52003DC0483

Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με τις δραστηριότητες του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας, και προτάσεις για την αναδιατύπωση του κανονισμού (ΕΚ) 1035/97 του Συμβουλίου /* COM/2003/0483 τελικό */


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ σχετικά με τις δραστηριότητες του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας, και προτάσεις για την αναδιατύπωση του κανονισμού (ΕΚ) 1035/97 του Συμβουλίου

1. εισαγωγη

Τον Ιούνιο του 1994, λόγω της ιδιαίτερης ανησυχίας για τα φαινόμενα ρατσισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά τη σύνοδό του στην Κέρκυρα ζήτησε να συσταθεί μια συμβουλευτική επιτροπή για το ρατσισμό και την ξενοφοβία. Στις Κάννες τον Ιούνιο του 1995, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων ζήτησαν από τη συμβουλευτική επιτροπή να εξετάσει τη σκοπιμότητα ενός Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Φλωρεντία, τον Ιούνιο του 1996, ενέκρινε την αρχή της σύστασης του Παρατηρητηρίου.

Το Συμβούλιο ενέκρινε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1035/97 [1] για την ίδρυση Ευρωπαϊκού παρατηρητηρίου των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας ('ο κανονισμός') στις 2 Ιουνίου 1997 ύστερα από πρόταση της Επιτροπής. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε έδρα του Παρατηρητηρίου να είναι η Βιέννη. Η λειτουργία του ξεκίνησε το 1998 με το διορισμό των πρώτων μελών του προσωπικού και τη μεταφορά του σε προσωρινό κτίριο. Τα επίσημα εγκαίνια του Παρατηρητηρίου έγιναν στις 7/8 Απριλίου 2000 στη Βιέννη.

[1] Κανονισμός (ΕΚ) 1035/97 του Συμβουλίου της 2ας Ιουνίου 1997 για την ίδρυση Ευρωπαϊκού παρατηρητηρίου των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας (ΕΕ L 151, 10.6.1997, σ.1-7)

Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία είναι ευρείες έννοιες, που ξεκινούν από μικρές, καθημερινές διακρίσεις λόγω των εμποδίων που αθέλητα έχουν δημιουργηθεί σε όλα τα επίπεδα των δημόσιων και των ιδιωτικών θεσμών, και φτάνουν έως ακραίες πράξεις βίας. Όλα αυτά τα φαινόμενα είναι απαράδεκτα και ασύμβατα με τις αξίες της Ένωσης που βασίζονται στα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες και στο κράτος δικαίου. Ο στόχος της Ένωσης για τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης δεν θα επιτευχθεί εάν δεν εφαρμοστούν αποτελεσματικά μέτρα για την αποτροπή και την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.

Ο ρατσισμός είναι πάντοτε παρών, παρά το ότι η ρατσιστική δραστηριότητα είναι άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο έντονη, πράγμα που συνδέεται με συγκεκριμένα γεγονότα στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό της Ένωσης. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τις σχέσεις αιτίας και αιτιατού που οδηγούν σ' αυτές τις μεταβολές της δραστηριότητας. Είναι, για παράδειγμα, σαφές ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κόλπου το 1991, η Ευρωπαϊκή Ένωση γνώρισε μια δραματική αύξηση των επιθέσεων κατά των μουσουλμάνων και των ατόμων αραβικής καταγωγής. Πιο πρόσφατα, ορισμένα κράτη μέλη έζησαν βίαιες πράξεις αντισημιτισμού, λόγω των εντάσεων στο Ισραήλ και στην Παλαιστίνη. Μέσα στο σημερινό πολιτικό περιβάλλον ανασφάλειας που συνδέεται με τη διεθνή τρομοκρατική απειλή, η Ένωση πρέπει να βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση για να αποφύγει την επανάληψη των ακραίων αυτών ενεργειών.

Το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας αποτελεί ένα σημαντικό μέσο στη διάθεση των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των κρατών μελών για την καταπολέμηση των φαινομένων αυτών. Ο στόχος της συγκέντρωσης αξιόπιστων και συγκρίσιμων δεδομένων σχετικά με το ρατσισμό και την ξενοφοβία είναι ζωτικής σημασίας. Όποιο και αν είναι το πεδίο πολιτικής, τα αξιόπιστα δεδομένα έχουν πολύ μεγάλη σημασία για να μπορέσουν οι υπεύθυνοι χάραξης της πολιτικής να εφαρμόσουν μέτρα με αποτελεσματικούς στόχους. Στο πεδίο της καταπολέμησης του ρατσισμού, είναι σημαντικό να έχουμε σαφή εικόνα της αποτελεσματικότητας των πολιτικών και των πρακτικών σε όλη την Ένωση. Πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι εστιάζονται στην προστασία των θυμάτων και στην αλλαγή της συμπεριφοράς όσων ευθύνονται για τις πράξεις αυτές.

2. ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Ο κανονισμός ζητά από την Επιτροπή (άρθρο 16) να διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών «έκθεση αξιολόγησης των δραστηριοτήτων του Παρατηρητηρίου συνοδευόμενη ενδεχομένως από προτάσεις, με στόχο την προσαρμογή ή τη διεύρυνση των καθηκόντων του, ιδίως σε συνάρτηση με την εξέλιξη των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας στον τομέα του ρατσισμού και της ξενοφοβίας». Η έκθεση πρέπει να υποβάλλεται κατά τη διάρκεια του τρίτου έτους από την έναρξη ισχύος του κανονισμού.

Στις 6 Οκτωβρίου 2000, η Επιτροπή διεβίβασε την πρώτη έκθεση [2] στα θεσμικά όργανα της Κοινότητας (COM(2000) 625 τελικό). Η έκθεση κατέληγε αναφέροντας ότι, επειδή το Παρατηρητήριο δεν είχε μπορέσει να ξεκινήσει κανονικά τις δραστηριότητές του μέχρι το 1999 και δεν είχε στελεχωθεί πλήρως μέχρι το 2000, ήταν πολύ ενωρίς για να γίνει μια διεξοδική αξιολόγηση της προόδου που είχε σημειώσει. Για το λόγο αυτό υπέβαλε μια ενδιάμεση έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες που είχαν πραγματοποιηθεί έως εκείνη τη στιγμή και ανακοίνωσε ότι θα διοργάνωνε μια εξωτερική αξιολόγηση του Παρατηρητηρίου, ώστε να υπάρξει μια ανεξάρτητη γνώμη για την αποδοτικότητά του, σε σχέση με τους στόχους που έχουν καθοριστεί στον κανονισμό, και την αποδοτικότητα των ανθρώπινων και των χρηματοοικονομικών πόρων που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των στόχων αυτών. Η αξιολόγηση θα αφορούσε την οργανωτική δομή του Παρατηρητηρίου και το βαθμό στον οποίο είχε επιτύχει τους στόχους του. την αποτελεσματικότητα των μεθόδων διοικητικής μέριμνας και διοικητικής και διαχειριστικής αποτελεσματικότητας. την πρόοδο σχετικά με την ίδρυση και τη διαχείριση του δικτύου πληροφόρησης RAXEN. την ποιότητα και την καταλληλότητα των δραστηριοτήτων, καθώς και των προϊόντων του Παρατηρητηρίου. και τις διαδικασίες παρακολούθησης των δραστηριοτήτων. Έπρεπε επίσης να διαπιστώνει κατά πόσο είχαν προσδιοριστεί και ικανοποιηθεί οι ανάγκες των χρηστών και να αναφέρει εάν ήταν ικανοποιημένοι οι χρήστες από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες πληροφόρησης που είχαν αναπτυχθεί έως εκείνη τη στιγμή.

[2] Η Επιτροπή των Περιφερειών ενέκρινε τη δική της έκθεση ανταποκρινόμενη στις ενδιάμεσες διαπιστώσεις της Επιτροπής (Γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών της 14ης Νοεμβρίου 2001 σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής για τις δραστηριότητες του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας (COM(2000) 625 τελικό) - CdR 67/2001 fin). Στην παρούσα ανακοίνωση η Επιτροπή έχει λάβει υπόψη της τις απόψεις που εκφράζονται στην έκθεση αυτή.

Η εξωτερική αξιολόγηση ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2002. Η Επιτροπή διεβίβασε την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στις κυβερνήσεις των κρατών μελών, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών και δημοσίευσε τα αποτελέσματά της στον εξυπηρετητή Europa. Έλαβε κατόπιν τις απόψεις μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, των κυβερνήσεων, του Διοικητικού Συμβουλίου και του προσωπικού του Παρατηρητηρίου και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Οι απόψεις αυτές έχουν ληφθεί υπόψη σε αυτήν την ανακοίνωση και τις προτάσεις για αλλαγές του κανονισμού που τη συνοδεύουν.

3. Εξωτερικη αξιολογηση

Η εξωτερική αξιολόγηση του Παρατηρητηρίου ανατέθηκε με σύμβαση στο Centre for Strategy and Evaluation Services, έναν οργανισμό ο οποίος εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στην αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις από το στάδιο της ίδρυσης έως το τέλος του 2001. Η πλήρης έκθεση έχει δημοσιευτεί στη διεύθυνση:

http://europa.eu.int/comm/ employment_social/fundamental_rights/pdf/origin/eumc_eval2002_en.pdf

Στην ανακοίνωση που ακολουθεί λαμβάνονται υπόψη τα συμπεράσματα της εξωτερικής αξιολόγησης και των διαφόρων ενδιαφερομένων που εξέφρασαν την άποψή τους για την αξιολόγηση. Αποτελεί την άποψη της Επιτροπής σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειώσει το Παρατηρητήριο έως τώρα.

3.1. Ο πρωταρχικός στόχος του Παρατηρητηρίου

Πρωταρχικός στόχος του Παρατηρητηρίου, όπως καθορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού του 1997, είναι:

'Να παρέχει στην Κοινότητα και στα κράτη μέλη της αντικειμενικές, αξιόπιστες και συγκρίσιμες πληροφορίες για τα φαινόμενα του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και του αντισημιτισμού στο ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν όταν λαμβάνουν μέτρα ή καθορίζουν δράσεις στους αντιστοίχους τομείς αρμοδιότητός τους.'

