52002DC0725

Ανακοίνωση της Επιτροπής για τη βελτίωση του ελέγχου της εφαρμογής του Κοινοτικού δικαίου /* COM/2002/0725 τελικό */


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

2. Η πρόληψη των παραβάσεων

2.1. Ενίσχυση της προληπτικής συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών

2.2. Συνοδεία και διευκόλυνση της ορθής μεταφοράς των οδηγιών

2.2.1. Βελτίωση της διαφάνειας και της γνώσης του κοινοτικού δικαίου

2.2.2. Εντατικοποίηση της συνεργασίας πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς

2.2.3. Βελτίωση της ανακοίνωσης των μέτρων μεταφοράς

2.3. Ενίσχυση της ενημέρωσης του κοινού σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο

3. Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΔΙΩΞΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΝ

3.1. Αποτελεσματική χρήση των διαθέσιμων μέσων σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα των παραβάσεων

3.2. Οι καταγγελίες και η σημασία τους για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου

3.3. Μία καλύτερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής για την εξέταση των διαδικασιών παράβασης (αυστηρή εφαρμογή του άρθρου 10 ΕΚ).

3.4. Καλύτερη τήρηση του κοινοτικού δικαίου

3.5 Βελτίωση της ανακοίνωσης και έλεγχος της τήρησης των εθνικών μέτρων εκτέλεσης

3.5.1. Επίσπευση της ανακοίνωσης των ελλιπουσών μεταφορών .

3.5.2 Επιτάχυνση της συμμόρφωσης προς τα κείμενα της μεταφοράς

4. ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΝ

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Για να εφαρμοστούν αποτελεσματικά οι πολιτικές της Κοινότητας ώστε να αποδώσουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, και ως εκ τούτου να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, τα θεσμικά όργανα πρέπει σήμερα να καταβάλουν προσπάθειες όχι μόνον για την εκ των προτέρων βελτίωση της ποιότητας της νομοθεσίας αλλά επίσης να διασφαλίσουν εκ των υστέρων έναν αποτελεσματικό έλεγχο της εφαρμογής της. Στο πλαίσιο της οπτικής αυτής, ο προβληματισμός που ξεκίνησε με τη «Λευκή βίβλο για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση» [1] συνδέεται, από τη μία πλευρά, με την ποιότητα των κοινοτικών κανόνων και από την άλλη πλευρά, με τη βελτίωση του ελέγχου τους.

[1] COM(2001)428 τελικό

Οι δύο αυτοί στόχοι προφανώς συνδέονται. Η ποιότητα της σύνταξης των νομοθετικών πράξεων, που αποτελεί αντικείμενο της ανακοίνωσης της Επιτροπής «Βελτίωση της νομοθεσίας» [2], αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο που επηρεάζει συγχρόνως την ικανότητα των κρατών μελών να εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο, την αποτελεσματικότητα του δικαίου αυτού και τον έλεγχό του από την κοινοτική διοίκηση. Οι ενδεχόμενες δυσχέρειες εφαρμογής και ελέγχου του δικαίου θα έπρεπε να λαμβάνονται περισσότερο υπόψη κατά τη στιγμή της σύνταξης νομοθετικών προτάσεων, ιδίως μέσω ενός μεγαλύτερου προβληματισμού σχετικά με την επιλογή του νομοθετικού μέσου (οδηγία ή κανονισμός) και μίας αξιολόγησης εκ των προτέρων των προβλέψιμων δυσχερειών μεταφοράς και δικαιοδοσίας.

[2] Ανακοίνωση της Επιτροπής για ένα σχέδιο δράσης σχετικά με την « απλούστευση και βελτίωση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος», COM(2002)278 τελικό

Πάντως, η παρούσα ανακοίνωση στοχεύει να εξετάσει σε βάθος τη δεύτερη πλευρά, δηλαδή τον έλεγχο ως προς τον οποίο η συνθήκη αναθέτει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μία αποκλειστική αρμοδιότητα, εκείνη του « θεματοφύλακα της συνθήκης». Η σημασία της δεν είναι γνωστή στο μεγάλο κοινό, ενώ είναι ουσιώδης από απόψεως συμφέροντος των πολιτών, όπως το υπενθυμίζουν συχνά η επιτροπή αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ο ευρωπαίος Διαμεσολαβητής.

Η ευθύνη της Επιτροπής στον τομέα του ελέγχου της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 211 της συνθήκης ΕΚ. Το άρθρο 226 προβλέπει σχετικά την προσφυγή λόγω παράβασης [3]. Συν τω χρόνω, η Επιτροπή ανέπτυξε ευρέως την προδικαστική διαδικασία που καλείται συνήθως "διαδικασία παράβασης". Η προσφυγή λόγω παράβασης και η διαδικασία παράβασης που προηγείται αποτελούν πάντως μη αποκλειστικά μέσα για την εκπλήρωση της ίδιας αποστολής, που είναι η διασφάλιση της τήρησης του κοινοτικού δικαίου. Επειδή η συνθήκη δεν επιβάλει περιοριστική επιλογή των μέσων αυτών, αρμοδιότητα έχει η Επιτροπή να τα προσαρμόζει διαρκώς ώστε να πληροί αποτελεσματικά την αποστολή της και, εφόσον είναι αναγκαίο, να προβαίνει σε καινοτομίες ενόψει μιας καλύτερης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.

[3] Η παρούσα ανακοίνωση συνδέεται μόνο με την εφαρμογή του άρθρου 226 της Συνθήκης ΕΚ και του ομόλογου άρθρου 141 της συνθήκης ΕYΡΑΤΟΜ.δεν καλύπτει τις διαδικασίες λόγω παράβασης που αντιστοιχούν σε άλλες διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, όπως εκείνες που εμπίπτουν στον ανταγωνισμό.

Έστω και εάν η ισχύουσα διαδικασία ελέγχου και δίωξης απέδειξε την αποτελεσματικότητά της με ποσοστό προσφυγής στο Δικαστήριο ύψους 10% μόνον του όγκου των εικαζόμενων παραβάσεων (βλ. πλαίσιο σ. 4) πρέπει να προλάβουμε τη μηχανική αύξηση των εργασιών που απορρέουν από τη μελλοντική διεύρυνση και να λάβουμε επίσης υπόψη την επέκταση του κοινοτικού κεκτημένου. Η παρούσα ανακοίνωση εκθέτει για το σκοπό αυτό διάφορες δράσεις που προορίζονται για τη βελτίωση του ελέγχου της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.

Κατ' αρχήν διακρίνει ό,τι εμπίπτει στην πρόληψη που διεξάγεται σε συνεργασία ειλικρινή και αμοιβαία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών ώστε να αποφευχθούν οι παραβάσεις (άρθρο 10 της συνθήκης ΕΚ) [4]. Στη συνέχεια περιγράφει τους όρους μιας αποτελεσματικής διαχείρισης των ελέγχων και δίωξης των παραβάσεων. Οι δράσεις αυτές στηρίζονται στην κτηθείσα εμπειρία κατά τη διάρκεια των ετών. Η ανακοίνωση πλαισιώνει και χρησιμοποιεί κατά τον τρόπο αυτό ένα σύνολο μεθόδων που προέρχονται από την πρακτική. Με τον τρόπο αυτό, εκπληρώνει ένα καθήκον παιδαγωγικό καθώς και διαφάνειας σε ένα σύνθετο τομέα της αποκλειστικής ευθύνης της Επιτροπής.

[4] Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στον αμοιβαίο χαρακτήρα της ειλικρινούς συνεργασίας που επιβλήθηκε από το άρθρο 10 τόσο στα κράτη μέλη όσο και στα κοινοτικά θεσμικά όργανα.

Μία αποτελεσματική διαδικασία [5]

[5] Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα στατιστικά στοιχεία της διαδικασίας, βλ. ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου 2001 (δημοσίευση της υπηρεσίας επισήμων εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων)

Η δίωξη των εικαζόμενων παραβάσεων της κοινοτικής νομοθεσίας πραγματοποιείται σε διάφορα στάδια, που στοχεύουν να άρουν τις επιφυλάξεις ή να διευκολύνουν την αποκατάσταση της εν λόγω παράβασης.

Οι δυνητικές παραβάσεις κατ' αρχάς καταχωρίζονται σε ένα ενιαίο μητρώο, ανεξαρτήτως της προέλευσης και του χαρακτηρισμού τους: καταγγελίες που απευθύνονται απ' ευθείας στην Επιτροπή ή διαβιβάζονται μέσω της επιτροπής αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή μέσω του ευρωπαίου Διαμεσολαβητή. υποθέσεις που αποκαλύπτονται αυτεπάγγελτα μέσω των εκ των προτέρων ή δυναμικών ελέγχων των υπηρεσιών.

Στο πλαίσιο της διεξαγωγής της αποδεικτικής διαδικασίας για τον κάθε φάκελο, η Επιτροπή κοινοποιεί στο ενεχόμενο κράτος μέλος : καταρχάς μία "προειδοποιητική επιστολή", στη συνέχεια μία "αιτιολογημένη γνώμη" και τέλος, αν η παράβαση εξακολουθεί να ισχύει, προσφυγή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκ μέρους της Επιτροπής σύμφωνα με τη διαδικασία παράβασης. Τα διαδοχικά αυτά στάδια επιτρέπουν να κινητοποιηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι πληροφορίες και οι συνεργασίες, οδηγώντας σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων στην εξαφάνιση της παράβασης και την θέση του φακέλου στο αρχείο.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία για το έτος 2001, ο αριθμός των φακέλων για παραβάσεις που οδήγησαν σε προειδοποιητική επιστολή ανέρχεται στο ήμισυ (49%) των εικαζόμενων παραβάσεων που καταχωρίστηκαν. οι αιτιολογημένες γνώμες αντιπροσωπεύουν από την πλευρά τους λίγο μεγαλύτερο από το ήμισυ ποσοστό (54%) των προειδοποιητικών επιστολών και οι προσφυγές ανέρχονται στο 1/5 περίπου (21%) των προειδοποιητικών επιστολών. Τέλος, οι προσφυγές της Επιτροπής στο Δικαστήριο λόγω παράβασης αντιστοιχούν μόνο στο 10% των εικαζόμενων παραβάσεων που έχουν καταχωρισθεί (10,3%).

Η ροή των νέων καταχωρήσεων αυτή τη στιγμή είναι της τάξεως των 2000 φακέλων το έτος. για τεχνικούς λόγους ο αριθμός αυτός, το 2001 ανήλθε πάνω από το μέσο όρο (2179). Η ροή των εισερχομένων φακέλων είναι συγκρίσιμη με τη ροή των φακέλων που τίθενται οριστικά στο αρχείο ή τυγχάνουν αντικείμενο προσφυγής, κατά τρόπο ώστε το σύνολο των τρεχόντων φακέλων είναι σταθερό και κυμαίνεται περίπου στους 4000 φακέλους (3868 φάκελοι στις 10/06/2002). Ο αριθμός αυτός φαίνεται τελικά σχετικά χαμηλός σε σύγκριση με τον αριθμό των κρατών μελών και τη σημασία του κοινοτικού κεκτημένου που συνεπάγεται πολλές χιλιάδες κειμένων παράγωγου δικαίου τα οποία προστίθενται στη συνθήκη. Η σύντομη εξέταση του αποθέματος αντιστοιχεί στις σύντομες προθεσμίες εξέτασης των φακέλων, ενώ τα 3/4 από αυτούς αποτελούν αντικείμενο αρχειοθέτησης ή αιτιολογημένης γνώμης εντός του έτους που ακολουθεί της καταχώρησής τους.

2. Η πρόληψη των παραβάσεων

Κύρια αρμοδιότητα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου έχουν τα κράτη μέλη τόσο όσον αφορά τη συνθήκη όσο και το παράγωγο δίκαιο (κανονισμοί, οδηγίες και αποφάσεις). Πάντως, η συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο για έναν αποτελεσματικό έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.

