51997XG0815

Σχέδιο δράσης για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος (που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο στις 28 Απριλίου 1997)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 251 της 15/08/1997 σ. 0001 - 0016


ΣΧΕΔΙΟ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ (που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο στις 28 Απριλίου 1997) (97/C 251/01)

ΜΕΡΟΣ I ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κεφάλαιο I Ιστορικό

1. Το οργανωμένο έγκλημα καθίσταται συνεχώς μεγαλύτερη απειλή για την κοινωνία, όπως τη γνωρίζουμε και θέλουμε να τη διαφυλάξουμε. Η εγκληματική συμπεριφορά δεν είναι πλέον χαρακτηριστικό ατόμων μόνο αλλά και οργανώσεων που διαποτίζουν τις διάφορες δομές της κοινωνίας των πολιτών, και μάλιστα της κοινωνίας συνολικά. Το έγκλημα οργανώνεται συνεχώς περισσότερο πέρα από εθνικά σύνορα, επωφελούμενο επίσης από την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, κεφαλαίων, υπηρεσιών και προσώπων. Οι τεχνολογικές καινοτομίες, όπως το Ίντερνετ και οι ηλεκτρονικές τραπεζικές υπηρεσίες, αποδεικνύονται άκρως κατάλληλα οχήματα είτε για την τέλεση αξιόποινων πράξεων είτε για τη διοχέτευση των κερδών που αποφέρουν αυτές οι φαινομενικά νόμιμες δραστηριότητες. Η απάτη και η δωροδοκία λαμβάνουν τεράστιες διαστάσεις, εις βάρος πολιτών και θεσμικών οργάνων.

Συγκριτικά, αποτελεσματικά μέσα πρόληψης και καταστολής αυτών των εγκληματικών δραστηριοτήτων αναπτύσσονται με πολύ αργό ρυθμό, σχεδόν πάντοτε υστερούν κατά ένα βήμα. Εάν η Ευρώπη πρόκειται να εξελιχθεί σε χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, χρειάζεται να οργανωθεί καλύτερα και να δώσει στρατηγικές και τακτικές απαντήσεις στην πρόκληση που αντιμετωπίζει. Αυτό απαιτεί πολιτική δέσμευση στο υψηλότερο επίπεδο.

2. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Δουβλίνο, 13 και 14 Δεκεμβρίου 1996) τόνισε ότι είναι απόλυτα αποφασισμένο να καταπολεμήσει το οργανωμένο έγκλημα και ότι είναι ανάγκη η Ένωση να προσεγγίσει το πρόβλημα με συνέπεια και συντονισμό. Αποφάσισε να συστήσει Ομάδα Υψηλού Επιπέδου (εφεξής: «ομάδα») με καθήκον την κατάρτιση συνολικού σχεδίου δράσης το οποίο θα περιέχει συγκεκριμένες συστάσεις, συμπεριλαμβανομένου ενός ρεαλιστικού χρονοδιαγράμματος για την εφαρμογή τους. Ζητήθηκε από την ομάδα να εξετάσει όλες τις πτυχές της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, ενώ συμφωνήθηκε σαφώς ότι θα παραπέμψει όλα τα ζητήματα που αφορούν τροποποιήσεις της συνθήκης στη διακυβερνητική διάσκεψη, η οποία αντιμετωπίζει κατά προτεραιότητα τις τροποποιήσεις της συνθήκης στον τομέα αυτό. Η ομάδα πρόκειται να ολοκληρώσει τις εργασίες της το Μάρτιο/Απρίλιο 1997 (1). Η επιστολή του προέδρου της ομάδας υψηλού επιπέδου προς τον πρόεδρο της διακυβερνητικής διάσκεψης, όπου περιλαμβάνονται τα αποτελέσματα της εξέτασης αυτής, επισυνάπτεται στο παράρτημα της παρούσας έκθεσης.

3. Η ομάδα υψηλού επιπέδου, κατόπιν αυτής της εντολής, έχει πραγματοποιήσει έξι συνεδριάσεις. Κατέληξε στην κατάρτιση 15 πολιτικών προσανατολισμών και 30 ειδικών συστάσεων που συνοδεύονται από προτεινόμενο χρονοδιάγραμμα και ένδειξη του ποιος θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνος για την εφαρμογή της εκάστοτε σύστασης. Τα στοιχεία αυτά περιέχονται στο μέρος III της παρούσας έκθεσης υπό μορφή λεπτομερούς σχεδίου δράσης.

4. Υποβάλλοντας το παρόν σχέδιο δράσης στους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων, η ομάδα υψηλού επιπέδου υπογραμμίζει την πεποίθησή της ότι η καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας είναι μια προσπάθεια χωρίς τέλος. Ο αγώνας πρέπει να είναι άτεγκτος, αλλά πάντοτε με νόμιμα μέσα και με πλήρη σεβασμό των αρχών του κράτους δικαίου, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χωρίς να λησμονείται ότι η προστασία των αξιών αυτών αποτελεί το λόγο ύπαρξης της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος.

Κεφάλαιο II Γενική προσέγγιση της ομάδας υψηλού επιπέδου

5. Πορσπαθώνας να ανταποκριθεί στον κατεπείγοντα χαρακτήρα και την πολιτική σημασία που αποδίδουν οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων στο πρόβλημα της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, όπως αποτυπώνεται στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δουβλίνου, η ομάδα βάσισε την προσέγγισή της στα ακόλουθα στοιχεία:

α) θα πρέπει να ληφθούν πλήρως υπόψη οι εργασίες που ήδη γίνονται για το θέμα αυτό σε εθνικό επίπεδο, στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και σε ορισμένα διεθνή fora. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό δεδομένου ότι σε μερικά από τα σπουδιαότερα διεθνή fora, κυρίως στην P-8 και στην ομάδα Visby, συμμετέχουν διάφορα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σημαίνει επίσης στενή συνεργασία με τις χώρες που είναι υποψήφιες για προσχώρηση στην Ένωση, με τους διατλαντικούς εταίρους της Ένωσης, με άλλες χώρες όπως η Ρωσία και η Ουκρανία και με τους σημαντικότερους διεθνείς παράγοντες που είναι ενεργοί στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος [Ιντερπόλ, οργανισμοί των Ηνωμένων Εθνών, όπως το πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το διεθνή έλεγχο των ναρκωτικών (UNDCP) και η επιτροπή πρόληψης του εγκλήματος και ποινικού δικαίου, το Συμβούλιο της Ευρώπης, η ομάδα διεθνούς χρηματοοικονομικής δράσης (FATF) κ.λπ.] 7

β) οι συστάσεις της ομάδας θα πρέπει, ωστόσο, να εστιαστούν στις ιδιαίτερες δυνατότητες και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύνολό της, όπως ορίζονται στη συνθήκη. Η συνθήκη παρέχει στα κράτη μέλη μια σειρά μέσα, πόρους (συμπεριλαμβανομένων των δημοσιονομικών πόρων), θεσμούς και αμοιβαίες δεσμεύσεις που δεν διαθέτει καμία άλλη ομάδα εθνών στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα τέτοιο μεγέθους 7

γ) θα πρέπει να βρεθεί η σωστή ισορροπία μεταξύ της συμβολής που μπορεί να έχει η πρακτική συνεργασία, αφενός, και η προσέγγιση ή εναρμόνιση των νομοθεσιών, αφετέρου. Συνεχίζεται η μελέτη του κατά πόσο η προσέγγιση ή εναρμόνιση θα πρέπει να αποτελέσει μακροπρόθεσμο στόχο της Ένωσης. Στο μεταξύ, η όμαδα προσπάθησε να καθορίσει τον αναγκαίο βαθμό προσέγγισης ή εναρμόνισης προκειμένου να εξασφαλιστεί το πλέον αποτελεσματικό πλαίσιο για πρακτική συνεργασία 7

δ) η δικαστική συνεργασία χρειάζεται να προαχθεί σε επίπεδο εφάμιλλο με την αστυνομική συνεργασία. Άλλως, μακροπρόθεσμα, δεν θα είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της αστυνομικής συνεργασίας χωρίς στρεβλώσεις του συστήματος. Επομένως είναι απαραίτητο να καταβληθούν προσπάθειες για να επιτευχθεί η μέγιστη συνέργεια κατά τη συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών επιβολής του νόμου (2) και δικαστικών αρχών 7

ε) κατά τη συλλογή κα ανάλυση δεδομένων για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συναφείς κανόνες για την προστασία των δεδομένων 7

στ) η πρόληψη είναι εξίσου σημαντική με την καταστολή σε κάθε ολοκληρωμένη προσέγγιση του οργανωμένου εγκλήματος, εφόσον αποβλέπει στη συρρίκνωση των περιστάσεων όπου μπορεί να ανθήσει το οργανωμένο έγκλημα. Η Ένωση θα πρέπει να διαθέτει τα μέσα για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος σε κάθε κρίκο της αλυσίδας από την πρόληψη έως την καταστολή και τη δίωξη. Έχει ιδιαίτερη σημασία να μην ενθαρρύνεται από τη νομοθεσία η απάτη και κάθε αδικαιολόγητη εκμετάλλευση. Τα κράτη μέλη και, όπου αρμόζει, το όργανο που εκδίδει τέτοιους κανόνες θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι δεν συμβαίνει αυτό 7

ζ) η σημαντικότερη κινητήρια δύναμη του οργανωμένου εγκλήματος είναι η επιδίωξη του οικονομικού κέρδους. Αυτό προσελκύει το έγκλημα σε συνεχώς περισσότερους τομείς δραστηριότητας όπου διαβλέπει δυνατότητες οικονομικού εγκλήματος (δωροδοκία, πλαστογραφία, ΦΠΑ και άλλες φορολογικές απάτες, πειρατία, απάτη κατά των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας) και συγχρόνως αντιμετωπίζει εν συνεχεία την ανάγκη νομιμοποίησης των κερδών 7

η) το οργανωμένο έγκλημα έχει αποδειχθεί ικανό να μεταστρέφει προς όφελός του την ταχύτητα και ανωνυμία που παρέχουν οι σύγχρονες μέθοδοι επικοινωνίας. Αυτό είναι ένα ευρύ και ταχέως μετακινούμενο πεδίο, που χρήζει της έντονης προσοχής του νομοθέτη και των αρχών επιβολής του νόμου.