Η παροχή αντικειμενικών, αξιόπιστων και συγκρίσιμων στοιχείων σχετικά με το ρατσισμό και την ξενοφοβία για όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί δύσκολο έργο. Οι προσεγγίσεις όσον αφορά τη συγκέντρωση των στοιχείων ποικίλλουν σε πολύ μεγάλο βαθμό, καλύπτοντας από πολύ εξειδικευμένους, επίσημους μηχανισμούς σε ορισμένα κράτη μέλη έως τις πολύ στοιχειώδεις προσεγγίσεις, οι οποίες στηρίζονται κατά μεγάλο μέρος στη συγκέντρωση στοιχείων από μη κυβερνητικούς οργανισμούς, σε άλλα. Παρά το γεγονός ότι το Παρατηρητήριο έχει βελτιώσει πάρα πολύ την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία των στοιχείων του κατά τα τελευταία χρόνια, είναι σαφές ότι ο στόχος της συγκρισιμότητας δεν έχει ακόμη επιτευχθεί σε ουσιαστικό βαθμό.

Το Παρατηρητήριο στηρίζεται κατά πολύ σε ένα δίκτυο εθνικών κομβικών σημείων που δημιουργήθηκαν σε κάθε κράτος μέλος (το δίκτυο 'RAXEN'), το οποίο βασίστηκε στην ενθάρρυνση της συνεργασίας των ακαδημαϊκών, μη κυβερνητικών και (ορισμένες φορές) κυβερνητικών οργανισμών σε εθνικό επίπεδο.

Τα κύρια αποτελέσματα του Παρατηρητηρίου είναι οι τέσσερις ετήσιες εκθέσεις [3] του και μια σειρά μελετών μικρότερης κλίμακας, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι εξής:

[3] Δημοσιεύτηκαν αντίστοιχα στις 22 Δεκεμβρίου 1999 (έκθεση για το 1998). 22 Νοεμβρίου 2000 (έκθεση για το 1999). 18 Δεκεμβρίου 2001 (έκθεση για το 2000) και 10 Δεκεμβρίου 2002 (έκθεση για το 2001).

- οι αντιισλαμικές αντιδράσεις μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

- η κατάσταση των ισλαμικών κοινοτήτων σε πέντε ευρωπαϊκές πόλεις.

- ρατσισμός, ποδόσφαιρο και Διαδίκτυο.

- η αντιρατσιστική νομοθεσία στα κράτη μέλη. και

- ο ρατσισμός και η πολιτιστική ποικιλομορφία στα μαζικά μέσα ενημέρωσης.

Το Παρατηρητήριο έχει δημοσιεύσει επίσης τα αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης του Ευρωβαρόμετρου όσον αφορά το ρατσισμό και την ξενοφοβία, η οποία ακολούθησε την έρευνα της Επιτροπής που πραγματοποιήθηκε το 1997.

Οι εκθέσεις και οι μελέτες αυτές, μεταξύ άλλων, προσέφεραν ένα σημαντικό όγκο πληροφοριών. Η ποιότητα των δεδομένων που έχουν παρασχεθεί έως τώρα έχει βελτιωθεί, χωρίς όμως να επιτρέπουν ακόμη πραγματικές συγκρίσεις των καταστάσεων στα διάφορα κράτη μέλη ούτε και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της πολιτικής για την καταπολέμηση του ρατσισμού που ακολουθεί κάθε χώρα. Ωστόσο, η παραγωγή συγκριτικών δεδομένων και αξιολογήσεων αποτελεί σημαντικό βήμα, για να μπορέσει το Παρατηρητήριο να κάνει ουσιαστικές συστάσεις σχετικά με πολιτικές και πρακτικές στα θεσμικά όργανα της ΕΕ και στα κράτη μέλη και για να μπορέσουν οι υπεύθυνοι για τη χάραξη της πολιτικής να εξαγάγουν συμπεράσματα σχετικά με το έργο τους βάσει της εμπειρίας των άλλων κρατών μελών. Για το λόγο αυτό οι εξωτερικοί αξιολογητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει έξι χρόνια σχεδόν από την έκδοση του κανονισμού για την ίδρυση του Παρατηρητηρίου, δεν είναι ακόμη δυνατόν να μετρηθεί η επίδραση ή ο αντίκτυπος των αποτελεσμάτων του. Πολλοί είναι οι παράγοντες που ευθύνονται για την κατάσταση αυτή, ορισμένοι από τους οποίους είναι σαφώς εκτός του πεδίου ελέγχου του Παρατηρητηρίου.

Στην προσπάθειά του να επιτύχει τους στόχους του, το Παρατηρητήριο δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για το γεγονός ότι ιστορικά υπάρχει έλλειψη κοινών ορισμών στα κράτη μέλη όσον αφορά το ρατσισμό και τη ξενοφοβία. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις στην πλήρη λειτουργία του δικτύου RAXEN έδειξαν ότι μόλις πρόσφατα έγιναν ενέργειες για να προωθηθεί μια προσέγγιση σύγκλισης σχετικά με τις διαδικασίες για τους ορισμούς των δεδομένων και τη συγκέντρωσή τους. Η γραμματεία του Παρατηρητηρίου ανέφερε ότι, παρόλο που οι διαθέσιμες πληροφορίες στα διάφορα κράτη μέλη διαφέρουν σε πολύ μεγάλο βαθμό, ευελπιστεί πως τώρα, με τη λειτουργία των 15 εθνικών κομβικών σημείων, θα υπάρξει ραγδαία αύξηση στη διαθεσιμότητα, άρα και στη διάδοση, συγκρίσιμων πληροφοριών. Το Παρατηρητήριο αναφέρει ότι εντείνει τις προσπάθειές του για να πείσει τις εθνικές αρχές να χρησιμοποιούν συμβατά, εάν όχι κοινά, συστήματα για τη συγκέντρωση των δεδομένων, ιδίως με τη δημιουργία ομάδων εργασίας για τη μακροπρόθεσμη στρατηγική συγκέντρωσης των δεδομένων και για τη μεθοδολογία βελτίωσης της συγκρισιμότητάς τους.

Η εμπειρία από την ανάπτυξη συγκρίσιμων ομάδων δεδομένων σε άλλα πεδία (π.χ. οικονομικά δεδομένα, περιβαλλοντικά δεδομένα) δείχνει ότι είναι σημαντικό να υπάρχει στενή συνεργασία με τις εθνικές κυβερνήσεις, καθώς και τις στατιστικές υπηρεσίες, για να επιτευχθεί η σταδιακή σύγκλιση. Οι διαβουλεύσεις της Επιτροπής με τα κράτη μέλη στο σημείο αυτό τόνισαν ότι η κύρια αξία που μπορεί να προσθέσει το Παρατηρητήριο σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι η παροχή πραγματικά συγκρίσιμων δεδομένων. Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι πρέπει να υπάρξει πλήρης εναρμόνιση των προσεγγίσεων για τη συγκέντρωση των δεδομένων, αλλά τελικά, εάν οι εθνικές αρχές δεν χρησιμοποιήσουν συμβατά, εάν όχι κοινά, συστήματα καταχώρισης, ο σκοπός του Παρατηρητηρίου δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί. Οι εθνικές αρχές έχουν επιβεβαιώσει τη βούλησή τους να διαδραματίσουν πιο ενεργό ρόλο, από την άποψη αυτή, στις διαβουλεύσεις τους με την Επιτροπή. Στις προτάσεις για την τροποποίηση του κανονισμού για τη θέσπιση του Παρατηρητηρίου περιλαμβάνεται το ζήτημα αυτό.

3.2. Άλλες δραστηριότητες

Στρογγυλές τράπεζες

Ο κανονισμός απαιτεί από το Παρατηρητήριο να διευκολύνει και να ενθαρρύνει την οργάνωση και την τακτική διεξαγωγή συζητήσεων στρογγυλής τραπέζης ή συνεδριάσεων σε εθνικό επίπεδο. Ωστόσο, στην πράξη, η διοργάνωση συζητήσεων στρογγυλής τραπέζης σε εθνικό επίπεδο είναι αρμοδιότητα των κρατών μελών. Έτσι οι αντιδράσεις των κρατών μελών ήταν διαφορετικές: ορισμένα πραγματοποίησαν αρκετές διοργανώσεις, ενώ άλλα αντιμετώπισαν δυσκολίες στη διοργάνωση τακτικών συνεδριάσεων, αναφέροντας ως βασικό πρόβλημα την έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης. Κάποια πραγματοποίησαν μία μόνο συνεδρίαση μέχρι το τέλος του 2002. Το Παρατηρητήριο προσφέρει κατευθυντήριες γραμμές και υποστήριξη, αλλά δεν είναι ο κύριος διοργανωτής των εθνικών συζητήσεων στρογγυλής τραπέζης.

Ο σκοπός των εθνικών συζητήσεων στρογγυλής τραπέζης είναι να διατηρηθεί η επαφή με τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών στα κράτη μέλη. Προσφέρουν στο Παρατηρητήριο τη δυνατότητα να συνεκτιμήσει τις απόψεις των διαφόρων φορέων - ΜΚΟ, ερευνητών, κυβερνήσεων - και τις πληροφορίες που παρέχουν. Στην πράξη, οι συνεδριάσεις δεν υπήρξαν αποτελεσματικές όσον αφορά τη συγκέντρωση δεδομένων, ωστόσο προσέφεραν μια ευκαιρία στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών να εκφράσουν τις απόψεις τους για θέματα σχετικά με το ρατσισμό και την ξενοφοβία γενικά και για το λόγο αυτό η γραμματεία του Παρατηρητηρίου πιστεύει ότι είναι χρήσιμες. Στη διαβούλευσή τους με την Επιτροπή τα κράτη μέλη πρότειναν η αρμοδιότητα για τις διοργανώσεις αυτές να παραμείνει σε εθνικό επίπεδο, και το Παρατηρητήριο να είναι ελεύθερο να συμμετέχει όταν χρειάζεται. Ωστόσο, θεωρούν ότι το Παρατηρητήριο δεν πρέπει να έχει τη δέσμευση να προωθεί τη διοργάνωση συζητήσεων στρογγυλής τραπέζης και ότι άλλοι τρόποι για τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στο έργο του Παρατηρητηρίου μπορεί να είναι αποτελεσματικότεροι. Η Επιτροπή συμφωνεί με την άποψη αυτή και προτείνει ανάλογη τροποποίηση στον κανονισμό.

