30.7.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 193/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 18ης Ιουλίου 2018

σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 46 στοιχείο δ), το άρθρο 149, το άρθρο 153 παράγραφος 2 στοιχείο α), τα άρθρα 164, 172, 175, 177 και 178, το άρθρο 189 παράγραφος 2, το άρθρο 212 παράγραφος 2 και το άρθρο 322 παράγραφος 1 και το άρθρο 349, σε συνδυασμό με τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 106α,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (3),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (4),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Μετά από τρία έτη εφαρμογής, θα πρέπει να γίνουν περαιτέρω τροποποιήσεις στους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης («ο προϋπολογισμός») με στόχο την εξάλειψη των εμποδίων στην εκτέλεση με αύξηση της ευελιξίας, την απλούστευση της υλοποίησης για τους ενδιαφερομένους και τις υπηρεσίες, τη μεγαλύτερη έμφαση στα αποτελέσματα και τη βελτίωση της προσβασιμότητας, της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) θα πρέπει επομένως να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από τον παρόντα κανονισμό.

(2)

Με στόχο τον περιορισμό της πολυπλοκότητας των δημοσιονομικών κανόνων που εφαρμόζονται στον προϋπολογισμό και την ένταξη των συναφών κανόνων σε ένα ενιαίο κανονισμό, η Επιτροπή θα πρέπει να καταργήσει τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1268/2012 (6). Για λόγους σαφήνειας, οι βασικοί κανόνες του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1268/2012 θα πρέπει να συμπεριληφθούν στον παρόντα κανονισμό, ενώ άλλοι κανόνες θα πρέπει να συμπεριληφθούν στις οδηγίες για τις υπηρεσίες.

(3)

Οι θεμελιώδεις δημοσιονομικές αρχές θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ. Οι υπάρχουσες παρεκκλίσεις από τις εν λόγω αρχές για συγκεκριμένους τομείς όπως η έρευνα, οι εξωτερικές δράσεις και τα διαρθρωτικά ταμεία θα πρέπει να επανεξεταστούν και να απλουστευτούν στο μέτρο του δυνατού, με γνώμονα τον βαθμό στον οποίον εξακολουθούν να είναι χρήσιμες, την προστιθέμενη αξία την οποία αντιπροσωπεύουν για τον προϋπολογισμό και την επιβάρυνση την οποία συνεπάγονται για τους ενδιαφερομένους.

(4)

Οι κανόνες μεταφοράς των πιστώσεων θα πρέπει να περιγράφονται με μεγαλύτερη σαφήνεια, και θα πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στις αυτόματες και τις μη αυτόματες μεταφορές. Τα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα της Ένωσης θα πρέπει να παρέχουν πληροφορίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο τόσο για τις αυτόματες όσο και για τις μη αυτόματες μεταφορές.

(5)

Η μεταφορά και χρήση εξωτερικών εσόδων για ειδικό προορισμό για το διάδοχο πρόγραμμα ή για τη διάδοχη ενέργεια θα πρέπει να επιτρέπονται με σκοπό την αποτελεσματική χρήση αυτών των κονδυλίων. Τα εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό θα πρέπει να επιτρέπεται να μεταφερθούν μόνο για το επόμενο οικονομικό έτος, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό.

(6)

Όσον αφορά τα εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό, η χρηματοδότηση νέων σχεδίων περί ακινήτων με τα έσοδα από ενοικιάσεις και πωλήσεις ακινήτων που πωλήθηκαν θα πρέπει να επιτρέπεται. Για τον εν λόγω σκοπό, τα έσοδα αυτά θα πρέπει να θεωρούνται εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό που μπορούν να μεταφερθούν έως ότου χρησιμοποιηθούν πλήρως.

(7)

Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης θα πρέπει να μπορούν να αποδέχονται κάθε παροχή από χαριστική αιτία προς την Ένωση.

(8)

Θα πρέπει να εισαχθεί διάταξη με την οποία θα παρέχεται η δυνατότητα χορηγίας σε είδος από νομικά πρόσωπα σε εκδηλώσεις ή δραστηριότητες για σκοπούς προβολής ή στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.

(9)

Θα πρέπει να διευκρινιστεί η έννοια των επιδόσεων όσον αφορά τον προϋπολογισμό. Οι επιδόσεις θα πρέπει να συνδέονται με την άμεση εφαρμογή της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης θα πρέπει επίσης να οριστεί, και θα πρέπει να προσδιοριστεί σύνδεση μεταξύ των στόχων που έχουν καθοριστεί, και των επιδόσεων, των δεικτών, των αποτελεσμάτων και των αρχών της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας στη χρήση των πιστώσεων. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, παράλληλα με την αποφυγή των αντιθέσεων με τα υφιστάμενα πλαίσια επιδόσεων των διαφόρων προγραμμάτων, η ορολογία των επιδόσεων, ιδίως η απόδοση και τα αποτελέσματα, θα πρέπει να καθορίζεται.

(10)

Σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (7), η νομοθεσία της Ένωσης θα πρέπει να είναι υψηλής ποιότητας και θα πρέπει να εστιάζει στους τομείς στους οποίους προσφέρει τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία για τους Ευρωπαίους πολίτες και είναι κατά το δυνατόν αποτελεσματική και αποδοτική για την επίτευξη των κοινών στόχων πολιτικής της Ένωσης. Η υποβολή σε αξιολόγηση των υφιστάμενων και των νέων προγραμμάτων δαπανών και των δραστηριοτήτων που συνεπάγονται σημαντικές δαπάνες μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη των εν λόγω στόχων.

(11)

Σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας κατοχυρώνεται στο άρθρο 15 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) τα θεσμικά όργανα της Ένωσης πρέπει να διεξάγουν τις εργασίες τους με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διαφάνεια. Όσον αφορά στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η εφαρμογή της εν λόγω αρχής συνεπάγεται ότι οι πολίτες θα πρέπει να γνωρίζουν πού και για ποιον σκοπό δαπανώνται κονδύλια από την Ένωση. Η πληροφόρηση αυτή προωθεί τον δημοκρατικό διάλογο, συμβάλλει στη συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ένωσης, ενισχύει τον θεσμικό έλεγχο σχετικά με τις δαπάνες της Ένωσης και συμβάλλει στην τόνωση της αξιοπιστίας της. Η επικοινωνία θα πρέπει να είναι πιο στοχευμένη και θα πρέπει να αποσκοπεί στην ενίσχυση της προβολής της συνεισφοράς της Ένωσης στους πολίτες. Οι στόχοι αυτοί θα πρέπει να επιτευχθούν με τη δημοσίευση, κατά προτίμηση με τη χρήση σύγχρονων μέσων επικοινωνίας, των σχετικών πληροφοριών για όλους τους αποδέκτες των κονδυλίων που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό, λαμβανομένων υπόψη των νόμιμων συμφερόντων αυτών των αποδεκτών όσον αφορά την εμπιστευτικότητα και την ασφάλεια και, στην περίπτωση φυσικών προσώπων, του δικαιώματός τους στην ιδιωτική ζωή και της προστασίας των οικείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης θα πρέπει επομένως να εφαρμόζουν επιλεκτική προσέγγιση κατά τη δημοσίευση των πληροφοριών σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Οι αποφάσεις σχετικά με τη δημοσίευση θα πρέπει να βασίζονται σε συναφή κριτήρια, προκειμένου να παρέχονται ουσιαστικές πληροφορίες.

(12)

Με την επιφύλαξη των κανόνων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, θα πρέπει να επιδιώκεται η μέγιστη διαφάνεια όσον αφορά πληροφορίες σχετικά με τους αποδέκτες. Οι πληροφορίες που αφορούν τους αποδέκτες κονδυλίων της Ένωσης τα οποία εκτελούνται με άμεση διαχείριση θα πρέπει να δημοσιεύονται σε ειδικό δικτυακό τόπο των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, όπως το σύστημα δημοσιονομικής διαφάνειας και θα πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον την ονομασία και τον τόπο του αποδέκτη, το ποσό για το οποίο έχει αναληφθεί νομική δέσμευση και τον σκοπό του μέτρου. Στις εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σχετικά κριτήρια, όπως η περιοδικότητα, το είδος και το μέγεθος του μέτρου.

(13)

Θα πρέπει να είναι δυνατόν για την Επιτροπή να εκτελεί τον προϋπολογισμό έμμεσα μέσω οργανισμών των κρατών μελών. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, είναι σκόπιμο να οριστεί ο οργανισμός των κρατών μελών, ως οντότητα που συγκροτείται σε κράτος μέλος ως οργανισμός δημοσίου δικαίου ή ως οργανισμός διεπόμενος από το ιδιωτικό δίκαιο στον οποίο ανατίθεται αποστολή δημόσιας υπηρεσίας και στην οποία παρέχονται επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις από το κράτος μέλος. Η χρηματοδοτική υποστήριξη που παρέχεται στους εν λόγω φορείς ιδιωτικού δικαίου από κράτος μέλος σύμφωνα με τις ισχύουσες απαιτήσεις που ορίζονται στο ενωσιακό δίκαιο στη μορφή που αποφασίζεται από το εκάστοτε κράτος μέλος και δεν προϋποθέτει απαραίτητα τραπεζική εγγύηση, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως επαρκής οικονομική εγγύηση.

(14)

Όσον αφορά τα βραβεία που απονέμονται, τις επιχορηγήσεις που χορηγούνται και τις συμβάσεις που ανατίθενται μετά από προκήρυξη διαδικασίας δημόσιου διαγωνισμού, και ιδίως όσον αφορά διαγωνισμούς, προσκλήσεις υποβολής προτάσεων ή/και προσκλήσεις υποβολής προσφορών, προκειμένου να τηρούνται οι αρχές της ΣΛΕΕ, ιδίως δε οι αρχές της διαφάνειας, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της μη διακριτικής μεταχείρισης, θα πρέπει να δημοσιεύονται η ονομασία και ο τόπος των αποδεκτών κονδυλίων της Ένωσης. Η δημοσίευση αυτή θα πρέπει να συμβάλλει στον έλεγχο των διαδικασιών ανάθεσης από τους μη επιτυχόντες υποψηφίους του διαγωνισμού.

(15)

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα φυσικών προσώπων δεν θα πρέπει να διατίθενται δημόσια για περισσότερο από την περίοδο κατά την οποία τα κονδύλια χρησιμοποιούνται από τον αποδέκτη και, ως εκ τούτου, τα σχετικά δεδομένα θα πρέπει να διαγράφονται μετά από δύο έτη. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα νομικών προσώπων των οποίων το επίσημο όνομα προσδιορίζει ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

(16)

Στις περισσότερες υποθέσεις που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, η δημοσίευση αφορά νομικά πρόσωπα. Στην περίπτωση φυσικών προσώπων, η δημοσίευση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του μεγέθους του χορηγούμενου ποσού και της ανάγκης να ελέγχεται εάν τα κονδύλια χρησιμοποιούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η δημοσίευση της περιφέρειας σε επίπεδο 2 της κοινής ονοματολογίας των εδαφικών στατιστικών μονάδων (NUTS) είναι σύμφωνη με τον στόχο της δημοσίευσης των πληροφοριών για τους αποδέκτες, και εξασφαλίζει ίση μεταχείριση μεταξύ κρατών μελών διαφορετικού μεγέθους με παράλληλο σεβασμό του δικαιώματος των αποδεκτών στην ιδιωτική ζωή και, ιδίως, στην προστασία των οικείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

(17)

Για λόγους ασφάλειας δικαίου και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, οι περιπτώσεις στις οποίες δεν θα πρέπει να γίνεται η δημοσίευση είναι σκόπιμο να διευκρινίζονται. Για παράδειγμα, δεν θα πρέπει να δημοσιεύονται πληροφορίες σχετικά με υποτροφίες ή με άλλες μορφές άμεσης στήριξης η οποία καταβάλλεται σε φυσικά πρόσωπα που τη χρειάζονται επιτακτικά, ειδικές συμβάσεις πολύ χαμηλής αξίας, ή χρηματοδοτική στήριξη χαμηλότερη από ένα ορισμένο όριο μέσω χρηματοδοτικών μέσων ή περιπτώσεις στις οποίες η δημοσίευση ενέχει τον κίνδυνο απειλής των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των εμπλεκόμενων ατόμων που προστατεύονται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τον κίνδυνο πρόκλησης ζημίας επί των εμπορικών συμφερόντων των αποδεκτών. Για τις επιχορηγήσεις, ωστόσο, δεν θα πρέπει να υπάρχει ειδική εξαίρεση από την υποχρέωση δημοσίευσης πληροφοριών με βάση ένα συγκεκριμένο όριο προκειμένου να διατηρηθεί η υφιστάμενη πρακτική και να εξασφαλιστεί η διαφάνεια.

(18)

Όταν δημοσιεύονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των αποδεκτών για σκοπούς διαφάνειας σε σχέση με τη χρήση κονδυλίων της Ένωσης και τον έλεγχο της διαδικασίας ανάθεσης, οι εν λόγω αποδέκτες θα πρέπει να ενημερώνονται για τη συγκεκριμένη δημοσίευση, καθώς και για τα δικαιώματα τους και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στην άσκηση αυτών των δικαιωμάτων σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 45/2001 (8) και (ΕΕ) 2016/679 (9) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

(19)

Προκειμένου να εξασφαλίζεται ο σεβασμός της αρχής της ίσης μεταχείρισης για όλους τους αποδέκτες, θα πρέπει επίσης να δημοσιεύονται πληροφορίες που αφορούν φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με την υποχρέωση που υπέχουν τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν υψηλό βαθμό διαφάνειας στις συμβάσεις οι οποίες αφορούν κατώφλι που υπερβαίνει αυτό που καθορίζεται στην οδηγία 2014/24/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10).

(20)

Στην περίπτωση της έμμεσης και της επιμερισμένης διαχείρισης, τα πρόσωπα, οι οντότητες ή οι ορισθέντες οργανισμοί που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης θα πρέπει να κοινοποιούν τις πληροφορίες σχετικά με τους αποδέκτες και τους τελικούς αποδέκτες. Στην περίπτωση επιμερισμένης διαχείρισης, οι πληροφορίες θα πρέπει να δημοσιεύονται σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες. Η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει πληροφορίες σχετικά με τον δικτυακό τόπο, συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσής του, όπου θα παρατίθενται οι πληροφορίες σχετικά με τους αποδέκτες και τους τελικούς αποδέκτες.

(21)

Με στόχο την πιο εύκολη κατανόηση και τη μεγαλύτερη διαφάνεια των δεδομένων σχετικά με τα χρηματοδοτικά μέσα που υλοποιούνται με άμεση και έμμεση διαχείριση, κρίνεται ενδεδειγμένη η συγχώνευση όλων των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων σε ενιαίο έγγραφο εργασίας που προσαρτάται στο σχέδιο προϋπολογισμού.

(22)

Για να διαδοθούν βέλτιστες πρακτικές κατά την υλοποίηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ), του Ταμείου Συνοχής, του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), του Ευρωπαϊκού Ταμείου Θάλασσας και Αλιείας (ΕΤΘΑ), καθώς και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί, για σκοπούς ενημέρωσης, να θέσει στη διάθεση των οργανισμών που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση και τον έλεγχο, μη δεσμευτικό μεθοδολογικό οδηγό στον οποίο επεξηγεί τη δική της στρατηγική και προσέγγιση σε θέματα ελέγχου, καθώς επίσης φύλλα ελέγχου και παραδείγματα βέλτιστων πρακτικών. Ο οδηγός αυτός θα πρέπει να επικαιροποιείται όποτε κρίνεται αναγκαίο.

(23)

Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί αφενός η δυνατότητα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να συνάπτουν συμφωνίες επιπέδου εξυπηρέτησης μεταξύ τους προκειμένου να διευκολυνθεί η εκτέλεση των πιστώσεων τους, καθώς και η δυνατότητα σύναψης τέτοιων συμφωνιών μεταξύ υπηρεσιών των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, οργανισμών της Ένωσης, ευρωπαϊκών υπηρεσιών, οργάνων ή προσώπων επιφορτισμένων με την εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) βάσει του Τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και του Γραφείου του γενικού γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Σχολείων, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών, την προμήθεια αγαθών, ή την εκτέλεση εργασιών ή συμβάσεων επί ακινήτων.

(24)

Είναι σκόπιμο να οριστεί η διαδικασία για τη δημιουργία νέων ευρωπαϊκών υπηρεσιών και να γίνει διάκριση μεταξύ των υποχρεωτικών και των μη υποχρεωτικών καθηκόντων των υπηρεσιών αυτών. Θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, των οργανισμών της Ένωσης και άλλων ευρωπαϊκών υπηρεσιών να αναθέτουν εξουσίες διατάκτη στον διευθυντή της ευρωπαϊκής υπηρεσίας. Οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να συνάπτουν συμφωνίες επιπέδου εξυπηρέτησης με σκοπό την παροχή υπηρεσιών, την προμήθεια αγαθών, ή την εκτέλεση εργασιών ή συμβάσεων επί ακινήτων. Είναι σκόπιμο να καθοριστούν συγκεκριμένοι κανόνες για την τήρηση των λογιστικών στοιχείων, διατάξεις που θα εξουσιοδοτούν τον υπόλογο της Επιτροπής να αναθέτει ορισμένα από τα καθήκοντά του σε υπαλλήλους των υπηρεσιών αυτών, καθώς και οι διαδικασίες λειτουργίας για τους τραπεζικούς λογαριασμούς που η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να ανοίγει στο όνομα της ευρωπαϊκής υπηρεσίας.

(25)

Με στόχο τη βελτίωση της οικονομικής αποδοτικότητας των εκτελεστικών οργανισμών και υπό το φως της πρακτικής εμπειρίας που αποκομίστηκε με άλλους οργανισμούς της Ένωσης, θα πρέπει να είναι δυνατόν να εκχωρηθεί στον υπόλογο της Επιτροπής μέρος ή το σύνολο των καθηκόντων του υπολόγου του σχετικού εκτελεστικού οργανισμού.

(26)

Για λόγους ασφάλειας δικαίου, πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι οι διευθυντές των εκτελεστικών οργανισμών ενεργούν ως κύριοι διατάκτες όταν διαχειρίζονται επιχειρησιακές πιστώσεις προγραμμάτων που έχουν ανατεθεί στους οργανισμούς τους. Για να επιτευχθεί σε όλο το εύρος της η αύξηση αποδοτικότητας που απορρέει από τον γενικό κεντρικό συντονισμό ορισμένων υπηρεσιών υποστήριξης, θα πρέπει να υπάρχει σαφής πρόβλεψη στη δυνατότητα των εκτελεστικών οργανισμών να εκτελούν διοικητικές δαπάνες.

(27)

Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες των δημοσιονομικών παραγόντων, ιδίως δε των διατακτών και των υπολόγων.

(28)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, το Ελεγκτικό Συνέδριο και ο υπόλογος της Επιτροπής θα πρέπει να ενημερώνονται για την ανάληψη ή παύση των καθηκόντων που αφορούν τους κύριους διατάκτες, τους εσωτερικούς ελεγκτές και τους υπολόγους εντός δύο εβδομάδων από την εν λόγω ανάληψη ή παύση.

(29)

Οι διατάκτες θα πρέπει να φέρουν την πλήρη ευθύνη για όλες τις πράξεις εσόδων και εξόδων που εκτελούνται υπό την αρμοδιότητά τους, και στο επίπεδο των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου, και θα πρέπει να λογοδοτούν για τις ενέργειές τους, μεταξύ άλλων, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, και μέσω πειθαρχικών διαδικασιών.

(30)

Θα πρέπει επίσης να οριστούν από τους κύριους διατάκτες τα καθήκοντα, οι αρμοδιότητες και οι αρχές των προς τήρηση διαδικασιών. Οι κύριοι διατάκτες θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι δευτερεύοντες διατάκτες και το προσωπικό τους ενημερώνονται και εκπαιδεύονται σχετικά με τα πρότυπα ελέγχου και τις αντίστοιχες μεθόδους και τεχνικές και ότι λαμβάνονται μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται η λειτουργία του συστήματος ελέγχου. Ο κύριος διατάκτης υπέχει υποχρέωση λογοδοσίας για την άσκηση των καθηκόντων του, με ετήσια έκθεση προς το όργανο της Ένωσης. Στην εν λόγω έκθεση περιλαμβάνονται τα αναγκαία δημοσιονομικά στοιχεία και στοιχεία διαχείρισης για την τεκμηρίωση της δήλωσης αξιοπιστίας την οποία υποβάλλει ο κύριος διατάκτης σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με τη συνολική επίδοση των διενεργούμενων πράξεων. Τα δικαιολογητικά που αφορούν τις διενεργούμενες πράξεις θα πρέπει να φυλάσσονται για τουλάχιστον πέντε έτη. Οι διάφοροι τύποι διαδικασιών με διαπραγμάτευση για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ειδικής έκθεσης από τον κύριο διατάκτη προς το οικείο όργανο της Ένωσης και έκθεση από το εν λόγω όργανο της Ένωσης προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, καθώς οι εν λόγω διαδικασίες συνιστούν παρέκκλιση από τις συνήθεις διαδικασίες ανάθεσης.

(31)

Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο διττός ρόλος των επικεφαλής αντιπροσωπειών της Ένωσης και, απουσία αυτών, των αναπληρωτών τους, ως δευτερευόντων διατακτών για την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης («ΕΥΕΔ») και, όσον αφορά τις επιχειρησιακές πιστώσεις, για την Επιτροπή.

(32)

Η ανάθεση από την Επιτροπή εξουσιών για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, όσον αφορά τις επιχειρησιακές πιστώσεις του δικού της τμήματος του προϋπολογισμού, στους αναπληρωτές επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης θα πρέπει να περιορίζεται σε καταστάσεις στις οποίες η άσκηση των εν λόγω καθηκόντων από τους αναπληρωτές επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης κρίνεται απολύτως αναγκαία προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνέχιση των δραστηριοτήτων κατά την απουσία των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης. Οι αναπληρωτές επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης δεν θα πρέπει να τους επιτρέπεται να ασκούν τις εν λόγω εξουσίες συστηματικά ή για λόγους εσωτερικού καταμερισμού των εργασιών.

(33)

Ο υπόλογος θα πρέπει να είναι αρμόδιος για την ορθή εφαρμογή των πληρωμών, την είσπραξη των εσόδων και των απαιτήσεων. Ο υπόλογος θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση του ταμείου, των τραπεζικών λογαριασμών και των αρχείων τρίτων, για τη λογιστική και για την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Ο υπόλογος της Επιτροπής θα πρέπει να είναι το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να καθορίζει τους κανόνες λογιστικής και το εναρμονισμένο λογιστικό σχέδιο, ενώ οι υπόλογοι των άλλων θεσμικών οργάνων της Ένωσης θα πρέπει να καθορίζουν τις διαδικασίες λογιστικής που ισχύουν στο δικό τους θεσμικό όργανο.

(34)

Επίσης, θα πρέπει να διευκρινιστούν οι λεπτομέρειες διορισμού και παύσης των καθηκόντων του υπολόγου.

(35)

Ο υπόλογος θα πρέπει να ορίσει διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι λογαριασμοί που ανοίγονται για τις απαιτήσεις της διαχείρισης ταμείου και των πάγιων προκαταβολών δεν έχουν χρεωστικό υπόλοιπο.

(36)

Θα πρέπει επίσης να προσδιοριστούν οι όροι προσφυγής στις πάγιες προκαταβολές, οι οποίες αποτελούν κατ’ εξαίρεση σύστημα διαχείρισης σε σχέση με τις συνήθεις διαδικασίες του προϋπολογισμού και αφορούν μόνο περιορισμένα ποσά, ενώ θα πρέπει να διευκρινιστούν οι αποστολές και οι ευθύνες των υπολόγων πάγιων προκαταβολών, καθώς και των διατακτών και των υπολόγων όσον αφορά τον έλεγχο των πάγιων προκαταβολών. Το Ελεγκτικό Συνέδριο θα πρέπει να ενημερώνεται για κάθε μέτρο διορισμού υπολόγων παγίων προκαταβολών. Για λόγους αποδοτικότητας, θα πρέπει να δημιουργηθούν λογαριασμοί πάγιων προκαταβολών στις αντιπροσωπείες της Ένωσης, για τις πιστώσεις που προέρχονται από τα τμήματα του προϋπολογισμού τόσο της Επιτροπής όσο και της ΕΥΕΔ. Είναι επίσης σκόπιμο να προβλεφθεί, υπό ειδικές προϋποθέσεις, η χρήση πάγιων προκαταβολών που έχουν συσταθεί στην αντιπροσωπεία της Ένωσης για πληρωμές περιορισμένων ποσών μέσω διαδικασίας του προϋπολογισμού. Όσον αφορά τον διορισμό υπολόγων πάγιων προκαταβολών, θα πρέπει να επιλέγονται επίσης μεταξύ του προσωπικού που απασχολείται από την Επιτροπή στον τομέα της παροχής βοήθειας για τη διαχείριση κρίσεων και των επιχειρήσεων ανθρωπιστικής βοήθειας, όταν δεν υπάρχει διαθέσιμο προσωπικό της Επιτροπής που να εμπίπτει στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και στο καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου (11) («κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης»).

(37)

Για να ληφθούν υπόψη τόσο η κατάσταση στον τομέα της βοήθειας διαχείρισης κρίσεων και των επιχειρήσεων ανθρωπιστικής βοήθειας όταν δεν υπάρχει διαθέσιμο προσωπικό της Επιτροπής που εμπίπτει στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης όσο και οι τεχνικές δυσκολίες που παρουσιάζει η υποχρέωση υπογραφής όλων των νομικών δεσμεύσεων από τον αρμόδιο διατάκτη, θα πρέπει να επιτραπεί στο προσωπικό που απασχολεί η Επιτροπή στον τομέα αυτό να αναλαμβάνει νομικές δεσμεύσεις πολύ μικρού ύψους έως και 2 500 EUR οι οποίες συνδέονται με τις πληρωμές που εκτελούνται από τις πάγιες προκαταβολές, και στους επικεφαλής αντιπροσωπειών της Ένωσης ή στους αναπληρωτές τους να αναλαμβάνουν νομικές δεσμεύσεις κατ’ εντολή του αρμόδιου διατάκτη της Επιτροπής.

(38)

Αφού οριστούν τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες κάθε δημοσιονομικού παράγοντα, η επίκληση της ευθύνης τους μπορεί να γίνεται μόνον υπό τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Ειδικευμένες επιτροπές δημοσιονομικών παρατυπιών έχουν συσταθεί στα θεσμικά όργανα της Ένωσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012. Εν τούτοις, λόγω του περιορισμένου αριθμού υποθέσεων που υποβλήθηκαν σε αυτές και για λόγους αποδοτικότητας, κρίνεται ενδεδειγμένη η μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων τους σε μια νεοσυσταθείσα διοργανική επιτροπή που συστάθηκε σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό («η επιτροπή»). Η επιτροπή θα πρέπει να είναι αρμόδια για την αξιολόγηση αιτημάτων και την έκδοση συστάσεων σχετικά με την ανάγκη λήψης αποφάσεων αποκλεισμού και επιβολής χρηματικών ποινών που παραπέμπονται σε αυτήν από την Επιτροπή ή από άλλα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, με την επιφύλαξη της διοικητικής αυτονομίας τους όσον αφορά τα μέλη του προσωπικού τους. Η εν λόγω μεταβίβαση έχει επίσης στόχο την αποφυγή των επικαλύψεων και τον μετριασμό των κινδύνων για αντιφατικές συστάσεις ή γνωμοδοτήσεις, σε περιπτώσεις όπου εμπλέκονται τόσο οικονομικός φορέας όσο και μέλος του προσωπικού θεσμικού οργάνου ή φορέα της Ένωσης. Είναι αναγκαίο να διατηρηθεί η διαδικασία με την οποία ο διατάκτης μπορεί να ζητήσει την επικύρωση εντολής την οποία θεωρεί παράτυπη ή αντίθετη προς την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, και κατ’ αυτόν τον τρόπο να απαλλαγεί από τυχόν ευθύνη του. Η σύνθεση της εν λόγω επιτροπής θα πρέπει να τροποποιείται όταν αυτή εκπληρώσει τον ρόλο της. Η επιτροπή δεν θα πρέπει να έχει εξουσίες έρευνας.

(39)

Όσον αφορά τα έσοδα, είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστούν οι αρνητικές προσαρμογές των ιδίων πόρων που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 του Συμβουλίου (12). Με εξαίρεση την περίπτωση των ιδίων πόρων, είναι αναγκαίο να διατηρηθούν τα υπάρχοντα καθήκοντα και οι υπάρχοντες έλεγχοι που υπάγονται στην αρμοδιότητα των διατακτών κατά τα διάφορα στάδια της διαδικασίας: κατάρτιση της πρόβλεψης απαίτησης, στη συνέχεια κατάρτιση του εντάλματος είσπραξης, αποστολή του χρεωστικού σημειώματος που ενημερώνει τον οφειλέτη για τη βεβαίωση των απαιτήσεων, και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, απόφαση παραίτησης από την απαίτηση, με τήρηση των κριτηρίων που διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική είσπραξη των εσόδων.

(40)

Ο κύριος διατάκτης θα πρέπει να είναι σε θέση να παραιτηθεί εν όλω ή εν μέρει από την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης όταν ο οφειλέτης έχει υπαχθεί σε κάποια από τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), ιδίως σε περιπτώσεις δικαστικών ή πτωχευτικών συμβιβασμών και ανάλογων διαδικασιών.

(41)

Θα πρέπει να καθοριστούν ειδικές διατάξεις σχετικά με τις διαδικασίες προσαρμογής ή μείωσης στο μηδέν μιας πρόβλεψης απαίτησης.

(42)

Είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ο χρόνος εισαγωγής στον προϋπολογισμό των ποσών που εισπράττονται με τη μορφή προστίμων, άλλων ποινών και κυρώσεων και τυχόν παραγόμενων τόκων ή άλλων εσόδων που δημιουργούνται εξ αυτών.

(43)

Λόγω των πρόσφατων εξελίξεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας («ΕΚΤ») που εφαρμόζεται στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησής της, είναι αναγκαίο να επανεξεταστούν οι διατάξεις που αφορούν το επιτόκιο για πρόστιμα ή άλλες κυρώσεις και να προβλεφθούν κανόνες στην περίπτωση αρνητικού επιτοκίου.

(44)

Για να αποτυπωθεί ο ειδικός χαρακτήρας των απαιτήσεων που συνίστανται σε πρόστιμα ή άλλες κυρώσεις οι οποίες έχουν επιβληθεί από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δυνάμει της ΣΛΕΕ ή της Συνθήκης για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας («Συνθήκη Ευρατόμ»), είναι αναγκαίο να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις σχετικά με τα επιτόκια που εφαρμόζονται σε οφειλόμενα ποσά τα οποία δεν έχουν ακόμη εξοφληθεί, στην περίπτωση που τα ποσά αυτά προσαυξηθούν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(45)

Οι κανόνες περί ανάκτησης θα πρέπει να αποσαφηνιστούν αλλά και να ενισχυθούν. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο υπόλογος προβαίνει σε είσπραξη κατά συμψηφισμό και έναντι απαιτήσεων του οφειλέτη από εκτελεστικό οργανισμό κατά την εφαρμογή του προϋπολογισμού.

(46)

Για να εξασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου και η διαφάνεια, θα πρέπει να καθοριστούν οι προθεσμίες που αφορούν την αποστολή χρεωστικών σημειωμάτων.

(47)

Για να εξασφαλιστεί η διαχείριση περιουσιακών στοιχείων με ταυτόχρονη στόχευση στην επίτευξη θετικής απόδοσης, είναι αναγκαίο τα ποσά σχετικά με πρόστιμα, λοιπές ποινές ή κυρώσεις που επιβάλλονται βάσει της ΣΛΕΕ ή της Συνθήκης Ευρατόμ, όπως πρόστιμα ανταγωνισμού που τελούν υπό αμφισβήτηση να εισπράττονται προσωρινά και επενδύονται σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και εν συνεχεία να προσδιορίζεται το οικονομικό όφελος που αποφέρουν. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είναι το μοναδικό θεσμικό όργανο της Ένωσης που εξουσιοδοτείται να επιβάλει πρόστιμα, άλλες ποινές ή κυρώσεις, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν διατάξεις σχετικά με τα εν λόγω πρόστιμα, άλλες ποινές ή κυρώσεις που επιβάλλονται από άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης και να οριστούν κανόνες για την ανάκτησή τους, οι οποίοι θα πρέπει να είναι ισότιμοι με τους αντίστοιχους κανόνες που επιβάλλονται από την Επιτροπή.

(48)

Για να εξασφαλιστεί ότι η Επιτροπή διαθέτει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την έκδοση των αποφάσεων χρηματοδότησης, θα πρέπει να καθοριστούν οι ελάχιστες απαιτήσεις για το περιεχόμενο των αποφάσεων χρηματοδότησης σχετικά με επιχορηγήσεις, προμήθειες, καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης για εξωτερικές δράσεις (καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης), βραβεία, χρηματοδοτικά μέσα, συνδυαστικούς μηχανισμούς ή πλατφόρμες και εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό. Παράλληλα, για να δοθεί πιο μακροπρόθεσμη προοπτική στους δυνητικούς αποδέκτες, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η έκδοση αποφάσεων χρηματοδότησης για διάρκεια μεγαλύτερη του ενός οικονομικού έτους προσδιορίζοντας παράλληλα ότι η εκτέλεσή τους υπόκειται στη διαθεσιμότητα πιστώσεων του προϋπολογισμού για τα αντίστοιχα οικονομικά έτη. Περαιτέρω, είναι ανάγκη να μειωθεί ο αριθμός των στοιχείων που απαιτούνται για την απόφαση χρηματοδότησης. Σύμφωνα με τον στόχο της απλούστευσης, η απόφαση χρηματοδότησης θα πρέπει να αποτελεί ταυτόχρονα ετήσιο ή πολυετές πρόγραμμα εργασίας. Με δεδομένο ότι οι συνεισφορές προς τους οργανισμούς της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71 έχει ήδη θεσπιστεί στον προϋπολογισμό, δεν θα πρέπει να απαιτείται έκδοση ειδικής απόφασης χρηματοδότησης στην περίπτωση αυτή.

(49)

Όσον αφορά τις δαπάνες, θα πρέπει να διευκρινιστεί η σχέση μεταξύ αποφάσεων χρηματοδότησης, συνολικών δημοσιονομικών δεσμεύσεων και ατομικών δημοσιονομικών δεσμεύσεων καθώς και οι έννοιες της δημοσιονομικής και της νομικής δέσμευσης προκειμένου να καθοριστεί σαφές πλαίσιο για τα διάφορα στάδια της εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

(50)

Για να ληφθεί υπόψη, ειδικότερα, ο αριθμός των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται στις αντιπροσωπείες της Ένωσης και οι διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών που καλούνται να αντιμετωπίσουν, θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα για προσωρινές δημοσιονομικές δεσμεύσεις και στις περιπτώσεις όπου οι τελικοί αποδέκτες και τα ποσά είναι γνωστά.

(51)

Όσον αφορά την τυπολογία των πληρωμών που μπορούν να πραγματοποιούν οι διατάκτες, θα πρέπει να δοθούν διευκρινίσεις σχετικά με τα διάφορα είδη των πληρωμών, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Οι κανόνες για την εκκαθάριση των πληρωμών προχρηματοδότησης θα πρέπει να αποσαφηνιστούν περαιτέρω, ιδιαίτερα για καταστάσεις στις οποίες δεν είναι εφικτή ενδιάμεση εκκαθάριση. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να συμπεριληφθούν κατάλληλες διατάξεις στις νομικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται.

(52)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ορίζει ότι οι πληρωμές πρέπει να πραγματοποιούνται εντός ορισμένης προθεσμίας και ότι, σε περίπτωση αδυναμίας τήρησης της προθεσμίας, οι πιστωτές θα έχουν δικαίωμα σε τόκους υπερημερίας εις βάρος του προϋπολογισμού, με εξαίρεση τα κράτη μέλη, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων («ΕΤΕπ») και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων («ΕΤαΕ»).

(53)

Είναι ενδεδειγμένο να ενταχθούν οι διατάξεις που αφορούν την εκκαθάριση και την εντολή πληρωμής των δαπανών σε ένα άρθρο και να οριστεί η έννοια της «αποδέσμευσης». Δεδομένου ότι οι συναλλαγές πραγματοποιούνται σε μηχανογραφημένα συστήματα, η «υπογραφή γραμματίου είσπραξης με ‘έγκριση πληρωμής’ προκειμένου να εκφραστεί η απόφαση έγκρισης» αντικαταστάθηκε από την «ηλεκτρονικά ασφαλή υπογραφή» με εξαίρεση μικρό αριθμό περιπτώσεων. Είναι επίσης αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι η εκκαθάριση δαπάνης ισχύει για όλες τις επιλέξιμες δαπάνες, περιλαμβανομένων, όπως συμβαίνει με την εκκαθάριση της προχρηματοδότησης, των δαπανών που δεν σχετίζονται με αίτημα πληρωμής.

(54)

Με στόχο τη μείωση της πολυπλοκότητας, τον εξορθολογισμό των υφιστάμενων κανόνων και την πιο εύκολη κατανόηση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες που θα είναι κοινοί για περισσότερα από ένα μέσα εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Για τον σκοπό αυτό, ορισμένες διατάξεις θα πρέπει να ομαδοποιηθούν εκ νέου, η διατύπωση και το πεδίο εφαρμογής άλλων διατάξεων θα πρέπει να εναρμονιστούν και οι περιττές επαναλήψεις και παραπομπές θα πρέπει να εξαλειφθούν.

(55)

Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης θα πρέπει να συγκροτεί επιτροπή προόδου του εσωτερικού ελέγχου η οποία θα είναι αρμόδια να διασφαλίζει την ανεξαρτησία του εσωτερικού ελεγκτή, να παρακολουθεί την ποιότητα των εργασιών εσωτερικού ελέγχου και να εξασφαλίζει ότι οι συστάσεις του εσωτερικού και του εξωτερικού ελέγχου λαμβάνονται δεόντως υπόψη και παρακολουθούνται από τις υπηρεσίες του. Η σύνθεση της εν λόγω επιτροπής προόδου του εσωτερικού ελέγχου θα πρέπει να αποφασίζεται από κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης λαμβανομένων υπόψη της οργανωτικής αυτονομίας του και της σημασίας των συμβουλών ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων.

(56)

Θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στις επιδόσεις και στα αποτελέσματα έργων που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό. Είναι, συνεπώς, σκόπιμο να καθοριστεί επιπλέον μορφή χρηματοδότησης που να μη συνδέεται με τις δαπάνες των σχετικών πράξεων πέραν των ήδη καθιερωμένων μορφών συνεισφοράς της Ένωσης (επιστροφή επιλέξιμων δαπανών που όντως πραγματοποιήθηκαν, χρηματοδότηση με κατ’ αποκοπή ποσά, βάσει μοναδιαίων δαπανών και με ενιαίο συντελεστή). Η επιπλέον μορφή χρηματοδότησης θα πρέπει να βασίζεται στην εκ των προτέρων εκπλήρωση ορισμένων όρων ή στην επίτευξη αποτελεσμάτων τα οποία μετρώνται έναντι προκαθορισμένων οροσήμων ή μέσω δεικτών επιδόσεων.

(57)

Στις περιπτώσεις όπου η Επιτροπή διενεργεί αξιολογήσεις της επιχειρησιακής και χρηματοδοτικής ικανότητας των αποδεκτών κονδυλίων της Ένωσης ή των συστημάτων και των διαδικασιών τους, θα πρέπει να μπορεί να βασίζεται στις αξιολογήσεις που έχουν ήδη διενεργηθεί από την ίδια, από άλλες οντότητες ή από δωρητές, όπως εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς, προκειμένου να αποφεύγονται διπλές αξιολογήσεις των ίδιων αποδεκτών. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η δυνατότητα αμοιβαίας εμπιστοσύνης σε αξιολογήσεις που έχουν διενεργηθεί από άλλες οντότητες, εφόσον οι εν λόγω αξιολογήσεις διενεργήθηκαν σύμφωνα με όρους ισοδύναμους με εκείνους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό για την εφαρμοστέα μέθοδο εκτέλεσης. Κατά συνέπεια, για να καλλιεργηθεί μεταξύ των δωρητών αμοιβαία εμπιστοσύνη σε αξιολογήσεις, η Επιτροπή θα πρέπει να προωθήσει την αναγνώριση διεθνώς αποδεκτών προτύπων ή διεθνών βέλτιστων πρακτικών.

(58)

Είναι επίσης σημαντικό να αποφευχθούν περιπτώσεις που οι αποδέκτες κονδυλίων της Ένωσης δεν υποβάλλονται σε λογιστικό έλεγχο περισσότερες από μία φορές από διαφορετικές οντότητες όσον αφορά τη χρήση αυτών των κονδυλίων. Θα πρέπει να είναι συνεπώς δυνατή η στήριξη σε λογιστικούς ελέγχους που έχουν διενεργηθεί από ανεξάρτητους ελεγκτές, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει επαρκής απόδειξη της ικανότητας και της ανεξαρτησίας τους και υπό την προϋπόθεση ότι οι ελεγκτικές εργασίες βασίζονται σε διεθνώς αποδεκτά ελεγκτικά πρότυπα που εξασφαλίζουν εύλογη βεβαιότητα και ότι διενεργήθηκαν με βάση τις οικονομικές καταστάσεις και εκθέσεις που περιγράφουν τη χρήση της συνεισφοράς της Ένωσης. Οι εν λόγω έλεγχοι θα πρέπει, ακολούθως, να αποτελούν τη βάση της συνολικής διαβεβαίωσης σχετικά με τη χρήση των κονδυλίων της Ένωσης. Για τον σκοπό αυτό, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι η έκθεση του ανεξάρτητου ελεγκτή και η σχετική τεκμηρίωση ελέγχου είναι διαθέσιμη κατόπιν σχετικού αιτήματος από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο και τις ελεγκτικές αρχές των κρατών μελών.

(59)

Για τους σκοπούς της στήριξης των αξιολογήσεων και ελέγχων καθώς και της μείωσης της διοικητικής επιβάρυνσης σε πρόσωπα και οντότητες που λαμβάνουν κονδύλια της Ένωσης, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι κάθε πληροφορία που είναι ήδη διαθέσιμη στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, σε διαχειριστικές αρχές ή άλλους φορείς και οντότητες που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης, επαναχρησιμοποιείται προκειμένου να αποφεύγονται τα πολλαπλά αιτήματα σε αποδέκτες ή δικαιούχους κονδυλίων.

(60)

Με στόχο την καθιέρωση μακροπρόθεσμου μηχανισμού συνεργασίας με τους αποδέκτες, θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα υπογραφής χρηματοδοτικών συμφωνιών-πλαίσιο εταιρικής σχέσης. Οι χρηματοδοτικές εταιρικές σχέσεις-πλαίσιο θα πρέπει να υλοποιούνται μέσω επιχορηγήσεων ή μέσω συμφωνιών συνεισφοράς με πρόσωπα και οντότητες που συμμετέχουν στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης. Για τον εν λόγω σκοπό, θα πρέπει να καθοριστεί το ελάχιστο περιεχόμενο αυτών των συμφωνιών συνεισφοράς. Οι χρηματοδοτικές εταιρικές σχέσεις-πλαίσιο δεν θα πρέπει να περιορίζουν αθέμιτα την πρόσβαση σε ενωσιακή χρηματοδότηση.

(61)

Οι όροι και οι διαδικασίες για την αναστολή, τη διακοπή ή τη μείωση συνεισφοράς της Ένωσης θα πρέπει να εναρμονιστούν στα διάφορα μέσα εκτέλεσης του προϋπολογισμού όπως επιχορηγήσεις, προμήθειες, έμμεση διαχείριση, βραβεία κ.λπ. Θα πρέπει να προσδιοριστούν οι λόγοι για μια τέτοια αναστολή, διακοπή ή μείωση.

(62)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ορίζει τυποποιημένα χρονικά διαστήματα για τα οποία τα παραστατικά σε σχέση με τις συνεισφορές της Ένωσης θα πρέπει να τηρούνται από τους αποδέκτες για να αποφευχθούν διαφορετικές ή δυσανάλογες συμβατικές υποχρεώσεις, ενώ παράλληλα θα δίνεται επαρκής χρόνος στην Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) για να έχουν πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα και έγγραφα και για να εκτελέσουν τους εκ των υστέρων ελέγχους. Επιπροσθέτως, τυχόν πρόσωπα ή οντότητες που είναι αποδέκτες κονδυλίων της Ένωσης θα πρέπει να υποχρεούνται να συνεργάζονται για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

(63)

Προκειμένου να παρέχεται επαρκής ενημέρωση στους συμμετέχοντες και τους δικαιούχους και να διασφαλίζεται η δυνατότητά τους να ασκούν το δικαίωμα υπεράσπισής τους, θα πρέπει να παρέχεται στους συμμετέχοντες και τους αποδέκτες η δυνατότητα να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους πριν από την έγκριση κάθε μέτρου που επιδρά δυσμενώς στα δικαιώματά τους και να ενημερώνονται για τα μέσα προσφυγής που διαθέτουν για την αμφισβήτηση του εν λόγω μέτρου.

(64)

Για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, θα πρέπει να συσταθεί από την Επιτροπή ενιαίο σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού.

(65)

Το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού θα πρέπει να εφαρμόζεται στους συμμετέχοντες, τους αποδέκτες, τις οντότητες στις οποίες προτίθεται να στηριχθεί ο υποψήφιος ή ο προσφέρων ή στους υπεργολάβους ενός αναδόχου, σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή οντότητα που είναι αποδέκτης κονδυλίων της Ένωσης υπό καθεστώς έμμεσης διαχείρισης του προϋπολογισμού, σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή οντότητα που είναι αποδέκτης κονδυλίων της Ένωσης στο πλαίσιο χρηματοδοτικών μέσων που εφαρμόζονται υπό καθεστώς άμεσης διαχείρισης, σε συμμετέχοντες ή αποδέκτες οντοτήτων εκτέλεσης του προϋπολογισμού υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης και σε χορηγούς.