Κεφάλαιο III Μέσα για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος

6. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη γενική προσέγγιση, η ομάδα προσδιόρισε ποια διαθέσιμα στην Ένωση μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική και συντονισμένη καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και να δοθεί νέα ώθηση στην προστασία των πολιτών της Ένωσης:

α) η Ένωση και τα κράτη μέλη της πρέπει να κινητοποιήσουν όλο το δυναμικό της καθιερώνοντας το μέγιστο επίπεδο αμφίδρομης συμμετοχής εκείνων που εκπονούν την αρχική νομοθεσία, συχνά σε κοινοτικό επίπεδο, και εκείνων που έχουν ως καθήκον την εκτέλεσή της στην αστυνομία, τα τελωνεία και τη δικαιοσύνη. Αυτό συνεπάγεται απόλυτη σύμπραξη των κρατών μελών καθώς και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και συντονισμένη προσπάθεια μεταξύ πρώτου και τρίτου πυλώνα της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους και αμοιβαίας ανταλλαγής συναφών πληροφοριών 7

β) στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, είναι ανάγκη φυσικά «να γνωρίζει κανείς τον εχθρό του» και να εντοπίσει τα χαρακτηριστικά που τον καθιστούν επικίνδυνο αλλά και, ενδεχομένως, τρωτό. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να συγκεντρωθούν αναλυτικές ειδικές γνώσεις που θα περιλαμβάνουν υποστήριξη από την επιστημονική κοινότητα, από όλα τα κράτη μέλη και, ενδεχομένως, τα ευρωπαϊκά όργανα και την Europol. Αυτό θα πρέπει να γίνει, κατά το δυνατόν, σύμφωνα με κοινούς ορισμούς, κοινά πρότυπα και κοινή μεθοδολογία, ώστε να αναγνωρίζεται ευκολότερα το φαινόμενο όταν εμφανίζεται και να θεσπιστεί αποτελεσματική πολιτική αντιμετώπισής του που θα περιλαμβάνει και την καταστολή του σε επίπεδο επιβολής του νόμου και δίωξης 7

γ) η έγκριση, επικύρωση και αποτελεσματική εφαρμογή όλων των πράξεων που έχουν άμεση η έμμεση σχέση με την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος θα εξακολουθεί να αποτελεί ουσιώδες μέρος του οπλοστασίου της Ένωσης. Απαιτείται πολιτική συμβολή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για να διασφαλισθεί ότι:

- θα ξεπεραστούν γρήγορα τυχόν εναπομείναντα εμπόδια για την οριστικοποίηση των κειμένων ημιτελών πράξεων (π.χ. τα σχέδια συμβάσεων για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή και τη δωροδοκία, καθώς και το σχέδιο του τρίτου πρωτοκόλλου της σύμβασης για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η σύμβαση για την τελωνειακή συνεργασία - Νάπολη II),

- τυχόν αναγκαίες διαδικασίες επικύρωσης θα συμπεριληφθούν επειγόντως στην ημερήσια διάταξη των εθνικών κοινοβουλίων,

- τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής θα θεσπιστούν γρήγορα και ολοκληρωμένα 7

δ) είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί αποτελεσματικό σύστημα για την παρακολούθηση της εφαρμογής από τα κράτη μέλη όλων των πράξεων που εκδίδει η Ένωση για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Όσον αφορά τις πράξεις που εκδίδονται βάσει του κοινοτικού δικαίου, υφίσταται ως ένα βαθμό τέτοιο σύστημα με τη μορφή της διαδικασίας του άρθρου 169 την οποία η Επιτροπή είναι αρμόδια για να κινήσει. Δεν προβλέπεται εφάμιλλο σύστημα στις υφιστάμενες διατάξεις του τρίτου πυλώνα. Το κενό αυτό θα μπορούσε να καλυφθεί με βάση την πείρα, π.χ. της FATF 7

ε) το πρόβλημα της πλημμελούς συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων υπεύθυνων αρχών επιβολής του νόμου και δίωξης πρέπει να αντιμετωπιστεί τόσο σε κάθε κράτος μέλος όσο και μεταξύ αυτών. Συνιστάται η δημιουργία κεντρικών εθνικών σημείων τα οποία θα συμπληρώσουν αλλά δεν θα αντικαταστήσουν τα υφιστάμενα δίκτυα για τη διευκόλυνση των ανταλλαγών πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών 7

στ) είναι σημαντικό να βελτιστοποιηθεί ο ρόλος που μπορεί να παίξει η Europol σε κάθε στάδιο της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος. Η σύμβαση Europol, όπως διατυπώνεται επί του παρόντος, παρέχει πεδίο για να ασκήσει η Europol σημαντικό ρόλο και πρέπει να αποτελεί συνεχή προτεραιότητα η γρήγορη επικύρωση και εφαρμογή της σύμβασης, με την επιφύλαξη της ανάγκης παροχής στη μονάδα ναρκωτικών της Europol (EDU) της δυνατότητας πλήρους εκπλήρωσης της εντολής της. Ωστόσο, μετά την επικύρωση της σύμβασης Europol, η ομάδα βλέπει έναν ενισχυμένο ρόλο για την Europol, ο οποίος καθορίζεται στις λεπτομερείς συστάσεις και θα μπορούσε να υπερβαίνει τον προβλεπόμενο στη σύμβαση ρόλο 7

ζ) για την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συγκεκριμένα, η διεθνής κοινότητα έχει συνάψει ορισμένες συμβάσεις, συμφωνίες και συστάσεις (Στρασβούργου, Βιένης, FATF), οι οποίες εφαρμόζονται λιγότερο ή περισσότερο αυστηρά. Η Ένωση και τα κράτη μέλη της οφείλουν να επιδείξουν άκρα αυστηρότητα κατά την εφαρμογή τόσο των διαφόρων διεθνών πράξεων για την καταπολέμηση αυτής της νομιμοποίησης όσο και της δικής τους νομοθεσίας (συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας του 1991) και να εξασφαλίσουν το μέγιστο βαθμό συνεργασίας και αμοιβαίας ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των δημοσιονομικών ιδρυμάτων τους και των αρχών επιβολής του νόμου και δικαστικών αρχών. Αυτό μπορεί να απαιτήσει αργότερα προσαρμογές των εθνικών διαδικασιών και υψηλότερο επίπεδο εξειδικευμένης κατάρτισης από το προς το παρόν υφιστάμενο.

ΜΕΡΟΣ II ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

7. Η ομάδα υψηλού επιπέδου καλεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να εγκρίνει το παρόν σχέδιο δράσης και το χρονοδιάγραμμα που προτείνεται για την υλοποίησή του.

8. Η ομάδα θεωρεί σκόπιμο να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων σε ορισμένες συστάσεις που καθορίζονται στο σχέδιο δράσης, δεδομένου ότι απαιτούν δέσμευση στο υψηλότερο επίπεδο. Η ομάδα υψηλού επιπέδου εισηγείται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να εγκρίνει τις ακόλουθες συστάσεις ως πολιτικούς προσανατολισμούς του:

1. Καλείται το Συμβούλιο να θεσπίσει ταχέως κοινή δράση με την οποία θα καθίσταται ποινικό αδίκημα, δυνάμει των νομοθεσιών κάθε κράτους μέλους, η συμμετοχή προσώπου, παρόντος στο έδαφός του, σε εγκληματική οργάνωση, ανεξάρτητα από τον τόπο εντός της Ένωσης όπου είναι συγκεντρωμένη η οργάνωση ή ασκεί την εγκληματική δραστηριότητά της.

Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί το Συμβούλιο να εξετάσει σε ποιο βαθμό, και σε ποιους τομείς προτεραιότητας, η ενδεχόμενη προσέγγιση ή εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών θα συνέβαλε στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος.

2. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προτρέπει να εγκριθούν σύντομα οι συμβάσεις, όπως αναγράφονται στις συστάσεις 13 και 14 του μέρους III και μέσα στα χρονικά όρια που αναφέρονται εκεί, οι οποίες θεωρούνται συσιαστικής σημασίας για την από κοινού καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος.

Προκειμένου να προωθηθεί η αποτελεσματική εφαρμογή των συμβάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την έκδοση, που έχουν ήδη εκπονηθεί, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν, σε εθνικό επίπεδο, τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται η απλούστερη και ταχύτερη δυνατή διεκπεραίωση των αιτήσεων έκδοσης.

Σ' αυτό το πλαίσιο, το Συμβούλιο θα πρέπει να εξετάσει επίσης, λαμβανομένων υπόψη των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει τα κράτη μέλη δυνάμει διεθνών συμβάσεων, με ποιους τρόπους μπορεί να εξασφαλισθεί ότι οι δράστες σοβαρών εγκλημάτων δεν καταχρώνται του δικαιώματος ασύλου για να αποφύγουν τη δικαιοσύνη.

3. Το Συμβούλιο καλείται να θεσπίσει μηχανισμό, βάσει της εμπειρίας του προτύπου που έχει εκπονήσει η FATF, για την αμοιβαία αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζονται και υλοποιούνται σε κάθε κράτος μέλος τα μέσα που αφορούν τη διεθνή συνεργασία επί ποινικών υποθέσεων.

4. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επαναλαμβάνει ότι αποδίδει ύψιστη σημασία στην ταχεία επίτευξη συμφωνίας για το σχέδιο σύμβασης περί αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το σχέδιο θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διατάξεις που αποσκοπούν στο να καταστήσουν περιττές στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών τις επιφυλάξεις για τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης περί αμοιβαίας συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων και το πρωτόκολλό της. Σ' αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην επανεξέταση της προϋπόθεσης του διττού αξιόποινου.

5. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενθαρρύνει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να καθορίσουν από κοινού με τις υποψήφιες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων των κρατών της Βαλτικής, ένα προενταξιακό σύμφωνο συνεργασίας κατά του εγκλήματος, το οποίο θα βασίζεται στο κεκτημένο της Ένωσης και θα μπορεί να εμπεριέχει διατάξεις για στενή συνεργασία μεταξύ των χωρών αυτών και της Europol και δέσμευση αυτών των χωρών για ταχεία επικύρωση και πλήρη εφαρμογή των πράξεων του Συμβούλιου της Ευρώπης που είναι ουσιώδεις για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει την ανάγκη στενότερης συνεργασίας, στο πλαίσιο της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, με άλλες χώρες όπως η Ρωσία και η Ουκρανία, και ζητά από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να εκπονήσουν σχετικές προτάσεις.

6. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει ότι είναι σημαντικό για κάθε κράτος μέλος να συντονίζει, σε εθνικό επίπεδο, τη δράση των αρμόδιων για την επιβολή του νόμου υπηρεσιών στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, καθώς επίσης να ανταλλάσσει πληροφορίες και να δρα με συνεννόηση.

7. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά, για να διευκολυνθούν οι επαφές με άλλα κράτη μέλη, με την Europol και την Επιτροπή, να υπάρχει ένα μόνο σημείο επαφής, το οποίο θα παρέχει πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου που είναι υπεύθυνες για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος.

8. Ομοίως, και με την επιφύλαξη της ανάγκης να ενισχυθούν οι απευθείας επαφές μεταξύ δικαστικών αρχών των κρατών μελών, θα πρέπει να δημιουργηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο δίκτυο δικαστικής συνεργασίας. Για την ανάπτυξη του δικτύου αυτού, κάθε κράτος μέλος θα δημιουργήσει, όπου δεν υπάρχει ήδη, σύμφωνα με τη συνταγματική δομή του, ένα κεντρικό σημείο επαφής που θα επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εθνικών δικαστικών αρχών.

