51997XG0623

Σύμβαση για την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Επεξηγηματική Έκθεση (Κείμενο εγκριθέν από το Συμβούλιο στις 26 Μαΐου 1997)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 191 της 23/06/1997 σ. 0013 - 0026


ΣΥΜΒΑΣΗ για την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ (Κείμενο εγκριθέν από το Συμβούλιο στις 26 Μαΐου 1997) (97/C 191/03)

1. ΓΕΝΙΚΑ

α) Κατά την υπουργική σύνοδο της 28ης Σεπτεμβρίου 1993 στο Limelette, οι υπουργοί Δικαιοσύνης των κρατών μελών συμφώνησαν για μία δήλωση, η οποία εν συνεχεία υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων κατά τη σύνοδό του της 29ης και 30ής Νοεμβρίου 1993, με την οποία δίδεται εντολή στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εξετάσουν κατά πόσον είναι σκόπιμο για τα κράτη μέλη να συνάψουν μεταξύ τους Σύμβαση για την έκδοση προκειμένου να συμπληρωθεί η ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1957 και να τροποποιηθούν ορισμένες διατάξεις της.

Για το σκοπό αυτό, καταρτίστηκε πρόγραμμα εργασίας στο οποίο εξετάσθηκαν τόσο οι διαδικασίες της έκδοσης, όσο και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της, με στόχο να καταστούν απλούστερες και ταχύτερες, και, συνεπώς, να διευκολυνθεί η έκδοση.

Το Συμβούλιο, στις 10 Ιουνίου 1994, με βάση τις μέχρι τότε πραγματοποιηθείσες εργασίες, αποφάσισε ότι θα πρέπει να δοθεί προσοχή στα ειδικά θέματα που θέτουν οι διαδικασίες, κατά τις οποίες τα πρόσωπα συναινούν στην έκδοσή τους. Κατά συνέπεια, η σύμβαση για μία απλουστευμένη διαδικασία έκδοσης, όσον αφορά την έκδοση των συναινούντων προσώπων, καταρτίσθηκε από το Συμβούλιο και υπογράφηκε από όλα τα κράτη μέλη στις 10 Μαρτίου 1995 (1).

Κατόπιν τούτου, συνεχίσθηκαν οι εργασίες σχετικά με τα υπόλοιπα θέματα του αρχικού προγράμματος, με βάση ένα σύνολο σχεδίων άρθρων το οποίο τελικά περιέλαβε διάφορες διατάξεις διαδικαστικού καθώς και ουσιαστικού χαρακτήρα. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις κυρίως απαιτούσαν την πολιτική παρέμβαση του Συμβουλίου, το οποίο σε διάφορες περιστάσεις έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες στα αρμόδια όργανα για την επεξεργασία του κειμένου.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1996, η σύμβαση για την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2) καταρτίσθηκε από το Συμβούλιο και υπογράφηκε την ίδια μέρα από όλα τα κράτη μέλη.

Η σύμβαση αποτελείται από προοίμιο, είκοσι άρθρα και έξι δηλώσεις που περιλαμβάνονται στο παράρτημα και αποτελούν αναπόσποστο τμήμα της σύμβασης.

β) Οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η κατάρτιση της σύμβασης αναφέρονται σαφώς, στο προοίμιο.

Όπως φαίνεται από τη δήλωση που υιοθετήθηκε το 1993, το Συμβούλιο - από την έναρξη του όλου εγχειρήματος που πραγματοποιήθηκε δυνάμει του τίτλου VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση με στόχο τη βελτίωση της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικά θέματα - θεώρησε ότι η έκδοση διαδραματίζει βασικό ρόλο για τη διευκόλυνση της άσκησης της ποινικής δικαιοδοσίας από τα κράτη μέλη.

Συγχρόνως, υποστηρίχθηκε ομοφώνως ότι οι σημαντικές ομοιότητες των πολιτικών των κρατών μελών, στον τομέα της εγκληματικότητας, και κυρίως η αμοιβαία εμπιστοσύνη στην ενδεδειγμένη λειτουργία των εθνικών συστημάτων απονομής της δικαιοσύνης - και ιδιαίτερα, στην ικανότητα των κρατών μελών να εξασφαλίζουν τη διεξαγωγή ποινικών δικών, στις οποίες να τηρούνται οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών - δικαιολογούν αναθεώρηση και των βασικών πλευρών της έκδοσης (όροι έκδοσης, λόγοι άρνησης, κανόνας της ειδικότητας, κ.λπ.).

Ωστόσο, οι δραστηριότητες που έχουν αναληφθεί στα πλαίσια του τίτλου VI της συνθήκης όσον αφορά διάφορες σοβαρές μορφές εγκληματικότητας, κατέστησαν ολοένα και περισσότερο σαφές ότι - όσον αφορά την έκδοση - μόνον αποφασιστική παρέμβαση όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις, θα επιφέρει σημαντική βελτίωση της συνεργασίας στις σημαντικότερες ποινικές διαδικασίες, όπως τις διαδικασίες σχετικά με εγκλήματα τρομοκρατίας ή με το οργανωμένο έγκλημα.

Στη βάση αυτή, επομένως, κατέστη δυνατό να αναπτυχθούν τα άρθρα αυτά της σύμβασης - σχετικά με το διττό αξιόποινο, τα πολιτικά εγκλήματα, την έκδοση ημεδαπών και θέματα που συνδέονται με τον κανόνα της ειδικότητας - τα οποία (περισσότερο από άλλες διατάξεις, όσο σημαντικές και αν είναι) καθιστούν το νέο μέσο πραγματική καινοτομία στον τομέα της έκδοσης, σε πλήρη συμφωνία με τη γενική επιθυμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προσαρμόσει το συνολικό τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις στις ανάγκες του σήμερα και του αύριο.

Η ζητούμενη προσαρμογή οδηγεί σε αλλαγές, οι οποίες απαιτούν την αναθεώρηση των διατάξεων των εθνικών νομοθεσιών και ενίοτε ακόμη και των συνταγμάτων των κρατών μελών. Ο στόχος αυτός τίθεται σε διάφορα άρθρα. Ορισμένα από τα άρθρα αυτά επιτρέπουν τη διατύπωση επιφυλάξεων. Η δυνατότητα όμως αυτή έχει κατά το δυνατόν περιορισθεί. Οι περισσότερες σημαντικές επιφυλάξεις είτε έχουν περιορισμένο περιεχόμενο (όπως η επιφύλαξη σχετικά με το πολιτικό έγκλημα στο άρθρο 5) ή επιτρέπουν πλήρη παρέκκλιση από τη νέα αρχή, αλλά επιβάλλουν εναλλακτική υποχρέωση για το κράτος μέλος που εκφράζει επιφυλάξεις (αυτή είναι η περίπτωση του άρθρου 3 για το διττό αξιόποινο) ή αποτελούν αντικείμενο ειδικού καθεστώτος προσωρινής ισχύος για να διευκολυνθεί η επανεξέταση του θέματος από το κράτος μέλος που έχει διατυπώσει την επιφύλαξη (πρόκειται για την περίπτωση της επιφύλαξης στο άρθρο 7 που ρυθμίζει την έκδοση ημεδαπών). Επιπλέον, στην επισυναπτόμενη στη σύμβαση δήλωση του Συμβουλίου σχετικά με τη συνέχεια που θα δοθεί στη σύμβαση, προβλέπεται η δυνατότητα περιοδικής αναθεώρησης όλων των επιφυλάξεων, συμπεριλαμβανομένων των επιφυλάξεων που δεν υπάγονται στο προαναφερόμενο καθεστώς της προσωρινής ισχύος.

γ) Το Συμβούλιο, ήδη στη δήλωσή του του 1993, είχε υποστηρίξει ότι το νέο μέσο δεν θα πρέπει να αντικαταστήσει τις ισχύουσες συμβάσεις, αλλά να τις συμπληρώσει. Αυτός ο συμπληρωματικός χαρακτήρας της νέας σύμβασης διατυπώνεται στο άρθρο 1, και εν μέρει στο προοίμιο, όπου προσδιορίζεται ότι οι διατάξεις των ισχυουσών συμβάσεων συνεχίζουν να εφαρμόζονται για όλα τα ζητήματα που δεν ρυθμίζονται από την παρούσα σύμβαση. Όντως λοιπόν, η σύμβαση δεν περιλαμβάνει υποχρέωση εκδοσης. Η υποχρέωση αυτή προβλέπεται από τις «μητρικές» συμβάσεις.

Η προσέγγιση αυτή - η οποία συνεπάγεται το ότι εστιάζονται πλευρές, στο κείμενο οι οποίες πράγματι απαιτούν τροποποίηση - έχει ως συνέπεια ότι το ευρωπαϊκό σύστημα έκδοσης θα συνίσταται στη διαπλοκή διαφόρων σύνθετων συνόλων κανόνων της συνθήκης, που δεν θα ισχύουν για όλα τα κράτη και θα επηρεάζουν τις εθνικές νομοθεσίες και θα επηρεάζονται απ' αυτές. Για το λόγο αυτό, μεταξύ άλλων, το Συμβούλιο, στην προαναφερόμενη δήλωσή του σχετικά με τη συνέχεια που θα δοθεί στη σύμβαση, αναφέρει ότι θα εξετάζει περιοδικά όχι μόνον τη λειτουργία της παρούσας σύμβασης, αλλά και «τη λειτουργία των διαδικασιών έκδοσης μεταξύ των κρατών μελών σε γενικότερη προοπτική», που περιλαμβάνουν οι άλλες συμβάσεις και εθνικές πρακτικές.

2. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΠΙ ΜΕΡΟΥΣ ΑΡΘΡΩΝ

Άρθρο 1 - Γενικές διατάξεις

Αντικείμενο της σύμβασης είναι η συμπλήρωση και η διευκόλυνση της εφαρμογής, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως, μεταξύ των κρατών μελών, ορισμένων διεθνών πράξεων στον τομέα της έκδοσης, στις οποίες ορισμένα ή όλα τα κράτη μέλη αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη. Οι πράξεις αυτές απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 της παρούσας σύμβασης.

Οι αναφερόμενες στην εν λόγω παράγραφο 1 πράξεις είναι εν μέρει «μητρικές συμβάσεις» (η ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως και συνθήκη Μπενελούξ) και εν μέρει συμπληρωματικές πράξεις των συμβάσεων αυτών (η ευρωπαϊκή σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας και η σύμβαση για την εφαρμογή της συμφωνίας του Schengen).

Η παρούσα σύμβαση αποτελεί συμπληρωματική σύμβαση όλων αυτών των συμφωνιών. Συνεπώς, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως η μόνη νομική βάση για την έκδοση. Όπως σημειώνεται στο σημείο «Γενικά» αυτής της επεξηγηματικής έκθεσης, μια περαιτέρω συνέπεια του γεγονότος ότι η Σύμβαση εντάσσεται στα πλαίσια της ευρωπαϊκής εκδόσεως και των άλλων προαναφερόμενων πράξεων είναι ότι οι διατάξεις των συμβάσεων αυτών παραμένουν εν ισχύ για όλα τα θέματα που δεν καλύπτονται από την παρούσα σύμβαση. Κατά τον ίδιο τρόπο, όλες οι επιφυλάξεις και δηλώσεις που αφορούν αυτές τις συμβάσεις, εξακολουθούν να είναι εφαρμοστέες μεταξύ των κρατών μελών που ειναι συμβαλλόμενα μέρη στην παρούσα σύμβαση, κατά το μέτρο που αφορούν θέματα που δεν ρυθμίζονται από την εν λόγω σύμβαση.