Οι αξιολογητές σημειώνουν ωστόσο ότι πρέπει να συνεχιστεί η διοργάνωση ευρωπαϊκών συζητήσεων στρογγυλής τραπέζης, που φέρνουν σε επαφή φορείς από τις διάφορες χώρες, καθώς η δραστηριότητα αυτή προσδίδει κοινοτική διάσταση στο έργο. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ιδίως τις τρεις ευρωπαϊκές συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης σχετικά με τον αντισημιτισμό, την ισλαμοφοβία και τον διαπολιτισμικό διάλογο, που διοργανώθηκαν από το Παρατηρητήριο κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής στα τέλη του 2002 και στις αρχές του 2003, ως παράδειγμα της σπουδαιότητάς τους. Η τροπολογία που προτείνεται από την Επιτροπή θα επιτρέψει στο Παρατηρητήριο να συνεχίσει με την ίδια προσέγγιση.

Έρευνα και ανάλυση

Το Παρατηρητήριο μέχρι πρόσφατα είχε πολύ περιορισμένες δυνατότητες έρευνας και ανάλυσης, βρίσκεται όμως στη διαδικασία πρόσληψης πρόσθετου προσωπικού με σκοπό την ενίσχυση της λειτουργίας του αυτής. Είναι σαφές, ότι με τον προϋπολογισμό που διαθέτει, το Παρατηρητήριο δεν θα αποτελέσει βασικό κέντρο πρωτότυπης έρευνα στον τομέα αυτόν. Θα πρέπει μάλλον να επικεντρωθεί στην ανάλυση και στην ερμηνεία εξωτερικών ερευνών, και στην προώθηση της εκπόνησης σχετικών ερευνών από πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα και κυβερνητικούς φορείς, κατά περίπτωση. Οι εξωτερικοί αξιολογητές εκτιμούν ότι είναι σημαντικό το Παρατηρητήριο να αναλαμβάνει έρευνες που έχουν στρατηγική σχέση με τους γενικούς του στόχους. Η Επιτροπή συμφωνεί απόλυτα με την άποψη αυτή και σημειώνει ότι το Παρατηρητήριο πρέπει να επικεντρώσει τις ενέργειές του στις προτεραιότητες των βασικών του δραστηριοτήτων και να μην αναλώνεται σε δευτερεύοντα ερευνητικά σχέδια.

Διάδοση πληροφοριών και δεδομένων

Το Παρατηρητήριο έχει πραγματοποιήσει πάρα πολλές εκδόσεις, τακτικές εκθέσεις, περιοδικά, ενημερωτικά δελτία έως και ειδικές μελέτες, ανάλογα με τις ανάγκες. Πολλές από τις εκδόσεις αυτές διατίθενται στον ιστοχώρο του Παρατηρητηρίου, το οποίο παρέχει επίσης πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες, το ρόλο και το σκοπό του. Ωστόσο, η Επιτροπή εκφράζει ανησυχίες επειδή δεν υπάρχει μια στρατηγική επικοινωνίας καθορισμένη με σαφήνεια και επειδή, δεδομένου ότι κύριος στόχος του Παρατηρητηρίου είναι η υποστήριξη της Κοινότητας και των κρατών μελών όταν λαμβάνουν μέτρα, πολλά από τα μέσα επικοινωνίας ακατάλληλα και άστοχα. Η Επιτροπή υποστηρίζει το συμπέρασμα των αξιολογητών σχετικά με το ότι το Παρατηρητήριο πρέπει να υιοθετήσει μια σαφή στρατηγική επικοινωνίας η οποία θα μπορούσε να καλύψει κάθε είδους επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων, των ενημερωτικών δελτίων και του Διαδικτύου, με κύριο επίκεντρο τις ανάγκες των ομάδων-στόχων - ιδιαίτερα των υπεύθυνων για τη χάραξη πολιτικής στα κράτη μέλη και στα θεσμικά όργανα της Κοινότητας. Η στρατηγική επικοινωνίας πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για το σχεδιασμό όλων των δραστηριοτήτων, εξασφαλίζοντας ότι ευθύς εξαρχής καθορίζεται με ακρίβεια ο τρόπος χρήσης κάθε προϊόντος και το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι το Παρατηρητήριο έχει αρχίσει να εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση.

Ετήσιες εκθέσεις

Το Παρατηρητήριο έχει δημοσιεύσει ετήσιες εκθέσεις για τα έτη 1998, 1999, 2000 και 2001. Αναπόφευκτα, η κάλυψη των εκθέσεων για το 1998 και το 1999, ιδίως δε η ποιότητα και η συγκρισιμότητα των δεδομένων, δεν ανταποκρίνονταν στο προσδοκώμενο επίπεδο. Οι εκθέσεις γίνονται όλο και πιο συγκεκριμένες και συνδέονται καλύτερα με τις προτεραιότητες της ΕΕ στους τομείς της απασχόλησης, της κοινωνικής ένταξης και της καταπολέμησης των διακρίσεων. Η τάση αυτή πρέπει να συνεχιστεί. Η Επιτροπή προτείνει να υπάρξει σαφής σύνδεση του έργου του Παρατηρητηρίου με τις ευρύτερες προτεραιότητες της ΕΕ στον κανονισμό, ώστε να εξασφαλιστεί ότι προσθέτει αξία στη διαδικασία ανάπτυξης της πολιτικής σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή πιστεύει ότι το Παρατηρητήριο θα ασκεί μεγαλύτερη επιρροή στην τρέχουσα χάραξη της πολιτικής στα διάφορα επίπεδα.

3.3. Πόροι που διαθέτει το Παρατηρητήριο

Για την περίοδο από την έναρξη λειτουργίας του το 1998 έως το τέλος του 2002, το Παρατηρητήριο είχε διαθέσιμο προϋπολογισμό περίπου 20,5 εκατ. ευρώ σε αναλήψεις υποχρεώσεων. Το 1998 ήταν διαθέσιμο ένα επιπλέον ποσό ύψους 1,5 εκατ. ευρώ, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε. Κατά τα έτη 1998 έως 2000, υπήρξε ελλιπής απορρόφηση του διαθέσιμου προϋπολογισμού κυρίως λόγω του ότι το Παρατηρητήριο δεν λειτούργησε πλήρως τόσο γρήγορα όσο αναμενόταν.

Ο προϋπολογισμός σε αναλήψεις υποχρεώσεων για το 2003 είναι 6,5 εκατ. ευρώ, από τα οποία τα 3,3 εκατ. ευρώ προορίζονται για τρέχουσες δαπάνες και δαπάνες προσωπικού και τα 3,2 εκατ. ευρώ για δραστηριότητες. Οι αξιολογητές δεν σχολιάζουν το συνολικό επίπεδο των πόρων που διατίθενται στο Παρατηρητήριο, αλλά σημειώνουν ότι υψηλότερη αναλογία πόρων (τόσο όσον αφορά τις δραστηριότητες όσο και όσον αφορά το προσωπικό) πρέπει να διατίθεται στο έργο που συνδέεται με τον πρωταρχικό του στόχο που είναι η παροχή αντικειμενικών, αξιόπιστων και συγκρίσιμων δεδομένων. Το Παρατηρητήριο σχολίασε ότι μετά το διορισμό των εθνικών κομβικών σημείων και στα 15 κράτη μέλη, οι χρηματοοικονομικοί πόροι που διατίθενται στο σύστημα συγκέντρωσης πληροφοριών RAXEN αντιπροσωπεύουν το 53% του επιχειρησιακού προϋπολογισμού. Η Επιτροπή πιστεύει ότι το συνολικό επίπεδο της επιδότησης της ΕΕ είναι γενικά επαρκές για τις δραστηριότητες του Παρατηρητηρίου, αλλά θα πρέπει να αυξηθεί λόγω της διεύρυνσης.

Οι αξιολογητές καταλήγουν ότι, για να δοθεί μια συνολική εκτίμηση της αξίας του Παρατηρητηρίου, η επένδυση που γίνεται από τον προϋπολογισμό της Κοινότητας πρέπει να μετρηθεί σε σύγκριση με τον αντίκτυπο και τα αποτελέσματα που έχει παραγάγει το Παρατηρητήριο. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, οι δυσκολίες που αφορούν τη συγκρισιμότητα των δεδομένων έχουν περιορίσει μέχρι τώρα την αποτελεσματικότητά της τόσο για την Κοινότητα όσο και για τα κράτη μέλη, και το γεγονός αυτό δεν επιτρέπει στους αξιολογητές να καταλήξουν σ' ένα συνολικό συμπέρασμα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, σημειώνουν ότι δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι το Παρατηρητήριο μπορεί να επιδείξει ικανοποιητική σχέση κόστους/ ωφέλειας για τα 13 εκατ. ευρώ που έλαβε κατά την περίοδο από το 1998 έως το 2001. Οι αξιολογητές παρατηρούν μια αλλαγή στις προτεραιότητες, η οποία μπορεί να σημαίνει ότι η κατάσταση αυτή θα αλλάξει. Η Επιτροπή συνιστά το ζήτημα της σχέσης κόστους/ ωφέλειας να επανεξεταστεί μετά την πραγματοποίηση των αλλαγών αυτών. Το συμπέρασμα αυτό αναλύεται λεπτομερέστερα πιο κάτω.

3.4. Καταλληλότητα των στόχων του Παρατηρητηρίου

Ο κανονισμός για τη θέσπιση του Παρατηρητηρίου εγκρίθηκε πριν τεθεί σε ισχύ η συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία έδωσε νέες εξουσίες στην Κοινότητα για τον τομέα της καταπολέμησης των διακρίσεων και τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στην Κοινότητα για τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης [4]. Ύστερα από τη θέση σε ισχύ της συνθήκης του Άμστερνταμ, εκδόθηκαν οδηγίες [5] με σκοπό την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης, τον εκσυγχρονισμό της προσέγγισης για τα θέματα ισότητας και την προώθηση της σύγκλισης των κρατών μελών. Ενέργειες έχουν γίνει επίσης βάσει του Τίτλου IV της Συνθήκης ΕΚ για την προώθηση της προστασίας και της ένταξης των μεταναστών και των αιτούντων άσυλο, ιδίως στο πεδίο της οικογενειακής επανένωσης [6], και αυτή τη στιγμή βρίσκονται στο Συμβούλιο προτάσεις για την ενίσχυση της δικαστικής συνεργασίας όσον αφορά την αντιμετώπιση εγκλημάτων ρατσισμού και ξενοφοβίας, βάσει των άρθρων 29, 31 και 34 της Συνθήκης ΕΕ (βλ. υποσημείωση 4), οι οποίες επικαιροποιούν την Κοινή Δράση για το ρατσισμό και την ξενοφοβία του 1996. Επιπλέον, η Κοινότητα δεσμεύτηκε, μέσα στο πλαίσιο των συμβάσεων Λομέ και της συμφωνίας Κοτονού μεταξύ ΕΕ και των κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού, να προωθήσει ακόμη περισσότερο την αρχή της μη διάκρισης στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή και να αναπτύξει μέτρα κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Το Παρατηρητήριο ανταποκρίνεται στη δέσμευση αυτή.