9. Στα πλαίσια του Συμβουλίου, θα συσταθεί μόνιμη πολυεπιστημονική ομάδα εργασίας για το οργανωμένο έγκλημα, η οποία θα απαρτίζεται από αρμόδιες αρχές, για την εκπόνηση πολιτικών σχετικά με το συντονισμό των δράσεων κατά του οργανωμένου εγκλήματος. Η σύσταση σε κάθε κράτος μέλος εφάμιλλων πολυεπιστημονικών ολοκληρωμένων ομάδων με τα ίδια καθήκοντα και η συμμετοχή τους στην ομάδα εργασίας του Συμβουλίου θα διευκολύνει μια συντονισμένη προσέγγιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

10. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επαναλαμβάνει την άποψή του ότι θα πρέπει να δοθούν στην Europol επιχειρησιακές αρμοδιότητες για να συνεργάζεται με τις εθνικές αρχές. Προς το σκοπό αυτό, και με την επιφύλαξη της έκβασης της διακυβερνητικής διάσκεψης, θα πρέπει να μπορεί η Europol, το συντομότερο δυνατό, να:

i) διευκολύνει και να επικουρεί κατά την προετοιμασία, το συντονισμό και τη διεξαγωγή ειδικών ερευνητικών δράσεων των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρησιακών δράσεων κοινών ομάδων που περιλαμβάνουν αντιπροσώπους της Europol σε ρόλο υποστήριξης,

ii) ζητά από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να διεξάγουν έρευνες σε ειδικές περιπτώσεις, καθώς και να αναπτύξει ειδική πραγματογνωμοσύνη που θα μπορεί να τεθεί στη διάθεση των κρατών μελών για να τα επικουρεί κατά τη διερεύνηση υποθέσεων οργανωμένου εκγλήματος,

iii) συμβάλει αποτελεσματικά στην αντιπαραβολή και ανταλλαγή πληροφοριών από τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου σε καταγγελίες υπόπτων οικονομικών συναλλαγών.

Στο βαθμό που οι νομικές πράξεις της Ένωσης θα τροποποιηθούν προκειμένου να μπορέσει η Europol να εκτελέσει την εντολή της, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζητά από το Συμβούλιο να λάβει ταχέως τα απαραίτητα μέτρα για το σκοπό αυτό. Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει ότι η EDU πρέπει να μπορέσει να εκπληρώσει πλήρως την εντολή της.

Θα πρέπει να διεξαχθεί διεξοδική μελέτη προκειμένου να εξετασθεί η θέση και ο ρόλος των δικαστικών αρχών στις σχέσεις τους με την Europol, σε συνάρτηση με τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Europol.

11. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό κάθε κράτος μέλος να έχει ανεπτυγμένη και ευρείας εμβέλειας νομοθεσία στον τομέα της δήμευσης των προϊόντων του εγκλήματος και της νομιμοποίησής τους. Καλείται το Συμβούλιο, καθώς και η Επιτροπή, να εκπονήσουν προτάσεις με στόχο την περαιτέρω ενδυνάμωση αυτής της νομοθεσίας έχοντας υπόψη πόσο σημαντικά είναι τα ακόλουθα:

- θέσπιση ειδικών διαδικασιών για τον εντοπισμό, την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος,

- πρόληψη της υπερβολικής χρήσης πληρωμών τοις μετρητοίς και συναλλαγών τοις μετρητοίς σε συνάλλαγμα από φυσικά και νομικά πρόσωπα για την κάλυψη της μετατροπής των προϊόντων του εγκλήματος σε άλλα περιουσιακά στοιχεία,

- επέκταση του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στο προϊόν όλων των σοβαρών μορφών εγκλήματος, και υπαγωγή της παράλειψης τήρησης της υποχρέωσης προς καταγγελία υπόπτων οικονομικών συναλλαγών σε αποτρεπτικές κυρώσεις,

- αντιμετώπιση του θέματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του Ίντερνετ και μέσω ηλεκτρονικών χρηματικών προϊόντων.

12. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι είναι αναγκαίο να αναπτυχθεί στενότερη συνεργασία, σε εθνικό επίπεδο, μεταξύ φορολογικών αρχών και αρχών επιβολής του νόμου, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Θα πρέπει να εξετασθούν κανόνες, ώστε:

- τα χρηματοπιστωτικά κέντρα και οι offshore διευκολύνσεις που υπάγονται στη δικαιοδοσία των κρατών μελών να προστατεύονται δεόντως από τη χρήση τους εκ μέρους του οργανωμένου εγκλήματος,

- σε υποθέσεις σχετικές με το οργανωμένο έγκλημα, να μην υπάρχει νομικό κώλυμα για να επιτραπεί ή να επιβληθεί στις φορολογικές αρχές η ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους, και ιδίως με τη δικαιοσύνη, τηρουμένων πλήρως, ταυτόχρονα, των θεμελιωδών δικαιωμάτων,

- η φορολογική απάτη που συνδέεται με το οργανωμένο έγκλημα να τυγχάνει της ιδίας μεταχείρισης όπως οποιαδήποτε άλλη μορφή οργανωμένου εγκλήματος, παρά το γεγονός ότι η φορολογική νομοθεσία μπορεί να περιλαμβάνει ειδικούς κανόνες για την ανάκτηση των προϊόντων της φορολογικής απάτης,

- να μην εκπίπτουν της φολογογίας οι πληρωμές για εγκληματικούς σκοπούς, όπως η δωροδοκία.

Επιπλέον, θα πρέπει να βελτιωθούν σημαντικά, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, η πρόληψη και η καταστολή της οργανωμένης φορολογικής απάτης, όπως σχετικά με το ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, όσον αφορά ιδίως τις διασυνοριακές πτυχές της.

13. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει ότι είναι σημαντικό να ενισχυθεί η διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση και τις επιχειρήσεις και να προληφθεί η χρησιμοποίηση των πρακτικών δωροδοκίας από το οργανωμένο έγκλημα. Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει:

- λαμβάνοντας υπόψη τις εργασίες που διεξάγονται σε άλλα διεθνή fora, να αναπτύξουν μια συνολική πολιτική για την αντιμετώπιση της δωροδοκίας, όπου συμπεριλαμβάνονται προσήκουσες και αποτελεσματικές κυρώσεις, αλλά και για την αντιμετώπιση όλων των θεμάτων που συνδέονται με την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και άλλων εσωτερικών πολιτικών, καθώς και με την εξωτερική βοήθεια και συνεργασία,

- να θεσπίσουν κανόνες που θα επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών σχετικά με τα νομικά πρόσωπα που είναι καταχωρημένα σε κάθε κράτος μέλος και τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν στη σύσταση, διοίκηση και χρηματοδότησή τους, ώστε να προληφθεί η διείσδυση του οργανωμένου εγκλήματος στο δημόσιο και στο νόμιμο ιδιωτικό τομέα,

- να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να αποκλείουν τις εγκληματικές οργανώσεις ή τα μέλη τους από τη συμμετοχή σε διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων, από τη λήψη επιδοτήσεων ή κρατικών αδειών. Θα πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην παράνομη προέλευση χρημάτων ως ενδεχόμενος λόγος αποκλεισμού από τις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων.

Επιπλέον,

- θα πρέπει να μελετηθούν και να αναπτυχθούν πρότυπα, όπου είναι αναγκαίο, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για να προληφθεί η συμμετοχή στο οργανωμένο έγκλημα ή η εκμετάλλευση από εγκληματίες των ελευθέρων και άλλων επαγγελμάτων που είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένα στην επιρροή του οργανωμένου εγκλήματος. Θα πρέπει να επιδιωχθεί προς τούτο η ενεργός βοήθεια των αντίστοιχων επαγγελματικών οργανώσεων,

- τα όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη, κατά την εκπόνηση νομικών πράξεων, θα πρέπει να δίνουν έμφαση στα θέματα της πρόληψης του εγκλήματος για να εξασφαλισθεί ότι οι ρυθμίσεις δεν ενθαρρύνουν την απάτη ή άλλη αδικαιολόγητη εκμετάλλευση, ή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά άλλο τρόπο για την τέλεση ή ακόκρυψη εγκλημάτων.

14. Οι δυνατότητες που προσφέρουν τα διαρθρωτικά ταμεία, και κυρίως το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το πρόγραμμα Urban, θα πρέπει να κινητοποιηθούν ώστε οι μεγάλες πόλεις της Ένωσης να μην καταστούν φυτώρια του οργανωμένου εγκλήματος, Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στις περιστάσεις, υπό τις οποίες οι αδύναμες κοινωνικά ομάδες καθίστανται ευάλωτες στην προοπτική μιας εγκληματικής σταδιοδρομίας. Θα πρέπει να ενισχυθεί η ανταλλαγή πληροφοριών για προγράμματα που αποδείχθηκαν επιτυχή εν προκειμένω.

15. Θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μελέτη για το έγκλημα υψηλής τεχνολογίας σε όλους τους πυλώνες. Η μελέτη αυτή θα πρέπει να χαράξει το δρόμο για μια πολιτική που θα εξασφαλίζει ότι οι αρχές επιβολής του νόμου και οι δικαστικές αρχές έχουν δυνατότητες πρόληψης και καταπολέμησης της κατάχρησης αυτών των νέων τεχνολογιών. Θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή τόσο στις παράνομες πρακτικές όσο και στο παράνομο περιεχόμενο.

Επιπλέον, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσουν το ζήτημα της απάτης και της πλαστογραφίας σχετικά με όλα τα μέσα πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής.

Η ομάδα υψηλού επιπέδου εισηγείται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να ζητήσει από το Συμβούλιο να του υποβάλει έκθεση τον Ιούνιο 1998 σχετικά με την πρόοδο που θα έχει επιτελεσθεί όσον αφορά την υλοποίηση των μέτρων που προτείνονται στο σχέδιο δράσης.

Η ομάδα υψηλού επιπέδου εισηγείται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να δώσει εντολή στο Συμβούλιο να παρακολουθεί σε τακτά διαστήματα, για παράδειγμα μέσω των συνεδριάσεων της επιτροπής Κ.4, την πρόοδο που επιτελείται κατά την υλοποίηση αυτού του σχεδίου δράσης.

ΜΕΡΟΣ III ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΣ ΣΧΕΔΙΟ ΔΡΑΣΗΣ

Το παρόν λεπτομερές σχέδιο δράσης αντικατοπτρίζει, από επιχειρησιακή άποψη, τους πολιτικούς προσανατολισμούς του μέρους II και προσθέτει ορισμένα τεχνικά στοιχεία για να εξασφαλίσει συνεκτική προσέγγιση της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος. Οι συστάσεις που περιλαμβάνονται στο λεπτομερές σχέδιο δράσης θα πρέπει να θεωρηθούν ως πρόγραμμα εργασιών, που υποδεικνύει την κατεύθυνση περαιτέρω εργασιών των διαφόρων οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, παρά ως νομική πράξη.

Κεφάλαιο I Προσέγγιση του φαινομένου του οργανωμένου εγκλήματος

Αυτό το κεφάλαιο εμπνέεται από τους πολιτικούς προσανατολισμούς αριθ. 5 έως 7 και 15, οι οποίοι καθορίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Συστάσεις:

1. Κάθε κράτος μέλος αποφασίζει πώς θα οργανώσει τους δικούς του μηχανισμούς για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Ωστόσο, η ομάδα υψηλού επιπέδου έκρινε σκόπιμο ότι θα πρέπει να τονισθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο η σημασία του κατάλληλου συντονισμού μεταξύ αρμοδίων υπηρεσιών σε εθνικό επίπεδο (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 6). Ο συντονισμός θα επέτρεπε ενδεχομένως στις υπηρεσίες επιβολής του νόμου να ανταλλάσσουν καλύτερα πληροφορίες και να δρουν με συνεννόηση. Επομένως, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ενδείκνυται, σύμφωνα με το συνταγματικό δίκαιο ή την πρακτική, να ορίσει ένα φορέα σε εθνικό επίπεδο, ο οποίος θα έχει τη συνολική ευθύνη συντονισμού της δράσης για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Εναπόκειται στις αρχές του κράτους μέλους - και μόνον - να συναγάγουν τα συμπεράσματα αυτής της εξέτασης.

