραρτήματα με δημοσιονομικές λεπτομέρειες, αλλά συχνά αυτά τα στοιχεία δεν αναλύονται κατά τρόπο που να είναι εμφανές τι ποσό αντιστοιχεί σε κάθε επιμέρους δράση και τι αποτελεί νέα ή πρόσθετη χρηματοδότηση. Σε γενικές γραμμές, τα σχέδια που είναι σαφέστερα όσον αφορά τις συγκεκριμένες δράσεις που αναπτύσσονται για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων συνήθως προσφέρουν και σαφή στοιχεία για την κατανομή των κονδυλίων που αφορούν τα επιμέρους μέτρα (FIN, IRL, L, UK). Είναι σαφές ότι, στο μέλλον, η ενίσχυση και η βελτίωση της ανάλυσης των τάσεων των δαπανών συν τω χρόνω και του καθορισμού των ωφελούμενων από τις δαπάνες αυτές θα ενίσχυε τα μελλοντικά ΕΣΔ. Κάτι τέτοιο θα συνέβαλλε στο να αποσαφηνιστεί κατά πόσον οι αλλαγές στην κατανομή των δαπανών ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες και προκλήσεις και εάν οι δαπάνες σε συγκεκριμένους τομείς οι οποίοι είναι κρίσιμοι για την κοινωνική ένταξη αυξάνονται ή μειώνονται.

Αποκέντρωση σε περιφερειακό επίπεδο

Ένα βασικό χαρακτηριστικό διάφορων ΕΣΔ είναι η αυξημένη προσοχή που έχει δοθεί στην ανάγκη ενσωμάτωσης των θεμάτων κοινωνικής ένταξης όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης. Αξιοσημείωτος δε είναι ο βαθμός στον οποίο η περιφερειακή διάσταση έχει ληφθεί υπόψη στις χώρες με τη μεγαλύτερη αποκέντρωση των περιφερειακών αρχών. Για παράδειγμα:

- Η Αυστρία έχει δημιουργήσει μια συντονιστική επιτροπή στην οποία συμμετέχουν τα ομόσπονδα κρατίδια και οι δράσεις και τα σχέδιά τους απεικονίζονται εκτενέστερα στο ΕΣΔ.

- Το Βέλγιο έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην απεικόνιση της σύνθετης ομοσπονδιακής δομής του και έχει επιδιώξει τη συμμετοχή των περιφερειών στις ομάδες εργασίας σχετικά με τους δείκτες και τις δράσεις. Έμφαση δίνεται και στους τρόπους σύνδεσης των περιφερειακών σχεδίων και δράσεων με το εθνικό σχέδιο, όπως για παράδειγμα το «φλαμανδικό σχέδιο δράσης για την καταπολέμηση της φτώχειας» («Plan d'Action flamand de lutte contre la pauvretι»). Οι περισσότερες περιφέρειες έχουν δικά τους προγράμματα δράσης, τα οποία εντάσσονται στο ΕΣΔ. Υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος το αποτέλεσμα να είναι απλή εκπόνηση εκθέσεων, και όχι μια πραγματικά στρατηγική προσέγγιση.

- Η Ισπανία παρουσιάζει αξιόλογη πρόοδο στην επέκταση της στρατηγικής για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού σε επίπεδο περιφερειακών και τοπικών αρχών, οι οποίες έχουν και τις περισσότερες αρμοδιότητες.

- 13 περιφερειακά σχέδια έχουν εγκριθεί μέχρι στιγμής, ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα αναμένεται να εγκριθούν σύντομα. Επίσης, οι κύριες πρωτεύουσες και οι σημαντικές πόλεις έχουν υποβάλει τα σχέδιά τους ή προγραμματίζουν ήδη την εκτέλεσή τους. Προβλέπεται επίσης σημαντικότερη ενεργός συμμετοχή των περιφερειακών κοινοβουλίων.

- Στη Γερμανία, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει επεκτείνει τον διάλογο που βρίσκεται σε εξέλιξη σχετικά με το ΕΣΔ/ένταξη στα ομόσπονδα κρατίδια και τις δημοτικές και τοπικές αρχές. Η περαιτέρω ολοκλήρωση του έργου των ομόσπονδων κρατιδίων θα ενίσχυε το ΕΣΔ. Η Ιταλία έχει δώσει έμφαση στη μεταφορά αρμοδιοτήτων στις περιφέρειες και τις τοπικές αρχές, ενώ οι περισσότερες έχουν βελτιώσει τη δυνατότητά τους για ενσωμάτωση πολυτομεακών και αποκεντρωμένων προσεγγίσεων οι οποίες βασίζονται στη συμμετοχή των ενδιαφερομένων φορέων και στη δημιουργία εταιρικών σχέσεων. Από την άλλη πλευρά, θεωρείται αναγκαία η ενίσχυση του συντονισμού των πολιτικών και των μέτρων, καθώς επίσης και η παρακολούθηση και η αξιολόγηση, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος αύξησης των ανισορροπιών μεταξύ των επηρεαζόμενων περιφερειών από διαφορετικές ή ακόμα και αποκλίνουσες δυναμικές.

- Στο ΕΣΔ του Ηνωμένου Βασιλείου δίνεται έμφαση στις νέες στρατηγικές προσεγγίσεις που αναπτύσσονται από τις αποκεντρωμένες διοικητικές αρχές στη Βόρεια Ιρλανδία (πρωτοβουλίες «New Targeting Social Need» και προώθησης της κοινωνικής ένταξης), τη Σκωτία («γεφύρωση του χάσματος των ευκαιριών») και την Ουαλία (ομάδα εργασίας για την παιδική φτώχεια). Η συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο της διαδικασίας κατάρτισης του σχεδίου, αλλά πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω.

Η διοικητική αποκέντρωση οδηγεί επίσης σε νέες επαγγελματικές προκλήσεις για τις τοπικές και περιφερειακές διοικήσεις. Η διά βίου μάθηση σχετικά με τις νέες εξελίξεις στον τομέα της κοινωνικής ένταξης για τους τοπικούς πολιτικούς και τους ιθύνοντες και για το προσωπικό των δημοσίων υπηρεσιών είναι μια πρόκληση, η οποία δεν αντιμετωπίζεται πάντα επαρκώς στις πολιτικές στρατηγικές.

Τοπικό επίπεδο

Η ανάγκη συντονισμού και ενσωμάτωσης των προσπαθειών αντιμετώπισης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στις πολιτικές σε τοπικό επίπεδο αναγνωρίζεται ευρέως. Κατά συνέπεια, ο ρόλος των τοπικών και δημοτικών αρχών σε αυτόν τον τομέα περιγράφεται από πολλά κράτη μέλη.

Για παράδειγμα, η Σουηδία υπογραμμίζει τον ρόλο των δήμων και την ανάγκη ενθάρρυνσης της οριζόντιας συνεργασίας στο στάδιο της εκτέλεσης των τοπικών προγραμμάτων δράσης. Η Ιρλανδία εφιστά την προσοχή στο δίκτυο απόκτησης γνώσεων που διαθέτει σε επίπεδο τοπικής διακυβέρνησης σχετικά με την καταπολέμηση της φτώχειας, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο δίνει έμφαση στον ρόλο των τοπικών αρχών στην κατάρτιση στρατηγικών στο πλαίσιο των τοπικών κοινοτήτων στην Αγγλία και την Ουαλία. Στη Γαλλία, ο νέος συνταγματικός νόμος σχετικά με τη διοικητική αποκέντρωση θα οδηγήσει στη δημιουργία στενής εταιρικής σχέσης μεταξύ του κράτους, των τοπικών αρχών, των ειδημόνων και των ενδιαφερόμενων πολιτών για την ανάπτυξη νέων τρόπων υλοποίησης και αξιολόγησης των πολιτικών για την καταπολέμηση της οικονομικής αβεβαιότητας και του κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ στο μέλλον οι περιφέρειες θα είναι αποκλειστικά αρμόδιες για το πρόγραμμα ολοκλήρωσης του ελάχιστου εισοδήματος και για την κινητοποίηση όλων των ενδιαφερομένων φορέων. Στη Δανία, οι τοπικές αρχές εκπροσωπούνται ικανοποιητικά στο θεσμικό σύστημα για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού. Η Ελλάδα υπογραμμίζει την ανάγκη για τη δημιουργία δικτύων και τη συνεργασία σε όλα τα επίπεδα. Τονίζεται δε ο βασικός ρόλος του νομαρχιακού επιπέδου στη διασφάλιση της υιοθέτησης του οράματος της συνοχής και της σφαιρικής προσέγγισης στην παροχή υπηρεσιών και η δημιουργία σε αυτό το επίπεδο συλλογικών συμβουλευτικών οργάνων για ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων των συναφών ΜΚΟ. Η Γερμανία τονίζει ότι ο τρόπος χειρισμού ενός προβλήματος πρέπει να αποφασίζεται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στην περιοχή εκδήλωσής του, ήτοι σε τοπικό επίπεδο. Η ομοσπονδιακή δομή και η ομοσπονδιακή εγγύηση της τοπικής διακυβέρνησης συνεπάγονται την εφαρμογή διαφορετικών στρατηγικών σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Οι τοπικές αρχές συμμετέχουν επίσης ενεργά στη διαδικασία διαβουλεύσεων και μελέτης σχετικά με την κατάρτιση του ΕΣΔ μέσω της «μόνιμης συμβουλευτικής επιτροπής». Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση σχεδιάζει την περαιτέρω ενίσχυση του διαλόγου με τους ενδιαφερόμενους φορείς. Στη Φινλανδία, τα αυτόνομα τοπικά συμβούλια και οι δήμοι διαδραματίζουν ζωτικής σημασίας ρόλο στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού. Στο Λουξεμβούργο τονίζεται ο ρόλος των τοπικών αρχών στην εκπόνηση και την εκτέλεση του εθνικού σχεδίου. Στην Πορτογαλία το Κοινωνικό Δίκτυο («Rede Social») στοχεύει στην καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού μέσω της σύστασης δομών εταιρικής σχέσης στις οποίες οι τοπικές αρχές διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο όσον αφορά την προώθηση της τοπικής κοινωνικής ανάπτυξης και την ολοκλήρωση των δυναμικών στρατηγικής συμμετοχής. Η Ιρλανδία δίνει έμφαση στο ρόλο των κομητειακών και δημοτικών αναπτυξιακών συμβουλίων όσον αφορά το συντονισμό των πολιτικών κοινωνικής ένταξης σε τοπικό επίπεδο, ενώ προβλέπει ότι οι τοπικές αρχές θα αναπτύξουν τοπικές στρατηγικές ένταξης για την υποστήριξη και ενίσχυση των εθνικών δράσεων.

Δεν είναι σαφές κατά πόσον στις φτωχότερες και τις πιο εύπορες τοπικές και περιφερειακές διοικητικές αρχές παρέχονται εξίσου τα απαραίτητα μέσα για την ανάληψη αυτής της ευθύνης, δεδομένου ότι η διαφορά μεταξύ των φτωχότερων και των πιο εύπορων περιφερειών έχει διπλασιαστεί κατά την τελευταία δεκαετία.

Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και η κοινοτική πρωτοβουλία EQUAL

Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο είναι το κύριο χρηματοδοτικό μέσο μέσω του οποίου η Ευρωπαϊκή Ένωση μεταφράζει τους στρατηγικούς στόχους της πολιτικής της για την απασχόληση σε δράσεις. Η αποστολή του είναι να συμβάλει στην πρόληψη της ανεργίας, έτσι ώστε το εργατικό δυναμικό και οι επιχειρήσεις της Ευρώπης να διαθέτουν καλύτερα εφόδια για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων και τα άτομα να βοηθηθούν ώστε να μην απομακρυνθούν από την αγορά εργασίας.

Ανάλυση των κονδυλίων του ΕΚΤ με ιδιαίτερη έμφαση στη χρηματοδότηση του προγράμματος EQUAL και της πολιτικής για την κοινωνική ένταξη

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Σημείωση: Τα ανωτέρω στοιχεία απεικονίζουν την τρέχουσα κατάσταση όπως είναι γνωστή στις υπηρεσίες της Επιτροπής. Ωστόσο, πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη διότι η επικάλυψη μεταξύ των διαφορετικών τομέων πολιτικής είναι αναπόφευκτη. Μια χώρα μπορεί να επιλέξει να θεωρήσει ότι ορισμένες δράσεις συνδέονται περισσότερο με τον τομέα πολιτικής «κοινωνική ένταξη», ενώ μια άλλη χώρα μπορεί, αντιθέτως, να προτιμήσει να συμπεριλάβει την ίδια δράση σε έναν διαφορετικό τομέα πολιτικής (για παράδειγμα, στον τομέα πολιτικής για την «απασχολησιμότητα»). Συνεπώς, τυχόν απευθείας συγκρίσεις μεταξύ των κονδυλίων που διατίθενται στην πολιτική κοινωνικής ένταξης στις διάφορες χώρες πρέπει να γίνονται με επιφύλαξη.

Όλα τα κράτη μέλη αναφέρονται στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) και στη συμβολή του στα μέτρα πολιτικής σχετικά με το εθνικό τους πρόγραμμα δράσης για την κοινωνική ένταξη. Η Ισπανία, η Δανία, οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο παρέχουν παραρτήματα στα οποία καταγράφεται η συμμετοχή των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ και της κοινοτικής πρωτοβουλίας EQUAL. Ωστόσο, σε πολλά κράτη μέλη δεν παρατηρείται ακόμη έντονη στρατηγική διασύνδεση μεταξύ των προκλήσεων και των προτεραιοτήτων που τίθενται στα ΕΣΔ/ένταξη και στις δαπάνες στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι σαφές ποια είναι τα θεσμικά μέτρα που ελήφθησαν για την ενσωμάτωση των ΕΣΔ στη διαδικασία κατανομής και παρακολούθησης των δαπανών των διαρθρωτικών ταμείων. Δεν είναι επίσης σαφές πώς οι προτεραιότητες των ΕΣΔ/ένταξη θα ληφθούν υπόψη στην ενδιάμεση αξιολόγηση των ταμείων. Εντούτοις, αυτό θα δώσει την ευκαιρία για καλύτερη εναρμόνιση. Είναι επίσης σημαντικό οι προτεραιότητες που καθορίζονται στα ΕΣΔ να ληφθούν πλήρως υπόψη στο διάλογο για το μέλλον των διαρθρωτικών ταμείων μετά το 2006. Οι πόροι των εν λόγω ταμείων πρέπει να διατεθούν για την πραγματοποίηση του στόχου της Λισσαβόνας για ουσιαστική πρόοδο στην προσπάθεια καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Το ΕΣΔ της Ισπανίας περιλαμβάνει μια ανάλυση της σχέσης μεταξύ της χρηματοδότησης από το ΕΚΤ που προγραμματίζεται για την περίοδο 2000-2006 και της ευρωπαϊκής στρατηγικής κοινωνικής ένταξης. Επιπλέον, περιλαμβάνει έναν πίνακα προβλέψεων στον οποίο καταγράφεται η εκτιμώμενη δημοσιονομική προσπάθεια που απαιτείται για την εκτέλεση του ΕΣΔ ανά κύριο στόχο κατά τη διάρκεια της περιόδου 2003-2004. Η Σουηδία περιγράφει τη σπουδαιότητα της χρηματοδότησης από το ΕΚΤ. Ένα στοιχείο του προγράμματος του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου για την ενίσχυση του στόχου 3 είναι η ένταξη και η ποικιλομορφία. Για την πρωτοβουλία αυτή θα διατεθεί το αντίστοιχο 130 εκατομμυρίων SEK από πόρους της ΕΕ κατά τη διάρκεια της περιόδου εκτέλεσης του προγράμματος 2000-2006.

Το πρόγραμμα κοινοτικής πρωτοβουλίας EQUAL εξετάζει και προωθεί νέους τρόπους καταπολέμησης των διακρίσεων και των ανισοτήτων στην αγορά εργασίας. Το εν λόγω πρόγραμμα, το οποίο χρηματοδοτείται εν μέρει από το ΕΚΤ, στηρίζεται σε ορισμένες βασικές αρχές: διακρατική συνεργασία, καινοτομία, ενδυνάμωση και εταιρική σχέση, έτσι ώστε τα αποτελέσματα να έχουν αντίκτυπο στο σύνολο των πολιτικών και των εφαρμοζόμενων πρακτικών. Το πρόγραμμα λειτουργεί σε θεματική βάση, και, ενώ διαρθρώνεται γύρω από την ευρωπαϊκή στρατηγική απασχόλησης, περιλαμβάνει ως θεματικό άξονα προτεραιότητας την αντιμετώπιση των αναγκών των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο.

Αρκετά κράτη μέλη έχουν δώσει έμφαση στις πρωτοβουλίες που χρηματοδοτούνται από το πρόγραμμα στα εθνικά τους σχέδια δράσης για την κοινωνική ένταξη (E, UK, A, IRL, D, EL, FIN, D, B, S, L). Η Ιρλανδία έχει δημιουργήσει 21 εταιρικές σχέσεις ανάπτυξης μέσω της πρωτοβουλίας EQUAL. Οι εν λόγω εταιρικές σχέσεις δημιουργούνται με σκοπό την εστίαση στην καταπολέμηση των διακρίσεων και των ανισοτήτων που εμφανίζονται στην αγορά εργασίας. Η Αυστρία έχει δημιουργήσει πενήντα οκτώ εταιρικές σχέσεις ανάπτυξης στο πλαίσιο της κοινοτικής πρωτοβουλίας EQUAL. Τρεις από αυτές τις εταιρικές σχέσεις απευθύνονται συγκεκριμένα στους αιτούντες άσυλο. Σημαντικά χρηματικά ποσά από πόρους του ΕΚΤ προσφέρονται για την αύξηση των μέτρων ένταξης των ατόμων με ειδικές ανάγκες.

Προσαρμογή των διοικητικών και κοινωνικών υπηρεσιών

Πέρα από την έμφαση στο συντονισμό και την αποκέντρωση των υπηρεσιών σε τοπικό επίπεδο, αρκετά κράτη μέλη δίνουν έμφαση στην προσαρμογή όλων των υπηρεσιών με σκοπό τη βελτίωση της προσβασιμότητάς τους και της αποτελεσματικότητάς τους στον τομέα της κοινωνικής ένταξης αλλά και τη διασφάλιση όσο το δυνατό μεγαλύτερης ευχρηστίας για όλους τους πολίτες. Για παράδειγμα, η Γαλλία τονίζει τα σχέδια για την ανάπτυξη, μεταξύ άλλων, μιας ποιοτικής προσέγγισης όσον αφορά την υποδοχή στις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας - ενός πολυδύναμου συστήματος αρχικής υποδοχής - και για τη δημιουργία κέντρων εξυπηρέτησης του δημοσίου στις μειονεκτούσες γειτονιές. Η Δανία δίνει έμφαση στα συμβούλια ενδιαφερομένων για την παροχή συμβουλών και τη διαβούλευση, αλλά τονίζει επίσης την ανάγκη αύξησης του βαθμού συμμετοχής των ενδιαφερομένων. Το βελγικό ΕΣΔ/ένταξη δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε συγκεκριμένα μέτρα για την επιτάχυνση της καταβολής κοινωνικών επιδομάτων και στη βελτίωση της πληροφόρησης σχετικά με τα δικαιώματα. Προβλέπει επίσης την αυτόματη παροχή συντάξεων στην ηλικία που προβλέπεται από το νόμο (σχέδιο Kafka). Η Ισπανία θα προωθήσει την καθιέρωση ενιαίων υπηρεσιών για το χειρισμό των επιδομάτων που εξαρτώνται από το εισόδημα. Η Ιρλανδία θα συνεχίσει την προσαρμογή των διοικητικών και των κοινωνικών της υπηρεσιών στις ανάγκες των ατόμων που βιώνουν καταστάσεις κοινωνικού αποκλεισμού, μέσω της θέσπισης προτύπων και κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά την υλοποίηση. Η Ελλάδα προτίθεται να δημιουργήσει ένα «δίκτυο υπηρεσιών» το οποίο θα αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του κατακερματισμού των κοινωνικών υπηρεσιών στο επίπεδο του χρήστη.

Πολλά ΕΣΔ αναφέρονται στο πρόβλημα των δικαιούχων που δεν λαμβάνουν την κοινωνική ενίσχυση που δικαιούνται. Το ολλανδικό σχέδιο σημειώνει ότι αυτό το πρόβλημα παρατηρείται ιδιαιτέρως μεταξύ των αυτοαπασχολούμενων, των εθνοτικών μειονοτήτων και των ηλικιωμένων. Για παράδειγμα, στη Γερμανία ορισμένοι ηλικιωμένοι δεν λαμβάνουν τα επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης που χορηγούνται κατόπιν αιτήσεως (κοινωνική αρωγή) από ντροπή ή από φόβο ότι τα παιδιά τους θα έπρεπε να πληρώσουν γι' αυτούς. Η θέσπιση ενός πάγιου ελάχιστου επιδόματος γηρατειών θα διευκολύνει την πρόσβαση. Επιπλέον, οι συνταξιούχοι με επίδομα χαμηλότερο των 844 ευρώ θα ενημερώνονται από τις αρχές προκειμένου να ζητούν την παροχή του επιδόματος κοινωνικής αρωγής.

Αυτή η τάση μπορεί επίσης να αποτελέσει μια πρόκληση για την παροχή υπηρεσιών, οι οποίες εξαρτώνται από τις παροχές από τις περιφερειακές και τις εθνικές αρχές και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε τοπικό επίπεδο, οι εν λόγω παροχές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση του ενταξιακού χαρακτήρα των βασικών υπηρεσιών, όπως για παράδειγμα στον τομέα της διά βίου μάθησης ή της στέγασης, αντί της δημιουργίας ειδικών υπηρεσιών και της λήψης μέτρων υψηλού κόστους μέσω των οποίων τα άτομα που βιώνουν συνθήκες αποκλεισμού διακρίνονται εκ νέου από τον υπόλοιπο πληθυσμό και αντιμετωπίζουν πρόσθετα προβλήματα.

Νομική προστασια των κοινωνικα ευαλωτων - σχεδιο νομικης προστασιας «προσεγγιζοντας τους ενδιαφερομενους», δημος της Κοπεγχάγης (Δανία)

Το πρόγραμμα αποσκοπεί στην ανάπτυξη μεθόδων μέσω των οποίων θα εξασφαλιστεί η εφαρμογή στην πράξη της προστασίας των κοινωνικά ευάλωτων ομάδων που προβλέπεται στη νομοθεσία της Δανίας. Μια πτυχή του προγράμματος αφορά τέσσερα πρότυπα προγράμματα τα οποία εγκαινιάστηκαν στις μεγαλύτερες τοπικές αρχές της Δανίας (Κοπεγχάγη, Odense, Aarhus και Aalborg). Μια από τις τοπικές αρχές είναι ο Δήμος της Κοπεγχάγης, ο οποίος προσπαθεί, μέσω του προγράμματος «προσεγγίζοντας τους ενδιαφερόμενους», να προσεγγίσει τα άτομα που δεν ζητούν βοήθεια και ενδεχομένως δεν επιδιώκουν να εμπλακούν και να χρησιμοποιήσουν τις δημόσιες υπηρεσίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις για την αξιοποίηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινωνική νομοθεσία στους ενδιαφερόμενους, ο κάθε ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι σε θέση να περιγράψει τις ανάγκες και τις προσδοκίες του/της στο κοινωνικό σύστημα. Ορισμένα από τα περισσότερο περιθωριοποιημένα και ευάλωτα κοινωνικά άτομα έχουν περιορισμένες δυνατότητες ανταπόκρισης σε κάτι τέτοιο, και αυτοί είναι οι άνθρωποι στους οποίους εστιάζεται το πρόγραμμα. Φιλοδοξία του προγράμματος είναι η ανάπτυξη νέων μεθόδων ώστε να εξασφαλιστεί η παροχή υπηρεσιών αντιστάθμισης αυτής της αδυναμίας για τα πλέον ευάλωτα κοινωνικά και περιθωριοποιημένα άτομα υπό ίσους όρους με τους υπόλοιπους ενδιαφερόμενους.

Το πρόγραμμα συνδυάζει την επί τόπου προσέγγιση των εν λόγω ατόμων με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε τοπικά κέντρα, και ξεκινά διάλογο με τους χρήστες, έτσι ώστε να έχουν στη συνέχεια τη δυνατότητα να επωφελούνται από τις υπηρεσίες που παρέχουν τα κέντρα. Η επίτευξη αυτού του στόχου βασίζεται στην απευθείας προσέγγιση των ενδιαφερομένων στις περιοχές στις οποίες ζουν οι ίδιοι, δεδομένου ότι οι ενδιαφερόμενοι, όταν βρίσκονται στο καθημερινό τους περιβάλλον - και όχι σε κάποιο γραφείο - είναι πιο ανοικτοί και δεκτικοί σε συζητήσεις σχετικά με τις ανάγκες τους. Ο στόχος είναι να συνεχιστεί το πρόγραμμα σε αυτή τη βάση, με την αντιμετώπιση των επιμέρους περιπτώσεων σε ατομικό επίπεδο. Οι υπάλληλοι των τοπικών κέντρων έχουν την ευθύνη λειτουργίας του προγράμματος, και προβλέπεται χρόνος στο ωράριό τους για την απευθείας προσέγγιση των ενδιαφερομένων εκτός του κέντρου. Τα κέντρα συνεργάζονται με ξενώνες για άστεγους, με το σύστημα υποστήριξης ατόμων που κάνουν κατάχρηση ουσιών, με υπηρεσίες για τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, με τοπικές ψυχιατρικές μονάδες και τις αρμόδιες για την υγεία αρχές. Έχει ήδη δημοσιευτεί η ενδιάμεση έκθεση, ενώ η τελική αξιολόγηση θα είναι διαθέσιμη το Σεπτέμβριο του 2003. Η αρχική εμπειρία δείχνει ότι η προσέγγιση της απευθείας και εξατομικευμένης αντιμετώπισης έχει επιτύχει να δημιουργήσει καλές επαφές με την ομάδα στόχο. Επιπλέον, αυτές οι επαφές κινούνται σε ευνοϊκή κατεύθυνση για τους ενδιαφερόμενους που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα, ενώ τόσο οι υπάλληλοι όσο και οι ενδιαφερόμενοι θεωρούν θετική την εμπειρία.

Παρακολούθηση και αξιολόγηση

Ένα σημαντικό μέσο για τη διασφάλιση της παραμονής των ΕΣΔ στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου είναι η τακτική παρακολούθηση και αξιολόγηση της εκτέλεσής τους. Η ένταξη των περιθωριοποιημένων ατόμων στη συνολική παρακολούθηση και αξιολόγηση των πολιτικών, καθώς και των γενικών και ειδικών στόχων, θα συνέβαλλε τόσο στην ενεργό άσκηση της ιδιότητάς τους ως πολιτών όσο και στον αυτοσεβασμό τους, αλλά και θα βελτίωνε την ποιότητα των πολιτικών, καθώς αυτές θα εμπλουτίζονταν με την προοπτική του κάθε πολίτη ως ατόμου. Οι αναφορές στις ρυθμίσεις για τη συστηματική παρακολούθηση και την αξιολόγηση των σχεδίων του 2003 είναι μάλλον ελλιπείς. Ωστόσο, αρκετά κράτη μέλη έχουν συμπεριλάβει σχετικές διατάξεις.

Στο Βέλγιο, στο μέσο της περιόδου, η υπηρεσία κοινωνικής ένταξης θα εκπονήσει μια έκθεση προόδου. Στη Γαλλία, η διυπουργική επιτροπή για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού θα διεξάγει μια μελέτη σχετικά με τη μεθοδολογία και τα μέσα παρακολούθησης και αξιολόγησης του ΕΣΔ. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολόγησης, η Γερμανία διεξάγει έρευνες όσον αφορά την παρακολούθηση και την αξιολόγηση. Στο στάδιο της κατάρτισης του νέου της ΕΣΔ, η Φινλανδία πραγματοποίησε εκτενή αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας, των ισχυρών σημείων, των ανεπαρκειών και των αδυναμιών του πρώτου σχεδίου. Σε αυτήν την προσπάθεια συμμετείχαν πολλοί φορείς, καθώς και ερευνητικά ιδρύματα. Τα πορίσματα αναφέρονται λεπτομερώς στο ΕΣΔ και καταδεικνύουν την αξία μιας αποτελεσματικής διαδικασίας παρακολούθησης και αξιολόγησης. Στην Ιρλανδία η αρμόδια υπηρεσία για την κοινωνική ένταξη οφείλει να υποβάλλει στην κυβέρνηση μια έκθεση προόδου σε ετήσια βάση. Η Ισπανία προβλέπει την παρακολούθηση και την αξιολόγηση του ΕΣΔ μέσω της διυπουργικής επιτροπής του ΕΣΔ για την κοινωνική ένταξη και μιας έκθεσης σχετικά με τον αντίκτυπο του ΕΣΔ από το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο. Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση θα διενεργούνται επίσης σε επίπεδο δημοτικών αρχών από την επιτροπή υπηρεσιών κοινωνικής μέριμνας της ισπανικής ομοσπονδίας δήμων και επαρχιών (FEMPL). Η Δανία προβλέπει αντίστοιχο ρόλο για το συμβούλιο για τους κοινωνικά μειονεκτούντες. Ένα σημαντικό μέσο παρακολούθησης της προόδου είναι η αποτελεσματική συλλογή και ανάλυση των στοιχείων, και αρκετά κράτη μέλη δίνουν έμφαση σε πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της συλλογής στοιχείων, ενώ η Ιρλανδία θέτει σε εφαρμογή μια συγκεκριμένη στρατηγική σε αυτόν τον τομέα, η οποία θα συμπεριλαμβάνει αρκετούς ενδιαφερόμενους φορείς. Στην Πορτογαλία, παράλληλα με τη διυπουργική επιτροπή, ένα φόρουμ μη κυβερνητικών οργανώσεων θα παρακολουθεί την εκτέλεση και την αξιολόγηση του σχεδίου. Στο Λουξεμβούργο, μια «επιτροπή συντονισμού και διαβούλευσης» συνεδρίασε τέσσερις φορές για να αξιολογήσει την εκτέλεση του σχεδίου για την περίοδο 2001-2003, αλλά και για να προετοιμάσει το νέο σχέδιο.

8.3. Προώθηση του διαλόγου και της εταιρικής σχέσης

Ενίσχυση του διαλόγου σε εθνικό επίπεδο

Ενθαρρυντικό είναι το γεγονός ότι αρκετά κράτη μέλη έχουν λάβει ή είναι στο στάδιο της λήψης σημαντικών μέτρων για την διασφάλιση διαρθρωμένου και μόνιμου διαλόγου μεταξύ των διαφορετικών παραγόντων που ασχολούνται με τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό σε εθνικό επίπεδο, με τη συγκρότηση επιτροπών ή ομάδων διαβούλευσης στις οποίες συμμετέχουν οι διάφοροι παράγοντες.

Αυτές οι χώρες είναι: η Αυστρία (ομοσπονδιακή πλατφόρμα για την κοινωνική ένταξη), το Βέλγιο (επιτροπή αρωγής της υπηρεσίας καταπολέμησης της φτώχειας, της ανασφάλειας και του κοινωνικού αποκλεισμού), η Δανία (συμβούλιο για τους μειονεκτούντες κοινωνικά), η Φινλανδία (μόνιμη υποεπιτροπή 25 για θέματα ΕΕ), η Γαλλία (εθνικό συμβούλιο για τις πολιτικές κατά του αποκλεισμού), η Γερμανία (μόνιμη συμβουλευτική επιτροπή), η Ελλάδα (επιτροπή κοινωνικής προστασίας), η Ιρλανδία (φόρουμ κοινωνικής ένταξης, εθνική οικονομικό και κοινωνικό συμβούλιο, εθνικό οικονομικό και κοινωνικό φόρουμ και συμβουλευτική επιτροπή κοινωνικής ένταξης), το Λουξεμβούργο (επιτροπή διαλόγου και συντονισμού), η Σουηδία (επιτροπή για τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων σε θέματα κοινωνικής ανάπτυξης).

Στην Ιταλία, μια επιτροπή έρευνας για τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό πραγματοποιεί μελέτες και αξιολογήσεις και διαμορφώνει προτάσεις για τη χάραξη πολιτικών. Οι Κάτω Χώρες, αν και δεν υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τις θεσμικές ρυθμίσεις, θεωρούν την ενθάρρυνση της ενεργού συμμετοχής και της στενής συνεργασίας μεταξύ όλων των παραγόντων έναν από τους πέντε κύριους στρατηγικούς στόχους του εθνικού τους σχεδίου. Η Γαλλία προγραμματίζει για το 2004 μια εθνική διάσκεψη των συμμετεχόντων στην προσπάθεια καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού και ένα ευρωπαϊκό σεμινάριο υπουργών και σημαντικών ευρωπαϊκών κοινωνικών δικτύων. Προκειμένου να ενισχύσει την επιρροή των ενδιαφερομένων στην υλοποίηση του εθνικού της σχεδίου δράσης, η Σουηδία έχει συστήσει μια επιτροπή για την επιρροή των ενδιαφερομένων στα θέματα κοινωνικής ανάπτυξης που υπάγεται στο υπουργείο Υγείας και Κοινωνικών Υποθέσεων, στο πλαίσιο της οποίας το δίκτυο καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού και οι εκπρόσωποι της σουηδικής ένωσης τοπικής αυτοδιοίκησης και του εθνικού συμβουλίου υγείας και κοινωνικής πρόνοιας θα διαδραματίσουν καίριο ρόλο. Η εν λόγω επιτροπή πρόκειται να λειτουργήσει ως σώμα για τις διαβουλεύσεις μεταξύ του δημοσίου τομέα και των εθελοντικών οργανώσεων των ενδιαφερομένων, με σκοπό την κινητοποίηση όλων των συναφών παραγόντων στην προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων που πλήττουν τις οικονομικά και κοινωνικά ευάλωτες ομάδες.