Επιβάλλοντας στην Επιτροπή να τηρήσει μία προδικαστική διοικητική διαδικασία που θα προηγείται της προσφυγής λόγω παράβασης, το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ προβλέπει συγχρόνως τον αντιφατικό χαρακτήρα της διαδικασίας αυτής και την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και των κοινοτικών θεσμικών οργάνων. Επειδή, στόχος της προδικαστικής αυτής διαδικασίας είναι η ενημέρωση της Επιτροπής και η εθελοντική συμμόρφωση του κράτους μέλους προς τις απαιτήσεις της συνθήκης, η αποτελεσματικότητά της συνδέεται στενά με τις επαφές μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους. Οφείλουμε να προχωρήσουμε περισσότερο προς τη βελτίωση της συνεργασίας αυτής και αυτό σαφώς πριν από την ενδεχόμενη κίνηση μιας διαδικασίας παράβασης.

Αυτό συνεπάγεται, κατά κανόνα, την αξιοποίηση ή την επέκταση ορισμένων μέσων συνεργασίας με τα κράτη μέλη (2.1). Στο πλαίσιο αυτό, η συνοδεία της μεταφοράς των οδηγιών απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή (2.2). Το δίκτυο αντιπροσώπων που προβλέπεται στη Λευκή Βίβλο για την Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση και στην ανακοίνωση της Επιτροπής « Βελτίωση της νομοθεσίας» προσέφερε ένα πλαίσιο για την γνωστοποίηση και τη συζήτηση των ποικίλων αυτών βελτιώσεων.

2.1. Ενίσχυση της προληπτικής συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών

Η προληπτική δράση για μία ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ξεκινά από την επιλογή των καλύτερα προσαρμοσμένων μέσων. Αλλά όταν γίνει η επιλογή αυτή, η πρόληψη συνεχίζεται με τη συνεργασία γύρω από την εφαρμογή της νομοθεσίας. Ήδη ποικίλα πρακτικά μέσα συνεργασίας δοκιμάσθηκαν για την πρόληψη των παραβάσεων. Μπορούν να αναφερθούν ιδίως:

(1) Οι ερμηνευτικές ανακοινώσεις σχετικά με ένα ειδικό θέμα κοινοτικού δικαίου (συγχρόνως όσον αφορά τη συνθήκη και το παράγωγο δίκαιο) [6].

[6] Για παράδειγμα, οι ερμηνευτικές ανακοινώσεις που εκδίδονται στον τομέα των μεγάλων ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς και των δημοσίων συμβάσεων ή η ανακοίνωση για την κατάργηση των φορολογικών εμποδίων στη διασυνοριακή παροχή επαγγελματικών συντάξεων ΕΕ C 165 της 8.6.2001 σ. 4.

(2) Η υποχρέωση κοινοποίησης των σχεδίων τεχνικών κανόνων σχετικά με προϊόντα και υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών που απορρέουν από την οδηγία 98/34/ΕΚ (εμπορεύματα), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/48/ΕΚ (υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας) [7] κυρίως στον μη εναρμονισμένο τομέα της εσωτερικής αγοράς.

[7] Η εφαρμογή των οδηγιών αυτών επιτρέπει, με την προηγούμενη κοινοποίηση των σχεδίων των εθνικών τεχνικών κανόνων, την επισήμανση ενδεχόμενων εμποδίων στις συναλλαγές προτού να τεθούν σε ισχύ τα κείμενα αυτά και κατά τον τρόπο αυτό επιτρέπει να αποφευχθεί η κίνηση πολλών διαδικασιών παράβασης. Η διαδικασία αυτή επιτρέπει επίσης να τονισθεί ιδιαίτερα η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης (με την εισαγωγή ρητρών αμοιβαίας αναγνώρισης). Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι μπορεί να γίνει επίκληση της έλλειψης κοινοποίησης ενός τεχνικού κανόνα στο πλαίσιο της επίλυσης μιας διαφοράς μεταξύ ιδιωτών. τότε αρμοδιότητα έχει ο εθνικός δικαστής να αρνηθεί την εφαρμογή της διάταξης αυτής και να καθορίσει τις επιπτώσεις στη σύμβαση που υποβλήθηκε ενώπιόν του σε συνάρτηση με το εθνικό δίκαιο.

(3) Η τακτική δημοσίευση στατιστικών στοιχείων εκ μέρους της Επιτροπής στον πίνακα ανακοινώσεων της εσωτερικής αγοράς. η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου στοχεύει στο να προκαλέσει μια εξομοίωση μεταξύ των κρατών μελών, θεσπίζοντας μια μορφή αμοιβαίας εποπτείας των προσπαθειών για την εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. οι εκθέσεις της Επιτροπής για την εφαρμογή, που προβλέπεται σε ορισμένες οδηγίες, που διαδραματίζουν ανάλογο ρόλο [8].

[8] Για παράδειγμα, οι εκθέσεις για την εφαρμογή της οδηγίας 98/49/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1998 σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης των μισθωτών και των μη μισθωτών που μετακινούνται εντός της Κοινότητας.

(4) Η έγκαιρη αντιμετώπιση ορισμένων μεγάλων γεγονότων που συνδέονται για παράδειγμα με την υλοποίηση σχεδίων υποδομής: η εμπειρία απέδειξε ότι επ' ευκαιρία επενδύσεων εθνικής εμβέλειας, οι ενδιαφερόμενες εθνικές αρχές ορισμένες φορές τείνουν να μην λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου [9]. Η προσέγγιση αυτή ακολουθήθηκε στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, τόσο όσον αφορά τη συνθήκη όσο και το παράγωγο δίκαιο και θα μπορούσε να επεκταθεί κατάλληλα στην πρόληψη των παραβάσεων στον τομέα του περιβάλλοντος [10] και ενδεχομένως σε άλλους τομείς.

[9] Στην «Πράσινη Βίβλο για τις δημόσιες συμβάσεις», η Επιτροπή μπόρεσε να αναφέρει ότι η έγκαιρη αντιμετώπιση ορισμένων γεγονότων αποτελεί αποτελεσματικό στοιχείο πρόληψης, περιορίζοντας αισθητά τον κίνδυνο περιπτώσεων κακής εφαρμογής (παραδείγματα: διάλογος με τις ελληνικές αρχές για τα μεγάλα έργα ενόψει των προσεχών Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, με τις ιταλικές αρχές για τους χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες ).

[10] Για μία επέκταση στον τομέα του περιβάλλοντος, πρόκειται ιδίως για την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία 85/337/ΕΚ σχετικά με την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων κρατικών και ιδιωτικών σχεδίων για το περιβάλλον.

(5) Οι δράσεις επαγγελματικής κατάρτισης, ενημέρωσης και διαφάνειας που απευθύνονται στις διοικήσεις και τους εθνικούς δικαστές, όπως για παράδειγμα « Grotius » II σε αστικές και ποινικές υποθέσεις [11], ή επίσης, στο πλαίσιο της διεύρυνσης, οι συνεργασίες μεταξύ εθνικών διοικήσεων [12].

[11] Βλ. κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 743/2002 του Συμβουλίου της 25ης Απριλίου 2002 για τη θέσπιση γενικού κοινοτικού πλαισίου δραστηριοτήτων προς διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις και απόφαση του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 2001 (2001/512/JAI που τη διαδέχθηκε η απόφαση 2002/630/JAI) για τη θέσπιση δεύτερης φάσης προγράμματος ενθάρρυνσης ανταλλαγών, κατάρτισης και συνεργασίας που απευθύνεται στους ασκούντες συναφή προς τη δικαιοσύνη επαγγέλματα (Grotius II -ποινικές υποθέσεις).

[12] Λευκή βίβλος για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, COM(2001)428, σ. 49. Η Λευκή βίβλος για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση ανέφερε ήδη την δυνατότητα επέκτασης των συνεργασιών αυτών στο σύνολο των διοικήσεων των κρατών μελών.

(6) Η χρήση στο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών και ορθών πρακτικών, τόσο όσον αφορά τη συνθήκη όσο και το παράγωγο δίκαιο, επιτροπών και δικτύων εμπειρογνωμόνων που επικουρούν την Επιτροπή καθώς επίσης η σύσταση ομάδων εμπειρογνωμόνων "ad hoc" σε ειδικούς τομείς [13].

[13] Η Επιτροπή συνέστησε κατά τον τρόπο αυτό ομάδες κυβερνητικών εμπειρογνωμόνων στον τομέα των οδηγιών για την απόσπαση εργαζομένων 96/71/ΕΚ και των οδηγιών «κατά των διακρίσεων» 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ. Οι ομάδες αυτές συναντήθηκαν πριν από την ημερομηνία μεταφοράς και χρησίμευσαν ως τόπος συζήτησης και ανταλλαγής ορθών πρακτικών. Επίσης, ο κανονισμός (ΕΚ) 1408/71 συνέστησε τη διοικητική επιτροπή κοινωνικής ασφάλισης των μεταναστών εργαζομένων (CASSTM), που συνίσταται από κυβερνητικούς εμπειρογνώμονες και διαδραματίζει εξαιρετικά ενεργό ρόλο πριν από την παρουσίαση εκ μέρους της Επιτροπής προτάσεων ενημέρωσης του εν λόγω κανονισμού. Μπορεί επίσης να αναφερθεί το δίκτυο σημείων επαφής στον τομέα των επαγγελματικών προσόντων.

Δράσεις

* Η Επιτροπή θα εξάγει συμπεράσματα από τα καλύτερα μέσα και πρακτικές που θεσπίστηκαν κατά τη διάρκεια των ετών, θα τα αναπτύξει και θα τα επεκτείνει σε άλλους τομείς του κοινοτικού δικαίου, ώστε να ενισχύσει την προληπτική φάση του ελέγχου.

* Η Επιτροπή θα εξετάσει τη δυνατότητα να ξεκινήσει ένα πρόγραμμα κατάρτισης υπέρ των εθνικών διοικήσεων, των δικαστικών κύκλων και των εθνικών δικηγορικών συλλόγων στον τομέα του κοινοτικού δικαίου (που θα μπορούσε να κληθεί πρόγραμμα «JUSTINIEN» ή «IRNERIO»). [14]

[14] Από το όνομα του διάσημου νομικού του Πανεπιστημίου της Μπολώνια που εισήγαγε στις αρχές του 12ου αιώνα την έννοια του "κοινού δικαίου" που εμπνεύστηκε από την παράδοση του "ρωμαϊκού δικαίου" και η οποία επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη μεσαιωνική Ευρώπη.

2.2. Συνοδεία και διευκόλυνση της ορθής μεταφοράς των οδηγιών

Σε όρους ελέγχου της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, οι οδηγίες απαιτούν μια ιδιαίτερη προσοχή που συνδέεται με τις απαιτήσεις της μεταφοράς από πλευράς κρατών μελών [15]. Το διάβημα συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών διοικήσεων θα έπρεπε λοιπόν να αναπτυχθεί πολύ νωρίς.

[15] Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι στην παρούσα ανακοίνωση η μνεία της « μεταφοράς» δεν αναφέρεται παρά στις οδηγίες, δεδομένου ότι ορισμένοι κανονισμοί και αποφάσεις ορισμένες φορές απαιτούν μέτρα εφαρμογής σε εθνικό επίπεδο.