Προσθεσμία: τέλος 1997.

Υπεύθυνος (3): κράτη μέλη.

2. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσουν ή να προσδιορίσουν, όπου δεν υπάρχει ακόμη, μηχανισμό για τη συλλογή και ανάλυση δεδομένων, σχεδιασμένο κατά τρόπο ώστε να μπορεί να δώσει μια εικόνα της κατάστασης του οργανωμένου εγκλήματος στα κράτη μέλη και ο οποίος μπορεί να βοηθήσει τις αρχές επιβολής του νόμου στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Τα κράτη μέλη θα χρησιμοποιήσουν κοινά πρότυπα για τη συλλογή και ανάλυση δεδομένων. Οι πληροφορίες που συλλέγονται και αναλύονται έτσι θα οργανώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι αμέσως διαθέσιμες για έρευνες και διώξεις σε εθνικό επίπεδο, καθώς επίσης να μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά και να ανταλλαγούν με άλλα κράτη μέλη.

Προς το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα δημιουργήσουν δίκτυο επαφών και υποστήριξης για να χρησιμεύσει ως συμβουλευτικός μηχανισμός για τη συλλογή δεδομένων και την ανάλυση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Europol θα συμμετέχει σ' αυτό το έργο και θα συντάσσει ετήσιες εκθέσεις βάσει των πληροφοριών των κρατών μελών. Οι ακαδημαϊκοί και επιστημονικοί κύκλοι θα πρέπει να παροτρυνθούν περαιτέρω να συμβάλουν με τις μελέτες και τις έρευνές τους στην κατανόηση του φαινομένου του οργανωμένου εγκλήματος.

Προθεσμία: μέσα 1998.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Συμβούλιο/Europol/Επιτροπή.

3. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενθαρρύνει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να καθορίσουν από κοινού με τις υποψήφιες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων των κρατών της Βαλτικής, ένα προενταξιακό σύμφωνο συνεργασίας κατά του εγκλήματος, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει διατάξεις για στενή συνεργασία μεταξύ αυτών των χωρών και της Europol, καθώς και μέτρα για την ταχεία επικύρωση και πλήρη εφαρμογή των πράξεων του Συμβουλίου της Ευρώπης που είναι συσιώδεις για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 5). Το σύμφωνο θα πρέπει να βασίζεται στο κεκτημένο της Ένωσης στο πεδίο του οργανωμένου εγκλήματος και θα αποτελεί μέρος της προενταξιακής στρατηγικής, όπου θα διερευνώνται πλήρως οι δυνατότητες των υφιστάμενων μέσων, όπως το πρόγραμμα PHARE. Κατά τις συζητήσεις με τις υποψήφιες χώρες, θα πρέπει να τονισθεί η ανάγκη να επιτύχουν επίπεδο συγκρίσιμο με εκείνο των κρατών μελών της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά τις δεσμεύσεις που προβλέπονται σε διεθνείς πράξεις, όπως π.χ. για την τρομοκρατία. Εν προκειμένω, θα πρέπει να εξετασθεί εάν αυτές οι χώρες θα μπορούσαν να συμμετέχουν σε ορισμένες δραστηριότητες της πολυεπιστημονικής ομάδας για το οργανωμένο έγκλημα.

Προθεσμία: τέλος 1998.

Υπεύθυνοι: Συμβούλιο/Επιτροπή.

4. Ανεξάρτητα από τις συζητήσεις για το προενταξιακό σύμφωνο, είναι ανάγκη να αναπτυχθεί στενότερη συνεργασία με άλλες χώρες και διεθνείς οργανισμούς και φορείς που ασχολούνται με την καταπολέμηση του οργανωμένου εκλήματος. Ειδικότερα, χρειάζεται να αναπτυχθούν οι σχέσεις με τους υπερατλαντικούς εταίρους της Ένωσης, καθώς και με τη Ρωσία και την Ουκρανία, οι τελευταίες π.χ. μέσω του προγράμματος TACIS. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξουν συγκεκριμένες προτάσεις για στενότερη συνεργασία, π.χ. μέσω της Europol (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 5).

Προθεσμία: τέλος 1998.

Υπεύθυνοι: Συμβούλιο/Επιτροπή.

5. Θα πρέπει να διεξαχθεί εντός της Ένωσης μια μελέτη σε όλους τους πυλώνες για το έγκλημα υψηλής τεχνολογίας και τη χρήση του και τη σχέση του με το οργανωμένο έγκλημα (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 15). Η μελέτη αυτή θα πρέπει να χαράξει το δρόμο για μια πολιτική που θα εξασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία του κοινού. Αποφεύγοντας τους περιττούς περιορισμούς, οι αρχές επιβολής του νόμου και οι δικαστικές αρχές θα πρέπει να διαθέτουν μέσα πρόληψης και καταπολέμησης της κατάχρησης των νέων τεχνολογιών, επιπλέον των συγκεκριμένων ευθυνών που φέρουν οι πάροχοι τεχνολογίας και υπηρεσιών. Θα πρέπει να αποδοθεί προσοχή τόσο στις παράνομες πρακτικές (όπως η χρήση των εν λόγω τεχνολογιών από εγκληματικές οργανώσεις για τη διευκόλυνση των δραστηριοτήτων τους) όσο και στο παράνομο περιεχόμενο (όπως παιδική πορνογραφία ή διάδοση συνταγών συνθετικών ναρκωτικών).

Προθεσμία: τέλος 1998.

Υπεύθυνοι: Επιτροπή/Europol/Συμβούλιο.

Κεφάλαιο II Πρόληψη του οργανωμένου εγκλήματος

Αυτό το κεφάλαιο εμπνέεται από τους πολιτικούς προσανατολισμούς αριθ. 13 και 14, οι οποίοι καθορίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Συστάσεις:

6. Θα πρέπει να αναπτυχθεί μια συνολική πολιτική κατά της δωροδοκίας, λαμβάνοντας υπόψη τις εργασίες που ήδη διεξάγονται και σε άλλα διεθνή fora, προκειμένου να ενισχυθεί η διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση, σε επίπεδο τόσο κρατών μελών όσο και Κοινοτήτων (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 13). Η πολιτική αυτή θα πρέπει να στρέφεται κατά κύριο λόγο στα στοιχεία της πρόληψης, μελετώντας θέματα όπως ο αντίκτυπος της πλημμελούς νομοθεσίας, οι σχέσεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα, η διαφάνεια της δημοσιονομικής διαχείρισης, οι κανόνες περί συμμετοχής σε κρατικές προμήθειες και τα κριτήρια διορισμού σε υπεύθυνες δημόσιες θέσεις κ.λπ. Θα πρέπει επίσης να καλύπτει το πεδίο των κυρώσεων, ασχέτως αν είναι ποινικού, διοικητικού ή αστικού χαρακτήρα, καθώς και τις επιπτώσεις της πολιτικής της Ένωσης στις σχέσεις με τρίτα κράτη.

Προθεσμία: μέσα 1998.

Υπεύθυνοι: Επιτροπή/Συμβούλιο/κράτη μέλη.

7. Τα κράτη μέλη και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα για ένα άτομο που υποβάλλει αίτηση συμμετοχής σε διαδικασία δημοσίου διαγωνισμού το οποίο έχει διαπράξει αδικήματα που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα να αποκλείεται από τη συμμετοχή σε διαδικασίες πρόσκλησης υποβολής προσφορών που διεξάγονται από τα κράτη μέλη και την Κοινότητα. Σ' αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να μελετηθεί κατά πόσο και υπό ποιους όρους μπορούν να αποκλείονται επίσης τα άτομα σχετικά με τα οποία ενεργούνται έρευνες ή ασκείται δίωξη λόγω ανάμειξης σε οργανωμένο έγκλημα. Θα πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην παράνομη προέλευση κεφαλαίων, ως ενδεχόμενος λόγος αποκλεισμού. Η απόφαση αποκλεισμού του ατόμου από τη συμμετοχή στη διαδικασία πρόσκλησης υποβολής προσφορών θα πρέπει να μπορεί να προσβληθεί δικαστικά.

Ομοίως, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να μεριμνούν ώστε η εφαρμοστέα νομοθεσία να προβλέπει τη δυνατότητα απόρριψης, με βάση τα ίδια κριτήρια, αιτήσεων για χορήγηση επιδοτήσεων ή κρατικών αδειών (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 13).

Θα πρέπει να καταρτισθούν οι ενδεδειγμένες κοινοτικές πράξεις και πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες θα επιτρέπουν, μεταξύ άλλων, την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, και θα περιέχουν ειδικές διατάξεις για το ρόλο της Επιτροπής τόσο στη διοικητική συνεργασία όσο και στην κατάρτιση «μαύρης λίστας» και να εξασφαλισθεί η υλοποίηση αυτών των δεσμεύσεων, ενώ συγχρόνως θα εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με τους συναφείς κανόνες για την προστασία των δεδομένων.

Προθεσμία: τέλος 1998.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Επιτροπή.

8. Τα κράτη μέλη, όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα που είναι καταχωρημένα στο έδαφός τους, επιδιώκουν να συλλέγουν πληροφορίες, σύμφωνα με τους αντίστοιχους κανόνες περί προστασίας των δεδομένων όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν στη σύσταση, τη διοίκηση καθώς και τη χρηματοδότησή τους, ως μέσο για να προληφθεί η διείσδυση του οργανωμένου εγκλήματος στο δημόσιο και νόμιμο ιδιωτικό τομέα. Θα πρέπει να μελετηθεί με ποιον τρόπο μπορούν τα δεδομένα αυτά να συγκεντρώνονται και να αναλύονται συστηματικά και να είναι διαθέσιμα για ανταλλαγή με τα άλλα κράτη μέλη και, όπου αυτό είναι σκόπιμο, με φορείς υπεύθυνους σε επίπεδο Ένωσης για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, βάσει κατάλληλων κανόνων που θα θεσπίσει το Συμβούλιο (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 13).

Προθεσμία: τέλος 1998.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Συμβούλιο/Επιτροπή.

9. Οι δυνατότητες που προσφέρουν τα διαρθρωτικά ταμεία, κυρίως το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο στο πλαίσιο της δράσης για την επικούρηση της αγοράς εργασίας και το πρόγραμμα URBAN, θα πρέπει να αξιοποιούνται ώστε οι μεγάλες πόλεις της Ένωσης να μην καταστούν εστίες αναπαραγωγής του οργανωμένου εγκλήματος. Τα ταμεία αυτά μπορούν να συνδράμουν όσους κινδυνεύουν περισσότερο με αποκλεισμό από την αγορά εργασίας και συνεπώς να αμβλύνουν τις συνθήκες που θα συνέβαλαν στην ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στις ομάδες που δεν είναι πλήρως ενσωματωμένες στην κοινωνία, διότι αυτές μπορεί να αποτελούν ευάλωτους στόχους για τις εγκληματικές οργανώσεις. Θα πρέπει να ενισχυθεί η ανταλλαγή πληροφοριών για προγράμματα που είχαν επιτυχία σ' αυτόν τον τομέα. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα των ετήσιων διαβουλεύσεων με τους επικεφαλείς της αστυνομίας από τις πρωτεύουσες των κρατών μελών (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 14).