Προώθηση εταιρικών σχέσεων σε τοπικό επίπεδο

Ένα στοιχείο στο οποίο δίνεται όλο και μεγαλύτερη έμφαση στα ΕΣΔ είναι η διασφάλιση της μετατροπής της προσέγγισης της κοινωνικής ένταξης σε εθνικό επίπεδο σε ολοκληρωμένες και πολυδιάστατες πρακτικές δράσεις. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συγκέντρωση των γνώσεων και των πόρων των διαφόρων παραγόντων έτσι ώστε οι προσπάθειές τους να είναι ολοκληρωμένες και να ενισχύονται αμοιβαία. Αυτή η δικτυωμένη συνεργασία και η ενθάρρυνση των διασυνδέσεων τονίζεται ιδιαιτέρως στα ΕΣΔ της Αυστρίας (αναπτυξιακές εταιρικές σχέσεις), της Δανίας (κοινωνικό συμβούλιο), της Φινλανδίας (τοπικές εταιρικές σχέσεις), της Γερμανίας (π.χ., ανάπτυξη και ευκαιρίες για τους νέους στις κοινωνικά μειονεκτούσες περιοχές), της Ιρλανδίας (εταιρική σχέση τοπικής βάσης με τη στήριξη ενός τοπικού αναπτυξιακού προγράμματος κοινωνικής ένταξης), της Σουηδίας (π.χ. μικτές επιτροπές των τοπικών αρχών και των νομαρχιακών συμβουλίων για την υγεία και τις κοινωνικές υπηρεσίες και τοπικές αναπτυξιακές συμφωνίες με τις μητροπολιτικές αρχές) και του Ηνωμένου Βασιλείου (τοπικές στρατηγικές εταιρικές σχέσεις).

Ορισμένες από αυτές τις πρωτοβουλίες (συμπεριλαμβανομένων της Αυστρίας και της Φινλανδίας) στηρίζονται σε χρηματοδότηση και προγράμματα της ΕΕ, όπως το πρόγραμμα τοπικών συμφώνων για την απασχόληση, τα Ευρωπαϊκά Κοινωνικά Ταμεία και η πρωτοβουλία EQUAL.

Πρόγραμμα «κοινωνικα δικτυα» (Πορτογαλία)

Το πρόγραμμα «Κοινωνικά Δίκτυα» αποσκοπεί στη δημιουργία αποτελεσματικών και δυναμικών εταιρικών σχέσεων οι οποίες θα συνδυάζουν τις κοινωνικές παρεμβάσεις διαφόρων παραγόντων (δημοσίων και ιδιωτικών οργανισμών μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα), στη βάση της ισότητας και της συναίνεσης ως προς τους στόχους και στο πλαίσιο της καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, κατά τρόπο ώστε να επιτευχθούν περισσότερα στο πεδίο της κοινωνικής πρόνοιας απ' ότι θα πετύχαιναν οι επιμέρους φορείς με μεμονωμένες πρωτοβουλίες. Υπόσχεται ολοκληρωμένο και συστηματικό σχεδιασμό, ο οποίος θα βασίζεται στη συμμετοχή και θα ενισχύει τις συνέργιες, τις αρμοδιότητες και τους πόρους σε τοπικό επίπεδο (τοπικοί διαγνωστικοί μηχανισμοί, συστήματα πληροφόρησης και σχέδια κοινωνικής ανάπτυξης). Επιτρέπει τη διασφάλιση μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας του συνόλου των προσπαθειών και των κοινωνικών παρεμβάσεων στους δήμους και τις ενορίες (freguesias).

Το πρόγραμμα εγκαινιάστηκε σε πιλοτική μορφή στις αρχές του 2000, σε 41 δήμους, οι οποίοι διέθεταν ήδη κάποια εμπειρία συνεργασίας στο πλαίσιο εταιρικών σχέσεων, κυρίως μέσω της προσπάθειας σε τοπικό επίπεδο για την καταπολέμηση της φτώχειας και της διασφάλισης του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Αυτές ήταν οι πρώτες απόπειρες για την ενσωμάτωση της κοινωνικής ένταξης σε όλες τις πολιτικές. Το 2003, 176 δήμοι διέθεταν ήδη ένα κοινωνικό δίκτυο και βρίσκονταν σε διάφορα στάδια υλοποίησης των προβλεπόμενων δράσεων (το 2001, 31 δήμοι είχαν δηλώσει συμμετοχή στο πρόγραμμα κοινωνικών δικτύων. το 2002 προστέθηκαν σε αυτούς άλλοι 45, τους οποίους ακολούθησαν 60 ακόμη δήμοι το 2003), ενώ κατά μέσο όρο 50/60 εταίροι ανά τοπικό σχέδιο συμμετείχαν ενεργά στις εν λόγω δράσεις.

Ο κύριος στόχος αυτού του προγράμματος είναι να επιτευχθεί, σε κάθε δήμο, μέσω του συντονισμένου σχεδιασμού των κοινωνικών δράσεων, η εμπλοκή των ατόμων και των ομάδων που βιώνουν καταστάσεις φτώχειας και/ή κοινωνικού αποκλεισμού με την ιδιότητα των ενεργών παραγόντων, με σκοπό την προοδευτική βελτίωση της ποιότητας ζωής τους και την επίτευξη, κατ' αυτόν τον τρόπο, της κοινωνικής συνοχής. Τα προσδοκώμενα αποτελέσματα είναι ποικίλα: οι εταιρικές σχέσεις (και η εσωτερική τους διάρθρωση) λαμβάνουν τη μορφή δικτύου και ενισχύονται σταδιακά από την κοινή, διαρθρωμένη και συναινετική πραγματοποίηση κοινωνικών διαγνωστικών μελετών (και της ενημέρωσής τους όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο), συστημάτων πληροφόρησης, σχεδίων κοινωνικής ανάπτυξης και εκτελέσιμων σχεδίων δράσης, αποσκοπώντας σε μια ανάπτυξη στην οποία θα ενσωματώνονται η επίλυση των προβλημάτων και η ικανοποίηση των αναγκών, κυρίως σε καταστάσεις φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Μη κυβερνητικές οργανώσεις και κοινωνία των πολιτών

Ο σημαντικός ρόλος που διαδραματίζουν οι ΜΚΟ στην προσπάθεια καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού αναγνωρίζεται ευρέως και αρκετά κράτη μέλη δίνουν έμφαση στις παραδόσεις και τις πολιτικές τους για τη στήριξη των δραστηριοτήτων των ΜΚΟ και των εθελοντών. Υπάρχει μια αυξανόμενη τάση να συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο οι επαγγελματίες, αλλά και οι ενδιαφερόμενοι φορείς και οι ΜΚΟ κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων, καθώς και ειδικευμένοι ερευνητές στον διάλογο και τις εταιρικές σχέσεις που περιγράφονται ανωτέρω. Ειδικότερα, αρκετά κράτη μέλη τονίζουν τη σημαντική συμβολή των δικτύων ΜΚΟ στην προώθηση του διαλόγου σχετικά με τις πολιτικές. Η Ισπανία τονίζει τη σπουδαιότητα της στήριξης των ΜΚΟ ως στρατηγικών εταίρων στα ζητήματα κοινωνικής ένταξης και εκφράζει την πρόθεσή της να χρηματοδοτήσει προγράμματα που αποσκοπούν στην προώθηση των δικτύων ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στην προσπάθεια καταπολέμησης του αποκλεισμού και ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τις ορθές πρακτικές. Θα συνεχίσει να προωθεί τη δημιουργία ενός εθνικού δικτύου και αυτόνομων περιφερειακών δικτύων των οργανώσεων κοινωνικής δράσης σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Φτώχειας. Το Ηνωμένο Βασίλειο παρουσιάζει το ρόλο των περιφερειακών δικτύων καταπολέμησης της φτώχειας («συμμαχία κατά της φτώχειας» στη Σκωτία, «δίκτυο κατά της φτώχειας - Cymru») καθώς επίσης και ορισμένων εθνικών οργανώσεων στη χάραξη πολιτικών. Η Φινλανδία τονίζει το ρόλο της φινλανδικής ομοσπονδίας κοινωνικής πρόνοιας και του Ευρωπαϊκού Δικτύου κατά της Φτώχειας/Φινλανδία στην αξιοποίηση της πρακτικής εμπειρίας των μελών τους στον πολιτικό διάλογο. Η σημασία που αποδίδει η Ιρλανδία στην εξασφάλιση βήματος έκφρασης των απόψεων των ίδιων των ατόμων που βιώνουν καταστάσεις φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού στο διάλογο σχετικά με τη χάραξη πολιτικών σε εθνικό και τοπικό επίπεδο αντικατοπτρίζεται στη χρηματοδότηση που παρέχει για τη στήριξη του έργου δέκα εθνικών δικτύων καταπολέμησης της φτώχειας. Τα εν λόγω δίκτυα καλύπτουν ευρύ φάσμα θεμάτων που άπτονται της καταπολέμησης της φτώχειας και σε αυτά εκπροσωπούνται τα άτομα που διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο φτώχειας. Η Γερμανία δίνει έμφαση στη συμμετοχή των μη κυβερνητικών οργανώσεων (φιλανθρωπικές ενώσεις, πρωτοβουλίες αυτοβοήθειας, «εθνική διάσκεψη κατά της φτώχειας» κλπ.), από κοινού με άλλους φορείς (συνδικάτα, εκκλησίες, ομόσπονδα κρατίδια και τοπικές αρχές) σε μια τακτική διαδικασία διαβουλεύσεων και διαλόγου, η οποία έχει αναπτυχθεί περαιτέρω και έχει θεσμοθετηθεί. Η Σουηδία δίνει έμφαση στις τρέχουσες διαβουλεύσεις με το «δίκτυο κατά του κοινωνικού αποκλεισμού» κατά την κατάρτιση του σχεδίου της. Σε ορισμένες χώρες (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, της Φινλανδίας, της Γερμανίας, και της Σουηδίας) η συμμετοχή των εκκλησιών και των θρησκευτικών οργανώσεων στην κατάρτιση των πολιτικών μέτρων για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού και η συμβολή τους στην κατάρτιση του ΕΣΔ/ένταξη τονίζονται ιδιαιτέρως.

Η Φινλανδία αναφέρεται λεπτομερώς στο σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι ΜΚΟ στη λειτουργία σημαντικού τμήματος του φινλανδικού συστήματος υπηρεσιών και στήριξης και παρέχει εκτιμήσεις για το μέγεθος του τομέα. Τονίζει επίσης το ρόλο των ΜΚΟ όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των πολιτών. Η σημαντική συμβολή της ευαγγελικής-λουθηρανικής εκκλησίας της Φινλανδίας και των ενοριών της τονίζεται επίσης. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, στα περισσότερα ΕΣΔ υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία όσον αφορά τα χρηματικά ποσά, το ακριβές είδος δραστηριοτήτων και τον αριθμό των ατόμων, αποκλεισμένων ή όχι, που αφορά η δράση των ΜΚΟ και η κοινωνική οικονομία. Τα μελλοντικά σχέδια δράσης πρέπει να λαμβάνουν υπόψη αυτές τις λεπτομέρειες προκειμένου να αξιολογείται κατά πόσον οι ΜΚΟ καλύπτουν αποτελεσματικά κάποιον τομέα και ποιοι τομείς πρέπει να συνεχίσουν να αποτελούν αντικείμενο στρατηγικού ενδιαφέροντος.

Σε γενικές γραμμές, ενώ έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος, εξακολουθεί να υφίσταται η ανάγκη προώθησης και εξασφάλισης πραγματικών διαβουλεύσεων, για τις οποίες να προβλέπεται αρκετός χρόνος και να παρέχονται επαρκείς πόροι. Το καίριο ζήτημα είναι πώς θα ενισχυθεί η ποιότητα της συμμετοχής των διαφόρων παραγόντων και πώς θα εμπεδωθεί μια πιο δίκαιη και διαρκής εταιρική σχέση.

Κοινωνικοί εταίροι

Οι κοινωνικοί εταίροι συμμετέχουν στις περισσότερες από τις διαδικασίες διαβουλεύσεων για την κατάρτιση των ΕΣΔ. Η εμπλοκή τους λαμβάνει συνήθως τη μορφή συμμετοχής στις συντακτικές ομάδες και τις επιτροπές (συμπεριλαμβανομένου του Βελγίου, της Γερμανίας, της Ιρλανδίας, της Ισπανίας, του Λουξεμβούργου, της Πορτογαλίας, της Σουηδίας και της Φινλανδίας,). Σε άλλες χώρες ο ρόλος τους δεν αναφέρεται με σαφήνεια. Η Αυστρία τόνισε τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στο έργο των αναπτυξιακών εταιρικών σχέσεων που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας EQUAL.

Σε γενικές γραμμές, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί εάν και μέχρι ποιο σημείο αυτή η συμμετοχή είναι πραγματικά ενεργητική και εάν καλύπτει επίσης τους τομείς που δεν αποτελούν παραδοσιακά μέρος του κοινωνικού διαλόγου.

Ευαισθητοποίηση του κοινού

Αρκετά κράτη μέλη τονίζουν την ανάγκη ευρύτερης ευαισθητοποίησης του κοινού έναντι της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού και της διαδικασίας των ΕΣΔ/ένταξη, προτείνοντας μάλιστα ενδιαφέρουσες δράσεις για την επίτευξη αυτού του στόχου. Ωστόσο, τα περισσότερα κράτη μέλη δεν αναφέρουν με σαφήνεια συγκεκριμένα μέσα ενίσχυσης της ευαισθητοποίησης.

Στο Βέλγιο διενεργούνται διάφορες μορφές διαλόγου, προετοιμάζονται δημοσιεύσεις, ενώ μια εξαμηνιαία έκθεση τίθεται επίσης στη διάθεση του κοινού. Η Γαλλία προγραμματίζει να προωθήσει μια εκστρατεία στο πλαίσιο και εκτός των μέσων ενημέρωσης, για την αλλαγή της νοοτροπίας του κοινού και τη βελτίωση της πληροφόρησης για τις προσπάθειες καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού. Η Σουηδία υπογραμμίζει ότι ένα βασικό σημείο εστίασης του σχεδίου του 2003 είναι η βελτίωση της πληροφόρησης σχετικά με τη διαδικασία κοινωνικής ένταξης, καθώς δεν είναι ακόμα αρκετά γνωστή από πολλούς ανθρώπους. Προτείνεται επίσης η διάδοση επιτυχών οριζόντιων στρατηγικών ένταξης σε όλες τις τοπικές αρχές. Η Ισπανία περιγράφει ένα ευρύ φάσμα δράσεων (δημοσιοποίηση του ΕΣΔ, βελτίωση της κάλυψης από τα μέσα ενημέρωσης, εκδηλώσεις, εκστρατείες και συζητήσεις, δημοσκοπήσεις, συμμετοχή των σχολείων) για την ενίσχυση της ευαισθητοποίησης και του διαλόγου σχετικά με την ανάγκη υιοθέτησης πολιτικών κοινωνικής ένταξης. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η ορατότητα του ΕΣΔ του 2003 έχει αυξηθεί σημαντικά με την εκτύπωση και την έκδοση του κειμένου στην αγγλική και την ουαλική γλώσσα. Αρκετά άλλα ΕΣΔ έχουν επίσης δημοσιευθεί (D, DK, IRL, NL). Γενικότερα, στο Ηνωμένο Βασίλειο η μονάδα κοινωνικού αποκλεισμού δημοσιοποιεί τις έρευνές της σε όλες τις περιοχές της χώρας. Στην Ιρλανδία, ένα από τα κυριότερα καθήκοντα της υπηρεσίας καταπολέμησης της φτώχειας είναι η ενίσχυση της δημόσιας ευαισθητοποίησης για τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό και για τις αναγκαίες ενέργειες για την καταπολέμησή τους.

Η ενθάρρυνση του διαλόγου και των συζητήσεων σχετικά με τις πολιτικές καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού στα εθνικά κοινοβούλια τονίζεται ως ένα ακόμη μέσο ευαισθητοποίησης σε διάφορα ΕΣΔ (E, IRL). Ωστόσο, η συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων στη διαδικασία εξακολουθεί να είναι περιστασιακή.

Κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων

Η προώθηση της κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων αναφέρεται σε μερικά ΕΣΔ (DK, E, F, IRL, I, Sv). Για παράδειγμα, το 2002, η κυβέρνηση της Σουηδίας δημιούργησε τη «σουηδική εταιρική σχέση για την καθολική ευθύνη» γενικός στόχος της οποίας είναι η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των φτωχών και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επίσης, στη Σουηδία, η εταιρική κοινωνική ευθύνη είναι μια από τις προτεραιότητες του σουηδικού προγράμματος Equal. Η Ιρλανδία διαθέτει έναν μηχανισμό για την προώθηση της κοινωνικής εταιρικής ευθύνης, ο οποίος λειτουργεί με ευθύνη του «ιδρύματος για την επένδυση στις κοινότητες». Στη Δανία, χρησιμοποιούνται διάφοροι τρόποι προώθησης της κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων, όπως τα έπαθλα για την απασχόληση ατόμων που χρειάζονται ειδικές συνθήκες εργασίας και η δημιουργία ενός μέσου αυτοαξιολόγησης ως προς την κοινωνική ευθύνη, ήτοι ενός «κοινωνικού δείκτη».

9. ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ ΣΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

Η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις πολιτικές αφορά την (εκ νέου) οργάνωση, τη βελτίωση, την ανάπτυξη και την αξιολόγηση των διαδικασιών χάραξης πολιτικής, έτσι ώστε να ενσωματωθεί η διάσταση της ισότητας των φύλων σε όλες τις πολιτικές και σε όλα τα στάδια από τους φορείς που συμμετέχουν συνήθως στη χάραξη πολιτικής. Είναι μία σημαντική πρόκληση, έναντι της οποίας αρκετά κράτη μέλη εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση. Αν και λίγα μόνο κράτη μέλη εντάσσουν με συνέπεια τα θέματα ισότητας των φύλων στο σύνολο των ΕΣΔ τους, ορισμένα άλλα αναπτύσσουν με τον καιρό τα μέσα και την τεχνογνωσία τους.

Η διάσταση του φύλου, με την επισήμανση των κοινών σημείων μεταξύ των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων και των ανισοτήτων λόγω φύλου, συνεισφέρει στη γενική στρατηγική με δύο τρόπους:

- με την ενίσχυση των αποτελεσμάτων των πολιτικών για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού και

- με την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών με χαμηλά εισοδήματα.

Η χρήση των ζητημάτων ισότητας των φύλων ως μέσου για την προώθηση πολιτικών καταπολέμησης της φτώχειας είναι εμφανής στα περισσότερα ΕΣΔ. Αυτό υποδηλώνει ότι η ισότητα των φύλων δεν εμφανίζεται μεταξύ των προτεραιοτήτων που αναφέρονται στην πλειονότητα των ΕΣΔ. Η Σουηδία, η Ιρλανδία, η Αυστρία, το Λουξεμβούργο, η Δανία και η Πορτογαλία παρείχαν στοιχεία που αποδεικνύουν, σε διάφορους βαθμούς, ότι καταρτίζουν τα εθνικά τους σχέδια δράσης με σκοπό την καταπολέμηση της φτώχειας και την προώθηση της ισότητας των φύλων. Η Σουηδία ανέφερε ότι «οι δραστηριότητες οργανώνονται βάσει των αναγκών, των υποχρεώσεων, των δικαιωμάτων, των ρόλων, των προτεραιοτήτων και των ευκαιριών και των δύο φύλων, πράγμα που βοηθά με τη σειρά του στη βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητάς τους».

Εκτεταμένες εθνικές διαφορές όσον αφορά τον τρόπο ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου στις πολιτικές

Το Σεπτέμβριο του 2002, η επιτροπή για την κοινωνική προστασία έθεσε τους ακόλουθους όρους για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στα ΕΣΔ:

(α) διαμόρφωση ενός πλαισίου που να συνδυάζει νομικές διατάξεις, πολιτική βούληση και διατύπωση σαφών στόχων

(β) δημιουργία ικανοτήτων συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης και της εμπειρογνωμοσύνης καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας

(γ) δημιουργία επαρκών θεσμικών μηχανισμών, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καλύτεροι θεσμικοί μηχανισμοί βασίζονται σε νέες μεθόδους εργασίας, σχεδιασμού και η υλοποίησης των πολιτικών.

Όσον αφορά το πλαίσιο, εφαρμόζονται νομικές διατάξεις σε όλα τα κράτη μέλη. Αν και η πολιτική βούληση εκφράζεται συχνότερα από ό,τι στα προηγούμενα ΕΣΔ, δεν υποστηρίζεται συστηματικά από σαφείς στόχους. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, σε πολλά ΕΣΔ τα θέματα ισότητας των φύλων χρησιμοποιούνται ως μέσα για την επίτευξη των στόχων προτεραιότητας όπως η παιδική φτώχεια ή η κρίση της οικογένειας, με τον κίνδυνο παραμέλησης του ζητήματος της ισότητας. Ελάχιστα μόνο κράτη μέλη επισημαίνουν ότι η ισότητα των φύλων αποτελεί ανεξάρτητο στόχο η επίτευξη του οποίου πρέπει επίσης να επιδιωχθεί κατά την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Όσον αφορά τη δημιουργία ικανοτήτων, υπάρχουν ορισμένα ελπιδοφόρα παραδείγματα χρήσης των εμπειρογνωμόνων και της εμπειρίας σε θέματα ισότητας των φύλων. Στο Λουξεμβούργο, τα μέλη της διυπουργικής επιτροπής έλαβαν κατάρτιση σχετικά με τα θέματα αυτά. Η Αυστρία χρησιμοποίησε τους εμπειρογνώμονες του τοπικού συμφώνου για την απασχόληση για την ανάλυση των θεμάτων ισότητας των φύλων. Η Γερμανία δημιούργησε ένα κέντρο ικανοτήτων για τη στήριξη της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου μέσω της κατάρτισης και της έρευνας. Η Ελλάδα διαθέτει ένα νέο εγχειρίδιο για την υποβοήθηση της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου στα επιχειρησιακά προγράμματα.

Όσον αφορά τους θεσμικούς μηχανισμούς, όταν αναφέρονται, φαίνεται να έχουν διαμορφωθεί σύμφωνα με τρεις κύριες κατευθυντήριες γραμμές από τα κράτη μέλη, ενώ ορισμένες φορές λειτουργούν συνδυαστικά:

- ένα νέος τρόπος εργασίας ο οποίος ενσωματώνει τη διάσταση του φύλου και την τοποθετεί στο επίκεντρο των προσπαθειών των υπηρεσιών που είναι αρμόδιες για την καταπολέμηση της φτώχειας. Στη Δανία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία, όλες οι δημόσιες αρχές οφείλουν να προωθούν την ισότητα των φύλων και να την ενσωματώνουν στις πολιτικές τους.

- μια εταιρική σχέση μεταξύ των υπηρεσιών για θέματα φύλου και των υπηρεσιών για θέματα φτώχειας, η οποία θα επιτρέπει στις πρώτες να συμμετέχουν ενεργά στα βασικά στάδια της επεξεργασίας των ΕΣΔ. Αυτή είναι μια μέθοδος την οποία επέλεξαν η Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο και η Δανία.

- μια διαδικασία διαβουλεύσεων μεταξύ των υπηρεσιών για θέματα φύλου και των υπηρεσιών για θέματα φτώχειας, στο πλαίσιο της οποίας καταρτίζουν από κοινού συγκεκριμένα προγράμματα δράσης. Η Πορτογαλία και η Ισπανία επέλεξαν αυτή τη μέθοδο. Αν και υπάρχει κίνδυνος η πρωτοβουλία αυτή να περιοριστεί σε έναν κατάλογο δραστηριοτήτων των επιμέρους υπηρεσιών, εάν αναπτυχθεί ενεργητικά μπορεί να οδηγήσει στην ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις πολιτικές για τη φτώχεια και στην ενσωμάτωση της διάστασης της φτώχειας στα θέματα ισότητας των φύλων.

Ορισμένα κράτη μέλη ανήγγειλαν νέους θεσμικούς μηχανισμούς για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις πολιτικές, οι οποίοι όμως δεν είχαν ακόμη τεθεί σε λειτουργία κατά την κατάρτιση των τρεχόντων ΕΣΔ. Για παράδειγμα, η Γαλλία προγραμματίζει τη δημιουργία ενός εθνικού συμβουλίου ισότητας και ενός εθνικού χάρτη για την ισότητα των φύλων, ενώ το Βέλγιο ανήγγειλε τη δημιουργία, εντός του 2003, ενός ινστιτούτου για την ισότητα των ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Τα ΕΣΔ των υπολοίπων κρατών μελών δεν αναφέρονται στους μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφής η βιωσιμότητα της δέσμευσής τους.

Ο τρόπος με τον οποίο εκπληρώνονται οι προαναφερθέντες όροι για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις πολιτικές έχει αντίκτυπο στη δυνατότητα συνεπούς ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου σε όλα τα στάδια των σχεδίων, όπως ζητείται στους κοινούς στόχους.

Περισσότερες στατιστικές αλλά ανεπαρκής ανάλυση με βάση το φύλο και αξιολόγηση του αντίκτυπου σε σχέση με το φύλο

Τα στατιστικά στοιχεία που αναλύονται με βάση το φύλο αποκαλύπτουν την κατάσταση που επικρατεί ως προς το φύλο με δύο τρόπους:

- παρουσίαση των διαφορών μεταξύ ανδρών και γυναικών, οι οποίες πρέπει να αναλυθούν περαιτέρω λαμβάνοντας υπόψη τις εφαρμοζόμενες πολιτικές

- παρακολούθηση των πολιτικών και των μέτρων που στοχεύουν στη μείωση της φτώχειας προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι γυναίκες θα μπορούν να ωφεληθούν από αυτά εξίσου με τους άνδρες, ότι δεν θα οξύνουν τις διαφορές μεταξύ των δύο φύλων και ότι, τουναντίον, προωθούν την ισότητα των φύλων.

Εννέα κράτη μέλη παρουσιάζουν βελτίωση όσον αφορά την παροχή στατιστικών στοιχείων με αναλύσεις ανά φύλο. Έξι κράτη μέλη (Ελλάδα, Γαλλία, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κάτω Χώρες και Λουξεμβούργο) παρουσίασαν πολύ περιορισμένα στατιστικά στοιχεία βάσει φύλου, αν και τα περισσότερα από αυτά διαθέτουν τέτοιου είδους στοιχεία. Η Γαλλία και το Λουξεμβούργο προγραμματίζουν την περαιτέρω επεξεργασία των στοιχείων μέσω των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών τους.

Το δεύτερο βήμα είναι να χρησιμοποιηθούν ενεργά τα εν λόγω στοιχεία για την ανάλυση με βάση το φύλο. Η Σουηδία και η Αυστρία χρησιμοποίησαν τις πληροφορίες που διέθεταν για τα θέματα φύλου σε πολλά κεφάλαια των εθνικών τους σχεδίων δράσης. Το Βέλγιο, η Δανία, η Γερμανία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αξιοποίησαν πλήρως τις δυνατότητες για αναλύσεις βάσει φύλου που τους προσέφεραν οι στατιστικές που είχαν στη διάθεσή τους. Οι αναλύσεις που διενήργησαν η Ιρλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Κάτω Χώρες συνεχίζουν να περιορίζονται κυρίως στην αγορά εργασίας. Η Γερμανία προχώρησε λίγο περισσότερο με τη χρήση του Διαδικτύου. Η Δανία έστρεψε την προσοχή της στα θέματα φύλου σε σχέση με ορισμένες από τις πιο ευάλωτες ομάδες, για τις οποίες τα στατιστικά στοιχεία είναι ακόμα λιγοστά, ενώ προγραμματίζονται νέες έρευνες.

Συνεπώς, συχνά διαπιστώνεται περιορισμένη συνεκτικότητα μεταξύ των στατιστικών στοιχείων που παρουσιάζονται στα ΕΣΔ και των προκλήσεων που εντοπίζονται. Τα στοιχεία όσον αφορά τους κοινούς δείκτες (πρβλ. παράρτημα) παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών σχετικά με τον κίνδυνο φτώχειας που αντιμετωπίζουν ανάλογα με την ηλικία, τους τύπους νοικοκυριού στα οποία ανήκουν και την εκπαίδευση. Αυτές οι διαφορές πρέπει να διερευνηθούν με περαιτέρω ανάλυση με βάση το φύλο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη άλλους παράγοντες, όπως η αεργία, το καθεστώς απασχόλησης, η υγεία και φροντίδα παιδιών και η αυξανόμενη ανάγκη παροχής υπηρεσιών μέριμνας σε άτομα με ειδικές ανάγκες, σοβαρά άρρωστα και ηλικιωμένα άτομα κατ' οίκον.

Το τρίτο βήμα μετά την ανάλυση με βάση το φύλο είναι η αξιολόγηση του αντίκτυπου των πολιτικών και των μέτρων με βάση το φύλο. Οι αξιολογήσεις του αντίκτυπου με βάση το φύλο συμβάλλουν στην αποτελεσματική ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις πολιτικές και επιτρέπουν την πιο εκτεταμένη προσαρμογή των πολιτικών. Οι περιορισμένες αξιολογήσεις του αντίκτυπου με βάση το φύλο συχνά οδηγούν σε μικρής κλίμακας προσαρμογές. Μόνο τρία κράτη μέλη εμπλέκονται στη διεύρυνση του πεδίου της αξιολόγησης του αντίκτυπου με βάση το φύλο. Η Σουηδία και η Δανία έχουν καταστήσει υποχρεωτική αυτήν την προσέγγιση για τις τοπικές τους αρχές. Η Ιρλανδία έχει προωθήσει την αξιολόγηση του αντίκτυπου 130 μέτρων στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος ανάπτυξης.

Σχεδόν πλήρης έλλειψη ποσοτικών στόχων ανά φύλο

Πολύ λίγα κράτη μέλη διαθέτουν ποσοτικούς στόχους οι οποίοι να είναι διαχωρισμένοι με βάση το φύλο, εκτός από τους στόχους που έχουν ήδη τεθεί στην ευρωπαϊκή στρατηγική απασχόλησης. Η Σουηδία καθορίζει τους περισσότερους από τους στόχους της σε σχέση με το φύλο. Η Γερμανία διαθέτει στόχους με βάση το φύλο για την κατάρτιση στον τομέα της πληροφορικής τεχνολογίας και τη χρήση του Διαδικτύου. Η Αυστρία σκοπεύει να γεφυρώσει τις διαφορές όσον αφορά την ελάχιστη σύνταξη μεταξύ των δύο φύλων. Η Ελλάδα έχει θέσει έναν έμμεσο στόχο με βάση το φύλο όσον αφορά τη διαθεσιμότητα υπηρεσιών φύλαξης παιδιών ο οποίος υπερβαίνει τους στόχους που καθορίστηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βαρκελώνης. Το Λουξεμβούργο σχεδιάζει να διδάξει τη λουξεμβουργιανή γλώσσα σε γυναίκες μετανάστριες λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό τους στον πληθυσμό των μεταναστών. Το Ηνωμένο Βασίλειο ποσοτικοποίησε τους στόχους όσον αφορά τους μόνους γονείς και τις εγκυμονούσες έφηβες.

Δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου ποσοτικοποιημένοι στόχοι για τις ευάλωτες ομάδες στις οποίες πολλά κράτη μέλη εστίασαν τις προτεραιότητές τους όσον αφορά τη διάσταση του φύλου στα εθνικά σχέδια δράσης τους.

Ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στους κοινούς στόχους: εξακολουθεί να περιορίζεται στην απασχόληση με ιδιαίτερη μέριμνα για τις πιο ευάλωτες ομάδες ανδρών και γυναικών

Η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις πολιτικές συνεπάγεται την ίση μεταχείριση στις διατάξεις πολιτικής. Πρόσθετα συγκεκριμένα μέτρα μπορούν να ληφθούν για την πρόληψη ή αντιστάθμιση τυχόν μειονεκτημάτων που θα παραμείνουν και τα οποία θεωρείται ότι συνδέονται με το φύλο. Η βιωσιμότητα αυτών των προσαρμογών πρέπει να αναλυθεί προσεκτικά. Όταν διαπιστώνονται περικοπές στους προϋπολογισμούς, το πιο πιθανό είναι να διακοπεί η εφαρμογή τους.

Η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις πολιτικές αναπτύσσεται καλύτερα στον τομέα της απασχόλησης, δεδομένου ότι σε αυτόν τον τομέα έχει δοθεί ώθηση μέσω της ευρωπαϊκής στρατηγικής απασχόλησης, όπως συνέβη επίσης στα προηγούμενα ΕΣΔ. Επιπλέον, αυτή τη φορά δίνεται ελαφρώς περισσότερη προσοχή στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες που ανήκουν σε ομάδες χαμηλού εισοδήματος. Οι δυσκολίες των μόνων γονέων απασχολούν επίσης διαρκώς τα περισσότερα ΕΣΔ, όπως συνέβαινε και κατά το παρελθόν.

Συγκεκριμένα μέτρα λαμβάνονται στον τομέα του συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, με μεγαλύτερη έμφαση στη βελτίωση της παροχής και της διαθεσιμότητας των υπηρεσιών παιδικής φροντίδας (βλ. κεφ. απασχόληση). Πρόκειται για έναν τομέα στον οποίο ο κίνδυνος λήψης αλληλοσυγκρουόμενων μέτρων αυξάνεται από την έλλειψη ή την ανεπάρκεια της αξιολόγησης του αντίκτυπου με βάση το φύλο. Μερικά βήματα οπισθοδρόμησης έχουν σημειωθεί μετά τα ΕΣΔ για το 2001, π.χ. όσον αφορά τη διασφάλιση ίσων δικαιωμάτων για τους εργαζόμενους πατέρες στην Πορτογαλία.