Εν προκειμένω, θα πρέπει να δοθεί προσοχή στην προσαρτώμενη στη σύμβαση αυτή δήλωση της Πορτογαλίας, η οποία σχετίζεται με την επιφύλαξη της Πορτογαλίας για το άρθρο 1 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως σχετικά με την έκδοση η οποία ζητείται για έγκλημα για το οποίο επαπειλείται ποινή ή μέτρο ασφάλειας εφ' όρου ζωής. Σύμφωνα με τη δήλωση αυτή, η Πορτογαλία προβαίνει σε έκδοση, για τα εγκλήματα αυτά, μόνον εφόσον κρίνει επαρκείς τις εγγυήσεις που παρέχει το εκζητούν κράτος μέλος ότι θα προωθήσει οποιαδήποτε πρόσφορα μέτρα τα οποία θα μπορούσε να απολαύει το εκζητούμενο πρόσωπο. Υπογραμμίζεται στη δήλωση ότι η Πορτογαλία θα προβαίνει, υπό τον όρο αυτό, σε έκδοση, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων του Συντάγματός της και τη σχετική ερμηνεία τους από το Συνταγματικό της Δικαστήριο. Συγχρόνως, η Πορτογαλία επιβεβαίωσε στη δήλωση ότι παραμένει σε ισχύ το άρθρο 5 της σύμβασης για την προσχώρηση της Πορτογαλίας στη σύμβαση εφαρμογής του Schengen.

Ο συμπληρωματικός χαρακτήρας της παρούσας σύμβασης σημαίνει επίσης ότι όταν ρυθμίζει θέμα το οποίο επίσης ρυθμίζεται στις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 συμβάσεις και οι σχετικές διατάξεις είναι αντιφατικές, υπερισχύουν οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης. Αυτό ισχύει ακόμα και όταν έχουν γίνει δηλώσεις ή έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις στις άλλες αυτές συμβάσεις, εκτός εάν άλλως ρητώς ορίζεται στην παρούσα σύμβαση. Κατά περίπτωση, αυτή η επεξηγηματική έκθεση καταδεικνύει τη σχέση μεταξύ της παρούσας σύμβασης και των άλλων συμβάσεων.

Όπως σημειώνεται στο προοίμιο, υπάρχει επίσης σχέση μεταξύ της παρούσας σύμβασης και της σύμβασης για την απλουστευμένη διαδικασία έκδοσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μολονότι η σχέση αυτή δεν αναφέρεται ειδικά στο άρθρο 1. Όταν αμφότερες οι συμβάσεις αυτές τεθούν σε ισχύ, θα υπάρξουν περιπτώσεις όπου οι δύο πράξεις θα εφαρμόζονται συγχρόνως εφόσον ορισμένα από τα θέματα που ρυθμίζει η παρούσα σύμβαση μπορεί επίσης να τεθούν όταν το εκζητούμενο πρόσωπο συγκατατίθεται στην έκδοση.

Το παρόν άρθρο της σύμβασης διατυπώθηκε διαφορετικά από το αντίστοιχο άρθρο 1 της σύμβασης για την απλουστευμένη διαδικασία έκδοσης, λόγω της διαφοράς περιεχομένου και χαρακτήρα των δύο πράξεων, μολονότι και οι δύο συμβάσεις συμπληρώνουν ισχύουσες συμβάσεις. Συγκεκριμένα, η παρούσα σύμβαση τροποποιεί ως ένα βαθμό τους όρους έκδοσης μεταξύ των κρατών μελών, αλλάζοντας το ισχύον νομικό καθεστώς για την έκδοση, εφόσον λειτουργεί με βάση τις «μητρικές» συμβάσεις. Από την άλλη πλευρά, η σύμβαση για την απλουστευμένη διαδικασία έκδοσης ρυθμίζει τις διαδικαστικές πλευρές ορισμένων περιπτώσεων έκδοσης, οι οποίες δεν ρυθμίζονται από τις «μητρικές» συμβάσεις.

Η παράγραφος 2, η οποία θα πρέπει να αναγνωσθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 28 παράγραφος 3 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως, προβλέπει ότι η παράγραφος 1 δεν θίγει την εφαρμογή διατάξεων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που προσφέρουν στα κράτη μέλη ευνοϊκότερους διακανονισμούς έκδοσης ούτε τις συμφωνίες έκδοσης που συνήφθησαν με βάση ομοιόμορφες νομοθεσίες (όπως π.χ. στη σχέση μεταξύ των βορείων χωρών) ούτε τις συμφωνίες έκδοσης που βασίζονται σε αμοιβαία νομοθεσία για την εκτέλεση στο έδαφος κράτους μέλους ενταλμάτων σύλληψης που εκδίδονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (όπως π.χ. στη σχέση μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ιρλανδίας).

Άρθρο 2 - Πράξεις για τις οποίες χωρεί έκδοση

Η παράγραφος 1 ορίζει τις πράξεις για τις οποίες χωρεί έκδοση. Ο αριθμός των πράξεων για τις οποίες χωρεί έκδοση πιθανότατα θα αυξηθεί σημαντικά με την εφαρμογή του άρθρου αυτού. Στην παράγραφο αυτή προβλέπεται ότι οι πράξεις πρέπει να τιμωρούνται τόσο από τη νομοθεσία του εκζητούντος κράτους μέλους, όσο και από τη νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση, επιβεβαιώνοντας έτσι τον κανόνα του διττού αξιοποίνου που περιλαμβάνεται ήδη στις «μητρικές» συμβάσεις (στο άρθρο 3 προβλέπεται ειδική εξαίρεση του κανόνα αυτού). Συγχρόνως, τροποποιεί την κατώτατη ποινή που απατείται για την έκδοση, η οποία συνίσταται σε στερητική της ελευθερίας ποινή ή σε στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου δώδεκα τουλάχιστον μηνών, σε σχέση με τη νομοθεσία του εκζητούντος κράτους μέλους. Αυτό το κατώτατο όριο μειώθηκε σε έξι μήνες σε σχέση με τη νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση.

Το όριο του ενός έτους είναι το κανονικό κατώτατο όριο δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, αλλά αποτελεί αντικείμενο επιφυλάξεων που εξέφρασαν ορισμένα κράτη κατά την κύρωση. Από το άρθρο 17 της παρούσας σύμβασης προκύπτει ότι δεν μπορούν να διατυπωθούν επιφυλάξεις στον τομέα αυτό. Το κατώτατο όριο του ενός έτους συμβαδίζει επίσης με τη λύση που έχει υιοθετηθεί στο άρθρο 61 της σύμβασης για την εφαρμογή της συμφωνίας του Schengen. Το άρθρο 2 παράγραφος 1 της συνθήκης Μπενελούξ προβλέπει κατώτατο όριο έξι μηνών σε σχέση με τη νομοθεσία του εκζητούντος κράτους, υπερισχύοντας έτσι της παρούσας σύμβασης, λόγω του ευνοϊκότερου χαρακτήρα του όσον αφορά την έκδοση, όταν πρόκειται για ρυθμίσεις που αφορούν την έκδοση μεταξύ κρατών που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη συνθήκη αυτή.

Το κατώτατο όριο των έξι μηνών σε σχέση με το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η έκδοση αποτελεί καινοτομία για τα περισσότερα κράτη μέλη.

Όσον αφορά την παράγραφο 2, ορισμένα κράτη μέλη αρνήθηκαν να επιτρέψουν την έκδοση, διότι η εθνική τους νομοθεσία δεν προβλέπει στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας αναλόγου φύσεως με το μέτρο βάσει του οποίου ζητείται η έκδοση, μολονότι αυτά τα κράτη μέλη δεν διατύπωσαν επιφυλάξεις σε σχέση με το άρθρο 25 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως. Η παράγραφος 2 διατυπώθηκε προκειμένου να καταστεί σαφής η νομική κατάσταση και να μην αποτελούν αυτοί οι λόγοι αιτία άρνησης της έκδοσης μεταξύ των κρατών μελών.

Η παράγραφος 3 ρυθμίζει την αποκαλούμενη επικουρική έκδοση και περιέχει διάταξη παρόμοια με τη διάταξη του άρθρου 1 του δεύτερου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως. Βάσει της παραγράφου αυτής, το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η έκδοση έχει επίσης το δικαίωμα να προβεί στην έκδοση για πράξεις που δεν πληρούν τους όρους έκδοσης δυνάμει της παραγράφου 1, αλλά τιμωρούνται με πρόστιμο. Θεωρήθηκε ότι οι λόγοι για άρνηση της έκδοσης δεν ισχύουν πλέον όταν το εκζητούμενο πρόσωπο πρέπει να εκδοθεί για σοβαρό αδίκημα, το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1. Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω πρόσωπο δεν πρέπει να αποφεύγει τη δίωξη για μικρότερης σημασίας αδικήματα και τα δικαστήρια του εκζητούντος κράτους μέλους θα είναι σε θέση να εκδώσουν απόφαση για όλα τα διαπραχθέντα από αυτόν αδικήματα.

Άλλη πλευρά του θέματος των πράξεων για τις οποίες δεν χωρεί έκδοση και τιμωρούνται με πρόστιμο, ρυθμίζεται από το άρθρο 10 παράγραφος 1, το οποίο αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου στην αίτηση έκδοσης δεν είχαν περιληφθεί τα αδικήματα αυτά, αλλά το εκζητούν κράτος μέλος δύναται να επιληφθεί αυτών των αδικημάτων μετά την έκδοση του προσώπου.

Άρθρο 3 - Σύσταση και συμμορία (conspiration et association de malfaiteurs) (3*)

Από το 1993, η Ευρωπαϊκή Ένωση, στα πλαίσια των μέτρων της για την καταπολέμηση των σοβαρότερων μορφών εγκλήματος, θεώρησε κυρίως ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προτεραιότητα στις πλέον σοβαρές μορφές του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Σ' αυτά τα πλαίσια, διαπιστώθηκε συχνά ότι στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών υπάρχει έλλειψη ομοιόμορφων διατάξεων που καθιστούν αξιόποινη την ένωση δύο ή περισσοτέρων προσώπων προς διάπραξη εγκλημάτων. Τούτο οφείλεται στις διαφορετικές νομικές παραδόσεις, αλλά δεν ισοδυναμεί με διαφορές πολιτικής όσον αφορά την εγκληματικότητα. Αυτές οι διαφορές μπορούν να προξενήσουν δυσχέρειες στη δικαστική συνεργασία.