(66)

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι όταν μια απόφαση καταχώρισης προσώπου ή οντότητας στη βάση δεδομένων του συστήματος έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού λαμβάνεται με βάση τις περιπτώσεις αποκλεισμού φυσικού ή νομικού προσώπου το οποίο είναι μέλος του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου του εν λόγω προσώπου ή οντότητας ή το οποίο έχει εξουσία εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων ή ελέγχου αναφορικά με το εν λόγω πρόσωπο ή οντότητα, ή φυσικού ή νομικού προσώπου που αναλαμβάνει απεριόριστη ευθύνη για τα χρέη του εν λόγω προσώπου ή οντότητας, ή φυσικού προσώπου το οποίο είναι καίριας σημασίας για την ανάθεση ή την εκτέλεση της νομικής δέσμευσης, τα στοιχεία που καταχωρίζονται στη βάση δεδομένων περιλαμβάνουν τα στοιχεία που αφορούν τα εν λόγω πρόσωπα.

(67)

Η απόφαση αποκλεισμού προσώπου ή οντότητας από τη συμμετοχή σε διαδικασίες ανάθεσης ή η επιβολή χρηματικής ποινής σε πρόσωπο ή οντότητα, καθώς και η απόφαση δημοσίευσης των σχετικών πληροφοριών θα πρέπει να λαμβάνονται από τον αρμόδιο διατάκτη, στο πλαίσιο της αυτονομίας του σε διοικητικά θέματα. Σε περίπτωση απουσίας οριστικής δικαστικής ή οριστικής διοικητικής απόφασης και σε περιπτώσεις σοβαρής παραβίασης της σύμβασης, οι αρμόδιοι διατάκτες θα πρέπει να αποφασίζουν λαμβάνοντας υπόψη τη σύσταση της επιτροπής βάσει προκαταρκτικού νομικού χαρακτηρισμού. Η ανωτέρω επιτροπή θα πρέπει επίσης να αξιολογεί τη διάρκεια του αποκλεισμού εφόσον αυτή δεν έχει καθοριστεί στην οριστική δικαστική ή την οριστική διοικητική απόφαση.

(68)

Ο ρόλος της επιτροπής θα πρέπει να είναι η εξασφάλιση της συνεπούς λειτουργίας του συστήματος αποκλεισμού. Η επιτροπή θα πρέπει να αποτελείται από έναν μόνιμο πρόεδρο, δύο εκπροσώπους της Επιτροπής και έναν εκπρόσωπο του αιτούντος διατάκτη.

(69)

Ο προκαταρκτικός νομικός χαρακτηρισμός δεν προδικάζει την τελική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του εμπλεκόμενου προσώπου ή οντότητας από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η σύσταση της επιτροπής καθώς και η απόφαση του αρμόδιου διατάκτη θα πρέπει, ως εκ τούτου, να αναθεωρούνται μετά την κοινοποίηση της τελικής αξιολόγησης.

(70)

Ο αρμόδιος διατάκτης θα πρέπει να αποκλείει ένα πρόσωπο ή μια οντότητα, όταν έχει εκδοθεί οριστική δικαστική ή οριστική διοικητική απόφαση σε περίπτωση σοβαρού επαγγελματικού παραπτώματος, μη συμμόρφωσης, ηθελημένης ή όχι, με τις υποχρεώσεις καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφάλισης ή πληρωμής φόρων, στην περίπτωση δημιουργίας οντότητας υπαγόμενης σε διαφορετική δικαιοδοσία με σκοπό την καταστρατήγηση φορολογικών, κοινωνικών ή τυχόν άλλων νομικών υποχρεώσεων και στην περίπτωση απάτης εις βάρος του προϋπολογισμού, ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας, συμπεριφοράς σε σχέση με εγκληματική οργάνωση, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ή διάπραξης αξιόποινων πράξεων που συνδέονται με την τρομοκρατία, παιδικής εργασίας ή άλλων μορφών εμπορίας ανθρώπων ή διάπραξης παρατυπίας. Το πρόσωπο ή η οντότητα θα πρέπει να αποκλείεται επίσης σε περίπτωση σοβαρής αθέτησης νομικής δέσμευσης ή πτώχευσης.

(71)

Όταν ο αρμόδιος διατάκτης αποφασίζει να αποκλείσει πρόσωπο ή οντότητα, ή να επιβάλει χρηματική ποινή σε πρόσωπο ή οντότητα, και να προβεί στη δημοσίευση των σχετικών πληροφοριών, θα πρέπει να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση με την αρχή της αναλογικότητας, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα της κατάστασης, τις δημοσιονομικές της επιπτώσεις, τον χρόνο που έχει παρέλθει από τη σχετική συμπεριφορά, τη διάρκεια της συμπεριφοράς και την επανάληψή της, την πρόθεση ή τον βαθμό αμέλειας που επιδείχθηκε και τον βαθμό συνεργασίας του προσώπου ή της οντότητας με την οικεία αρμόδια αρχή και τη συμβολή του εν λόγω προσώπου ή οντότητας στην έρευνα.

(72)

Ο αρμόδιος διατάκτης θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να αποκλείσει ένα πρόσωπο ή μια οντότητα, όταν φυσικό ή νομικό πρόσωπο με απεριόριστη ευθύνη για τα χρέη του οικονομικού φορέα έχει πτωχεύσει ή βρίσκεται σε ανάλογη κατάσταση αφερεγγυότητας ή όταν το εν λόγω φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του ως προς την πληρωμή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης ή φόρων, εφόσον οι καταστάσεις αυτές έχουν αντίκτυπο στην οικονομική κατάσταση του εν λόγω οικονομικού φορέα.

(73)

Ένα πρόσωπο ή μια οντότητα δεν θα πρέπει να υπόκειται σε απόφαση αποκλεισμού, όταν απέδειξε την αξιοπιστία του/της με τη λήψη διορθωτικών μέτρων. Η δυνατότητα αυτή δεν θα πρέπει να ισχύει για σοβαρότατες εγκληματικές δραστηριότητες.

(74)

Βάσει της αρχής της αναλογικότητας, θα πρέπει να διακρίνονται οι περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να επιβληθεί χρηματική ποινή ως εναλλακτική λύση προς τον αποκλεισμό, αφενός, από τις περιπτώσεις στις οποίες η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του οικείου αποδέκτη ο οποίος επιχείρησε να αποκτήσει αθέμιτα πόρους της Ένωσης δικαιολογεί την επιβολή χρηματικής ποινής επιπλέον του αποκλεισμού ώστε να εξασφαλίζεται αποτρεπτικό αποτέλεσμα, αφετέρου. Θα πρέπει επίσης να καθοριστεί το μέγιστο ποσό χρηματικής ποινής που μπορεί να επιβληθεί από την αναθέτουσα αρχή.

(75)

Χρηματικές ποινές θα πρέπει να επιβάλλονται μόνο σε αποδέκτες και όχι σε συμμετέχοντες δεδομένου ότι το ύψος της επιβαλλόμενης χρηματικής ποινής υπολογίζεται με βάση την αξία της υπό διακύβευση νομικής δέσμευσης.

(76)

Η δυνατότητα λήψης απόφασης αποκλεισμού ή επιβολής οικονομικών κυρώσεων είναι ανεξάρτητη από τη δυνατότητα εφαρμογής συμβατικών κυρώσεων, όπως κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεων.

(77)

Η διάρκεια του αποκλεισμού θα πρέπει να είναι χρονικά περιορισμένη, όπως στην περίπτωση της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, και θα πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.

(78)

Είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται η ημερομηνία έναρξης και η διάρκεια της προθεσμίας παραγραφής για τη λήψη αποφάσεων αποκλεισμού ή την επιβολή διοικητικών κυρώσεων.

(79)

Είναι σημαντικό να υπάρχει δυνατότητα ενίσχυσης του αποτρεπτικού αποτελέσματος που επιτυγχάνεται με την επιβολή αποκλεισμού και χρηματικής ποινής. Εν προκειμένω, το αποτρεπτικό αποτέλεσμα θα πρέπει να ενισχυθεί με τη δυνατότητα δημοσίευσης των πληροφοριών που αφορούν τον αποκλεισμό και/ή τη χρηματική ποινή, με απόλυτο σεβασμό των απαιτήσεων προστασίας των δεδομένων που προβλέπονται στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και (ΕΕ) 2016/679. Η δημοσίευση αυτή θα πρέπει να συμβάλει στην εξασφάλιση ότι δεν θα επαναληφθεί η ίδια συμπεριφορά. Για λόγους ασφάλειας δικαίου και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, είναι σκόπιμο να διευκρινίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες δεν θα πρέπει να γίνεται η δημοσίευση. Ο αρμόδιος διατάκτης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, στην εκτίμησή του, κάθε σύσταση της επιτροπής. Όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να δημοσιεύονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν αυτό υπαγορεύεται από τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς ή τον αντίκτυπό της στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.

(80)

Οι πληροφορίες που αφορούν αποκλεισμό ή χρηματική ποινή θα πρέπει να δημοσιεύονται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις σοβαρού επαγγελματικού παραπτώματος, απάτης, σημαντικής αδυναμίας όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις βασικές υποχρεώσεις νομικής δέσμευσης που χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό, ή παρατυπίας ή στην περίπτωση δημιουργίας οντότητας υπαγόμενης σε διαφορετική δικαιοδοσία με σκοπό την καταστρατήγηση φορολογικών, κοινωνικών ή τυχόν άλλων νομικών υποχρεώσεων.

(81)

Τα κριτήρια αποκλεισμού θα πρέπει να διαχωρίζονται σαφώς από τα κριτήρια που οδηγούν σε πιθανή απόρριψη από διαδικασία απονομής.

(82)

Οι πληροφορίες σχετικά με τον έγκαιρο εντοπισμό των κινδύνων και τις αποφάσεις αποκλεισμού και την επιβολή οικονομικών κυρώσεων σε ένα πρόσωπο ή μια οντότητα θα πρέπει να είναι συγκεντρωμένες. Για τον σκοπό αυτό, οι σχετικές πληροφορίες θα πρέπει να αποθηκεύονται σε βάση δεδομένων την οποία δημιουργεί και διαχειρίζεται η Επιτροπή ως ιδιοκτήτης του κεντρικού συστήματος. Το εν λόγω σύστημα θα πρέπει να λειτουργεί σε πλήρη συμμόρφωση με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

(83)

Ενώ η δημιουργία και η λειτουργία του συστήματος έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού θα πρέπει να αποτελεί αρμοδιότητα της Επιτροπής, τα άλλα θεσμικά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης, καθώς και όλα τα πρόσωπα ή οι οντότητες που είναι επιφορτισμένες με την εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης υπό καθεστώς άμεσης, επιμερισμένης ή έμμεσης διαχείρισης, θα πρέπει να συμμετέχουν στο εν λόγω σύστημα, διαβιβάζοντας τις σχετικές πληροφορίες στην Επιτροπή. Ο αρμόδιος διατάκτης και η επιτροπή θα πρέπει να εγγυώνται το δικαίωμα υπεράσπισης του προσώπου ή της οντότητας. Το ίδιο δικαίωμα θα πρέπει να δίνεται σε πρόσωπα ή οντότητες, στο πλαίσιο του έγκαιρου εντοπισμού, όταν μία πράξη στην οποία προτίθεται να προβεί ο διατάκτης θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του ενδιαφερόμενου προσώπου ή οντότητας. Σε υποθέσεις απάτης, δωροδοκίας ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας που πλήττει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, στις οποίες δεν υπάρχει ακόμη οριστική απόφαση, ο αρμόδιος διατάκτης θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να μεταθέτει χρονικά την κοινοποίηση στο πρόσωπο ή την οντότητα και η επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να μεταθέτει χρονικά το δικαίωμα υποβολή παρατηρήσεων από το πρόσωπο ή την οντότητα. Τέτοια χρονική μετάθεση θα πρέπει να θεωρείται δικαιολογημένη μόνο όταν υπάρχουν επιτακτικοί νόμιμοι λόγοι για τη διαφύλαξη του εμπιστευτικού χαρακτήρα της έρευνας ή της εθνικής δικαστικής διαδικασίας.

(84)

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία όσον αφορά τις αποφάσεις αποκλεισμού και τις οικονομικές κυρώσεις που επιβάλλονται βάσει του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΣΛΕΕ.

(85)

Για να διευκολυνθεί η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σε όλες τις μεθόδους εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα πρόσωπα και οι οντότητες που συμμετέχουν στην εκτέλεση του προϋπολογισμού υπό καθεστώς επιμερισμένης και έμμεσης διαχείρισης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν υπόψη, κατά περίπτωση, τις περιπτώσεις αποκλεισμού που αποφασίζονται από τους διατάκτες σε επίπεδο Ένωσης.

(86)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προωθεί τον στόχο της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, ειδικότερα τη χρήση ηλεκτρονικών δεδομένων στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και τρίτων.

(87)

Η πρόοδος που επιτελείται προς την κατεύθυνση της ηλεκτρονικής ανταλλαγής πληροφοριών και της ηλεκτρονικής υποβολής εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών δημόσιων συμβάσεων, κατά περίπτωση, που συνιστούν μείζονα παράγοντα απλούστευσης, θα πρέπει να συνοδεύεται από σαφείς όρους για την αποδοχή των συστημάτων που θα χρησιμοποιούνται, ώστε να δημιουργηθεί ένα νομικώς υγιές περιβάλλον και, παράλληλα, να διαφυλαχθεί η ευελιξία στη διαχείριση των κονδυλίων της Ένωσης για τους συμμετέχοντες, τους αποδέκτες και τους διατάκτες όπως προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό.

(88)

Θα πρέπει να καθοριστούν κανόνες σχετικά με τη σύνθεση και τα καθήκοντα της επιτροπής που είναι αρμόδια για την αξιολόγηση των δικαιολογητικών εγγράφων των αιτήσεων σε διαδικασίες προμηθειών και χορήγησης επιχορηγήσεων και στους διαγωνισμούς με απονομή βραβείων. Η επιτροπή θα πρέπει να είναι δυνατό να περιλαμβάνει εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, όταν η δυνατότητα αυτή προβλέπεται στη βασική πράξη.

(89)

Σε συμμόρφωση προς την αρχή της χρηστής διοίκησης, ο διατάκτης θα πρέπει να ζητεί διευκρινίσεις ή δικαιολογητικά που λείπουν και, παράλληλα, να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχείρισης χωρίς να μεταβάλλονται ουσιωδώς τα δικαιολογητικά έγγραφα της αίτησης. Ο διατάκτης θα πρέπει να δύναται να αποφασίσει να μην το πράξει μόνο σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Επιπλέον, ο διατάκτης θα πρέπει να είναι σε θέση να διορθώνει προφανή σφάλματα εκ παραδρομής ή να ζητεί από τον συμμετέχοντα να τα διορθώσει.

(90)

Η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση επιβάλλει να προστατεύεται η Επιτροπή ζητώντας εγγυήσεις κατά την καταβολή των προχρηματοδοτήσεων. Η υποχρέωση κατάθεσης εγγύησης, την οποία υπέχουν οι ανάδοχοι και οι δικαιούχοι, δεν θα πρέπει να είναι αυτόματη, αλλά να βασίζεται σε ανάλυση κινδύνου. Σε περίπτωση που στη διάρκεια της εκτέλεσης ο διατάκτης διαπιστώσει ότι ένας εγγυητής δεν έχει ή δεν διαθέτει πλέον την εξουσία να χορηγεί εγγυήσεις βάσει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, ο διατάκτης θα πρέπει να μπορεί να ζητήσει αντικατάσταση της εγγύησης.

(91)

Οι διαφορετικές δέσμες κανόνων για την άμεση και την έμμεση διαχείριση, και ειδικότερα για την έννοια των καθηκόντων εκτέλεσης του προϋπολογισμού, προκαλούν σύγχυση και συνεπάγονται κίνδυνο σφαλμάτων όσον αφορά τον χαρακτηρισμό τόσο για την Επιτροπή όσο και για τους εταίρους της και θα πρέπει, συνεπώς, να απλουστευθούν και να εναρμονιστούν.

(92)

Οι διατάξεις σχετικά με την εκ των προτέρων αξιολόγηση κατά πυλώνες προσώπων και οντοτήτων που εκτελούν κονδύλια της Ένωσης βάσει έμμεσης διαχείρισης θα πρέπει να αναθεωρηθούν ώστε να παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να στηρίζεται κατά το μέγιστο δυνατόν στα συστήματα, τους κανόνες και τις διαδικασίες των εν λόγω προσώπων και οντοτήτων που θεωρούνται ισοδύναμα με αυτά που χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή. Επιπλέον, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι όταν η αξιολόγηση αποδεικνύει ότι υπάρχουν τομείς στους οποίους οι ισχύουσες διαδικασίες δεν επαρκούν για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η Επιτροπή θα πρέπει να δύναται να υπογράφει συμφωνίες συνεισφοράς και να επιβάλλει κατάλληλα μέτρα επιτήρησης. Είναι επίσης σημαντικό να διευκρινιστεί σε ποιες περιπτώσεις η Επιτροπή δύναται να μην απαιτεί εκ των προτέρων αξιολόγηση κατά πυλώνες για την υπογραφή συμφωνιών συνεισφοράς.

(93)

Οι αμοιβές των προσώπων και οντοτήτων που συμμετέχουν στην εκτέλεση του προϋπολογισμού θα πρέπει, κατά περίπτωση και εφόσον είναι εφικτό, να βασίζονται σε επιδόσεις.

(94)

Η Επιτροπή συνάπτει εταιρικές σχέσεις με τρίτες χώρες με την υπογραφή συμφωνιών χρηματοδότησης. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί το περιεχόμενο των εν λόγω συμφωνιών χρηματοδότησης ειδικά για τα τμήματα εκείνα της δράσης που εφαρμόζονται από την τρίτη χώρα υπό καθεστώς έμμεσης διαχείρισης.

(95)

Είναι σημαντικό να αναγνωριστεί ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των συνδυαστικών μηχανισμών ή πλατφορμών στο πλαίσιο των οποίων η Επιτροπή συνδυάζει τη συνεισφορά της με εκείνη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και να αποσαφηνιστεί η εφαρμογή των διατάξεων για τα χρηματοδοτικά μέσα και τις δημοσιονομικές εγγυήσεις.

(96)

Οι κανόνες σχετικά με τις προμήθειες και οι αρχές που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις που ανατίθενται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για ίδιο λογαριασμό θα πρέπει να βασίζονται στους κανόνες που περιλαμβάνονται στην οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) και στην οδηγία 2014/24/ΕΕ.

(97)

Στην περίπτωση μεικτών συμβάσεων, θα πρέπει να διευκρινιστεί η μεθοδολογία των αναθετουσών αρχών για τον καθορισμό των εφαρμοστέων κανόνων.

(98)

Θα πρέπει να αποσαφηνιστούν τα εκ των προτέρων και εκ των υστέρων μέτρα δημοσιότητας που είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή διαδικασίας προμηθειών για τις συμβάσεις ίσου ή μεγαλύτερου ύψους από τα κατώτατα όρια που ορίζονται στην οδηγία 2014/24/ΕΕ, για τις συμβάσεις κάτω από τα όρια αυτά καθώς και για τις συμβάσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

(99)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να περιλαμβάνει εξαντλητικό κατάλογο του συνόλου των διαδικασιών προμηθειών που έχουν στη διάθεσή τους τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, ανεξάρτητα από τα κατώτατα όρια.

(100)

Για λόγους διοικητικής απλούστευσης και προκειμένου να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), είναι σκόπιμο να προβλεφθούν διαδικασίες με διαπραγμάτευση για συμβάσεις μεσαίου ύψους.

(101)

Όπως στην περίπτωση της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει διαβούλευση με φορείς της αγοράς πριν από την έναρξη διαδικασίας προμηθειών. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η σύμπραξη καινοτομίας χρησιμοποιείται μόνο σε περίπτωση που τα επιθυμητά έργα, αγαθά ή υπηρεσίες δεν υπάρχουν στην αγορά ή δεν αποτελούν αντικείμενο αναπτυξιακής δραστηριότητας με προσανατολισμό την αγορά, θα πρέπει να θεσπιστεί στον παρόντα κανονισμό υποχρέωση διενέργειας προκαταρκτικής διαβούλευσης με φορείς της αγοράς πριν από τη χρήση σύμπραξης καινοτομίας.

(102)

Θα πρέπει επιπροσθέτως να διευκρινιστεί η συμβολή των αναθετουσών αρχών στην προστασία του περιβάλλοντος και στην προώθηση βιώσιμης ανάπτυξης, με ταυτόχρονη επίτευξη της καλύτερης σχέσης ποιότητας/τιμής για τις συμβάσεις τους, ιδίως με την απαίτηση ειδικών σημάτων ή τη χρήση κατάλληλων μεθόδων ανάθεσης.

(103)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι, κατά την εκτέλεση των συμβάσεων, οι οικονομικοί φορείς συμμορφώνονται με τις ισχύουσες περιβαλλοντικές, κοινωνικές και εργασιακές υποχρεώσεις δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, της εθνικής νομοθεσίας, συλλογικών συμβάσεων ή των διεθνών κοινωνικών και περιβαλλοντικών συμβάσεων που απαριθμούνται στο παράρτημα X της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, οι υποχρεώσεις αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις ελάχιστες απαιτήσεις που ορίζονται από την αναθέτουσα αρχή και να ενσωματώνονται στις συμβάσεις που υπογράφονται από την αναθέτουσα αρχή.

(104)

Είναι σκόπιμο οι περιπτώσεις στις οποίες γίνεται συνήθως αναφορά με τον όρο καταστάσεις «σύγκρουσης συμφερόντων» να εντοπίζονται και να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης. H έννοια της «σύγκρουσης συμφερόντων» θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε περιπτώσεις στις οποίες ένα πρόσωπο ή μια οντότητα που έχει επιφορτιστεί με καθήκοντα εκτέλεσης του προϋπολογισμού, λογιστικού ή άλλου ελέγχου, ή ένας μόνιμος ή άλλος υπάλληλος θεσμικού οργάνου της Ένωσης ή εθνικών αρχών σε οποιοδήποτε επίπεδο βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση. Απόπειρες να επηρεαστεί με αθέμιτο τρόπο μια διαδικασία ανάθεσης ή να αποκτηθούν πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα, το οποίο μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη από τη διαδικασία ανάθεσης και/ή σε αποκλεισμό από τα κονδύλια της Ένωσης. Επιπροσθέτως, οι οικονομικοί φορείς ενδέχεται να είναι σε κατάσταση η οποία δεν επιτρέπει την επιλογή τους για την εκτέλεση σύμβασης λόγω αντικρουόμενων επαγγελματικών συμφερόντων. Για παράδειγμα, μία εταιρεία δεν θα πρέπει να αξιολογεί έργο στο οποίο συμμετείχε η ίδια ούτε ένας ελεγκτής να είναι σε θέση να ελέγχει λογαριασμούς τους οποίους προηγουμένως έχει πιστοποιήσει.

(105)

Σύμφωνα με την οδηγία 2014/24/ΕΕ, θα πρέπει να είναι δυνατή η επαλήθευση του αποκλεισμού οικονομικού φορέα, η εφαρμογή κριτηρίων επιλογής και ανάθεσης καθώς και η επαλήθευση της συμμόρφωσης με τα έγγραφα της προμήθειας, χωρίς συγκεκριμένη σειρά. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να είναι δυνατή η απόρριψη προσφορών βάσει των κριτηρίων ανάθεσης, χωρίς προηγούμενο έλεγχο των κριτηρίων αποκλεισμού ή επιλογής του αντίστοιχου προσφέροντος.

(106)

Οι συμβάσεις θα πρέπει να ανατίθενται με βάση την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, σύμφωνα με το άρθρο 67 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ.

(107)

Για τους σκοπούς της ασφάλειας δικαίου, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι τα κριτήρια επιλογής συνδέονται αυστηρά με την αξιολόγηση των υποψηφίων ή των προσφερόντων και ότι τα κριτήρια ανάθεσης συνδέονται αυστηρά με την αξιολόγηση των προσφορών. Ειδικότερα, τα προσόντα και η πείρα του προσωπικού στο οποίο ανατίθεται η εκτέλεση της σύμβασης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο ως κριτήριο επιλογής και όχι ως κριτήριο ανάθεσης, καθώς αυτό θα δημιουργούσε τον κίνδυνο επικάλυψης και διπλής αξιολόγησης του ίδιου στοιχείου. Επιπλέον, αν τα εν λόγω προσόντα και η εν λόγω πείρα χρησιμοποιήθηκαν ως κριτήρια ανάθεσης, οποιαδήποτε αλλαγή του προσωπικού στο οποίο έχει ανατεθεί η εκτέλεση της σύμβασης, ακόμη και όταν δικαιολογείται λόγω ασθένειας ή αλλαγής θέσης, θα θέτει υπό αμφισβήτηση τους όρους υπό τους οποίους ανατέθηκε η σύμβαση και θα δημιουργεί με αυτόν τον τρόπο ανασφάλεια δικαίου.

(108)

H διαδικασία σύναψης συμβάσεων στην Ένωση θα πρέπει να διασφαλίζει την αποδοτική, διαφανή και κατάλληλη χρήση των πόρων της Ένωσης, περιορίζοντας ταυτόχρονα τη διοικητική επιβάρυνση για τους αποδέκτες κονδυλίων της Ένωσης. Εν προκειμένω, η ηλεκτρονική δημόσια σύμβαση αναμένεται ότι θα συμβάλει στην καλύτερη χρήση των πόρων της Ένωσης και ότι θα βελτιώσει την πρόσβαση όλων των οικονομικών φορέων στις συμβάσεις. Όλα τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που διενεργούν διαδικασίες συμβάσεων θα πρέπει να δημοσιεύουν στους δικτυακούς τους τόπους σαφείς κανόνες όσον αφορά την αγορά, τις δαπάνες και την παρακολούθηση καθώς και όλες τις συμβάσεις που έχουν ανατεθεί, συμπεριλαμβανομένης της αξίας τους.

(109)

Θα πρέπει να διευκρινιστεί η πρόβλεψη αρχικού σταδίου και αξιολόγησης για κάθε διαδικασία. Η απόφαση ανάθεσης θα πρέπει να είναι πάντα το αποτέλεσμα αξιολόγησης.

(110)

Κατά την κοινοποίηση του αποτελέσματος διαδικασίας, οι υποψήφιοι και οι προσφέροντες θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τους λόγους για τους οποίους λήφθηκε η απόφαση και να λαμβάνουν εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης αξιολόγησης.

(111)

Δεδομένου ότι τα κριτήρια δεν εφαρμόζονται με συγκεκριμένη σειρά, οι απορριφθέντες προσφέροντες που υπέβαλαν συμβατές προσφορές θα πρέπει να λαμβάνουν γνώση των στοιχείων και των σχετικών πλεονεκτημάτων της επιλεγείσας προσφοράς, εφόσον το ζητήσουν.

(112)

Όσον αφορά τις συμβάσεις-πλαίσια με επανεκκίνηση του διαγωνισμού, δεν θα πρέπει να υπάρχει υποχρέωση παροχής των στοιχείων και των σχετικών πλεονεκτημάτων της επιλεγείσας προσφοράς σε μη επιλεγέντα ανάδοχο, με βάση το σκεπτικό ότι η κατοχή αυτών των πληροφοριών από τα μέρη της ίδιας σύμβασης-πλαισίου κάθε φορά που ο διαγωνισμός επαναλαμβάνεται, ενδέχεται να υπονομεύσει τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ τους.

(113)

H αναθέτουσα αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να ακυρώσει τη διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης πριν από την υπογραφή της σύμβασης, χωρίς οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες να μπορούν να διεκδικήσουν αποζημίωση. Το ανωτέρω ισχύει με την επιφύλαξη των περιπτώσεων στις οποίες η αναθέτουσα αρχή έχει ενεργήσει κατά τρόπο ώστε να μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για την πρόκληση βλάβης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης.

(114)

Όπως στην περίπτωση της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστούν οι όροι υπό τους οποίους είναι δυνατή η τροποποίηση σύμβασης κατά τη διάρκεια της εκτέλεσής της χωρίς νέα διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης. Ειδικότερα, νέα διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης δεν θα πρέπει να απαιτείται σε περιπτώσεις διοικητικών αλλαγών, καθολικής διαδοχής και όπου η εφαρμογή σαφών και μη αμφιλεγόμενων ρητρών ή επιλογών δεν μεταβάλλουν τις ελάχιστες απαιτήσεις της αρχικής διαδικασίας. Θα πρέπει να απαιτείται νέα διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης σε περίπτωση ουσιωδών μεταβολών της αρχικής σύμβασης, ιδίως του πεδίου και του περιεχομένου των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, συμπεριλαμβανομένης της κατανομής των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι εν λόγω μεταβολές αποτελούν ένδειξη της πρόθεσης των μερών να επαναδιαπραγματευθούν τους ουσιαστικούς όρους της σύμβασης, ιδίως, σε περίπτωση που οι τροποποιήσεις θα επηρέαζαν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, εάν οι τροποποιημένοι όροι αποτελούσαν μέρος της αρχικής διαδικασίας.

(115)

Είναι αναγκαίο να προβλέπεται η επιλογή απαίτησης εγγύησης καλής εκτέλεσης στην περίπτωση έργων, αγαθών και πολύπλοκων υπηρεσιών, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων και η ορθή εκτέλεση της σύμβασης καθ’ όλη τη διάρκειά της. Είναι επίσης αναγκαίο να προβλέπεται η επιλογή απαίτησης παρακράτησης χρηματικής εγγύησης για την κάλυψη της περιόδου ευθύνης που προβλέπει η σύμβαση, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική στους οικείους τομείς.

(116)

Για να καθοριστούν τα εφαρμοστέα κατώτατα όρια και οι εφαρμοστέες διαδικασίες, θα πρέπει να διευκρινιστεί αν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, οι εκτελεστικοί και λοιποί οργανισμοί της Ένωσης θεωρούνται αναθέτουσες αρχές. Δεν θα πρέπει να θεωρούνται αναθέτουσες αρχές σε περιπτώσεις στις οποίες αγοράζουν από μια κεντρική αρχή προμηθειών. Επιπλέον, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης αποτελούν μια ενιαία νομική οντότητα και οι υπηρεσίες τους δεν είναι σε θέση να συνάπτουν συμβάσεις, αλλά μόνο συμφωνίες επιπέδου εξυπηρέτησης μεταξύ τους.

(117)

Είναι σκόπιμο να περιληφθεί στον παρόντα κανονισμό αναφορά στα δύο κατώτατα όρια που προβλέπονται στην οδηγία 2014/24/ΕΕ, τα οποία εφαρμόζονται στις συμβάσεις έργων και αγαθών και υπηρεσιών, αντίστοιχα. Τα εν λόγω κατώτατα όρια θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης σε συμβάσεις παραχώρησης για λόγους απλούστευσης καθώς και χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, με βάση τις ιδιαιτερότητες των αναγκών των θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων. Η αναθεώρηση των εν λόγω κατώτατων ορίων που ορίζονται στην οδηγία 2014/24/ΕΕ θα πρέπει, επομένως, να εφαρμοστεί άμεσα στις προμήθειες που ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού.

(118)

Για λόγους εναρμόνισης και απλούστευσης, οι τυποποιημένες διαδικασίες που εφαρμόζονται στις προμήθειες θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται στις αγορές που προβλέπονται βάσει του απλοποιημένου καθεστώτος για συμβάσεις για κοινωνικές και λοιπές ειδικές υπηρεσίας που αναφέρονται στο άρθρο 74 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ. Ως εκ τούτου, το κατώτατο όριο για τις αγορές απλοποιημένου καθεστώτος θα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με το κατώτατο όριο που ισχύει για τις συμβάσεις υπηρεσιών.

(119)

Είναι αναγκαίο να διευκρινιστούν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της περιόδου αναστολής που πρέπει να τηρηθούν πριν την υπογραφή σύμβασης ή σύμβασης-πλαισίου.

(120)

Οι κανόνες που ισχύουν για τις προμήθειες στον τομέα των εξωτερικών δράσεων θα πρέπει να είναι συμβατοί με τις αρχές που καθορίζονται στις οδηγίες 2014/23/ΕΕ και 2014/24/ΕΕ.

(121)

Για να περιοριστεί η πολυπλοκότητα, να εξορθολογιστούν οι υφιστάμενοι κανόνες και να βελτιωθεί η σαφήνεια των κανόνων για τις προμήθειες, είναι απαραίτητο να συγκεντρωθούν οι γενικές διατάξεις σχετικά με τις προμήθειες και οι ειδικές διατάξεις που ισχύουν για τις προμήθειες στον τομέα των εξωτερικών δράσεων και να εξαλειφθούν οι άσκοπες επαναλήψεις και οι διασταυρούμενες παραπομπές.

(122)

Είναι αναγκαίο να διευκρινιστούν οι οικονομικοί φορείς που έχουν πρόσβαση στις προμήθειες που συνάπτονται βάσει του παρόντος κανονισμού σε συνάρτηση με τον τόπο εγκατάστασής τους και να προβλεφθεί ρητά ότι η εν λόγω δυνατότητα πρόσβασης ισχύει και για διεθνείς οργανισμούς.

(123)

Για να επιτευχθεί ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη για διαφάνεια και μεγαλύτερη συνοχή των κανόνων για τις προμήθειες, αφενός, και στην ανάγκη για παροχή ευελιξίας όσον αφορά ορισμένες τεχνικές πτυχές των εν λόγω κανόνων, αφετέρου, οι τεχνικοί κανόνες για τις προμήθειες θα πρέπει να οριστούν σε παράρτημα του παρόντος κανονισμού και θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τροποποιήσεις του εν λόγω παραρτήματος.

(124)

Πρέπει να αποσαφηνιστεί το πεδίο εφαρμογής του τίτλου που αναφέρεται στις επιχορηγήσεις, ιδίως ως προς το είδος της ενέργειας ή του οργανισμού που είναι δυνατό να τύχει επιχορήγησης, καθώς και ως προς τις νομικές δεσμεύσεις που είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη επιχορηγήσεων. Ειδικότερα, οι αποφάσεις επιχορήγησης θα πρέπει σταδιακά να καταργηθούν λόγω της περιορισμένης χρήσης τους και της σταδιακής εισαγωγής των ηλεκτρονικών επιχορηγήσεων. Η διάρθρωση του τίτλου θα πρέπει να απλουστευθεί με τη μετακίνηση των διατάξεων που αφορούν τα μέσα που δεν συνιστούν επιχορηγήσεις σε άλλα τμήματα του παρόντος κανονισμού. Η φύση των οργανισμών που δικαιούνται επιχορηγήσεις λειτουργίας θα πρέπει να διευκρινιστεί χωρίς αναφορά σε οργανισμούς που επιδιώκουν σκοπούς γενικού ενδιαφέροντος της Ένωσης καθώς η έννοια των οργανισμών αυτών επικαλύπτεται με την έννοια των οργανισμών οι οποίοι επιδιώκουν στόχο που εντάσσεται σε πολιτική της Ένωσης και την υποστηρίζει.

(125)

Με στόχο να απλοποιηθούν οι διαδικασίες και να βελτιωθεί η σαφήνεια του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να απλουστευθούν και να εξορθολογιστούν οι διατάξεις που σχετίζονται με το περιεχόμενο της αίτησης επιχορήγησης, της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων και της συμφωνίας επιχορήγησης.

(126)

Με στόχο να διευκολυνθεί η υλοποίηση των ενεργειών που χρηματοδοτούνται από περισσότερους του ενός δωρητές όταν το ύψος της συνολικής χρηματοδότησης της ενέργειας δεν είναι γνωστό κατά τη δέσμευση της συνεισφοράς της Ένωσης, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί ο τρόπος με τον οποίο καθορίζεται η συνεισφορά της Ένωσης και η μέθοδος για τον έλεγχο της χρήσης της.

(127)

Η πείρα από τη χρήση κατ’ αποκοπή ποσών, μοναδιαίων δαπανών ή ενιαίων συντελεστών έδειξε ότι αυτές οι μορφές χρηματοδότησης φέρνουν μεγάλη διοικητική απλούστευση και μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο σφαλμάτων. Ανεξαρτήτως του τομέα παρέμβασης της Ένωσης τα κατ’ αποκοπή ποσά, οι μοναδιαίες δαπάνες και οι ενιαίοι συντελεστές αποτελούν κατάλληλη μορφή χρηματοδότησης και ιδίως για τις τυποποιημένες και επαναλαμβανόμενες ενέργειες όπως είναι η κινητικότητα ή οι δραστηριότητες κατάρτισης κ.λπ. Επιπλέον, καθώς πραγματοποιείται από τα όργανα κρατών μελών θεσμική συνεργασία μεταξύ δημόσιων αρχών των κρατών μελών και δικαιούχων ή συμμετεχόντων κρατών (θεσμική αδελφοποίηση), η χρήση απλουστευμένων επιλογών κόστους είναι δικαιολογημένη και αναμένεται να προαγάγει την ενεργό συμμετοχή τους. Προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα, τα κράτη μέλη και οι λοιποί αποδέκτες κονδυλίων της Ένωσης θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν συχνότερα τις απλουστευμένες επιλογές κόστους. Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να καταστούν πιο ευέλικτες οι προϋποθέσεις για τη χρήση κατ’ αποκοπή ποσών, μοναδιαίων δαπανών και ενιαίων συντελεστών. Είναι ανάγκη να υπάρξει ρητή πρόβλεψη για τον καθορισμό ενιαίων κατ’ αποκοπή ποσών που θα καλύπτουν το σύνολο των επιλέξιμων δαπανών της ενέργειας ή του προγράμματος εργασίας. Επιπροσθέτως, για να ενθαρρυνθεί η εστίαση στα αποτελέσματα, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη χρηματοδότηση με βάση τις εκροές. Τα κατ’ αποκοπή ποσά, οι μοναδιαίες δαπάνες και οι ενιαίοι συντελεστές με βάση τις εισροές θα πρέπει να παραμείνουν ως επιλογή για τις περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι εφικτό ή ενδεδειγμένο να βασιστούν στις εκροές.

(128)

Οι διοικητικές διαδικασίες για την έγκριση κατ’ αποκοπή ποσών, μοναδιαίων δαπανών και ενιαίων συντελεστών θα πρέπει να απλουστευθούν με την εξουσιοδότηση του αρμόδιου διατάκτη για τις εν λόγω εγκρίσεις. Κατά περίπτωση, η εν λόγω έγκριση θα πρέπει να χορηγείται από την Επιτροπή ανάλογα με τη φύση των δραστηριοτήτων ή των δαπανών ή ανάλογα με τον αριθμό των εμπλεκόμενων διατακτών.

(129)

Για να καλυφθεί η έλλειψη δεδομένων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή ποσών, των μοναδιαίων δαπανών και των ενιαίων συντελεστών, θα πρέπει να επιτρέπεται η χρήση κρίσης εμπειρογνωμόνων.

(130)

Αν και θα πρέπει να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες συχνότερης χρήσης απλουστευμένων μορφών χρηματοδότησης, θα πρέπει να τηρείται η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και, ειδικότερα, οι αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποφυγής της διπλής χρηματοδότησης. Για τον σκοπό αυτό, οι απλουστευμένες μορφές χρηματοδότησης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι χρησιμοποιούμενοι πόροι είναι κατάλληλοι για τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν, ότι παρέχεται μόνον άπαξ χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό για τις ίδιες δαπάνες, ότι γίνεται σεβαστή η αρχή της συγχρηματοδότησης και ότι γενικά αποφεύγεται η υπεραντιστάθμιση των αποδεκτών. Ως εκ τούτου, οι απλουστευμένες μορφές χρηματοδότησης θα πρέπει να βασίζονται σε στατιστικά ή λογιστικά στοιχεία, παρεμφερή αντικειμενικά μέσα ή στην κρίση εμπειρογνωμόνων. Επιπλέον, θα πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται κατάλληλες επαληθεύσεις, έλεγχοι και περιοδικές αξιολογήσεις.

(131)

Θα πρέπει να αποσαφηνιστεί το πεδίο των επαληθεύσεων και των ελέγχων, σε αντιδιαστολή με τις περιοδικές αξιολογήσεις των κατ’ αποκοπή ποσών, των μοναδιαίων δαπανών ή των ενιαίων συντελεστών. Οι εν λόγω επαληθεύσεις και έλεγχοι θα πρέπει να επικεντρώνονται στην εκπλήρωση των όρων που ενεργοποιούν την καταβολή κατ’ αποκοπή ποσών, μοναδιαίων δαπανών ή ενιαίων συντελεστών, συμπεριλαμβανομένης, όπου απαιτείται, της επίτευξης εκροών και/ή αποτελεσμάτων. Με βάση αυτούς τους όρους δεν θα πρέπει να απαιτείται υποβολή έκθεσης για τις πραγματικές δαπάνες του δικαιούχου. Στις περιπτώσεις όπου το ύψος της χρηματοδότησης με κατ’ αποκοπή ποσά, μοναδιαίες δαπάνες ή ενιαίο συντελεστή έχει αποφασιστεί εκ των προτέρων από τον αρμόδιο διατάκτη ή την Επιτροπή, αυτό δεν θα πρέπει να αμφισβητείται με εκ των υστέρων ελέγχους. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τη μείωση επιχορήγησης σε περίπτωση ανεπαρκούς, μερικής ή καθυστερημένης υλοποίησης ή σε περίπτωση παρατυπίας, απάτης ή αθέτησης άλλων υποχρεώσεων. Ειδικότερα, η επιχορήγηση θα πρέπει να μειώνεται σε περίπτωση που δεν έχουν εκπληρωθεί οι όροι που ενεργοποιούν την καταβολή κατ’ αποκοπή ποσών, μοναδιαίων δαπανών ή ενιαίων συντελεστών. Η συχνότητα και το πεδίο των περιοδικών αξιολογήσεων θα πρέπει να εξαρτώνται από την εξέλιξη και τη φύση των δαπανών, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις ουσιώδεις μεταβολές των τιμών της αγοράς και άλλες συναφείς περιστάσεις. Η περιοδική αξιολόγηση ενδέχεται να οδηγήσει σε επικαιροποιήσεις των κατ’ αποκοπή ποσών, των μοναδιαίων δαπανών ή των ενιαίων συντελεστών που θα ισχύουν στις μελλοντικές συμφωνίες αλλά δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για να αμφισβητηθεί το ύψος των κατ’ αποκοπή ποσών, των μοναδιαίων δαπανών και των ενιαίων συντελεστών που έχουν ήδη συμφωνηθεί. Η περιοδική αξιολόγηση των κατ’ αποκοπή ποσών, των μοναδιαίων δαπανών και των ενιαίων συντελεστών ενδέχεται να απαιτεί πρόσβαση στους λογαριασμούς του δικαιούχου για στατιστικούς και μεθοδολογικούς σκοπούς και η πρόσβαση αυτή είναι επίσης αναγκαία για την πρόληψη και τον εντοπισμό περιπτώσεων απάτης.

(132)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η συμμετοχή μικρών οργανισμών στην υλοποίηση των πολιτικών της Ένωσης σε ένα περιβάλλον περιορισμένης διαθεσιμότητας πόρων, είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί η αξία της εργασίας που προσφέρουν οι εθελοντές ως επιλέξιμη δαπάνη. Συνεπώς, οι οργανισμοί αυτοί θα πρέπει να μπορούν να βασίζονται σε μεγαλύτερο βαθμό στην εργασία των εθελοντών με στόχο την εξασφάλιση συγχρηματοδότησης για την ενέργεια ή το πρόγραμμα εργασίας. Με την επιφύλαξη του ανώτατου ποσοστού συγχρηματοδότησης που ορίζεται στη βασική πράξη, στις περιπτώσεις αυτές, η επιχορήγηση της Ένωσης θα πρέπει να περιορίζεται στις εκτιμώμενες επιλέξιμες δαπάνες εκτός των δαπανών που καλύπτουν την εργασία των εθελοντών. Δεδομένου ότι η εθελοντική εργασία είναι ένα είδος εργασίας που παρέχεται από τρίτους χωρίς να τους καταβάλλεται αμοιβή από τον δικαιούχο, ο περιορισμός αποτρέπει την επιστροφή δαπανών τις οποίες δεν πραγματοποίησε ο δικαιούχος. Επιπλέον, η αξία της εθελοντικής εργασίας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 50 % των συνεισφορών σε είδος και οποιασδήποτε άλλης συγχρηματοδότησης.

(133)

Προκειμένου να προστατευτεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές των δημόσιων οικονομικών, θα πρέπει να διατηρηθεί στον παρόντα κανονισμό η αρχή της μη αποκόμισης κέρδους.

(134)

Κατ’ αρχήν, οι επιχορηγήσεις θα πρέπει να χορηγούνται κατόπιν πρόσκλησης υποβολής προτάσεων. Όταν επιτρέπονται εξαιρέσεις, αυτές θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται περιοριστικά σε ό,τι αφορά την έκταση και τη διάρκειά τους. Η κατ’ εξαίρεση δυνατότητα χορήγησης επιχορηγήσεων χωρίς πρόσκληση υποβολής προτάσεων σε φορείς με μονοπώλιο εκ των πραγμάτων ή εκ του νόμου, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον όταν οι σχετικοί φορείς είναι οι μόνοι ικανοί να υλοποιήσουν τα σχετικά είδη δραστηριοτήτων ή όταν το μονοπώλιο αυτό τους έχει ανατεθεί από τον νόμο ή από δημόσια αρχή.

(135)

Στο πλαίσιο της εξέλιξης προς τις ηλεκτρονικές επιχορηγήσεις και τις ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις, θα πρέπει να ζητείται από τους αιτούντες και τους προσφέροντες να προσκομίσουν αποδείξεις για το νομικό καθεστώς και την οικονομική βιωσιμότητά τους μόνον άπαξ εντός συγκεκριμένης περιόδου, και δεν θα πρέπει να απαιτείται από αυτούς να επανυποβάλουν τα δικαιολογητικά έγγραφα σε κάθε διαδικασία χορήγησης. Είναι, ως εκ τούτου, αναγκαίο να ευθυγραμμιστούν οι απαιτήσεις για τον αριθμό των ετών για τον οποίο θα ζητούνται έγγραφα στο πλαίσιο των διαδικασιών ανάθεσης για τις επιχορηγήσεις και τις δημόσιες συμβάσεις.

(136)

Η χρήση των βραβείων, μιας πολύτιμης μορφής χρηματοδοτικής στήριξης που δεν σχετίζεται με προβλέψιμες δαπάνες θα πρέπει να διευκολυνθεί και οι εφαρμοστέοι κανόνες να αποσαφηνιστούν. Τα βραβεία θα πρέπει να θεωρούνται συμπλήρωμα και όχι υποκατάστατο άλλων χρηματοδοτικών μέσων, όπως των επιχορηγήσεων.