2.2.1. Βελτίωση της διαφάνειας και της γνώσης του κοινοτικού δικαίου

Στις 31/12/2001, τα κράτη μέλη είχαν κοινοποιήσει κατά μέσο όρο σε ποσοστό 97,4% τα απαραίτητα εθνικά μέτρα εκτέλεσης για την εφαρμογή των οδηγιών (όλων των τομέων), ποσοστό βελτιωμένο σε συνάρτηση με το 2000 (96, 6 %). Ο μέσος αυτός όρος είναι ο υψηλότερος που σημειώθηκε από το 1992, έστω και αν ακόμα παραμένει κατώτερος του στόχου του 98,5 % που καθορίστηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Στοκχόλμης για τη μεταφορά της νομοθεσίας σχετικά με μία ενιαία εσωτερική αγορά.

Η τακτική δημοσίευση εκ μέρους της Επιτροπής των ποσοστών μεταφοράς ασκεί θετική επιρροή μέσω του ελέγχου και της εξομοίωσης. Το κίνητρο που απορρέει από την ενημέρωση αυτή "erga omnes" θα μπορούσε να βελτιωθεί ακόμη περισσότερο με τη δημοσίευση των προθεσμιών μεταφοράς για κάθε οδηγία που πρέπει να μεταφερθεί. Η υπενθύμιση της προθεσμίας αυτής, με τα καλύτερα δυνατά μέσα για την επαφή με το συγκεκριμένο κοινό, δύο μήνες πριν από τη λήξη της προθεσμίας, θα αποτελέσει χρήσιμη επισήμανση.

Δράση

* Η Επιτροπή θα δημοσιεύσει στο διαδίκτυο, μέσω της πύλης «εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου» το σύνολο των προθεσμιών μεταφοράς, το ποσοστό μεταφοράς ανά τομέα και ανά κράτος μέλος, καθώς και τα εθνικά μέτρα μεταφοράς. Θα χρησιμοποιηθούν τα πλέον κατάλληλα μέσα ανακοίνωσης ώστε το συγκεκριμένο κοινό να ενημερωθεί για τις προθεσμίες μεταφοράς.

2.2.2. Εντατικοποίηση της συνεργασίας πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς

Η εξεύρεση μιας καλύτερης διακυβέρνησης στον τομέα της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου απαιτεί μια καλύτερη αξιολόγηση εκ των προτέρων και μια καλύτερη χρήση της προθεσμίας μεταφοράς των οδηγιών. Η προθεσμία αυτή είναι απαραίτητη για να επιτραπεί η προσαρμογή των εθνικών κανόνων και να διευκολυνθεί η προετοιμασία από τους οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Αλλά πρέπει επίσης να χρησιμεύσει στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη, συνυπεύθυνους για την ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, ώστε να ενταθεί η συνεργασία τους και να διασφαλιστεί μία γρήγορη και αποτελεσματική προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας.

Συχνά, οι καθυστερήσεις στη μεταφορά των οδηγιών δεν απορρέουν από ηθελημένη αποχή του κράτους μέλους, αλλά από εσωτερικά διοικητικά προβλήματα και κυρίως από μία δυσχέρεια κατανόησης των κοινοτικών νομοθετικών κειμένων που συχνά είναι πολύπλοκα.

Εξάλλου, το Δικαστήριο αναφέρθηκε επίσημα, στο πλαίσιο της νομολογίας του για το άρθρο 10 της συνθήκης ΕΚ, στην ύπαρξη μιας υποχρέωσης συνεργασίας στην περίπτωση δυσχερειών που συνδέονται με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται για το κράτος μέλος, τη δυνατότητα να υποβάλει τις δυσχέρειες αυτές στην εκτίμηση της Επιτροπής [16].

[16] Αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1986, Επιτροπή κατά Βελγίου, C-52/84, Συλ. 1986, σ. 89, σημείο 16, και της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Επιτροπή κατά Γερμανίας , C-94/87, Συλ. 1989, σ. 175.

Ακολουθώντας το στόχο αυτό, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ανέπτυξαν εδώ και πολλά χρόνια την πρακτική των "συνεδριάσεων πακέτων", που ονομάσθηκαν έτσι διότι επιτρέπουν την εξέταση με τις εθνικές αρμόδιες διοικήσεις των ενδεχόμενων δυσχερειών μεταφοράς, καθώς και το σύνολο των διαπιστωθεισών ή εικαζόμενων παραβάσεων σε ένα κράτος μέλος για ένα δεδομένο τομέα. Κατά κανόνα, οι συνεδριάσεις πακέτα δεν γίνονται αυτή τη στιγμή παρά μετά την κίνηση μιας διαδικασίας παράβασης έναντι κράτους μέλους. Θα μπορούσαν να γίνονται επωφελώς σε ένα προγενέστερο στάδιο.

Παρά την ιδιαίτερη προσοχή που δόθηκε στην ποιότητα των νομοθετικών προτάσεων και την περιοδική εξέταση των ισχυόντων κοινοτικών κειμένων, το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να παραμείνει σύνθετο. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να προσφέρει σε πρώιμο στάδιο στα κράτη μέλη την "τεχνική της συνδρομή" για τη μεταφορά νομοθετικών κειμένων. Το μέσον των συνεδριάσεων πακέτων θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εξέταση με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των δυσχερειών τις οποίες συναντά, ενδεχομένως, στη μεταφορά κοινοτικών κειμένων και για να του δοθούν διασαφηνίσεις στον τομέα αυτό. Στο πνεύμα αυτό, οι επιτροπές που θεσπίστηκαν από ορισμένα κοινοτικά κείμενα, μπορούν να προσφέρουν ένα κατάλληλο πλαίσιο. Μια τέτοια συνδρομή θα μπορούσε, εξάλλου, να περιλαμβάνει προηγούμενη εξέταση εκ μέρους των υπηρεσιών της Επιτροπής, μετά από αίτηση του κράτους μέλους, των προβλεπόμενων μέτρων μεταφοράς. Εννοείται ότι μια τέτοια προηγούμενη εξέταση δεν θα επηρέαζε τη δυνατότητα της Επιτροπής να άρει σε ένα μεταγενέστερο στάδιο τα ενδεχόμενα προβλήματα μεταφοράς.

Ένας άλλος τρόπος συνεργασίας σε πρώιμο στάδιο θα στηριζόταν στην εκπόνηση εκ μέρους των υπηρεσιών της Επιτροπής, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, «στοιχείων προβληματισμού για τη μεταφορά» που θα προτείνονταν στις εθνικές διοικήσεις. Τα κράτη μέλη θα έπρεπε να συμμετέχουν στη σύνταξή τους και θα ήταν χρήσιμο αυτό να προβλέπεται στο βασικό κείμενο.

Πάντως, ορισμένες φορές είναι δύσκολο για την Επιτροπή να προσδιορίσει τον(τους) κατάλληλο(ους) συνομιλητή(ές) για τη συνέχιση του διαλόγου. Τα επιφορτισμένα όργανα των κρατών μελών για τη μεταφορά των κοινοτικών οδηγιών ποικίλλουν σε συνάρτηση με τον εξεταζόμενο τομέα και την οργάνωση του τομέα αυτού σε κάθε κράτος. Επίσης συχνά η μεταφορά απαιτεί την παρέμβαση πολλών διοικητικών και/ή δικαστικών οργάνων. Αυτή η πολλαπλότητα των παρεμβαινόντων αυξάνεται στην περίπτωση ομοσπονδιακών ή αποκεντρωμένων περιφερειακά κρατών. Η σύσταση, στα κράτη μέλη όπου δεν υπάρχουν ακόμη, κατάλληλων "οργάνων συντονισμού" θα τους επέτρεπε να ανταποκριθούν στις δυσχέρειες αυτές, με την τοποθέτηση ενός μοναδικού συνομιλητή της Επιτροπής: για θέματα μεταφοράς, για θέματα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, καθώς και για τον συντονισμό με τα υπουργεία, τις περιφερειακές και τοπικές αρχές. Αυτοί οι "οριζόντιοι" συνομιλητές θα είχαν ως αποστολή τη δημιουργία του δικτύου των ανταποκριτών που προβλέπει η Επιτροπή (βλ. εισαγωγή, παράγραφος 2). Η ενοποιημένη οργάνωση, σε ορισμένα κράτη μέλη της "προεδρίας των συνεδριάσεων πακέτων" δίνει ήδη μια εικόνα των οργάνων αυτών.

Δράσεις

* Η Επιτροπή προτίθεται να γενικεύσει την πρακτική των « συνεδριάσεων πακέτων». Θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να ενθαρρύνει τη θέσπιση, στο πλαίσιο των κρατών μελών, ενιαίων οργάνων συντονισμού υπεύθυνων για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.

* Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα έλθουν σε επαφή με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη κατά τον μήνα της έκδοσης της οδηγίας και θα προτείνουν ιδίως "την τεχνική τους συνδρομή" στην περίπτωση δυσχέρειας μεταφοράς. θα είναι διαθέσιμες να εξετάσουν τα προσχέδια των μέτρων μεταφοράς και εφόσον κριθεί απαραίτητο θα οργανώσουν μία συνεδρίαση πακέτο.

* Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα θεσπίσουν, σε συνεννόηση με τις εθνικές διοικήσεις "στοιχεία προβληματισμού για τη μεταφορά".

2.2.3. Βελτίωση της ανακοίνωσης των μέτρων μεταφοράς

Οι λεπτομέρειες ανακοίνωσης των μέτρων μεταφοράς δεν έχουν μέχρι στιγμής διευκρινιστεί, εφόσον τα κράτη μέλη έχουν μόνον την υποχρέωση να τα κοινοποιούν στην Επιτροπή. Η κατάσταση αυτή εδώ και καιρό αποδείχθηκε ότι δημιουργεί καθυστερήσεις και ανώφελες δυσχέρειες [17].

[17] Για παράδειγμα μη αιτιολογημένη κίνηση ή συνέχιση της διαδικασίας παράβασης, δυσχέρεια πρόσβασης στα μέτρα μεταφοράς, δυσχέρειες στον έλεγχο της συμμόρφωσης.

Στο πλαίσιο της έρευνας μιας μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας για τον έλεγχο τόσο της μεταφοράς όσο και της συμμόρφωσης των εθνικών μέτρων μεταφοράς, οι λεπτομέρειες της ανακοίνωσης αυτής θα έπρεπε να καθορίζονται και να υπενθυμίζονται συστηματικά σε κάθε πρόταση οδηγίας, με την υποχρέωση υποβολής πίνακα αντιστοιχίας.

Η πρόσβαση στο κοινοτικό δίκαιο και στον έλεγχο συμμόρφωσης θα διευκολυνθούν επίσης με την ηλεκτρονική ανακοίνωση των μέτρων μεταφοράς που θα αναπτυχθεί στο πλαίσιο του σχεδίου « EULEX III », που στοχεύει στη διασύνδεση των βάσεων δεδομένων των εθνικών επίσημων δημοσιεύσεων μέσω μιας ενιαίας πύλης πρόσβασης, αφιερωμένης στο κοινοτικό δίκαιο.

Δράσεις :

* Η Επιτροπή θα περιλάβει στις προτάσεις οδηγίας :

- την υποχρέωση για το κράτος μέλος να συνοδεύει την ανακοίνωση των μέτρων μεταφοράς (σε εθνικό και/ή περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο) με έναν « πίνακα αντιστοιχίας».

- μια τυποποιημένη ηλεκτρονική ανακοίνωση των μέτρων μεταφοράς (ενιαίο ηλεκτρονικό έντυπο).

- τη μνεία της Γενικής Γραμματείας της Επιτροπής ως κεντρικό σημείο της ανακοίνωσης.

* Η Επιτροπή θα ολοκληρώσει το σχέδιο «EULEX III» που στοχεύει στη δικτύωση των εθνικών βάσεων δεδομένων ώστε να επιτραπεί η ηλεκτρονική ανακοίνωση των μέτρων μεταφοράς.