Συγκεκριμένα, οι διαφορές μεταξύ των διαφόρων μορφών συμμορίας που καλύπτονται από τις ποινικές νομοθεσίες των κρατών μελών και οι διαφορές μεταξύ των διαφόρων μορφών σύστασης - και ακόμα περισσότερο οι διαφορές μεταξύ των εγκλημάτων της συμμορίας, από τη μία πλευρά, και των εγκλημάτων της σύστασης, από την άλλη - αποδείχτηκαν ιδιαίτερα ευαίσθητες στον τομέα της έκδοσης, διότι εφόσον δεν ισχύει το προαπαιτούμενο του διττού αξιοποίνου, ενδέχεται να εμποδιστεί η έκδοση για αδικήματα σχετικά με την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος υπό όλες του τις μορφές.

Με το άρθρο 3 σκοπείται να αντιμετωπισθεί η δυσχέρεια αυτή προβλέποντας εξαίρεση από τον κανόνα του διττού αξιοποίνου, με παρέκκλιση από το άρθρο 2 παράγραφος 1 της παρούσας σύμβασης και από το αντίστοιχο άρθρο 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως και το άρθρο 2 της συνθήκης Μπενελούξ. Προς τούτο, η παράγραφος 1 προβλέπει ότι όταν το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση χαρακτηρίζεται από το δίκαιο του εκζητούντος κράτους μέλους ως σύσταση ή συμμορία, τότε δεν επιτρέπεται άρνηση εκδόσεως μόνον για τον λόγο ότι η ίδια συμπεριφορά δεν στοιχειοθετεί αδίκημα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση. Είναι αυτονότητο ότι παραμένουν εν ισχύ οι άλλοι λόγοι άρνησης εκδόσεως που προβλέπονται στην παρούσα Σύμβαση ή σε άλλες εφαρμοστέες συμβάσεις.

Εντούτοις, η σημαντική αυτή διατάξη εφαρμόζεται υπό δύο προϋποθέσεις, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1. Η πρώτη είναι ότι το αδίκημα πρέπει, σύμφωνα με τη νομοθεσία του εκζητούντος κράτους μέλους, να τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας ανωτάτου ορίου δώδεκα τουλάχιστον μηνών. Για μεγαλύτερη σαφήνεια, επιβεβαιώνεται ρητώς το κατώτατο όριο που αναφέρεται ήδη στο άρθρο 2.

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ότι η συμμορία εγκληματιών ή η σύσταση έχουν σκοπό την τέλεση:

α) «ενός ή πλειόνων αδικημάτων από τα αναφερόμενα στα άρθρα 1 ή 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας» ή

β) «οιουδήποτε άλλου αδικήματος το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου δώδεκα τουλάχιστον μηνών στον τομέα της διακίνησης ναρκωτικών και άλλων μορφών οργανωμένης εγκληματικότητας ή άλλων πράξεων βίας στρεφομένων κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της ελευθερίας ενός προσώπου ή πράξεων οι οποίες συνιστούν κοινό κίνδυνο κατά προσώπων». Στην παράγραφο 2 αναφέρεται η τεκμηρίωση βάσει της οποίας το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η έκδοση αποφασίζει κατά πόσον πληρούται αυτή η δεύτερη προϋπόθεση.

Οι προϋποθέσεις καταδεικνύουν ότι η κατ' εξαίρεση παρέκλιση από την απαίτηση του διττού αξιοποίνου δικαιολογείται και εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις συμμορίας εγκληματιών ή σύστασης και ότι η εκτίμηση αυτής της σοβαρότητας πρέπει να βασίζεται στο χαρακτήρα των αδικημάτων, τα οποία αποτελούν τον σκοπό των προσώπων που συνομωτούν ή συγκροτούν συμμορία ή συμμετέχουν σ' αυτή. Τα αδικήματα που θεωρούνται εν προκειμένω ως σοβαρά από την παρούσα σύμβαση ανήκουν σε τρεις κατηγορίες: αδικήματα στον τομέα της τρομοκρατίας, αδικήματα στον τομέα του οργανωμένου εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένης της διακίνησης ναρκωτικών, και αδικήματα βίας.

Κατ' αντίθεσιν, η παράγραφος 1 δεν περιλαμβάνει ορισμό της συμμορίας εγκληματιών ή της σύστασης, διότι αρκεί το ότι το αδίκημα στο οποίο βασίζεται η αίτηση περί εκδόσεως χαρακτηρίζεται ως συμμορία εγκληματιών ή σύσταση από τη νομοθεσία του εκζητούντος κράτους μέλους.

Εντούτοις, δεδομένου ότι η αρχή του διττού αξιοποίνου αποτελεί καθιερωμένη αρχή του δικαίου περί εκδόσεως πολλών κρατών μελών, θεωρήθηκε σκόπιμο να ευρεθεί εναλλακτική λύση της παραγράφου 1. Προς τούτο, οι παράγραφοι 3 και 4 προβλέπουν τον συνδυασμό επιφύλαξης ως προς την παράγραφος 1 και υποχρέωσης να θεωρηθεί η συμπεριφορά που περιγράφει η παράγραφος 4 ως λόγος για τον οποίον χωρεί έκδοση σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1.

Δυνάμει της παραγράφου 3, ένα κράτος μέλος μπορεί να επιφυλαχθεί του δικαιώματος να μην εφαρμόζει την παράγραφο 1 ή να την εφαρμόζει υπό ορισμένους όρους που θα προσδιορίζει στην επιφύλαξη. Το κράτος μέλος που διατυπώνει επιφύλαξη έχει την ευχέρεια να αποφασίσει για το περιεχόμενο των όρων αυτών.

Όταν έχει διατυπωθεί επιφύλαξη, με ή χωρίς όρους, εφαρμόζεται η παράγραφος 4. Η παράγραφος αυτή περιγράφει τη συμπεριφορά για την οποία τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν την έκδοση στην εθνική τους νομοθεσία. Προς τούτο, χωρίς τη χρήση εννοιών όπως συμμορία εγκληματιών ή σύσταση, χρησιμοποιούνται διάφορα στοιχεία αντικειμενικής υποστάσεως:

- Πρέπει να υπάρχει συμπεριφορά που να συμβάλει στη διάπραξη από ομάδα προσώπων που ενεργούν για κοινό σκοπό, ενός ή πλειόνων αδικημάτων των τύπων που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

- Η συμβολή μπορεί να είναι οιασδήποτε φύσης ενώ εκτιμάται αντικειμενικά, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, κατά πόσον η συμπεριφορά συμβάλλει στη διάπραξη ενός ή περισσοτέρων αδικημάτων. Όπως ορίζεται στην παράγραφο αυτή, η συμπεριφορά δεν χρειάζεται να συνίσταται σε συμμετοχή του προσώπου στην εκτέλεση αυτή καθ' εαυτή του ή των αδικημάτων. Η συμβολή μπορεί να είναι απλώς βοηθητικού χαρακτήρα (απλή υλική προετοιμασία, μηχανισμός υποστήριξης στην κίνηση, ή φιλοξενία προσώπων ή παρόμοια συμπεριφορά). Η παράγραφος αυτή δεν προβλέπει ότι το πρόσωπο που συμβάλλει στη διάπραξη του αδικήματος πρέπει να είναι «μέλος» της ομάδας. Κατά συνέπεια, εάν ένα πρόσωπο που δεν συμμετέχει ως «μέλος» μιας στενά οργανωμένης ομάδας συμβάλλει στην εγκληματική δραστηριότητα της ομάδας - περιστασιακά ή σε μόνιμη βάση - αυτό το είδος συμβολής καλύπτεται επίσης από την εν λόγω διάταξη, υπό τον όρο ότι συντρέχουν τα άλλα στοιχεία που συνιστούν τη συμβολή, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4.

- Όπως προβλέπεται στην παράγραφο αυτή, «η συμβολή πρέπει να είναι εκ προθέσεως και να πραγματοποιείται εν γνώσει είτε του σκοπού και της γενικής εγκληματικής δρστηριότητας της ομάδας είτε της προθέσεως της ομάδας να διαπράξει το σχετικό ή τα σχετικά αδικήματα». Με το κείμενο αυτό, η συμβολή χαρακτηρίζεται διττώς: Πρώτον, η συμβολή πρέπει να είναι εκ προθέσεως ώστε να αποκλείεται η μη εκ προθέσεως συμβολή. Δεύτερον, δεδομένου ότι διαφέρουν τόσο η φύση των εγκληματικών ομάδων όσο και οι συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η συμβολή, απαιτείται ο προσδιορισμός ενός στοιχείου γνώσεως. Εν προκειμένω, το κείμενο προβλέπει ότι το στοιχείο γνώσεως θα βασίζεται στη γνώση είτε του σκοπού και της γενικής εγκληματικής δραστηριότητας της ομάδας είτε της πρόθεσης της ομάδας να διαπράξει ένα ή περισσότερα από τα σχετικά αδικήματα.

- Τα αδικήματα της ομάδας, στη διάπραξη των οποίων συμβάλλει ένα πρόσωπο, είναι τα ίδια με τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και β). Και στην περίπτωση αυτή, η συγκεκριμένη υποχρέωση της εν λόγω διάταξης δικαιολογείται υπό το φως της σοβαρότητας των αδικημάτων που διαπράττονται ή σχεδιάζονται από την ομάδα.

Άρθρο 4 - Ποινή στερητική της ελευθερίας με τοποθέτηση σε άλλο χώρο εκτός ενός σωφρονιστικού καταστήματος

Το άρθρο 12 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως προβλέπει ότι η αίτηση έκδοσης πρέπει να βασίζεται σε καταδικαστική απόφαση για στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας ή - στην περίπτωση έκδοσης για λόγους ποινικής δίωξης - σε ένταλμα συλλήψεως ή σε ετέρα πράξη έχουσα την αυτή ισχύ. Δυνάμει των πράξεων αυτών, το πρόσωπο συνήθως στερείται της ελευθερίας του με τοποθέτησή του σε σωφρονιστικό κατάστημα.

Εντούτοις, νέοι στερητικοί της ατομικής ελευθερίας τύποι μέτρων ενόψει δίωξης ή ακόμη αντί της έκτισης ποινών, έχουν αναπτυχθεί ή πρόκειται να αναπτυχθούν στο μέλλον. Σε ορισμένα κράτη μέλη, η νομοθεσία επιτρέπει στις δικαστικές αρχές να προσφεύγουν σε κατ' οίκον περιορισμό ή, εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από το πώς ονομάζεται το μέτρο, προβλέπεται η στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου με τοποθέτησή του σε άλλο χώρο εκτός σωφρονιστικού καταστήματος.

Εφόσον, δυνάμει των νομοθεσιών αυτών, η στέρηση της ελευθερίας με τοποθέτηση σε άλλο χώρο εκτός σωφρονιστικού καταστήματος ισοδυναμεί, όσον αφορά τον σκοπό καί το νομικό καθεστώς, προς τη στέρηση της ελευθερίας με τοποθέτηση σε σωφρονιστικό κατάστημα, με μοναδική διαφορά, το χώρο όπου το πρόσωπο κρατείται, υποστηρίχθηκε ότι αυτή η διαφορετική διαδικασία δεν θα πρέπει να έχει οποιοδήποτε αρνητικό αποτέλεσμα στην έκδοση.

Προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να αποτελέσει εμπόδιο στην έκδοση μια στενή ερμηνεία του προαναφερόμενου άρθρου της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως ή του αντίστοιχου άρθρου 11 της συνθήκης Μπενελούξ, το άρθρο 4 ορίζει ότι δεν επιτρέπεται άρνηση της έκδοσης αποκλειστικά και μόνον επειδή το μέτρο επί του οποίου βασίζεται η αίτηση προβλέπει την στέρηση της ελευθερίας με τοποθέτηση σε άλλο χώρο εκτός σωφρονιστικού καταστήματος.

Η διάταξη αυτή δεν απαιτεί την τροποποίηση των εθνικών διατάξεων για τη σύλληψη και την στέρηση της ελευθερίας, ούτε καν σε σχέση με την έκδοση. Παρομοίως, δεν τροποποιεί τους άλλους όρους της έκδοσης ή της άρνησης αυτής.

Όταν ζητείται η έκδοση, θα ήταν χρήσιμο, προς το συμφέρον του εκζητούντος κράτους μέλους, να εξηγείται η εμβέλεια και ο νομικός χαρακτήρας του κατ' οίκον περιορισμού ή παρομοίου μέτρου, επί του οποίου βασίζεται η αίτηση, ιδίως εάν η στέρηση της ελευθερίας σε άλλο χώρο εκτός σωφρονιστικού καταστήματος δεν προβλέπεται από το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η έκδοση.

Άρθρο 5 - Πολιτικά εγκλήματα

Η κοινή προσήλωση των κρατών μελών στην πρόληψη και καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η οποία τονίζεται συχνά από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, και η συνακόλουθη ανάγκη για τη βελτίωση της δικαστικής συνεργασίας προκειμένου να αποκλεισθεί ο κίνδυνος να μην επιβληθεί τιμωρία σε μια τέτοια συμπεριφορά οδήγησαν στην επανεξέταση του θέματος των πολιτικών εγκλημάτων σε σχέση με την έκδοση.

Ενόψει της ομοιότητος της πολιτικής σύλληψης μεταξύ των κρατών μελών και της βασικής εμπιστοσύνης για τη λειτουργία των συστημάτων ποινικής δικαιοσύνης στα κράτη μέλη, ήταν εύλογο να επανεξετασθεί κατά πόσον η εξαίρεση των πολιτικών εγκλημάτων θα πρέπει να συνεχίσει να συνιστά λόγο της άρνησης της έκδοσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 5 είναι το αποτέλεσμα αυτής της αναθεώρησης.

Οι σημαντικές αλλαγές που εισάγουν οι νέες διατάξεις πρέπει να εξεταστούν σε συνδυασμό με την κοινή δήλωση των κρατών μελών η οποία προσαρτάται στη σύμβαση σχετικά με το δικαίωμα ασύλου (σύμβαση για το νομικό καθεστώς των προσφύγων του 1959, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967), στην οποία διαπιστώνεται η σχέση μεταξύ της παρούσας σύμβασης και των διατάξεων περί ασύλου που περιλαμβάνονται στα Συντάγματα ορισμένων κρατών μελών και των οικείων διεθνών μέσων.

Το άρθρο 5 αντικατοπτρίζει μία διπλή προσέγγιση: αφενός, η παράγραφος 1 προβλέπει ότι, για το σκοπό της έκδοσης, κανένα αδίκημα δεν μπορεί να θεωρείται ως πολιτικό έγκλημα 7 αφετέρου, όταν στην παράγραφο 2 προβλέπεται ότι μπορεί να υπάρξει παρέκκλιση από την αρχή αυτή μέσω επιφύλαξης, προσδιορίζεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει επιφύλαξη ως προς εγκλήματα τρομοκρατίας. Συνεπώς, κατ' αυτόν τον τρόπο δεν θίγεται η προαναφερθείσα αρχή.

Το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως και το άρθρο 3 της συνθήκης Μπενελούξ αποκλείουν την έκδοση για πολιτικά εγκλήματα. Η ευρωπαϊκή σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας περιλαμβάνει, στο άρθρο 1, εξαίρεση από τους κανόνες αυτούς, προβλέποντας ότι κανένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό εγκλήματα δεν θα θεωρείται πλέον ως πολιτικό έγκλημα, ή ως έγκλημα συναφές προς πολιτικό έγκλημα ή ως έκλημα που διαπνέεται από πολιτικά κίνητρα. Επί πλέον, η σύμβαση αυτή επιτρέπει, με το άρθρο 2, σε ένα συμβαλλόμενο κράτος να αποφασίσει ότι δεν θα θεωρήσει ως πολιτικό έγκλημα, κάθε σοβαρή πράξη βίας, που δεν προβλέπεται στο άρθρο 1 και η οποία στρέφεται κατά της ζώης, της σωματικής ακεραιότητας ή της ελευθερίας προσώπου ή σοβαρή πράξη στρεφόμενη κατά της περιουσίας, όταν η πράξη συνιστά ομαδικό κίνδυνο προσώπων καθώς και όταν υπάρχει απόπειρα για τη διάπραξη κάποιου από τα προαναφερόμενα εγκλήματα ή συμμετοχή ως συνεργού προσώπου το οποίο διαπράττει ή αποπειράται να διαπράξει ένα τέτοιο έγκλημα.

Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου αποσκοπεί στην πλήρη κατάργηση της δυνατότητας επίκλησης της εξαίρεσης πολιτικού εγκλήματος.

Η παράγραφος 1 επαναλαμβάνει τη διατύπωση του άρθρου 1 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας, αλλά η διάταξη δεν περιορίζεται πλέον σε κατάλογο εγκλημάτων. Η παράγραφος 1 της παρούσας σύμβασης υπερισχύει κατ' αυτόν τον τρόπο του άρθρου 3 παράγραφος 1 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως και του άρθρου 3 παράγραφος 1 της συνθήκης Benelux, καθώς και των άρθρων 1 και 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας.

Όπως αναφέρεται στη παράγραφο 3, η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου δεν τροποποιεί κατά κανένα τρόπο τις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως ή το άρθρο 5 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας. Δυνάμει των διατάξεων αυτών, οι οποίες μπορούν κατά συνέπεια να εφαρμόζονται πλήρως, το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η έκδοση μπορεί να εξακολουθήσει να αρνείται την έκδοση εφόσον ζητείται για λόγους δίωξης ή κολάσεως ατόμου λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας ή πολιτικών φρονημάτων, ή εάν η θέση του ατόμου αυτού μπορεί να επιδεινωθεί για κάποιον από αυτούς τους λόγους.

Η δυνατότητα να εφαρμοσθούν οι περιστάσεις αυτές μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας έκδοσης είναι πιθανώς θεωρητική. Εντούτοις, εφόσον ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών είναι απόλυτη αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, όπως έχει ήδη ειπωθεί, αποτελεί το υπόβαθρο της προόδου την οποία επιδιώκει να επιτύχει η Ένωση μέσω της σύμβασης αυτής, θεωρήθηκε ορθό να μην απομακρυνθεί το κείμενο από τον προαναφερόμενο παραδοσιακό κανόνα της προστασίας των ατόμων από ποινικές διώξεις που χαρακτηρίζονται από πολιτικές διακρίσεις και ότι πρέπει να τονισθεί ρητώς η ισχύς αυτού του κανόνα.

Στην παράγραφο 3 αναφέρεται επίσης η δήλωση, η οποία προσαρτάται στην σύμβαση, στην οποία η Ελληνική Δημοκρατία διευκρινίζει ότι, υπό το πρίσμα των διατάξεων της παραγράφου αυτής, είναι δυνατόν να ερμηνευθεί το όλο άρθρο σύμφωνα με τους όρους του ελληνικού Συντάγματος.

Η παράγραφος 2 - όπως προαναφέρθηκε - προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί να εκφράσει επιφύλαξη για τον περιορισμό της εφαρμογής της παραγράφου 1 σε δύο κατηγορίες αδικημάτων:

α) τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας (που καλύπτουν τα σοβαρότερα αδικήματα, όπως η σύλληψη ομήρων, η χρήση πυροβόλων όπλων και εκρηκτικών, οι πράξεις βίας κατά της ζωής ή ελευθερίας προσώπων οι οποίες προκαλούν ομαδικό κίνδυνο για πρόσωπα) 7

β) τα αδικήματα της σύστασης ή συμμορίας εγκληματιών με σκοπό τη διάπραξη ενός ή πλειόνων αδικημάτων που αναφέρονται στο προαναφερθέν σημείο α).

Όσον αφορά αυτές τις τελευταίες κατηγορίες, η παρούσα σύμβαση υπερβαίνει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 στοιχείο στ) της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας η οποία περιορίζεται στην απόπειρα διάπραξης κάποιου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 αδικήματα, ή συμμετοχή υπό την μορφή συνέργειας στη διάπραξη ή στην απόπειρα διαπράξεως από πρόσωπο αυτών των αδικημάτων.

Αντίθετα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της παρούσας σύμβασης, η σύσταση και συμμορία που αναφέρονται στη παράγραφο 2 στοιχείο β) του άρθρου αυτού λαμβάνονται υποψιν μόνο στο βαθμό που συνιστούν συμπεριφορά η οποία αντιστοιχεί στην περιγραφή του άρθρου 3 παράγραφος 4.

Τέλος, η παράγραφος 4 συμπληρώνει τις διατάξεις του άρθρου προβλέποντας ότι οι επιφυλάξεις που έχουν διατυπωθεί ως προς το άρθρο 13 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας δεν ισχύουν πλέον. Η παράγραφος 4 ισχύει τόσο για κράτη μέλη που εφαρμόζουν πλήρως της αρχή η οποία ορίζεται στην παράγραφο 1, όσο και για τα κράτη μέλη τα οποία προβαίνουν σε δήλωση δυνάμει της παραγράφου 2.

Άρθρο 6 - Φορολογικά αδικήματα

Το άρθρο 5 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως και το άρθρο 4 της συνθήκης Μπενελούξ προβλέπουν ότι χωρεί έκδοση για φορολογικά αδικήματα, μόνον εφόσον τα συμβαλλόμενα κράτη το αποφάσισαν και τούτο για κάθε τέτοιο αδίκημα ή κατηγορία αδικημάτων. Το άρθρο 2 του δεύτερου πρόσθετου πρωτόκολλου της ευρωπαϊκής σύμβασης αίρει τον περιορισμό του άρθρου 5 της εν λόγω σύμβασης, αλλά το πρωτόκολλο αυτό δεν έχει επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη και δεν εφαρμόζεται μεταξύ των κρατών μελών, για τα οποία ισχύουν άλλοι διακανονισμοί έκδοσης και όχι η ευρωπαϊκή σύμβαση. Το άρθρο 63 της σύμβασης για την εφαρμογή της συμφωνίας του Schengen αίρει μερικώς τον περιορισμό για τα φορολογικά αδικήματα.