(137)

Για να αυξηθεί η ευελιξία όσον αφορά την απονομή των βραβείων, η δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 υποχρέωση διακήρυξης διαγωνισμών βραβείων αξίας 1 000 000 EUR και άνω στις καταστάσεις που συνοδεύουν το σχέδιο προϋπολογισμού θα πρέπει να αντικατασταθεί από την εκ των προτέρων υποχρέωση ενημέρωσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και από ρητή μνεία των βραβείων στην απόφαση χρηματοδότησης.

(138)

Τα βραβεία θα πρέπει να απονέμονται με βάση τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης. Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να καθοριστούν τα ελάχιστα χαρακτηριστικά των διαγωνισμών, ιδίως οι όροι για την καταβολή του βραβείου στους νικητές μετά την απονομή του, καθώς και τα κατάλληλα μέσα δημοσίευσης. Θα πρέπει επίσης να θεσπιστεί μια σαφώς καθορισμένη διαδικασία απονομής, από την υποβολή των υποψηφιοτήτων έως την παροχή ενημέρωσης στους αιτούντες και την ανακήρυξη του επιλεγέντος υποψηφίου, η οποία θα αντικατοπτρίζει τη διαδικασία επιχορηγήσεων.

(139)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καθορίσει τις εφαρμοστέες αρχές και προϋποθέσεις για τα χρηματοδοτικά μέσα, τις εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό και τη χρηματοδοτική συνδρομή καθώς και τους κανόνες για τον περιορισμό της δημοσιονομικής υποχρέωσης της Ένωσης, την καταπολέμηση της απάτης και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την εκκαθάριση των χρηματοδοτικών μέσων και την υποβολή εκθέσεων.

(140)

Τα τελευταία χρόνια η Ένωση χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο χρηματοδοτικά μέσα τα οποία επιτρέπουν την επίτευξη μεγαλύτερης μόχλευσης του προϋπολογισμού, αλλά, ταυτόχρονα, ενέχουν χρηματοοικονομικό κίνδυνο για τον προϋπολογισμό. Σε αυτά τα χρηματοδοτικά μέσα συγκαταλέγονται όχι μόνο τα χρηματοδοτικά μέσα που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012, αλλά και άλλα μέσα όπως οι εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό και η χρηματοδοτική συνδρομή που στο παρελθόν διέπονταν μόνον από τους κανόνες που θεσπίζονταν στις αντίστοιχες βασικές πράξεις. Είναι σημαντικό να θεσπιστεί κοινό πλαίσιο ώστε να διασφαλίζεται η ομοιογένεια των αρχών που διέπουν την εν λόγω δέσμη μέσων και οι αρχές αυτές να συγκεντρωθούν σε νέο τίτλο στον παρόντα κανονισμό, ο οποίος θα περιλαμβάνει τμήματα για τις εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό και για τη χρηματοδοτική συνδρομή προς κράτη μέλη ή τρίτες χώρες, επιπροσθέτως των υφιστάμενων κανόνων που εφαρμόζονται στα χρηματοδοτικά μέσα.

(141)

Τα χρηματοδοτικά μέσα και οι εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό μπορούν να είναι πολύτιμα για τον πολλαπλασιασμό του αντικτύπου κονδυλίων της Ένωσης οσάκις τα κονδύλια αυτά προστίθενται σε άλλα κονδύλια και περιλαμβάνουν αποτέλεσμα μόχλευσης. Τα χρηματοδοτικά μέσα και οι εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό θα πρέπει να υλοποιούνται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκύπτει κίνδυνος στρέβλωσης του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά ή μη συμβατότητας προς τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.

(142)

Στο πλαίσιο των ετήσιων πιστώσεων που εγκρίνονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για ένα δεδομένο πρόγραμμα δαπανών, τα χρηματοδοτικά μέσα και οι εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό θα πρέπει να χρησιμοποιούνται βάσει μιας εκ των προτέρων αξιολόγησης που θα αποδεικνύει ότι είναι αποτελεσματικά για την επίτευξη των στόχων πολιτικής της Ένωσης.

(143)

Τα χρηματοδοτικά μέσα, οι εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό και η χρηματοδοτική συνδρομή θα πρέπει να εγκρίνονται μέσω βασικής πράξης. Σε περίπτωση που δημιουργούνται χρηματοδοτικά μέσα χωρίς βασική πράξη σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, αυτά θα πρέπει να εγκρίνονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στο πλαίσιο του προϋπολογισμού.

(144)

Θα πρέπει να οριστούν τα μέσα που ενδεχομένως εμπίπτουν στον τίτλο X, όπως δάνεια, εγγυήσεις, επενδύσεις μετοχικού κεφαλαίου, επενδύσεις οιονεί μετοχικού κεφαλαίου και μέσα επιμερισμού του κινδύνου. Στον ορισμό των μέσων επιμερισμού του κινδύνου θα πρέπει να μπορούν να περιλαμβάνονται πιστωτικές ενισχύσεις για ομόλογα έργων, με τις οποίες καλύπτεται ο κίνδυνος εξυπηρέτησης του χρέους ενός έργου και αμβλύνεται ο πιστωτικός κίνδυνος των ομολογιούχων μέσω πιστωτικών ενισχύσεων υπό μορφή δανείου ή εγγύησης.

(145)

Τυχόν αποπληρωμές από χρηματοδοτικά μέσα ή εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για το μέσο ή την εγγύηση από την οποία προήλθαν οι αποπληρωμές με σκοπό την ενίσχυση της αποδοτικότητας του εν λόγω μέσου ή της εγγύησης και, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη βασική πράξη, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν προτείνονται μελλοντικές πιστώσεις για το εν λόγω μέσο ή την εν λόγω εγγύηση.

(146)

Είναι σκόπιμο να αναγνωριστεί η ευθυγράμμιση των συμφερόντων όσον αφορά την επιδίωξη των στόχων πολιτικής της Ένωσης και, συγκεκριμένα, ότι η ΕΤΕπ και το ΕΤΕ διαθέτουν την ειδική εμπειρογνωμοσύνη για την εφαρμογή χρηματοδοτικών μέσων και εγγυήσεων από τον προϋπολογισμό.

(147)

Η ΕΤΕπ και το ΕΤΕ, λειτουργώντας ως όμιλος, θα πρέπει να έχουν δυνατότητα αμοιβαίας μεταβίβασης μέρους της εφαρμογής μεταξύ τους, όταν αυτή η μεταβίβαση ενδέχεται να ωφελήσει την υλοποίηση μιας δεδομένης ενέργειας και σύμφωνα με τα όσα ορίζονται επιπροσθέτως στη σχετική συμφωνία με την Επιτροπή.

(148)

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όταν τα χρηματοδοτικά μέσα ή οι δημοσιονομικές εγγυήσεις συνδυάζονται με επικουρικές μορφές στήριξης από τον προϋπολογισμό, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι κανόνες που αφορούν τα χρηματοδοτικά μέσα και τις δημοσιονομικές εγγυήσεις. Οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να συμπληρώνονται, κατά περίπτωση, από ειδικές απαιτήσεις που καθορίζονται από τους κανόνες του συγκεκριμένου τομέα.

(149)

Η εφαρμογή των χρηματοδοτικών μέσων και των εγγυήσεων από τον προϋπολογισμό που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό θα πρέπει να είναι συμβατή με την πολιτική της Ένωσης όσον αφορά τις μη συνεργάσιμες περιοχές φορολογικής δικαιοδοσίας, και τις επικαιροποιήσεις της πολιτικής αυτής, όπως ορίζεται στις σχετικές νομικές πράξεις της Ένωσης και στα συμπεράσματα του Συμβουλίου, ιδίως δε τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 2016 για τα κριτήρια και τη διαδικασία για την κατάρτιση του ενωσιακού καταλόγου μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας (15) και το παράρτημα αυτών, καθώς και τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 5ης Δεκεμβρίου 2017 σχετικά με τον ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας (16) και τα παραρτήματα αυτών.

(150)

Οι εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό και η χρηματοδοτική συνδρομή προς κράτη μέλη ή τρίτες χώρες αποτελούν συνήθως πράξεις εκτός προϋπολογισμού οι οποίες έχουν σημαντικό αντίκτυπο στον ισολογισμό της Ένωσης. Αν και συνήθως συνεχίζουν να αποτελούν πράξεις εκτός προϋπολογισμού, η ένταξή τους στον παρόντα κανονισμό ενισχύει την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και παρέχει ένα σαφέστερο πλαίσιο για την έγκριση, τη διαχείριση και τη λογιστική τους.

(151)

Η Ένωση δρομολόγησε προσφάτως σημαντικές πρωτοβουλίες που βασίζονται σε εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (ΕΤΒΑ). Τα χαρακτηριστικά των μέσων αυτών είναι ότι δημιουργούν ενδεχόμενη υποχρέωση για την Ένωση και προϋποθέτουν την πρόβλεψη κονδυλίων ώστε να καταστεί διαθέσιμο αποθεματικό ρευστότητας, το οποίο επιτρέπει την ομαλή ανταπόκριση του προϋπολογισμού στις υποχρεώσεις πληρωμής που μπορεί να προκύψουν από αυτές τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις. Για να εξασφαλιστεί η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ένωσης και, συνεπώς, η ικανότητά της να παρέχει αποτελεσματική χρηματοδότηση, είναι εξαιρετικά σημαντικό η έγκριση, η πρόβλεψη και η παρακολούθηση των ενδεχόμενων υποχρεώσεων να εντάσσονται σε ένα ισχυρό σύνολο κανόνων το οποίο θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό.

(152)

Οι ενδεχόμενες υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό είναι δυνατό να καλύπτουν ευρύ φάσμα χρηματοδοτικών και επενδυτικών πράξεων. Η πιθανότητα κατάπτωσης της εγγύησης από τον προϋπολογισμό δεν μπορεί να προβλεφθεί με απόλυτη βεβαιότητα σε ετήσια βάση όπως στην περίπτωση των δανείων που έχουν καθορισμένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής. Είναι, συνεπώς, απολύτως απαραίτητο να θεσπιστεί ένα πλαίσιο για την έγκριση και την παρακολούθηση των ενδεχόμενων υποχρεώσεων ώστε να διασφαλίζεται πλήρης τήρηση, ανά πάσα στιγμή, του ανώτατου ορίου ετήσιων πιστώσεων πληρωμών που ορίζεται στην απόφαση 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ του Συμβουλίου (17).

(153)

Το εν λόγω πλαίσιο θα πρέπει επίσης να περιέχει διατάξεις για τη διαχείριση και τον έλεγχο, συμπεριλαμβανομένης της τακτικής υποβολής εκθέσεων σχετικά με το χρηματοοικονομικό άνοιγμα της Ένωσης. Ο συντελεστής πρόβλεψης των δημοσιονομικών υποχρεώσεων θα πρέπει να καθορίζεται με βάση ορθή εκτίμηση κινδύνου όσον αφορά τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους που απορρέουν από το σχετικό μέσο. Η βιωσιμότητα των ενδεχόμενων υποχρεώσεων θα πρέπει να εκτιμάται σε ετήσια βάση στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού. Θα πρέπει να θεσπιστεί μηχανισμός έγκαιρης προειδοποίησης με στόχο την αποφυγή ελλείμματος στις προβλέψεις για την κάλυψη των δημοσιονομικών υποχρεώσεων.

(154)

Η αυξανόμενη χρήση των χρηματοδοτικών μέσων, των εγγυήσεων από τον προϋπολογισμό και της χρηματοδοτικής συνδρομής απαιτεί κινητοποίηση και πρόβλεψη σημαντικού όγκου πιστώσεων πληρωμών. Για να επιτευχθεί μόχλευση και, ταυτόχρονα, να διασφαλίζεται επαρκές επίπεδο προστασίας έναντι των δημοσιονομικών υποχρεώσεων, είναι σημαντικό να βελτιστοποιηθεί το ποσό των απαιτούμενων προβλέψεων και να βελτιωθεί η αποδοτικότητα με τη συγκέντρωση των εν λόγω προβλέψεων σε ένα κοινό ταμείο προβλέψεων. Επιπλέον, η πιο ευέλικτη χρήση αυτών των συγκεντρωμένων προβλέψεων καθιστά δυνατό τον καθορισμό ενός αποτελεσματικού συντελεστή συνολικών προβλέψεων που θα παρέχει την απαιτούμενη προστασία με βελτιστοποιημένο ύψος πόρων.

(155)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία του κοινού ταμείου προβλέψεων για την περίοδο προγραμματισμού μετά το 2020, η Επιτροπή θα πρέπει, μέχρι τις 30 Ιουνίου 2019, να υποβάλει ανεξάρτητη εξωτερική αξιολόγηση των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων όσον αφορά την ανάθεση της οικονομικής διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων του κοινού ταμείου προβλέψεων στην Επιτροπή, την ΕΤΕπ, ή σε συνδυασμό των δύο, λαμβάνοντας υπόψη τα συναφή τεχνικά και θεσμικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται κατά τη σύγκριση υπηρεσιών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, όπου συμπεριλαμβάνονται η τεχνική υποδομή, η σύγκριση του κόστους για τις παρεχόμενες υπηρεσίες, η θεσμική δομή, η υποβολή εκθέσεων, η απόδοση, η λογοδοσία και η εμπειρογνωμοσύνη κάθε θεσμικού οργάνου και των λοιπών εντολών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων για τον προϋπολογισμό. Η αξιολόγηση θα πρέπει να συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από νομοθετική πρόταση.

(156)

Οι εφαρμοστέοι κανόνες για τις προβλέψεις και το κοινό ταμείο εγγυήσεων θα πρέπει να παρέχουν ένα σταθερό πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου. Οι κατευθυντήριες γραμμές που εφαρμόζονται στη διαχείριση των πόρων του κοινού ταμείου εγγυήσεων θα πρέπει να καθοριστούν από την Επιτροπή μετά από διαβούλευση με τον υπόλογο της Επιτροπής. Οι διατάκτες των χρηματοδοτικών μέσων, των εγγυήσεων από τον προϋπολογισμό ή της χρηματοδοτικής συνδρομής θα πρέπει να παρακολουθούν ενεργά τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις για τις οποίες είναι αρμόδιοι και ο οικονομικός διαχειριστής των πόρων του κοινού ταμείου εγγυήσεων θα πρέπει να διαχειρίζεται τα ταμειακά ποσά και τα περιουσιακά στοιχεία του ταμείου ακολουθώντας τους κανόνες και τις διαδικασίες που καθορίζονται από τον υπόλογο της Επιτροπής.

(157)

Οι εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό και η χρηματοδοτική συνδρομή θα πρέπει να συμμορφώνονται με το ίδιο σύνολο αρχών που έχει θεσπιστεί για τα χρηματοδοτικά μέσα. Οι εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό, ειδικότερα θα πρέπει να είναι ανέκκλητες, άνευ όρων και διαθέσιμες εφόσον ζητηθούν. Θα πρέπει να εφαρμόζονται με έμμεση διαχείριση ή, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με άμεση διαχείριση. Θα πρέπει να καλύπτουν μόνο χρηματοδοτικές και επενδυτικές πράξεις και οι αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να συνεισφέρουν με ίδιους πόρους στις καλυπτόμενες πράξεις.

(158)

Η χρηματοδοτική συνδρομή προς κράτη μέλη ή τρίτες χώρες θα πρέπει να λαμβάνει τη μορφή δανείου ή πιστωτικού ορίου ή άλλου μέσου το οποίο θεωρείται κατάλληλο ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της στήριξης. Προς τούτο, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτείται στη σχετική βασική πράξη να δανείζεται τους αναγκαίους πόρους από τις κεφαλαιαγορές ή από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, χωρίς να εμπλέκεται η Ένωση σε οποιαδήποτε μεταβολή της διάρκειας που θα την εξέθετε σε κίνδυνο επιτοκίου ή άλλο εμπορικό κίνδυνο.

(159)

Οι διατάξεις που αφορούν τα χρηματοδοτικά μέσα θα πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή το ταχύτερο δυνατόν, ώστε να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη απλούστευση και αποτελεσματικότητα. Οι διατάξεις που αφορούν τις εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό και τη χρηματοδοτική συνδρομή, καθώς και το κοινό ταμείο εγγυήσεων, θα πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή από το μετά το 2020 πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Το χρονοδιάγραμμα αυτό θα επιτρέψει τη διεξοδική προετοιμασία των νέων εργαλείων για τη διαχείριση των ενδεχόμενων υποχρεώσεων. Θα επιτρέψει επίσης την εναρμόνιση των αρχών που ορίζονται στον τίτλο X, αφενός, με την πρόταση για το μετά το 2020 πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και, αφετέρου, με τα ειδικά προγράμματα που σχετίζονται με εν λόγω πλαίσιο.

(160)

Ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18) θεσπίζει κανόνες όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων και των πολιτικών ιδρυμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδίως σχετικά με τις προϋποθέσεις χρηματοδότησης, τη χορήγηση και την κατανομή της χρηματοδότησης, τις δωρεές και συνεισφορές, τη χρηματοδότηση των εκστρατειών για τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τις επιστρεπτέες δαπάνες, την απαγόρευση ορισμένης χρηματοδότησης, τους λογαριασμούς, την υποβολή εκθέσεων και τον οικονομικό έλεγχο, την εκτέλεση και τον έλεγχο, τις κυρώσεις, τη συνεργασία μεταξύ της αρχής για τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και ιδρύματα, του διατάκτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των κρατών μελών, και τη διαφάνεια.

(161)

Θα πρέπει να συμπεριληφθούν κανόνες στον παρόντα κανονισμό σχετικά με τις συνεισφορές από τον προϋπολογισμό στα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014.

(162)

Η οικονομική στήριξη που παρέχεται στα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα θα πρέπει να έχει τη μορφή ειδικής συνεισφοράς για να αντιστοιχεί στις ειδικές ανάγκες των εν λόγω κομμάτων.

(163)

Μολονότι η οικονομική στήριξη χορηγείται χωρίς να απαιτείται ετήσιο πρόγραμμα εργασίας, τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα θα πρέπει να δικαιολογούν εκ των υστέρων τη χρηστή χρήση της χρηματοδότησης της Ένωσης. Ειδικότερα, ο αρμόδιος διατάκτης θα πρέπει να ελέγχει ότι η χρηματοδότηση της Ένωσης χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή επιστρεπτέων δαπανών όπως ορίζεται στην πρόσκληση υποβολής αιτήσεων συνεισφορών εντός των προθεσμιών που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό. Οι συνεισφορές στα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα θα πρέπει να δαπανώνται έως τη λήξη του οικονομικού έτους που έπεται της χορήγησής τους· μετά από αυτό το διάστημα η μη δαπανηθείσα χρηματοδότηση θα πρέπει να ανακτάται από τον αρμόδιο διατάκτη.

(164)

Η χρηματοδότηση της Ένωσης που χορηγείται για την οικονομική στήριξη του κόστους λειτουργίας των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για άλλους λόγους εκτός από εκείνους που θεσπίζονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014, ειδικότερα για την άμεση ή έμμεση χρηματοδότηση τρίτων μερών, όπως τα εθνικά πολιτικά κόμματα. Τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα θα πρέπει να χρησιμοποιούν τις συνεισφορές για να πληρώσουν ποσοστό των τρεχουσών και μελλοντικών δαπανών και όχι δαπάνες ή οφειλές που προηγούνται της υποβολής των αιτήσεών τους για συνεισφορές.

(165)

Η χορήγηση των συνεισφορών θα πρέπει επίσης να απλουστευθεί και να προσαρμοστεί στις ιδιαιτερότητες των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων, ιδίως στην απουσία κριτηρίων επιλογής, στη θέσπιση μίας και μόνης πληρωμής προχρηματοδότησης για το σύνολο του ποσού ως γενικού κανόνα καθώς και στη δυνατότητα χρήσης χρηματοδότησης με κατ’ αποκοπή ποσά, ενιαίο συντελεστή και μοναδιαίες δαπάνες.

(166)

Οι συνεισφορές από τον προϋπολογισμό θα πρέπει να αναβάλλονται, να μειώνονται ή να παύουν όταν τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα παραβαίνουν τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014.

(167)

Οι κυρώσεις που βασίζονται τόσο στον παρόντα κανονισμό όσο και στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014 θα πρέπει να επιβάλλονται με συνεκτικό τρόπο και θα πρέπει να τηρούν την αρχή ne bis in idem. Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014, οι διοικητικές ή/και οικονομικές κυρώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό δεν πρέπει να επιβάλλονται σε μια από τις περιπτώσεις για τις οποίες έχουν ήδη επιβληθεί κυρώσεις βάσει του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014.

(168)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να θεσπίσει ένα γενικό πλαίσιο βάσει του οποίου η στήριξη από τον προϋπολογισμό μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο στο πεδίο της εξωτερικής δράσης, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης για την τρίτη χώρα να παρέχει στην Επιτροπή επαρκείς και επίκαιρες πληροφορίες ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η εκπλήρωση των συμφωνημένων όρων και διατάξεων που διασφαλίζουν την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

(169)

Προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί η διαδικασία για τη σύσταση καταπιστευματικού ταμείου της Ένωσης. Είναι επίσης αναγκαίο να προσδιοριστούν οι αρχές που διέπουν τις συνεισφορές στα καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης κυρίως δε η σημασία που έχει η εξασφάλιση συνεισφορών από άλλους δωρητές, που να δικαιολογεί τη δημιουργία τους σε ό,τι αφορά την προστιθέμενη αξία. Είναι επίσης αναγκαίο να αποσαφηνιστούν οι ευθύνες των δημοσιονομικών παραγόντων και του διοικητικού συμβουλίου του καταπιστευματικού ταμείου της Ένωσης και να θεσπιστούν κανόνες για να εξασφαλίζεται η δίκαιη εκπροσώπηση των συμμετεχόντων δωρητών στο διοικητικό συμβούλιο του καταπιστευματικού ταμείου της Ένωσης και η υποχρεωτική θετική ψήφος της Επιτροπής προκειμένου να γίνει χρήση των κονδυλίων του ταμείου. Είναι επίσης σημαντικό να οριστούν λεπτομερέστερα οι απαιτήσεις που εφαρμόζονται στην υποβολή εκθέσεων από τα καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης.

(170)

Στο πλαίσιο του εξορθολογισμού των υφιστάμενων κανόνων και για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, οι ειδικές διατάξεις που ορίζονται στο μέρος II του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012, που εφαρμόζονται στο ΕΓΤΕ, στο ταμείο έρευνας, στο ταμείο για την εξωτερική δράση και στα ειδικά ταμεία της Ένωσης θα πρέπει να ενταχθούν στα σχετικά τμήματα του παρόντος κανονισμού μόνον υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις χρησιμοποιούνται ακόμη και δεν είναι άνευ αντικειμένου.

(171)

Οι διατάξεις σχετικά με την παρουσίαση των λογαριασμών και τη λογιστική θα πρέπει να απλουστευθούν και να αποσαφηνιστούν. Είναι συνεπώς σκόπιμο να συγκεντρωθούν όλες οι διατάξεις σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς και τις λοιπές οικονομικές εκθέσεις.

(172)

Όσον αφορά τα σχέδια των θεσμικών οργάνων της Ένωσης σχετικά με ακίνητα, θα πρέπει να βελτιωθεί ο εφαρμοζόμενος επί του παρόντος τρόπος γνωστοποίησης προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Θα πρέπει να επιτρέπεται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης να χρηματοδοτούν νέα κτιριακά έργα με τα έσοδα που έχουν εισπράξει για ήδη πωληθέντα ακίνητα. Συνεπώς, θα πρέπει να συμπεριληφθεί στις διατάξεις σχετικά με ακίνητα αναφορά στις εσωτερικές διατάξεις που αφορούν τα έσοδα για ειδικό προορισμό. Με τον τρόπο αυτόν, θα μπορέσουν να ικανοποιηθούν οι μεταβαλλόμενες ανάγκες της πολιτικής ακινήτων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και, ταυτόχρονα, θα περιοριστούν οι δαπάνες και θα καθιερωθεί περισσότερη ευελιξία.

(173)

Προκειμένου να προσαρμοσθούν οι κανόνες που εφαρμόζονται σε ορισμένους οργανισμούς της Ένωσης, οι αναλυτικοί κανόνες σχετικά με τις προμήθειες και οι αναλυτικοί όροι και το ελάχιστο ποσοστό για τον πραγματικό συντελεστή προβλέψεων, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτείται να εκδίδει πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ σχετικά με τους οργανισμούς του δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου που δημιουργούνται δυνάμει της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ, σχετικά με τον πρότυπο δημοσιονομικό κανονισμό για τους οργανισμούς που αφορούν συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, σχετικά με τροποποιήσεις στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού, σχετικά με τους αναλυτικούς όρους και τη μέθοδο υπολογισμού του πραγματικού συντελεστή προβλέψεων που δεν θα πρέπει να είναι κάτω από 85 %. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργεί η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι εν λόγω διαβουλεύσεις να διενεργούνται σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(174)

Για να διασφαλιστεί ότι το Πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την απασχόληση και την κοινωνική καινοτομία (EaSI), που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1296/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19), θα παρέχει γρήγορα επαρκείς πόρους για την υποστήριξη των μεταβαλλόμενων πολιτικών προτεραιοτήτων, τα ενδεικτικά μερίδια για κάθε έναν από τους τρεις άξονες και τα ελάχιστα ποσοστά για κάθε μία από τις θεματικές προτεραιότητες στο πλαίσιο του κάθε άξονα θα πρέπει να παρέχουν μεγαλύτερη ευελιξία, διατηρώντας παράλληλα ένα φιλόδοξο επίπεδο ανάπτυξης διασυνοριακών συμπράξεων EURES. Αυτό θα βελτιώσει τη διαχείριση του EaSI και θα επιτρέψει να επικεντρωθούν οι πόροι του προϋπολογισμού σε ενέργειες που παράγουν καλύτερα αποτελέσματα σε επίπεδο απασχόλησης και σε κοινωνικό επίπεδο.

(175)

Προκειμένου να διευκολυνθούν οι επενδύσεις σε πολιτισμικές υποδομές και σε υποδομές βιώσιμου τουρισμού, και με την επιφύλαξη της εφαρμογής των νομικών πράξεων της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος, και ειδικότερα των οδηγιών 2001/42/ΕΚ (20) και 2011/92/ΕΕ (21) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, κατά περίπτωση, θα πρέπει να αποσαφηνιστούν ορισμένοι περιορισμοί όσον αφορά την έκταση της στήριξης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1301/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22) για αυτής της κατηγορίας των επενδύσεων. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να εισαχθούν σαφείς περιορισμοί όσον αφορά το εύρος της συνεισφοράς του ΕΤΠΑ σε τέτοιου είδους επενδύσεις από τις 2 Αυγούστου 2018.

(176)

Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που δημιουργούν οι αυξανόμενες ροές μεταναστών και προσφύγων, θα πρέπει να διατυπωθούν ρητά οι στόχοι στους οποίους μπορεί να συμβάλει το ΕΤΠΑ για τη στήριξη των μεταναστών και των προσφύγων ώστε να δοθεί η δυνατότητα στα τα κράτη μέλη να παρέχουν επενδύσεις, εστιάζοντας στους νομίμως διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών, μεταξύ άλλων αιτούντων άσυλο και στα άτομα που εμπίπτουν σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

(177)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η εκτέλεση των πράξεων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23), θα πρέπει να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής των δυνητικών δικαιούχων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στις Αρχές Διαχείρισης να επιλέγουν ως «’δικαιούχους» φυσικά πρόσωπα καθώς και θα πρέπει να καθορισθεί ένας ευέλικτος ορισμός αναφορικά με τον ορισμό του δικαιούχου στο πλαίσιο των Κρατικών Ενισχύσεων.

(178)

Στην πράξη, οι μακροπεριφερειακές στρατηγικές συμφωνούνται κατά την έγκριση συμπερασμάτων του Συμβουλίου. Όπως ισχύει από την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και μετά, τα συμπεράσματα αυτά μπορούν να εγκρίνονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ανάλογα με την περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των εξουσιών του θεσμικού αυτού οργάνου που ορίζονται στο άρθρο 15 ΣΕΕ. Ο ορισμός των «μακροπεριφερειακών στρατηγικών» που προβλέπεται στον εν λόγω κανονισμό θα πρέπει επομένως να τροποποιηθεί ανάλογα.

(179)

Για να διασφαλιστεί η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του ΕΤΠΑ, του ΕΚΤ, του Ταμείου Συνοχής, του ΕΓΤΑΑ και του ΕΤΘΑ («Ευρωπαϊκά Δομικά και Επενδυτικά Ταμεία» - «ΕΔΕΤ»), τα οποία τελούν υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης, και να διευκρινιστούν οι υποχρεώσεις των κρατών μελών, οι γενικές αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 θα πρέπει να περιλαμβάνουν αναφορά στις αρχές που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό σχετικά με τον εσωτερικό έλεγχο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και την αποφυγής συγκρούσεων συμφερόντων.

(180)

Προκειμένου να μεγιστοποιηθούν οι συνέργειες μεταξύ όλων των Ταμείων της Ένωσης με στόχο την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προκλήσεων της μετανάστευσης και του ασύλου, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι, όταν οι θεματικοί στόχοι εξειδικεύονται σε προτεραιότητες στο πλαίσιο των κανόνων που διέπουν το κάθε Ταμείο, οι προτεραιότητες αυτές καλύπτουν την ενδεδειγμένη χρήση του κάθε ΕΔΕΤ για τους εν λόγω τομείς. Όπου ενδείκνυται, θα πρέπει να διασφαλίζεται ο συντονισμός με το Ταμείο ασύλου, μετανάστευσης και ένταξης.

(181)

Για να διασφαλιστεί η συνοχή του προγραμματισμού, θα πρέπει να πραγματοποιείται σε ετήσια βάση εναρμόνιση μεταξύ των συμφωνιών εταιρικής σχέσης και των τροποποιήσεων των προγραμμάτων που έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.

(182)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η προετοιμασία και η υλοποίηση στρατηγικών τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία Τοπικών κοινοτήτων, θα πρέπει να επιτρέπεται στο επικεφαλής ταμείο να καλύπτει τις δαπάνες προετοιμασίας, λειτουργίας και οργάνωσης.

(183)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η υλοποίηση στρατηγικών τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία Τοπικών Κοινοτήτων καθώς και ολοκληρωμένων εδαφικών επενδύσεων θα πρέπει να διευκρινιστούν οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες των ομάδων τοπικής δράσης στην περίπτωση των στρατηγικών τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων και μεταξύ των τοπικών αρχών, των περιφερειακών αναπτυξιακών φορέων ή των μη κυβερνητικών οργανώσεων στην περίπτωση των ολοκληρωμένων εδαφικών επενδύσεων (ΟΕΕ) σε σχέση με τους φορείς του προγράμματος. Ο χαρακτηρισμός ως ενδιάμεσου φορέα σύμφωνα με τους κανόνες του κάθε Ταμείου θα πρέπει να απαιτείται μόνο στις περιπτώσεις όπου οι οικείοι φορείς εκτελούν επιπρόσθετα καθήκοντα τα οποία υπάγονται στην ευθύνη της διαχειριστικής αρχής ή της αρχής πιστοποίησης ή του οργανισμού πληρωμής.

(184)

Οι διαχειριστικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν χρηματοδοτικά μέσα με απευθείας ανάθεση σύμβασης στην ΕΤΕπ και σε διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

(185)

Πολλά κράτη μέλη έχουν ιδρύσει δημόσιου χαρακτήρα τράπεζες ή δημόσιου χαρακτήρα ιδρύματα που λειτουργούν με τις κατευθύνσεις της κρατικής πολιτικής για την προώθηση δραστηριοτήτων οικονομικής ανάπτυξης. Οι εν λόγω δημόσιου χαρακτήρα τράπεζες ή τα ιδρύματα αυτά έχουν ειδικά χαρακτηριστικά τα οποία τις/τα διαφοροποιούν από τις ιδιωτικές εμπορικές τράπεζες ως προς το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, την αναπτυξιακή τους εντολή και το γεγονός ότι δεν επικεντρώνονται κυρίως στη μεγιστοποίηση των κερδών. Πρωταρχική αποστολή αυτών των δημόσιου χαρακτήρα τραπεζών ή ιδρυμάτων είναι κυρίως να αμβλύνουν τις ανεπάρκειες της αγοράς, όταν, σε ορισμένες περιφέρειες ή για ορισμένους τομείς πολιτικής ή κλάδους, δεν παρέχονται επαρκείς χρηματοδοτικές υπηρεσίες από τις εμπορικές τράπεζες. Οι εν λόγω δημόσιου χαρακτήρα τράπεζες ή τα δημόσιου χαρακτήρα ιδρύματα είναι σε θέση να προωθήσουν την πρόσβαση στα ΕΔΕΤ διατηρώντας την ουδετερότητά τους ως προς τον ανταγωνισμό. Ο ιδιαίτερος ρόλος και τα χαρακτηριστικά τους μπορούν να δώσουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αυξήσουν τη χρήση χρηματοδοτικών μέσων με στόχο τη μεγιστοποίηση του αντικτύπου των πόρων των ΕΔΕΤ στην πραγματική οικονομία. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα συνάδει με την πολιτική της Επιτροπής για τη διευκόλυνση του ρόλου τέτοιων δημόσιου χαρακτήρα τραπεζών ή οργανισμών ως διαχειριστών κονδυλίων τόσο στην εφαρμογή των ΕΔΕΤ όσο και στον συνδυασμό των ΕΔΕΤ με τις χρηματοδοτήσεις του ΕΤΣΕ, όπως καθορίζεται ειδικότερα στο επενδυτικό σχέδιο για την Ευρώπη. Με την επιφύλαξη συμβάσεων που έχουν ήδη ανατεθεί για την εφαρμογή χρηματοδοτικών μέσων σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία, είναι δικαιολογημένο να διευκρινιστεί ότι οι διαχειριστικές αρχές δύνανται να αναθέτουν απευθείας συμβάσεις στις εν λόγω δημόσιου χαρακτήρα τράπεζες ή δημόσιου χαρακτήρα ιδρύματα. Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η δυνατότητα απευθείας ανάθεσης παραμένει σύμφωνη με τις αρχές της εσωτερικής αγοράς, θα πρέπει να θεσπιστούν αυστηρές προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι δημόσιου χαρακτήρα τράπεζες ή τα δημόσιου χαρακτήρα ιδρύματα.

Αυτές οι προϋποθέσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν ότι δεν θα υπάρχει άμεση ιδιωτική κεφαλαιακή συμμετοχή, με εξαίρεση μειοψηφικές και χωρίς δυνατότητα αρνησικυρίας μορφές ιδιωτικής κεφαλαιακής συμμετοχής σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2014/24/ΕΕ. Επιπλέον, και αποκλειστικά εντός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, μια δημόσιου χαρακτήρα τράπεζα ή ένα δημοσίου χαρακτήρα ίδρυμα θα πρέπει να έχει επίσης τη δυνατότητα να εφαρμόζει χρηματοδοτικά μέσα εάν η ιδιωτική κεφαλαιακή συμμετοχή δεν επηρεάζει αποφάσεις σχετικές με την καθημερινή διαχείριση του χρηματοδοτικού μέσου που υποστηρίζεται από τα ΕΔΕΤ.

(186)

Προκειμένου να διατηρηθεί η δυνατότητα συνεισφοράς των ΕΤΠΑ και ΕΓΤΑΑ στα κοινά χρηματοδοτικά μέσα εγγύησης και τιτλοποίησης χωρίς ανώτατο όριο προς όφελος των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, είναι απαραίτητο να προβλεφθεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τα ΕΤΠΑ και ΕΓΤΑΑ για να συμβάλουν στα εν λόγω χρηματοδοτικά μέσα καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού και να επικαιροποιηθούν οι αντίστοιχες διατάξεις που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη επιλογή, όπως εκείνες που αφορούν τις εκ των προτέρων εκτιμήσεις και αξιολογήσεις, και να εισαχθεί για το ΕΤΠΑ η δυνατότητα προγραμματισμού σε επίπεδο άξονα προτεραιότητας.

(187)

Η έγκριση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1017 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24) είχε ως στόχο να δώσει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τα ΕΔΕΤ για να συμβάλουν στη χρηματοδότηση επιλέξιμων έργων που λαμβάνουν στήριξη στο πλαίσιο του ΕΤΣΕ. Θα πρέπει να εισαχθεί ειδική διάταξη στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 με την οποία θα καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις που θα βελτιώνουν την αλληλεπίδραση και τη συμπληρωματικότητα, των ΕΔΕΤ με χρηματοοικονομικά προϊόντα της ΕΤΕπ στο πλαίσιο της ΕΕ-ΕΓΓΥΗΣΗ για το ΕΤΣΕ.

(188)

Οι φορείς που εφαρμόζουν χρηματοδοτικά μέσα θα πρέπει, κατά την εκτέλεση των εργασιών τους, να εφαρμόζουν την πολιτική της Ένωσης για μη συνεργάσιμες φορολογικές δικαιοδοσίες, και τις επικαιροποιήσεις τους, όπως καθορίζονται στις οικείες νομικές πράξεις της Ένωσης και στα συμπεράσματα του Συμβουλίου, κυρίως τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 2016 και στο παράρτημα αυτών, καθώς και στα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 5ης Δεκεμβρίου 2017 και τα παραρτήματα αυτών.

(189)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η διαδικασία διασφάλισης ποιότητας, να απλουστευτούν και να εναρμονιστούν οι απαιτήσεις ελέγχου και λογιστικού ελέγχου καθώς και να βελτιωθεί η λογοδοσία των χρηματοδοτικών μέσων που υλοποιούνται από την ΕΤΕπ και άλλα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, είναι αναγκαίο να τροποποιηθούν οι διατάξεις σχετικά με τη διαχείριση και τον έλεγχο των χρηματοδοτικών μέσων. Η τροποποίηση αυτή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στα χρηματοδοτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο α) και στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 που θεσπίζονται με συμφωνία χρηματοδότησης η οποία έχει υπογραφεί πριν από τις 2 Αυγούστου 2018. Γι’ αυτά τα χρηματοδοτικά μέσα, θα πρέπει να εξακολουθεί να εφαρμόζεται το άρθρο 40 του εν λόγω κανονισμού όπως εφαρμοζόταν κατά το χρόνο υπογραφής της αρχικής συμφωνίας χρηματοδότησης.

(190)

Για να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 όσον αφορά το υπόδειγμα των εκθέσεων ελέγχου και των ετήσιων εκθέσεων λογιστικού ελέγχου όπως ορίζονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (25).

(191)

Για να διασφαλιστεί συνοχή με την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών διορθώσεων κατά την περίοδο προγραμματισμού 2007-2013, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι στην περίπτωση των χρηματοδοτικών μέσων, θα πρέπει να καταστεί εφικτό η συνεισφορά που ακυρώνεται λόγω μεμονωμένης παρατυπίας να μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί για τακτικές δαπάνες στο πλαίσιο της ίδιας πράξης, ώστε η σχετική δημοσιονομική διόρθωση να μην έχει ως συνέπεια καθαρή απώλεια για την πράξη του χρηματοδοτικού μέσου.

(192)

Προκειμένου να διατεθεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για την υπογραφή των συμφωνιών χρηματοδότησης ώστε να καθίσταται δυνατή η χρήση λογαριασμών υπό μεσεγγύηση για πληρωμές επενδύσεων στους τελικούς αποδέκτες μετά τη λήξη της περιόδου επιλεξιμότητας για μέσα συμμετοχικής χρηματοδότησης. Η προθεσμία για την υπογραφή τέτοιων συμφωνιών χρηματοδότησης θα πρέπει να παραταθεί ως τις 31 Δεκεμβρίου 2018.

(193)

Προκειμένου να δοθούν κίνητρα στους επενδυτές που ενεργούν βάσει της αρχής της οικονομίας της αγοράς να συνεπενδύσουν σε έργα δημοσίου χαρακτήρα, θα πρέπει να εισαχθεί η έννοια της διαφοροποιημένης μεταχείρισης των επενδυτών, η οποία επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα ΕΔΕΤ να λαμβάνουν θέση μειωμένης εξασφάλισης έναντι επενδυτή που ενεργεί βάσει της αρχής της οικονομίας της αγοράς και των χρηματοοικονομικών προϊόντων της ΕΤΕπ στο πλαίσιο της εγγύησης της ΕΕ για το ΕΤΣΕ. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να καθοριστούν οι όροι για την εφαρμογή μιας τέτοιας διαφοροποιημένης μεταχείρισης κατά την υλοποίηση των ΕΔΕΤ.

(194)

Δεδομένου του περιβάλλοντος παρατεταμένων χαμηλών επιτοκίων και προκειμένου να μην θίγονται αδικαιολόγητα οι φορείς που υλοποιούν χρηματοδοτικά μέσα, είναι αναγκαίο, υπό την προϋπόθεση ενεργούς και ορθής διαχείρισης των ταμειακών διαθεσίμων, να επιτραπεί η χρηματοδότηση αρνητικών τόκων που παράγονται ως αποτέλεσμα επενδύσεων ΕΔΕΤ σύμφωνα με το άρθρο 43 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 από πόρους που επιστρέφονται στο χρηματοδοτικό μέσο.

(195)

Με στόχο την εναρμόνιση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων με τις νέες διατάξεις σχετικά με τη διαφοροποιημένη μεταχείριση των επενδυτών, καθώς και την αποφυγή της αλληλεπικάλυψης ορισμένων απαιτήσεων, θα πρέπει να τροποποιηθεί το άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013.

(196)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή των ΕΔΕΤ, είναι αναγκαίο να εκχωρηθεί στα κράτη μέλη το δικαίωμα σύναψης συμβάσεων με τη διαδικασία των απευθείας αναθέσεων στη ΕΤΕ και σε άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή δημοσίου χαρακτήρα τράπεζες η δημοσίου χαρακτήρα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για ενέργειες τεχνικής βοήθειας.

(197)

Προκειμένου να εναρμονιστούν περαιτέρω οι προϋποθέσεις για πράξεις που παράγουν καθαρά έσοδα μετά την ολοκλήρωσή τους, οι σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να εφαρμόζονται στις ήδη επιλεγείσες αλλά ακόμη εν εξελίξει πράξεις και για πράξεις που πρόκειται να επιλεχθούν κατά την τρέχουσα προγραμματική περίοδο.

(198)

Προκειμένου να δοθεί ισχυρό κίνητρο για την εφαρμογή μέτρων ενεργειακής απόδοσης, η εξοικονόμηση δαπανών που οφείλεται στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης από μια πράξη, δεν θα πρέπει να θεωρείται καθαρό έσοδο.

(199)

Με στόχο να διευκολυνθεί η εκτέλεση πράξεων που παράγουν έσοδα, θα πρέπει να επιτρέπεται η μείωση του ποσοστού συγχρηματοδότησης ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του προγράμματος και να προβλέπονται δυνατότητες καθιέρωσης κατ’ αποκοπή ποσοστών καθαρών εσόδων σε εθνικό επίπεδο.

(200)

Λόγω της καθυστερημένης θέσπισης του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 508/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26) και του γεγονότος ότι τα επίπεδα έντασης των ενισχύσεων καθορίζονται από τον εν λόγω κανονισμό, είναι αναγκαίο να προβλεφθούν ορισμένες εξαιρέσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 για το ΕΤΘΑ όσον αφορά τις πράξεις που παράγουν έσοδα. Δεδομένου ότι ι εν λόγω εξαιρέσεις παρέχουν ευνοϊκότερους όρους για ορισμένες πράξεις που παράγουν έσοδα για τις οποίες τα ποσά ή τα ποσοστά στήριξης ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 508/2014, είναι αναγκαίο να καθοριστεί διαφορετική ημερομηνία εφαρμογής για τις εν λόγω εξαιρέσεις, ώστε να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των πράξεων που λαμβάνουν στήριξη δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013.

(201)

Για να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνση για τους δικαιούχους, θα πρέπει να αυξηθεί το κατώτατο όριο σύμφωνα με το οποίο εξαιρούνται ορισμένες πράξεις από την απαίτηση υπολογισμού και συνεκτίμησης των παραγόμενων εσόδων κατά την εκτέλεσή τους.

(202)

Με στόχο τη διευκόλυνση συνεργειών μεταξύ των ΕΔΕΤ και άλλων μέσων της Ένωσης, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι οι πραγματοποιηθείσες δαπάνες μπορούν να επιστρέφονται από διαφορετικά ΕΔΕΤ και μέσα της Ένωσης με βάση ποσοστό που συμφωνείται εκ των προτέρων.

(203)

Με στόχο την προώθηση της χρήσης κατ’ αποκοπή ποσών, και δεδομένου ότι τα κατ’ αποκοπή ποσά πρέπει να βασίζονται σε δίκαιη, αντικειμενική και επαληθεύσιμη μέθοδο υπολογισμού που διασφαλίζει τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση, θα πρέπει να καταργηθεί το εφαρμοστέο ανώτατο όριο για τη χρήση τους.

(204)

Στο πλαίσιο της προσπάθειας μείωσης της διοικητικής επιβάρυνσης που ενέχει η υλοποίηση των έργων από τους δικαιούχους, θα πρέπει να θεσπιστεί μια νέα μορφή απλουστευμένης επιλογής κόστους για τη χρηματοδότηση που θα βασίζεται σε κριτήρια διαφορετικά από αυτά των δαπανών των πράξεων.

(205)

Προκειμένου να απλοποιηθούν οι κανόνες που ρυθμίζουν τη χρήση των πόρων και να περιοριστεί η σχετική διοικητική επιβάρυνση, τα κράτη μέλη θα πρέπει όλο και περισσότερο να κάνουν χρήση απλουστευμένων επιλογών κόστους.

(206)

Λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 71 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, η υποχρέωση διασφάλισης της διάρκειας των επενδυτικών πράξεων εφαρμόζεται από την τελευταία πληρωμή προς τον δικαιούχο και ότι, όταν η επένδυση συνίσταται σε χρηματοδοτική μίσθωση με δυνατότητα αγοράς νέων μηχανημάτων και εξοπλισμού, η τελευταία πληρωμή καταβάλλεται στο τέλος της συμβατικής περιόδου, η εν λόγω υποχρέωση δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στο εν λόγω είδος επένδυσης.

