7.6.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 150/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/876 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 20ής Μαΐου 2019

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης που εκτυλίχθηκε το 2007-2008 η Ένωση υλοποίησε μια ουσιαστική μεταρρύθμιση του κανονιστικού πλαισίου των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Η μεταρρύθμιση αυτή βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε διεθνή πρότυπα που ενέκρινε το 2010 η Επιτροπή της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία (BCBS), τα οποία είναι γνωστά με την ονομασία «πλαίσιο Βασιλεία ΙΙΙ». Μεταξύ των πολλών μέτρων, η δέσμη μεταρρύθμισης περιλάμβανε την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), που ενισχύουν τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων (ιδρύματα).

(2)

Μολονότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν καταστήσει το οικονομικό σύστημα πιο σταθερό και ανθεκτικό έναντι πολλών τύπων πιθανών μελλοντικών κρίσεων, δεν έχουν ακόμη αντιμετωπίσει πλήρως όλα τα διαπιστωμένα προβλήματα. Ένας σημαντικός λόγος γι' αυτό ήταν ότι οι διεθνείς φορείς καθορισμού προτύπων, όπως η BCBS και το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΣΧΣ), δεν είχαν ακόμη ολοκληρώσει τις εργασίες τους σχετικά με τις διεθνώς συμφωνηθείσες λύσεις για την αντιμετώπιση των εν λόγω προβλημάτων. Τώρα που οι εν λόγω εργασίες για τις περαιτέρω σημαντικές μεταρρυθμίσεις έχουν ολοκληρωθεί, τα εκκρεμή προβλήματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.

(3)

Η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Προς την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης», της 24ης Νοεμβρίου 2015, αναγνώρισε την ανάγκη για περαιτέρω μείωση των κινδύνων και δεσμεύθηκε να υποβάλει μια νομοθετική πρόταση που θα βασίζεται στα διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα. Η ανάγκη να ληφθούν περαιτέρω συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα για τη μείωση των κινδύνων στον χρηματοπιστωτικό τομέα έχει αναγνωριστεί από το Συμβούλιο στα συμπεράσματά του, της 17ης Ιουνίου 2016, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του, της 10ης Μαρτίου 2016, με τίτλο «Τραπεζική Ένωση – Ετήσια έκθεση για το 2015» (6).

(4)

Τέτοια μέτρα περιορισμού των κινδύνων θα πρέπει όχι μόνο να ενισχύσουν περαιτέρω την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος και την εμπιστοσύνη των αγορών σε αυτό, αλλά και να αποτελέσουν τη βάση για περαιτέρω πρόοδο στην ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει, επίσης, να εξεταστούν υπό το πρίσμα των ευρύτερων προκλήσεων που επηρεάζουν την οικονομία της Ένωσης, ιδίως της ανάγκης προώθησης της ανάπτυξης και της απασχόλησης σε περιόδους με αβέβαιες οικονομικές προοπτικές. Στο εν λόγω πλαίσιο, έχουν δρομολογηθεί διάφορες σημαντικές πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως το επενδυτικό σχέδιο για την Ευρώπη και η Ένωση Κεφαλαιαγορών, με σκοπό να ενισχυθεί η οικονομία της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό όλα τα μέτρα μείωσης του κινδύνου να αλληλεπιδρούν ομαλά με τις εν λόγω πρωτοβουλίες πολιτικής, καθώς και με τις ευρύτερες πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

(5)

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να είναι ισοδύναμες προς τα διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα και να διασφαλίζουν τη διαρκή ισοδυναμία της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 με το πλαίσιο Βασιλεία ΙΙΙ. Οι στοχευμένες προσαρμογές, με στόχο να αποτυπώνονται οι ιδιαιτερότητες της Ένωσης και τα ευρύτερα πολιτικά ζητήματα, θα πρέπει να περιορίζονται ως προς το πεδίο εφαρμογής ή προς τον χρόνο, ώστε να μην επηρεάζεται η συνολική ευρωστία του πλαισίου προληπτικής εποπτείας.

(6)

Τα υφιστάμενα μέτρα περιορισμού των κινδύνων και, ιδίως, οι απαιτήσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης θα πρέπει, επίσης, να βελτιωθούν, ώστε να εξασφαλιστεί ότι μπορούν να εφαρμόζονται με πιο αναλογικό τρόπο και ότι δεν δημιουργούν υπερβολικό φόρτο συμμόρφωσης, ιδίως για τα μικρότερα και λιγότερο πολύπλοκα ιδρύματα.

(7)

Για να επιτευχθούν στοχευμένες απλουστεύσεις των απαιτήσεων σε ό,τι αφορά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας απαιτείται ακριβής ορισμός των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων. Ένα ενιαίο και απόλυτο όριο δεν λαμβάνει υπόψη, από μόνο του, τις ιδιαιτερότητες των εθνικών τραπεζικών αγορών. Συνεπώς, είναι απαραίτητο τα κράτη μέλη να έχουν τη διακριτική ευχέρεια να ευθυγραμμίσουν το όριο αυτό με τα εθνικά δεδομένα και να το προσαρμόσουν προς τα κάτω, κατά περίπτωση. Επειδή το μέγεθος ενός ιδρύματος δεν αποτελεί από μόνο του καθοριστικό παράγοντα για τα χαρακτηριστικά κινδύνου του, είναι επίσης απαραίτητη η εφαρμογή πρόσθετων ποιοτικών κριτηρίων για να διασφαλιστεί ότι ένα ίδρυμα θεωρείται μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα και μπορεί να επωφεληθεί από πιο αναλογικούς κανόνες εφόσον το ίδρυμα πληροί το σύνολο των σχετικών κριτηρίων.

(8)

Οι δείκτες μόχλευσης συμβάλλουν στη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, λειτουργώντας ως ασπίδα προστασίας έναντι των κεφαλαιακών απαιτήσεων με βάση τον κίνδυνο και περιορίζοντας τη συσσώρευση υπερβολικής μόχλευσης κατά τη διάρκεια περιόδων οικονομικής ανάκαμψης. Η BCBS έχει αναθεωρήσει το διεθνές πρότυπο σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης, προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω ορισμένες πτυχές του σχεδιασμού του εν λόγω δείκτη. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να εναρμονιστεί με το αναθεωρημένο πρότυπο, ώστε να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο για τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση, αλλά λειτουργούν εκτός αυτής, και να διασφαλιστεί ότι ο εν λόγω δείκτης μόχλευσης εξακολουθεί να συνιστά αποτελεσματικό συμπλήρωμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που βασίζονται στον κίνδυνο. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστεί απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης, ώστε να συμπληρώνει το ισχύον σύστημα υποβολής αναφορών και τη δημοσιοποίηση του δείκτη μόχλευσης.

(9)

Προκειμένου να μην περιοριστεί χωρίς λόγο ο δανεισμός των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών από τα ιδρύματα και να αποτραπούν οι αδικαιολόγητες αρνητικές επιπτώσεις στη ρευστότητα της αγοράς, η απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης θα πρέπει να καθορίζεται σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να λειτουργεί ως αξιόπιστη ασπίδα προστασίας για τον κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης, χωρίς να παρεμποδίζεται η οικονομική ανάπτυξη.

(10)

Η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (ΕΑΤ), που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), στην έκθεσή της προς την Επιτροπή, της 3ης Αυγούστου 2016, σχετικά με την απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο δείκτης μόχλευσης ως προς το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 που βαθμονομείται σε 3 % για κάθε τύπο πιστωτικού ιδρύματος θα αποτελέσει αξιόπιστη λειτουργία προστασίας. Η απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης ύψους 3 % συμφωνήθηκε, επίσης, σε διεθνές επίπεδο από την BCBS. Η απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης θα πρέπει, ως εκ τούτου, να βαθμονομηθεί στο 3 %.

(11)

Η απαίτηση για τον δείκτη μόχλευσης ύψους 3 % αναμένεται να περιορίσει, ωστόσο, ορισμένα επιχειρηματικά μοντέλα και ορισμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες περισσότερο από άλλες. Συγκεκριμένα, ο δημόσιος δανεισμός από δημόσιες αναπτυξιακές τράπεζες και οι επισήμως στηριζόμενες εξαγωγικές πιστώσεις θα επηρεαστούν δυσανάλογα. Ο δείκτης μόχλευσης, θα πρέπει, συνεπώς, να τροποποιηθεί για τα εν λόγω είδη ανοιγμάτων. Θα πρέπει, συνεπώς, να καθοριστούν σαφή κριτήρια που θα βοηθήσουν να αξιολογηθεί η δημόσια εντολή των εν λόγω πιστωτικών ιδρυμάτων και να καλυφθούν θέματα όπως η σύστασή τους, το είδος των δραστηριοτήτων τους, οι στόχοι τους, οι συμφωνίες εγγύησης από δημόσιους φορείς και οι περιορισμοί στις καταθετικές δραστηριότητες. Η μορφή και ο τρόπος εγκαταστάσεως αυτών των πιστωτικών ιδρυμάτων θα πρέπει να παραμένουν ωστόσο στη διακριτική ευχέρεια της κεντρικής κυβέρνησης του κράτους μέλους, της περιφερειακής κυβέρνησης ή της τοπικής αρχής και μπορούν να συνίστανται στη δημιουργία νέου πιστωτικού ιδρύματος, την απόκτηση ή την εξαγορά, μεταξύ άλλων με παραχωρήσεις και στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης, της ήδη υφιστάμενης οντότητας από τις εν λόγω δημόσιες αρχές.

(12)

Ο δείκτης μόχλευσης δεν πρέπει, επίσης, να υπονομεύει την παροχή υπηρεσιών κεντρικής εκκαθάρισης από τα ιδρύματα σε πελάτες. Ως εκ τούτου, το αρχικό περιθώριο για κεντρικά εκκαθαριζόμενες συναλλαγές σε παράγωγα που λαμβάνουν τα ιδρύματα από τους πελάτες τους και που διαβιβάζονται στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους (CCP) θα πρέπει να εξαιρεθούν από το μέτρο του συνολικού ανοίγματος.

(13)

Σε εξαιρετικές περιστάσεις που καθιστούν αναγκαία την εξαίρεση ορισμένων ανοιγμάτων έναντι κεντρικών τραπεζών από τον δείκτη μόχλευσης και προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή των νομισματικών πολιτικών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν προσωρινά αυτά τα ανοίγματα από το μέτρο του συνολικού ανοίγματος. Για τον σκοπό αυτόν, κατόπιν διαβούλευσης με την αντίστοιχη κεντρική τράπεζα, θα πρέπει να δημοσιοποιούν την ύπαρξη τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων. Η απαίτηση σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης θα πρέπει να αναβαθμονομείται αναλόγως για να αντισταθμίζεται ο αντίκτυπος της εξαίρεσης. Με την αναβαθμονόμηση αυτή, θα πρέπει να διασφαλίζεται ο αποκλεισμός των κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που επηρεάζουν τους αντίστοιχους τραπεζικούς τομείς και η διατήρηση της ανθεκτικότητας που παρέχεται από τον δείκτη μόχλευσης.

(14)

Ενδείκνυται η εφαρμογή απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης για τα ιδρύματα που έχουν προσδιοριστεί ως παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (G-SII) σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ και με το πρότυπο της BCBS σχετικά με απόθεμα ασφαλείας του δείκτη μόχλευσης για παγκόσμιες συστημικώς σημαντικές τράπεζες (G-SIB) που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2017. Το απόθεμα ασφαλείας του δείκτη μόχλευσης βαθμονομήθηκε από την BCBS ειδικά με σκοπό να μετριαστούν οι συγκριτικά μεγαλύτεροι κίνδυνοι που θέτουν οι G-SIB για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και, σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στα G-SII σε αυτό το στάδιο. Ωστόσο, θα πρέπει να διενεργηθεί περαιτέρω ανάλυση προκειμένου να προσδιοριστεί εάν ενδείκνυται η εφαρμογή της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης σε άλλα συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (O-SII), όπως ορίζονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, και εάν ναι, με ποιον τρόπο θα πρέπει να προσαρμοστεί η βαθμονόμηση στα ειδικά χαρακτηριστικά των εν λόγω ιδρυμάτων.

(15)

Στις 9 Νοεμβρίου 2015, το ΣΧΣ δημοσίευσε το έγγραφο με τους όρους λειτουργίας (Term Sheet) της συνολικής ικανότητας απορρόφησης ζημιών (TLAC) («πρότυπο TLAC»), που εγκρίθηκε από την ομάδα G20 στη σύνοδο κορυφής η οποία διεξήχθη τον Νοέμβριο του 2015 στην Τουρκία. Το πρότυπο TLAC απαιτεί οι G-SIB να διαθέτουν επαρκή αριθμό (διασώσιμων) υποχρεώσεων που διακρίνονται από υψηλό βαθμό απορρόφησης ζημιών, προκειμένου να διασφαλίζουν την ομαλή και ταχεία απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση σε περίπτωση εξυγίανσης. Το πρότυπο TLAC θα πρέπει να εφαρμοστεί στο δίκαιο της Ένωσης.

(16)

Η εφαρμογή του προτύπου TLAC στο δίκαιο της Ένωσης είναι ανάγκη να λαμβάνει υπόψη την ισχύουσα ελάχιστη ειδική για ιδρύματα απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (MREL), που καθορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8). Δεδομένου ότι το πρότυπο MREL και οι MREL επιδιώκουν τον ίδιο στόχο, να διασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα διαθέτουν επαρκή ικανότητα απορρόφησης των ζημιών, οι δύο απαιτήσεις θα πρέπει να αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία ενός κοινού πλαισίου. Από λειτουργική άποψη, το εναρμονισμένο ελάχιστο πρότυπο TLAC θα πρέπει να θεσπιστεί στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μέσω νέας απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, ενώ η ειδική για ιδρύματα προσαύξηση για τα G-SII και η ειδική για ιδρύματα απαίτηση για τα ιδρύματα που δεν είναι G-SII θα πρέπει να θεσπιστούν με στοχευμένες τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9). Οι διατάξεις που θεσπίζουν το πρότυπο TLAC στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να εξετάζονται σε συνδυασμό με τις διατάξεις που θεσπίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και με την οδηγία 2013/36/ΕΕ.

(17)

Σύμφωνα με το πρότυπο TLAC που καλύπτει μόνο τις τράπεζες G-SIB, η ελάχιστη απαίτηση για επαρκές ποσό ιδίων κεφαλαίων και υποχρεώσεων υψηλής απορρόφησης ζημιών που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στα G-SII. Ωστόσο, οι κανόνες όσον αφορά τις επιλέξιμες υποχρεώσεις που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να ισχύουν για όλα τα ιδρύματα, σύμφωνα με τις συμπληρωματικές προσαρμογές και τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ.

(18)

Σύμφωνα με το πρότυπο TLAC, η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων θα πρέπει να εφαρμόζεται στις οντότητες εξυγίανσης που είτε αποτελούν οι ίδιες G-SII ή αποτελούν μέρος ομίλου που προσδιορίζεται ως G-SII. Η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων θα πρέπει να ισχύει σε ατομική ή ενοποιημένη βάση, ανάλογα αν οι εν λόγω οντότητες εξυγίανσης συνιστούν ανεξάρτητα ιδρύματα χωρίς θυγατρικές ή μητρικές επιχειρήσεις.

(19)

Η οδηγία 2014/59/ΕΕ επιτρέπει να χρησιμοποιηθούν εργαλεία εξυγίανσης όχι μόνο για τα ιδρύματα, αλλά και για τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών. Οι μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών θα πρέπει επομένως να διαθέτουν επαρκή ικανότητα απορρόφησης ζημιών όπως και τα μητρικά ιδρύματα.

(20)

Με σκοπό να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, είναι σημαντικό τα μέσα που κατέχονται για την τήρηση της απαίτησης αυτής να διαθέτουν υψηλή ικανότητα απορρόφησης των ζημιών. Οι υποχρεώσεις που εξαιρούνται από το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα που αναφέρεται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ δεν έχουν αυτή την ικανότητα, ούτε οι άλλες υποχρεώσεις που, αν και καταρχήν είναι χρησιμοποιήσιμες για διάσωση με ίδια μέσα, ενδέχεται να δημιουργούν δυσκολίες στην πράξη για διάσωση με ίδια μέσα. Οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν θα πρέπει επομένως να θεωρούνται επιλέξιμες για την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων. Από την άλλη πλευρά, τα κεφαλαιακά μέσα, καθώς και οι υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης, διαθέτουν υψηλή ικανότητα απορρόφησης των ζημιών. Επίσης, η δυνατότητα απορρόφησης των ζημιών από υποχρεώσεις που έχουν την ίδια προτεραιότητα με ορισμένες εξαιρούμενες υποχρεώσεις θα πρέπει να αναγνωρίζεται ως έναν ορισμένο βαθμό, σύμφωνα με το πρότυπο TLAC.

(21)

Με σκοπό την αποφυγή της διπλής καταμέτρησης των υποχρεώσεων για τους σκοπούς της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες για την αφαίρεση των συμμετοχών σε στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων που αντικατοπτρίζουν την αντίστοιχη προσέγγιση αφαίρεσης που αναπτύχθηκε ήδη στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τα κεφαλαιακά μέσα. Σύμφωνα με την εν λόγω προσέγγιση, οι συμμετοχές σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων θα πρέπει προηγουμένως να αφαιρούνται από τις επιλέξιμες υποχρεώσεις και, στον βαθμό που δεν υπάρχουν επαρκείς υποχρεώσεις, οι εν λόγω επιλέξιμες υποχρεώσεις θα πρέπει να αφαιρούνται από τα μέσα της κατηγορίας 2.

(22)

Το πρότυπο TLAC περιέχει ορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας για τις υποχρεώσεις που είναι αυστηρότερα από τα ισχύοντα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα κεφαλαιακά μέσα. Με σκοπό τη διασφάλιση της συνοχής, τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα κεφαλαιακά μέσα θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν ως προς τη μη επιλεξιμότητα των μέσων που εκδίδονται από τις οντότητες ειδικού σκοπού από την 1η Ιανουαρίου 2022.

(23)

Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί σαφής και διαφανής διαδικασία έγκρισης για μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της υψηλής ποιότητας των εν λόγω μέσων. Για τον σκοπό αυτόν, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την ευθύνη της έγκρισης των μέσων αυτών πριν μπορέσουν τα ιδρύματα να τα κατατάξουν ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Εντούτοις, οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να οφείλουν να απαιτούν την προηγούμενη άδεια για μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, τα οποία εκδίδονται βάσει νομικής τεκμηρίωσης που έχει ήδη εγκριθεί από την αρμόδια αρχή και διέπεται από τις ίδιες, κατ' ουσίαν, διατάξεις με εκείνες που διέπουν τα κεφαλαιακά μέσα για τα οποία το ίδρυμα έχει λάβει προηγούμενη άδεια από την αρμόδια αρχή για την κατάταξή τους ως μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Στην περίπτωση αυτή, αντί να ζητούν προηγούμενη έγκριση, τα ιδρύματα θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές τους την πρόθεσή τους να εκδώσουν τέτοια μέσα. Επιπλέον, η γνωστοποίηση αυτή θα πρέπει να πραγματοποιείται αρκετά πριν από την κατάταξη των μέσων ως μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, ώστε να υπάρχει χρόνος για την επανεξέταση των μέσων από τις αρμόδιες αρχές, αν χρειαστεί. Λαμβάνοντας υπόψη τον ρόλο της ΕΑΤ για την προώθηση της σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών και τη βελτίωση της ποιότητας των μέσων ιδίων κεφαλαίων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συμβουλεύονται την ΕΑΤ πριν από την έγκριση οποιασδήποτε νέας μορφής μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

(24)

Τα κεφαλαιακά μέσα είναι επιλέξιμα ως πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή ως μέσα της κατηγορίας 2 μόνο στο μέτρο που συμμορφώνονται με τα σχετικά κριτήρια επιλεξιμότητας. Τα κεφαλαιακά μέσα αυτού του είδους μπορούν να αποτελούνται από μετοχές ή υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των δανείων μειωμένης εξασφάλισης που πληρούν τα εν λόγω κριτήρια.

(25)

Τα κεφαλαιακά μέσα ή τα μέρη κεφαλαιακών μέσων θα πρέπει να είναι επιλέξιμα να χαρακτηρίζονται ως μέσα ιδίων κεφαλαίων μόνο εφόσον έχουν καταβληθεί. Εάν μέρη ενός μέσου δεν έχουν καταβληθεί, τα μέρη αυτά δεν θα πρέπει να είναι επιλέξιμα να χαρακτηρίζονται ως μέσα ιδίων κεφαλαίων.

(26)

Τα μέσα ιδίων κεφαλαίων και οι επιλέξιμες υποχρεώσεις δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού ή συμψηφισμού που θα υπονόμευαν την ικανότητα απορρόφησης ζημιών κατά την εξυγίανση. Αυτό δεν θα πρέπει να σημαίνει ότι οι συμβατικές διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις θα πρέπει να περιέχουν ρήτρα που να ορίζει ρητώς ότι το μέσο δεν υπόκειται σε δικαιώματα αλληλοσυμψηφισμού ή συμψηφισμού.

(27)

Λόγω της εξέλιξης του τραπεζικού τομέα σε ένα περιβάλλον με αυξημένο ψηφιακό χαρακτήρα, ενισχύεται η σημασία του λογισμικού ως είδους στοιχείου ενεργητικού. Τα στοιχεία του ενεργητικού στην κατηγορία του λογισμικού που αποτιμώνται κατά συνετό τρόπο, η αξία των οποίων δεν επηρεάζεται σημαντικά από την εξυγίανση, την αφερεγγυότητα ή τη ρευστοποίηση ενός ιδρύματος δεν θα πρέπει να υπόκεινται στην αφαίρεση άυλων στοιχείων ενεργητικού από τα στοιχεία κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Η διευκρίνιση αυτή είναι σημαντική, καθώς το λογισμικό συνιστά ευρεία έννοια που καλύπτει πολλούς διαφορετικούς τύπους στοιχείων του ενεργητικού, που δεν διατηρούν όλοι την αξία τους σε περίπτωση εκκαθάρισης. Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές στην αποτίμηση και την απόσβεση στοιχείων ενεργητικού στην κατηγορία του λογισμικού και των πωλήσεων αυτών των στοιχείων ενεργητικού που έχουν πραγματοποιηθεί. Επιπλέον, θα πρέπει να εξεταστούν οι διεθνείς εξελίξεις και διαφορές στην ρυθμιστική αντιμετώπιση των επενδύσεων σε λογισμικό, οι διαφορετικοί κανόνες προληπτικής εποπτείας που ισχύουν για τα ιδρύματα και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, και η ποικιλομορφία του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των μη ρυθμιζόμενων οντοτήτων, όπως οι εταιρείες χρηματοπιστωτικής τεχνολογίας.

(28)

Προκειμένου να αποφευχθούν τα φαινόμενα κατακρήμνισης («cliff-edge effects»), είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων για τα υφιστάμενα μέσα, σε σχέση με ορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας. Για τις υποχρεώσεις που έχουν εκδοθεί πριν από τις 27 Ιουνίου 2019, θα πρέπει να αρθούν ορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα μέσα ιδίων κεφαλαίων και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις. Η εν λόγω ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων θα πρέπει να εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις που προσμετρώνται, κατά περίπτωση, στο τμήμα μειωμένης εξασφάλισης της TLAC και στο τμήμα μειωμένης εξασφάλισης της MREL, δυνάμει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, καθώς και σε υποχρεώσεις που προσμετρώνται, κατά περίπτωση, στο τμήμα μη μειωμένης εξασφάλισης της TLAC και στο τμήμα μη μειωμένης εξασφάλισης της MREL δυνάμει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Για τα μέσα ιδίων κεφαλαίων, η ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων θα πρέπει να λήγει στις 28 Ιουνίου 2025.

(29)

Τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη του έτους, μπορούν να εξοφληθούν μόνο κατόπιν προηγούμενης άδειας από την αρχή εξυγίανσης. Η εν λόγω προηγούμενη άδεια θα μπορούσε επίσης να συνιστά γενική προηγούμενη άδεια και στην περίπτωση αυτή η εξόφληση θα πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός περιορισμένου χρονικού διαστήματος και για προκαθορισμένο ποσό που καλύπτεται από τη γενική προηγούμενη άδεια.

(30)

Από την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το διεθνές πρότυπο για την προληπτική μεταχείριση των ανοιγμάτων προς τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τροποποιήθηκε, ώστε να βελτιωθεί η μεταχείριση των ανοιγμάτων των ιδρυμάτων προς τους αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Στις σημαντικές αναθεωρήσεις του εν λόγω προτύπου περιλαμβάνονταν η χρήση ενιαίας μεθόδου για τον καθορισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τα ανοίγματα που οφείλονται σε εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, ρητό ανώτατο όριο για το σύνολο των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για ανοίγματα έναντι αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλόμενων και πιο ευαίσθητη στους κινδύνους προσέγγιση για τον προσδιορισμό της αξίας των παραγώγων στον υπολογισμό των υποθετικών πόρων ενός αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Ταυτόχρονα, η μεταχείριση των ανοιγμάτων έναντι μη αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων παρέμεινε αμετάβλητη. Δεδομένου ότι τα αναθεωρημένα διεθνή πρότυπα θέσπισαν μεταχείριση που είναι καλύτερα προσαρμοσμένη στο περιβάλλον της κεντρικής εκκαθάρισης, το δίκαιο της Ένωσης θα πρέπει να τροποποιηθεί, προκειμένου να ενσωματωθούν τα εν λόγω πρότυπα.

(31)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα θα διαχειριστούν καταλλήλως τα ανοίγματά τους υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων (ΟΣΕ), οι κανόνες που προσδιορίζουν την αντιμετώπιση των εν λόγω ανοιγμάτων θα πρέπει να είναι ευαίσθητοι στον κίνδυνο και θα πρέπει να προωθούν τη διαφάνεια όσον αφορά τα υποκείμενα ανοίγματα σε ΟΣΕ. Η BCBS εξέδωσε, ως εκ τούτου, αναθεωρημένο πρότυπο που καθορίζει σαφή ιεράρχηση των προσεγγίσεων για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων για τα εν λόγω ανοίγματα. H εν λόγω ιεράρχηση αντικατοπτρίζει τον βαθμό της διαφάνειας ως προς τα υποκείμενα ανοίγματα. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να εναρμονιστεί με τους εν λόγω διεθνώς συμφωνηθέντες κανόνες.

(32)

Για ίδρυμα που παρέχει δέσμευση ελάχιστης τιμής προς τελικό όφελος των πελατών λιανικής για επένδυση σε μερίδιο ή μετοχή σε ΟΣΕ, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενου από το κράτος ιδιωτικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος, δεν απαιτείται πληρωμή από το ίδρυμα ή την επιχείρηση που περιλαμβάνεται στο ίδιο πεδίο εφαρμογής της εποπτικής ενοποίησης, εκτός εάν η αξία των μετοχών ή μεριδίων του πελάτη στον ΟΣΕ είναι κατώτερη από το ποσό που καλύπτεται από την εγγύηση σε ένα ή περισσότερα χρονικά σημεία που καθορίζονται στη σύμβαση. Επομένως, η πιθανότητα να εφαρμοστεί η δέσμευση είναι μικρή στην πράξη. Όταν η δέσμευση ελάχιστης τιμής ενός ιδρύματος περιορίζεται σε ένα ποσοστό του ποσού που είχε αρχικά επενδύσει πελάτης σε μετοχές ή μερίδια σε ΟΣΕ (δέσμευση ελάχιστης τιμής καθορισμένου ποσού) ή σε ποσό που εξαρτάται από τις επιδόσεις χρηματοοικονομικών δεικτών ή δεικτών της αγοράς έως ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, οποιαδήποτε επί του παρόντος θετική διαφορά μεταξύ της αξίας των μετοχών ή μεριδίων του πελάτη και της παρούσας αξίας του ποσού που καλύπτεται από την εγγύηση σε συγκεκριμένη ημερομηνία συνιστά απόθεμα ασφαλείας και μειώνει τον κίνδυνο να πρέπει το ίδρυμα να καταβάλει το ποσό που καλύπτεται από την εγγύηση. Όλοι αυτοί οι λόγοι δικαιολογούν μειωμένο συντελεστή μετατροπής.

(33)

Για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος των συναλλαγών σε παράγωγα βάσει του πλαισίου του πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 παρέχει επί του παρόντος στα ιδρύματα τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τριών διαφορετικών τυποποιημένων προσεγγίσεων: της τυποποιημένης μεθόδου (SM), της μεθόδου βάσει τρεχουσών τιμών αγοράς (MtMM) και της μεθόδου του αρχικού ανοίγματος (OEM).

(34)

Οι εν λόγω τυποποιημένες προσεγγίσεις, όμως, δεν αναγνωρίζουν επαρκώς τη φύση της εξασφάλισης που μειώνει τον κίνδυνο στα ανοίγματα. Οι βαθμονομήσεις τους είναι παρωχημένες και δεν αντικατοπτρίζουν το υψηλό επίπεδο μεταβλητότητας που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Επιπλέον, δεν αναγνωρίζουν δεόντως τα οφέλη από συμψηφισμούς. Για την αντιμετώπιση των αδυναμιών αυτών η BCBS αποφάσισε να αντικαταστήσει την SM και την MtMM με μια νέα τυποποιημένη προσέγγιση για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος των ανοιγμάτων σε παράγωγα, την αποκαλούμενη τυποποιημένη προσέγγιση για πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου (SA-CCR). Δεδομένου ότι τα αναθεωρημένα διεθνή πρότυπα θέσπισαν μια νέα τυποποιημένη προσέγγιση που είναι καλύτερα προσαρμοσμένη στο περιβάλλον της κεντρικής εκκαθάρισης, το δίκαιο της Ένωσης θα πρέπει να τροποποιηθεί, προκειμένου να ενσωματωθούν τα εν λόγω πρότυπα.

(35)

Η SA-CCR είναι πιο ευαίσθητη σε θέματα κινδύνων σε σχέση με την SM και την MtMM και θα οδηγήσει, ως εκ τούτου, σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αντικατοπτρίζουν καλύτερα τους κινδύνους που σχετίζονται με τις συναλλαγές των ιδρυμάτων σε παράγωγα. Ταυτόχρονα, για ορισμένα από τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν επί του παρόντος την MtMM, η SA-CCR μπορεί να αποδειχθεί υπερβολικά περίπλοκη και επαχθής ως προς την εφαρμογή. Για τα ιδρύματα που πληρούν προκαθορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας και για τα ιδρύματα που αποτελούν μέρος ομίλου που πληροί αυτά τα κριτήρια σε ενοποιημένη βάση πρέπει να θεσπιστεί μια απλοποιημένη έκδοση της SA-CCR («απλοποιημένη SA-CCR»). Δεδομένου ότι η απλοποιημένη έκδοση θα είναι λιγότερο ευαίσθητη σε θέματα κινδύνων σε σχέση με την SA-CCR, θα πρέπει να βαθμονομηθεί κατάλληλα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν υποεκτιμά την αξία ανοίγματος των συναλλαγών σε παράγωγα.

(36)

Για τα ιδρύματα που έχουν περιορισμένα ανοίγματα σε παράγωγα και τα οποία χρησιμοποιούν επί του παρόντος την MtMM ή την OEM, τόσο η SA-CCR όσο και η απλοποιημένη SA-CCR ενδέχεται να είναι πολύ πολύπλοκες για να εφαρμοστούν. Η OEM θα πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά ως εναλλακτική προσέγγιση από τα εν λόγω ιδρύματα που πληρούν προκαθορισμένα κριτήρια επιλεξιμότητας και τα ιδρύματα που αποτελούν μέρος ομίλου ο οποίος πληροί αυτά τα κριτήρια σε ενοποιημένη βάση, αλλά θα πρέπει να αναθεωρηθεί, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι σοβαρές ελλείψεις της.

(37)

Με σκοπό την καθοδήγηση του ιδρύματος κατά την επιλογή των επιτρεπόμενων προσεγγίσεων θα πρέπει να θεσπιστούν σαφή κριτήρια. Τα εν λόγω κριτήρια θα πρέπει να βασίζονται στο μέγεθος των δραστηριοτήτων σε παράγωγα ενός ιδρύματος, που καταδεικνύει τον βαθμό πολυπλοκότητας, τον οποίο θα πρέπει ένα ίδρυμα να είναι σε θέση να τηρεί για να υπολογιστεί η αξία ανοίγματος.

(38)

Κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι απώλειες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για ορισμένα εγκατεστημένα στην Ένωση ιδρύματα ήταν σημαντικές. Για ορισμένα από αυτά, το επίπεδο του απαιτούμενου για την κάλυψη των απωλειών κεφαλαίου αποδείχθηκε ανεπαρκές, με αποτέλεσμα τα εν λόγω ιδρύματα να ζητήσουν έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη. Οι εν λόγω παρατηρήσεις οδήγησαν την BCBS στην εξάλειψη ορισμένων αδυναμιών στην προληπτική εποπτεία των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, που συνίσταται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.

(39)

Το 2009 ολοκληρώθηκε η πρώτη σειρά μεταρρυθμίσεων σε διεθνές επίπεδο και μεταφέρθηκε στο ενωσιακό δίκαιο με την οδηγία 2010/76/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10). Η μεταρρύθμιση του 2009 δεν αντιμετώπισε, ωστόσο, τις διαρθρωτικές αδυναμίες των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα πρότυπα κινδύνου αγοράς. Η έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά την οριοθέτηση μεταξύ των βιβλίων εμπορικών και τραπεζικών συναλλαγών παρείχε τις δυνατότητες για την καταχρηστική επιλογή ευνοϊκότερου πλαισίου προληπτικής εποπτείας, ενώ η έλλειψη ευαισθησίας κινδύνου των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων ως προς τον κίνδυνο αγοράς δεν επέτρεπε την κάλυψη του πλήρους φάσματος των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένα τα ιδρύματα.

(40)

Η BCBS δρομολόγησε τη ριζική αναθεώρηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών (FRTB) για να αντιμετωπιστούν οι διαρθρωτικές αδυναμίες των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα πρότυπα κινδύνου αγοράς. Οι εργασίες αυτές οδήγησαν στη δημοσίευση, τον Ιανουάριο του 2016, αναθεωρημένου πλαισίου για τον κίνδυνο αγοράς. Κατά τη διάρκεια του Δεκεμβρίου 2017, η Ομάδα Διοικητών Κεντρικών Τραπεζών και Επικεφαλής Εποπτείας συμφώνησε να παραταθεί η ημερομηνία εφαρμογής του αναθεωρημένου πλαισίου για τον κίνδυνο αγοράς, προκειμένου να δοθεί στα ιδρύματα επιπλέον χρόνος για την κατάρτιση της απαραίτητης υποδομής συστημάτων και να μπορέσει η BCBS να αντιμετωπίσει ορισμένα ειδικά θέματα που συνδέονται με το πλαίσιο. Αυτό περιλαμβάνει επανεξέταση των βαθμονομήσεων των τυποποιημένων προσεγγίσεων εσωτερικών υποδειγματικών για να εξασφαλιστεί συνοχή με τις αρχικές προσδοκίες της BCBS. Μετά την ολοκλήρωση της επανεξέτασης αυτής, και προτού πραγματοποιηθεί εκτίμηση του αντικτύπου των αναθεωρήσεων που προκύπτουν για το πλαίσιο FRTB σχετικά με τα ιδρύματα στην Ένωση, όλα τα ιδρύματα που θα υπόκεινται στο πλαίσιο FRTB στην Ένωση θα πρέπει να αρχίσουν να υποβάλλουν αναφορές για τους υπολογισμούς που προκύπτουν από την αναθεωρημένη τυποποιημένη προσέγγιση. Για τον σκοπό αυτόν, προκειμένου να καταστούν πλήρως λειτουργικοί οι υπολογισμοί για τις απαιτήσεις υποβολής αναφορών σύμφωνα με τις διεθνείς εξελίξεις, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδώσει πράξη σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει την εν λόγω κατ' εξουσιοδότηση πράξη μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2019. Τα ιδρύματα θα πρέπει να αρχίσουν να υποβάλλουν αναφορές για τον υπολογισμό αυτό το αργότερο ένα έτος μετά την έκδοση της εν λόγω κατ' εξουσιοδότηση πράξης. Επιπλέον, τα ιδρύματα που λαμβάνουν έγκριση να χρησιμοποιούν την αναθεωρημένη προσέγγιση εσωτερικών υποδειγμάτων του πλαισίου FRTB για σκοπούς υποβολής αναφορών θα πρέπει επίσης να υποβάλλουν αναφορές για τον υπολογισμό στο πλαίσιο της προσέγγισης εσωτερικού υποδείγματος τρία έτη από την έναρξη πλήρους λειτουργίας της.