Οι παράγραφοι 1 και 2 προβλέπουν για όλα τα κράτη μέλη το ίδιο νομικό καθεστώς με εκείνο του δεύτερο πρωτοκόλλου της ευρωπαϊκής σύμβασης, υπερισχύοντας έτσι των προαναφερομένων άρθρων της ευρωπαϊκής σύμβασης και της συνθήκης Μπενελούξ όπως και της σύμβασης για την εφαρμογή της συμφωνίας του Schengen.

Στην παράγραφο 1 θεσμοθετείται η αρχή σύμφωνα με την οποία χωρεί έκδοση για φορολογικά αδικήματα τα οποία κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποία ζητείται η έκδοση αντιστοιχούν σε αδίκημα της ιδίας φύσεως.

Δεδομένου ότι οι νομοθεσίες των κρατών μελών μπορούν να διαφέρουν σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία των διαφόρων αδικημάτων που συνδέονται με φόρους, τέλη, τελωνεία και συνάλλαγμα, θεωρήθηκε σκόπιμο να διαθέτει το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η έκδοση ευρεία ευχέρεια αξιολόγησης του κατά πόσον στοιχειοθετείται δυνάμει της νομοθεσίας του ένα αδίκημα το οποίο αντιστοιχεί στο αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση. Συνεπώς, προκειμένου να πληρούται η απαίτηση του διττού αξιοποίνου, αρκεί να θεωρείται ένα αδίκημα «της ιδίας φύσεως» (4*).

Η παράγραφος 2 προβλέπει παρόμοιο κανόνα, με τον κανόνα του δεύτερου πρωτοκόλλου (5**) σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται άρνηση της εκδόσεως για τον λόγο ότι η νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φορολογικές επιβαρύνσεις με εκείνη του κράτους μέλους το οποίο ζητεί την έκδοση. Και εν προκειμένω, η βασική ιδέα είναι ότι τα ουσιαστικά συστατικά στοιχεία του αδικήματος πρέπει να είναι αποφασιστικά για την εξακρίβωση της εφαρμογής της αρχής του διττού αξιοποίνου.

Η παράγραφος 3 επιτρέπει τη δυνατότητα διατύπωσης επιφύλαξης σε σχέση με αδικήματα τα οποία δεν συνδέονται με τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, τους φόρους προστιθεμένης αξίας ή τελωνείων τα οποία μπορούν να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της σύμβασης. Κατ' αντίθεση, όσον αφορά τα αδικήματα που συνδέονται με τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, το φόρο προστιθεμένης αξίας ή τα τελωνεία, δεν μπορεί να υπάρξει παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του άρθρου 6 με τη χρήση της δυνατότητας επιφύλαξης. Εάν έχει διατυπωθεί επιφύλαξη, αυτή σχετίζεται με το άρθρο 10 όπως προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού.

Τα κράτη μέλη, τα οποία είναι συμβαλλόμενα μέρη στο δεύτερο πρωτόκολλο δεν μπορούν να προβλέπουν περιοριστικότερο σύστημα έκδοσης για τα φορολογικά αδικήματα, από εκείνο που έχουν ήδη συμφωνήσει στα πλαίσια του δευτέρου πρωτοκόλλου. Όπως προκύπτει από αυτήν την αρχή, τα κράτη μέλη τα οποία είναι μέρη του δεύτερου πρωτοκόλλου και τα οποία δεν έχουν διατυπώσει επιφύλαξη σε σχέση με το άρθρο 2 του εν λόγω πρωτοκόλλου, δεν μπορούν να προβούν στη δήλωση που προβλέπει η παράγραφος 3.

Άρθρο 7 - Έκδοση ημεδαπών

Το άρθρο αυτό εξετάζεται σε συνδυασμό με τη δήλωση του Συμβουλίου για την έννοια των υπηκόων και τη δήλωση της Δανίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας όσον αφορά το άρθρο 7 της παρούσας σύμβασης.

Λίγα κράτη μέλη εκδίδουν τους ιδίους τους υπηκόους τους. Το άρθρο 8 της ευρωπαϊκής σύμβασης προβλέπει διακριτική ευχέρεια για την άρνηση για λόγους υπηκοότητος και το άρθρο 5 της συνθήκης Μπενελούξ αποκλείει ρητώς την έκδοση ημεδαπών. Σε ορισμένα κράτη μέλη η έκδοση ημεδαπών εμποδίζεται συνταγματικά ενώ σε άλλα υπάρχει νομοθετική απαγόρευση.

Η παράγραφος 1 θεσπίζει την αρχή ότι δεν επιτρέπεται άρνηση της έκδοσης για τον λόγο ότι ο εκζητούμενος είναι υπήκοος του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση, κατά την έννοια του άρθρου 6 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως. Η αρχή αυτή αποτελεί σημαντικό βήμα προς την κατάργηση ενός παραδοσιακού εμποδίου έκδοσης μεταξύ των κρατών μελών. Οι λόγοι αυτής της αλλαγής, όπως τονίστηκε ήδη στο σημείο «Γενικά» της επεξηγηματικής έκθεσης, πρέπει να αναζητηθούν στις κοινές αξίες, τις κοινές νομικές παραδόσεις και την αμοιβαία εμπιστοσύνη στη δέουσα λειτουργία των συστημάτων ποινικής δικαιοσύνης των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο δεν ορίζει τον όρο «υπήκοος» ενός κράτους μέλους αλλά αναφέρει το άρθρο 6 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, με δήλωση, να ορίσει τον όρο «υπήκοοι».

Σχετικές δηλώσεις έχουν γίνει από διάφορα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων τη Δανία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία. Αυτά τα τρία κράτη μέλη όρισαν ότι «ημεδαποί» είναι οι υπήκοοι των βορείων κρατών (Δανία, Φινλανδία, Νορβηγία και Σουηδία) καθώς και οι αλλοδαποί που έχουν κατοικία στο έδαφος ενός των κρατών αυτών. Οι δηλώσεις αυτές θεωρήθηκαν ιδιαίτερα ευρείες. Συνεπώς, στα πλαίσια της παρούσας σύμβασης, η Δανία, η Φινλανδία και η Σουηδία, επιβεβαιώνουν, με τη δήλωση που προσαρτάται στη σύμβαση ότι, στις σχέσεις τους με άλλα κράτη μέλη που εξασφαλίζουν ίση μεταχείριση, δεν θα επικαλούνται τον ορισμό των ημεδαπών δυνάμει της ευρωπαϊκής σύμβασης ως λόγο άρνησης της έκδοσης κατοίκων από μη βόρεια κράτη.

Η παράγραφος 2 προβλέπει τη δυνατότητα παρέκκλισης από τη γενική αρχή που ορίζεται στην παράγραφο 1. Η σχετική δυνατότητα επιφύλαξης θεωρήθηκε σκόπιμη δεδομένου ότι η απαγόρευση έκδοσης ημεδαπών ορίζεται στο συνταγματικό νόμο ή σε εθνικούς νόμους οι οποίοι βασίζονται σε μακροχρόνιες νομικές παραδόσεις, που είναι δύσκολο να τροποποιηθούν. Εντούτοις, η παράγραφος 3 προβλέπει ένα σύστημα το οποίο ευνοεί την αναθεώρηση των επιφυλάξεων που έχουν διατυπωθεί.

Δυνάμει της παραγράφου 2, η επιφύλαξη διατυπώνεται με τη δήλωση ότι η έκδοση ημεδαπών δεν χωρεί ή χωρεί μόνον υπό ορισμένες ειδικές προϋποθέσεις, ο καθορισμός των οποίων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια κάθε κράτους μέλους που προβαίνει στη δήλωση. Π.χ. το κράτος μέλος μπορεί να δηλώσει ότι δεν εκδίδει ημεδαπούς για την εκτέλεση ποινών και ότι τους εκδίδει μόνον για λόγους δίωξης υπό τον όρον ότι το εκδιδόμενο πρόσωπο πρέπει, εφόσον καταδικαστεί, να επιστρέψει στο κράτος μέλος προκειμένου να εκτελεστεί η ποινή. Επιπλέον, ένα κράτος μέλος δύναται να δηλώσει ότι όσον αφορά την έκδοση των ιδίων του υπηκόων θα εφαρμόζει πάντοτε την αρχή του διττού αξιοποίνου, τον κανόνα ειδικότητος και την απαγόρευση επανέκδοσης σε άλλο κράτος μέλος.

Σχετικά, θα πρέπει να υπενθυμισθεί η δήλωση του Συμβουλίου για την έννοια των «ημεδαπών». Σύμφωνα με αυτήν τη δήλωση, η έννοια του «ημεδαπού», όπως χρησιμοποιείται στην παρούσα σύμβαση δεν θίγει διαφορετικούς ορισμούς που χρησιμοποιήθηκαν ή δόθηκαν στα πλαίσια της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης της 21ης Μαρτίου 1983 για τη μεταφορά καταδίκων. Η δήλωση αυτή δεν θίγει οποιαδήποτε επιφύλαξη έχει διατυπωθεί σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση.

Η παράγραφος 3 προβλέπει ότι η επιφύλαξη έχει ισχύ πέντε ετών και ανανεώνεται για διαδοχικές περιόδους ίδιας διάρκειας. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, κάθε κράτος μέλος μπορεί, οποιαδήποτε στιγμή, να αποσύρει ολικώς ή μερικώς την επιφύλαξή του. Η παράγραφος προβλέπει διαδικασίες οι οποίες διασφαλίζουν ότι οι επιφυλάξεις δεν λήγουν αυτομάτως χωρίς να έχει δεόντως ειδοποιηθεί το κράτος μέλος δύο φορές από τον θεματοφύλακα της σύμβασης.

Η διαδικασία αυτή έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά. Δώδεκα μήνες πριν από τη λήξη κάθε πενταετούς περιόδου, ο θεματοφύλακας ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για το γεγονός ότι η επιφύλαξη λήγει σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία. Το αργότερο τρεις μήνες πριν από την ημερομηνία αυτή, το κράτος μέλος υποχρεούται να κοινοποιήσει στο θεματοφύλακα τις προθέσεις του σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3. Εάν το κράτος μέλος κοινοποιήσει στο θεματοφύλακα ότι διατηρεί την επιφύλαξη, η επιφύλαξη ανενεώνεται για μία πενταετή περίοδο, από την πρώτη ημέρα μετά την ημερομηνία λήξης της επιφύλαξης.

Εάν το κράτος μέλος δεν δηλώσει τις προθέσεις του σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία, η επιφύλαξη θεωρείται ότι παρατείνεται αυτομάτως για μια περίοδο έξι μηνών η οποία αρχίζει από την πρώτη ημέρα μετά την πενταετή περίοδο. Ο θεματοφύλακας ενημερώνει το κράτος μέλος για αυτή την αυτόματη παράταση και για την τελική ημερομηνία κατά την οποία η επιφύλαξη λήγει οριστικά. Ο θεματοφύλακας υπενθυμίζει στο κράτος μέλος στην κοινοποίησή του τις διατάξεις του τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού.

Εάν το κράτος μέλος κοινοποιήσει το γεγονός ότι διατηρεί την επιφύλαξή του δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, η περίοδος ανανέωσης της επιφύλαξης θεωρείται σε κάθε περίπτωση ότι αρχίζει να ισχύει από την πρώτη ημέρα μετά την ημερομηνία λήξης της πενταετούς περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας ισχύει η επιφύλαξη.