(207)

Για να επιτευχθεί ευρεία εφαρμογή των απλουστευμένων επιλογών κόστους, θα πρέπει να θεσπιστεί η υποχρεωτική χρήση τυποποιημένων κλιμάκων μοναδιαίου κόστους, κατ’ αποκοπή ποσών ή ενιαίων συντελεστών για πράξεις ή έργα που αποτελούν μέρος πράξης που λαμβάνει στήριξη από το ΕΤΠΑ και το ΕΚΤ αξίας που δεν υπερβαίνει καθορισμένο κατώτατο όριο, με την επιφύλαξη των σχετικών μεταβατικών διατάξεων. Η διαχειριστική αρχή ή η επιτροπή παρακολούθησης για τα προγράμματα της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να παρατείνει τη μεταβατική περίοδο κατά το χρονικό διάστημα που θεωρεί κατάλληλο, εφόσον θεωρήσει ότι η εν λόγω υποχρέωση δημιουργεί δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση. Η εν λόγω υποχρέωση δεν θα πρέπει να ισχύει για τις πράξεις που λαμβάνουν στήριξη στο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων που δεν συνιστά ενίσχυση ήσσονος σημασίας. Για τις εν λόγω πράξεις θα πρέπει να εξακολουθήσει να υπάρχει δυνατότητα για όλα τα είδη επιχορηγήσεων και επιστρεπτέων συνδρομών. Παράλληλα, θα πρέπει να θεσπιστεί για όλα τα ΕΔΕΤ η χρήση των σχεδίων προϋπολογισμών ως πρόσθετης μεθοδολογίας για τον καθορισμό των απλουστευμένων δαπανών.

(208)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η ταχύτερη και πιο στοχευμένη εφαρμογή των απλουστευμένων επιλογών κόστους, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον συμπληρωματικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 με πρόσθετους ειδικούς κανόνες σχετικά με τον ρόλο, τις υποχρεώσεις και την ευθύνη των φορέων εφαρμογής των χρηματοδοτικών μέσων, τα σχετικά κριτήρια επιλογής και τα προϊόντα που μπορούν να παράγονται μέσω των χρηματοδοτικών μέσων συμπληρώνοντας τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 περί τυποποιημένων κλιμάκων μοναδιαίων δαπανών ή κατ’ αποκοπή χρηματοδότησης, τη δίκαιη, αντικειμενική και επαληθεύσιμη μέθοδο υπολογισμού βάσει της οποίας επιτρέπεται ο καθορισμός τους, και τον προσδιορισμό αναλυτικών λεπτομερειών σχετικά με τη χρηματοδότηση με βάση την εκπλήρωση όρων που σχετίζονται με την πραγματοποίηση προόδου στην εκτέλεση ή με την επίτευξη στόχων των προγραμμάτων και όχι με τις δαπάνες και την εφαρμογή τους. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργεί η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι εν λόγω διαβουλεύσεις να διενεργούνται σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(209)

Με στόχο τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης, θα πρέπει να αυξηθεί η χρήση ενιαίων συντελεστών που δεν απαιτούν καθορισμό μεθοδολογίας από τα κράτη μέλη. Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να θεσπιστούν δύο πρόσθετοι ενιαίοι συντελεστές: ένας για τον υπολογισμό των άμεσων δαπανών προσωπικού και ένας για τον υπολογισμό των λοιπών επιλέξιμων δαπανών με βάση τις δαπάνες προσωπικού. Επιπλέον, θα πρέπει να δοθούν περαιτέρω διευκρινίσεις όσον αφορά τις μεθόδους υπολογισμού των δαπανών προσωπικού.

(210)

Με στόχο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και του αντικτύπου των πράξεων, θα πρέπει να διευκολυνθεί η εκτέλεση πράξεων που καλύπτουν ολόκληρη την επικράτεια κράτους μέλους ή πράξεων που καλύπτουν διαφορετικούς τομείς προγραμμάτων και θα πρέπει να αυξηθούν οι δυνατότητες για δαπάνες εκτός της Ένωσης σε συγκεκριμένες επενδύσεις.

(211)

Προκειμένου να ενθαρρυνθούν τα κράτη μέλη να αξιοποιούν τη δυνατότητα αξιολόγησης των μεγάλων έργων από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, θα πρέπει να επιτρέπεται η δήλωση δαπανών σχετικά με το μεγάλο έργο πριν από τη θετική αξιολόγηση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, αφού η Επιτροπή ενημερωθεί για την υποβολή των σχετικών πληροφοριών στον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα.

(212)

Προκειμένου να προωθηθεί η χρήση κοινών σχεδίων δράσης τα οποία θα μειώσουν τη διοικητική επιβάρυνση των δικαιούχων, είναι απαραίτητο να περιοριστούν οι κανονιστικές απαιτήσεις που σχετίζονται με την εκπόνηση κοινού σχεδίου δράσης, εστιάζοντας παράλληλα καταλλήλως σε οριζόντιες αρχές, μεταξύ άλλων της ισότητας των φύλων και της βιώσιμης ανάπτυξης, που έχουν δημιουργήσει σημαντικές συνεισφορές στην αποτελεσματική εφαρμογή των ΕΔΕΤ.

(213)

Προκειμένου να αποφευχθεί το περιττό διοικητικό κόστος επιβάρυνσης των δικαιούχων, οι κανόνες σχετικά με την ενημέρωση, την επικοινωνία και την προβολή θα πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας. Θα πρέπει, επομένως, να διευκρινιστεί το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω κανόνων.

(214)

Με στόχο τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης και τη διασφάλιση της αποτελεσματικής αξιοποίησης της τεχνικής βοήθειας στο ΕΤΠΑ, στο ΕΚΤ και το Ταμείο Συνοχής και στις κατηγορίες περιφερειών, θα πρέπει να αυξηθεί η ευελιξία όσον αφορά τον υπολογισμό και την παρακολούθηση των αντίστοιχων ορίων που ισχύουν για την τεχνική βοήθεια των κρατών μελών.

(215)

Με στόχο τον εξορθολογισμό των δομών εφαρμογής, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η διαχειριστική αρχή, η αρχή πιστοποίησης και η ελεγκτική αρχή είναι δυνατό να αποτελούν μέρος του ίδιου δημόσιου φορέα και για τα προγράμματα στο πλαίσιο του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας.

(216)

Θα πρέπει να προσδιοριστούν πιο αναλυτικά οι αρμοδιότητες των διαχειριστικών αρχών όσον αφορά την επαλήθευση των δαπανών όταν χρησιμοποιούνται απλουστευμένες επιλογές κόστους.

(217)

Για να διασφαλιστεί ότι οι δικαιούχοι μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητες απλούστευσης των λύσεων ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στην υλοποίηση των ΕΔΕΤ και του Ταμείου Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους Απόρους (ΤΕΒΑ), με στόχο ιδίως τη διευκόλυνση της πλήρους ηλεκτρονικής διαχείρισης εγγράφων, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι δεν απαιτείται έγγραφη τεκμηρίωση, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.

(218)

Προκειμένου να αυξηθεί η αναλογικότητα των ελέγχων και να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνση που προκύπτει από τις επικαλύψεις ελέγχων, ιδίως για τους μικρούς δικαιούχους, χωρίς ωστόσο να υπονομευθεί η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, θα πρέπει να υπερισχύει η αρχή του ενιαίου λογιστικού ελέγχου για το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ, το Ταμείο Συνοχής και το ΕΤΘΑ και να διπλασιαστούν τα όρια κάτω από τα οποία μια πράξη δεν υπόκειται σε περισσότερους από έναν ελέγχους.

(219)

Είναι σημαντικό να προβάλλονται αποτελεσματικότερα στο κοινό τα ΕΔΕΤ και να ενισχυθεί η ευαισθητοποίησή του σχετικά με τα αποτελέσματα και τα επιτεύγματά τους. Οι ενημερωτικές και επικοινωνιακές δραστηριότητες και τα μέτρα για την ενίσχυση της προβολής στο κοινό παραμένουν αναγκαίες για τη δημοσιοποίηση των επιτευγμάτων των ΕΔΕΤ και για να επεξηγούν πώς επενδύονται οι χρηματοδοτικοί πόροι της Ένωσης.

(220)

Για να διευκολυνθεί η πρόσβαση ορισμένων ομάδων στόχων στο ΕΚΤ, δεν θα πρέπει να απαιτείται συλλογή δεδομένων για ορισμένους δείκτες όπως αναφέρεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1304/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27).

(221)

Με στόχο να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των πράξεων που στηρίζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, είναι αναγκαίο να καθοριστεί η ημερομηνία εφαρμογής ορισμένων τροποποιήσεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013.

(222)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι στο σύνολό της η προγραμματική περίοδος για τους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013 και (ΕΕ) αριθ. 223/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28) διέπεται από ένα συνεκτικό σύνολο κανόνων, είναι αναγκαίο ορισμένες από τις τροποποιήσεις των εν λόγω κανονισμών να εφαρμοστούν από 1ης Ιανουαρίου 2014. Με την αναδρομική εφαρμογή αυτών των τροποποιήσεων, λαμβάνονται υπόψη οι εύλογες προσδοκίες

(223)

Προκειμένου να επιταχυνθεί η υλοποίηση των χρηματοδοτικών μέσων με συνδυασμό στήριξης των ΕΔΕΤ και χρηματοοικονομικών προϊόντων της ΕΤΕπ στο πλαίσιο της εγγύησης της ΕΕ για το ΕΤΣΕ και προκειμένου να διαμορφωθεί συνεχής νομική βάση για την υπογραφή συμφωνιών χρηματοδότησης που καθιστούν δυνατή τη χρήση λογαριασμών υπό μεσεγγύηση για μέσα συμμετοχικής χρηματοδότησης, είναι αναγκαίο ορισμένες από τις τροποποιήσεις του παρόντος κανονισμού να εφαρμοστούν με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2018. Μεριμνώντας για την αναδρομική εφαρμογή των τροποποιήσεων αυτών, εξασφαλίζεται η εκ των προτέρων διευκόλυνση της χρηματοδότησης έργων μέσω συνδυασμού στήριξης ΕΔΕΤ - ΕΤΣΕ ενώ αποφεύγεται το νομικό κενό μεταξύ ημερομηνίας λήξης ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της επέκτασής τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(224)

Οι απλοποιήσεις και οι αλλαγές που περιέχονται στους τομεακούς κανόνες θα πρέπει να εφαρμόζονται το συντομότερο δυνατόν, προκειμένου να διευκολύνεται η επιτάχυνση της εκτέλεσης κατά τη διάρκεια της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου και, επομένως, θα πρέπει να εφαρμόζονται από τις 2 Αυγούστου 2018.

(225)

Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση (ΕΤΠ) θα πρέπει να συνεχίσει, και μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2017, να παρέχει προσωρινά συνδρομή σε νέους που βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης (ΕΕΑΚ), οι οποίοι διαμένουν σε περιοχές που πλήττονται δυσανάλογα από εκτεταμένες απολύσεις λόγω πλεονασμού. Προκειμένου να είναι δυνατή η συνεχής συνδρομή ατόμων που βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης (ΕΕΑΚ), η τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1309/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (29) που διασφαλίζει την εν λόγω συνεχή συνδρομή θα πρέπει να εφαρμοστεί από 1ης Ιανουαρίου 2018.

(226)

Θα πρέπει να είναι δυνατό να θεσπιστούν συνδυαστικοί μηχανισμοί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1316/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (30) για έναν ή περισσότερους από τους τομείς της διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη» (ΔΣΕ). Οι εν λόγω συνδυαστικοί μηχανισμοί θα μπορούσαν να χρηματοδοτούν συνδυαστικές πράξεις, δηλαδή ενέργειες που συνδυάζουν μη επιστρεπτέες μορφές στήριξης, όπως στήριξη από προϋπολογισμούς κρατών μελών, επιχορηγήσεις της ΔΣΕ και από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά και επενδυτικά ταμεία, και χρηματοδοτικά μέσα από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, όπως είναι, για παράδειγμα, οι συνδυασμοί από χρηματοδοτικά μέσα μετοχικού κεφαλαίου και χρέους της ΔΣΕ και χρηματοδότηση από τον όμιλο ΕΤΕπ, από εθνικές τράπεζες προώθησης ή από άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καθώς και επενδυτές, και ιδιωτική οικονομική στήριξη. Η χρηματοδότηση από τον όμιλο ΕΤΕπ θα πρέπει να περιλαμβάνει χρηματοδότηση ΕΤΕπ στο πλαίσιο του ΕΤΣΕ και η ιδιωτική οικονομική στήριξη θα πρέπει να περιλαμβάνει τόσο άμεσες όσο και έμμεσες οικονομικές συνεισφορές, μεταξύ άλλων καθώς και ενίσχυση μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

(227)

Ο σχεδιασμός και η δημιουργία συνδυαστικών μηχανισμών θα πρέπει να βασίζεται στην εκ των προτέρων αξιολόγηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και θα πρέπει να αντανακλά τα διδάγματα που αποκομίστηκαν από την εφαρμογή της «πρόσκλησης προτάσεων συνδυασμού» που αναφέρεται στην εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής της 20ής Ιανουαρίου 2017 για την τροποποίηση της εκτελεστικής απόφασης C(2014)1921 της Επιτροπής για τη θέσπιση πολυετούς προγράμματος εργασίας 2014-2020 για οικονομική συνδρομή στον τομέα της της διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη» (ΔΣΕ) - Τομέας Μεταφορών. Οι συνδυαστικοί μηχανισμοί της ΔΣΕ θα πρέπει να καταρτίζονται από τα πολυετή ή/και τα ετήσια προγράμματα εργασίας και να εγκρίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1316/2013. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξασφαλίσει τη διαφανή και έγκαιρη υποβολή εκθέσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή κάθε συνδυαστικού μηχανισμού της ΔΣΕ.

(228)

Στόχος των συνδυαστικών μηχανισμών της ΔΣΕ θα πρέπει να είναι η διευκόλυνση και ο εξορθολογισμός μίας αίτησης για όλες τις μορφές στήριξης, περιλαμβανομένων των επιχορηγήσεων της Ένωσης από την ΔΣΕ και της χρηματοδότησης από τον ιδιωτικό τομέα. Οι εν λόγω συνδυαστικοί μηχανισμοί θα πρέπει να στοχεύουν στη βελτιστοποίηση της διαδικασίας υποβολής αιτήσεων για αναδόχους έργων, παρέχοντας ενιαία διαδικασία αξιολόγησης, από τεχνική και οικονομική άποψη.

(229)

Οι συνδυαστικοί μηχανισμοί της ΔΣΕ θα πρέπει να αυξάνουν την ευελιξία για την υποβολή έργων, όπως επίσης και να απλουστεύουν και να εξορθολογίζουν τη διαδικασία προσδιορισμού και χρηματοδότησης έργων. Θα πρέπει επίσης να αυξάνουν την ευθύνη και τη δέσμευση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που συμμετέχουν και, ως εκ τούτου, να μετριάζουν τους κινδύνους που σχετίζονται με τα έργα.

(230)

Οι συνδυαστικοί μηχανισμοί της ΔΣΕ θα πρέπει να ενισχύουν τον συντονισμό, την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, της Επιτροπής, της ΕΤΕπ, των εθνικών αναπτυξιακών τραπεζών και ιδιωτών επενδυτών, με στόχο τη δημιουργία και υποστήριξη μιας υγιούς δεξαμενής έργων που επιδιώκουν τους στόχους της πολιτικής της ΔΣΕ.

(231)

Οι συνδυαστικοί μηχανισμοί της ΔΣΕ θα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα να ενισχύσουν το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα της δαπάνης της Ένωσης με την προσέλκυση πρόσθετων πόρων από ιδιώτες επενδυτές, διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη μέγιστη δυνατή συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Επιπλέον, θα πρέπει να εξασφαλίζουν την οικονομική και χρηματοδοτική βιωσιμότητα των στηριζόμενων ενεργειών και να συμβάλλουν στην αποφυγή της έλλειψης μόχλευσης επενδύσεων. Θα πρέπει να συμβάλουν στην επιτυχία των επιδιώξεων της Ένωσης για την επίτευξη των στόχων της διάσκεψης των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή (COP 21), στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στη διασυνοριακή συνδεσιμότητα. Είναι σημαντικό όταν χρησιμοποιούνται η ΔΣΕ και το ΕΤΣΕ για τη χρηματοδότηση δράσεων, το Ελεγκτικό Συνέδριο να ελέγχει κατά πόσον ήταν χρηστή η δημοσιονομική διαχείριση σύμφωνα με το άρθρο 287 ΣΛΕΕ και με το άρθρο 24 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1316/2013.

(232)

Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι επιχορηγήσεις στον τομέα των μεταφορών αναμένεται να παραμείνουν το κύριο μέσο υποστήριξης των στόχων πολιτικής της Ένωσης. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή συνδυαστικών μηχανισμών της ΔΣΕ δεν θα πρέπει να περιορίσει τη διαθεσιμότητα αυτών των επιχορηγήσεων.

(233)

Η συμμετοχή ιδιωτών συνεπενδυτών σε έργα του τομέα των μεταφορών θα μπορούσε να διευκολυνθεί με περιορισμό των οικονομικών κινδύνων. Για τον σκοπό αυτό, μπορεί να είναι κατάλληλες οι εγγυήσεις πρώτης ζημίας που παρέχει η ΕΤΕπ στο πλαίσιο κοινών χρηματοδοτικών μηχανισμών με τη στήριξη του προϋπολογισμού, όπως οι συνδυαστικοί μηχανισμοί.

(234)

Η χρηματοδότηση από τη ΔΣΕ θα πρέπει να βασίζεται στα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης που καθορίζονται στα πολυετή και τα ετήσια προγράμματα εργασίας δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιούμενη μορφή χρηματοδότησης, ή σε συνδυασμό αυτών.

(235)

Η αποκτηθείσα πείρα σχετικά με τους συνδυαστικούς μηχανισμούς θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τις αξιολογήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1316/2013.

(236)

Η θέσπιση του συνδυαστικού μηχανισμού της ΔΣΕ με τον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως παράγοντας που προδικάζει το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο μετά το 2020.

(237)

Λαμβάνοντας υπόψη τον πολύ υψηλό ρυθμό εκτέλεσης της ΔΣΕ στον τομέα των μεταφορών και προκειμένου να υποστηριχθεί η υλοποίηση για έργα με τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία για το διευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών όσον αφορά τους διαδρόμους του κεντρικού δικτύου, έργα διασυνοριακού χαρακτήρα, έργα στο άλλο τμήμα του κεντρικού δικτύου και έργα που είναι επιλέξιμα βάσει των οριζόντιων προτεραιοτήτων όπως παρατίθενται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, είναι αναγκαίο να υπάρξει κατ’ εξαίρεση πρόσθετη ευελιξία στη χρήση του πολυετούς προγράμματος εργασίας, ώστε να μπορεί να επιτευχθεί η διάθεση έως και του 95 % των χρηματοδοτικών δημοσιονομικών πόρων που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1316/2013. Είναι, ωστόσο, σημαντικό να παρασχεθεί πρόσθετη στήριξη κατά την εναπομένουσα περίοδο εφαρμογής της ΔΣΕ για προτεραιότητες που καλύπτονται από ετήσια προγράμματα εργασίας.

(238)

Λόγω της διαφορετικής φύσης του τομέα τηλεπικοινωνιών της ΔΣΕ σε σύγκριση με τους τομείς μεταφορών και ενέργειας της ΔΣΕ, ήτοι χαμηλότερο μέσο ύψος επιχορηγήσεων και διαφορές στο είδος δαπανών και στο είδος έργων, θα πρέπει να αποφεύγεται η περιττή επιβάρυνση για τους δικαιούχους και τα κράτη μέλη που συμμετέχουν σε σχετικές ενέργειες, μέσω της ελάφρυνσης του κόστους της υποχρέωσης πιστοποίησης, χωρίς να αποδυναμωθεί η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

(239)

Δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 283/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (31), σήμερα μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο επιχορηγήσεις και προμήθειες για τη στήριξη ενεργειών στον τομέα των υποδομών ψηφιακών υπηρεσιών. Για να εξασφαλιστεί η όσο το δυνατό αποδοτικότερη λειτουργία των υποδομών των ψηφιακών υπηρεσιών, θα πρέπει επίσης να διατεθούν για τη στήριξη αυτών των ενεργειών άλλα χρηματοδοτικά μέσα, τα οποία χρησιμοποιούνται επί του παρόντος στο πλαίσιο της ΔΣΕ, μεταξύ άλλων καινοτόμα χρηματοδοτικά μέσα.

(240)

Για να αποφεύγεται η άσκοπη διοικητική επιβάρυνση των διαχειριστικών αρχών που θα μπορούσε να αποτελέσει τροχοπέδη στην αποδοτική εκτέλεση του ΤΕΒΑ, κρίνεται σκόπιμη η απλούστευση και διευκόλυνση της διαδικασίας για την τροποποίηση των μη ουσιωδών στοιχείων των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

(241)

Ενόψει της περαιτέρω απλούστευσης της χρήσης του ΤΕΒΑ, κρίνεται σκόπιμη η θέσπιση πρόσθετων διατάξεων όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών, ιδίως όσον αφορά τη χρήση τυποποιημένων κλιμάκων μοναδιαίων δαπανών, κατ’ αποκοπή ποσών και ενιαίων συντελεστών.

(242)

Για να αποτρέπεται η άνιση μεταχείριση των οργανισμών-εταίρων, οι παρατυπίες που καταλογίζονται μόνο στον φορέα που είναι αρμόδιος για την αγορά της βοήθειας δεν θα πρέπει να επηρεάζουν την επιλεξιμότητα των δαπανών των οργανισμών-εταίρων.

(243)

Για να απλουστευθεί η εφαρμογή των ΕΔΕΤ και του ΤΕΒΑ και να μην δημιουργηθεί ανασφάλεια δικαίου, θα πρέπει να αποσαφηνιστούν ορισμένες αρμοδιότητες των κρατών μελών όσον αφορά τη διαχείριση και τον έλεγχο.

(244)

Λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη συνεκτικής εφαρμογής των σχετικών δημοσιονομικών κανόνων εντός του οικονομικού έτους, ενδείκνυται, καταρχήν, το Μέρος I του παρόντος κανονισμού (δημοσιονομικός κανονισμός) να αρχίζει να εφαρμόζεται κατά την έναρξη ενός οικονομικού έτους. Εντούτοις, για να διασφαλιστεί ότι η σημαντική απλούστευση που προβλέπει ο παρών κανονισμός, όσον αφορά τόσο τον δημοσιονομικό κανονισμό όσο και τις τροποποιήσεις στις τομεακούς κανόνες, ωφελεί τους αποδέκτες των κονδυλίων της Ένωσης το συντομότερο δυνατόν, ενδείκνυται να προβλεφθεί, κατ’ εξαίρεση, εφαρμογή του παρόντος κανονισμού από την έναρξη ισχύος του. Παράλληλα, για να δοθεί επιπλέον χρόνος για την προσαρμογή στους νέους κανόνες, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης εξακολουθούν να εφαρμόζουν τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 έως το τέλος του οικονομικού έτους 2018, σε σχέση με την εκτέλεση των αντίστοιχων διοικητικών πιστώσεων.

(245)

Ορισμένες τροποποιήσεις σχετικά με τα χρηματοδοτικά μέσα, τις εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό και τη χρηματοδοτική συνδρομή θα πρέπει να εφαρμοστούν μόνο από την ημερομηνία εφαρμογής του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου μετά το 2020, προκειμένου να δοθεί επαρκής χρόνος για να προσαρμοστούν οι ισχύουσες νομικές βάσεις και τα προγράμματα στους νέους κανόνες.

(246)

Οι πληροφορίες σχετικά με τον ετήσιο μέσο όρο των ισοδυνάμων πλήρους απασχόλησης και σχετικά με το εκτιμώμενο ποσό των εσόδων ειδικού προορισμού που μεταφέρεται από προηγούμενα έτη θα πρέπει να δοθούν για πρώτη φορά μαζί με το σχέδιο προϋπολογισμού που θα υποβληθεί το 2021, προκειμένου να δοθεί επαρκής χρόνος στην Επιτροπή για να προσαρμοστεί στη νέα υποχρέωση,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΜΕΡΟΣ I

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός ορίζει τους κανόνες για την κατάρτιση και εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, («ο προϋπολογισμός») καθώς και για την παρουσίαση και τον λογιστικό έλεγχο των λογαριασμών τους.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «αιτών/αιτούσα»: φυσικό πρόσωπο ή οντότητα, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, που έχει υποβάλει αίτηση σε διαδικασία επιχορήγησης ή σε διαγωνισμό για βραβείο·

2)   «έγγραφο αίτησης»: προσφορά, αίτημα συμμετοχής, αίτηση επιχορήγησης ή αίτηση συμμετοχής σε διαγωνισμό για βραβείο·

3)   «διαδικασία ανάθεσης/επιχορήγησης/απονομής»: διαδικασία προμηθειών, διαδικασία επιχορήγησης, διαγωνισμός για βραβεία ή διαδικασία για την επιλογή εμπειρογνωμόνων ή προσώπων ή οντοτήτων που συμμετέχουν στην εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο γ) πρώτο εδάφιο·

4)   «βασική πράξη»: νομική πράξη, εκτός σύστασης ή γνώμης, που παρέχει τη νομική βάση για μια ενέργεια και για την εκτέλεση των αντίστοιχων δαπανών που εγγράφονται στον προϋπολογισμό ή της εγγύησης από τον προϋπολογισμό ή χρηματοδοτικής συνδρομής με κάλυψη από τον προϋπολογισμό, η οποία μπορεί να λάβει μία από τις ακόλουθες μορφές:

α)

κατ’ εφαρμογή της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Συνθήκη Ευρατόμ), τη μορφή κανονισμού, οδηγίας ή απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 288 ΣΛΕΕ· ή

β)

κατ’ εφαρμογή του τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), μία από τις μορφές που ορίζονται στο άρθρο 28 παράγραφος 1 και το άρθρο 31 παράγραφος 2, το άρθρο 33 και τα άρθρα 42 παράγραφος 4 και 43 παράγραφος 2 ΣΕΕ.

5)   «δικαιούχος»: φυσικό πρόσωπο ή οντότητα, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, με το οποίο έχει υπογραφεί συμφωνία επιχορήγησης·

6)   «συνδυαστικός μηχανισμός ή πλατφόρμα»: πλαίσιο συνεργασίας που συστήνεται ανάμεσα στην Επιτροπή και σε ιδρύματα αναπτυξιακής χρηματοδότησης ή άλλα δημόσια χρηματοδοτικά ιδρύματα με σκοπό τον συνδυασμό μη επιστρεπτέων μορφών στήριξης και/ή χρηματοδοτικών μέσων και/ή εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό και επιστρεπτέων μορφών στήριξης από ιδρύματα αναπτυξιακής χρηματοδότησης ή άλλα δημόσια χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς επίσης από χρηματοδοτικά ιδρύματα του ιδιωτικού τομέα και ιδιώτες επενδυτές·

7)   «εκτέλεση του προϋπολογισμού»: διενέργεια δραστηριοτήτων σχετικών με τη διαχείριση, την παρακολούθηση, τον έλεγχο και τον λογιστικό έλεγχο των δημοσιονομικών πιστώσεων σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπονται στο άρθρο 62·

8)   «δημοσιονομική δέσμευση»: πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης κρατά στον προϋπολογισμό τις απαραίτητες πιστώσεις για την εκτέλεση μεταγενέστερων πληρωμών προς εκπλήρωση νομικών δεσμεύσεων·

9)   «δημοσιονομική εγγύηση»: νομική δέσμευση της Ένωσης για στήριξη προγράμματος ενεργειών με ανάληψη χρηματοοικονομικής υποχρέωσης επί του προϋπολογισμού η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση επέλευσης συγκεκριμένου γεγονότος στη διάρκεια της υλοποίησης του προγράμματος, και που εξακολουθεί να ισχύει για όλη την περίοδο έως τη λήξη των ανειλημμένων δεσμεύσεων στο πλαίσιο του υποστηριζόμενου προγράμματος·

10)   «συμβάσεις ακινήτων»: συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο την αγορά, την ανταλλαγή, τη μακροχρόνια μίσθωση με εμπράγματο δικαίωμα (εμφύτευση), την επικαρπία, τη χρηματοδοτική μίσθωση, την απλή μίσθωση ή τη μίσθωση-πώληση, με ή χωρίς δικαίωμα προαίρεσης για αγορά, γης, κτιρίων ή άλλων ακινήτων. Καλύπτουν τόσο υπάρχοντα κτίρια όσο και ημιτελή κτίρια υπό την προϋπόθεση ότι ο υποψήφιος διαθέτει νόμιμη άδεια οικοδομής για αυτά. Δεν καλύπτουν τα κτίρια που έχουν σχεδιαστεί σύμφωνα με τις προδιαγραφές της αναθέτουσας αρχής, τα οποία καλύπτονται από συμβάσεις έργων·

11)   «υποψήφιος/α»: οικονομικός φορέας που έχει ζητήσει να του αποσταλεί ή έχει λάβει πρόσκληση συμμετοχής σε κλειστή διαδικασία, σε ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση, σε ανταγωνιστικό διάλογο, σε σύμπραξη καινοτομίας, σε διαγωνισμό μελετών ή σε διαδικασία με διαπραγμάτευση·

12)   «κεντρική αρχή προμηθειών»: αναθέτουσα αρχή που παρέχει κεντρικές δραστηριότητες προμηθειών και, ενδεχομένως, επικουρικές δραστηριότητες προμηθειών·

13)   «επαλήθευση»: εξακρίβωση συγκεκριμένου χαρακτηριστικού μιας πράξης εσόδων ή δαπανών·

14)   «σύμβαση παραχώρησης»: σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτεται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσότερων αναθετουσών αρχών, κατά την έννοια των άρθρων 174 και 178, με σκοπό την ανάθεση της εκτέλεσης έργων ή της παροχής και διαχείρισης υπηρεσιών σε οικονομικό φορέα (η «παραχώρηση»), και όταν:

α)

η αποζημίωση συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης των έργων ή των υπηρεσιών ή στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με την καταβολή αμοιβής,

β)

η ανάθεση σύμβασης παραχώρησης συνεπάγεται τη μεταβίβαση στον παραχωρησιούχο λειτουργικού κινδύνου που απορρέει από την εκμετάλλευση των εν λόγω έργων ή υπηρεσιών και ο οποίος συμπεριλαμβάνει κίνδυνο ζήτησης ή κίνδυνο προσφοράς ή και τους δύο. Ο παραχωρησιούχος θεωρείται ότι αναλαμβάνει λειτουργικό κίνδυνο όταν, υπό φυσιολογικές συνθήκες λειτουργίας, δεν υπάρχει εγγύηση για την απόσβεση της επένδυσης ή των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά την εκτέλεση των σχετικών έργων ή την παροχή των οικείων υπηρεσιών·

15)   «ενδεχόμενη υποχρέωση»: πιθανή χρηματοοικονομική υποχρέωση που θα μπορούσε να προκύψει ανάλογα με την έκβαση μελλοντικού γεγονότος·

16)   «σύμβαση»: δημόσια σύμβαση ή σύμβαση παραχώρησης·

17)   «ανάδοχος»: οικονομικός φορέας με τον οποίο έχει υπογραφεί δημόσια σύμβαση·

18)   «συμφωνία συνεισφοράς»: συμφωνία συναπτομένη με πρόσωπα ή οντότητες με επιπτώσεις στους πόρους της Ένωσης σύμφωνα με τα σημεία ii) έως viii) του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ)·

19)   «έλεγχος»: κάθε μέτρο που λαμβάνεται προκειμένου να παρασχεθεί εύλογη βεβαιότητα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα και οικονομία των πράξεων, την αξιοπιστία της υποβολής εκθέσεων, τη διασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων και των πληροφοριών, την πρόληψη, ανίχνευση και διόρθωση των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών, και όσον αφορά τη συνέχεια που δίνεται σε αυτές, καθώς και την επαρκή διαχείριση των κινδύνων των σχετικών με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων, λαμβανομένων υπόψη του πολυετούς χαρακτήρα των προγραμμάτων και της φύσης των οικείων πληρωμών. Οι έλεγχοι μπορούν να περιλαμβάνουν διάφορες επαληθεύσεις, καθώς και την εφαρμογή πολιτικών και διαδικασιών για να επιτευχθούν οι στόχοι της πρώτης πρότασης·

20)   «αντισυμβαλλόμενος/η»: το μέρος στο οποίο χορηγείται εγγύηση από τον προϋπολογισμό·

21)   «κρίση»:

α)

κατάσταση άμεσου ή επικείμενου κινδύνου που απειλεί να λάβει τη μορφή ένοπλης σύρραξης ή να αποσταθεροποιήσει μια χώρα ή την περιοχή γειτονίας της·

β)

κατάσταση που προκαλείται από φυσικές καταστροφές, ανθρωπογενείς κρίσεις, όπως πόλεμοι και άλλες συγκρούσεις, ή έκτακτες περιστάσεις που παράγουν παρόμοια αποτελέσματα και συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την κλιματική αλλαγή, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, τη στέρηση της πρόσβασης σε ενέργεια και φυσικούς πόρους ή την έσχατη ένδεια·

22)   «αποδέσμευση»: πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει την κράτηση πιστώσεων που πραγματοποιήθηκε προγενέστερα με δημοσιονομική δέσμευση·

23)   «δυναμικό σύστημα προμηθειών»: μια εξολοκλήρου ηλεκτρονική διαδικασία για αγορές τρέχουσας χρήσης αντικειμένων που είναι κατά κανόνα διαθέσιμα στην αγορά·

24)   «οικονομικός φορέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μεταξύ των οποίων και δημόσιος φορέας, ή ομάδα ως άνω προσώπων, που προσφέρει την προμήθεια προϊόντων, την εκτέλεση έργων ή την παροχή υπηρεσιών ή ακίνητης περιουσίας·

25)   «επένδυση μετοχικού κεφαλαίου»: η παροχή κεφαλαίων σε επιχείρηση, επενδυόμενων άμεσα ή έμμεσα έναντι πλήρους ή μερικής ιδιοκτησίας της επιχείρησης αυτής, με δυνατότητα του επενδυτή να αναλάβει εν μέρει τον διαχειριστικό έλεγχο της επιχείρησης και να συμμετέχει στα κέρδη της·

26)   «ευρωπαϊκές υπηρεσίες»: διοικητική δομή που συστήνεται από την Επιτροπή ή από την Επιτροπή και ένα ή περισσότερα λοιπά θεσμικά όργανα της Ένωσης προς εκτέλεση ειδικών οριζόντιων καθηκόντων·

27)   «οριστική διοικητική απόφαση»: απόφαση διοικητικής αρχής η οποία έχει οριστική και δεσμευτική ισχύ σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη νομοθεσία·

28)   «χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο»: περιουσιακό στοιχείο υπό μορφή χρηματικού ποσού, μετοχικού τίτλου κρατικής ή ιδιωτικής οντότητας ή συμβατικού δικαιώματος είσπραξης χρηματικών ποσών ή κτήσης άλλου χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου από άλλη κρατική ή ιδιωτική οντότητα·

29)   «χρηματοδοτικό μέσο»: μέτρο της Ένωσης για χρηματοδοτική στήριξη από τον προϋπολογισμό για την επίτευξη ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στόχων πολιτικής της Ένωσης, το οποίο είναι δυνατόν να έχει τη μορφή, επενδύσεων μετοχικού ή οιονεί μετοχικού κεφαλαίου, δανείων ή εγγυήσεων ή άλλων μέσων επιμερισμού κινδύνου, και το οποίο είναι δυνατόν να συνδυάζεται, εφόσον ενδείκνυται, με άλλες μορφές χρηματοδοτικής στήριξης ή με κονδύλια υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης ή με κονδύλια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης (ΕΤΑ)·

30)   «χρηματοοικονομική υποχρέωση»: συμβατική υποχρέωση παροχής χρηματικού ποσού ή άλλου χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου σε άλλη οντότητα·

31)   «σύμβαση-πλαίσιο»: η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσότερων αναθετουσών αρχών με σκοπό τον καθορισμό των όρων που διέπουν τις συμβάσεις συγκεκριμένου αντικειμένου οι οποίες στηρίζονται σε αυτήν, που πρόκειται να ανατεθούν εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, ιδίως όσον αφορά τις τιμές και, κατά περίπτωση, τις ποσότητες·

32)   «συνολικές προβλέψεις»: το συνολικό ποσό των πόρων που θεωρούνται απαραίτητοι καθ’ όλη τη διάρκεια μιας εγγύησης από τον προϋπολογισμό, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του συντελεστή προβλέψεων που αναφέρεται στο άρθρο 211 παράγραφος 1 στο ποσό της εγγύησης από τον προϋπολογισμό που επιτρέπεται από τη βασική πράξη, όπως αναφέρεται στο άρθρο 210 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

33)   «επιχορήγηση»: χρηματοδοτική συνεισφορά εν είδει χαριστικής παροχής. Όταν η εν λόγω συνεισφορά παρέχεται υπό καθεστώς άμεσης διαχείρισης, διέπεται από τον Τίτλο VIII·

34)   «εγγύηση»: γραπτή δέσμευση ανάληψης ευθύνης για το σύνολο ή μέρος της οφειλής ή της υποχρέωσης ενός τρίτου ή για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του τρίτου σε περίπτωση γεγονότος που ενεργοποιεί την εγγύηση αυτή, όπως η αθέτηση πληρωμής δανείου·

35)   «εγγύηση κατόπιν αιτήσεως»: εγγύηση η οποία πρέπει να καταβληθεί από τον εγγυητή εφόσον ζητηθεί από τον αντισυμβαλλόμενο, παρά τις τυχόν αδυναμίες στη δυνατότητα εκτέλεσης της υποκείμενης υποχρέωσης·

36)   «συνεισφορά σε είδος»: οι μη χρηματοδοτικοί πόροι που τρίτα μέρη θέτουν στη διάθεση του δικαιούχου άνευ πληρωμής·

37)   «νομική δέσμευση»: η πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης αναλαμβάνει ή καθιερώνει υποχρέωση από την οποία προκύπτει μεταγενέστερη πληρωμή ή πληρωμές και η αναγνώριση δαπάνης που επιβαρύνει τον προϋπολογισμό, και η οποία περιλαμβάνει ειδικές συμφωνίες και συμβάσεις που συνάπτονται στο πλαίσιο χρηματοδοτικών συμφωνιών-πλαίσιο εταιρικής σχέσης και συμβάσεων-πλαίσιο·

38)   «αποτέλεσμα μόχλευσης»: το ποσό της επιστρεπτέας χρηματοδότησης που παρέχεται σε επιλέξιμους τελικούς δικαιούχους διαιρούμενο με το ποσό της συνεισφοράς της Ένωσης·

39)   «κίνδυνος ρευστότητας»: ο κίνδυνος ότι ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο που κρατείται στο κοινό ταμείο εγγυήσεων ενδέχεται να μην μπορεί να πωληθεί εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος χωρίς να επισύρει σημαντική ζημία·

40)   «δάνειο»: συμφωνία που υποχρεώνει τον δανειστή να διαθέσει στον δανειζόμενο χρηματικό ποσό συμφωνημένου ύψους και για συμφωνημένο χρονικό διάστημα. Ο δανειζόμενος υποχρεούται βάσει της συμφωνίας να αποπληρώσει κατά τη διάρκεια ορισμένου χρονικού διαστήματος το δάνειο που του χορηγήθηκε·

41)   «επιχορήγηση μικρού ύψους»: επιχορήγηση μικρότερη ή ίση των 60 000 EUR·

42)   «οργανισμός κράτους μέλους»: οντότητα που συγκροτείται σε κράτος μέλος ως οργανισμός δημοσίου δικαίου ή ως οργανισμός διεπόμενος από το ιδιωτικό δίκαιο στον οποίο ανατίθεται αποστολή δημόσιας υπηρεσίας και στην οποία παρέχονται επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις από το κράτος μέλος·

43)   «μέθοδος εκτέλεσης»: οποιαδήποτε από τις μεθόδους εκτέλεσης του προϋπολογισμού που αναφέρονται στο άρθρο 62, δηλαδή η άμεση διαχείριση, η έμμεση διαχείριση και η επιμερισμένη διαχείριση·

44)   «ενέργεια χρηματοδοτούμενη από πολλαπλούς δωρητές»: κάθε ενέργεια κατά την οποία κονδύλια της Ένωσης προστίθενται σε κονδύλια ενός τουλάχιστον άλλου δωρητή·

45)   «πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα»: το ποσό της επένδυσης από επιλέξιμους τελικούς αποδέκτες διαιρούμενο διά του ποσού της συνεισφοράς της Ένωσης·

46)   «εκροές»: τα παραδοτέα που παράγει η ενέργεια όπως καθορίζονται σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες·

47)   «συμμετέχων/συμμετέχουσα»: υποψήφιος ή προσφέρων σε διαδικασία προμηθειών, αιτών σε διαδικασία επιχορήγησης, εμπειρογνώμονας σε διαδικασία επιλογής εμπειρογνωμόνων, αιτών σε διαγωνισμό για βραβεία ή πρόσωπο ή οντότητα που συμμετέχει σε διαδικασία εκτέλεσης κονδυλίων της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ)·

48)   «βραβείο»: χρηματοδοτική συμμετοχή που δίδεται ως ανταμοιβή μετά από διαγωνισμό. Όταν η εν λόγω συνεισφορά παρέχεται υπό καθεστώς άμεσης διαχείρισης, διέπεται από τον Τίτλο IX·

49)   «προμήθεια»: η με σύμβαση απόκτηση έργων, αγαθών ή υπηρεσιών και η απόκτηση ή μίσθωση γης, κτιρίων ή άλλων ακινήτων από μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές από οικονομικούς φορείς που επιλέγουν οι ίδιες αναθέτουσες αρχές·

50)   «έγγραφο της προμήθειας»: κάθε έγγραφο το οποίο παρουσιάζει ή στο οποίο παραπέμπει η αναθέτουσα αρχή με σκοπό να περιγράψει ή να προσδιορίσει στοιχεία της διαδικασίας προμηθειών, μεταξύ άλλων:

α)

τα μέτρα δημοσιότητας που ορίζονται στο άρθρο 163·

β)

την πρόσκληση υποβολής προσφορών·

γ)

τη συγγραφή υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών προδιαγραφών και των σχετικών κριτηρίων, ή τα περιγραφικά έγγραφα στην περίπτωση ανταγωνιστικού διαλόγου·

δ)

το σχέδιο σύμβασης·

51)   «δημόσια σύμβαση»: σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας η οποία συνάπτεται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσότερων αναθετουσών αρχών, κατά την έννοια των άρθρων 174 και 178, με σκοπό την απόκτηση κινητών ή ακινήτων περιουσιακών στοιχείων, την εκτέλεση έργων ή την παροχή υπηρεσιών έναντι καταβολής αντιτίμου, το οποίο καταβάλλεται εν όλω ή εν μέρει από τον προϋπολογισμό. Οι συμβάσεις αυτές περιλαμβάνουν:

α)

τις συμβάσεις ακινήτων·

β)

τις συμβάσεις προμηθειών·

γ)

τις συμβάσεις έργων·

δ)

τις συμβάσεις υπηρεσιών·

52)   «επένδυση οιονεί μετοχικού κεφαλαίου»: είδος χρηματοδότησης το οποίο τοποθετείται μεταξύ ιδίων και δανειακών κεφαλαίων και συνεπάγεται μεγαλύτερο κίνδυνο από το δάνειο αυξημένης εξασφάλισης και μικρότερο κίνδυνο από το κοινό μετοχικό κεφάλαιο και το οποίο μπορεί να είναι δομημένο με τη μορφή χρέους, συνήθως χωρίς εξασφάλιση και εξοφλητική προτεραιότητα και σε ορισμένες περιπτώσεις μετατρέψιμο σε μετοχές ή σε προνομιούχες μετοχές·

53)   «αποδέκτης»: δικαιούχος, ανάδοχος, αμειβόμενος εξωτερικός εμπειρογνώμονας ή φυσικό πρόσωπο ή οντότητα που λαμβάνει βραβεία ή χρηματοδότηση στο πλαίσιο χρηματοδοτικού μέσου ή συμμετέχει στην εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ)·

54)   «συμφωνία επαναγοράς»: πώληση τίτλων έναντι χρηματικού ποσού με συμφωνία επαναγοράς τους σε καθορισμένη μελλοντική ημερομηνία ή κατόπιν αιτήσεως·

55)   «πίστωση έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης»: πίστωση που εγγράφεται σε έναν από τους τίτλους του προϋπολογισμού που αφορούν τους τομείς πολιτικής οι οποίοι συνδέονται με την «Έμμεση έρευνα» και την «Άμεση έρευνα» ή σε κεφάλαιο αναφερόμενο σε ερευνητικές δραστηριότητες που εντάσσονται σε άλλο τίτλο·

56)   «αποτέλεσμα»: οι συνέπειες της εφαρμογής μιας ενέργειας, όπως καθορίζονται σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες·

57)   «μέσο επιμερισμού κινδύνου»: χρηματοδοτικό μέσο το οποίο επιτρέπει τον επιμερισμό ενός καθορισμένου κινδύνου μεταξύ δύο ή περισσότερων οντοτήτων, ενδεχομένως έναντι συμφωνημένου τιμήματος·

58)   «σύμβαση υπηρεσιών»: σύμβαση που έχει ως αντικείμενο όλες τις περιπτώσεις παροχής πνευματικών ή μη πνευματικών υπηρεσιών που δεν καλύπτονται από τις συμβάσεις αγαθών, έργων και ακινήτων·

59)   «χρηστή δημοσιονομική διαχείριση»: εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας·

60)   «κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης»: ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68·

61)   «υπεργολάβος»: οικονομικός φορέας ο οποίος προτείνεται από υποψήφιο ή προσφέροντα ή εργολάβο για την εκτέλεση μέρους σύμβασης ή από δικαιούχο για την εκτέλεση μέρους των καθηκόντων που συγχρηματοδοτούνται από την επιχορήγηση·

62)   «συνδρομή»: τα ποσά που καταβάλλονται στους οργανισμούς των οποίων η Ένωση είναι μέλος, σύμφωνα με τις αποφάσεις για τον προϋπολογισμό και τους όρους πληρωμής που τίθενται από τον ενδιαφερόμενο οργανισμό·

63)   «σύμβαση προμηθειών»: σύμβαση η οποία έχει ως αντικείμενο την αγορά, τη χρηματοδοτική μίσθωση, την απλή μίσθωση ή τη μίσθωση-πώληση, με ή χωρίς δικαίωμα προαίρεσης για αγορά, προϊόντων και η οποία μπορεί να περιλαμβάνει, παρεμπιπτόντως, εργασίες τοποθέτησης και εγκατάστασης·

64)   «τεχνική βοήθεια»: με την επιφύλαξη των ειδικών τομεακών κανόνων, δραστηριότητες υποστήριξης και ανάπτυξης ικανοτήτων που απαιτούνται για την υλοποίηση προγράμματος ή ενέργειας, και ειδικά δραστηριότητες προπαρασκευής, διαχείρισης, παρακολούθησης, αξιολόγησης και λογιστικών και λοιπών ελέγχων·

65)   «προσφέρων»: οικονομικός φορέας που έχει υποβάλει προσφορά·

66)   «Ένωση»: η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας ή αμφότερες, κατά περίπτωση·

67)   «θεσμικό όργανο της Ένωσης»: το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο, η Επιτροπή, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, η Επιτροπή των Περιφερειών, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ή η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης («ΕΥΕΔ»)· η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν θεωρείται θεσμικό όργανο της Ένωσης·

68)   «πωλητής»: οικονομικός φορέας καταχωρισμένος σε κατάλογο πωλητών που θα κληθούν να υποβάλουν αιτήσεις συμμετοχής σε προσφορές ή προσφορές·

69)   «εθελοντής»: άτομο που εργάζεται με δική του προαίρεση για έναν οργανισμό χωρίς να λαμβάνει αμοιβή·

70)   «έργο»: το αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών εργασιών ή εργασιών πολιτικού μηχανικού το οποίο επαρκεί καθαυτό για την εκτέλεση μιας οικονομικής ή τεχνικής λειτουργίας·

71)   «σύμβαση έργων»: σύμβαση με αντικείμενο είτε:

α)

την εκτέλεση, ή την εκτέλεση και μελέτη, έργου·

β)

την εκτέλεση, ή την εκτέλεση και μελέτη, έργου σχετιζόμενου με μία από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα II της οδηγίας 2014/24/ΕΕ·

γ)

την υλοποίηση, με οποιαδήποτε μέσα, έργου ανταποκρινόμενου στις απαιτήσεις τις οποίες ορίζει η αναθέτουσα αρχή που ασκεί καθοριστική επίδραση στο είδος ή τη μελέτη του έργου.