2.3. Ενίσχυση της ενημέρωσης του κοινού σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο

Μία καλύτερη ενημέρωση του κοινού ή μία καλύτερη συμμετοχή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων βελτιώνουν την ποιότητα των αποφάσεων. Επίσης έχουν προληπτικό χαρακτήρα όσον αφορά τις δυσχέρειες ερμηνείας ή τις μεταγενέστερες διαφορές. Είναι το αντικείμενο των ανακοινωθέντων τύπου που κοινοποιούνται από την Επιτροπή σχετικά με τις τρέχουσες διαδικασίες παράβασης που παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες και σε άλλα πρόσωπα πλην του καταγγέλλοντος, τα οποία έχουν το ίδιο πρόβλημα. Η πύλη "εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου" που συνδέεται με τη νομοθετική βάση EUR-LEX, θα σχεδιαστεί κατά τρόπο ώστε να είναι προσβάσιμη σε ένα ευρύτατο κοινό και να παρέχει, σε μόνιμη βάση, ενημερωμένες πληροφορίες για τις αποφάσεις και συζητήσεις σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στα κράτη μέλη.

Εξάλλου, οι διάφοροι τομείς των ευρωπαϊκών πολιτικών μπορούν να προσφέρονται για τη θέσπιση ειδικών δυνατοτήτων ενημέρωσης και συμμετοχής των πολιτών στην αποτελεσματική τους εφαρμογή. Αυτή είναι η περίπτωση της σύμβασης Aarhus σχετικά με την πρόσβαση στην ενημέρωση, τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στην δικαιοσύνη στον τομέα του περιβάλλοντος, που προσφέρει ένα πλήρες παράδειγμα ενός τέτοιου διαβήματος ενημέρωσης και ανοίγματος. Οι δύο « πυλώνες» της σύμβασης αυτής, που αφορούν αντίστοιχα την πρόσβαση στην ενημέρωση και τη συμμετοχή του κοινού, απετέλεσαν ήδη αντικείμενο προτάσεων οδηγιών που υποβλήθηκαν από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο [18]. Η συγκεκριμένη εφαρμογή εκ μέρους των κρατών μελών των εν λόγω οδηγιών, μετά την έκδοσή τους από το νομοθέτη, θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης - ώστε να προσφέρει, ενδεχομένως, πηγή έμπνευσης σε άλλους τομείς της κοινοτικής νομοθεσίας.

[18] Πρόταση αναθεώρησης της οδηγίας 90/316/ΕΚ που προβλέπει ιδίως στο άρθρο 6 την υποχρέωση για τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ένδικα ή διοικητικά μέσα στην περίπτωση άρνησης πρόσβασης. Πρόταση οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συμμετοχής του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων σχετικών με το περιβάλλον και περί τροποποίησης των οδηγιών 85/337/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου. Βλ. COM/2000/0839 τελικό.

Δράση

* Η "πύλη εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου" θα περιλαμβάνει γενική ενημέρωση για την εφαρμογή και την πρόσβαση στο δίκαιο, κατανοητή από μη ειδικούς, συνδεδεμένη με τη νομοθετική βάση EUR-LEX.

* H εφαρμογή των ευρωπαϊκών οδηγιών που προορίζονται για την εκτέλεση της σύμβασης Aarhus θα αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης από απόψεως πραγματικής ενημέρωσης και συμμετοχής του κοινού.

3. Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΔΙΩΞΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΝ

Η ανάπτυξη των δράσεων συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών για την πρόληψη καταστάσεων μη τήρησης του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αρμοδιότητα ελέγχου της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, δίωξης των παραβάσεων και ενδεχομένως κίνησης μιας διαδικασίας παράβασης. Η παρούσα ανακοίνωση αναλύει βάσει ποιων προτεραιοτήτων, η Επιτροπή προτίθεται να προβεί στην καλύτερη δυνατή διαχείριση των διαφόρων μέσων που δίδονται από τη συνθήκη (3.1). Ως προς αυτό, αναφέρθηκαν η εξέταση των καταγγελιών, βασικό μέσο ανίχνευσης παραβάσεων (3.2) και η απαραίτητη συνεργασία των κρατών μελών για την εξέταση των φακέλων (3.3). Τέλος, αναλύθηκε η συγκεκριμένη δίωξη των παραβάσεων, διακρίνοντας καταστάσεις όπου τα κοινοτικά κείμενα, άμεσης ή έμμεσης εφαρμογής, δεν τηρήθηκαν (3.4), και η ειδική κατάσταση μη κοινοποίησης των οδηγιών και μη συμμόρφωσης (3.5).

3.1. Αποτελεσματική χρήση των διαθέσιμων μέσων σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα των παραβάσεων

Η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου αναφέρεται στη διακριτική ευχέρεια εκτίμησης της Επιτροπής στον τομέα των παραβάσεων [19] προσδίδοντάς της αρμοδιότητα αποκλειστικού κριτή για τη δυνατότητα διώξεων στον τομέα του ελέγχου της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Υπογραμμίζοντας ότι η ευχέρεια αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί αυθαίρετα [20], ο ευρωπαίος Διαμεσολαβητής υπενθύμισε επίσης επανειλημμένα στις γνωμοδοτήσεις του αυτή την διακριτική ευχέρεια εκτίμησης [21].

[19] Απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-317/92, Συλ. 1994, σ. I-2039. απόφαση της 10ης Μαΐου 1995, Επιτροπή κατά Γερμανίας , C-422/92, Συλ. 1995 σ. I-1097.

[20] Κριτικές παρατηρήσεις σχετικά με την καταγγελία P.S. Emfietzoglou - Macedonian Metro Joint Venture (σχετ. 995/98/OV).

[21] Βλέπε την έρευνα πρωτοβουλίας του ευρωπαϊκού Διαμεσολαβητή του 1997 σχετικά με τις διοικητικές διαδικασίες που εφαρμόστηκαν από την Επιτροπή στην εξέταση των καταγγελιών σχετικά με παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους των κρατών μελών.

Η αποστολή της ως «θεματοφύλακα» της κοινοτικής έννομης τάξης, την οποία της αναθέτει το άρθρο 211 της συνθήκης ΕΚ, συνεπάγεται κατά συνέπεια την ευθύνη της Επιτροπής για την έκδοση μέτρων εσωτερικής οργάνωσης, τα οποία είναι απαραίτητα για την πραγματική και αμερόληπτη άσκηση της αποστολής της, σύμφωνα με τη συνθήκη.

Στο πνεύμα αυτό, η Επιτροπή ανήγγειλε την πρόθεσή της, στη Λευκή Βίβλο για τη διακυβέρνηση, να διεξάγει την δράση ελέγχου και δίωξης των παραβάσεων με αποτελεσματικότητα και επιείκεια, βασιζόμενη στα κριτήρια προτεραιοτήτων, που εκφράζουν τη σοβαρότητα της μη τήρησης, δυνητικής ή αποδεδειγμένης της νομοθεσίας [22]. Διευκρινίζοντας το πλαίσιο που προβλέπεται στη Λευκή Βίβλο, τα κριτήρια αυτά απορρέουν από σωρευθείσα εμπειρία. Οδηγούν στο να θεωρηθούν ως σοβαρές, είτε είναι εικαζόμενες (για παράδειγμα, κατόπιν καταγγελιών) είτε διαπιστωθείσες:

[22] Λευκή Βίβλος για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, σ. 48 : Προτεραιότητες που προορίζονται για την εξέταση της ενδεχόμενης παραβίασης του κοινοτικού δικαίου.

a) Οι παραβάσεις που αμφισβητούν τις βάσεις της κοινότητας δικαίου:

- Παραβιάσεις στις αρχές της κυριαρχίας και της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (πρόκειται για παραβάσεις οφειλόμενες στο ίδιο το σύστημα που εμποδίζουν, για παράδειγμα, την ορθή λειτουργία της προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο ή που αποτρέπουν τον εθνικό δικαστή να δώσει κυρίαρχη θέση στο κοινοτικό δίκαιο ή που συνίστανται στην απουσία αποτελεσματικών ένδικων μέσων σε εθνικό επίπεδο. παραδείγματα του τελευταίου αυτού τύπου παράβασης θα μπορούσαν να είναι η μη εφαρμογή της οδηγίας "προσφυγές" σε ένα κράτος μέλος ή μια εθνική νομολογία μη συμβιβάσιμη προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως ερμηνεύτηκε από το Δικαστήριο).

- Παραβιάσεις στα δικαιώματα του ανθρώπου και στις θεμελιώδεις ελευθερίες στα οποία αναφέρεται το θετικό κοινοτικό δίκαιο και που δύνανται να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματική άσκηση των ελευθεριών αυτών (π.χ.: σοβαρές παραβάσεις στην άσκηση των τεσσάρων ελευθεριών κυκλοφορίας, παραβίαση της άσκησης του δικαιώματος ψήφου των ευρωπαίων πολιτών, άρνηση της πρόσβασης στην απασχόληση ή στα κοινωνικά δικαιώματα που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, προσβολή της υγείας του ανθρώπου, προσβολή του περιβάλλοντος που μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην υγεία του ανθρώπου).

- Σοβαρές παραβιάσεις των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων (απάτη με συνέπειες για τον κοινοτικό προϋπολογισμό, παραβίαση του κοινοτικού δικαίου για πράξη που επωφελείται οικονομικής υποστήριξης από τον κοινοτικό προϋπολογισμό [23]).

[23] Στις περιπτώσεις αυτές, ο νέος δημοσιονομικός κανονισμός που θα έχει έναρξη ισχύος τον Ιανουάριο του 2003 θα υποχρεώσει την Επιτροπή να αναστείλει τις οικονομικές συνδρομές που συνδέονται με την ενεχόμενη δράση.

β) Οι παραβάσεις που προσβάλουν την αποτελεσματική λειτουργία της κοινοτικής έννομης τάξης:

- Η αμφισβήτηση μιας αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για παράδειγμα στον τομέα της εμπορικής πολιτικής. σοβαρά εμπόδια στην εφαρμογή μιας κοινής πολιτικής.

- Η επανάληψη μιας παράβασης στο ίδιο κράτος μέλος στο πλαίσιο μιας δεδομένης περιόδου ή σε συνάρτηση με το ίδιο μέσο κοινοτικού δικαίου. πρόκειται ιδίως για την επισήμανση συστηματικών περιπτώσεων κακής εφαρμογής βάσει μιας σειράς συγκεκριμένων καταγγελιών εκ μέρους ιδιωτών ή βάσει ελέγχων εκ των προτέρων εκ μέρους της Επιτροπής.

- Ο διασυνοριακός χαρακτήρας της παράβασης, στην περίπτωση που η διάσταση αυτή καθιστά συνθετότερη την επίκληση των δικαιωμάτων τους εκ μέρους των ευρωπαίων πολιτών.

- Η μη εκτέλεση μιας απόφασης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο έναντι κράτους μέλους, κατόπιν προσφυγής της Επιτροπής για μη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (διαδικασία του άρθρου 228 ΕΚ).

γ) Οι παραβάσεις που συνίστανται στη μη μεταφορά ή μη σύμφωνη μεταφορά των οδηγιών διότι μπορούν να στερήσουν, εκ των πραγμάτων, από μεγάλο αριθμό πολιτών την πρόσβαση στο κοινοτικό δίκαιο και αποτελούν ενδεχόμενη πηγή πολλών παραβάσεων.

Τα προαναφερθέντα κριτήρια θα βοηθήσουν την Επιτροπή να βελτιστοποιήσει την προσφυγή σε διάφορα μέσα που μπορούν να επιτύχουν μια όσο το δυνατόν ταχύτερη αποκατάσταση της κατάστασης σύμφωνα με τις συνθήκες. Το ζήτημα του ελέγχου της εφαρμογής του δικαίου και της δίωξης των παραβάσεων για το οποίο αρμοδιότητα έχει η Επιτροπή πράγματι δεν συνίσταται στην "επιβολή κυρώσεων" κατά ενός κράτους μέλους, αλλά στην αποκατάσταση της ορθής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.