Στην περίπτωση που διατηρεί την επιφύλαξη, το κράτος μέλος μπορεί να την τροποποιήσει προκειμένου να απλοποιήσει τις προϋποθέσεις έκδοσης. Σε κάθε περίπτωση, το κράτος μέλος δεν μπορεί να τροποποιήσει την επιφύλαξη κατά τρόπον ώστε να καταστούν αυστηρότεροι οι όροι της έκδοσης, π.χ. προσθέτοντας, νέους όρους.

Άρθρο 8 - Παραγραφή

Δυνάμει του άρθρου 10 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως και του άρθρου 9 της συνθήκης Μπενελούξ, δεν χωρεί έκδοση του προσώπου λόγω παραγραφής της ποινικής διώξης ή της ποινής, σύμφωνα με τη νομοθεσία είτε του εκζητούντος κράτους είτε του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση.

Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου προβλέπει ότι δεν επιτρέπεται άρνηση της έκδοσης για το λόγο ότι έχει επέλθει παραγραφή της ποινής δίωξης ή της ποινής βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση. Η προσέγγιση αυτή διευκολύνει την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών.

Η παράγραφος 2 καθιστά προαιρετική την εφαρμογή του άρθρου κατά τρόπον ώστε να είναι δυνατό να λαμβάνεται υπόψη η νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση, όταν το αδίκημα είναι από τα αδικήματα εκείνα για τα οποία αυτό το κράτος μέλος έχει δικαιοδοσία να ασκήσει ποινική δίωξη ή να εκτελέσει ποινή. Το άρθρο 9 περιλαμβάνει διάταξη η οποία βασίζεται σε παρόμοιους συλλογισμούς.

Άρθρο 9 - Αμνηστία

Το παρόν άρθρο είναι νέο σε σχέση με την ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως και τη συνθήκη Μπενελούξ, αλλά διατηρεί τον κανόνα που προβλέπεται ήδη στο άρθρο 4 του δεύτερου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ευρωπαϊκής σύμβασης. Το παρόν άρθρο συμβαδίζει με το άρθρο 62 παράγραφος 2 της σύμβασης για την εφαρμογή της συμφωνίας του Schengen.

Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι η αμνηστία που έχει κηρυχθεί στο κράτος από το οποίο ζητείται η έκδοση, εάν το κράτος αυτό είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη του αδικήματος αυτού, σύμφωνα με το ποινικό του δίκαιο, συνιστά επιτακτικό λόγο για να μη χωρήσει έκδοση.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η αμνηστία εμποδίζει την έκδοση μόνον όταν το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η έκδοση έχει δικαιοδοσία για το αδίκημα, αντικατοπτρίζει τους ίδιους συλλογισμούς οι οποίοι ελήφθησαν υπόψη σε σχέση με το άρθρο 8 παράγραφος 2.

Άρθρο 10 - Πράξεις διαφορετικές από αυτές που δικαιολόγησαν την αίτηση έκδοσης

Το άρθρο 10 θα πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως και το αντίστοιχο άρθρο 13 της συνθήκης Μπενελούξ. Συγκεκριμένα, το άρθρο 10 περιλαμβάνει νέες διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες ένα κράτος μέλος, στο οποίο έχει παραχωρηθεί έκδοση, μπορεί ευκολότερα να ασκήσει την ποινική του δικαιοδοσία, (όσον αφορά τη δίωξη, τις δίκες και την εκτέλεση ποινών) σε σχέση με αδικήματα, τα οποία διεπράχθησαν πριν από την παράδοση του προσώπου, και είναι διαφορετικά από αυτά βάσει των οποίων ζητήθηκε η έκδοση. Με βάση το άρθρο 10, το εκζητούν κράτος μέλος δύναται να δράσει για τον προαναφερόμενο σκοπό, χωρίς να υποχρεούται προηγουμένως να ζητήσει και να λάβει τη συναίνεση του κράτους μέλους το οποίο προέβη στην έκδοση.

Αυτό το πλέον ευέλικτο σύστημα εφαρμόζεται στις τέσσερεις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Τα στοιχεία α), β) και γ) αφορούν περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν θα μπορούσε να είχε ζητηθεί αναγκαστικά η έκδοση. Η περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο δ), αντίθετα, αφορά αδικήματα για τα οποία θα μπορούσε να είχε ζητηθεί και παραχωρηθεί η έκδοση.

Σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο α), το εκζητούν κράτος μέλος δύναται να κινήσει ή να συνεχίσει τη δίωξη ή δύναται να δικάσει ένα πρόσωπο για αδίκημα το οποίο δεν τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο β), το εκζητούν κράτος μέλος δύναται να κινήσει ή να συνεχίσει τη δίωξη ή να δικάσει ένα πρόσωπο, ακόμα και όταν το αδίκημα τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, στο βαθμό που δεν περιορίζεται η ατομική ελευθερία του προσώπου κατά τη διάρκεια της ποινικής δίωξης ούτε ως αποτέλεσμα αυτής. Αυτό σημαίνει ότι εάν το πρόσωπο καταδικαστεί σε ποινή ή μέτρο στερητικό της ελευθερίας, αυτή η καταδικαστική απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί εκτός και εάν το εκζητούν κράτος μέλος έλαβε τη συναίνεση είτε του ενδιαφερομένου προσώπου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο δ), είτε του κράτους από το οποίο ζητείται η δίωξη δυνάμει του άρθρου 14 της ευρωπαϊκής σύμβασης. Το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο β) καλύπτει επίσης περιπτώσεις όπου το αδίκημα τιμωρείται με φυλάκιση ή πρόστιμο. Εντούτοις, όταν το πρόσωπο έχει καταδικαστεί σε πρόστιμο, δεν απαιτείται συναίνεση για την εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης.

Σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο γ), το εκζητούν κράτος μέλος δύναται να επιδιώξει την εκτέλεση οριστικής καταδικαστικής απόφασης, η οποία επιβάλλει ποινή ή μέτρο που δεν στερεί την ελευθερία. Τονίζεται ότι η παράγραφος αυτή επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος να εκτελεί όχι μόνον τα πρόστιμα αλλά και κάθε μέτρο υποκατάστασης, ακόμα και αν το μέτρο αυτό συνεπάγεται περιορισμό της ατομικής ελευθερίας. Όσον αφορά τη διατύπωση της διάταξης αυτής, «μέτρο που υποκαθίσταται του προστίμου» στην περίπτωση αυτή νοείται μόνο μέτρο το οποίο, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, μπορεί να εφαρμοστεί όταν δεν έχει γίνει καταβολή του ποσού. Συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν καλύπτει περιορισμούς της ελευθερίας που επιβάλλονται ως συνέπεια ανάκλησης ενός μέτρου που προβλέπει την υπό προϋποθέσεις απελευθέρωση ή οποιουδήποτε άλλου παρόμοιου μέτρου.

Στην περίπτωση του άρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχείο δ), το εκζητούν κράτος μέλος δύναται να προβεί στη δίωξη ή να δικάσει εκδοθέν πρόσωπο ή να εκτελέσει ποινή που επιβλήθηκε στο πρόσωπο αυτό χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση του άλλου κράτους, εάν το πρόσωπο αυτό, μετά την παράδοσή του, παραιτηθεί ρητώς, όσον αφορά ορισμένα αδικήματα, του ευεργετήματος του κανόνα της ειδικότητας. Η παράγραφος αυτή μπορεί να καλύψει επίσης περιπτώσεις κατά τις οποίες - βάσει του αδικήματος, της ποινής και των προβλεπομένων μέτρων - θά ήταν δυνατή η αίτηση έκδοσης και, εάν είχε ζητηθεί η συναίνεση του κράτους από το οποίο είχε ζητηθεί η έκδοση, το κράτος αυτό θα ήταν ενδεχομένως υποχρεωμένο να δώσει τη συναίνεσή του, δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχείο α) δεύτερη φράση της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως.

Ο λόγος που περιλήφθηκε το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο δ) έγκειται στο γεγονός ότι στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της εκδόσεως, τα συμφέροντα των εκζητουμένων προσώπων θεωρούνται ότι προστατεύονται επαρκώς από τη διαδικασία της συναίνεσης. Η διάταξη ομοιάζει προς τους συλλογισμούς που διέπουν το άρθρο 9 της σύμβασης για την απλουστευμένη διαδικασία έκδοσης και επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη περιπτώσεις κατά τις οποίες το πρόσωπο παραιτήθηκε από τον κανόνα της ειδικότητας μετά την παράδοσή του.

Κατά τον ίδιο τρόπο, οι παράγραφοι 2 και 3 επαναλαμβάνουν παρόμοιες διατάξεις της σύμβασης αυτής και σκοπεύουν στη θέσπιση μιας κατάλληλης διαδικασίας προκειμένου να εκφρασθεί η παραίτηση από τον κανόνα της ειδικότητας, κατά τρόπον ώστε να εξασφαλισθεί ότι η παραίτηση έγινε οικειοθελώς και ότι τα αποτελέσματά της είναι πλήρως γνωστά.

Η παράγραφος 2 διευκρινίζει ότι η παραίτηση από τον κανόνα της ειδικότητας πρέπει να γίνεται αναφορικά με «συγκεκριμένες πράξεις». Αυτό σημαίνει ότι δεν ισχύει γενική παραίτηση για όλα τα πιθανά περιστατικά πριν από την παράδοση ή παραίτηση σε σχέση με κατηγορίες περιστατικών. Η διάταξη αυτή, η οποία στο σημείο αυτό διαφέρει από το άρθρο 9 της σύμβασης για την απλουστευμένη διαδικασία, αποτελεί περαιτέρω εγγύηση ώστε το πρόσωπο να γνωρίζει τα αποτελέσματα που παράγει η παραίτηση.

Η παράγραφος 4 συνδέεται με το άρθρο 6 και προβλέπει ότι, κατά την εφαρμογή του άρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ), πρέπει να ζητείται και να δίδεται η συναίνεση του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση, όταν νέα περιστατικά ισοδυναμούν με φορολογικά αδικήματα για τα οποία το κράτος μέλος, από το οποίο ζητείται η έκδοση, έχει αποκλείσει την έκδοση με τη δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 3.

Άρθρο 11 - Τεκμήριο συναίνεσης του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση

Δυνάμει του άρθρου 11, τα κράτη μέλη που το επιθυμούν θεσπίζουν - με δηλώσεις και βάσει αμοιβαιότητας - περαιτέρω μηχανισμό, διαφορετικό από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 10, προκειμένου να διευκολυνθεί η άσκηση της ποινικής δικαιοδοσίας στο εκζητούν κράτος μέλος, όσον αφορά αδικήματα διαφορετικά από αυτά, για τα οποία παραχωρήθηκε η έκδοση. Αυτός ο μηχανισμός αποτελεί παρέκκλιση από τις διατάξεις που αφορούν τον κανόνα της ειδικότητα στις «μητρικές» συμβάσεις.