Επίσης, ελάχιστη προσοχή δίνεται στην ανισότητα μεταξύ των δύο φύλων όσον αφορά την πρόσβαση σε εισόδημα και πόρους, καθώς και στην έλλειψη μέτρων αντιμετώπισης αυτής της κατάστασης. Συχνά απουσιάζει μια συνολική αξιολόγηση του αντίκτυπου με βάση το φύλο των μέτρων που λαμβάνονται στα συστήματα απασχόλησης, συνδυασμού οικογένειας και εργασίας και συνταξιοδότησης, η οποία, εφόσον υπήρχε, θα μπορούσε να συμβάλει στη βελτίωση της κατάστασης των ηλικιωμένων γυναικών που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον κίνδυνο φτώχειας.

Στα περισσότερα ΕΣΔ, η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου είναι αποδυναμωμένη, με εξαίρεση τα θέματα απασχόλησης. Η διάσταση του φύλου εξετάζεται κυρίως μέσω συγκεκριμένων μέτρων, τα οποία συχνά συνδέονται με την ενίσχυση των ευάλωτων ομάδων γυναικών (ορισμένες φορές ανδρών).

Συγκεκριμένα μέτρα καλύπτουν πρωτοβουλίες οι οποίες συνδέονται με τα προβλήματα των σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων, όπως η ενδοοικογενειακή βία (σε όλες τις χώρες εκτός από το Βέλγιο και τις Κάτω Χώρες), η σωματεμπορία και η πορνεία (Φινλανδία, Γαλλία, Ελλάδα, Δανία), και οι εφηβικές εγκυμοσύνες (Ηνωμένο Βασίλειο μόνο). Οι δράσεις επικεντρώνονται κυρίως στα θύματα, ενώ η πρόληψη, με τη συμπερίληψη και των δραστών, δεν είναι ακόμα συνήθης.

Το φύλο και οι αναπηρίες συνδυάζονται στην Αυστρία, τη Γερμανία, τη Δανία και τη Γαλλία. Περισσότερη προσοχή δίνεται στους μετανάστες και στις μετανάστριες στην Αυστρία, την Ελλάδα, τη Γαλλία, τη Δανία, και το Λουξεμβούργο (βλ. κεφάλαιο 4.4.1). Ενώ οι Κάτω Χώρες θεωρούν τις μεγαλύτερης ηλικίας ανύπανδρες γυναίκες, τις (μεγαλύτερης ηλικίας) γυναίκες από εθνοτικές μειονότητες και τους μόνους γονείς ως ομάδες κινδύνου, σε γενικές γραμμές ελάχιστη είναι η ενσωμάτωση των πολιτικών κοινωνικής ένταξης και των θεμάτων φύλου στα ΕΣΔ, ενώ η διάσταση του φύλου δεν απεικονίζεται ιδιαιτέρως στις προτεινόμενες πολιτικές.

Η ενασχόληση με τα θέματα φύλου μεταξύ των ενδιαφερομένων φορέων εξακολουθεί να είναι περιορισμένη σε πολλά ΕΣΔ

Τα κράτη μέλη κλήθηκαν να ενσωματώσουν τη διάσταση του φύλου στην κινητοποίηση των ενδιαφερομένων φορέων. Μόνο η Ισπανία και η Ιρλανδία αναφέρουν ρητώς τη διαβούλευση με τις επιτροπές ισότητας. Η Ιρλανδία έχει αναπτύξει μια πολύπλοκη θεσμική δομή η οποία περιλαμβάνει, σε συμβουλευτικό επίπεδο, την αρχή ισότητας και τις εθνικές οργανώσεις γυναικών. Ενδέχεται επίσης να ερωτήθηκαν οι υπηρεσίες για θέματα φύλου ή οι οργανώσεις για θέματα ισότητας σε ορισμένες άλλες χώρες στις οποίες αυτή η διαδικασία αποτελεί τη συνήθη πρακτική. Η συμμετοχή ΜΚΟ οι οποίες ασχολούνται με τα θέματα φύλου είναι πολύ περιορισμένη (αναφέρεται μόνο από την Ιρλανδία και την Ισπανία). Στην Ιρλανδία, οι ενδιαφερόμενοι φορείς για την ισότητα των φύλων εμφανίζονται να συμμετέχουν σε κάθε στάδιο, κατά τον σχεδιασμό, την υλοποίηση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των διαφόρων μέτρων. Όσον αφορά τη συμμετοχή ανδρών και γυναικών που πλήττονται από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, το Ηνωμένο Βασίλειο διοργάνωσε διαβουλεύσεις στις οποίες συζητήθηκαν τα θέματα που σχετίζονται με το φύλο, όπως τα επιδόματα με βάση το εισόδημα, η παιδική μέριμνα, η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας, η χαμηλόμισθη εργασία, η περιστασιακή και άτυπη εργασία και τα άτομα που εργάζονται κατ' οίκον.

10. ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΔΕΙΚΤΩΝ

Ιστορικό

Οι δείκτες αποτελούν βασικό μέσο της ανοικτής μεθόδου συντονισμού καθώς συμβάλλουν στην παρακολούθηση της προόδου προς την επίτευξη των κοινών στόχων και τον υπολογισμό των μελλοντικών προκλήσεων. Η σημασία των δεικτών τονίστηκε ήδη στη Λισσαβόνα, όταν το Συμβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει ετήσιες εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο της επίτευξης των στρατηγικών στόχων της Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας κάλεσε ρητώς τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να αναπτύξουν από κοινού συμφωνηθέντες δείκτες για την παρακολούθηση της προόδου όσον αφορά την επίτευξη των στόχων καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας. Η σύσταση αυτή ενισχύθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Στοκχόλμης, τον Μάρτιο του 2001, το οποίο έδωσε στο Συμβούλιο την εντολή να βελτιώσει την παρακολούθηση των δράσεων αντιμετώπισης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού μέσω της επίτευξης συμφωνίας για μια δέσμη δεικτών κοινωνικής ένταξης έως το τέλος του 2001. Η αποστολή ανάπτυξης αυτής της δέσμης δεικτών ανελήφθη από την Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας, ειδικότερα δε από την υπο-ομάδα «Δείκτες», η οποία συστήθηκε τον Φεβρουάριο του 2001.

Τον Δεκέμβριο του 2001, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λάκεν προσυπέγραψε την πρώτη δέσμη 18 δεικτών κοινωνικού αποκλεισμού και φτώχειας, η οποία περιλαμβάνει δύο επίπεδα, αυτό των πρωτευόντων δεικτών, αποτελούμενο από 10 κύριους δείκτες - οι οποίοι καλύπτουν τους ευρείς τομείς που θεωρούνται ως οι πλέον σημαντικοί παράγοντες που οδηγούν στον κοινωνικό αποκλεισμό - και από το επίπεδο των 8 δευτερευόντων δεικτών - οι οποίοι συμπληρώνουν τους κύριους δείκτες και περιγράφουν άλλες διαστάσεις του προβλήματος.

Κατά τον καθορισμό των μεθοδολογικών αρχών για την επιλογή των δεικτών, η Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας τόνισε καταρχάς ότι το χαρτοφυλάκιο δεικτών της ΕΕ θα καλύπτει πολλές διαφορετικές πτυχές και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξετάζεται ως ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά τη φύση των ίδιων των δεικτών, η σημαντικότερη αρχή είναι ότι οι κοινοί δείκτες πρέπει να εξετάζουν τα κοινωνικά αποτελέσματα και όχι τα μέσα επίτευξής τους. Ο λόγος γι' αυτό είναι ότι ένας δείκτης ο οποίος αντιπροσωπεύει απλώς την προσπάθεια χάραξης πολιτικής δεν βοηθά ιδιαίτερα, εάν δεν δηλώνεται κατά πόσον η προσπάθεια αυτή επιτυγχάνει τον στόχο της. Επιπλέον, λόγω της ίδιας της φύσης της ανοικτής μεθόδου συντονισμού, τα κράτη μέλη έρχονται σε συμφωνία όσον αφορά τους δείκτες με τους οποίους θα αξιολογείται η απόδοση, αλλά είναι ελεύθερα να επιλέξουν τις πολιτικές με τις οποίες θα επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί. Δύο άλλες σημαντικές μεθοδολογικές αρχές είναι ότι ένας δείκτης πρέπει να αντικατοπτρίζει τον αντίκτυπο των παρεμβάσεων πολιτικής και ότι πρέπει να έχει σαφή και αποδεκτή κανονιστική ερμηνεία. Τούτο σημαίνει αφενός ότι οι δείκτες πρέπει να έχουν τέτοια μορφή ώστε να μπορούν να συσχετισθούν με τις πρωτοβουλίες πολιτικής και, αφετέρου, ότι πρέπει να συμφωνηθεί ότι η μετατόπιση προς συγκεκριμένη κατεύθυνση δηλώνει τη βελτίωση ή την επιδείνωση των κοινωνικών αποτελεσμάτων. Οι υπόλοιπες μεθοδολογικές αρχές είναι περισσότερο σαφείς - π.χ. ότι οι δείκτες πρέπει να είναι ισχυροί και έγκυροι από στατιστική άποψη, ότι πρέπει να είναι μετρήσιμοι κατά τρόπον επαρκώς συγκρίσιμο στα κράτη μέλη και ότι πρέπει να είναι επίκαιροι και να επιδέχονται επαναπροσδιορισμό.

Βάσει των παραπάνω αρχών μεθοδολογίας, η υπο-ομάδα Δείκτες εξακολούθησε το έργο της κατά το προηγούμενο έτος, με στόχο να τελειοποιήσει και να εδραιώσει τον αρχικό κατάλογο των «δεικτών του Λάκεν». Επεσήμανε την ανάγκη ιδιαίτερης εστίασης στα παιδιά κατά την ανάλυση των κοινών δεικτών, και τη σταθερή ύπαρξη, για το σκοπό αυτό, ανάλυσης όλων των δεικτών του Λάκεν με βάση την ηλικία, όταν αυτό είναι συναφές και μπορεί να οδηγήσει σε χρήσιμα συμπεράσματα (εφόσον η εν λόγω ανάλυση είναι έγκυρη από στατιστικής άποψης). καθόρισε εκ νέου τον δείκτη του πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριά ανέργων και πρόσθεσε έναν νέο δείκτη, αυτόν των εργαζομένων φτωχών. Ο κατάλογος των κοινών δεικτών, όπως εγκρίθηκε από την Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας τον Ιούλιο του 2003, περιλαμβάνεται στο στατιστικό παράρτημα.

Η χρησιμοποίηση των κοινών δεικτών στα ΕΣΔ

Τα κράτη μέλη κλήθηκαν να χρησιμοποιήσουν τους κοινούς δείκτες στα σχέδια. κλήθηκαν επίσης να χρησιμοποιήσουν τους δείκτες τρίτου επιπέδου που καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο, ούτως ώστε να επισημάνουν τυχόν ιδιαιτερότητες σε συγκεκριμένους τομείς, ιδίως σε τομείς που δεν καλύπτονται επαρκώς από τους κοινούς δείκτες, και να υποβοηθήσουν την ερμηνεία των πρωτευόντων και δευτερευόντων δεικτών. Δεδομένου ότι η Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας δεν κατόρθωσε ακόμα να υποβάλει πρόταση για τον καθορισμό από κοινού συμφωνηθέντος δείκτη για τη βασική διάσταση της στέγασης, συμφωνήθηκε η διάσταση αυτή να καλυφθεί στα ΕΣΔ μέσω τριτογενών δεικτών, δηλαδή να περιγραφούν τα ζητήματα αξιοπρεπών συνθηκών στέγασης, κόστους στέγασης, και έλλειψης στέγης, καθώς και άλλων συνθηκών προβληματικής στέγασης.

Οι κοινοί δείκτες χρησιμοποιούνται σε όλα τα ΕΣΔ. Αυτό συμβαίνει με ποικίλους τρόπους και σε διαφορετικό βαθμό. Πολλά κράτη μέλη (Βέλγιο, Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Πορτογαλία και Φινλανδία) προβαίνουν σε εκτενή ανάλυση της κατάστασης φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, με βάση τόσο τους κοινούς δείκτες όσο και τους εθνικούς δείκτες οι οποίοι είτε υποστηρίζουν τους πρώτους είτε επισημαίνουν διάφορες πτυχές που σχετίζονται με την κατάσταση που επικρατεί σε εθνικό επίπεδο. Ωστόσο, η ανάλυση αυτή μετά βίας ενσωματώνεται στον πυρήνα του εθνικού σχεδίου δράσης, ήτοι στη χάραξη της στρατηγικής πολιτικής για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας. Πράγματι, η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία θέτουν συνολικούς ποσοτικούς στόχους για τη μείωση του ποσοστού κινδύνου φτώχειας. επιπλέον, η Ελλάδα χρησιμοποιεί τους δείκτες για τον καθορισμό των μειζόνων προκλήσεων που αντιμετωπίζει, και περιλαμβάνει ειδικούς ποσοτικούς στόχους για τους ηλικιωμένους και τα παιδιά. Ωστόσο, ούτε οι δείκτες χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της πολιτικής ή για τον μελλοντικό σχεδιασμό, ούτε οι ενδιάμεσοι στόχοι χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του χρονοδιαγράμματος του σχεδίου.

Από την άλλη μεριά, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο χρησιμοποιούν ευρέως τους κοινούς δείκτες μαζί με τους εθνικούς ορισμούς της φτώχειας που χρησιμοποιούν στις δικές τους εθνικές στρατηγικές για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας. Οι εν λόγω χώρες έδωσαν επίσης τα πλέον αναλυτικά στοιχεία όσον αφορά τον καθορισμό στόχων σε ευρύ φάσμα τομέων πολιτικής οι οποίοι καλύπτονται από τους κοινούς στόχους. Ωστόσο, βασίστηκαν κυρίως στους εθνικούς δείκτες και στον παραδοσιακό τρόπο χάραξης εθνικής πολιτικής και παρακολούθησης στον τομέα της κοινωνικής ένταξης. Το γαλλικό ΕΣΔ επίσης δίνει έμφαση στους δείκτες: παρουσιάζεται ένα πλούσιο σύστημα δεικτών - στο οποίο συνδυάζονται οι κοινοί και οι εθνικοί δείκτες, οι δείκτες τελικού αποτελέσματος και οι δείκτες πολιτικής - για τη συνέχιση του σχεδίου.

Η Αυστρία, η Δανία, η Γερμανία και οι Κάτω Χώρες χρησιμοποιούν περιορισμένα τους κοινούς δείκτες, για διάφορους λόγους. Το ΕΣΔ της Δανίας εστιάζει ιδιαίτερα στις πιο ευάλωτες ομάδες, οι οποίες είτε δεν καλύπτονται καθόλου είτε καλύπτονται ελάχιστα από τους δείκτες του Λάκεν. Αντιθέτως, στα ΕΣΔ της Αυστρίας και της Γερμανίας οι δείκτες θεωρούνται μόνο ως μέσα που παρέχουν το πλαίσιο ανάλυσης. Τέλος, το ΕΣΔ των Κάτω Χωρών χρησιμοποιεί τους δείκτες του Λάκεν μόνο με σκοπό τη συγκριτική αξιολόγηση της απόδοσης της των Κάτων Χωρών έναντι της απόδοσης των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. κατά την ανάπτυξη της στρατηγικής, χρησιμοποιούνται ευρέως εθνικοί δείκτες, οι οποίοι ως επί το πλείστον συνδέονται με την πολιτική. Ακόμα και το ποσοστό των ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια υπολογίζεται βάσει του εθνικού επιπέδου του ελάχιστου εισοδήματος (το κατώτατο όριο καθορίζεται στο 101% αυτού του επιπέδου).

Η χρησιμοποίηση των δεικτών στο ΕΣΔ των Κάτω Χωρών εγείρει το ζήτημα της έλλειψης σαφούς δεσμού μεταξύ των κοινών δεικτών και των μέσων πολιτικής. Στο ΕΣΔ επισημαίνεται, λόγου χάρη, ο αντίκτυπος του οικονομικού κύκλου στα αποτελέσματα, πράγμα το οποίο δεν μπορούν να ελέγξουν τα όργανα χάραξης πολιτικής. Επιπλέον, σε τομείς όπου η κεντρική κυβέρνηση δεν έχει μεγάλη επιρροή, το ΕΣΔ των Κάτω Χωρών επιλέγει ποιοτικούς ως επί το πλείστον δείκτες, οι οποίοι σχετίζονται με την πολιτική. Αυτές οι ενστάσεις στη χρησιμοποίηση κοινών δεικτών δικαιολογούνται μόνο έως έναν βαθμό. Οι πρωτοβουλίες πολιτικής στον τομέα της στρατηγικής για την απασχόληση αντιμετωπίζουν εν πολλοίς τα ίδια προβλήματα με τις πολιτικές στον τομέα της κοινωνικής ένταξης: δηλαδή, η απόδοση ως προς την αύξηση της απασχόλησης και του εργατικού δυναμικού σχετίζεται στενά με τις οικονομικές και δημογραφικές εξελίξεις. ωστόσο, η χρησιμοποίηση δεικτών (και στόχων) απόδοσης είναι περισσότερο παγιωμένη και υπάρχει θεωρητικό υπόβαθρο για τη στήριξη των εν λόγω δεικτών. Κατά συνέπεια, η χρήση τους στη χάραξη πολιτικών είναι λιγότερο αμφισβητούμενη και η σχετική στατιστική ικανότητα πιο παγιωμένη.

Πρέπει να αναγνωριστεί ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά πρακτικά ζητήματα, τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν πριν από την πλήρη χρησιμοποίηση των κοινών δεικτών για την έμπρακτη αξιολόγηση της απόδοσης. Αυτά αφορούν κυρίως την εγκυρότητα και την έγκαιρη συλλογή των δεδομένων. Πολλοί δείκτες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού προέρχονται από το Ευρωπαϊκό πάνελ για τα νοικοκυριά (ECHP), την πανευρωπαϊκή εναρμονισμένη έρευνα για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης. Η χρήση της παραπάνω πηγής για το σκοπό αυτό αναγνωρίστηκε ρητά στο ευρωπαϊκό συμβούλιο του Λάκεν το 2001. Ένα νέο εργαλείο συλλογής στοιχείων, οι κοινοτικές στατιστικές για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης (EU-SILC), πρόκειται σύντομα να αντικαταστήσουν το ECHP ως πηγή αναφοράς στατιστικών στοιχείων σχετικά με το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης στην ΕΕ. Χάρη στη σημαντική επένδυση στην αύξηση της στατιστικής ικανότητας, το εν λόγω σύστημα αναμένεται να αντιμετωπίσει ορισμένες από τις γνωστές αδυναμίες του ECHP. Για παράδειγμα, είναι σημαντικό ότι στο μέλλον τα ποσοστά φτώχειας θα μπορούν υπολογίζονται λαμβάνοντας υπόψη την αξία των τεκμαρτών ενοικίων για τους ιδιοκτήτες κατοικιών. πρέπει επίσης να βελτιωθούν τα δεδομένα σχετικά με το ακαθάριστο εισόδημα λαμβάνοντας υπόψη διάφορες συνιστώσες, ώστε να υπάρξει δυνατότητα υπολογισμού του δείκτη κινδύνου φτώχειας πριν από τις κοινωνικές παροχές, σε ακαθάριστη βάση. τέλος, πρέπει επίσης να καταβληθεί προσπάθεια για την έγκαιρη συλλογή των στοιχείων.

Η χρησιμοποίηση τριτογενών ή εθνικών δεικτών

Στα ΕΣΔ χρησιμοποιήθηκαν αρκετοί δείκτες τρίτου επιπέδου.

Εκτός από τους ορισμούς των κοινών δεικτών, ορισμένα κράτη μέλη χρησιμοποίησαν διαφορετικούς ορισμούς και/ή εναλλακτικές πηγές στοιχείων για τον υπολογισμό και τον χαρακτηρισμό των τρεχόντων επιπέδων φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Για παράδειγμα, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο χρησιμοποιούν εθνικές πηγές στοιχείων για τον υπολογισμό των δεικτών εισοδηματικής φτώχειας, διότι παρέχουν πιο επίκαιρα αποτελέσματα. Παρουσιάζεται επίσης ανάλυση ευαισθησίας της χρησιμοποίησης αυτών των διαφορετικών πηγών και ορισμών. Η Ελλάδα και η Ιταλία ορίζουν τον κίνδυνο σχετικής φτώχειας με βάση το εισόδημα (ορισμός του Λάκεν) και την κατανάλωση, και αναφέρουν ότι χρησιμοποιούν την κατανάλωση επειδή τα πρότυπα κατανάλωσης είναι ενδεχομένως πιο σταθερά και επειδή η κατανάλωση αντανακλά πιστότερα το πραγματικό βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών. Η υψηλή αναλογία αυτοαπασχολουμένων, καθώς και η σημαντική θέση της ιδιόκτητης κατοικίας, ακόμα και για τα φτωχά νοικοκυριά, στις χώρες αυτές αποτελούν επιπλέον επιχειρήματα υπέρ της χρησιμοποίησης δεικτών που βασίζονται στην κατανάλωση. Ωστόσο, η δυνατότητα της χρησιμοποίησης των καταναλωτικών δαπανών για τη μέτρηση του κινδύνου φτώχειας, συζητήθηκε επί μακρόν σε επίπεδο ΕΕ και τελικά απορρίφθηκε, τόσο για θεωρητικούς όσο και για πρακτικούς λόγους. Οι δαπάνες αντικατοπτρίζουν επιλογές όχι ευκαιρίες και συνεπώς δεν αποτελούν καλό δείκτη των πόρων του νοικοκυριού. Επιπλέον οι έρευνες για τον προσδιορισμό των δαπανών των νοικοκυριών δεν έχουν εναρμονιστεί πλήρως.

Ορισμένες χώρες αναφέρουν επίσης τους εθνικούς δείκτες της απόλυτης φτώχειας (Ιταλία), μη χρηματικούς δείκτες των συνθηκών διαβίωσης (Βέλγιο, Ιταλία, Γαλλία), ή ακόμα και δείκτες για όσους θεωρούν εαυτούς θύματα της φτώχειας ή της στέρησης (Βέλγιο, Ιταλία). Η Ιρλανδία χρησιμοποιεί το δείκτη της διαρκούς φτώχειας, που αποτελεί έναν συνδυασμό των δεικτών σχετικού εισοδήματος και στέρησης και ο οποίος πιστεύεται ότι δίνει ακριβέστερη εικόνα της κατηγορίας του πληθυσμού που αντιμετωπίζει γενικευμένη στέρηση λόγω έλλειψης πόρων και όχι μόνο λόγω εισοδηματικής φτώχειας. Τέτοιοι δείκτες συμπληρώνουν ασφαλώς με χρήσιμες πληροφορίες τον δείκτη σχετικής φτώχειας. Ειδικότερα, η Ιρλανδία χρησιμοποιεί τη σύγκριση των τάσεων του ποσοστού κινδύνου μόνιμης φτώχειας συναρτήσει του χρόνου και του κινδύνου σχετικής φτώχειας, για να επισημάνει την ενίοτε προ-κυκλική φύση του δεύτερου (βλέπε επίσης κεφάλαιο 1, Σχήμα 7).

Σε ορισμένες περιπτώσεις (Βέλγιο, Ελλάδα, Γαλλία, Ιταλία), η υπο-εθνική διάσταση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού περιγράφεται μέσω της ανάλυσης των κοινών δεικτών ανά περιφέρεια. Ιδίως η Ελλάδα κάνει τη διάκριση μεταξύ των αγροτικών και των αστικών περιοχών, δίνοντας έμφαση στη διαφορετική φύση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στις μεν και στις δε.

Τα περισσότερα κράτη μέλη χρησιμοποίησαν δείκτες που σχετίζονται με τις πολιτικές, οι οποίοι μπορούν να ενσωματώνονται ευκολότερα στο πλαίσιο της ανάπτυξης στρατηγικής πολιτικής. Παραδείγματα τέτοιων δεικτών είναι ο αριθμός των ανέργων ή των μακροχρόνια ανέργων οι οποίοι υποβοηθούνται από κάποιο μέτρο πολιτικής για την αγοράς εργασίας, ο αριθμός των διαθέσιμων εργατικών κατοικιών και το ποσό των επιδομάτων ελάχιστου εισοδήματος. Στην ουσία, η διάκριση μεταξύ δεικτών καταβληθείσας προσπάθειας και δεικτών τελικής απόδοσης δεν είναι πάντοτε σαφής, και ορισμένοι δείκτες είναι μάλλον δείκτες «ενδιάμεσης απόδοσης». Τέτοιοι δείκτες εκφράζουν αφενός την προσπάθεια χάραξης πολιτικής προς όφελος των ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια και, αφετέρου, τον αντίκτυπο των κοινωνικών πολιτικών καθώς και του οικονομικού περιβάλλοντος γενικότερα. Οι δείκτες του βαθμού εξάρτησης από επιδόματα - οι οποίοι χρησιμοποιούνται ευρέως στα ΕΣΔ - αποτελούν παράδειγμα αυτού του τύπου δεικτών. Ακόμα και ο δείκτης της «πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου» που καθορίστηκε στο Λάκεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει περισσότερο στην κατηγορία των δεικτών ενδιάμεσης απόδοσης, παρά σε αυτή των δεικτών τελικής απόδοσης με την αυστηρή σημασία του όρου.

Τέλος, στους τομείς της υγείας και της στέγασης χρησιμοποιήθηκαν ορισμένοι ενδιαφέροντες δείκτες. Στον τομέα της στέγασης, ορισμένα ΕΣΔ θίγουν τα ζητήματα των αξιοπρεπών συνθηκών στέγασης, του κόστους στέγασης και της έλλειψης στέγης. Στον τομέα της υγείας, πολλά κράτη μέλη παρέχουν πληροφορίες σχετικά με το προσδόκιμο ζωής βάσει της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης (μέσω μιας ευρείας ταξινόμησης με βάση τον τύπο εργασίας). Τα ΕΣΔ του Βελγίου και της Γαλλίας παρουσιάζουν αρκετούς δείκτες απόδοσης στον τομέα της υγείας και της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη με βάση την κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Βασίζονται σε μια ειδική έρευνα για την υγεία, η οποία πρέπει να αναλυθεί λεπτομερώς προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον μπορεί να διεξαχθεί και σε άλλες χώρες.

Ενδείξεις για μελλοντικές εξελίξεις σε επίπεδο ΕΕ

Σε αυτόν τον δεύτερο γύρο ΕΣΔ/ένταξη, αναμενόταν από τα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν για πρώτη φορά τούς από κοινού συμφωνηθέντες δείκτες της ΕΕ, για να στηρίξουν τόσο την ανάλυση της κοινωνικής κατάστασης όσο και την παρακολούθηση της προόδου όσον αφορά την επίτευξη των ανακοινωθέντων στόχων πολιτικής. Η αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν οι δείκτες στα ΕΣΔ συνιστά πολύτιμη ευκαιρία για την Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας, και ειδικότερα της υποομάδας Δείκτες, ώστε να αντληθούν διδάγματα για το μελλοντικό έργο της στον τομέα της κοινωνικής ένταξης.

Μολονότι οι δείκτες του καταλόγου ανταποκρίθηκαν εν γένει καλά στις παραπάνω προσδοκίες, είναι σαφές ότι οι δείκτες της ΕΕ τείνουν να ευνοούνται πολύ περισσότερο ως μέσο για διεθνείς συγκρίσεις στο πλαίσιο της ανάλυσης της κατάστασης φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, παρά ως μέσο για παρακολούθηση των πολιτικών.

Η έλλειψη σαφούς δεσμού μεταξύ των κοινών δεικτών και των μέσων πολιτικής αποτελεί προφανή αιτία για αυτό, και απαιτήθηκε η χρησιμοποίηση εθνικών ή τριτογενών δεικτών που σχετίζονται με την πολιτική, προκειμένου να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα. Εντούτοις, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο παρών κατάλογος κοινών δεικτών χρήζει βελτιώσεων και, πάνω απ' όλα, ότι πρέπει να βελτιωθεί η στατιστική ικανότητα υπολογισμού τους.

Εξετάζοντας συνολικά τον παρόντα κατάλογο κοινών δεικτών, η ιδέα του κοινωνικού αποκλεισμού που προκύπτει μοιάζει να σχετίζεται με την έλλειψη εισοδήματος, την εισοδηματική ανισότητα, την έλλειψη απασχόλησης και την έλλειψη επαρκούς μορφωτικού επιπέδου. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι αυτές είναι μερικές από τις βασικές διαστάσεις του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας, αλλά κάποιοι άλλοι τομείς - όπως η υγεία, οι συνθήκες διαβίωσης και η στέγαση - δεν καλύπτονται ακόμα επαρκώς και απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες ώστε να ληφθούν υπόψη. Επιπλέον, θα ήταν χρήσιμο να γίνει περισσότερο κατανοητή η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός στο υπο-εθνικό επίπεδο. Σε όλους αυτούς τους τομείς, πάντως, ένας συνδυασμός παραγόντων - διαφορετικά στοιχεία καθώς και θεσμικές διαφορές σε ολόκληρη την ΕΕ - εξακολουθούν να καθιστούν δύσκολο τον καθορισμό κοινών δεικτών οι οποίοι να μπορούν να χρησιμοποιηθούν και στα 15 κράτη μέλη.

Συνεπώς, η μείζων συγκεκριμένη πρόκληση που τίθεται είναι αυτή της στατιστικής ικανότητας. Τόσο σε κοινοτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο, είναι σαφές ότι υπάρχουν μεγάλα χάσματα στη διαθεσιμότητα στοιχείων. Αυτό ισχύει ιδίως όσον αφορά τις ευάλωτες ομάδες, όπου ορισμένα ΕΣΔ/ένταξη δεν διαθέτουν βασικές ποσοτικές πληροφορίες για διάφορες ομάδες που δεν μπορούν να εντοπιστούν μέσω συμβατικών ερευνών για τα νοικοκυριά, όπως αλκοολικοί, τοξικομανείς, άστεγοι, εθνοτικές μειονότητες, κλπ.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δίδεται προτεραιότητα στη βελτίωση των υφιστάμενων ευρωπαϊκών βάσεων δεδομένων. Ιδιαίτερα, οι νέες κοινοτικές στατιστικές για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης (EU-SILC) πρέπει οπωσδήποτε να παράσχουν επίκαιρες και αξιόπιστες στατιστικές και να εφαρμοστούν ενεργά από όλες τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες με την υποστήριξη των τμημάτων χάραξης πολιτικής (ως χρηστών). Εν των μεταξύ, είναι επίσης σημαντικό η μετάβαση από το σύστημα ECHP στο EU-SILC να διασφαλιστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

11. ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΟΡΘΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ

Η διάδοση παραδειγμάτων ορθών ή βέλτιστων πρακτικών είναι βασικό στοιχείο της ανοικτής μεθόδου συντονισμού για την κοινωνική ένταξη. Καθιστά δυνατή την αμοιβαία διαδικασία μάθησης μεταξύ των κρατών μελών, η οποία βασίζεται στη συστηματική ανταλλαγή εμπειριών από την υλοποίηση νέων ή εκ βάθρων ανανεωμένων πολιτικών ή θεσμικών μηχανισμών. Σε συνδυασμό με την παρουσίαση των αποτελεσμάτων των αξιολογήσεων που διενεργήθηκαν και των πληροφοριών σχετικά με τις μεθόδους επίτευξης αυτών των αποτελεσμάτων, αναμένεται να διευκολύνει το σχεδιασμό μεταρρυθμίσεων ή την εφαρμογή ολοκληρωμένων «προτύπων» πολυδιάστατων προσεγγίσεων και κινητοποίησης του συνόλου των παραγόντων, τα οποία θεωρούνται ιδιαιτέρως αποτελεσματικά.

Στα ΕΣΔ για την περίοδο 2003-2005 εμφανίζονται οι τομείς στους οποίους τα κράτη μέλη καταβάλλουν τις μεγαλύτερες προσπάθειες κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών για την ανανέωση της υλοποίησης των πολιτικών τους, σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο.

Στην κορυφή των τομέων τους οποίους αφορούν οι νέες εμπειρίες «ορθών πρακτικών» τοποθετούνται οι δράσεις στήριξης της επιστροφής ή της εισόδου σε μια θέση εργασίας των ατόμων που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες. Έτσι, περιγράφονται δεκατρία προγράμματα, τα οποία αφορούν επίσης τα άτομα με ειδικές ανάγκες, τα άτομα τα οποία έμειναν εκτός απασχόλησης για μεγάλο χρονικό διάστημα, κυρίως λόγω ασθενείας, τους μακροχρόνια άνεργους και τους αποδέκτες κοινωνικών επιδομάτων, καθώς και τους νέους.

Δίνεται επίσης έμφαση από μεγάλο αριθμό κρατών μελών στις εμπειρίες τοπικής κινητοποίησης όλων των παραγόντων και των δημοσίων αρχών για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας. Περιγράφονται δε δέκα παραδείγματα τέτοιας κινητοποίησης.

Η προστασία των παιδιών και η πρόληψη του κινδύνου αποκλεισμού των οικογενειών αποτελεί επίσης αντικείμενο εξαιρετικά εκτενούς παρουσίασης ορθών πρακτικών. Επτά εμπειρίες ή νέες πολιτικές τονίζονται ιδιαιτέρως.

Η αρωγή και η κατ' οίκον μέριμνα για εξαρτημένους ηλικιωμένους δεν παραμελείται. Παρουσιάζονται τρία σχετικά προγράμματα.