(41)

Η θέσπιση των υποχρεώσεων υποβολής αναφορών για τις προσεγγίσεις FRTB θα πρέπει να θεωρείται ως πρώτο βήμα προς την πλήρη εφαρμογή του πλαισίου FRTB στην Ένωση. Λαμβανομένων υπόψη των τελικών αναθεωρήσεων του πλαισίου FRTB που πραγματοποίησε η BCBS, των αποτελεσμάτων των επιπτώσεων των αναθεωρήσεων αυτών επί των ιδρυμάτων στην Ένωση και των προσεγγίσεων FRTB που ορίζονται ήδη στον παρόντα κανονισμό για τις απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει, όπου κρίνεται σκόπιμο, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις 30 Ιουνίου 2020 σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εφαρμοστεί το πλαίσιο FRTB στην Ένωση για να καθιερωθούν οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.

(42)

Μια ανάλογη μεταχείριση για τον κίνδυνο αγοράς θα πρέπει να εφαρμόζεται, επίσης, στα ιδρύματα με περιορισμένες δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών και να επιτρέπει την εφαρμογή του πλαισίου πιστωτικού κινδύνου για θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου σε περισσότερα ιδρύματα με μικρές δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών, όπως ορίζεται στο αναθεωρημένο κείμενο της παρέκκλισης για τις επιχειρήσεις με μικρές δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Η αρχή της αναλογικότητας θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη όταν η Επιτροπή επανεξετάζει τον τρόπο με τον οποίο τα ιδρύματα με μεσαίου μεγέθους δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών θα πρέπει να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς. Συγκεκριμένα, η βαθμονόμηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για τα ιδρύματα με μεσαίου μεγέθους δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών θα πρέπει να επανεξετάζεται υπό το πρίσμα των εξελίξεων σε διεθνές επίπεδο. Εν τω μεταξύ, τα ιδρύματα με μεσαίου μεγέθους δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών, καθώς και τα ιδρύματα με μικρές δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών, θα πρέπει να απαλλάσσονται από τις απαιτήσεις υποβολής αναφορών βάσει του FRTB.

(43)

Το πλαίσιο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων θα πρέπει να ενισχυθεί, προκειμένου να βελτιωθεί η ικανότητα των ιδρυμάτων να απορροφούν ζημίες και να συμμορφώνονται περισσότερο με τα διεθνή πρότυπα. Προς τον σκοπό αυτό, η βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως κεφαλαιακή βάση για τον υπολογισμό του ορίου για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τα ανοίγματα προς τα πιστωτικά παράγωγα θα πρέπει να υπολογίζονται σύμφωνα με την SA-CCR. Επιπλέον, το όριο για τα ανοίγματα που τα G-SII μπορεί να διαθέτουν προς άλλα G-SII θα πρέπει να ελαττωθεί για τη μείωση των συστημικών κινδύνων που συνδέονται με τις διασυνδέσεις μεταξύ των μεγάλων ιδρυμάτων και για τη μείωση των επιπτώσεων που μπορεί να επιφέρει η αθέτηση υποχρεώσεων εκ μέρους αντισυμβαλλομένου G-SII στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

(44)

Ενώ ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) διασφαλίζει ότι τα ιδρύματα θα μπορούν να δέχονται σοβαρές πιέσεις σε βραχυπρόθεσμη βάση, δεν διασφαλίζει ότι τα εν λόγω ιδρύματα αυτά θα διαθέτουν μια σταθερή χρηματοδοτική δομή σε έναν πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Κατέστη, συνεπώς, σαφές ότι θα πρέπει να αναπτυχθεί σε επίπεδο Ένωσης λεπτομερής δεσμευτική απαίτηση σταθερής χρηματοδότησης, η οποία θα πρέπει πάντα να τηρείται με σκοπό να αποφευχθούν οι υπερβολικές αναντιστοιχίες ληκτότητας μεταξύ στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και η υπερβολική εξάρτηση από βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση χονδρικής.

(45)

Σύμφωνα με το πρότυπο σταθερής χρηματοδότησης της BCBS, θα πρέπει, επομένως, να εγκριθούν κανόνες που να καθορίζουν την απαίτηση σταθερής χρηματοδότησης ως αναλογία του ποσού της διαθέσιμης σταθερής χρηματοδότησης, που διαθέτει ένα ίδρυμα, προς το ποσό της απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησής του σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους. Αυτή η δεσμευτική απαίτηση θα πρέπει να ονομάζεται «απαίτηση του δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης» (NSFR). Το ποσό της διαθέσιμης σταθερής χρηματοδότησης θα πρέπει να υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό των υποχρεώσεων του ιδρύματος και των ιδίων κεφαλαίων επί τους κατάλληλους συντελεστές που αντικατοπτρίζουν τον βαθμό αξιοπιστίας τους στον ορίζοντα ενός έτους του NSFR. Το ποσό της απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης θα πρέπει να υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό των στοιχείων του ενεργητικού του ιδρύματος και των εκτός ισολογισμού ανοιγμάτων επί τους κατάλληλους συντελεστές που αντικατοπτρίζουν τα χαρακτηριστικά ρευστότητας και τις εναπομένουσες ληκτότητες στον ορίζοντα ενός έτους του NSFR.

(46)

Ο NSFR θα πρέπει να εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό και να οριστεί τουλάχιστον στο επίπεδο του 100 %, γεγονός που καταδεικνύει ότι το ίδρυμα διατηρεί επαρκή σταθερή χρηματοδότηση για την κάλυψη των χρηματοδοτικών του αναγκών σε ορίζοντα ενός έτους τόσο σε κανονικές όσο και σε ακραίες συνθήκες. Εάν ο NSFR είναι κάτω από το επίπεδο του 100 %, το ίδρυμα θα πρέπει να συμμορφώνεται με τις ειδικές απαιτήσεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για την έγκαιρη επαναφορά του NSFR του στο ελάχιστο επίπεδο. Η εφαρμογή εποπτικών μέτρων σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με την απαίτηση NSFR δεν θα πρέπει να γίνεται αυτόματα. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει αντιθέτως να εκτιμούν τους λόγους για τη μη συμμόρφωση με την απαίτηση του NSFR πριν από τον καθορισμό πιθανών μέτρων εποπτείας.

(47)

Σύμφωνα με τις συστάσεις που έγιναν από την ΕΑΤ στην έκθεσή της, της 15ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με τις απαιτήσεις καθαρής σταθερής χρηματοδότησης βάσει του άρθρου 510 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι κανόνες για τον υπολογισμό του NSFR θα πρέπει να είναι στενά ευθυγραμμισμένοι με τα πρότυπα της BCBS, συμπεριλαμβανομένων των εξελίξεων στα εν λόγω πρότυπα σε ό, τι αφορά τη μεταχείριση των συναλλαγών σε παράγωγα. Η αναγκαιότητα να ληφθούν υπόψη ορισμένες ευρωπαϊκές ιδιαιτερότητες, ώστε να εξασφαλιστεί ότι η απαίτηση NSFR δεν εμποδίζει τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής πραγματικής οικονομίας, δικαιολογεί, ωστόσο, την έγκριση ορισμένων προσαρμογών του NSFR που έχει αναπτύξει η BCBS για τον καθορισμό ευρωπαϊκής απαίτησης NSFR. Οι προσαρμογές αυτές που οφείλονται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο συνιστώνται από την ΕΑΤ και αφορούν κυρίως ειδικές μεταχειρίσεις για: μοντέλα άμεσης επανεκχώρησης γενικά και έκδοση καλυμμένων ομολόγων ειδικότερα· χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες στον τομέα του διεθνούς εμπορίου· κεντρικές καταθέσεις ταμιευτηρίου· εγγυημένα δάνεια κατοικίας· πιστωτικές ενώσεις· κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και κεντρικά αποθετήρια τίτλων (ΚΑΤ) που δεν αναλαμβάνουν σημαντική μετατροπή ληκτότητας. Οι εν λόγω προτεινόμενες ειδικές μεταχειρίσεις αντικατοπτρίζουν σε μεγάλο βαθμό την ευνοϊκή μεταχείριση που χορηγείται σε αυτές τις δραστηριότητες ως προς τον ευρωπαϊκό LCR σε σύγκριση με τον LCR που έχει αναπτύξει η BCBS. Επειδή ο NSFR συμπληρώνει τον LCR, οι δύο αυτοί δείκτες θα πρέπει να είναι συνεπείς ως προς τον ορισμό και τη βαθμονόμησή τους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση των συντελεστών απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης που εφαρμόζονται στα υψηλής ποιότητας ρευστά στοιχεία ενεργητικού του LCR για τον υπολογισμό του NSFR που θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τους ορισμούς και τις περικοπές του ευρωπαϊκού LCR, ανεξάρτητα από τη συμμόρφωση με τις γενικές και λειτουργικές απαιτήσεις που ορίζονται για τον υπολογισμό του LCR οι οποίες δεν ενδείκνυνται για τον υπολογισμό του NSFR σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους.

(48)

Πέραν των ευρωπαϊκών ιδιαιτεροτήτων, η μεταχείριση των συναλλαγών σε παράγωγα στον NSFR που έχει αναπτύξει η BCBS θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις δραστηριότητες σε παράγωγα των ιδρυμάτων και, κατά συνέπεια, στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές και στην πρόσβαση σε ορισμένες πράξεις για τους τελικούς χρήστες. Οι συναλλαγές σε παράγωγα και ορισμένες αλληλένδετες συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων των εκκαθαριστικών δραστηριοτήτων, θα μπορούσαν να επηρεάζονται αδικαιολόγητα και δυσανάλογα από την εισαγωγή του NSFR που έχει αναπτύξει η BCBS χωρίς να έχουν υποβληθεί σε εκτεταμένες μελέτες ποσοτικών επιπτώσεων και σε δημόσια διαβούλευση. Η πρόσθετη απαίτηση να κατέχουν ποσοστό μεταξύ 5 % και 20 % της σταθερής χρηματοδότησης έναντι του ακαθάριστου ποσού υποχρεώσεων σε παράγωγα θεωρείται ευρύτατα ως κατά προσέγγιση μέτρο για την εκτίμηση των επιπλέον κινδύνων χρηματοδότησης που συνδέονται με την ενδεχόμενη αύξηση των υποχρεώσεων σε παράγωγα για χρονικό ορίζοντα ενός έτους και τελεί υπό επανεξέταση στο επίπεδο της BCBS. Η απαίτηση αυτή, που εισάγεται στο επίπεδο του 5 %, σύμφωνα με τη διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στις περιοχές δικαιοδοσίας από την BCBS να μειώσουν τον συντελεστή απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης για το ακαθάριστο ποσό υποχρεώσεων σε παράγωγα, θα μπορούσε στη συνέχεια να τροποποιηθεί ώστε να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στο επίπεδο της BCBS και να αποφευχθούν πιθανές ακούσιες συνέπειες, όπως η παρεμπόδιση της ορθής λειτουργίας των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών και της παροχής μέσων αντιστάθμισης κινδύνων σε ιδρύματα και τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων, ώστε να διασφαλίζεται η χρηματοδότησή τους ως στόχος της Ένωσης Κεφαλαιαγορών.

(49)

Η ασύμμετρη μεταχείριση από την BCBS της βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης, όπως οι πράξεις επαναγοράς (η σταθερή χρηματοδότηση δεν αναγνωρίζεται), και των βραχυπρόθεσμων δανείων, όπως οι πράξεις επαναπώλησης (απαιτείται κάποια σταθερή χρηματοδότηση —10 % αν εξασφαλίζονται με υψηλής ποιότητας ρευστά διαθέσιμα (HQLA) επιπέδου 1, όπως ορίζονται στον LCR, και 15 % για τις άλλες συναλλαγές) με χρηματοπιστωτικούς πελάτες αποσκοπεί στην αποθάρρυνση των δεσμών της εκτεταμένης βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης μεταξύ χρηματοπιστωτικών πελατών, καθώς οι δεσμοί αυτοί αποτελούν πηγή διασύνδεσης και καθιστούν δυσκολότερη την εξυγίανση ενός συγκεκριμένου ιδρύματος, χωρίς μετάδοση του κινδύνου στο υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα σε περίπτωση πτώχευσης. Ωστόσο, η βαθμονόμηση της ασυμμετρίας είναι συντηρητική και ενδέχεται να επηρεάζει τη ρευστότητα των τίτλων που συνήθως χρησιμοποιούνται ως ασφάλεια στις βραχυπρόθεσμες συναλλαγές, ιδίως τα κρατικά ομόλογα, καθώς τα ιδρύματα κατά πάσα πιθανότητα θα μειώσουν τον όγκο των δραστηριοτήτων τους στις αγορές συμφωνιών επαναγοράς. Θα μπορούσε επίσης να υπονομεύει τις δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης, καθώς οι αγορές συμφωνιών επαναγοράς διευκολύνουν τη διαχείριση της αναγκαίας απογραφής, και συνεπώς θα ερχόταν σε αντίθεση προς τους στόχους της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Προκειμένου να δοθεί στα ιδρύματα επαρκής χρόνος για να προσαρμοστούν σταδιακά σε αυτήν την συντηρητική βαθμονόμηση, θα πρέπει να θεσπιστεί μεταβατική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας οι συντελεστές απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης θα μειωθούν προσωρινά. Το μέγεθος της προσωρινής μείωσης των συντελεστών απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης θα πρέπει να εξαρτάται από τα είδη συναλλαγών και το είδος της εξασφάλισης που χρησιμοποιείται για αυτές.

(50)

Εκτός από την προσωρινή αναβαθμονόμηση του συντελεστή απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης της BCBS που ισχύει για βραχυπρόθεσμες πράξεις επαναπώλησης με χρηματοπιστωτικούς πελάτες που εξασφαλίζονται με κρατικά ομόλογα, ορισμένες άλλες προσαρμογές έχουν αποδειχθεί αναγκαίες, ώστε να εξασφαλιστεί ότι η εισαγωγή της απαίτησης NSFR δεν εμποδίζει τη ρευστότητα των αγορών κρατικών ομολόγων. Το 5 % του συντελεστή απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης της BCBS που ισχύει για τα HQLA επιπέδου 1, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών ομολόγων, σημαίνει ότι τα ιδρύματα θα πρέπει να κατέχουν άμεσα διαθέσιμη μακροπρόθεσμη μη εξασφαλισμένη χρηματοδότηση στο εν λόγω ποσοστό ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αναμένουν να κατέχουν κρατικά ομόλογα. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να παράσχει περαιτέρω κίνητρα στα ιδρύματα, προκειμένου να καταθέτουν μετρητά σε κεντρικές τράπεζες παρά να ενεργούν ως βασικοί διαπραγματευτές και να παρέχουν ρευστότητα στις αγορές κρατικών ομολόγων. Επιπλέον, δεν συνάδει με τον LCR που αναγνωρίζει την πλήρη ρευστότητα των εν λόγω στοιχείων του ενεργητικού, ακόμη και σε καιρούς οξείας κρίσης ρευστότητας (ποσοστό περικοπής 0 %). Ο συντελεστής απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης των HQLA επιπέδου 1 όπως ορίζονται στον ευρωπαϊκό LCR, εξαιρουμένων των καλυμμένων ομολόγων εξαιρετικά υψηλής ποιότητας, θα πρέπει, επομένως, να μειωθεί από 5 % σε 0 %.

(51)

Επιπλέον, όλα τα HQLA επιπέδου 1 όπως ορίζονται στον ευρωπαϊκό LCR, εξαιρουμένων των καλυμμένων ομολόγων εξαιρετικά υψηλής ποιότητας, που ελήφθησαν ως περιθώρια μεταβλητότητας σε συμβάσεις παραγώγων θα πρέπει να αντισταθμίζουν τα στοιχεία ενεργητικού παραγώγων, ενώ o NSFR που ανέπτυξε η BCBS δέχεται μόνο μετρητά που πληρούν τους όρους του πλαισίου για την αντιστάθμιση μόχλευσης των στοιχείων ενεργητικού παραγώγων. Αυτή η ευρύτερη αναγνώριση των στοιχείων του ενεργητικού που λαμβάνονται ως περιθώρια μεταβλητότητας θα συμβάλει στη ρευστότητα των αγορών κρατικών ομολόγων και στην αποφυγή της πρόκλησης ζημιών στους τελικούς χρήστες που κατέχουν μεγάλα ποσά κρατικών ομολόγων, αλλά λίγα μετρητά (όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία), καθώς και στην αποφυγή επιπρόσθετων πιέσεων στην ζήτηση για μετρητά σε αγορές συμφωνιών επαναγοράς.

(52)

Η απαίτηση NSFR θα πρέπει να εφαρμόζεται στα ιδρύματα τόσο σε μεμονωμένη όσο και σε ενοποιημένη βάση, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές παράσχουν απαλλαγή από την εφαρμογή της απαίτησης NSFR σε μεμονωμένη βάση. Σε περίπτωση που η εφαρμογή της απαίτησης NSFR σε μεμονωμένη βάση δεν έχει αρθεί, οι συναλλαγές μεταξύ δύο ιδρυμάτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ή στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας θα πρέπει καταρχήν να λαμβάνει συμμετρικούς συντελεστές διαθέσιμης και απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης με σκοπό την αποφυγή απωλειών κεφαλαίων μέσα στην εσωτερική αγορά και με σκοπό να μην παρεμποδίζεται η αποτελεσματική διαχείριση της ρευστότητας στους ευρωπαϊκούς ομίλους, όπου υπάρχει κεντρική διαχείριση της ρευστότητας. Οι εν λόγω προνομιακές συμμετρικές μέθοδοι θα πρέπει να χορηγούνται μόνο για τις συναλλαγές εντός του ομίλου, όπου ισχύουν όλες οι απαραίτητες διασφαλίσεις, βάσει συμπληρωματικών κριτηρίων για τις διασυνοριακές συναλλαγές, και μόνο με την προηγούμενη έγκριση των αρμόδιων αρχών που συμμετέχουν, δεδομένου ότι δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι τα ιδρύματα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων πληρωμής τους θα λαμβάνουν πάντα στήριξη χρηματοδότησης από άλλες επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ή στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας.

(53)

Θα πρέπει να δοθεί στα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα η δυνατότητα εφαρμογής μιας απλουστευμένης εκδοχής της απαίτησης NSFR. Μια απλουστευμένη, λιγότερο αναλυτική εκδοχή του NSFR θα πρέπει να περιλαμβάνει τη συλλογή περιορισμένου αριθμού σημείων δεδομένων, που θα μειώσει τον περίπλοκο χαρακτήρα των υπολογισμών για αυτά τα ιδρύματα σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι τα ιδρύματα αυτά εξακολουθούν να διαθέτουν επαρκή σταθερή χρηματοδότηση μέσω βαθμονόμησης η οποία θα πρέπει να είναι τουλάχιστον τόσο συντηρητική όσο εκείνη της απαίτησης του πλήρους NSFR. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν από τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα να εφαρμόζουν την απαίτηση πλήρους NSFR αντί της απλουστευμένης εκδοχής του.

(54)

Η ενοποίηση των θυγατρικών σε τρίτες χώρες θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απαιτήσεις σταθερής χρηματοδότησης που ισχύουν στις χώρες αυτές. Κατά συνέπεια, οι κανόνες ενοποίησης στην Ένωση δεν θα πρέπει να θεσπίζουν μια πιο ευνοϊκή μεταχείριση για τη διαθέσιμη και απαιτούμενη σταθερή χρηματοδότηση σε θυγατρικές εταιρείες τρίτων χωρών από εκείνη που διατίθεται βάσει του εθνικού δικαίου των εν λόγω τρίτων χωρών.

(55)

Τα ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεούνται να αναφέρουν στις αρμόδιες αρχές τους, στο νόμισμα αναφοράς, τους δεσμευτικούς λεπτομερείς NSFR για όλα τα στοιχεία μαζί και χωριστά για τα στοιχεία που είναι εκφρασμένα σε κάθε σημαντικό νόμισμα, προκείμενου να εξασφαλιστεί η κατάλληλη παρακολούθηση των ενδεχόμενων αναντιστοιχιών στα νομίσματα. Η απαίτηση NSFR δεν θα πρέπει να υπόκειται σε απαιτήσεις διπλής υποβολής αναφορών ή σε απαιτήσεις υποβολής αναφορών που δεν συνάδουν με τους ισχύοντες κανόνες και τα ιδρύματα θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή χρόνο προετοιμασίας για τη θέση σε ισχύ των νέων απαιτήσεων υποβολής αναφορών.

(56)

Δεδομένου ότι η παροχή χρήσιμων και συγκρίσιμων πληροφοριών στην αγορά όσον αφορά τους κοινές βασικούς δείκτες μέτρησης κινδύνου των ιδρυμάτων αποτελεί θεμελιώδη αρχή για την ύπαρξη ενός υγιούς τραπεζικού συστήματος, είναι απαραίτητο να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η ασύμμετρη πληροφόρηση και να διευκολυνθεί η συγκρισιμότητα των χαρακτηριστικών κινδύνου των πιστωτικών ιδρυμάτων εντός και μεταξύ των δικαιοδοσιών. Η BCBS δημοσίευσε τα αναθεωρημένα πρότυπα δημοσιοποίησης του πυλώνα 3, τον Ιανουάριο του 2015, για την ενίσχυση της συγκρισιμότητας, της ποιότητας και της συνεκτικότητας των ρυθμιστικών δημοσιοποιήσεων των ιδρυμάτων στην αγορά. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμο να τροποποιηθούν οι ισχύουσες απαιτήσεις δημοσιοποίησης για την εφαρμογή αυτών των νέων διεθνών προτύπων.

(57)

Οι ερωτηθέντες στην πρόσκληση της Επιτροπής για υποβολή στοιχείων σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες θεώρησαν τις ισχύουσες απαιτήσεις δημοσιοποίησης δυσανάλογες και επαχθείς για τα μικρότερα ιδρύματα. Με την επιφύλαξη της στενότερης εναρμόνισης των δημοσιοποιήσεων με τα διεθνή πρότυπα, τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεώνονται να παρέχουν λιγότερο συχνές και λεπτομερείς πληροφορίες σε σχέση με τους μεγαλύτερους ομόλογούς τους, περιορίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τον διοικητικό φόρτο στον οποίο υπόκεινται.

(58)

Θα πρέπει να δοθούν ορισμένες διευκρινίσεις ως προς τις δημοσιοποιήσεις που αφορούν τις αποδοχές. Οι απαιτήσεις δημοσιοποίησης σχετικά με τις αποδοχές, όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να είναι συμβατές με τους σκοπούς των κανόνων για τις αποδοχές, συγκεκριμένα όσον αφορά την κατάρτιση και διατήρηση, για κατηγορίες προσωπικού του οποίου οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου των ιδρυμάτων, πολιτικών και πρακτικών αποδοχών που συνάδουν προς τις αρχές της αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνων. Επιπλέον, τα ιδρύματα που επωφελούνται από την παρέκκλιση από ορισμένους κανόνες που αφορούν τις αποδοχές θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιοποιούν στοιχεία σχετικά με την εν λόγω παρέκκλιση.

(59)

Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) αποτελούν έναν από τους πυλώνες της οικονομίας της Ένωσης, καθώς διαδραματίζουν θεμελιώδη ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη και την παροχή απασχόλησης. Δεδομένου ότι οι ΜΜΕ παρουσιάζουν χαμηλότερο κίνδυνο από ό, τι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για ανοίγματα σε ΜΜΕ θα πρέπει να είναι χαμηλότερες από εκείνες των μεγάλων επιχειρήσεων, προκειμένου να διασφαλιστεί η βέλτιστη τραπεζική χρηματοδότηση των ΜΜΕ. Επί του παρόντος, ανοίγματα ως προς τις ΜΜΕ ύψους 1,5 εκατομμυρίου EUR υπόκεινται σε μείωση κατά 23,81 % του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος. Δεδομένου ότι το ανώτατο όριο του 1,5 εκατομμυρίου EUR για το άνοιγμα σε μια ΜΜΕ δεν είναι ενδεικτικό της μεταβολής της επικινδυνότητας των ΜΜΕ, η μείωση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις για ανοίγματα έως και 2,5 εκατομμύρια EUR σε ΜΜΕ και το τμήμα του ανοίγματος σε ΜΜΕ που υπερβαίνει τα 2,5 εκατομμύρια EUR θα πρέπει να υπόκειται σε μείωση κατά 15 % των κεφαλαιακών απαιτήσεων.

(60)

Οι επενδύσεις στον τομέα των υποδομών είναι θεμελιώδους σημασίας για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και την τόνωση της δημιουργίας θέσεων εργασίας. Η ανάκαμψη και η μελλοντική ανάπτυξη της ενωσιακής οικονομίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη διαθεσιμότητα κεφαλαίου για τις στρατηγικές επενδύσεις ευρωπαϊκής σημασίας σε υποδομές, ιδίως στα ευρυζωνικά και ενεργειακά δίκτυα, καθώς και στις υποδομές των μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών ηλεκτροκίνησης, ιδιαίτερα σε βιομηχανικά κέντρα· στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία· στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση. Το επενδυτικό σχέδιο για την Ευρώπη έχει ως στόχο την προώθηση της πρόσθετης χρηματοδότησης σε βιώσιμα έργα υποδομών μέσω, μεταξύ άλλων, της κινητοποίησης συμπληρωματικών ιδιωτικών πηγών χρηματοδότησης. Για ορισμένους πιθανούς επενδυτές το κύριο μέλημα είναι η παρατηρούμενη έλλειψη βιώσιμων έργων και η περιορισμένη ικανότητα ως προς τη δέουσα εκτίμηση των κινδύνων εξαιτίας της εγγενούς τους πολυπλοκότητας.

(61)

Προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι ιδιωτικές και οι δημόσιες επενδύσεις σε έργα υποδομής είναι σημαντικό να οριστεί ένα κανονιστικό περιβάλλον, το οποίο θα είναι σε θέση να προωθήσει υψηλής ποιότητας έργα υποδομής και να μειώσει τους κινδύνους για τους επενδυτές. Ειδικότερα, οι απαιτήσεις ίδιων κεφαλαίων για ανοίγματα σε έργα υποδομής θα πρέπει να μειωθούν υπό τον όρο ότι πληρούν ένα σύνολο κριτηρίων που είναι σε θέση να μειώσει τα χαρακτηριστικά κινδύνου τους και να αυξήσει την προβλεψιμότητα των ταμειακών ροών. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει την παροχή υψηλής ποιότητας έργων υποδομής για να εκτιμήσει: τον αντίκτυπό της στον όγκο των επενδύσεων σε υποδομές από τα ιδρύματα και την ποιότητα των επενδύσεων, έχοντας υπόψη τους στόχους της Ένωσης για τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα, ανθεκτική στην κλιματική αλλαγή και την κυκλική οικονομία· και την επάρκεια από άποψη προληπτικής εποπτείας. Η Επιτροπή θα πρέπει, επίσης, να εξετάσει κατά πόσον το πεδίο εφαρμογής αυτών των διατάξεων πρέπει να επεκταθεί σε επενδύσεις σε υποδομές από εταιρείες.

(62)

Σύμφωνα με τις συστάσεις της ΕΑΤ, της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ), που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, λόγω του διακριτού επιχειρηματικού τους μοντέλου, θα πρέπει να εξαιρεθούν από την απαίτηση δείκτη μόχλευσης, διότι υποχρεούνται να λαμβάνουν άδεια τραπεζικού ιδρύματος απλώς για να τους χορηγείται πρόσβαση σε διευκολύνσεις μίας ημέρας των κεντρικών τραπεζών και να επιτελούν τους ρόλους τους ως κύριοι φορείς επίτευξης σημαντικών πολιτικών και κανονιστικών στόχων στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

(63)

Επιπλέον, τα ανοίγματα των ΚΑΤ που διαθέτουν άδεια ως πιστωτικά ιδρύματα και τα ανοίγματα των πιστωτικών ιδρυμάτων που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), όπως υπόλοιπα διαθεσίμων που προκύπτουν από την παροχή λογαριασμών μετρητών σε, και την αποδοχή καταθέσεων από, συμμετέχοντες σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων και κατόχους λογαριασμών αξιογράφων, θα πρέπει να εξαιρεθούν από το μέτρο συνολικού ανοίγματος, καθώς δεν δημιουργούν κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης, δεδομένου ότι αυτά τα υπόλοιπα διαθεσίμων χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τον διακανονισμό συναλλαγών σε συστήματα διακανονισμού αξιογράφων.

(64)

Δεδομένου ότι η καθοδήγηση ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ είναι ένας κεφαλαιακός στόχος που αντανακλά εποπτικές προσδοκίες, δεν θα πρέπει να υπόκειται ούτε σε υποχρεωτική δημοσιοποίηση ούτε σε απαγόρευση δημοσιοποίησης από τις αρμόδιες αρχές δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή της εν λόγω οδηγίας.

(65)

Προκειμένου να διασφαλίζεται ο κατάλληλος ορισμός ορισμένων ειδικών τεχνικών διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες εξελίξεις σε πρότυπα σε διεθνές επίπεδο, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί για την έκδοση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ: όσον αφορά την τροποποίηση του καταλόγου των προϊόντων ή των υπηρεσιών, των οποίων τα στοιχεία του ενεργητικού και οι υποχρεώσεις μπορούν να θεωρηθούν ως αλληλένδετα· όσον αφορά την τροποποίηση του καταλόγου των πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης· όσον αφορά την τροποποίηση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων σχετικά με τον κίνδυνο αγοράς· και όσον αφορά τον προσδιορισμό των πρόσθετων απαιτήσεων ρευστότητας. Πριν από την έκδοση αυτών των πράξεων, είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (13). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ' εξουσιοδότηση πράξεων.

(66)

Τα τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να διασφαλίζουν τη συνεπή εναρμόνιση των απαιτήσεων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Δεδομένου ότι η ΕΑΤ είναι φορέας με υψηλό βαθμό εξειδικευμένης εμπειρογνωμοσύνης, θα πρέπει να της ανατεθεί η εκπόνηση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που δεν ενέχουν επιλογές πολιτικής, τα οποία θα υποβάλλονται στην Επιτροπή. Θα πρέπει να εκπονηθούν ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για την εποπτική ενοποίηση, τα ίδια κεφάλαια, την TLAC, τη μεταχείριση ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων, τις επενδύσεις μετοχικού κεφαλαίου σε αμοιβαία κεφάλαια, τον υπολογισμό των ζημιών λόγω αθέτησης δυνάμει της προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων έναντι πιστωτικού κινδύνου, τον κίνδυνο αγοράς, τα μεγάλα ανοίγματα και τη ρευστότητα. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα με κατ' εξουσιοδότηση πράξεις δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η Επιτροπή και η ΕΑΤ θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω πρότυπα και οι απαιτήσεις μπορούν να εφαρμόζονται από το σύνολο των συναφών ιδρυμάτων κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των ιδρυμάτων αυτών και των δραστηριοτήτων τους.

(67)

Για να διευκολυνθεί η συγκρισιμότητα των δημοσιοποιήσεων, θα πρέπει να ανατεθεί στην ΕΑΤ να εκπονήσει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν τυποποιημένα υποδείγματα δημοσιοποίησης τα οποία καλύπτουν όλες τις σημαντικές απαιτήσεις δημοσιοποίησης που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Κατά την εκπόνηση των εν λόγω προτύπων, η ΕΑΤ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των ιδρυμάτων, καθώς και τη φύση και το επίπεδο των κινδύνων των δραστηριοτήτων τους. Η ΕΑΤ θα πρέπει να υποβάλει έκθεση όσον αφορά τις περιπτώσεις όπου η αναλογικότητα της δέσμης υποβολής εποπτικών αναφορών της Ένωσης θα μπορούσε να βελτιωθεί όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής, το επίπεδο ανάλυσης ή τη συχνότητα και, τουλάχιστον, να παράσχει συγκεκριμένες συστάσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το μέσο κόστος συμμόρφωσης για τα μικρά ιδρύματα μπορεί να μειωθεί ιδανικά κατά 20 % ή περισσότερο και τουλάχιστον κατά 10 %, με την κατάλληλη απλούστευση των απαιτήσεων. Η ΕΑΤ θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκπονήσει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που πρόκειται να συνοδεύουν αυτήν την έκθεση. Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα με κατ' εξουσιοδότηση πράξεις δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(68)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τους κανόνες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, καθώς και με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, τις κατευθυντήριες γραμμές και τα υποδείγματα που θεσπίζονται για την εφαρμογή των κανόνων αυτών, η ΕΑΤ θα πρέπει να αναπτύξει ένα εργαλείο πληροφορικής για την καθοδήγηση των ιδρυμάτων σε ό,τι αφορά τις σχετικές διατάξεις, τα πρότυπα, τις κατευθυντήριες γραμμές και τα υποδείγματα σε σχέση με το μέγεθός τους και το επιχειρηματικό τους μοντέλο.

(69)

Εκτός από την έκθεση για τις πιθανές μειώσεις του κόστους, έως τις 28 Ιουνίου 2020 η ΕΑΤ θα πρέπει, σε συνεργασία με όλες τις σχετικές αρχές, συγκεκριμένα τις αρχές που είναι υπεύθυνες για την προληπτική εποπτεία, την εξυγίανση και τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων και, ιδίως, με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), να καταρτίσει έκθεση σκοπιμότητας σχετικά με την ανάπτυξη ενιαίου και ολοκληρωμένου συστήματος συλλογής στατιστικών δεδομένων, δεδομένων για την εξυγίανση και δεδομένων για την προληπτική εποπτεία. Λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες εργασίες του ΕΣΚΤ για τη συλλογή ολοκληρωμένων δεδομένων, η έκθεση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει ανάλυση του κόστους και των οφελών όσον αφορά τη δημιουργία κεντρικού σημείου συλλογής δεδομένων για ένα ολοκληρωμένο σύστημα αναφοράς δεδομένων για στατιστικά και ρυθμιστικά δεδομένα για όλα τα ιδρύματα που βρίσκονται στην Ένωση. Ένα τέτοιο σύστημα θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να χρησιμοποιεί ενιαίους ορισμούς και πρότυπα για τα δεδομένα προς συλλογή, και να εγγυάται την αξιόπιστη και διαρκή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την απόλυτη εμπιστευτικότητα των συλλεγόμενων δεδομένων, την αυστηρή επαλήθευση ταυτότητας και διαχείριση των δικαιωμάτων πρόσβασης στο σύστημα, καθώς και την κυβερνοασφάλεια. Στόχος της συγκέντρωσης και της εναρμόνισης της υποβολής αναφορών σε ευρωπαϊκό επίπεδο με αυτόν τον τρόπο είναι να προβλεφθούν τα πολλαπλά αιτήματα για παρόμοια ή πανομοιότυπα δεδομένα από διαφορετικές αρχές και, κατ' αυτόν τον τρόπο, να μειωθεί σε σημαντικό βαθμό η διοικητική και οικονομική επιβάρυνση, τόσο για τις αρμόδιες αρχές όσο και για τα ιδρύματα. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, και λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση σκοπιμότητας της ΕΑΤ, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(70)

Οι σχετικές αρμόδιες ή εντεταλμένες αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν να αποφεύγουν κάθε μορφή αλληλοεπικαλυπτόμενης ή ασυνεπούς χρήσης των μακροπροληπτικών εξουσιών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ. Ειδικότερα, οι σχετικές αρμόδιες ή εντεταλμένες αρχές θα πρέπει να εξετάζουν δεόντως εάν τα μέτρα που λαμβάνουν δυνάμει του άρθρου 124, 164 ή 458 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 είναι αλληλοεπικαλυπτόμενα ή ασυνεπή σε σχέση με άλλα υπάρχοντα ή επερχόμενα μέτρα δυνάμει του άρθρου 133 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(71)

Εν όψει των τροποποιήσεων στη μεταχείριση των ανοιγμάτων έναντι αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων, ειδικότερα στη μεταχείριση των εισφορών των ιδρυμάτων στα κεφάλαια εκκαθάρισης των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλόμενων, που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) που εισήχθησαν σε αυτόν με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και οι οποίες διευκρινίζουν τον υπολογισμό του υποθετικού κεφαλαίου κεντρικών αντισυμβαλλομένων, που χρησιμοποιείται στη συνέχεια από τα ιδρύματα, ώστε να υπολογίζουν τις δικές τους απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, θα πρέπει, επομένως, να τροποποιηθούν αναλόγως.