Άρθρο 3

Συμμόρφωση της παράγωγης νομοθεσίας προς τον παρόντα κανονισμό

1.   Κάθε διάταξη που αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού ως προς τα έσοδα ή τις δαπάνες και περιλαμβάνεται σε άλλη βασική πράξη συμμορφώνεται με τις αρχές του προϋπολογισμού οι οποίες διατυπώνονται στον τίτλο II.

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, οι προτάσεις και οι τροποποιήσεις προτάσεων που υποβάλλονται στη νομοθετική αρχή και περιέχουν παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, πλην αυτών του Τίτλου II, ή από κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, περιλαμβάνουν σαφή μνεία των παρεκκλίσεων αυτών και, στις αιτιολογικές σκέψεις και στην αιτιολογική έκθεσή τους, αναφέρουν τους συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούν τις εν λόγω παρεκκλίσεις ή τροποποιήσεις.

Άρθρο 4

Προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες

Πλην διατάξεως περί του αντιθέτου στον παρόντα κανονισμό, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου (32) εφαρμόζονται για τις προθεσμίες που καθορίζονται από τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 5

Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και (ΕΕ) 2016/679.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

Άρθρο 6

Τήρηση των αρχών που διέπουν τον προϋπολογισμό

Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται και εκτελείται σύμφωνα με τις αρχές της ενότητας, της ακρίβειας, της ετήσιας διάρκειας, της ισοσκέλισης, της ενιαίας λογιστικής μονάδας, της καθολικότητας, της ειδικότητας, της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της διαφάνειας, όπως αυτές εκτίθενται στον παρόντα κανονισμό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Αρχές της ενότητας και της ακρίβειας του προϋπολογισμού

Άρθρο 7

Πεδίο εφαρμογής του προϋπολογισμού

1.   Για κάθε οικονομικό έτος, ο προϋπολογισμός προβλέπει και εγκρίνει το σύνολο των εκτιμώμενων ως αναγκαίων εσόδων και δαπανών της Ένωσης. Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει:

α)

τα έσοδα και τις δαπάνες της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών δαπανών που απορρέουν από την εφαρμογή των διατάξεων της ΣΕΕ στον τομέα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), καθώς και τις επιχειρησιακές δαπάνες τις οποίες συνεπάγεται η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, εφόσον αυτές επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό·

β)

τα έσοδα και τις δαπάνες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας.

2.   Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει διαχωριζόμενες πιστώσεις, οι οποίες συνίστανται σε πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πιστώσεις πληρωμών, και μη διαχωριζόμενες πιστώσεις.

Οι πιστώσεις που εγκρίνονται για το οικονομικό έτος είναι:

α)

οι πιστώσεις που ανοίγονται στον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ανοίγονται μέσω διορθωτικού προϋπολογισμού·

β)

οι μεταφερθείσες πιστώσεις από προηγούμενα οικονομικά έτη·

γ)

οι ανασυστάσεις πιστώσεων σύμφωνα με το άρθρο 15·

δ)

οι πιστώσεις που προέρχονται από επιστροφές πληρωμών προχρηματοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 4 στοιχείο β)·

ε)

οι πιστώσεις που ανοίγονται λόγω της είσπραξης εσόδων για ειδικό προορισμό κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους ή που μεταφέρονται από προηγούμενα οικονομικά έτη.

3.   Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων καλύπτουν το συνολικό κόστος των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια του εκάστοτε οικονομικού έτους, με την επιφύλαξη του άρθρου 114 παράγραφος 2.

4.   Οι πιστώσεις πληρωμών καλύπτουν τις πληρωμές που απορρέουν από την εκπλήρωση των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια του εκάστοτε οικονομικού έτους ή προηγούμενων οικονομικών ετών.

5.   Οι παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν τη δυνατότητα συνολικής δέσμευσης πιστώσεων ή τη δυνατότητα δημοσιονομικής δέσμευσης ανά ετήσιες δόσεις, όπως προβλέπεται αντιστοίχως στο άρθρο 112 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και στο άρθρο 112 παράγραφος 2.

Άρθρο 8

Ειδικοί κανόνες που διέπουν τις αρχές της ενότητας και της ακρίβειας του προϋπολογισμού

1.   Όλα τα έσοδα και οι δαπάνες καταλογίζονται σε γραμμή του προϋπολογισμού.

2.   Με την επιφύλαξη των εγκεκριμένων δαπανών που απορρέουν από ενδεχόμενες υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 210 παράγραφος 2, καμία δαπάνη δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανάληψης ή εντολής πέραν των εγκεκριμένων πιστώσεων.

3.   Καμία πίστωση δεν εγγράφεται στον προϋπολογισμό αν δεν αντιστοιχεί σε δαπάνη που εκτιμάται ως αναγκαία.

4.   Δεν οφείλονται στην Ένωση τόκοι λόγω πληρωμών προχρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στις οικείες συμφωνίες συνεισφοράς ή στις οικείες συμφωνίες χρηματοδότησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Αρχή της διαφάνειας

Άρθρο 9

Ορισμός

Οι πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό εγκρίνονται για τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους το οποίο αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου.

Άρθρο 10

Λογιστική του προϋπολογισμού για τα έσοδα και τις πιστώσεις

1.   Τα έσοδα καταλογίζονται σε ένα οικονομικό έτος βάσει των ποσών που εισπράττονται κατά τη διάρκειά του εν λόγω έτους. Ωστόσο, οι ίδιοι πόροι του Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους μπορούν να αποδίδονται εκ των προτέρων, δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014.

2.   Οι εγγραφές ιδίων πόρων που βασίζονται στον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και ιδίων πόρων που βασίζονται στο ακαθάριστο εθνικό εισόδημα μπορούν να προσαρμόζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014.

3.   Οι δεσμεύσεις πιστώσεων ενός οικονομικού έτους καταλογίζονται βάσει των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται έως την 31η Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους. Ωστόσο, οι συνολικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 112 παράγραφος 4 καταλογίζονται για ένα οικονομικό έτος βάσει των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται έως την 31η Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους.

4.   Οι πληρωμές καταλογίζονται στο πλαίσιο ενός οικονομικού έτους βάσει των πληρωμών που πραγματοποιούνται από τον υπόλογο έως την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου οικονομικού έτους.

5.   Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 3 και 4:

α)

οι δαπάνες του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) καταλογίζονται στους λογαριασμούς ενός οικονομικού έτους βάσει των επιστροφών που πραγματοποιεί η Επιτροπή προς τα κράτη μέλη έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους αυτού, υπό τον όρο ότι το εκάστοτε ένταλμα πληρωμής περιέρχεται στον υπόλογο έως την 31η Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους·

β)

οι δαπάνες που εκτελούνται υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης, εξαιρουμένου του ΕΓΤΕ, καταλογίζονται στους λογαριασμούς ενός οικονομικού έτους βάσει των επιστροφών που πραγματοποιεί η Επιτροπή προς τα κράτη μέλη έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που καταλογίζονται έως την 31η Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους όπως ορίζεται στα άρθρα 30 και 31.

Άρθρο 11

Δέσμευση πιστώσεων

1.   Οι πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό μπορούν να δεσμευθούν αμέσως μετά την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού, και με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου.

2.   Οι ακόλουθες δαπάνες μπορούν, από την 15η Οκτωβρίου κάθε οικονομικού έτους, να αναλαμβάνονται προκαταβολικά εις βάρος των πιστώσεων που προβλέπονται για το επόμενο οικονομικό έτος:

α)

τρέχουσες διοικητικές δαπάνες, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω δαπάνες έχουν γίνει αποδεκτές στον τελευταίο δεόντως εγκριθέντα προϋπολογισμό και μόνο έως το ένα τέταρτο, κατ’ ανώτατο όριο, των συνολικών αντίστοιχων πιστώσεων που έχουν εγγραφεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για το τρέχον οικονομικό έτος·

β)

τρέχουσες διοικητικές δαπάνες του ΕΓΤΕ, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω δαπάνες θεμελιώνονται επί της αρχής σε υφιστάμενη βασική πράξη, και μόνο έως τα τρία τέταρτα, κατ’ ανώτατο όριο, του συνόλου των αντίστοιχων πιστώσεων που έχουν εγγραφεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για το τρέχον οικονομικό έτος.

Άρθρο 12

Ακύρωση και μεταφορά πιστώσεων

1.   Οι πιστώσεις που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί έως το τέλος του οικονομικού έτους για το οποίο έχουν εγγραφεί ακυρώνονται, εκτός εάν μεταφέρονται δυνάμει των παραγράφων 2 έως 8.

2.   Οι ακόλουθες πιστώσεις μπορούν να μεταφέρονται με απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με την παράγραφο 3, αλλά μόνο στο επόμενο οικονομικό έτος:

α)

πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και μη διαχωριζόμενες πιστώσεις για τις οποίες τα περισσότερα προπαρασκευαστικά στάδια της διαδικασίας δέσμευσης έχουν ολοκληρωθεί στις 31 Δεκεμβρίου του οικονομικού έτους. Οι εν λόγω πιστώσεις μπορούν να δεσμευθούν έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους, με εξαίρεση τις μη διαχωριζόμενες πιστώσεις που αφορούν σχέδια σχετικά με ακίνητα οι οποίες μπορούν να δεσμευθούν έως τις 31 Δεκεμβρίου του επόμενου οικονομικού έτους·

β)

πιστώσεις που αποδεικνύονται αναγκαίες σε περίπτωση κατά την οποία η νομοθετική αρχή εξέδωσε τη βασική πράξη κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου του οικονομικού έτους, χωρίς ωστόσο η Επιτροπή να μπορέσει να δεσμεύσει έως την 31η Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους τις πιστώσεις που προβλέπονται προς τούτο στον προϋπολογισμό. Οι πιστώσεις αυτές μπορούν να δεσμευθούν έως τις 31 Δεκεμβρίου του επόμενου οικονομικού έτους·

γ)

πιστώσεις πληρωμών που είναι αναγκαίες για την κάλυψη προγενεστέρων δεσμεύσεων ή δεσμεύσεων που συνδέονται με μεταφερθείσες πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων, εφόσον οι πιστώσεις πληρωμών που προβλέπονται στις αντίστοιχες γραμμές του προϋπολογισμού του επόμενου οικονομικού έτους είναι ανεπαρκείς·

δ)

μη δεσμευθείσες πιστώσεις που έχουν σχέση με τις ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (33).

Έχοντας υπόψη το πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης χρησιμοποιεί πρώτα τις πιστώσεις που έχουν εγκριθεί για το τρέχον οικονομικό έτος, στις δε μεταφερθείσες πιστώσεις καταφεύγει μόνο εφόσον εξαντληθούν οι πρώτες.

Οι μεταφορές μη δεσμευθεισών πιστώσεων, όπως αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο δ) της παρούσας παραγράφου δεν υπερβαίνουν, εντός του ορίου του 2 % επί των αρχικών πιστώσεων που έχουν ψηφισθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, το ποσό της αναπροσαρμογής των άμεσων ενισχύσεων που ίσχυε σύμφωνα με το άρθρο 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 στη διάρκεια του προηγούμενου οικονομικού έτους. Οι πιστώσεις που μεταφέρονται στο επόμενο οικονομικό έτος επιστρέφονται στις γραμμές του προϋπολογισμού που καλύπτουν τις ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013.

3.   Το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης λαμβάνει την απόφασή του σχετικά με τις μεταφορές της παραγράφου 2 έως τις 15 Φεβρουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους. Ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τη ληφθείσα απόφαση μεταφοράς έως τις 15 Μαρτίου του εν λόγω έτους. Διευκρινίζει επίσης, κατά γραμμή του προϋπολογισμού, τον τρόπο εφαρμογής, σε κάθε μεταφορά, των κριτηρίων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ).

4.   Μεταφέρονται αυτομάτως οι πιστώσεις σε σχέση με:

α)

πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων για το αποθεματικό έκτακτης βοήθειας και για το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πιστώσεις αυτές μπορούν να μεταφέρονται μόνον στο επόμενο οικονομικό έτος και να δεσμεύονται έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους·

β)

πιστώσεις που αντιστοιχούν σε εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό. Οι πιστώσεις αυτές μπορούν να μεταφέρονται μόνον στο επόμενο οικονομικό έτος και να δεσμεύονται έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους, με εξαίρεση τα εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό από εκμισθώσεις και από την πώληση κτιρίων και γαιών τα οποία μπορούν να μεταφέρονται έως ότου χρησιμοποιηθούν πλήρως. Πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων, που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 514/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (34) οι οποίες είναι διαθέσιμες στις 31 Δεκεμβρίου και προέρχονται από επιστροφές προχρηματοδοτήσεων, οι οποίες μπορούν να μεταφερθούν μέχρι τη λήξη του προγράμματος και να χρησιμοποιηθούν, εφόσον είναι αναγκαίο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν διατίθενται πλέον άλλες πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων·

γ)

πιστώσεις που αντιστοιχούν σε εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό. Οι πιστώσεις αυτές χρησιμοποιούνται πλήρως έως ότου εκτελεστούν όλες οι πράξεις που αφορούν το πρόγραμμα ή την ενέργεια για τα οποία προορίζονται ή είναι δυνατό να μεταφερθούν και να χρησιμοποιηθούν για το διάδοχο πρόγραμμα ή ενέργεια. Αυτό δεν ισχύει για τα έσοδα που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημείο iii) για τα οποία οι πιστώσεις που δεν έχουν δεσμευθεί εντός πέντε ετών ακυρώνονται·

δ)

πιστώσεις πληρωμών που σχετίζονται με το ΕΓΤΕ και προέρχονται από αναστολές σύμφωνα με το άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013.

5.   Η αντιμετώπιση των εξωτερικών εσόδων για ειδικό προορισμό που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, τα οποία προέρχονται από τη συμμετοχή των κρατών της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) σε ορισμένα προγράμματα της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο ε) είναι σύμφωνη με το πρωτόκολλο αριθ. 32 που προσαρτάται στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (συμφωνία ΕΟΧ).

6.   Πέρα από την ενημέρωση τα που προβλέπεται στην παράγραφο 3, το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πληροφορίες σχετικά με τις πιστώσεις που μεταφέρθηκαν αυτομάτως, περιλαμβανομένων των οικείων ποσών και της διάταξης του παρόντος άρθρου σύμφωνα με την οποία έγινε η μεταφορά των πιστώσεων.

7.   Μη διαχωριζόμενες πιστώσεις για τις οποίες έχει αναληφθεί νομική δέσμευση στο τέλος του οικονομικού έτους καταβάλλονται έως το τέλος του επόμενου οικονομικού έτους.

8.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, οι πιστώσεις που εγγράφονται σε αποθεματικό και οι πιστώσεις που αφορούν δαπάνες προσωπικού δεν μεταφέρονται. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι δαπάνες προσωπικού περιλαμβάνουν τις αποδοχές και τις αποζημιώσεις των μελών και του προσωπικού των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης.

Άρθρο 13

Λεπτομερείς διατάξεις για την ακύρωση και τη μεταφορά πιστώσεων

1.   Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και οι μη διαχωριζόμενες πιστώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) μπορούν να μεταφερθούν μόνον αν οι δεσμεύσεις δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν πριν από τις 31 Δεκεμβρίου του οικονομικού έτους για λόγους που δεν μπορούν να καταλογιστούν στον διατάκτη και αν τα προπαρασκευαστικά στάδια έχουν προχωρήσει μέχρι σημείου που επιτρέπει να θεωρηθεί ευλόγως ότι η δέσμευση μπορεί να πραγματοποιηθεί έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους ή, όσον αφορά σχέδια σχετικά με ακίνητα, στις 31 Δεκεμβρίου του επόμενου οικονομικού έτους.

2.   Ειδικότερα, τα προπαρασκευαστικά στάδια που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), τα οποία θα έχουν ολοκληρωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου του οικονομικού έτους με σκοπό τη μεταφορά στο επόμενο οικονομικό έτος, είναι τα εξής:

α)

για τις ατομικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 112 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), η περάτωση της φάσης επιλογής των πιθανών αντισυμβαλλομένων, δικαιούχων, βραβευθέντων ή εξουσιοδοτουμένων·

β)

για τις συνολικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 112 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), η έκδοση απόφασης χρηματοδότησης ή η περάτωση της διαβούλευσης με τις ενδιαφερόμενες υπηρεσίες στο πλαίσιο κάθε θεσμικού οργάνου της Ένωσης με σκοπό την έκδοση αυτής της απόφασης χρηματοδότησης.

3.   Οι πιστώσεις που μεταφέρονται σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), οι οποίες δεν έχουν δεσμευθεί έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους ή έως τις 31 Δεκεμβρίου του επόμενου οικονομικού έτους για ποσά που αφορούν σχέδια σχετικά με ακίνητα, ακυρώνονται αυτόματα.

Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τις πιστώσεις που ακυρώθηκαν σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο εντός ενός μηνός από την ακύρωσή τους.

Άρθρο 14

Αποδεσμεύσεις

1.   Όταν αποδεσμεύονται δημοσιονομικές δεσμεύσεις κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε οικονομικού έτους μεταγενέστερου από το έτος κατά το οποίο έγινε η εκάστοτε δέσμευση λόγω της ολικής ή της μερικής μη εκτέλεσης ενεργειών για τις οποίες είχαν διατεθεί, οι πιστώσεις που αντιστοιχούν στις εν λόγω αποδεσμεύσεις ακυρώνονται, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και (ΕΕ) αριθ. 514/2014 και με την επιφύλαξη του άρθρου 15 του παρόντος κανονισμού.

2.   Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και (ΕΕ) αριθ. 514/2014 αποδεσμεύονται αυτόματα σύμφωνα με τις διατάξεις των εν λόγω κανονισμών.

3.   Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στα εξωτερικά έξοδα για ειδικό προορισμό που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2.

Άρθρο 15

Ανασύσταση πιστώσεων που αντιστοιχούν σε αποδεσμεύσεις

1.   Οι πιστώσεις που αντιστοιχούν σε αποδεσμεύσεις όπως αναφέρονται στους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014 και (ΕΕ) αριθ. 514/2014 μπορούν να ανασυσταθούν σε περίπτωση προδήλου σφάλματος αποδιδόμενου αποκλειστικά στην Επιτροπή.

Προς τούτο, η Επιτροπή εξετάζει τις αποδεσμεύσεις που σημειώθηκαν κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος και αποφαίνεται, έως την 15η Φεβρουαρίου του τρέχοντος οικονομικού έτους, με γνώμονα τις ανάγκες, ως προς την αναγκαιότητα της ανασύστασης των αντίστοιχων πιστώσεων.

2.   Επιπλέον της περίπτωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι πιστώσεις που αντιστοιχούν σε αποδεσμεύσεις ανασυστήνονται σε περίπτωση:

α)

αποδέσμευσης από πρόγραμμα δυνάμει των διευθετήσεων για την εφαρμογή του αποθεματικού επίδοσης που ορίζονται στο άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013·

β)

αποδέσμευσης από πρόγραμμα που αφορά συγκεκριμένο χρηματοδοτικό μέσο υπέρ μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), μετά από τη διακοπή της συμμετοχής κράτους μέλους στο χρηματοδοτικό μέσο, κατά τα αναφερόμενα στο έβδομο εδάφιο του άρθρου 39 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013.

3.   Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων που αντιστοιχούν στο ποσό των αποδεσμεύσεων λόγω μη εκτέλεσης, εν όλω ή εν μέρει, των αντίστοιχων ερευνητικών σχεδίων είναι επίσης δυνατόν να ανασυσταθούν προς όφελος του ερευνητικού προγράμματος στο οποίο ανήκουν τα σχέδια ή στο διάδοχο πρόγραμμα στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού.

Άρθρο 16

Κανόνες που εφαρμόζονται στην περίπτωση καθυστερημένης έγκρισης του προϋπολογισμού

1.   Εάν ο προϋπολογισμός δεν έχει εγκριθεί οριστικά κατά την έναρξη του οικονομικού έτους, εφαρμόζεται η διαδικασία που προσδιορίζεται στο άρθρο 315 πρώτο εδάφιο ΣΛΕΕ (καθεστώς των προσωρινών δωδεκατημορίων). Μπορούν να διενεργούνται αναλήψεις υποχρεώσεων και πληρωμές εντός των ορίων που καθορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

2.   Οι αναλήψεις υποχρεώσεων μπορούν να διενεργούνται κατά κεφάλαιο, εντός του ορίου του ενός τετάρτου του συνόλου των πιστώσεων που έχουν εγκριθεί στο συγκεκριμένο κεφάλαιο του προϋπολογισμού για το προηγούμενο οικονομικό έτος, προσαυξημένου κατά ένα δωδέκατο για κάθε διαρρεύσαντα μήνα.

Δεν είναι δυνατόν να σημειωθεί υπέρβαση του ορίου των πιστώσεων που προβλέπονται στο σχέδιο προϋπολογισμού.

Οι πληρωμές μπορούν να διενεργούνται μηνιαίως κατά κεφάλαιο, εντός του ορίου του ενός δωδεκάτου των πιστώσεων που έχουν εγκριθεί στο συγκεκριμένο κεφάλαιο του προϋπολογισμού για το προηγούμενο οικονομικό έτος. Δεν υπερβαίνουν ωστόσο το ένα δωδέκατο των πιστώσεων που προβλέπονται στο ίδιο κεφάλαιο του σχεδίου προϋπολογισμού.

3.   Ως πιστώσεις που έχουν εγκριθεί στο συγκεκριμένο κεφάλαιο του προϋπολογισμού για το προηγούμενο οικονομικό έτος, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2, νοούνται οι πιστώσεις του προϋπολογισμού που έχουν ψηφισθεί, μεταξύ άλλων με διορθωτικούς προϋπολογισμούς, μετά την προσαρμογή τους λόγω μεταφορών εντός του εν λόγω οικονομικού έτους.

4.   Εφόσον το απαιτούν η συνέχεια της δράσης της Ένωσης και οι ανάγκες της διαχείρισης, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής, δύναται να επιτρέψει δαπάνες επιπλέον ενός προσωρινού δωδεκατημορίου, οι οποίες δεν υπερβαίνουν ωστόσο το άθροισμα τεσσάρων προσωρινών δωδεκατημορίων, εκτός δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων, τόσο για τις πράξεις ανάληψης υποχρέωσης όσο και για τις πράξεις πληρωμής, πέραν εκείνων που καθίστανται αυτομάτως διαθέσιμες δυνάμει των παραγράφων 1 και 2. Το Συμβούλιο διαβιβάζει αμελλητί τη σχετική απόφασή του για την έγκριση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η απόφαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο τίθεται σε ισχύ 30 ημέρες μετά την έκδοσή της, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προβεί σε μία από ακόλουθες ενέργειες:

α)

αποφασίσει, εντός 30 ημερών, με την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν, να μειώσει τη σχετική δαπάνη, οπότε η Επιτροπή υποβάλλει νέα πρόταση·

β)

γνωστοποιήσει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή ότι δεν επιθυμεί να μειώσει τη σχετική δαπάνη, οπότε η απόφαση τίθεται σε ισχύ πριν από την παρέλευση των 30 ημερών.

Τα πρόσθετα δωδεκατημόρια εγκρίνονται στο σύνολό τους και δεν μπορούν να κατακερματισθούν.

5.   Εάν, για ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο, η έγκριση τεσσάρων προσωρινών δωδεκατημορίων σύμφωνα με την παράγραφο 4 δεν επαρκεί για την κάλυψη των δαπανών που είναι αναγκαίες για να μη διακοπεί η συνέχεια της δράσης της Ένωσης στον τομέα που καλύπτεται από το εν λόγω κεφάλαιο, μπορεί να εγκριθεί κατ’ εξαίρεση υπέρβαση του ποσού των πιστώσεων που είχαν εγγραφεί στο αντίστοιχο κεφάλαιο του προϋπολογισμού του προηγούμενου οικονομικού έτους. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ακολουθούν τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παράγραφο 4. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν σημειώνεται υπέρβαση του συνολικού ύψους των πιστώσεων που είχαν διατεθεί στο πλαίσιο του προϋπολογισμού του προηγούμενου οικονομικού έτους ή του προτεινόμενου σχεδίου προϋπολογισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Αρχή της ισοσκέλισης

Άρθρο 17

Ορισμός και πεδίο εφαρμογής

1.   Ο προϋπολογισμός είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τις πιστώσεις πληρωμών.

2.   Η Ένωση και οι αναφερόμενοι στα άρθρα 70 και 71 οργανισμοί της Ένωσης δεν συνάπτουν δάνεια στο πλαίσιο του προϋπολογισμού.

Άρθρο 18

Υπόλοιπο του οικονομικού έτους

1.   Το υπόλοιπο κάθε οικονομικού έτους εγγράφεται στον προϋπολογισμό του επόμενου είτε στα έσοδα είτε στις πιστώσεις πληρωμών, ανάλογα με το αν πρόκειται για πλεόνασμα ή για έλλειμμα αντιστοίχως.

2.   Οι εκτιμήσεις των εσόδων ή πιστώσεων πληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εγγράφονται στον προϋπολογισμό κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του προϋπολογισμού και σε διορθωτική επιστολή, η οποία υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 42 του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω εκτιμήσεις καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 608/2014 του Συμβουλίου (35).

3.   Μετά την υποβολή των προσωρινών λογαριασμών κάθε οικονομικού έτους, τυχόν διαφορά ανάμεσα στους λογαριασμούς αυτούς και τις εκτιμήσεις εγγράφεται στον προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους μέσω διορθωτικού προϋπολογισμού, του οποίου αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο. Στην περίπτωση αυτή, το σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού υποβάλλεται από την Επιτροπή ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εντός 15 ημερών από την υποβολή των προσωρινών λογαριασμών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Αρχή της ενιαίας λογιστικής μονάδας

Άρθρο 19

Χρησιμοποίηση του ευρώ

1.   Το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ο προϋπολογισμός καταρτίζονται και εκτελούνται σε ευρώ. Αποτελούν αντικείμενο απόδοσης λογαριασμών σε ευρώ. Ωστόσο, για τις ταμειακές ανάγκες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 77, ο υπόλογος και, στην περίπτωση των παγίων προκαταβολών, ο υπόλογος παγίων προκαταβολών καθώς και, για τις ανάγκες της διοικητικής διαχείρισης της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ, ο αρμόδιος διατάκτης, εξουσιοδοτούνται να διενεργούν πράξεις σε άλλα νομίσματα.

2.   Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που προβλέπονται στους ειδικούς τομεακούς κανόνες, ή σε ειδικές συμβάσεις συγκεκριμένου αντικειμένου, συμφωνίες επιχορήγησης, συμφωνίες συνεισφοράς και συμφωνίες χρηματοδότησης, η μετατροπή μεταξύ ευρώ και άλλου νομίσματος από τον αρμόδιο διατάκτη υπολογίζεται με βάση την ημερήσια συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ η οποία δημοσιεύεται στο τεύχος C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης της ημέρας κατά την οποία συντάσσεται από την υπηρεσία του διατάκτη το ένταλμα πληρωμής ή είσπραξης.

Ελλείψει δημοσίευσης ημερήσιας ισοτιμίας του ευρώ, ο αρμόδιος διατάκτης χρησιμοποιεί τη λογιστική ισοτιμία που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

3.   Για τις ανάγκες της λογιστικής που προβλέπεται στα άρθρα 82, 83 και 84, η μετατροπή μεταξύ ευρώ και άλλου νομίσματος πραγματοποιείται βάσει της μηνιαίας λογιστικής συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ. Αυτή η λογιστική ισοτιμία καθορίζεται από τον υπόλογο της Επιτροπής μέσω κάθε κατά τη γνώμη του αξιόπιστης πηγής πληροφοριών, βάσει της ισοτιμίας της προτελευταίας εργάσιμης ημέρας του μήνα που προηγείται εκείνου για τον οποίο προσδιορίζεται η ισοτιμία.

4.   Οι συναλλαγματικές μετατροπές διενεργούνται κατά τρόπο ώστε να μην έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο ύψος της ενωσιακής συγχρηματοδότησης ή αρνητική επίδραση στον προϋπολογισμό. Κατά περίπτωση, η τιμή μετατροπής μεταξύ ευρώ και λοιπών νομισμάτων είναι δυνατό να υπολογίζεται με βάση τη μέση ημερήσια ισοτιμία μιας δεδομένης περιόδου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Αρχή της καθολικότητας

Άρθρο 20

Πεδίο εφαρμογής

Με την επιφύλαξη του άρθρου 21, το σύνολο των εσόδων καλύπτει το σύνολο των πιστώσεων πληρωμών. Με την επιφύλαξη του άρθρου 27, όλα τα έσοδα και οι δαπάνες εγγράφονται στον προϋπολογισμό χωρίς συμψηφισμό μεταξύ τους.

Άρθρο 21

Έσοδα για ειδικό προορισμό

1.   Τα εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό και τα εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων δαπανών.

2.   Τα ακόλουθα συνιστούν εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό:

α)

ειδικές συμπληρωματικές χρηματοδοτικές συνεισφορές των κρατών μελών στα εξής είδη δράσεων και προγραμμάτων:

i)

ορισμένα συμπληρωματικά προγράμματα έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης,

ii)

ορισμένες δράσεις και ορισμένα προγράμματα εξωτερικής βοήθειας που χρηματοδοτούνται από την Ένωση και υπάγονται στη διαχείριση της Επιτροπής·

β)

πιστώσεις σχετιζόμενες με τα έσοδα που προέρχονται από το Ταμείο Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα, το οποίο συστάθηκε με το πρωτόκολλο αριθ. 37 σχετικά με τις δημοσιονομικές συνέπειες από τη λήξη της Συνθήκης για την ΕΚΑΧ και με το Ταμείο Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ·

γ)

τόκοι από καταθέσεις και πρόστιμα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου (36)·

δ)

έσοδα αντιστοιχούντα σε συγκεκριμένο προορισμό, όπως τα έσοδα ιδρυμάτων, οι επιχορηγήσεις, οι δωρεές και τα κληροδοτήματα, περιλαμβανομένων των εσόδων κάθε θεσμικού οργάνου της Ένωσης που διατίθενται για ειδικό προορισμό·

ε)

χρηματοδοτικές συνεισφορές σε δραστηριότητες της Ένωσης από τρίτες χώρες ή από οργανισμούς διαφορετικούς από εκείνους που έχουν δημιουργηθεί βάσει της ΣΛΕΕ ή της Συνθήκης Ευρατόμ·

στ)

εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 3, στον βαθμό που έχουν συμπληρωματικό ρόλο σε σχέση με τα εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο·

ζ)

έσοδα από τις δραστηριότητες ανταγωνιστικού χαρακτήρα που ασκούνται από το Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC), οι οποίες μπορεί να συνίστανται σε:

i)

διαδικασίες επιχορήγησης και ανάθεσης προμηθειών στις οποίες συμμετέχει το JRC·

ii)

δραστηριότητες που διεξάγει το JRC για λογαριασμό τρίτων·

iii)

δραστηριότητες στο πλαίσιο διοικητικής συμφωνίας με άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης ή άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 59, για την παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης.

3.   Τα ακόλουθα συνιστούν εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό:

α)

έσοδα που προέρχονται από τρίτους για προμήθειες, παροχή υπηρεσιών ή εργασίες που εκτελούνται για λογαριασμό τους·

β)

έσοδα που προέρχονται από επιστροφές αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, σύμφωνα με το άρθρο 101·

γ)

εισπράξεις από την παροχή αγαθών και υπηρεσιών και από την εκτέλεση εργασιών υπέρ των λοιπών διευθύνσεων ενός θεσμικού οργάνου της Ένωσης, θεσμικών οργάνων ή άλλων οργανισμών της Ένωσης, συμπεριλαμβανόμενων των αποζημιώσεων αποστολής που καταβάλλονται για λογαριασμό των λοιπών θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης και επιστρέφονται εν συνεχεία από αυτά·

δ)

εισπράξεις αποζημιώσεων από ασφαλίσεις·

ε)

έσοδα από εκμισθώσεις και από την πώληση κτιρίων και γαιών·

στ)

επιστροφές σε χρηματοδοτικά μέσα ή εγγυήσεις από τον προϋπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 209 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο·

ζ)

έσοδα από μεταγενέστερες επιστροφές φόρων σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

4.   Τα έσοδα για ειδικό προορισμό μετατίθενται σε επόμενα έτη και αποτελούν αντικείμενο μεταφοράς εντός του προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 4 στοιχεία β) και γ) και του άρθρου 32.

5.   Η βασική πράξη μπορεί να καθορίζει ότι τα προβλεπόμενα από αυτήν έσοδα προορίζονται για ειδικές δαπάνες. Εκτός εάν προσδιορίζεται διαφορετικά στη βασική πράξη, αυτά τα έσοδα συνιστούν εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό.

6.   Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει γραμμές για την εγγραφή εξωτερικών εσόδων για ειδικό προορισμό και εσωτερικών εσόδων για ειδικό προορισμό, με αναφορά του ποσού όποτε αυτό είναι δυνατόν.

Άρθρο 22

Δομή υποδοχής των εσόδων για ειδικό προορισμό και άνοιγμα των αντίστοιχων πιστώσεων

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου και του άρθρου 24, η δομή υποδοχής στον προϋπολογισμό των εσόδων για ειδικό προορισμό περιλαμβάνει:

α)

στην κατάσταση εσόδων του τμήματος κάθε θεσμικού οργάνου της Ένωσης μια γραμμή που προορίζεται για την εγγραφή του ποσού αυτών των εσόδων·

β)

στην κατάσταση δαπανών, παρατηρήσεις, συμπεριλαμβανόμενων των γενικών παρατηρήσεων, όπου αναφέρονται οι γραμμές προϋπολογισμού στις οποίες είναι δυνατόν να εγγραφούν οι διαθέσιμες πιστώσεις που αντιστοιχούν στα έσοδα για ειδικό προορισμό.

Στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου, πραγματοποιείται ενδεικτική εγγραφή «προς υπόμνηση» (pro memoria), η δε εκτίμηση για τα έσοδα περιλαμβάνεται στις παρατηρήσεις προς ενημέρωση.

2.   Οι πιστώσεις που αντιστοιχούν στα έσοδα για ειδικό προορισμό διατίθενται αυτομάτως, τόσο ως πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων όσο και ως πιστώσεις πληρωμών, όταν εισπραχθεί το έσοδο από το θεσμικό όργανο της Ένωσης, εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

στην περίπτωση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο α) για τις χρηματοδοτικές συνεισφορές των κρατών μελών και όταν η συμφωνία συνεισφοράς εκφράζεται σε ευρώ, οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων μπορούν να διατεθούν μόλις το κράτος μέλος υπογράψει τη συμφωνία συνεισφοράς·

β)

στην περίπτωση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο β) και στο άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημεία i) και iii), οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων καθίστανται διαθέσιμες ήδη από την πρόβλεψη της δημιουργούμενης απαίτησης·

γ)

στην περίπτωση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο γ), η εγγραφή των ποσών στην κατάσταση εσόδων οδηγεί στο άνοιγμα, σε γραμμή της κατάστασης δαπανών, πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών.

Οι πιστώσεις που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) εκτελούνται σύμφωνα με το άρθρο 20.

3.   Οι προβλέψεις απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχεία β) και ζ) διαβιβάζονται στον υπόλογο με σκοπό την καταχώρισή τους.

Άρθρο 23

Συνεισφορές των κρατών μελών για ερευνητικά προγράμματα

1.   Οι συνεισφορές των κρατών μελών για τη χρηματοδότηση ορισμένων συμπληρωματικών ερευνητικών προγραμμάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014, καταβάλλονται ως εξής:

α)

τα επτά δωδεκατημόρια του ποσού που εγγράφεται στον προϋπολογισμό καταβάλλονται έως τις 31 Ιανουαρίου του τρέχοντος οικονομικού έτους·

β)

τα υπόλοιπα πέντε δωδεκατημόρια καταβάλλονται έως τις 15 Ιουλίου του τρέχοντος οικονομικού έτους.

2.   Όταν ο προϋπολογισμός δεν έχει εγκριθεί οριστικά πριν από την αρχή του οικονομικού έτους, οι συνεισφορές που προβλέπονται στην παράγραφο 1 πραγματοποιούνται βάσει του ποσού που εμφαίνεται στον προϋπολογισμό του προηγούμενου οικονομικού έτους.

3.   Κάθε συνεισφορά ή κάθε συμπληρωματική καταβολή που οφείλεται από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του προϋπολογισμού πρέπει να εγγράφεται στον ή στους λογαριασμούς της Επιτροπής εντός τριάντα ημερολογιακών ημερών από την πρόσκληση προς καταβολή.

4.   Οι πραγματοποιούμενες καταβολές εγγράφονται στον λογαριασμό που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 και υπόκεινται στους όρους που διατυπώνονται στον εν λόγω κανονισμό.

Άρθρο 24

Έσοδα για ειδικό προορισμό που προκύπτουν από τη συμμετοχή των κρατών ΕΖΕΣ σε ορισμένα προγράμματα της Ένωσης

1.   Η δομή υποδοχής στον προϋπολογισμό των εσόδων από τη συμμετοχή των κρατών ΕΖΕΣ σε ορισμένα προγράμματα της Ένωσης είναι η ακόλουθη:

α)

στην κατάσταση εσόδων, ανοίγεται γραμμή προϋπολογισμού «προς υπόμνηση» που προορίζεται για την εγγραφή του συνολικού ποσού της συμμετοχής έκαστου κράτους ΕΖΕΣ για το οικονομικό έτος·

β)

στην κατάσταση δαπανών, ένα παράρτημα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του προϋπολογισμού, περιλαμβάνει το σύνολο των γραμμών προϋπολογισμού που αφορούν τις ενωσιακές δραστηριότητες στις οποίες συμμετέχουν τα κράτη ΕΖΕΣ, και συμπεριλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το εκτιμώμενο ποσό της συμμετοχής έκαστου κράτους ΕΖΕΣ.

2.   Δυνάμει του άρθρου 82 της συμφωνίας ΕΟΧ, τα σχετικά με την ετήσια συμμετοχή των κρατών ΕΖΕΣ ποσά, όπως αυτά επιβεβαιώνονται στην Επιτροπή από τη Μεικτή Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 5 του πρωτοκόλλου αριθ. 32 που προσαρτάται στη συμφωνία ΕΟΧ, οδηγούν στο πλήρες άνοιγμα, από την αρχή του οικονομικού έτους, των αντίστοιχων πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων και πιστώσεων πληρωμών.

3.   Η χρήση των εσόδων των προερχόμενων από τη χρηματοδοτική συνεισφορά των κρατών ΕΖΕΣ παρακολουθείται χωριστά.

Άρθρο 25

Παροχές από χαριστική αιτία

1.   Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορούν να αποδεχθούν κάθε παροχή από χαριστική αιτία υπέρ της Ένωσης, όπως έσοδα από ιδρύματα, επιχορηγήσεις, καθώς και δωρεές και κληροδοτήματα.

2.   Η αποδοχή παροχών από χαριστική αιτία αξίας 50 000 EUR και άνω που συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση, περιλαμβανομένου του κόστους παρακολούθησης, η οποία υπερβαίνει το 10 % της αξίας της εκάστοτε παροχής από χαριστική αιτία, υπόκειται στην έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενεργούν σχετικά εντός δύο μηνών από τη λήψη αιτήματος τέτοιας έγκρισης των ενδιαφερόμενων θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Εάν εντός της προθεσμίας αυτής δεν διατυπωθεί αντίρρηση, τα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα της Ένωσης αποφασίζουν οριστικά επί της αποδοχής των παροχών. Τα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα της Ένωσης στο αίτημά τους προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο επεξηγούν τις χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις που συνεπάγεται η αποδοχή παροχών από χαριστική αιτία προς την Ένωση.

Άρθρο 26

Εταιρικές χορηγίες

1.   Ως «εταιρική χορηγία» νοείται συμφωνία με την οποία ένα νομικό πρόσωπο υποστηρίζει σε είδος μια εκδήλωση ή μια δραστηριότητα για σκοπούς προώθησης ή στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.

2.   Με βάση ειδικούς εσωτερικούς κανόνες, οι οποίοι δημοσιεύονται στους αντίστοιχους ιστοτόπους τους, τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης μπορούν, κατ’ εξαίρεση να αποδέχονται εταιρικές χορηγίες σε είδος υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

γίνονται δεόντως σεβαστές οι αρχές της μη διακριτικής μεταχείρισης, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας σε όλα τα στάδια της διαδικασίας για την αποδοχή εταιρικών χορηγιών·

β)

συμβάλουν στη θετική εικόνα της Ένωσης και συνδέονται άμεσα με τον κεντρικό στόχο μιας εκδήλωσης ή μιας ενέργειας·

γ)

δεν ενέχουν σύγκρουση συμφερόντων ούτε αφορούν εκδηλώσεις αποκλειστικά κοινωνικού χαρακτήρα·

δ)

η εκδήλωση ή δραστηριότητα δεν χρηματοδοτείται αποκλειστικά μέσω εταιρικών χορηγιών·

ε)

η υπηρεσία που παρέχεται ως ανταπόδοση της εταιρικής χορηγίας περιορίζεται στη δημόσια προβολή του εμπορικού σήματος ή της επωνυμίας του χορηγού·

στ)

οι χορηγοί δεν βρίσκονται, κατά τον χρόνο της διαδικασίας χορηγίας, σε μία από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 1 και στο άρθρο 141 παράγραφος 1 και δεν είναι καταχωρισμένοι ως αποκλεισμένοι στη βάση δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 142 παράγραφος 1.

3.   Όταν η αξία της εταιρικής χορηγίας υπερβαίνει το ποσό των 5 000 EUR, ο χορηγός καταχωρίζεται σε δημόσιο μητρώο, που περιλαμβάνει πληροφορίες για το είδος της εκδήλωσης ή της δραστηριότητας που επιχορηγείται.

Άρθρο 27

Κανόνες για τις περικοπές και για τις προσαρμογές συναλλαγματικών ισοτιμιών

1.   Από τα ποσά των αιτήσεων πληρωμής μπορούν να γίνονται οι ακόλουθες περικοπές, και στη συνέχεια να εκδίδονται εντάλματα πληρωμής για το καθαρό ποσό:

α)

ποινές που επιβάλλονται στα μέρη των συμβάσεων και στους δικαιούχους επιχορηγήσεων·

β)

προεξοφλήσεις, επιστροφές και εκπτώσεις σε επιμέρους τιμολόγια και παραστατικά εξόδων·

γ)

τόκοι από την πληρωμή προχρηματοδοτήσεων·

δ)

προσαρμογές για αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά.

Οι προσαρμογές για αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά που αναφέρονται στο στοιχείο δ) του πρώτου εδαφίου μπορούν να γίνουν με άμεση περικοπή του ποσού νέας ενδιάμεσης πληρωμής ή πληρωμής υπολοίπου υπέρ του ίδιου προσώπου, πραγματοποιούμενης στο πλαίσιο του κεφαλαίου, του άρθρου και του οικονομικού έτους που επιβαρύνθηκαν με το αχρεωστήτως καταβληθέν.

Στις περικοπές που αναφέρονται στα στοιχεία γ) και δ) του πρώτου εδαφίου εφαρμόζονται οι λογιστικοί κανόνες της Ένωσης.

2.   Το κόστος των αγαθών και υπηρεσιών που παρέχονται προς την Ένωση, όταν περιλαμβάνει φορολογικές επιβαρύνσεις επιστρεφόμενες από τα κράτη μέλη δυνάμει του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί Προνομίων και Ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που επισυνάπτεται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, καταλογίζεται στον προϋπολογισμό κατά το ποσό εκτός φορολογικών επιβαρύνσεων.

3.   Το κόστος των αγαθών και υπηρεσιών που παρέχονται στην Ένωση, όταν περιλαμβάνει φορολογικές επιβαρύνσεις επιστρεφόμενες από τρίτες χώρες δυνάμει των σχετικών συμβάσεων, μπορεί να καταλογισθεί στον προϋπολογισμό για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα ποσά:

α)

το ποσό εκτός φορολογικών επιβαρύνσεων·

β)

το ποσό που περιλαμβάνει τις φορολογικές επιβαρύνσεις.