Οι δράσεις υποδοχής, προσανατολισμού, στέγασης ή επανεγκατάστασης των αστέγων αποτελούν το αντικείμενο τεσσάρων παρουσιάσεων.

Παραδείγματα ορθής πρακτικής στον τομέα της πρόληψης και της αντιμετώπισης της υπερχρέωσης παρουσιάζονται σε τρία ΕΣΔ/ένταξη.

Παραδείγματα ορθής πρακτικής στον τομέα της ένταξης των μεταναστών παρουσιάζονται σε δύο ΕΣΔ/ένταξη.

Η ενίσχυση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη και στις δημόσιες αρχές αποτελεί αντικείμενο τεσσάρων προγραμμάτων.

Η ενίσχυση του διαλόγου και της εταιρικής σχέσης με τις ΜΚΟ και τα άτομα που υφίστανται κοινωνικό αποκλεισμό και φτώχεια αποτελεί τον στόχο τριών προγραμμάτων.

Για τους τομείς της πολιτιστικής συνεργασίας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής έρευνας, της επισιτιστικής βοήθειας, της βίας εις βάρος των γυναικών, της υποστήριξης των τοξικομανών και της ανάπλασης των χώρων κατασκήνωσης δόθηκε από ένα παράδειγμα ορθής πρακτικής.

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

ΜΕΡΟΣ II - Τα Κρατη Μελη

ΒΕΛΓΙΟ

Κατάσταση και βασικές τάσεις: η δυσχερής οικονομική κατάσταση από το 2000 είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση μακροχρόνιας ανεργίας και ανεργίας στους νέους η οποία αντιστάθμισε τις προσπάθειες της κυβέρνησης του Βελγίου να εφαρμόσει το πρόγραμμά της για ενεργό κοινωνικό κράτος. Παρόλα αυτά, το Βέλγιο συνδύασε βελτιώσεις στην κοινωνική προστασία με τη λήψη μέτρων για την ανάπτυξη δραστήριας αγοράς εργασίας. Το 2001, 13% του πληθυσμού απειλούνταν από τη φτώχεια, με τον μέσο όρο της ΕΕ να βρίσκεται στο 15%. Εάν δεν είχαν πραγματοποιηθεί μεταβιβάσεις, το ποσοστό αυτό θα ήταν 38%. Πρόσφατα ανέλαβε καθήκοντα νέα ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τον Απρίλιο του 2004 θα δημοσιευθεί ενημερωμένο ΕΣΔ.

Επιτευχθείσα πρόοδος την περίοδο 2001-2003: από τα 300 μέτρα που περιλαμβάνονται στο ΕΣΔ του 2001 εφαρμόσθηκαν ή εκπονούνται τα δύο τρίτα, μολονότι είναι δύσκολη η διενέργεια ποσοτικής αξιολόγησης. Εφαρμόζεται ένα βελτιωμένο σύστημα δεικτών το οποίο θα συμβάλει στον καθορισμό στρατηγικών προτεραιοτήτων στο μέλλον. Καταβλήθηκε μεγάλη πολιτική προσπάθεια ώστε να καταστεί πιο ελκυστική η μετάβαση από τα επιδόματα στην εργασία με στοχοθετημένα μέτρα προκειμένου να βοηθηθούν οι ευάλωτες ομάδες. Στην πολιτική για την υγεία επιτεύχθηκε πρόοδος με καινοτομίες στην παροχή υγειονομικής περίθαλψης. Ωστόσο, η κατάσταση όσον αφορά τη στέγαση καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολη για τα άτομα με χαμηλά εισοδήματα και τα επιτεύγματα στον τομέα αυτό είναι ασαφή. Καταβλήθηκαν προσπάθειες προκειμένου να βελτιωθεί η χρηματοδότηση εκπαιδευτικών προτεραιοτήτων, αλλά για πολλές από αυτές εξακολουθούν να υπάρχουν οικονομικά εμπόδια ενώ η διά βίου μάθηση παραμένει ελλιπώς ανεπτυγμένη. Υλοποιήθηκαν δράσεις για την καταπολέμηση των διακρίσεων και υπάρχουν νέες υπηρεσίες για την παρακολούθηση ζητημάτων που αφορούν την ισότητα των δύο φύλων.

Στρατηγική προσέγγιση: το Βέλγιο συνδυάζει μία προσέγγιση που βασίζεται στα δέκα θεμελιώδη δικαιώματα που ορίζονται στη γενική έκθεση του 1995 για τη φτώχεια με τους στόχους της Νίκαιας και ένα βελτιωμένο σύνολο δεικτών. Ωστόσο, στο ίδιο το ΕΣΔ δεν φαίνεται να υπάρχει στρατηγικός σχεδιασμός σε εθνικό επίπεδο, ενώ φαίνεται να έχει εφαρμοσθεί στις περιφέρειες. Ένα ολοκληρωμένο σύστημα παρακολούθησης μπορεί να βοηθήσει στην αξιολόγηση του αντικτύπου των δράσεων του ΕΣΔ. Είναι δύσκολος ο εντοπισμός βασικών και ποσοτικοποιημένων στόχων, θα υπάρχουν όμως στο ενημερωμένο ΕΣΔ που θα δημοσιευθεί τον επόμενο Απρίλιο. Το θεσμικό πλαίσιο για τη διεξαγωγή διαλόγου με τους πολίτες είναι καλά ανεπτυγμένο στο Βέλγιο και θα μπορούσε να αξιοποιηθεί περισσότερο για το ΕΣΔ. Φαίνεται ωστόσο να υπάρχουν νέες ιδέες και ετοιμότητα προκειμένου να εξεταστούν νέοι τομείς πολιτικής και το παρόν ΕΣΔ αντικατοπτρίζει την επίτευξη πραγματικής προόδου από την προσπάθεια του 2001.

Βασικά μέτρα πολιτικής: μολονότι πολλά μέτρα συνεχίζουν να ακολουθούν τη στρατηγική για ενεργό κοινωνικό κράτος, υπάρχουν μέτρα για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τον πολιτισμό, για τα δικαιώματα μη τυπικών οικογενειών, και καταβάλλονται προσπάθειες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των πλέον ευπαθών. Τα ζητήματα που αφορούν τα δύο φύλα καλύπτονται από ένα συνονθύλευμα μέτρων παρά από μια στρατηγική προσέγγιση. Εντούτοις, το σύστημα δεικτών παρέχει πολλά νέα στοιχεία με τα οποία μπορεί να αναπτυχθεί μία τέτοια προσέγγιση. Τα ζητήματα μετανάστευσης αντιμετωπίζονται σε κάποιο βαθμό. Καταβάλλονται σοβαρές προσπάθειες για να αντιμετωπισθεί η υπερχρέωση των φτωχών.

Μελλοντικές προκλήσεις: ο κίνδυνος μακροχρόνιας ανεργίας παραμένει σχετικά υψηλός και τα νοικοκυριά ανέργων εξακολουθούν να αποτελούν βασικό μέλημα. Η στέγαση παραμένει τομέας στον οποίο χρειάζονται επειγόντως περισσότερα καινοτόμα μέτρα. Οι επιδόσεις του συστήματος παρακολούθησης όσον αφορά τον αντίκτυπο των μέτρων πολιτικής και τον καθορισμό στόχων μπορούν να βελτιωθούν. Ξεκίνησε η ανάπτυξη πολυδιάστατης, συνεκτικής προσέγγισης για τον κοινωνικό αποκλεισμό και καθήκον είναι πλέον η αξιοποίηση της προσέγγισης αυτής, αξιοποιώντας καλύτερα, μεταξύ άλλων, το σταθερό θεσμικό πλαίσιο του Βελγίου για την κατάρτιση πολιτικής για την κοινωνική ένταξη.

1. Κατάσταση και βασικές τάσεις

Με αύξηση του ΑΕγχΠ μόνο 0,7% το 2002, από το 2000 το Βέλγιο διάγει περίοδο οικονομικής επιβράδυνσης. Μολονότι η οικονομική δραστηριότητα προβλέπεται ότι θα ανακάμψει ελαφρώς, οι συνέπειές της στην αγορά εργασίας θα γίνουν αισθητές με χρονική υστέρηση. Η ανεργία αυξήθηκε το 2001 και το 2002 και προβλέπεται να αυξηθεί και πάλι το παρόν έτος σε 7,8%. Τα ποσοστά απασχόλησης στο Βέλγιο παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, ειδικά για τις γυναίκες και ακόμη περισσότερο για τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζόμενους. Το ποσοστό απασχόλησης για την ηλικιακή ομάδα μεταξύ 55 και 64 ετών είναι εξαιρετικά χαμηλό, 26,3% σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 37,8% (2000). Τα εθνικά στοιχεία (RVA-ONEM) που δημοσιεύθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2003 δείχνουν ότι η μακροχρόνια ανεργία, μολονότι μειώθηκε σημαντικά από το 1995, αυξάνεται και πάλι, ιδίως στις γυναίκες και τους νέους. Παρά την ολοκληρωμένη στρατηγική ενεργοποίησης που εφαρμόσθηκε, το ποσοστό των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά ανέργων παραμένει το υψηλότερο στην ΕΕ, ήτοι 16,5%. Το ποσοστό των Βέλγων που απειλούνται από τη φτώχεια (13%) είναι κάπως χαμηλότερο από το μέσο ποσοστό της ΕΕ (15%). Η κατάσταση δεν είναι ίδια σε όλες τις ομάδες του πληθυσμού: τα άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών με ποσοστό 26% το 2001 φαίνεται να βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση σε σύγκριση με το μέσο ποσοστό 19% της ΕΕ και οι γυναίκες βρίσκονται γενικά σε χειρότερη κατάσταση από τους άνδρες. Για το 25% των νοικοκυριών με ένα γονέα και των νέων ενηλίκων που ζουν μόνοι η κατάσταση είναι χειρότερη σε σύγκριση με άλλους. Το συνολικό ποσοστό των ανέργων ανέρχεται σε 32%.

Το Βέλγιο διαθέτει ένα καλά ανεπτυγμένο σύστημα κοινωνικής προστασίας και ένα από τα βασικά ζητήματα πολιτικής είναι το δίλημμα της καταπολέμησης της φτώχειας αφενός και της άρσης των παγίδων αεργίας αφετέρου. Μολονότι οι δαπάνες για την κοινωνική προστασία σε πραγματικούς όρους αυξήθηκαν κατά 2,75% μεταξύ 1999 και 2000, μειώνονται κατά το πρότυπο της ΕΕ ως ποσοστό του ΑΕγχΠ (σε 26,7 το 2000 από 27,4 το 1999 και μόλις κάτω από το μέσο όρο 27,3 της ΕΕ). Ωστόσο, χωρίς το σύνολο των μεταβιβάσεων, το ποσοστό των ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια στο Βέλγιο θα ήταν 40%. Σε μία χώρα που η πρόωρη συνταξιοδότηση είναι σύνηθες φαινόμενο και σε μία χρονική στιγμή χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης, η συνέχιση παροχής ποιοτικής κοινωνικής προστασίας για τον γηράσκοντα πληθυσμό θα αποτελεί ολοένα και μεγαλύτερη πρόκληση.

2. Αξιολόγηση της προόδου που επιτεύχθηκε από το ΕΣΔ/ένταξη του 2001

Η διοικητική αρχή κατάρτισε σύστημα λεπτομερούς παρακολούθησης για 300 μέτρα αλλά λόγω προβλημάτων συγχρονισμού αποδείχθηκε δύσκολη η ενημέρωσή του. Το βελτιωμένο σύστημα δεικτών του Βελγίου έχει πλέον τεθεί σε εφαρμογή και θα είναι χρήσιμο για την αξιολόγηση μακροπρόθεσμων τάσεων. Ωστόσο δεν είναι ακόμη δυνατή η πραγματική ποσοτική αξιολόγηση του τελευταίου ΕΣΔ.

Σημαντικό στοιχείο του τελευταίου ΕΣΔ ήταν η μεγάλη πολιτική προσπάθεια που καταβλήθηκε για την καταπολέμηση των παγίδων αεργίας με παράλληλη αύξηση των ελάχιστων εισοδημάτων για την καταπολέμηση της αυξανόμενης φτώχειας. Τα οφέλη συνδέονται ολοένα και περισσότερο με την ενεργοποίηση, όχι πάντοτε χωρίς συγκρούσεις, και ελήφθησαν στοχοθετημένα φορολογικά και παραφορολογικά μέτρα για να καταστεί η εργασία πιο ελκυστική. Την περίοδο 1999-2002, ο αριθμός των ατόμων που λάμβαναν εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα μειώθηκε κατά 13,4% ενώ ο αριθμός αυτών που ωφελήθηκαν από μέτρα ενεργοποίησης αυξήθηκε κατά 57%. Πρόκειται για πραγματικό επίτευγμα στις επικρατούσες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες. Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο χορήγησε στο Βέλγιο 69,1 εκατομμύρια ευρώ για ενεργοποίηση για την περίοδο 2000-2006.

Το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και ασφάλισης υγείας του Βελγίου είναι υψηλής ποιότητας μολονότι εξακολουθούν να υπάρχουν ανισότητες. Για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων αυτών, το τελευταίο ΕΣΔ θέσπισε, μεταξύ άλλων, το μέγιστο λογαριασμό υγείας στο πλαίσιο του οποίου επιστρέφονται δαπάνες που υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια χρησιμοποιώντας τα πιο εξελιγμένα μέσα ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Το σύστημα αυτό έχει τεθεί σε εφαρμογή. Οι πολιτικές για την εκπαίδευση επικεντρώθηκαν στη μείωση των ποσοστών μαθητών που εγκαταλείπουν το σχολείο και στην εξομάλυνση της μετάβασης στην εργασία. Επίσης, υλοποιήθηκαν ορισμένες καλές πρωτοβουλίες που είχαν σχεδιασθεί στο τελευταίο ΕΣΔ, αν και επιτεύχθηκε περιορισμένη πρόοδος στη μείωση του κόστους της εκπαίδευσης για τους γονείς. Μολονότι η πρόσβαση σε αξιοπρεπή, οικονομικά προσιτή στέγαση αποτελούσε σαφώς ζήτημα που απαιτούσε παρέμβαση, το ΕΣΔ δεν διέθετε φιλόδοξες προθέσεις και τα επιτεύγματα είναι ασαφή.

Κατέστη σαφές ότι η ανεργία των μεταναστών μπορεί να μην οφειλόταν απλώς στο χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και καταβάλλονται προσπάθειες για την πρόληψη των διακρίσεων από εργοδότες μέσω των υπηρεσιών απασχόλησης. Ελήφθησαν μέτρα που αποδίδουν προτεραιότητα στην εκπαίδευση προς όφελος των παιδιών μεταναστών και υπάρχει επίσης νέα εκτενής νομοθεσία κατά των διακρίσεων. Το ζήτημα των αιτούντων άσυλο και η κατάσταση εκείνων που δεν διαθέτουν τα απαραίτητα χαρτιά εξακολουθεί να προκαλεί πολλές αντιπαραθέσεις. Εφόσον το αυστηρό χρονοδιάγραμμα δεν επέτρεψε τη διενέργεια διαβουλεύσεων με τα θύματα κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς πρόκειται για μία ιδιαίτερα χρονοβόρα διαδικασία, το πρώτο ΕΣΔ θεωρήθηκε εγχείρημα από την κορυφή προς τη βάση. Από την υλοποίηση του τελευταίου ΕΣΔ, διεξήχθη συμμετοχική έρευνα για την υγεία συστάθηκαν ειδικές ομάδες σχετικά με τους δείκτες και αναλήφθηκαν δράσεις ΕΣΔ με τη συμμετοχή ενδιαφερόμενων φορέων. Θα είναι σημαντικό το έργο τους να αντικατοπτρίζεται στη συνέχεια του ΕΣΔ του 2001 που αναμένεται τον Απρίλιο του 2004.

3. Στρατηγική προσέγγιση: κύριοι στόχοι

Τηρείται η ομοσπονδιακή δομή παρουσιάζοντας το σύνολο των πρωτοβουλιών ανά περιφέρεια. Δυστυχώς, αυτό έχει ως αποτέλεσμα την υποβολή εκθέσεων παρά την ανάπτυξη στρατηγικής προσέγγισης. Στο βαθμό που υπάρχει σαφής συνολική στρατηγική, το ΕΣΔ συνδυάζει μία προσέγγιση για την πρόληψη της φτώχειας βασισμένη στα δικαιώματα (προέρχεται από τη γενική έκθεση του Βελγίου του 1995 για τη φτώχεια) με τη σαφή συμμετοχή όλων των φορέων. Η πιο σημαντική διαφορά μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου ΕΣΔ είναι αναμφίβολα η επέκταση του πεδίου εφαρμογής του σε όλες σχεδόν τις διαστάσεις της κοινωνικής ζωής, μολονότι η απασχόληση εξακολουθεί να κυριαρχεί σε μεγάλο βαθμό. Στους σημαντικούς νέους τομείς περιλαμβάνονται η δικαιοσύνη, ο πολιτισμός, η άθληση και η ψυχαγωγία, η πολιτική για την οικογένεια. Η περιγραφή του νέου ΕΣΔ συνέβαλε σε έναν σε βάθος προβληματισμό σχετικά με ομάδες προτεραιότητας όπως οι άστεγοι, τα παιδιά των ιδρυμάτων, τα θύματα της εμπορίας ανθρώπων, οι αναλφάβητοι και άλλες ιδιαίτερα ευπαθείς ομάδες.

Ο εντοπισμός στόχων είναι πιο δύσκολος καθώς δεν αναλύονται συστηματικά στο έγγραφο αλλά θα αναφέρονται σε ξεχωριστό έγγραφο, το οποίο δεν είναι ακόμη διαθέσιμο. Όσον αφορά τις συνέπειες στον προϋπολογισμό και τη σχέση με το Κοινωνικό Ταμείο, το ΕΣΔ αναφέρει ορισμένες φορές κάποιους αριθμούς αλλά παραπέμπει στο σύστημα παρακολούθησης για περαιτέρω πληροφορίες. Στο ΕΣΔ φαίνεται ότι έχει επιτελεστεί σημαντικό έργο στον τομέα των δεικτών προκειμένου να δοθεί μία πολυδιάστατη εικόνα. Το στατιστικό παράρτημα παρέχει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία που συνδυάζουν τις συνθήκες διαβίωσης και τα ποσοστά κινδύνου φτώχειας.

4. Βασικές προσεγγίσεις πολιτικής: ισχυρά και αδύνατα σημεία

Υπάρχει μακροσκελής κατάλογος μέτρων που προωθούνται στο πλαίσιο του γενικού προγράμματος. Σε κάθε τομέα που αναλύεται γίνεται αναφορά σε όλες τις περιφέρειες. Υπάρχουν πολλά μέτρα για την αύξηση της πρόσβασης στην αγορά εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της στήριξης της κοινωνικής οικονομίας, πολλά εκ των οποίων θα ενισχύσουν δράσεις που ήδη υλοποιούνται, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας απασχόλησης. Έχει δοθεί υπόσχεση για αύξηση των καθαρών οφελών για διάφορες ομάδες στόχους, όπως και επίσπευση των πληρωμών σε δικαιούχους επιδομάτων και απλοποιημένες διαδικασίες στο πλαίσιο του σχεδίου «Κάφκα».

Η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση έδωσε προσοχή στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη και αναλήφθηκαν αρκετές δεσμεύσεις που αφορούν την πρόσβαση, την ταχύτητα διεκπεραίωσης υποθέσεων, τη νεολαία ενώπιον των δικαστηρίων και τα δικαιώματα του θύματος. Σύμφωνα με τη γενική βασισμένη στα δικαιώματα προσέγγιση, καταβάλλεται προσπάθεια για την αντιμετώπιση της πρόσβασης στον πολιτισμό, ιδίως για τα παιδιά και τις ευπαθείς ομάδες. Το κεφάλαιο για την οικογενειακή πολιτική ενδιαφέρεται για τα δικαιώματα των μη τυπικών νοικοκυριών. Καταρτίσθηκε μία πιο στρατηγική προσέγγιση για τις αποκλεισμένες οικογένειες ώστε να προληφθεί ο εγκλεισμός των παιδιών των οικογενειών αυτών σε ιδρύματα, σημαντική όμως θα είναι η παρακολούθηση του αντικτύπου της. Στο ΕΣΔ υπάρχει ενότητα για τον αλφαβητισμό, τη διά βίου μάθηση ως γέφυρα για την είσοδο στην αγορά εργασίας και ορισμένα ενδιαφέροντα νέα μέτρα για την ένταξη στις τεχνολογίες της κοινωνίας της πληροφορίας. Αναφέρονται ορισμένες δράσεις για την αντιστάθμιση της αποτυχίας και της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου καθώς και μία στροφή προς την ένταξη μαθητών με ειδικές ανάγκες στην κανονική εκπαίδευση. Όσον αφορά την υγεία, η εφαρμογή του προγράμματος «μέγιστος λογαριασμός υγείας» πρόκειται να επεκταθεί.

Το ΕΣΔ αναγνωρίζει ότι η παροχή κοινωνικής στέγασης απέχει πολύ από την ικανοποίηση της ζήτησης και ότι θα πρέπει να καταβληθούν επείγουσες προσπάθειες για την εξεύρεση καινοτόμων και αποτελεσματικών τρόπων αντιμετώπισης του προβλήματος μέσω του ιδιωτικού τομέα. Αναλήφθηκε δράση για την αντιμετώπιση του ζητήματος των ατόμων που ζουν σε στρατόπεδα. Άλλα συγκεκριμένα μέτρα περιλαμβάνουν τη διασφάλιση ηλεκτροδότησης στη Φλάνδρα, ενώ σε ομοσπονδιακό επίπεδο υπάρχει υπηρεσία που ασχολείται με χρέη για ενεργειακές δαπάνες. Άλλες δράσεις για τη μείωση της υπερχρέωσης περιλαμβάνουν την υποχρέωση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να παρακολουθούν τα άλλα δάνεια όλων των πελατών, κίνηση που δείχνει ότι η διοίκηση είναι αποφασισμένη να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.

5. Προοπτική σχετικά με ζητήματα ισότητας των φύλων

Στο τελευταίο ΕΣΔ, οι μόνοι γονείς, ως επί το πλείστον οι γυναίκες, προσδιορίστηκαν ως ομάδα στόχος. Έκτοτε, η κυβέρνηση βελτίωσε το σύστημα ώστε να διασφαλίσει την καταβολή επιδόματος παιδιών. Η συμμετοχή μητέρων στο εργατικό δυναμικό εξαρτάται εν μέρει από την οικονομικά προσιτή, ποιοτική φροντίδα των παιδιών και μολονότι οι παροχές είναι αυξημένες, η προσφορά παραμένει πολύ μικρότερη από τη ζήτηση. Δόθηκε εκτενής προσοχή στους δείκτες για τη διάσταση του φύλου, οι οποίοι πρέπει να αξιοποιηθούν για την κατάρτιση μίας πιο στρατηγικής προσέγγισης για τις αλληλεπικαλύψεις μεταξύ ισότητας των φύλων και κοινωνικής ένταξης στο μέλλον, μολονότι εδώ δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό αυτό. Υπάρχει ένα σύνολο ειδικών μέτρων για γυναίκες σε διάφορους τομείς όπως αλφαβητισμός, κοινωνική πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη και βρίσκονται σε εξέλιξη νέες προσπάθειες για την αύξηση των χώρων φροντίδας παιδιών. Συστάθηκε ινστιτούτο για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών.

6. Τρέχοντα ζητήματα και μελλοντικές προκλήσεις

Η άμεση πρόκληση θα είναι η εκπλήρωση των υποσχέσεων του ενεργού κοινωνικού κράτους: περισσότερες θέσεις εργασίας και καλύτερη κοινωνική προστασία. Η εθνική διάσκεψη για την απασχόληση του Σεπτεμβρίου του 2003 κατέδειξε την ένταση μεταξύ μείωσης των δαπανών απασχόλησης και διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας της κοινωνικής προστασίας. Η απασχόληση εξακολουθεί να θεωρείται το κλειδί στην κοινωνική ένταξη, αλλά το ΕΣΔ δεν περιλαμβάνει στην πραγματικότητα μία στρατηγική απάντηση στις νέες τάσεις ή δεν προσφέρει βασικούς ποσοτικούς στόχους. Μολονότι εφαρμόζεται αναλυτικό σύστημα παρακολούθησης, δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμα αποτελέσματα.

Η αξιοπρεπής, οικονομικά προσιτή στέγη μετατρέπεται σε οξύ πρόβλημα για τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα στο Βέλγιο. Θα πρέπει να δοθεί προσοχή στο γεγονός ότι η ελευθέρωση της αγοράς ενέργειας δεν δυσχεραίνει περαιτέρω τη μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονται εκείνοι που ζουν σε φτωχές συνθήκες στέγασης. Οι Βέλγοι ηλικίας άνω των 65 ετών φαίνεται να βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση όσον αφορά το εισόδημα σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ ενώ όλες οι άλλες ηλικιακές ομάδες είναι πλουσιότερες, και σε μία γηράσκουσα κοινωνία το στοιχείο αυτό πρέπει να εξεταστεί. Μολονότι τα σημερινά συστήματα υγειονομικής περίθαλψης καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, τα αποτελέσματα όσον αφορά την υγεία παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές. Τα οφέλη από τη διά βίου μάθηση δεν συνδέονται μόνο με την αγορά εργασίας, αλλά στο Βέλγιο η συμμετοχή είναι εξαιρετικά άνιση, γεγονός που προκαλεί ανησυχία για το μέλλον.

Το κέντρο πόρων για την καταπολέμηση της φτώχειας, στο οποίο συμμετέχουν πολλοί ενδιαφερόμενοι φορείς, η διυπουργική συνδιάσκεψη καθώς και ομάδες δράσης συνθέτουν ένα σταθερό θεσμικό πλαίσιο όσον αφορά την κατάρτιση πολιτικής ένταξης. Ωστόσο, η άμεση επιρροή τους στην κατάρτιση του ΕΣΔ ήταν περιορισμένη και δεν υπήρξε καμία απολύτως κινητοποίηση όσον αφορά ζητήματα φύλου. Όλοι οι ενδιαφερόμενοι συμφωνούν ότι τα πρώτα βήματα έγιναν αλλά πρέπει να διανυθεί ακόμη αρκετός δρόμος πριν από την ουσιαστική συμμετοχή στη διαδικασία ΕΣΔ. Εντούτοις, έγινε μία ουσιαστική αρχή στην ανάπτυξη πραγματικής πολυδιάστατης προσέγγισης στην κοινωνική ένταξη και είναι εμφανές ότι υπάρχουν νέες ιδέες σε διοικητικό επίπεδο. Η πρόκληση τώρα είναι η αξιοποίηση των πρωτοβουλιών αυτών για τη βελτίωση της αλληλεπίδρασης των διαφόρων τομέων πολιτικής που επηρεάζουν την κοινωνική ένταξη.

ΔΑΝΙΑ

Κατάσταση και βασικές τάσεις: το κοινωνικό σύστημα της Δανίας βασίζεται στην αρχή της οικουμενικότητας. Σε όλους τους κατοίκους εξασφαλίζονται θεμελιώδη δικαιώματα σε περίπτωση που αντιμετωπίσουν κοινωνικά προβλήματα όπως ανεργία, ασθένεια ή εξάρτηση. Μολονότι υπάρχει εθνική νομοθεσία που καθορίζει την κοινωνική πολιτική, στην πραγματικότητα οι τοπικές αρχές είσπραξης φόρων υλοποιούν μεγάλο μέρος των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Έτσι, οι δημοτικές αρχές είναι αυτές που, από τους δικούς τους προϋπολογισμούς - με διαφορετικό βαθμό συγχρηματοδότησης από το κράτος - καταβάλλουν τα επιδόματα, αναπτύσσουν και συμφωνούν επί ατομικών κοινωνικών σχεδίων με τον πελάτη και αποφασίζουν σχετικά με το ύψος των χρημάτων που θα αποταμιευθούν για την εφαρμογή των εθνικών κυβερνητικών δομών και της διοικητικής στήριξης. Το δανικό μοντέλο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε πνεύμα «εταιρικής σχέσης» που χαρακτηρίζεται από τη συμμετοχή κοινωνικών εταίρων, τοπικών αρχών και άλλων σχετικών οργανώσεων, συμπεριλαμβανομένων οργανώσεων χρηστών. Η Δανία συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών με τον μικρότερο κίνδυνο νομισματικής φτώχειας και με τη δικαιότερη κατανομή εισοδήματος. Ωστόσο, τα στοιχεία σχετικά με το προσδόκιμο ζωής φέρνουν τη Δανία στη χαμηλότερη θέση. Επιπλέον, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής μεταξύ 1960 και 2000 ήταν η χαμηλότερη στην ΕΕ των 15.

Επιτευχθείσα πρόοδος το 2001-2003: γενικός στόχος του πρώτου εθνικού σχεδίου δράσης ήταν η προώθηση μίας αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς. Η δημιουργία ευέλικτων και προστατευμένων εργασιακών ρυθμίσεων, το ανταποδοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα και η εισαγωγή της μεθόδου «ικανότητας προς εργασία» είναι τα κύρια επιτεύγματα στους τομείς αυτούς. Οι τοπικές επιτροπές συντονισμού αναμένεται να διαδραματίσουν πρωτεύοντα ρόλο στην υλοποίηση. Ωστόσο, στο δεύτερο ΕΣΔ θα ήταν χρήσιμο να είχε συμπεριληφθεί εκτενέστερη συνολική αξιολόγηση της επίτευξης των στόχων που τέθηκαν στο πρώτο ΕΣΔ.

Στρατηγική προσέγγιση: στο δεύτερο ΕΣΔ δίδεται περισσότερη έμφαση στις πλέον μειονεκτούσες ομάδες από ό,τι στο πρώτο σχέδιο δράσης το 2001. Συγκρίνοντας τα δύο αυτά σχέδια, στο πρώτο εφαρμόσθηκε μία ευρύτερη προσέγγιση πολιτικής και δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στις θετικές συνέπειες που ενδέχεται να έχουν η ενεργός κοινωνική πολιτική και η ανοικτή αγορά εργασίας στη μείωση του κοινωνικού αποκλεισμού. Στο δεύτερο ΕΣΔ παρατηρείται μία μετατόπιση με την έννοια ότι υπάρχει πρόθεση να επικεντρωθεί η έμφαση σε εκείνους που είναι ήδη κοινωνικά αποκλεισμένοι και περιθωριοποιημένοι. Βασικοί στόχοι του σχεδίου αυτού είναι η επικέντρωση στα άτομα με τις μεγαλύτερες ανάγκες, η προσαρμογή των προσπαθειών σε μεμονωμένες ανάγκες, η αύξηση της συμμετοχής του χρήστη, η ενίσχυση της εθελοντικής εργασίας και η διατήρηση της έμφασης των τοπικών αρχών στην παροχή βοήθειας στις ομάδες αυτές.

Βασικά μέτρα πολιτικής: αναλήφθηκαν αρκετές πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη πολιτικών για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Αυτές περιλαμβάνουν την υποχρέωση σύνταξης δεσμευτικού συμβολαίου μεταξύ νεοαφιχθέντων αλλοδαπών και τοπικών αρχών και ανάπτυξης προγράμματος ενσωμάτωσης με έμφαση στην αύξηση της απασχόλησης. Οι κανόνες που διέπουν τη χορήγηση χρηματικής ενίσχυσης έγιναν πολύ πιο αυστηροί, ως ένα επιπλέον μέσο για τη μείωση ενδεχόμενων αντικινήτρων για την εργασία: τα κοινωνικά επιδόματα σε οικογένειες μεταναστών κατά τη διάρκεια των πρώτων επτά ετών στη Δανία μειώθηκαν στο επίπεδο των κρατικών επιδομάτων που δίδονται σε φοιτητές. Ο αντίκτυπος των μέτρων αυτών θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.

Μελλοντικές προκλήσεις: η Δανία προτίθεται να αυξήσει την απασχόληση και τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας εθνοτικών μειονοτήτων, οι οποίες είναι σημαντικά χαμηλότερες από τον μέσο όρο. Το ύψος των επιδομάτων δεν πρέπει να οδηγήσει σε μία κατάσταση όπου οι άνθρωποι θα στηρίζουν την ύπαρξή τους στην κρατική στήριξη. Κύρια μελλοντική πρόκληση είναι να επινοηθούν μέσα αγοράς εργασίας - με τα οποία θα μπορούν να οργανώνονται καλύτερα οι προσπάθειες για τις εθνοτικές μειονότητες - με τρόπο που θα στηρίζει στοχοθετημένες πρωτοβουλίες και κίνητρα.

1. Κατάσταση και βασικές τάσεις

Το 2002, το πραγματικό ΑΕγχΠ αυξήθηκε κατά 2,1% και το 2003 αναμένεται να συνεχιστεί η αύξησή του κατά 0,8% επιπλέον. Τα ποσοστά απασχόλησης της Δανίας εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερα από τους στόχους της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν τις γυναίκες και τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζόμενους. Ωστόσο, η απασχόληση το 2002 μειώθηκε κατά 0,6%. Το 2003, η απασχόληση αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω κατά 0,6% περίπου. Μολονότι ο αριθμός των μακροχρόνια ανέργων αυξήθηκε το προηγούμενο έτος, παρέμεινε σχεδόν ο ίδιος σε σύγκριση με το 2001. Επίσης, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και έως το 2001 μειώθηκε σημαντικά και συγκαταλέγεται στους χαμηλότερους στην ΕΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ενοποιημένων Στατιστικών Κοινωνικής Προστασίας (ESSPROS), η Δανία δαπανά 28,8% του ΑΕγχΠ της στον τομέα της κοινωνικής προστασίας ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ των 15 ανέρχεται σε 27,3% (στοιχεία 2000). Υπολογιζόμενες ως κατά κεφαλήν δαπάνες σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (ΜΑΔ), οι δαπάνες της Δανίας για την κοινωνική προστασία ανέρχονται σε 7.754 ΜΑΔ και είναι οι υψηλότερες όλων των κρατών μελών.