[4] Η συνθήκη του Άμστερνταμ έδωσε στην Κοινότητα νέες εξουσίες με βάση τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως με βάση το άρθρο 13 για την καταπολέμηση των διακρίσεων που οφείλονται, μεταξύ άλλων, στη φυλετική ή την εθνοτική καταγωγή. Εισήγαγε επίσης στη Συνθήκη το νέο τίτλο IV, ο οποίος προβλέπει την έγκριση μέτρων στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, της μετανάστευσης και του ασύλου, τη δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις, καθώς και μέτρων στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.

[5] Οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξάρτητα από φυλετική ή εθνοτική καταγωγή (ΕΕ L 180, 19.7.2000, σ. 22)

[6] Βλ. ιδίως το σχέδιο οδηγίας για το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση των υπηκόων τρίτων χωρών που έχουν εγκατασταθεί νόμιμα σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για το οποίο επετεύχθη πολιτική συμφωνία στο Συμβούλιο στις 28 Φεβρουαρίου 2003.

Οι αξιολογητές πιστεύουν ότι οι τομείς στους οποίους δραστηριοποιείται το Παρατηρητήριο πρέπει να επικαιροποιηθούν, ώστε να ανταποκρίνονται στην τρέχουσα κατάσταση όσον αφορά τις αρμοδιότητες, με σκοπό τη συνολική κάλυψη των φαινομένων του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Η Επιτροπή συμφωνεί με την προσέγγιση αυτή και ετοιμάζει προτάσεις για το σκοπό αυτό.

Οι αξιολογητές καταλήγουν επίσης ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει κάποια νομική αβεβαιότητα όσον αφορά την ικανότητα του Παρατηρητηρίου να αντιμετωπίζει καταστάσεις που αφορούν θέματα όπως είναι η φυλετική βία, επειδή αυτό δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στον κανονισμό. Κατόπιν των διαβουλεύσεών της, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων με τα κράτη μέλη, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι είναι αναγκαία η διευκρίνιση του σημείου αυτού, εφόσον είναι σαφές ότι η φυλετική βία και το μίσος αποτελούν μέρος των φαινομένων του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού. Η Επιτροπή πιστεύει επομένως ότι οι ανησυχίες περί νομικής αβεβαιότητας είναι αβάσιμες.

Γεωγραφικό πεδίο

Οι αξιολογητές συμπεραίνουν ότι δεν υπάρχει ανάγκη τροποποίησης του γεωγραφικού πεδίου του Παρατηρητηρίου για να συμπεριλάβει τις συγκρίσεις με χώρες εκτός της ΕΕ. Οι προετοιμασίες για τη διεύρυνση βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη (χρηματοδοτήθηκαν το 2003 από το πρόγραμμα PHARE) με τη δημιουργία μιας αρχικής σειράς σημείων επαφής στα νέα κράτη μέλη, τα οποία θα γίνουν όλα μέλη του δικτύου RAXEN μετά την προσχώρηση. Η Επιτροπή συμφωνεί με την άποψη αυτή, προτείνει όμως, για να διευκολυνθούν οι μελλοντικές προσχωρήσεις, το διοικητικό συμβούλιο να μπορεί να καλεί ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες από υποψήφιες χώρες στις συνεδριάσεις του (βλ. πιο κάτω).

Αλλαγές στο σκοπό του Παρατηρητηρίου

Οι αξιολογητές εξέτασαν δύο πιθανές αλλαγές στο σκοπό του Παρατηρητηρίου, η πρώτη για να συμπεριλάβει έναν ευρύτερο ρόλο ευαισθητοποίησης ή άσκησης πίεσης και η δεύτερη για να καλύψει και άλλες μορφές διακρίσεων (όπως εκείνες που καλύπτονται από το άρθρο 13 της Συνθήκης ΕΚ) και/ή τα ανθρώπινα δικαιώματα γενικότερα. Από τις διαβουλεύσεις της Επιτροπής προέκυψε ευρεία συμφωνία με το συμπέρασμα των αξιολογητών ότι οι αλλαγές αυτές δεν είναι ούτε σκόπιμες ούτε αναγκαίες. Οι περισσότεροι από αυτούς που συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις πιστεύουν ότι το Παρατηρητήριο πρέπει να συνεχίσει να έχει ως επίκεντρό του το ρατσισμό και ότι η επέκταση σε άλλα πεδία θα διασπούσε τους πόρους που διατίθενται στο Παρατηρητήριο και κατά συνέπεια θα αποδυναμωνόταν η έμφαση στο ρατσισμό. Η Επιτροπή συμφωνεί με το συμπέρασμα αυτό και προτείνει το Παρατηρητήριο να εξακολουθήσει να έχει ως επίκεντρό του το ζήτημα του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας.

Η ονομασία του Παρατηρητηρίου

Η εξωτερική αξιολόγηση εκφράζει ανησυχίες σχετικά με το ότι η ονομασία του Παρατηρητηρίου φαίνεται να έχει διαφορετικές νοηματικές αποχρώσεις στις διάφορες κοινοτικές γλώσσες και ότι σε ορισμένες μπορεί να υποδηλώνει μια ρυθμιστική ή 'εποπτεύουσα' λειτουργία. Από τις διαβουλεύσεις της Επιτροπής προκύπτει ότι δεν υπάρχει ισχυρή υποστήριξη, ούτε από την πλευρά των κρατών μελών ούτε από την πλευρά του διοικητικού συμβουλίου, για την αλλαγή της ονομασίας. Αντίθετα, εκφράστηκαν ανησυχίες σχετικά με το ότι μια αλλαγή της ονομασίας θα αποδυνάμωνε την ταυτότητα του Παρατηρητηρίου, ιδίως εάν επεδίωκε να εστιαστεί περισσότερο στην προώθηση της διαφοράς παρά στην παρακολούθηση του ρατσισμού.

3.5. Οργανωτική αποδοτικότητα

Διαχειριστική δομή

Η διαχειριστική δομή του Παρατηρητηρίου ορίζεται στον κανονισμό του 1997. Προβλέπει ένα διοικητικό συμβούλιο, ένα εκτελεστικό γραφείο και έναν διευθυντή. Το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από ανεξάρτητα μέλη διορισμένα από κάθε κράτος μέλος, από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και από το Συμβούλιο της Ευρώπης, καθώς και από έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής. Το εκτελεστικό γραφείο απαρτίζεται από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου, τον αντιπρόεδρό του και άλλα τρία, κατ' ανώτατο όριο, μέλη του εν λόγω συμβουλίου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η προσωπικότητα που διορίζει το Συμβούλιο της Ευρώπης και ο εκπρόσωπος της Επιτροπής. Οι αποφάσεις τόσο του διοικητικού συμβουλίου όσο και του εκτελεστικού γραφείου λαμβάνονται με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών.

Είναι πολύ σημαντικό το διοικητικό συμβούλιο του Παρατηρητηρίου να παρέχει γενική κατεύθυνση πολιτικής μέσα στο πλαίσιο του κανονισμού του Συμβουλίου και να εκτελεί ορισμένα καθήκοντα επίβλεψης, όπως είναι η θέσπιση προγραμμάτων εργασίας και ο δημοσιονομικός έλεγχος. Οι αξιολογητές καταλήγουν ότι είναι δύσκολο για μία μόνο ομάδα να καλύπτει όλες αυτές τις πτυχές. Η κατάσταση αυτή περιπλέκεται από το γεγονός ότι ο κανονισμός απαιτεί τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου να διαθέτουν εμπειρία περισσότερο στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην ανάλυση των φαινομένων του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και του αντισημιτισμού, παρά στους τομείς της οργανωτικής διαχείρισης, του σχεδιασμού και του δημοσιονομικού ελέγχου. Επιπλέον, οι αξιολογητές σημειώνουν ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί ήδη μεγάλο σώμα (αριθμεί 18 μέλη) και ότι η διεύρυνση της ΕΕ θα αυξήσει το μέγεθός του σε 28 τουλάχιστον άτομα σύμφωνα με την τρέχουσα κατάσταση. Ωστόσο, καταλήγουν επίσης ότι, λόγω της ευαισθησίας του θέματος οι διαχειριστικές δομές του Παρατηρητηρίου πρέπει να εξακολουθήσουν να περιλαμβάνουν μέλη από όλα τα κράτη μέλη. Συνιστούν την αναθεώρηση των λειτουργιών του διοικητικού συμβουλίου ώστε να διαδραματίζει ένα ρόλο εποπτείας, συνεδριάζοντας μία φορά το χρόνο και έχοντας σημαντικές, συγκεκριμένες λειτουργίες. Στην περίπτωση αυτή οι περισσότερες από τις υπάρχουσες διοικητικές και τεχνικές λειτουργίες θα περιέρχονταν σε μικρότερα και αποδοτικότερα όργανα. Προτείνουν την ενίσχυση του εκτελεστικού γραφείου και τη δημιουργία μιας επιστημονικής επιτροπής, όργανα τα οποία θα είχαν από κοινού την αρμοδιότητα για την καθοδήγηση και τον έλεγχο του διευθυντή και του προσωπικού του. Οι αξιολογητές συνιστούν, στην περίπτωση σύστασης ενός ενισχυμένου εκτελεστικού γραφείου και μιας επιστημονικής επιτροπής, να πληρώνονται ανάλογα εκείνα τα μέλη τους τα οποία δεν λαμβάνουν άλλη αμοιβή για τη συνεισφορά τους στο Παρατηρητήριο. Η γραμματεία του Παρατηρητηρίου θεωρεί ενδιαφέρουσα τη συνολική προσέγγιση που συνιστούν οι αξιολογητές.