Στην περίπτωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β), η επακόλουθη επιστροφή φορολογικών επιβαρύνσεων λαμβάνεται υπόψη ως εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό.

4.   Μπορούν να γίνονται προσαρμογές της για τις συναλλαγματικές διαφορές που καταγράφονται κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Το τελικό αποτέλεσμα, θετικό ή αρνητικό, εντάσσεται στο υπόλοιπο του οικονομικού έτους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Αρχή της ειδικότητας

Άρθρο 28

Γενικές διατάξεις

1.   Οι πιστώσεις εξειδικεύονται κατά τίτλους και κεφάλαια. Τα κεφάλαια υποδιαιρούνται σε άρθρα και θέσεις.

2.   Η Επιτροπή και τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορούν να πραγματοποιούν μεταφορές πιστώσεων εντός του προϋπολογισμού υπό τους ειδικούς όρους που θεσπίζονται στα άρθρα 29 έως 32.

Πιστώσεις μπορούν να μεταφερθούν μόνο σε γραμμές του προϋπολογισμού για τις οποίες ο προϋπολογισμός επιτρέπει τη διάθεση πιστώσεων ή οι οποίες φέρουν την ένδειξη «προς υπόμνηση».

Τα όρια που αναφέρονται στα άρθρα 29, 30 και 31 υπολογίζονται κατά την υποβολή της αίτησης μεταφοράς πιστώσεων και με αναφορά στις πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανόμενων των διορθωτικών προϋπολογισμών.

Το ποσό που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των ορίων που αναφέρονται στα άρθρα 29, 30 και 31 είναι το άθροισμα των μεταφορών πιστώσεων που θα πραγματοποιηθούν στη γραμμή του προϋπολογισμού από την οποία γίνονται οι μεταφορές πιστώσεων, αναπροσαρμοζόμενο για προγενέστερες μεταφορές πιστώσεων. Το ποσό που αντιστοιχεί στις μεταφορές πιστώσεων που πραγματοποιούνται αυτόνομα από την Επιτροπή ή από το άλλο οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης χωρίς απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου δεν λαμβάνεται υπόψη.

Οι προτάσεις μεταφοράς πιστώσεων και όλες οι πληροφορίες που προορίζονται για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και αφορούν τις μεταφορές πιστώσεων που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 29, 30 και 31 συνοδεύονται από ενδεδειγμένα και λεπτομερή δικαιολογητικά τα οποία παρουσιάζουν τις πιο πρόσφατες διαθέσιμες πληροφορίες για την εκτέλεση των πιστώσεων και τις προβλέψεις αναγκών μέχρι το τέλος του οικονομικού έτους, τόσο για τις γραμμές του προϋπολογισμού που θα ενισχυθούν όσο και για τις γραμμές από τις οποίες γίνεται ανάληψη πιστώσεων.

Άρθρο 29

Μεταφορές από θεσμικά όργανα της Ένωσης εκτός της Επιτροπής

1.   Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης εκτός της Επιτροπής μπορεί να προβαίνει, στο πλαίσιο του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού, σε μεταφορές πιστώσεων:

α)

από τίτλο σε τίτλο, με μέγιστο όριο το 10 % των πιστώσεων του εκάστοτε οικονομικού έτους που εμφαίνονται στη γραμμή του προϋπολογισμού από την οποία πραγματοποιείται η μεταφορά·

β)

από κεφάλαιο σε κεφάλαιο χωρίς όριο.

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, τρεις εβδομάδες πριν από την πραγματοποίηση των μεταφορών στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1, το θεσμικό όργανο της Ένωσης ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τις προθέσεις του. Εφόσον κατά την περίοδο αυτή προβληθούν δεόντως τεκμηριωμένοι λόγοι είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 31.

3.   Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης εκτός της Επιτροπής μπορεί να προτείνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, στο πλαίσιο του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού, μεταφορές από τίτλο σε τίτλο πέραν του ορίου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου. Οι μεταφορές αυτές υπόκεινται στη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 31.

4.   Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης εκτός της Επιτροπής μπορεί, στο πλαίσιο του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού, να πραγματοποιεί μεταφορές εντός άρθρων χωρίς να προαπαιτείται ενημέρωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Άρθρο 30

Μεταφορές από την Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή μπορεί να προβαίνει, στο πλαίσιο του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού, αυτόνομα:

α)

σε μεταφορά πιστώσεων στο εσωτερικό κάθε κεφαλαίου·

β)

όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού και διοικητικής λειτουργίας οι οποίες είναι κοινές για περισσότερους από έναν τίτλους, σε μεταφορά πιστώσεων από τίτλο σε τίτλο, με μέγιστο όριο το 10 % των πιστώσεων του έτους που εμφαίνονται στη γραμμή του προϋπολογισμού από την οποία πραγματοποιείται η μεταφορά και με μέγιστο όριο το 30 % των πιστώσεων του εκάστοτε έτους που εμφαίνονται στη γραμμή του προϋπολογισμού προς την οποία πραγματοποιείται η μεταφορά·

γ)

όσον αφορά τις επιχειρησιακές δαπάνες, σε μεταφορά πιστώσεων μεταξύ κεφαλαίων στο εσωτερικό του ίδιου τίτλου με μέγιστο όριο το 10 % των πιστώσεων του οικονομικού έτους που εμφαίνονται στη γραμμή του προϋπολογισμού από την οποία πραγματοποιείται η μεταφορά·

δ)

όσον αφορά τις πιστώσεις έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης που εκτελούνται από το JRC, στο εσωτερικό του τίτλου του προϋπολογισμού του αναφερόμενου στον τομέα πολιτικής «Άμεση έρευνα», σε μεταφορές πιστώσεων μεταξύ κεφαλαίων με όριο το 15 % των πιστώσεων που εμφαίνονται στη γραμμή του προϋπολογισμού από την οποία πραγματοποιείται η μεταφορά·

ε)

Όσον αφορά την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, σε μεταφορές επιχειρησιακών πιστώσεων από έναν τίτλο σε άλλο, υπό την προϋπόθεση ότι οι πιστώσεις χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό.

στ)

όσον αφορά τις επιχειρησιακές δαπάνες των ταμείων η εκτέλεση των οποίων ασκείται υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης, με εξαίρεση το ΕΓΤΕ, σε μεταφορά πιστώσεων από τίτλο σε τίτλο, υπό τον όρο ότι οι σχετικές πιστώσεις προορίζονται για τον ίδιο στόχο, κατά την έννοια του κανονισμού με τον οποίο θεσπίζεται το σχετικό ταμείο, ή για δαπάνες τεχνικής βοήθειας·

ζ)

σε μεταφορά πιστώσεων από τη θέση εγγύησης από τον προϋπολογισμό στη θέση άλλης εγγύησης από τον προϋπολογισμό στις εξαιρετικές περιπτώσεις που οι προβλεπόμενοι πόροι στο κοινό ταμείο προβλέψεων της δεύτερης δεν επαρκούν για την εκτέλεση εγγύησης που έχει καταπέσει και με την επιφύλαξη της μετέπειτα αποκατάστασης του μεταφερόμενου ποσού σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 4.

Οι δαπάνες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου καλύπτουν, για κάθε τομέα πολιτικής, τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 4.

Οσάκις η Επιτροπή μεταφέρει πιστώσεις του ΕΓΤΕ δυνάμει του πρώτου εδαφίου μετά τις 31 Δεκεμβρίου, εκδίδει τη σχετική απόφαση έως τις 31 Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εντός δύο εβδομάδων από τη λήψη της απόφασής της για τις μεταφορές αυτές.

Τρεις εβδομάδες πριν από την πραγματοποίηση των μεταφορών στις οποίες αναφέρεται το πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τις προθέσεις της. Εφόσον κατά την περίοδο αυτή προβληθούν δεόντως τεκμηριωμένες ενστάσεις είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 31.

Κατά παρέκκλιση από το τέταρτο εδάφιο, η Επιτροπή μπορεί, κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων μηνών του οικονομικού έτους, να μεταφέρει αυτόνομα πιστώσεις σχετικά με δαπάνες προσωπικού, εξωτερικού προσωπικού και λοιπών υπαλλήλων από έναν τίτλο σε άλλον, με συνολικό όριο το 5 % των πιστώσεων αυτού του έτους. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εντός δύο εβδομάδων από τη λήψη της απόφασής της για τις μεταφορές αυτές.

2.   Η Επιτροπή μπορεί, στο πλαίσιο του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού, να αποφασίζει για τις ακόλουθες μεταφορές πιστώσεων από τίτλο σε τίτλο, υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνει πάραυτα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την απόφασή της:

α)

μεταφορά πιστώσεων από τον τίτλο «προσωρινές πιστώσεις» που αναφέρεται στο άρθρο 49 του παρόντος κανονισμού, όταν ο μόνος όρος για την αποδέσμευση του αποθεματικού συνίσταται στην έκδοση βασικής πράξης σύμφωνα με το άρθρο 294 ΣΛΕΕ·

β)

σε δεόντως αιτιολογημένες έκτακτες περιπτώσεις, όπως διεθνείς ανθρωπιστικές καταστροφές και κρίσεις που συμβαίνουν μετά την 1η Δεκεμβρίου του οικονομικού έτους, μεταφορά αχρησιμοποίητων πιστώσεων του εν λόγω έτους, οι οποίες είναι ακόμη διαθέσιμες στους τίτλους που υπάγονται στον τομέα του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου που είναι αφιερωμένος στην εξωτερική δράση της Ένωσης, στους τίτλους που αφορούν τη διαχείριση κρίσεων και τις επιχειρήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας.

Άρθρο 31

Προτάσεις για μεταφορές που υποβάλλονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο

1.   Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης υποβάλλει τις περί μεταφορών προτάσεις του ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

2.   Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο προτάσεις για μεταφορές πιστώσεων πληρωμών στα ταμεία που διοικούνται υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης, εξαιρουμένου του ΕΓΤΕ, έως τις 10 Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους. Η μεταφορά πιστώσεων πληρωμών μπορεί να γίνει από οποιαδήποτε θέση του προϋπολογισμού. Στις περιπτώσεις αυτές, η περίοδος των έξι εβδομάδων που προβλέπεται στην παράγραφο 4 περιορίζεται σε τρεις εβδομάδες.

Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν εγκρίνουν τη μεταφορά ή την εγκρίνουν μόνο εν μέρει, το αντίστοιχο μέρος της δαπάνης που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 5 στοιχείο β) καταλογίζεται στις πιστώσεις πληρωμών του επόμενου οικονομικού έτους.

3.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν για τις μεταφορές πιστώσεων υπό τους όρους σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως 8.

4.   Εκτός επειγουσών περιπτώσεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, το τελευταίο με ειδική πλειοψηφία, αποφασίζουν επί έκαστης πρότασης μεταφοράς εντός έξι εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της από αμφότερα. Σε επείγουσες περιπτώσεις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν εντός τριών εβδομάδων από την παραλαβή της πρότασης.

5.   Οσάκις η Επιτροπή προτίθεται να προβεί σε μεταφορά πιστώσεων του ΕΓΤΕ δυνάμει του παρόντος άρθρου, υποβάλει προτάσεις για μεταφορές πιστώσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις 10 Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους. Στις περιπτώσεις αυτές, η περίοδος των έξι εβδομάδων που προβλέπεται στην παράγραφο 4 περιορίζεται σε τρεις εβδομάδες.

6.   Μια πρόταση μεταφοράς πιστώσεων είναι ή θεωρείται εγκριθείσα, εάν εντός της περιόδου των έξι εβδομάδων συμβεί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο την εγκρίνουν·

β)

την εγκρίνει είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο και το άλλο θεσμικό όργανο δεν λαμβάνει θέση·

γ)

ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβουλίου ούτε το Συμβούλιο λαμβάνουν απόφαση για τροποποίηση ή απόρριψη της πρότασης μεταφοράς.

7.   Εκτός εάν άλλως ζητήσει είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο, η περίοδος των έξι εβδομάδων που προβλέπεται στην παράγραφο 4 περιορίζεται σε τρεις εβδομάδες, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

η μεταφορά αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 10 % των πιστώσεων που εμφαίνονται στη γραμμή του προϋπολογισμού από την οποία γίνεται η μεταφορά και δεν υπερβαίνει το ποσό των 5 000 000 EUR·

β)

η μεταφορά αφορά αποκλειστικά πιστώσεις πληρωμών και το συνολικό ποσό της μεταφοράς δεν υπερβαίνει τα 100 000 000 EUR.

8.   Εάν είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο έχει τροποποιήσει το ποσό της μεταφοράς πιστώσεων ενώ το άλλο θεσμικό όργανο την έχει εγκρίνει ή δεν λαμβάνει θέση, ή σε περίπτωση που τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο έχουν τροποποιήσει το ποσό της μεταφοράς, θεωρείται ως εγκριθέν το μικρότερο εκ των δύο ποσών, εκτός εάν το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης αποσύρει την πρόταση μεταφοράς.

Άρθρο 32

Μεταφορές που υπάγονται σε ειδικές διατάξεις

1.   Οι πιστώσεις που αντιστοιχούν σε έσοδα για ειδικό προορισμό μπορούν να αποτελούν αντικείμενο μεταφοράς πιστώσεων μόνον εφόσον τα έσοδα αυτά διατηρούν τον προορισμό τους.

2.   Οι αποφάσεις περί μεταφοράς πιστώσεων προς χρήση του αποθεματικού έκτακτης βοήθειας λαμβάνονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μετά από πρόταση της Επιτροπής.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 31 παράγραφοι 3 και 4. Ωστόσο, εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν μπορούν να συμφωνήσουν με την πρόταση της Επιτροπής και δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί κοινή θέση όσον αφορά τη χρησιμοποίηση του αποθεματικού αυτού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν λαμβάνουν θέση σχετικά με την εν λόγω πρόταση.

Οι προτάσεις για μεταφορές πιστώσεων από το αποθεματικό έκτακτης βοήθειας συνοδεύονται από ενδεδειγμένα και λεπτομερή δικαιολογητικά τα οποία παρέχουν:

α)

τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία για την εκτέλεση των πιστώσεων και τις προβλέψεις αναγκών μέχρι το τέλος του οικονομικού έτους, για τις γραμμές του προϋπολογισμού που θα ενισχυθούν·

β)

ανάλυση των δυνατοτήτων ανακατανομής των πιστώσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και επιδόσεις

Άρθρο 33

Επιδόσεις και οι αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας

1.   Οι πιστώσεις χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και ως εκ τούτου εκτελούνται τηρώντας τις ακόλουθες αρχές:

α)

την αρχή της οικονομίας, η οποία ορίζει ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται από το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης για την υλοποίηση των δραστηριοτήτων του καθίστανται εγκαίρως διαθέσιμα, στην ενδεδειγμένη ποσότητα και ποιότητα και στην καλύτερη τιμή·

β)

την αρχή της αποδοτικότητας, η οποία αφορά την καλύτερη δυνατή σχέση μεταξύ χρησιμοποιηθέντων μέσων, αναληφθεισών δραστηριοτήτων και επίτευξης στόχων·

γ)

την αρχή της αποτελεσματικότητας, η οποία αφορά τον βαθμό επίτευξης των επιδιωκόμενων στόχων μέσω των δραστηριοτήτων που αναλήφθηκαν.

2.   Στο πλαίσιο της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, η χρήση των πιστώσεων επικεντρώνεται στις επιδόσεις και για τον σκοπό αυτόν:

α)

οι στόχοι για τα προγράμματα και τις δραστηριότητες καθορίζονται εκ των προτέρων·

β)

η πρόοδος προς την επίτευξη των στόχων παρακολουθείται βάσει δεικτών επίδοσης·

γ)

υποβάλλονται εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο και τα προβλήματα επίτευξης των στόχων, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο η) και το άρθρο 247 παράγραφος 1 στοιχείο ε).

3.   Καθορίζονται στόχοι συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι, εφικτοί, συναφείς και χρονικά προσδιορισμένοι, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 και δείκτες συναφείς, αποδεκτοί, αξιόπιστοι, εύχρηστοι και εύρωστοι όπου αρμόζει.

Άρθρο 34

Αξιολογήσεις

1.   Τα προγράμματα και οι δραστηριότητες που συνεπάγονται σημαντικές δαπάνες υποβάλλονται σε εκ των προτέρων και εκ των υστέρων αξιολογήσεις («αξιολόγηση»), οι οποίες είναι αναλογικές προς τους στόχους και τη δαπάνη.

2.   Οι εκ των προτέρων αξιολογήσεις, οι οποίες υποστηρίζουν την εκπόνηση προγραμμάτων και δραστηριοτήτων βασίζονται σε επαρκή στοιχεία, για τις επιδόσεις σχετικών προγραμμάτων ή δραστηριοτήτων και προσδιορίζουν και αναλύουν τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν, την προστιθέμενη αξία από τη συμμετοχή της Ένωσης, τους στόχους, τα προσδοκώμενα αποτελέσματα των διαφόρων επιλογών και τις διαδικασίες παρακολούθησης και αξιολόγησης.

Για μεγάλα προγράμματα ή δραστηριότητες που αναμένεται να έχουν σημαντικό οικονομικό, περιβαλλοντικό ή κοινωνικό αντίκτυπο, η εκ των προτέρων αξιολόγηση δύναται να λαμβάνει τη μορφή εκτίμησης επιπτώσεων, που, συμπληρωματικά προς τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, αναλύει τις διάφορες εναλλακτικές όσον αφορά τις μεθόδους υλοποίησης.

3.   Οι εκ των υστέρων αξιολογήσεις εκτιμούν την επίδοση του προγράμματος ή της δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένων πτυχών όπως η αποτελεσματικότητα, η αποδοτικότητα, η συνεκτικότητα, η συνάφεια και η ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία. Οι εκ των υστέρων αξιολογήσεις βασίζονται στις πληροφορίες που παράγονται από τις διαδικασίες παρακολούθησης και στους δείκτες που έχουν καθοριστεί για την οικεία ενέργεια. Διενεργούνται τουλάχιστον άπαξ κατά τη διάρκεια κάθε πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και ει δυνατόν αρκετά εγκαίρως ώστε οι διαπιστώσεις να μπορούν να ληφθούν υπόψη σε εκ των προτέρων αξιολογήσεις ή εκτιμήσεις επιπτώσεων κατά την προπαρασκευή συναφών προγραμμάτων και δραστηριοτήτων.

Άρθρο 35

Υποχρεωτικό δημοσιονομικό δελτίο

1.   Κάθε πρόταση ή πρωτοβουλία υποβαλλόμενη στη νομοθετική αρχή από την Επιτροπή, από τον Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας («Ύπατος Εκπρόσωπος») ή από κράτος μέλος, και δυνάμενη να έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανόμενων των μεταβολών στον αριθμό των θέσεων απασχόλησης, συνοδεύεται από δημοσιονομικό δελτίο στο οποίο φαίνονται οι εκτιμήσεις για τις πιστώσεις πληρωμών και αναλήψεων υποχρεώσεων, από αξιολόγηση των διαφορετικών διαθέσιμων δημοσιονομικών επιλογών και από την εκ των προτέρων αξιολόγηση ή εκτίμηση επιπτώσεων που προβλέπεται στο άρθρο 34.

Κάθε τροποποίηση πρότασης ή πρωτοβουλίας υποβαλλόμενη στη νομοθετική αρχή και δυνάμενη να έχει σημαντικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανόμενων των μεταβολών στον αριθμό των θέσεων απασχόλησης, συνοδεύεται από δημοσιονομικό δελτίο, το οποίο καταρτίζεται από το θεσμικό όργανο της Ένωσης που προτείνει την τροποποίηση.

Το δημοσιονομικό δελτίο περιλαμβάνει τα απαραίτητα δημοσιονομικά και οικονομικά στοιχεία για την εκτίμηση, από τη νομοθετική αρχή, της ανάγκης παρέμβασης εκ μέρους της Ένωσης. Το δημοσιονομικό δελτίο παρέχει χρήσιμες πληροφορίες όσον αφορά τη συνοχή με άλλες δραστηριότητες της Ένωσης, καθώς και σχετικά με ενδεχόμενες συνέργειες.

Όταν πρόκειται για πολυετείς ενέργειες, το δημοσιονομικό δελτίο περιλαμβάνει το προβλέψιμο χρονοδιάγραμμα των ετήσιων αναγκών σε πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών και σε προσωπικό, περιλαμβανομένου του εξωτερικού προσωπικού, καθώς και αξιολόγηση των επιπτώσεών τους στο μεσοπρόθεσμο και, όπου είναι δυνατό, μακροπρόθεσμο δημοσιονομικό πεδίο.

2.   Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του προϋπολογισμού, η Επιτροπή παρέχει τις ενδεδειγμένες πληροφορίες που επιτρέπουν τη σύγκριση μεταξύ της εξέλιξης των αναγκών σε πιστώσεις και των αρχικών προβλέψεων που εμφαίνονται στα δημοσιονομικά δελτία, σε συνάρτηση με την πρόοδο των συζητήσεων σχετικά με την πρόταση ή πρωτοβουλία που υποβάλλεται στη νομοθετική αρχή.

3.   Για τη μείωση του κινδύνου απάτης, παρατυπιών και μη επίτευξης των στόχων, το δημοσιονομικό δελτίο παρέχει στοιχεία για το σύστημα εσωτερικού ελέγχου που εφαρμόζεται, εκτίμηση του κόστους και των οφελών από τους ελέγχους που συνεπάγονται αυτά τα συστήματα και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος, καθώς και στοιχεία για τα υφιστάμενα και σχεδιαζόμενα μέτρα πρόληψης της απάτης και προστασίας.

Η αξιολόγηση αυτή λαμβάνει υπόψη την πιθανή κλίμακα και τον τύπο των σφαλμάτων, καθώς επίσης τις ειδικές συνθήκες του συγκεκριμένου τομέα πολιτικής και τους εφαρμοστέους κανόνες.

4.   Κατά την υποβολή αναθεωρημένων ή νέων προτάσεων δαπανών, η Επιτροπή εκτιμά το κόστος και τα οφέλη των συστημάτων ελέγχου, καθώς και το αναμενόμενο επίπεδο του κινδύνου σφάλματος που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

Άρθρο 36

Εσωτερικός έλεγχος της εκτέλεσης του προϋπολογισμού

1.   Στο πλαίσιο της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ο προϋπολογισμός εκτελείται σύμφωνα με τον αποτελεσματικό και αποδοτικό εσωτερικό έλεγχο ο οποίος αρμόζει σε κάθε μέθοδο εκτέλεσης, και σύμφωνα με τους οικείους ειδικούς τομεακούς κανόνες.

2.   Για τους σκοπούς της εκτέλεσης του προϋπολογισμού, ως εσωτερικός έλεγχος εφαρμόζεται σε όλα τα επίπεδα διαχείρισης και αποσκοπεί στην παροχή εύλογης βεβαιότητας ως προς την επίτευξη των ακόλουθων στόχων:

α)

αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα και οικονομία των πράξεων·

β)

αξιοπιστία των εκθέσεων·

γ)

διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων και ενημέρωση·

δ)

πρόληψη, εντοπισμός, διόρθωση και συνέχεια που δίνεται στις περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών·

ε)

επαρκής διαχείριση των κινδύνων που σχετίζονται με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων, λαμβανομένου υπόψη του πολυετούς χαρακτήρα των προγραμμάτων καθώς και της φύσης των σχετικών πληρωμών.

3.   Ο αποτελεσματικός εσωτερικός έλεγχος βασίζεται στις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές και περιλαμβάνει ιδίως τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

διαχωρισμό των καθηκόντων·

β)

κατάλληλη στρατηγική διαχείρισης και ελέγχου κινδύνων, η οποία συμπεριλαμβάνει έλεγχο σε επίπεδο αποδέκτη·

γ)

αποφυγή της σύγκρουσης συμφερόντων·

δ)

κατάλληλες διαδρομές ελέγχου και ακεραιότητα των δεδομένων στα συστήματα πληροφορικής·

ε)

διαδικασίες παρακολούθησης της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας·

στ)

διαδικασίες επακολούθησης για τις εντοπιζόμενες αδυναμίες και τις εξαιρέσεις των εσωτερικών ελέγχων·

ζ)

περιοδικές αξιολογήσεις της υγιούς λειτουργίας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου.

4.   Ο αποδοτικός εσωτερικός έλεγχος βασίζεται στα ακόλουθα στοιχεία:

α)

εφαρμογή κατάλληλης στρατηγικής διαχείρισης και ελέγχου κινδύνων, σε πλαίσιο συντονισμού μεταξύ των ενδεδειγμένων παραγόντων της αλυσίδας ελέγχου·

β)

δυνατότητα πρόσβασης όλων των ενδεδειγμένων παραγόντων της αλυσίδας ελέγχου στα αποτελέσματα των ελέγχων·

γ)

στήριξη, όπου είναι σκόπιμο, σε διαχειριστικές δηλώσεις των εμπλεκομένων στην εκτέλεση του προϋπολογισμού και σε ανεξάρτητες γνωμοδοτήσεις λογιστικού ελέγχου, υπό την προϋπόθεση ότι η ποιότητα των υποκείμενων εργασιών είναι επαρκής και αποδεκτή και ότι εκτελέστηκαν σύμφωνα με τα συμφωνημένα πρότυπα·

δ)

έγκαιρη εφαρμογή διορθωτικών μέτρων, συμπεριλαμβανόμενης, όπου είναι σκόπιμο, της επιβολής αποτρεπτικών ποινών·

ε)

σαφή και αδιαμφισβήτητη νομοθεσία ως βάση των οικείων πολιτικών, συμπεριλαμβανομένων βασικών πράξεων περί των στοιχείων του εσωτερικού ελέγχου·

στ)

εξάλειψη των πολλαπλών ελέγχων·

ζ)

βελτίωση του λόγου κόστους - οφέλους των ελέγχων.

5.   Εάν, κατά τη διάρκεια της εφαρμογής, το επίπεδο σφάλματος είναι σταθερά υψηλό, η Επιτροπή εντοπίζει τις αδυναμίες στα συστήματα ελέγχου, αναλύει το κόστος και τα οφέλη των ενδεχόμενων διορθωτικών μέτρων και λαμβάνει ή προτείνει κατάλληλα μέτρα, όπως η απλοποίηση των ισχυουσών διατάξεων, η βελτίωση των συστημάτων ελέγχου και ο ανασχεδιασμός του προγράμματος ή των συστημάτων εκτέλεσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Αρχή της διαφάνειας

Άρθρο 37

Δημοσίευση λογαριασμών και προϋπολογισμών

1.   Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται, εκτελείται και αποτελεί αντικείμενο απόδοσης λογαριασμών σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας.

2.   Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μεριμνά για τη δημοσίευση του προϋπολογισμού και των διορθωτικών προϋπολογισμών, ως αυτοί έχουν οριστικά εγκριθεί, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι προϋπολογισμοί δημοσιεύονται εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία κηρύσσονται οριστικά εγκριθέντες.

Εν αναμονή της επίσημης δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημοσιεύονται σε όλες τις γλώσσες στον δικτυακό τόπο των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, κατόπιν πρωτοβουλίας της Επιτροπής, τα οριστικά λεπτομερή αριθμητικά στοιχεία του προϋπολογισμού, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός τεσσάρων εβδομάδων από την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού.

Οι ενοποιημένοι ετήσιοι λογαριασμοί δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στον δικτυακό τόπο των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.

Άρθρο 38

Δημοσίευση πληροφοριών περί των αποδεκτών και άλλων πληροφοριών

1.   Η Επιτροπή διαθέτει, εγκαίρως και με τον κατάλληλο τρόπο, πληροφορίες σχετικά με τους αποδέκτες κονδυλίων που χρηματοδοτήθηκαν από τον προϋπολογισμό, όταν ο προϋπολογισμός εκτελείται από αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α).

Το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου ισχύει και για τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 1.

2.   Με εξαίρεση τις περιπτώσεις των παραγράφων 3 και 4, οι ακόλουθες πληροφορίες δημοσιεύονται λαμβανομένων δεόντως υπόψη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας και ασφάλειας, ιδίως όσον αφορά την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:

α)

το όνομα του αποδέκτη·

β)

ο τόπος του αποδέκτη, ήτοι:

i)

η διεύθυνση του αποδέκτη όταν ο αποδέκτης είναι νομικό πρόσωπο·

ii)

η περιφέρεια σε επίπεδο NUTS 2 του αποδέκτη όταν αυτός είναι φυσικό πρόσωπο·

γ)

το ποσό για το οποίο έχει αναληφθεί νομική δέσμευση·

δ)

η φύση και ο σκοπός του μέτρου.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δημοσιεύονται μόνο για βραβεία που απονέμονται, επιχορηγήσεις και συμβάσεις που ανατίθενται κατόπιν διαγωνισμών, διαδικασιών επιχορήγησης ή διαδικασιών προμηθειών, καθώς και για εμπειρογνώμονες επιλεγμένους σύμφωνα με το άρθρο 237 παράγραφος 2.

3.   Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο πληροφορίες δεν δημοσιεύονται για:

α)

στήριξη για εκπαίδευση που καταβάλλεται σε φυσικά πρόσωπα και άλλη άμεση στήριξη η οποία καταβάλλεται σε φυσικά πρόσωπα που τη χρειάζονται επιτακτικά, όπως αναφέρεται στο άρθρο 191 παράγραφος 4 στοιχείο β)·

β)

συμβάσεις πολύ χαμηλής αξίας οι οποίες ανατίθενται σε εμπειρογνώμονες που επιλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 237 παράγραφος 2, καθώς και συμβάσεις πολύ χαμηλής αξίας κάτω του ποσού που αναφέρεται στο σημείο 14.4 του παραρτήματος I·

γ)

χρηματοδοτική στήριξη που παρέχεται μέσω χρηματοδοτικών μέσων για ποσό κάτω των 500 000 EUR·

δ)

περιπτώσεις στις οποίες η αποκάλυψη των εν λόγω δεδομένων θα έθετε σε κίνδυνο τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των οικείων προσώπων ή οντοτήτων, όπως κατοχυρώνονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή εάν θα έθιγε τα εμπορικά συμφέροντα των αποδεκτών.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) οι πληροφορίες που διατίθενται περιορίζονται σε στατιστικά στοιχεία, παρουσιαζόμενα συγκεντρωτικά με βάση σχετικά κριτήρια, όπως η γεωγραφική κατάσταση, η οικονομική τυπολογία των αποδεκτών, το είδος της χορηγούμενης στήριξης και ο τομέας πολιτικής της Ένωσης στο πλαίσιο του οποίου χορηγείται η στήριξη.

Όταν πρόκειται για φυσικά πρόσωπα, η δημοσιοποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο βασίζεται σε κατάλληλα κριτήρια, όπως η συχνότητα ή το είδος του μέτρου και τα ποσά προς πληρωμή.

4.   Τα πρόσωπα ή οι οντότητες που εκτελούν ενωσιακά κονδύλια σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) δημοσιεύουν πληροφορίες για τους αποδέκτες σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες τους, εφόσον αυτοί οι κανόνες θεωρούνται ισοδύναμοι κατόπιν της αξιολόγησης που πραγματοποιείται από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 154 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο ε) και υπό την προϋπόθεση ότι κάθε δημοσίευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπόκειται σε διασφαλίσεις ισοδύναμες με αυτές που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

Οι οργανισμοί που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 3 δημοσιεύουν πληροφορίες σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες. Οι εν λόγω ειδικοί τομεακοί κανόνες μπορούν, σύμφωνα με την οικεία νομική βάση, να παρεκκλίνουν από τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, ιδίως για τη δημοσίευση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όταν αυτό δικαιολογείται βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του σχετικού τομέα.

5.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δημοσιεύονται στους δικτυακούς τόπους των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου του έτους που έπεται του οικονομικού έτους κατά το οποίο έχει αναληφθεί νομική δέσμευση για τα κονδύλια.

Οι δικτυακοί τόποι των θεσμικών οργάνων της Ένωσης περιλαμβάνουν παραπομπή στη διεύθυνση του δικτυακού τόπου όπου παρατίθενται οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εφόσον αυτές δεν δημοσιεύονται απευθείας σε ειδικό προς τούτο δικτυακό τόπο του θεσμικού οργάνου της Ένωσης.

Η Επιτροπή διαθέτει, εγκαίρως και με τον κατάλληλο τρόπο, πληροφορίες σχετικά με τον ειδικό δικτυακό τόπο, περιλαμβανομένης της αναφοράς της διεύθυνσής του, όπου μπορούν να αναζητηθούν οι πληροφορίες που παρέχονται από τα πρόσωπα, τις οντότητες ή τους οργανισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

6.   Σε περίπτωση δημοσίευσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οι πληροφορίες διαγράφονται δύο έτη μετά την περάτωση του οικονομικού έτους κατά το οποίο έχει αναληφθεί νομική δέσμευση για τα κονδύλια. Αυτό ισχύει και για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα νομικών προσώπων των οποίων το επίσημο όνομα προσδιορίζει ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

Άρθρο 39

Κατάσταση προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών

1.   Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης πλην της Επιτροπής συντάσσει κατάσταση προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών του, την οποία διαβιβάζει στην Επιτροπή και συγχρόνως, προς ενημέρωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο πριν από την 1η Ιουλίου εκάστου έτους.

2.   Ο Ύπατος Εκπρόσωπος προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τα μέλη της Επιτροπής που είναι υπεύθυνα για την αναπτυξιακή πολιτική, την πολιτική γειτονίας, τη διεθνή συνεργασία, την ανθρωπιστική βοήθεια και την αντιμετώπιση κρίσεων, όσον αφορά τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.

3.   Η Επιτροπή συντάσσει τη δική της κατάσταση προβλέψεων, την οποία διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αμέσως μετά την έγκρισή της. Κατά την κατάρτιση της οικείας κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 40.

Άρθρο 40

Εκτιμώμενος προϋπολογισμός της Ένωσης των οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 70

Έως τις 31 Ιανουαρίου εκάστου έτους, κάθε οργανισμός της Ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 70 διαβιβάζει στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, σύμφωνα με τη συστατική του πράξη, το σχέδιο του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού του, που περιέχει τον ετήσιο και πολυετή προγραμματισμό του και τον αντίστοιχο σχεδιασμό των ανθρώπινων και οικονομικών πόρων.

Άρθρο 41

Σχέδιο προϋπολογισμού

1.   Η Επιτροπή καταθέτει πρόταση που περιέχει το σχέδιο προϋπολογισμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Τη διαβιβάζει επίσης, προς ενημέρωση, στα εθνικά κοινοβούλια.

Το σχέδιο προϋπολογισμού περιλαμβάνει γενική συνοπτική κατάσταση των εσόδων και των δαπανών της Ένωσης και συγκεντρώνει τις καταστάσεις προβλέψεων που αναφέρονται στο άρθρο 39. Μπορεί επίσης να περιέχει εκτιμήσεις διαφορετικές από εκείνες στις οποίες έχουν προβεί τα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

Το σχέδιο προϋπολογισμού ακολουθεί τη διάρθρωση και την παρουσίαση που καθορίζονται στα άρθρα 47 έως 52.

Πριν από κάθε τμήμα του σχεδίου προϋπολογισμού παρατίθεται εισαγωγή συντασσόμενη από το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης.

Η Επιτροπή συντάσσει τη γενική εισαγωγή του σχεδίου προϋπολογισμού. Η γενική εισαγωγή περιλαμβάνει δημοσιονομικούς πίνακες που καλύπτουν τα κυριότερα στοιχεία ανά τίτλους και αιτιολογήσεις για τις μεταβολές των πιστώσεων από ένα οικονομικό έτος στο επόμενο ανά κατηγορίες δαπανών του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.

2.   Προκειμένου να υπάρχουν ακριβέστερες και πιο αξιόπιστες προβλέψεις όσον αφορά τον δημοσιονομικό αντίκτυπο της ισχύουσας νομοθεσίας και των εκκρεμών νομοθετικών προτάσεων, η Επιτροπή επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού ενδεικτικό δημοσιονομικό προγραμματισμό για τα επόμενα έτη, ο οποίος διαρθρώνεται ανά κατηγορία δαπανών, ανά τομέα πολιτικής και ανά γραμμή του προϋπολογισμού. Ο πλήρης δημοσιονομικός προγραμματισμός καλύπτει τις κατηγορίες δαπανών που καλύπτονται από το σημείο 30 της Διοργανικής Συμφωνίας της 2ας Δεκεμβρίου 2013 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (37). Συνοπτικά στοιχεία παρέχονται για τις κατηγορίες δαπανών που δεν καλύπτονται από το σημείο 30 της Διοργανικής Συμφωνίας.

Ο δημοσιονομικός προγραμματισμός αναπροσαρμόζεται μετά την έγκριση του προϋπολογισμού, ώστε να συμπεριλάβει τα αποτελέσματα της διαδικασίας του προϋπολογισμού και κάθε άλλη σχετική απόφαση.

3.   Η Επιτροπή επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού:

α)

συγκριτικό πίνακα που περιλαμβάνει το σχέδιο προϋπολογισμού για τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τις αρχικές δημοσιονομικές προβλέψεις των άλλων θεσμικών οργάνων της Ένωσης όπως διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή καθώς επίσης, κατά περίπτωση, έγγραφο που παρουσιάζει τους λόγους για τους οποίους το σχέδιο προϋπολογισμού περιέχει εκτιμήσεις διαφορετικές από εκείνες που κατήρτισαν τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης·

β)

κάθε έγγραφο εργασίας που κρίνει χρήσιμο σε σχέση με τους πίνακες προσωπικού των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, στο οποίο παρουσιάζονται ο τελευταίος εγκεκριμένος πίνακας προσωπικού παράλληλα με:

i)

όλο το προσωπικό που απασχολείται από την Ένωση, ανά τύπο σύμβασης·

ii)

δήλωση σχετικά με την πολιτική για τις θέσεις υπαλλήλων και το εξωτερικό προσωπικό, και για την ισορροπία μεταξύ των δύο φύλων·

iii)

τον αριθμό των θέσεων που καλύφθηκαν έως την τελευταία ημέρα του έτους που προηγείται του έτους κατά το οποίο υποβάλλεται το σχέδιο προϋπολογισμού και τον ετήσιο μέσο όρο των ισοδυνάμων πλήρους απασχόλησης που καλύφθηκαν σε ετήσιο μέσο όρο για το ίδιο προηγούμενο έτος, αναφέροντας την κατανομή τους ανά βαθμό, ανά φύλο και ανά διοικητική μονάδα·

iv)

κατάσταση με την κατανομή των θέσεων ανά τομέα πολιτικής·

v)

για κάθε κατηγορία εξωτερικού προσωπικού, τον αρχικό εκτιμώμενο αριθμό ισοδυνάμων πλήρους απασχόλησης βάσει των εγκεκριμένων πιστώσεων, καθώς και τον αριθμό των προσώπων που έχουν καταλάβει πράγματι θέσεις στις αρχές του έτους κατά το οποίο υποβάλλεται το σχέδιο προϋπολογισμού, με την κατανομή τους ανά ομάδα καθηκόντων και, ενδεχομένως, ανά βαθμό·

γ)

για τους οργανισμούς της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71, έγγραφο εργασίας στο οποίο περιλαμβάνονται τα έσοδα και οι δαπάνες, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το προσωπικό όπως αναφέρεται στο στοιχείο β) του παρόντος εδαφίου·

δ)

έγγραφο εργασίας σχετικά με την προβλεπόμενη εκτέλεση των πιστώσεων του οικονομικού έτους και τις εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων·

ε)

όσον αφορά τις πιστώσεις για τη διοίκηση, έγγραφο εργασίας στο οποίο περιλαμβάνονται οι διοικητικές δαπάνες προς εκτέλεση από την Επιτροπή στο οικείο τμήμα του προϋπολογισμού·

στ)

έγγραφο εργασίας με αντικείμενο τα δοκιμαστικά σχέδια και τις προπαρασκευαστικές ενέργειες στο οποίο θα περιλαμβάνονται επίσης αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και η προτεινόμενη συνέχεια που δίνεται·

ζ)

όσον αφορά τη χρηματοδότηση διεθνών οργανισμών, έγγραφο εργασίας που περιέχει:

i)

κατάσταση όλων των συνεισφορών, με κατανομή ανά πρόγραμμα ή ταμείο της Ένωσης και ανά διεθνή οργανισμό·

ii)

παρουσίαση των λόγων για τους οποίους ήταν αποτελεσματικότερο να χρηματοδοτήσει η Ένωση τους συγκεκριμένους διεθνείς οργανισμούς από το να δράσει απευθείας·

η)

δηλώσεις προγράμματος ή οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο που να περιέχει τα εξής:

i)

αναφορά των πολιτικών και των στόχων της Ένωσης στους οποίους προσδοκάται ότι θα συμβάλει το πρόγραμμα·

ii)

σαφές σκεπτικό για παρέμβαση σε επίπεδο Ένωσης, τηρουμένης μεταξύ άλλων της αρχής της επικουρικότητας·

iii)

πρόοδο σχετικά με την επίτευξη των στόχων του προγράμματος, όπως ορίζεται στο άρθρο 33·

iv)

πλήρη αιτιολόγηση, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης κόστους-ωφέλειας για τις προτεινόμενες αλλαγές όσον αφορά το ύψος των πιστώσεων·

v)

πληροφορίες για τον ρυθμό εκτέλεσης του προγράμματος κατά το τρέχον και το προηγούμενο οικονομικό έτος·

θ)

συνοπτική κατάσταση με το χρονοδιάγραμμα των πληρωμών, όπου συνοψίζονται ανά πρόγραμμα και ανά τομέα οι πληρωμές που πρέπει να γίνουν κατά τα επόμενα οικονομικά έτη για να εκπληρωθούν οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις που έχουν προταθεί στο σχέδιο προϋπολογισμού κατά τη διάρκεια προηγούμενων οικονομικών ετών.

Για τις συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα που χρησιμοποιούν χρηματοδοτικά μέσα, οι σχετικές πληροφορίες περιλαμβάνονται στο έγγραφο εργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 4·

4.   Όταν η Επιτροπή χρησιμοποιεί χρηματοδοτικά μέσα, επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού έγγραφο εργασίας στο οποίο αναφέρει, για κάθε χρηματοδοτικό μέσο, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

αναφορά στο χρηματοδοτικό μέσο και στη βασική πράξη του, μαζί με γενική περιγραφή του μέσου, τον αντίκτυπό του στον προϋπολογισμό, τη διάρκειά του και την προστιθέμενη αξία της συνεισφοράς της Ένωσης·

β)

τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που συμμετέχουν στην υλοποίηση, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ζητημάτων που σχετίζονται με την εφαρμογή του άρθρου 155 παράγραφος 2·

γ)

τη συμβολή του χρηματοδοτικού μέσου στην επίτευξη των στόχων του συγκεκριμένου προγράμματος όπως υπολογίζεται βάσει καθορισμένων δεικτών, λαμβάνοντας υπόψη, ενδεχομένως, τη γεωγραφική διαφοροποίηση·

δ)

τις σχεδιαζόμενες πράξεις, συμπεριλαμβανομένου του επιδιωκόμενου μεγέθους με βάση το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα μόχλευσης και το αναμενόμενο ιδιωτικό κεφάλαιο που θα κινητοποιηθεί ή, όταν αυτά δεν υπάρχουν, το αποτέλεσμα μόχλευσης που προκύπτει από τα υπάρχοντα χρηματοδοτικά μέσα·

ε)

τις γραμμές του προϋπολογισμού που αντιστοιχούν στις σχετικές πράξεις και τις συνολικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις και πληρωμές από τον προϋπολογισμό·

στ)

τη μέση διάρκεια ανάμεσα στη δημοσιονομική δέσμευση για τα χρηματοδοτικά μέσα και τις νομικές δεσμεύσεις για επιμέρους σχέδια υπό μορφή ιδίων κεφαλαίων ή χρέους, όταν η διάρκεια αυτή υπερβαίνει τα τρία έτη·

ζ)

τα έσοδα και τις επιστροφές βάσει του άρθρου 209 παράγραφος 3, παρουσιαζόμενα χωριστά, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης της χρήσης τους·

η)

την αξία των επενδύσεων μετοχικού κεφαλαίου, όσον αφορά τα προηγούμενα έτη·

θ)

το συνολικό ποσό προβλέψεων για κινδύνους και υποχρεώσεις, καθώς και κάθε πληροφορία σχετικά με την έκθεση της Ένωσης σε χρηματοοικονομικούς κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ενδεχομένων υποχρεώσεων·

ι)

απομειώσεις της αξίας περιουσιακών στοιχείων και εγγυήσεις που κατέπεσαν, αμφότερες για το προηγούμενο έτος, και τα αντίστοιχα σωρευτικά ποσά·

ια)

την απόδοση του χρηματοδοτικού μέσου, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν, της επιδιωκόμενης και της επιτευχθείσας μόχλευσης και του πολλαπλασιαστικού αποτελέσματος καθώς και το ύψος των ιδιωτικών κεφαλαίων που κινητοποιήθηκαν·

ιβ)

τους προβλεπόμενους πόρους στο κοινό ταμείο εγγυήσεων και, κατά περίπτωση, το υπόλοιπο στον καταπιστευματικό λογαριασμό.

Το έγγραφο εργασίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει επίσης επισκόπηση των διοικητικών δαπανών που απορρέουν από τέλη διαχείρισης και άλλες χρηματοοικονομικές και λειτουργικές επιβαρύνσεις που καταβάλλονται για τη διαχείριση χρηματοδοτικών μέσων, συνολικά και ανά φορέα διαχείρισης, καθώς και ανά χρηματοδοτικό μέσο που τελεί υπό διαχείριση.

Η Επιτροπή εξηγεί τους λόγους για τη διάρκεια που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο στ) και παρουσιάζει, κατά περίπτωση, ένα σχέδιο δράσης για τη μείωση της διάρκειας στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας απαλλαγής.

Στο έγγραφο εργασίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο συνοψίζονται σε σαφή και συνοπτικό πίνακα πληροφορίες ανά χρηματοδοτικό μέσο.