Προθεσμία: τέλος 1998.

Υπεύθυνοι: Επιτροπή/κράτη μέλη.

10. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαβουλεύονται τακτικά με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής με σκοπό την ανάλυση περιπτώσεων απάτης που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας, και τη βαθύτερη γνώση και κατανόηση της πολυπλοκότητας αυτών των φαινομένων εντός των υφισταμένων μηχανισμών και πλαισίων. Εάν χρειάζεται, θα θεσπισθούν πρόσθετοι μηχανισμοί με στόχο τη διεξαγωγή τέτοιων διαβουλεύσεων σε τακτική βάση. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι μελλοντικές σχέσεις μεταξύ της Europol και της μονάδας της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης (UCLAF).

Προθεσμία: τέλος 1997.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Επιτροπή/Europol.

11. Το Συμβούλιο θα πρέπει να υιοθετήσει κοινή δράση για τη θέσπιση ειδικού πολυετούς προγράμματος καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, όπου θα συμπεριλαμβάνεται η απάτη που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων, θα καθίστανται δυνατές ειδικές δράσεις στο πεδίο της εκπαίδευσης βασικών στελεχών που είναι υπεύθυνα για τις προληπτικές πολιτικές, την ανταλλαγή πληροφοριών, την έρευνα και άλλες μορφές βελτίωσης των ικανοτήτων και επιχειρησιακών μεθόδων.

Προθεσμία: τέλος 1997.

Υπεύθυνοι: Συμβούλιο/Επιτροπή.

12. Θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για την προστασία ορισμένων επαγγελμάτων που είναι ευάλωτα στις επιρροές του οργανωμένου εγκλήματος, π.χ. με την καθιέρωση κωδικών δεοντολογίας. Η μελέτη θα πρέπει να προτείνει ειδικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης νομοθετικής δράσης, ώστε συμβολαιογράφοι, δικηγόροι, λογιστές και ελεγκτές να μην χρησιμοποιούνται ή να μην αναμειγνύονται στο οργανωμένο έγκλημα και να εξασφαλισθεί ότι οι επαγγελματικές οργανώσεις τους δεσμεύονται για την κατάρτιση και εφαρμογή των κωδικών δεοντολογίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 13).

Προθεσμία: μέσα 1998, και, πιθανώς, κοινή δράση στα μέσα 1999.

Υπεύθυνοι: Συμβούλιο/Επιτροπή/κράτη μέλη [σε συνεργασία με τις οικείες επαγγελματικές οργανώσεις, π.χ. συμβούλιο των δικηγορικών συλλόγων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (CCBE)].

Κεφάλαιο III Νομικά μέσα, πεδίο ισχύος, εφαρμογή

Αυτό το κεφάλαιο εμπνέεται από τους πολιτικούς προσανατολισμούς αριθ. 1 έως 5 και 15, που καθορίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Συστάσεις:

13. Τα κράτη μέλη θεωρούν ότι οι συμβάσεις που αναφέρονται κατωτέρω και στη σύσταση 14 είναι ουσιώδεις για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό 2). Τα κράτη τα οποία δεν τις έχουν ακόμη επικυρώσει θα πρέπει να υποβάλουν προτάσεις στα Κοινοβούλιά τους με στόχο μια ταχεία επικύρωση εντός του συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος. Στην περίπτωση όπου μια σύμβαση δεν θα έχει επικυρωθεί εντός της προθεσμίας, θα εκθέτουν γραπτώς στο Συμβούλιο τους σχετικούς λόγους κάθε έξι μήνες, έως ότου επικυρωθεί η σύμβαση.

Εάν ένα κράτος μέλος δεν επικυρώσει τη σύμβαση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος για οποιοδήποτε λόγο, το Συμβούλιο θα εκτιμήσει την κατάσταση με στόχο την επίλυσή της. Ως μέρος του προενταξιακού συμφώνου (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 5) που θα καθορισθεί με τις υποψήφιες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων των βαλτικών κρατών, θα πρέπει να επιδιωχθούν παρεμφερείς δεσμεύσεις από τις χώρες αυτές.

1. Ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως, Παρίσι 1957.

2. Δεύτερο πρωτόκολλο της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως, Στρασβούργο 1978.

3. Πρωτόκολλο της ευρωπαϊκής σύμβασης περί αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων, Στρασβούργο 1978.

4. Σύμβαση σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την εξακρίβωση, την καταχώρηση και τη δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος, Στρασβούργο 1990.

5. Σύμβαση για την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των τελωνειακών διοικήσεων και σχετικό πρωτόκολλο, Νάπολη 1967.

6. Συμφωνία για την παράνομη διακίνηση μέσω θαλάσσης που εφαρμόζει το άρθρο 17 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών, Στρασβούργο 1995.

7. Σύμβαση για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, Βιένη 1988.

8. Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας, Στρασβούργο 1977.

Προθεσμία: τέλος 1998.

Υπεύθυνος: κράτη μέλη.

14. Καθεμία από τις κάτωθι συμβάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να επικυρωθεί (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 2) εντός των τασσομένων προθεσμιών, ενώ θα λαμβάνεται υπόψη, όπου αυτό ισχύει, κατά πόσο είναι διαθέσιμες οι εισηγητικές εκθέσεις. Κατά την κατάρτιση νέων συμβάσεων, το Συμβούλιο θα πρέπει να τάσσει προθεσμία για την έγκριση και εφαρμογή τους σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές των κρατών μελών.

1. Σύμβαση για την απλουστευμένη διαδικασία έκδοσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Τέλος 1998.

2. Σύμβαση Europol - Τέλος 1997 ως έσχατη ημερομηνία.

3. Σύμβαση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Μέσα 1998.

4. Σύμβαση σχετικά με τη χρησιμοποίηση της τεχνολογίας των πληροφοριών στον τομέα των τελωνείων - Τέλος 1998.

5. Σύμβαση για την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Τέλος 1998.

6. Πρωτόκολλα της σύμβασης για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - μέσα 1998.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Συμβούλιο

Επιπλέον, θα πρέπει να γίνει κάθε προσπάθεια ώστε να εξασφαλιστεί ότι θα έχουν ολοκληρωθεί έως το τέλος του 1997 οι συζητήσεις που διεξάγονται επί του παρόντος σχετικά με σχέδια πράξεων, και ιδίως σχετικά με το σχέδιο του τρίτου πρωτοκόλλου της σύμβασης για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το σχέδιο σύμβασης για τη δωροδοκία και το σχέδιο της ονομαζομένης «Νάπολη II» σύμβασης για την τελωνειακή συνεργασία.

Υπεύθυνος: Συμβούλιο.

15. Θα πρέπει να διαμορφωθεί μηχανισμός, βασιζόμενος στην εμπειρία του προτύπου που αναπτύχθηκε στη FATF, για την εκατέρωθεν αξιολόγηση της εφαρμογής και υλοποίησης, σε εθνικό επίπεδο, των πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διεθνών πράξεων και δεσμεύσεων σε ποινικές υποθέσεις, καθώς και της συνακόλουθης εθνικής νομοθεσίας και των πολιτικών και πρακτικών (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 3). Η αμοιβαία «αξιολόγηση από ομάδες ειδικών» θα πρέπει κατά προτεραιότητα να πραγματοποιείται σε σχέση με τη δικαστική συνεργασία και θα μπορούσε, εάν η εμπειρία αποδειχτεί θετική, να επεκταθεί σε άλλους τομείς εφαρμογής.

Η αξιολόγηση θα πρέπει να βασίζεται στις ακόλουθες αρχές: ισοτιμία των κρατών μελών, αμοιβαία εμπιστοσύνη, προκαθορισμένο πεδίο εφαρμογής και κριτήρια για την αξιολόγηση υπό τη μορφή αυτοαξιολόγησης και, σε σχέση με τη διαδικασία αμοιβαίας αξιολόγησης, κατάλογοι ελέγχου και εξασφάλιση ότι εμπειρογνώμονες από όλα τα κράτη μέλη θα συμμετέχουν, σε κάποιο στάδιο, στη διαδικασία αξιολόγησης. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης θα παραμείνουν απόρρητα, εκτός εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος επιθυμεί να τα δημοσιοποιήσει.

Προθεσμία: τέλος 1997/μέσα 1998.

Υπεύθυνοι: Συμβούλιο/κράτη μέλη/Επιτροπή.

16. Προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικότερη η δικαστική συνεργασία για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, θα πρέπει να ολοκληρωθούν πριν από το τέλος του 1997 οι τρέχουσες εργασίες για ένα σχέδιο σύμβασης περί αμοιβαίας συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 4). Το συντομότερο δυνατό, θα πρέπει να διευρυνθεί το περιεχόμενο της σύμβασης, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη την ανάγκη να επιταχυνθούν οι διαδικασίες για δικαστική συνεργασία σε θέματα οργανωμένου εγκλήματος και να μειωθούν σημαντικά οι προθεσμίες διαβίβασης και απάντησης σε αιτήσεις.

Θα πρέπει επίσης να εξετασθούν οι πράξεις που εκδίδονται από το Συμβούλιο όσον αφορά άτομα συνεργαζόμενα με τη δικαιοσύνη και για την προστασία των μαρτύρων, καθώς και οι ειδικές ανάγκες αστυνομικής συνεργασίας που συνδέονται με προδικαστικές έρευνες και τη δικαστική συνεργασία σε ορισμένες χώρες.

Στα πλαίσια της ανάγκης καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος θα πρέπει να δοθεί ειδική προσοχή στις τρέχουσες εργασίες για ένα σχέδιο σύμβασης. Προς τούτο, η αρμόδια ομάδα εργασίας θα πρέπει να εξετάσει πώς:

α) οι επιφυλάξεις που έχουν διατυπωθεί ως προς την ευρωπαϊκή σύμβαση περί αμοιβαίας συνδρομής (1959) και το πρωτόκολλό της μπορούν να καταστούν περιττές μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, π.χ. θεσπίζοντας διατάξεις στο σχέδιο που θα προβλέπουν τη διασφάλιση της αρχής «non bis in idem», αναθεωρώντας την προϋπόθεση του διττού αξιόποινου ή κάνοντας χρήση του δικαιώματος άρνησης δυνάμει της σύμβασης, μόνο σε περίπτωση που η αίτηση μπορεί να θίξει την κυριαρχία, ασφάλεια, δημόσια τάξη ή άλλα ουσιώδη συμφέροντα του κράτους μέλους 7

β) θα μπορούσε να δημιουργηθεί νομική βάση για τη διασυνοριακή εφαρμογή ορισμένων σύγχρονων ερευνητικών μεθόδων, όπως οι ελεγχόμενες παραδόσεις, τοποθέτηση μυστικών πρακτόρων, και η παρακολούθηση διαφόρων μορφών τηλεπικοινωνιών.

Προθεσμία: τέλος 1997/μέσα 1998.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Συμβούλιο.

