6.3.2020   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 69/41


ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ) 2020/380 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

της 18ης Φεβρουαρίου 2020

που τροποποιεί την απόφαση (ΕΕ) 2016/245 για τη θέσπιση των κανόνων περί ανάθεσης συμβάσεων (ΕΚΤ/2020/10)

Η ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,

Έχοντας υπόψη το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και ιδίως το άρθρο 11.6,

Έχοντας υπόψη την απόφαση ΕΚΤ/2004/2 της 19ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1), και ιδίως το άρθρο 19,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Υπό το φως των νομολογιακών και νομοθετικών εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και για λόγους σαφήνειας ορισμένες διατάξεις της απόφασης (ΕΕ) 2016/245 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2016/2) (2) χρήζουν περαιτέρω εξειδίκευσης ή αναθεώρησης.

(2)

Ενόψει της αποφυγής τυχόν στρέβλωσης του ανταγωνισμού και της διασφάλισης ίσης μεταχείρισης όλων των προσφερόντων, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (EKT) μεριμνά για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων αποτελεσματικής πρόληψης, εντοπισμού και αποκατάστασης περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων που εκδηλώνονται στο πρόσωπο μελών του προσωπικού κατά τη διενέργεια διαδικασιών ανάθεσης σύμφωνα με το πλαίσιο δεοντολογίας της ΕΚΤ (3).

(3)

Τα κατώτατα όρια που ισχύουν για τις διαδικασίες ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων με βάση την οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) έχουν τροποποιηθεί από τους κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμούς (ΕΕ) 2017/2365 (5) και (ΕΕ) 2019/1828 της Επιτροπής (6). Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προτίθεται να εφαρμόσει στις διαδικασίες ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων που διενεργεί τα ίδια κατώτατα όρια με τα προβλεπόμενα στην οδηγία 2014/24/ΕΕ, έστω και αν και δεν υπόκειται στην εφαρμογή της.

(4)

Επίσης, στις συμβάσεις παραχώρησης η ΕΚΤ προτίθεται να εφαρμόζει το ίδιο κατώτατο όριο με εκείνο που ορίζει η οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

(5)

Για τους λόγους αυτούς η απόφαση (ΕΕ) 2016/245 (ΕΚΤ/2016/2) θα πρέπει να τροποποιηθεί,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις

Η απόφαση (ΕΕ) 2016/245 (ΕΚΤ/2016/2) τροποποιείται ως εξής:

(1)

στο άρθρο 1 το σημείο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

“8)

“δυναμικό σύστημα αγορών”: αμιγώς ηλεκτρονική διαδικασία για την αγορά παραδοτέων τρέχουσας χρήσης τα χαρακτηριστικά των οποίων, όπως αυτά διαμορφώνονται γενικά στην αγορά, ικανοποιούν τις ανάγκες της ΕΚΤ·”·

(2)

στο άρθρο 2 η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

“η)

σε υπηρεσίες έρευνας και ανάπτυξης, εκτός εάν τα οφέλη από τις εν λόγω υπηρεσίες περιέρχονται αποκλειστικά στην ΕΚΤ για ίδια χρήση, η οποία και καταβάλλει εξολοκλήρου την αμοιβή για την παροχή των υπηρεσιών·”·

β)

το στοιχείο ι) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

“ι)

σε συμβάσεις που αφορούν τη νομική εκπροσώπηση της ΕΚΤ στο πλαίσιο ή κατά τα προπαρασκευαστικά στάδια i) διαδικασιών προσφυγής ενώπιον δικαστηρίων ή δημόσιων αρχών κράτους μέλους ή τρίτης χώρας ή ενώπιον διεθνών δικαστηρίων ή οργανισμών ή ii) διαδικασιών διαιτησίας, καθώς και σε συμβάσεις που αφορούν την παροχή αποκλειστικών υπηρεσιών συμβολαιογράφων, εντολοδόχων και δικαστικών υπαλλήλων·”·

(3)

στο άρθρο 4 η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Ισχύουν τα ακόλουθα κατώτατα όρια:

α)

για συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών: το κατώτατο όριο που ισχύει για την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων προμηθειών και υπηρεσιών του άρθρου 4 στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/24/ΕΕ·

β)

για συμβάσεις έργων: το κατώτατο όριο που ισχύει για την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων έργων του άρθρου 4 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/24/ΕΕ·

γ)

για συμβάσεις παραχώρησης: το κατώτατο όριο που ισχύει για την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης του άρθρου 8 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1).

