4.3.2021   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 74/27


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2021/384 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 3ης Μαρτίου 2021

σχετικά με την καταλληλότητα των ονομασιών των ποικιλιών των γεωργικών φυτικών ειδών και των κηπευτικών ειδών και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 637/2009

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/53/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί του κοινού καταλόγου ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι οδηγίες 2002/53/ΕΚ και 2002/55/ΕΚ θέσπισαν τους γενικούς κανόνες όσον αφορά την καταλληλότητα των ονομασιών των ποικιλιών, μέσω παραπομπής στο άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου (3).

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94, για να εγκριθεί μια φυτική ποικιλία, η ονομασία της πρέπει να θεωρηθεί κατάλληλη από το Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ). Μια ονομασία ποικιλίας είναι κατάλληλη εάν δεν υπάρχει κώλυμα σύμφωνα με τις παραγράφους 3 ή 4 του εν λόγω άρθρου.

(3)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 637/2009 της Επιτροπής (4) θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή ορισμένων κριτηρίων που ορίζονται στο άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 όσον αφορά την καταλληλότητα των ονομασιών των ποικιλιών των γεωργικών ειδών και των φυτικών ειδών κηπευτικών για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 9 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2002/53/ΕΚ και του άρθρου 9 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2002/55/ΕΚ.

(4)

Το ΚΓΦΠ και τα κράτη μέλη συγκρότησαν ομάδα εμπειρογνωμόνων, η οποία ανέπτυξε και τροποποίησε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την καταλληλότητα των ονομασιών σύμφωνα με το άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 («Κατευθυντήριες γραμμές για τις ονομασίες των ποικιλιών» (5)). Για να εξασφαλιστεί συνέπεια όσον αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων που προβλέπονται στο άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94, είναι σκόπιμο να προβλεφθούν περαιτέρω διευκρινίσεις που απορρέουν από τις κατευθυντήριες γραμμές για τις ονομασίες των ποικιλιών.

(5)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 637/2009 έχει τροποποιηθεί αρκετές φορές. Λόγω της ανάγκης τροποποίησης των υφιστάμενων κανόνων και για λόγους ασφάλειας δικαίου, ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από τον παρόντα κανονισμό.

(6)

Μια ονομασία ποικιλίας πρέπει να εγκρίνεται, εκτός εάν είναι ακατάλληλη λόγω κωλυμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94, η χρήση μιας ονομασίας ποικιλίας αποκλείεται σε περίπτωση προγενέστερου δικαιώματος τρίτου μέρους, δυσκολιών όσον αφορά την αναγνώριση ή την αναπαραγωγή, ταυτόσημων ονομασιών με ποικιλία του ίδιου ή στενά συγγενούς είδους, ονομασιών που χρησιμοποιούνται συνήθως για την εμπορία προϊόντων, όταν η ονομασία μπορεί να κριθεί προσβλητική σε ένα από τα κράτη μέλη ή είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη, σε περίπτωση σύγχυσης λόγω οπτικής, φωνητικής ή εννοιολογικής ομοιότητας ή παραπλανητικού περιεχομένου.

(7)

Προκειμένου να δοθεί επαρκής χρόνος στις αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή των νέων κανόνων, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2022.

(8)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή ορισμένων κριτηρίων που ορίζονται στο άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 όσον αφορά την καταλληλότητα των ονομασιών των ποικιλιών των γεωργικών φυτικών ειδών και των ειδών κηπευτικών για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 9 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2002/53/ΕΚ και του άρθρου 9 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2002/55/ΕΚ.

Άρθρο 2

Καταλληλότητα των ονομασιών των ποικιλιών

1.   Μια ονομασία ποικιλίας είναι κατάλληλη, εάν δεν υπάρχει κώλυμα σχετικά με την ονομασία της.