(72)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, ήτοι να ενισχυθούν και να βελτιστοποιηθούν οι ήδη υφιστάμενες νομικές πράξεις της Ένωσης που εξασφαλίζουν ομοιόμορφες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ισχύουν για τα ιδρύματα σε ολόκληρη την Ένωση, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(73)

Προκειμένου να επιτραπεί η τακτική απαλλαγή από ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου που δεν υπόκεινται σε συμπληρωματική εποπτεία, θα πρέπει να εφαρμοστεί τροποποιημένη έκδοση των μεταβατικών διατάξεων σχετικά με την εξαίρεση από αφαίρεση κεφαλαιακών τοποθετήσεων σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις, με αναδρομική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2019.

(74)

Επομένως, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)

Τα άρθρα 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίους κανόνες που αφορούν τις γενικές προληπτικές απαιτήσεις που τα ιδρύματα, οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που εποπτεύονται δυνάμει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ πρέπει να τηρούν σε σχέση με τα κατωτέρω στοιχεία:

α)

απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν πλήρως ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία πιστωτικού κινδύνου, κινδύνου αγοράς, λειτουργικού κινδύνου, κινδύνου διακανονισμού και μόχλευσης,

β)

απαιτήσεις περιορισμού των μεγάλων ανοιγμάτων,

γ)

απαιτήσεις ρευστότητας που αφορούν πλήρως ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία κινδύνου ρευστότητας,

δ)

απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων σχετικά με τα στοιχεία α), β) και γ),

ε)

απαιτήσεις δημοσιοποίησης.

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίους κανόνες που αφορούν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και τις απαιτήσεις επιλέξιμων υποχρεώσεων, με τις οποίες θα πρέπει να συμμορφώνονται οι οντότητες εξυγίανσης που αποτελούν παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (G-SII) ή μέρος των G-SII και οι σημαντικές θυγατρικές των G-SII εκτός ΕΕ.

Ο παρών κανονισμός δεν διέπει τις απαιτήσεις δημοσίευσης για τις αρμόδιες αρχές στον τομέα της προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας των ιδρυμάτων όπως ορίζονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ.

Άρθρο 2

Εποπτικές εξουσίες

1.   Για τον σκοπό της διασφάλισης της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις εξουσίες και ακολουθούν τις διαδικασίες που ορίζονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στον παρόντα κανονισμό.

2.   Για τον σκοπό της διασφάλισης της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν τις εξουσίες και ακολουθούν τις διαδικασίες που ορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1) και στον παρόντα κανονισμό.

3.   Για τον σκοπό της διασφάλισης της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που αφορούν ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις που αφορούν επιλέξιμες υποχρεώσεις, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης συνεργάζονται.

4.   Για τον σκοπό της διασφάλισης της συμμόρφωσης στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης, που ιδρύεται με το άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2), και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε ό,τι αφορά ζητήματα σχετικά με τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου (*3), διασφαλίζουν την τακτική και αξιόπιστη ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών.

(*1)  Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173, 12.6.2014, σ. 190)."

(*2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1)."

(*3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63).»."

2)

Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το σημείο 7) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7)

ως “οργανισμός συλλογικών επενδύσεων” ή “ΟΣΕ” νοείται ένας ΟΣΕΚΑ όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*4), ή ένας οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ), όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*5)·

(*4)  Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32)."

(*5)  Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1).»·"

ii)

το σημείο 20) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«20)

ως “χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών” νοείται ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα οι θυγατρικές του οποίου είναι, αποκλειστικώς ή κυρίως, ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, και το οποίο δεν είναι μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών· οι θυγατρικές ενός χρηματοδοτικού ιδρύματος είναι κυρίως ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, όταν τουλάχιστον μια εξ αυτών είναι ίδρυμα και όταν πάνω από το 50 % του μετοχικού κεφαλαίου, των ενοποιημένων στοιχείων του ενεργητικού, των εσόδων, του προσωπικού ή άλλου δείκτη του χρηματοδοτικού ιδρύματος που θεωρείται συναφής από την αρμόδια αρχή, συνδέεται με θυγατρικές που είναι ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα·»·

iii)

το σημείο 26) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«26)

ως “χρηματοδοτικό ίδρυμα” νοείται μια επιχείρηση πλην ιδρύματος και πλην αμιγώς βιομηχανικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία 2 έως 12 και στο σημείο 15 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, των ιδρυμάτων πληρωμών όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 4) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*6), και των εταιρειών διαχείρισης, αλλά αποκλειομένων των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας όπως ορίζονται, αντίστοιχα, στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και ζ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

(*6)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/EΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35).»·"

iv)

το σημείο 28) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«28)

ως “μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος” νοείται το ίδρυμα εντός κράτους μέλους το οποίο διαθέτει ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών ως θυγατρική ή το οποίο κατέχει συμμετοχή σε ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών, και το οποίο δεν αποτελεί το ίδιο θυγατρική άλλου ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί στο ίδιο κράτος μέλος,»·

v)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:

«29α)

ως “μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη σε κράτος μέλος” νοείται το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, το οποίο είναι επιχείρηση επενδύσεων,

29β)

ως “μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ” νοείται το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, το οποίο είναι επιχείρηση επενδύσεων,

29γ)

ως “μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος” νοείται το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, το οποίο είναι ένα πιστωτικό ίδρυμα,

29δ)

ως “μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ” νοείται το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, το οποίο είναι πιστωτικό ίδρυμα,»·

vi)

στο σημείο 39 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο στοιχείο α) ή β) λόγω του άμεσου ανοίγματός τους έναντι του ίδιου κεντρικού αντισυμβαλλόμενου για σκοπούς δραστηριοτήτων εκκαθάρισης δεν θεωρούνται ότι συνιστούν ομάδα συνδεδεμένων πελατών,»·

vii)

το σημείο 41) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«41)

ως “αρχή ενοποιημένης εποπτείας” νοείται η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το άρθρο 111 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,»·

viii)

στο σημείο 71) η εισαγωγική φράση στο στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

για τους σκοπούς του άρθρου 97, νοείται το σύνολο των κατωτέρω:»·

ix)

στο σημείο 72), το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

είναι ρυθμιζόμενες αγορές ή αγορές τρίτης χώρας που θεωρούνται ισοδύναμες με ρυθμιζόμενες αγορές σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 25 παράγραφος 4 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*7),

(*7)  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).»·"

x)

το σημείο 86) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«86)

ως “χαρτοφυλάκιο συναλλαγών” νοείται το σύνολο των θέσεων σε χρηματοοικονομικά μέσα και βασικά εμπορεύματα οι οποίες κατέχονται από ένα ίδρυμα είτε με σκοπό τη συναλλαγή, είτε με σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση σύμφωνα με το άρθρο 104,»·

xi)

το σημείο 91) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«91)

ως “συναλλακτικό άνοιγμα” νοείται το τρέχον άνοιγμα, συμπεριλαμβανομένου του περιθωρίου μεταβλητότητας που οφείλεται στο εκκαθαριστικό μέλος αλλά δεν έχει ακόμα ληφθεί, και οποιοδήποτε δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα εκκαθαριστικού μέλους ή πελάτη προς κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, το οποίο προκύπτει από συμβάσεις και συναλλαγές που παρατίθενται στο άρθρο 301 παράγραφος 1 στοιχεία α), β και γ), καθώς και το αρχικό περιθώριο ασφάλειας,»·

xii)

το σημείο 96) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«96)

ως “εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου” νοείται η θέση η οποία αντισταθμίζει σημαντικά τις συνιστώσες στοιχείων κινδύνου μεταξύ μιας θέσης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και μιας ή περισσότερων θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή μεταξύ δύο μονάδων διαπραγμάτευσης,»·

xiii)

στο σημείο 127), το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

τα ιδρύματα εμπίπτουν στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 ή συνδέονται μόνιμα με δίκτυο σε κεντρικό οργανισμό,»·

xiv)

το σημείο 128) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«128)

ως “διανεμητέα στοιχεία” νοούνται το ποσό των κερδών του τελευταίου οικονομικού έτους, προσαυξημένο κατά τα κέρδη που έχουν μεταφερθεί από την τελευταία χρήση και τα αποθεματικά που είναι διαθέσιμα για τον σκοπό αυτό, προ των διανομών στους κατόχους των μέσων ιδίων κεφαλαίων, μειωμένα κατά το ποσό των ζημιών που έχουν μεταφερθεί από προηγούμενες χρήσεις, κέρδη τα οποία δεν διανέμονται δυνάμει της ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας ή κανονισμών του ιδρύματος και ποσά που έχουν τοποθετηθεί σε αποθεματικά που δεν διανέμονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή το καταστατικό του ιδρύματος, σε κάθε περίπτωση σχετικά με τη συγκεκριμένη κατηγορία μέσων ιδίων κεφαλαίων την οποία αφορούν η ενωσιακή ή εθνική νομοθεσία, οι εσωτερικοί κανονισμοί ή το καταστατικό· τα εν λόγω κέρδη, οι ζημίες και τα αποθεματικά προσδιορίζονται βάσει των ατομικών λογαριασμών του ιδρύματος και όχι βάσει των ενοποιημένων λογαριασμών,»·

xv)

προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:

«130)

ως “αρχή εξυγίανσης” νοείται η αρχή εξυγίανσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 18) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

131)

ως “οντότητα εξυγίανσης” νοείται η οντότητα εξυγίανσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 83α) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

132)

ως “όμιλος εξυγίανσης” νοείται ο όμιλος εξυγίανσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 83β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

133)

ως “παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα” ή “G-SII” νοείται ένα G-SII που έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 131 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

134)

ως “παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα εκτός ΕΕ” ή “G-SII εκτός ΕΕ” νοείται ένας παγκόσμιος συστημικώς σημαντικός τραπεζικός όμιλος ή τράπεζα (G-SIB) που δεν είναι G-SII και που περιλαμβάνεται στον κατάλογο των G-SIB, που δημοσιεύεται από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ο οποίος ενημερώνεται τακτικά,

135)

ως “σημαντική θυγατρική” νοείται η θυγατρική που σε ατομική ή ενοποιημένη βάση πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η θυγατρική κατέχει περισσότερο από το 5 % των ενοποιημένων σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων του ενεργητικού της αρχικής μητρικής επιχείρησης,

β)

η θυγατρική αντιπροσωπεύει πάνω από το 5 % του συνόλου του εισοδήματος εκμετάλλευσης της αρχικής μητρικής επιχείρησης,

γ)

το μέτρο του συνολικού ανοίγματος, που αναφέρεται στο άρθρο 429 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού, της θυγατρικής υπερβαίνει το 5 % του μέτρου του ενοποιημένου συνολικού ανοίγματος της αρχικής μητρικής επιχείρησης,

για τον σκοπό του προσδιορισμού της σημαντικής θυγατρικής, όταν εφαρμόζεται το άρθρο 21β παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι δύο ενδιάμεσες μητρικές επιχειρήσεις στην ΕΕ λογίζονται ως μία θυγατρική βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους,

136)

ως “οντότητα G-SII” νοείται μια οντότητα με νομική προσωπικότητα που αποτελεί ίδρυμα G-SII ή αποτελεί μέρος ενός G-SII ή ενός G-SII εκτός ΕΕ,

137)

ως “εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα” νοείται εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 57) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

138)

ως “όμιλος”: νοείται ένας όμιλος επιχειρήσεων, εκ των οποίων η μία τουλάχιστον είναι ίδρυμα και αποτελείται από μια μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της, ή από επιχειρήσεις που σχετίζονται μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*8),

139)

ως “συναλλαγή χρηματοδότησης τίτλων” νοείται μια συναλλαγή επαναγοράς, μια συναλλαγή δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εμπορευμάτων ή μια πράξη δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης,

140)

ως “αρχικό περιθώριο” ή “IΜ” νοείται κάθε εξασφάλιση, εκτός από το περιθώριο μεταβλητότητας, που εισπράττεται ή παρέχεται σε μια οντότητα προκειμένου να καλύψει το τρέχον και το δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα συναλλαγής ή χαρτοφυλακίου συναλλαγών στο διάστημα που απαιτείται για τη ρευστοποίηση των εν λόγω συναλλαγών, ή για την εκ νέου αντιστάθμιση του κινδύνου αγοράς, λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλόμενου στη συναλλαγή ή στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών,

141)

ως “κίνδυνος αγοράς” νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης ζημιών που προκύπτουν από τις μεταβολές των τιμών της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγματικών ισοτιμιών ή των τιμών των βασικών προϊόντων,

142)

ως “κίνδυνος συναλλάγματος” νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης ζημιών που προκύπτουν από τις μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών,

143)

ως “κίνδυνος βασικού εμπορεύματος” νοείται ο κίνδυνος ζημιών που προκύπτουν από τις μεταβολές των τιμών των βασικών προϊόντων,

144)

ως “μονάδα διαπραγμάτευσης” νοείται μια σαφώς προσδιορισμένη ομάδα διαπραγματευτών η οποία συγκροτείται από το ίδρυμα, προκειμένου να διαχειρίζονται από κοινού ένα χαρτοφυλάκιο των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με μια σαφώς καθορισμένη και συνεκτική επιχειρηματική στρατηγική και η οποία λειτουργεί στο πλαίσιο της ίδιας δομής διαχείρισης των κινδύνων,

145)

“μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα”: το ίδρυμα το οποίο πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

δεν πρόκειται για μεγάλο ίδρυμα,

β)

η συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού του σε ατομική βάση ή, κατά περίπτωση, σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2013/36/ΕΕ είναι κατά μέσο όρο ίση ή μικρότερη από το όριο των 5 δισεκατομμυρίων EUR στη διάρκεια της τετραετούς περιόδου αμέσως πριν από την τρέχουσα ετήσια περίοδο αναφοράς. Τα κράτη μέλη μπορούν να μειώσουν αυτό το όριο,

γ)

δεν υπόκειται σε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις ούτε υπόκειται σε απλουστευμένες υποχρεώσεις, όσον αφορά τον σχεδιασμό της ανάκαμψης και της εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

δ)

οι δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του χαρακτηρίζονται ως μικρής κλίμακας σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 1,

ε)

η συνολική αξία των θέσεων παραγώγων τις οποίες κατέχει με σκοπό τη διαπραγμάτευση δεν υπερβαίνει το 2 % του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού του εντός και εκτός ισολογισμού, και η συνολική αξία του συνόλου των θέσεων παραγώγων του δεν υπερβαίνει το 5 %, ο δε υπολογισμός αμφότερων των τιμών πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 273α παράγραφος 3,

στ)

πάνω από το 75 % των ενοποιημένων συνολικών στοιχείων ενεργητικού και των υποχρεώσεών τους, εξαιρουμένων, και στις δύο περιπτώσεις, των εντός ομίλου ανοιγμάτων, αφορούν δραστηριότητες με αντισυμβαλλομένους που βρίσκονται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,

ζ)

δεν χρησιμοποιεί εσωτερικά μοντέλα για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, εξαιρουμένων των θυγατρικών που χρησιμοποιούν εσωτερικά μοντέλα τα οποία έχουν αναπτυχθεί στο επίπεδο του ομίλου, με την προϋπόθεση ότι ο όμιλος υπόκειται στις απαιτήσεις δημοσιοποίησης που ορίζονται στο άρθρο 433α ή 433γ σε ενοποιημένη βάση,

η)

δεν έχει κοινοποιήσει στην αρμόδια αρχή ένσταση για τον χαρακτηρισμό του ως μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα,

θ)

η αρμόδια αρχή δεν έχει αποφασίσει ότι το ίδρυμα δεν πρέπει να θεωρείται μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα με βάση ανάλυση του μεγέθους, της διασυνδεσιμότητας, της πολυπλοκότητας ή των χαρακτηριστικών του κινδύνου του,

146)

“μεγάλο ίδρυμα”: το ίδρυμα το οποίο πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

είναι “G-SII”),

β)

έχει προσδιοριστεί ως άλλο συστημικά σημαντικό ίδρυμα (“O-SII”), σύμφωνα με το άρθρο 131 παράγραφοι 1 και 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

γ)

είναι, στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένο, ένα από τα τρία μεγαλύτερα ιδρύματα ως προς τη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού,

δ)

η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του σε ατομική βάση ή, κατά περίπτωση, με βάση την ενοποιημένη του κατάσταση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2013/36/ΕΕ, είναι ίση με 30 δισεκατομμύρια EUR τουλάχιστον,

147)

ως “μεγάλη θυγατρική” νοείται η θυγατρική η οποία θεωρείται μεγάλο ίδρυμα,

148)

ως “μη εισηγμένο ίδρυμα” νοείται το ίδρυμα το οποίο δεν έχει εκδώσει τίτλους που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά οποιουδήποτε κράτους μέλους, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 21) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

149)

ως “οικονομική έκθεση” νοείται, για τους σκοπούς του όγδοου μέρους, οικονομική έκθεση κατά την έννοια των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*9).

(*8)  Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19)."

(*9)  Οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 38).»·"

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει σε ποιες περιπτώσεις πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σημείο 39).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 28 Ιουνίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

3)

Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, έβδομο, έβδομο Α και όγδοο μέρος του παρόντος κανονισμού και στο κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 σε ατομική βάση, με εξαίρεση το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μόνο τα ιδρύματα που έχουν προσδιοριστεί ως οντότητες εξυγίανσης, που συνιστούν επίσης G-SII ή αποτελούν μέρος ενός G-SII και τα οποία δεν διαθέτουν θυγατρικές συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 92α, σε ατομική βάση.

Οι σημαντικές θυγατρικές ενός G-SII εκτός ΕΕ συμμορφώνονται με το άρθρο 92β σε ατομική βάση, εφόσον πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

δεν είναι οντότητες εξυγίανσης,

β)

δεν έχουν θυγατρικές,

γ)

δεν είναι θυγατρικές μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ.»·

γ)

οι παράγραφοι 3, 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Κανένα ίδρυμα που αποτελεί είτε μητρική είτε θυγατρική επιχείρηση, καθώς και κανένα ίδρυμα που περιλαμβάνεται στην ενοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 18, δεν απαιτείται να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο όγδοο μέρος, σε ατομική βάση.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1α του παρόντος άρθρου συμμορφώνονται με το άρθρο 437α και το άρθρο 447 στοιχείο η) σε ατομική βάση.

4.   Πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και επιχειρήσεις επενδύσεων που διαθέτουν άδεια παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα A σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έκτο μέρος και στο άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού, σε ατομική βάση.

Τα ακόλουθα ιδρύματα δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με το άρθρο 413 παράγραφος 1 και τις σχετικές απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων για τη ρευστότητα που καθορίζονται στο έβδομο Α μέρος του παρόντος κανονισμού:

α)

τα ιδρύματα που έχουν επίσης άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012,

β)

τα ιδρύματα που έχουν επίσης άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16 και το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*10), με την προϋπόθεση ότι δεν πραγματοποιούν σημαντική μετατροπή ληκτότητας, και

γ)

τα ιδρύματα που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, με την προϋπόθεση ότι:

i)

οι δραστηριότητές τους περιορίζονται στην παροχή υπηρεσιών τραπεζικού τύπου, οι οποίες παρατίθενται στο παράρτημα τμήμα Γ στοιχεία α) έως ε) του εν λόγω κανονισμού, σε κεντρικά αποθετήρια τίτλων που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού, και

ii)

δεν πραγματοποιούν σημαντική μετατροπή ληκτότητας.

Εν αναμονή της έκθεσης της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 508 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων από τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο έκτο μέρος και στο άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

5.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 95 παράγραφος 1 και στο άρθρο 96 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, τα ιδρύματα ως προς τα οποία οι αρμόδιες αρχές έχουν ασκήσει το δικαίωμα παρέκκλισης του άρθρου 7 παράγραφος 1 ή 3 του παρόντος κανονισμού και τα ιδρύματα που έχουν επίσης άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 δεν απαιτείται να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο έβδομο μέρος και με τις σχετικές απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων για τον δείκτη μόχλευσης του έβδομου Α μέρους του παρόντος κανονισμού σε ατομική βάση.

(*10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (ΕΕ L 257, 28.8.2014, σ. 1).»·"

4)

Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

το μητρικό ίδρυμα σε ενοποιημένη βάση ή το θυγατρικό ίδρυμα σε υποενοποιημένη βάση παρακολουθεί και εποπτεύει ανά πάσα στιγμή τις θέσεις ρευστότητας όλων των ιδρυμάτων του ομίλου ή της οντότητας, τα οποία υπόκεινται στην απαλλαγή, παρακολουθεί και εποπτεύει ανά πάσα στιγμή τις θέσεις χρηματοδότησης όλων των ιδρυμάτων του ομίλου ή της οντότητας τα οποία απαλλάσσονται από την απαίτηση του δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) που ορίζεται στον τίτλο ΙV του έκτου μέρους και διασφαλίζει επαρκές επίπεδο ρευστότητας και σταθερής χρηματοδότησης όταν έχει χορηγηθεί απαλλαγή από την απαίτηση NSFR που ορίζεται στον τίτλο IV του έκτου μέρους, για όλα αυτά τα ιδρύματα,»·

β)

στην παράγραφο 3, τα στοιχεία β) και γ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

την κατανομή των ποσών, την τοποθεσία και την ιδιοκτησία των απαιτούμενων ρευστών διαθεσίμων που πρέπει να κατέχει η αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας, όταν χορηγείται απαλλαγή από την εφαρμογή της απαίτησης του δείκτη κάλυψης ρευστότητας (LCR), όπως ορίζεται στην κατ' εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 460 παράγραφος 1, και την κατανομή των ποσών και την τοποθεσία της διαθέσιμης σταθερής χρηματοδότησης εντός της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας, όταν χορηγείται απαλλαγή από την απαίτηση NSFR που ορίζεται στον τίτλο IV του έκτου μέρους,

γ)

τον καθορισμό των ελάχιστων ποσών των ρευστών διαθεσίμων που πρέπει να κατέχουν τα ιδρύματα τα οποία απαλλάσσονται από την εφαρμογή της απαίτησης του LCR, όπως αυτή ορίζεται στην κατ' εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 460 παράγραφος 1, και τον καθορισμό των ελάχιστων ποσών διαθέσιμης σταθερής χρηματοδότησης που πρέπει να κατέχουν τα ιδρύματα τα οποία απαλλάσσονται από την εφαρμογή της απαίτησης NSFR που ορίζεται στον τίτλο IV του έκτου μέρους,»·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6.   Όταν, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, μια αρμόδια αρχή απαλλάσσει, εν μέρει ή πλήρως, από την εφαρμογή του έκτου μέρους ένα ίδρυμα, μπορεί επίσης να απαλλάσσει το εν λόγω ίδρυμα από την εφαρμογή των σχετικών απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων για τη ρευστότητα κατά το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ).».

5)

Στο άρθρο 10 παράγραφος 1, η εισαγωγική φράση του πρώτου εδαφίου αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, εν μέρει ή πλήρως, να απαλλάσσουν από την εφαρμογή των απαιτήσεων που ορίζονται στο δεύτερο έως όγδοο μέρος του παρόντος κανονισμού και στο κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα στο ίδιο κράτος μέλος, που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό ο οποίος τα εποπτεύει και είναι εγκατεστημένος στο αυτό κράτος μέλος, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:».

6)

Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα εγκατεστημένα σε κράτος μέλος μητρικά ιδρύματα συμμορφώνονται, στον βαθμό και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 18, με τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στο δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, έβδομο και έβδομο Α μέρος, βάσει της ενοποιημένης τους κατάστασης, με εξαίρεση το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ). Οι μητρικές επιχειρήσεις και οι θυγατρικές τους που υπάγονται στον παρόντα κανονισμό διαμορφώνουν την κατάλληλη οργανωτική διάρθρωση και τους κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα απαιτούμενα στοιχεία ενοποίησης υποβάλλονται σε δέουσα επεξεργασία και διαβιβάζονται. Ιδιαίτερα, διασφαλίζουν ότι οι θυγατρικές για τις οποίες δεν ισχύει ο παρών κανονισμός εφαρμόζουν ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την κατάλληλη ενοποίηση.

2.   Για τη διασφάλιση της εφαρμογής των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού σε ενοποιημένη βάση, οι όροι “ίδρυμα”, “μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος”, “μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ” και “μητρική επιχείρηση”, ανάλογα με την περίπτωση, αναφέρονται, επίσης:

α)

σε χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή σε μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 21α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

β)

σε καθορισμένο ίδρυμα που ελέγχεται από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, όταν η εν λόγω μητρική εταιρεία δεν υπόκειται σε αδειοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 21α παράγραφος 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

γ)

σε χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή ίδρυμα που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 21α παράγραφος 6 στοιχείο δ) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Η ενοποιημένη κατάσταση επιχείρησης που αναφέρεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου είναι η ενοποιημένη κατάσταση της μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που δεν υπόκειται σε αδειοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 21α παράγραφος 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Η ενοποιημένη κατάσταση επιχείρησης που αναφέρεται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου είναι η ενοποιημένη κατάσταση της μητρικής της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.»·

β)

η παράγραφος 3 διαγράφεται·

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μόνο τα μητρικά ιδρύματα που έχουν προσδιοριστεί ως οντότητες εξυγίανσης που αποτελούν G-SII, μέρος G-SII ή μέρος G-SII εκτός ΕΕ συμμορφώνονται με το άρθρο 92α του παρόντος κανονισμού σε ενοποιημένη βάση, στον βαθμό και κατά τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 18 του παρόντος κανονισμού.

Μόνο οι μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ που αποτελούν σημαντική θυγατρική ενός G-SII εκτός ΕΕ και δεν είναι οντότητες εξυγίανσης συμμορφώνονται με το άρθρο 92β του παρόντος κανονισμού σε ενοποιημένη βάση, στον βαθμό και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 18 του παρόντος κανονισμού. Όταν εφαρμόζεται το άρθρο 21β παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, κάθε μία από τις δύο ενδιάμεσες μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ που προσδιορίζονται από κοινού ως σημαντική θυγατρική συμμορφώνεται με το άρθρο 92β του παρόντος κανονισμού βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους.»·

δ)

οι παράγραφοι 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα εγκατεστημένα στην ΕΕ μητρικά ιδρύματα συμμορφώνονται με το έκτο μέρος και το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού, βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους, εφόσον ο όμιλος περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν άδεια παροχής των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ. Εν αναμονή της έκθεσης της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 508 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, και εφόσον ο όμιλος αποτελείται μόνο από επιχειρήσεις επενδύσεων, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαλλάξουν τα μητρικά ιδρύματα της ΕΕ από τη συμμόρφωση με το έκτο μέρος και το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού σε ενοποιημένη βάση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων.

Σε περίπτωση που έχει χορηγηθεί απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφοι 1 έως 5, τα ιδρύματα και, κατά περίπτωση, οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που αποτελούν μέρος μιας αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας συμμορφώνονται με το έκτο μέρος και το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) σε ενοποιημένη βάση ή σε υποενοποιημένη βάση της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας.

5.   Σε περίπτωση που το άρθρο 10 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται, ο κεντρικός οργανισμός που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του δεύτερου έως όγδοου μέρους του παρόντος κανονισμού και του κεφαλαίου 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του συνόλου όπως αυτό συντίθεται από τον κεντρικό οργανισμό και τα συνδεδεμένα με αυτόν ιδρύματα.

6.   Παράλληλα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 5 του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν ευλόγως απαιτείται, για εποπτικούς σκοπούς, λόγω των ιδιαιτεροτήτων του κινδύνου ή της διάρθρωσης του κεφαλαίου ενός ιδρύματος ή όπου τα κράτη μέλη θεσπίζουν εθνική νομοθεσία που απαιτεί τον δομικό διαχωρισμό των δραστηριοτήτων εντός τραπεζικού ομίλου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από ίδρυμα να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο δεύτερο έως το όγδοο μέρος του παρόντος κανονισμού και στον τίτλο VII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε υποενοποιημένη βάση.

Η προσέγγιση που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται χωρίς να θίγει την αποτελεσματική εποπτεία σε ενοποιημένη βάση και δεν επιφέρει δυσανάλογα δυσμενείς επιπτώσεις στο σύνολο ή σε τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος άλλων κρατών μελών ή στην Ένωση συνολικά, ούτε αποτελεί ή δημιουργεί εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.».

7)

Το άρθρο 12 διαγράφεται.

8)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 12α

Ενοποιημένος υπολογισμός για τα G-SII με πολλαπλές οντότητες εξυγίανσης

Σε περίπτωση που τουλάχιστον δύο οντότητες G-SII που ανήκουν στο ίδιο G-SII συνιστούν οντότητες εξυγίανσης, το εγκατεστημένο στην ΕΕ μητρικό ίδρυμα του εν λόγω G-SII υπολογίζει το ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 92α παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού. Ο υπολογισμός πραγματοποιείται βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του εγκατεστημένου στην ΕΕ μητρικού ιδρύματος σαν να ήταν η μοναδική οντότητα εξυγίανσης του G-SII.

Στην περίπτωση που το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου είναι μικρότερο από το άθροισμα των ποσών των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 92α παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού όλων των οντοτήτων εξυγίανσης που ανήκουν στο εν λόγω G-SII, οι αρχές εξυγίανσης ενεργούν σύμφωνα με το άρθρο 45δ παράγραφος 3 και το άρθρο 45η παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Στην περίπτωση που το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των ποσών των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 92α παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού όλων των οντοτήτων εξυγίανσης που ανήκουν στο εν λόγω G-SII, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να ενεργούν σύμφωνα με το άρθρο 45δ παράγραφος 3 και το άρθρο 45η παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.».

9)

Τα άρθρα 13 και 14 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 13

Εφαρμογή των απαιτήσεων δημοσιοποίησης σε ενοποιημένη βάση

1.   Τα εγκατεστημένα στην ΕΕ μητρικά ιδρύματα συμμορφώνονται με το όγδοο μέρος βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους.

Οι μεγάλες θυγατρικές των εγκατεστημένων στην ΕΕ μητρικών ιδρυμάτων δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στα άρθρα 437, 438, 440, 442, 450, 451, 451α και 453 σε ατομική βάση ή, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2013/36/ΕΕ, σε υποενοποιημένη βάση.

2.   Τα ιδρύματα που έχουν προσδιοριστεί ως οντότητες εξυγίανσης που αποτελούν G-SII ή μέρος G-SII συμμορφώνονται με το άρθρο 437α και το άρθρο 447 στοιχείο η) βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του ομίλου εξυγίανσης.

3.   Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζεται σε εγκατεστημένα στην ΕΕ μητρικά ιδρύματα, σε εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, σε εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ή σε οντότητες εξυγίανσης εφόσον περιλαμβάνονται σε ισοδύναμες δημοσιοποιήσεις παρεχόμενες σε ενοποιημένη βάση από μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα.

Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 εφαρμόζεται στις θυγατρικές μητρικών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα, εφόσον οι εν λόγω θυγατρικές είναι μεγάλες θυγατρικές.

4.   Σε περίπτωση που εφαρμόζεται το άρθρο 10, ο κεντρικός οργανισμός που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο συμμορφώνεται με το όγδοο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του κεντρικού οργανισμού. Το άρθρο 18 παράγραφος 1 εφαρμόζεται στον κεντρικό οργανισμό και τα συνδεδεμένα ιδρύματα αντιμετωπίζονται ως θυγατρικές του κεντρικού οργανισμού.

Άρθρο 14

Εφαρμογή των απαιτήσεων του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 σε ενοποιημένη βάση

1.   Οι μητρικές επιχειρήσεις και οι θυγατρικές τους που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού απαιτείται να τηρούν τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που απαιτούνται δυνάμει των εν λόγω διατάξεων διέπονται από συνέπεια και συνοχή και ότι μπορούν να παραχθούν όλα τα σχετικά με την εποπτεία δεδομένα και στοιχεία. Ιδιαίτερα, διασφαλίζουν ότι οι θυγατρικές οι οποίες δεν υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό εφαρμόζουν ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς για να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με αυτές τις διατάξεις.

2.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν πρόσθετο συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 270α του παρόντος κανονισμού κατά την εφαρμογή του άρθρου 92 του παρόντος κανονισμού σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση εάν οι απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 παραβιαστούν σε επίπεδο οντότητας εγκατεστημένης σε τρίτη χώρα η οποία συμπεριλαμβάνεται στην ενοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 18 του παρόντος κανονισμού, εάν η παραβίαση είναι ουσιώδης σε σχέση με το γενικότερο προφίλ κινδύνου του ομίλου.».

10)

Στο άρθρο 15 παράγραφος 1, η εισαγωγική φράση του πρώτου εδαφίου αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να χορηγεί απαλλαγή από την εφαρμογή του τρίτου μέρους, τις σχετικές απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων στο έβδομο Α μέρος του παρόντος κανονισμού και του τίτλου VII κεφάλαιο 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, με εξαίρεση το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού σε ενοποιημένη βάση, υπό τις κατωτέρω προϋποθέσεις:».

11)

Το άρθρο 16 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 16

Παρέκκλιση από την εφαρμογή των απαιτήσεων για τον δείκτη μόχλευσης σε ενοποιημένη βάση για ομίλους επιχειρήσεων επενδύσεων

Εάν όλες οι οντότητες ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, περιλαμβανομένης της μητρικής, είναι επιχειρήσεις επενδύσεων απαλλαγμένες από την εφαρμογή των απαιτήσεων που ορίζονται στο έβδομο μέρος σε ατομική βάση σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5, η μητρική επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να επιλέξει να μην εφαρμόσει τις απαιτήσεις που ορίζονται στο έβδομο μέρος και τις σχετικές απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων για τον δείκτη μόχλευσης στο έβδομο Α μέρος σε ενοποιημένη βάση.».

12)

Το άρθρο 18 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 18

Μέθοδοι εποπτικής ενοποίησης

1.   Τα ιδρύματα, οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο τμήμα 1 του παρόντος κεφαλαίου βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους διεξάγουν πλήρη ενοποίηση όλων των ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που είναι θυγατρικές τους. Οι παράγραφοι 3 έως 6 και η παράγραφος 9 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται εάν το έκτο μέρος και το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) εφαρμόζονται βάσει της ενοποιημένης κατάστασης ενός ιδρύματος, μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μιας μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών ή βάσει της υποενοποιημένης κατάστασης της οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας, όπως ορίζεται στα άρθρα 8 και 10.

Για τους σκοπούς του άρθρου 11 παράγραφος 3α, τα ιδρύματα που υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 92α ή 92β σε ενοποιημένη βάση διεξάγουν πλήρη ενοποίηση όλων των ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που είναι θυγατρικές τους στους συναφείς ομίλους εξυγίανσης.

