30.10.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 271/10


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2018/1620 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 13ης Ιουλίου 2018

για την τροποποίηση του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (1), και ιδίως το άρθρο 460,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής (2) θα πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε να βελτιωθεί η εναρμόνιση με τα διεθνή πρότυπα και να διευκολυνθεί η αποτελεσματικότερη διαχείριση της ρευστότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα.

(2)

Ειδικότερα, προκειμένου να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται εκτός της Ένωσης, θα πρέπει να υπάρξει απαλλαγή από τις απαιτήσεις για ελάχιστο ύψος έκδοσης για τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που κατέχει μια θυγατρική επιχείρηση σε τρίτη χώρα, ούτως ώστε τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού να μπορούν να αναγνωρίζονται για τους σκοπούς της ενοποίησης. Διαφορετικά, το μητρικό ίδρυμα μπορεί να υποστεί ανεπάρκεια ρευστών στοιχείων ενεργητικού σε ενοποιημένο επίπεδο, δεδομένου ότι η απαίτηση ρευστότητας που απορρέει από μια θυγατρική σε τρίτη χώρα θα συμπεριλαμβάνεται στην ενοποιημένη απαίτηση ρευστότητας, ενώ τα στοιχεία ενεργητικού που κατέχει η εν λόγω θυγατρική για την εκπλήρωση της δικής της απαίτησης ρευστότητας στην τρίτη χώρα θα εξαιρούνται από την ενοποιημένη απαίτηση ρευστότητας. Ωστόσο, τα στοιχεία ενεργητικού της θυγατρικής επιχείρησης σε τρίτη χώρα θα πρέπει να αναγνωρίζονται μόνον έως το επίπεδο των καθαρών εκροών ρευστότητας σε ακραίες συνθήκες που πραγματοποιούνται στο ίδιο νόμισμα όπως το νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένα τα στοιχεία ενεργητικού και που προέρχονται από αυτή τη συγκεκριμένη θυγατρική. Επιπλέον, όπως και για οποιαδήποτε άλλα στοιχεία ενεργητικού τρίτων χωρών, τα στοιχεία ενεργητικού θα πρέπει να αναγνωρίζονται μόνον εάν πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρηθούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία της εν λόγω τρίτης χώρας.

(3)

Αναγνωρίζεται ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να παρέχουν ρευστότητα στο δικό τους νόμισμα και ότι η πιστοληπτική διαβάθμιση των κεντρικών τραπεζών είναι λιγότερο σημαντική για σκοπούς ρευστότητας από ό,τι για σκοπούς φερεγγυότητας. Ως εκ τούτου, και προκειμένου να ευθυγραμμιστούν στενότερα οι κανόνες του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61 με το διεθνές πρότυπο και να δημιουργηθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού για τα πιστωτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται διεθνώς, τα αποθεματικά που διατηρούνται, από θυγατρική ή υποκατάστημα σε τρίτη χώρα ενός πιστωτικού ιδρύματος της Ένωσης, στην κεντρική τράπεζα τρίτης χώρας, που δεν έχει πιστοληπτική αξιολόγηση βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1 από καθορισμένο εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης, θα πρέπει να είναι επιλέξιμα ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1, όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω αποθεματικά θα πρέπει να είναι επιλέξιμα εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα επιτρέπεται να τα αποσύρει ανά πάσα στιγμή σε περιόδους ακραίων καταστάσεων και, συν τοις άλλοις, οι προϋποθέσεις για την απόσυρσή τους έχουν καθοριστεί σε συμφωνία μεταξύ της αρμόδιας αρχής της τρίτης χώρας και της κεντρικής τράπεζας στην οποία διατηρούνται τα αποθεματικά, ή στους εφαρμοστέους κανόνες της τρίτης χώρας. Ωστόσο, τα εν λόγω αποθεματικά θα πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται ως στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1 μόνο για την κάλυψη των καθαρών εκροών ρευστότητας υπό ακραίες συνθήκες που πραγματοποιούνται στο ίδιο νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένα και τα αποθεματικά.

(4)

Είναι σκόπιμο να ληφθεί υπόψη ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3). Ο κανονισμός αυτός περιέχει κριτήρια για να προσδιοριστεί κατά πόσον μια τιτλοποίηση μπορεί να χαρακτηριστεί απλή, διαφανής και τυποποιημένη («STS») τιτλοποίηση. Δεδομένου ότι τα εν λόγω κριτήρια διασφαλίζουν ότι οι τιτλοποιήσεις STS είναι υψηλής ποιότητας, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται επίσης για να προσδιορίζεται ποιες τιτλοποιήσεις πρόκειται να καταλογίζονται ως υψηλής ποιότητας ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τον υπολογισμό της απαίτησης κάλυψης ρευστότητας. Οι τιτλοποιήσεις θα πρέπει άρα να είναι επιλέξιμες ως στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2B, για τους σκοπούς του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (EE) 2015/61, εφόσον πληρούν όλες τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2402, επιπλέον των κριτηρίων που καθορίζονται ήδη στον κατ' εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/61 τα οποία αφορούν συγκεκριμένα τα χαρακτηριστικά τους σχετικά με τη ρευστότητα.

(5)

Η εφαρμογή του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61 δεν θα πρέπει να εμποδίζει την αποτελεσματική μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στην οικονομία. Οι συναλλαγές με την ΕΚΤ ή την κεντρική τράπεζα ενός κράτους μέλους είναι αναμενόμενο να ανανεωθούν υπό σοβαρές ακραίες συνθήκες. Συνεπώς, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα απαλλαγής, από τις αρμόδιες αρχές, από τον μηχανισμό ρευστοποίησης για τον υπολογισμό του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας, σε περίπτωση εξασφαλισμένων συναλλαγών με την ΕΚΤ ή την κεντρική τράπεζα ενός κράτους μέλους, όταν οι συναλλαγές περιλαμβάνουν υψηλής ποιότητας ρευστά στοιχεία ενεργητικού σε τουλάχιστον ένα σκέλος της κάθε πράξης και πρόκειται να λήξουν εντός των επόμενων 30 ημερολογιακών ημερών. Πάντως, πριν από τη χορήγηση της απαλλαγής, απαιτείται από τις αρμόδιες αρχές να προβαίνουν σε διαβουλεύσεις με την κεντρική τράπεζα που αποτελεί τον αντισυμβαλλόμενο της συναλλαγής, καθώς και με την ΕΚΤ, όταν αυτή η κεντρική τράπεζα είναι κεντρική τράπεζα του Ευρωσυστήματος. Επιπλέον, η απαλλαγή θα πρέπει να υπόκειται σε κατάλληλες ασφαλιστικές δικλείδες, προκειμένου να αποφεύγονται πιθανές ευκαιρίες ρυθμιστικού αρμπιτράζ ή αρνητικά κίνητρα για τα πιστωτικά ιδρύματα. Τέλος, για να υπάρξει πιο στενή ευθυγράμμιση των κανόνων της Ένωσης με το διεθνές πρότυπο της Επιτροπής της Βασιλείας (BCBS), οι εξασφαλίσεις που λαμβάνονται μέσω συναλλαγών παραγώγων θα πρέπει να αφαιρεθούν από τον μηχανισμό ρευστοποίησης.

(6)

Επιπλέον, η αντιμετώπιση των ποσοστών των εκροών και των εισροών για τις συμφωνίες πώλησης και επαναγοράς («repos»), τις συμφωνίες αγοράς και επαναπώλησης («reverse repos») και τις πράξεις ανταλλαγής εξασφαλίσεων θα πρέπει να εναρμονιστεί πλήρως με την προσέγγιση του διεθνούς προτύπου για τον δείκτη κάλυψης ρευστότητας, που καθορίστηκε από την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία («BCBS»). Ειδικότερα, ο υπολογισμός των ταμειακών εκροών θα πρέπει να συνδέεται άμεσα με το ποσοστό παράτασης της πράξης (σε εναρμόνιση με την περικοπή της παρεχόμενης εξασφάλισης που εφαρμόζεται στην υποχρέωση ρευστότητας, όπως στο πρότυπο της BCBS), παρά με την αξία ρευστότητας της υποκείμενης εξασφάλισης.

(7)

Δεδομένου ότι έχουν προκύψει αποκλίνουσες ερμηνείες, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστούν διάφορες διατάξεις του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61, και ιδίως όσον αφορά την τήρηση της απαίτησης κάλυψης της ρευστότητας· την επιλεξιμότητα, για να συμπεριληφθούν στο απόθεμα ασφαλείας, των στοιχείων ενεργητικού που περιλαμβάνονται σε μια ομάδα και είναι διαθέσιμα για την άντληση χρηματοδότησης στο πλαίσιο πιστωτικών ορίων που διαχειρίζεται η κεντρική τράπεζα, των ΟΣΕ και των καταθέσεων και άλλων πηγών χρηματοδότησης σε δίκτυα συνεργασίας και προγράμματα θεσμικής προστασίας· τον υπολογισμό των πρόσθετων εκροών ρευστότητας για άλλα προϊόντα και υπηρεσίες την παραχώρηση προνομιακής μεταχείρισης σε ενδοομιλικές πιστωτικές διευκολύνσεις και διευκολύνσεις ρευστότητας· την αντιμετώπιση των αρνητικών θέσεων· και την αναγνώριση των οφειλόμενων ποσών από τίτλους που λήγουν εντός των επόμενων 30 ημερολογιακών ημερών.