2.   Υπάρχει κώλυμα που σχετίζεται με τον προσδιορισμό μιας ονομασίας ποικιλίας σε περιπτώσεις όταν:

α)

η χρήση της ονομασίας της ποικιλίας στο έδαφος της Ένωσης αποκλείεται όταν γίνεται δεκτή η αντίρρηση τρίτου κατόχου προγενέστερου δικαιώματος, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1·

β)

η ονομασία της ποικιλίας έρχεται σε σύγκρουση με τις γεωγραφικές ενδείξεις, τις ονομασίες προέλευσης ή τα εγγυημένα παραδοσιακά ιδιότυπα προϊόντα, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2·

γ)

η ονομασία της ποικιλίας μπορεί να προκαλέσει στους χρήστες δυσκολίες όσον αφορά την αναγνώριση ή την αναπαραγωγή της, όπως ορίζεται στο άρθρο 4·

δ)

η ονομασία της ποικιλίας είναι ίδια ή μπορεί να υπάρξει σύγχυση με μια ονομασία ποικιλίας υπό την οποία είναι καταχωρισμένη άλλη ποικιλία του ίδιου ή πολύ συγγενούς είδους σε επίσημο μητρώο φυτικών ποικιλιών ή με την οποία έχει διατεθεί στην αγορά υλικό άλλης ποικιλίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5·

ε)

η ονομασία της ποικιλίας θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση λόγω της οπτικής, φωνητικής ή εννοιολογικής ομοιότητάς της με την ονομασία ποικιλίας του ίδιου ή πολύ συγγενούς είδους, όπως ορίζεται στο άρθρο 5·

στ)

η ονομασία της ποικιλίας είναι ταυτόσημη ή μπορεί να συγχέεται με ονομασίες που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη διάθεση στην αγορά ορισμένων αγαθών ή οι οποίες πρέπει να διατηρηθούν ελεύθερες βάσει άλλης νομοθεσίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 6·

ζ)

η ονομασία της ποικιλίας είναι ικανή να παραπλανήσει ή να προκαλέσει σύγχυση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7.

Άρθρο 3

Προγενέστερο δικαίωμα τρίτου

1.   Υπάρχει κώλυμα λόγω του προγενέστερου δικαιώματος τρίτου, όταν οποιαδήποτε αρμόδια αρχή κάνει δεκτή την ένσταση τρίτου που κατέχει εμπορικό σήμα κατά της ονομασίας της ποικιλίας στο έδαφος της Ένωσης. Το κώλυμα αυτό αφορά εμπορικά σήματα τα οποία:

α)

έχουν καταχωριστεί σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή στην Ένωση πριν από την καταχώριση της ονομασίας της ποικιλίας·

β)

είναι ταυτόσημα ή παρόμοια με την ονομασία της ποικιλίας· και

γ)

καταχωρίζονται για προϊόντα που αποτελούνται από το ίδιο ή στενά συγγενές είδος της συγκεκριμένης ποικιλίας.

2.   Στην περίπτωση γεωγραφικών ενδείξεων, ονομασιών προέλευσης ή εγγυημένων παραδοσιακών ιδιότυπων προϊόντων για γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα, αλκοολούχα ποτά, αρωματισμένους οίνους και αμπελοοινικά προϊόντα ως προηγούμενο δικαίωμα τρίτου, η ονομασία ποικιλίας στο έδαφος της Ένωσης απαγορεύεται, όταν η ονομασία της ποικιλίας παραβιάζει:

α)

το άρθρο 13 ή το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6)·

β)

το άρθρο 103 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7)·

γ)

το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 251/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8)·

δ)

το άρθρο 21 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/787 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9).

3.   Κώλυμα σχετικά με την καταλληλότητα μιας ονομασίας λόγω του προγενέστερου δικαιώματος, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, παύει να υφίσταται όταν υπάρχει η γραπτή συγκατάθεση του κατόχου του προγενέστερου δικαιώματος για τη χρήση της ονομασίας σε σχέση με την οικεία ποικιλία, με την προϋπόθεση ότι η συγκατάθεση αυτή δεν μπορεί να παραπλανήσει το κοινό σχετικά με την πραγματική προέλευση του προϊόντος.