5.   Όταν η Ένωση έχει συστήσει εγγύηση από τον προϋπολογισμό, η Επιτροπή επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού έγγραφο εργασίας στο οποίο περιλαμβάνονται, για κάθε εγγύηση από τον προϋπολογισμό και για το κοινό ταμείο εγγυήσεων οι ακόλουθες πληροφορίες:

α)

αναφορά στην εγγύηση από τον προϋπολογισμό και στη βασική πράξη της, μαζί με γενική περιγραφή της δημοσιονομικής εγγύησης, τον αντίκτυπό της στις δημοσιονομικές υποχρεώσεις του προϋπολογισμού, τη διάρκειά της και την προστιθέμενη αξία της στήριξης της Ένωσης·

β)

τους αντισυμβαλλόμενους της δημοσιονομική εγγύησης, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ζητημάτων που σχετίζονται με την εφαρμογή του άρθρου 155 παράγραφος 2·

γ)

τη συμβολή της εγγύησης του προϋπολογισμού στην επίτευξη των στόχων της εγγύησης του προϋπολογισμού όπως υπολογίζεται βάσει των καθορισμένων δεικτών, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, της γεωγραφικής διαφοροποίησης και της κινητοποίησης πόρων του ιδιωτικού τομέα·

δ)

συγκεντρωτικές πληροφορίες σχετικά με τις πράξεις που καλύπτει η δημοσιονομική εγγύηση ανά τομείς, ανά χώρες και ανά μέσα, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των χαρτοφυλακίων και της συνδυασμένης στήριξης με άλλες ενέργειες της Ένωσης·

ε)

το ποσό που μεταφέρεται στους αποδέκτες, καθώς και εκτίμηση της μόχλευσης που επιτυγχάνεται από τα έργα που υποστηρίζονται στο πλαίσιο της δημοσιονομικής εγγύησης·

στ)

συγκεντρωτικές πληροφορίες κατά τον ίδιο τρόπο που αναφέρεται στο στοιχείο δ) σχετικά με τις καταπτώσεις της δημοσιονομικής εγγύησης, τις ζημίες, τις αποδόσεις, τα ανακτηθέντα ποσά και άλλες εισπραχθείσες πληρωμές·

ζ)

πληροφορίες σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση, τις επιδόσεις και τον κίνδυνο του κοινού ταμείου προβλέψεων στο τέλος του προηγούμενου ημερολογιακού έτους·

η)

τον πραγματικό συντελεστή πρόβλεψης του κοινού ταμείου προβλέψεων και, κατά περίπτωση, τις επακόλουθες πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 4·

θ)

οι χρηματοδοτικές ροές στο κοινό ταμείο εγγυήσεων κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους καθώς και οι σημαντικές συναλλαγές και κάθε σχετική πληροφορία σχετικά με την έκθεση της Ένωσης σε χρηματοοικονομικούς κινδύνους·

ι)

δυνάμει του άρθρου 210 παράγραφος 3, εκτίμηση της βιωσιμότητας των ενδεχόμενων υποχρεώσεων που συνεπάγονται για τον προϋπολογισμό οι δημοσιονομικές εγγυήσεις ή η χρηματοδοτική βοήθεια.

6.   Όταν η Επιτροπή χρησιμοποιεί καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης για εξωτερικές δράσεις, επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού λεπτομερές έγγραφο εργασίας σχετικά με τις δραστηριότητες που στηρίζονται από αυτά τα καταπιστευματικά ταμεία, το οποίο καλύπτει μεταξύ άλλων:

α)

την εκτέλεσή τους, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων στοιχεία για τις ρυθμίσεις παρακολούθησης που συμφωνούνται με τις οντότητες που εκτελούν καταπιστευματικά κονδύλια·

β)

τα έξοδα διαχείρισής τους·

γ)

τις συνεισφορές εκ μέρους άλλων δωρητών εκτός της Ένωσης·

δ)

προκαταρκτική εκτίμηση των επιδόσεών τους με βάσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 234 παράγραφος 3·

ε)

περιγραφή του τρόπου με τον οποίο οι δραστηριότητές τους συνέβαλαν στην επίτευξη των στόχων που ορίζονται στη βασική πράξη του μέσου από το οποίο χορηγήθηκε η συνεισφορά της Ένωσης στο καταπιστευματικό ταμείο.

7.   Η Επιτροπή επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού κατάλογο των αποφάσεών της περί επιβολής προστίμων στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού και το ποσό κάθε επιβληθέντος προστίμου, μαζί με πληροφορίες σχετικά με το αν τα πρόστιμα κατέστησαν οριστικά ή αν είναι ή μπορούν ακόμη να γίνουν αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και, κατά περίπτωση, πληροφορίες για την ημερομηνία κατά την οποία κάθε πρόστιμο αναμένεται να καταστεί οριστικό.

8.   Η Επιτροπή επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού έγγραφο εργασίας το οποίο αναφέρει, για κάθε γραμμή του προϋπολογισμού που λαμβάνει εσωτερικά ή εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό:

α)

το εκτιμώμενο ποσό των εν λόγω εσόδων που πρόκειται να ληφθούν·

β)

το εκτιμώμενο ποσό των εν λόγω εσόδων που μεταφέρθηκαν από προηγούμενα έτη.

9.   Η Επιτροπή επισυνάπτει επίσης στο σχέδιο προϋπολογισμού κάθε πρόσθετο έγγραφο εργασίας που θεωρεί χρήσιμο για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ώστε να αξιολογήσουν τα αιτήματα ως προς τον προϋπολογισμό.

10.   Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 5 της απόφασης 2010/427/ΕΕ του Συμβουλίου (38), η Επιτροπή διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, μαζί με το σχέδιο προϋπολογισμού, ένα έγγραφο εργασίας στο οποίο παρουσιάζονται διεξοδικά:

α)

όλες οι διοικητικές και επιχειρησιακές δαπάνες που σχετίζονται με τις εξωτερικές ενέργειες της Ένωσης, περιλαμβανομένης της ΚΕΠΠΑ και της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, και χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης·

β)

οι γενικές διοικητικές δαπάνες της ΕΥΕΔ για το προηγούμενο έτος με αναλυτική παρουσίαση σε δαπάνες ανά αντιπροσωπεία της Ένωσης και σε δαπάνες για την κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ· μαζί με τις επιχειρησιακές δαπάνες κατανεμημένες ανά γεωγραφική περιοχή (περιφέρειες, χώρες), ανά θεματικό τομέα, ανά αντιπροσωπεία της Ένωσης και ανά αποστολή.

11.   Επίσης, το έγγραφο εργασίας της παραγράφου 10:

α)

εμφανίζει τον αριθμό των θέσεων σε έκαστο βαθμό και εκάστη κατηγορία και τον αριθμό των μόνιμων και έκτακτων θέσεων, συμπεριλαμβανομένων των επί συμβάσει και των τοπικών υπαλλήλων, που εγκρίνονται εντός των ορίων των πιστώσεων σε εκάστη αντιπροσωπεία της Ένωσης καθώς επίσης και στην κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ·

β)

εμφανίζει, σε σύγκριση με το προηγούμενο οικονομικό έτος, οποιαδήποτε αύξηση ή μείωση θέσεων ανά βαθμό και κατηγορία στην κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ και στο σύνολο των αντιπροσωπειών της Ένωσης·

γ)

εμφανίζει τον αριθμό των εγκεκριμένων θέσεων για το οικονομικό έτος και για το προηγούμενο οικονομικό έτος, καθώς και τον αριθμό των θέσεων που καταλαμβάνουν διπλωμάτες αποσπασμένοι από τα κράτη μέλη και υπάλληλοι της Ένωσης·

δ)

παρέχει λεπτομερή εικόνα όλου του προσωπικού που είναι τοποθετημένο στις αντιπροσωπείες της Ένωσης κατά τον χρόνο υποβολής του σχεδίου προϋπολογισμού, με ανάλυση κατά γεωγραφική περιοχή, φύλο, επιμέρους χώρα και αποστολή, διακρίνοντας ανάμεσα σε θέσεις του πίνακα προσωπικού, επί συμβάσει προσωπικού, τοπικών υπαλλήλων και εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών σε απόσπαση, και με τις πιστώσεις που έχουν ζητηθεί στο σχέδιο προϋπολογισμού για άλλου είδους προσωπικό, με αντίστοιχες εκτιμήσεις όσον αφορά το ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης προσωπικό που μπορεί να απασχοληθεί βάσει των πιστώσεων που έχουν ζητηθεί.

Άρθρο 42

Διορθωτική επιστολή στο σχέδιο προϋπολογισμού

Με βάση νέα στοιχεία που δεν ήταν γνωστά κατά την κατάρτιση του σχεδίου προϋπολογισμού, η Επιτροπή μπορεί, με δική της πρωτοβουλία ή μετά από αίτημα των άλλων θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσον αφορά το αντίστοιχο τμήμα τους, να υποβάλλει συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μία ή πλείονες διορθωτικές επιστολές στο σχέδιο του προϋπολογισμού, πριν από τη σύγκληση της επιτροπής συνδιαλλαγής που αναφέρεται στο άρθρο 314 ΣΛΕΕ. Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνεται διορθωτική επιστολή με αναπροσαρμογή των εκτιμώμενων προβλέψεων δαπανών στον γεωργικό τομέα.

Άρθρο 43

Υποχρεώσεις των κρατών μελών που απορρέουν από την έγκριση του προϋπολογισμού

1.   Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαπιστώνει ότι ο προϋπολογισμός εγκρίθηκε οριστικά σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 314 παράγραφος 9 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 106α της Συνθήκης Ευρατόμ.

2.   Η διαπίστωση της οριστικής έγκρισης του προϋπολογισμού συνεπάγεται, από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους ή από την ημερομηνία διαπίστωσης της οριστικής έγκρισης του προϋπολογισμού εάν αυτή είναι μεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου, την υποχρέωση κάθε κράτους μέλους να αποδίδει στην Ένωση τα οφειλόμενα ποσά υπό τους όρους που καθορίζονται από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014.

Άρθρο 44

Σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών

1.   Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλλει σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών, με βασικό γνώμονα τα έσοδα:

α)

για να εγγραφεί στον προϋπολογισμό το υπόλοιπο του προηγούμενου οικονομικού έτους, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18·

β)

για να αναθεωρηθεί η πρόβλεψη των ιδίων πόρων βάσει επικαιροποιημένων οικονομικών προβλέψεων·

γ)

για να επικαιροποιηθεί η αναθεωρημένη πρόβλεψη των ιδίων πόρων και άλλων εσόδων, καθώς και για να αναπροσαρμοστεί η διαθεσιμότητα και οι ανάγκες σε πιστώσεις πληρωμών.

Σε περίπτωση αναπόφευκτων, εξαιρετικών και απρόβλεπτων περιστάσεων, ιδίως ενόψει της κινητοποίησης του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή δύναται να υποβάλλει σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών με βασικό γνώμονα τις δαπάνες.

2.   Οι αιτήσεις διορθωτικών προϋπολογισμών που υποβάλλονται από τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης πλην της Επιτροπής, όταν συντρέχουν οι ίδιες περιστάσεις με εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, διαβιβάζονται στην Επιτροπή.

Πριν από την υποβολή σχεδίου διορθωτικού προϋπολογισμού, η Επιτροπή και τα άλλα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα της Ένωσης εξετάζουν τη δυνατότητα ανακατανομής των σχετικών πιστώσεων, λαμβανομένης ιδίως υπόψη τυχόν αναμενόμενης υστέρησης στην απορρόφηση των πιστώσεων.

Το άρθρο 43 εφαρμόζεται στους διορθωτικούς προϋπολογισμούς. Οι διορθωτικοί προϋπολογισμοί τεκμηριώνονται με παραπομπή στον προϋπολογισμό του οποίου τροποποιούν τις προβλέψεις.

3.   Εκτός αν συντρέχουν δεόντως τεκμηριωμένες έκτακτες περιστάσεις ή σε περίπτωση κινητοποίησης του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οποίο μπορεί να υποβληθεί σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού οποτεδήποτε μέσα στο έτος, η Επιτροπή υποβάλλει τα σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών της ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως την 1η Σεπτεμβρίου εκάστου οικονομικού έτους. Μπορεί να επισυνάπτει γνώμη σχετικά με τις αιτήσεις διορθωτικών προϋπολογισμών που προέρχονται από τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

4.   Τα σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών συνοδεύονται από αιτιολογήσεις και από τις πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού του προηγούμενου και του τρέχοντος οικονομικού έτους οι οποίες είναι διαθέσιμες κατά τον χρόνο κατάρτισής τους.

Άρθρο 45

Έγκαιρη διαβίβαση καταστάσεων προβλέψεων και σχεδίων προϋπολογισμών

Η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να συμφωνήσουν να επισπεύσουν ορισμένες ημερομηνίες σχετικά με τη διαβίβαση των καταστάσεων προβλέψεων, καθώς και σχετικά με την έγκριση και τη διαβίβαση του σχεδίου προϋπολογισμού. Ωστόσο, αυτή η συμφωνία δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη σύντμηση ή την παράταση των προβλεπομένων περιόδων εξέτασης αυτών των κειμένων, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 314 ΣΛΕΕ και το άρθρο 106α της Συνθήκης Ευρατόμ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Διάρθρωση και παρουσίαση του προϋπολογισμού

Άρθρο 46

Διάρθρωση του προϋπολογισμού

Ο προϋπολογισμός συνίσταται στα ακόλουθα στοιχεία:

α)

γενική κατάσταση εσόδων και δαπανών·

β)

χωριστά τμήματα για κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης εκτός από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο που εγγράφονται στο ίδιο τμήμα του προϋπολογισμού, υποδιαιρούμενα σε καταστάσεις εσόδων και δαπανών.

Άρθρο 47

Ονοματολογία του προϋπολογισμού

1.   Τα έσοδα της Επιτροπής καθώς και τα έσοδα και οι δαπάνες των άλλων θεσμικών οργάνων της Ένωσης ταξινομούνται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σε τίτλους, κεφάλαια, άρθρα και θέσεις ανάλογα με τη φύση τους ή τον προορισμό τους.

2.   Η κατάσταση δαπανών του τμήματος του προϋπολογισμού για την Επιτροπή παρουσιάζεται σύμφωνα με ονοματολογία που εγκρίνουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και που περιλαμβάνει ταξινόμηση ανά προορισμό της δαπάνης.

Κάθε τίτλος αντιστοιχεί σε έναν τομέα πολιτικής και κάθε κεφάλαιο αντιστοιχεί, κατά κανόνα, σε ένα πρόγραμμα ή σε μία δραστηριότητα.

Κάθε τίτλος μπορεί να περιλαμβάνει επιχειρησιακές πιστώσεις και διοικητικές πιστώσεις. Στο πλαίσιο του ίδιου τίτλου, οι διοικητικές πιστώσεις συγκεντρώνονται σε ένα και μόνο κεφάλαιο.

Η ονοματολογία του προϋπολογισμού είναι σύμφωνη με τις αρχές της ειδικότητας, της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της διαφάνειας. Εξασφαλίζει τη σαφήνεια και τη διαφάνεια που απαιτούνται για τη δημοσιονομική διαδικασία, διευκολύνοντας τον προσδιορισμό των κύριων στόχων που τίθενται στις σχετικές νομικές βάσεις, επιτρέποντας την πραγματοποίηση επιλογών μεταξύ των πολιτικών προτεραιοτήτων και καθιστώντας δυνατή την αποτελεσματική και ουσιαστική εφαρμογή.

3.   Η Επιτροπή δύναται να αιτηθεί την πρόσθεση της ένδειξης «προς υπόμνηση» σε οποιαδήποτε εγγραφή χωρίς εγκεκριμένες πιστώσεις. Το αίτημα αυτό εγκρίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 31.

4.   Όταν παρουσιάζονται ανά προορισμό, οι διοικητικές πιστώσεις των επιμέρους τίτλων ταξινομούνται ως εξής:

α)

δαπάνες σχετικές με το προσωπικό που είναι εγκεκριμένο στον πίνακα προσωπικού, που περιλαμβάνουν ένα ποσό πιστώσεων και έναν αριθμό θέσεων του πίνακα προσωπικού οι οποίες αντιστοιχούν στις συγκεκριμένες δαπάνες·

β)

δαπάνες για εξωτερικό προσωπικό και άλλες δαπάνες που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και χρηματοδοτούνται από τον τομέα «διοίκηση» του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου·

γ)

δαπάνες σχετικές με τα κτίρια και άλλες συναφείς δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων του καθαρισμού και της συντήρησης, των μισθώσεων, των τηλεπικοινωνιών, του νερού, του φωταερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος·

δ)

δαπάνες για εξωτερικό προσωπικό και τεχνική βοήθεια που συνδέονται άμεσα με την εκτέλεση των προγραμμάτων.

Οι διοικητικές δαπάνες της Επιτροπής των οποίων ο τύπος είναι κοινός για περισσότερους από έναν τίτλους παρουσιάζονται επίσης σε χωριστή συνοπτική κατάσταση με ταξινόμηση ανά τύπο.

Άρθρο 48

Αρνητικά έσοδα

1.   Ο προϋπολογισμός δεν περιλαμβάνει αρνητικά έσοδα, εκτός εάν αυτά προέρχονται συνολικά από αρνητικό τοκισμό καταθέσεων.

2.   Οι ίδιοι πόροι που εισπράττονται κατ’ εφαρμογήν της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ αποτελούν καθαρά ποσά και παρουσιάζονται ως καθαρά ποσά στη συνοπτική κατάσταση εσόδων του προϋπολογισμού.

Άρθρο 49

Προσωρινές πιστώσεις

1.   Κάθε τμήμα του προϋπολογισμού μπορεί να περιλαμβάνει έναν τίτλο «προσωρινές πιστώσεις». Στον τίτλο αυτό εγγράφονται πιστώσεις σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

απουσία βασικής πράξης για τη σχετική ενέργεια κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού·

β)

αβεβαιότητα, που θεμελιώνεται σε σοβαρούς λόγους, σχετικά με την επάρκεια των πιστώσεων ή τη δυνατότητα εκτέλεσης, υπό συνθήκες σύμφωνες με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, των πιστώσεων που είναι εγγεγραμμένες στις σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού.

Οι πιστώσεις του τίτλου αυτού μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο μετά από μεταφορές σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 30 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, εφόσον η έκδοση της βασικής πράξης υπόκειται στη διαδικασία του άρθρου 294 ΣΛΕΕ, και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 31 του παρόντος κανονισμού σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

2.   Σε περίπτωση σοβαρών δυσχερειών εκτέλεσης, η Επιτροπή μπορεί, κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, να προτείνει μεταφορά πιστώσεων προς τον τίτλο «προσωρινές πιστώσεις». Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν για τις μεταφορές αυτές υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 31.

Άρθρο 50

Αρνητικό αποθεματικό

Το τμήμα του προϋπολογισμού σχετικά με την Επιτροπή μπορεί να περιλαμβάνει «αρνητικό αποθεματικό», με ανώτατο ύψος 200 000 000 EUR. Το αποθεματικό αυτό, που εγγράφεται σε χωριστό τίτλο, περιλαμβάνει αποκλειστικά πιστώσεις πληρωμών.

Η χρησιμοποίηση αυτού του αποθεματικού πραγματοποιείται πριν από το τέλος του οικονομικού έτους μέσω μεταφοράς πιστώσεων σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 30 και 31.

Άρθρο 51

Αποθεματικό έκτακτης βοήθειας

1.   Το τμήμα του προϋπολογισμού σχετικά με την Επιτροπή περιλαμβάνει αποθεματικό για έκτακτη βοήθεια προς τρίτες χώρες.

2.   Το αποθεματικό στο οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1 χρησιμοποιείται πριν από το τέλος του οικονομικού έτους μέσω μεταφορών σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 30 και 32.

Άρθρο 52

Παρουσίαση του προϋπολογισμού

1.   Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει

α)

τη γενική κατάσταση εσόδων και δαπανών:

i)

τις προβλέψεις εσόδων της Ένωσης για το τρέχον οικονομικό έτος («έτος ν»)·

ii)

τις προβλέψεις εσόδων του προηγούμενου οικονομικού έτους και τα έσοδα του οικονομικού έτους ν-2·

iii)

τις πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών για το έτος ν·

iv)

τις πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών για το προηγούμενο οικονομικό έτος·

v)

τις αναληφθείσες δαπάνες και τις πληρωθείσες δαπάνες κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους ν-2, τις δε τελευταίες εκπεφρασμένες επίσης ως ποσοστό του προϋπολογισμού του έτους ν·

vi)

τις ενδεδειγμένες παρατηρήσεις για κάθε υποδιαίρεση, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 47 παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένων των αναφορών της βασικής πράξης, εφόσον υπάρχει, καθώς και τις ενδεδειγμένες επεξηγήσεις σχετικά με τη φύση και τον προορισμό των πιστώσεων·

β)

σε κάθε τμήμα, τα έσοδα και τις δαπάνες ακολουθώντας την ίδια διάρθρωση όπως και στο στοιχείο α)·

γ)

όσον αφορά το προσωπικό:

i)

πίνακα προσωπικού που ορίζει, για κάθε τμήμα, τον αριθμό των θέσεων, ανά βαθμό, σε κάθε κατηγορία και κάθε υπηρεσία, και τον αριθμό των μόνιμων και έκτακτων θέσεων που έχουν εγκριθεί μέσα στα όρια των πιστώσεων·

ii)

πίνακα του προσωπικού που αμείβεται από τις πιστώσεις έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης για τις άμεσες δράσεις και πίνακα του προσωπικού που αμείβεται από τις ίδιες πιστώσεις για τις έμμεσες δράσεις· οι πίνακες κατανέμονται ανά κατηγορία και βαθμό, με διάκριση μεταξύ μόνιμων και έκτακτων θέσεων που έχουν εγκριθεί μέσα στα όρια των πιστώσεων·

iii)

πίνακα προσωπικού που καθορίζει, για κάθε οργανισμό της ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 70 ο οποίος λαμβάνει συνεισφορά από τον προϋπολογισμό, τον αριθμό των θέσεων, ανά βαθμό και ανά κατηγορία. Στους πίνακες προσωπικού αναγράφεται, δίπλα στον αριθμό των εγκεκριμένων θέσεων για το σχετικό οικονομικό έτος, ο αριθμός των εγκεκριμένων θέσεων για το προηγούμενο οικονομικό έτος. Το προσωπικό του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ εμφαίνεται χωριστά στο πλαίσιο του πίνακα προσωπικού της Επιτροπής.

δ)

όσον αφορά τη χρηματοδοτική συνδρομή και τις εγγυήσεις του προϋπολογισμού:

i)

στη γενική κατάσταση εσόδων, τις αντίστοιχες με τις εν λόγω πράξεις γραμμές του προϋπολογισμού, που προορίζονται να δεχθούν τις ενδεχόμενες επιστροφές των καταρχάς αθετούντων αποδεκτών. Στις γραμμές αυτές αναγράφεται η ένδειξη «προς υπόμνηση» (pro memoria) και παρατίθενται οι κατάλληλες παρατηρήσεις·

ii)

στο τμήμα του προϋπολογισμού σχετικά με την Επιτροπή:

τις γραμμές του προϋπολογισμού που αντιστοιχούν στις εγγυήσεις του προϋπολογισμού, σε σχέση με τις εν λόγω πράξεις. Στις γραμμές αυτές αναγράφεται η ένδειξη «προς υπόμνηση» εφόσον δεν έχει προκύψει καμία πραγματική επιβάρυνση η οποία πρέπει να καλυφθεί από οριστικούς πόρους·

τις παρατηρήσεις που αναφέρουν τη βασική πράξη και τον όγκο των προβλεπόμενων πράξεων, τη διάρκεια, καθώς και την οικονομική εγγύηση την οποία παρέχει η Ένωση για την εκτέλεση των πράξεων αυτών·

iii)

σε έγγραφο συνημμένο στο τμήμα του προϋπολογισμού σχετικά με την Επιτροπή, ως ένδειξη συν τοις άλλοις των αντίστοιχων κινδύνων:

τις τρέχουσες πράξεις σε κεφάλαιο και τη διαχείριση του χρέους·

τις πράξεις σε κεφάλαιο και τη διαχείριση του χρέους για το έτος ν·

ε)

όσον αφορά χρηματοδοτικά μέσα που συστήνονται χωρίς βασική πράξη:

i)

τις γραμμές του προϋπολογισμού που αντιστοιχούν στις σχετικές πράξεις·

ii)

γενική περιγραφή των χρηματοδοτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειάς τους και του αντικτύπου τους στον προϋπολογισμό·

iii)

τις σχεδιαζόμενες πράξεις, συμπεριλαμβανομένου του επιδιωκόμενου μεγέθους με βάση το αναμενόμενο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα και αποτέλεσμα μόχλευσης·

στ)

όσον αφορά τα κονδύλια που εκτελούνται από πρόσωπα ή οντότητες σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ):

i)

μνεία της βασικής πράξης του σχετικού προγράμματος·

ii)

τις αντίστοιχες γραμμές του προϋπολογισμού·

iii)

γενική περιγραφή της ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειάς της και του αντικτύπου της στον προϋπολογισμό·

ζ)

το συνολικό ποσό δαπανών της ΚΕΠΠΑ που εγγράφεται σε κεφάλαιο του προϋπολογισμού με τίτλο «ΚΕΠΠΑ» και ειδικά άρθρα, που καλύπτουν τις δαπάνες ΚΕΠΠΑ και περιλαμβάνουν ειδικές γραμμές του προϋπολογισμού οι οποίες προσδιορίζουν τουλάχιστον τις επιμέρους μείζονες αποστολές.

2.   Εκτός από τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να επισυνάπτουν και οποιοδήποτε άλλο συναφές έγγραφο στον προϋπολογισμό.

Άρθρο 53

Κανόνες για τον πίνακα προσωπικού

1.   Οι πίνακες προσωπικού που αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 1 στοιχείο γ) συνιστούν επιτακτικό όριο για κάθε θεσμικό όργανο ή οργανισμό της Ένωσης. Κανένας διορισμός δεν πραγματοποιείται καθ’ υπέρβαση αυτού του ορίου.

Ωστόσο, κάθε θεσμικό όργανο ή οργανισμός της Ένωσης μπορεί να τροποποιεί τους οικείους πίνακες προσωπικού μέχρι ποσοστού 10 % των εγκεκριμένων θέσεων, εξαιρουμένων των βαθμών AD 14, AD 15 και AD 16, με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

να μη θίγεται ο όγκος των πιστώσεων προσωπικού που αντιστοιχούν σε ολόκληρο το οικονομικό έτος·

β)

να μην υπάρχει υπέρβαση του ορίου του συνολικού αριθμού των εγκεκριμένων θέσεων ανά πίνακα προσωπικού·

γ)

το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός της Ένωσης να έχει συμμετάσχει σε συγκριτική αξιολόγηση επιδόσεων μαζί με άλλα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, στα πρότυπα της ανάλυσης προσωπικού που ξεκίνησε η Επιτροπή.

Τρεις εβδομάδες πριν από τη διενέργεια των τροποποιήσεων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο, το θεσμικό όργανο της Ένωσης ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τις προθέσεις του. Σε περίπτωση που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλλει δεόντως αιτιολογημένες ενστάσεις μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία, το θεσμικό όργανο της Ένωσης δεν πραγματοποιεί τις τροποποιήσεις και εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 44.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, οι περιπτώσεις άσκησης δραστηριότητας κατά μερική απασχόληση που έχουν εγκριθεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, μπορούν να αντισταθμίζονται με άλλους διορισμούς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Δημοσιονομική πειθαρχία

Άρθρο 54

Συμμόρφωση με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και την απόφαση 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ

Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται τηρουμένων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ.

Άρθρο 55

Συμμόρφωση των πράξεων της Ένωσης με τον προϋπολογισμό

Εφόσον η εφαρμογή μιας πράξης της Ένωσης συνεπάγεται υπέρβαση των διαθέσιμων πιστώσεων του προϋπολογισμού, η οικονομική υλοποίηση της εν λόγω πράξης δεν είναι δυνατή παρά μετά από ανάλογη τροποποίηση του προϋπολογισμού.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 56

Εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης

1.   Η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό κατά τα έσοδα και τις δαπάνες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, με δική της ευθύνη και εντός του ορίου των πιστώσεων που έχουν διατεθεί.

2.   Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Επιτροπή προκειμένου να χρησιμοποιούνται οι πιστώσεις σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

Άρθρο 57

Πληροφορίες σχετικά με τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για ελεγκτικούς σκοπούς

Σε κάθε διαδικασία που προκηρύσσεται για την επιχορήγηση, την απονομή βραβείων ή την ανάθεση προμηθειών υπό καθεστώς άμεσης διαχείρισης οι δυνητικοί δικαιούχοι, υποψήφιοι, προσφέροντες και συμμετέχοντες ενημερώνονται, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 ότι, για λόγους προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τους ενδέχεται να διαβιβασθούν σε υπηρεσίες εσωτερικού ελέγχου, στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), καθώς και μεταξύ των διατακτών της Επιτροπής, των εκτελεστικών οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 69 του παρόντος κανονισμού και των οργανισμών της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 58

Βασική πράξη και εξαιρέσεις

1.   Οι πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό για κάθε ενέργεια της Ένωσης εκτελούνται μόνον αν εκδοθεί εκ των προτέρων βασική πράξη.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 3, 4 και 5, οι ακόλουθες πιστώσεις μπορούν να εκτελούνται χωρίς βασική πράξη, εφόσον οι ενέργειες για των οποίων τη χρηματοδότηση προορίζονται εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Ένωσης:

α)

οι πιστώσεις που αφορούν δοκιμαστικά σχέδια πειραματικού χαρακτήρα με σκοπό τη διερεύνηση της δυνατότητας υλοποίησης και της χρησιμότητας μιας ενέργειας·

β)

οι πιστώσεις για προπαρασκευαστικές ενέργειες στους τομείς της εφαρμογής της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ, με σκοπό την προετοιμασία προτάσεων για την έγκριση μελλοντικών ενεργειών·

γ)

οι πιστώσεις για προπαρασκευαστικά μέτρα στον τομέα του τίτλου V της ΣΕΕ·

δ)

οι πιστώσεις για κατ’ αποκοπή ενέργειες ή για ενέργειες αόριστης διάρκειας, οι οποίες αναλαμβάνονται από την Επιτροπή στο πλαίσιο των καθηκόντων που απορρέουν από τα προνόμιά της σε θεσμικό επίπεδο δυνάμει της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ, πέραν του δικαιώματος νομοθετικής πρωτοβουλίας στο οποίο αναφέρεται το στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου και δυνάμει των συγκεκριμένων εξουσιών που της ανατίθενται απευθείας από τα άρθρα 154, 156, 159 και 160 ΣΛΕΕ, το άρθρο 168 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ, το άρθρο 171 παράγραφος 2 και το άρθρο 173 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ, το άρθρο 175 δεύτερο εδάφιο ΣΛΕΕ, το άρθρο 181 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ, το άρθρο 190 ΣΛΕΕ και το άρθρο 210 παράγραφος 2 και το άρθρο 214 παράγραφος 6 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 70 και 77 έως 85 της Συνθήκης Ευρατόμ·

ε)

οι πιστώσεις για τη λειτουργία των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στο πλαίσιο της διοικητικής τους αυτονομίας.

3.   Όσον αφορά τις πιστώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), οι σχετικές πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων είναι δυνατόν να εγγράφονται στον προϋπολογισμό μόνο επί δύο διαδοχικά οικονομικά έτη. Το συνολικό ποσό των πιστώσεων που αφορούν τα δοκιμαστικά σχέδια δεν υπερβαίνει τα 40 000 000 EUR ανά οικονομικό έτος.

4.   Όσον αφορά τις πιστώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β), οι προπαρασκευαστικές ενέργειες ακολουθούν συνεπή προσέγγιση και μπορούν να λαμβάνουν διάφορες μορφές. Οι σχετικές πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων είναι δυνατόν να εγγράφονται στον προϋπολογισμό μόνον επί τρία διαδοχικά οικονομικά έτη το πολύ. Η διαδικασία έκδοσης της οικείας βασικής πράξης ολοκληρώνεται πριν από το τέλος του τρίτου οικονομικού έτους. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων αντιστοιχούν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προπαρασκευαστικής ενέργειας όσον αφορά τις σχεδιαζόμενες δραστηριότητες, τους επιδιωκόμενους στόχους και τους αποδέκτες. Ως εκ τούτου, το ποσό των συμφωνημένων πιστώσεων δεν αντιστοιχεί σε στο ποσό εκείνων που προβλέπονται για τη χρηματοδότηση της οριστικής ενέργειας.

Το συνολικό ποσό των πιστώσεων που αφορούν τις νέες προπαρασκευαστικές ενέργειες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) δεν υπερβαίνει τα 50 000 000 EUR ανά οικονομικό έτος και το συνολικό ποσό των πιστώσεων που δεσμεύονται πράγματι για τις προπαρασκευαστικές ενέργειες δεν υπερβαίνει τα 100 000 000 EUR.

5.   Όσον αφορά τις πιστώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ), τα προπαρασκευαστικά μέτρα περιορίζονται χρονικά και προορίζονται για τον προσδιορισμό των συνθηκών δράσης της Ένωσης για την υλοποίηση των στόχων της ΚΕΠΠΑ και για την έκδοση των αναγκαίων νομικών πράξεων.

Για τους σκοπούς των επιχειρήσεων διαχείρισης κρίσεων της Ένωσης, προπαρασκευαστικά μέτρα σχεδιάζονται, μεταξύ άλλων, για την αξιολόγηση των επιχειρησιακών απαιτήσεων, για την εξασφάλιση ταχείας αρχικής χρησιμοποίησης των πόρων και για την εγκαθίδρυση των επιτόπιων συνθηκών για την έναρξη της εκάστοτε επιχείρησης. Τα προπαρασκευαστικά μέτρα αποφασίζονται από το Συμβούλιο έπειτα από πρόταση του Ύπατου Εκπροσώπου.

Για τη διασφάλιση της ταχείας εφαρμογής των προπαρασκευαστικών μέτρων, ο Ύπατος Εκπρόσωπος ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή το ταχύτερο δυνατόν σχετικά με την πρόθεση του Συμβουλίου να δρομολογήσει προπαρασκευαστικό μέτρο και ιδίως για τους πόρους που εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν προς τον σκοπό αυτόν. Η Επιτροπή λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την ταχεία εκταμίευση των πόρων.

Η χρηματοδότηση μέτρων τα οποία εγκρίνει το Συμβούλιο για την προπαρασκευή των επιχειρήσεων διαχείρισης κρίσεων της Ένωσης βάσει του τίτλου V της ΣΕΕ, καλύπτει τις πρόσθετες δαπάνες που απορρέουν άμεσα από συγκεκριμένη επιτόπια ανάπτυξη αποστολής ή ομάδας στην οποία συμμετέχει, μεταξύ άλλων, προσωπικό των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (που περιλαμβάνει ασφάλιση υψηλού κινδύνου, έξοδα ταξιδίου και διαμονής και ημερήσιες αποζημιώσεις).

Άρθρο 59

Εκτέλεση του προϋπολογισμού από άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης πλην της Επιτροπής

1.   Η Επιτροπή αναγνωρίζει στα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης τις αρμοδιότητες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των τμημάτων του προϋπολογισμού που τους αντιστοιχούν.

2.   Με σκοπό τη διευκόλυνση της εκτέλεσης των πιστώσεών τους, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δύνανται να συνάπτουν μεταξύ τους συμφωνίες επιπέδου εξυπηρέτησης καθορίζοντας τους όρους που διέπουν την παροχή υπηρεσιών, την προμήθεια αγαθών, την εκτέλεση έργων ή συμβάσεων ακινήτων.

Οι συμφωνίες αυτές επιτρέπουν τη μεταφορά των πιστώσεων ή την επιστροφή των δαπανών που προκύπτουν από την εκτέλεσή τους.

3.   Οι συμφωνίες επιπέδου εξυπηρέτησης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι επίσης δυνατό να συμφωνούνται μεταξύ τμημάτων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, οργανισμών της Ένωσης, ευρωπαϊκών υπηρεσιών, οντοτήτων ή προσώπων στα οποία ανατίθεται η εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών στον τομέα της ΚΕΠΠΑ δυνάμει του τίτλου V της ΣΕΕ και του Γραφείου του γενικού γραμματέα του Ανωτάτου Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Η Επιτροπή και τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τις συμφωνίες επιπέδου υπηρεσιών που συνάπτουν με άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

Άρθρο 60

Ανάθεση αρμοδιοτήτων ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού

1.   Η Επιτροπή και καθένα από τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορούν, στο πλαίσιο των υπηρεσιών τους, να αναθέτουν τις αρμοδιότητές τους ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού υπό τους όρους που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, καθώς και στους εσωτερικούς κανονισμούς τους, και εντός των ορίων που καθορίζουν στην εκάστοτε πράξη ανάθεσης αρμοδιοτήτων. Οι εξουσιοδοτούμενοι ενεργούν εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που τους ανατίθενται ρητά.

2.   Επιπλέον της παραγράφου 1, η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει τις αρμοδιότητές της περί εκτέλεσης του προϋπολογισμού όσον αφορά τις επιχειρησιακές πιστώσεις του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού στους επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης και, προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέχιση των δραστηριοτήτων κατά την απουσία τους, στους αναπληρωτές επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης. Οι εν λόγω αρμοδιότητες ανατίθενται με την επιφύλαξη της ευθύνης των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης για την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Όταν η απουσία των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης υπερβαίνει τις τέσσερις εβδομάδες, η Επιτροπή αναθεωρεί την απόφασή της για την ανάθεση των αρμοδιοτήτων της περί εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Όταν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης, και οι αναπληρωτές τους κατά την απουσία των πρώτων, ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες της Επιτροπής, εφαρμόζουν τους κανόνες της Επιτροπής για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και υπόκεινται στα ίδια καθήκοντα, στις ίδιες υποχρεώσεις και στις ίδιες ευθύνες όπως κάθε άλλος δευτερεύων διατάκτης της Επιτροπής.

Η Επιτροπή μπορεί να ανακαλέσει την ανάθεση των αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες.

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του πρώτου εδαφίου, ο Ύπατος Εκπρόσωπος λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα για να διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ των αντιπροσωπειών της Ένωσης και των υπηρεσιών της Επιτροπής.

3.   Η ΕΥΕΔ μπορεί κατ’ εξαίρεση να αναθέτει τις αρμοδιότητές της περί εκτέλεσης του προϋπολογισμού όσον αφορά τις διοικητικές πιστώσεις του οικείου τμήματος του προϋπολογισμού σε υπαλλήλους της Επιτροπής της αντιπροσωπείας της Ένωσης όποτε αυτό απαιτείται προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέχεια στη διοίκηση των εν λόγω αντιπροσωπειών απουσία του αρμόδιου διατάκτη της ΕΥΕΔ από τη χώρα όπου εδρεύει η αντιπροσωπεία του/της. Στις εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες υπάλληλοι της Επιτροπής στις αντιπροσωπείες της Ένωσης ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες της ΕΥΕΔ, εφαρμόζουν τους κανόνες της ΕΥΕΔ για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και υπόκεινται στα ίδια καθήκοντα, στις ίδιες υποχρεώσεις και στις ίδιες ευθύνες όπως κάθε άλλος δευτερεύων διατάκτης της ΕΥΕΔ.

Η ΕΥΕΔ μπορεί να ανακαλέσει την ανάθεση των αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες.

Άρθρο 61

Σύγκρουση συμφερόντων

1.   Απαγορεύεται σε όλους τους δημοσιονομικούς παράγοντες κατά την έννοια του κεφαλαίου 4 του παρόντος Τίτλου και σε κάθε άλλο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών αρχών σε οποιοδήποτε επίπεδο, το οποίο εμπλέκεται στη δημοσιονομική εφαρμογή υπό καθεστώς άμεσης, έμμεσης ή επιμερισμένης διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών προπαρασκευαστικών πράξεων, και στον λογιστικό ή άλλο έλεγχο, να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια από την οποία θα μπορούσε να προκύψει σύγκρουση των συμφερόντων τους με τα συμφέροντα της Ένωσης. Λαμβάνουν επίσης τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή φαινομένων σύγκρουσης συμφερόντων στα καθήκοντα για τα οποία είναι αρμόδιοι και για την αντιμετώπιση καταστάσεων που μπορεί αντικειμενικά να εκληφθούν ως σύγκρουση συμφερόντων.

2.   Όταν υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων με τη συμμετοχή μέλους του προσωπικού εθνικής αρχής, το εν λόγω πρόσωπο παραπέμπει το ζήτημα στον ιεραρχικά ανώτερό του. Όταν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος για προσωπικό που καλύπτεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, το εν λόγω πρόσωπο παραπέμπει το ζήτημα στον αρμόδιο κύριο διατάκτη. Ο αρμόδιος ιεραρχικά ανώτερος ή ο κύριος διατάκτης βεβαιώνουν εγγράφως εάν έχει διαπιστωθεί ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων. Όταν διαπιστωθεί ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ή η αρμόδια εθνική αρχή διασφαλίζουν ότι το εν λόγω πρόσωπο παύει κάθε δραστηριότητα στο θέμα αυτό. Ο αρμόδιος κύριος διατάκτης ή η ενδιαφερόμενη εθνική αρχή εξασφαλίζουν ότι κάθε περαιτέρω ενδεδειγμένη ενέργεια αναλαμβάνεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, σύγκρουση συμφερόντων υφίσταται όταν η αμερόληπτη και αντικειμενική άσκηση των καθηκόντων δημοσιονομικού παράγοντα ή άλλου προσώπου, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, υπονομεύεται από οικογενειακούς ή συναισθηματικούς λόγους ή από πολιτικούς ή εθνικούς δεσμούς, από οικονομικό συμφέρον ή από οποιοδήποτε άλλο άμεσο ή έμμεσο προσωπικό συμφέρον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Μέθοδοι εκτέλεσης

Άρθρο 62

Μέθοδοι εκτέλεσης του προϋπολογισμού

1.   Η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

α)

άμεσα («άμεση διαχείριση»), όπως ορίζεται στα άρθρα 125 έως 153, από τα τμήματά της, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού της στις αντιπροσωπείες της Ένωσης που εργάζεται υπό τον αντίστοιχο επικεφαλής αντιπροσωπείας, σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 2, ή μέσω εκτελεστικών οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 69·

β)

υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης με τα κράτη μέλη («επιμερισμένη διαχείριση»), όπως ορίζεται στα άρθρα 63 και στα άρθρα 125 έως 129·

γ)

έμμεσα («έμμεση διαχείριση»), όπως ορίζεται στα άρθρα 125 έως 149 και στα άρθρα 154 έως 159, όταν αυτό προβλέπεται από τη βασική πράξη ή στις περιπτώσεις του άρθρου 58 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως δ), μέσω της ανάθεσης καθηκόντων εκτέλεσης του προϋπολογισμού:

i)

σε τρίτες χώρες ή τις οντότητες που έχουν αυτές ορίσει·

ii)

σε διεθνείς οργανισμούς ή εξειδικευμένους οργανισμούς αυτών, κατά την έννοια του άρθρου 156·

iii)

στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων («ΕΤΕπ») ή το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων («ΕΤΕ»), ή τόσο στη μεν όσο και στο δε όταν ενεργούν από κοινού ως όμιλος («όμιλος ΕΤΕπ»)·

iv)

στους οργανισμούς της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71·

v)

οργανισμούς δημοσίου δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οργανισμοί των κρατών μελών·

vi)

οντότητες ιδιωτικού δικαίου επιφορτισμένες με δημόσια υπηρεσία, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οργανισμοί των κρατών μελών, στο βαθμό που προσφέρουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις·

vii)

οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους στους οποίους έχει ανατεθεί η εκτέλεση σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και που προσφέρουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις·

viii)

οργανισμούς ή πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών στον τομέα της ΚΕΠΠΑ δυνάμει του τίτλου V της ΣΕΕ και οι οποίοι/τα οποία προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη.

Όσον αφορά το στοιχείο γ) σημείο vi) του πρώτου εδαφίου, το ποσό των απαιτούμενων οικονομικών εγγυήσεων μπορεί να ορίζεται στη σχετική βασική πράξη και να περιορίζεται στο ανώτατο ποσό της συνεισφοράς της Ένωσης στον σχετικό. Σε περίπτωση πλειόνων εγγυητών, η κατανομή του ποσού της συνολικής ευθύνης που πρέπει να καλύπτεται από τις εγγυήσεις προσδιορίζεται στη συμφωνία συνεισφοράς, η οποία μπορεί να προβλέπει ότι η ευθύνη κάθε εγγυητή είναι ανάλογη προς το μερίδιο της αντίστοιχης συνεισφοράς του στην οντότητα.

2.   Για τους σκοπούς της άμεσης διαχείρισης, η Επιτροπή μπορεί να χρησιμοποιήσει τα μέσα που αναφέρονται στους τίτλους VII, VIII, IX, X και XII.

Για τους σκοπούς της επιμερισμένης διαχείρισης, τα μέσα για την εκτέλεση του προϋπολογισμού είναι αυτά που προβλέπονται στους τομεακούς κανόνες.

Για τους σκοπούς της έμμεσης διαχείρισης, η Επιτροπή εφαρμόζει τον τίτλο VI και, στην περίπτωση των χρηματοδοτικών μέσων και των εγγυήσεων του προϋπολογισμού, τους τίτλους VI και X. Οι οντότητες εκτέλεσης εφαρμόζουν τα μέσα για την εκτέλεση του προϋπολογισμού που ορίζονται στην οικεία συμφωνία συνεισφοράς.

3.   Η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 317 ΣΛΕΕ και δεν αναθέτει τα εν λόγω καθήκοντα σε τρίτους, όταν τα εν λόγω καθήκοντα χαρακτηρίζονται από μεγάλο βαθμό διακριτικής ευχέρειας που συνεπάγεται πολιτικές επιλογές.

Η Επιτροπή δεν προβαίνει, μέσω συμβάσεων σύμφωνα με τον Τίτλο VII του παρόντος κανονισμού, σε εξωτερική ανάθεση καθηκόντων που συνεπάγονται άσκηση δημόσιας εξουσίας και χρήση διακριτικής ευχέρειας.

Άρθρο 63

Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη

1.   Όταν η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης, τα καθήκοντα σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού ανατίθενται στα κράτη μέλη. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη τηρούν τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, της διαφάνειας και της μη εφαρμογής διακρίσεων και εξασφαλίζουν την προβολή της δράσης της Ένωσης όποτε διαχειρίζονται ενωσιακά κονδύλια. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους όσον αφορά τους λογιστικούς και άλλους ελέγχους και αναλαμβάνουν τις απορρέουσες ευθύνες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Ορίζονται συμπληρωματικές διατάξεις σε ειδικούς τομεακούς κανόνες.