(8)

Επομένως, ο κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/61 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/61 τροποποιείται ως εξής:

1)

στο άρθρο 2 παράγραφος 3, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

τα στοιχεία ενεργητικού τρίτης χώρας τα οποία κατέχονται από θυγατρική επιχείρηση σε τρίτη χώρα μπορούν να αναγνωρίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τους σκοπούς της ενοποίησης, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρηθούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία της εν λόγω τρίτης χώρας η οποία ορίζει την απαίτηση κάλυψης της ρευστότητας, και πληρούν μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

τα στοιχεία ενεργητικού πληρούν όλες τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον τίτλο II του παρόντος κανονισμού·

ii)

τα στοιχεία ενεργητικού δεν πληρούν την ειδική απαίτηση που καθορίζεται στον τίτλο II του παρόντος κανονισμού όσον αφορά το ύψος της έκδοσης, αλλά πληρούν όλες τις άλλες απαιτήσεις που προβλέπονται σε αυτόν.

Τα στοιχεία ενεργητικού που είναι δυνατόν να αναγνωρίζονται βάσει του σημείου ii) μπορούν να αναγνωρίζονται μόνον έως το ύψος των καθαρών εκροών ρευστότητας σε ακραίες συνθήκες που πραγματοποιούνται στο συγκεκριμένο νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένα και που προέρχονται από την ίδια θυγατρική επιχείρηση·»·

2)

το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:

α)

τα σημεία 8) και 9) απαλείφονται·

β)

το σημείο 11) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«11.

ως “ακραία κατάσταση” νοείται μια ξαφνική ή σοβαρή επιδείνωση της φερεγγυότητας ή ρευστότητας ενός πιστωτικού ιδρύματος, που οφείλεται σε μεταβολές των συνθηκών της αγοράς ή σε ιδιαίτερους παράγοντες, ως αποτέλεσμα της οποίας υπάρχει σημαντικός κίνδυνος να μην είναι σε θέση το πιστωτικό ίδρυμα να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις του οι οποίες πρόκειται να λήξουν μέσα στις επόμενες 30 ημερολογιακές ημέρες·»·

3)

το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν και παρακολουθούν τον δείκτη κάλυψης ρευστότητάς τους στο νόμισμα υποβολής αναφορών για το σύνολο των στοιχείων, ανεξαρτήτως από το νόμισμα στο οποίο είναι πραγματικά εκφρασμένα.

Επιπλέον, τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν και παρακολουθούν χωριστά τον δείκτη κάλυψης ρευστότητάς τους για ορισμένα στοιχεία, ως εξής:

α)

για τα στοιχεία που υπόκεινται σε χωριστή υποβολή αναφορών σε νόμισμα άλλο από το νόμισμα υποβολής αναφορών, σύμφωνα με το άρθρο 415 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν και παρακολουθούν χωριστά τον δείκτη κάλυψης ρευστότητάς τους στο εν λόγω διαφορετικό νόμισμα·

β)

για τα στοιχεία που είναι εκφρασμένα στο νόμισμα υποβολής αναφορών, όταν το συνολικό ποσό των υποχρεώσεων που είναι εκφρασμένες σε νομίσματα άλλα από το νόμισμα υποβολής αναφορών ανέρχεται τουλάχιστον στο 5 % των συνολικών υποχρεώσεων του πιστωτικού ιδρύματος, εξαιρουμένων των εποπτικών κεφαλαίων και των εκτός ισολογισμού στοιχείων, τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν και παρακολουθούν χωριστά τον δείκτη κάλυψης ρευστότητάς τους στο νόμισμα υποβολής αναφορών.

Τα πιστωτικά ιδρύματα υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή τους στοιχεία σχετικά με τον δείκτη κάλυψης ρευστότητας, σύμφωνα με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 680/2014 της Επιτροπής.»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 6:

«6.   Τα πιστωτικά ιδρύματα αποφεύγουν τον διπλό υπολογισμό των ρευστών στοιχείων ενεργητικού, των εισροών και των εκροών.»·

4)

το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα στοιχεία ενεργητικού συνίστανται σε ακίνητη περιουσία, δικαιώματα, προνόμια ή συμμετοχές, που κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα ή περιλαμβάνονται σε μια ομάδα όπως αναφέρεται στο στοιχείο α), και είναι ελεύθερα από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος. Για τους σκοπούς αυτούς, ένα στοιχείο ενεργητικού θεωρείται μη βεβαρημένο, εφόσον δεν υπόκειται σε κανέναν νομικό, συμβατικό, κανονιστικό ή άλλο περιορισμό που εμποδίζει το πιστωτικό ίδρυμα να ρευστοποιήσει, να πωλήσει, να μεταβιβάσει, να εκχωρήσει ή, γενικότερα, να διαθέσει το στοιχείο ενεργητικού μέσω συμφωνίας οριστικής πώλησης ή επαναγοράς εντός των επόμενων 30 ημερολογιακών ημερών. Τα ακόλουθα στοιχεία ενεργητικού θεωρούνται μη βεβαρημένα:

α)

στοιχεία ενεργητικού που περιλαμβάνονται σε μια ομάδα και είναι διαθέσιμα για άμεση χρήση ως εξασφάλιση, για την άντληση πρόσθετης χρηματοδότησης στο πλαίσιο πιστωτικών ορίων στη διάθεση του πιστωτικού ιδρύματος που έχουν δεσμευθεί, αλλά δεν έχουν αναληφθεί ακόμη ή, εάν η διαχείριση της ομάδας γίνεται από κεντρική τράπεζα, στο πλαίσιο πιστωτικών ορίων στη διάθεση του πιστωτικού ιδρύματος που δεν έχουν δεσμευθεί και δεν έχουν αναληφθεί ακόμη. Στο σημείο αυτό περιλαμβάνονται στοιχεία ενεργητικού που τοποθετούνται από ένα πιστωτικό ίδρυμα στο κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα σε ένα δίκτυο συνεργασίας ή θεσμικό σύστημα προστασίας. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να θεωρούν ότι τα στοιχεία ενεργητικού εντός της ομάδας είναι βεβαρημένα κατά σειρά αύξουσας ρευστότητας με βάση την κατάταξη της ρευστότητας που ορίζεται στο κεφάλαιο 2, ξεκινώντας με τα στοιχεία ενεργητικού που δεν είναι επιλέξιμα για το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας·

β)

στοιχεία ενεργητικού τα οποία έχει λάβει το πιστωτικό ίδρυμα ως εξασφάλιση για σκοπούς μείωσης του πιστωτικού κινδύνου στο πλαίσιο συναλλαγών αγοράς με συμφωνία επαναπώλησης ή συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων και τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να διαθέσει.»·

β)

η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εκτός εάν πληρούνται μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

ο εκδότης είναι οντότητα του δημόσιου τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή β)·

ii)

το στοιχείο ενεργητικού είναι καλυμμένο ομόλογο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ) ή στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή δ) ή στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο ε)·

iii)

το στοιχείο ενεργητικού ανήκει στην κατηγορία που περιγράφεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο ε)·»·

ii)

το στοιχείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ)

οποιαδήποτε άλλη οντότητα που εκτελεί μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι ΟΕΣΤ θεωρείται ότι δεν περιλαμβάνονται στις οντότητες που αναφέρονται στο παρόν στοιχείο.»·

γ)

στην παράγραφο 7, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):

«αα)

στα ανοίγματα έναντι των κεντρικών κυβερνήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·»·

5)

το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

τα ανοίγματα έναντι κεντρικών τραπεζών που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχεία β) και δ)·»·

β)

στην παράγραφο 3, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

είτε με την καθιέρωση εσωτερικών συστημάτων και ελέγχων, ώστε το τμήμα διαχείρισης της ρευστότητας να ασκεί αποτελεσματικό λειτουργικό έλεγχο για τη ρευστοποίηση των ρευστών στοιχείων ενεργητικού, ανά πάσα στιγμή εντός της περιόδου ακραίων συνθηκών 30 ημερολογιακών ημερών, και την απόκτηση πρόσβασης στα ενδεχόμενα κεφάλαια, χωρίς να επέλθει άμεση σύγκρουση με οποιαδήποτε υπάρχουσα επιχειρησιακή στρατηγική ή στρατηγική διαχείρισης κινδύνου. Συγκεκριμένα, ένα στοιχείο ενεργητικού δεν περιλαμβάνεται στο απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας, εάν η ρευστοποίηση του στοιχείου ενεργητικού χωρίς αντικατάσταση καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου ακραίων συνθηκών 30 ημερολογιακών ημερών αφαιρεί αντιστάθμιση, γεγονός το οποίο θα δημιουργούσε ανοικτή θέση κινδύνου πέραν των εσωτερικών ορίων του πιστωτικού ιδρύματος·»·

6)

το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 στοιχείο β), το σημείο iii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«iii)

τα αποθεματικά που διατηρεί το πιστωτικό ίδρυμα σε μια κεντρική τράπεζα που αναφέρεται στο σημείο i) ή ii), εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα επιτρέπεται να αποσύρει τα εν λόγω αποθεματικά ανά πάσα στιγμή σε περιόδους ακραίων καταστάσεων και εφόσον οι προϋποθέσεις για την εν λόγω απόσυρση έχουν καθοριστεί σε συμφωνία μεταξύ της αρμόδιας αρχής του πιστωτικού ιδρύματος και της κεντρικής τράπεζας στην οποία διατηρούνται τα αποθεματικά, ή στους εφαρμοστέους κανόνες της τρίτης χώρας.

Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου, ισχύουν τα ακόλουθα:

όταν τα αποθεματικά διατηρούνται από θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα, οι προϋποθέσεις για την απόσυρση καθορίζονται σε συμφωνία μεταξύ της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας του θυγατρικού πιστωτικού ιδρύματος και της κεντρικής τράπεζας στην οποία διατηρούνται τα αποθεματικά, ή στους εφαρμοστέους κανόνες της τρίτης χώρας, ανάλογα με την περίπτωση·

όταν τα αποθεματικά διατηρούνται από υποκατάστημα, οι προϋποθέσεις για την απόσυρση καθορίζονται σε συμφωνία μεταξύ της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας όπου βρίσκεται το υποκατάστημα και της κεντρικής τράπεζας στην οποία διατηρούνται τα αποθεματικά, ή στους εφαρμοστέους κανόνες της τρίτης χώρας, ανάλογα με την περίπτωση·»·

β)

στην παράγραφο 1, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

τα ακόλουθα στοιχεία ενεργητικού:

i)

στοιχεία ενεργητικού που αντιστοιχούν σε απαιτήσεις έναντι ή απαιτήσεις καλυπτόμενες από την εγγύηση της κεντρικής κυβέρνησης ή της κεντρικής τράπεζας τρίτης χώρας, που δεν έχουν λάβει πιστοληπτική αξιολόγηση βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1 από καθορισμένο ΕΟΠΑ, σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

ii)

τα αποθεματικά που διατηρεί το πιστωτικό ίδρυμα σε μια κεντρική τράπεζα που αναφέρεται στο σημείο i), εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα επιτρέπεται να αποσύρει τα εν λόγω αποθεματικά ανά πάσα στιγμή σε περιόδους ακραίων καταστάσεων και εφόσον οι προϋποθέσεις για την εν λόγω απόσυρση έχουν καθοριστεί είτε σε συμφωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών της εν λόγω τρίτης χώρας και της κεντρικής τράπεζας στην οποία διατηρούνται τα αποθεματικά είτε στους εφαρμοστέους κανόνες της εν λόγω τρίτης χώρας.

Για τους σκοπούς του σημείου ii), ισχύουν τα ακόλουθα:

όταν τα αποθεματικά διατηρούνται από θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα, οι προϋποθέσεις για την απόσυρση καθορίζονται είτε σε συμφωνία μεταξύ της αρμόδιας αρχής της τρίτης χώρας του θυγατρικού πιστωτικού ιδρύματος και της κεντρικής τράπεζας στην οποία διατηρούνται τα αποθεματικά είτε στους εφαρμοστέους κανόνες της τρίτης χώρας·

όταν τα αποθεματικά διατηρούνται από υποκατάστημα, οι προϋποθέσεις για την απόσυρση καθορίζονται είτε σε συμφωνία μεταξύ της αρμόδιας αρχής της τρίτης χώρας όπου βρίσκεται το υποκατάστημα και της κεντρικής τράπεζας στην οποία διατηρούνται τα αποθεματικά είτε στους εφαρμοστέους κανόνες της τρίτης χώρας.

Το συνολικό ποσό των στοιχείων ενεργητικού που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των σημείων i) και ii) του πρώτου εδαφίου και είναι εκφρασμένα σε ένα δεδομένο νόμισμα, τα οποία μπορεί να τα αναγνωρίσει το πιστωτικό ίδρυμα ως στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1, δεν υπερβαίνουν το ύψος των καθαρών εκροών ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος υπό ακραίες συνθήκες, που πραγματοποιούνται στο ίδιο νόμισμα.

Επιπλέον, όταν ένα μέρος ή το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των σημείων i) και ii) του πρώτου εδαφίου είναι εκφρασμένα σε ένα νόμισμα το οποίο δεν αποτελεί το εθνικό νόμισμα της συγκεκριμένης τρίτης χώρας, το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να αναγνωρίσει τα συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού ως επιπέδου 1 μόνον έως ένα ποσό που ισούται με το ύψος των καθαρών εκροών ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος υπό ακραίες συνθήκες, που πραγματοποιούνται στο εν λόγω ξένο νόμισμα, οι οποίες αντιστοιχούν στις δραστηριότητες του πιστωτικού ιδρύματος εντός της περιοχής δικαιοδοσίας στην οποία αναλαμβάνεται ο κίνδυνος ρευστότητας·»·

γ)

στην παράγραφο 1 στοιχείο στ), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων εντός των συνολικών στοιχείων κάλυψης πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή, σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή έχει χορηγήσει τη μερική απαλλαγή που αναφέρεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 τελευταίο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο·»·

δ)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η αγοραία αξία των εξαιρετικά υψηλής ποιότητας καλυμμένων ομολόγων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο στ) υπόκειται σε περικοπή τουλάχιστον 7 %. Με εξαίρεση τα όσα ορίζονται σε σχέση με τις μετοχές ή τα μερίδια σε ΟΣΕ στο άρθρο 15 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ), δεν απαιτείται καμία περικοπή επί της αξίας των εναπομεινάντων στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1.»·

7)

το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων εντός των συνολικών στοιχείων κάλυψης πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή, σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή έχει χορηγήσει τη μερική απαλλαγή που αναφέρεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 τελευταίο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο·»·

β)

στην παράγραφο 1 στοιχείο δ), το σημείο iv) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«iv)

τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων εντός των συνολικών στοιχείων κάλυψης πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή, σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή έχει χορηγήσει τη μερική απαλλαγή που αναφέρεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 τελευταίο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο·»·

8)

το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ανοίγματα υπό τη μορφή τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση, όπως αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο α), θεωρούνται τιτλοποιήσεις επιπέδου 2Β, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

επιτρέπεται να χρησιμοποιείται για την τιτλοποίηση ο χαρακτηρισμός “STS” ή “απλή, διαφανής και τυποποιημένη”, ή χαρακτηρισμός που παραπέμπει άμεσα ή έμμεσα σε αυτούς τους όρους, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1) και χρησιμοποιείται όντως κατά τον τρόπο αυτό·

β)

πληρούνται τα κριτήρια που καθορίζονται στην παράγραφο 2 και στις παραγράφους 10 έως 13 του παρόντος άρθρου.

(*1)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, σχετικά με τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την τιτλοποίηση και σχετικά με τη δημιουργία ειδικού πλαισίου για απλή, διαφανή και τυποποιημένη τιτλοποίηση και σχετικά με την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 347 της 28.12.2017, σ. 35).»·"

β)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

α)

«η θέση έχει λάβει πιστοληπτική αξιολόγηση βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1 από καθορισμένο ΕΟΠΑ, σύμφωνα με τα άρθρο 264 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή αντίστοιχης βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας σε περίπτωση βραχυπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης·»

β)

«η θέση ανήκει στο τμήμα ή στα τμήματα τιτλοποίησης με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα και διαθέτει την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα ανά πάσα στιγμή καθ' όλη τη διάρκεια της πράξης. Για τους σκοπούς αυτούς, ένα τμήμα τιτλοποίησης θεωρείται ότι έχει την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα, εφόσον, μετά την επίδοση ειδοποίησης αναγκαστικής εκτέλεσης και, ενδεχομένως, ειδοποίησης επίσπευσης, το τμήμα τιτλοποίησης δεν εξαρτάται από άλλα τμήματα τιτλοποίησης της ίδιας πράξης ή προγράμματος τιτλοποίησης σε σχέση με την είσπραξη κεφαλαίου και τόκων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα οφειλόμενα ποσά δυνάμει συμβάσεων παραγώγων επί επιτοκίων ή συναλλάγματος, σύμφωνα με το άρθρο 242 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·»·

ii)

τα στοιχεία γ) έως στ) και τα στοιχεία η) έως ια) απαλείφονται·

iii)

το στοιχείο ζ) τροποποιείται ως εξής:

α)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η θέση τιτλοποίησης εξασφαλίζεται από μια ομάδα υποκείμενων ανοιγμάτων και τα εν λόγω υποκείμενα ανοίγματα είτε ανήκουν όλα σε μία μόνον από τις ακόλουθες υποκατηγορίες είτε αποτελούνται από έναν συνδυασμό στεγαστικών δανείων που αναφέρονται στο σημείο i) και στεγαστικών δανείων που αναφέρονται στο σημείο ii):»·

β)

το σημείο iv) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«iv)

δάνεια αγοράς αυτοκινήτου και χρηματοδοτικές μισθώσεις σε δανειολήπτες ή μισθωτές που είναι εγκατεστημένοι ή διαμένουν σε κράτη μέλη. Για τους σκοπούς αυτούς, δάνεια αγοράς αυτοκινήτου και χρηματοδοτικές μισθώσεις περιλαμβάνουν δάνεια ή μισθώσεις για τη χρηματοδότηση μηχανοκίνητων οχημάτων ή ρυμουλκουμένων, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημεία 11) και 12) της οδηγίας 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2), γεωργικών ή δασικών ελκυστήρων, όπως αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 167/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*3), δίκυκλων μοτοσικλετών ή μηχανοκίνητων τρίκυκλων, όπως αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 168/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*4), ή ερπυστριοφόρων οχημάτων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της οδηγίας 2007/46/ΕΚ. Τέτοια δάνεια ή μισθώσεις μπορεί να περιλαμβάνουν προϊόντα συμπληρωματικής ασφάλισης και υπηρεσιών ή πρόσθετο εξοπλισμό οχημάτων και, στην περίπτωση των μισθώσεων, την υπολειμματική αξία των μισθωμένων οχημάτων. Όλα τα δάνεια και οι χρηματοδοτικές μισθώσεις στην ομάδα εξασφαλίζονται μέσω εγγείου οφειλής πρώτης προτεραιότητας ή εξασφάλισης επί του οχήματος ή κατάλληλης εγγύησης υπέρ της ΟΕΣΤ, όπως μέσω μιας διάταξης περί παρακράτησης της κυριότητας·

(*2)  Οδηγία 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση πλαισίου για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά (οδηγία-πλαίσιο) (ΕΕ L 263 της 9.10.2007, σ. 1)."