(*1)  Οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 1).»·"

(4)

το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τροποποίηση συμβάσεων κατά τη διάρκεια ισχύος τους»·

β)

η πρώτη πρόταση της παραγράφου 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΚΤ μπορεί να τροποποιεί σύμβαση όταν η τροποποίηση, ανεξαρτήτως της αξίας της, προβλέπεται σε σαφείς, ακριβείς και ρητές ρήτρες αναθεώρησης στις οποίες μπορούν να περιλαμβάνονται ρήτρες αναθεώρησης της αξίας ή δικαιώματα προαίρεσης.»·

γ)

η πρώτη πρόταση της παραγράφου 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΚΤ μπορεί να τροποποιεί σύμβαση όταν η τροποποίηση, ανεξαρτήτως της αξίας της, δεν είναι ουσιώδης.»·

δ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Επιπλέον, η ΕΚΤ μπορεί να τροποποιεί σύμβαση στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν η τροποποίηση καθίσταται αναγκαία λόγω περιστάσεων που η ίδια δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει ενεργώντας με επιμέλεια και δεν μεταβάλλει τη συνολική φύση της αρχικής σύμβασης· ή

β)

όταν καθίστανται απαραίτητα συμπληρωματικά προϊόντα, υπηρεσίες ή έργα που από τεχνική ή οικονομική άποψη δεν μπορούν να διαχωριστούν από την αρχική σύμβαση χωρίς να προκληθούν μείζονα προβλήματα ή ουσιώδης αύξηση του κόστους.

Πάντως, η αύξηση της αξίας σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50 % της αρχικής αξίας της σύμβασης.»·

ε)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Για λοιπές τροποποιήσεις της αρχικής σύμβασης κατά τη διάρκεια ισχύος της, πέραν των προβλεπόμενων στις παραγράφους 1 έως 5, απαιτείται νέα διαδικασία ανάθεσης.»·

(5)

το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η ΕΚΤ αναθέτει μέσω ανοικτής ή κλειστής διαδικασίας συμβάσεις με εκτιμώμενη αξία ίση με τα κατώτατα όρια του άρθρου 4 παράγραφος 3 ή μεγαλύτερη. Σε δικαιολογημένες περιπτώσεις η ΕΚΤ μπορεί να εφαρμόζει διαδικασία με διαπραγμάτευση, ανταγωνιστικό διάλογο ή σύμπραξη καινοτομίας σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 12 έως 14.»·

β)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 6 και 7:

«6.   Με απόφασή της η ΕΚΤ μπορεί να αναθέτει συμβάσεις υπό τη μορφή χωριστών τμημάτων, προσδιορίζοντας το μέγεθος και το αντικείμενό τους.

7.   Για τον υπολογισμό των προθεσμιών, ημερομηνιών και διοριών εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου (*2).

(*2)  Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες (ΕΕ L 124 της 8.6.1971, σ. 1).»·"

(6)

στο άρθρο 11 η παράγραφος 1 διαγράφεται·

(7)

το άρθρο 12 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Διαδικασία με διαπραγμάτευση μπορεί να εφαρμόζει η ΕΚΤ και στην περίπτωση που, κατόπιν πρόσκλησης σε ανοικτή ή κλειστή διαδικασία ή σε ανταγωνιστικό διάλογο, κατατίθενται μόνο παράτυπες ή μη αποδεκτές προσφορές. Η ΕΚΤ έχει τη δυνατότητα να μη δημοσιεύει νέα προκήρυξη, εάν στη διαδικασία με διαπραγμάτευση περιλαμβάνει όλους τους προσφέροντες, και μόνον αυτούς, που συμμετείχαν στην αρχική διαδικασία, ήταν επιλέξιμοι, πληρούσαν τα κριτήρια επιλογής και υπέβαλαν προσφορές σύμφωνες προς τις τυπικές προϋποθέσεις της διαδικασίας ανάθεσης. Εάν δεν υποβληθεί καμία προσφορά ή καμία κατάλληλη προσφορά, η ΕΚΤ μπορεί επίσης να εφαρμόζει νέα διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς δημοσίευση νέας προκήρυξης και εκ νέου υποβολή εγγράφων της διαδικασίας ανάθεσης στους προσφέροντες, εφόσον δεν μεταβάλλονται ουσιωδώς οι αρχικοί όροι της σύμβασης.»·

β)

στην παράγραφο 5 προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Η ΕΚΤ μπορεί να αναθέτει συμβάσεις χωρίς διαπραγμάτευση, με βάση τις αρχικές προσφορές.»·

(8)

στο άρθρο 18 η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Για τους σκοπούς της σύναψης συμφωνίας-πλαίσιο η ΕΚΤ ακολουθεί τις διαδικασίες των άρθρων 10 έως 14. Στην προκήρυξη προσδιορίζονται το πεδίο εφαρμογής και ο προβλεπόμενος αριθμός των συμφωνιών-πλαίσιο που πρόκειται να συναφθούν.