4.   Στην περίπτωση προγενέστερου δικαιώματος του αιτούντος σε σχέση με ολόκληρη την προτεινόμενη ονομασία της ποικιλίας ή μέρος αυτής, εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν το άρθρο 18 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94.

Άρθρο 4

Δυσκολίες όσον αφορά την αναγνώριση ή την αναπαραγωγή ονομασίας ποικιλίας

1.   Υπάρχει κώλυμα λόγω δυσκολιών όσον αφορά την αναγνώριση ή την αναπαραγωγή μιας ονομασίας ποικιλίας, όταν μια ονομασία ποικιλίας προκαλεί στους χρήστες δυσκολίες όσον αφορά την αναγνώριση ή την αναπαραγωγή της.

2.   Θεωρείται ότι μια ονομασία ποικιλίας προκαλεί δυσκολίες στους χρήστες όσον αφορά την αναγνώριση ή την αναπαραγωγή της στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

αποτελείται από, ή περιέχει, συγκριτικά ή υπερθετικά·

β)

αποτελείται από, ή περιέχει, τη βοτανική ονομασία ειδών εντός της ομάδας είτε των γεωργικών φυτικών ειδών είτε των κηπευτικών φυτικών ειδών στα οποία ανήκει η ποικιλία·

γ)

αποτελείται από, ή περιέχει, όρους αναπαραγωγής και τεχνικούς όρους, εκτός εάν η χρήση τους σε συνδυασμό με άλλους όρους δεν θα εμπόδιζε την αναγνώριση της ίδιας της ονομασίας της ποικιλίας·

δ)

αποτελείται αποκλειστικά από γεωγραφική ονομασία που έχει αποκτήσει φήμη για το συγκεκριμένο είδος·

ε)

αποτελείται από ένα μόνο γράμμα ή αριθμό ή αριθμούς, εκτός εάν αυτό αποτελεί καθιερωμένη πρακτική για τον προσδιορισμό ορισμένων ποικιλιών·

στ)

αποτελείται από, ή περιέχει, πάρα πολλές λέξεις ή στοιχεία, εκτός εάν μπορεί να αναγνωριστεί εύκολα λόγω της διατύπωσης·

ζ)

περιέχει σήμα στίξης ή άλλο σύμβολο, συνδυασμό κεφαλαίων και πεζών γραμμάτων (εκτός αν το πρώτο γράμμα είναι κεφαλαίο και τα υπόλοιπα γράμματα της ονομασίας πεζά), κάτω δείκτη, εκθέτη ή σχέδιο ή εικονιστικό στοιχείο [εκτός από την απόστροφο (’), το κόμμα (,), έως δύο μη παρακείμενα διακριτικά (!), την τελεία (.) ή το ενωτικό (–), τα σύμβολα της πλάγιας καθέτου (/) ή της ανάστροφης καθέτου (\)]·

η)

περιέχει ή αποτελείται από κάτω δείκτη, εκθέτη ή σχέδιο, λογότυπο ή εικονιστικό στοιχείο.

Άρθρο 5

Ονομασία που είναι πανομοιότυπη ή μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση με την ονομασία άλλης ποικιλίας

1.   Υπάρχει κώλυμα για τον χαρακτηρισμό μιας ονομασίας ποικιλίας, όταν είναι ταυτόσημη ή μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση με:

α)

ονομασία ποικιλίας με την οποία έχει καταχωριστεί άλλη ποικιλία του ίδιου ή στενά συγγενούς είδους σε επίσημο μητρώο ποικιλιών· ή

β)

ονομασία ποικιλίας με την οποία υλικό άλλης ποικιλίας έχει διατεθεί στην αγορά σε κράτος μέλος ή στην επικράτεια συμβαλλόμενου μέρους της Διεθνούς Ένωσης για την Προστασία των Νέων Ποικιλιών Φυτών («UPOV»)·

εκτός εάν η άλλη ποικιλία δεν υφίσταται πλέον και η ονομασία της δεν έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία.