Σύμφωνα με στοιχεία του Ευρωπαϊκού Πάνελ για τα Νοικοκυριά (ECHP) για το 2001, 11% του πληθυσμού της Δανίας ζούσε με εισόδημα μικρότερο του 60% του διάμεσου εισοδήματος. Η Δανία συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών με το χαμηλότερο κίνδυνο επίμονης φτώχειας στην ΕΕ με ποσοστό 5%. Η κατάσταση αυτή αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι στη Δανία η κατανομή του εισοδήματος είναι από τις δικαιότερες στην ΕΕ. Στις τάξεις με το χαμηλότερο εισόδημα ανήκουν ως επί το πλείστον οι μετανάστες και οι μακροχρόνια άνεργοι. Η τάση αυτή ενδέχεται να επηρεάζεται από την προαναφερθείσα μείωση της χρηματικής ενίσχυσης που δίδεται σε οικογένειες μεταναστών, ανάλογα με τις συνέπειες της μείωσης στην απασχόληση. Το ποσοστό απασχόλησης ατόμων μη δανικής καταγωγής παρέμεινε στο 45% το 2002. το μέσο ποσοστό δραστηριότητας ήταν 53%. Τα αριθμητικά αυτά στοιχεία παρέμειναν στα ίδια επίπεδα την τελευταία δεκαετία.

2. Αξιολόγηση της επιτευχθείσας προόδου από το τελευταίο ΕΣΔ/ένταξη

Τα επιτεύγματα του ΕΣΔ όσον αφορά την υλοποίηση των στόχων του πρώτου σχεδίου δράσης είναι αρκετά: σημαντική εξέλιξη, η οποία αποτέλεσε μέρος της ανάπτυξης μίας αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς, ήταν η κατάρτιση περίπου 12.000 νέων ελαστικών και προστατευμένων εργασιακών ρυθμίσεων, αυξάνοντας τον αριθμό τους από 13.100 σε 24.800 το 2002. Η ανάληψη συντονισμένης προσπάθειας, στηριζόμενης σε εταιρικές σχέσεις μεταξύ δημόσιων φορέων και ιδιωτικών επιχειρήσεων, οδήγησε στην προσφορά αυξημένων δυνατοτήτων απασχόλησης σε άτομα που σε διαφορετική περίπτωση θα κινδύνευαν να αποκλεισθούν από την αγορά εργασίας και εν συνεχεία να περιθωριοποιηθούν κοινωνικά. Η προσέγγιση αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω με τη μεταρρύθμιση του ανταποδοτικού συνταξιοδοτικού συστήματος, η οποία συμφωνήθηκε το 2001. Η εισαγωγή από τον Ιανουάριο του 2003 της μεθόδου «ικανότητα προς εργασία» αποτελεί μέρος της μεταρρύθμισης. Η νέα μέθοδος αποδίδει έμφαση στην πραγματική ικανότητα του ατόμου, παρά στους περιορισμούς του. Μία σαφέστερη και από κοινού αξιολόγηση των ικανοτήτων του ατόμου παρέχει τη βάση για έναν περισσότερο ανοικτό και άμεσο διάλογο σχετικά με τις δυνατότητες των ατόμων και τις ευκαιρίες της αγοράς εργασίας. Δρομολογήθηκε η υλοποίηση εθνικού προγράμματος για την αλλαγή της προσέγγισης των κοινωνικών λειτουργών στην αξιολόγηση των δυνατοτήτων των ατόμων σε κοινωνικό επίπεδο και σε επίπεδο αγοράς εργασίας, και οι αρχικές εκθέσεις δείχνουν ότι η μέθοδος επιτυγχάνει ικανοποιητικά αποτελέσματα. Μένει να διαπιστωθούν οι συνέπειες της μεταρρύθμισης, συμπεριλαμβανομένων των πιθανών συνεπειών σε αρκετούς δικαιούχους ανταποδοτικής σύνταξης.

Η σύσταση τοπικών επιτροπών συντονισμού επίσης διαδραματίζει ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο στην ανάπτυξη πιο ανοικτής αγοράς εργασίας. Από το 1999 που η σύσταση των επιτροπών αυτών κατέστη υποχρεωτική, διαδραματίζουν ενισχυμένο ρόλο στη συζήτηση και τη συμφωνία τοπικών πρωτοβουλιών για την αύξηση των δυνατοτήτων απασχόλησης εκείνων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες να εισαχθούν ή να παραμείνουν στην απασχόληση. Οι επιτροπές συντονισμού αποτελούνται από εκπροσώπους των κοινωνικών εταίρων, της οργάνωσης αναπηρίας, της ένωσης ιατρών, της δημόσιας υπηρεσίας απασχόλησης, της δημοτικής αρχής και άλλων τοπικών κοινωνικών φορέων. Ο ρόλος τους είναι να συζητούν μέτρα σε τοπικό επίπεδο που απευθύνονται σε άτομα με περιορισμένες ικανότητες εργασίας των οποίων εμποδίζεται η είσοδος ή είναι περιορισμένη η παραμονή στην αγορά εργασίας. Μολονότι οι επιτροπές διαθέτουν ορισμένα οικονομικά μέσα για να στηρίξουν τις πρωτοβουλίες τους, γεγονός που ενίσχυσε το ρόλο τους, δεν αντικαθιστούν τη δημόσια ευθύνη αλλά διαδραματίζουν συμπληρωματικό ρόλο με σκοπό τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των σχετικών φορέων στην αγορά εργασίας.

Στις πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν για τη βελτίωση των προσπαθειών που στοχεύουν στις πλέον μειονεκτούσες ομάδες, όπως άτομα με ψυχικές ασθένειες, χρήστες ναρκωτικών, αλκοολικοί και άστεγοι, περιλαμβάνεται η επέκταση της παροχής στέγασης σε άτομα με ψυχικές ασθένειες και η εξασφάλιση κοινωνικής θεραπείας για χρήστες ναρκωτικών.

Σε παράρτημα του ΕΣΔ υπογραμμίζεται η σημασία του ΕΚΤ και δίδονται παραδείγματα των σχεδίων που υλοποιούνται με τη στήριξη του ΕΚΤ. Ωστόσο, δεν παρέχονται λεπτομέρειες σχετικά με τη χορήγηση κονδυλίων.

3. Στρατηγική προσέγγιση: κύριοι στόχοι

Η μετατόπιση της έμφασης στο νέο ΕΣΔ αντικατοπτρίζεται στο σχέδιο δράσης «Η Κοινή Ευθύνη», σκοπός του οποίου είναι ο συντονισμός των προσπαθειών για τις πλέον μειονεκτούσες ομάδες (χρήστες ναρκωτικών, οικογένειες με αλκοολικούς, άτομα με ψυχικές ασθένειες, άστεγοι και πόρνες). Σκοπός της καταπολέμησης της μεταφοράς προβλημάτων από γενεά σε γενεά είναι η υιοθέτηση μίας πιο εξατομικευμένης προσέγγισης προς τα άτομα εκείνα που διατρέχουν το μεγαλύτερο κίνδυνο, με έμφαση στην ευθύνη της οικογένειας και το ρόλο των δημοσίων ιδρυμάτων. Τα δημόσια ιδρύματα θα αναπτύξουν σαφείς προσδοκίες, βασισμένες σε μετρήσιμους στόχους για τη μόρφωση όλων των παιδιών, ξεκινώντας από τα νηπιαγωγεία με την αξιολόγηση της γνώσης της δανικής γλώσσας. Θα δοθεί έμφαση στην έγκαιρη και στοχοθετημένη παρέμβαση, στη βελτιωμένη πρώιμη μάθηση, στη μείωση των εμποδίων όσον αφορά τη μετάβαση από προσχολικές σε σχολικές δραστηριότητες και στην ανάπτυξη κοινωνικών ικανοτήτων και αυξημένης έμφασης σε τυπικά προσόντα για να σπάσει ο φαύλος κύκλος της μεταφοράς των προβλημάτων από γενεά σε γενεά. Ωστόσο, πρέπει να παρακολουθείται στενά ο κίνδυνος στιγματισμού των παιδιών αυτών.

4. Βασικές προσεγγίσεις πολιτικής: ισχυρά και αδύνατα σημεία

Προκειμένου να αυξηθούν τα κίνητρα για εργασία για μετανάστες από τρίτες χώρες, τον Ιούλιο του 2002 καθιερώθηκε η λεγόμενη «περίοδος αναμονής». Στο εξής, μόνον άτομα που ζουν στη Δανία για 7 από τα 8 προηγούμενα έτη δικαιούνται να λαμβάνουν το πλήρες ποσό της κοινωνικής βοήθειας. Σε διαφορετική περίπτωση θα λαμβάνουν μειωμένη κοινωνική βοήθεια. Αυτό συνδυάσθηκε με αρκετές πρωτοβουλίες για τη στήριξη της εκπαίδευσης και της αξιοποίησης των δεξιοτήτων των μεταναστών. Έτσι, οι δημοτικές αρχές είναι αρμόδιες για την ανάπτυξη επιμέρους σχεδίων δράσης για κάθε άτομο προκειμένου να το κατευθύνουν το συντομότερο δυνατό σε θέσεις εργασίας ή σε εκπαίδευση και κατάρτιση. Εάν ένα άτομο δεν ακολουθεί το σχέδιο, η ποινή θα είναι η παύση της παροχής κοινωνικής βοήθειας. Εγέρθηκαν ερωτήματα σχετικά με το πώς οι οικογένειες, για τις οποίες το νέο μειωμένο επίδομα θα αποτελεί τη μόνη στήριξη για χρονικό διάστημα επτά ετών, θα μπορέσουν να βρουν τα απαραίτητα μέσα για να διασφαλίσουν κανονική ενσωμάτωση. Η καταπολέμηση της μεταφοράς προβλημάτων από γενεά σε γενεά παρουσιάζεται ως βασική πρωτοβουλία στην πρόληψη των κινδύνων αποκλεισμού. Από την άποψη αυτή, ο ρόλος της βασικής εκπαίδευσης φαίνεται να είναι σημαντικός και στο επίκεντρο βρίσκονται και πάλι η ανάπτυξη περισσότερων στόχων καθώς και η πιο συστηματική ανάπτυξη ικανοτήτων. Η προσπάθεια αυτή, σε συνδυασμό με την περισσότερη εξατομικευμένη έμφαση στο μαθητή, υποστηρίζεται από διαγνωστικά τεστ και συγκεκριμένους στόχους προκειμένου να αυξηθεί η έμφαση στους μαθητές εκείνους που έχουν συγκεκριμένα προβλήματα και που ενδέχεται να χρειάζονται ειδικά μέτρα στήριξης. Όσον αφορά την ενσωμάτωση προσφύγων και μεταναστών, η προσέγγιση έχει έντονα κανονιστικό χαρακτήρα, τονίζοντας την αναγκαιότητα ανάπτυξης στενότερης σχέσης και διαλόγου με την οικογένεια και διασφάλισης ότι οι βασικές αξίες σε μία ανοικτή κοινωνία είναι αποδεκτές και εφαρμόζονται από τον μαθητή και την οικογένεια. Πρόκληση αποτελεί το γεγονός ότι η πραγματική υλοποίηση της προσέγγισης θα εναπόκειται ως επί το πλείστον στους τοπικούς κοινωνικούς λειτουργούς, σε καθηγητές, νηπιαγωγούς και άλλους οι οποίοι πρέπει να αλλάξουν το επίκεντρο της προσέγγισής τους. Σημαντικός είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορούν να εισαχθούν αυτές οι εξατομικευμένες προσεγγίσεις μειώνοντας παράλληλα άλλες κοινωνικές δαπάνες ώστε να διατηρηθούν ισοσκελισμένοι τοπικοί κοινωνικοί προϋπολογισμοί. Το επίκεντρο όσον αφορά την παροχή συνδρομής στις πλέον ευάλωτες ομάδες αλλάζει. Η προσπάθεια θα επικεντρωθεί στο να δοθεί νόημα στη ζωή των ασθενέστερων ομάδων, να αντικατοπτρίζονται και να γίνονται σεβαστές οι ανάγκες και οι επιθυμίες των ομάδων αυτών και να ενισχυθούν οι δυνατότητές τους να συμμετέχουν και να συνεισφέρουν στην κοινότητα. Στη Δανία εκτιμάται ότι υπάρχουν 14.000 χρήστες ναρκωτικών, περίπου 22.000 άτομα με ψυχικές ασθένειες, περίπου 8.500 άστεγοι και 5-7.000 πόρνες. Στόχος είναι η άμεση επικέντρωση στους ανθρώπους αυτούς. Σκοπός του σχεδίου είναι η μεγαλύτερη προσαρμογή σε επιμέρους ανάγκες, η αύξηση της συμμετοχής του χρήστη και η ενίσχυση της νομικής προστασίας. Για την περίοδο 2002-2005 διατίθενται σημαντικοί πόροι για την ανάπτυξη νέων δραστηριοτήτων. Στις δραστηριότητες αυτές συγκαταλέγονται η προσφορά νέων θεραπειών σε χρήστες ναρκωτικών, η προσφορά μεγαλύτερης ποικιλίας θεραπειών σε αλκοολικούς και η επέκταση και βελτίωση της ποιότητας της στήριξης που παρέχεται σε άτομα με ψυχικές ασθένειες. Όσον αφορά τους αστέγους, στόχος είναι η δημιουργία από τις τοπικές αρχές προσωρινών καταλυμάτων με 300 κρεβάτια έως ότου διατεθεί επαρκής αριθμός μόνιμων καταλυμάτων. Σχεδιάζεται η παροχή 75 επιπλέον κρεβατιών σε εναλλακτικά καταλύματα για χρήστες ναρκωτικών και αλκοολικούς που χρειάζονται άμεση φροντίδα.

Τον χειμώνα του 2002/2003 δημοσιεύθηκε η λευκή βίβλος για τους κοινωνικά ευάλωτους Ινουίτ που ζουν στη Δανία. Υλοποιούνται δράσεις για τη στήριξη της ομάδας αυτής.

Η σύσταση του Συμβουλίου για τα άτομα που βρίσκονται σε κοινωνικά μειονεκτική θέση τον Απρίλιο του 2002 σηματοδότησε μία νέα εξέλιξη, η οποία θα στηρίξει τους στόχους του σχεδίου «Η Κοινή Ευθύνη». Το Συμβούλιο αυτό συστάθηκε ως ανεξάρτητος φορέας για την παρακολούθηση των εξελίξεων στη χώρα και των συνεπειών της κυβερνητικής πολιτικής. Το Συμβούλιο θα ενεργεί ως φορέας παροχής συμβουλών σε θέματα χάραξης πολιτικής που αφορούν κοινωνικά περιθωριοποιημένα άτομα. Η προοδευτική ανάπτυξη του ρόλου των τοπικών επιτροπών συντονισμού σήμαινε επίσης ότι η συζήτηση για μία αγορά εργασίας χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς γίνεται πλέον σε τοπικό επίπεδο, όπου οι πρωτοβουλίες έχουν περισσότερες πιθανότητες να είναι επιτυχείς. Τέλος, η Δανία έχει μακρόχρονη παράδοση στη συνεργασία μεταξύ εθελοντικών ενώσεων και δημόσιου τομέα σε κοινωνικά ζητήματα. Αναλήφθηκαν περαιτέρω πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της εθελοντικής κοινωνικής εργασίας, μεταξύ άλλων, μέσω της συμφωνίας για το χάρτη συνεργασίας ανάμεσα στον εθελοντικό τομέα και τις δημόσιες αρχές.

5. Προοπτική σχετικά με ζητήματα ισότητας των φύλων

Γενικά, σκοπός της κυβέρνησης είναι η στοχοθέτηση των πρωτοβουλιών στο πλαίσιο της προσπάθειας επανένταξης, ανάλογα με τις διαφορετικές μορφές περιθωριοποίησης των δύο φύλων, για παράδειγμα, οι άστεγοι άνδρες είναι περισσότεροι από τις γυναίκες. Άλλες πρωτοβουλίες με βάση το φύλο περιλαμβάνουν την παροχή αυξημένης στήριξης σε γυναίκες θύματα βίας και ένα νέο σχέδιο δράσης για την πρόληψη της εμπορίας ανθρώπων και τη στήριξη των θυμάτων της.

6. Τρέχοντα ζητήματα και μελλοντικές προκλήσεις

Υπάρχει ευρεία συναίνεση όσον αφορά τη σημασία επίτευξης του στόχου για σημαντική αύξηση της απασχόλησης έως το 2010 προκειμένου να εξασφαλισθούν βιώσιμα δημόσια οικονομικά ενόψει της γήρανσης του πληθυσμού. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε τη σύσταση επιτροπής πρόνοιας, η οποία είναι απαραίτητη για την προώθηση προτάσεων για μείζονες μεταρρυθμίσεις στα κοινωνικά επιδόματα και πολιτικές έως τον Νοέμβριο του 2005.

Οι δήμοι και οι κομητείες είναι αρμόδιες για το μεγαλύτερο μέρος της υλοποίησης των κυβερνητικών στόχων. Η κεντρική κυβέρνηση επιβάλλει περιορισμούς στους προϋπολογισμούς, αλλά νέες πρωτοβουλίες συνδυάζονται με πόρους που χορηγούνται στους δήμους.

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Κατάσταση και βασικές τάσεις: ένα ολοκληρωμένο σύστημα κοινωνικής προστασίας διασφαλίζει ότι, σύμφωνα με το ECHP, η Γερμανία συγκαταλέγεται στα κράτη μέλη με το χαμηλότερο ποσοστό ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια. Το 2001, 11% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά κάτω από το εθνικό όριο φτώχειας και 6% απειλούνταν σταθερά από τη φτώχεια. Ωστόσο, εθνικά στοιχεία δείχνουν υψηλότερα ποσοστά φτώχειας στα ανατολικά ομοσπονδιακά κρατίδια (16% έναντι 10% στα δυτικά ομοσπονδιακά κρατίδια) και στους κατόχους ξένων διαβατηρίων (22% έναντι 10% για τους Γερμανούς).

Επιτευχθείσα πρόοδος το 2001-2003: ο νόμος Job-AQTIV και οι τέσσερις νόμοι για την προώθηση της απασχόλησης και τη μεταρρύθμιση της οικονομικής στήριξης των ανέργων (Hartz I-IV) παρουσιάζονται ως απαντήσεις στις κύριες προκλήσεις της αγοράς εργασίας. Ο στόχος για μείωση της ανεργίας των ατόμων με ειδικές ανάγκες κατά 25% έχει σχεδόν επιτευχθεί. Η φτώχεια στις μεγάλες ηλικίες και σε άτομα που δεν είναι σε θέση να εργασθούν αντιμετωπίζεται πιο αποτελεσματικά με την καθιέρωση ενός συστήματος βασικής ασφάλισης. Συνεχίστηκε η εφαρμογή του προγράμματος «Κοινωνική Πόλη» προκειμένου να ξεπεραστούν οι πολυσύνθετες δυσκολίες της ζωής. Όσον αφορά την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της υλοποίησης του πρώτου ΕΣΔ επιτεύχθηκε κάποια πρόοδος και αυτή μπορεί να ενισχυθεί περαιτέρω κατά την υλοποίηση του ΕΣΔ του 2003.

Στρατηγική προσέγγιση: το ΕΣΔ θέτει ως στόχο την εξασφάλιση της ενεργής συμμετοχής όλων των πολιτών στην κοινωνική ζωή. Αυτό θα επιτευχθεί μέσω της πολιτικής για την εκπαίδευση και την απασχόληση, της καλύτερης ισορροπίας μεταξύ εργασίας και οικογενειακής ζωής καθώς και των κατάλληλων κοινωνικών υπηρεσιών. Συνδέει την κατάρτιση βιώσιμης στρατηγικής για την καταπολέμηση της φτώχειας με τέσσερις πολιτικούς στόχους: τη βελτίωση της ικανότητας των ατόμων να διάγουν τη ζωή που επιθυμούν, την ελαχιστοποίηση ή πρόληψη των κινδύνων φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, την ενίσχυση της προσωπικής ευθύνης και των υφιστάμενων δυνατοτήτων, και την παροχή από την κοινωνική ασφάλιση προστασίας από τη φτώχεια. Το ΕΣΔ προσπαθεί επίσης να αναπτύξει μία σχέση με την «Έκθεση για τη φτώχεια και την ευημερία» προκειμένου να δημιουργηθεί ένα αναλυτικό και εμπειρικό πλαίσιο για την ανάπτυξη πολιτικής κατά του κοινωνικού αποκλεισμού.

Βασικά μέτρα πολιτικής: το ΕΣΔ ορίζει πρόγραμμα στόχων. Ωστόσο, αναλήφθηκε δέσμευση για αξιολόγηση των πιθανών κινδύνων κοινωνικού αποκλεισμού και των δυνατοτήτων των διαφόρων πολιτικών τομέων όσον αφορά την ένταξη (Ατζέντα 2010, μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος κλπ.) με σκοπό την προστασία από τη φτώχεια, όταν θα εφαρμοσθούν τα μέτρα. Τονίζεται η σημασία της τοπικής και περιφερειακής κοινωνικής πολιτικής και της αλληλένδετης κατανομής αρμοδιοτήτων. Ωστόσο, δεν είναι ακόμη σαφές εάν και σε ποιο βαθμό αναπτύσσονται οι τακτικές οριζόντιες και εγκάρσιες διαδικασίες διαβούλευσης στο απαιτούμενο επίπεδο. Η πτυχή αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι για την αντιμετώπιση της πολυδιάστατης φτώχειας απαιτείται ολοκληρωμένη προσέγγιση.

Μελλοντικές προκλήσεις: στο ΕΣΔ καθίσταται σαφές ότι η ενεργός συμμετοχή στον εργασιακό βίο είναι εξαιρετικής σημασίας και τονίζεται η ασφαλής λειτουργία του υφιστάμενου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Στο μέλλον θα υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις όσον αφορά τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του συστήματος προκειμένου αυτό να λειτουργεί αποτελεσματικά. Τα προβλήματα που αναγνωρίζονται στο ΕΣΔ σχετικά με τα κενά του συστήματος βασικής κοινωνικής προστασίας όσον αφορά την κάλυψη πρέπει να αντιμετωπισθούν. Το ίδιο και οι υπάρχουσες περιφερειακές ανισότητες και τα προβλήματα αποκλεισμού των μεταναστών. Οι τέσσερις στόχοι της βιώσιμης στρατηγικής που προσδιορίζεται στο ΕΣΔ για την καταπολέμηση της φτώχειας πρέπει να καταστούν περισσότερο επιχειρησιακοί.

1. Κατάσταση και βασικές τάσεις

Το 2002, το πραγματικό ΑΕγχΠ αυξήθηκε κατά 0,2% και αναμένεται να διατηρηθεί στα ίδια επίπεδα το 2003. Το ποσοστό αύξησης της απασχόλησης το 2002 ήταν αρνητικό, στο -0,6%. Το 2003, η απασχόληση αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω κατά περίπου 1,5%. Το 2002, το συνολικό ποσοστό απασχόλησης μειώθηκε κατά περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα σε 65,3%. Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών παρέμεινε ως είχε (58,8%). Το συνολικό ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε σε 8,6% το 2002 και αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω σε 9,4% το 2003. Το 2002, η ανεργία στην Ανατολική Γερμανία ήταν υπερδιπλάσια αυτής στη Δυτική. Σύμφωνα με στοιχεία του ESSPROS, η Γερμανία δαπανά 29,5% του ΑΕγχΠ της στον τομέα της κοινωνικής προστασίας σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ των 15 που είναι 27,3% (στοιχεία 2000). Υπολογιζόμενες ως κατά κεφαλήν δαπάνες σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (ΜΑΔ), οι δαπάνες της Γερμανίας για την κοινωνική προστασία ανέρχονται σε 7.025 ΜΑΔ και είναι υψηλότερες από τον μέσο όρο των 6.155 ΜΑΔ της ΕΕ των 15.

Ως κύριες προκλήσεις το ΕΣΔ προσδιορίζει την επίμονη ανεργία, την έλλειψη εκπαιδευτικών και επαγγελματικών προσόντων, τον μη ικανοποιητικό συνδυασμό εργασίας και οικογενειακής ζωής, τα προβλήματα υγείας και τέλος τη μετανάστευση. Θεωρεί πρόκληση την περαιτέρω ανάπτυξη του σημερινού επιπέδου κοινωνικής προστασίας, ενόψει των κοινωνικών και δημογραφικών αλλαγών.

2. Αξιολόγηση της επιτευχθείσας προόδου από το ΕΣΔ/ ένταξη του 2001

Στο ΕΣΔ υποστηρίζεται ότι επιτεύχθηκε πρόοδος στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού την περίοδο 2001 - 2003 παραπέμποντας στη λήψη πολυάριθμων μέτρων στο πλαίσιο της πολιτικής απασχόλησης. Επίσης, γίνεται αναφορά στην επιτυχία του κοινωνικού περιβάλλοντος όσον αφορά την προετοιμασία μεταναστών και νέων για εργασία. Ωστόσο, η εμπειρία, από το πρόγραμμα JUMP για την καταπολέμηση της ανεργίας των νέων για παράδειγμα, δείχνει ότι το ποσοστό συμμετοχής των κατόχων ξένων διαβατηρίων συνέχισε να μειώνεται παρά τη δέσμευση στο τελευταίο ΕΣΔ για ίση συμμετοχή των μεταναστών σε προγράμματα κατάρτισης και απόκτησης προσόντων. Μία νέα ρύθμιση στη νομοθεσία για τις συντάξεις βελτίωσε τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα ατόμων που εργάζονται με μερική απασχόληση ενώ μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Ολοκληρώθηκε η μεταρρύθμιση στον τομέα της κατασκευής κοινωνικών κατοικιών, η οποία επικεντρώνεται σε νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα. Ελήφθησαν μέτρα για την καλύτερη προστασία όσον αφορά την υπερχρέωση. Από τότε που ξεκίνησε η υλοποίηση των νέων προγραμμάτων των διαρθρωτικών ταμείων το 2000, οι πληρωμές του ΕΚΤ στη Γερμανία (ομοσπονδιακή κυβέρνηση και ομοσπονδιακά κρατίδια) - συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών για το πρόγραμμα EQUAL - για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού έχουν ήδη ανέλθει σε περισσότερα από 650 εκατομμύρια ευρώ. Επιπλέον, έχουν ήδη καταβληθεί στη Γερμανία περισσότερα από 1.750 εκατομμύρια ευρώ από τη στήριξη του ΕΚΤ για δυναμικές πολιτικές αγοράς εργασίας στον τομέα πολιτικής Α του ΕΚΤ. Σημαντικό μέρος του κονδυλίου αυτού διατέθηκε στην πρόληψη του κινδύνου κοινωνικού αποκλεισμού.

3. Στρατηγική προσέγγιση: κύριοι στόχοι

Το ΕΣΔ αναπτύσσει μία εκτεταμένη στρατηγική προσέγγιση, η οποία δεν περιορίζει πλέον τη στρατηγική μόνο στη συμμετοχή στην αγορά εργασίας αλλά την επεκτείνει σε τέσσερις τομείς: εκπαίδευση, απασχόληση, οικογένεια και κοινωνική προστασία. Ωστόσο, οι προσεγγίσεις πολιτικής δράσης εξακολουθούν να προσανατολίζονται κυρίως στην αύξηση της συμμετοχής στην επικερδή απασχόληση. Έχει αναληφθεί δέσμευση για ένα σύστημα «βασικής ασφάλισης» με προσδιορισμό και μείωση των κενών και των εμποδίων στην πρόσβαση στην κοινωνική προστασία. Η κοινωνική προστασία πρέπει να διατηρήσει την καίρια σημασία της και να προσαρμοσθεί στις νέες απαιτήσεις όσον αφορά τη βιωσιμότητα, τη δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών και την αξιοπιστία του συστήματος να αντιμετωπίσει τους σημαντικότερους κινδύνους στη ζωή. Ως ομάδα στόχος προσδιορίζονται τα άτομα που βρίσκονται σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση και εκείνοι τους οποίους το κράτος πρόνοιας έχει ιδιαίτερη δυσκολία να προσεγγίσει. Σημαντική πρόοδο, σε σχέση με το πρώτο ΕΣΔ, αποτελεί το γεγονός ότι για αρκετά μέτρα και προβληματικούς τομείς καταρτίζεται έκθεση ή ανακοινώνεται αξιολόγηση / συνοδευτική έρευνα, συμπεριλαμβανομένης πρόβλεψης σχετικά με το πότε μπορούν να αναμένονται τα αποτελέσματα αντίστοιχων προγραμμάτων.

Ως συνολική στρατηγική, το ΕΣΔ προσδιορίζει ευρύ φάσμα διαφόρων πολιτικών προσεγγίσεων, μέτρων και εννοιών σε βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο. Η στρατηγική θα επωφεληθεί από τον καλύτερο συντονισμό μεταξύ των διαφόρων αρχών. Η στρατηγική δεν καταλήγει σε ένα «σχέδιο δράσης» αλλά σε ένα σύνολο μέτρων.

4. Βασικές προσεγγίσεις πολιτικής: ισχυρά και αδύνατα σημεία

Βασικοί τομείς μεταρρύθμισης είναι τα επιδόματα ανεργίας, οι ατομικές υπηρεσίες (παροχής συμβουλών) και οι νέες οργανωτικές δομές της κρατικής υπηρεσίας απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της στενότερης συνεργασίας με υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας. Όλα αυτά σχεδιάζονται με σκοπό την επίσπευση της επανένταξης ανέργων στον εργασιακό βίο. Την παρούσα χρονική στιγμή, τα οφέλη και το κόστος των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων μπορούν να αξιολογηθούν σε περιορισμένο βαθμό. Ο αντίκτυπος σε άτομα που απειλούνται από τη φτώχεια τόσο του «επιδόματος ανεργίας ΙΙ» που πρόκειται να θεσπιστεί σύντομα όσο και των περισσότερων προσπαθειών για τοποθετήσεις σε κέντρα απασχόλησης πρέπει να παρακολουθείται στενά. Αναλήφθηκε δέσμευση να προσφερθεί σε όλα τα άτομα μεταξύ 15 και 25 ετών πρόγραμμα εργασίας ή απόκτησης προσόντων, εάν είναι άνεργα. Ενόψει της έλλειψης θέσεων επαγγελματικής κατάρτισης, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πιο έντονη, ο στόχος μείωσης στο ήμισυ έως το 2010 του αριθμού των ατόμων που δεν έχουν αποκτήσει επαγγελματικά προσόντα είναι αρκετά φιλόδοξος.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιθυμεί να ενισχύσει τη διαδικασία ενσωμάτωσης κατοίκων που δεν είναι γερμανοί υπήκοοι, συγκεκριμένα στους τομείς της γλωσσικής ικανότητας, της γενικής προσχολικής, σχολικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης και της εξατομικευμένης τοποθέτησης σε θέσεις απασχόλησης (σκιαγράφηση χαρακτηριστικών). Σύμφωνα με το ΕΣΔ, οι μετανάστες εξακολουθούν να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση στους τομείς αυτούς. Ακόμη και σε παιδιά και νέους αλλοδαπών οικογενειών που ζουν πολλά χρόνια στη Γερμανία, τα μειονεκτήματα εξακολουθούν να είναι σημαντικά σε σύγκριση με τα παιδιά και τους νέους γερμανικής καταγωγής, για παράδειγμα, στην παροχή θέσεων σε νηπιαγωγεία, στην εγγραφή στο σχολείο, στη φοίτηση σε διαφόρων ειδών σχολεία, συμπεριλαμβανομένων των προσόντων που αποκτώνται με την ολοκλήρωση της φοίτησης στο σχολείο, έως την παροχή θέσεων σε πανεπιστήμια και θέσεων για επαγγελματική κατάρτιση. Μολονότι στο ΕΣΔ 2001-2003 είχε δοθεί υπόσχεση για αύξηση της συμμετοχής νεαρών μεταναστών σε περαιτέρω και συνεχή εκπαίδευση καθώς και σε προγράμματα με σκοπό την επαγγελματική ενσωμάτωση που θα είναι αντίστοιχη του ποσοστού των ανέργων της ομάδας αυτής, αυτή δεν τηρήθηκε. Για τους μετανάστες εφαρμόζεται κυρίως μία προσέγγιση ενσωμάτωσης αρκετά περιορισμένου εύρους, η οποία περιλαμβάνει κυρίως γλωσσική κατάρτιση και συνεχή εκπαίδευση. Τονίζεται ρητά η ίση πρόσβαση μεταναστών σε κοινωνικά επιδόματα. Αλλά, από το 1996, οι αιτούντες άσυλο λαμβάνουν μικρότερη κοινωνική βοήθεια κατά τα πρώτα τρία έτη μετά την υποβολή της αίτησης χορήγησης ασύλου.