Συγκεκριμένα, όταν μια παράβαση ανταποκρίνεται σ' αυτά τα κριτήρια προτεραιότητας, η διαδικασία παράβασης θα κινείται αμέσως, εκτός εάν η διόρθωση της παράβασης μπορεί να γίνει γρηγορότερα με άλλο μέσο. Οι λοιπές περιπτώσεις - λιγότερο επείγουσες-θα εξετάζονται βάσει συμπληρωματικών μέσων, που αναφέρονται λεπτομερώς στις παραγράφους που ακολουθούν, χωρίς όμως να αποκλείεται μία ενδεχόμενη προσφυγή λόγω παράβασης. Έτσι θα αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της αποτελεσματικότητας - το να γίνει παρέμβαση όσο το δυνατόν συντομότερα και όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων για τις οποίες η διαδικασία παράβασης δεν θα αποτελούσε το πλέον κατάλληλο μέσο - τηρουμένης συγχρόνως της ίσης μεταχείρισης έναντι των κρατών μελών και των διαφόρων διαύλων προσδιορισμού των εικαζόμενων παραβάσεων (καταγγελίες, υποθέσεις που αποκαλύπτονται αυτεπάγγελτα, υποθέσεις που υποβάλλονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από τον ευρωπαίο Διαμεσολαβητή).

Επ' ευκαιρία της ετήσιας έκθεσης για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους της Επιτροπής, θα γίνει μία αξιολόγηση της εφαρμογής των κριτηρίων προτεραιότητας. Η έκθεση θα συζητηθεί τον Ιούνιο από την Επιτροπή. Θα διασαφηνίσει τη μεταγενέστερη εκτέλεση των καθηκόντων ελέγχου του κοινοτικού δικαίου και δίωξης των παραβάσεων. μπορούν να εξαχθούν τα σχετικά διδάγματα από την άποψη της ποιότητας της ίδιας της νομοθεσίας. Τα συμπεράσματα θα ληφθούν υπόψη επίσης κατά την έκδοση του ετήσιου προγράμματος εργασίας, τον Σεπτέμβριο κάθε έτους. Θα υποβληθούν κατά τη δημόσια συζήτηση ενώπιον της ολομέλειας του Κοινοβουλίου.

Δράση

* Η Επιτροπή θα στηριχθεί στα κριτήρια προτεραιότητας σχετικά με τη σοβαρότητα των παραβάσεων, ώστε να επιλέξει τα μέσα που θα της επιτρέψουν τη γρήγορη και δίκαιη διαχείριση των δράσεων ελέγχου και δίωξης των παραβάσεων, στο πλαίσιο ενός ανοιχτού διαλόγου με τους πολίτες όπως και με τα κράτη μέλη.

* Η εφαρμογή των κριτηρίων προτεραιότητας θα αποτελέσει το αντικείμενο μιας ετήσιας αξιολόγησης, επ' ευκαιρία της συζήτησης της έκθεσης για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.

3.2. Οι καταγγελίες και η σημασία τους για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου

Όπως υπογράμμισε επανειλημμένα η Επιτροπή, οι καταγγελίες συνιστούν ένα βασικό μέσο ανίχνευσης των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου.

Έστω και αν ο όγκος των καταγγελιών που καταχωρίστηκαν σημείωσε σταθερή αύξηση από το 1996 έως το 1999, το έτος 2000 χαρακτηρίστηκε από μειωτική τάση. Ο αριθμός των καταγγελιών αυξήθηκε εκ νέου από το 2000 έως το 2001, παραμένοντας όμως κάτω του μέγιστου ορίου που σημειώθηκε το 1999 [24].

[24] Η στατιστική αύξηση που διαπιστώθηκε το 2001 συνδέεται με το γεγονός ότι κατά το ίδιο έτος αποφασίστηκε, λόγω της γνωμοδότησης για κακή διοίκηση που εκδόθηκε εκ μέρους του Διαμεσολαβητή στον φάκελο σχετικά με το μετρό της Θεσσαλονίκης, να καταχωρίζεται συστηματικά όλη η αλληλογραφία σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο που προέρχεται από την κοινωνία των πολιτών ως καταγγελία, ανεξάρτητα από την έκβαση μιας δυνητικής διερεύνησης και αυτό μέχρι την έκδοση μιας κωδικοποίησης των κανόνων στον τομέα της εξέτασης των καταγγελιών [COM(2002)141].

Εάν οι καταγγελίες αποτελούν τη βασική πηγή των καταχωρισθέντων φακέλων παραβάσεων, δεν οδηγούν παρά σε πολύ περιορισμένο αριθμό προειδοποιητικών επιστολών. Το 2001, μόνον 7% των καταχωρισθεισών καταγγελιών εκ μέρους της Επιτροπής κατέληξαν σε προειδοποιητική επιστολή και 1% σε αιτιολογημένη γνώμη [25] (βλ. πλαίσιο σελίδα 4). Οι καταχωρισθείσες καταγγελίες αποτελούν κατά τον τρόπο αυτό αντικείμενο μιας αποτελεσματικής διαλογής, ώστε να δοθεί συνέχεια σε εκείνες που αιτιολογούν μία δράση και να δοθούν γρήγορες λύσεις στις εικαζόμενες παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου [26]. σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, η προδικαστική εξέταση των καταγγελιών προσελκύει επαρκώς την προσοχή των κρατών μελών ώστε να τους επιτρέψει να αποκαταστήσουν την παράβαση.

[25] Βλ. 19η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, παράρτημα 2.

[26] Εάν εξετασθεί η προέλευση των διαδικασιών παράβασης (Βλ. 19η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, παράρτημα 1), και με εξαίρεση το έτος 2001, το ποσοστό των ανοικτών διαδικασιών βάσει μιας καταγγελίας είναι κατώτερο από εκείνο των ανοικτών διαδικασιών βάσει φακέλων που δημιουργήθηκαν με πρωτοβουλία των υπηρεσιών της Επιτροπής ("αυτεπαγγέλτως αποκαλυφθείσες περιπτώσεις"). Αν προστεθούν οι φάκελοι μη κοινοποίησης, οι καταγγελίες αποτελούν μειοψηφία των ανοικτών διαδικασιών. Κατά το στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης το ποσοστό των ανοικτών διαδικασιών βάσει καταγγελιών είναι κατώτερο, για όλα τα έτη, από το ποσοστό των διαδικασιών των περιπτώσεων που αποκαλύφθηκαν αυτεπαγγέλτως, πλην των περιπτώσεων μη κοινοποίησης.

Σε μία ανακοίνωση της Επιτροπής προς τον ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσον αφορά τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στον τομέα του ελέγχου της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, [COM(2002)141 τελικό], η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη βούλησή της να εξετάζει όλες τις καταγγελίες που προέρχονται από πολίτες, διώκοντας, εφόσον συντρέχει λόγος, της καταγγελθείσας παράβαση. Η καταχώρηση των καταγγελιών που υποβάλλονται στην Επιτροπή δεν αποτελεί αντικείμενο καμιάς επιλογής, αλλά η συνέχεια που δίδεται στις καταγγελίες αυτές υπόκειται στα κριτήρια προτεραιότητας που αναφέρθηκαν στο σημείο 3.1 και στη δυνατότητα εξέτασης με συμπληρωματικά μέσα. Για την αύξηση της αποτελεσματικότητας των διώξεων, η Επιτροπή θα συγκεντρώσει στην ίδια διαδικασία παράβασης τις καταγγελίες που εμπίπτουν σε μία κοινή υπόθεση παραβίασης της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

Γενικότερα, οι σχέσεις με τους καταγγέλλοντες πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον κώδικα διοικητικής δεοντολογίας που εκδόθηκε από την Επιτροπή. Στο πλαίσιο του κώδικα αυτού, ο καταγγέλλων που απευθύνεται στην Επιτροπή δικαιούται να λάβει απάντηση σε συνάρτηση με το αίτημά του, έστω και αν το αίτημα αυτό υπερβαίνει τις αρμοδιότητες των Επιτροπής.

Πράγματι, συχνά ο πολίτης ζητά μία απλή και πρακτική συμβουλή περισσότερο από το να καταγγείλει μία παράβαση. Συμβαίνει επίσης συχνά οι καταγγέλλοντες να απευθύνονται στην Επιτροπή για να επιτύχουν οικονομική αποζημίωση για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, πράγμα που δεν μπορεί να χορηγηθεί παρά στο πλαίσιο των εθνικών δικαστηρίων. Επίσης συχνά οι καταγγέλλοντες απευθύνονται στην Επιτροπή για την αποκατάσταση μιας διάταξης του εθνικού δικαίου έναντι της οποίας η ευρωπαϊκή αρμοδιότητα δεν είναι δεσμευτική.

Η υποχρέωση απάντησης που απορρέει από τον κώδικα δεοντολογίας θα έπρεπε να χρησιμοποιείται ώστε να δοθεί στον πολίτη μία προσεκτική και κατάλληλη απάντηση σε συνδυασμό με χρήσιμες πρακτικές συμβουλές (π.χ. διαθέσιμα μέσα προσφυγής σε εθνικό επίπεδο, όροι που πρέπει να τηρούνται για τη χορήγηση αποζημίωσης). Εφόσον δεν έχει αρμοδιότητα να υποκαταστήσει τους συνηγόρους των μερών, η Επιτροπή θα φροντίσει να μείνει ουδέτερη και αντικειμενική στις απαντήσεις της. Η πύλη πρόσβασης στο κοινοτικό δίκαιο θα περιλαμβάνει, ως προς αυτό, χρήσιμες πληροφορίες και σημεία αναφοράς.

Δράσεις

* Οι καταγγέλλοντες θα ενημερώνονται, με σαφήνεια, για τη συνέχεια που επιφυλάσσεται στην αλληλογραφία τους, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο της ανακοίνωσης προς τον Διαμεσολαβητή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ειδικότερα, η αιτιολόγηση των αποφάσεων που λήφθηκαν στον τομέα της εξέτασης μιας παράβασης θα εξηγούνται με κάθε δυνατή διαφάνεια.

* Θα γίνει μια σαφής διοικητική διάκριση μεταξύ της αλληλογραφίας που μπορεί να οδηγήσει στο άνοιγμα ενός φακέλου παράβασης και στη λοιπή αλληλογραφία. Όλη η αλληλογραφία θα εξεταστεί σύμφωνα με τον κώδικα διοικητικής δεοντολογίας.

3.3. Μία καλύτερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής για την εξέταση των διαδικασιών παράβασης (αυστηρή εφαρμογή του άρθρου 10 ΕΚ).

Η συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών διοικήσεων πρέπει να διαφυλάσσεται συνεχώς, εφόσον αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της αποτελεσματικότητας της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Μία τέτοια συνεργασία μπορεί να επιταχύνει τη συμμόρφωση του κράτους μέλους και κατά τον τρόπο αυτό να διασφαλίσει γρηγορότερα το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Κατά την εξέταση των διαδικασιών παράβασης, η δυσχέρεια του να συλλεχθούν πλήρη στοιχεία σχετικά με μία παράβαση συχνά προέρχεται από σημαντικές καθυστερήσεις λόγω έλλειψης ή ανεπαρκούς συνεργασίας των εθνικών διοικήσεων, σε όλα τα επίπεδα. Τα ήδη προταθέντα όργανα συντονισμού (βλ. παράγραφο 2.2.2.) θα πρέπει να διαδραματίσουν έναν χρήσιμο ρόλο ως προς αυτό.