Διά του μηχανισμού αυτού, τεκμαίρεται ότι έχει δοθεί η συναίνεση του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση, η οποία απαιτείται από το άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο α) της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως και το άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο α) της συνθήκης Μπενελούξ. Το τεκμήριο αυτό επιτρέπει στο εκζητούν κράτος μέλος να προβεί σε δίωξη, να δικάσει, να εκτελέσει την ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας του εκδοθέντος σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη διαφορετική από αυτή για την οποία παραχωρήθηκε η έκδοση και η οποία ετελέσθη πριν από την παράδοση του.

Θεωρήθηκε ωστόσο σκόπιμο, να δοθεί στο κράτος μέλος, το οποίο προέβη στη δήλωση, η αρμοδιότητα να αναστέλει το «τεκμήριο συναίνεσης» στην περίπτωση συγκεκριμένης αιτήσεως έκδοσης, βάσει απόφασης που καθορίζεται από ιδιαίτερες πλευρές της περίπτωσης. Προς τούτο, το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η έκδοση εκφράζει, κατά την παραχώρηση της έκδοσης, τη σχετική του βούληση προς το εκζητούν κράτος μέλος. Όταν προβαίνουν στη δήλωση, τα κράτη μέλη που το επιθυμούν, δύνανται να δηλώνουν για ποιες περιπτώσεις θα αναστέλλουν την ισχύ του «τεκμηρίου συναίνεσης».

Όταν ισχύει ο μηχανισμός του τεκμηρίου της συναίνεσης, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 10. Όπως προαναφέρθηκε, όλες οι περιπτώσεις που καλύπτονται από το άρθρο 10 διέπονται πλήρως από το τεκμήριο της συναίνεσης. Εάν, ωστόσο, σε μία συγκεκριμένη περίπτωση το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η έκδοση έχει εκφράσει την πρόθεσή του να μην εφαρμόσει το τεκμήριο της συναίνεσης, τότε εφαρμόζεται και πάλι το άρθρο 10. Αυτός ο συνδυασμός των δύο άρθρων προβλέπεται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 11.

Άρθρο 12 - Επανέκδοση σε άλλο κράτος μέλος

Το άρθρο 15 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως και το άρθρο 14 παράγραφος 1 της συνθήκης Μπενελούξ, προβλέπουν ότι το εκζητούν κράτος δεν μπορεί να παραδώσει πρόσωπο σε τρίτο κράτος χωρίς τη συναίνεση του κράτους το οποίο προέβη στην έκδοση του προσώπου αυτού.

Βάσει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται πλέον και το κράτος μέλος στο οποίο έχει υποβληθεί αίτηση για επανέκδοση δεν απαιτείται να ζητήσει τη συναίνεση του κράτους μέλους το οποίο προέβη στην έκδοση.

Αυτή η νέα διάταξη, όπως αναφέρεται ρητώς, αφορά μόνον την επανέκδοση από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος. Επιπλέον, εφαρμόζεται μόνον στην περίπτωση που το κράτος το οποίο, δυνάμει του άρθρου 15 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως, πρέπει να δώσει τη συναίνεσή του, είναι κράτος μέλος.

Κάθε κράτος μέλος μπορεί να παρεκκλίνει από τον κανόνα της παράγραφου 1, με δήλωση δυνάμει της παραγράφου 2. Η δήλωση θα έχει ως συνέπεια ότι θα συνεχίσουν να εφαρμόζονται τα άρθρα 15 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως και 14 της συνθήκης Μπενελούξ, πράγμα που σημαίνει ότι απαιτείται, για την επανέκδοση, η συναίνεση του κράτους αυτού.

Εντούτοις, θεωρήθηκε εύλογο ότι, βάσει των ίδιων συλλογισμών με αυτούς που διέπουν το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο δ), δεν είναι σκόπιμη η παρέκκλιση από το γενικό κανόνα της παραγράφου 1 του άρθρου όταν το πρόσωπο συναινεί στην επανέκδοση. Εννοείται ότι, οι λεπτομέρειες για τη διατύπωση της συναίνεσης που προβλέπονται στο άρθρο 10 παράγραφοι 2 και 3 θα χρησιμοποιηθούν και εν προκειμένω.

Παρομοίως, θεωρήθηκε εύλογο να μην εφαρμόζεται η παρέκκλιση η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, όταν προβλέπει διαφορετικά το άρθρο 13 της σύμβασης για την απλουστευμένη διαδικασία έκδοσης. Αυτό συμβαίνει όταν το πρόσωπο έχει συναινέσει στην έκδοση και δεν εφαρμόζεται ο κανόνας της ειδικότητας κατόπιν δήλωσης του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 9 της σύμβασης αυτής. Συνεπώς, η παράγραφος 2 προβλέπει ρητώς ότι η δήλωση δυνάμει της παραγράφου αυτής δεν έχει κανένα αποτέλεσμα στις δύο αυτές περιπτώσεις.

Άρθρο 13 - Κεντρική αρχή και διαβίβαση εργγράφων διά τηλεομοιοτυπίας

Το άρθρο αυτό σε μεγάλο βαθμό διατυπώνεται σύμφωνα με το πρότυπο της συμφωνίας της 26ης Μαΐου 1989 μεταξύ των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με την απλούστευση και τον εκσυγχρονισμό τρόπων διαβίβασης των αιτήσεων έκδοσης (συμφωνία του San Sebastian, η οποία εκπονήθηκε στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας).

Η παράγραφος 1 απαιτεί να ορίζει κάθε κράτος μέλος μια κεντρική αρχή. Εάν, όπως στη Γερμανία, σύμφωνα με την συνταγματική τάξη ορισμένες λειτουργίες, οι οποίες σε άλλα κράτη ασκούνται από μια κεντρική αρχή, ασκούνται από αρμόδιες σε περιφερειακό επίπεδο αρχές, είναι δυνατόν να ορίζονται περισσότερες από μία κεντρικές αρχές.

Η κεντρική αρχή αποτελεί τον πυρήνα επαφής για τη διαβίβαση και παραλαβή των αιτήσεων έκδοσης καθώς και των απαραίτητων εγγράφων υποστήριξης. Σε πολλά κράτη μέλη, η αρχή αυτή είναι συνήθως το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Εν τούτοις, η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν η σύμβαση, όπως στο άρθρο 14, ρητώς επιτρέπει διαφορετική δίοδο διαβίβασης και παραλαβής των εγγράφων.

Στην παράγραφο 3 δίδεται στην κεντρική αρχή η δυνατότητα να αποστέλλει τις αιτήσεις και τα έγγραφα έκδοσης δια τηλεομοιοτυπίας. Η παράγραφος 4 καλύπτει τους όρους βάσει των οποίων μπορεί να χρησιμοποιηθεί η διαβίβαση διά τηλεομοιοτυπίας. Οι όροι αυτοί εξασφαλίζουν την αυθεντικότητα και την εμπιστευτικότητα της διαβίβασης και συνίστανται στη χρήση κρυπτογραφικού μηχανήματος που αναφέρει το άρθρο.

Το εκζητούν κράτος μέλος πρέπει να έχει πλήρη εμπιστοσύνη ότι τα έγγραφα της έκδοσης είναι αυθεντικά, κυρίως ότι έχουν εκδοθεί από αρμόδια για την έκδοσή τους αρχή, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, και ότι δεν είναι παραποιημένα. Αυτό είναι ιδιαίτερα αναγκαίο στην περίπτωση ενταλμάτων συλλήψεως ή άλλων παρόμοιων εγγράφων βάσει των οποίων το κράτος το οποίο ζητεί την έκδοση μπορεί να προσφύγει σε μέτρα τα οποία παρεισφρύουν στα ατομικά δικαιώματα. Εάν οι αρχές του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση έχουν αμφιβολίες όσον αφορά την αυθεντικότητα του εγγράφου έκδοσης, η κεντρική αρχή του κράτους αυτού δικαιούται να απαιτήσει από την κεντρική αρχή του εκζητούντος κράτους μέλους να προσκομίσει τα πρωτότυπα έγγραφα ή ακριβές αντίγραφό τους όπως περιγράφει στην παράγραφο 5. Το άρθρο δεν προβλέπει δικαίωμα του ενδιαφερομένου προσώπου να απαιτήσει τη διαβίβαση εγγράφου με παραδοσιακό τρόπο.

Προκειμένου να εξασφαλισθει η ορθή λειτουργία αυτού του άρθρου, μπορεί να είναι αναγκαίο να πραγματοποιείται διαβούλευση μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τους πρακτικούς διακανονισμούς για την εφαρμογή του άρθρου.

Το άρθρο αυτό δεν αποκλείει μελλοντικούς διακανονισμούς μεταξύ των κρατών μελών εκτός του πλαισίου της παρούσας σύμβασης, για τη διαβίβαση εγγράφων με σύγχρονα μέσα τηλεπικοινωνιών εκτός της τηλεομοιοτυπίας.

Άρθρο 14 - Συμπληρωματικές πληροφορίες

Το άρθρο αυτό προβλέπει το δικαίωμα δήλωσης, σε βάση αμοιβαιότητας, για τη δημιουργία ενός συστήματος απευθείας αιτήσεων για συμπληρωματικές πληροφορίες. Οι αιτήσεις για συμπληρωματικές πληροφορίες συχνά μπορεί να αφορούν θέματα για τα οποία η δικαστική ή άλλη αρμόδα αρχή είναι η μόνη η οποία μπορεί να απαντήσει στην αίτηση. Συνεπώς, η αίτηση για συμπληρωματικές πληροφορίες μπορεί να γίνει απευθείας με στόχο την επίσπευση της διαδικασίας.

Εννοείται από την παράγραφο 2 του άρθρου ότι η αρχή η οποία έχει λάβει αίτηση για συμπληρωματικές πληροφορίες μπορεί επίσης να απαντήσει απευθείας στην αιτούσα αρχή.

Το άρθρο αυτό προσδιορίζει ότι η διαδικασία παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών δεν θα αντιβαίνει προς το άρθρο 13 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως και το άρθρο 12 της συνθήκης Μπενελούξ. Συνεπώς, και στις περιπτώσεις απευθείας αιτήσεως, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, οι αρχές του κράτους μέλους που ζητά τις συμπληρωματικές πληροφορίες, δύνανται να ορίσουν χρονικό όριο παραλαβής τους.

Άρθρο 15 - Αυθεντικότητα

Το άρθρο αυτό αποσκοπεί στην απλούστευση των τυπικών απαιτήσεων όσον αφορά την τεκμηρίωση για την έκδοση. Προς τον σκοπό αυτό, ορίζει τη γενική αρχή δυνάμει της οποίας οιοδήποτε έγγραφο ή αντίγραφο εγγράφου που διαβιβάζεται για το σκοπό της έκδοσης δεν υπόκειται σε πιστοποίηση της αυθεντικότητας ή σε άλλες αντίστοιχες διατυπώσεις.

Η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται όταν η ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως [άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο α)], η συνθήκη Μπενελούξ [άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο α)] ή η παρούσα σύμβαση (άρθρο 13 παράγραφος 5) απαιτούν πιστοποίηση της αυθεντικότητας ή άλλη αντίστοιχη διατύπωση.