(*3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 167/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 2013, για την έγκριση και την εποπτεία της αγοράς γεωργικών και δασικών οχημάτων (ΕΕ L 60 της 2.3.2013, σ. 1)."

(*4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 168/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2013, για την έγκριση και την εποπτεία της αγοράς δίκυκλων ή τρίκυκλων οχημάτων και τετράκυκλων (ΕΕ L 60 της 2.3.2013, σ. 52).»·"

α)

οι παράγραφοι 3 έως 9 απαλείφονται·

9)

το άρθρο 15 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 3, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

εάν το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει γνώση των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ, υποθέτει, για τους σκοπούς του προσδιορισμού του επιπέδου ρευστότητας των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού, και για τους σκοπούς της απόδοσης του κατάλληλου ποσοστού περικοπής στα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού, ότι ο ΟΣΕ επενδύει σε ρευστά στοιχεία ενεργητικού, μέχρι το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο βάσει της εντολής του, με την ίδια αύξουσα τάξη όπως έχουν ταξινομηθεί αυτά τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τους σκοπούς της παραγράφου 2, αρχίζοντας από στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο η) και κατ' αύξουσα τάξη μέχρις ότου επιτευχθεί το ανώτατο συνολικό όριο της επένδυσης.»·

β)

στην παράγραφο 4, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η ορθότητα των υπολογισμών του ιδρύματος θεματοφυλακής ή της εταιρείας διαχείρισης του ΟΣΕ, κατά τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας και των ποσοστών περικοπής για τις μετοχές ή τα μερίδια σε ΟΣΕ, επιβεβαιώνεται από εξωτερικό ελεγκτή τουλάχιστον σε ετήσια βάση.»·

10)

το άρθρο 16 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 16

Καταθέσεις και άλλες πηγές χρηματοδότησης σε δίκτυα συνεργασίας και προγράμματα θεσμικής προστασίας

1.   Σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα ανήκει σε ένα θεσμικό σύστημα προστασίας του τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ένα δίκτυο που είναι επιλέξιμο για την απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού ή σε ένα συνεταιριστικό δίκτυο ενός κράτους μέλους, οι καταθέσεις όψεως που το πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί στο κεντρικό ίδρυμα μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού, εκτός εάν το κεντρικό ίδρυμα που λαμβάνει τις καταθέσεις, τις αντιμετωπίζει ως λειτουργικές καταθέσεις. Σε περίπτωση που οι καταθέσεις αντιμετωπίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού, η μεταχείρισή τους γίνεται σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες διατάξεις:

α)

εφόσον, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή τα νομικώς δεσμευτικά έγγραφα που διέπουν το σύστημα ή το δίκτυο, το κεντρικό ίδρυμα υποχρεούται να κατέχει ή να επενδύει τις καταθέσεις σε ρευστά στοιχεία ενεργητικού συγκεκριμένου επιπέδου ή κατηγορίας, οι καταθέσεις αντιμετωπίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού του ίδιου επιπέδου ή κατηγορίας, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

β)

εφόσον το κεντρικό ίδρυμα δεν υποχρεούται να κατέχει ή να επενδύει τις καταθέσεις σε ρευστά στοιχεία ενεργητικού συγκεκριμένου επιπέδου ή κατηγορίας, οι καταθέσεις αντιμετωπίζονται ως στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2B, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, και τα οφειλόμενα ποσά υπόκεινται σε ελάχιστο ποσοστό περικοπής 25 %.

2.   Σε περίπτωση που, σύμφωνα με το δίκαιο ενός κράτους μέλους ή τα νομικώς δεσμευτικά έγγραφα που διέπουν ένα από τα δίκτυα ή τα συστήματα που περιγράφονται στην παράγραφο 1, το πιστωτικό ίδρυμα έχει πρόσβαση, εντός 30 ημερολογιακών ημερών, σε μη αναληφθείσα χρηματοδότηση της ρευστότητας από το κεντρικό ίδρυμα ή από άλλο ίδρυμα εντός του ιδίου δικτύου ή συστήματος, η χρηματοδότηση αυτή αντιμετωπίζεται ως στοιχείο ενεργητικού επιπέδου 2B, στον βαθμό που δεν εξασφαλίζεται με ρευστά στοιχεία ενεργητικού και δεν αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34. Εφαρμόζεται ελάχιστο ποσοστό περικοπής 25 % στο μη αναληφθέν δεσμευμένο κεφάλαιο της χρηματοδότησης ρευστότητας.»·

11)

το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται μετά την προσαρμογή για τις επιπτώσεις στο απόθεμα ρευστών διαθεσίμων από πράξεις εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, πράξεις εξασφαλισμένου δανεισμού ή πράξεις ανταλλαγής εξασφαλίσεων με τη χρήση ρευστών στοιχείων ενεργητικού για τουλάχιστον ένα σκέλος της πράξης, εφόσον οι πράξεις λήγουν εντός 30 ημερολογιακών ημερών, μετά την αφαίρεση τυχόν ισχυόντων ποσοστών περικοπής και υπό την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα πληροί τις λειτουργικές απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 8.»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 4:

«4.   Η αρμόδια αρχή μπορεί, κατά περίπτωση, να απαλλάσσει από την εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3, εν όλω ή εν μέρει, όσον αφορά μία ή περισσότερες πράξεις εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, εξασφαλισμένου δανεισμού ή ανταλλαγής εξασφαλίσεων που χρησιμοποιούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τουλάχιστον ένα σκέλος της πράξης και λήγουν εντός 30 ημερολογιακών ημερών, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο αντισυμβαλλόμενος της συναλλαγής ή των συναλλαγών είναι η ΕΚΤ ή η κεντρική τράπεζα κράτους μέλους·

β)

συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που ενέχουν συστημικό κίνδυνο ο οποίος επηρεάζει τον τραπεζικό τομέα ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών·

γ)

η αρμόδια αρχή προέβη σε διαβουλεύσεις με την κεντρική τράπεζα που αποτελεί τον αντισυμβαλλόμενο της συναλλαγής ή των συναλλαγών, καθώς και με την ΕΚΤ όταν αυτή η κεντρική τράπεζα είναι κεντρική τράπεζα του Ευρωσυστήματος, πριν από τη χορήγηση της απαλλαγής.»·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5:

«5.   Η ΕΑΤ υποβάλλει, έως 19ης Νοεμβρίου 2020, έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την τεχνική καταλληλότητα του μηχανισμού ρευστοποίησης που προβλέπεται στις παραγράφους 2 έως 4, και για το κατά πόσον ενδέχεται να έχει επιζήμιες επιπτώσεις στις επιχειρηματικές δραστηριότητες και το προφίλ κινδύνου των πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση, στη σταθερότητα και την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, στην οικονομία ή στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στην οικονομία. Στην έκθεση αυτή αξιολογείται η δυνατότητα να αλλάξει ο μηχανισμός ρευστοποίησης που προβλέπεται στις παραγράφους 2 έως 4 και, σε περίπτωση που η ΕΑΤ κρίνει είτε ότι ο ισχύων μηχανισμός ρευστοποίησης είναι τεχνικώς ακατάλληλος είτε ότι έχει επιζήμιες επιπτώσεις, θα πρέπει να προτείνει εναλλακτικές λύσεις και να αξιολογήσει τις επιπτώσεις τους.

Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την έκθεση της ΕΑΤ που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο κατά την προετοιμασία τυχόν περαιτέρω κατ' εξουσιοδότηση πράξης, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 460 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.»·

12)

το άρθρο 21 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 21

Συμψηφισμός των συναλλαγών παραγώγων

1.   Τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν τις εκροές και τις εισροές ρευστότητας που αναμένονται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 30 ημερολογιακών ημερών, για τις συμβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και για τα πιστωτικά παράγωγα, σε καθαρή βάση και ανά αντισυμβαλλόμενο, με την προϋπόθεση ύπαρξης διμερών συμφωνιών συμψηφισμού οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 295 του εν λόγω κανονισμού.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν τις ταμειακές εκροές και εισροές που προκύπτουν από συναλλαγές παραγώγων σε ξένο νόμισμα οι οποίες συνεπάγονται πλήρη ανταλλαγή ποσών αρχικού κεφαλαίου σε ταυτόχρονη βάση (ή εντός της ίδιας ημέρας) σε καθαρή βάση, ακόμη και όταν οι εν λόγω συναλλαγές δεν καλύπτονται από διμερή συμφωνία συμψηφισμού.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η καθαρή βάση θεωρείται ότι δεν περιλαμβάνει τις εξασφαλίσεις που πρόκειται να παρασχεθούν ή να ληφθούν εντός των επόμενων 30 ημερολογιακών ημερών. Ωστόσο, στην περίπτωση εξασφαλίσεων που πρόκειται να ληφθούν εντός των επόμενων 30 ημερολογιακών ημερών, η καθαρή βάση θεωρείται ότι δεν περιλαμβάνει τις εξασφαλίσεις, μόνον εάν πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι εξασφαλίσεις, όταν ληφθούν, θα μπορούν να θεωρηθούν ρευστό στοιχείο ενεργητικού σύμφωνα με τον τίτλο II του παρόντος κανονισμού·

β)

το πιστωτικό ίδρυμα θα δικαιούται νομικά και θα είναι σε θέση λειτουργικά να επαναχρησιμοποιήσει τις εξασφαλίσεις, όταν ληφθούν.»·

13)

το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το τρέχον ανεξόφλητο υπόλοιπο για τις σταθερές και άλλες καταθέσεις λιανικής, που προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 25·

β)

τα τρέχοντα ανεξόφλητα υπόλοιπα άλλων υποχρεώσεων που καθίστανται ληξιπρόθεσμες, μπορεί να καταστούν απαιτητές από τον εκδότη ή από τον πάροχο της χρηματοδότησης ή συνεπάγονται την προσδοκία του παρόχου της χρηματοδότησης ότι το πιστωτικό ίδρυμα θα εξοφλήσει την υποχρέωση εντός των επόμενων 30 ημερολογιακών ημερών, όπως προβλέπεται στα άρθρα 27 και 28 και στο άρθρο 31α·»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3.   Ο υπολογισμός των εκροών ρευστότητας σύμφωνα με την παράγραφο 1 υπόκειται σε ενδεχόμενο συμψηφισμό με αλληλοεξαρτώμενες εισροές, που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 26.»·

14)

στο άρθρο 23, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα πιστωτικά ιδρύματα αξιολογούν τακτικά την πιθανότητα και τον δυνητικό όγκο των εκροών ρευστότητας, κατά τη διάρκεια 30 ημερολογιακών ημερών, όσον αφορά τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που δεν αναφέρονται στα άρθρα 27 έως 31α και τα οποία προσφέρουν ή εγγυώνται ή τα οποία οι ενδεχόμενοι αγοραστές θεωρούν συνδεδεμένα με αυτά. Τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, αλλά όχι αποκλειστικά:

α)

άλλες εκτός ισολογισμού και ενδεχόμενες χρηματοδοτικές υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των μη δεσμευμένων χρηματοδοτικών διευκολύνσεων·

β)

μη εκταμιευθέντα δάνεια και προκαταβολές προς αντισυμβαλλομένους χονδρικής·

γ)

στεγαστικά δάνεια που έχουν συμφωνηθεί, αλλά δεν έχουν εκταμιευθεί ακόμη·

δ)

πιστωτικές κάρτες·

ε)

υπεραναλήψεις·

στ)

προγραμματισμένες εκροές που σχετίζονται με την ανανέωση υφιστάμενων δανείων λιανικής ή χονδρικής ή την επέκταση νέων δανείων λιανικής ή χονδρικής·

ζ)

πληρωμές από παράγωγα, εκτός από τις συμβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και πιστωτικά παράγωγα·

η)

εκτός ισολογισμού προϊόντα που σχετίζονται με τη χρηματοδότηση του εμπορίου.»·

15)

στο άρθρο 25 παράγραφος 2, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

η κατάθεση είναι λογαριασμός με πρόσβαση αποκλειστικά μέσω διαδικτύου·»·

16)

στο τέλος του άρθρου 26, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«Οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν στην ΕΑΤ ποια ιδρύματα επωφελούνται από τον συμψηφισμό των εκροών με αλληλοεξαρτώμενες εισροές, βάσει του παρόντος άρθρου. Η ΕΑΤ δύναται να ζητήσει δικαιολογητικά.»·

17)

το άρθρο 28 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα πιστωτικά ιδρύματα πολλαπλασιάζουν τις υποχρεώσεις που λήγουν εντός 30 ημερολογιακών ημερών και που προκύπτουν από εξασφαλισμένες πιστοδοτήσεις ή από συναλλαγές με όρους κεφαλαιαγοράς, όπως ορίζονται αντίστοιχα στο άρθρο 192 σημεία 2) και 3) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, επί:

α)

0 %, όταν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού που, εκτός όταν χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις των εν λόγω συναλλαγών, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 10 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού οποιασδήποτε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1 που αναφέρονται στο άρθρο 10, με εξαίρεση τα καλυμμένα ομόλογα εξαιρετικά υψηλής ποιότητας που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ)·

β)

7 %, όταν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού που, εκτός όταν χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις των εν λόγω συναλλαγών, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 10 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού της κατηγορίας που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ)·

γ)

15 %, όταν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού που, εκτός όταν χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις των εν λόγω συναλλαγών, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 11 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού οποιασδήποτε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2A που αναφέρονται στο άρθρο 11·

δ)

25 %, όταν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού που, εκτός όταν χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις των εν λόγω συναλλαγών, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 13 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού οποιασδήποτε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2B που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημείο i), ii) ή iv)·

ε)

30 %, όταν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού που, εκτός όταν χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις των εν λόγω συναλλαγών, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 12 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού της κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2B που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο ε)·

στ)

35 %, όταν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού που, εκτός όταν χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις των εν λόγω συναλλαγών, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 13 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού οποιασδήποτε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2B που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημείο iii) ή v)·

ζ)

50 %, όταν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού που, εκτός όταν χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις των εν λόγω συναλλαγών, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 12 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού οποιασδήποτε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2B που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή στ)·

η)

το ποσοστό της ελάχιστης περικοπής που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος κανονισμού, όταν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με μετοχές ή μερίδια σε ΟΣΕ που, εκτός όταν χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις των εν λόγω συναλλαγών, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 15, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού του ιδίου επιπέδου με τα υποκείμενα ρευστά στοιχεία ενεργητικού·

θ)

100 %, όταν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής οποιουδήποτε εκ των στοιχείων α) έως η) του παρόντος εδαφίου.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, στις περιπτώσεις όπου ο αντισυμβαλλόμενος στις εξασφαλισμένες πιστοδοτήσεις ή τις συναλλαγές με όρους κεφαλαιαγοράς είναι η εγχώρια κεντρική τράπεζα του πιστωτικού ιδρύματος, το ποσοστό εκροών ισούται με 0 %. Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου η συναλλαγή πραγματοποιείται μέσω υποκαταστήματος με την κεντρική τράπεζα του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας όπου βρίσκεται το υποκατάστημα, εφαρμόζεται ποσοστό εκροής 0 % μόνον εάν το υποκατάστημα έχει την ίδια πρόσβαση σε ρευστότητα κεντρικής τράπεζας, ακόμη και σε περιόδους ακραίων καταστάσεων, όπως τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν συσταθεί στο εν λόγω κράτος μέλος ή στην τρίτη χώρα.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, για τις εξασφαλισμένες πιστοδοτήσεις ή τις συναλλαγές με όρους κεφαλαιαγοράς που θα απαιτούσαν ποσοστό εκροών, βάσει αυτού του πρώτου εδαφίου, μεγαλύτερο του 25 %, το ποσοστό εκροών ισούται με 25 %, όταν ο αντισυμβαλλόμενος της συναλλαγής είναι επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος.

4.   Οι πράξεις ανταλλαγής εξασφαλίσεων, και οι λοιπές συναλλαγές παρόμοιας μορφής, που λήγουν εντός των επόμενων 30 ημερολογιακών ημερών, οδηγούν σε εκροή, όταν το στοιχείο ενεργητικού που αποτελεί αντικείμενο δανειοληψίας υπόκειται σε απαιτήσεις χαμηλότερης περικοπής, σύμφωνα με το κεφάλαιο 2, σε σχέση με το στοιχείο ενεργητικού που αποτελεί αντικείμενο δανειοδοσίας. Η εκροή υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας την αγοραία αξία του στοιχείου ενεργητικού που αποτελεί αντικείμενο δανειοληψίας επί τη διαφορά μεταξύ του ποσοστού εκροών που ισχύει για το στοιχείο ενεργητικού που αποτελεί αντικείμενο δανειοδοσίας και του ποσοστού εκροών που ισχύει για το στοιχείο ενεργητικού που αποτελεί αντικείμενο δανειοληψίας, που προσδιορίζεται σύμφωνα με τα ποσοστά που καθορίζονται στην παράγραφο 3. Για τους σκοπούς του υπολογισμού αυτού, εφαρμόζεται ποσοστό περικοπής 100 % σε στοιχεία ενεργητικού που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρηθούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, όταν ο αντισυμβαλλόμενος στην πράξη ανταλλαγής εξασφαλίσεων, ή άλλη συναλλαγή παρόμοιας μορφής, είναι η εγχώρια κεντρική τράπεζα του πιστωτικού ιδρύματος, το ποσοστό εκροών που εφαρμόζεται στην αγοραία αξία του στοιχείου ενεργητικού που αποτελεί αντικείμενο δανειοληψίας ισούται με 0 %. Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου η συναλλαγή πραγματοποιείται μέσω υποκαταστήματος με την κεντρική τράπεζα του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας όπου βρίσκεται το υποκατάστημα, εφαρμόζεται ποσοστό εκροής 0 % μόνον εάν το υποκατάστημα έχει την ίδια πρόσβαση σε ρευστότητα κεντρικής τράπεζας, ακόμη και σε περιόδους ακραίων καταστάσεων, όπως τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν συσταθεί στο εν λόγω κράτος μέλος ή στην τρίτη χώρα.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, για τις πράξεις ανταλλαγής εξασφαλίσεων, ή άλλες συναλλαγές παρόμοιας μορφής, που θα απαιτούσαν ποσοστό εκροών μεγαλύτερο του 25 %, βάσει αυτού του πρώτου εδαφίου, το ποσοστό εκροών που εφαρμόζεται στην αγοραία αξία του στοιχείου ενεργητικού που αποτελεί αντικείμενο δανειοληψίας ισούται με 25 %, όταν ο αντισυμβαλλόμενος είναι επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος.»·