17. Καλείται το Συμβούλιο να θεσπίσει ταχέως κοινή δράση, στόχος της οποίας θα είναι να θεωρείται αξιόποινη πράξη, βάσει της νομοθεσίας κάθε κράτους μέλους, η συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση ενός ατόμου που βρίσκεται στο έδαφος του κράτους μέλους, ανεξαρτήτως από την περιοχή της Ένωσης όπου η οργάνωση είναι συγκεντρωμένη ή διεξάγει την εγκληματική της δραστηριότητα (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 1). Η αξιόποινη πράξη θα συνίσταται στη συμπεριφορά που περιγράφεται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 της σύμβασης για την έκδοση, η οποία υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο στις 27 Σεπτεμβρίου 1996. Επειδή οι νομικές παραδόσεις των κρατών μελών διαφέρουν, θα μπορούσε να θεωρηθεί αποδεκτό, επί περιορισμένο χρονικό διάστημα, να μην μπορέσουν να προσυπογράψουν αμέσως όλα τα κράτη μέλη τον συμφωνηθέντα ορισμό.

Προθεσμία: τέλος 1997.

Υπεύθυνος: Συμβούλιο.

Επιπλέον, το Συμβούλιο θα πρέπει να εξετάσει σε ποιο βαθμό και σε ποιους τομείς με προτεραιότητα θα μπορούσε τυχόν προσέγγιση ή εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών να συμβάλει στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Η μελέτη θα πρέπει ιδίως να διατυπώσει συγκεκριμένες προτάσεις ως προς τους τομείς που χρήζουν προτεραιότητας και να αξιολογήσει τις πρακτικές συνέπειες που θα έχει για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος η προσέγγιση ή η εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών στους τομείς αυτούς.

Προθεσμία: μέσα 1999.

Υπεύθυνος: Συμβούλιο.

18. Επιπλέον θα πρέπει να καθορισθούν τα ακόλουθα ειδικά σημεία εκκίνησης, για μελλοντική συζήτηση περί οργανωμένου εγκλήματος, εκ των οποίων τα περισσότερα έχουν συμφωνηθεί από το Συμβούλιο στην έκθεση του 1993 για το οργανωμένο έγκλημα, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη τα ατομικά δικαιώματα, και ιδίως του υποτιθέμενου δράστη και των καλόπιστων τρίτων:

α) καταπολέμηση των μορφών εγκλήματος που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων, σε στενή συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής 7

β) να θεσπισθεί η ευθύνη των νομικών προσώπων στην περίπτωση όπου το νομικό πρόσωπο είναι αναμεμειγμένο σε οργανωμένο έγκλημα 7

γ) να προβλεφθούν αρκετά μεγάλα χρονικά όρια για τη δίωξη σοβαρών αδικημάτων που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα 7

δ) να αντιμετωπισθεί το ζήτημα της απάτης και της πλαστογραφίας σε σχέση με όλα τα μέσα πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 15).

Προθεσμία: τέλος 1998.

Υπεύθυνος: Συμβούλιο/κράτη μέλη/Επιτροπή.

Κεφάλαιο IV Έμπρακτη συνεργασία μεταξύ αστυνομίας, δικαστικών αρχών και τελωνείων κατά την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος

Αυτό το κεφάλαιο εμπνέεται από τους πολιτικούς προσανατολισμούς αριθ. 6 έως 9 που καθορίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Συστάσεις:

19. Θα πρέπει, με πλήρη σεβασμό της συνταγματικής δομής κάθε κράτους μέλους, να ορισθούν εθνικά σημεία επαφής, όπου δεν υφίστανται ήδη, προκειμένου να επιταχυνθεί η ανταλλαγή πληροφοριών και η ολοκλήρωση των διαδικασιών αιτήσεων για τη συνεργασία στον τομέα της επιβολής του νόμου, όποτε μια εθνική αρχή σε οποιοδήποτε κράτος μέλος κρίνει ότι θα ήταν αποτελεσματικότερο να απευθυνθεί σε κεντρικό σημείο επαφής, αντί της άμεσης επαφής με την αρχή σε άλλο κράτος μέλος (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 7). Όσον αφορά τη σύμβαση Europol, η κεντρική εθνική μονάδα που αναφέρεται εκεί θα πρέπει να είναι το σημείο επαφής για λογαριασμό όλων των αρχών επιβολής του νόμου στα κράτη μέλη. Θα ήταν σκόπιμο να συνενωθούν στο κεντρικό σημείο επαφής όλα τα υπάρχοντα σημεία επαφής, όπως το Interpol NCB, τα γραφεία Sirene, κ.λπ., ή τουλάχιστον θα πρέπει να καθιερωθούν στενές σχέσεις μεταξύ αυτών των μονάδων.

Αυτά τα σημεία επαφής θα πρέπει να χρησιμεύουν ως διασύνδεση, ώστε να φέρουν τις αρμόδιες αρχές στα κράτη μέλη και την Επιτροπή σε επαφή μεταξύ τους ταχέως. Δεύτερη λειτουργία αυτών των σημείων επαφής θα ήταν ίσως να δρουν ως εθνικό σημείο εστίασης για τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου για πληροφορίες όσον αφορά την εθνική νομοθεσία, τη δικαιοδοσία και τις διαδικασίες. Οι σχετικές πληροφορίες που αφορούν αυτά τα κεντρικά σημεία επαφής τηρούνται από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου και ενημερώνονται τακτικά.

Προθεσμία: τέλος 1997.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Συμβούλιο/Επιτροπή.

20. Ο πολιτικός προσανατολισμός αριθ. 6 υπογραμμίζει τη σημασία του συντονισμού μεταξύ των αρμοδίων αρχών επιβολής του νόμου σε εθνικό επίπεδο. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τις συνταγματικές δομές και εθνικές παραδόσεις, καθώς και το γεγονός ότι κάθε κράτος μέλος αποφασίζει για τους δικούς του εσωτερικούς μηχανισμούς, θα ήταν σκόπιμο να συσταθούν σε εθνικό επίπεδο ολοκληρωμένες ομάδες, εάν δεν υπάρχουν ήδη, ειδικά στο πεδίο του οργανωμένου εγκλήματος (βλέπε πολιτικούς προσανατολισμούς αριθ. 6 και 9). Αντίθετα με τα σημεία επαφής τα οποία αναφέρονται στη σύσταση αριθ. 19 και τα οποία έχουν ως κύρια λειτουργία τη διευκόλυνση των επαφών και τη μεταβίβαση των πληροφοριών σε άλλα κράτη μέλη, αυτές οι συντονιστικές ομάδες θα έχουν επαρκείς γνώσεις για τις εθνικές ποινικές έρευνες, ώστε να μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη εθνικών πολιτικών για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος.

Οι ομάδες αυτές θα μπορούν να συζητούν τα αποτελέσματα των αναλύσεων της Europol με σκοπό την εγκαινίαση κοινών πολυεπιστημονικών ερευνών μεγάλης κλίμακας στις οποίες θα συμμετέχουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη. Δεδομένου ότι το φάσμα των προς εκτέλεση καθηκόντων είναι ευρύ, είναι ανάγκη να εξασφαλιστεί αποτελεσματικός συντονισμός μεταξύ των αρχών που διεξάγουν την έρευνα και των δικαστικών αρχών. Προκειμένου να εκτυλίσσεται ομαλά η συνεργασία, είναι σκόπιμο να συνεργάζονται πολύ στενά τα εθνικά σημεία επαφής και η πολυεπιστημονική ολοκληρωμένη ομάδα.

Προθεσμία: μέσα 1998.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Europol/Επιτροπή.

21. Λαμβάνοντας υπόψη τα εθνικά νομικά συστήματα, διαφυλλάσσοντας τη δικαστική ανεξαρτησία και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι κάθε κράτος μέλος αποφασίζει για τους δικούς του εσωτερικούς μηχανισμούς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώξουν να συγκεντρώσουν τους πόρους τους, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συστήνοντας δίκτυο για τη δικαστική συνεργασία. Θα πρέπει να δοθεί ειδική εντολή στο δίκτυο, το οποίο θα απαρτίζεται από ειδικούς που έχουν εκτεταμένη πρακτική πείρα στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να εξεταστεί η μελέτη που διεξάγουν οι βελγικές αρχές βάσει του προγράμματος Grotius για τη σύσταση δικτύου δικαστικών επαφών (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 8).

Για την ανάπτυξη του δικτύου αυτού, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να υποδείξει ένα κεντρικό σημείο επαφής, το οποίο θα επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εθνικών δικαστικών αρχών, τηρώντας απολύτως τις διασφαλίσεις που προβλέπει η εθνική νομοθεσία.

Οι δομές του τρίτου πυλώνα θα παράσχουν στο δικτυο αυτό την απαιτούμενη υποστήριξη λογισμικού, για να συζητά θέματα πρακτικής δικαστικής συνεργασίας, θα ενεργεί δε ως κέντρο διεκπεραίωσης, επίλυσης προβλημάτων και δημιουργίας επαφών μεταξύ των δικαστικών αρχών σε εθνικό επίπεδο (4).

Θα πρέπει να εξεταστεί διεξοδικά η θέση και ο ρόλος των δικαστικών αρχών στις σχέσεις τους με την Europol, παράλληλα με τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Europol (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 10). Στο πλαίσιο αυτό, και εφόσον η εμπειρία του δικτύου αποδειχθεί θετική, θα μπορούσε να εξετασθεί στο μέλλον εάν πρέπει να αποκτήσει μακροπρόθεσμα μονιμότερη δομή και να καταστεί ίσως έτσι ο σημαντικός συνομιλητής της Europol.

Προθεσμία: μέσα 1998.

Υπεύθυνος: Συμβούλιο.

22. Στα πλαίσια του Συμβουλίου και των διαρθρώσεων του τρίτου πυλώνα, θα πρέπει να συσταθεί πολυεπιστημονική ομάδα εργασίας για το οργανωμένο έγκλημα, η οποία θα απαρτίζεται από αρμόδιες αρχές υψηλού επιπέδου, προκειμένου να αναπτύσσει προσανατολισμούς ακολουθητέας πολιτικής για το συντονισμό της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος. Παράλληλα, η ομάδα «διεθνές οργανωμένο έγκλημα», υπό τη διευθύνουσα ομάδα III, θα πρέπει να καταργηθεί, και η ομάδα «Ναρκωτικά και οργανωμένο έγκλημα» είτε να περιορισθεί σε θέματα ναρκωτικών που εντάσσονται στα εκτελούμενα σύμφωνα με το άρθρο Κ της συνθήκης καθήκοντα είτε να καταργηθεί. Καλείται η ΕΜΑ να εξετάσει το ζήτημα προκειμένου να λάβει απόφαση.

Η σύσταση της πολυεπιστημονικής ομάδας εργασίας δεν θα πρέπει να εμποδίζει την εξέταση, στο πλαίσιο άλλων ομάδων εργασίας του Συμβουλίου, θεμάτων που αφορούν για παράδειγμα μόνο την αστυνομική συνεργασία για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Η Επιτροπή του άρθρου Κ.4 είναι αρμόδια να αποφασίσει για τον κατάλληλο συντονισμό μεταξύ των ομάδων εργασίας που έχει υπ' ευθύνη της.