Οι αξιολογητές συνιστούν επίσης το διοικητικό συμβούλιο, με τη νέα του μορφή, να αποτελείται από εκπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών και όχι από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, και η ανεξαρτησία, όσον αφορά τη γενική κατεύθυνση της πολιτικής, να εξασφαλίζεται από τη νέα επιστημονική επιτροπή. Από τις διαβουλεύσεις της Επιτροπής προκύπτει ότι υπάρχει ευρεία υποστήριξη του συμπεράσματος των αξιολογητών σχετικά με την ανάγκη ύπαρξης στενότερης συνεργασίας του Παρατηρητηρίου με τις αρχές των κρατών μελών, τόσο για τη συγκέντρωση των δεδομένων όσο και για να εξασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες που παράγονται από το Παρατηρητήριο λαμβάνονται υπόψη από τα κράτη μέλη κατά τη λήψη μέτρων για την καταπολέμηση του ρατσισμού. Ωστόσο, το τρέχον διοικητικό συμβούλιο του Παρατηρητηρίου πιστεύει ότι η ανεξαρτησία των μελών του αποτελεί πολύ σημαντικό στοιχείο για την αξιοπιστία ενός οργανισμού, ο οποίος συγκεντρώνει πληροφορίες, τουλάχιστον εν μέρει, σχετικά με τον αντίκτυπο των πολιτικών και των πρακτικών που ακολουθεί η κυβέρνηση κάθε κράτους μέλους σχετικά με το ρατσισμό και την ξενοφοβία. Σημειώνουν επίσης ότι και άλλοι οργανισμοί για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως εκείνοι των ΗΕ, αποτελούνται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες.

Τέλος, οι αξιολογητές αναφέρουν ότι οι διαδικασίες λήψης των αποφάσεων, που βασίζονται στην πλειοψηφία των δύο τρίτων του διοικητικού συμβουλίου, δυσχεραίνουν αναίτια τη λήψη των συνηθισμένων αποφάσεων. Συνιστούν την υιοθέτηση ενός συστήματος σύμφωνα με το οποίο οι δευτερεύουσες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου ή, στο μέλλον, του εκτελεστικού γραφείου, θα λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία. Οι σημαντικές αποφάσεις, όπως η έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού, τα προγράμματα εργασίας και η ετήσια έκθεση, θα εξακολουθήσουν να λαμβάνονται με πλειοψηφία των δύο τρίτων. Η Επιτροπή σημειώνει ότι μία τέτοιου είδους διευθέτηση του τρόπου ψήφισης, θα διευκόλυνε ενδεχομένως τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων και ότι πρόσφατα υιοθετήθηκε από έναν ανάλογο οργανισμό, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας, που εδρεύει στη Λισσαβώνα.

Η Επιτροπή συμφωνεί ότι η υπάρχουσα διοικητική δομή, η οποία προβλέπεται από τον κανονισμό, δεν έχει προσαρμοστεί σε πολλές από τις αποφάσεις που έχουν υποβληθεί στο Παρατηρητήριο. Όπως και η Συμβουλευτική Επιτροπή για το ρατσισμό και την ξενοφοβία (η επονομαζόμενη Επιτροπή Kahn) η οποία προηγήθηκε του Παρατηρητηρίου, το διοικητικό συμβούλιο προσφέρει ένα πλούτο γνώσεων και εμπειριών, οι οποίες αντλούνται από πολλούς πανεπιστημιακούς κλάδους και τομείς της κοινωνίας των πολιτών, σχετικά με το ρατσισμό και τη ξενοφοβία. Η εμπειρογνωμοσύνη των μελών του συμβουλίου καλύπτει το πεδίο του ρατσισμού και η συνεισφορά τους στις συζητήσεις σχετικά με τις εξελίξεις στα κράτη μέλη, την ουσία των σχεδίων-εκθέσεων και τον καθορισμό των προτεραιοτήτων και των προσεγγίσεων υπήρξε πολύτιμη. Το διοικητικό συμβούλιο έχει πάρει επίσης μέρος σε συζητήσεις σχετικά με την πολιτική σχέση του Παρατηρητηρίου με τις κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να καθορίσει την ταυτότητα του Παρατηρητηρίου ως προς τα άλλα όργανα. Το πρώτο διοικητικό συμβούλιο ιδίως (1998-2001) επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στα θέματα αυτά περισσότερο απ' ό,τι στα καθαρά διοικητικά του καθήκοντα.

Ωστόσο, υπάρχουν επίσης στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν μια μικρή σύγχυση όσον αφορά το γενικό ρόλο και τις αρμοδιότητες του συμβουλίου, η οποία εν μέρει οφείλεται στην αντιμετώπισή του ως μιας συνέχειας της Επιτροπής Kahn. Πολλές από τις κύριες αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου σύμφωνα με τον κανονισμό του Συμβουλίου σχετίζονται με το μακροπρόθεσμο, στρατηγικό σχεδιασμό, τις οργανωτικές αποφάσεις στο εσωτερικό του Παρατηρητηρίου, τη δημοσιονομική διαχείριση και τον έλεγχο, και τα θέματα ανθρώπινου δυναμικού (ιδίως το διορισμό του διευθυντή). Εκτός από την αρμοδιότητά τους για την επίβλεψη των λειτουργιών αυτών, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν απαιτείται από τον κανονισμό να διαθέτουν δεξιότητες στους τομείς αυτούς (αν και ορισμένα διαθέτουν) με αποτέλεσμα να προκύψουν δημοσιονομικά και διαχειριστικά προβλήματα. Τα τακτικά σχόλια του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη χορήγηση απαλλαγής στο Παρατηρητήριο για τον προϋπολογισμό αποτελούν λόγο ανησυχίας. Η Επιτροπή πιστεύει ότι οι τρέχουσες δυσκολίες θα γίνουν ακόμη μεγαλύτερες με τη διεύρυνση, εκτός εάν τώρα ληφθούν μέτρα για την τροποποίηση των δομών λήψης των αποφάσεων και για τη διευκρίνιση των αρμοδιοτήτων των διαφόρων παραγόντων.

Η Επιτροπή είναι γενικά ικανοποιημένη από τις προτάσεις των αξιολογητών που σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου διαθέτουν τις δεξιότητες, την εμπειρία και την ευκαιρία να εγγυηθούν την ομαλή διαχείριση του Παρατηρητηρίου. Οι προτάσεις των αξιολογητών έχουν επίσης το πλεονέκτημα ότι ενισχύουν τους δεσμούς του Παρατηρητηρίου με τους υπεύθυνους για τη χάραξη της πολιτικής στα κράτη μέλη, προτείνοντας ιδίως το διοικητικό συμβούλιο να αποτελείται από εκπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών. Ωστόσο, η Επιτροπή διακρίνει επίσης και κάποια πιθανά μειονεκτήματα στις δομές που προτείνουν οι αξιολογητές, ιδίως όσον αφορά την αντίληψη περί της ανεξαρτησίας του Παρατηρητηρίου. Οι διαβουλεύσεις που πραγματοποίησε η Επιτροπή έκλιναν προς την επιβεβαίωση των συμπερασμάτων της Επιτροπής.

Στις διαβουλεύσεις της, η Επιτροπή διερεύνησε τις δυνατότητες βελτίωσης της αποτελεσματικότητας των δομών λήψης των αποφάσεων στο Παρατηρητήριο, λαμβάνοντας υπόψη τρία ουσιαστικά κριτήρια:

- Πρώτον, ότι το διοικητικό συμβούλιο και το εκτελεστικό γραφείο πρέπει να διατηρήσουν την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη για να λαμβάνουν αποφάσεις επί της ουσίας του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην ΕΕ.

- Δεύτερον, ότι και τα δύο σώματα πρέπει να διαθέτουν επίσης εμπειρογνωμοσύνη για τη λήψη αποφάσεων σε δημοσιονομικά, χρηματοοικονομικά και διοικητικά ζητήματα που αντιμετωπίζει κάθε οργανισμός του δημόσιου τομέα.

- Τρίτον, ότι η σύνθεσή τους πρέπει να μεγιστοποιεί την επιρροή του Παρατηρητηρίου στους υπεύθυνους για τη χάραξη της πολιτικής στα κράτη μέλη, διατηρώντας παράλληλα την ικανότητα να εγγυάται την ανεξαρτησία της.

Κατά συνέπεια η Επιτροπή εξέτασε έναν αριθμό επιλογών, οι οποίες καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα από τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης [7], την πρόταση των αξιολογητών για τη συμμετοχή εκπροσώπων των εθνικών κυβερνήσεων, μικτά συστήματα με τη συμμετοχή ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων και εκπροσώπων των κυβερνήσεων, έως ένα μοντέλο το οποίο στηρίζεται στην άντληση εμπειρογνωμοσύνης από τους επικεφαλής εξειδικευμένων οργανισμών στα κράτη μέλη που έχουν ως αντικείμενό τους την ανεξάρτητη προώθηση της φυλετικής ισότητας και την καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων.

[7] Το τρέχον διοικητικό συμβούλιο υποστηρίζει θερμά τη διατήρηση της υπάρχουσας δομής, αλλά με την ενίσχυσή της από ειδικές υποομάδες, οι οποίες θα μπορούσαν να είναι υπεύθυνες για διάφορες πτυχές του έργου.

Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις απόψεις που εκφράστηκαν κατά τις διαβουλεύσεις, η Επιτροπή πιστεύει ότι η πρόταση που έκαναν οι αξιολογητές θα μπορούσε να θεωρηθεί από ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη ως απαράδεκτη επέμβαση στην ανεξαρτησία του Παρατηρητηρίου. Ένα μικτό σύστημα, το οποίο θα συνδύαζε έναν ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα και έναν εκπρόσωπο της κυβέρνησης από κάθε κράτος μέλος, θα ήταν πιθανότατα δυσκίνητο και εξαιρετικά δαπανηρό. Η διατήρηση της τρέχουσας κατάστασης, όπου η έμφαση δίνεται στην εμπειρογνωμοσύνη των μελών στον τομέα του ρατσισμού, δεν θα έλυνε τα προβλήματα που εντόπισαν οι αξιολογητές σε σχέση με το διοικητικό έλεγχο. Ωστόσο, η πρόταση τόσο το διοικητικό συμβούλιο όσο και το εκτελεστικό γραφείο να αντλούν εμπειρογνωμοσύνη από τους ήδη υπάρχοντες εξειδικευμένους οργανισμούς (είτε εκείνους που συνέστησαν επίσημα τα κράτη μέλη βάσει της οδηγίας 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου είτε άλλους δημόσιους οργανισμούς με ανάλογη εμπειρία) υποστηρίχθηκε από μεγάλο μέρος των ενδιαφερομένων μερών. Οι επικεφαλής των οργανισμών αυτών (πρόεδροι, διευθυντές ή διαμεσολαβητές)

- έχουν υποχρεωτικά στενή επαφή με εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές λόγω του καταστατικού τους ρόλου στο εσωτερικό των κρατών μελών,

- διαθέτουν εμπειρογνωμοσύνη στον τομέα της καταπολέμησης του ρατσισμού και καλή γνώση του εθνικού περιβάλλοντος,

- διαθέτουν εμπειρογνωμοσύνη στη διαχείριση οργανισμών που χρηματοδοτούνται από δημόσια κονδύλια, και

- απαιτείται να είναι σε θέση να δρουν ανεξάρτητα από τις εθνικές κυβερνήσεις.

Η Επιτροπή πιστεύει επομένως ότι ένα διοικητικό συμβούλιο το οποίο αποτελείται από τέτοια άτομα θα είναι σε θέση να προσφέρει στο Παρατηρητήριο τις απαραίτητες δεξιότητες και την απαραίτητη εμπειρογνωμοσύνη για να εξασφαλίσει αποτελεσματική διαχείριση και έλεγχο. Για τους λόγους αυτούς κατέληξε σε αυτήν την πρόταση.

Οργανωτική δομή

Η αναλογία μεταξύ διοικητικού και επιχειρησιακού προσωπικού είναι σε γενικές γραμμές αντίστοιχη με την αναλογία του προσωπικού σε άλλους οργανισμούς.

Η αναλογία του προσωπικού στη συγκέντρωση των δεδομένων, στην έρευνα και στις δημοσιεύσεις είναι υπό τον έλεγχο του διευθυντή του Παρατηρητηρίου. Το Παρατηρητήριο επέλεξε να δημιουργήσει το προσωπικό του που εργάζεται στη διάδοση των πληροφοριών και στην καθιέρωση της εικόνας του Παρατηρητηρίου σε πρώιμο στάδιο αντί να επικεντρώσει την προσοχή του στην ικανότητά του για τη συγκέντρωση δεδομένων, την έρευνα και την ανάλυση. Η Επιτροπή πιστεύει ότι η απόφαση αυτή καθυστέρησε τα οφέλη που θα αποκόμιζε το Παρατηρητήριο και ότι αυτό είχε κάποια επίδραση στην ποιότητα κάποιων από τα πρώτα του αποτελέσματα. Όπως προαναφέρθηκε, το Παρατηρητήριο σκοπεύει να προσλάβει περισσότερους ερευνητές, αλλά παρ' όλ' αυτά εξακολουθεί να έχει ανάγκη μιας ισχυρής πολιτικής επικοινωνίας για να διαδώσει τις διαθέσιμες πληροφορίες και προσφέρει με αποτελεσματικό τρόπο πληροφορίες στην Κοινότητα, στα κράτη μέλη της, στους άλλους οργανισμούς και στα μέσα ενημέρωσης. Τα κράτη μέλη σχολίασαν κατά τις διαβουλεύσεις τους με την Επιτροπή ότι θα το εκτιμούσαν εάν δινόταν περισσότερο βάρος στην επικοινωνία με τις εθνικές κυβερνήσεις και τους υπεύθυνους για τη χάραξη της πολιτικής. Η Επιτροπή συμφωνεί με τους αξιολογητές ότι απαιτείται να καταβληθεί περισσότερη προσπάθεια για να βελτιωθεί η ποιότητα (παρά η ποσότητα) της συγκέντρωσης δεδομένων, ώστε να μπορέσει το Παρατηρητήριο να προσφέρει προϊόντα στην Κοινότητα και στα κράτη μέλη τα οποία θα προσθέτουν αξία στη διαδικασία χάραξης της πολιτικής. Οι αλλαγές που προτείνονται στη δομή του διοικητικού συμβουλίου θα συμβάλλουν στην αντιμετώπιση του θέματος αυτού, αλλά δεν αρκούν μόνο αυτές. Απαιτείται επίσης στενότερη συνεργασία με τις εθνικές αρχές, ιδίως με τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες.

Ανάπτυξη και παρακολούθηση των προγραμμάτων εργασίας

Το Παρατηρητήριο έχει ετοιμάσει ένα πρόγραμμα εργασίας για καθένα από τα έτη λειτουργίας τους, και αυτό το πρόγραμμα εργασίας έχει εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο, όπως απαιτείται από τον κανονισμό του 1997. Τα προγράμματα εργασίας ετοιμάστηκαν σε ετήσια βάση, αν και ένα έγγραφο γενικής στρατηγικής εγκρίθηκε από το διοικητικό συμβούλιο τον Ιούνιο του 2002. Οι αξιολογητές σημειώνουν ότι τα πρώτα προγράμματα εργασίας δεν συνδέονταν σαφώς με τους αντικειμενικούς στόχους του Παρατηρητηρίου, δυσχεραίνοντας έτσι την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο συνδέονταν τα μεμονωμένα σχέδια με το γενικό πλαίσιο στρατηγικής, αλλά το πρόβλημα αυτό έχει τώρα διορθωθεί. Για την εξέταση της μακροπρόθεσμης προοπτικής ορισμένων εργασιών του Παρατηρητηρίου - όπως η συγκέντρωση δεδομένων - οι αξιολογητές προτείνουν την ανάπτυξη ενός τριετούς προγράμματος, το οποίο να συνοδεύεται από αναλυτικά ετήσια προγράμματα. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε τον προσδιορισμό στρατηγικών στόχων και θα επέτρεπε στο διοικητικό συμβούλιο και στο εκτελεστικό γραφείο να εξασφαλίσουν ότι το Παρατηρητήριο ακολουθεί μια συμφωνημένη μεσοπρόθεσμη στρατηγική.

Οι αξιολογητές σημειώνουν ότι το Παρατηρητήριο εισήγαγε πρόσφατα μια διαδικασία υποβολής εκθέσεων στο διοικητικό συμβούλιο και στο εκτελεστικό γραφείο σχετικά με την πρόοδο που επετεύχθη στην υλοποίηση του προγράμματος εργασίας του. Συνεπέραναν ωστόσο ότι η διαδικασία υποβολής εκθέσεων θα μπορούσε να αναπτυχθεί περισσότερο με τον επισημότερο έλεγχο των μεμονωμένων σχεδίων. Το εκτελεστικό γραφείο συμφώνησε πρόσφατα ότι οι εκθέσεις προόδου πρέπει να είναι περισσότερο δομημένες, να αντικατοπτρίζουν τη διάρθρωση του ίδιου του προγράμματος εργασίας, το οποίο πρέπει όσο το δυνατόν να περιλαμβάνει δείκτες επιτυχίας, για να γίνει η διαδικασία ένα αποτελεσματικό εργαλείο διαχείρισης.

Οικονομικά και διοίκηση

Το Παρατηρητήριο αντιμετώπισε πολλές προκλήσεις στο χειρισμό των χρηματοοικονομικών και διοικητικών αρμοδιοτήτων της δημιουργίας ενός κοινοτικού οργανισμού. Οι εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου τονίζουν την κλίμακα των δυσκολιών που γνώρισε. Η πιο πρόσφατη έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία καλύπτει τον προϋπολογισμό του 2001, εξακολουθεί να υπογραμμίζει αρκετά προβλήματα. Αν και γενικά στο Ελεγκτικό Συνέδριο δόθηκαν λογικές διαβεβαιώσεις σχετικά με το ότι οι ετήσιοι λογαριασμοί για το 2001 εκτελέστηκαν με αξιόπιστο τρόπο, το ίδιο θέτει ορισμένα ερωτήματα:

- Οι πιστώσεις που μεταφέρθηκαν στο 2002 (1,2 εκατ. ευρώ) ήταν διπλάσιες από την περασμένη χρονιά. Αυτό αποδίδεται από το Παρατηρητήριο στην καθυστέρηση της έγκρισης του προγράμματος εργασίας από το διοικητικό συμβούλιο και στις καθυστερήσεις στην υλοποίηση του δικτύου RAXEN των εθνικών εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή έχει εκφράσει, μέσω του εκπροσώπου της στο διοικητικό συμβούλιο, την ανησυχία της για το μέγεθος των μεταφορών από προηγούμενα έτη. Επιπλέον, η καθυστέρηση στην έγκριση του προγράμματος εργασίας αφορούσε μόνο ορισμένες δραστηριότητες από το συνολικό πρόγραμμα. Η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίησή της για την απόφαση του Παρατηρητηρίου να παρουσιάσει τα προγράμματα εργασίας του, εξασφαλίζοντας ότι το πρόγραμμα εργασίας του για το 2003 εγκρίθηκε από το διοικητικό συμβούλιο το Νοέμβριο του 2002.

- Πάνω από το 40% των πληρωμών που αφορούν επιχειρησιακές πιστώσεις έγιναν κατά τους τελευταίους τρεις μήνες του 2001, καταδεικνύοντας την "ανεπαρκή παρακολούθηση" των σχεδίων που χρηματοδοτήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος. Η Επιτροπή εκφράζει ανησυχία σχετικά με την περασμένη ικανότητα του Παρατηρητηρίου να εξασφαλίσει προσεκτική διαχείριση των σχεδίων και της σχετικής ταμειακής ροής.

- Η φύση των αλλαγών που έγιναν στις διάφορες συμβάσεις μεταξύ του Παρατηρητηρίου και των εθνικών κομβικών σημείων κατά τη διάρκεια του 2001 παραβίασαν την αρχή της ιδιαιτερότητας των αναλήψεων υποχρεώσεων που έγιναν από τον προϋπολογισμό του Παρατηρητηρίου.

- Χορηγήθηκε αναδρομική χρηματοδότηση σε ένα σχέδιο, για το οποίο το Παρατηρητήριο δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες.