2.   Οι επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών περιλαμβάνονται στην ενοποίηση στις περιπτώσεις, και με τις ίδιες μεθόδους, που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

3.   Σε περίπτωση που επιχειρήσεις συνδέονται κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν πώς πρέπει να γίνει η ενοποίηση.

4.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας απαιτεί την αναλογική ενοποίηση ανάλογα με το τμήμα του κεφαλαίου σε συμμετοχές σε ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα οποία διευθύνονται από μια επιχείρηση που συμπεριλαμβάνεται στην ενοποίηση από κοινού με μία ή περισσότερες επιχειρήσεις που δεν συμπεριλαμβάνονται στην ενοποίηση, όταν η ευθύνη των εν λόγω επιχειρήσεων περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχουν.

5.   Εκτός των περιπτώσεων που μνημονεύονται στις παραγράφους 1 και 4, στις υπόλοιπες περιπτώσεις συμμετοχών ή κεφαλαιακού δεσμού, οι αρμόδιες αρχές ορίζουν αν και με ποια μορφή πρέπει να πραγματοποιείται η ενοποίηση. Μπορούν, ειδικότερα, να επιτρέψουν ή να επιβάλουν τη χρησιμοποίηση της μεθόδου της καθαρής θέσης. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσης.

6.   Οι αρμόδιες αρχές αποφασίζουν αν και με ποια μορφή θα γίνει η ενοποίηση, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα ασκεί, κατά τις αρμόδιες αρχές, σημαντική επιρροή επί ενός ή πλειόνων ιδρυμάτων ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, χωρίς όμως να διαθέτει συμμετοχή ή άλλο κεφαλαιακό δεσμό με αυτά, και

β)

όταν δύο ή πλείονα ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα τίθενται υπό ενιαία διοίκηση, χωρίς προς τούτο να απαιτείται σχετική σύμβαση ή ρήτρα του καταστατικού τους.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν ιδίως να επιτρέψουν ή να επιβάλουν τη χρήση της μεθόδου που προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφοι 7, 8 και 9 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσης.

7.   Όταν ένα ίδρυμα διαθέτει θυγατρική που είναι επιχείρηση χωρίς να είναι ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών, ή κατέχει συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση, εφαρμόζεται στην εν λόγω θυγατρική ή συμμετοχή η μέθοδος της καθαρής θέσης. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσης.

Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ιδρύματα, ή να απαιτούν από αυτά, να εφαρμόζουν διαφορετική μέθοδο σε τέτοιες θυγατρικές ή συμμετοχές, συμπεριλαμβανομένης της μεθόδου που απαιτείται βάσει του εφαρμοστέου λογιστικού πλαισίου, υπό τον όρο ότι:

α)

το ίδρυμα δεν εφαρμόζει ήδη τη μέθοδο της καθαρής θέσης κατά την 28η Δεκεμβρίου 2020,

β)

η εφαρμογή της μεθόδου της καθαρής θέσης θα επέφερε αδικαιολόγητη επιβάρυνση ή η μέθοδος της καθαρής θέσης δεν αντικατοπτρίζει επαρκώς τους κινδύνους στους οποίους εκθέτει η επιχείρηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο το ίδρυμα και

γ)

η μέθοδος που εφαρμόζεται δεν έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη ή αναλογική ενοποίηση της εν λόγω επιχείρησης.

8.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν την πλήρη ή αναλογική ενοποίηση θυγατρικής ή επιχείρησης στην οποία ίδρυμα διαθέτει συμμετοχή, όταν η εν λόγω θυγατρική ή επιχείρηση δεν είναι ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών και πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η επιχείρηση δεν είναι ασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, αντασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή επιχείρηση που αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας,

β)

υπάρχει ουσιαστικός κίνδυνος το ίδρυμα να αποφασίσει να παρέχει χρηματοδοτική υποστήριξη στην εν λόγω επιχείρηση σε ακραίες συνθήκες, απουσία ή καθ' υπέρβαση τυχόν συμβατικών υποχρεώσεων για την παροχή τέτοιας υποστήριξης.

9.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να ορίσει τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες διεξάγεται η ενοποίηση στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3 έως 6 και στην παράγραφο 8.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

13)

Το άρθρο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 22

Υποενοποίηση σε περιπτώσεις οντοτήτων σε τρίτες χώρες

1.   Τα θυγατρικά ιδρύματα τηρούν τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στα άρθρα 89, 90 και 91 και στο τρίτο, τέταρτο και έβδομο μέρος και στις σχετικές απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων του έβδομου Α μέρους βάσει της υποενοποιημένης κατάστασής τους, όταν τα εν λόγω ιδρύματα διαθέτουν ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ως θυγατρική σε τρίτη χώρα ή διαθέτουν συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα θυγατρικά ιδρύματα μπορούν να επιλέξουν να μην εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 89, 90 και 91 και στο τρίτο, τέταρτο και έβδομο μέρος και στις σχετικές απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων του έβδομου Α μέρους βάσει της υποενοποιημένης κατάστασής τους, όταν το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και των στοιχείων εκτός ισολογισμού των θυγατρικών τους και οι συμμετοχές σε τρίτες χώρες είναι μικρότερο από το 10 % του συνολικού ποσού των στοιχείων του ενεργητικού και των στοιχείων εκτός ισολογισμού του θυγατρικού ιδρύματος.».

14)

ο τίτλος του δεύτερου μέρους αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΛΕΞΙΜΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ».

15)

Στο άρθρο 26, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν κατά πόσον οι εκδόσεις των κεφαλαιακών μέσων πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 28 ή, κατά περίπτωση, του άρθρου 29. Τα ιδρύματα ταξινομούν τις εκδόσεις κεφαλαιακών μέσων ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο κατόπιν έγκρισης των αρμοδίων αρχών.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα ιδρύματα μπορούν να ταξινομούν ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μεταγενέστερες εκδόσεις ενός είδους μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 για το οποίο έχουν ήδη λάβει έγκριση, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι διατάξεις που διέπουν αυτές τις μεταγενέστερες εκδόσεις είναι κατ' ουσίαν οι ίδιες με τις διατάξεις που διέπουν τις εκδόσεις για τις οποίες τα ιδρύματα έχουν ήδη λάβει έγκριση,

β)

τα ιδρύματα έχουν κοινοποιήσει αυτές τις μεταγενέστερες εκδόσεις στις αρμόδιες αρχές πριν από την ταξινόμησή τους ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

Οι αρμόδιες αρχές συμβουλεύονται την ΕΑΤ πριν από την έγκριση νέων ειδών κεφαλαιακών μέσων που πρόκειται να χαρακτηριστούν ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη γνώμη της ΕΑΤ και, αν αποφασίσουν να αποκλίνουν από αυτήν, αποστέλλουν έγγραφο στην ΕΑΤ εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνώμης της ΕΑΤ, στο οποίο εκθέτουν το σκεπτικό για την παρέκκλιση από τη σχετική γνώμη. Το παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται στα κεφαλαιακά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 31.

Βάσει πληροφοριών που συλλέγονται από τις αρμόδιες αρχές, η ΕΑΤ καταρτίζει, τηρεί και δημοσιεύει κατάλογο όλων των ειδών κεφαλαιακών μέσων σε έκαστο κράτος μέλος τα οποία κρίνονται ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. Σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η ΕΑΤ μπορεί να συλλέγει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τα μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, σχετικά με τα οποία κρίνει αναγκαίο να διαπιστώσει τη συμμόρφωση με τα κριτήρια του άρθρου 28 ή, κατά περίπτωση, του άρθρου 29 του παρόντος κανονισμού και για τον σκοπό της τήρησης και της ενημέρωσης του καταλόγου που αναφέρεται στο παρόν εδάφιο.

Μετά από τη διαδικασία αξιολόγησης του άρθρου 80 και εφόσον υφίστανται επαρκείς ενδείξεις ότι τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα δεν πληρούν ή δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια του άρθρου 28 ή, κατά περίπτωση, του άρθρου 29, η ΕΑΤ μπορεί να αποφασίσει να μην προσθέσει τα εν λόγω μέσα στον κατάλογο που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο ή να τα αποσύρει από αυτόν, ανάλογα με την περίπτωση. Η ΕΑΤ πραγματοποιεί σχετική ανακοίνωση, η οποία αναφέρεται επίσης στη θέση της σχετικής αρμόδιας αρχής επί του ζητήματος. Το παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται στα κεφαλαιακά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 31.».

16)

Το άρθρο 28 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

τα μέσα είναι καταβεβλημένα πλήρως και η κτήση της κυριότητας των εν λόγω μέσων δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα·»·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου, μόνο το μέρος κεφαλαιακού μέσου που έχει καταβληθεί πλήρως είναι επιλέξιμο να χαρακτηριστεί ως μέσο κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.»·

β)

στην παράγραφο 3 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Η προϋπόθεση που ορίζεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο η) σημείο v) θεωρείται ότι εκπληρώνεται ανεξάρτητα από το αν θυγατρική που υπόκειται σε συμφωνία μεταφοράς αποτελεσμάτων χρήσης με τη μητρική της επιχείρηση, σύμφωνα με την οποία η θυγατρική υποχρεούται να μεταφέρει, μετά την κατάρτιση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεών της, το ετήσιο αποτέλεσμά της στη μητρική επιχείρηση, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

η μητρική επιχείρηση κατέχει το 90 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου και του κεφαλαίου της θυγατρικής,

β)

η μητρική επιχείρηση και η θυγατρική βρίσκονται στο ίδιο κράτος μέλος,

γ)

η συμφωνία έχει συναφθεί για νόμιμους φορολογικούς σκοπούς,

δ)

κατά την κατάρτιση της ετήσιας οικονομικής κατάστασης, η θυγατρική διαθέτει τη διακριτική ευχέρεια να μειώσει το ποσό των διανομών καταλογίζοντας μέρος ή το σύνολο των κερδών της στα δικά της αποθεματικά ή κεφάλαια για γενικούς τραπεζικούς κινδύνους πριν πραγματοποιήσει οποιαδήποτε πληρωμή προς τη μητρική της επιχείρηση,

ε)

η μητρική επιχείρηση υποχρεούται βάσει της συμφωνίας να αποζημιώσει πλήρως τη θυγατρική για το σύνολο των ζημιών που υφίσταται,

στ)

η συμφωνία υπόκειται σε περίοδο προειδοποίησης σύμφωνα με την οποία η συμφωνία μπορεί να καταγγελθεί μόνο έως το τέλος μιας λογιστικής χρήσης, ενώ η καταγγελία τίθεται σε ισχύ το νωρίτερο με την έναρξη της επόμενης λογιστικής χρήσης, χωρίς να μεταβάλλεται η υποχρέωση της μητρικής επιχείρησης να αποζημιώνει πλήρως την μητρική για το σύνολο των ζημιών που έχει υποστεί κατά τη διάρκεια της τρέχουσας λογιστικής χρήσης.

Όταν ένα ίδρυμα συνάπτει συμφωνία μεταφοράς αποτελεσμάτων χρήσης, ειδοποιεί την αρμόδια αρχή χωρίς καθυστέρηση και της παρέχει αντίγραφο της συμφωνίας. Το ίδρυμα ενημερώνει επίσης χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια αρχή για τυχόν αλλαγές στη συμφωνία μεταφοράς αποτελεσμάτων χρήσης και την καταγγελία της. Ένα ίδρυμα δεν συνάπτει περισσότερες από μία συμφωνίες μεταφοράς αποτελεσμάτων χρήσης.».

17)

Στο άρθρο 33 παράγραφος 1, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

κέρδη και ζημίες εύλογης αξίας από υποχρεώσεις του ιδρύματος σε παράγωγα που προκύπτουν από αλλαγές στον πιστωτικό κίνδυνο του ίδιου του ιδρύματος.».

18)

Το άρθρο 36 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

άυλα στοιχεία ενεργητικού με εξαίρεση τα στοιχεία του ενεργητικού στην κατηγορία του λογισμικού που αποτιμώνται κατά συνετό τρόπο, των οποίων η αξία δεν επηρεάζεται αρνητικά από την εξυγίανση, την αφερεγγυότητα ή τη ρευστοποίηση του ιδρύματος,»·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ιδ)

για τη δέσμευση ελάχιστης τιμής που αναφέρεται στο άρθρο 132γ παράγραφος 2, κάθε ποσό κατά το οποίο η τρέχουσα αγοραία αξία των μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ στις οποίες βασίζεται η δέσμευση ελάχιστης τιμής υστερεί ως προς την παρούσα αξία της δέσμευσης ελάχιστης τιμής και για το οποίο το ίδρυμα δεν έχει ήδη αναγνωρίσει μείωση των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει την εφαρμογή των αφαιρέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), συμπεριλαμβανομένου του ουσιώδους χαρακτήρα των αρνητικών συνεπειών για την αξία που δεν εγείρουν ανησυχίες όσον αφορά την προληπτική εποπτεία.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 28 Ιουνίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

19)

Στο άρθρο 37 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«γ)

το ποσό που πρόκειται να αφαιρεθεί είναι μειωμένο κατά το ποσό της λογιστικής αναπροσαρμογής των άυλων περιουσιακών στοιχείων των θυγατρικών που προήλθαν από την ενοποίηση θυγατρικών εταιριών, που αποδίδεται σε πρόσωπα διαφορετικά από τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.».

20)

Στο άρθρο 39 παράγραφος 2, η εισαγωγική φράση στο πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που δεν βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία περιορίζονται στις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που δημιουργήθηκαν πριν από τις 23 Νοεμβρίου 2016 και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:».

21)

Στο άρθρο 45, το στοιχείο α) σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i)

η ημερομηνία ληκτότητας της αρνητικής θέσης είναι είτε η ίδια με την ημερομηνία ληκτότητας της θετικής θέσης είτε μεταγενέστερή της ή η εναπομένουσα ληκτότητα της αρνητικής θέσης είναι τουλάχιστον ένα έτος·».

22)

Το άρθρο 49 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων για τους σκοπούς των απαιτήσεων που ορίζονται στα άρθρα 92α και 92β, τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με το πλαίσιο αφαιρέσεων που προβλέπεται στο άρθρο 72ε παράγραφος 4.»·

β)

η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο στοιχείο α) σημείο iv), η τελευταία περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο ενοποιημένος ισολογισμός ή ο διευρυμένος αθροιστικός υπολογισμός γνωστοποιούνται στις αρμόδιες αρχές με τη συχνότητα που ορίζεται στα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 430 παράγραφος 7.».

ii)

στο στοιχείο α) σημείο v), η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«v)

τα ιδρύματα που υπάγονται σε θεσμικό σύστημα προστασίας πληρούν από κοινού σε ενοποιημένη ή διευρυμένη αθροιστική βάση τις απαιτήσεις του άρθρου 92 και υποβάλλουν εκθέσεις για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αυτές σύμφωνα με το άρθρο 430.».

23)

Το άρθρο 52 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

τα μέσα έχουν εκδοθεί απευθείας από ίδρυμα και έχουν καταβληθεί πλήρως,»·

β)

η εισαγωγική πρόταση του στοιχείου β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

τα μέσα δεν ανήκουν σε κανέναν από τους εξής:»·

γ)

το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

η κτήση της κυριότητας των μέσων δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα,»·

δ)

το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η)

σε περίπτωση που τα μέσα περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα δικαιώματα προαίρεσης πρόωρης εξόφλησης, συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων προαίρεσης ανάκλησης, τα δικαιώματα προαίρεσης ασκούνται κατά την αποκλειστική κρίση του εκδότη,»·

ε)

το στοιχείο ι) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ι)

οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν προβλέπουν ρητά ή σιωπηρά ότι τα μέσα θα μπορούσαν να ανακληθούν, να εξοφληθούν ή να επαναγοραστούν, αναλόγως, από το ίδρυμα πλην της περίπτωσης αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης του ιδρύματος, ενώ το ίδρυμα δεν προβλέπει άλλως τέτοια ένδειξη.»·

στ)

το στοιχείο ιστ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ιστ)

σε περίπτωση που ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και έχει οριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, μέρος ενός ομίλου εξυγίανσης του οποίου η οντότητα εξυγίανσης είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, ή σε περίπτωση που ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος, οι νομοθετικές ή συμβατικές διατάξεις που διέπουν τα μέσα επιβάλλουν, ύστερα από απόφαση της αρχής εξυγίανσης να ασκήσει τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής που αναφέρονται στο άρθρο 59 της εν λόγω οδηγίας, τη μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου των μέσων σε μόνιμη βάση ή τη μετατροπή τους σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

σε περίπτωση που ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και δεν έχει οριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, μέρος ενός ομίλου εξυγίανσης του οποίου η οντότητα εξυγίανσης είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, οι νομοθετικές ή συμβατικές διατάξεις που διέπουν τα μέσα επιβάλλουν, ύστερα από απόφαση της σχετικής αρχής της τρίτης χώρας, τη μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου των μέσων σε μόνιμη βάση ή τη μετατροπή τους σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,»·

ζ)

προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ιζ)

σε περίπτωση που ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και έχει οριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, μέρος ενός ομίλου εξυγίανσης του οποίου η οντότητα εξυγίανσης είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, ή σε περίπτωση που ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος, τα μέσα μπορούν να εκδοθούν μόνο βάσει της νομοθεσίας τρίτης χώρας, ή να υπόκεινται με άλλον τρόπο στη νομοθεσία τρίτης χώρας, εφόσον, δυνάμει της εν λόγω νομοθεσίας, η άσκηση των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής που αναφέρονται στο άρθρο 59 της εν λόγω οδηγίας είναι αποτελεσματική και εκτελεστή βάσει νομοθετικών διατάξεων ή νομικά εκτελεστών συμβατικών διατάξεων που αναγνωρίζουν την εξυγίανση ή τις άλλες ενέργειες απομείωσης ή μετατροπής,

ιη)

τα μέσα δεν υπόκεινται σε συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού ή συμψηφισμού που θα υπονόμευαν την ικανότητά τους να απορροφούν ζημίες.»·

η)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), μόνο το μέρος κεφαλαιακού μέσου που έχει καταβληθεί πλήρως είναι επιλέξιμο να χαρακτηριστεί ως πρόσθετο μέσο της κατηγορίας 1.».

24)

Στο άρθρο 54 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ε)

σε περίπτωση που τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 έχουν εκδοθεί από θυγατρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, το επίπεδο του 5,125 % ή το υψηλότερο επίπεδο για το γεγονός ενεργοποίησης που αναφέρεται στο στοιχείο α) υπολογίζεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία της εν λόγω τρίτης χώρας, ή τις συμβατικές διατάξεις που διέπουν τα μέσα, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή, μετά από διαβούλευση με την ΕΑΤ, έχει πεισθεί ότι οι διατάξεις αυτές είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.».

25)

Στο άρθρο 59, το στοιχείο α) σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i)

η ημερομηνία ληκτότητας της αρνητικής θέσης είναι είτε η ίδια με την ημερομηνία ληκτότητας της θετικής θέσης είτε μεταγενέστερή της ή η εναπομένουσα ληκτότητα της αρνητικής θέσης είναι τουλάχιστον ένα έτος,».

26)

Στο άρθρο 62, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

κεφαλαιακά μέσα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 63 και στον βαθμό που ορίζει το άρθρο 64,».

27)

Το άρθρο 63 τροποποιείται ως εξής:

α)

η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κεφαλαιακά μέσα χαρακτηρίζονται ως μέσα της κατηγορίας 2, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:»·

β)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

τα μέσα έχουν εκδοθεί απευθείας από το ίδρυμα και έχουν καταβληθεί πλήρως,»·

γ)

στο στοιχείο β), η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

τα μέσα δεν ανήκουν σε κανέναν από τους εξής:»·

δ)

τα στοιχεία γ) και δ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

η κτήση της κυριότητας των μέσων δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα,

δ)

η απαίτηση έναντι του κεφαλαίου των μέσων δυνάμει των διατάξεων που διέπουν τα μέσα κατατάσσεται κάτω από οποιαδήποτε απαίτηση από μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων,»·

ε)

στο στοιχείο ε), η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

τα μέσα δεν αποτελούν αντικείμενο εξασφάλισης ούτε υπόκεινται σε εγγύηση που ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα της απαίτησης από οποιονδήποτε από τους κατωτέρω:»·

στ)

τα στοιχεία στ) έως ιδ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)

τα μέσα δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε ρύθμιση η οποία ενισχύει άλλως την εξοφλητική προτεραιότητα της σχετικής απαίτησης δυνάμει των μέσων,

ζ)

τα μέσα έχουν αρχική ληκτότητα τουλάχιστον πέντε ετών,

η)

οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν κανένα κίνητρο για πληρωμή ή εξόφληση του κεφαλαίου τους, αναλόγως, από το ίδρυμα πριν από τη λήξη τους,

θ)

σε περίπτωση που τα μέσα περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα δικαιώματα προαίρεσης πρόωρης αποπληρωμής, συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων προαίρεσης ανάκλησης, τα δικαιώματα προαίρεσης ασκούνται κατά την αποκλειστική κρίση του εκδότη,

ι)

η πρόωρη ανάκληση, εξόφληση, αποπληρωμή ή επαναγορά των μέσων είναι δυνατή μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 77 και το νωρίτερο πέντε έτη από την ημερομηνία έκδοσης, εκτός εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 78 παράγραφος 4,

ια)

οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν προβλέπουν ρητά ή σιωπηρά ότι τα μέσα θα μπορούσαν να ανακληθούν, να εξοφληθούν, να αποπληρωθούν ή να επαναγοραστούν πρόωρα, αναλόγως, από το ίδρυμα πλην της περίπτωσης αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης του ιδρύματος, ενώ το ίδρυμα δεν προβλέπει άλλως τέτοια ένδειξη,

ιβ)

οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν παρέχουν στον κάτοχο το δικαίωμα να επιταχύνει τις προγραμματισμένες στο μέλλον πληρωμές τόκων ή κεφαλαίου, με εξαίρεση την περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης του ιδρύματος,

ιγ)

το επίπεδο των οφειλόμενων πληρωμών τόκων ή μερισμάτων, αναλόγως, επί των μέσων δεν θα τροποποιηθεί βάσει της πιστωτικής διαβάθμισης του ιδρύματος ή της μητρικής του επιχείρησης,

ιδ)

σε περίπτωση που ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και έχει οριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, μέρος ενός ομίλου εξυγίανσης του οποίου η οντότητα εξυγίανσης είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, ή σε περίπτωση που ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος, οι νομοθετικές ή συμβατικές διατάξεις που διέπουν τα μέσα επιβάλλουν, ύστερα από απόφαση της αρχής εξυγίανσης να ασκήσει τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής που αναφέρονται στο άρθρο 59 της εν λόγω οδηγίας, τη μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου των μέσων σε μόνιμη βάση ή τη μετατροπή τους σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

σε περίπτωση που ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και δεν έχει οριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, μέρος ενός ομίλου εξυγίανσης του οποίου η οντότητα εξυγίανσης είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, οι νομοθετικές ή συμβατικές διατάξεις που διέπουν τα μέσα επιβάλλουν, ύστερα από απόφαση της σχετικής αρχής της τρίτης χώρας, τη μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου των μέσων σε μόνιμη βάση ή τη μετατροπή τους σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,»·

ζ)

προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ιε)

σε περίπτωση που ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και έχει οριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, μέρος ενός ομίλου εξυγίανσης του οποίου η οντότητα εξυγίανσης είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, ή σε περίπτωση που ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος, τα μέσα μπορούν να εκδοθούν μόνο βάσει της νομοθεσίας τρίτης χώρας, ή να υπόκεινται με άλλον τρόπο στη νομοθεσία τρίτης χώρας, εφόσον, δυνάμει της εν λόγω νομοθεσίας, η άσκηση των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής που αναφέρονται στο άρθρο 59 της εν λόγω οδηγίας είναι αποτελεσματική και εκτελεστή βάσει νομοθετικών διατάξεων ή νομικά εκτελεστών συμβατικών διατάξεων που αναγνωρίζουν την εξυγίανση ή τις άλλες ενέργειες απομείωσης ή μετατροπής,

ιστ)

τα μέσα δεν υπόκεινται σε συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού ή συμψηφισμού που θα υπονόμευαν την ικανότητά τους να απορροφούν ζημίες.»·

η)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), μόνο το μέρος κεφαλαιακού μέσου που έχει καταβληθεί πλήρως είναι επιλέξιμο να χαρακτηριστεί ως μέσο της κατηγορίας 2.».

28)

Το άρθρο 64 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 64

Απόσβεση μέσων της κατηγορίας 2

1.   Το πλήρες ποσό των μέσων της κατηγορίας 2 με εναπομένουσα ληκτότητα άνω των πέντε ετών είναι αποδεκτό ως στοιχεία της κατηγορίας 2.

2.   Η έκταση στην οποία τα μέσα της κατηγορίας 2 αναγνωρίζονται ως στοιχεία της κατηγορίας 2 κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών της ληκτότητας των μέσων υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το αποτέλεσμα που προκύπτει από τον υπολογισμό που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο β) ως εξής:

α)

η λογιστική αξία των μέσων την πρώτη ημέρα της τελικής πενταετούς περιόδου της συμβατικής ληκτότητάς τους προς τον αριθμό των ημερών της εν λόγω περιόδου,

β)

ο αριθμός των εναπομενουσών ημερών συμβατικής ληκτότητας των μέσων.».

29)

Στο άρθρο 66, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ε)

το ποσό των στοιχείων που πρέπει να αφαιρεθούν από στοιχεία των επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 72ε και το οποίο υπερβαίνει τα στοιχεία των επιλέξιμων υποχρεώσεων του ιδρύματος.».

30)

Στο άρθρο 69, το στοιχείο α) σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i)

η ημερομηνία ληκτότητας της αρνητικής θέσης είναι είτε η ίδια με την ημερομηνία ληκτότητας της θετικής θέσης είτε μεταγενέστερή της ή η εναπομένουσα ληκτότητα της αρνητικής θέσης είναι τουλάχιστον ένα έτος·».

31)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο μετά το άρθρο 72:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5α

Επιλέξιμες υποχρεώσεις

Τμήμα 1

Στοιχεία και μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων

Άρθρο 72α

Στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.   Τα στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων αποτελούνται από τα ακόλουθα στοιχεία, εκτός εάν εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες των εξαιρούμενων υποχρεώσεων που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και στον βαθμό που προσδιορίζεται στο άρθρο 72γ:

α)

μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 72β, στον βαθμό που δεν είναι αποδεκτά ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2,

β)

μέσα της κατηγορίας 2 με εναπομένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους, στον βαθμό που δεν είναι αποδεκτά ως στοιχεία της κατηγορίας 2 σύμφωνα με το άρθρο 64.

2.   Οι ακόλουθες υποχρεώσεις εξαιρούνται από τα στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων:

α)

καλυμμένες καταθέσεις,

β)

καταθέσεις όψεως και βραχυπρόθεσμες καταθέσεις με αρχική ληκτότητα μικρότερη του ενός έτους,

γ)

το τμήμα των επιλέξιμων καταθέσεων φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που υπερβαίνει το επίπεδο κάλυψης που προβλέπεται στο άρθρο 6 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*11),

δ)

οι καταθέσεις που θα ήταν επιλέξιμες καταθέσεις φυσικών προσώπων, πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων αν δεν είχαν γίνει μέσω υποκαταστημάτων εγκατεστημένων εκτός Ένωσης που ανήκουν σε ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ένωση,

ε)

εξασφαλισμένες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των καλυμμένων ομολόγων και των υποχρεώσεων υπό μορφή χρηματοοικονομικών μέσων τα οποία χρησιμοποιούνται για σκοπούς αντιστάθμισης κινδύνου και τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνολικών στοιχείων κάλυψης και, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, εξασφαλίζονται κατά τρόπο παρόμοιο με τα καλυμμένα ομόλογα, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα εξασφαλισμένα στοιχεία ενεργητικού που σχετίζονται με τη δέσμη κάλυψης καλυμμένων ομολόγων δεν επηρεάζονται, παραμένουν διαχωρισμένα και διαθέτουν επαρκή χρηματοδότηση και εξαιρούμενου οποιοδήποτε μέρους μιας εξασφαλισμένης υποχρέωσης ή υποχρέωσης για την οποία έχει ενεχυραστεί εξασφάλιση που υπερβαίνει την αξία των στοιχείων του ενεργητικού, του ενεχύρου, της υποθήκης ή της εξασφάλισης που παρέχεται ως ασφάλεια,

στ)

κάθε υποχρέωση που προκύπτει από την κατοχή στοιχείων του ενεργητικού των πελατών ή χρημάτων των πελατών, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων του ενεργητικού των πελατών ή χρημάτων των πελατών που κατέχονται για λογαριασμό οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πελάτες προστατεύονται δυνάμει του ισχύοντος δικαίου περί αφερεγγυότητας,

ζ)

κάθε υποχρέωση που προκύπτει από σχέση καταπίστευσης μεταξύ της οντότητας εξυγίανσης ή οποιασδήποτε εκ των θυγατρικών της (ως καταπιστευματοδόχου) και άλλου προσώπου (ως δικαιούχου), υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω δικαιούχος προστατεύεται δυνάμει του ισχύοντος δικαίου περί αφερεγγυότητας ή των διατάξεων του αστικού δικαίου,

η)

υποχρεώσεις προς ιδρύματα, εξαιρουμένων των υποχρεώσεων σε οντότητες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, με αρχική ληκτότητα μικρότερη των επτά ημερών,

θ)

υποχρεώσεις που έχουν εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη των επτά ημερών, έναντι:

i)

συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*12),

ii)

συμμετεχόντων σε σύστημα που ορίζεται σύμφωνα με την οδηγία 98/26/ΕΚ και που προκύπτουν από συμμετοχή σε τέτοιο σύστημα ή

iii)

κεντρικών αντισυμβαλλόμενων τρίτων χωρών που αναγνωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012,

ι)

υποχρέωση σε οποιονδήποτε από τους εξής:

i)

εργαζόμενο, όσον αφορά δεδουλευμένο μισθό, συνταξιοδοτικές παροχές ή άλλες σταθερές αποδοχές, εκτός από τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών που δεν ρυθμίζεται από συλλογική σύμβαση εργασίας, και εκτός από τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους, όπως ορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

ii)

εμπορικό πιστωτή ή προμηθευτή, όταν η ευθύνη απορρέει από την παροχή στο ίδρυμα ή τη μητρική επιχείρηση αγαθών ή υπηρεσιών απαραίτητων για την καθημερινή λειτουργία του ιδρύματος ή της μητρικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών πληροφορικής και κοινής ωφελείας, καθώς και της ενοικίασης, συντήρησης και φροντίδας των εγκαταστάσεων,

iii)

φορολογικές αρχές και αρχές κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές είναι προνομιούχες σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο,

iv)

συστήματα εγγύησης καταθέσεων, όταν η ευθύνη απορρέει από τις εισφορές που οφείλονται σύμφωνα με την οδηγία 2014/49/ΕΕ,

ια)

υποχρεώσεις που προκύπτουν από παράγωγα,

ιβ)

υποχρεώσεις που προκύπτουν από χρεωστικούς τίτλους με ενσωματωμένα παράγωγα.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο ιβ), χρεωστικοί τίτλοι που περιέχουν δικαιώματα προαίρεσης πρόωρης εξόφλησης που ασκούνται κατά τη διακριτική ευχέρεια του εκδότη ή του κατόχου και χρεωστικοί τίτλοι με μεταβλητά επιτόκια που προκύπτουν από ευρέως χρησιμοποιούμενο επιτόκιο αναφοράς, όπως το Euribor ή το Libor δεν θεωρούνται χρεώγραφα με ενσωματωμένα παράγωγα αποκλειστικά και μόνο λόγω των χαρακτηριστικών αυτών.

Άρθρο 72β

Μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.   Οι υποχρεώσεις είναι αποδεκτές ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, με την προϋπόθεση ότι πληρούν τους όρους που ορίζονται στο παρόν άρθρο και μόνον στον βαθμό που καθορίζεται στο παρόν άρθρο.

2.   Οι υποχρεώσεις είναι αποδεκτές ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι υποχρεώσεις έχουν εκδοθεί ή ληφθεί, κατά περίπτωση, άμεσα από το ίδρυμα και έχουν καταβληθεί πλήρως,

β)

οι υποχρεώσεις δεν ανήκουν σε κανένα από τα εξής:

i)

το ίδρυμα ή την οντότητα που περιλαμβάνεται στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης,

ii)

την επιχείρηση στην οποία το ίδρυμα έχει άμεση ή έμμεση συμμετοχή υπό μορφή κυριότητας, άμεσης ή μέσω δεσμού ελέγχου, του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου της εν λόγω επιχείρησης,

γ)

η κτήση της κυριότητας των υποχρεώσεων δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από την οντότητα εξυγίανσης,

δ)

η απαίτηση για το κεφάλαιο των υποχρεώσεων δυνάμει των διατάξεων που διέπουν τα μέσα κατατάσσεται εξ ολοκλήρου μετά τις απαιτήσεις που προκύπτουν από τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2· η εν λόγω απαίτηση χαμηλότερης εξοφλητικής προτεραιότητας θεωρείται ότι πληρούται σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

i)

οι συμβατικές διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις διευκρινίζουν ότι, σε περίπτωση κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 47) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η απαίτηση έναντι του κεφαλαίου των μέσων κατατάσσεται μετά τις απαιτήσεις που απορρέουν από οποιαδήποτε από τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού,

ii)

στο εφαρμοστέο δίκαιο διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 47) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η απαίτηση έναντι του κεφαλαίου των μέσων κατατάσσεται μετά τις απαιτήσεις που απορρέουν από οποιαδήποτε από τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού,

iii)

τα μέσα έχουν εκδοθεί από οντότητα εξυγίανσης η οποία δεν διαθέτει στον ισολογισμό της εξαιρούμενες υποχρεώσεις, όπως αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, οι οποίες έχουν την ίδια ή χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα έναντι των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων,

ε)

οι υποχρεώσεις δεν είναι εξασφαλισμένες ούτε υπόκεινται σε εγγύηση ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη που ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα της απαίτησης από οποιονδήποτε από τους κατωτέρω:

i)

το ίδρυμα ή τις θυγατρικές του,

ii)

τη μητρική επιχείρηση του ιδρύματος ή τις θυγατρικές της,

iii)

οποιαδήποτε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με τις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) και ii),

στ)

οι υποχρεώσεις δεν υπόκεινται σε συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού ή συμψηφισμού που θα υπονόμευαν την ικανότητά τους να απορροφούν ζημίες σε εξυγίανση,

ζ)

οι διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις δεν περιλαμβάνουν κανένα κίνητρο ώστε το ονομαστικό κεφάλαιό τους να ανακληθεί, εξοφληθεί ή επαναγοραστεί πριν από τη ληκτότητά του ή να αποπληρωθεί πρόωρα από το ίδρυμα, κατά περίπτωση, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72γ παράγραφος 3,

η)

οι υποχρεώσεις δεν μπορούν να εξοφληθούν από τους κατόχους των μέσων πριν από τη ληκτότητά τους, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72γ παράγραφος 2,

θ)

με την επιφύλαξη του άρθρου 72γ παράγραφοι 3 και 4, όταν οι υποχρεώσεις περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα δικαιώματα προαίρεσης πρόωρης αποπληρωμής, συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων προαίρεσης ανάκλησης, τα δικαιώματα προαίρεσης ασκούνται κατά την αποκλειστική κρίση του εκδότη, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72γ παράγραφος 2,

ι)

οι υποχρεώσεις μπορούν να ανακληθούν, να εξοφληθούν, να αποπληρωθούν ή να επαναγοραστούν πρόωρα μόνο όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 77 και 78α,

ια)

οι διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις δεν προβλέπουν ρητά ή σιωπηρά ότι οι υποχρεώσεις θα μπορούσαν να ανακληθούν, εξοφληθούν, αποπληρωθούν ή επαναγοραστούν πρόωρα, αναλόγως, από την οντότητα εξυγίανσης πλην της περίπτωσης αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης του ιδρύματος, ενώ το ίδρυμα δεν προβλέπει άλλως τέτοια υπόδειξη,

ιβ)

οι διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις δεν παρέχουν στον κάτοχο το δικαίωμα να επιταχύνει τις προγραμματισμένες στο μέλλον πληρωμές τόκων ή κεφαλαίου, με εξαίρεση την περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης της οντότητας εξυγίανσης,

ιγ)

το επίπεδο των πληρωμών τόκων ή μερισμάτων, κατά περίπτωση, που οφείλονται επί των υποχρεώσεων δεν τροποποιείται βάσει της πιστωτικής διαβάθμισης της οντότητας εξυγίανσης ή της μητρικής της επιχείρησης,

ιδ)

για τα μέσα που εκδίδονται μετά τις 28 Ιουνίου 2021 τα σχετικά έγγραφα των συμβάσεων και, όπου κρίνεται σκόπιμο, το ενημερωτικό δελτίο που αφορά την έκδοση αναφέρονται ρητά στην πιθανή άσκηση των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 48 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), μόνο τα μέρη υποχρεώσεων που έχουν καταβληθεί πλήρως είναι επιλέξιμα να χαρακτηριστούν ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων.