Επειδή η διαδικασία είναι κατ´αντιμωλία, είναι ορισμένες φορές απαραίτητο να υπενθυμίζουμε στο κράτος μέλος το καθήκον χρηστής συνεργασίας, όπως απορρέει από το άρθρο 10 της συνθήκης ΕΚ. Στην περίπτωση προφανούς και εμμένουσας κακής θέλησης εκ μέρους του κράτους μέλους, θα είναι αναπόφευκτη μία διαδικασία παράβασης για παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 10 ΕΚ. Για να είναι αποτελεσματική, η προσφυγή στη διάταξη αυτή θα πρέπει να είναι εστιασμένη (για παράδειγμα, συγκεντρώνοντας τις παραβάσεις ενός κράτους μέλους σε ένα δεδομένο τομέα), ταχείας διαδικασίας, περιορίζοντας σε τέσσερις μήνες κατ' ανώτατο όριο την προθεσμία μεταξύ της προειδοποίησης και της προσφυγής, και να λάβει την κατάλληλη δημοσιότητα.

Δράση

* Όταν τα κράτη μέλη δεν λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν την εκτέλεση των υποχρεώσεών τους ή να διευκολύνουν την εκπλήρωση της αποστολής της Επιτροπής και ιδίως στην περίπτωση παράλειψης του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους να συνεργαστεί στη διαδικασία παραβάσεων, θα γίνει μία συστηματικότερη και ταχεία χρήση του άρθρου 10 ΕΚ, σε συνδυασμό με τις λοιπές σχετικές νομικές βάσεις της συνθήκης.

* Όπου κριθεί απαραίτητο, η διαδικασία αυτή θα μπορεί να στηριχθεί σε ένα διάβημα του αρμόδιου μέλους και/ή του προέδρου της Επιτροπής απευθείας ενώπιον του κράτους μέλους.

3.4. Καλύτερη τήρηση του κοινοτικού δικαίου

Κατά κανόνα, η μη τήρηση του κοινοτικού δικαίου συνίσταται είτε σε παραβίαση της συνθήκης, των κανονισμών και των αποφάσεων, είτε σε "κακή εφαρμογή των οδηγιών". Η τελευταία αυτή κατάσταση αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή προειδοποιητικών επιστολών, αιτιολογημένων γνωμών και προσφυγών το 2001, που αποκαλύφθηκαν είτε κατόπιν καταγγελιών (η πλειοψηφία των περιπτώσεων) είτε αυτεπαγγέλτως. Μία ειδική θέση θα δοθεί στις καταστάσεις μη κοινοποίησης ή μη συμμόρφωσης των κειμένων που προορίζονται για μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο (παράγραφος 3.5).

Η Λευκή Βίβλος για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση επέμενε στο γεγονός ότι μια καλύτερη τήρηση της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου ενέπιπτε στην κοινή ευθύνη των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, έστω και εάν σε τελική ανάλυση η Επιτροπή ήταν υπεύθυνη για την εγγύηση της ορθής εφαρμογής του. Έτσι είχαν υπογραμμιστεί οι άμεσες ευθύνες των εθνικών δικαστηρίων και των εξώδικων μέσων προσφυγής στο πλαίσιο των κρατών για την αποκατάσταση των παραβάσεων, προτού αναφερθούν οι όροι μιας μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας των δράσεων ελέγχου που διεξάγονται από την Επιτροπή. Επιλέχθηκε η αντίστροφη σειρά για την ανάλυση της συμπληρωματικότητας μεταξύ των μέσων αυτών: τα συμπληρωματικά μέσα στη διαδικασία λόγω παράβασης θα εφαρμοστούν από την Επιτροπή για την γρήγορη αποκατάσταση μιας παράβασης, χωρίς απαραιτήτως να καταλήξουν στην άμεση αποκατάσταση μιας ατομικής ζημίας. τα εξώδικα μέσα και οι άμεσες προσφυγές στον εθνικό δικαστή στοχεύουν να επιτρέψουν στον πολίτη την άμεση αποζημίωσή του.

a) Τα συμπληρωματικά μέσα για τη διαδικασία παράβασης

Για την εξέταση των υποθέσεων μη τήρησης του κοινοτικού δικαίου, επισημάνθηκαν ορισμένα συμπληρωματικά μέσα, που επιτρέπουν να δοθεί συνέχεια με αποτελεσματικό και γρήγορο τρόπο. Ανά πάσα στιγμή, ένας φάκελος που ανοίγει στο πλαίσιο ενός συμπληρωματικού μέσου μπορεί να επικληθεί από την Επιτροπή και να εξεταστεί δυνάμει της διαδικασίας παράβασης. Τα θετικά αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν επιτρέπουν να συσταθεί η συχνότερη χρήση τους και η επέκτασή τους σε άλλους τομείς του κοινοτικού δικαίου. Στην ετήσια έκθεση σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου θα παρουσιαστεί η χρήση των μέσων αυτών καθώς και τα επιτευχθέντα αποτελέσματα.

Μπορούν να αναφερθούν τα παρακάτω συμπληρωματικά μέσα:

(1) Στην περίπτωση πολλών και επανειλημμένων παραβιάσεων των κοινοτικών κανόνων σε έναν δεδομένο τομέα, η προσφυγή σε μια συνολική διαπραγμάτευση με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ορισμένες φορές αποδείχθηκε αποτελεσματικότερη από την προσφυγή στη διαδικασία παράβασης [27].

[27] Μπορούν να αναφερθούν υποθέσεις προβλημάτων διασυνοριακής καταχώρησης αριθμού κυκλοφορίας αυτοκινήτων οχημάτων, όπου η διαπραγμάτευση αυτή με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, μαζί με ερμηνευτική ανακοίνωση, μπόρεσε να επιλύσει τις δυσχέρειες σχετικά με την καταχώρηση αριθμού κυκλοφορίας που συναντήθηκαν εκ μέρους ιδιωτών.

(2) Το δίκτυο επίλυσης προβλημάτων με την ονομασία «SOLVIT» [28] απέδειξε την αποτελεσματικότητά του στον τομέα της εσωτερικής αγοράς. Μία σύσταση της Επιτροπής [29] θεσπίζει τις αρχές εργασίας των κέντρων «SOLVIT» και καθορίζει τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους καθώς και τις προθεσμίες εντός των οποίων οι υποβληθείσες υποθέσεις πρέπει να επιλυθούν (καταρχήν, 10 εβδομάδες). Το δίκτυο αυτό ανανεώθηκε μετά από αξιολόγηση της Επιτροπής που προσδιόρισε [30] τους τρόπους βελτίωσης του συστήματος ώστε να καταστεί ένα πραγματικό κοινοτικό μέσο εξώδικης επίλυσης καθημερινών προβλημάτων που συνδέονται με την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς [31]. Ορισμένες καταγγελίες που δεν θέτουν προβλήματα ασυμβίβαστου μεταξύ του εθνικού δικαίου και του κοινοτικού δικαίου δύνανται να εξετασθούν από το δίκτυο "SOLVIT".

[28] «Ένα αποτελεσματικό σύστημα επίλυσης των προβλημάτων στην εσωτερική αγορά», ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή Περιφερειών, COM(2001)702 της 27 Νοεμβρίου 2001.

[29] Σύσταση της Επιτροπής της 7.12.2001 που θεσπίζει τις αρχές για τη χρήση του SOLVIT - δίκτυο επίλυσης προβλημάτων στην εσωτερική αγορά.

[30] « Αποτελεσματική επίλυση προβλημάτων στην εσωτερική αγορά», ανακοίνωση της Επιτροπής, στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών, COM(2001)702 της 27 Νοεμβρίου 2001

[31] Πολλές δραστηριότητες ενημέρωσης στοχεύουν στην καλύτερη παρουσίαση του δικτύου «SOLVIT» στους ευρωπαίους πολίτες και στους ενδιάμεσους που δύνανται να γνωρίζουν υποθέσεις κακής εφαρμογής προς υποβολή στο δίκτυο «SOLVIT». Από της 22ας Ιουλίου 2002, μία βάση δεδομένων φιλική προς το χρήστη επιτρέπει στα κέντρα «SOLVIT» (ένα κέντρο ανά εθνική διοίκηση) να καταχωρίζουν τις λεπτομέρειες των υποθέσεων που τους υποβάλλονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες.

(3) Οι « συνεδριάσεις πακέτα» αποτελούν, όπως ήδη αναφέρθηκε, ένα μέσον διαρκούς διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των αρμοδίων αρχών ενός κράτους μέλους ενόψει της εξέτασης "ενός πακέτου" φακέλων και εξεύρεσης λύσεων μη αντιδικίας. Οι συνεδριάσεις αυτές ερμηνεύουν με συγκεκριμένο τρόπο το πνεύμα της επικουρικότητας, διότι ασκούν επίσης μία παιδαγωγική λειτουργία υπέρ των εθνικών αρχών (καθώς επίσης των περιφερειακών και τοπικών αρχών).

(4) Για την εφαρμογή των οδηγιών που συνέστησαν δικαιώματα για έναν πολύ μεγάλο αριθμό κοινοτικών πολιτών και που απαιτούν εξέταση και συγκεκριμένες λύσεις κατά περίπτωση [32], μπορούν να αποδειχθούν αποτελεσματικά τα σημεία επαφής ad hoc.

[32] Θεσπίστηκε ένα αποτελεσματικό παράδειγμα, όσον αφορά την εσωτερική αγορά, στον τομέα της αναγνώρισης των διπλωμάτων. Πρόκειται για ένα σύστημα σημείων επαφής ή αρμοδίων συντονιστών για την εφαρμογή των οδηγιών σχετικά με τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα, στα οποία οι ευρωπαίοι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να απευθύνονται όταν ένα κράτος μέλος δεν αναγνωρίζει τα δικαιώματα που τους παρέχονται από το κοινοτικό δίκαιο. Η πρόσφατη πρόταση οδηγίας σχετικά με τα επαγγελματικά προσόντα, που κωδικοποιεί και απλοποιεί δέκα πέντε ισχύουσες οδηγίες σχετικά με τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα, αναφέρεται και ρυθμίζει την ύπαρξη των εν λόγω σημείων επαφής, διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι πρέπει να ενημερώνεται η Επιτροπή για τις υποθέσεις που διεκπεραιώνονται εντός δύο μηνών από της παραλαβής τους.

(5) Η θέσπιση ανεξάρτητων και εξειδικευμένων εθνικών αρχών, συμβάλει σε ορισμένες περιπτώσεις στην διευκόλυνση της εκπλήρωσης εκ μέρους της Επιτροπής της αρμοδιότητάς της ως θεματοφύλακα της συνθήκης [33].

[33] Βλέπε, π.χ., τις ανεξάρτητες εθνικές αρχές στον τομέα του ανταγωνισμού, της προστασίας των δεδομένων και των δημοσίων συμβάσεων που δημιουργήθηκαν από ορισμένα κράτη μέλη. Μία αντίστοιχη συνεισφορά προήλθε από τους εθνικούς και περιφερειακούς διαμεσολαβητές που διορίστηκαν στα περισσότερα κράτη μέλη.

β) Η εξώδικη επίλυση των παραβάσεων

Πρέπει επίσης να στραφεί η προσοχή των ενδιαφερομένων μερών στις δυνατότητες που υπάρχουν σε εθνικό επίπεδο για την εξώδικη επίλυση των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου, όπως η προσφυγή σε έναν διαμεσολαβητή σε τοπικό, περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο. Στη Λευκή της βίβλο για τη διακυβέρνηση, η Επιτροπή συνέστησε εξάλλου στα κράτη μέλη να οργανώσουν μία εργασία σε δίκτυα διαμεσολαβητών [34] που ήδη θεσπίστηκαν σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Ορισμένοι από αυτούς θα μπορούσαν να λάβουν μια ειδική κατάρτιση προσαρμοσμένη στην ακρόαση και εξέταση καταγγελιών στους τομείς του περιβάλλοντος και της προστασίας της υγείας.