Η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι στην απάντησή του στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το Παρατηρητήριο αναφέρει ότι έχει αντιμετωπίσει ή σκοπεύει να αντιμετωπίσει αρκετά από τα ζητήματα αυτά με σκοπό να βελτιώσει τη συνολική διαχείριση και εκτέλεση του προϋπολογισμού του. Ωστόσο, η Επιτροπή διατηρεί κάποια ανησυχία λόγω του επιπέδου και του χαρακτήρα των σχολίων των Ελεγκτικού Συνεδρίου, και για άλλα ζητήματα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στις εκθέσεις του, αλλά υπογραμμίζονται από τους αξιολογητές (όπως οι διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων και τα συμβόλαια), σύμφωνα με το οποίο είναι αναγκαίο να γίνουν βελτιώσεις στο έλεγχο των χρηματοοικονομικών και δημοσιονομικών πτυχών. Παρόλο που κάποια σημεία έχουν ήδη αντιμετωπιστεί με τις αλλαγές που έγιναν στον κανονισμό ώστε να ευθυγραμμιστεί με το νέο δημοσιονομικό κανονισμό, η Επιτροπή πιστεύει ότι είναι αναγκαίο να ληφθούν περαιτέρω μέτρα για να ενισχυθεί η ικανότητα του Παρατηρητηρίου να χειρίζεται αποτελεσματικά τα ζητήματα αυτά.

Προσλήψεις και ίδρυση του Παρατηρητηρίου

Οι αξιολογητές σημειώνουν ότι κατά το Παρατηρητήριο οι αρχικές διαδικασίες προσλήψεων ήταν δυσκίνητες, ιδίως για τα πρώτα μέλη του πρόσθετου προσωπικού μετά τον διευθυντή. Σύμφωνα με τους αξιολογητές, κατά την ίδρυση ενός οργανισμού, ίσως η καταλληλότερη λύση είναι να αποσπά η Επιτροπή προσωπικό για ένα χρονικό διάστημα ώστε να βοηθά στην τήρηση των σωστών διαδικασιών. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τη πρόταση αυτή.

Σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα άλλα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα

Η Επιτροπή έχει έναν εκπρόσωπο στο διοικητικό συμβούλιο και στο εκτελεστικό γραφείο του Παρατηρητηρίου (από τα 18 μέλη) και έχει αναθέσει τη συνολική αρμοδιότητα για τις σχέσεις με το Παρατηρητήριο στη Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων.

Οι σχέσεις του Παρατηρητηρίου με τις άλλες γενικές διευθύνσεις εξελίχθηκαν όπως εξελίχθηκαν οι αρμοδιότητες της Κοινότητας, ιδίως ύστερα από τη θέση σε ισχύ της συνθήκης του Άμστερνταμ. Το Παρατηρητήριο ασχολείται με θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα άλλων τμημάτων της Επιτροπής, όπως της ΓΔ Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις, της ΓΔ Εκπαίδευση και πολιτισμός και της ΓΔ Έρευνα. Το Παρατηρητήριο έρχεται σε επαφή με γενικές διευθύνσεις με αρμοδιότητες οριζόντιας πολιτικής, όπως η ΓΔ Διεύρυνση, η ΓΔ Εξωτερικές σχέσεις, η ΓΔ Προσωπικό και διοίκηση και η ΓΔ Προϋπολογισμός.

Το φάσμα των ΓΔ, τις οποίες ενδιαφέρει από πλευράς πολιτικής το έργο του Παρατηρητηρίου, έχει οδηγήσει την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος με τον οποίο εκπροσωπείται στο συμβούλιο του Παρατηρητηρίου πρέπει να αναθεωρηθεί. Μια πρόταση προς την κατεύθυνση αυτή έχει περιληφθεί στην πρόταση για την αναδιατύπωση του κανονισμού για την ίδρυση του Παρατηρητηρίου, η οποία επισυνάπτεται στην ανακοίνωση αυτή.

Το Παρατηρητήριο έχει επίσης δημιουργήσει παραγωγικές σχέσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Η Επιτροπή των Περιφερειών έχει επίσης εκφράσει ενδιαφέρον για το έργο του Παρατηρητηρίου, αντικατοπτρίζοντας τη σπουδαιότητα της δράσης των τοπικών και περιφερειακών αρχών στην καταπολέμηση του ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων.

Η Επιτροπή είναι πολύ ικανοποιημένη από το ενδιαφέρον της Επιτροπής των Περιφερειών για το έργο του Παρατηρητηρίου και από τη συμμετοχή της σε συγκεκριμένες πτυχές του έργου του (όπως η μελέτη και οι διασκέψεις για την ένταξη των ισλαμικών κοινοτήτων σε ορισμένες πόλεις). Αυτή η πρακτική συμμετοχή μπορεί να γίνει ακόμη πιο χρήσιμη εάν βελτιωθεί.

3.6. Γενικά συμπεράσματα της εξωτερικής αξιολόγησης

Το πλαίσιο που χρησιμοποιήθηκε για την αξιολόγηση του Παρατηρητηρίου βασίστηκε σε πέντε βασικά κριτήρια: συνάφεια, αποδοτικότητα, αποτελεσματικότητα, χρησιμότητα και βιωσιμότητα. Οι αξιολογητές συνοψίζουν τα γενικά συμπεράσματά τους στα σχετικά κεφάλαια ως εξής.

Συνάφεια: είναι οι δραστηριότητες του προγράμματος εργασίας που υλοποιεί το Παρατηρητήριο κατάλληλες λαμβανομένων υπόψη του πεδίου αρμοδιότητάς του, των ευρύτερων στόχων πολιτικής και των προβλημάτων που συνδέονται με το ρατσισμό και την ξενοφοβία στην Ευρώπη;

Συνολικά, το φάσμα των εργασιών που περιγράφονται στους στόχους του Παρατηρητηρίου φαίνεται να είναι ικανοποιητικό. Οι αξιολογητές συνιστούν, ωστόσο, να επικεντρωθεί περισσότερο το πρόγραμμα εργασίας στους πρωταρχικούς στόχους της συλλογής και της ανάλυσης δεδομένων και υποδεικνύουν άλλους τομείς στους οποίους θα έπρεπε να δοθεί μικρότερη έμφαση. Επισημαίνουν ότι το Παρατηρητήριο θα επιτύχει τους πρωταρχικούς στόχους του μόνον με τη συνεργασία ορισμένων εταίρων, όπως οι κυβερνήσεις των κρατών μελών, οι ΜΚΟ και άλλοι.

Αποδοτικότητα: πόσο καλά λειτουργεί το Παρατηρητήριο ως οργανισμός και σε ποιο βαθμό τα αποτελέσματά του είναι ικανοποιητικά σε σχέση με την παρεχόμενη σε αυτό χρηματοδότηση;

Οι αξιολογητές επισημαίνουν ότι το Παρατηρητήριο λαμβάνει μέτρα που εγγυώνται την εύρυθμη λειτουργία του. Συμπεραίνουν ότι οι διάφορες διαχειριστικές ρυθμίσεις που εξέτασαν - οικονομικός έλεγχος, σχεδιασμός των εργασιών, προσωπική διαχείριση, κ.τ.λ - φαίνεται ότι είναι κατάλληλες ή αποτελούν αντικείμενο αναθεώρησης. Επισημαίνουν ωστόσο ότι πρέπει να πραγματοποιηθούν αλλαγές στη δομή του Διοικητικού Συμβουλίου που θα επιτρέψουν την αποτελεσματικότερη λήψη αποφάσεων - ιδιαίτερα εν όψει της διεύρυνσης της ΕΕ (βλ. ανωτέρω).

Οι αξιολογητές θεωρούν ότι είναι δύσκολο να αξιολογηθεί στο στάδιο αυτό το γενικότερο θέμα της σχέσης κόστους / ωφέλειας, διότι το Παρατηρητήριο δεν έχει ακόμα παράγει σημαντικά αποτελέσματα όσον αφορά τον πρωταρχικό ρόλο του που συνίσταται στην παραγωγή συγκρίσιμων δεδομένων. Για τους λόγους αυτούς, συμπεραίνουν ότι, δεδομένων των καθυστερήσεων που σημειώθηκαν στη συγκρότηση του Παρατηρητηρίου και των σχετικά μικρών ποσών που διατέθηκαν στον πρωταρχικό ρόλο του κατά την πρώτη τριετία, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Παρατηρητήριο έχει επιδείξει ικανοποιητική σχέση κόστους / ωφέλειας για τα 13 εκατ. ευρώ που έλαβε έως το τέλος του 2001. Σημειώνουν, ωστόσο, ότι υπάρχουν ενδείξεις πως οι προτεραιότητες άλλαξαν το 2001, γεγονός που μπορεί να σημαίνει ότι το Παρατηρητήριο θα αρχίσει να αποδίδει καρπούς που να αντιστοιχούν στη σημαντική χρηματοδότηση που έχει λάβει και που εξακολουθεί να λαμβάνει.

Αποτελεσματικότητα: σε ποιο βαθμό το Παρατηρητήριο επιτυγχάνει τους ειδικούς και τους γενικούς στόχους του και συμβάλλει στην επίτευξη των ευρύτερων στόχων της ευρωπαϊκής και της εθνικής πολιτικής για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας; Ποια είναι η προστιθέμενη αξία της προσέγγισης σε επίπεδο ΕΕ σε αντιδιαστολή με τις μεμονωμένες ενέργειες που πραγματοποιούνται σε εθνικό επίπεδο;

Οι αξιολογητές συμπεραίνουν ότι είναι πολύ νωρίς για να αποφανθούμε εάν το Παρατηρητήριο είναι αποτελεσματικό στην επίτευξη των γενικών στόχων. Τα βασικά αποτελέσματα του Παρατηρητηρίου αποτελούν ακόμα αντικείμενο επεξεργασίας και η αποτελεσματικότητα της παροχής συγκρίσιμων στοιχείων δεν μπορεί να αξιολογηθεί προτού παρασχεθούν τα στοιχεία αυτά. Ωστόσο, οι αξιολογητές επισημαίνουν πως είναι σημαντικό να έχει το Παρατηρητήριο κατά νου ότι πρέπει να δημιουργεί προστιθέμενη αξία σε κοινοτικό επίπεδο - δεν αρκεί να εκτελεί καθήκοντα που θα μπορούσαν να εκτελέσουν τα κράτη μέλη. Συνεπώς, δεν επαρκεί η παροχή μη συγκρίσιμων δεδομένων για τα κράτη μέλη - η κοινοτική προστιθέμενη αξία έγκειται στην εξασφάλιση της συγκρισιμότητας, ούτως ώστε να είναι δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την αποτελεσματικότητα των διαφόρων πολιτικών και πρακτικών για την καταπολέμηση του ρατσισμού. Η ίδια παρατήρηση ισχύει και για άλλες δραστηριότητες του Παρατηρητηρίου. Τη θέση αυτή υποστήριξαν με σθένος οι αρχές των κρατών μελών κατά τις διαβουλεύσεις που πραγματοποίησε η Επιτροπή.