Για τους σκοπούς του στοιχείου δ) του πρώτου εδαφίου του παρόντος άρθρου, όταν ορισμένες από τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2 κατατάσσονται μετά από κοινές μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας, μεταξύ άλλων, λόγω του ότι κατέχονται από πιστωτή ο οποίος έχει στενούς δεσμούς με τον οφειλέτη, όντας ή έχοντας υπάρξει μέτοχος, σε σχέση ελέγχου ή ομίλου, μέλος του διοικητικού οργάνου ή σε σχέση με οποιοδήποτε από αυτά τα πρόσωπα, η εξοφλητική προτεραιότητα αξιολογείται με αναφορά σε απαιτήσεις που απορρέουν από τις εν λόγω εξαιρούμενες υποχρεώσεις.

3.   Επιπλέον των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να επιτρέπει να είναι αποδεκτές υποχρεώσεις ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων ως ένα συνολικό ποσό που δεν υπερβαίνει το 3,5 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφοι 3 και 4, υπό τον όρο ότι:

α)

πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 εκτός από την προϋπόθεση που ορίζεται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ),

β)

οι υποχρεώσεις έχουν την ίδια προτεραιότητα με τις χαμηλότερες στην κατάταξη εξαιρούμενες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2, εκτός από τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις που κατατάσσονται μετά από κοινές μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, και

γ)

η συμπερίληψη αυτών των υποχρεώσεων στα στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων δεν συνεπάγεται ουσιώδη κίνδυνο επιτυχούς νομικής αμφισβήτησης ή έγκυρων αξιώσεων αποζημίωσης, σύμφωνα με την αξιολόγηση από την αρχή εξυγίανσης σε σχέση με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 σημείο ζ) και στο άρθρο 75 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

4.   Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να επιτρέπει υποχρεώσεις να είναι αποδεκτές ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων πέραν των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

το ίδρυμα δεν επιτρέπεται να συμπεριλάβει στα στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3,

β)

πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 εκτός από την προϋπόθεση που ορίζεται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ),

γ)

οι υποχρεώσεις έχουν την ίδια ή υψηλότερη προτεραιότητα με τις χαμηλότερες στην κατάταξη εξαιρούμενες υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2, εκτός από τις εξαιρούμενες υποχρεώσεις που κατατάσσονται μετά από κοινές μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου,

δ)

στον ισολογισμό του ιδρύματος, το ποσό των εν λόγω εξαιρούμενων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 72α παράγραφος 2, οι οποίες έχουν την ίδια ή χαμηλότερη προτεραιότητα από τις εν λόγω υποχρεώσεις σε περίπτωση αφερεγγυότητας δεν υπερβαίνει το 5 % του ποσού των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων του ιδρύματος,

ε)

η συμπερίληψη αυτών των υποχρεώσεων στα στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων δεν συνεπάγεται ουσιώδη κίνδυνο επιτυχούς νομικής αμφισβήτησης ή έγκυρων αξιώσεων αποζημίωσης, σύμφωνα με την αξιολόγηση από την αρχή εξυγίανσης σε σχέση με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) και στο άρθρο 75 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

5.   Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να επιτρέψει σε ίδρυμα να συμπεριλάβει ως στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων μόνο υποχρεώσεις που αναφέρονται είτε στην παράγραφο 3 είτε στην παράγραφο 4.

6.   Η αρχή εξυγίανσης διαβουλεύεται με την αρμόδια αρχή όταν εξετάζει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

7.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)

τις ισχύουσες μορφές και τη φύση της έμμεσης χρηματοδότησης των επιλέξιμων μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων,

β)

τη μορφή και τη φύση των κινήτρων εξόφλησης για τους σκοπούς της προϋπόθεσης που ορίζεται στο στοιχείο ζ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 72γ παράγραφος 3.

Τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ευθυγραμμίζονται πλήρως με την κατ' εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 5 στοιχείο α) και στο άρθρο 52 παράγραφος 2 στοιχείο α).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 28 Δεκεμβρίου 2019.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 72γ

Απόσβεση των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.   Τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων με εναπομένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους είναι πλήρως αποδεκτά ως στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων.

Τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων με εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη του ενός έτους δεν είναι αποδεκτά ως στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, όταν ένα μέσο επιλέξιμων υποχρεώσεων περιλαμβάνει δικαίωμα εξόφλησης του κατόχου που μπορεί να ασκηθεί πριν από την αρχικά προσδιορισθείσα ληκτότητα του μέσου, η ληκτότητα του μέσου ορίζεται ως η συντομότερη δυνατή ημερομηνία κατά την οποία ο κάτοχος μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα εξόφλησης και να ζητήσει εξόφληση ή αποπληρωμή του μέσου.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, όταν ένα μέσο επιλέξιμων υποχρεώσεων περιλαμβάνει κίνητρο για τον κάτοχο να ανακαλέσει, να εξοφλήσει, να αποπληρώσει ή να επαναγοράσει το μέσο πριν από την αρχικά προσδιορισθείσα ληκτότητα του μέσου, η ληκτότητα του μέσου ορίζεται ως η συντομότερη δυνατή ημερομηνία κατά την οποία ο εκδότης μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα αυτό και να ζητήσει εξόφληση ή αποπληρωμή του μέσου.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, όταν ένα μέσο επιλέξιμων υποχρεώσεων περιλαμβάνει δικαιώματα προαίρεσης πρόωρης εξόφλησης που ασκούνται κατά την αποκλειστική κρίση του εκδότη πριν από την αρχικά προσδιορισθείσα ληκτότητα του μέσου, αλλά οι διατάξεις που διέπουν το μέσο δεν περιλαμβάνουν κανένα κίνητρο για την ανάκληση, εξόφληση, αποπληρωμή ή επαναγορά του μέσου πριν από τη ληκτότητά του και δεν περιλαμβάνουν δικαίωμα εξόφλησης ή αποπληρωμής κατά τη διακριτική ευχέρεια των κατόχων, η ληκτότητα του μέσου ορίζεται ως η αρχικά προσδιορισθείσα ληκτότητα.

Άρθρο 72δ

Συνέπειες της διακοπής πλήρωσης των όρων επιλεξιμότητας

Στην περίπτωση που στο μέσο επιλέξιμων υποχρεώσεων παύουν να πληρούνται οι εφαρμοστέοι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 72β, οι υποχρεώσεις παύουν αμέσως να είναι αποδεκτές ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων.

Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72β παράγραφος 2 μπορούν να συνεχίσουν να θεωρούνται ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων εφόσον είναι αποδεκτές ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 72β παράγραφος 3 ή 4.

Τμήμα 2

Αφαιρέσεις από στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων

Άρθρο 72ε

Αφαιρέσεις από στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.   Τα ιδρύματα που υπόκεινται στο άρθρο 92α αφαιρούν τα ακόλουθα από τα στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων:

α)

άμεσες, έμμεσες και σύνθετες συμμετοχές του ιδρύματος σε μέσα ιδίων επιλέξιμων υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων υποχρεώσεων τις οποίες το εν λόγω ίδρυμα ενδέχεται να υποχρεούται να αγοράσει ως αποτέλεσμα υφιστάμενων συμβατικών υποχρεώσεων,

β)

άμεσες, έμμεσες και σύνθετες συμμετοχές του ιδρύματος σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων οντοτήτων G-SII με τις οποίες το ίδρυμα έχει αμοιβαία συμμετοχή, η οποία κατά τη γνώμη της αρμόδιας αρχής σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση της ικανότητας απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης της οντότητας εξυγίανσης,

γ)

το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων συμμετοχών σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων οντοτήτων G-SII, που προσδιορίζεται δυνάμει του άρθρου 72θ, στις περιπτώσεις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες,

δ)

άμεσες, έμμεσες και σύνθετες συμμετοχές του ιδρύματος σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων οντοτήτων G-SII, σε περίπτωση που το ίδρυμα διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες, εξαιρουμένων των θέσεων αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες ή λιγότερο.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, όλα τα μέσα που κατατάσσονται σε ίδια προτεραιότητα με τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων αντιμετωπίζονται ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, με εξαίρεση τα μέσα που κατατάσσονται σε ίδια προτεραιότητα με μέσα που έχουν αναγνωριστεί ως επιλέξιμες υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 72β παράγραφοι 3 και 4.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν τα ποσά των συμμετοχών σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 72β παράγραφος 3 ως εξής:

Formula

όπου:

h

=

το ύψος των συμμετοχών σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 72β παράγραφος 3,

i

=

ο δείκτης που δηλώνει το εκδίδον ίδρυμα,

Hi

=

το συνολικό ποσό των συμμετοχών σε επιλέξιμες υποχρεώσεις του εκδίδοντος ιδρύματος i που αναφέρεται στο άρθρο 72β παράγραφος 3,

li

=

το ποσό των υποχρεώσεων που περιλαμβάνεται στα στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων από το εκδίδον ίδρυμα i εντός των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 72β παράγραφος 3 σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιοποιημένα στοιχεία από το εκδίδον ίδρυμα και

Li

=

το συνολικό ποσό των εκκρεμών υποχρεώσεων του εκδίδοντος ιδρύματος i που αναφέρεται στο άρθρο 72β παράγραφος 3 σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιοποιημένα στοιχεία από το εκδίδον ίδρυμα.

4.   Όταν ένα μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ ή ένα μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, το οποίο υπάγεται στο άρθρο 92α έχει άμεσες, έμμεσες ή σύνθετες συμμετοχές σε μέσα ιδίων κεφαλαίων ή μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων από μία ή περισσότερες θυγατρικές που δεν ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης με το μητρικό ίδρυμα, η αρχή εξυγίανσης του εν λόγω μητρικού ιδρύματος, αφού εξετάσει δεόντως τη γνώμη των αρχών εξυγίανσης των τυχόν σχετικών θυγατρικών, μπορεί να επιτρέψει στο μητρικό ίδρυμα να αφαιρέσει τις εν λόγω συμμετοχές αφαιρώντας χαμηλότερο ποσό που ορίζεται από την αρχή εξυγίανσης του εν λόγω μητρικού ιδρύματος. Το εν λόγω προσαρμοσμένο ποσό ισούται τουλάχιστον με το ποσό (m) που υπολογίζεται ως εξής:

 

mi = max{0; OPi + LPi – max{0; β · [Oi + Li – ri · aRWAi]}}

όπου:

i

=

ο δείκτης που δηλώνει τη θυγατρική,

OPi

=

το ποσό των μέσων ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται από τη θυγατρική i και κατέχονται από το μητρικό ίδρυμα,

LPi

=

το ποσό των στοιχείων επιλέξιμων υποχρεώσεων που εκδίδονται από τη θυγατρική i και κατέχονται από το μητρικό ίδρυμα,

β

=

ποσοστό των μέσων ιδίων κεφαλαίων και των στοιχείων επιλέξιμων υποχρεώσεων που εκδίδονται από τη θυγατρική i και κατέχονται από τη μητρική επιχείρηση,

Oi

=

το ποσό των ιδίων κεφαλαίων της θυγατρικής i, μη λαμβάνοντας υπόψη την αφαίρεση που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο,

Li

=

το ποσό των επιλέξιμων υποχρεώσεων της θυγατρικής i, μη λαμβάνοντας υπόψη την αφαίρεση που υπολογίζεται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο,

ri

=

ο λόγος που εφαρμόζεται στη θυγατρική i στο επίπεδο του οικείου ομίλου εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 92α παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού και το άρθρο 45δ της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και

aRWAi

=

το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο της οντότητας G-SII i που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφοι 3 και 4, λαμβάνοντας υπόψη τις προσαρμογές που ορίζονται στο άρθρο 12α.

Όταν επιτρέπεται στο μητρικό ίδρυμα να αφαιρεί το προσαρμοσμένο ποσό σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η διαφορά μεταξύ του ποσού των συμμετοχών σε μέσα ιδίων κεφαλαίων και μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και του εν λόγω προσαρμοσμένου ποσού αφαιρείται από τη θυγατρική.

Άρθρο 72στ

Αφαίρεση συμμετοχών σε ίδια μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων

Για τους σκοπούς του άρθρου 72ε παράγραφος 1 στοιχείο α), τα ιδρύματα υπολογίζουν τις συμμετοχές τους βάσει των μικτών θετικών τους θέσεων που υπόκεινται στις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α)

τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν τα ποσά των συμμετοχών βάσει της καθαρής θετικής τους θέσης υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι δύο κάτωθι προϋποθέσεις:

i)

οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις βρίσκονται στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα και οι αρνητικές θέσεις δεν ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου,

ii)

είτε αμφότερες οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β)

τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες συμμετοχές σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, υπολογίζοντας το υποκείμενο άνοιγμα στα ίδια μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που περιλαμβάνονται στους εν λόγω δείκτες,

γ)

τα ιδρύματα δύνανται να συμψηφίζουν τις μικτές θετικές θέσεις σε ίδια μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που προκύπτουν από συμμετοχές σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες με τις αρνητικές θέσεις σε ίδια μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που προκύπτουν από αρνητικές θέσεις στους υποκείμενους δείκτες, ακόμα και στις περιπτώσεις που οι εν λόγω αρνητικές θέσεις ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι δύο κάτωθι προϋποθέσεις:

i)

οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις είναι στους ίδιους υποκείμενους δείκτες,

ii)

είτε αμφότερες οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

Άρθρο 72ζ

Βάση αφαίρεσης για στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων

Για τους σκοπούς του άρθρου 72ε παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ), τα ιδρύματα αφαιρούν τις μικτές θετικές τους θέσεις που υπόκεινται στις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 72η και 72θ.

Άρθρο 72η

Αφαίρεση συμμετοχών σε επιλέξιμες υποχρεώσεις από άλλες οντότητες G-SII

Τα ιδρύματα που δεν κάνουν χρήση της εξαίρεσης που ορίζεται στο άρθρο 72ι πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72ε παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α)

δύνανται να υπολογίζουν τις άμεσες, έμμεσες και σύνθετες συμμετοχές σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων βάσει της καθαρής θετικής θέσης στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i)

η ημερομηνία ληκτότητας της αρνητικής θέσης είναι είτε η ίδια με την ημερομηνία ληκτότητας της θετικής θέσης είτε μεταγενέστερή της ή η εναπομένουσα ληκτότητα της αρνητικής θέσης είναι τουλάχιστον ένα έτος,

ii)

είτε η θετική και η αρνητική θέση περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β)

προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες συμμετοχές σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, λαμβάνοντας υπόψη το υποκείμενο άνοιγμα στα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που περιλαμβάνονται στους εν λόγω δείκτες.

Άρθρο 72θ

Αφαίρεση επιλέξιμων υποχρεώσεων στις περιπτώσεις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση σε οντότητες G-SII

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 72ε παράγραφος 1 στοιχείο γ), τα ιδρύματα υπολογίζουν το προς αφαίρεση ποσό κατά περίπτωση πολλαπλασιάζοντας το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με τον παράγοντα που προκύπτει από τον υπολογισμό που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α)

το συνολικό ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων συμμετοχών του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα και μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων οντοτήτων G-SII στις οποίες το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση υπερβαίνει το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, μετά την εφαρμογή των κατωτέρω:

i)

των άρθρων 32 έως 35,

ii)

του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως v) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), εξαιρουμένου του ποσού που αφαιρείται για τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,

iii)

των άρθρων 44 και 45,

β)

το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων συμμετοχών του ιδρύματος σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων των οντοτήτων G-SII όπου το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση, δια του συνολικού ποσού των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων συμμετοχών του ιδρύματος σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα και μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων των οντοτήτων G-SII στις περιπτώσεις που η οντότητα εξυγίανσης δεν διαθέτει σημαντική επένδυση σε κανένα από αυτά.

2.   Τα ιδρύματα εξαιρούν τις θέσεις αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατ' ανώτατο όριο από τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και από τον υπολογισμό του παράγοντα σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β).

3.   Το ποσό που πρέπει να αφαιρεθεί δυνάμει της παραγράφου 1 κατανέμεται σε κάθε μέσο επιλέξιμων υποχρεώσεων μιας οντότητας G-SII που κατέχει το ίδρυμα. Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό κάθε μέσου επιλέξιμων υποχρεώσεων που αφαιρείται δυνάμει της παραγράφου 1 πολλαπλασιάζοντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με την αναλογία που ορίζεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α)

το ποσό των συμμετοχών που πρέπει να αφαιρεθεί δυνάμει της παραγράφου 1,

β)

η αναλογία του συνολικού ποσού των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων συμμετοχών του ιδρύματος σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων οντοτήτων G-SII στις οποίες το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση η οποία αντιπροσωπεύεται από κάθε μέσο επιλέξιμων υποχρεώσεων που κατέχει το ίδρυμα.

4.   Το ποσό των συμμετοχών που αναφέρονται στο άρθρο 72ε παράγραφος 1 στοιχείο γ), το οποίο είναι ίσο ή μικρότερο από το 10 % των στοιχείων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος μετά την εφαρμογή των διατάξεων που ορίζονται στα σημεία i), ii) και iii) του στοιχείου α) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, δεν αφαιρείται και υπόκειται στους εφαρμοστέους συντελεστές στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή 3 και στις απαιτήσεις που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος IV, ανάλογα με την περίπτωση.

5.   Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό κάθε σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο μέσου επιλέξιμων υποχρεώσεων δυνάμει της παραγράφου 4 πολλαπλασιάζοντας το ποσό των συμμετοχών που πρέπει να σταθμιστούν ως προς τον κίνδυνο δυνάμει της παραγράφου 4 επί της αναλογίας που προκύπτει από τον υπολογισμό που καθορίζεται στην παράγραφο 3 στοιχείο β).

Άρθρο 72ι

Εξαίρεση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών από τις αφαιρέσεις από στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.   Τα ιδρύματα μπορούν να αποφασίσουν να μην αφαιρέσουν καθορισμένο μέρος των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων συμμετοχών του ιδρύματος σε μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, το οποίο συνολικά και υπολογιζόμενο σε ακαθάριστη θετική βάση είναι ίσο ή μικρότερο του 5 % των στοιχείων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος μετά την εφαρμογή των άρθρων 32 έως 36, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι συμμετοχές είναι στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών,

β)

τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων τηρούνται για διάστημα που δεν υπερβαίνει τις 30 εργάσιμες ημέρες.

2.   Τα ποσά των στοιχείων που δεν αφαιρούνται δυνάμει της παραγράφου 1 υπόκεινται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για στοιχεία στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.

3.   Όταν, σε περίπτωση συμμετοχών που δεν αφαιρούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην εν λόγω παράγραφο παύουν να πληρούνται, οι συμμετοχές αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 72ζ χωρίς να εφαρμόζονται οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 72η και 72θ.

Τμήμα 3

Ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις

Άρθρο 72ια

Επιλέξιμες υποχρεώσεις

Οι επιλέξιμες υποχρεώσεις ενός ιδρύματος απαρτίζονται από τα στοιχεία των επιλέξιμων υποχρεώσεων του ιδρύματος μετά τις αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72ε.

Άρθρο 72ιβ

Ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις

Τα ίδια κεφάλαια και οι επιλέξιμες υποχρεώσεις ενός ιδρύματος απαρτίζονται από το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων του και των επιλέξιμων υποχρεώσεών του.

(*11)  Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149)."

(*12)  Οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 1998 σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων (ΕΕ L 166 της 11.6.1998, σ. 45).»."

32)

Στο δεύτερο μέρος τίτλος Ι, η επικεφαλίδα του κεφαλαίου 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« Γενικές απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις ».

33)

Το άρθρο 73 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Διανομές επί μέσων»·

β)

οι παράγραφοι 1 έως 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κεφαλαιακά μέσα και οι υποχρεώσεις για τα οποία ένα ίδρυμα αποφασίζει κατά την αποκλειστική κρίση του να πραγματοποιήσει διανομές με άλλη μορφή εκτός από τα μετρητά ή μέσα ιδίων κεφαλαίων δεν είναι επιλέξιμα για να χαρακτηριστούν ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1, μέσα της κατηγορίας 2 ή μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, εκτός εάν το ίδρυμα έχει λάβει την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής.

2.   Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την προηγούμενη άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μόνο εφόσον κρίνουν ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η ικανότητα του ιδρύματος να ακυρώνει τις πληρωμές δυνάμει του μέσου δεν θα επηρεαζόταν αρνητικά από τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή από τη μορφή με την οποία θα μπορούν να πραγματοποιηθούν οι διανομές,

β)

η ικανότητα του κεφαλαιακού μέσου ή της υποχρέωσης να απορροφά τις ζημίες δεν θα επηρεαζόταν αρνητικά από τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή από τη μορφή με την οποία θα μπορούν να πραγματοποιηθούν οι διανομές,

γ)

η ποιότητα του κεφαλαιακού μέσου ή της υποχρέωσης δεν θα μειωνόταν κατ' άλλον τρόπο από τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή από τη μορφή με την οποία θα μπορούν να πραγματοποιηθούν οι διανομές.

Η αρμόδια αρχή διαβουλεύεται με την αρχή εξυγίανσης όσον αφορά την τήρηση των εν λόγω προϋποθέσεων από το ίδρυμα πριν από τη χορήγηση της προηγούμενης άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.   Τα κεφαλαιακά μέσα και οι υποχρεώσεις για τα οποία ένα νομικό πρόσωπο διαφορετικό από το ίδρυμα που τα εκδίδει έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει ή να απαιτεί την πληρωμή των διανομών επί των εν λόγω μέσων ή υποχρεώσεων με άλλη μορφή εκτός από τα μετρητά ή μέσα ιδίων κεφαλαίων δεν είναι επιλέξιμα να χαρακτηριστούν ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1, μέσα της κατηγορίας 2 ή μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων.

4.   Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν ευρύ δείκτη αγοράς ως μία από τις βάσεις καθορισμού του ύψους των διανομών επί πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1, μέσων της κατηγορίας 2 και μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων.»·

γ)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Τα ιδρύματα αναφέρουν και κοινοποιούν τους ευρείς δείκτες αγοράς στους οποίους βασίζονται τα κεφαλαιακά μέσα και τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεών τους.».

34)

Στο άρθρο 75, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι απαιτήσεις ληκτότητας για αρνητικές θέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45 στοιχείο α), το άρθρο 59 στοιχείο α), το άρθρο 69 στοιχείο α) και το άρθρο 72η στοιχείο α) θεωρείται ότι πληρούνται όσον αφορά τις θέσεις που κατέχονται, εφόσον πληρούνται όλες οι εξής προϋποθέσεις:».

35)

Στο άρθρο 76, οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 42 στοιχείο α), του άρθρου 45 στοιχείο α), του άρθρου 57 στοιχείο α), του άρθρου 59 στοιχείο α), του άρθρου 67 στοιχείο α), του άρθρου 69 στοιχείο α) και του άρθρου 72η στοιχείο α), τα ιδρύματα μπορούν να μειώσουν το ποσό θετικής θέσης σε κεφαλαιακό μέσο κατά το τμήμα ενός δείκτη που αποτελείται από το ίδιο υποκείμενο άνοιγμα που αντισταθμίζεται, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι εξής προϋποθέσεις:

α)

είτε αμφότερες η θετική θέση που αντισταθμίζεται και η αρνητική θέση σε δείκτη που χρησιμοποιείται για την αντιστάθμιση αυτής της θετικής θέσης περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β)

οι θέσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους στον ισολογισμό του ιδρύματος,

γ)

η αρνητική θέση που αναφέρεται στο στοιχείο α) αναγνωρίζεται ως αποτελεσματική αντιστάθμιση στο πλαίσιο των διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου του ιδρύματος,

δ)

οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν την καταλληλότητα των διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου που αναφέρονται στο στοιχείο γ) τουλάχιστον σε ετήσια βάση και κρίνουν ότι εξακολουθεί να πληρούται ο όρος αυτός.

2.   Όταν η αρμόδια αρχή έχει δώσει την προηγούμενη άδειά της, ένα ίδρυμα μπορεί να εκτιμά συντηρητικά το υποκείμενο άνοιγμα του ιδρύματος σε μέσα που περιλαμβάνονται στους δείκτες, ως εναλλακτική λύση στον υπολογισμό του ανοίγματος του ιδρύματος στα στοιχεία που αναφέρονται σε ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 και μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, που περιλαμβάνονται στους δείκτες,

β)

μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, που περιλαμβάνονται στους δείκτες,

γ)

μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων των ιδρυμάτων, που περιλαμβάνονται στους δείκτες.

3.   Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την προηγούμενη άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μόνο εάν το ίδρυμα έχει αποδείξει επαρκώς ότι η παρακολούθηση εκ μέρους του ιδρύματος του υποκείμενου ανοίγματος στα στοιχεία που αναφέρονται σε ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία της παραγράφου 2, αναλόγως, θα ήταν λειτουργικά δύσκολη.».

36)

Το άρθρο 77 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 77

Προϋποθέσεις μείωσης των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.   Το ίδρυμα λαμβάνει την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής προκειμένου να προβεί σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω ενέργειες:

α)

μείωση, εξόφληση ή επαναγορά των μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που έχουν εκδοθεί από το ίδρυμα με τρόπο που επιτρέπεται δυνάμει του ισχύοντος εθνικού δικαίου,

β)

μείωση, διανομή ή ανακατάταξη ως άλλου στοιχείου ιδίων κεφαλαίων της διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά μέσα ιδίων κεφαλαίων,

γ)

εξάσκηση της ανάκλησης, εξόφλησης, αποπληρωμής ή επαναγοράς πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 ή μέσων της κατηγορίας 2, πριν από την ημερομηνία συμβατικής ληκτότητάς τους.

2.   Το ίδρυμα λαμβάνει την προηγούμενη άδεια της αρχής εξυγίανσης προκειμένου να εξασκήσει την ανάκληση, εξόφληση, αποπληρωμή ή επαναγορά μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 1, πριν από την ημερομηνία συμβατικής ληκτότητάς τους.».

37)

Το άρθρο 78 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 78

Εποπτική άδεια για τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων

1.   Η αρμόδια αρχή χορηγεί την άδειά της σε ίδρυμα για τη μείωση, ανάκληση, εξόφληση, αποπληρωμή ή επαναγορά, των μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 ή των μέσων της κατηγορίας 2, ή τη μείωση, διανομή ή ανακατάταξη της σχετικής διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, εφόσον πληρούται οποιαδήποτε από τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

πριν από ή ταυτόχρονα με οποιαδήποτε από τις ενέργειες που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 1, το ίδρυμα αντικαθιστά τα μέσα ή τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αναφέρονται στο άρθρο 77 παράγραφος 1 με μέσα ιδίων κεφαλαίων ίσης ή υψηλότερης ποιότητας με όρους που είναι βιώσιμοι για την ικανότητα εσόδων του ιδρύματος,

β)

το ίδρυμα έχει αποδείξει επαρκώς στην αρμόδια αρχή ότι τα ίδια κεφάλαια και οι επιλέξιμες υποχρεώσεις του ιδρύματος, μετά την ενέργεια που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, θα υπερέβαιναν τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, στις οδηγίες 2013/36/ΕΕ και 2014/59/ΕΕ κατά περιθώριο που κρίνεται απαραίτητο από την αρμόδια αρχή.

Εάν ένα ίδρυμα παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ως προς την ικανότητά του να λειτουργεί με ίδια κεφάλαια που υπερβαίνουν τα ποσά που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού και βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, η αρμόδια αρχή μπορεί να χορηγήσει γενική προηγούμενη άδεια στο εν λόγω ίδρυμα να προβεί σε οποιαδήποτε από τις ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 77 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, με την επιφύλαξη των κριτηρίων που εξασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε μελλοντική ενέργεια θα είναι σύμφωνη με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου. Η εν λόγω γενική προηγούμενη άδεια χορηγείται μόνο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα έτος, μετά το πέρας του οποίου μπορεί να ανανεωθεί. Η γενική προηγούμενη άδεια χορηγείται μόνο για προκαθορισμένο ποσό που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή. Στην περίπτωση των μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, αυτό το προκαθορισμένο ποσό δεν υπερβαίνει το 3 % της συναφούς έκδοσης και δεν υπερβαίνει το 10 % του ποσού κατά το οποίο το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 υπερβαίνει το άθροισμα των απαιτήσεων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στις οδηγίες 2013/36/ΕΕ και 2014/59/ΕΕ κατά περιθώριο που κρίνεται απαραίτητο από την αρμόδια αρχή. Σε περίπτωση πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 ή μέσων της κατηγορίας 2, αυτό το προκαθορισμένο ποσό δεν υπερβαίνει το 10 % της συναφούς έκδοσης και δεν υπερβαίνει το 3 % του συνολικού ποσού ανεξόφλητων πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 ή μέσων της κατηγορίας 2, κατά περίπτωση.

Οι αρμόδιες αρχές ανακαλούν τη γενική προηγούμενη άδεια όταν ένα ίδρυμα παύσει να πληροί οποιοδήποτε από τα κριτήρια που προβλέπονται για τους σκοπούς της εν λόγω άδειας.

2.   Οι αρμόδιες αρχές, όταν εκτιμούν τη βιωσιμότητα των μέσων αντικατάστασης για την ικανότητα εσόδων του ιδρύματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), λαμβάνουν υπόψη τους τον βαθμό στον οποίο αυτά τα κεφαλαιακά μέσα αντικατάστασης θα ήταν δαπανηρότερα για το ίδρυμα από εκείνα τα κεφαλαιακά μέσα ή τη διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αντικαθιστούν.

3.   Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα προβεί σε κάποια ενέργεια που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 1 στοιχείο α) και η άρνηση εξόφλησης των μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αναφέρονται στο άρθρο 27 απαγορεύεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, η αρμόδια αρχή μπορεί να παρεκκλίνει από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον απαιτεί από το ίδρυμα να περιορίσει την εξόφληση των εν λόγω μέσων σε κατάλληλη βάση.

4.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να ανακαλούν, να εξοφλούν, να αποπληρώνουν ή να επαναγοράζουν πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 ή τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο εντός πέντε ετών από την ημερομηνία έκδοσής τους, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 και μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

υπάρχει αλλαγή στην εποπτική κατάταξη των εν λόγω μέσων, η οποία θα συνεπαγόταν ενδεχομένως τον αποκλεισμό τους από τα ίδια κεφάλαια ή την ανακατάταξή τους σε ίδια κεφάλαια χαμηλότερης ποιότητας, πληρούνται δε και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η αρμόδια αρχή θεωρεί επαρκώς βέβαιη μια τέτοια αλλαγή,

ii)

το ίδρυμα αποδεικνύει στην αρμόδια αρχή ότι η υποχρεωτική ανακατάταξη των μέσων αυτών δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά τον χρόνο της έκδοσής τους,

β)

υπάρχει αλλαγή στην εφαρμοστέα φορολογική αντιμετώπιση των εν λόγω μέσων για την οποία το ίδρυμα αποδεικνύει στην αρμόδια αρχή ότι είναι σημαντική και δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά τον χρόνο της έκδοσής τους,

γ)

για τα μέσα και τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο έχει γίνει αποδοχή του προϋφιστάμενου καθεστώτος σύμφωνα με το άρθρο 494β,

δ)

πριν από ή ταυτόχρονα με την ενέργεια που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 1, το ίδρυμα αντικαθιστά τα μέσα ή τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αναφέρονται στο άρθρο 77 παράγραφος 1 με μέσα ιδίων κεφαλαίων ίσης ή υψηλότερης ποιότητας με όρους που είναι βιώσιμοι για την ικανότητα εσόδων του ιδρύματος, και η αρμόδια αρχή έχει επιτρέψει την εν λόγω ενέργεια με βάση τη διαπίστωση ότι θα είναι επωφελής από την άποψη της προληπτικής εποπτείας και δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις,

ε)

τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή τα μέσα της κατηγορίας 2 επαναγοράζονται για σκοπούς ειδικής διαπραγμάτευσης.

5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)

την έννοια της “βιώσιμης ικανότητας εσόδων του ιδρύματος”,

β)

τις κατάλληλες βάσεις περιορισμού της εξόφλησης που αναφέρονται στην παράγραφο 3,

γ)

τη διαδικασία που περιλαμβάνει τα όρια και τις διαδικασίες για τη χορήγηση της έγκρισης μιας ενέργειας που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 1 εκ των προτέρων από τις αρμόδιες αρχές και τις απαιτήσεις δεδομένων για την υποβολή αίτησης από ένα ίδρυμα προς την αρμόδια αρχή ώστε αυτή να επιτρέψει τη διεξαγωγή ενέργειας που παρατίθεται στο εν λόγω άρθρο, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας που εφαρμόζεται στην περίπτωση εξόφλησης εκδιδόμενων μεριδίων σε μέλη συνεταιριστικών εταιρειών, και της χρονικής περιόδου για την επεξεργασία της αίτησης αυτής.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

38)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 78α

Άδεια για τη μείωση των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων

1.   Η αρχή εξυγίανσης χορηγεί την άδειά της σε ίδρυμα να ανακαλεί, να εξοφλεί, να αποπληρώνει ή να επαναγοράζει τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων, εφόσον πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

πριν από ή ταυτόχρονα με οποιαδήποτε από τις ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 77 παράγραφος 2 το ίδρυμα αντικαθιστά τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων με μέσα ιδίων κεφαλαίων ή μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων ίσης ή υψηλότερης ποιότητας με όρους που είναι βιώσιμοι για την ικανότητα εσόδων του ιδρύματος,

β)

το ίδρυμα έχει αποδείξει επαρκώς στην αρχή εξυγίανσης ότι τα ίδια κεφάλαια και οι επιλέξιμες υποχρεώσεις του ιδρύματος, μετά την ενέργεια που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, θα υπερέβαιναν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στις οδηγίες 2013/36/ΕΕ και 2014/59/ΕΕ κατά περιθώριο που κρίνεται απαραίτητο, σε συμφωνία με την αρμόδια αρχή, από την αρχή εξυγίανσης,

γ)

το ίδρυμα έχει αποδείξει επαρκώς στην αρχή εξυγίανσης ότι η μερική ή πλήρης αντικατάσταση των επιλέξιμων υποχρεώσεων με μέσα ιδίων κεφαλαίων είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ για τη διατήρηση της ισχύος της άδειας λειτουργίας.