Η κοινωνία θα πρέπει να καταστεί περισσότερο φιλική προς το παιδί και την οικογένεια. Συνέπεια της σχεδιαζόμενης φορολογικής μεταρρύθμισης θα είναι η ελάφρυνση του βάρους που επωμίζονται τα φτωχά νοικοκυριά, μόνον όμως εάν έχουν εισόδημα από επικερδή απασχόληση. Η κατάργηση του αφορολόγητου επιδόματος σε μόνους γονείς θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση. Ωστόσο, η κυβέρνηση αποφάσισε ένα νέο ποσό ελάφρυνσης το οποίο θα αντισταθμίσει την επιπλέον επιβάρυνση των μόνων γονέων. Οι οικογένειες που βρίσκονται σε επισφαλή κατάσταση θα υποστηριχθούν μέσω της υλοποίησης προγράμματος πρόληψης της φτώχειας στην οικογένεια. Ο αριθμός των παιδιών που εξαρτώνται από την κρατική βοήθεια θα μειωθεί σημαντικά έως το 2006. Η εισαγωγή της ασφάλισης περίθαλψης δείχνει πρόοδο στον τομέα της κοινωνικής ένταξης αλλά δεν γίνεται καμία αναφορά σε προβλήματα όπως αναχρηματοδότηση, ελλιπής παροχή προσωπικού στην περίθαλψη ηλικιωμένων και κενά στην παροχή υπηρεσιών στις περιπτώσεις άνοιας. Τα αποτελέσματα της μεταρρύθμισης στον τομέα της υγείας, ιδίως όσον αφορά άτομα με χρόνιες ασθένειες, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Τονίζεται η αναγκαιότητα να επεκταθεί το δίκτυο κέντρων παροχής συμβουλών προς εκείνους που είναι χρεωμένοι και να συνεχιστεί το έργο για ενιαία εθνικά ποιοτικά πρότυπα στον τομέα της παροχής συμβουλών, με τη συμμετοχή όλων των φορέων.

Η πρόληψη του κοινωνικού αποκλεισμού από την κοινωνία της γνώσης θα επιτευχθεί κυρίως με την αύξηση των συνδέσεων με το Διαδίκτυο στα ιδρύματα που παρέχουν υπηρεσίες πρόνοιας σε νέους. Έως το 2005, το ποσοστό των χρηστών Διαδικτύου ηλικίας 14 ετών και άνω θα αυξηθεί σε 70%.

Στο ΕΣΔ περιλαμβάνονται μερικές κριτικές και θετικές παρατηρήσεις διαφόρων συμμετεχόντων στην πρώτη και τη δεύτερη διαδικασία διαβούλευσης, συγκεκριμένα το αίτημα για καλύτερη χρηματοδότηση των υπηρεσιών παροχής συμβουλών σε άτομα που έχουν χρέη. Το ΕΣΔ αρκείται στην αναφορά σε μία ομάδα συντονισμού μεταξύ των υπουργείων και στην υπόσχεση για συνέχιση του διαλόγου με ακαδημαϊκούς εκπροσώπους και με μία συσταθείσα ομάδα συμβούλων. Πρέπει να αναπτυχθούν περαιτέρω η πληροφόρηση, η ευαισθητοποίηση και η ενθάρρυνση του δημόσιου διαλόγου.

5. Προοπτική σχετικά με ζητήματα ισότητας των φύλων

Στο πλαίσιο του ΕΣΔ ελήφθησαν μέτρα για την καλύτερη προστασία κατά της οικιακής βίας. Στο νέο ΕΣΔ λαμβάνεται περισσότερο υπόψη η ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων. Γίνεται αναφορά στην αύξηση του αριθμού των παιδικών σταθμών για παιδιά ηλικίας κάτω των τριών ετών με σκοπό την προώθηση της συμβατότητας εργασιακής και οικογενειακής ζωής. Το πρόγραμμα της Νυρεμβέργης για την πρόληψη της φτώχειας μόνων γονέων αποτελεί προσπάθεια συνένωσης μέτρων για την πρόληψη της φτώχειας. Το πρόγραμμα «επαγγελματικά προσόντα για ομάδες στόχους με συγκεκριμένο αίτημα για ανάπτυξη» επικεντρώνεται στην κατάρτιση νέων γυναικών. Το ποσοστό γυναικών σε θέσεις εργασίας σχετικές με την ΤΠ πρόκειται να αυξηθεί σε 40%, αλλά η ποιότητα των θέσεων εργασίας πρέπει να παρακολουθείται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση.

6. Τρέχοντα ζητήματα και μελλοντικές προκλήσεις

Από κοινού με τις εκθέσεις για τη φτώχεια, το ΕΣΔ θα καταστεί η βάση των στρατηγικών για την ενίσχυση της κοινωνικής ενσωμάτωσης και της καταπολέμησης της φτώχειας στη Γερμανία. ωστόσο, τα συγκεκριμένα μέτρα που λαμβάνονται για την επίτευξη των τεσσάρων βασικών στόχων πρέπει να καταστούν περισσότερο επιχειρησιακά. Ειδικότερα, όσον αφορά τις πολιτικές για την αγορά εργασίας και την εκπαίδευση καθώς και την ενσωμάτωση των μεταναστών, με την ανάληψη περαιτέρω πρωτοβουλιών θα μπορούσε να διασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή. Πρέπει να αντιμετωπιστούν οι υπάρχουσες περιφερειακές ανισότητες. Η κάλυψη της βασικής κοινωνικής ασφάλισης συμβάλλει στην πρόληψη της φτώχειας, αλλά πρέπει επίσης να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα σχετικά με τα κενά στην κάλυψη που προσδιορίστηκαν στο ΕΣΔ. Πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω η πρόκληση της διασφάλισης καλύτερου συντονισμού μεταξύ των διαφόρων επιπέδων της κυβέρνησης. Πρέπει να εδραιωθεί η πρόοδος που επιτεύχθηκε όσον αφορά την εξασφάλιση της συνεχούς συμμετοχής ενδιαφερομένων φορέων στη χάραξη πολιτικών στο πλαίσιο του ΕΣΔ.

ΕΛΛΑΔΑ

Κατάσταση και βασικές τάσεις: η Ελλάδα παρουσιάζει συνεχή βελτίωση της μακροοικονομικής της κατάστασης από το 1996. Η πραγματική αύξηση του ΑΕγχΠ (4,1% το 2001 και 4% το 2002) εξακολουθεί να είναι υψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ (1,6% το 2001 και 1% το 2002). Η αύξηση της απασχόλησης είναι μικρή, ενώ το ποσοστό ανεργίας εξακολουθεί να μειώνεται. Η Ελλάδα καταβάλλει σοβαρές προσπάθειες να επεκτείνει και να βελτιώσει το σύστημα κοινωνικής προστασίας της, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στη σημαντική αύξηση των δαπανών για τον τομέα της κοινωνικής προστασίας ως ποσοστού του ΑΕγχΠ. Το ποσοστό φτώχειας (20%) είναι πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ (15%) το 2001, μολονότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μικρή τάση μείωσης. Το υψηλό ποσοστό ανάπτυξης των τελευταίων ετών σε συνδυασμό με την αύξηση των δαπανών για την κοινωνική πολιτική και τη συνεχιζόμενη δημιουργία θέσεων απασχόλησης αναμένεται να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον που θα συμβάλει περισσότερο στην αντιμετώπιση των ζητημάτων φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού μέσω κατάλληλα σχεδιασμένων μέτρων πολιτικής.

Επιτευχθείσα πρόοδος την περίοδο 2001-2003: τα μέτρα που περιλαμβάνονται στο ΕΣΔ/ ένταξη 2001-2003 βρίσκονται στο στάδιο της υλοποίησης και χρηματοδοτούνται εν μέρει από το ΕΚΤ. Μένει να διαπιστωθεί πόσο επιτυχή θα είναι, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι η αποτελεσματικότητά τους βελτιώνεται. Επιτεύχθηκε πρόοδος στη βελτίωση των μέτρων απασχολησιμότητας προς όφελος των ευπαθών ομάδων, συνοδευόμενη από αύξηση του αριθμού των κοινωνικών υπηρεσιών που παρέχονται σε εξαρτώμενα μέλη νοικοκυριών. Η πολιτική της καταβολής χρηματικού επιδόματος επεκτάθηκε με σκοπό να καλύπτονται περισσότερες ομάδες που απειλούνται από τη φτώχεια. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν διάφορες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις και τον Σεπτέμβριο του 2003 εγκρίθηκε ο χάρτης σύγκλισης με σκοπό να αυξηθούν οι προσπάθειες που καταβάλλονται προς αυτή την κατεύθυνση.

Στρατηγική προσέγγιση: το νέο ΕΣΔ/ένταξη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής στρατηγικής σύγκλισης με την ΕΕ και θεωρεί την κοινωνική προστασία βασικό στοιχείο της γενικότερης αναπτυξιακής πορείας. Η στρατηγική προσέγγιση του ΕΣΔ βασίζεται στα εξής: α) γενικές πολιτικές, ειδικά στον τομέα της οικονομικής ανάπτυξης και της διαρθρωτικής αλλαγής, για τη διατήρηση του ρυθμού αύξησης των κοινωνικών δαπανών και της αναδιανομής, β) ειδικές πολιτικές για την αντιμετώπιση προβλημάτων φτώχειας και κοινωνικοί αποκλεισμού. Προτείνονται τέσσερις στρατηγικές παρεμβάσεις πολιτικής: (α) η ύπαιθρος. (β) οι ηλικιωμένοι. (γ) προώθηση της πρόσβασης στην απασχόληση. και (δ) ποιότητα διακυβέρνησης. Κύριος στόχος της κοινωνικής πολιτικής είναι η σημαντική μείωση του αριθμού των ατόμων που απειλούνται από τη φτώχεια. Για το σκοπό αυτό, ορίζεται η επίτευξη δέκα εθνικών στόχων έως το 2010.

Βασικά μέτρα πολιτικής: οι προσεγγίσεις και τα μέτρα πολιτικής του ΕΣΔ/ένταξη αντικατοπτρίζουν μία προσπάθεια ενίσχυσης και διεύρυνσης του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Χαιρετίζεται η έμφαση που δίδεται στην αναγκαιότητα καλύτερης διακυβέρνησης σε τομείς σχετικούς με την κοινωνική πολιτική. Για τα υφιστάμενα μέτρα είναι απαραίτητοι βελτιωμένοι μηχανισμοί συντονισμού, παρακολούθησης και υλοποίησης, ιδίως σε τοπικό επίπεδο. Η πρωτοβουλία που αναλήφθηκε για τη σύσταση δικτύου κοινωνικών υπηρεσιών σε τοπικό επίπεδο θα συμβάλει εν μέρει στη βελτίωση του συντονισμού και της συνέργειας μεταξύ των προγραμμάτων που υλοποιούν διάφοροι φορείς. Η νεοσυσταθείσα «εθνική επιτροπή κοινωνικής προστασίας» είναι το μόνο μέσο στο ΕΣΔ/ένταξη στο οποίο έχει ανατεθεί η κινητοποίηση όλων των ενδιαφερόμενων φορέων. Οι επιδόσεις του πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

Μελλοντικές προκλήσεις: το ζήτημα της κινητοποίησης του συνόλου των σχετικών ενδιαφερόμενων φορέων παραμένει πρόκληση. Μία άλλη πρόκληση είναι η κοινωνικοοικονομική ενσωμάτωση των μεταναστών για την οποία απαιτούνται πολυδιάστατες προσεγγίσεις πολιτικής και συνεχείς παρεμβάσεις. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι πρωτοβουλίες στους τομείς της απόκτησης ικανοτήτων χρησιμοποίησης της ψηφιακής τεχνολογίας και της διά βίου μάθησης. Επίσης, πρέπει να ενισχυθεί η διαρκής εφαρμογή μίας προσέγγισης ενσωμάτωσης της διάστασης της ισότητας των φύλων και η επέκταση της δυνατότητας πρόσβασης των διαφόρων κατηγοριών ατόμων με ειδικές ανάγκες σε όλους τους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.

1. Κατάσταση και βασικές τάσεις

Από το 1996 παρατηρείται σημαντική αύξηση της παραγωγής στην Ελλάδα, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη συνεχή βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών. Η πραγματική αύξηση του ΑΕγχΠ το 2000 ανήλθε σε 4,2% και συνεχίστηκε στα ίδια επίπεδα το 2001 και 2002 (4,1% και 4% αντίστοιχα). Οι προοπτικές για το 2003 είναι επίσης καλές. Αυτά τα ποσοστά ανάπτυξης υπερβαίνουν κατά πολύ τον μέσο όρο της ΕΕ (3,5% το 2000, 1,6% το 2001 και 1% το 2002). Σύμφωνα με εθνικά στοιχεία, η συνολική απασχόληση αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 0,76% το 2002 (δεύτερο τρίμηνο) και κατά 1,38% το 2003 (δεύτερο τρίμηνο). Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η απασχόληση στην Ελλάδα μειώθηκε για τρίτη συνεχή χρονιά το 2002. Το συνολικό ποσοστό απασχόλησης αυξάνεται μειώνοντας ελαφρώς την απόκλιση από τον μέσο όρο της ΕΕ. Τα σχετικά κενά στα ποσοστά απασχόλησης είναι μικρότερα όταν γίνονται συγκρίσεις βάσει των ποσοστών του ΙΠΑ, αντικατοπτρίζοντας την περιορισμένη εφαρμογή της μερικής απασχόλησης στην Ελλάδα.

Η ανεργία μειώνεται από το 2000 και προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω, εντούτοις παραμένει υψηλή σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ των 15 (9,6% έναντι 7,6% το 2002). Εξακολουθεί να επικεντρώνεται κυρίως στους νέους και τις γυναίκες, αντικατοπτρίζοντας ποικιλία θεσμικών αδυναμιών και διαρθρωτικών ανισορροπιών. Τα ποσοστά της μακροχρόνιας ανεργίας και της ανεργίας των νέων παρουσιάζουν πτωτικές τάσεις αλλά παραμένουν υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ. Μικρή πτωτική τάση εμφανίζει και το ποσοστό ανεργίας των γυναικών.

Από το 1996 η Ελλάδα καταβάλλει σημαντικές προσπάθειες να επεκτείνει και να βελτιώσει το σύστημα κοινωνικής προστασίας της τόσο σε ποσοτικούς όσο και σε ποιοτικούς όρους. Μέρος της προσπάθειας αυτής αντικατοπτρίζεται στη σημαντική αύξηση των δαπανών κοινωνικής προστασίας ως ποσοστού του ΑΕγχΠ: από 22,9% το 1990 (έναντι 25,5% που ήταν ο μέσος όρος της ΕΕ) σε 26,4% το 2000 (έναντι 27,3% που ήταν ο μέσος όρος της ΕΕ). Η αύξηση αυτή δείχνει μία τάση σύγκλισης με τον μέσο όρο της ΕΕ. Το ποσοστό φτώχειας στην Ελλάδα παραμένει υψηλό (20% έναντι 15% που ήταν ο μέσος όρος της ΕΕ για το 2001), μολονότι τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει πτωτική τάση. Εάν ληφθεί υπόψη το τεκμαρτό ενοίκιο, αυτό ενδεχομένως να συνεπάγεται μικρότερη εμφάνιση του κινδύνου φτώχειας. Η πτωτική αυτή τάση πρέπει να συνεχιστεί με την αύξηση του ποσοστού συμμετοχής του εργατικού δυναμικού.

Στοιχεία του ECHP για το 2001 αποκαλύπτουν ότι ο αντίκτυπος των συντάξεων και άλλων κοινωνικών μεταβιβάσεων στη μείωση του κινδύνου φτώχειας είναι σημαντικός (19 ποσοστιαίες μονάδες) και αυξάνεται - χωρίς αυτές ο κίνδυνος φτώχειας θα ήταν 39%. Ωστόσο, παραμένει μικρότερος από τον αντίκτυπο που έχουν κατά μέσο όρο οι μεταβιβάσεις αυτές στην ΕΕ (24 ποσοστιαίες μονάδες). Ο αντίκτυπος άλλων κοινωνικών μεταβιβάσεων εκτός των συντάξεων ήταν μόνο τρεις ποσοστιαίες μονάδες στην Ελλάδα ενώ ο μέσος όρος μείωσης στην ΕΕ των 15 ήταν 9 ποσοστιαίες μονάδες. Ωστόσο, ακόμη και για εκείνους που δεν ξεπερνούν το όριο του 60%, οι μεταβιβάσεις βελτιώνουν σημαντικά τα εισοδήματα. Η Ελλάδα δεν υιοθέτησε επίσημο όριο φτώχειας. Μολονότι δεν υπάρχει γενικευμένο σύστημα εγγυημένου ελάχιστου εισοδήματος για το σύνολο του πληθυσμού, υπάρχουν αρκετά προγράμματα επιδομάτων εισοδήματος για διάφορες κατηγορίες τα οποία αφορούν πληθυσμιακές ομάδες που διατρέχουν το μεγαλύτερο κίνδυνο (κυρίως ηλικιωμένοι, άνεργοι και άτομα με ειδικές ανάγκες). Η κάλυψη των προγραμμάτων αυτών αυξήθηκε και τα τελευταία χρόνια προστέθηκαν νέες κατηγορίες.

2. Αξιολόγηση της προόδου που επιτεύχθηκε από το ΕΣΔ/ένταξη του 2001

Η πολιτική απασχόλησης που απευθύνεται στις κοινωνικά ευπαθείς ομάδες άλλαξε σημαντικά τα τελευταία χρόνια με τη λήψη δυναμικών μέτρων. Υπό τη σημαντική επιρροή της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση, αποδίδεται ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στη βελτίωση της απασχολησιμότητας παρά στη βελτίωση των μέτρων για τη στήριξη του εισοδήματος και άλλων παραδοσιακών παθητικών πολιτικών, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη προσπάθειες για την καθιέρωση της προληπτικής και εξατομικευμένης προσέγγισης. Επίσης, επιτεύχθηκε πρόοδος όσον αφορά την αύξηση του αριθμού των κοινωνικών υπηρεσιών (παιδικοί σταθμοί, κέντρα φροντίδας παιδιών, βοήθεια στο σπίτι κλπ.) που παρέχονται σε εξαρτώμενα μέλη νοικοκυριών (ηλικιωμένους, άτομα με ειδικές ανάγκες και παιδιά) με τις οποίες προσδοκάται, μεταξύ άλλων, ο συνδυασμός οικογενειακής ζωής και εργασίας. Η συγχρηματοδότηση ορισμένων μέτρων από την ΕΕ δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση δράσεων σε τοπικές αρχές στο τέλος της περιόδου συγχρηματοδότησης, οπότε οι τοπικές κοινότητες θα πρέπει να εξασφαλίσουν τη χρηματοδότηση που τους χρειάζεται για τη συνέχιση των δραστηριοτήτων τους.

Σε εξέλιξη βρίσκονται σημαντικές αλλαγές στην κοινωνική πολιτική και άλλους συναφείς τομείς, κυρίως μέσω νομοθετικών μεταρρυθμίσεων και ρυθμίσεων που εγκρίθηκαν τα τελευταία χρόνια. Οι αλλαγές αυτές κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση και αναμφισβήτητα, όταν καταστούν πλήρως επιχειρησιακές, θα συμβάλουν στην ανάληψη αποτελεσματικότερης δράσης για την προώθηση της κοινωνικής ένταξης και ιδίως για την κοινωνικοοικονομική ένταξη των πιο ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων της ελληνικής κοινωνίας.

Η εφαρμογή πολιτικής χρηματικού επιδόματος θα παρέξει ένα «δίχτυ ασφαλείας» το οποίο θα απευθύνεται σε συγκεκριμένες ομάδες, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές ανάγκες τους και ελαχιστοποιώντας τους κινδύνους διάλυσης μέσω της χρήσης σαφών μη οικονομικών πληροφοριών. Την παρούσα χρονική στιγμή, ένα γενικευμένο δίχτυ ασφαλείας θεωρείται μη πρακτικό και αντιπαραγωγικό, κυρίως λόγω της αβεβαιότητας σχετικά με τον αριθμό των επιλέξιμων δικαιούχων. Στο ΕΣΔ/ένταξη του 2001 περιλαμβάνονταν τρεις νέες πρωτοβουλίες για μέτρα στήριξης εισοδήματος. Μετά το αρχικό στάδιο κατά το οποίο ο αριθμός των ατόμων που καλύπτονταν ήταν περιορισμένος, τα προγράμματα έχουν πλέον επεκταθεί.

Είναι από τη φύση της δύσκολη η απόκτηση σε τακτά χρονικά διαστήματα στατιστικών πληροφοριών σχετικά με την πρόοδο ως προς την εκπλήρωση των τεσσάρων στόχων της Νίκαιας. Η απουσία αναλυτικής έκθεσης σχετικά με την πρόοδο της υλοποίησης των μέτρων που περιλαμβάνονταν στο πρώτο ΕΣΔ, με κατάλληλα σχετικά στοιχεία και δείκτες, καθιστά δύσκολη την παροχή ορθής αξιολόγησης υλοποίησης. Το σύστημα παρακολούθησης που προβλεπόταν στο πρώτο ΕΣΔ προοδευτικά διαμορφώνεται. Όλα τα μέτρα του ΕΣΔ βρίσκονται σήμερα στο στάδιο της εφαρμογής χρηματοδοτούμενα εν μέρει από το ΕΚΤ.

3. Στρατηγική προσέγγιση: κύριοι στόχοι

Το νέο ΕΣΔ/ένταξη είναι μέρος της ελληνικής στρατηγικής σύγκλισης με τον μέσο όρο της ΕΕ, υπογραμμίζοντας τη σημασία που αποδίδεται στην εξασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και τονίζοντας τον αναπτυξιακό ρόλο της κοινωνικής πολιτικής στη συνολική στρατηγική της Λισσαβόνας. Το στρατηγικό του πλαίσιο βασίζεται στα εξής: α) γενικές πολιτικές, ειδικά στον τομέα της οικονομικής ανάπτυξης και της διαρθρωτικής αλλαγής, έτσι ώστε να διασφαλιστεί σταθερή ανάπτυξη, με παροχή χρηματοδότησης για προοδευτική αύξηση των κοινωνικών δαπανών και αναδιανομή. και β) ειδικές πολιτικές για την αντιμετώπιση υπαρχόντων και αναδυόμενων προβλημάτων φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Στο πλαίσιο αυτό προτείνονται τέσσερις συνδεδεμένοι στρατηγικοί τομείς για παρεμβάσεις πολιτικής με συγκεκριμένο επίκεντρο. Οι τομείς αυτοί είναι οι εξής: (α) η ύπαιθρος: εξάλειψη των διαφορών στις οικονομικές ευκαιρίες και στην ποιότητα ζωής που απολαμβάνουν ο αστικός πληθυσμός και ο πληθυσμός της υπαίθρου στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης ανάπτυξης της υπαίθρου. (β) οι ηλικιωμένοι: εξασφάλιση της στήριξης του εισοδήματος των χαμηλοσυνταξιούχων και προώθηση της προσβασιμότητας σε όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες. (γ) προώθηση της πρόσβασης στην απασχόληση: αποδίδεται έμφαση σε πέντε πληθυσμιακές ομάδες (γυναίκες, εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας, νέους, άτομα με ειδικές ανάγκες και μετανάστες), ενώ θεωρούνται σημαντικοί οι στόχοι της αμοιβής της εργασίας και της μετατροπής της αδήλωτης εργασίας σε κανονική απασχόληση. (δ) ποιότητα διακυβέρνησης: περιλαμβάνει τέσσερα θέματα προτεραιότητας: στρατηγική παρέμβαση. διαρθρωμένο διάλογο με την κοινωνία των πολιτών. αποκέντρωση των δράσεων. ποικιλία και ποιότητα υπηρεσιών.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της στρατηγικής αυτής είναι η έμφαση που δίδεται στην αναγκαιότητα διακυβέρνησης παρά παθητικής διαχείρισης. Αυτό θα επιτευχθεί στο πλαίσιο των εξής αξόνων: συντονισμός μεταξύ τομέων πολιτικής. συμβατότητα στόχων μεταξύ των διαφόρων τομέων. ευρεία κοινωνική συναίνεση και κοινές προσπάθειες για την επίτευξη των στόχων αυτών. και τέλος, υπέρβαση των περιορισμένων ατομικών ή τομεακών συμφερόντων.

Κύριος στόχος της πολιτικής είναι η σημαντική μείωση του αριθμού των ατόμων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Για το σκοπό αυτό προτείνονται δέκα ποσοτικά προσδιορισμένοι εθνικοί στόχοι σε τομείς σημαντικούς για την κοινωνική ένταξη. Τέσσερις από τους στόχους αυτούς αφορούν τη βελτίωση της θέσης συγκεκριμένων ομάδων που απειλούνται σε μεγάλο βαθμό από τη φτώχεια, ενώ οι υπόλοιποι αναφέρονται σε έξι άλλους τομείς προτεραιότητας. Οι στόχοι αυτοί ορίζονται για το 2010, όπως και οι άλλοι στόχοι της Λισσαβόνας, και όχι για την περίοδο αναφοράς του ΕΣΔ/ένταξη 2003-2005. Συγκεκριμένα, η επίτευξη των στόχων απασχόλησης φαίνεται να είναι απαραίτητη για τους κοινωνικούς στόχους.

4. Βασική προσέγγιση πολιτικής: ισχυρά και αδύνατα σημεία

Το νέο ΕΣΔ/ένταξη περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία μέτρων όπως χρηματικά επιδόματα, προγράμματα προώθησης της απασχόλησης και της κατάρτισης, προγράμματα κοινωνικής στήριξης, ολοκληρωμένες δράσεις, θεσμικές ρυθμίσεις κλπ. Τα μέτρα αυτά αντικατοπτρίζουν τη συνέχιση των προσπαθειών και τη δέσμευση για περαιτέρω ενίσχυση του συστήματος κοινωνικής προστασίας προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προσδιορίσιμα παραδοσιακά και αναδυόμενα προβλήματα και ανάγκες στον τομέα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Σε στρατηγικό επίπεδο, η κοινωνική ένταξη ενσωματώνεται στη γενική διαδικασία σύγκλισης που ορίζεται στο χάρτη σύγκλισης ο οποίος εγκρίθηκε τον Σεπτέμβριο του 2003, ενώ παράλληλα μία δέσμη νέων κοινωνικών μέτρων συμπληρώνει αυτά που υπάρχουν στο ΕΣΔ/ένταξη. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην αναγκαιότητα διακυβέρνησης, η οποία είναι ιδιαίτερα σημαντική στους συναφείς με την κοινωνική πολιτική τομείς στην Ελλάδα. Για τα υπάρχοντα μέτρα, ορισμένα εκ των οποίων επεκτείνονται και ενισχύονται, απαιτούνται ισχυρότεροι μηχανισμοί συντονισμού, παρακολούθησης και υλοποίησης, ειδικά σε τοπικό επίπεδο, το οποίο πρέπει να αναπτυχθεί. Η πρωτοβουλία που αναλήφθηκε για τη σύσταση δικτύου κοινωνικών υπηρεσιών σε τοπικό επίπεδο θα συμβάλει εν μέρει στη βελτίωση του συντονισμού και της συνέργειας μεταξύ προγραμμάτων που υλοποιούν διάφοροι φορείς. Η νεοσυσταθείσα «εθνική επιτροπή κοινωνικής προστασίας» είναι το μόνο μέσο του ΕΣΔ/ένταξη στο οποίο έχει ανατεθεί η κινητοποίηση όλων των ενδιαφερόμενων φορέων και η προώθηση διαρθρωμένου διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών και η αμοιβαία ανάληψη ευθυνών μεταξύ των εκπροσωπούμενων φορέων. Οι επιδόσεις της σημαντικής αυτής επιτροπής πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

5. Προοπτική σχετικά με ζητήματα ισότητας των φύλων

Τα τελευταία χρόνια, στην πλειονότητα των προγραμμάτων απασχόλησης και κατάρτισης εφαρμόζονται ολοένα και περισσότερο ορισμένα κριτήρια προτεραιότητας σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του ποσοστού συμμετοχής των γυναικών. Τα τελευταία χρόνια προωθούνται ολοένα και περισσότερο προγράμματα επενδύσεων, με την παροχή επιχορηγήσεων αποκλειστικά για επιχειρήσεις που ανήκουν σε γυναίκες - δημιουργία νέων ή/και εκσυγχρονισμό υφιστάμενων επιχειρήσεων - και τα προγράμματα αυτά αναμένεται να συνεχιστούν. Επιπλέον, αυξάνεται και ο αριθμός των συνοδευτικών κοινωνικών υπηρεσιών με σκοπό την παροχή βοήθειας προς τις γυναίκες για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας. Η αποτελεσματικότητα των πολιτικών θα ενισχυθεί σημαντικά εάν επιτευχθεί καλύτερος συντονισμός των επιμέρους πρωτοβουλιών πολιτικής. Συγκεκριμένα, πρέπει να συντονιστούν καλύτερα μέτρα πολιτικής που αποσκοπούν στην αύξηση της προσφοράς και της ζήτησης όσον αφορά την απασχόληση γυναικών έτσι ώστε να μεγιστοποιηθούν οι συνέργειες.

6. Τρέχοντα ζητήματα και μελλοντικές προκλήσεις

Η πρόσφατη νομοθεσία με θέμα τον κοινωνικό διάλογο για την προώθηση της απασχόλησης και της κοινωνικής προστασίας είναι μία ευπρόσδεκτη πρωτοβουλία. Ωστόσο, το θέμα της κινητοποίησης των ενδιαφερόμενων φορέων για την ενίσχυση της συμμετοχής τους και τη διασφάλιση του συντονισμού των δράσεων μέσω διαρθρωμένου διαλόγου και αμοιβαίας ανάληψης ευθυνών εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση. Η ορθή λειτουργία των επιτροπών απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας είναι σημαντική για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Η κοινωνικοοικονομική ένταξη των μεταναστών αποτελεί άλλη μία πρόκληση για την οποία απαιτούνται πολυδιάστατες προσεγγίσεις πολιτικής και ολοκληρωμένες διαρκείς παρεμβάσεις. Η υλοποίηση σχεδίου δράσης για την ενσωμάτωση των μεταναστών και η λειτουργία του ινστιτούτου μεταναστευτικής πολιτικής (ΙΜΕΠΟ) αποτελούν σημαντικά βήματα για να ξεπεραστούν οι προκλήσεις αυτές. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι πρωτοβουλίες στους τομείς της απόκτησης ικανοτήτων χρησιμοποίησης της ψηφιακής τεχνολογίας και της διά βίου μάθησης που συνδέονται με τις σημερινές και τις μελλοντικές ανάγκες απασχόλησης, των ευπαθών κοινωνικών ομάδων και οι πρωτοβουλίες για την πρόληψη προβλημάτων που θα προκύψουν στο μέλλον. Τέλος, η έμφαση που δίδεται στο ΕΣΔ/ένταξη σχετικά με τη διασφάλιση μίας προσέγγισης ενσωμάτωσης της διάστασης της ισότητας των φύλων, καθώς και με την αύξηση της προσβασιμότητας των διαφόρων κατηγοριών ατόμων με ειδικές ανάγκες σε όλους τους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής θα πρέπει να συνεχιστεί δυναμικά κατά την περίοδο του σχεδίου δράσης. Τέλος, η διαρθρωτική προσαρμογή με την οποία αναμένεται να έλθουν αντιμέτωπες οι περιοχές της υπαίθρου που είναι προσανατολισμένες στη γεωργία απαιτεί συνεχή εφαρμογή μίας ολιστικής προσέγγισης πολιτικής στην ανάπτυξη της υπαίθρου.

ΙΣΠΑΝΙΑ

Κατάσταση και βασικές τάσεις: τα τελευταία δύο χρόνια, η ισπανική οικονομία διατήρησε την ετήσια αύξηση του ΑΕγχΠ πάνω από το 2%. Πρόκειται για ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η οικονομική κατάσταση και οι δυναμικές πολιτικές απασχόλησης επέτρεψαν τη μείωση του ποσοστού ατόμων που είναι άνεργα για μεγάλα και πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα. Όσον αφορά την κατάσταση των γυναικών στην αγορά εργασίας, η ανεργία, μολονότι βρίσκεται εγγύτερα στον μέσο όρο της ΕΕ, εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλή σε σύγκριση με αυτή των ανδρών, σε όλες σχεδόν τις ηλικιακές ομάδες και τα μορφωτικά επίπεδα. Το ποσοστό προσωρινών θέσεων απασχόλησης (30,2%) παραμένει πολύ υψηλό. Στην Ισπανία είναι σαφής η τάση σύγκλισης με τον μέσο όρο της ΕΕ όσον αφορά τους σχετικούς με την απασχόληση δείκτες. Ωστόσο, εξακολουθεί να καθυστερεί η πρόοδος ορισμένων δεικτών.

Επιτευχθείσα πρόοδος την περίοδο 2001-2003: επιτεύχθηκαν σημαντικές πρόοδοι στην επέκταση της στρατηγικής καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού σε περιφερειακές και τοπικές κυβερνήσεις. Η εισαγωγή νέας νομοθεσίας (συμπεριλαμβανομένης της νομοθεσίας με τη μορφή μέτρων στο πρώτο ΕΣΔ) έθεσε τα θεμέλια για την ανάπτυξη πιο συγκεκριμένων μέτρων που επί του παρόντος υλοποιούνται. Παρατηρήθηκαν βελτιώσεις στη συνεργασία μεταξύ κοινωνικών υπηρεσιών και υπηρεσιών απασχόλησης, στην παροχή πόρων για ευπαθείς ομάδες και στον τομέα της πολιτικής για την υγεία. Ωστόσο, η πρόοδος ήταν μικρότερη σε άλλους σημαντικούς τομείς, όπως η καταπολέμηση της εγκατάλειψης του σχολείου.

Στρατηγική προσέγγιση: στο σχέδιο περιγράφεται ένα ολοκληρωμένο σύνολο μέτρων μολονότι δεν είναι σαφής ο τρόπος με τον οποίο θα συνδυαστούν τα μέτρα αυτά. Μία από τις στρατηγικές αδυναμίες του πρώτου ΕΣΔ/ένταξη, η απουσία στόχων, εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα, ειδικά στους τομείς της υγείας, της στέγασης και της εκπαίδευσης. Η προσέγγιση για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού επικεντρώνεται σε συγκεκριμένες ευπαθείς ομάδες. Η απασχόληση θα παραμείνει το κύριο μέσο για την επίτευξη της ένταξης. Εντούτοις, ιδιαίτερη προσοχή θα δοθεί στην εξασφάλιση της πρόσβασης στην υγεία, την εκπαίδευση και τη στέγαση σε άτομα που απειλούνται από τη φτώχεια ή που ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ο στόχος που τέθηκε για μείωση κατά 2% του αριθμού των ατόμων που ζουν με εισόδημα χαμηλότερο από το όριο του 60% του διάμεσου εισοδήματος.