2.   Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον υπάρχει σύγχυση για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η αρμόδια αρχή αναλύει πρώτα καθεμία από τις οπτικές, φωνητικές και εννοιολογικές πτυχές χωριστά και στη συνέχεια προβαίνει σε συνολική αξιολόγηση, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις ονομασίες ποικιλιών του ίδιου ή στενά συγγενούς είδους, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές ποικιλίες που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και στην παράγραφο 1 έχουν αποτελέσει αντικείμενο δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας ή εφαρμογής του ή έχουν επίσημα εγκριθεί για εμπορία στο έδαφος ενός από τα ακόλουθα:

α)

της Ένωσης·

β)

του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου·

γ)

του συμβαλλόμενου μέρους της UPOV·

δ)

Μέλους του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ):

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν οι παρακάτω ορισμοί:

α)

«στενά συγγενή είδη»: τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα·

β)

«επίσημο μητρώο ποικιλιών»: ο κοινός κατάλογος ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών, που αναφέρεται στο άρθρο 17 της οδηγίας 2002/53/ΕΚ ή στο άρθρο 17 της οδηγίας 2002/55/ΕΚ, ή ο κατάλογος ποικιλιών του ΟΟΣΑ, ή μητρώο φυτικών ποικιλιών μέλους της UPOV·

γ)

«ποικιλία που δεν υφίσταται πλέον»: ποικιλία της οποίας το υλικό δεν υφίσταται πλέον·

δ)

«η ονομασία δεν έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία»: η κατάσταση κατά την οποία η ονομασία ποικιλίας που έχει καταχωριστεί σε επίσημο μητρώο ποικιλιών θεωρείται ότι έχει απολέσει ιδιαίτερη σημασία μετά τη λήξη περιόδου 10 ετών μετά τη διαγραφή από το εν λόγω μητρώο, εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις.

Άρθρο 6

Ονομασίες που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη διάθεση στην αγορά ορισμένων αγαθών

1.   Υπάρχει κώλυμα στον προσδιορισμό μιας ονομασίας ποικιλίας όταν μια ονομασία ποικιλίας είναι ταυτόσημη ή μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση με ονομασίες που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη διάθεση στην αγορά ορισμένων αγαθών ή που πρέπει να παραμείνουν ελεύθερες βάσει άλλης νομοθεσίας.

2.   Οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη διάθεση στην αγορά ορισμένων αγαθών ή που πρέπει να διατηρηθούν ελεύθεροι σύμφωνα με άλλες νομικές διατάξεις, είναι:

α)

ονομασίες νομισμάτων·

β)

όροι που έχουν σχέση με τα μέτρα και τα σταθμά·

γ)

εκφράσεις και όροι που δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τη νομοθεσία της Ένωσης ή κράτους μέλους.

Άρθρο 7

Παραπλανητικό περιεχόμενο

1.   Υπάρχει κώλυμα για τον χαρακτηρισμό μιας ονομασίας ποικιλίας όταν ενδέχεται να παραπλανήσει ή να προκαλέσει σύγχυση όσον αφορά τα χαρακτηριστικά, την αξία ή την ταυτότητα της ποικιλίας ή την ταυτότητα του δημιουργού ή οποιουδήποτε άλλου διαδίκου.