Εάν ένα ίδρυμα παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ως προς την ικανότητά του να λειτουργεί με ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις που υπερβαίνουν το ποσό των απαιτήσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στις οδηγίες 2013/36/ΕΕ και 2014/59/ΕΕ, η αρχή εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, μπορεί να χορηγήσει στο εν λόγω ίδρυμα γενική προηγούμενη άδεια, ώστε να προβεί σε ανακλήσεις, εξοφλήσεις, αποπληρωμές ή επαναγορές μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων, με την επιφύλαξη των κριτηρίων που εξασφαλίζουν ότι η οποιαδήποτε τέτοια μελλοντική ενέργεια θα είναι σύμφωνη με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου. Η εν λόγω γενική προηγούμενη άδεια χορηγείται μόνο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα έτος, μετά το πέρας του οποίου μπορεί να ανανεωθεί. Η γενική προηγούμενη άδεια χορηγείται για προκαθορισμένο ποσό που ορίζεται από την αρχή εξυγίανσης. Οι αρχές εξυγίανσης ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές σχετικά με τυχόν γενικές προηγούμενες άδειες που έχουν χορηγηθεί.

Η αρχή εξυγίανσης ανακαλεί τη γενική προηγούμενη άδεια όταν ένα ίδρυμα παύσει να πληροί οποιοδήποτε από τα κριτήρια που προβλέπονται για τους σκοπούς της εν λόγω άδειας.

2.   Οι αρχές εξυγίανσης, όταν εκτιμούν τη βιωσιμότητα των μέσων αντικατάστασης για την ικανότητα εσόδων του ιδρύματος, δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο α), λαμβάνουν υπόψη τον βαθμό στον οποίο τα εν λόγω κεφαλαιακά μέσα αντικατάστασης και οι επιλέξιμες υποχρεώσεις αντικατάστασης θα ήταν δαπανηρότερα για το ίδρυμα από εκείνα που αντικαθιστούν.

3.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)

τη διαδικασία για τη συνεργασία μεταξύ της αρμόδιας αρχής και της αρχής εξυγίανσης,

β)

τη διαδικασία, περιλαμβανομένων των προθεσμιών και των απαιτήσεων ενημέρωσης, για τη χορήγηση της άδειας σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο,

γ)

τη διαδικασία, περιλαμβανομένων των προθεσμιών και των απαιτήσεων ενημέρωσης, για τη χορήγηση της γενικής προηγούμενης άδειας σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο,

δ)

την έννοια “βιώσιμοι για την ικανότητα εσόδων του ιδρύματος”.

Για τους σκοπούς του στοιχείου δ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ευθυγραμμίζονται πλήρως με την κατ' εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 78.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 28 Δεκεμβρίου 2019.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

39)

Το άρθρο 79 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Προσωρινή αναστολή της αφαίρεσης από τα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις»·

β)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Όταν ένα ίδρυμα κατέχει προσωρινά κεφαλαιακά μέσα ή υποχρεώσεις που μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως μέσα ιδίων κεφαλαίων σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ή ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων σε ένα ίδρυμα και η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι οι εν λόγω συμμετοχές έχουν σκοπό τη χρηματοδοτική συνδρομή για την ανασυγκρότηση και αποκατάσταση της βιωσιμότητας της εν λόγω οντότητας ή του εν λόγω ιδρύματος, η αρμόδια αρχή μπορεί να αναστείλει προσωρινά την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την αφαίρεση, οι οποίες διαφορετικά θα εφαρμόζονταν στα εν λόγω μέσα.».

40)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 79α

Εκτίμηση της εκπλήρωσης των προϋποθέσεων για τα μέσα ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων

Τα ιδρύματα κρίνουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των μέσων και όχι μόνον τη νομική τους μορφή προκειμένου να εκτιμήσουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο δεύτερο μέρος. Κατά την εκτίμηση των ουσιωδών χαρακτηριστικών ενός μέσου λαμβάνονται υπόψη όλες οι ρυθμίσεις σχετικά με τα μέσα, ακόμη και όταν αυτές δεν αναφέρονται ρητά στους όρους και τις προϋποθέσεις των ίδιων των μέσων, προκειμένου να κριθεί κατά πόσον τα συνδυασμένα οικονομικά αποτελέσματα των ρυθμίσεων αυτών είναι συμβατά με τον σκοπό των σχετικών διατάξεων.».

41)

Το άρθρο 80 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Συνεχής αξιολόγηση της ποιότητας των μέσων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων»·

β)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η ΕΑΤ παρακολουθεί την ποιότητα των μέσων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που εκδίδονται από ιδρύματα σε ολόκληρη την Ένωση και ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή εάν υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι τα μέσα αυτά δεν πληρούν τα αντίστοιχα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν αμελλητί στην ΕΑΤ, κατόπιν αιτήματός της, όλες τις πληροφορίες που η ΕΑΤ θεωρεί αναγκαίες σχετικά με νέα κεφαλαιακά μέσα ή νέα είδη υποχρεώσεων που εκδίδονται, προκειμένου να μπορεί να παρακολουθεί την ποιότητα των μέσων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που εκδίδονται από ιδρύματα σε ολόκληρη την Ένωση.»·

γ)

στην παράγραφο 3, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η ΕΑΤ παρέχει τεχνικές συμβουλές στην Επιτροπή σχετικά με τυχόν σημαντικές αλλαγές οι οποίες θεωρεί ότι απαιτούνται για τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων ως αποτέλεσμα οποιουδήποτε από τα κατωτέρω γεγονότα:».

42)

Στο άρθρο 81, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα δικαιώματα μειοψηφίας απαρτίζονται από το άθροισμα των στοιχείων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μιας θυγατρικής, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

η θυγατρική είναι ένας από τους κατωτέρω φορείς:

i)

ίδρυμα,

ii)

επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει του ισχύοντος εθνικού δικαίου,

iii)

ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα που υπόκειται σε εξίσου αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα της εν λόγω τρίτης χώρας, εφόσον η Επιτροπή έχει αποφασίσει, σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4, ότι οι εν λόγω απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του παρόντος κανονισμού,

β)

η θυγατρική περιλαμβάνεται πλήρως στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2,

γ)

τα στοιχεία κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, που αναφέρονται στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας παραγράφου, ανήκουν σε πρόσωπα διαφορετικά από τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.».

43)

Το άρθρο 82 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 82

Αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1, κεφάλαιο της κατηγορίας 1, κεφάλαιο της κατηγορίας 2 και αποδεκτά ίδια κεφάλαια

Το αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1, το κεφάλαιο της κατηγορίας 1, το κεφάλαιο της κατηγορίας 2 και τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια περιλαμβάνουν το δικαίωμα μειοψηφίας, το πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ή το κεφάλαιο της κατηγορίας 2, κατά περίπτωση, προσαυξημένο κατά τα σχετικά κέρδη εις νέον και τη διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, μιας θυγατρικής, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

η θυγατρική είναι ένα από τα ακόλουθα:

i)

ίδρυμα,

ii)

επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει του ισχύοντος εθνικού δικαίου,

iii)

ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα που υπόκειται σε εξίσου αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα της εν λόγω τρίτης χώρας, εφόσον η Επιτροπή έχει αποφασίσει, σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4, ότι οι εν λόγω απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του παρόντος κανονισμού,

β)

η θυγατρική περιλαμβάνεται πλήρως στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2,

γ)

τα εν λόγω μέσα ανήκουν σε πρόσωπα διαφορετικά από τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.».

44)

Στο άρθρο 83 παράγραφος 1, η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και τα μέσα της κατηγορίας 2 που εκδίδονται από οντότητα ειδικού σκοπού και η σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο περιλαμβάνονται, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2021, στο αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1, το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 ή στα αποδεκτά ίδια κεφάλαια, αναλόγως, μόνον εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:».

45)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 88α

Αποδεκτά μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων

Υποχρεώσεις που εκδίδονται από θυγατρική εγκατεστημένη στην Ένωση η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης με την οντότητα εξυγίανσης είναι αποδεκτές για υπαγωγή στα μέσα ενοποιημένων επιλέξιμων υποχρεώσεων ιδρύματος που υπόκειται στο άρθρο 92α, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 45στ παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

β)

έχουν αγοραστεί από υφιστάμενο μέτοχο που δεν είναι μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης υπό την προϋπόθεση ότι η άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ δεν επηρεάζει τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης,

γ)

δεν υπερβαίνουν το ποσό που καθορίζεται με την αφαίρεση του ποσού του σημείου i) από το ποσό του σημείου ii):

i)

το άθροισμα των υποχρεώσεων που εκδίδονται στην οντότητα εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτήν είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω άλλων οντοτήτων του ίδιου ομίλου εξυγίανσης και του ποσού των μέσων ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 45στ παράγραφος 2 στοιχείο β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

ii)

το ποσό που απαιτείται κατά το άρθρο 45στ παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.».

46)

Το άρθρο 92 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«δ)

δείκτη μόχλευσης 3 %,»

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Επιπλέον της απαίτησης που προβλέπεται στο στοιχείο δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ένα G-SII τηρεί απόθεμα ασφαλείας του δείκτη μόχλευσης που ισοδυναμεί με το συνολικό μέτρο ανοίγματος του G-SII που αναφέρεται στο άρθρο 429 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού πολλαπλασιασμένο επί το 50 % του συντελεστή αποθέματος ασφαλείας G-SII που εφαρμόζεται στο G-SII σύμφωνα με το άρθρο 131 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Το G-SII τηρεί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης με κεφάλαιο της κατηγορίας 1 μόνο. Το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 που χρησιμοποιείται για την τήρηση της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης δεν χρησιμοποιείται για την τήρηση καμίας από τις απαιτήσεις με βάση τη μόχλευση που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, εκτός αν ρητά προβλέπεται άλλως στις εν λόγω πράξεις.

Όταν ένα G-SII δεν τηρεί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, υπόκειται στην απαίτηση διατήρησης κεφαλαίου σύμφωνα με το άρθρο 141β της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Όταν ένα G-SII δεν τηρεί ταυτόχρονα την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης και τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, υπόκειται στην υψηλότερη από τις απαιτήσεις διατήρησης κεφαλαίου σύμφωνα με τα άρθρα 141 και 141β της εν λόγω οδηγίας.»·

γ)

η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i)

τα στοιχεία β) και γ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ενός ιδρύματος, για τα εξής:

i)

κίνδυνο αγοράς, όπως προσδιορίζεται σύμφωνα με τον τίτλο IV του παρόντος μέρους, με εξαίρεση τις προσεγγίσεις που ορίζονται στα κεφάλαια 1α και 1β του εν λόγω τίτλου,

ii)

μεγάλα ανοίγματα τα οποία υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπονται στα άρθρα 395 έως 401, στον βαθμό που επιτρέπεται σε ένα ίδρυμα να υπερβεί τα εν λόγω όρια, όπως προσδιορίζονται σύμφωνα με το τέταρτο μέρος,

γ)

απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο αγοράς, όπως προσδιορίζεται στον τίτλο IV του παρόντος μέρους, με εξαίρεση τις προσεγγίσεις που ορίζονται στα κεφάλαια 1α και 1β του εν λόγω τίτλου, για όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικών εμπορευμάτων,»·

ii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«γα)

απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με τον τίτλο V του παρόντος μέρους, με εξαίρεση το άρθρο 379 για τον κίνδυνο διακανονισμού.».

47)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 92α

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων για G-SII

1.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 93 και 94 και των εξαιρέσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα που έχουν προσδιοριστεί ως οντότητες εξυγίανσης και αποτελούν G-SII ή αποτελούν μέρος ενός G-SII πληρούν ανά πάσα στιγμή τις κατωτέρω απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων:

α)

δείκτη βάσει επικινδυνότητας 18 %, που αντιστοιχεί στα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις του ιδρύματος, εκφρασμένα ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφοι 3 και 4,

β)

δείκτη 6,75 % ο οποίος δεν βασίζεται στην επικινδυνότητα και αντιστοιχεί στα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις του ιδρύματος, εκφρασμένα ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 429 παράγραφος 4.

2.   Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 δεν ισχύουν στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

εντός των τριών ετών μετά την ημερομηνία κατά την οποία το ίδρυμα ή ο όμιλος του οποίου αποτελεί μέρος το ίδρυμα προσδιορίστηκε ως G-SII,

β)

εντός των δύο ετών μετά την ημερομηνία κατά την οποία η αρχή εξυγίανσης έθεσε σε εφαρμογή το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με την οδηγία 2014/59/ΕΕ,

γ)

εντός των δύο ετών μετά την ημερομηνία κατά την οποία η οντότητα εξυγίανσης εφάρμοσε εναλλακτικό μέτρο του ιδιωτικού τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, δυνάμει του οποίου κεφαλαιακά μέσα και άλλες υποχρεώσεις έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί σε στοιχεία κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, με σκοπό την ανακεφαλαιοποίηση της οντότητας εξυγίανσης χωρίς την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης.

3.   Όταν το άθροισμα το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή της απαίτησης που καθορίζεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου σε κάθε οντότητα εξυγίανσης του ίδιου G-SII υπερβαίνει την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που έχουν υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 12α του παρόντος κανονισμού, η αρχή εξυγίανσης του εγκατεστημένου στην ΕΕ μητρικού ιδρύματος μπορεί, αφού διαβουλευθεί με τις άλλες σχετικές αρχές εξυγίανσης, να ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 45δ παράγραφος 4 ή το άρθρο 45η παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Άρθρο 92β

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων για G-SII εκτός ΕΕ

1.   Τα ιδρύματα που είναι σημαντικές θυγατρικές G-SII εκτός ΕΕ και δεν είναι οντότητες εξυγίανσης πληρούν ανά πάσα στιγμή απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων ίσες με το 90 % των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 92α.

2.   Για τον σκοπό της συμμόρφωσης με την παράγραφο 1, τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1, τα μέσα της κατηγορίας 2 και τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον τα μέσα αυτά κατέχει η τελική μητρική επιχείρηση των G-SII εκτός ΕΕ και έχουν εκδοθεί άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων οντοτήτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι εν λόγω οντότητες είναι εγκατεστημένες στην ίδια τρίτη χώρα με την τελική μητρική επιχείρηση ή σε κράτος μέλος.

3.   Ένα μέσο επιλέξιμων υποχρεώσεων λαμβάνεται υπόψη μόνο για τους σκοπούς της συμμόρφωσης με την παράγραφο 1 εφόσον πληροί όλες τις ακόλουθες πρόσθετες προϋποθέσεις:

α)

σε περίπτωση κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, όπως ορίζει το άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 47) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η απαίτηση που απορρέει από την υποχρέωση κατατάσσεται μετά τις απαιτήσεις που προκύπτουν από υποχρεώσεις οι οποίες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και που δεν είναι αποδεκτές ως ίδια κεφάλαια,

β)

υπόκειται στις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.».

48)

Το άρθρο 94 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 94

Παρέκκλιση για μικρές δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β), τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι ο όγκος των δραστηριοτήτων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός και εκτός ισολογισμού του ιδρύματος είναι ίσος ή μικρότερος και από τα δύο ακόλουθα κατώτατα όρια, βάσει εκτίμησης που διεξάγεται σε μηνιαία βάση με χρήση των δεδομένων της τελευταίας ημέρας του μήνα:

α)

5 % των συνολικών στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος·

β)

50 εκατομμύρια EUR.

2.   Όταν πληρούνται και οι δυο προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους ως εξής:

α)

για τις συμβάσεις του παραρτήματος ΙΙ σημείο 1, τις συμβάσεις που αφορούν μετοχές οι οποίες αναφέρονται στο σημείο 3 του εν λόγω παραρτήματος και τα πιστωτικά παράγωγα, τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν τις εν λόγω θέσεις από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β),

β)

για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εκτός εκείνων που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα δύνανται να αντικαθιστούν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β) με την απαίτηση που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο α).

3.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τον όγκο των δραστηριοτήτων εντός και εκτός ισολογισμού του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους με βάση τα δεδομένα της τελευταίας ημέρας κάθε μήνα, για τους σκοπούς της παραγράφου 1, σύμφωνα με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

όλες οι θέσεις που εντάσσονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών σύμφωνα με το άρθρο 104 περιλαμβάνονται στον υπολογισμό, εκτός από τις ακόλουθες:

i)

θέσεις που αφορούν συνάλλαγμα και βασικά εμπορεύματα,

ii)

θέσεις σε πιστωτικά παράγωγα που αναγνωρίζονται ως εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου για την κάλυψη ανοιγμάτων πιστωτικού κινδύνου εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή ανοιγμάτων κινδύνου αντισυμβαλλομένου και συναλλαγές πιστωτικών παραγώγων που αντισταθμίζουν απολύτως τον κίνδυνο αγοράς αυτών των εσωτερικών αντισταθμίσεων κινδύνου κατά το άρθρο 106 παράγραφος 3,

β)

όλες οι θέσεις που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό σύμφωνα με το στοιχείο α) αποτιμώνται με βάση την αγοραία αξία τους για τη συγκεκριμένη ημερομηνία· σε περίπτωση που η αγοραία αξία μιας θέσης δεν είναι διαθέσιμη για τη συγκεκριμένη ημερομηνία, τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τους μια εύλογη αξία της θέσης κατά την ημερομηνία αυτή· σε περίπτωση που η αγοραία αξία και η εύλογη αξία μιας θέσης δεν είναι διαθέσιμες σε συγκεκριμένη ημερομηνία, τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τους την πλέον πρόσφατη αγοραία αξία ή εύλογη αξία για τη συγκεκριμένη θέση,

γ)

η απόλυτη τιμή των θετικών θέσεων αθροίζεται με την απόλυτη τιμή των αρνητικών θέσεων.

4.   Όταν πληρούνται και οι δύο προϋποθέσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ανεξάρτητα από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 74 και 83 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, δεν εφαρμόζονται το άρθρο 102 παράγραφοι 3 και 4 και τα άρθρα 103 και 104β του παρόντος κανονισμού.

5.   Τα ιδρύματα ειδοποιούν τις αρμόδιες αρχές όταν υπολογίζουν ή παύουν να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους σύμφωνα με την παράγραφο 2.

6.   Ένα ίδρυμα που δεν πληροί πλέον έναν ή περισσότερους από τους όρους που προβλέπει η παράγραφος 1 ενημερώνει αμέσως σχετικά την αρμόδια αρχή.

7.   Ένα ίδρυμα παύει να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του σύμφωνα με την παράγραφο 2 εντός τριών μηνών από την πραγματοποίηση ενός από τα ακόλουθα:

α)

το ίδρυμα δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 στοιχείο α) ή β) για τρεις διαδοχικούς μήνες,

β)

το ίδρυμα δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 στοιχείο α) ή β) για περισσότερους από 6 μήνες κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο.

8.   Σε περίπτωση που ίδρυμα έχει παύσει να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του σύμφωνα με το παρόν άρθρο, του επιτρέπεται μόνον να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του σύμφωνα με το παρόν άρθρο εφόσον αποδείξει στην αρμόδια αρχή ότι όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 έχουν τηρηθεί αδιάλειπτα κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους.

9.   Τα ιδρύματα δεν συνομολογούν ούτε αγοράζουν ούτε πωλούν θέση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών μόνο για τον σκοπό της συμμόρφωσης προς οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 κατά τη μηνιαία εκτίμηση.».

49)

Στο τρίτο μέρος τίτλος Ι, το κεφάλαιο 2 διαγράφεται.

50)

Το άρθρο 102 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 2, 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Ο σκοπός διαπραγμάτευσης αποδεικνύεται με βάση στρατηγικές, πολιτικές και διαδικασίες τις οποίες το εκάστοτε ίδρυμα θεσπίζει με σκοπό τη διαχείριση της θέσης ή του χαρτοφυλακίου σύμφωνα με τα άρθρα 103, 104 και 104α.

3.   Τα ιδρύματα δημιουργούν και διατηρούν συστήματα και ελέγχους για να διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών τους σύμφωνα με το άρθρο 103.

4.   Για τους σκοπούς των απαιτήσεων υποβολής αναφορών που προβλέπονται στο άρθρο 430β παράγραφος 3, οι θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών αποδίδονται σε μονάδες διαπραγμάτευσης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 104β.»·

β)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«5.   Οι θέσεις στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών υπόκεινται στις απαιτήσεις συνετής αποτίμησης που ορίζονται στο άρθρο 105.

6.   Τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν τις εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 106.».

51)

Το άρθρο 103 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 103

Διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών

1.   Τα ιδρύματα διαθέτουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για τη γενική διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες πραγματεύονται τουλάχιστον:

α)

τις δραστηριότητες που το ίδρυμα θεωρεί δραστηριότητες διαπραγμάτευσης και μέρος του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για λόγους απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων,

β)

τον βαθμό στον οποίο μια θέση μπορεί να αποτιμάται στην τρέχουσα τιμή της αγοράς στο πλαίσιο μιας ενεργού και ρευστής αγοράς διπλής κατεύθυνσης,

γ)

για τις θέσεις που αποτιμώνται βάσει υποδείγματος, τον βαθμό στον οποίο μπορεί το ίδρυμα:

i)

να εντοπίζει όλους τους σημαντικούς κινδύνους της θέσης,

ii)

να αντισταθμίζει όλους τους σημαντικούς κινδύνους της θέσης με μέσα ως προς τα οποία υπάρχει ενεργός και ρευστή αγορά διπλής κατεύθυνσης,

iii)

να πραγματοποιεί αξιόπιστες εκτιμήσεις για τα βασικά συμπεράσματα και παραμέτρους που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα,

δ)

τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί και υποχρεούται να πραγματοποιεί αποτιμήσεις για τις θέσεις, οι οποίες αποτιμήσεις μπορούν να επικυρώνονται εξωτερικά με συνεπή τρόπο,

ε)

τον βαθμό στον οποίο οι νομικοί περιορισμοί ή άλλες λειτουργικές απαιτήσεις θα παρεμπόδιζαν τη δυνατότητα του ιδρύματος να επιτύχει τη ρευστοποίηση ή αντιστάθμιση της θέσης σε βραχυπρόθεσμη βάση,

στ)

τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί, και υποχρεούται, να διαχειρίζεται ενεργά τους κινδύνους της θέσης στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσής του,

ζ)

τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί να ανακατατάξει κινδύνους ή θέσεις μεταξύ του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και εκτός του, καθώς και τις απαιτήσεις για τις ανακατατάξεις αυτές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 104α.

2.   Κατά τη διαχείριση των θέσεων ή των χαρτοφυλακίων των θέσεων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, το ίδρυμα συμμορφώνεται με όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α)

το ίδρυμα πρέπει να διαθέτει σαφώς τεκμηριωμένη έγγραφη στρατηγική διαπραγμάτευσης για τη θέση ή τα χαρτοφυλάκια στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, η οποία θα πρέπει να έχει εγκριθεί από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και να περιλαμβάνει την αναμενόμενη περίοδο διακράτησης,

β)

το ίδρυμα πρέπει να διαθέτει σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για την ενεργό διαχείριση των θέσεων ή των χαρτοφυλακίων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών· οι ως άνω πολιτικές και διαδικασίες περιλαμβάνουν τα εξής:

i)

ποιες θέσεις ή χαρτοφυλάκια θέσεων μπορούν να συνομολογηθούν από κάθε μονάδα διαπραγμάτευσης ή, ανάλογα με την περίπτωση, από εντεταλμένους διαπραγματευτές,

ii)

καθορισμό ορίων θέσης και έλεγχο της καταλληλότητάς τους,

iii)

εξασφάλιση ότι οι διαπραγματευτές διαθέτουν αυτονομία για τη συνομολόγηση και τη διαχείριση των θέσεων εντός συμφωνημένων ορίων και βάσει της εγκριθείσας στρατηγικής,

iv)

εξασφάλιση ότι οι θέσεις γνωστοποιούνται στα ανώτερα διοικητικά στελέχη ως αναπόσπαστο στοιχείο της διαδικασίας διαχείρισης κινδύνων του ιδρύματος,

v)

εξασφάλιση ότι οι θέσεις αποτελούν αντικείμενο ενεργού παρακολούθησης σε συσχετισμό με πηγές πληροφόρησης για την αγορά και γίνεται εκτίμηση της εμπορευσιμότητας ή της ικανότητας αντιστάθμισης της θέσης ή των κινδύνων που τη συνιστούν, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης της ποιότητας και της διαθεσιμότητας δεδομένων της αγοράς στη διαδικασία αποτίμησης, του ύψους των αριθμών συναλλαγών της αγοράς και του όγκου των θέσεων που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγής στην αγορά,

vi)

ενεργές διαδικασίες και ελέγχους για την καταπολέμηση της απάτης,

γ)

το ίδρυμα πρέπει να διαθέτει σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για την παρακολούθηση των θέσεων σε συνάρτηση με τη στρατηγική διαπραγμάτευσης του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης του όγκου και των θέσεων έναντι των οποίων διαπιστώνεται υπέρβαση της αρχικά σκοπούμενης περιόδου διακράτησης.».

52)

Στο άρθρο 104, η παράγραφος 2 διαγράφεται.

53)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 104α

Ανακατάταξη θέσης

1.   Τα ιδρύματα διαθέτουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές για την αναγνώριση των εξαιρετικών περιστάσεων οι οποίες δικαιολογούν την ανακατάταξη θέσης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ως θέσης εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή, αντιθέτως, την ανακατάταξη μιας θέσης εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ως θέσης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, για τους σκοπούς του προσδιορισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων τους κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές. Τα ιδρύματα επανεξετάζουν τις πολιτικές αυτές τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

Η ΕΑΤ παρακολουθεί το φάσμα των εποπτικών πρακτικών και δημοσιεύει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 έως τις 28 Ιουνίου 2024 σχετικά με την έννοια των εξαιρετικών περιστάσεων για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Έως ότου δημοσιεύσει η ΕΑΤ αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές, οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΤ και αιτιολογούν τις αποφάσεις τους σχετικά με το αν επιτρέπουν ίδρυμα να ανακατατάξει μια θέση ή όχι όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

2.   Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν άδεια ανακατάταξης μιας θέσης χαρτοφυλακίου συναλλαγών ως θέσης εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή, αντιθέτως, μιας θέσης εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ως θέσης χαρτοφυλακίου συναλλαγών με σκοπό τον προσδιορισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων μόνον εάν το ίδρυμα έχει παράσχει στις αρμόδιες αρχές γραπτές αποδείξεις ότι η απόφασή του να ανακατατάξει τη θέση αυτή απορρέει από εξαιρετική περίσταση η οποία είναι σύμφωνη με τις πολιτικές που διαθέτει το ίδρυμα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Για τον σκοπό αυτό, το ίδρυμα παρέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση δεν πληροί πλέον την προϋπόθεση να καταταχθεί ως θέση χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή ως θέση εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με το άρθρο 104.

Η απόφαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εγκρίνεται από το διοικητικό όργανο.

3.   Εάν η αρμόδια αρχή έχει χορηγήσει άδεια για ανακατάταξη θέσης σύμφωνα με την παράγραφο 2, το ίδρυμα που έλαβε την άδεια:

α)

δημοσιοποιεί, χωρίς καθυστέρηση,

i)

τα πληροφοριακά στοιχεία ότι η θέση του έχει ανακαταταχθεί και

ii)

σε περίπτωση που η εν λόγω ανακατάταξη έχει ως αποτέλεσμα μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος, το μέγεθος αυτής της μείωσης και

β)

σε περίπτωση που η εν λόγω ανακατάταξη έχει ως αποτέλεσμα μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος, τότε δεν αναγνωρίζει το αποτέλεσμα έως ότου η θέση καταστεί ληξιπρόθεσμη, εκτός εάν η αρμόδια αρχή του ιδρύματος του επιτρέψει να αναγνωρίσει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα σε προγενέστερη ημερομηνία.

4.   Το ίδρυμα υπολογίζει την καθαρή μεταβολή στο ύψος των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του που προκύπτουν από την ανακατάταξη της θέσης ως τη διαφορά μεταξύ των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων αμέσως μετά την ανακατάταξη και των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων αμέσως πριν από την ανακατάταξη, αμφότερες υπολογιζόμενες σύμφωνα με το άρθρο 92. Ο υπολογισμός δεν λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις άλλων παραγόντων εκτός της ανακατάταξης.

5.   Η ανακατάταξη μιας θέσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι αμετάκλητη.

Άρθρο 104β

Απαιτήσεις για τη μονάδα διαπραγμάτευσης

1.   Για τους σκοπούς των απαιτήσεων υποβολής αναφορών που ορίζονται στο άρθρο 430β παράγραφος 3, τα ιδρύματα συγκροτούν μονάδες διαπραγμάτευσης και αποδίδουν καθεμία από τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους σε μία από τις εν λόγω μονάδες διαπραγμάτευσης. Οι θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών πρέπει να αποδίδονται στην ίδια μονάδα διαπραγμάτευσης μόνον όταν τηρούν τη συμφωνηθείσα επιχειρηματική στρατηγική για τη μονάδα διαπραγμάτευσης και αποτελούν αντικείμενο συνεπούς διαχείρισης και παρακολούθησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

2.   Οι μονάδες διαπραγμάτευσης των ιδρυμάτων πληρούν ανά πάσα στιγμή όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α)

κάθε μονάδα διαπραγμάτευσης διαθέτει σαφή και ιδιαίτερη επιχειρηματική στρατηγική και δομή διαχείρισης κινδύνου κατάλληλη για την επιχειρηματική της στρατηγική,

β)

κάθε μονάδα διαπραγμάτευσης έχει σαφή οργανωτική δομή· η διαχείριση των θέσεων σε μια δεδομένη μονάδα διαπραγμάτευσης γίνεται από εντεταλμένους διαπραγματευτές εντός του ιδρύματος· κάθε διαπραγματευτής έχει ειδικά καθήκοντα στη μονάδα διαπραγμάτευσης· κάθε διαπραγματευτής εντάσσεται σε μία μόνο μονάδα διαπραγμάτευσης,

γ)

τα όρια της θέσης καθορίζονται από κάθε μονάδα διαπραγμάτευσης σύμφωνα με την επιχειρηματική στρατηγική της μονάδας διαπραγμάτευσης,

δ)

οι αναφορές για τις δραστηριότητες, την κερδοφορία, τη διαχείριση κινδύνου και τις ρυθμιστικές απαιτήσεις σε επίπεδο μονάδας διαπραγμάτευσης πρέπει να συντάσσονται τουλάχιστον σε εβδομαδιαία βάση και να κοινοποιούνται στο διοικητικό όργανο σε τακτική βάση,

ε)

κάθε μονάδα διαπραγμάτευσης διαθέτει σαφές ετήσιο επιχειρηματικό σχέδιο, το οποίο περιλαμβάνει σαφώς καθορισμένη πολιτική αποδοχών βάσει ασφαλών κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση των επιδόσεων,

στ)

οι αναφορές για τις θέσεις ληκτότητας, τις εντός ημέρας παραβιάσεις των ορίων συναλλαγών, τις ημερήσιες παραβιάσεις των ορίων συναλλαγών και τις δράσεις που αναλαμβάνει το ίδρυμα για την αντιμετώπιση των παραβιάσεων αυτών, καθώς και τις εκτιμήσεις της ρευστότητας της αγοράς, καταρτίζονται για κάθε μονάδα διαπραγμάτευσης σε μηνιαία βάση και διατίθενται στις αρμόδιες αρχές.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 στοιχείο β), ένα ίδρυμα μπορεί να διορίσει διαπραγματευτή σε περισσότερες από μία μονάδες διαπραγμάτευσης, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα αποδείξει ικανοποιητικά για την αρμόδια αρχή του ότι ο διορισμός έγινε μεν για επιχειρηματικούς λόγους ή εξεύρεση πόρων, διατηρεί δε τις λοιπές ποιοτικές απαιτήσεις που ορίζει το παρόν άρθρο οι οποίες ισχύουν για τους αντιπροσώπους και τις μονάδες διαπραγμάτευσης.

4.   Τα ιδρύματα γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές τον τρόπο με τον οποίο συμμορφώνονται με την παράγραφο 2. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από ίδρυμα να τροποποιήσει τη δομή ή την οργάνωση των μονάδων διαπραγμάτευσης που διαθέτει, προκειμένου να συμμορφωθούν με το παρόν άρθρο.».

54)

Το άρθρο 105 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Το σύνολο των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και των θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που αποτιμώνται σε εύλογη αξία υπόκειται στα πρότυπα συνετής αποτίμησης που ορίζονται στο παρόν άρθρο. Συγκεκριμένα, τα ιδρύματα διασφαλίζουν ότι η συνετή αποτίμηση των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους επιτυγχάνει ικανοποιητικό βαθμό βεβαιότητας με γνώμονα τον δυναμικό χαρακτήρα των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και των θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών οι οποίες αποτιμώνται σε εύλογη αξία, τις απαιτήσεις της συνετής αποτίμησης και τον τρόπο εφαρμογής και τον σκοπό των κεφαλαιακών απαιτήσεων όσον αφορά τις θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών και τις θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών οι οποίες αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους.»·

β)

οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα ιδρύματα ανατιμούν τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους σε εύλογη αξία τουλάχιστον σε καθημερινή βάση. Μεταβολές στην αξία των θέσεων αυτών αναφέρονται στον λογαριασμό κερδών και ζημιών του ιδρύματος.

4.   Τα ιδρύματα αποτιμούν τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους και τις θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους με τιμές της αγοράς όποτε είναι δυνατόν, ακόμα και όταν εφαρμόζεται η κεφαλαιακή αντιμετώπιση σε αυτές τις θέσεις.»·

γ)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Όταν δεν είναι δυνατή η αποτίμηση με τιμές της αγοράς, τα ιδρύματα αποτιμούν συντηρητικά βάσει υποδείγματος τις θέσεις και τα χαρτοφυλάκιά τους, ακόμα και όταν υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για θέσεις στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που αποτιμώνται σε εύλογη αξία.»·

δ)

στην παράγραφο 7, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ), το υπόδειγμα αναπτύσσεται ή εγκρίνεται χωρίς την ανάμειξη των μονάδων διαπραγμάτευσης και η ορθότητά του ελέγχεται από ανεξάρτητο φορέα. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει την επικύρωση των μαθηματικών υπολογισμών, των παραδοχών και του χρησιμοποιούμενου λογισμικού.»·

ε)

στην παράγραφο 11, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το πρόσθετο χρονικό διάστημα που απαιτείται για την αντιστάθμιση της θέσης ή των κινδύνων που περικλείει η θέση πέραν των οριζόντων ρευστότητας που ισχύουν για τους παράγοντες κινδύνου της θέσης σύμφωνα με άρθρο 325νστ,».

55)

Το άρθρο 106 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Οι απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που ισχύουν για την αντισταθμισμένη θέση εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, ανάλογα με την περίπτωση.

3.   Όταν ένα ίδρυμα αντισταθμίζει άνοιγμα σε πιστωτικό κίνδυνο εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή σε κίνδυνο αντισυμβαλλομένου με ένα πιστωτικό παράγωγο που περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του με εσωτερική αντιστάθμιση, το πιστωτικό παράγωγο αναγνωρίζεται ως εσωτερική αντιστάθμιση του ανοίγματος σε πιστωτικό κίνδυνο εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου για τους σκοπούς του υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο α), στις περιπτώσεις που το ίδρυμα προβαίνει σε άλλη συναλλαγή πιστωτικού παραγώγου με επιλέξιμο τρίτο πάροχο προστασίας, ο οποίος ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και αντισταθμίζει πλήρως τον κίνδυνο αγοράς της εσωτερικής αντιστάθμισης κινδύνου.

Τόσο η εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου που αναγνωρίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο όσο και το πιστωτικό παράγωγο που έχει συνομολογηθεί με τον τρίτο περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.»·

β)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«4.   Όταν ένα ίδρυμα αντισταθμίζει άνοιγμα σε κίνδυνο μετοχών εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών με παράγωγο επί μετοχών που περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του, η εν λόγω θέση του παραγώγου επί μετοχών αναγνωρίζεται ως εσωτερική αντιστάθμιση του ανοίγματος σε κίνδυνο μετοχών εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο α), στις περιπτώσεις που το ίδρυμα προβαίνει σε άλλη συναλλαγή παραγώγου επί μετοχών με επιλέξιμο τρίτο πάροχο προστασίας ο οποίος ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις για μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και αντισταθμίζει πλήρως τον κίνδυνο αγοράς της εσωτερικής αντιστάθμισης κινδύνου.