Στη νέα ομάδα εργασίας για το οργανωμένο έγκλημα, τις εργασίες της οποίας θα παρακολουθούν αρμόδιες αρχές, όπως αντιπρόσωποι αντίστοιχων συντονιστικών ομάδων, όποτε έχουν ορισθεί, ή τουλάχιστον με τη συμβολή τέτοιων ομάδων και υπάλληλοι που ασχολούνται με τη διαμόρφωση πολιτικών, καθώς και αντιπρόσωποι της Europol, μπορούν να ανατεθούν καθήκοντα εντοπισμού των δυσκολιών που μπορούν να λυθούν μόνο με πολιτικές αποφάσεις, βάσει αξιολόγησης της πρακτικής συνεργασίας και χάραξης των στρατηγικών και πολιτικών της Ένωσης για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, και προετοιμασίας των θεμάτων που απαιτούν αποφάσεις σε υψηλό επίπεδο. Μερικά πρόχειρα παραδείγματα είναι οι αποφάσεις για νέες πράξεις (για παράδειγμα σχετικά με την πρακτική αστυνομική συνεργασία), οι προτεραιότητες στην αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος και άλλες μορφές συμφωνιών για την αποτελεσματική καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος.

Προθεσμία: τέλος 1997.

Υπεύθυνοι: Συμβούλιο/ΕΜΑ.

Κεφάλαιο V Ανάπτυξη μιας πλήρως διαμορφωμένης Europol και επέκταση της εντολής και των καθηκόντων της

Αυτό το κεφάλαιο εμπνέεται από τους πολιτικούς προσανατολισμούς 5 και 10 που καθορίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Συστάσεις:

23. Τα κράτη μέλη και το Συμβούλιο θα πρέπει να λάβουν όλα τα αναγκαία προπαρασκευαστικά και δημοσιονομικά μέτρα ώστε η Europol να αρχίσει τις δραστηριότητές της το αργότερο έως τα μέσα του 1998.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Συμβούλιο.

24. Θα πρέπει να μελετηθούν οι δυνατότητες της Europol να συνεργάζεται και να τελεί χρέη συνδέσμου με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς. Προς το σκοπό αυτό, το Συμβούλιο θα πρέπει να καταρτίσει μία ή περισσότερες ενδεδειγμένες νομικές πράξεις που θα διασφαλίζουν τη διατήρηση επαφών με την Επιτροπή και τρίτες χώρες που είναι οι σημαντικότεροι εταίροι των κρατών μελών στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, και με αρμόδιες διεθνείς οργανώσεις, όπως η Interpol και η παγκόσμια οργάνωση τελωνείων (WCO).

Προθεσμία: τέλος 1999.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Συμβούλιο/Europol.

25. Με την επιφύλαξη της έκβασης της διακυβερνητικής συνδιάσκεψης, η εντολή και τα καθήκοντα της Europol θα αναπτυχθούν περαιτέρω, το συντομότερο δυνατό, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων στη σύνοδο κορυφής του Δουβλίνου και θα περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) η Europol θα πρέπει να μπορεί να διευκολύνει και να υποστηρίζει την προετοιμασία, το συντονισμό και την εκτέλεση ειδικών διερευνητικών δράσεων από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρησιακών δράσεων των κοινών ομάδων στις οποίες συμμετέχουν αντιπρόσωποι της Europol με υποστηρικτικό ρόλο. Η νομοθεσία κάθε κράτους μέλους θα καθορίσει την εκάστοτε αρμόδια αρχή, είτε αστυνομική είτε τελωνειακή είτε δικαστική 7

β) η Europol θα πρέπει να μπορεί να ζητά από τα κράτη μέλη να διεξαγάγουν έρευνες σε ειδικές περιπτώσεις. Η Europol θα μπορούσε εν προκειμένω να αναλαμβάνει πρωτοβουλία να εφιστά την προσοχή των αρμόδιων αρχών ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών στη σημασία που θα είχε να ερευνηθούν ορισμένα θέματα, καίτοι η πρωτοβουλία αυτή δεν θα υποχρέωνε το(τα) εν λόγω κράτος(η) να αναλάβουν την επιζητούμενη δράση 7

γ) θα πρέπει να αποκτηθούν στην Europol ειδικοί εμπειρογνώμονες οι οποίοι ενδεχομένως θα τεθούν στη διάθεση των κρατών μελών για να τα επικουρούν κατά τη διερεύνηση υποθέσεων οργανωμένου διασυνοριακού εγκλήματος (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 10) 7

δ) θα πρέπει να αξιοποιηθούν πλήρως οι δυνατότητες της Europol στο πεδίο επιχειρησιακών τεχνικών και υποστήριξης, ανάλυσης και αρχείων ανάλυσης δεδομένων (π.χ. μητρώα κλεμμένων αυτοκινήτων ή άλλων αγαθών). Η ανάπτυξη επιχειρησιακών τεχνικών θα μπορούσε να λάβει τη μορφή μελέτης των πρακτικών που ισχύουν τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο της Ένωσης και της αποτελεσματικότητάς τους, και της ανάπτυξης κοινής στρατηγικής, πολιτικής και τακτικής. Η ανάπτυξη επιχειρησιακής βοήθειας θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να λάβει τη μορφή διοργάνωσης συνεδριάσεων, θέσπισης και εφαρμογής κοινών σχεδίων δράσης, στρατηγικών αναλύσεων, διευκόλυνσης της ανταλλαγής πληροφοριών και μυστικών στοιχείων, αναλυτικής υποστήριξης προς τις πολυμερείς εθνικές έρευνες, τεχνικής και τακτικής υποστήριξης, νομικής υποστήριξης, παροχής τεχνικών διευκολύνσεων, κατάρτισης κοινών εγχειριδίων, διευκόλυνσης της κατάρτισης, αξιολόγησης των αποτελεσμάτων και παροχής συμβουλών στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών 7

ε) ενδέχεται να επιδιωχθεί πρόσβαση της Europol στο σύστημα πληροφοριών του Σένγκεν ή στο ευρωπαϊκό σύστημα που θα το διαδεχθεί.

Το Συμβούλιο θα χρειαστεί να εκτιμήσει, με την επιφύλαξη της ταχείας επικύρωσης και εφαρμογής της σύμβασης Europol, κατά πόσο η ανάπτυξη του ρόλου της Europol θα απαιτήσει την τροποποίηση της σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα. Στο μεταξύ, η EDU θα πρέπει να μπορεί να εκπληρώνει πλήρως την εντολή της.

Θα πρέπει να εξεταστεί διεξοδικά η θέση και ο ρόλος των δικαστικών αρχών στις σχέσεις τους με την Europol, παράλληλα με τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Europol.

Προθεσμία: τέλος 1998.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Συμβούλιο/Europol.

Κεφάλαιο VI Οργανωμένο έγκλημα και χρήμα

Αυτό το κεφάλαιο εμπνέεται από τους πολιτικούς προσανατολισμούς αριθ. 5 και 10 έως 12 που καθορίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Συστάσεις:

26. Στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της δήμευσης των προϊόντων του εγκλήματος, θα πρέπει να εξεταστούν τα ακόλουθα μέτρα:

α) για να βελτιωθεί η διεθνής ανταλλαγή αστυνομικών δεδομένων, είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με υπόνοιες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με τους συναφείς κανόνες σχετικά με την προστασία των δεδομένων. Γι' αυτό το σκοπό, θα πρέπει να συμπληρωθεί η σύμβαση Europol με διάταξη που θα επιτρέπει στην Europol να έχει οργανικό ρόλο σ' αυτόν τον τομέα (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 10) 7

β) η ποινικοποίηση της νομιμοποίησης των προϊόντων του εγκλήματος θα πρέπει να έχει όσο το δυνατό γενικότερο χαρακτήρα και θα πρέπει να δημιουργηθεί νομική βάση για όσο το δυνατό περισσότερες αρμοδιότητες διερεύνησης της ποινικοποίησης. Θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο είναι σκόπιμο να επεκταθεί η ποινικοποίηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και στην περίπτωση αμέλειας. Θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μελέτη με σκοπό να ενισχυθεί ο εντοπισμός και η κατάσχεση των παράνομων περιουσιακών στοιχείων και η επιβολή των δικαστικών αποφάσεων που αφορούν τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων των προερχόμενων από το οργανωμένο έγκλημα (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ.11) 7

γ) θα πρέπει να εισαχθούν κανόνες περί δήμευσης οι οποίοι θα επιτρέπουν τη δήμευση ανεξάρτητα από την παρουσία του δράστη, όπως όταν ο δράστης έχει αποβιώσει ή φυγοδικεί (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 11) 7

δ) θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα διανομής, σε επίπεδο κρατών μελών, των κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων κατόπιν διεθνούς συνεργασίας (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 11) 7

ε) η υποχρέωση κοινοποίησης που θέσπισε το άρθρο 6 της οδηγίας περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες θα πρέπει να επεκταθεί σε όλες τις αξιόποινες πράξεις που συνδέονται με τα σοβαρά εγκλήματα και με πρόσωπα και επαγγέλματα πέραν των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στην οδηγία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο να υπόκειται σε αποτρεπτικές κυρώσεις η παράλειψη της κοινοποίησης ύποπτων συναλλαγών (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 11). Παράλληλα, οι φορολογικές αρχές θα πρέπει να υπέχουν βάσει του εθνικού δικαίου παρόμοια υποχρέωση κοινοποίησης συναλλαγών συνδεόμενων με το οργανωμένο έγκλημα, τουλάχιστον για τις συναλλαγές που αφορούν το ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης. Χρειάζεται να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ των σημείων επαφής βάσει της οδηγίας 7

στ) να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του Ίντερνετ και μέσω ηλεκτρονικών χρηματικών προϊόντων και να απαιτείται, κατά τις ηλεκτρονικές πληρωμές και τα συστήματα μετάδοσης μηνυμάτων, τα μεταδιδόμενα μηνύματα να παρέχουν λεπτομερείς πληροφορίες για τον εντολέα και το δικαιούχο (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 11) 7

ζ) να προληφθεί η υπερβολική χρήση πληρωμών τοις μετρητοίς και συναλλαγών τοις μετρητοίς σε συνάλλαγμα από φυσικά και νομικά πρόσωπα για την κάλυψη της μετατροπής των προϊόντων του εγκλήματος σε άλλα περιουσιακά στοιχεία (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 11).

Επιπλέον, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει, με βάση τις υφιστάμενες εθνικές και διεθνείς πράξεις, να εξετάσουν την ανάγκη θέσπισης κοινών διατάξεων για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος στους τομείς της οικονομικής και εμπορικής παραχάραξης, καθώς και της παραχάραξης και κιβδηλείας χαρτονομισμάτων και κερμάτων ενόψει της εισαγωγής του ενιαίου νομίσματος.

Προθεσμία: τέλος 1998.

Υπεύθυνοι: Συμβούλιο/Europol/Επιτροπή.

27. Είναι απαραίτητο να υπάρξει κατάλληλη νομοθεσία και ευαισθητοποίηση του κοινού, ιδιαίτερα στον τραπεζικό τομέα, για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και άλλων μορφών οικονομικού εγκλήματος για τα πιθανά μέλη της Ένωσης. Το θέμα αυτό θα πρέπει να έχει υψηλό βαθμό προτεραιότητας στο διαρθρωμένο διάλογο και τα προγράμματα, όπως το PHARE. Είναι επίσης ανάγκη οι οικείες χώρες να συμμετάσχουν στις διεθνείς πράξεις του τομέα αυτού και συγκεκριμένα στη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την εξακρίβωση, την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος. Το ζήτημα αυτό θα αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο του προενταξιακού συμφώνου για τη συνεργασία κατά του εγκλήματος (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 5).