Βασικά μέτρα πολιτικής: η μείωση των φόρων εισοδήματος για εκείνους που έχουν χαμηλότερο εισόδημα, οι βελτιώσεις στις συντάξεις και η παροχή κινήτρων σε εργοδότες πρέπει, σύμφωνα με το ισπανικό ΕΣΔ, να εδραιώσουν την τάση για καλύτερα αποτελέσματα όσον αφορά τα επίπεδα εισοδήματος. Η πρόληψη του αποκλεισμού αντιμετωπίζεται με πολιτικές που αφορούν την οικογένεια, τις περιφερειακές ανισορροπίες και τη μείωση των εμποδίων πρόσβασης σε ΤΠΕ. Μετά την πρώτη κοινή έκθεση για την ένταξη, συμπεριλήφθηκαν πολιτικές για την αντιμετώπιση των εμποδίων συμμετοχής στην αγορά εργασίας γυναικών με χαμηλό κοινωνικό και μορφωτικό επίπεδο (χρησιμοποιήθηκαν και στο ΕΣΔ/απασχόληση), καθώς και οικονομική στήριξη σε θύματα οικιακής βίας.

Μελλοντικές προκλήσεις: ο συντονισμός και η συνεργασία μεταξύ των διαφόρων διοικητικών επιπέδων εξακολουθούν να είναι απαραίτητοι και η παρακολούθηση της προόδου σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο αποτελεί πρόκληση. Τέθηκαν οι βάσεις για ορισμένους από τους βασικούς τομείς (όπως η παροχή κοινωνικής βοήθειας στον τομέα της υγείας) και πρόκειται να αναπτυχθούν και να εφαρμοσθούν μηχανισμοί πληροφόρησης. Λόγω της σημασίας της απασχόλησης ως μέσου για την επίτευξη της κοινωνικής ένταξης, είναι αναγκαία η ενίσχυση της συμμετοχής κοινωνικών εταίρων. Η αύξηση του αριθμού των μεταναστών μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την άσκηση επιπλέον πιέσεων σε ορισμένες κοινωνικές υπηρεσίες και προγράμματα παροχών εάν αυτό δεν ληφθεί υπόψη κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού.

1. Κατάσταση και βασικές τάσεις

Τα τελευταία δύο χρόνια, η ισπανική οικονομία διατήρησε την ετήσια αύξηση του ΑΕγχΠ πάνω από το 2%, δηλαδή πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της ισπανικής οικονομίας τα τελευταία οκτώ χρόνια είναι η σταθερή μείωση της ανεργίας από 18,8% το 1995 σε 11,3% το 2002 (εναρμονισμένη ΕΕΔ). Παρά το γεγονός ότι το ποσοστό παραμένει από τα υψηλότερα στην ΕΕ (κυρίως λόγω της μεγάλης ανεργίας στους νέους και τις γυναίκες), η σύγκλιση είναι εμφανής.

Οι θετικές αυτές τάσεις όσον αφορά την απασχόληση και η προοδευτική βελτίωση των συντάξεων άμβλυναν με τη σειρά τους ορισμένα από τα χάσματα με την ΕΕ. Η τάση σύγκλισης είναι εμφανής στους περισσότερους από τους δείκτες που σχετίζονται με το εισόδημα, μολονότι η Ισπανία εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες της ΕΕ με τα υψηλότερα ποσοστά φτωχών που ζουν με εισόδημα κάτω από το όριο του 60% του διάμεσου εισοδήματος. Σύμφωνα με στοιχεία του ECHP για το 2001, ο κίνδυνος φτώχειας στην Ισπανία ήταν 19%.

Όπως δείχνει ο συντελεστής Gini, παρά τις βελτιώσεις στα ισπανικά αριθμητικά στοιχεία, εξακολουθεί να υπάρχει κάποια απόσταση από τον μέσο όρο της ΕΕ (32% στην Ισπανία και 29% στην ΕΕ το 2000). Το σημαντικότερο είναι ότι τα αριθμητικά στοιχεία πριν και μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις δείχνουν ότι στην Ισπανία ο αντίκτυπος των μεταβιβάσεων αυτών είναι μικρότερος.

Όπως επισημαίνεται στην τελευταία κοινή έκθεση για την ένταξη, η Ισπανία συγκαταλέγεται στις χώρες με το χαμηλότερο ποσοστό δαπανών στον τομέα της κοινωνικής προστασίας ως ποσοστού του ΑΕγχΠ: 20% το 2000 (ΕΕ 15 27,1%). Σχεδόν 91% του προϋπολογισμού για την κοινωνική προστασία (83% στην ΕΕ) επικεντρώνεται στους ηλικιωμένους, την υγεία, τα άτομα με ειδικές ανάγκες και την ανεργία, αφήνοντας μόνο 9% για την αντιμετώπιση άλλων αναγκών.

Όσον αφορά δείκτες που δεν σχετίζονται με την απασχόληση, η πρόοδος που επιτεύχθηκε ήταν περισσότερο ανομοιογενής. Για παράδειγμα, ενώ επιτεύχθηκε μικρή βελτίωση από το 1995, η Ισπανία εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο. Όσον αφορά τις πλέον ευπαθείς ομάδες, παρατηρήθηκε μεγάλη αύξηση του πληθυσμού των μεταναστών.

2. Αξιολόγηση της προόδου που επιτεύχθηκε από το ΕΣΔ/ένταξη του 2001

Η οικονομική κατάσταση και οι πρόοδοι όσον αφορά τις δυναμικές πολιτικές απασχόλησης είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση του ποσοστού ατόμων που είναι άνεργα για μεγάλα και πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα, μολονότι το υψηλό ποσοστό προσωρινών θέσεων απασχόλησης (30,2%) εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία. Εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες περιφερειακές ανισότητες παρά τη μικρή βελτίωση που επιτεύχθηκε.

Στο πλαίσιο της αρμοδιότητας των περιφερειακών κυβερνήσεων, η κάλυψη παροχών για την εγγύηση ελάχιστου εισοδήματος επεκτάθηκε και όλες οι αυτόνομες κοινότητες διαθέτουν πλέον τα δικά τους προγράμματα. Υπάρχει μία τάση σύνδεσης των παροχών αυτών με δραστηριότητες ένταξης στην απασχόληση. Η πιο πρόσφατη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος επίσης επικεντρώθηκε στα άτομα με το χαμηλότερο εισόδημα.

Το 2002 ψηφίστηκε νόμος για την ποιότητα της εκπαίδευσης. Στους κύριους στόχους του συγκαταλέγεται η μείωση της εγκατάλειψης του σχολείου και της σχολικής αποτυχίας.

Στον τομέα της στέγασης, ορισμένα μέτρα επικεντρώνονται στην αύξηση της πρόσβασης σε ενοικιαζόμενες κατοικίες και σε επιχορηγήσεις για την αγορά κατοικίας. Ωστόσο, η πρόοδος ήταν πολύ περιορισμένη και επιδεινώθηκε από τη σταθερή αύξηση στις τιμές των κατοικιών.

Όσον αφορά την υγεία, η σημαντικότερη πρόοδος είναι η αναγνώριση της παροχής κοινωνικής βοήθειας για υγειονομική περίθαλψη στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος υγείας. Πρόκειται για ένα νέο επίδομα το οποίο θα βελτιώσει τις υπηρεσίες υγείας και αναμένεται να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις πλέον ευπαθείς ομάδες, αλλά αυτό θα εξαρτηθεί από το βαθμό στον οποίο θα υλοποιηθεί. Σημαντικά ζητήματα παραμένουν η αποτελεσματική πρόσβαση ευπαθών ομάδων και η βελτιωμένη πρόσβαση σε ειδικούς (μείωση των καταλόγων αναμονής).

Σημαντικές πρόοδοι επιτεύχθηκαν στην επέκταση της στρατηγικής για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού σε περιφερειακές και τοπικές κυβερνήσεις. Μέχρι σήμερα έχουν εγκριθεί 13 περιφερειακά σχέδια και σύντομα αναμένεται να εγκριθούν άλλα τέσσερα. Επίσης, ορισμένες πόλεις παρουσίασαν ή σχεδιάζουν να υλοποιήσουν τα δικά τους σχέδια.

Η παροχή προγραμμάτων ΤΠΕ στις πλέον μειονεκτούσες ομάδες βελτιώθηκε, όπως και η χρήση των ΤΠΕ στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Όσον αφορά τα άτομα με ειδικές ανάγκες, εκπονήθηκαν διάφορα σχέδια για την εκπαίδευση, την απασχόληση και την προσβασιμότητα με τη συμμετοχή ενώσεων δικαιούχων.

Όσον αφορά την κινητοποίηση όλων των φορέων, επιτεύχθηκε σημαντική πρόοδος στη συμμετοχή των περιφερειακών και τοπικών κυβερνήσεων καθώς και δυναμικότερη συμμετοχή ΜΚΟ και δικαιούχων. Ωστόσο, πρέπει να ενισχυθεί η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων.

Το ΕΣΔ καλύπτει ικανοποιητικά τον ρόλο του ΕΚΤ στη στήριξη των στόχων κοινωνικής ένταξης σε ενημερωτικό παράρτημα στην κύρια έκθεση. Η υλοποίηση δραστηριοτήτων που υποστηρίζονται από το ΕΚΤ θα συμβάλει σημαντικά στην αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στην Ισπανία.

3. Στρατηγική προσέγγιση: κύριοι στόχοι

Μία από τις στρατηγικές αδυναμίες του πρώτου ΕΣΔ/ένταξη (απουσία στόχων) εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα και στο νέο αυτό σχέδιο, ειδικά στους τομείς της υγείας, της στέγασης και της εκπαίδευσης. Ο συνδυασμός εργασίας και οικογενειακής ζωής, η ενίσχυση των μέτρων προκειμένου να σταματήσει η οικιακή βία, και η διευκόλυνση της πρόσβασης των πλέον ευπαθών ομάδων στις ΤΠΕ συμπεριλήφθηκαν ως κύριοι στόχοι.

Η κινητοποίηση των ενδιαφερόμενων φορέων πρέπει να συνεχιστεί προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της πολιτικής ένταξης. Δύο από τους δέκα κύριους στόχους του νέου ΕΣΔ/ένταξη αφορούν συγκεκριμένα την κινητοποίηση αυτή η οποία θα επιτευχθεί με την οργάνωση διαλόγων με ΜΚΟ και την ανταλλαγή πληροφοριών και ορθών πρακτικών. Όπως και στο ΕΣΔ του 2001, η συμμετοχή των περιφερειακών και τοπικών διοικητικών αρχών αποτελεί μέρος της στρατηγικής προσέγγισης. Τρεις από τους δέκα κύριους στόχους του ΕΣΔ/ένταξη για την περίοδο 2003-2005 ασχολούνται με το ζήτημα αυτό με το συντονισμό, τη διαπεριφερειακή συνοχή - μέσω σχεδίων ένταξης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο (ώστε τουλάχιστον 50% του πληθυσμού να καλύπτεται από τα σχέδια αυτά έως το 2005) - και την ενεργότερη συμμετοχή περιφερειακών κοινοβουλίων.

Πρέπει να σημειωθεί ο στόχος που τέθηκε για μείωση κατά 2% του αριθμού των ατόμων που ζουν κάτω από το όριο του 60% του διάμεσου εισοδήματος. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στην αγορά εργασίας και τη συνεχή βελτίωση των συντάξεων, καθώς και με τη λήψη συγκεκριμένων φορολογικών μέτρων που μειώνουν τους συντελεστές φόρου εισοδήματος για τις τάξεις με χαμηλότερα εισοδήματα.

Όπως αναφέρθηκε στο πρώτο ΕΣΔ/ένταξη, οι κοινωνικές πολιτικές στην Ισπανία παραμένουν σε μεγάλο βαθμό διαρθρωμένες γύρω από συγκεκριμένες ομάδες. Αυτό δίνει στους δικαιούχους τη δυνατότητα να συμμετέχουν ενεργά στα στάδια σχεδιασμού και υλοποίησης αλλά δεν είναι ο ευκολότερος τρόπος για την εισαγωγή οριζόντιων ζητημάτων. Ωστόσο, το σχέδιο λειτουργεί επίσης ως μέσο εισαγωγής των ζητημάτων αυτών προκειμένου να επιτευχθεί μία πιο ολοκληρωμένη και ολιστική προσέγγιση.

Στο πλαίσιο της στρατηγικής που ακολουθείται, στο νέο ΕΣΔ/ένταξη δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο συντονισμό μεταξύ των ΕΣΔ ένταξης και απασχόλησης, αλλά ορισμένα από τα μέτρα που αφορούν συγκεκριμένα το ΕΣΔ/απασχόληση περιλαμβάνονται ως στόχοι, όπως ο συνδυασμός εργασίας και οικογενειακής ζωής, η βελτίωση του συντονισμού κοινωνικής προστασίας, απασχόλησης και κοινωνικής ένταξης, καθώς και οι μειωμένες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης για εκείνους που απειλούνται από αποκλεισμό ή είναι αποκλεισμένοι.

4. Βασικές προσεγγίσεις πολιτικής: ισχυρά και αδύνατα σημεία

Το νέο αυτό σχέδιο περιλαμβάνει 269 μέτρα (84 επιπλέον μέτρα σε σύγκριση με το πρώτο ΕΣΔ), τα περισσότερα από τα οποία επικεντρώνονται στους πρώτους τρεις κοινούς στόχους. Τα περισσότερα από τα μέτρα αυτά προέρχονται από το πρώτο ΕΣΔ (πρόκειται να εφαρμοσθούν ή βρίσκονται σε εξέλιξη). Άλλα μέτρα αναπτύσσουν αυτά που ορίστηκαν στο πρώτο ΕΣΔ, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τη θέσπιση νέας νομοθεσίας, και παρέχουν τη βάση για την ανάπτυξη συγκεκριμένων παρεμβάσεων. Τα κύρια μέσα πρόσβασης στην απασχόληση, τα οποία περιλαμβάνονται και στο ΕΣΔ/απασχόληση, είναι προγράμματα ένταξης, παροχή κινήτρων σε εργοδότες μέσω μείωσης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ ΜΚΟ και αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης.

Όσον αφορά την πρόσβαση σε άλλες πηγές, οι βάσεις που τέθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου σχεδίου μπορούν τώρα να αναπτυχθούν και να υλοποιηθούν, συμπεριλαμβανομένων σε βάθος αναλύσεων των αναγκών και του μεγέθους του πληθυσμού που θα προσεγγισθεί. Υπάρχει μία νέα δέσμη μέτρων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Η εξάλειψη των παραγόντων που οδηγούν σε διάλυση των οικογενειών, η διόρθωση κοινωνικών προβλημάτων σε περιφερειακό επίπεδο και η καταπολέμηση συγκεκριμένων εμποδίων που προκύπτουν από την πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες επίσης αντιμετωπίζονται με τη λήψη διαφόρων μέτρων.

Όσον αφορά το πρώτο ΕΣΔ/ένταξη, η δεύτερη αυτή έκδοση επέκτεινε ορισμένα μέτρα και βελτίωσε άλλα. Συνεχίζεται η αρχική προσπάθεια κινητοποίησης και συντονισμού όλων των συναφών φορέων σε διοικητικό επίπεδο. Οι προσπάθειες για τη συγκέντρωση όλων των απαραίτητων πληροφοριών σχετικά με τις ιδιαίτερα αποκεντρωμένες προσπάθειες για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού αποτελούν επίσης προτεραιότητα που θα επιτευχθεί στο πλαίσιο του νέου αυτού σχεδίου.

5. Προοπτική σχετικά με ζητήματα ισότητας των φύλων

Όσον αφορά την κατάσταση των γυναικών στην αγορά εργασίας, ένα από τα πιο παράξενα χαρακτηριστικά των ισπανικών αριθμητικών στοιχείων, η ανεργία των γυναικών παραμένει πολύ υψηλή σε σύγκριση με αυτή των ανδρών. Η βελτιωμένη ανάλυση σχετικά με τη διάσταση των φύλων στο νέο σχέδιο καθιστά δυνατή την παρακολούθηση του αποτελέσματος των μέτρων που έχουν ως στόχο συγκεκριμένες ομάδες όσον αφορά ζητήματα φύλου. Εισήχθη ολοκληρωμένο σχέδιο για τα θύματα οικιακής βίας το οποίο αναγνωρίζει τον κοινωνικό αποκλεισμό που ενδέχεται να βιώσουν τα εν λόγω θύματα.

Το νέο σχέδιο για τις ίσες ευκαιρίες επίσης ενσωματώνεται στο κύριο σύνολο των μέτρων για το ΕΣΔ/ένταξη και αποσκοπεί να αντιμετωπίσει τα εμπόδια συμμετοχής στην αγορά εργασίας γυναικών με χαμηλό κοινωνικό και μορφωτικό επίπεδο. Η αύξηση των νοικοκυριών με ένα γονέα που απειλούνται με αποκλεισμό (στα περισσότερα εκ των οποίων επικεφαλής είναι γυναίκες) ενδέχεται να αποτελέσει νέα πρόκληση.

6. Τρέχοντα ζητήματα και μελλοντικές προκλήσεις

Εξακολουθεί να είναι απαραίτητος ο συντονισμός και η συνεργασία μεταξύ των διαφόρων διοικητικών επιπέδων σε πολλούς τομείς προκειμένου να διασφαλισθούν ορισμένα ελάχιστα μέτρα που αφορούν την πολιτική ένταξης. Μολονότι τέθηκαν οι βάσεις για ορισμένους από τους βασικούς τομείς (όπως η υγεία), οι μηχανισμοί πληροφόρησης και άμεσης πρόσβασης των δικαιούχων θα αναπτυχθούν και θα υλοποιηθούν ώστε να διασφαλισθεί ότι μπορούν να επωφεληθούν τα άτομα που αποτελούν τους στόχους των υπηρεσιών.

Λόγω της σημασίας της απασχόλησης ως μέσου για την επίτευξη κοινωνικής ένταξης, είναι αναγκαία η ενίσχυση της συμμετοχής κοινωνικών εταίρων.

Η προοδευτική γήρανση του ισπανικού πληθυσμού συνοδεύεται από συγκεκριμένα μέτρα για τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα που βρίσκονται στη μειονεκτικότερη θέση, αλλά η ανάγκη φροντίδας της ομάδας αυτής αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις στο εγγύς μέλλον. Θα ήταν χρήσιμη η διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας σχετικά με την κατάσταση της υγείας εκείνων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας ή απειλούνται από τη φτώχεια. Η μεγάλη αύξηση του ποσοστού των μεταναστών επίσης θέτει σημαντικές προκλήσεις, καθώς η ενσωμάτωσή τους αφορά πολλά, αν όχι όλα τα ζητήματα με τα οποία ασχολείται το σχέδιο. Για παράδειγμα, το ζήτημα αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την άσκηση επιπλέον πίεσης σε ορισμένες κοινωνικές υπηρεσίες και προγράμματα παροχών, εάν δεν ληφθεί υπόψη κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού.

ΓΑΛΛΙΑ

Κατάσταση και βασικές τάσεις: έπειτα από αρκετά χρόνια διαρκούς οικονομικής ανάπτυξης και μειούμενης ανεργίας, το πολύ χαμηλό ποσοστό οικονομικής ανάπτυξης από τα μέσα του 2001 συνοδεύτηκε από επιβράδυνση στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και άνοδο της ανεργίας η οποία σήμερα βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο για τρία χρόνια (9,6% τον Ιούλιο του 2003). Στο πλαίσιο αυτό παρατηρήθηκε αύξηση της «διοικητικής» φτώχειας, ο αριθμός των ατόμων στα οποία χορηγείται RMI (το επίδομα ελάχιστου εισοδήματος επαγγελματικής ένταξης) άρχισε και πάλι να αυξάνεται από το δεύτερο εξάμηνο του 2002. Ο κίνδυνος φτώχειας, ο οποίος υπολογίσθηκε στο 15% το 2001 σύμφωνα με τη Eurostat, είναι ίδιος με τον μέσο όρο της ΕΕ. Ωστόσο, τα εθνικά στατιστικά στοιχεία (INSEE) δείχνουν χαμηλότερο ποσοστό, 12,7% το 2000.

Επιτευχθείσα πρόοδος την περίοδο 2001-2003: καθώς στο ΕΣΔ/ένταξη δεν προσαρτάται η συνολική αξιολόγηση πολιτικών για την καταπολέμηση του αποκλεισμού που προβλέπεται από το νόμο του 1998, η ανάλυση των αποτελεσμάτων είναι ορισμένες φορές ελλιπής. Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν από την υλοποίηση ορισμένων προγραμμάτων προώθησης της απασχόλησης, η ανεργία παραμένει πολύ υψηλή. Στον τομέα της στέγασης, οι πολιτικές που εφαρμόσθηκαν αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για την αντιμετώπιση των αναγκών. Ωστόσο, μολονότι οι πολιτικές για την πρόληψη διάλυσης της οικογένειας επιδέχονται βελτιώσεων, σημαντική πρόοδος επιτεύχθηκε στους τομείς της υγείας, της δικαιοσύνης και γενικότερα της πρόσβασης σε δικαιώματα.

Στρατηγική προσέγγιση: το σχέδιο συνδυάζει δύο στρατηγικές. Η πρώτη συνεχίζει την υλοποίηση των μέτρων που εφαρμόζονται από το 1998, με έμφαση στην πρόσβαση στην απασχόληση και σε δικαιώματα. Η δεύτερη αφορά την κινητοποίηση προς το σκοπό αυτό της περιφερειακής αλληλεγγύης, μέσω της αποκέντρωσης και του ιδιωτικού τομέα, η δράση του οποίου στον τομέα αυτό ήταν μέχρι σήμερα περιορισμένη. Το σχέδιο επικεντρώνεται συγκεκριμένα σε διαδικασίες για την κινητοποίηση ενδιαφερόμενων φορέων και στη βελτίωση της παρακολούθησης. Αντί να ορίζει ένα γενικό συνολικό στόχο μείωσης της φτώχειας, επικεντρώνεται σε περιορισμένους αλλά ρεαλιστικούς συγκεκριμένους στόχους στους κύριους τομείς πολιτικής που καλύπτονται (απασχόληση, στέγαση, εκπαίδευση, υγεία). Καταβλήθηκαν σημαντικές προσπάθειες ώστε οι δείκτες να απεικονίζουν την ένταση των μέτρων στους διάφορους τομείς.

Βασικά μέτρα πολιτικής: η στρατηγική διάσταση του ΕΣΔ/ένταξη είναι κάπως συγκεχυμένη λόγω του πολυδιάστατου χαρακτήρα του, καθώς τα μέτρα, τα οποία ορίζονται σύμφωνα με τους στόχους της Νίκαιας, αφορούν την κινητοποίηση πολλών διαφορετικών κρατικών τομέων. Από τα νέα αυτά μέτρα, μεγάλες προσδοκίες δημιουργούν η αποκέντρωση του RMI και της επαγγελματικής κατάρτισης, η πρόταση ασφάλισης της απασχόλησης, η διαδικασία για την πτώχευση πολιτών (διαδικασία «προσωπικής αποκατάστασης») και το πενταετές πρόγραμμα ανάπλασης αστικών περιοχών. Η κάλυψη του προηγούμενου σχεδίου επεκτάθηκε σε άτομα με ειδικές ανάγκες και σε αλλοδαπούς. Πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά όσον αφορά την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων, αλλά προσδιορίζονται καλύτερα διάφορα μέτρα για την παροχή βοήθειας σε γυναίκες.

Μελλοντικές προκλήσεις: τα ζητήματα που αφορούν την πρόσβαση στην απασχόληση, την αβεβαιότητα όσον αφορά την εργασία και τη στέγαση παραμένουν μείζονες προκλήσεις, όπως και η αναγκαιότητα μείωσης των περιφερειακών ανισοτήτων και, όσον αφορά συγκεκριμένες ομάδες, η βελτίωση των μέσων στήριξης των αιτούντων άσυλο. Επίσης, το πρόβλημα της αποτελεσματικής πρόσβασης στα δικαιώματα, ή ακόμη και η δημιουργία νέων δικαιωμάτων, αντιμετωπίσθηκε μόνον εν μέρει. Η ενσωμάτωση πληθυσμών αλλοδαπών, και η είσοδος στην τρίτη ηλικία φτωχών πληθυσμών αποτελούν επίσης σημαντικά ζητήματα για τα επόμενα έτη. Το πολυαναμενόμενο «συντονισμένο διυπουργικό σχέδιο πολιτικής» (το PCPI) θα συμβάλει στην αποσαφήνιση των οικονομικών πτυχών. Θα αντικατοπτρίζει επίσης τις σταθερές δεσμεύσεις που ανακοινώθηκαν στο σχέδιο σχετικά με τις πολιτικές ενσωμάτωσης, παρακολούθησης και αξιολόγησης, ιδίως καθώς οι δεσμεύσεις που αφορούν την παρακολούθηση και την αξιολόγηση εφαρμόζονται και σε αποκεντρωμένες πολιτικές. Στο πλαίσιο αυτό, οι ποσοτικοποιημένοι στόχοι πρέπει να παρουσιάζονται λεπτομερέστερα.

1. Κατάσταση και βασικές τάσεις

Μετά τη σταθερή ανάπτυξη από τα μέσα του 1997 έως το 2000, από τα μέσα του 2001 η ανάπτυξη της γαλλικής οικονομίας είναι πολύ αργή (1,2% το 2002, πιθανόν 0,2% το 2003 και για το 2004 προβλέπεται ποσοστό 1,7%), παρατηρείται σημαντική επιβράδυνση της δημιουργίας θέσεων απασχόλησης και ανάκαμψη της ανεργίας (8,8% το 2002, 9,6% τον Ιούλιο του 2003) πλήττοντας έντονα τους νέους χωρίς ειδίκευση. Καλύπτοντας τη σταθερή μείωση της πολύ μακροχρόνιας ανεργίας (ήτοι ανεργίας για περισσότερα από τρία έτη) που παρατηρείται από το 1999, η μακροχρόνια ανεργία (2,9% το 2002) αυξάνεται και πάλι επηρεάζοντας περίπου 700 000 άτομα που αναζητούν εργασία, κυρίως άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών. Το ποσοστό ανεργίας των γυναικών (10%) είναι υψηλότερο από αυτό των ανδρών και εξακολουθούν να υφίστανται έντονες περιφερειακές ανισότητες με συντελεστή μεταβλητότητας 8,8% το 2001 σύμφωνα με τα εθνικά αριθμητικά στοιχεία. Η αβεβαιότητα όσον αφορά την εργασία αυξάνεται με την αύξηση των ατόμων που εισέρχονται στο μητρώο ανεργίας μετά τη λήξη προσωρινών συμβάσεων ή συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Η εργασιακή ζωή πολλών νέων συνίσταται σε διαδοχικές μικρές περιόδους αβέβαιης απασχόλησης και ανεργίας, όπως αντικατοπτρίζεται στα μητρώα εισόδου και εξόδου της γαλλικής δημόσιας υπηρεσίας απασχόλησης που αφορούν την ηλικιακή ομάδα 15/24 ετών.

Σύμφωνα με τη Eurostat, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας (ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα κατώτερο του 60% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος) ήταν 15% το 2001 (12,7% σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Γαλλίας), ίσο με τον μέσο όρο της ΕΕ, και το ποσοστό κινδύνου επίμονης φτώχειας ήταν 9%. Παρά την οικονομική ανάκαμψη των ετών 1997 έως 2001, δεν υπάρχουν ενδείξεις για σημαντική μείωση της φτώχειας. Τα εθνικά στοιχεία δείχνουν ελαφρά μείωση του ποσοστού νομισματικής φτώχειας μεταξύ 1996 και 2000. Μόνον ο αριθμός των δικαιούχων RMI (επίδομα ελάχιστου εισοδήματος) μειώθηκε σημαντικά, αν και ο αριθμός αυτός άρχισε να αυξάνεται και πάλι από το δεύτερο εξάμηνο του 2002.

Οι πλέον ευάλωτες στον κίνδυνο φτώχειας ομάδες παραμένουν ίδιες: οι άνεργοι, οι φτωχοί εργαζόμενοι, τα παιδιά κάτω των 18 ετών, οι νέοι με ανεπαρκή προσόντα, οι μονογονεϊκές και πολυμελείς οικογένειες, οι γυναίκες άνω των 65 ετών και, όσον αφορά συγκεκριμένους πληθυσμούς, οι αιτούντες άσυλο και οι περιοδεύοντες, οι οποίοι ομολογουμένως δεν αποτελούν ομοιογενή κατηγορία. Οι προκλήσεις που προσδιορίσθηκαν στο πρώτο ΕΣΔ/ένταξη παραμένουν σε γενικές γραμμές ίδιες: η αβεβαιότητα που κατακλύζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού, η ύπαρξη περιθωριοποιημένων πληθυσμών, η πρόσβαση στην απασχόληση και η βελτίωση του επαγγελματικού εισοδήματος, η αποτελεσματική πρόσβαση στα δικαιώματα και οι περιφερειακές ανισότητες, είτε πρόκειται για υποβαθμισμένες αστικές περιοχές είτε για αγροτικές περιοχές.

2. Αξιολόγηση της επιτευχθείσας προόδου από το ΕΣΔ/ένταξη του 2001

Το ΕΣΔ/ένταξη, το οποίο καταρτίστηκε σε περίοδο ανάπτυξης, υλοποιήθηκε σε ένα οικονομικό κλίμα λιγότερο ευνοϊκό αλλά χωρίς σημαντικές διακοπές παρά την αποδυναμωμένη πολιτική ηγεσία και την αλλαγή της κυβέρνησης το 2002. Έδωσε τη δυνατότητα να εδραιωθούν και να επεκταθούν τα μέτρα για τα οποία είχε αναληφθεί δέσμευση από το 1998, όπως το πρόγραμμα TRACE για την πρόσβαση στην απασχόληση νέων με δυσκολίες ή περιφερειακά προγράμματα υγείας. Παρά τα ενδιαφέροντα αποτελέσματα ορισμένων από τους μηχανισμούς αυτούς, το εύρος του προβλήματος και η επιδείνωση της οικονομίας περιόρισαν τον αντίκτυπο στην απασχόληση. Ωστόσο, μεγαλύτερες είναι οι αποκλίσεις μεταξύ αναγκών και αποτελεσμάτων στον τομέα της στέγασης. Οι μηχανισμοί για να αποφύγουν τα νοικοκυριά τα χρέη μπορούν επίσης να βελτιωθούν. Αντιθέτως, η καθολική κάλυψη ασθενείας και οι περιφερειακοί μηχανισμοί υγείας είχαν αντίκτυπο στην πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη. Το ΕΣΔ/ένταξη έδωσε επίσης τη δυνατότητα να γίνουν αρκετές δοκιμαστικές προσπάθειες στους τομείς του πολιτισμού, των παιδιών, της δικαιοσύνης και γενικότερα της πρόσβασης σε δικαιώματα. Τον Μάρτιο του 2003, το εθνικό σχέδιο για την ενίσχυση της καταπολέμησης της αβεβαιότητας και του αποκλεισμού, βασισμένο στην αποτελεσματική πρόσβαση στα δικαιώματα και στη στήριξη ατόμων που αντιμετωπίζουν σοβαρό αποκλεισμό, στήριξε την προτεραιότητα που αποδίδεται στο στόχο αυτό.

Δυστυχώς η προβολή του ΕΣΔ/ένταξη του 2001 δεν ήταν ποτέ μεγάλη. Επίσης, περιορισμένες παρέμειναν η ενοποίηση μεταξύ των διαφόρων πτυχών, η συμμετοχή ατόμων με δυσκολίες και οι πρωτοβουλίες κατάρτισης ενδιαφερόμενων φορέων. Όσον αφορά την παρακολούθηση, καταβλήθηκε σημαντική προσπάθεια ως προς τους δείκτες. Η συνολική αξιολόγηση που προβλέπεται από το νόμο του 1998 πρέπει να είναι διαθέσιμη έως τα τέλη του 2003.

3. Στρατηγική προσέγγιση: κύριοι στόχοι του ΕΣΔ/ένταξη του 2003

Βασισμένη στον πολυδιάστατο χαρακτήρα του αποκλεισμού και στην κυριαρχία της απασχόλησης, η προτεινόμενη στρατηγική αποτελεί συνέχεια των πολιτικών που εφαρμόζονται από το 1998 με ευρύ φάσμα μέτρων για την υλοποίηση των τεσσάρων στόχων της Νίκαιας. Ο ανανεωμένος ρόλος των τοπικών διοικήσεων, με το σχέδιο αποκέντρωσης, και η έμφαση στον εμπορικό τομέα και το ρόλο του στην απασχόληση αντιπροσωπεύουν τις πιο σαφείς αλλαγές στρατηγικής. Επίσης, το σχέδιο καινοτομεί ως προς το ευρύ πεδίο εφαρμογής του, παρά ως προς τις λεπτομέρειες των δράσεών του, καθώς πολλές από αυτές αποτελούν συνέχεια των υφιστάμενων μέτρων ή αναβιώνουν παλαιές πρακτικές. Οι τομείς με τους οποίους η ενασχόληση ήταν περιορισμένη το 2001, όπως η αναπηρία, οι αλλοδαποί πληθυσμοί και η διάσταση του φύλου, αποτελούν αντικείμενο νέων εξελίξεων. Ωστόσο, η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ στρατηγικής και προκλήσεων στηρίζεται ορισμένες φορές στην εθελοντική πρωτοβουλία στην οποία οι φορείς κατάρτισης του σχεδίου ασκούν περιορισμένο έλεγχο, όπως η αφοσίωση των τοπικών αρχών μετά την αποκέντρωση ή το ενδιαφέρον ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Το σχέδιο συνοδεύεται από τεράστια ποικιλία δεικτών. Επιπλέον, καινοτομία αποτελεί ο καθορισμός συγκεκριμένων ποσοτικοποιημένων, αν και περιορισμένων σε αριθμό, στόχων. Επιλεγμένοι για τη συνάφεια και τον ρεαλισμό τους, καλύπτουν μόνον εν μέρει τις διάφορες πολιτικές και γενικότερος στόχος τους δεν είναι η μείωση της φτώχειας. Η πλειονότητα ασχολείται περισσότερο με την εισαγωγή μηχανισμών παρά με τον αναμενόμενο αντίκτυπο στις ομάδες στόχους. Ο ποσοτικός προσδιορισμός του προϋπολογισμού, αν και στο στάδιο αυτό εξακολουθεί να μην είναι λεπτομερής και συγκεκριμένος, αποτελεί ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Εντούτοις, η οικονομική δέσμευση του κράτους και των τοπικών αρχών σε περίοδο δημοσιονομικών πιέσεων μπορεί να αποδειχθεί περιορισμένη και θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά. Οι δράσεις που συγχρηματοδοτούνται από το ΕΚΤ, στις οποίες γίνεται επιλεκτική αναφορά, πρέπει να προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια στο πλαίσιο της παρακολούθησης του προϋπολογισμού.