β)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 7, 8 και 9:

«7.   Τα στοιχεία ενεργητικού που αποτελούν αντικείμενο δανειοληψίας χωρίς εξασφάλιση, τα οποία λήγουν εντός επόμενων 30 ημερολογιακών ημερών, θεωρείται ότι εξαντλούνται πλήρως, οδηγώντας σε εκροή ύψους 100 % των ρευστών στοιχείων ενεργητικού, εκτός εάν το πιστωτικό ίδρυμα κατέχει τα στοιχεία ενεργητικού που αποτελούν αντικείμενο δανειοληψίας και τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού δεν αποτελούν μέρος του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος.

8.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “εγχώρια κεντρική τράπεζα” νοείται οποιαδήποτε από τις εξής:

α)

κάθε κεντρική τράπεζα του Ευρωσυστήματος, όταν το κράτος μέλος καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος έχει υιοθετήσει το ευρώ ως εθνικό του νόμισμα·

β)

η εθνική κεντρική τράπεζα του κράτους μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος, όταν το εν λόγω κράτος μέλος δεν έχει υιοθετήσει το ευρώ ως εθνικό του νόμισμα·

γ)

η κεντρική τράπεζα της τρίτης χώρας στην οποία έχει συσταθεί το πιστωτικό ίδρυμα.

9.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος” νοείται οποιαδήποτε από τις εξής:

α)

η κεντρική κυβέρνηση, μια οντότητα του δημόσιου τομέα, μια περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος·

β)

η κεντρική κυβέρνηση, μια οντότητα του δημόσιου τομέα, μια περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας στην οποία έχει συσταθεί το πιστωτικό ίδρυμα, για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα.

γ)

μια πολυμερής τράπεζα ανάπτυξης.

Ωστόσο, οι οντότητες του δημόσιου τομέα, οι περιφερειακές κυβερνήσεις και οι τοπικές αρχές υπολογίζονται ως επιλέξιμοι αντισυμβαλλόμενοι μόνον όταν έχουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 20 % ή χαμηλότερο, σύμφωνα με το άρθρο 115 ή το άρθρο 116 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως ισχύει.»·

18)

στο άρθρο 29, η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

ο πάροχος και ο αποδέκτης της ρευστότητας θα εμφανίζουν χαμηλό προφίλ κινδύνου ρευστότητας, μετά την εφαρμογή του χαμηλότερου ποσοστού εκροών που προτείνεται στην παράγραφο 1 και την εφαρμογή του ποσοστού εισροών που αναφέρεται στο στοιχείο γ) της εν λόγω παραγράφου·»·

β)

το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

το προφίλ κινδύνου ρευστότητας του αποδέκτη της ρευστότητας λαμβάνεται επαρκώς υπόψη κατά τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας του παρόχου της ρευστότητας.»·

19)

το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 2 έως 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Το πιστωτικό ίδρυμα υπολογίζει και κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή μια συμπληρωματική εκροή για όλες τις συμβάσεις που συνάπτει, των οποίων οι συμβατικοί όροι οδηγούν, εντός 30 ημερολογιακών ημερών και έπειτα από ουσιώδη επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας του πιστωτικού ιδρύματος, σε συμπληρωματικές εκροές ρευστότητας ή ανάγκες παροχής εξασφαλίσεων. Το πιστωτικό ίδρυμα κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή την εν λόγω εκροή, το αργότερο κατά την υποβολή των αναφορών σύμφωνα με το άρθρο 415 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Εάν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι η εκροή αυτή είναι ουσιώδης όσον αφορά τις δυνητικές εκροές ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος, απαιτεί από το πιστωτικό ίδρυμα να προσθέσει συμπληρωματική εκροή για τις εν λόγω συμβάσεις, που αντιστοιχεί στις πρόσθετες ανάγκες παροχής εξασφαλίσεων ή εκροές μετρητών που προκύπτουν από ουσιώδη επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας του πιστωτικού ιδρύματος, αντίστοιχα με την υποβάθμιση της εξωτερικής πιστοληπτικής του αξιολόγησης τουλάχιστον κατά τρεις βαθμίδες. Το πιστωτικό ίδρυμα εφαρμόζει ποσοστό εκροής ύψους 100 % σε αυτές τις συμπληρωματικές εξασφαλίσεις ή εκροές μετρητών. Το πιστωτικό ίδρυμα εξετάζει τακτικά την έκταση αυτής της ουσιώδους επιδείνωσης, υπό το πρίσμα των στοιχείων που είναι συναφή βάσει των συμβάσεων που έχει συνάψει, και κοινοποιεί το αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής στην αρμόδια αρχή.

3.   Το πιστωτικό ίδρυμα προσθέτει συμπληρωματική εκροή, που αντιστοιχεί σε ανάγκες παροχής εξασφαλίσεων που θα προέκυπταν από τον αντίκτυπο σεναρίου δυσμενών εξελίξεων στην αγορά στις συναλλαγές παραγώγων του πιστωτικού ιδρύματος, εφόσον είναι ουσιώδεις. Ο εν λόγω υπολογισμός πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κατ' εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2017/208 της Επιτροπής (*5).

4.   Οι εκροές και οι εισροές, που αναμένονται εντός 30 ημερολογιακών ημερών, από τις συμβάσεις που παρατίθενται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και από πιστωτικά παράγωγα, λαμβάνονται υπόψη σε καθαρή βάση, σύμφωνα με το άρθρο 21 του παρόντος κανονισμού. Στην περίπτωση καθαρής εκροής, το πιστωτικό ίδρυμα πολλαπλασιάζει το αποτέλεσμα με ποσοστό εκροής 100 %. Τα πιστωτικά ιδρύματα δεν περιλαμβάνουν στους εν λόγω υπολογισμούς τις απαιτήσεις ρευστότητας που προκύπτουν από την εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

5.   Όταν το πιστωτικό ίδρυμα έχει αρνητική θέση που καλύπτεται από δανειοληψία τίτλων χωρίς εξασφάλιση, το πιστωτικό ίδρυμα προσθέτει συμπληρωματική εκροή, που αντιστοιχεί στο 100 % της αγοραίας αξίας των τίτλων ή άλλων στοιχείων ενεργητικού που πωλούνται με ανοικτή πώληση, εκτός εάν οι όροι με τους οποίους έχει δανειστεί το πιστωτικό ίδρυμα απαιτούν την επιστροφή τους μόνον έπειτα από 30 ημερολογιακές ημέρες. Όταν η αρνητική θέση καλύπτεται από εξασφαλισμένη συναλλαγή χρηματοδότησης τίτλων, το πιστωτικό ίδρυμα θεωρεί ότι η αρνητική θέση θα διατηρηθεί καθ' όλη τη διάρκεια των 30 ημερολογιακών ημερών και θα λάβει ποσοστό εκροής ύψους 0 %.

(*5)  Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2017/208 της Επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 2016, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τις συμπληρωματικές εκροές ρευστότητας που αντιστοιχούν σε ανάγκες παροχής εξασφαλίσεων που προκύπτουν από τον αντίκτυπο σεναρίου δυσμενών εξελίξεων στην αγορά στις συναλλαγές παραγώγων ενός ιδρύματος (ΕΕ L 33 της 8.2.2017, σ. 14).»·"

β)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Οι καταθέσεις που λαμβάνονται ως εξασφάλιση δεν θεωρούνται υποχρεώσεις για τους σκοπούς του άρθρου 24, 25, 27, 28 ή 31α, αλλά υπόκεινται στις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 6 του παρόντος άρθρου, ανάλογα με την περίπτωση. Το ποσό των μετρητών που λαμβάνονται και υπερβαίνουν το ποσό των μετρητών που λαμβάνονται ως εξασφάλιση αντιμετωπίζονται ως καταθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 24, 25, 27, 28 ή 31α.»·

γ)

η παράγραφος 11 απαλείφεται·

δ)

η παράγραφος 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«12.   Όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών βασικής μεσολάβησης, σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα έχει καλύψει τις ανοικτές πωλήσεις ενός πελάτη, έχοντας πραγματοποιήσει εσωτερική αντιστοίχισή τους με τα στοιχεία ενεργητικού ενός άλλου πελάτη, και τα στοιχεία ενεργητικού δεν πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού, οι πράξεις αυτές υπόκεινται σε ποσοστό εκροής ύψους 50 % για την ενδεχόμενη υποχρέωση.»·