2.   Θεωρείται ότι μια ονομασία ποικιλίας ενδέχεται να παραπλανήσει ή να προκαλέσει σύγχυση εάν:

α)

δίνει εσφαλμένη εντύπωση ότι η ποικιλία συνδέεται με μια άλλη ειδική ποικιλία ή είναι παράγωγη αυτής·

β)

δίνει εσφαλμένη εντύπωση ότι η ποικιλία διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή αξία·

γ)

αναφέρεται σε ένα ειδικό χαρακτηριστικό ή σε μια ειδική αξία κατά τρόπο ώστε να δίδεται εσφαλμένη εντύπωση ότι μόνο αυτή η ποικιλία διαθέτει αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ή αξία, ενώ στην πραγματικότητα άλλες ποικιλίες του ιδίου είδους μπορούν να διαθέτουν το ίδιο χαρακτηριστικό ή την ίδια αξία·

δ)

είναι παρόμοιο με γνωστή εμπορική ονομασία εκτός από καταχωρισμένο εμπορικό σήμα ή ονομασία ποικιλίας·

ε)

υποδηλώνει ότι πρόκειται για άλλη ποικιλία·

στ)

δίνει εσφαλμένη εντύπωση σχετικά με την ταυτότητα του αιτούντος, του υπευθύνου για τη συντήρηση της ποικιλίας ή του δημιουργού·

ζ)

συνίσταται σε ή περιλαμβάνει:

i)

συγκριτικά ή υπερθετικά που μπορεί να είναι παραπλανητικά ως προς τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας·

ii)

τη βοτανική ονομασία ή την κοινή ονομασία ειδών εντός της ομάδας είτε των γεωργικών φυτικών ειδών είτε των κηπευτικών φυτικών ειδών στα οποία ανήκει η ποικιλία·

iii)

το όνομα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου ή αναφορά σε αυτό, δίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο εσφαλμένη εντύπωση όσον αφορά την ταυτότητα του αιτούντος, του υπευθύνου για τη διατήρηση της ποικιλίας ή του δημιουργού της·

η)

περιλαμβάνει γεωγραφική ονομασία που είναι πιθανό να παραπλανήσει τον χρήστη όσον αφορά τα χαρακτηριστικά ή την αξία για καλλιέργεια και χρήση της ποικιλίας.

Άρθρο 8

Κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 637/2009

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 637/2009 καταργείται.

Ωστόσο, εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε ονομασίες ποικιλιών που έχουν προταθεί από τον αιτούντα στην αρμόδια αρχή προς έγκριση πριν από την 1η Ιανουαρίου 2022.

Άρθρο 9

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2022.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 3 Μαρτίου 2021.

Για την Επιτροπή

Η Πρόεδρος

Ursula VON DER LEYEN


(1)  ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 33.

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (ΕΕ L 227 της 1.9.1994, σ. 1).

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 637/2009 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 2009, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής σχετικά με την καταλληλότητα των ονομασιών των ποικιλιών των γεωργικών φυτικών ειδών και των κηπευτικών ειδών (ΕΕ L 191 της 23.7.2009, σ. 10).

(5)  Κατευθυντήριες γραμμές του ΚΓΦΠ για τις ονομασίες των ποικιλιών, συνεδρίαση 1-του διοικητικού συμβουλίου της (2018), DOC-AC-2018-1-7.

(6)  Κανονισμός (EE) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων (ΕΕ L 343 της 14.12.2012, σ. 1).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 671).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 251/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τον ορισμό, την περιγραφή, την παρουσίαση, την επισήμανση και την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων των αρωματισμένων αμπελοοινικών προϊόντων και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1601/91 του Συμβουλίου (ΕΕ L 84 της 20.3.2014, σ. 14).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/787 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2019, για τον ορισμό, την περιγραφή, την παρουσίαση και την επισήμανση των αλκοολούχων ποτών, τη χρήση των ονομασιών των αλκοολούχων ποτών στην παρουσίαση και επισήμανση άλλων τροφίμων, την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων για τα αλκοολούχα ποτά, τη χρήση της αιθυλικής αλκοόλης και των προϊόντων απόσταξης γεωργικής προέλευσης σε ποτά με αλκοόλη, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008 (ΕΕ L 130 της 17.5.2019, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ορισμός των στενά συγγενών ειδών κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 3