[34] Βλ. προηγούμενη υποσημείωση

γ) Προσφυγή στα εθνικά δικαστήρια

Κάθε πολίτης έχει τη δυνατότητα προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια για την πρωτοβάθμια εξέταση του κοινοτικού δικαίου. Η ευχέρεια αυτή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί περισσότερο από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και από τα ίδια τα κράτη μέλη, κατ' εφαρμογήν της αρχής της χρηστής συνεργασίας.

Ως προς αυτό, δύο νομοθετικές πρωτοβουλίες, η μία πρόσφατη, η άλλη μελλοντική εκ μέρους της Επιτροπής, αξίζει να υπογραμμισθούν:

- η « πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για τη βελτίωση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη σε διασυνοριακές υποθέσεις με τη θέσπιση ελάχιστων κοινών κανόνων σχετικά με το ευεργέτημα της πενίας και άλλα οικονομικά ζητήματα της πολιτικής δικονομίας» [35].

[35] COM(2002)13 τελικό της 18/01/2002. Η οδηγία αυτή θα έπρεπε να εκδοθεί επίσημα πριν από τα τέλη του 2002.

- η μελλοντική πρόταση οδηγιών για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, που θα θεσπιστεί σύμφωνα με τη σύμβαση Aarhus . αυτή τη στιγμή στο στάδιο της εκπόνησης εκ μέρους της Επιτροπής, προβλέπει τις λεπτομέρειες πρόσβασης στη δικαιοσύνη για τους μη κυβερνητικούς οργανισμούς, στην περίπτωση επίλυσης διαφοράς στον τομέα του περιβάλλοντος.

Σε ορισμένους τομείς της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όπου οι διαφορές είναι πολυάριθμες, όπως στον τομέα του περιβάλλοντος, η προσφυγή στον εθνικό δικαστή θα έπρεπε να μπορεί να πραγματοποιείται κατά τρόπο αποτελεσματικότερο σε σχέση με τον ισχύοντα σήμερα, αιτιολογώντας την ανάληψη νομοθετικών πρωτοβουλιών εκ μέρους της Επιτροπής που προορίζονται για τη διευκόλυνση της προσφυγής αυτής.

Δράσεις

* Η Επιτροπή θα ευνοήσει την ανάπτυξη συμπληρωματικών συστημάτων εξέτασης των υποθέσεων μη τήρησης του κοινοτικού δικαίου, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και σε συνάρτηση με τα χαρακτηριστικά του κάθε τομέα. Στις περιπτώσεις όπου θα απορρεύσει ότι ένας φάκελος που δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια προτεραιότητας (βλ. σημείο 3.1) θα μπορούσε να εξεταστεί σύντομα και αποτελεσματικά με προσφυγή σε συμπληρωματικούς μηχανισμούς, τότε η προσφυγή αυτή θα ευνοηθεί.

* Η Επιτροπή προβλέπει να εκδώσει μία πρόταση οδηγίας που θα υλοποιεί σε κοινοτικό επίπεδο τον τρίτο "πυλώνα" της σύμβασης Aarhus, καθώς επίσης προβλέπει τη δυνατότητα ανάληψης μιας συμπληρωματικής πρωτοβουλίας για τη θέσπιση στα κράτη μέλη εξώδικων μηχανισμών διερεύνησης των καταγγελιών.

3.5 Βελτίωση της ανακοίνωσης και έλεγχος της τήρησης των εθνικών μέτρων εκτέλεσης

Στην ειδική περίπτωση των οδηγιών, η παράβαση μπορεί να απορρέει εκ των προτέρων λόγω της καθυστέρησης της μεταφοράς της οδηγίας. στην περίπτωση αυτή, οι πολίτες στερούνται πλήρως του οφέλους που απορρέει από αυτήν, εκτός από την περίπτωση μιας οδηγίας με "άμεσο αποτέλεσμα". Η παράβαση μπορεί επίσης να απορρέει από τη μη συμμόρφωση προς την κοινοτική οδηγία. στην περίπτωση αυτή είναι προβλέψιμες πολλές δυσχέρειες εφαρμογής. Οι δύο αυτές καταστάσεις αντιμετωπίζονται διαφορετικά στην διεξαγωγή της διαδικασίας παράβασης.

3.5.1. Επίσπευση της ανακοίνωσης των ελλιπουσών μεταφορών .

Μετά τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά, παρότι οι επαφές μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και του κράτους μέλους πρέπει να συνεχιστούν, η δίωξη της παράβασης που απορρέει από τη μη κοινοποίηση των εθνικών μέτρων μεταφοράς γίνεται αυτομάτως.

Για να διασφαλιστεί καλύτερα η ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή, από το 1990, εξέδωσε ειδικούς εσωτερικούς κανόνες που της επιτρέπουν να διασφαλίσει ένα συστηματικό έλεγχο της κοινοποίησης της μεταφοράς των οδηγιών.

Το σύστημα αυτό βασίζεται στην αρμοδιότητα του μέλους της Επιτροπής που είναι επιφορτισμένο με το σχετικό τομέα, καθώς και του Προέδρου για να προειδοποιήσουν τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη μεταφέρει τις οδηγίες των οποίων έχει λήξει η προθεσμία μεταφοράς και δεν έχουν κοινοποιήσει στην Επιτροπή τα εθνικά τους μέτρα μεταφοράς. Επειδή το σύστημα αυτό αποδείχθηκε αποτελεσματικό, θα μπορούσε να επεκταθεί κατά το στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης για μη κοινοποίηση ελλείψει απάντησης (και/ή μερικής από γεωγραφική άποψη κοινοποίησης) του κράτους μέλους. Πράγματι, στις περιπτώσεις αυτές, η παράβαση συνίσταται στην μόνη υπέρβαση της προθεσμίας μεταφοράς ή της προθεσμίας απάντησης στην προειδοποιητική επιστολή, μη αφήνοντας κατά τον τρόπο αυτό κανένα περιθώριο για εκτίμηση επί της ουσίας. Η επιτάχυνση αυτή της διαδικασίας πρέπει να επιτρέπει στην Επιτροπή να αποφασίζει για την προσφυγή στο Δικαστήριο εντός έξι μηνών από της ημερομηνίας προειδοποίησης των ενδιαφερομένων κρατών μελών.

Η εξέταση της κατάστασης της μεταφοράς των οδηγιών των οποίων έληξε η προθεσμία μεταφοράς γίνεται βάσει πληροφοριών από τη βάση δεδομένων « Asmodιe II » που είναι αφιερωμένη στην εφαρμογή των οδηγιών. Στο πλαίσιο αυτό, αυτή τη στιγμή αναπτύσσεται ένα σύστημα ηλεκτρονικής κοινοποίησης προς τα κράτη μέλη.

Η Επιτροπή θα εξετάσει τη δυνατότητα ανάπτυξης ηλεκτρονικών ανταλλαγών με τα κράτη μέλη στο πλαίσιο των διαδικασιών παράβασης για μη κοινοποίηση.

Δράσεις

* Η Επιτροπή προτίθεται να διατηρήσει τις επαφές με το κράτος μέλος στην περίπτωση δυσχέρειας μεταφοράς χωρίς όμως να αναστείλει την τρέχουσα διαδικασία παράβασης.

* Ο συστηματικός χαρακτήρας του ελέγχου της μεταφοράς στην περίπτωση έλλειψης αντίδρασης εκ μέρους του κράτους μέλους στην προειδοποιητική επιστολή, θα ενισχυθεί με την επέκταση της διαδικασίας μέσω εξουσιοδότησης στο πλαίσιο της Επιτροπής κατά το στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης. Η απόφαση προσφυγής θα ληφθεί εντός έξι μηνών από της προειδοποιητικής επιστολής.

* Η χρήση ηλεκτρονικών ανταλλαγών μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών θα επεκταθεί.

3.5.2 Επιτάχυνση της συμμόρφωσης προς τα κείμενα της μεταφοράς

Η διαπίστωση της μη συμμόρφωσης των εθνικών μέτρων που μεταφέρουν μία οδηγία μπορεί να απορρεύσει είτε από την εξέταση που πραγματοποιείται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής είτε μέσω καταγγελιών. Η νομολογία του Δικαστηρίου η οποία δέχεται την άμεση οριζόντια επίπτωση των οδηγιών που δεν έχουν μεταφερθεί ή δεν έχουν μεταφερθεί ορθά [36] επιτρέπει τη μερική επίλυση του εν λόγω προβλήματος. Πάντως δεν απαλλάσσει την Επιτροπή από την ελεγκτική της αποστολή.

[36] Στις περιπτώσεις όπου οι διατάξεις μιας οδηγίας φαίνονται να είναι, από απόψεως περιεχομένου, ανεξάρτητες και επαρκώς σαφείς, οι ιδιώτες μπορούν να τις επικαλεσθούν έναντι ενός κράτους μέλους, όταν το εν λόγω κράτος απείχε του να μεταφέρει την οδηγία εντός των προθεσμιών, προέβη σε εσφαλμένη μεταφορά και επίσης όταν η προθεσμία προσφυγής εξέπνευσε στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου (Aπόφαση της 25/07/1991, C-208/90, Emmott / Minister for Social Welfare et Attorney Genera, Συλ. 1991, σ.I-4269)

Αυτό το είδος της παράβασης θα εξεταστεί κατά προτεραιότητα από την Επιτροπή (βλ. παράγραφο 3.1, κριτήρια προτεραιότητας αναλόγως της σοβαρότητας). Πράγματι, θίγοντας τις αρχές της κυριαρχίας και της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, εμποδίζει τους πολίτες και τους οικονομικούς φορείς να επωφεληθούν του ατομικού οφέλους που θα είχαν από το κοινοτικό δίκαιο. Επειδή οι κίνδυνοι που συνδέονται με τη μη συμμόρφωση των εθνικών μέτρων μεταφοράς αυξάνονται με τον αριθμό των κρατών μελών, η Επιτροπή θα δώσει ιδιαίτερη προσοχή, με την προοπτική της διεύρυνσης, στην πρόληψη (βλ. παραγράφους 2.2.3 με τη χρήση "πινάκων αντιστοιχίας") και στην πρόωρη ανίχνευσή τους.

Η Επιτροπή θεσπίζει ήδη για ορισμένες οδηγίες εκθέσεις εφαρμογής, μετά από αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η εκπόνηση των εκθέσεων αυτών συνεπάγεται μία γενική επισκόπηση των μέτρων και των τεχνικών μεταφοράς σε όλα τα κράτη μέλη. Αποτελεί κατά τον τρόπο αυτό μία καλή ευκαιρία για να προσδιοριστούν όχι μόνον οι εσφαλμένες μεταφορές αλλά επίσης και οι δυσχέρειες μεταφοράς. Στο βαθμό που ορισμένοι κοινοτικοί κανόνες δημιουργούν επαναλαμβανόμενα προβλήματα όταν μεταφέρονται στο εθνικό δίκαιο, η Επιτροπή θα εξετάζει τους λόγους και θα προτείνει τις κατάλληλες λύσεις, εξετάζοντας, ενδεχομένως, τη δυνατότητα ανάληψης μιας νομοθετικής πρωτοβουλίας.

Δράσεις

* Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι παραβάσεις για μη συμμόρφωση αποτελούν προτεραιότητα στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της ως θεματοφύλακα της συνθήκης. Οι παραβάσεις αυτές θα διώκονται συστηματικά εντός σύντομων προθεσμιών.

* Σε ορισμένους τομείς, η πρακτική των εκθέσεων εφαρμογής των οδηγιών θα συστηματοποιηθεί. Οι εκθέσεις αυτές θα κοινοποιούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

* Στις περιπτώσεις επαναλαμβανόμενων δυσχερειών που απορρέουν από την εφαρμογή της ίδιας οδηγίας, η Επιτροπή θα λάβει υπόψη τη νομοθετική προσέγγιση για τη θεραπεία της αιτίας τους.

4. ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΠΆΝΑΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΝ

Η αρμοδιότητά της ως « θεματοφύλακα της συνθήκης» συνεπάγεται επίσης ότι η Επιτροπή λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη ή η συνέχιση των παραβάσεων. Η συνθήκη προβλέπει τη δυνατότητα για την Επιτροπή να ζητά από το Δικαστήριο να επιβάλει την καταβολή προστίμου ή ποσού κατ' αποκοπήν σε ένα κράτος μέλος το οποίο παραλείπει να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεση μιας πρώτης απόφασης λόγω παράβασης (άρθρο 228 ΕΚ) [37]. Η δίωξη των καταστάσεων αυτών εμπίπτει στις προτεραιότητες της Επιτροπής (βλ. παράγραφο 3.1), αλλά δεν υπάρχει γενική κύρωση της παραβίασης του κοινοτικού δικαίου, ούτε δυνατότητα επιβολής κυρώσεων που να επιτρέπει την πρόληψη της επανάληψης της διαπιστωθείσας παράβασης στο πλαίσιο της συνθήκης ΕΚ.

[37] Για τις λεπτομέρειες και τη μέθοδο υπολογισμού του προστίμου, η Επιτροπή απέδειξε την προτίμησή της για ένα ποσόν κατ' αποκοπήν (ΕΕ αριθ. C 063 της 28/02 /1997 σ. 2-4).

Πάντως, η ίδια η διαδικασία παράβασης προσφέρει τη δυνατότητα περιορισμού του κινδύνου υποτροπής. Πρόκειται για τη συγκεκριμένη παροχή εκ μέρους της κράτους μέλους ελάχιστων εγγυήσεων μη υποτροπής στην περίπτωση που δεν θα ήταν δυνατόν να τεθεί τέλος σε μία παράβαση, εφόσον αυτή είχε ήδη διαπραχθεί κατά τη στιγμή που το κράτος μέλος αποφάσισε να ευθυγραμμιστεί με την θέση της Επιτροπής (για παράδειγμα στην περίπτωση ανάθεσης μιας δημόσιας σύμβασης, είχε πραγματοποιηθεί το έργο ενώ μία άδεια εισαγωγής που αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο απαιτήθηκε και επιτεύχθηκε από τον φορέα εκμετάλλευσης) όπως : α) η αναγνώριση από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος της διάπραξης μιας παράβασης. β) η δέσμευση του κράτους μέλους να ακολουθήσει μία ενεργή πολιτική πρόληψης και ενημέρωσης (δίδοντας, για παράδειγμα, τις απαραίτητες "οδηγίες" στις ενδιαφερόμενες αρχές, ιδίως τις αποκεντρωμένες αρχές, ώστε αυτές οι τελευταίες να μπορούν να ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν ορθά μία διάταξη της συνθήκης ή του παράγωγου δικαίου).

Η Επιτροπή προβλέπει επίσης τη δημοσίευση συλλογής όπου θα συγκεντρώνονται ορισμένες τυπολογίες παραβάσεων που έχουν διαπιστωθεί και ταξινομηθεί (χωρίς να αναφέρονται τα ενεχόμενα κράτη μέλη) κατά τρόπο ώστε να βελτιωθεί η ενημέρωση των πολιτών και των οικονομικών φορέων σχετικά με τα δικαιώματά τους, καθώς επίσης και των εθνικών αρχών (κεντρικών και τοπικών) σχετικά με την ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.

Διότι τελικά, ένας από τους αποτελεσματικότερους τρόπους καταπολέμησης της επανάληψης ή της εμμονής μιας παράβασης που αποτέλεσε ήδη αντικείμενο απόφασης του Δικαστηρίου, συνίσταται στην ενημέρωση των πολιτών για τα δικαιώματα αποζημίωσης που τους προσφέρει η νομολογία του Δικαστηρίου [38].

[38] Από το 1960, στην απόφαση Humblet (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1960 Humblet κατά Βελγικού Δημοσίου, C-6/60, Συλ. 1960, σ. 1125), το Δικαστήριο μπόρεσε να υπογραμμίσει ότι "εάν διαπιστώσει ότι μία απόφαση ή νομοθετική ή διοικητική πράξη που απορρέει από τις αρχές ενός κράτους μέλους αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο, το εν λόγω κράτος μέλος υποχρεούται (...) τόσο να ανακαλέσει την πράξη περί της οποίας πρόκειται όσο και να αποκαταστήσει τα παράνομα αποτελέσματα που παρήγαγε". Με την νομολογία του στις υποθέσεις "Francovich" (απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991 Francovich e.a. κατά Ιταλίας, συνεκδικαθείσες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, Συλ. 1991 σ. Ι-5357) το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη δυνατότητα για έναν ιδιώτη να ζητήσει αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας λόγω παραβίασης του κοινοτικού δικαίου από ένα κράτος μέλος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, επρόκειτο για απουσία μεταφοράς εκ μέρους της Ιταλίας της οδηγίας 80/987/ΕΚ σχετικά με την προστασία των εργαζομένων στην περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη. Η απόφαση "Brasserie du pκcheur" της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pκcheur κατά Bundesrepublik Deutschland & The Queen / Secretary of State for Transport, ex parte Factortame e.a., Συλ. 1996, σ. Ι-1029) επιβεβαίωσε και εμπλούτισε τις αρχές της απόφασης «Francovich».

Το Δικαστήριο προσφέρει πράγματι τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων μέσω αποζημιώσεων που χορηγούνται από τον εθνικό δικαστή για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου ή μη μεταφορά οδηγιών. Εάν η νομολογία αυτή και οι θετικές της επιπτώσεις για τους θιγόμενους πολίτες λόγω της μη τήρησης του κοινοτικού δικαίου σε ένα κράτος μέλος αυτή τη στιγμή είναι γνωστές από τους επαγγελματίες νομικούς, αυτό δε συνεπάγεται ότι είναι γνωστές από τους πολίτες και τους οικονομικούς παράγοντες.

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θα υπενθυμίσει στα ανακοινωθέντα τύπου που δημοσιεύονται επ' ευκαιρία της θέσης στο αρχείο σημαντικών διαδικασιών παράβασης ότι η εν λόγω θέση στο αρχείο δεν προδικάζει τα δικαιώματα θιγομένων ιδιωτών ούτε τις αγωγές αποζημίωσης που θα μπορούσαν να ασκήσουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Θα δημοσιεύσει μία ερμηνευτική ανακοίνωση σχετικά με το δικαίωμα αποκατάστασης των ζημιών που απορρέει από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους ενός κράτους μέλους.

Δράσεις

* Η Επιτροπή θα θέσει ως προϋπόθεση την θέση στο αρχείο μιας διαδικασίας παράβασης που αφορά παράβαση που έχει διορθωθεί, την υιοθέτηση δεσμεύσεων και μέτρων εκ μέρους της κράτους μέλους που θα έχουν ως αποτέλεσμα την αποφυγή επανάληψης της παράλειψης.

* Θα δημοσιεύσει μία συλλογή όπου θα περιλαμβάνονται ορισμένες τυπολογίες παραβάσεων που διαπιστώθηκαν και τέθηκαν στο αρχείο.

* Τα ανακοινωθέντα τύπου σχετικά με τη θέση στο αρχείο σημαντικών διαδικασιών παράβασης θα αναφέρουν τα δικαιώματα προσφυγής των θιγέντων πολιτών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Θα δημοσιευθεί μία ενημερωτική ανακοίνωση για τη γνωστοποίηση των δικαιωμάτων αποζημίωσης.

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Οι δράσεις τις οποίες προτείνει η Επιτροπή για την βελτίωση του ελέγχου της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου φαίνονται μικρού μεγέθους, όπως όλα όσα άπτονται της εκτέλεσης. Παρόλα αυτά είναι αποφασιστικής σημασίας. Η ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας και η αποτελεσματική τήρηση των διατάξεών της αποτελούν μέγιστους στόχους για τη διασφάλιση εμπιστοσύνης: αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών που εγγυώνται ένα δίκαιο έλεγχο της τήρησης της νομοθεσίας, εμπιστοσύνης των πολιτών στην ικανότητα της Ένωσής τους να γίνονται σεβαστοί.

Οι στόχοι αυτοί θα γίνουν ακόμη σημαντικότεροι με την διεύρυνση. Ας σκεφθούμε μόνο, για παράδειγμα, το έργο της εγγύησης της μελλοντικής ομοιογένειας 25 εθνικών μέτρων μεταφοράς για μία και μόνη κοινοτική οδηγία. Ασφαλώς θα είναι απαραίτητο να αφιερωθούν περισσότεροι πόροι απ' ό,τι σήμερα τόσο σε επίπεδο Ένωσης όσο και κρατών μελών. Στο άμεσο μέλλον, με την παρούσα ανακοίνωση, η Επιτροπή προτίθεται να ξεκινήσει μία αλλαγή της αντιμετώπισης του ελέγχου: μόνη η καταστολή των συμπεριφορών που προκαλούν παραβάσεις δεν αρκεί, πρέπει επίσης να υπάρξει πρόληψη των συμπεριφορών αυτών. αλλά ούτε αρκεί η συνεργασία για να απαλλάξει την Επιτροπή, θεματοφύλακα των συνθηκών, από την υποχρέωσή της να υπενθυμίζει στα κράτη μέλη τις δεσμεύσεις τους, με σθένος και επιλέγοντας πάντα τα καλύτερα μέσα.

Επίκεντρο των κοινών αυτών προσπαθειών δεν αποτελούν μόνο τα θεσμικά όργανα, ευρωπαϊκά και εθνικά. Σε τελευταία ανάλυση, η παρούσα ανακοίνωση απευθύνεται επανειλημμένα στους ίδιους τους πολίτες. Καλούνται να καταστούν, με τον τρόπο τους, μέσω της ενημέρωσης, της συμμετοχής, της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, οι παράγοντες μιας Κοινότητας δικαίου. Τέλος, σύμφωνα με το πνεύμα της Λευκής Βίβλου για τη διακυβέρνηση, θα μπορεί να εφαρμοστεί το σύνολο των εξεταζόμενων δράσεων χωρίς να αναμένεται τροποποίηση των ισχυουσών συνθηκών. Διατηρείται επιφύλαξη για άλλες βελτιώσεις στο πλαίσιο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, όπως η πρόταση που μόλις απευθύνθηκε εκ μέρους της Επιτροπής στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την τροποποίηση της διεξαγωγής της διαδικασίας παράβασης, ώστε να οδηγηθούν τα κράτη μέλη που δεν θα επιθυμούσαν να ακολουθήσουν μία αιτιολογημένη γνώμη, να προσφύγουν τα ίδια ενώπιον του Δικαστηρίου.

Η Επιτροπή θα λάβει υπόψη την εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων από την παρούσα ανακοίνωση στην ετήσια έκθεσή της για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου που απευθύνεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η έκθεση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα καθώς και στον εξυπηρετητή « Europa » των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην ακόλουθη διεύθυνση :

http://europa.eu.int/comm/secretariat_general/sgb/infringements/19report_2001_fr.htm

Η έκθεση αυτή είναι επίσης διαθέσιμη, κατόπιν αιτήσεως, στις υπηρεσίες της Επιτροπής, στα «Κέντρα Ευρωπαϊκής Πληροφόρησης (info points Europe)» και στα «Ευρωπαϊκά Κέντρα Πληροφοριών (Euro Info Centres)».

Η παρούσα ανακοίνωση απευθύνεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στα κράτη μέλη καθώς και τον ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα σειρά C και στον εξυπηρετητή « Europa » των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην προαναφερθείσα διεύθυνση.