Εντούτοις, ακόμα και στις περιπτώσεις αυτές, το άρθρο προβλέπει σημαντική άμβλυνση των τυπικών απαιτήσεων που ανέκυψαν σε ορισμένες περιστάσεις, και ιδίως όσον αφορά τις ειδικές διατυπώσεις που απαιτούνται από ορισμένα κράτη μέλη δυνάμει δηλώσεων στην ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως. Σύμφωνα με το παρόν άρθρο, αρκεί, σε όλες τις περιστάσεις, τα αντίγραφα του εγγράφου να έχουν επικυρωθεί από τις δικαστικές αρχές οι οποίες εξέδωσαν το πρωτότυπο σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους μέλους όπου έχει εκδοθεί το έγγραφο ή από την κεντρική αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 13. Έχει ως στόχο να εξασφαλιστεί η αυθεντικότητα του εγγράφου σε περίπτωση που αυτή αμφισβητηθεί είτε από το κράτος μέλος, από το οποίο ζητείται η έκδοση, είτε από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο.

Άρθρο 16 - Διαμεταγωγή

Το άρθρο σκοπεύει στην απλούστευση των διαδικασιών διαμεταγωγής που ακολουθούνται σύμφωνα με το άρθρο 21 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως και το άρθρο 21 της συνθήκης Μπενελούξ.

Όπως προκύπτει από το στοιχείο α), μειώνονται οι πληροφορίες που πρέπει να δοθούν στο κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η έκδοση. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 21 παράγραφος 3 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως και το άρθρο 21 παράγραφος 2 της συνθήκης Μπενελούξ, δεν χρειάζεται πλέον να προσκομίζονται έγγραφα, όπως αντίγραφο του εντάλματος συλλήψεως. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο στοιχείο α) είναι οι ίδιες με τις πληροφορίες που πρέπει να δίδονται στις περιπτώσεις όπου ζητείται προσωρινή κράτηση προσώπου. Ορισμένα στοιχεία αυτών των πληροφοριών είναι όμοια προς τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 της σύμβασης για την απλουστευμένη διαδικασία έκδοσης, και θα πρέπει να ερμηνευθούν αντίστοιχα σύμφωνα και με τις δύο συμβάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υπό το πρίσμα του άρθρου 7, θεωρήθηκε σημαντικό να τονισθεί στο παρόν άρθρο ότι οι πληροφορίες για την ταυτότητα του προσώπου περιλαμβάνουν πάντα την ιθαγένεια του εκζητούμενου προσώπου.

Δεδομένου ότι θεωρήθηκε σημαντικό να προβλεφθούν ταχέα μέσα επικοινωνίας, το στοιχείο β) προβλέπει τη δυνατότητα επιλογής για τα μέσα επικοινωνίας. Ο μόνος περιορισμός είναι ότι η αίτηση πρέπει να αφήνει γραπτά ίχνη. Συνεπώς, κάθε σύγχρονο μέσο τηλεπικοινωνιών που πληροί αυτή την απαίτηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής.

Από το στοιχείο γ) προκύπτει ότι, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 21 παράγραφος 4 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως και το άρθρο 21 παράγραφος 3 της συνθήκης Μπενελούξ, για τις περιπτώσεις διαμεταγωγής αεροπορικώς απευθείας από το κράτος από το οποίο ζητείται η έκδοση προς το εκζητούν κράτος, δεν απαιτείται να υποβληθεί αίτηση διέλευσης προς οιοδήποτε κράτος μέλος πάνω από το έδαφος του οποίου διέρχεται η πτήση. Εντούτοις, εάν στην περίπτωση αυτή πραγματοποιηθεί έκτακτη προσγείωση, οι πληφορορίες που αναφέρονται στο στοιχείο α) παρέχονται στο κράτος μέλος διέλευσης το συντομότερο δυνατό. Στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να εφαρμοσθεί το στοιχείο β).

Το στοιχείο δ) αφορά το άρθρο 21 παράγραφοι 1, 2, 5 και 6 της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως. Προβλέπει την δυνατότητα απαγόρευσης της διαμεταγωγής σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού, που αφορά παραβάσεις πολιτικού ή καθαρά στρατιωτικού χαρακτήρα, καθώς και η παράγραφος 6 η οποία σχετίζεται με διώξεις λόγω διακρίσεων, θα συνεχίσουν να εφαρμόζονται στο βαθμό που τα άρθρα 3 και 5 της παρούσας σύμβασης δεν περιορίζουν την εφαρμογή τους. Κατά τον ίδιο τρόπο, η παράγραφος 2 αφορά ημεδαπούς και θα συνεχίζει να εφαρμόζεται, λαμβανομένων υπόψη των περιορισμών του άρθρου 7 της παρούσας σύμβασης. Η παράγραφος 5 έχει την ίδια σχέση με το άρθρο 6 της παρούσας σύμβασης. Περαιτέρω, η παράγραφος 5 καλύπτει άλλες περιπτώσεις άρνησης της διαμεταγωγής που είναι δυνατόν να προκύψουν μέσω δήλωσης, στην οποία προβαίνει ένα κράτος μέλος, σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο, βάσει της οποίας η άδεια διαμεταγωγής υπόκειται σε ορισμένες ή όλες τις προϋποθέσεις για τις οποίες το ίδιο κράτος παραχωρεί την έκδοση.

Άρθρο 17 - Επιφυλάξεις

Το άρθρο προβλέπει ότι η παρούσα σύμβαση δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο οποιασδήποτε επιφύλαξης, εκτός εκείνων οι οποίες ρητώς προβλέπονται σ' αυτή. Επιφυλάξεις προβλέπονται για το άρθρο 3 παράγραφος 3, το άρθρο 7 παράγραφος 2, το άρθρο 6 παράγραφος 3, το άρθρο 7 παράγραφος 2 και το άρθρο 12 παράγραφος 2.

Οι προαναφερόμενες επιφυλάξεις μπορούν να διατυπωθούν, μέσω δήλωσης, κατά την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 2, και σε καμία άλλη στιγμή.

Άρθρο 18 - Έναρξη ισχύος

Το άρθρο αυτό ρυθμίζει την έναρξη ισχύος της σύμβασης, σύμφωνα με τους κανόνες που έχει καθορίσει σχετικώς το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η σύμβαση αρχίζει να ισχύει 90 ημέρες μετά την κατάθεση του τελευταίου εγγράφου έγκρισης από οιοδήποτε κράτος ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έκδοση από το Συμβούλιο της πράξης για τη θέσπιση της Σύμβασης, δηλαδή 15 κράτη μέλη. Το Συμβούλιο εξέδωσε την πράξη στις 27 Σεπτεμβρίου 1996.

Εν τούτοις, όπως και στις συμφωνίες δικαστικής συνεργασίας που έχουν συναφθεί προηγουμένως μεταξύ των κρατών μελών, προκειμένου να ενθαρρυνθεί η εφαρμογή της σύμβασης, το συντομότερο δυνατό, μεταξύ των πλέον ενδιαφερομένων κρατών μελών, η παράγραφος 4 δίδει τη δυνατότητα σε κάθε κράτος μέλος, κατά τη στιγμή της έγκρισης ή εν συνεχεία οποτεδήποτε, να δηλώσει ότι η σύμβαση αυτή είναι εφαρμοστέα πριν από την έναρξη ισχύος της, όσον αφορά τις σχέσεις του με τα κράτη μέλη που έχουν κάνει την ίδια δήλωση. Η δήλωση αποκτά ισχύ 90 ημέρες μετά την ημερομηνία της κατάθεσής της.

Άρθρο 19 - Προσχώρηση νέων κρατών μελών

Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι η σύμβαση είναι ανοιχή προς προσχώρηση για κάθε κράτος που γίνεται μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και προβλέπει διακανονισμούς για την προσχώρηση αυτή. Κράτος το οποίο δεν είναι κράτος μέλος δεν μπορεί να προσχωρήσει στη σύμβαση.

Εάν η σύμβαση έχει ήδη αρχίσει να ισχύει όταν προσχωρεί νέο κράτος μέλος, τίθεται σε ισχύ, ως προς αυτό το κράτος μέλος, 90 ημέρες μετά την κατάθεση του εγγράφου προσχώρησης. Αλλά εάν η σύμβαση δεν έχει ακόμα αρχίσει να ισχύει 90 ημέρες μετά την προσχώρηση του κράτους, θα τεθεί σε ισχύ ως προς το κράτος αυτό κατά τη θέση της σε ισχύ, που προσδιορίζεται στο άρθρο 18 παράγραφος 3. Στην περίπτωση αυτή, το προσχωρούν κράτος μπορεί επίσης να δηλώσει ότι δέχεται την εκ των προτέρων εφαρμογή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 18 παράγραφος 4.Πρέπει να σημειωθεί ότι, ως αποτέλεσμα του άρθρου 18 παράγραφος 3, εάν ένα κράτος γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πριν από την έναρξη ισχύος της σύμβασης και δεν προσχωρεί στη σύμβαση, η σύμβαση τίθεται οπωσδήποτε σε ισχύ όταν όλα τα κράτη που ήσαν μέλη κατά τη στιγμή της υπογραφής καταθέσουν τα έγγραφα έγκρισής της.

Υπό το πρίσμα του συμπληρωματικού χαρακτήρα της παρούσας σύμβασης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 αυτής, αναγκαίος όρος προσχώρησης είναι η επικύρωση της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1957.

Άρθρο 20 - θεματοφύλακας

Το άρθρο προβλέπει ότι ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου είναι θεματοφύλακας της σύμβασης. Ο Γενικός Γραμματέας ενημερώνει τα κράτη μέλη, το συντομότερο δυνατό, για κάθε κοινοποίηση που λαμβάνει από τα κράτη μέλη όσον αφορά τη σύμβαση. Οι κοινοποιήσεις αυτές δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τμήμα «C», καθώς και κάθε πληροφορία σχετικά με την κατάσταση των εγκρίσεων, των προσχωρήσεων, των δηλώσεων και των επιφυλάξεων.

(1) ΕΕ αριθ. C 78 της 30. 3. 1995, σ. 1.

(2) ΕΕ αριθ. C 313 της 23. 10. 1996, σ. 11.

(3*) Ο όρος «Σύσταση και συμμορία» έχει την έννοια «Conspiration et association de malfaiteurs».

(4*) Το γεγονός ότι το δεύτερο πρωτόκολλο χρησιμοποεί τους όρους «αδίκημα της ιδίας φύσεως» στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο και όχι «παρόμοιο αδίκημα» όπως στην παρούσα σύμβαση, δεν οφείλεται στην υπάρξη διαφοράς μεταξύ του συστήματος που βασίζεται στις δύο πράξεις αλλά σε απλώς τεχνικούς λόγους.

(5**) Το γεγονός ότι το αγγλικό κείμενο της σύμβασης δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το αυθεντικό αγγλικό κείμενο του δεύτερου πρωτοκόλλου, οφείλεται σε απλώς τεχνικούς λόγους.