Προκειμένου να οριστούν τα «πολύ συγγενή είδη», κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 3, έχουν εφαρμογή τα ακόλουθα:

α)

όταν υπάρχουν περισσότερες από μία κλάσεις σε ένα γένος, εφαρμόζεται ο κατάλογος των κλάσεων του μέρους I·

β)

όταν οι κλάσεις συμπεριλαμβάνουν περισσότερα από ένα γένη, εφαρμόζεται ο κατάλογος του μέρους II·

γ)

κατά γενικό κανόνα, για τα γένη και τα είδη που δεν καλύπτονται από τον κατάλογο των κλάσεων των μερών I και II, ένα γένος θεωρείται ως κλάση.

ΜΕΡΟΣ I

ΚΛΑΣΕΙΣ ΣΕ ΕΝΑ ΓΕΝΟΣ

Κλάσεις

Βοτανικές ονομασίες

Κλάση 1.1:

Brassica oleracea

Κλάση 1.2:

Brassica εκτός από Brassica oleracea

Κλάση 2.1:

Beta vulgaris L. var. alba DC., Beta vulgaris L. var. altissima

Κλάση 2.2:

Beta vulgaris ssp. vulgaris var. conditiva Alef. (συν.: B. vulgaris L. var. rubra L.), B. vulgaris L. var. cicla L., B. vulgaris L. ssp. vulgaris var. vulgaris.

Κλάση 2.3:

Beta εκτός από τις κλάσεις 2.1 και 2.2

Κλάση 3.1:

Cucumis sativus

Κλάση 3.2:

Cucumis melo

Κλάση 3.3:

Cucumis εκτός από τις κλάσεις 3.1 και 3.2

Κλάση 4.1:

Solanum tuberosum L.

Κλάση 4.2:

Ντομάτα και Έρριζα υποκείμενα ντομάτας:

Solanum lycopersicum L. (Lycopersicon esculentum Mill.)

Solanum cheesmaniae (L. Ridley) Fosberg (Lycopersicon cheesmaniae L. Riley)

Solanum chilense (Dunal) Reiche (Lycopersicon chilense Dunal)

Solanum chmielewskii (C.M. Rick et al.) D.M. Spooner et al. (Lycopersicon chmielewskii C. M. Rick et al.)

Solanum galapagense S.C. Darwin & Peralta (Lycopersicon cheesmaniae f. minor (Hook. f.) C. H. Müll.) [Lycopersicon cheesmaniae var. minor (Hook. f.) D. M. Porter]

Solanum habrochaites S. Knapp & D.M. Spooner (Lycopersicon agrimoniifolium Dunal) (Lycopersicon hirsutum Dunal) (Lycopersicon hirsutum f. glabratum C. H. Müll.)

Solanum pennellii Correll [Lycopersicon pennellii (Correll) D’Arcy]

Solanum peruvianum L. (Lycopersicon dentatum Dunal) [Lycopersicon peruvianum (L.) Mill.]

Solanum pimpinellifolium L. [Lycopersicon peruvianum (L.) Mill.] (Lycopersicon racemigerum Lange)

και υβρίδια μεταξύ των εν λόγω ειδών

Κλάση 4.3:

Solanum melongena L.

Κλάση 4.4:

Solanum εκτός από τις κλάσεις 4.1, 4.2, 4.3

ΜΕΡΟΣ II

ΚΛΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΓΕΝΗ

Κλάσεις

Βοτανικές ονομασίες

Κλάση 201:

Secale, Triticosecale, Triticum

Κλάση 203 (*):

Agrostis, Dactylis, Festuca, Festulolium, Lolium, Phalaris, Phleum και Poa

Κλάση 204 (*)

Lotus, Medicago, Ornithopus, Onobrychis, Trifolium

Κλάση 205:

Cichorium, Lactuca


(*)  Οι κλάσεις 203 και 204 δεν σχηματίζονται μόνο με βάση πολύ συγγενή είδη.