Τόσο η εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου που αναγνωρίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο όσο και το παράγωγο επί μετοχών που έχει συνομολογηθεί με τον επιλέξιμο τρίτο πάροχο προστασίας περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.

5.   Εάν το ίδρυμα αντισταθμίζει τα ανοίγματα στον κίνδυνο επιτοκίου εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών με μια θέση κινδύνου επιτοκίου που περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του, η εν λόγω θέση κινδύνου επιτοκίου θεωρείται εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου για τον σκοπό της εκτίμησης του κινδύνου επιτοκίου που προκύπτει από θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με τα άρθρα 84 και 98 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η θέση έχει αποδοθεί σε χαρτοφυλάκιο χωριστό από την άλλη θέση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, η επιχειρηματική στρατηγική της οποίας είναι αφιερωμένη αποκλειστικά στη διαχείριση και την άμβλυνση του κινδύνου αγοράς στις εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου των ανοιγμάτων σε κίνδυνο επιτοκίου· για τον σκοπό αυτό, το ίδρυμα μπορεί να αποδώσει στο εν λόγω χαρτοφυλάκιο άλλες θέσεις κινδύνου επιτοκίου που έχουν συνομολογηθεί με τρίτους, ή το δικό του χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα αντισταθμίζει απολύτως τον κίνδυνο αγοράς αυτών των θέσεων κινδύνου επιτοκίου που έχει συνάψει με το δικό του χαρτοφυλάκιο συναλλαγών συνομολογώντας αντίθετες θέσεις κινδύνου επιτοκίου με τρίτους,

β)

για τους σκοπούς των απαιτήσεων υποβολής αναφορών που αναφέρονται στο άρθρο 430β παράγραφος 3, η θέση έχει αποδοθεί σε μονάδα διαπραγμάτευσης που έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με το άρθρο 104β, η επιχειρηματική στρατηγική της οποίας είναι αφιερωμένη αποκλειστικά στη διαχείριση και την άμβλυνση του κινδύνου αγοράς στις εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου των ανοιγμάτων σε κίνδυνο επιτοκίου· για τον σκοπό αυτό, η μονάδα διαπραγμάτευσης μπορεί να συνομολογεί άλλες θέσεις κινδύνου επιτοκίου με τρίτους ή άλλες μονάδες διαπραγμάτευσης του ιδρύματος, εφόσον οι εν λόγω άλλες μονάδες διαπραγμάτευσης αντισταθμίζουν απολύτως τον κίνδυνο αγοράς αυτών των άλλων θέσεων κινδύνου επιτοκίου συνομολογώντας αντίθετες θέσεις κινδύνου επιτοκίου με τρίτους,

γ)

το ίδρυμα έχει πλήρως τεκμηριώσει πώς η θέση μετριάζει τον κίνδυνο επιτοκίου που απορρέει από θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για τους σκοπούς των απαιτήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 84 και 98 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

6.   Οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς όλων των θέσεων που έχουν αποδοθεί σε χωριστό χαρτοφυλάκιο όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5 στοιχείο α) υπολογίζονται σε αυτόνομη βάση και είναι συμπληρωματικές προς τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις άλλες θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

7.   Για τους σκοπούς των απαιτήσεων υποβολής αναφορών που ορίζονται στο άρθρο 430β, ο υπολογισμός των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο αγοράς όλων των θέσεων που έχουν αποδοθεί στο επιμέρους χαρτοφυλάκιο όπως αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου ή στη μονάδα διαπραγμάτευσης ή τις οποίες έχει συνομολογήσει η μονάδα διαπραγμάτευσης που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, κατά περίπτωση, γίνεται σε αυτόνομη βάση ως χωριστό χαρτοφυλάκιο και είναι συμπληρωματικός προς τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τις άλλες θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.».

56)

Στο άρθρο 107, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτων χωρών, τα ανοίγματα έναντι πιστωτικού ιδρύματος τρίτης χώρας και τα ανοίγματα έναντι χρηματιστηρίου τρίτης χώρας αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι ιδρύματος μόνο όταν η τρίτη χώρα εφαρμόζει προληπτικές και εποπτικές απαιτήσεις στην εν λόγω οντότητα, οι οποίες είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με τις ισχύουσες στην Ένωση.».

57)

Στο άρθρο 117, η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ιε)

ο Διεθνής Οργανισμός Ανάπτυξης,

ιστ)

η Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων και Υποδομών.»·

β)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να τροποποιεί τον παρόντα κανονισμό εκδίδοντας κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 462 που τροποποιούν με τα διεθνή πρότυπα τον κατάλογο πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης στην παρούσα παράγραφο.».

58)

Στο άρθρο 118, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας,».

59)

Στο άρθρο 123 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τα ανοίγματα που οφείλονται σε δάνεια χορηγούμενα από πιστωτικό ίδρυμα σε συνταξιούχους ή εργαζομένους με σύμβαση αορίστου χρόνου με αντάλλαγμα την άνευ αιρέσεων μεταβίβαση μέρους της σύνταξης ή των αποδοχών του δανειολήπτη στο συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 35 %, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

προκειμένου να εξοφλήσει το δάνειο, ο δανειολήπτης επιτρέπει ανεπιφύλακτα στο συνταξιοδοτικό ταμείο ή στον εργοδότη να προβεί σε άμεσες πληρωμές στο πιστωτικό ίδρυμα αφαιρώντας τις μηνιαίες δόσεις του δανείου από τη μηνιαία σύνταξη ή τις μηνιαίες αποδοχές του οφειλέτη,

β)

οι κίνδυνοι θανάτου, ανικανότητας προς εργασία ή ανεργίας ή μείωσης της καθαρής μηνιαίας σύνταξης ή των μηνιαίων αποδοχών του δανειολήπτη καλύπτονται καταλλήλως μέσω ασφάλισης που αποδέχεται ο δανειολήπτης προς όφελος του πιστωτικού ιδρύματος,

γ)

οι μηνιαίες πληρωμές που πρέπει να καταβάλει ο δανειολήπτης για όλα τα δάνεια που πληρούν τις προϋποθέσεις των στοιχείων α) και β) δεν υπερβαίνουν συνολικά το 20 % της καθαρής μηνιαίας σύνταξης ή των μηνιαίων αποδοχών του δανειολήπτη,

δ)

η μέγιστη αρχική διάρκεια του δανείου είναι ίση ή μικρότερη των δέκα ετών.».

60)

Το άρθρο 124 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 124

Ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας

1.   Σε ένα άνοιγμα ή σε οποιοδήποτε τμήμα του που εξασφαλίζεται πλήρως με υποθήκη επί ακίνητης περιουσίας εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 %, εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 125 ή 126, με εξαίρεση οποιοδήποτε τμήμα του ανοίγματος που κατατάσσεται σε άλλη κατηγορία. Στο τμήμα του ανοίγματος που υπερβαίνει την αξία υποθήκης του ακινήτου εφαρμόζεται ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στα μη εξασφαλισμένα ανοίγματα του εμπλεκόμενου αντισυμβαλλομένου.

Το τμήμα ενός ανοίγματος που αντιμετωπίζεται ως πλήρως εξασφαλισμένο με υποθήκη επί ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το ενυπόθηκο ποσό της αγοραίας αξίας ή, στα κράτη μέλη που έχουν προβλέψει στις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις τους αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, την αξία του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου.

1α.   Τα κράτη μέλη ορίζουν αρχή που είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή της παραγράφου 2. Η εν λόγω αρχή είναι η αρμόδια αρχή ή η εντεταλμένη αρχή.

Σε περίπτωση που η αρχή η οποία ορίζεται από το κράτος μέλος για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι η αρμόδια αρχή, η εν λόγω αρχή διασφαλίζει ότι οι σχετικοί εθνικοί φορείς και αρχές που έχουν μακροπροληπτική εντολή είναι δεόντως ενημερωμένοι σχετικά με την πρόθεση της αρμόδιας αρχής να κάνει χρήση του παρόντος άρθρου, και συμμετέχουν καταλλήλως στην εκτίμηση των ανησυχιών σχετικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο κράτος μέλος τους σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Όταν η αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι διαφορετική από την αρμόδια αρχή, τα κράτη μέλη εγκρίνουν τις διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να διασφαλίζονται κατάλληλος συντονισμός και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της αρμόδιας και της εντεταλμένης αρχής για την ορθή εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Ειδικότερα, απαιτείται από τις αρχές να συνεργάζονται στενά και να ανταλλάσσουν κάθε πληροφορία που μπορεί να είναι αναγκαία για την επαρκή εκτέλεση των καθηκόντων που επιβάλλονται στην εντεταλμένη αρχή δυνάμει του παρόντος άρθρου. Αυτή η συνεργασία αποσκοπεί στην αποφυγή αλληλοεπικαλυπτόμενης ή ασυνεπούς δράσης κάθε μορφής μεταξύ της αρμόδιας και της εντεταλμένης αρχής, καθώς και στη διασφάλιση ότι η αλληλεπίδραση με άλλα μέτρα, ιδίως μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 458 του παρόντος κανονισμού και του άρθρου 133 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, λαμβάνεται δεόντως υπόψη.

2.   Με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται δυνάμει του άρθρου 430α και τυχόν άλλους σχετικούς δείκτες, η εντεταλμένη αρχή που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1α του παρόντος άρθρου εκτιμά περιοδικά, και τουλάχιστον μία φορά ετησίως, αν ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου 35 % για τα ανοίγματα σε μία ή περισσότερες κατηγορίες ακινήτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες σε ακίνητα που προορίζονται για κατοικία σύμφωνα με το άρθρο 125, τα οποία βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του εδάφους του κράτους μέλους της σχετικής αρχής και ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου 50 % για τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες σε εμπορικά ακίνητα σύμφωνα με το άρθρο 126, τα οποία βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του εδάφους του κράτους μέλους της σχετικής αρχής είναι κατάλληλοι με βάση τα εξής:

α)

ιστορικότητα ζημιών των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με ακίνητα,

β)

μελλοντικές εξελίξεις της αγοράς ακινήτων.

Όταν, βάσει της εκτίμησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η εντεταλμένη αρχή που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1α του παρόντος άρθρου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που προβλέπονται στο άρθρο 125 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 126 παράγραφος 2 δεν αντανακλούν επαρκώς τους πραγματικούς κινδύνους, που συνδέονται με ένα ή περισσότερα ανοίγματα σε μία ή περισσότερες κατηγορίες ακινήτων που εξασφαλίζονται πλήρως με υποθήκες σε ακίνητα που προορίζονται για κατοικία ή σε εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του εδάφους του κράτους μέλους της σχετικής αρχής, και αν κρίνει ότι η ανεπάρκεια των συντελεστών στάθμισης κινδύνου θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την υπάρχουσα ή μελλοντική χρηματοπιστωτική σταθερότητα του κράτους μέλους της, μπορεί να αυξάνει τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζονται σε αυτά τα ανοίγματα εντός των ορίων που καθορίζονται στο τέταρτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου ή να επιβάλλει κριτήρια αυστηρότερα από εκείνα που καθορίζονται στο άρθρο 125 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 126 παράγραφος 2.

Η εντεταλμένη αρχή που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1α του παρόντος άρθρου γνωστοποιεί στην ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ οποιεσδήποτε προσαρμογές των συντελεστών στάθμισης κινδύνου και των κριτηρίων που εφαρμόζονται δυνάμει της παρούσας παραγράφου. Εντός ενός μηνός από την παραλαβή της γνωστοποίησης αυτής, η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ παρέχουν τη γνώμη τους στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ δημοσιεύουν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τα κριτήρια για τα ανοίγματα που αναφέρονται στα άρθρα 125 και 126 και στο άρθρο 199 παράγραφος 1 στοιχείο α) όπως εφαρμόζονται από τη σχετική αρχή.

Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η εντεταλμένη αρχή που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1α μπορεί να ορίζει τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου εντός των ακόλουθων ορίων:

α)

35 % έως 150 % για ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων που προορίζονται για κατοικία,

β)

50 % έως 150 % για τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων.

3.   Όταν η εντεταλμένη αρχή που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1α ορίζει υψηλότερους συντελεστές στάθμισης κινδύνου ή αυστηρότερα κριτήρια σύμφωνα με την παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο, τα ιδρύματα έχουν στη διάθεσή τους μεταβατική περίοδο έξι μηνών για να τα εφαρμόσουν.

4.   Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΣΚ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τα αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τα είδη των παραγόντων που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την εκτίμηση της καταλληλότητας των συντελεστών στάθμισης κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2019.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.   Το ΕΣΣΚ μπορεί, μέσω συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, και σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ, να παρέχει καθοδήγηση στις αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1α του παρόντος άρθρου σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

τους παράγοντες που θα μπορούσαν να “επηρεάσουν αρνητικά την υπάρχουσα ή μελλοντική χρηματοπιστωτική σταθερότητα” όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο και

β)

ενδεικτικούς δείκτες αναφοράς τους οποίους η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1α οφείλει να λαμβάνει υπόψη κατά τον προσδιορισμό υψηλότερων συντελεστών στάθμισης κινδύνου.

6.   Τα ιδρύματα κράτους μέλους εφαρμόζουν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τα κριτήρια που έχουν καθοριστεί από τις αρχές άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 2 σε όλα τα αντίστοιχα ανοίγματά τους που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων τα οποία προορίζονται για κατοικία ή για εμπορική χρήση που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του συγκεκριμένου κράτους μέλους.».

61)

Στο άρθρο 128, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 150 % στα ανοίγματα που σχετίζονται με ιδιαίτερα υψηλούς κινδύνους.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε από τα κατωτέρω ανοίγματα ως ανοίγματα που σχετίζονται με ιδιαίτερα υψηλούς κινδύνους:

α)

επενδύσεις σε εταιρείες επιχειρηματικών συμμετοχών, πλην των επενδύσεων που υπάγονται στο άρθρο 132,

β)

επενδύσεις σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, πλην των επενδύσεων που υπάγονται στο άρθρο 132,

γ)

κερδοσκοπική χρηματοδότηση ακίνητης περιουσίας.».

62)

Το άρθρο 132 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 132

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ

1.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό για τα ανοίγματά τους υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε έναν ΟΣΕ πολλαπλασιάζοντας το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των ανοιγμάτων του ΟΣΕ, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο, με το ποσοστό των μεριδίων ή των μετοχών που κατέχουν τα εν λόγω ιδρύματα.

2.   Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν την προσέγγιση εξέτασης, σύμφωνα με το άρθρο 132α παράγραφος 1 ή την προσέγγιση βάσει εντολής σύμφωνα με το άρθρο 132α παράγραφος 2.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 132β παράγραφος 2, τα ιδρύματα τα οποία δεν εφαρμόζουν την προσέγγιση εξέτασης ή την προσέγγιση βάσει εντολής εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 % (“εφεδρική προσέγγιση”) για τα ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε έναν ΟΣΕ.

Τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για τα ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε έναν ΟΣΕ με χρήση συνδυασμού των προσεγγίσεων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χρήση των εν λόγω προσεγγίσεων.

3.   Τα ιδρύματα δύνανται να προσδιορίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος των ανοιγμάτων του ΟΣΕ σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 132α, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο ΟΣΕ είναι ένα από τα ακόλουθα:

i)

οργανισμός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), που διέπεται από την οδηγία 2009/65/ΕΚ,

ii)

ΟΕΕ που τελεί υπό τη διαχείριση ΔΟΕΕ της ΕΕ που έχει καταχωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ,

iii)

ΟΕΕ που τελεί υπό τη διαχείριση ΔΟΕΕ της ΕΕ που έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ,

iv)

ΟΕΕ που τελεί υπό τη διαχείριση ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ που έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ,

v)

ΟΕΕ εκτός ΕΕ που τελεί υπό τη διαχείριση ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ και διατίθεται στην αγορά σύμφωνα με το άρθρο 42 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ,

vi)

ΟΕΕ εκτός ΕΕ που δεν διατίθεται στην αγορά της Ένωσης και τελεί υπό τη διαχείριση ΔΟΕΕ εκτός ΕΕ εγκατεστημένου σε τρίτη χώρα που καλύπτεται από κατ' εξουσιοδότηση πράξη η οποία αναφέρεται στο άρθρο 67 παράγραφος 6 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ,

β)

το ενημερωτικό δελτίο του ΟΣΕ ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο περιλαμβάνει:

i)

τις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού στις οποίες επιτρέπεται να επενδύει ο ΟΣΕ,

ii)

εάν ισχύουν επενδυτικά όρια, τα σχετικά όρια και τις μεθόδους υπολογισμού τους,

γ)

η υποβολή αναφορών από τον ΟΣΕ ή την εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕ στο ίδρυμα συμμορφώνεται με τις κατωτέρω απαιτήσεις:

i)

τα ανοίγματα του ΟΣΕ αποτελούν αντικείμενο αναφορών τουλάχιστον με την ίδια συχνότητα με αυτά του ιδρύματος,

ii)

το επίπεδο λεπτομέρειας των δημοσιονομικών στοιχείων είναι επαρκές για να επιτρέψει στο ίδρυμα να υπολογίσει το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος του ΟΣΕ, σύμφωνα με την προσέγγιση που επελέγη από το ίδρυμα,

iii)

όταν το ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση εξέτασης, οι πληροφορίες σχετικά με τα υποκείμενα ανοίγματα επαληθεύονται από ανεξάρτητο τρίτο.

Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, οι πολυμερείς και διμερείς τράπεζες ανάπτυξης και τα λοιπά ιδρύματα που επενδύουν από κοινού σε ΟΣΕ με πολυμερείς ή διμερείς τράπεζες ανάπτυξης δύνανται να προσδιορίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος των ανοιγμάτων του συγκεκριμένου ΟΣΕ σύμφωνα με τις προσεγγίσεις του άρθρου 132α, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των στοιχείων β) και γ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και υπό τον όρο ότι η επενδυτική εντολή του ΟΣΕ περιορίζει τα είδη των περιουσιακών στοιχείων στα οποία μπορεί να επενδύσει ο ΟΣΕ μόνο στα στοιχεία που προωθούν τη βιώσιμη ανάπτυξη στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Τα ιδρύματα γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές τους τον ΟΣΕ έναντι του οποίου έχουν τη μεταχείριση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο.

Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο γ) σημείο i) του πρώτου εδαφίου, στις περιπτώσεις που το ίδρυμα προσδιορίζει το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος των ανοιγμάτων ενός ΟΣΕ σύμφωνα με την προσέγγιση βάσει εντολής, η υποβολή αναφορών από τον ΟΣΕ ή την εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕ προς το ίδρυμα μπορεί να περιορίζεται στην επενδυτική εντολή του ΟΣΕ και σε τυχόν τροποποιήσεις αυτής και μπορεί να πραγματοποιείται μόνον όταν το ίδρυμα επιβαρύνεται με το άνοιγμα στον ΟΣΕ για πρώτη φορά και σε περίπτωση τροποποίησης στην επενδυτική εντολή του ΟΣΕ.

4.   Τα ιδρύματα που δεν έχουν επαρκή δεδομένα ή πληροφορίες για να υπολογίσουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των ανοιγμάτων του ΟΣΕ σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 132α μπορούν να βασίζονται στους υπολογισμούς τρίτου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο τρίτος είναι ένα από τα ακόλουθα:

i)

οργανισμός ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής του ΟΣΕ, εφόσον ο εν λόγω ΟΣΕ επενδύει αποκλειστικά σε τίτλους και καταθέτει όλους τους τίτλους στον εν λόγω οργανισμό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής,

ii)

για τους ΟΣΕ που δεν καλύπτονται από το σημείο i) του παρόντος στοιχείου, η εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕ, εφόσον η εταιρεία πληροί την προϋπόθεση που ορίζεται στην παράγραφο 3 στοιχείο α),

β)

ο τρίτος εκτελεί τον υπολογισμό σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 132α παράγραφος 1, 2 ή 3, ανάλογα με την περίπτωση,

γ)

εξωτερικός ελεγκτής έχει επιβεβαιώσει την ορθότητα του υπολογισμού του τρίτου.

Τα ιδρύματα που στηρίζονται σε υπολογισμούς τρίτων πολλαπλασιάζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά των ανοιγμάτων του ΟΣΕ που προκύπτουν από τους εν λόγω υπολογισμούς με συντελεστή 1,2.

Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, εάν το ίδρυμα έχει απεριόριστη πρόσβαση στους λεπτομερείς υπολογισμούς που εκτελέστηκαν από τον τρίτο, δεν εφαρμόζεται ο συντελεστής 1,2. Το ίδρυμα παρέχει τους υπολογισμούς αυτούς, κατόπιν αιτήματος, στην αρμόδια αρχή.

5.   Όταν ένα ίδρυμα εφαρμόζει τις προσεγγίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 132α, για τους σκοπούς του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών των ανοιγμάτων του ΟΣΕ (“επίπεδο 1 του ΟΣΕ”), και οποιοδήποτε από τα υποκείμενα ανοίγματα επιπέδου 1 του ΟΣΕ είναι άνοιγμα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε άλλον ΟΣΕ (“επίπεδο 2 του ΟΣΕ”), το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των ανοιγμάτων του ΟΣΕ στο επίπεδο 2 μπορεί να υπολογιστεί με χρήση οποιασδήποτε από τις τρεις προσεγγίσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Το ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιήσει την προσέγγιση εξέτασης για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών των ανοιγμάτων των ΟΣΕ στο επίπεδο 3 και οποιοδήποτε επόμενο επίπεδο, μόνον εφόσον χρησιμοποίησε την εν λόγω προσέγγιση για τον υπολογισμό κατά το προηγούμενο επίπεδο. Σε οποιοδήποτε άλλο σενάριο χρησιμοποιεί την εφεδρική προσέγγιση.

6.   Το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των ανοιγμάτων του ΟΣΕ που υπολογίζεται σύμφωνα με την προσέγγιση εξέτασης και την προσέγγιση βάσει εντολής που καθορίζεται στο άρθρο 132α παράγραφοι 1 και 2 δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των ανοιγμάτων του εν λόγω ΟΣΕ που υπολογίζεται σύμφωνα με την εφεδρική προσέγγιση.

7.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση εξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 132α παράγραφος 1 μπορούν να υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό για τα ανοίγματά τους υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε έναν ΟΣΕ, πολλαπλασιάζοντας τις αξίες των ανοιγμάτων αυτών, που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 111, με τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου (Formula) που υπολογίζεται σύμφωνα με τον τύπο ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 132γ, εφόσον πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

α)

τα ιδρύματα μετρούν την αξία των συμμετοχών τους σε μερίδια ή μετοχές σε έναν ΟΣΕ στο ιστορικό κόστος, ενώ θα μετρούσαν την αξία των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού του ΟΣΕ σε εύλογη αξία σε περίπτωση εφαρμογής της προσέγγισης εξέτασης,

β)

η αλλαγή της αγοραίας αξίας των μεριδίων ή μετοχών για τα οποία τα ιδρύματα μετρούν την αξία σε ιστορικό κόστος δεν μεταβάλλει ούτε το ύψος των ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων αυτών, ούτε την αξία ανοίγματος που συνδέεται με τις εν λόγω συμμετοχές.».

63)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 132α

Προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών των ανοιγμάτων των ΟΣΕ

1.   Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 132 παράγραφος 3, τα ιδρύματα που διαθέτουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα επιμέρους υποκείμενα ανοίγματα του ΟΣΕ εξετάζουν ενδελεχώς τα εν λόγω ανοίγματα για να υπολογίσουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό του ΟΣΕ, μέσω της στάθμισης όλων των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ σαν να κατέχονταν άμεσα από τα εν λόγω ιδρύματα.

2.   Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 132 παράγραφος 3, τα ιδρύματα που δεν διαθέτουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα επιμέρους υποκείμενα ανοίγματα του ΟΣΕ προκειμένου να χρησιμοποιήσουν την προσέγγιση εξέτασης μπορούν να υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των εν λόγω ανοιγμάτων σύμφωνα με τα όρια που ορίζονται στον σκοπό του ΟΣΕ και το συναφές δίκαιο.

Τα ιδρύματα πραγματοποιούν τους υπολογισμούς που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο βάσει της παραδοχής ότι ο ΟΣΕ αναλαμβάνει πρώτα ανοίγματα στον μέγιστο βαθμό που επιτρέπεται σύμφωνα με τον σκοπό του ή το συναφές δίκαιο για τα οποία προβλέπεται η υψηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και στη συνέχεια ανοίγματα με φθίνουσα σειρά έως το ανώτατο συνολικό όριο των ανοιγμάτων και ότι ο ΟΣΕ εφαρμόζει μόχλευση στον μέγιστο βαθμό που επιτρέπεται σύμφωνα με τον σκοπό του ή το συναφές δίκαιο, κατά περίπτωση.

Τα ιδρύματα εκτελούν τους υπολογισμούς που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, στο κεφάλαιο 5 του παρόντος τίτλου και στα τμήματα 3, 4 ή 5 του κεφαλαίου 6 του παρόντος τίτλου.

3.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο δ), τα ιδρύματα που υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των ανοιγμάτων του ΟΣΕ σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2 του παρόντος άρθρου μπορούν να υπολογίσουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης των ανοιγμάτων σε παράγωγα του εν λόγω ΟΣΕ ως ποσό ίσο με το 50 % της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων των εν λόγω ανοιγμάτων σε παράγωγα που υπολογίζονται σύμφωνα με τα τμήματα 3, 4 ή 5 του κεφαλαίου 6 του παρόντος τίτλου, ανάλογα με την περίπτωση.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, ένα ίδρυμα δύναται να αποκλείσει από τον υπολογισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης τα ανοίγματα σε παράγωγα ως προς τα οποία δεν θα ίσχυε η εν λόγω υποχρέωση εάν τα ανοίγματα αυτά αναλαμβάνονταν άμεσα από το ίδρυμα.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει πώς υπολογίζουν τα ιδρύματα το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 2, σε περίπτωση που μία ή περισσότερες από τις εισροές που απαιτούνται για τον υπολογισμό αυτό δεν είναι διαθέσιμες.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 28 Μαρτίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 132β

Εξαιρέσεις από τις προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων των ΟΣΕ

1.   Τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν από τους υπολογισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 132 τα μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1, τα μέσα της κατηγορίας 2 και τα μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που ανήκουν σε ΟΣΕ και τα οποία τα ιδρύματα αφαιρούν σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 και τα άρθρα 56, 66 και 72ε, αντιστοίχως.

2.   Τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν από τους υπολογισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 132 τα ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ που αναφέρονται στο άρθρο 150 παράγραφος 1 στοιχεία ζ) και η) και, αντί αυτών, να εφαρμόζουν τη μεταχείριση που ορίζεται για τα εν λόγω ανοίγματα στο άρθρο 133.

Άρθρο 132γ

Αντιμετώπιση των εκτός ισολογισμού ανοιγμάτων σε ΟΣΕ

1.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό για τα εκτός ισολογισμού στοιχεία τους με δυνατότητα μετατροπής σε ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε έναν ΟΣΕ πολλαπλασιάζοντας τις αξίες των ανοιγμάτων αυτών, που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 111, με τον ακόλουθο συντελεστή στάθμισης κινδύνου:

α)

για όλα τα ανοίγματα για τα οποία τα ιδρύματα χρησιμοποιούν μία από τις προσεγγίσεις που καθορίζονται στο άρθρο 132α:

Formula

όπου:

Formula

=

ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου,

i

=

ο δείκτης που δηλώνει τον ΟΣΕ,

RWAEi

=

το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 132α για τον δείκτη του ΟΣΕ (CIUi),

Formula

=

η αξία ανοίγματος για τα ανοίγματα του CIUi,

Ai

=

η λογιστική αξία των στοιχείων ενεργητικού του CIUi και

EQi

=

η λογιστική αξία των μετοχών της CIUi,

β)

για όλα τα άλλα ανοίγματα,

Formula

.

2.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος μιας υποχρέωσης ελάχιστης τιμής που πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ως την προεξοφλημένη παρούσα αξία του ποσού που καλύπτεται από την εγγύηση χρησιμοποιώντας συντελεστή προεξόφλησης χωρίς κίνδυνο. Τα ιδρύματα μπορούν να μειώσουν την αξία ανοίγματος της υποχρέωσης ελάχιστης τιμής με τις ενδεχόμενες ζημίες που αναγνωρίζονται σε σχέση με τη δέσμευση ελάχιστης τιμής στο πλαίσιο του ισχύοντος λογιστικού προτύπου.

Τα ιδρύματα υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος για τα εκτός ισολογισμού ανοίγματα που προκύπτουν από δεσμεύσεις ελάχιστης τιμής που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, με πολλαπλασιασμό της αξίας ανοίγματος των εν λόγω ανοιγμάτων με συντελεστή μετατροπής 20 % και τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που προκύπτει από το άρθρο 132 ή 152.

3.   Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος για τα εκτός ισολογισμού ανοίγματα που προκύπτουν από δεσμεύσεις ελάχιστης τιμής σύμφωνα με την παράγραφο 2, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το εκτός ισολογισμού άνοιγμα του ιδρύματος είναι δέσμευση ελάχιστης τιμής για επένδυση σε μερίδια ή μετοχές ενός ή περισσοτέρων ΟΣΕ, στο πλαίσιο της οποίας το ίδρυμα υποχρεούται μόνο να καταβάλει πληρωμές βάσει της δέσμευσης ελάχιστης τιμής εφόσον η αγοραία αξία των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ ή των ΟΣΕ δεν υπερβαίνει ένα προκαθορισμένο κατώτατο όριο σε μία ή περισσότερες χρονικές στιγμές, όπως ορίζεται στη σύμβαση,

β)

ο ΟΣΕ είναι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i)

ΟΣΕΚΑ, όπως ορίζεται στην οδηγία 2009/65/ΕΚ, ή

ii)

ΟΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, που επενδύει αποκλειστικά σε κινητές αξίες ή σε άλλα ρευστά χρηματοπιστωτικά στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 50 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, εφόσον η εντολή του ΟΕΕ δεν επιτρέπει μόχλευση υψηλότερη από την επιτρεπόμενη δυνάμει του άρθρου 51 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ,

γ)

η τρέχουσα αγοραία αξία των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ, στην οποία βασίζεται η υποχρέωση ελάχιστης τιμής χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επίδραση των εκτός ισολογισμού υποχρεώσεων ελάχιστης τιμής, καλύπτει ή υπερβαίνει την παρούσα αξία του κατώτατου ορίου που ορίζεται στην υποχρέωση ελάχιστης τιμής,

δ)

όταν μειώνεται η υπέρβαση της αγοραίας αξίας των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ ή των ΟΣΕ έναντι της παρούσας αξίας της δέσμευσης ελάχιστης τιμής, το ίδρυμα ή άλλη επιχείρηση καθόσον καλύπτεται από την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην οποία υπόκειται το ίδιο το ίδρυμα, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2013/36/ΕΕ ή την οδηγία 2002/87/ΕΚ, μπορεί να επηρεάσει τη σύνθεση των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ ή των ΟΣΕ ή να περιορίσει τις δυνατότητες περαιτέρω μείωσης της υπέρβασης με άλλους τρόπους,

ε)

ο τελικός άμεσος ή έμμεσος δικαιούχος της υποχρέωσης ελάχιστης τιμής είναι συνήθως ιδιώτης πελάτης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 11 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.».

64)

Στο άρθρο 144 παράγραφος 1, το στοιχείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ)

το ίδρυμα έχει υπολογίσει βάσει της προσέγγισης ΠΕΔ τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που προκύπτουν από τις εκτιμήσεις του για τις παραμέτρους κινδύνου και είναι σε θέση να υποβάλει την έκθεση που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 430,».

65)

Το άρθρο 152 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 152

Αντιμετώπιση ανοιγμάτων υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ

1.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά για τα ανοίγματά τους υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ με πολλαπλασιασμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού του ΟΣΕ, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 5, με το ποσοστό των μεριδίων ή των μετοχών που βρίσκονται στην κατοχή του εν λόγω ιδρύματος.

2.   Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 132 παράγραφος 3, τα ιδρύματα που διαθέτουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα επιμέρους υποκείμενα ανοίγματα του ΟΣΕ εξετάζουν ενδελεχώς τα εν λόγω ανοίγματα για τον υπολογισμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού του ΟΣΕ, μέσω της στάθμισης όλων των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ σαν να κατέχονταν άμεσα από τα εν λόγω ιδρύματα.

3.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο δ), τα ιδρύματα που υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος του ΟΣΕ σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2 του παρόντος άρθρου μπορούν να υπολογίσουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης των ανοιγμάτων σε παράγωγα του εν λόγω ΟΣΕ ως ποσό ίσο με το 50 % της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τα εν λόγω ανοίγματα σε παράγωγα που υπολογίζεται σύμφωνα με το τμήμα 3, 4 ή 5 του κεφαλαίου 6 του παρόντος τίτλου, ανάλογα με την περίπτωση.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, ένα ίδρυμα δύναται να αποκλείει από τον υπολογισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης τα ανοίγματα σε παράγωγα ως προς τα οποία δεν θα ίσχυε η εν λόγω υποχρέωση εάν τα ανοίγματα αυτά αναλαμβάνονταν άμεσα από το ίδρυμα.

4.   Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση εξέτασης σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου και πληρούν τις προϋποθέσεις για μόνιμη μερική χρήση, σύμφωνα με το άρθρο 150, ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν τις μεθόδους που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο ή μία ή περισσότερες από τις μεθόδους που ορίζονται στο κεφάλαιο 5 για το σύνολο ή μέρος των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοίγματος και τα ποσά των αναμενόμενων ζημιών σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:

α)

για τα ανοίγματα της κατηγορίας ανοιγμάτων σε μετοχές που αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο ε), τα ιδρύματα εφαρμόζουν την προσέγγιση της απλής στάθμισης κινδύνου που ορίζεται στο άρθρο 155 παράγραφος 2,

β)

για τα ανοίγματα των στοιχείων που αντιστοιχούν στην κατηγορία των θέσεων τιτλοποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο στ), τα ιδρύματα εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που ορίζεται στο άρθρο 254 σαν τα εν λόγω ανοίγματα να κατέχονταν άμεσα από τα εν λόγω ιδρύματα,

γ)

για όλα τα άλλα υποκείμενα ανοίγματα, τα ιδρύματα εφαρμόζουν την τυποποιημένη μέθοδο που ορίζεται στο κεφάλαιο 2 του παρόντος τίτλου.

Όταν, για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), το ίδρυμα δεν είναι σε θέση να διαφοροποιήσει μεταξύ των ανοιγμάτων σε μετοχές μη διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο, μετοχές διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο και άλλες μετοχές, αντιμετωπίζει τα σχετικά ανοίγματα σαν ανοίγματα σε άλλες μετοχές.

5.   Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 132 παράγραφος 3, τα ιδρύματα που δεν διαθέτουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα επιμέρους υποκείμενα ανοίγματα του ΟΣΕ μπορούν να υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό για τα εν λόγω ανοίγματα σύμφωνα με την προσέγγιση βάσει εντολής που ορίζεται στο άρθρο 132α παράγραφος 2. Ωστόσο, για τα ανοίγματα που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τις προσεγγίσεις που καθορίζονται εκεί.

6.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 132β παράγραφος 2, τα ιδρύματα τα οποία δεν εφαρμόζουν την προσέγγιση εξέτασης σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου ή την προσέγγιση βάσει εντολής σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου εφαρμόζουν την εφεδρική προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 132 παράγραφος 2.

7.   Τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για τα ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε έναν ΟΣΕ, με χρήση συνδυασμού των προσεγγίσεων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χρήση των εν λόγω προσεγγίσεων.