Η ανάθεση συγκεκριμένων συμβάσεων βάσει συμφωνίας-πλαίσιο πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαδικασίες του παρόντος άρθρου.»·

(9)

στο άρθρο 26 η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η ΕΚΤ μεριμνά για τη μεταχείριση και φύλαξη των πληροφοριών που παρέχουν οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες σύμφωνα με τις αρχές της εμπιστευτικότητας και της ακεραιότητας και, εφόσον λαμβάνει χώρα επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*3).

(*3)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39).»·"

(10)

το άρθρο 28 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 28

Διόρθωση εγγράφων της διαδικασίας, προθεσμία προβολής ενστάσεων και αποκλεισμός μεταγενέστερης προβολής τους

1.   Εάν η ΕΚΤ διαπιστώσει την ύπαρξη ανακρίβειας, παράλειψης ή άλλου είδους λάθους στο κείμενο της προκήρυξης, της πρόσκλησης υποβολής προσφοράς ή των συμπληρωματικών εγγράφων, προβαίνει στη διόρθωσή τους και ενημερώνει γραπτώς όλους τους υποψήφιους ή προσφέροντες.

2.   Εάν ορισμένος υποψήφιος ή προσφέρων θεωρεί ότι οι απαιτήσεις της ΕΚΤ, όπως αυτές διατυπώνονται στην προκήρυξη, στην πρόσκληση υποβολής προσφοράς ή στα συμπληρωματικά έγγραφα, είναι ελλιπείς, ανακόλουθες ή παράνομες ή ότι η ίδια η ΕΚΤ ή άλλος υποψήφιος ή προσφέρων έχει παραβεί τους εφαρμοστέους κανόνες περί ανάθεσης συμβάσεων, γνωστοποιεί στην ΕΚΤ τις σχετικές ενστάσεις του εντός 15 ημερών από τον χρόνο κατά τον οποίο αντιλήφθηκε την παρατυπία. Εάν η παρατυπία αφορά την πρόσκληση υποβολής προσφοράς ή άλλα έγγραφα που έχουν αποσταλεί από την ΕΚΤ, η προθεσμία αρχίζει από την ημερομηνία παραλαβής των εγγράφων. Σε άλλες περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από τον χρόνο κατά τον οποίο ο υποψήφιος ή προσφέρων αντιλήφθηκε ή εύλογα θα μπορούσε να είχε αντιληφθεί την παρατυπία. Εν συνεχεία η ΕΚΤ μπορεί να προβεί είτε στη διόρθωση ή συμπλήρωση των απαιτήσεων ή την αποκατάσταση της παρατυπίας είτε σε αιτιολογημένη απόρριψη του σχετικού αιτήματος. Ενστάσεις που δεν γνωστοποιούνται στην ΕΚΤ εμπρόθεσμα δεν είναι δυνατό να προβληθούν μεταγενέστερα, αποκλείεται δε η όποια δυνατότητα υποψηφίου ή προσφέροντα να τις προβάλει στο πλαίσιο διαδικασίας προσφυγής του άρθρου 39 και διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»·

(11)

στο άρθρο 30 η πρώτη πρόταση της παραγράφου 3 διαγράφεται·

(12)

το άρθρο 34 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η γνωστοποίηση της απόφασης περί ανάθεσης της σύμβασης αποστέλλεται τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από την υπογραφή της σύμβασης από την ΕΚΤ, εάν χρησιμοποιείται φαξ ή ηλεκτρονικό μέσο, ή τουλάχιστον 15 ημέρες πριν από την υπογραφή της, εάν χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας (“ανασταλτική προθεσμία”). Η ΕΚΤ δεν υπογράφει τη σύμβαση με τον επιλεγέντα προσφέροντα πριν από την παρέλευση της ανασταλτικής προθεσμίας.»·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η ΕΚΤ γνωστοποιεί σε όλους τους ενδιαφερόμενους υποψηφίους ή προσφέροντες τους λόγους απόρριψης των αιτήσεων ή προσφορών τους, καθώς και τη διάρκεια της ανασταλτικής προθεσμίας της παραγράφου 2. Κατόπιν σχετικού γραπτού αιτήματος, η ΕΚΤ γνωστοποιεί σε κάθε απορριφθέντα προσφέροντα που έχει υποβάλει παραδεκτή προσφορά το όνομα του επιλεγέντα προσφέροντα, καθώς επίσης και τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς.»·