20)

το άρθρο 31 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Το μη αναληφθέν δεσμευμένο ποσό της διευκόλυνσης παροχής ρευστότητας που έχει παρασχεθεί σε ΟΕΣΤ, για να μπορέσει η εν λόγω ΟΕΣΤ να αγοράσει στοιχεία ενεργητικού, πλην τίτλων, από πελάτες που δεν είναι χρηματοπιστωτικοί πελάτες, πολλαπλασιάζεται επί 10 %, στο μέτρο που υπερβαίνει το ποσό των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού που έχουν αγοραστεί από πελάτες και εφόσον το μέγιστο ποσό που μπορεί να αναληφθεί περιορίζεται δυνάμει σύμβασης στο ποσό των αγοραζόμενων στοιχείων ενεργητικού.»·

β)

στην παράγραφο 9, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 32 παράγραφος 3 στοιχείο ζ), όταν αυτά τα προνομιακά δάνεια χορηγούνται ως δάνεια άμεσης επανεκχώρησης μέσω άλλου πιστωτικού ιδρύματος που ενεργεί ως διαμεσολαβητής, μπορεί να εφαρμοστεί συμμετρική εισροή και εκροή από το πιστωτικό ίδρυμα που ενεργεί ως διαμεσολαβητής. Η εν λόγω εισροή και εκροή υπολογίζεται εφαρμόζοντας στις μη αναληφθείσες δεσμευμένες πιστωτικές και ταμειακές διευκολύνσεις που ελήφθησαν και χορηγήθηκαν το ποσοστό που ισχύει για τις διευκολύνσεις αυτές δυνάμει του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και τηρώντας τους όρους και τις απαιτήσεις που επιβάλλονται κατά τα άλλα σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.»·

γ)

η παράγραφος 10 απαλείφεται·

21)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 31α:

«Άρθρο 31a

Εκροές από υποχρεώσεις και δεσμεύσεις που δεν καλύπτονται από άλλες διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου

1.   Τα πιστωτικά ιδρύματα πολλαπλασιάζουν με ποσοστό εκροής ύψους 100 % οποιεσδήποτε υποχρεώσεις οι οποίες καθίστανται ληξιπρόθεσμες εντός 30 ημερολογιακών ημερών, πλην των υποχρεώσεων που αναφέρονται στα άρθρα 24 έως 31.

2.   Όταν το σύνολο όλων των συμβατικών δεσμεύσεων για χορήγηση χρηματοδότησης σε μη χρηματοπιστωτικούς πελάτες εντός 30 ημερολογιακών ημερών, εκτός των δεσμεύσεων που αναφέρονται στα άρθρα 24 έως 31, υπερβαίνει το ποσό των εισροών από αυτούς τους μη χρηματοπιστωτικούς πελάτες, που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 3 στοιχείο α), το πλεόνασμα υπόκειται σε ποσοστό εκροής ύψους 100 %. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, στους μη χρηματοπιστωτικούς πελάτες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, αλλά όχι αποκλειστικά, φυσικά πρόσωπα, ΜΜΕ, εταιρείες, κράτη, πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης και οντότητες του δημόσιου τομέα, αλλά εξαιρούνται οι χρηματοπιστωτικοί πελάτες και οι κεντρικές τράπεζες.»·

22)

το άρθρο 32 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζουν ποσοστό εισροής 100 % στις εισροές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των εξής εισροών:

α)

οφειλόμενων ποσών από κεντρικές τράπεζες και χρηματοπιστωτικούς πελάτες με εναπομένουσα ληκτότητα που δεν υπερβαίνει τις 30 ημερολογιακές ημέρες·

β)

οφειλόμενων ποσών από συναλλαγές χρηματοδότησης του εμπορίου, που αναφέρονται στο άρθρο 162 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με εναπομένουσα ληκτότητα που δεν υπερβαίνει τις 30 ημερολογιακές ημέρες·

γ)

οφειλόμενων ποσών από τίτλους που λήγουν εντός 30 ημερολογιακών ημερών·

δ)

οφειλόμενων ποσών από θέσεις σε κύριους δείκτες μετοχικών τίτλων, υπό τον όρο ότι δεν γίνεται διπλός υπολογισμός με ρευστά στοιχεία ενεργητικού. Τα εν λόγω ποσά περιλαμβάνουν ποσά που οφείλονται βάσει σύμβασης εντός 30 ημερολογιακών ημερών, όπως μερίσματα σε μετρητά από τους εν λόγω κύριους δείκτες και μετρητά που οφείλονται από τους εν λόγω μετοχικούς τίτλους που έχουν πωληθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη διακανονιστεί, εάν δεν αναγνωρίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με τον τίτλο II.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι εισροές που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο υπόκεινται στις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

τα οφειλόμενα ποσά από μη χρηματοπιστωτικούς πελάτες με εναπομένουσα ληκτότητα που δεν υπερβαίνει τις 30 ημερολογιακές ημέρες, με την εξαίρεση των οφειλόμενων ποσών από τους πελάτες αυτούς από συναλλαγές χρηματοδότησης του εμπορίου ή τίτλους που λήγουν, για την πληρωμή κεφαλαίου μειώνονται κατά το 50 % της αξίας τους. Για τους σκοπούς του παρόντος στοιχείου, ο όρος “μη χρηματοπιστωτικοί πελάτες” έχει την ίδια έννοια όπως στο άρθρο 31α παράγραφος 2. Ωστόσο, τα πιστωτικά ιδρύματα που ενεργούν ως διαμεσολαβητές τα οποία έχουν λάβει δέσμευση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 31 παράγραφος 9 δεύτερο εδάφιο, από πιστωτικό ίδρυμα που έχει συσταθεί και χρηματοδοτείται από την κεντρική ή περιφερειακή κυβέρνηση τουλάχιστον ενός κράτους μέλους, προκειμένου να εκταμιεύουν προνομιακό δάνειο σε τελικό δικαιούχο, ή έχουν λάβει παρόμοια δέσμευση από πολυμερή τράπεζα ανάπτυξης ή οντότητα του δημόσιου τομέα, μπορούν να λαμβάνουν υπόψη μια εισροή έως το ποσό της εκροής που εφαρμόζουν στην αντίστοιχη δέσμευση να χορηγούν τα εν λόγω προνομιακά δάνεια·

β)

τα οφειλόμενα ποσά από εξασφαλισμένες πιστοδοτήσεις και από συναλλαγές με όρους κεφαλαιαγοράς, όπως ορίζονται αντίστοιχα στο άρθρο 192 σημεία 2) και 3) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με εναπομένουσα ληκτότητα που δεν υπερβαίνει τις 30 ημερολογιακές ημέρες, πολλαπλασιάζονται επί:

i)

0 %, όταν είναι εξασφαλισμένα με στοιχεία ενεργητικού που, είτε επαναχρησιμοποιούνται σε άλλη συναλλαγή είτε όχι, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 10 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού οποιασδήποτε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1 που αναφέρονται στο άρθρο 10, με εξαίρεση τα καλυμμένα ομόλογα εξαιρετικά υψηλής ποιότητας που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ)·

ii)

7 %, όταν είναι εξασφαλισμένα με στοιχεία ενεργητικού που, είτε επαναχρησιμοποιούνται σε άλλη συναλλαγή είτε όχι, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 10 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού της κατηγορίας που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ)·

iii)

15 %, όταν είναι εξασφαλισμένα με στοιχεία ενεργητικού που, είτε επαναχρησιμοποιούνται σε άλλη συναλλαγή είτε όχι, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 11 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού οποιασδήποτε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2A που αναφέρονται στο άρθρο 11·

iv)

25 %, όταν είναι εξασφαλισμένα με στοιχεία ενεργητικού που, είτε επαναχρησιμοποιούνται σε άλλη συναλλαγή είτε όχι, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 13 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού οποιασδήποτε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2B που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημείο i), ii) ή iv)·

v)

30 %, όταν είναι εξασφαλισμένα με στοιχεία ενεργητικού που, είτε επαναχρησιμοποιούνται σε άλλη συναλλαγή είτε όχι, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 12 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού της κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2B που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο ε)·

vi)

35 %, όταν είναι εξασφαλισμένα με στοιχεία ενεργητικού που, είτε επαναχρησιμοποιούνται σε άλλη συναλλαγή είτε όχι, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 13 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού οποιασδήποτε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2B που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημείο iii) ή v)·

vii)

50 %, όταν είναι εξασφαλισμένα με στοιχεία ενεργητικού που, είτε επαναχρησιμοποιούνται σε άλλη συναλλαγή είτε όχι, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 12 του παρόντος κανονισμού, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού οποιασδήποτε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2B που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή στ)·

viii)

το ποσοστό της ελάχιστης περικοπής που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος κανονισμού, όταν είναι εξασφαλισμένα με στοιχεία ενεργητικού που, είτε επαναχρησιμοποιούνται σε άλλη συναλλαγή είτε όχι, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 15, ως μετοχές ή μερίδια σε ΟΣΕ του ιδίου επιπέδου με τα υποκείμενα ρευστά στοιχεία ενεργητικού·

ix)

100 %, όταν είναι εξασφαλισμένα με στοιχεία ενεργητικού που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής οποιουδήποτε εκ των σημείων i) έως viii) του παρόντος στοιχείου.