Χρησιμότητα: σε ποιο βαθμό τα αποτελέσματα του Παρατηρητηρίου ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ομάδων στόχων του;

Σύμφωνα με τους αξιολογητές, οι ομάδες στόχοι θεωρούν τους στόχους του Παρατηρητηρίου σημαντικούς, αλλά πρέπει να δοθεί περαιτέρω προσοχή στον τρόπο με τον οποίο τα αποτελέσματα ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ενδιαφερομένων.

Βιωσιμότητα: σε ποιο βαθμό μπορούν οι δραστηριότητες του Παρατηρητηρίου να είναι βιώσιμες μακροπρόθεσμα; Αποφέρουν οι δραστηριότητες του Παρατηρητηρίου διαρκή αποτελέσματα όσον αφορά τη συμβολή στην ευαισθητοποίηση γύρω από τα φαινόμενα ρατσισμού και ξενοφοβίας στην Ευρώπη και στην κατανόησή τους;

Και στο σημείο αυτό, οι αξιολογητές συμπεραίνουν ότι είναι πολύ νωρίς για να αποφανθούν εάν το Παρατηρητήριο έχει ήδη επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα στον τομέα αυτό, εξαιτίας της έλλειψης καταγεγραμμένων τελικών αποτελεσμάτων. Από διαβουλεύσεις που πραγματοποίησε η ίδια η Επιτροπή με τα κράτη μέλη προκύπτει ότι το Παρατηρητήριο δεν έχει ακόμα εδραιώσει τη θέση του στον τομέα της δραστηριότητας του.

4. τα συμπερασματα της Επιτροπής

Η Επιτροπή πιστεύει ότι η εξωτερική αξιολόγηση προσέφερε μια πολύτιμη επισκόπηση της επίδοσης του Παρατηρητηρίου και ότι, ειδικότερα, επισήμανε ορισμένα θέματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Το συμπέρασμα της αξιολόγησης ότι το Παρατηρητήριο δεν έχει αξιοποιήσει αποδοτικά τα 13 εκατ. ευρώ που του διατέθηκαν έως τα τέλη του 2001 είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό. Ωστόσο, καθώς η περίοδος που καλύπτει η αξιολόγηση ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο 2001, η Γραμματεία του Παρατηρητηρίου είχε ήδη την ευκαιρία να σχολιάσει κάθε μία από τις συστάσεις που πραγματοποίησαν οι αξιολογητές και έχει ήδη ασχοληθεί, ή έχει αρχίσει να ασχολείται, με ορισμένα από τα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της. Όπου κρίθηκε σκόπιμο, το Παρατηρητηρίου έδωσε απαντήσεις σχετικά με τα διάφορα θέματα για τα οποία έγινε λόγος ανωτέρω.

Επιπλέον, το διοικητικό συμβούλιο του Παρατηρητηρίου διαβίβασε τις απόψεις του στην Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβούλευσης που πραγματοποιήθηκε μετά το πέρας της αξιολόγησης. Το διοικητικό συμβούλιο επικεντρώθηκε σε θέματα που αφορούν την ίδια τη δομή του. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να εξακολουθήσει να απαρτίζεται από ένα μέλος ανά κράτος μέλος και από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες και ότι, προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα λήψης αποφάσεων, θα μπορούσε να συγκροτήσει χωριστές υποομάδες, αρμόδιες για την προετοιμασία των αποφάσεων σε ειδικούς τομείς (π.χ. πρόγραμμα εργασίας, μελέτες και δημοσιεύσεις, δημοσιονομικά και διαχειριστικά ζητήματα). Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις προτάσεις αυτές, καθώς και τις απόψεις των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της καταπολέμησης του ρατσισμού.

Η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η γενική εικόνα της απόδοσης του Παρατηρητηρίου δεν είναι απόλυτα θετική ούτε αρνητική. Το Παρατηρητήριο σημείωσε σημαντική πρόοδο, καθώς συγκρότησε από το μηδέν έναν οργανισμό που διαθέτει τις εγκαταστάσεις και το ανθρώπινο δυναμικό που χρειάζεται για να εκτελεί τα καθήκοντά του. Δημιούργησε ένα δίκτυο φορέων παροχής πληροφοριών σε όλα τα κράτη μέλη το οποίο προσπαθεί να επιτύχει μία ισορροπία μεταξύ ανεξαρτησίας και αντικειμενικότητας. Ανέπτυξε δεσμούς με άλλους οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό (Συμβούλιο της Ευρώπης, ΟΟΣΑ), οι οποίοι αρχίζουν να αποδίδουν καρπούς. Είναι ωστόσο σαφές ότι, όσον αφορά τα αποτελέσματα που έχει παράγει έως σήμερα, υπάρχει ακόμα περιθώριο και ανάγκη για βελτιώσεις στην ποιότητα και την αξία, ιδιαίτερα ως προς την αντικειμενικότητα και τη συγκρισιμότητα των δεδομένων.

Υπάρχει ισχυρή πολιτική δέσμευση σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας και για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων πολιτικών και πρακτικών. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να παρακολουθούνται και να αναλύονται οι προσπάθειες της Ένωσης και των κρατών μελών, καθώς και τα αποτελέσματα των προσπαθειών αυτών. Η παρακολούθηση του ρατσισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι εξαιρετικά πολύπλοκο ζήτημα, το οποίο περιβάλλεται από κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές ευαισθησίες που καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολο για έναν νέο οργανισμό να έχει άμεσα αποτελέσματα. Είναι ωστόσο ουσιαστικό το Παρατηρητήριο να αντιμετωπίσει αυτή την πρόκληση και η Επιτροπή δεσμεύεται να το υποστηρίξει στις προσπάθειές του. Ύστερα από πέντε έτη λειτουργίας, το Παρατηρητήριο πρέπει να βελτιώσει την αποτελεσματικότητά του. Λαμβάνει μέτρα για την ενδυνάμωση της διαχείρισης του και την ενίσχυση του στρατηγικού προσανατολισμού του σε συνεργασία με το διοικητικό συμβούλιο. Η Επιτροπή πιστεύει ότι το Παρατηρητήριο πρέπει να επικεντρωθεί στο ρόλο του ως οργάνου συλλογής δεδομένων, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό, και ότι πρέπει να δίνει μικρότερη βαρύτητα στην εδραίωση της εικόνας ενός στρατευμένου οργανισμού, γεγονός που έχει προκαλέσει κάποια σύγχυση ως προς τους στόχους του. Στο πλαίσιο αυτό, το διοικητικό συμβούλιο ζήτησε στις διαβουλεύσεις του με την Επιτροπή, να αποσαφηνιστούν και να περιγραφούν πιο ορθολογικά οι στόχοι και τα καθήκοντα του Παρατηρητηρίου. Η Επιτροπή αποδέχθηκε το αίτημα αυτό και υπέβαλε προτάσεις για το σκοπό αυτό.

Η επιτυχία του Παρατηρητηρίου όσον αφορά την επίτευξη συγκρισιμότητας εξαρτάται από τη στενή συνεργασία της με τις αρχές των κρατών μελών. Αυτό αναγνωρίστηκε από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη που συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις της Επιτροπής. Συνεπώς, η Επιτροπή προτείνει να χρησιμοποιηθεί η ευκαιρία αυτή για να ενισχυθεί η εστίαση του κανονισμού στη συνεργασία μεταξύ του Παρατηρητηρίου και των εθνικών αρχών για την επίτευξη της μέγιστης δυνατής αξίας από την επένδυση της Ένωσης. Η καταπολέμηση του ρατσισμού αποτελεί κοινή ευθύνη και είναι σωστό αυτό να αντανακλάται στον κανονισμό.

Για την εξασφάλιση προστιθέμενης αξίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Παρατηρητήριο πρέπει να ευθυγραμμίσει τις προτεραιότητές του με αυτές των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Η Επιτροπή είναι πολύ ικανοποιημένη με την έμφαση που δίνει το Παρατηρητήριο στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής του για το 2001 (η οποία δημοσιεύθηκε το Δεκέμβριο του 2002) στα προβλήματα των φυλετικών διακρίσεων στην απασχόληση, ένα θέμα που συνδέεται με τις υπό εξέλιξη εργασίες στο πλαίσιο της στρατηγικής για την απασχόληση. Η Επιτροπή ζητεί από το Παρατηρητήριο να συνεχίσει και να εμβαθύνει τις εργασίες του και να τις επεκτείνει σε άλλους τομείς, ιδιαίτερα στους τομείς που αφορούν τη στρατηγική για την κοινωνική ένταξη. Και στους δύο αυτούς τομείς, η Επιτροπή και το Συμβούλιο κατέληξαν σε συμφωνία για τους γενικούς στόχους της ΕΕ, γεγονός που αντανακλά μία κοινή αντίληψη όσον αφορά τους τομείς δράσης στους οποίους πρέπει να δοθεί προτεραιότητα. Η Επιτροπή προτείνει ο κανονισμός να αντανακλά καλύτερα την ανάγκη να επικεντρώνεται το παρατηρητήριο στις προτεραιότητες αυτές.

Τέλος, ορισμένα μέρη του αρχικού κανονισμού δεν ανταποκρίνονται πλέον στις καθημερινές εργασίες του Παρατηρητηρίου, καθώς ίσχυαν μόνον για το στάδιο της συγκρότησης. Συνεπώς, η Επιτροπή προτείνει την αναδιατύπωση του κανονισμού για τη διαγραφή των ακατάλληλων αυτών τμημάτων και για την τροποποίηση άλλων με βάση τις εμπειρίες από την έως τώρα λειτουργία του Παρατηρητηρίου. Η αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την πρόταση για αναδιατύπωση του κανονισμού παρουσιάζει τις λεπτομέρειες του σκεπτικού της Επιτροπής για κάθε μία από τις προτεινόμενες αλλαγές.