Προθεσμία: τέλος 1999.

Υπεύθυνοι: Συμβούλιο/Επιτροπή.

28. Θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μελέτη με βάση τις πραγματικές εμπειρίες σχετικά με το κατά πόσο πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω η νομοθεσία των κρατών μελών για τις ποινικές διώξεις και τις διαδικασίες διεθνούς συνεργασίας για τον εντοπισμό, την κατάσχεση και τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων των προερχομένων από εγκλήματα, καθώς και για τις έρευνες στο χρηματοοικονομικό πεδίο για το σκοπό αυτό.

Προθεσμία: τέλος 1999.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Επιτροπή.

29. Θα πρέπει να αναπτυχθεί η νομοθεσία για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος σε συνάρτηση με τη φορολογική απάτη, σύμφωνα με τους συναφείς κανόνες σχετικά με την προστασία των δεδομένων (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 12). Προς τούτο, θα πρέπει να εξετασθούν τα ακόλουθα ώστε:

- σε υποθέσεις που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα, να μην υπάρχει νομικό κώλυμα για να επιτραπεί ή να επιβληθεί στις φορολογικές αρχές η ανταλλαγή πληροφοριών, σε εθνικό επίπεδο, με τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους, και ιδίως με τις δικαστικές αρχές, με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων,

- η φορολογική απάτη που συνδέεται με το οργανωμένο έγκλημα θα πρέπει να τυγχάνει της ιδίας μεταχείρισης όπως οποιαδήποτε άλλη μορφή οργανωμένου εγκλήματος, παρά το γεγονός ότι η φορολογική νομοθεσία μπορεί να περιλαμβάνει ειδικούς κανόνες για την ανάκτηση των προϊόντων της φορολογικής απάτης,

- οι πληρωμές με εγκληματικό σκοπό, όπως η δωροδοκία, δεν θα πρέπει να εκπίπτουν της φορολογίας,

- να βελτιωθεί, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η πρόληψη και η καταστολή της οργανωμένης φορολογικής απάτης, όπως π.χ. σε σχέση με το ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, συμπεριλαμβανομένων των διεθνικών πτυχών της.

Προθεσμία: τέλος 1998.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Συμβούλιο/Επιτροπή.

30. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν πώς θα αναλάβουν δράση και θα εμποδίσουν επαρκώς το οργανωμένο έγκλημα να χρησιμοποιεί χρηματοπιστωτικά κέντρα και offshore διευκολύνσεις, ιδιαίτερα όταν αυτά τα κέντρα και διευκολύνσεις βρίσκονται σε περιοχές που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία τους. Όσον αφορά αυτά που βρίσκονται αλλού, το Συμβούλιο θα πρέπει να αναπτύξει κοινή πολιτική, σύμφωνη με την πολιτική που ασκούν στο εσωτερικό τους τα κράτη μέλη, με σκοπό την πρόληψη της χρήσης τους από εγκληματικές οργανώσεις που δρουν εντός της Ένωσης (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 12).

Προθεσμία: 1998.

Υπεύθυνοι: κράτη μέλη/Συμβούλιο/Επιτροπή.

(1) Υπενθυμίζεται ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο χαιρέτισε επίσης την έκθεση της ιρλανδικής προεδρίας σχετικά με την εντατικοποίηση της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος (βλέπε εγγρ. 11564/4/96 CK4 53, REV 4) και ζήτησε να ενισχύσει το Συμβούλιο τη Γραμματεία που, προκειμένου να εφαρμοσθούν ταχέως τα μέτρα που προτείνονται στην έκθεση αυτή.

(2) Οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου που αναφέρονται στο παρόν σχέδιο δράσης περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, τόσο τις εποπτικές αρχές του χρηματοπιστωτικού συστήματος όσο και τις τελωνειακές υπηρεσίες, έστω και αν αυτές δεν θεωρούνται υπηρεσίες επιβολής του νόμου σε κάποιο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

(3) Κάθε σύσταση υποδεικνύει τον ή τους φορείς που θεωρούνται υπεύθυνοι για την εφαρμογή. Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι αυτός ή αυτοί οι φορείς φέρουν την εν λόγω ευθύνη στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους σύμφωνα με τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

(4) Βλέπε το έγγραφο που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δουβλίνου, CK4, 53, REV 4.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Επιστολή της ομάδας υψηλού επιπέδου προς τη διακυβερνητική διάσκεψη

Η ομάδα υψηλού επιπέδου, η οποία συστάθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Δουβλίνο, 13 και 14 Δεκεμβρίου 1996) και έχει αναλάβει να εξετάσει όλες τις πτυχές της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, κλήθηκε επίσης να υποβάλει στη διακυβερνητική διάσκεψη τυχόν θέματα που συνεπάγονται τροποποιήσεις στη συνθήκη.

Κατά τη συνεδρίασή της της 9ης Απριλίου 1997, η ομάδα υψηλού επιπέδου ενέκρινε σχέδιο δράσης περιέχον πολιτικούς προσανατολισμούς που πρόκειται να επικυρωθούν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Άμστερνταμ, 16 και 17 Ιουνίου 1997), καθώς και λεπτομερές σχέδιο δράσης το οποίο, όπως είναι αναγκαίο, αποδίδει στην πράξη τους πολιτικούς προσανατολισμούς σε πρόγραμμα εργασίας το οποίο πρέπει να εφαρμοστεί από την Ένωση και τα κράτη μέλη της. Το σχέδιο δράσης επισυνάπτεται στο παράρτημα της παρούσας επιστολής.

Κατά την έγκριση της έκθεσης, ορισμένες φορές κατόπιν εκτενούς συζήτησης σχετικά με συγκεκριμένα σημεία, η ομάδα υψηλού επιπέδου συμφώνησε ότι η συναίνεση που επιτεύχθηκε δεν προδικάζει τις θέσεις που ενδέχεται να λάβουν οι αντιπροσωπίες κατά τη διακυβερνητική διάσκεψη. Αυτό ισχύει ιδίως όσον αφορά ορισμένες προτάσεις που έχουν ήδη υποβληθεί στη διακυβερνητική διάσκεψη.

Πρώτον, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των συστάσεων της ομάδας προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που ενδέχεται να απαιτήσουν τροποποιήσεις της συνθήκης και των συστάσεων που θα μπορούσαν μεν να εφαρμοστούν βάσει της παρούσας συνθήκης, αλλά και που θα μπορούσαν να αποτελέσουν διατάξεις της νέας συνθήκης, ώστε αυτή να εκφράζει καλύτερα την προτεραιότητα που η Ένωση πρόκειται να δώσει στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος.

Δεύτερον, ενώ η ομάδα ασχολήθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις με το ζήτημα της βελτίωσης της αποτελεσματικότητας της ευρωπαϊκής συνεργασίας στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να εστιαστεί σε ζητήματα πρωταρχικώς θεσμικού χαρακτήρα, όπως η διαδικασία λήψης αποφάσεων και οι πράξεις της Ένωσης. Παρόλο που τα ζητήματα αυτά είναι πολύ σημαντικά και για την ικανότητα της Ένωσης να καταπολεμήσει το οργανωμένο έγκλημα, η ομάδα απέφυγε να λάβει θέση καθότι η διακυβερνητική διάσκεψη εξετάζει επί του παρόντος αυτά τα ζητήματα.

Στους πολιτικούς προσανατολισμούς που υπέβαλε η ομάδα, συνιστάται να δοθούν στην Europol λειτουργικές εξουσίες, όπως ορίζονται στον πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 10. Η ομάδα καλεί τη διακυβερνητική διάσκεψη να εξετάσει κατά πόσο αυτό απαιτεί τροποποίηση του άρθρου Κ.1.9 της συνθήκης και να ενεργήσει αναλόγως.

Κάποιες άλλες συστάσεις, χωρίς να συνεπάγονται κατ' ανάγκη τροποποίηση της συνθήκης, θα μπορούσαν ωστόσο να εφαρμοστούν ακόμη καλύτερα, εάν η μελλοντική συνθήκη προβλέπει νομική και θεσμική βάση. Αυτό συμβαίνει με τον πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 3, ο οποίος απαιτεί μηχανισμό αξιολόγησης της εφαρμογής και υλοποίησης των πράξεων που αφορούν τη διεθνή συνεργασία επί ποινικών υποθέσεων. Επιπλέον, ο πολιτικός προσανατολισμός αριθ. 5 τονίζει την ανάγκη στενότερης συνεργασίας με τις οικείες τρίτες χώρες για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Η συνεργασία αυτή θα μπορούσε επίσης να μνημονευθεί στη συνθήκη.

Οι σκέψεις της ομάδας, όπως παρουσιάζονται στα κεφάλαια II και III, μπορούν να παράσχουν στη διακυβερνητική διάσκεψη περαιτέρω υλικό για εξέταση. Αυτό ισχύει ιδίως για την ανάγκη να ανέλθει η έμπρακτη δικαστική συνεργασία σε επίπεδο εφάμιλλο με εκείνο της αστυνομικής συνεργασίας.

Η ομάδα αφιέρωσε κάποιο χρόνο για να συζητήσει τη συμβολή που θα μπορούσε να έχει η προσέγγιση ή εναρμόνιση των νομοθεσιών στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Περιορίστηκε σε πολιτικό προσανατολισμό σχετικά με τις εγκληματικές οργανώσεις (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 1), με σκοπό να εξασφαλίσει το αποτελεσματικότερο δυνατό πλαίσιο για τη συνεργασία στην πράξη. Επισημαίνεται στη διακυβερνητική διάσκεψη ότι, κατά τη γνώμη της ομάδας, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η προσέγγιση ή εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών θα μπορούσε να συμβάλει στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 1).

Η ομάδα θεωρεί σημαντικότατο τον αυστηρό συντονισμό, σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο Ένωσης, μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών (αστυνομία, δικαιοσύνη, τελωνεία) που συμμετέχουν στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Αν και ο συντονισμός αυτός επιτυγχάνεται πρωτίστως μέσω οργανωτικών μέτρων, θα μπορούσε να συμπεριληφθεί ως ζήτημα αρχής στη συνθήκη.

Το ίδιο ισχύει και για την έννοια της πρόληψης που είναι αναγκαίο συνακόλουθο της καταστολής. Όπως αναφέρει η έκθεση σε πολλά σημεία (βλέπε πολιτικό προσανατολισμό αριθ. 13), για την πρόληψη (κυρίως στους τομείς της δωροδοκίας, της απάτης και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) απαιτούνται όχι μόνο μεγαλύτερες προσπάθειες από τα κράτη μέλη και στενότερη συνεργασία μεταξύ τους σε κοινοτικό επίπεδο, αλλά και πλήρης χρήση των δυνατοτήτων της Ένωσης στο πλαίσιο του πρώτου πυλώνα.

Τέλος, δεδομένου ότι η Ένωση πρέπει γενικά να οργανωθεί καλύτερα για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος σε όλες τις μορφές του, το φαινόμενο αυτό θα πρέπει να συμπεριληφθεί στους στόχους της συνεργασίας της Ένωσης στον τρίτο πυλώνα.