Ωστόσο, δεν αναγνωρίζονται εισροές, όταν η εξασφάλιση χρησιμοποιείται από το πιστωτικό ίδρυμα για την κάλυψη αρνητικής θέσης, σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 5 δεύτερη περίοδος·

γ)

τα οφειλόμενα ποσά από συμβάσεις δανεισμού περιθωρίου που λήγουν εντός των επόμενων 30 ημερολογιακών ημερών, που χορηγήθηκαν έναντι εξασφαλίσεων από μη ρευστά στοιχεία ενεργητικού, μπορούν να λάβουν ποσοστό εισροών 50 %. Οι εν λόγω εισροές μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνον όταν το πιστωτικό ίδρυμα δεν χρησιμοποιεί τις εξασφαλίσεις, που έλαβε αρχικά έναντι των δανείων, για την κάλυψη τυχόν αρνητικών θέσεων·

δ)

τα οφειλόμενα ποσά, τα οποία αντιμετωπίζονται από το πιστωτικό ίδρυμα που τα οφείλει σύμφωνα με το άρθρο 27, με εξαίρεση τις καταθέσεις στο κεντρικό ίδρυμα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 3, πολλαπλασιάζονται επί το αντίστοιχο συμμετρικό ποσοστό εισροής. Σε περίπτωση που δεν μπορεί να προσδιοριστεί το αντίστοιχο ποσοστό, εφαρμόζεται ποσοστό εισροής 5 %·

ε)

οι πράξεις ανταλλαγής εξασφαλίσεων, και οι λοιπές συναλλαγές παρόμοιας μορφής, που λήγουν εντός 30 ημερολογιακών ημερών, οδηγούν σε εισροή, όταν το στοιχείο ενεργητικού που αποτελεί αντικείμενο δανειοδοσίας υπόκειται σε απαιτήσεις χαμηλότερης περικοπής, σύμφωνα με το κεφάλαιο 2, σε σχέση με το στοιχείο ενεργητικού που αποτελεί αντικείμενο δανειοληψίας. Η εισροή υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας την αγοραία αξία του στοιχείου ενεργητικού που αποτελεί αντικείμενο δανειοδοσίας επί τη διαφορά μεταξύ του ποσοστού εισροών που ισχύει για το στοιχείο ενεργητικού που αποτελεί αντικείμενο δανειοληψίας και του ποσοστού εισροών που ισχύει για το στοιχείο ενεργητικού που αποτελεί αντικείμενο δανειοδοσίας, σύμφωνα με τα ποσοστά που καθορίζονται στο στοιχείο β). Για τους σκοπούς του υπολογισμού αυτού, εφαρμόζεται ποσοστό περικοπής 100 % σε στοιχεία ενεργητικού που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρηθούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού.

στ)

όταν η εξασφάλιση που λαμβάνεται μέσω συναλλαγών αγοράς με συμφωνία επαναπώλησης, δανειοληψίας τίτλων, ανταλλαγής εξασφαλίσεων, ή άλλης συναλλαγής παρόμοιας μορφής, που λήγουν εντός 30 ημερολογιακών ημερών, χρησιμοποιείται για την κάλυψη αρνητικών θέσεων που μπορεί να παραταθούν πέραν των 30 ημερολογιακών ημερών, το πιστωτικό ίδρυμα θεωρεί ότι οι εν λόγω συναλλαγές αγοράς με συμφωνία επαναπώλησης, δανειοληψίας τίτλων, ανταλλαγής εξασφαλίσεων, ή άλλης συναλλαγής παρόμοιας μορφής, θα ανανεωθούν και δεν θα οδηγήσουν σε τυχόν ταμειακές εισροές που αντικατοπτρίζουν την ανάγκη να συνεχίσει να καλύπτει την αρνητική θέση ή να αγοράσει εκ νέου τους σχετικούς τίτλους. Οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνουν τόσο τις περιπτώσεις όπου σε ένα χαρτοφυλάκιο αντιστοιχισμένων θέσεων το πιστωτικό ίδρυμα πραγματοποίησε οριστική ανοικτή πώληση ενός τίτλου, στο πλαίσιο μιας συναλλακτικής στρατηγικής ή στρατηγικής αντιστάθμισης, όσο και τις περιπτώσεις όπου σε ένα χαρτοφυλάκιο αντιστοιχισμένων θέσεων το πιστωτικό ίδρυμα έχει δανειστεί έναν τίτλο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και τον έχει δανείσει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα·

ζ)

δεν λαμβάνονται υπόψη ως εισροή μη αναληφθείσες πιστωτικές ή ταμειακές διευκολύνσεις, μεταξύ των οποίων μη αναληφθείσες δεσμευμένες ταμειακές διευκολύνσεις από κεντρικές τράπεζες, και άλλες δεσμεύσεις που έχουν ληφθεί, πλην αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 31 παράγραφος 9 δεύτερο εδάφιο και στο άρθρο 34·

η)

τα οφειλόμενα ποσά από τίτλους που έχουν εκδοθεί από το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα ή μια ΟΕΣΤ με την οποία το πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί στενούς δεσμούς λαμβάνονται υπόψη σε καθαρή βάση και εφαρμόζοντας ποσοστό εισροών με βάση το ποσοστό εισροών που εφαρμόζεται στα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με το παρόν άρθρο·

θ)

τα δάνεια με μη προσδιορισμένη συμβατική ημερομηνία λήξης λαμβάνονται υπόψη με ποσοστό εισροής 20 %, υπό τον όρο ότι η σύμβαση επιτρέπει στο πιστωτικό ίδρυμα να προβεί σε ανάληψη ή να ζητήσει πληρωμή εντός 30 ημερολογιακών ημερών.»·

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Οι εκροές και οι εισροές που αναμένονται εντός 30 ημερολογιακών ημερών, από τις συμβάσεις που παρατίθενται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και από πιστωτικά παράγωγα, υπολογίζονται σε καθαρή βάση, σύμφωνα με το άρθρο 21, και πολλαπλασιάζονται με ποσοστό εισροής 100 % σε περίπτωση καθαρής εισροής.»·

23)

το άρθρο 34 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

ο πάροχος και ο αποδέκτης της ρευστότητας θα εμφανίζουν χαμηλό προφίλ κινδύνου ρευστότητας, μετά την εφαρμογή του υψηλότερου ποσοστού εισροών που προτείνεται στην παράγραφο 1 και την εφαρμογή του ποσοστού εκροών που αναφέρεται στο στοιχείο γ) της εν λόγω παραγράφου·»·

β)

το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

το προφίλ κινδύνου ρευστότητας του αποδέκτη της ρευστότητας λαμβάνεται επαρκώς υπόψη κατά τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας του παρόχου της ρευστότητας.»·

24)

το παράρτημα I τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.

Ποσό του “πλεονάσματος των ρευστών διαθεσίμων”: το ποσό αυτό αποτελείται από τα στοιχεία που ορίζονται στο παρόν:

α)

το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1 πλην καλυμμένων ομολόγων, το οποίο ισούται με την αξία, έπειτα από περικοπές, του συνόλου των ρευστών στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1, εξαιρουμένων των καλυμμένων ομολόγων επιπέδου 1, τα οποία κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα μετά τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, εξασφαλισμένου δανεισμού ή ανταλλαγής εξασφαλίσεων, που λήγει εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία υπολογισμού, και εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα και ο αντισυμβαλλόμενος ανταλλάσσουν ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τουλάχιστον ένα σκέλος της πράξης·

β)

το προσαρμοσμένο ποσό των καλυμμένων ομολόγων επιπέδου 1, το οποίο ισούται με την αξία, έπειτα από περικοπές, του συνόλου των καλυμμένων ομολόγων επιπέδου 1, τα οποία κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα μετά τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, εξασφαλισμένου δανεισμού ή ανταλλαγής εξασφαλίσεων, που λήγει εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία υπολογισμού, και εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα και ο αντισυμβαλλόμενος ανταλλάσσουν ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τουλάχιστον ένα σκέλος της πράξης·

γ)

το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2A, το οποίο ισούται με την αξία, έπειτα από περικοπές, του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2A, τα οποία κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα μετά τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, εξασφαλισμένου δανεισμού ή ανταλλαγής εξασφαλίσεων, που λήγει εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία υπολογισμού, και εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα και ο αντισυμβαλλόμενος ανταλλάσσουν ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τουλάχιστον ένα σκέλος της πράξης· και

δ)

το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Β, το οποίο ισούται με την αξία, έπειτα από περικοπές, του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Β, τα οποία κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα μετά τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, εξασφαλισμένου δανεισμού ή ανταλλαγής εξασφαλίσεων, που λήγει εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία υπολογισμού, και εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα και ο αντισυμβαλλόμενος ανταλλάσσουν ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τουλάχιστον ένα σκέλος της πράξης.»·

β)

η παράγραφος 5 απαλείφεται.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από 30ής Απριλίου 2020.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Ιουλίου 2018.

Για την Επιτροπή

Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1.

(2)  Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα (ΕΕ L 11 της 17.1.2015, σ. 1).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, σχετικά με τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την τιτλοποίηση και σχετικά με τη δημιουργία ειδικού πλαισίου για απλή, διαφανή και τυποποιημένη τιτλοποίηση και σχετικά με την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 347 της 28.12.2017, σ. 35).