Στο σχέδιο δίδεται μεγάλη έμφαση σε μία ολοκληρωμένη προσέγγιση σε σχέση με την αποκέντρωση, με νέες μορφές σχέσεων, διαχείρισης και αξιολόγησης των σχετικών πολιτικών. Η ολοκλήρωση αυτή στηρίζεται επίσης στον καλύτερο συντονισμό μεταξύ υπουργείων (με το σχεδιασμό αρκετών σημαντικών δράσεων παρακολούθησης και αξιολόγησης), στον εκσυγχρονισμό της διοίκησης και στην ευαισθητοποίηση όλων των φορέων και του ευρέος κοινού.

4. Βασικές πολιτικές προσεγγίσεις: ισχυρά και αδύνατα σημεία

Ο πρώτος στόχος της Νίκαιας που αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση περιλαμβάνει τα περισσότερα από τα μέτρα που περιγράφηκαν, με σθεναρότερη πολιτική μείωσης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης για τους χαμηλόμισθους, με αναθεώρηση των «επιδοτούμενων συμβάσεων» για νέους με ανεπαρκή προσόντα και μεταρρύθμιση της επαγγελματικής κατάρτισης. Το ζήτημα των ελάχιστων κοινωνικών παροχών αντιμετωπίζεται κυρίως στο πλαίσιο της αποκέντρωσης του RMI. Η στέγαση αποτελεί αντικείμενο πολλών μέτρων εκ των οποίων ένα πενταετές πρόγραμμα ανάπλασης αστικών περιοχών. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, την προσφορά εκπαίδευσης προς τους πλέον ευπαθείς και την υγεία στα σχολεία. Τα μέτρα υγειονομικής περίθαλψης, τα μέτρα για την περίθαλψη ατόμων με ψυχικές ασθένειες και τα προγράμματα πρόσβασης στη δικαιοσύνη συνεχίζονται και βελτιώνονται. Περισσότερα μέτρα ήσσονος σημασίας αφορούν την πρόσβαση στον πολιτισμό, τον αθλητισμό και την ψυχαγωγία.

Τα μέτρα για την πρόληψη της απώλειας κατοικίας βελτιώθηκαν ελάχιστα, με ένα βελτιωμένο μηχανισμό στήριξης των ενοικιαστών. Πρέπει να γίνει ειδική μνεία στην εισαγωγή της διαδικασίας που εφαρμόζεται σε περίπτωση πτώχευσης πολιτών («διαδικασία προσωπικής αποκατάστασης») για την αντιμετώπιση περιπτώσεων υπερχρέωσης. Καθώς η ένταξη στις τεχνολογίες της κοινωνίας της πληροφορίας δεν προωθείται ως μείζονα πρόκληση, οι πρωτοβουλίες στον τομέα αυτό είναι περιορισμένες. Ωστόσο, ένα παράδειγμα που αξίζει να αναφερθεί είναι η πρόταση για δημιουργία πύλης κοινωνικών υπηρεσιών στο διαδίκτυο ως σημείου προσέγγισης και ως πόλου έλξης για τη συγκέντρωση ορθών πρακτικών.

Μεταξύ των μέτρων για την παροχή βοήθειας στους πλέον ευπαθείς, ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην πορεία των μεταναστών προς την ενσωμάτωση και στη συνολική προσέγγιση καταστάσεων μεγάλου αποκλεισμού. Ωστόσο, με την παροχή περισσότερων καταλυμάτων δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί ο κορεσμός της αγοράς από αιτούντες άσυλο. Οι βελτιωμένες ρυθμίσεις όσον αφορά την παροχή φροντίδας και το νομοσχέδιο για τις ίσες ευκαιρίες θα βοηθήσουν στη βελτίωση της ένταξης ατόμων με ειδικές ανάγκες. Οι πρωτοβουλίες για τη στέγαση και την οικονομική ανάπτυξη υποβαθμισμένων αστικών περιοχών επεκτάθηκαν και ένα πρόγραμμα για την ανάπλαση αγροτικών περιοχών περιλαμβάνει σχέδια για την ανάπτυξη υπηρεσιών για τους πολίτες και πολιτικής για την υγεία. Οι ρυθμίσεις υλοποίησης όλων αυτών των μηχανισμών θα πρέπει να εξετάζονται προκειμένου να αξιολογείται ο ενδεχόμενος αντίκτυπός τους. Τα υπερπόντια εδάφη, άλλος ένας ευάλωτος τομέας, περιλαμβάνονται εμμέσως μέσω των πιστώσεων που αναφέρονται στο παράρτημα του προϋπολογισμού.

Όσον αφορά την κινητοποίηση του συνόλου των ενδιαφερόμενων φορέων, το σχέδιο προτίθεται να δώσει σε άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες περισσότερες ευκαιρίες να εκφράσουν τις απόψεις τους και να βελτιώσει το συντονισμό όλων των επιπέδων παρέμβασης. Επίσης, ιδιαίτερη προσοχή δίδεται στην επικοινωνία και τη βελτίωση υπηρεσιών που παρέχονται στους χρήστες.

5. Προοπτική σχετικά με ζητήματα ισότητας των φύλων

Στη διάσταση αυτή αποδίδεται μικρότερη προτεραιότητα σε σχέση με το ΕΣΔ/απασχόληση του 2002. Οι προκλήσεις που αναφέρθηκαν περιλαμβάνουν την ανισότητα στον τομέα της ανεργίας, οικογενειακές καταστάσεις, ζητήματα που αφορούν την εθνικότητα και συζυγική βία. Εις απάντηση, το σχέδιο υιοθετεί μία εγκάρσια και συγκεκριμένη προσέγγιση με μέτρα διαφορετικής έντασης για την προώθηση της εκπαίδευσης, της επαγγελματικής κατάρτισης, της απασχόλησης και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ενδιαφέρεται επίσης για την κατάσταση γυναικών με ειδικές ανάγκες και για γυναίκες μετανάστες. Η προσέγγιση ενσωμάτωσης της διάστασης της ισότητας των φύλων συνεχίζεται με τη δημιουργία εθνικού συμβουλίου ισότητας, την κατάρτιση σχεδίου εθνικού χάρτη και την υποβολή πρότασης για την αξιοποίηση ορθών πρακτικών. Οι γαλλικές αρχές ανακοίνωσαν ότι η διάσταση του φύλου θα περιλαμβάνεται σε όλους σχεδόν τους ποσοτικοποιημένους στόχους και ότι θα αναλύονται καλύτερα ανά φύλο οι δείκτες, ιδίως όσον αφορά τη νομισματική φτώχεια.

6. Τρέχοντα ζητήματα και μελλοντικές προκλήσεις

Μολονότι η καταπολέμηση της ανεργίας και το φαινόμενο των φτωχών εργαζομένων παραμένουν μείζονα πρόκληση, τα αποτελέσματά τους εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική κατάσταση. Αντιθέτως, οι προτάσεις που αφορούν τη στέγαση είναι ανεπαρκείς για το μέγεθος του προβλήματος [20]. Επίσης, είναι λυπηρό το γεγονός ότι δεν ανακοινώθηκαν σημαντικά μέτρα για την παροχή βοήθειας σε συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως οι αιτούντες άσυλο, οι περιοδεύοντες και οι κάτοικοι υποβαθμισμένων περιοχών, με εξαίρεση εκείνους που καλύπτονται από μέτρα αστικής πολιτικής. Λιγότερο απτά ζητήματα είναι οι επιπτώσεις των περιόδων αβεβαιότητας και εξάρτησης από την κοινωνική φροντίδα για τους γηράσκοντες πληθυσμούς.

[20] Περισσότερα από 3 εκατομμύρια άτομα ζουν προφανώς σε άσχημες συνθήκες στέγασης (απουσία ανέσεων, αριθμός ατόμων στην κατοικία μεγαλύτερος από τον φυσιολογικό, αβεβαιότητα όσον αφορά τη μίσθωση), μολονότι ο εθνικός δείκτης που αφορά κακές συνθήκες διαβίωσης, ο οποίος καλύπτει δυσκολίες στέγασης, μειώνεται από το 1998 (βλέπε 8η έκθεση της ανώτερης επιτροπής για τη στέγαση μειονεκτούντων ατόμων, Οκτώβριος 2002).

Η εισαγωγή ενός «συντονισμένου διυπουργικού προγράμματος πολιτικής» (PCPI) για την καταπολέμηση του αποκλεισμού θα καταστήσει σαφέστερες τις οικονομικές δεσμεύσεις και θα επιτρέψει την καλύτερη παρακολούθηση, η οποία είναι δύσκολη με την παρούσα δομή του προϋπολογισμού. Θα αντικατοπτρίζει επίσης το χαρακτήρα του ΕΣΔ/ένταξη ως «πλαισίου αναφοράς» μετατρέποντάς το σε πραγματικό έγγραφο προγραμματισμού. Η εξέλιξη της διαδικασίας παρακολούθησης και αξιολόγησης είναι σημαντική για την αξιολόγηση των πολυάριθμων μέτρων, ιδίως σχεδιασμένων μέτρων, είτε πρόκειται για οικονομικές προσαρμογές, εκ νέου δρομολόγηση ορισμένων προγραμμάτων είτε για σημαντικές εξελίξεις που αφορούν έγκριση νομοθεσίας, οριοθετώντας χρονικά αβεβαιότητες και πιθανές αλλαγές. Ζητήματα που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο σημείο αυτό είναι η αποκέντρωση και η εισαγωγή του RMA [21], η πολιτική στέγασης, η πολιτική για την ύπαιθρο, η ισότητα ευκαιριών για τα άτομα με ειδικές ανάγκες και η έννοια της ασφάλισης απασχόλησης σε συνδυασμό με την ανανέωση της επαγγελματικής κατάρτισης.

[21] RMA = ελάχιστο εισόδημα δραστηριότητας, μία νέα επιδοτούμενη σύμβαση για άτομα που λαμβάνουν το RMI.

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Κατάσταση και βασικές τάσεις: η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας είχε αντίκτυπο στο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης της Ιρλανδίας, με αποτέλεσμα τη μικρή άνοδο της ανεργίας και την αυξημένη πίεση στα οικονομικά του δημόσιου ταμείου. Από την ανάλυση των τάσεων φτώχειας προκύπτει ότι το εθνικό ποσοστό «επίμονης» φτώχειας εξακολουθεί να μειώνεται, από 8,2% το 1998 σε 5,2% το 2001. Ωστόσο, ο δείκτης κινδύνου φτώχειας (60% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος) αυξήθηκε από 19% σε 21% στο ίδιο χρονικό διάστημα, δείχνοντας τις συνεχιζόμενες εισοδηματικές ανισότητες που επηρεάζουν συγκεκριμένα τους ηλικιωμένους, τις μεγάλες οικογένειες και τους μόνους γονείς.

Επιτευχθείσα πρόοδος την περίοδο 2001-2003: Η εθνική στρατηγική για την καταπολέμηση της φτώχειας αναθεωρήθηκε και θεσπίστηκαν νέοι φιλόδοξοι στόχοι και θεσμικές ρυθμίσεις. Η ενεργός στήριξη όλων των ανέργων από τη στιγμή που εισέρχονται στην ανεργία εξακολουθεί να είναι επιτυχής και αξιοσημείωτη πρόοδος επιτεύχθηκε στον τομέα της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου και του αναλφαβητισμού των ενηλίκων. Τα επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης αυξήθηκαν σε πραγματικούς όρους και οι επενδύσεις σε υποδομές εξακολουθούν να υπερβαίνουν τον μέσο όρο της ΕΕ. Ωστόσο, το προσδόκιμο ζωής παραμένει χαμηλό σε σχέση με άλλα κράτη της ΕΕ και η έλλειψη στέγης και η οικονομικά προσιτή στέγη εξακολουθούν να αποτελούν πρόβλημα.

Στρατηγική προσέγγιση: το παρόν ΕΣΔ παρουσιάζει μία στρατηγική προσέγγιση βελτιωμένη σε μεγάλο βαθμό η οποία βασίζεται σε μία πιο περίπλοκη κατανόηση των αιτίων κοινωνικού αποκλεισμού και αντιμετωπίζει καλύτερα τους κοινούς στόχους. Υπάρχουν πολλοί ποσοτικά και χρονικά προσδιορισμένοι στόχοι. Θεσπίστηκε νέο πλαίσιο για την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού, με την ανάθεση του συνολικού συντονισμού και της ευθύνης σε μία νέα υπηρεσία για την κοινωνική ένταξη, μολονότι θα αναρωτηθεί κανείς εάν οι πόροι που διατίθενται στην υπηρεσία αυτή επαρκούν για την υλοποίηση του φιλόδοξου προγράμματος εργασίας που περιγράφεται. Η διαδικασία ευρείας διαβούλευσης και η δημιουργία ενός φόρουμ κοινωνικής ένταξης αύξησαν τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών. Κύριος στόχος είναι η εδραίωση της οικονομικής επιτυχίας των τελευταίων ετών ώστε να διασφαλιστεί ότι θα διατηρηθούν τα υψηλά επίπεδα απασχόλησης και θα επιτευχθεί μία πιο δίκαιη κοινωνία.

Βασικά μέτρα πολιτικής: η Ιρλανδία δραστηριοποιείται στην αντιμετώπιση και των τεσσάρων στόχων, με ιδιαίτερη έμφαση στην πρόσβαση στην απασχόληση και στη βελτίωση του επιπέδου εκπαίδευσης. Μολονότι η απασχόληση θεωρείται το σημαντικότερο μέσο για να ξεφύγει κανείς από τη φτώχεια, το σχέδιο αναγνωρίζει ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν όλοι την αγορά εργασίας προκειμένου να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Συνεπώς, ορίζονται αρκετοί στόχοι σχετικά με την παροχή επαρκούς στήριξης του εισοδήματος. Ειδικά προγράμματα απευθύνονται σε ομάδες με ιδιαίτερες δυσκολίες, όπως άτομα με ειδικές ανάγκες, περιοδεύοντες και αποφυλακισμένοι. Άλλες ομάδες στόχοι, όπως οι άστεγοι και οι εθνοτικές μειονότητες, προσδιορίζονται ως ιδιαίτερα ευάλωτες. Επισημαίνονται διάφορα κοινωνικά προβλήματα που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής, όπως η οικιακή βία, η υπερχρέωση, ο αλκοολισμός και η τοξικομανία. Το σχέδιο ασχολείται επίσης με τη σημασία των συστημάτων περίθαλψης και τη διατήρηση της οικογενειακής αλληλεγγύης.

Μελλοντικές προκλήσεις: σημαντική πρόκληση θα είναι να εξασφαλιστεί η διάθεση πόρων για την υλοποίηση των συμφωνημένων στόχων, ειδικά εάν συνεχιστεί η οικονομική ύφεση. Βασικές προτεραιότητες θα είναι η ενίσχυση των υποδομών και της πρόσβασης σε υπηρεσίες, ιδίως για τα άτομα που ζουν σε αγροτικές περιοχές. Πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες για την αντιμετώπιση του εκπαιδευτικού μειονεκτήματος και την ενσωμάτωση προσφύγων και μεταναστών. Πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στις αυξανόμενες εισοδηματικές ανισότητες και θα ήταν χρήσιμος ο ορισμός ενός στόχου στον τομέα αυτό. Η ανάληψη δέσμευσης για τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με το πρόβλημα της υψηλής σχετικής εισοδηματικής φτώχειας είναι ευπρόσδεκτη. Μολονότι στο σχέδιο προσδιορίζονται σημαντικά ζητήματα που αφορούν την ανισότητα των φύλων, υπάρχουν αδυναμίες στη θέσπιση στόχων και την ανάπτυξη μέτρων πολιτικής. Πρέπει να αποσαφηνιστεί περαιτέρω η παρακολούθηση και η αξιολόγηση του ΕΣΔ. Επίσης, είναι σημαντικό να ενισχυθεί ο συντονισμός της κοινωνικής ένταξης σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο ώστε να εξασφαλιστεί μία ολοκληρωμένη προσέγγιση.

1. Κατάσταση και βασικές τάσεις

Στην Ιρλανδία, η οικονομική ανάπτυξη εξακολουθεί να είναι υψηλή παρά το γεγονός ότι η ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας μείωσε σημαντικά το ρυθμό ανάπτυξης. Το ΑΕγχΠ αυξήθηκε σε 6,9% το 2002, το οποίο είναι το υψηλότερο στην ΕΕ και υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 1,1%. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η αντίστοιχη αύξηση του ΑΕΠ ήταν μόλις 0,1%. Το κατά κεφαλήν εισόδημα της Ιρλανδίας σε ΜΑΔ ήταν 118% του μέσου όρου της ΕΕ το 2001. Η ύφεση στην οικονομία αντικατοπτρίζεται στην ελαφρά αύξηση του συνολικού ποσοστού ανεργίας σε 4,4% καθώς και του ποσοστού μακροχρόνιας ανεργίας σε 1,3% (το 2002). Είναι επίσης εμφανής στην τελευταία συμφωνία κοινωνικής εταιρικής σχέσης, η οποία είναι λιγότερο φιλόδοξη στον κοινωνικό τομέα από τα προηγούμενα σχέδια.

Από την ανάλυση των τάσεων φτώχειας προκύπτει ότι ο κοινός δείκτης κινδύνου φτώχειας της ΕΕ (ορίσθηκε στο 60% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος) αυξήθηκε από 19% σε 21% μεταξύ 1998 και 2001, και σήμερα είναι ο υψηλότερος στην ΕΕ. Η τάση αυτή δείχνει συνεχιζόμενες εισοδηματικές ανισότητες που επηρεάζουν κυρίως τους ηλικιωμένους, τις πολυμελείς οικογένειες και τους μόνους γονείς. Επίσης, ανησυχητικό είναι το υψηλό ποσοστό επίμονης φτώχειας το οποίο, στο 13% το 2001, είναι από τα υψηλότερα των χωρών της ΕΕ. Ωστόσο, το εθνικό ποσοστό «επίμονης» φτώχειας, ένας σύνθετος δείκτης που συνδυάζει ποσοστά σχετικού εισοδήματος και στέρησης, συνεχίζει να μειώνεται, από 8,2% το 1998 σε 5,2% το 2001. Οι δαπάνες για κοινωνικές παροχές αυξήθηκαν κατά 25% μεταξύ 1999 και 2001 αλλά παραμένουν οι χαμηλότερες στην ΕΕ ως ποσοστό του ΑΕγχΠ.

2. Αξιολόγηση της επιτευχθείσας προόδου από το ΕΣΔ/ένταξη του 2001

Τα τελευταία δύο χρόνια η Ιρλανδία πέτυχε σημαντική στρατηγική πρόοδο. Η εθνική στρατηγική για την καταπολέμηση της φτώχειας αναθεωρήθηκε, τέθηκαν νέοι φιλόδοξοι στόχοι και θεσπίστηκαν θεσμικές ρυθμίσεις. Σημαντική ήταν η επιτυχία της Ιρλανδίας στη διευκόλυνση της συμμετοχής στην απασχόληση. Σημαντικό επίτευγμα ήταν η κατά 26% αύξηση της συμμετοχής γυναικών στο εργατικό δυναμικό μεταξύ 1998 και 2003. Το 2003 εισήχθη η διαδικασία υψηλής υποστήριξης η οποία απευθύνεται και υποστηρίζει εκείνους που βρίσκονται στη μειονεκτικότερη θέση. Μολονότι ειδικά σχεδιασμένα προγράμματα απευθύνονται σε συγκεκριμένες ευπαθείς ομάδες όπως οι νομάδες, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι πρόσφυγες και οι μόνοι γονείς, δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα στοιχεία για τις ομάδες αυτές, γεγονός που δημιουργεί προβλήματα στην αξιολόγηση του αντικτύπου των πολιτικών.

Μολονότι οι δαπάνες για την εκπαίδευση αυξήθηκαν σημαντικά τα τελευταία χρόνια, η Ιρλανδία εξακολουθεί να επενδύει μικρότερο μέρος του εθνικού της εισοδήματος στην εκπαίδευση σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη της ΕΕ. Βασικοί στόχοι τέθηκαν στον τομέα του αναλφαβητισμού και της μείωσης του αριθμού των νέων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο. Τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν ήταν ιδιαίτερα θετικά. Το ποσοστό των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο μειώθηκε από 18,9% σε 14,7% μεταξύ 1999 και 2002. Η συμμετοχή στα προγράμματα αλφαβητισμού ενηλίκων αυξήθηκε, ενώ ένα ραδιοτηλεοπτικό πρόγραμμα προσέλκυσε εβδομαδιαίως περισσότερους από 146.000 ακροατές/τηλεθεατές το 2002. Επιπλέον, έχει ενσωματωθεί επιτυχημένο πιλοτικό πρόγραμμα για τον αλφαβητισμό στο χώρο εργασίας.

Οι δεσμεύσεις για την αύξηση των παροχών κοινωνικής ασφάλισης υλοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό με αύξηση των συνολικών δαπανών κατά 42% μεταξύ 2000 και 2002. Όλες οι παροχές αυξήθηκαν σε πραγματικούς όρους. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις δόθηκαν στους συνταξιούχους που αναγνωρίζονται ως ομάδα υψηλού κινδύνου όσον αφορά τη φτώχεια. Τέθηκαν στόχοι για αύξηση των χαμηλότερων παροχών στήριξης εισοδήματος σε 150 ευρώ την εβδομάδα έως το 2007 (με βάση τις τιμές το 2002) και για αύξηση των συντάξεων σε 200 ευρώ. Επίσης, τέθηκαν στόχοι ώστε να εξασφαλιστεί ότι το επίδομα παιδιών θα είναι 33 έως 35% του ελάχιστου επιδόματος κοινωνικής ασφάλισης για ενηλίκους. Οι δαπάνες για το καθολικό επίδομα τέκνων αυξήθηκαν κατά 129% μεταξύ 2000 και 2002, με τις μηνιαίες παροχές να αυξάνονται από 54,00 ευρώ σε 117,60 ευρώ. Ωστόσο, ο αντίκτυπος των αυξήσεων αυτών περιορίστηκε κάπως από τον υψηλό πληθωρισμό σε σχέση με άλλα κράτη μέλη, τις αυξήσεις στους έμμεσους φόρους και άλλα τέλη για υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και λοιπές υπηρεσίες που από τη φύση τους έχουν αρνητικό αντίκτυπο. Για τα άτομα με χαμηλά αμειβόμενη απασχόληση, ο ελάχιστος μισθός θα οριστεί στα 7 ευρώ ανά ώρα από τον Φεβρουάριο του 2004. Πρόκειται για αύξηση 25% από την εισαγωγή του το 2000.

Στον τομέα της υγείας, το προσδόκιμο ζωής των γυναικών είναι το χαμηλότερο στην ΕΕ και των ανδρών το δεύτερο χαμηλότερο. Οι αριθμοί αυτοί είναι και πάλι αισθητά μικρότεροι για τους νομάδες που αντιστοιχούν σε 0,6% του πληθυσμού. Το 2001 εκδόθηκε εθνική στρατηγική για την υγεία με κύριο στόχο τη μείωση του χάσματος πρόωρης θνησιμότητας μεταξύ των κατώτερων και των ανώτερων κοινωνικοοικονομικών ομάδων κατά τουλάχιστον 10% για συγκεκριμένες ασθένειες έως το 2007. Παρά τις σημαντικές αυξήσεις των δαπανών για την υγεία, δεν είναι σαφές εάν θα διατίθενται πόροι ή εάν θα είναι επαρκείς για την αντιμετώπιση των αδυναμιών των υποδομών και των υπηρεσιών υγείας.

Η μειονεκτική θέση των αγροτικών περιοχών αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα στην Ιρλανδία, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση σε υπηρεσίες. Αναπτύχθηκαν περίπου 1.800 νέες υπηρεσίες μεταφορών σε 300 νέους δρόμους ως πιλοτικά προγράμματα. Ωστόσο δεν είναι σαφές πόσα από τα προγράμματα αυτά θα ολοκληρωθούν. Αναλήφθηκαν αρκετές πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών προς τον πελάτη καθώς και η δέσμευση ότι θα τυποποιηθούν περισσότερο οι προϋποθέσεις πρόσβασης στις δημόσιες υπηρεσίες. Μολονότι η ανάπτυξη προτύπων πρόσβασης ανταποκρίνεται σε κάποιο βαθμό στο είδος της προσέγγισης βάσει δικαιωμάτων που απαιτείται στη διαδικασία διαβούλευσης, δεν αντιμετωπίζει πλήρως το ζήτημα. Σημειώνεται επίσης ότι στον τομέα αυτό έχουν ορισθεί λίγοι στόχοι.

Η οικονομικά προσιτή στέγη και η έλλειψη στέγης επηρεάζουν σημαντικό αριθμό ανθρώπων, εν μέρει λόγω του κόστους των κατοικιών που αυξάνεται πολύ περισσότερο από τον δείκτη τιμών καταναλωτή. Στον τομέα αυτό τέθηκαν στόχοι και το πρόγραμμα κοινωνικής στέγασης που προβλέπει την παράδοση 25.000 κατοικιών πέτυχε 65% του στόχου του στο τέλος του 2002. Πραγματοποιήθηκαν επίσης βελτιώσεις όσον αφορά τη στέγαση των νομάδων. Ο συνολικός αριθμός αυτών που στεγάστηκαν αυξήθηκε από 3.805 το 2000 σε 4.522 το 2002. Ωστόσο, υπάρχουν ακόμη περίπου 1.000 οικογένειες νομάδων που ζουν σε περιοχές που δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση, χωρίς υποδομές. Φιλόδοξη προσπάθεια αποτέλεσε η ανάπτυξη ολοκληρωμένης στρατηγικής για την έλλειψη στέγης με σκοπό την κατάρτιση τοπικών σχεδίων δράσης. Ωστόσο, δεν απαιτήθηκε ο ορισμός συγκεκριμένων στόχων για την εξάλειψη ή τον περιορισμό της έλλειψης στέγης, καθιστώντας έτσι δύσκολη την εκπλήρωση και την αξιολόγηση μακροπρόθεσμων στόχων.

Σε αρκετά προγράμματα που καταρτίστηκαν για να συνδράμουν τις πλέον ευπαθείς ομάδες σημειώθηκαν εξελίξεις. Ενσωματώθηκαν τα πιλοτικά προγράμματα 'Springboard' που αποσκοπούν στην παροχή εντατικής οικογενειακής στήριξης σε ευπαθείς οικογένειες. Η υπηρεσία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών περί οικονομικών και προϋπολογισμού, η οποία παρέχει βοήθεια σε περισσότερους από 11.000 πελάτες ετησίως, συμφώνησε στην υλοποίηση ενός νέος πιλοτικού προγράμματος για την ανάπτυξη μη δικαστικών εναλλακτικών λύσεων για εκείνους που έχουν πολλαπλά και μεγάλα καταναλωτικά χρέη. Από την υπηρεσία αυτή θα επωφεληθούν κυρίως οι γυναίκες οι οποίες αποτελούν πάνω από 66% των πελατών. Σε κοινωνικά μειονεκτούσες περιοχές προβλέπονται πρόσθετες δαπάνες για αθλητισμό και ψυχαγωγία, γεγονός που δείχνει ότι καταβάλλονται μεγαλύτερες προσπάθειες για την αντιμετώπιση γενικών προβλημάτων κοινωνικής ένταξης.

3. Στρατηγική προσέγγιση: κύριοι στόχοι

Το παρόν ΕΣΔ παρουσιάζει μία βελτιωμένη σε σημαντικό βαθμό, ισορροπημένη και ευρέος φάσματος στρατηγική προσέγγιση. Βασίζεται σε μία πιο περίπλοκη κατανόηση των αιτίων κοινωνικού αποκλεισμού και αντιμετωπίζει καλύτερα τους κοινούς στόχους. Υπάρχουν πολλοί ποσοτικά και χρονικά προσδιορίσιμοι στόχοι. Επίσης, το σχέδιο είναι περισσότερο ισορροπημένο όσον αφορά την έμφαση σε καθολικά ζητήματα καθώς και σε πιο συγκεκριμένες ομάδες και πιο ολοκληρωμένο από το προηγούμενο στην κάλυψη ευρέος φάσματος θεμάτων όπως η πρόσβαση σε νομικές υπηρεσίες, η ισότητα και η συμμετοχή σε καλλιτεχνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Η δημιουργία ενός φόρουμ κοινωνικής ένταξης προσφέρει σε εκείνους που βιώνουν τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό τη δυνατότητα να συνεισφέρουν με άμεσο και δυναμικό τρόπο. Έλαβε χώρα ευρεία διαδικασία διαβούλευσης και, σε μία καινοτόμο προσπάθεια, η αρχή ισότητας έλεγξε πώς εφαρμόζεται το ΕΣΔ με τη συμμετοχή ομάδων αποκλεισμένων που εμπίπτουν σε εννέα κατηγορίες διακρίσεων που ορίζονται στο πλαίσιο ισότητας. Η εφαρμογή της προσέγγισης αυτής πρόκειται να συνεχιστεί καθόλη τη διάρκεια ζωής του σχεδίου.

Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ιρλανδία λειτουργεί ένα εθνικό κεντρικό μοντέλο χάραξης και υλοποίησης πολιτικών το οποίο καθιστά δύσκολη την πρόοδο ολοκληρωμένων τοπικών στρατηγικών. Αυτό αποδεικνύει η αργή πρόοδος που επιτυγχάνεται στην υλοποίηση του RAPID, ενός προγράμματος για την ανάπτυξη ολοκληρωμένης στρατηγικής στις εικοσιπέντε πλέον μειονεκτούσες αστικές περιοχές της Ιρλανδίας. Η ανάπτυξη του δικτύου μάθησης κατά της φτώχειας των τοπικών αρχών και η επέκταση της «προστασίας από τη φτώχεια» σε τοπικές περιοχές μπορεί να βοηθήσει στην ενίσχυση της ικανότητας τοπικών ενδιαφερομένων φορέων. Η δημιουργία περιφερειακών υπηρεσιών εκπαίδευσης αποτελεί άλλη μία θετική εξέλιξη. Άλλες συστάσεις που προωθήθηκαν σε πρόσφατη αναθεώρηση των μηχανισμών συντονισμού της κοινωνικής ένταξης πρέπει επίσης να οδηγήσουν σε βελτιώσεις σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.

Βασικός στόχος είναι η εδραίωση της οικονομικής επιτυχίας των τελευταίων ετών ώστε να διασφαλισθεί ότι θα διατηρηθούν τα υψηλά επίπεδα απασχόλησης και θα επιτευχθεί μία πιο δίκαιη κοινωνία. Μολονότι η απασχόληση προβλέπεται ως το κύριο μέσο για να ξεφύγει κανείς από τη φτώχεια, αναγνωρίζεται επίσης ότι δεν είναι λύση για όλους, και ορίζονται αρκετοί στόχοι στον τομέα της επαρκούς στήριξης εισοδήματος. Κύριος στόχος είναι η μείωση του αριθμού των ατόμων που είναι «επίμονα» φτωχοί από 5,2% το 2001 σε 2,0% έως το 2007.

4. Βασικές προσεγγίσεις πολιτικής: ισχυρά και αδύνατα σημεία

Το ΕΣΔ περιλαμβάνει και επικεντρώνεται σε πολλούς στόχους, πολύ περισσότερους από το προηγούμενο ΕΣΔ. Η σύσταση υπηρεσίας κοινωνικής ένταξης πρέπει να εδραιώσει την εφαρμογή μίας διατομεακής και διυπηρεσιακής προσέγγισης, μολονότι θα αναρωτηθεί κανείς εάν οι πόροι που διατίθενται στη νέα αυτή υπηρεσία είναι επαρκείς για την υλοποίηση του φιλόδοξου προγράμματος εργασίας που περιγράφεται. Το δυνατό σημείο του σχεδίου είναι ο τομέας της απασχόλησης, η στήριξη του εισοδήματος και η εκπαίδευση, αλλά παρουσιάζει αδυναμίες στον τομέα της στέγασης και γίνεται μικρή αναφορά στις περιφερειακές ανισορροπίες. Τα αιτήματα κατά τη διαδικασία διαβούλευσης για μία προσέγγιση βάσει δικαιωμάτων σε πολιτικές για τον κοινωνικό αποκλεισμό αντιμετωπίζονται μόνο όσον αφορά την ανάπτυξη προτύπων πρόσβασης σε ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες. Η κατάσταση των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή λόγω των υψηλών κινδύνων κοινωνικού απο