(13)

στο άρθρο 35 η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Η διαδικασία διεξάγεται σύμφωνα με τις γενικές αρχές του άρθρου 3. Το άρθρο 9 παράγραφοι 6 και 7, το άρθρο 13 παράγραφοι 5 και 6 και τα άρθρα 18, 19, 20, 26, 27, 28, 30 και 33 εφαρμόζονται αναλόγως.»·

(14)

στο άρθρο 36 η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Εντός 15 ημερών από την περιέλευση της γνωστοποίησης της ως άνω απόφασης στους προσφέροντες, αυτοί μπορούν να ζητήσουν από την ΕΚΤ να τους γνωστοποιήσει τους λόγους απόρριψης της προσφοράς τους.

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 και το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι παράγραφοι 1 έως 4 του άρθρου 34 εφαρμόζονται όταν η ΕΚΤ αναθέτει, μέσω της διαδικασίας του άρθρου 35 παράγραφος 4, σύμβαση υπηρεσιών κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 παράγραφος 2 με αξία προ ΦΠΑ ίση με 750.000 ευρώ ή μεγαλύτερη, υπό τον όρο ότι υπάρχει σαφές διασυνοριακό ενδιαφέρον.»·

(15)

το άρθρο 39 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Στο πλαίσιο των διαδικασιών ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων του κεφαλαίου II οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες μπορούν να προσβάλλουν γραπτώς την απόφαση της ΕΚΤ, με την οποία απορρίπτεται η αίτηση συμμετοχής ή η προσφορά τους, εντός δέκα ημερών από την περιέλευση σε αυτούς της γνωστοποίησης του άρθρου 34 παράγραφος 1 ή του άρθρου 34 παράγραφος 3 πρώτη πρόταση. Η προσφυγή πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις συμπληρωματικές πληροφορίες και τις αιτιολογημένες ενστάσεις, με εξαίρεση τυχόν ενστάσεις η προβολή των οποίων αποκλείεται κατά το άρθρο 28 παράγραφος 2.»·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η προσφυγή έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς την ανάθεση της σύμβασης.»·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 4:

«4.   Σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής εφαρμόζεται επιπρόσθετη ανασταλτική προθεσμία τουλάχιστον δέκα ημερών πριν από την υπογραφή της σύμβασης από την ΕΚΤ, εάν χρησιμοποιείται φαξ ή ηλεκτρονικό μέσο, ή τουλάχιστον 15 ημερών πριν από την υπογραφή της, εάν χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας. Η PRB ενημερώνει τον προσφεύγοντα για τη διάρκεια της ανασταλτικής προθεσμίας.».

Άρθρο 2

Έναρξη ισχύος

1.   Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την 1η Μαΐου 2020.

2.   Διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων που έχουν αρχίσει πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης ολοκληρώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης (ΕΕ) 2016/245 (ΕΚΤ/2016/2), όπως αυτή ίσχυε κατά την ημερομηνία έναρξης της σχετικής διαδικασίας. Για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης ως ημέρα έναρξης ορισμένης διαδικασίας ανάθεσης θεωρείται η ημέρα αποστολής της σχετικής προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα ή, όταν δεν απαιτείται δημοσίευση προκήρυξης, η ημέρα κατά την οποία η ΕΚΤ καλεί έναν ή περισσότερους προμηθευτές να υποβάλουν προσφορά ή πρόταση.

Φρανκφούρτη, 18 Φεβρουαρίου 2020.

Η Πρόεδρος της ΕΚΤ

Christine LAGARDE


(1)  ΕΕ L 80 της 18.3.2004, σ. 33.

(2)  Απόφαση (EE) 2016/245 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 9ης Φεβρουαρίου 2016, για τη θέσπιση των κανόνων περί ανάθεσης συμβάσεων (EKT/2016/2) (ΕΕ L 45 της 20.2.2016, σ. 15).

(3)  ΕΕ C 204 της 20.6.2015, σ. 3.

(4)  Οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 65).

(5)  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2017/2365 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2017, για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα κατώτατα όρια εφαρμογής για τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων (ΕΕ L 337 της 19.12.2017, σ. 19).

(6)  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/1828 της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 2019, για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα κατώτατα όρια εφαρμογής για τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων (ΕΕ L 279 της 31.10.2019, σ. 25).

(7)  Οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τηνανάθεση συμβάσεων παραχώρησης (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 1).