8.   Τα ιδρύματα που δεν έχουν επαρκή δεδομένα ή πληροφορίες για τον υπολογισμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού του ΟΣΕ σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 μπορούν να βασίζονται στους υπολογισμούς τρίτου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο τρίτος είναι ένα από τα ακόλουθα:

i)

οργανισμός ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής του ΟΣΕ, εφόσον ο εν λόγω ΟΣΕ επενδύει αποκλειστικά σε τίτλους και καταθέτει όλους τους τίτλους στον εν λόγω οργανισμό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής,

ii)

για τους ΟΣΕ που δεν καλύπτονται από το σημείο i) του παρόντος στοιχείου, η εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕ, εφόσον η εν λόγω εταιρεία διαχείρισης πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 132 παράγραφος 3 στοιχείο α),

β)

για τα ανοίγματα εκτός από εκείνα που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 στοιχεία α), β) και γ) του παρόντος άρθρου, ο τρίτος εκτελεί τον υπολογισμό σύμφωνα με την προσέγγιση εξέτασης που ορίζεται στο άρθρο 132α παράγραφος 1,

γ)

για τα ανοίγματα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχεία α), β) και γ),ο τρίτος εκτελεί τον υπολογισμό σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που προβλέπονται εκεί,

δ)

εξωτερικός ελεγκτής έχει επιβεβαιώσει την ορθότητα του υπολογισμού του τρίτου.

Τα ιδρύματα που στηρίζονται σε υπολογισμούς τρίτων πολλαπλασιάζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά των ανοιγμάτων του ΟΣΕ που προκύπτουν από τους εν λόγω υπολογισμούς με συντελεστή 1,2.

Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, εάν το ίδρυμα έχει απεριόριστη πρόσβαση στους λεπτομερείς υπολογισμούς που εκτελέστηκαν από τον τρίτο, δεν εφαρμόζεται ο συντελεστής 1,2. Το ίδρυμα παρέχει τους υπολογισμούς αυτούς, κατόπιν αιτήματος, στην αρμόδια αρχή.

9.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται το άρθρο 132 παράγραφοι 5 και 6 και το άρθρο 132β. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 132γ, με χρήση των συντελεστών στάθμισης κινδύνου που υπολογίζονται σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 του παρόντος τίτλου.».

66)

Στο άρθρο 158 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«9α.   Τα ποσά αναμενόμενης ζημίας για δέσμευση ελάχιστης τιμής που πληρούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 132γ παράγραφος 3 είναι μηδενικά.».

67)

Το άρθρο 164 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 164

Ζημία σε περίπτωση αθέτησης (LGD)

1.   Τα ιδρύματα παρέχουν εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD με την επιφύλαξη των απαιτήσεων του τμήματος 6 του παρόντος κεφαλαίου και της άδειας των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με το άρθρο 143. Για τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων εφαρμόζεται LGD 75 %. Σε περίπτωση που το ίδρυμα μπορεί να επιμερίσει αξιόπιστα σε PD και LGD τις εκτιμήσεις της EL για τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων, το ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί εσωτερική εκτίμηση για την LGD.

2.   Η μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία μπορεί να αναγνωρίζεται ως επιλέξιμη με προσαρμογή των εκτιμήσεων PD ή LGD, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων του άρθρου 183 παράγραφοι 1, 2 και 3 και της άδειας των αρμόδιων αρχών, για την κάλυψη μεμονωμένου ανοίγματος ή ομάδας ανοιγμάτων. Το ίδρυμα δεν εφαρμόζει σε εγγυημένα ανοίγματα προσαρμοσμένη PD ή LGD τέτοια ώστε ο προσαρμοσμένος συντελεστής στάθμισης κινδύνου να είναι χαμηλότερος από εκείνον που εφαρμόζεται σε συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του εγγυητή.

3.   Για τους σκοπούς του άρθρου 154 παράγραφος 2, η τιμή της LGD για συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου της πιστωτικής προστασίας που αναφέρεται στο άρθρο 153 παράγραφος 3 ισούται με την τιμή της LGD που αντιστοιχεί είτε σε μη αντισταθμισμένη πιστωτική διευκόλυνση υπέρ του εγγυητή είτε σε μη αντισταθμισμένη πιστωτική διευκόλυνση υπέρ του πιστούχου, ανάλογα με το εάν από τις διαθέσιμες πληροφορίες και από τη διάρθρωση της εγγύησης προκύπτει ότι, σε περίπτωση αθέτησης τόσο του εγγυητή όσο και του πιστούχου κατά τη διάρκεια της αντισταθμισμένης συναλλαγής, το ανακτώμενο ποσό θα εξαρτηθεί από την οικονομική κατάσταση του εγγυητή ή του πιστούχου, αντίστοιχα.

4.   Το μέσο σταθμισμένο ύψος της LGD για όλα τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής που είναι εξασφαλισμένα με ακίνητα κατοικίας και δεν καλύπτονται από εγγυήσεις κεντρικών κυβερνήσεων δεν πρέπει να είναι κατώτερο του 10 %.

Το μέσο σταθμισμένο ύψος της LGD για όλα τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής που είναι εξασφαλισμένα με υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων και δεν καλύπτονται από εγγυήσεις κεντρικών κυβερνήσεων δεν πρέπει να είναι κατώτερο του 15 %.

5.   Τα κράτη μέλη ορίζουν αρχή που είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή της παραγράφου 6. Η εν λόγω αρχή είναι η αρμόδια αρχή ή η εντεταλμένη αρχή.

Σε περίπτωση που η αρχή η οποία ορίζεται από το κράτος μέλος για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι η αρμόδια αρχή, η εν λόγω αρχή διασφαλίζει ότι οι σχετικοί εθνικοί φορείς και αρχές που έχουν μακροπροληπτική εντολή είναι δεόντως ενημερωμένοι σχετικά με την πρόθεση της αρμόδιας αρχής να κάνει χρήση του παρόντος άρθρου, και συμμετέχουν καταλλήλως στην εκτίμηση των ανησυχιών σχετικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο κράτος μέλος τους σύμφωνα με την παράγραφο 6.

Όταν η αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι διαφορετική από την αρμόδια αρχή, τα κράτη μέλη εγκρίνουν τις διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να διασφαλίζονται κατάλληλος συντονισμός και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της αρμόδιας και της εντεταλμένης αρχής για την ορθή εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Ειδικότερα, απαιτείται από τις αρχές να συνεργάζονται στενά και να ανταλλάσσουν κάθε πληροφορία που μπορεί να είναι αναγκαία για την επαρκή εκτέλεση των καθηκόντων που επιβάλλονται στην εντεταλμένη αρχή δυνάμει του παρόντος άρθρου. Αυτή η συνεργασία αποσκοπεί στην αποφυγή αλληλοεπικαλυπτόμενης ή ασυνεπούς δράσης κάθε μορφής μεταξύ της αρμόδιας αρχής και της εντεταλμένης αρχής, καθώς και στη διασφάλιση ότι η αλληλεπίδραση με άλλα μέτρα, ιδίως μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 458 του παρόντος κανονισμού και του άρθρου 133 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, λαμβάνεται δεόντως υπόψη.

6.   Με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται δυνάμει του άρθρου 430α και οποιουσδήποτε άλλους σχετικούς δείκτες και λαμβανομένων υπόψη των μελλοντικών εξελίξεων της αγοράς ακινήτων, η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου εκτιμά περιοδικά, και τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, αν οι ελάχιστες τιμές LGD που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου είναι κατάλληλες για ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων που προορίζονται για κατοικία ή με εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του εδάφους του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

Όταν, με βάση την εκτίμηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 συμπεραίνει ότι οι ελάχιστες τιμές LGD που αναφέρονται στην παράγραφο 4 δεν είναι επαρκείς, και αν κρίνει ότι η ανεπάρκεια των τιμών LGD θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την υπάρχουσα ή μελλοντική χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο οικείο κράτος μέλος, μπορεί να καθορίσει υψηλότερες ελάχιστες τιμές LGD για εκείνα τα ανοίγματα που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα της επικράτειας του κράτους μέλους της αρμόδιας αρχής. Αυτές οι υψηλότερες ελάχιστες τιμές μπορούν επίσης να εφαρμόζονται στο επίπεδο μίας ή περισσοτέρων κατηγοριών ακινήτων των εν λόγω ανοιγμάτων.

Η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 παρέχει γνωστοποίηση στην ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ προτού λάβει την απόφαση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο. Εντός ενός μηνός από την παραλαβή της γνωστοποίησης αυτής, η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ παρέχουν τη γνώμη τους στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ δημοσιοποιούν τις εν λόγω τιμές LGD.

7.   Όταν η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 καθορίζει υψηλότερες ελάχιστες τιμές LGD σύμφωνα με την παράγραφο 6, τα ιδρύματα έχουν στη διάθεσή τους μεταβατική περίοδο έξι μηνών για να τις εφαρμόσουν.

8.   Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΣΚ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τους όρους τους οποίους λαμβάνει υπόψη της η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 για την εκτίμηση της καταλληλότητας των τιμών LGD στο πλαίσιο της εκτίμησης που αναφέρεται στην παράγραφο 6.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2019.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

9.   Το ΕΣΣΚ μπορεί, μέσω συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, και σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ, να παρέχει καθοδήγηση στις αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

τους παράγοντες που θα μπορούσαν να “επηρεάσουν αρνητικά την υπάρχουσα ή μελλοντική χρηματοπιστωτική σταθερότητα” όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6 και

β)

ενδεικτικούς δείκτες αναφοράς τους οποίους η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 οφείλει να λαμβάνει υπόψη κατά τον προσδιορισμό υψηλότερων ελάχιστων τιμών LGD.

10.   Τα ιδρύματα κάθε κράτους μέλους εφαρμόζουν τις υψηλότερες ελάχιστες τιμές LGD που έχουν καθοριστεί από τις αρχές άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 6 σε όλα τα αντίστοιχα ανοίγματά τους που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας ή εμπορικών ακινήτων που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα της επικράτειας του συγκεκριμένου κράτους μέλους.».

68)

Στο άρθρο 201 παράγραφος 1, το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η)

αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.».

69)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 204α

Επιλέξιμα είδη παραγώγων επί μετοχών

1.   Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν παράγωγα επί μετοχών που είναι συμφωνίες ανταλλαγής συνολικής απόδοσης ή έχουν τα ίδια οικονομικά αποτελέσματα, ως αποδεκτή πιστωτική προστασία μόνο για τον σκοπό της διεξαγωγής εσωτερικής αντιστάθμισης κινδύνου.

Εάν το ίδρυμα αγοράζει πιστωτική προστασία με συμφωνία ανταλλαγής συνολικής απόδοσης και καταχωρίζει τα καθαρά ποσά που λαμβάνει από τη συμφωνία ανταλλαγής ως καθαρό εισόδημα χωρίς αντίστοιχη μείωση της αξίας του προστατευόμενου στοιχείου ενεργητικού (είτε με μείωση της εύλογης αξίας είτε με αύξηση αποθεματικών), η πιστωτική προστασία δεν αναγνωρίζεται ως αποδεκτή.

2.   Εάν το ίδρυμα πραγματοποιεί εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου με τη χρήση ενός παραγώγου επί μετοχών, προκειμένου η εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου να αναγνωρίζεται ως αποδεκτή πιστωτική προστασία για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ο μεταφερόμενος στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών κίνδυνος αναλαμβάνεται από τρίτον ή τρίτους.

Εάν έχει πραγματοποιηθεί εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο και πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τους κανόνες που προβλέπονται στα τμήματα 4 έως 6 του παρόντος κεφαλαίου για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοίγματος και των ποσών αναμενόμενης ζημίας σε περίπτωση μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας.».

70)

Το άρθρο 223 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε περίπτωση συναλλαγών εξωχρηματιστηριακών παραγώγων (OTC), τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν τη μέθοδο που προβλέπεται στο κεφάλαιο 6 τμήμα 6 υπολογίζουν την EVA ως εξής:

 

EVA = E.»·

β)

στην παράγραφο 5 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Στην περίπτωση των συναλλαγών εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν τις μεθόδους που προβλέπονται στο κεφάλαιο 6 τμήματα 3, 4 και 5 λαμβάνουν υπόψη την επίδραση της εξασφάλισης στη μείωση του κινδύνου σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο 6 τμήματα 3, 4 και 5, ανάλογα με την περίπτωση.».

71)

Το άρθρο 272 τροποποιείται ως εξής:

α)

το σημείο 6) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6)   “αντισταθμιστικό σύνολο”: ομάδα συναλλαγών εντός ενός ενιαίου συνόλου συμψηφισμού, για το οποίο επιτρέπεται η πλήρης ή μερική αντιστάθμιση για τον προσδιορισμό του ενδεχόμενου μελλοντικού ανοίγματος βάσει των μεθόδων που ορίζονται στο τμήμα 3 ή 4 του παρόντος κεφαλαίου,»·

β)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«7α)   “συμφωνία περιθωρίου μιας κατεύθυνσης”: η συμφωνία περιθωρίου βάσει της οποίας ένα ίδρυμα υποχρεούται να προσφέρει περιθώρια διαφορών αποτίμησης σε αντισυμβαλλόμενο, αλλά δεν δικαιούται να λάβει περιθώριο διαφορών αποτίμησης από τον αντισυμβαλλόμενο ή αντίστροφα,»·

γ)

το σημείο 12) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«12)   “τρέχουσα αγοραία αξία” ή “CMV”: η καθαρή αγοραία αξία όλων των συναλλαγών που περιλαμβάνονται στο συμψηφιστικό σύνολο, μη λαμβανομένων υπόψη των τυχόν εξασφαλίσεων που τηρούνται ή παρέχονται σε περίπτωση που οι θετικές και αρνητικές αγοραίες αξίες συμψηφίζονται κατά τον υπολογισμό της CMV,»·

δ)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«12α)   “καθαρό ανεξάρτητο ποσό εξασφαλίσεων” ή “NICA”: το σύνολο της προσαρμοσμένης για μεταβλητότητα αξίας των καθαρών εξασφαλίσεων που λαμβάνονται ή παρέχονται, ανάλογα με την περίπτωση, στο συμψηφιστικό σύνολο εκτός του περιθωρίου διαφορών αποτίμησης».

72)

Το άρθρο 273 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος για τις συμβάσεις του παραρτήματος ΙΙ με βάση μία από τις μεθόδους που καθορίζονται στα τμήματα 3 έως 6 σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Ίδρυμα που δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 273α παράγραφος 1 δεν χρησιμοποιεί τη μέθοδο που προβλέπεται στο τμήμα 4. Ίδρυμα που δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 273α παράγραφος 2 δεν χρησιμοποιεί τη μέθοδο που προβλέπεται στο τμήμα 5.

Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν συνδυαστικά τις μεθόδους που προβλέπονται στα τμήματα 3 έως 6 σε μόνιμη βάση εντός ενός ομίλου. Μεμονωμένο ίδρυμα δεν χρησιμοποιεί συνδυαστικά τις μεθόδους που προβλέπονται στα τμήματα 3 έως 6 σε μόνιμη βάση.»·

β)

οι παράγραφοι 6, 7 και 8 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στα τμήματα 3 έως 6, η αξία ανοίγματος για έναν αντισυμβαλλόμενο ισούται με το άθροισμα των αξιών ανοίγματος σε όλα τα συμψηφιστικά σύνολα με αυτόν τον αντισυμβαλλόμενο.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, όταν μία συμφωνία περιθωρίου ισχύει για πολλαπλά συμψηφιστικά σύνολα με αυτόν τον αντισυμβαλλόμενο και το ίδρυμα χρησιμοποιεί μία από τις μεθόδους που προβλέπονται στα τμήματα 3 έως 6 για να υπολογίζει την αξία ανοίγματος για αυτά τα συμψηφιστικά σύνολα, η αξία ανοίγματος υπολογίζεται σύμφωνα με το σχετικό τμήμα.

Για έναν δεδομένο αντισυμβαλλόμενο, η αξία ανοίγματος για ένα δεδομένο συμψηφιστικό σύνολο εξωχρηματιστηριακών παράγωγων μέσων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο ισούται με τη μεγαλύτερη τιμή μεταξύ του μηδενός και της διαφοράς μεταξύ του αθροίσματος των αξιών ανοιγμάτων όλων των συμψηφιστικών συνόλων με τον αντισυμβαλλόμενο και του αθροίσματος των προσαρμογών πιστωτικής αποτίμησης για τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο που αναγνωρίζεται από το ίδρυμα ως πραγματοποιηθείσα απομείωση. Οι προσαρμογές πιστωτικής αποτίμησης υπολογίζονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε αντισταθμιστική προσαρμογή της χρεωστικής αξίας που αποδίδεται στον ίδιο πιστωτικό κίνδυνο της επιχείρησης που έχει ήδη εξαιρεθεί από τα ίδια κεφάλαια δυνάμει του άρθρου 33 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

7.   Για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος βάσει των μεθόδων που ορίζονται στα τμήματα 3, 4 και 5, τα ιδρύματα μπορούν να αντιμετωπίζουν τις δύο συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που περιλαμβάνονται στην ίδια συμφωνία συμψηφισμού και είναι πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους σαν να ήταν μία και η αυτή σύμβαση με ονομαστικό ποσό που ισούται με μηδέν.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, οι δύο συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων είναι πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους εφόσον πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι θέσεις κινδύνου τους είναι αντίθετες,

β)

τα χαρακτηριστικά τους, με εξαίρεση την ημερομηνία συναλλαγής, είναι ίδια,

γ)

οι ταμειακές ροές τους αντισταθμίζονται πλήρως.

8.   Τα ιδρύματα προσδιορίζουν την αξία ανοίγματος για τα ανοίγματα που προκύπτουν από συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού με οποιαδήποτε από τις μεθόδους που ορίζονται στα τμήματα 3 έως 6 του παρόντος κεφαλαίου, ανεξάρτητα από τη μέθοδο που έχει επιλέξει το ίδρυμα για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα και τις πράξεις επαναγοράς, τις συναλλαγές δανειοδότησης και δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων και τις πράξεις δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης. Κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού, κάθε ίδρυμα που χρησιμοποιεί την προσέγγιση που περιγράφεται στο κεφάλαιο 3 μπορεί να αναθέσει τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με την προσέγγιση του κεφαλαίου 2 σε μόνιμη βάση και ανεξάρτητα από τη σημαντικότητα των θέσεων αυτών.»·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«9.   Για τις μεθόδους που εκτίθενται στα τμήματα 3 έως 6 του παρόντος κεφαλαίου, τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν τις συναλλαγές στις οποίες έχει εντοπιστεί συγκεκριμένος κίνδυνος δυσμενούς συσχέτισης σύμφωνα με το άρθρο 291 παράγραφοι 2, 4, 5 και 6.».

73)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 273α

Προϋποθέσεις για τη χρήση απλουστευμένων μεθόδων υπολογισμού της αξίας ανοίγματος

1.   Ένα ίδρυμα μπορεί να υπολογίζει την αξία ανοίγματος των θέσεων παραγώγων του σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στο τμήμα 4, υπό την προϋπόθεση ότι ο όγκος των εντός και εκτός ισολογισμού δραστηριοτήτων σε παράγωγα είναι ίσος ή μικρότερος από αμφότερα τα ακόλουθα κατώτατα όρια βάσει εκτίμησης που διεξάγεται σε μηνιαία βάση, με χρήση των δεδομένων της τελευταίας ημέρας του μήνα:

α)

10 % των συνολικών στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος,

β)

300 εκατομμύρια EUR.

2.   Ένα ίδρυμα μπορεί να υπολογίζει την αξία ανοίγματος των θέσεων παραγώγων του σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στο τμήμα 5, υπό την προϋπόθεση ότι ο όγκος των εντός και εκτός ισολογισμού δραστηριοτήτων σε παράγωγα είναι ίσος ή μικρότερος από αμφότερα τα ακόλουθα κατώτατα όρια βάσει εκτίμησης που διεξάγεται σε μηνιαία βάση, με χρήση των δεδομένων της τελευταίας ημέρας του μήνα:

α)

5 % των συνολικών στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος,

β)

100 εκατομμύρια EUR.

3.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, τα ιδρύματα υπολογίζουν τον όγκο των εντός και εκτός ισολογισμού δραστηριοτήτων τους σε παράγωγα με βάση τα δεδομένα της τελευταίας ημέρας κάθε μήνα, σύμφωνα με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

οι θέσεις παραγώγων αποτιμώνται με βάση τις αγοραίες αξίες κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, σε περίπτωση που η αγοραία αξία μιας θέσης δεν είναι διαθέσιμη για τη συγκεκριμένη ημερομηνία, τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τους μια εύλογη αξία της θέσης κατά την ημερομηνία αυτή· σε περίπτωση που η αγοραία αξία και η εύλογη αξία μιας θέσης δεν είναι διαθέσιμες σε συγκεκριμένη ημερομηνία, τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τους την πλέον πρόσφατη από την αγοραία αξία ή την εύλογη αξία για τη συγκεκριμένη θέση,

β)

η απόλυτη τιμή των θετικών θέσεων παραγώγων αθροίζεται με την απόλυτη τιμή των αρνητικών θέσεων παραγώγων,

γ)

συμπεριλαμβάνονται όλες οι θέσεις παραγώγων εκτός από τα πιστωτικά παράγωγα που αναγνωρίζονται ως εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου έναντι των ανοιγμάτων σε πιστωτικό κίνδυνο εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

4.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 ή 2, κατά περίπτωση, όταν οι δραστηριότητες σε παράγωγα σε ενοποιημένη βάση δεν υπερβαίνουν τα κατώτατα όρια που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ή 2, κατά περίπτωση, ένα ίδρυμα το οποίο περιλαμβάνεται στην ενοποίηση και το οποίο θα πρέπει να εφαρμόσει τη μέθοδο που ορίζεται στο τμήμα 3 ή 4 δεδομένου ότι υπερβαίνει τα εν λόγω κατώτατα όρια σε ατομική βάση, μπορεί, με την επιφύλαξη της έγκρισης των αρμόδιων αρχών, να επιλέξει αντί αυτής να εφαρμόσει τη μέθοδο που θα εφαρμόζεται σε ενοποιημένη βάση.

5.   Τα ιδρύματα κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές τις μεθόδους που αναφέρονται στο τμήμα 4 ή 5 τις οποίες χρησιμοποιούν ή παύουν να χρησιμοποιούν, κατά περίπτωση, προκειμένου να υπολογίζουν την αξία ανοίγματος για τις θέσεις παραγώγων τους.

6.   Τα ιδρύματα δεν προβαίνουν σε συναλλαγή σε παράγωγα ούτε σε αγορά ή πώληση παράγωγου μέσου με μοναδικό σκοπό τη συμμόρφωση προς οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 κατά τη μηνιαία εκτίμηση.

Άρθρο 273β

Μη συμμόρφωση με τους όρους για τη χρησιμοποίηση απλουστευμένων μεθόδων για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος των παραγώγων

1.   Ένα ίδρυμα που δεν πληροί πλέον έναν ή περισσότερους από τους όρους του άρθρου 273α παράγραφος 1 ή 2 ενημερώνει αμέσως σχετικά την αρμόδια αρχή.

2.   Ένα ίδρυμα παύει να υπολογίζει τις αξίες ανοίγματος των θέσεων παραγώγων του σύμφωνα με το τμήμα 4 ή 5, κατά περίπτωση, εντός τριών μηνών αφότου συμβεί ένα από τα εξής:

α)

το ίδρυμα δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 273α παράγραφος 1 στοιχείο α) ή του άρθρου 273α παράγραφος 2 στοιχείο α), ανάλογα με την περίπτωση, ή τις προϋποθέσεις του άρθρου 273α παράγραφος 1 στοιχείο β) ή του άρθρου 273α παράγραφος 2 στοιχείο β), ανάλογα με την περίπτωση, για τρεις διαδοχικούς μήνες,

β)

το ίδρυμα δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 273α παράγραφος 1 στοιχείο α) ή του άρθρου 273α παράγραφος 2 στοιχείο α), ανάλογα με την περίπτωση, ή τις προϋποθέσεις του άρθρου 273α παράγραφος 1 στοιχείο β) ή του άρθρου 273α παράγραφος 2 στοιχείο β), ανάλογα με την περίπτωση, για περισσότερους από έξι μήνες κατά τους προηγούμενους 12 μήνες.

3.   Σε περίπτωση που ίδρυμα έχει παύσει να υπολογίζει τις αξίες ανοίγματος των θέσεων παραγώγων του σύμφωνα με το τμήμα 4 ή 5, κατά περίπτωση, του επιτρέπεται μόνον να ξαναρχίσει να υπολογίζει τις αξίες ανοίγματος των θέσεων παραγώγων του όπως ορίζεται στο τμήμα 4 ή 5 εφόσον αποδείξει στην αρμόδια αρχή ότι εκπλήρωσε όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 273α παράγραφος 1 ή 2 για αδιάλειπτη περίοδο ενός έτους.».

74)

Στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 6, τα τμήματα 3, 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τμήμα 3

Τυποποιημένη προσέγγιση για τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου

Άρθρο 274

Αξία ανοίγματος

1.   Ένα ίδρυμα μπορεί να υπολογίζει μία και μόνη αξία ανοίγματος σε επίπεδο συμψηφιστικού συνόλου για όλες τις συναλλαγές που καλύπτονται από συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η συμφωνία συμψηφισμού ανήκει σε ένα από τα είδη συμφωνιών συμβατικού συμψηφισμού που αναφέρονται στο άρθρο 295,

β)

η συμφωνία συμψηφισμού έχει αναγνωριστεί από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 296,

γ)

το ίδρυμα έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 297 όσον αφορά τη συμφωνία συμψηφισμού.

Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου, το ίδρυμα αντιμετωπίζει κάθε συναλλαγή σαν να ήταν το δικό του συμψηφιστικό σύνολο.

2.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος του συμψηφιστικού συνόλου δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης για πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου ως εξής:

 

Αξία ανοίγματος = α · (RC + PFE)

όπου:

RC

=

το κόστος αντικατάστασης που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 275 και

PFE

=

το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 278,

α

=

1,4.

3.   Η αξία ανοίγματος ενός συμψηφιστικού συνόλου που υπόκειται σε συμφωνία συμβατικού περιθωρίου δεν υπερβαίνει την αξία ανοίγματος του ίδιου συμψηφιστικού συνόλου που δεν υπόκειται σε καμία μορφή συμφωνίας περιθωρίου.

4.   Εάν πολλαπλές συμφωνίες περιθωρίου ισχύουν για το ίδιο συμψηφιστικό σύνολο, τα ιδρύματα κατανέμουν κάθε συμφωνία περιθωρίου στην ομάδα των συναλλαγών του συμψηφιστικού συνόλου στην οποία συμβατικά εφαρμόζεται η συμφωνία περιθωρίου και υπολογίζουν την αξία ανοίγματος χωριστά για καθεμία από τις εν λόγω ομαδοποιημένες συναλλαγές.

5.   Τα ιδρύματα μπορούν να ορίσουν την αξία ανοίγματος στο μηδέν για το συμψηφιστικό σύνολο που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το συμψηφιστικό σύνολο αποτελείται μόνο από πωληθέντα δικαιώματα προαίρεσης,

β)

η τρέχουσα αγοραία αξία του συμψηφιστικού συνόλου είναι ανά πάσα στιγμή αρνητική,

γ)

το τίμημα για όλα τα δικαιώματα προαίρεσης που περιλαμβάνονται στο συμψηφιστικό σύνολο έχει ληφθεί εκ των προτέρων από το ίδρυμα προκειμένου να εξασφαλίσει την εκτέλεση των συμβάσεων,

δ)

το συμψηφιστικό σύνολο δεν υπόκειται σε συμφωνία περιθωρίου.

6.   Σε ένα συμψηφιστικό σύνολο, τα ιδρύματα αντικαθιστούν τη συναλλαγή η οποία αποτελεί πεπερασμένο γραμμικό συνδυασμό των αγορασθέντων ή πωληθέντων δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς ή πώλησης με όλα τα επιμέρους δικαιώματα προαίρεσης που αποτελούν τον εν λόγω γραμμικό συνδυασμό, θεωρούμενο ως μεμονωμένη συναλλαγή, για τους σκοπούς του υπολογισμού της αξίας ανοίγματος του συμψηφιστικού συνόλου σύμφωνα με το παρόν τμήμα. Κάθε τέτοιος συνδυασμός δικαιωμάτων προαίρεσης έχει μεταχείριση μεμονωμένης συναλλαγής στο συμψηφιστικό σύνολο στο οποίο περιλαμβάνεται ο συνδυασμός για τον σκοπό του υπολογισμού της αξίας ανοίγματος.

7.   Η αξία ανοίγματος μιας συναλλαγής πιστωτικού παραγώγου που παρουσιάζει θετική θέση στο υποκείμενο μέσο μπορεί να περιορισθεί στο ποσό των εκκρεμών προσαυξήσεων που δεν έχουν καταβληθεί, υπό τον όρο ότι αντιμετωπίζεται ως δικό της συμψηφιστικό σύνολο που δεν υπόκειται σε συμφωνία περιθωρίου.

Άρθρο 275

Κόστος αντικατάστασης

1.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν το κόστος αντικατάστασης RC για τα συμψηφιστικά σύνολα που δεν υπόκεινται σε συμφωνία περιθωρίου, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

 

RC = max{CMV – NICA,0}

2.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν το κόστος αντικατάστασης για τα μοναδικά συμψηφιστικά σύνολα που υπόκεινται σε συμφωνία περιθωρίου, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

 

RC = max{CMV – VM – NICA, TH + MTA – NICA, 0}

όπου:

RC

=

το κόστος αντικατάστασης,

VM

=

η προσαρμοσμένη για μεταβλητότητα αξία του καθαρού περιθωρίου διαφοράς αποτίμησης που έχει ληφθεί ή παρασχεθεί, κατά περίπτωση, στο συμψηφιστικό σύνολο σε τακτική βάση για τον μετριασμό των αλλαγών στην τρέχουσα αγοραία αξία (CMV) του συμψηφιστικού συνόλου,

TH

=

το κατώφλι περιθωρίου που εφαρμόζεται στο συμψηφιστικό σύνολο δυνάμει της συμφωνίας περιθωρίου, κάτω από το οποίο το ίδρυμα δεν μπορεί να απαιτήσει την παροχή εξασφαλίσεων, και

MTA

=

το ελάχιστο ποσό μεταφοράς που εφαρμόζεται στο συμψηφιστικό σύνολο δυνάμει της συμφωνίας περιθωρίου.

3.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν το κόστος αντικατάστασης για τα πολλαπλά συμψηφιστικά σύνολα που υπόκεινται στην ίδια συμφωνία περιθωρίου, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Formula

όπου:

RC

=

το κόστος αντικατάστασης,

i

=

ο δείκτης που υποδηλώνει τα συμψηφιστικά σύνολα που υπόκεινται στην ενιαία συμφωνία περιθωρίου,

CMVi

=

η CMV του συμψηφιστικού συνόλου i,

VMMA

=

το άθροισμα των προσαρμοσμένων για μεταβλητότητα αξιών των εξασφαλίσεων που λαμβάνονται ή παρέχονται, κατά περίπτωση, σε πολλαπλά συμψηφιστικά σύνολα σε τακτική βάση για τον μετριασμό των αλλαγών στη CMV τους και

NICAMA

=

το άθροισμα των προσαρμοσμένων για μεταβλητότητα αξιών των εξασφαλίσεων που λαμβάνονται ή παρέχονται, κατά περίπτωση, σε πολλαπλά συμψηφιστικά σύνολα εκτός των VMMA.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, το NICAMA μπορεί να υπολογιστεί σε επίπεδο συναλλαγών, σε επίπεδο συμψηφιστικού συνόλου ή στο επίπεδο όλων των συμψηφιστικών συνόλων για τα οποία ισχύει η συμφωνία περιθωρίου, ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο εφαρμόζεται η συμφωνία περιθωρίου.

Άρθρο 276

Αναγνώριση και μεταχείριση των εξασφαλίσεων

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, τα ιδρύματα υπολογίζουν τα ποσά των εξασφαλίσεων των VM, VMMA, NICA και NICAMA μέσω της εφαρμογής όλων των ακόλουθων απαιτήσεων:

α)

σε περίπτωση που το σύνολο των συναλλαγών που περιλαμβάνεται στο συμψηφιστικό σύνολο ανήκει στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, αναγνωρίζονται μόνο εξασφαλίσεις που είναι αποδεκτές δυνάμει των άρθρων 197 και 299,

β)

σε περίπτωση που στο συμψηφιστικό σύνολο περιλαμβάνεται τουλάχιστον μία συναλλαγή που δεν ανήκει στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, αναγνωρίζονται μόνο εξασφαλίσεις που είναι αποδεκτές δυνάμει του άρθρου 197,

γ)

εξασφαλίσεις που λαμβάνονται από αντισυμβαλλόμενο αναγνωρίζονται με θετικό πρόσημο, ενώ εξασφαλίσεις που παρέχονται σε αντισυμβαλλόμενο αναγνωρίζονται με αρνητικό πρόσημο,

δ)

η προσαρμοσμένη για μεταβλητότητα αξία κάθε είδους εξασφάλισης που λαμβάνεται ή παρέχεται υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 223· για τον σκοπό αυτού του υπολογισμού, τα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν τη μέθοδο που ορίζεται στο άρθρο 225,

ε)

η ίδια θέση εξασφάλισης δεν συμπεριλαμβάνεται σε αμφότερα τα VM και NICA κατά την ίδια χρονική περίοδο,

στ)

η ίδια θέση εξασφάλισης δεν συμπεριλαμβάνεται σε αμφότερα τα VMMA και NICAMA κατά την ίδια χρονική περίοδο,

ζ)

κάθε εξασφάλιση που παρέχεται στον αντισυμβαλλόμενο, η οποία είναι διαχωρισμένη από τα στοιχεία του ενεργητικού του εν λόγω αντισυμβαλλομένου και, ως αποτέλεσμα αυτού του διαχωρισμού, είναι απομακρυσμένη από τον κίνδυνο πτώχευσης σε περίπτωση αθέτησης ή αφερεγγυότητας του εν λόγω αντισυμβαλλομένου, δεν αναγνωρίζεται στον υπολογισμό του NICA και NICAMA.

2.   Για τον υπολογισμό της προσαρμοσμένης για μεταβλητότητα αξίας των ληφθεισών εξασφαλίσεων που αναφέρονται στο στοιχείο δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα αντικαθιστούν τον τύπο που αναφέρεται στο άρθρο 223 παράγραφος 2 με τον ακόλουθο τύπο:

 

CVA = C · (1 + HC + Hfx)

όπου:

 

CVA = η προσαρμοσμένη για μεταβλητότητα αξίας των ληφθεισών εξασφαλίσεων και

 

C = η εξασφάλιση,

 

τα Hc και Hfx καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 223 παράγραφος 2.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο δ), τα ιδρύματα ορίζουν την περίοδο ρευστοποίησης όσον αφορά τον υπολογισμό της προσαρμοσμένης για μεταβλητότητα αξίας τυχόν εξασφαλίσεων που λαμβάνονται ή παρέχονται σύμφωνα με έναν από τους ακόλουθους χρονικούς ορίζοντες:

α)

ένα έτος για τα συμψηφιστικά σύνολα που αναφέρονται στο άρθρο 275 παράγραφος 1,

β)

η περίοδος κινδύνου περιθωρίου που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 279γ παράγραφος 1 στοιχείο β) για τα συμψηφιστικά σύνολα που αναφέρονται στο άρθρο 275 παράγραφοι 2 και 3.

Άρθρο 277

Κατάταξη των συναλλαγών σε κατηγορίες κινδύνου

1.   Τα ιδρύματα κατατάσσουν κάθε συναλλαγή ενός συμψηφιστικού συνόλου σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες κινδύνου για τον προσδιορισμό του ενδεχόμενου μελλοντικού ανοίγματος του συμψηφιστικού σ