2.   Κατά την εκτέλεση καθηκόντων που συνδέονται με την εκτέλεση του προϋπολογισμού, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών μέτρων, για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, και συγκεκριμένα:

α)

εξασφαλίζουν ότι οι ενέργειες που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό εκτελούνται με ενδεδειγμένο και αποτελεσματικό τρόπο και σύμφωνα με τους εφαρμοστέους ειδικούς τομεακούς κανόνες·

β)

ορίζουν οργανισμούς αρμόδιους για τη διαχείριση και τον έλεγχο των κονδυλίων της Ένωσης, σύμφωνα με την παράγραφο 3, και εποπτεύουν τους εν λόγω οργανισμούς·

γ)

προλαμβάνουν, εντοπίζουν και διορθώνουν τις περιπτώσεις παρατυπιών και απάτης·

δ)

συνεργάζονται, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τους ειδικούς τομεακούς κανόνες, με την Επιτροπή, την OLAF, το Ελεγκτικό Συνέδριο και, ως προς τα συμμετέχοντα κράτη μέλη με ενισχυμένη συνεργασία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου (39), με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO).

Προκειμένου να προστατεύονται τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, τα κράτη μέλη, με παράλληλη τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των σχετικών ειδικών τομεακών κανόνων, διενεργούν εκ των προτέρων και εκ των υστέρων ελέγχους, καθώς και, όπου αρμόζει, επιτόπιους ελέγχους σε αντιπροσωπευτικά και/ή βάσει κινδύνου δείγματα πράξεων. Ακόμη, τα κράτη μέλη ανακτούν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά και, όπου είναι απαραίτητο, κινούν τις σχετικές νομικές διαδικασίες.

Τα κράτη μέλη επιβάλλουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις στους αποδέκτες, όποτε αυτό προβλέπεται στους ειδικούς τομεακούς κανόνες ή σε ειδικές διατάξεις στην εθνική νομοθεσία.

Στο πλαίσιο της εκτίμησης κινδύνου στην οποία προβαίνει, και σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες, η Επιτροπή παρακολουθεί τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη. Κατά τους λογιστικούς ελέγχους της, η Επιτροπή τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και λαμβάνει υπόψη το επίπεδο του εκτιμώμενου κινδύνου σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες.

3.   Σύμφωνα με τα κριτήρια και τις διαδικασίες που καθορίζονται στους ειδικούς τομεακούς κανόνες, τα κράτη μέλη, αποφασίζοντας στο κατάλληλο επίπεδο, ορίζουν οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση και τον έλεγχο των πόρων της Ένωσης. Οι οργανισμοί αυτοί μπορούν επίσης να εκτελούν καθήκοντα που δεν συνδέονται με τη διαχείριση των κονδυλίων της Ένωσης και μπορούν να αναθέτουν ορισμένα από τα καθήκοντά τους σε άλλους οργανισμούς.

Όταν αποφασίζουν για τον ορισμό των οργανισμών, τα κράτη μέλη μπορούν να βασίζουν την απόφασή τους στο κατά πόσον τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου είναι ουσιωδώς ίδια με τα ήδη υπάρχοντα για την προηγούμενη περίοδο προγραμματισμού και κατά πόσον λειτούργησαν αποτελεσματικά.

Εάν τα αποτελέσματα των λογιστικών και λοιπών ελέγχων δείχνουν ότι οι ορισθέντες οργανισμοί δεν συμμορφώνονται πλέον προς τα κριτήρια που τίθενται στους ειδικούς τομεακούς κανόνες, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν τη διόρθωση των ανεπαρκειών στην εκτέλεση των καθηκόντων αυτών των οργανισμών, συμπεριλαμβανομένης της λήξης της ανάθεσης καθηκόντων σε αυτούς σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες.

Οι ειδικοί τομεακοί κανόνες καθορίζουν τον ρόλο της Επιτροπής στη διαδικασία που εκτίθεται στην παρούσα παράγραφο.

4.   Οι δυνάμει της παραγράφου 3 ορισθέντες οργανισμοί:

α)

καθορίζουν αποτελεσματικό και αποδοτικό σύστημα εσωτερικών ελέγχων και διασφαλίζουν τη λειτουργία του·

β)

χρησιμοποιούν λογιστικό σύστημα που παρέχει εγκαίρως ακριβή, πλήρη και αξιόπιστα στοιχεία·

γ)

παρέχουν τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει των παραγράφων 5, 6 και 7·

δ)

εξασφαλίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφοι 2 έως 6, την εκ των υστέρων δημοσίευση.

Κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συμμορφώνεται προς τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679.

5.   Οι δυνάμει της παραγράφου 3 ορισθέντες οργανισμοί παρέχουν στην Επιτροπή, μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους, τα ακόλουθα:

α)

τους λογαριασμούς τους, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς βάσει των ειδικών τομεακών κανόνων, σχετικά με τις δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και τις οποίες υπέβαλαν στην Επιτροπή για επιστροφή·

β)

ετήσια σύνοψη των τελικών εκθέσεων λογιστικού ελέγχου και των ελέγχων που έχουν διενεργηθεί, συμπεριλαμβανομένων της ανάλυσης της φύσης και έκτασης των σφαλμάτων και αδυναμιών που εντοπίστηκαν στα συστήματα καθώς και των διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί ή προβλέπεται να ληφθούν.

6.   Οι λογαριασμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 5 στοιχείο α) περιλαμβάνουν την προχρηματοδότηση και τα ποσά για τα οποία έχει κινηθεί ή έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία ανάκτησης. Οι λογαριασμοί συνοδεύονται από διαχειριστική δήλωση με την οποία επιβεβαιώνεται ότι, κατά την άποψη των αρμοδίων για τη διαχείριση των κονδυλίων:

α)

τα στοιχεία παρουσιάζονται με τον κατάλληλο τρόπο και είναι πλήρη και ακριβή·

β)

οι δαπάνες χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονταν, βάσει των ειδικών τομεακών κανόνων·

γ)

τα εφαρμοζόμενα συστήματα ελέγχου διασφαλίζουν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων·

7.   Οι αναφερόμενοι στο στοιχείο α) της παραγράφου 5 λογαριασμοί και η αναφερόμενη στο στοιχείο β) της εν λόγω παραγράφου σύνοψη συνοδεύονται από γνώμη ανεξάρτητου ελεγκτικού οργανισμού, η οποία έχει συνταχθεί βάσει των διεθνώς αποδεκτών προτύπων λογιστικού ελέγχου. Η εν λόγω γνώμη διευκρινίζει κατά πόσον οι λογαριασμοί αποδίδουν αληθή και ακριβή εικόνα, κατά πόσον οι δαπάνες για τις οποίες έχει ζητηθεί επιστροφή από την Επιτροπή είναι νόμιμες και κανονικές και κατά πόσον τα συστήματα ελέγχου που τέθηκαν σε εφαρμογή λειτουργούν εύρυθμα. Η γνώμη αναφέρει επίσης κατά πόσον οι ελεγκτικές εργασίες θέτουν υπό αμφισβήτηση τους ισχυρισμούς που διατυπώνονται στη διαχειριστική δήλωση της παραγράφου 6.

Η προθεσμία της 15ης Φεβρουαρίου που ορίζεται στην παράγραφο 5 μπορεί να επεκτείνεται κατ’ εξαίρεση από την Επιτροπή έως την 1η Μαρτίου, κατόπιν ειδοποίησης ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

Τα κράτη μέλη μπορούν, στο κατάλληλο επίπεδο, να δημοσιεύουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 και στην παρούσα παράγραφο.

Επιπροσθέτως, τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή δηλώσεις, υπογεγραμμένες στο κατάλληλο επίπεδο, σχετικά με τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 και στην παρούσα παράγραφο.

8.   Προκειμένου να εξασφαλίζεται η χρησιμοποίηση των πόρων της Ένωσης σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες, η Επιτροπή:

α)

εφαρμόζει διαδικασίες για την εξέταση και αποδοχή των λογαριασμών των ορισθέντων οργανισμών, οι οποίες διασφαλίζουν ότι οι λογαριασμοί είναι πλήρεις, ακριβείς και ειλικρινείς·

β)

εξαιρεί από τη χρηματοδότηση της Ένωσης τις δαπάνες για τις οποίες έχουν πραγματοποιηθεί εκταμιεύσεις κατά παράβαση της εφαρμοστέας νομοθεσίας·

γ)

διακόπτει τις προθεσμίες πληρωμών ή αναστέλλει τις πληρωμές όταν αυτό προβλέπεται από τους ειδικούς τομεακούς κανόνες.

Η Επιτροπή αποφασίζει την ολική ή μερική άρση της διακοπής των προθεσμιών πληρωμών ή της αναστολής των πληρωμών μετά την υποβολή παρατηρήσεων του κράτους μέλους και μόλις αυτό λάβει τα αναγκαία μέτρα. Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του άρθρου 74 παράγραφος 9 αναφέρεται σε όλες τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο της παρούσας παραγράφου.

9.   Στους ειδικούς τομεακούς κανόνες λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες των προγραμμάτων Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας, ιδιαίτερα σε σχέση με το περιεχόμενο της διαχειριστικής δήλωσης, τη διαδικασία της παραγράφου 3 και την ελεγκτική λειτουργία.

10.   Η Επιτροπή καταρτίζει μητρώο των οργανισμών που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση, την πιστοποίηση και τον έλεγχο με βάση τους εκάστοτε ειδικούς τομεακούς κανόνες.

11.   Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τους πόρους που διατίθενται σε αυτά υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης σε συνδυασμό με πράξεις και μέσα στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1017 σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στους σχετικούς ειδικούς τομεακούς κανόνες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Ευρωπαϊκές υπηρεσίες και οργανισμοί της Ένωσης

Τμήμα 1

Ευρωπαϊκές υπηρεσίες

Άρθρο 64

Πεδίο αρμοδιοτήτων των ευρωπαϊκών υπηρεσιών

1.   Πριν από τη σύσταση νέας ευρωπαϊκής υπηρεσίας, η Επιτροπή διενεργεί μελέτη κόστους ωφέλειας και εκτίμηση των σχετικών κινδύνων, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής και προτείνει την εγγραφή των απαιτούμενων πιστώσεων σε παράρτημα του τμήματος στον προϋπολογισμό που αφορά την Επιτροπή.

2.   Στο πλαίσιο του πεδίου των αρμοδιοτήτων τους, οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες:

α)

εκτελούν τα υποχρεωτικά καθήκοντα που προβλέπονται στην πράξη σύστασής τους ή σε άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης·

β)

είναι δυνατό, σύμφωνα με το άρθρο 66, να εκτελούν μη υποχρεωτικά καθήκοντα τα οποία εγκρίνονται από τη διευθύνουσα επιτροπή της εκάστοτε υπηρεσίας μετά από εξέταση του κόστους-ωφελειών και των σχετικών κινδύνων για τα εμπλεκόμενα μέρη.

3.   Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στη λειτουργία της OLAF, με εξαίρεση την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, το άρθρο 66 και το άρθρο 67 παράγραφοι 1, 2 και 3.

4.   Ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής ασκεί όλες τις αρμοδιότητες που καθορίζονται στο κεφάλαιο 8 του παρόντος τίτλου.

Άρθρο 65

Πιστώσεις όσον αφορά τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες

1.   Οι πιστώσεις που εγκρίνονται για την εκτέλεση των υποχρεωτικών καθηκόντων κάθε ευρωπαϊκής υπηρεσίας εγγράφονται σε ειδική γραμμή του προϋπολογισμού εντός του τμήματος του προϋπολογισμού που αφορά την Επιτροπή και εμφανίζονται λεπτομερώς σε παράρτημα του τμήματος αυτού.

Το παράρτημα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο παρουσιάζεται με τη μορφή κατάστασης εσόδων και δαπανών, υποδιαιρούμενης κατά τον ίδιο τρόπο όπως και τα τμήματα του προϋπολογισμού.

Οι πιστώσεις που εγγράφονται στο εν λόγω παράρτημα:

α)

καλύπτουν το σύνολο των οικονομικών αναγκών κάθε ευρωπαϊκής υπηρεσίας κατά την εκτέλεση των υποχρεωτικών καθηκόντων που προβλέπονται στην πράξη σύστασής της ή σε άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης·

β)

είναι δυνατό να καλύπτουν τις οικονομικές ανάγκες μιας ευρωπαϊκής υπηρεσίας κατά την εκτέλεση καθηκόντων τα οποία έχουν ζητηθεί από θεσμικά όργανα της Ένωσης, οργανισμούς της Ένωσης, άλλες ευρωπαϊκές υπηρεσίες και οργανισμούς που έχουν συσταθεί από τις Συνθήκες ή στο πλαίσιο των Συνθηκών και τα οποία εγκρίνονται από την πράξη σύστασης της υπηρεσίας.

2.   Σε ό,τι αφορά τις πιστώσεις που εγγράφονται στο παράρτημα για καθεμιά από τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες, η Επιτροπή αναθέτει τις εξουσίες διατάκτη στον διευθυντή της εκάστοτε ευρωπαϊκής υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 73.

3.   Ο πίνακας προσωπικού κάθε ευρωπαϊκής υπηρεσίας επισυνάπτεται στον πίνακα προσωπικού της Επιτροπής.

4.   Ο διευθυντής κάθε ευρωπαϊκής υπηρεσίας αποφασίζει τις μεταφορές πιστώσεων στο εσωτερικό του παραρτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Άρθρο 66

Μη υποχρεωτικά καθήκοντα

1.   Όσον αφορά τα μη υποχρεωτικά καθήκοντα μιας ευρωπαϊκής υπηρεσίας στα οποία αναφέρεται το άρθρο 64 παράγραφος 2 στοιχείο β), είναι δυνατή:

α)

η ανάθεση εξουσιών στον διευθυντή της υπηρεσίας από θεσμικά όργανα της Ένωσης, οργανισμούς της Ένωσης και άλλες ευρωπαϊκές υπηρεσίες, σε συνδυασμό με την ανάθεση των εξουσιών του διατάκτη σε σχέση με πιστώσεις που εγγράφονται στο οικείο τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά το θεσμικό όργανο της Ένωσης, οργανισμό της Ένωσης ή άλλη ευρωπαϊκή υπηρεσία·

β)

η σύναψη από την υπηρεσία ειδικών συμφωνιών επιπέδου εξυπηρέτησης με θεσμικά όργανα της Ένωσης, οργανισμούς της Ένωσης, άλλες ευρωπαϊκές υπηρεσίες ή τρίτους.

2.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, οι οργανισμοί της Ένωσης και οι άλλες σχετικές ευρωπαϊκές υπηρεσίες καθορίζουν τα όρια και τους όρους της ανάθεσης εξουσιών. Η ανάθεση αυτή συνομολογείται σύμφωνα με την πράξη σύστασης της ευρωπαϊκής υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τους όρους και τις λεπτομέρειες της εν λόγω ανάθεσης.

3.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), ο διευθυντής της ευρωπαϊκής υπηρεσίας εκδίδει, σύμφωνα με την πράξη σύστασης της υπηρεσίας, τις ειδικές διατάξεις που διέπουν την εκτέλεση των καθηκόντων, την επιστροφή των πραγματοποιηθεισών δαπανών και την τήρηση των αντίστοιχων λογιστικών στοιχείων. Η ευρωπαϊκή υπηρεσία υποβάλλει εκθέσεις σχετικά με το αποτέλεσμα των εν λόγω λογιστικών στοιχείων προς τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, τους οργανισμούς της Ένωσης και τις άλλες σχετικές ευρωπαϊκές υπηρεσίες.

Άρθρο 67

Λογιστικά στοιχεία των ευρωπαϊκών υπηρεσιών

1.   Κάθε ευρωπαϊκή υπηρεσία τηρεί λογιστικά στοιχεία των δαπανών της, τα οποία επιτρέπουν τον καθορισμό της αναλογίας των υπηρεσιών που παρέχονται σε κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης, οργανισμό της Ένωσης ή άλλη ευρωπαϊκή υπηρεσία. Ο διευθυντής της εκάστοτε υπηρεσίας καθορίζει, μετά την έγκρισή τους από τη διευθύνουσα επιτροπή, τα κριτήρια στα οποία βασίζεται η τήρηση λογιστικών στοιχείων.

2.   Οι παρατηρήσεις που αναφέρονται στην ειδική γραμμή του προϋπολογισμού, στην οποία εγγράφονται οι συνολικές πιστώσεις για κάθε ευρωπαϊκή υπηρεσία στην οποία έχουν ανατεθεί εξουσίες διατάκτη σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 1 στοιχείο α), εμφανίζουν εκτίμηση του κόστους των υπηρεσιών που παρέχει η εν λόγω υπηρεσία σε κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης, οργανισμό της Ένωσης ή άλλη ευρωπαϊκή υπηρεσία. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στα λογιστικά στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.   Κάθε ευρωπαϊκή υπηρεσία στην οποία έχουν ανατεθεί εξουσίες διατάκτη σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 1 στοιχείο α) κοινοποιεί στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, οργανισμούς της Ένωσης ή άλλες ευρωπαϊκές υπηρεσίες τα αποτελέσματα των λογιστικών στοιχείων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

4.   Τα λογιστικά στοιχεία κάθε ευρωπαϊκής υπηρεσίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των λογαριασμών της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 241.

5.   Ο υπόλογος της Επιτροπής, μετά από πρόταση της διευθύνουσας επιτροπής της σχετικής ευρωπαϊκής υπηρεσίας, μπορεί να εκχωρήσει σε μέλος του προσωπικού της ευρωπαϊκής υπηρεσίας αυτής ορισμένες από τις αρμοδιότητές του υπόλογου σχετικά με την είσπραξη εσόδων και την πληρωμή δαπανών που πραγματοποιούνται απευθείας από τη σχετική ευρωπαϊκή υπηρεσία.

6.   Για τις ίδιες ταμειακές ανάγκες της ευρωπαϊκής υπηρεσίας, είναι δυνατό να ανοίγονται από την Επιτροπή στο όνομα της υπηρεσίας αυτής, τραπεζικοί λογαριασμοί ή τρεχούμενοι ταχυδρομικοί λογαριασμοί, μετά από πρόταση της διευθύνουσας επιτροπής της υπηρεσίας αυτής. Το ετήσιο ταμειακό υπόλοιπο συμφωνείται και τακτοποιείται μεταξύ της σχετικής ευρωπαϊκής υπηρεσίας και της Επιτροπής κατά τη λήξη του οικονομικού έτους.

Τμήμα 2

Οργανισμοί και φορείς της Ένωσης

Άρθρο 68

Εφαρμοσιμότητα στον Οργανισμό Εφοδιασμού της Ευρατόμ

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται επίσης στην εκτέλεση του προϋπολογισμού του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ.

Άρθρο 69

Εκτελεστικοί οργανισμοί

1.   Η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει εξουσίες σε εκτελεστικούς οργανισμούς για την εκτέλεση, εν όλω ή εν μέρει, ενός προγράμματος ή σχεδίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των δοκιμαστικών σχεδίων και των προπαρασκευαστικών ενεργειών και της εκτέλεσης διοικητικών δαπανών, για λογαριασμό της Επιτροπής και με δική της ευθύνη, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 58/2003 (40). Οι εκτελεστικοί οργανισμοί συνιστώνται με απόφαση της Επιτροπής και έχουν νομική προσωπικότητα κατά το δίκαιο της Ένωσης. Τους χορηγείται ετήσια συνεισφορά.

2.   Οι διευθυντές των εκτελεστικών οργανισμών ενεργούν ως κύριοι διατάκτες όσον αφορά την εκτέλεση των επιχειρησιακών πιστώσεων που αφορούν τα προγράμματα της Ένωσης των οποίων η διαχείριση τους έχει ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει.

3.   Η διευθύνουσα επιτροπή του εκτελεστικού οργανισμού δύναται να συμφωνήσει με την Επιτροπή ότι ο υπόλογος της Επιτροπής θα ενεργεί επίσης ως υπόλογος του σχετικού εκτελεστικού οργανισμού. Η διευθύνουσα επιτροπή δύναται επίσης να εκχωρήσει στον υπόλογο της Επιτροπής μέρος των καθηκόντων του υπόλογου του σχετικού εκτελεστικού οργανισμού συνεκτιμώντας το κόστος και τις ωφέλειες. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, γίνονται οι απαιτούμενες ρυθμίσεις ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων.

Άρθρο 70

Οργανισμοί που συστήνονται δυνάμει της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 269 του παρόντος κανονισμού για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο για τους οργανισμούς που συστήνονται δυνάμει της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ και οι οποίοι διαθέτουν νομική προσωπικότητα και λαμβάνουν συνεισφορές από τον προϋπολογισμό.

2.   Ο δημοσιονομικός κανονισμός-πλαίσιο βασίζεται στις αρχές και τους κανόνες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των οργανισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Οι δημοσιονομικοί κανόνες των οργανισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να αποκλίνουν από τον δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο μόνον όταν το επιβάλλουν οι ειδικές ανάγκες τους και εφόσον υπάρχει προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής.

4.   Η απαλλαγή για την εκτέλεση των προϋπολογισμών των οργανισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 χορηγείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν συστάσεως του Συμβουλίου. Οι οργανισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1 συνεργάζονται πλήρως με τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που συμμετέχουν στη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής και παρέχουν, οσάκις συντρέχει λόγος, τις τυχόν πρόσθετες απαραίτητες πληροφορίες, μεταξύ άλλων και μέσω παρουσίας σε συνεδριάσεις των σχετικών οργανισμών.

5.   Ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής ασκεί έναντι των οργανισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τις ίδιες αρμοδιότητες με εκείνες που του ανατίθενται σε σχέση με την Επιτροπή.

6.   Ένας ανεξάρτητος εξωτερικός ελεγκτής επαληθεύει ότι οι ετήσιοι λογαριασμοί καθενός των οργανισμών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου απεικονίζουν πιστά τα έσοδα, τις δαπάνες και τη χρηματοοικονομική θέση τους, πριν από την ενσωμάτωση των λογαριασμών αυτών στους ενοποιημένους οριστικούς λογαριασμούς της Επιτροπής. Με την επιφύλαξη διαφορετικής διάταξης στη σχετική βασική πράξη, το Ελεγκτικό Συνέδριο καταρτίζει ειδική ετήσια έκθεση για κάθε οργανισμό, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 287 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ. Στο πλαίσιο της κατάρτισης της εν λόγω έκθεσής, το Ελεγκτικό Συνέδριο εξετάζει τις ελεγκτικές εργασίες του ανεξάρτητου εξωτερικού ελεγκτή και τα μέτρα που ελήφθησαν βάσει των διαπιστώσεών του.

7.   Όλες οι πτυχές των ανεξάρτητων εξωτερικών ελέγχων που αναφέρονται στην παράγραφο 6, συμπεριλαμβανομένων των διαπιστώσεων στην έκθεση, παραμένουν υπό την πλήρη ευθύνη του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 71

Συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα

Οι οργανισμοί που έχουν νομική προσωπικότητα, οι οποίοι έχουν ιδρυθεί με βασική πράξη και στους οποίους έχει ανατεθεί η εκτέλεση σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα θεσπίζουν τους δικούς τους δημοσιονομικούς τους κανόνες.

Οι κανόνες αυτοί περιλαμβάνουν σειρά αρχών αναγκαίων για την εξασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των πόρων της Ένωσης.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 269 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με πρότυπο δημοσιονομικό κανονισμό για οργανισμούς που αφορούν συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα ο οποίος θα καθορίζει τις αναγκαίες αρχές για την εξασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των κονδυλίων της Ένωσης και θα βασίζεται στο άρθρο 154.

Οι δημοσιονομικοί κανόνες των οργανισμών που αφορούν συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορούν να αποκλίνουν από τον πρότυπο δημοσιονομικό κανονισμό μόνον όταν το επιβάλλουν οι ειδικές ανάγκες τους και υπό τον όρο προηγούμενης σύμφωνης γνώμης της Επιτροπής.

Το άρθρο 70 παράγραφοι 4 έως 7 εφαρμόζονται στους οργανισμούς που αφορούν συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Δημοσιονομικοί παράγοντες

Τμήμα 1

Αρχή του διαχωρισμού των καθηκόντων

Άρθρο 72

Διαχωρισμός των καθηκόντων

1.   Τα καθήκοντα του διατάκτη και του υπολόγου είναι διαχωρισμένα και ασυμβίβαστα μεταξύ τους.

2.   Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης θέτει στη διάθεση κάθε δημοσιονομικού παράγοντα τους αναγκαίους πόρους για την εκπλήρωση της αποστολής του/της καθώς και χάρτη αποστολής που περιγράφει λεπτομερώς τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του/της.

Τμήμα 2

Διατάκτης

Άρθρο 73

Διατάκτης

1.   Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης ασκεί καθήκοντα διατάκτη.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, με τον όρο «προσωπικό» νοούνται τα πρόσωπα που υπάγονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

3.   Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης αναθέτει, σύμφωνα με τις διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού του, αρμοδιότητες διατάκτη σε προσωπικό στο ενδεδειγμένο επίπεδο. Κάθε θεσμικό όργανο καθορίζει στους εσωτερικούς διοικητικούς κανόνες του το προσωπικό στο οποίο αναθέτει τις αρμοδιότητες αυτές, την έκταση των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων και τη δυνατότητα των εξουσιοδοτουμένων να αναθέτουν περαιτέρω τις αρμοδιότητές τους.

4.   Οι κύριες και δευτερεύουσες αναθέσεις αρμοδιοτήτων διατάκτη πραγματοποιούνται μόνο σε προσωπικό.

5.   Ο αρμόδιος διατάκτης ενεργεί εντός των ορίων που καθορίζονται από την πράξη ανάθεσης ή δευτερεύουσας ανάθεσης αρμοδιοτήτων. Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να επικουρείται από ένα ή περισσότερα μέλη προσωπικού επιφορτισμένα να πραγματοποιούν, υπό την ευθύνη του, ορισμένες πράξεις αναγκαίες για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και για την εξαγωγή των δημοσιονομικών και διαχειριστικών πληροφοριών.

6.   Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης και κάθε οργανισμός της Ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 70 ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, το Ελεγκτικό Συνέδριο και τον διατάκτη της Επιτροπής εντός δύο εβδομάδων για την ανάληψη και παύση των καθηκόντων των κυρίων διατακτών, των εσωτερικών ελεγκτών και των υπολόγων, καθώς και για εσωτερικούς κανόνες που εγκρίνει σε σχέση με δημοσιονομικά θέματα.

7.   Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης ενημερώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο για τις αποφάσεις ανάθεσης αρμοδιοτήτων και για τον διορισμό υπολόγων πάγιων προκαταβολών δυνάμει των άρθρων 79 και 88.

Άρθρο 74

Εξουσίες και καθήκοντα του διατάκτη

1.   Ο διατάκτης είναι υπεύθυνος στα σχετικά θεσμικά όργανα της Ένωσης για την εκτέλεση των εσόδων και των δαπανών σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείριση, μεταξύ άλλων μέσω της διασφάλισης της υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις επιδόσεις, και για τη διασφάλιση της νομιμότητας, της κανονικότητας και της ίσης μεταχείρισης των αποδεκτών.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο κύριος διατάκτης, σύμφωνα με το άρθρο 36 και τις ελάχιστες προδιαγραφές που θεσπίζει καθένα από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, και λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που συνδέονται με το διαχειριστικό περιβάλλον και με τη φύση των χρηματοδοτούμενων ενεργειών, δημιουργεί την οργανωτική δομή καθώς και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που ενδείκνυνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η δημιουργία της δομής και των συστημάτων υποστηρίζεται από συνολική ανάλυση κινδύνου, η οποία λαμβάνει υπόψη την απόδοση ως προς το κόστος και θέματα επιδόσεων.

3.   Για την εκτέλεση των δαπανών, ο αρμόδιος διατάκτης προβαίνει σε δημοσιονομικές και σε νομικές δεσμεύσεις, στην εκκαθάριση των δαπανών και στην έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής και διενεργεί προκαταρκτικές πράξεις για την εκτέλεση των πιστώσεων.

4.   Για την εκτέλεση των εσόδων, ο αρμόδιος διατάκτης καταρτίζει τις προβλέψεις απαιτήσεων, βεβαιώνει τα δικαιώματα είσπραξης και εκδίδει τα εντάλματα είσπραξης. Όπου αρμόζει, ο αρμόδιος διατάκτης παραιτείται από ήδη βεβαιωμένες απαιτήσεις.

5.   Προκειμένου να αποφεύγονται σφάλματα και παρατυπίες πριν από την έγκριση των πράξεων και να μετριάζονται οι κίνδυνοι μη επίτευξης των στόχων, κάθε πράξη υπόκειται τουλάχιστον σε εκ των προτέρων έλεγχο σε σχέση με τις επιχειρησιακές και οικονομικές πτυχές της πράξης, με βάση πολυετή στρατηγική ελέγχου η οποία λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο.

Η συχνότητα και η ένταση των εκ των προτέρων ελέγχων καθορίζονται από τον αρμόδιο διατάκτη με βάση τα αποτελέσματα προγενέστερων ελέγχων καθώς και εκτιμήσεις σχετικά με τον κίνδυνο και την απόδοση ως προς το κόστος, με βάση τη δική του ανάλυση κινδύνου. Σε περίπτωση αμφιβολίας, ο διατάκτης που είναι αρμόδιος για την εκκαθάριση των σχετικών πράξεων ζητεί, ως μέρος του εκ των προτέρων ελέγχου, συμπληρωματικές πληροφορίες ή προβαίνει σε επιτόπιο έλεγχο, ώστε να εξασφαλίσει εύλογη βεβαιότητα.

Για μια δεδομένη πράξη, το προσωπικό που διενεργεί την επαλήθευση είναι διαφορετικό από το προσωπικό που κίνησε τη διαδικασία. Το προσωπικό που διενεργεί την επαλήθευση δεν υπάγεται ιεραρχικά στο προσωπικό που κίνησε τη διαδικασία.

6.   Ο κύριος διατάκτης μπορεί να καθιερώσει εκ των υστέρων ελέγχους προκειμένου να εντοπίσει και να διορθώσει σφάλματα και παρατυπίες σε πράξεις που έχουν ήδη εγκριθεί. Οι εν λόγω έλεγχοι μπορούν να διοργανώνονται δειγματοληπτικά βάσει ανάλυσης κινδύνου και λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα προγενέστερων ελέγχων καθώς και εκτιμήσεις σχετικά με την απόδοση ως προς το κόστος και τις επιδόσεις.

Οι εκ των υστέρων έλεγχοι διενεργούνται από προσωπικό άλλο από εκείνο το οποίο είναι αρμόδιο για τους εκ των προτέρων ελέγχους. Το αρμόδιο προσωπικό για τους εκ των υστέρων ελέγχους δεν υπάγεται ιεραρχικά στο προσωπικό που είναι αρμόδιο για τους εκ των προτέρων ελέγχους.

Οι κανόνες και οι λεπτομέρειες, συμπεριλαμβανομένων των χρονικών πλαισίων, για τη διενέργεια των λογιστικών ελέγχων των δικαιούχων είναι σαφείς, συνεπείς και διαφανείς και τίθενται υπόψη των δικαιούχων κατά τον χρόνο της υπογραφής της συμφωνίας επιχορήγησης.

7.   Ο αρμόδιος διατάκτης και το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση του προϋπολογισμού έχουν τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα.

Σε κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης, ο κύριος διατάκτης μεριμνά ώστε:

α)

να παρέχονται στους δευτερεύοντες διατάκτες και στο προσωπικό τους τακτικά επικαιροποιημένες και κατάλληλες πληροφορίες και κατάρτιση σχετικά με τα πρότυπα ελέγχου και τις διαθέσιμες για τον σκοπό αυτό μεθόδους και τεχνικές·

β)

να λαμβάνονται μέτρα, όπου χρειάζεται, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αποδοτικής λειτουργίας των συστημάτων ελέγχου σύμφωνα με την παράγραφο 2.

8.   Εάν μέλος προσωπικού που συμμετέχει στη δημοσιονομική διαχείριση και στον έλεγχο των πράξεων θεωρήσει ότι μια απόφαση, την οποία η προϊσταμένη του αρχή τού επιβάλλει να εκτελέσει ή να αποδεχθεί, είναι παράτυπη ή αντίθετη προς τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ή την επαγγελματική δεοντολογία που υποχρεούται να τηρεί, το επισημαίνει στον ιεραρχικά ανώτερό του. Εάν το μέλος προσωπικού το πράξει εγγράφως, ο ιεραρχικά ανώτερος απαντά εγγράφως. Εάν ο ιεραρχικά ανώτερος δεν προβεί σε σχετικές ενέργειες, ή επιβεβαιώσει την αρχική απόφαση ή οδηγία, και το μέλος προσωπικού πιστεύει ότι η επιβεβαίωση αυτή δεν αποτελεί εύλογη απάντηση στον προβληματισμό του, ενημερώνει εγγράφως τον κύριο διατάκτη. Εάν ο τελευταίος δεν απαντήσει μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της περίπτωσης, και οπωσδήποτε εντός ενός μηνός, το μέλος προσωπικού ενημερώνει εγγράφως τη σχετική επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 143.

Σε περίπτωση παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που μπορεί να πλήττει τα συμφέροντα της Ένωσης, τα μέλη προσωπικού ενημερώνουν τις αρχές και υπηρεσίες που ορίζονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης καθώς και από τις αποφάσεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης που αφορούν τους όρους και τις λεπτομέρειες των εσωτερικών ερευνών για την καταπολέμηση της απάτης, της δωροδοκίας και κάθε παράνομης δραστηριότητας που είναι επιζήμια για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Οι συμβάσεις με εξωτερικούς ελεγκτές που πραγματοποιούν ελέγχους της οικονομικής διαχείρισης της Ένωσης προβλέπουν την υποχρέωση του εξωτερικού ελεγκτή να ενημερώνει τον κύριο διατάκτη για κάθε υπόνοια παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα της Ένωσης.

9.   Ο κύριος διατάκτης προβαίνει, προς το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης, σε απολογισμό της άσκησης των καθηκόντων του, με τη μορφή ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων η οποία περιλαμβάνει δημοσιονομικές και διαχειριστικές πληροφορίες, καθώς και τα αποτελέσματα των ελέγχων, δηλώνοντας ότι, εκτός εάν ορίζεται άλλως σε οποιεσδήποτε επιφυλάξεις σχετικές με συγκεκριμένους τομείς εσόδων και δαπανών, αποκομίζει εύλογη βεβαιότητα ότι:

α)

τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση παρέχουν αληθή και ακριβή εικόνα·

β)

οι πόροι που χορηγήθηκαν για τις δραστηριότητες που περιγράφονται στην έκθεση χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τον προβλεπόμενο σκοπό τους και με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης· και

γ)

οι θεσπισθείσες διαδικασίες ελέγχου παρέχουν τα απαραίτητα εχέγγυα ως προς τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων.

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες πράξεις, με σχέση με τους στόχους και τα θέματα επιδόσεων που ορίζονται στα στρατηγικά σχέδια, τους συναφείς με τις πράξεις κινδύνους, τη χρησιμοποίηση των παρεχόμενων πόρων και την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου. Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει επίσης συνολική εκτίμηση του κόστους και του οφέλους των ελέγχων και πληροφορίες σχετικά με τον βαθμό στον οποίο οι εγκριθείσες επιχειρησιακές δαπάνες συμβάλλουν στην επίτευξη των στρατηγικών στόχων της Ένωσης και δημιουργούν προστιθέμενη αξία σε επίπεδο Ένωσης. Η Επιτροπή εκπονεί σύνοψη των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων για το προηγούμενο έτος.

Οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων των διατακτών για το οικονομικό έτος και, κατά περίπτωση, των κύριων διατακτών των θεσμικών οργάνων και των λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης δημοσιεύονται έως την 1η Ιουλίου του επόμενου οικονομικού έτους στον δικτυακό τόπο του αντίστοιχου θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης κατά τρόπο εύκολα προσβάσιμο, με την επιφύλαξη δεόντως αιτιολογημένων εκτιμήσεων εμπιστευτικότητας και ασφάλειας.

10.   Οι κύριοι διατάκτες καταγράφουν, για κάθε οικονομικό έτος, τις συμβάσεις που συνάπτονται μέσω των διαδικασιών με διαπραγμάτευση σύμφωνα με τα στοιχεία α) έως στ) του σημείου 11.1 και του σημείου 39 του παραρτήματος I. Αν η αναλογία των διαδικασιών με διαπραγμάτευση, σε σχέση με τον αριθμό των συμβάσεων που ανατέθηκαν από τον ίδιο κύριο διατάκτη, αυξάνεται σημαντικά σε σύγκριση με τα προηγούμενα οικονομικά έτη, ή αν αυτή η αναλογία είναι σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο που καταγράφηκε στο επίπεδο του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης, ο αρμόδιος διατάκτης συντάσσει έκθεση προς το εν λόγω θεσμικό όργανο της Ένωσης εκθέτοντας τα μέτρα που ενδεχομένως έλαβε για να αναστρέψει αυτή την τάση. Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση για τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση. Στην περίπτωση της Επιτροπής, η έκθεση αυτή επισυνάπτεται στη σύνοψη των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων που αναφέρεται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 75

Τήρηση δικαιολογητικών εγγράφων από τους διατάκτες

Ο διατάκτης διαμορφώνει συστήματα τήρησης, σε χαρτί ή σε ηλεκτρονική μορφή, των αυθεντικών δικαιολογητικών εγγράφων που συνδέονται με την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Τα έγγραφα αυτά τηρούνται για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών από την ημερομηνία χορήγησης της απαλλαγής εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το οικονομικό έτος στο οποίο αναφέρονται τα εν λόγω έγγραφα.

Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, τα έγγραφα που αφορούν πράξεις, διατηρούνται οπωσδήποτε μέχρι το τέλος του έτους που ακολουθεί το έτος οριστικού κλεισίματος αυτών των πράξεων.

Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται σε δικαιολογητικά έγγραφα, διαγράφονται, όπου είναι δυνατό, εφόσον δεν είναι απαραίτητα για τη χορήγηση απαλλαγής για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, τον εσωτερικό και τον λογιστικό έλεγχο. Όσον αφορά τη φύλαξη των δεδομένων κίνησης, εφαρμόζεται το άρθρο 37 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Άρθρο 76

Εξουσίες και καθήκοντα των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης

1.   Όταν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 2, εξαρτώνται από την Επιτροπή ως το αρμόδιο θεσμικό όργανο της Ένωσης για τον καθορισμό, την άσκηση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων τους ως δευτερευόντων διατακτών και συνεργάζονται στενά με την Επιτροπή για την ορθή χρησιμοποίηση των πόρων, ώστε να εξασφαλίζονται κυρίως η νομιμότητα και η κανονικότητα των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, η τήρηση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης κατά τη διαχείριση των πόρων και η αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Υπόκεινται στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής και στον χάρτη της Επιτροπής για την εκτέλεση των καθηκόντων δημοσιονομικής διαχείρισης που τους έχουν ανατεθεί με δευτερεύουσα μεταβίβαση. Μπορούν να επικουρούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους από το προσωπικό της Επιτροπής των αντιπροσωπειών της Ένωσης.

Για τον σκοπό αυτό, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα προς αποφυγή κάθε κατάστασης η οποία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ικανότητα της Επιτροπής να φέρει ευθύνη όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού που τους έχει ανατεθεί με δευτερεύουσα μεταβίβαση, καθώς και κάθε σύγκρουσης προτεραιοτήτων που πιθανώς θα έχει αντίκτυπο στην εκτέλεση των καθηκόντων δημοσιονομικής διαχείρισης που τους έχουν ανατεθεί με δευτερεύουσα μεταβίβαση.

Αν προκύψει κατάσταση ή σύγκρουση του τύπου που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης ενημερώνουν αμελλητί τους αρμόδιους Γενικούς Διευθυντές της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ. Οι εν λόγω Γενικοί Διευθυντές λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την εξομάλυνση της κατάστασης.

2.   Όταν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης βρεθούν στη θέση που αναφέρεται στο άρθρο 74 παράγραφος 8, παραπέμπουν το ζήτημα στην επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 143. Σε περίπτωση παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα της Ένωσης, ενημερώνουν τις αρχές και τις υπηρεσίες που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία.

3.   Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης που ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 2 προβαίνουν σε αναφορά στον κύριο διατάκτη τους, ώστε ο τελευταίος να μπορεί να ενσωματώσει τις εκθέσεις τους στη δική του ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο άρθρο 74 παράγραφος 9. Οι εκθέσεις που υποβάλλουν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης περιλαμβάνουν πληροφορίες για την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου που εφαρμόζονται στην αντιπροσωπεία τους, καθώς και για τη διαχείριση των πράξεων που τους έχουν ανατεθεί με δευτερεύουσα μεταβίβαση, και παρέχουν τη δήλωση αξιοπιστίας του άρθρου 92 παράγραφος 5 τρίτο εδάφιο. Οι εκθέσεις αυτές προσαρτώνται στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του αρμόδιου κύριου διατάκτη και τίθενται στη διάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου λαμβανομένου δεόντως υπόψη, όπου κρίνεται σκόπιμο, του εμπιστευτικού χαρακτήρα τους.

Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης συνεργάζονται πλήρως με τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που συμμετέχουν στη διαδικασία για τη χορήγηση απαλλαγής και παρέχουν, οσάκις συντρέχει λόγος, κάθε απαιτούμενη πρόσθετη πληροφορία. Επ’ αυτού μπορεί να τους ζητηθεί να παρευρίσκονται σε συνεδριάσεις των σχετικών φορέων και να συνδράμουν τον αρμόδιο κύριο διατάκτη.

Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης οι οποίοι ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 2 ανταποκρίνονται σε κάθε αίτημα του κύριου διατάκτη της Επιτροπής, εάν τους το ζητήσει η Επιτροπή ή, στο πλαίσιο της διαδικασίας απαλλαγής, εάν τους το ζητήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι η δευτερεύουσα μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στους επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης δεν αποβαίνει εις βάρος της διαδικασίας για τη χορήγηση απαλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 319 ΣΛΕΕ.

4.   Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 εφαρμόζονται επίσης στους αναπληρωτές επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης όταν ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σε περίπτωση απουσίας των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης.

Τμήμα 3

Υπόλογος

Άρθρο 77

Εξουσίες και καθήκοντα του υπολόγου

1.   Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης διορίζει έναν υπόλογο, ο οποίος αναλαμβάνει, στο πλαίσιο του εν λόγω θεσμικού οργάνου:

α)

την ορθή εκτέλεση των πληρωμών, την είσπραξη των εσόδων και των βεβαιωμένων απαιτήσεων·

β)

την κατάρτιση και παρουσίαση των λογαριασμών σύμφωνα με τον τίτλο XIII·

γ)

την τήρηση λογαριασμών σύμφωνα με τα άρθρα 82 και 84·

δ)

τον καθορισμό των λογιστικών κανόνων και διαδικασιών και του λογιστικού σχεδίου σύμφωνα με τα άρθρα 80 έως 84·

ε)

τον καθορισμό και την επικύρωση των λογιστικών συστημάτων καθώς και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την επικύρωση των συστημάτων που καθορίζονται από το διατάκτη και προορίζονται για την παροχή ή την αιτιολόγηση των λογιστικών πληροφοριών·

στ)

τη διαχείριση του ταμείου.

Όσον αφορά τα καθήκοντα που αναφέρονται στο στοιχείο ε) του πρώτου εδαφίου, ανατίθεται στον υπόλογο η εξουσία να εξακριβώνει ανά πάσα στιγμή την τήρηση των κριτηρίων επικύρωσης.

2.   Οι αρμοδιότητες του υπολόγου της ΕΥΕΔ αφορούν μόνο το τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά την ΕΥΕΔ, όπως εκτελείται από την ΕΥΕΔ. Ο υπόλογος της Επιτροπής παραμένει υπεύθυνος για ολόκληρο το τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά την Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών πράξεων που αφορούν πιστώσεις των οποίων έγινε δευτερεύουσα ανάθεση στους επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης.

Ο υπόλογος της Επιτροπής ενεργεί επίσης ως υπόλογος της ΕΥΕΔ όσον αφορά την εκτέλεση του τμήματος του προϋπολογισμού που αφορά την ΕΥΕΔ.

Άρθρο 78

Διορισμός και παύση καθηκόντων του υπολόγου

1.   Ο υπόλογος διορίζεται από κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης μεταξύ των υπαλλήλων που υπόκεινται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

Ο υπόλογος επιλέγεται από το όργανο της Ένωσης βάσει των ιδιαίτερων προσόντων του, τα οποία πιστοποιούνται με τίτλους ή με ισοδύναμη επαγγελματική εμπειρία.

2.   Δύο ή περισσότερα θεσμικά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης δύνανται να διορίσουν τον ίδιο υπόλογο.

Στην περίπτωση αυτή, προβαίνουν στις απαιτούμενες ρυθμίσεις ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων.

3.   Σε περίπτωση παύσης των καθηκόντων του υπολόγου, συντάσσεται αμελλητί ισοζύγιο του καθολικού.

4.   Το ισοζύγιο του καθολικού διαβιβάζεται, μαζί με το σχετικό διαβιβαστικό, στον νέο υπόλογο από τον αποχωρούντα υπόλογο ή, εάν τούτο δεν είναι δυνατόν, από υπάλληλο της υπηρεσίας του.

Ο νέος υπόλογος υπογράφει το ισοζύγιο του καθολικού προς αποδοχή εντός ενός μηνός από την ημερομηνία διαβίβασης, είναι δε δυνατόν να διατυπώσει επιφυλάξεις.

Το διαβιβαστικό περιέχει το υπόλοιπο του ισοζυγίου του καθολικού και τις τυχόν επιφυλάξεις.

Άρθρο 79

Εξουσίες που μπορούν να ανατεθούν από τον υπόλογο

Ο υπόλογος μπορεί, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, να αναθέτει ορισμένα καθήκοντα σε υφισταμένους του και σε υπολόγους πάγιων προκαταβολών που έχουν διοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1.

Η πράξη ανάθεσης ορίζει τα καθήκοντα αυτά.

Άρθρο 80

Λογιστικοί κανόνες

1.   Οι λογιστικοί κανόνες που πρέπει να εφαρμόζουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες και οι οργανισμοί της Ένωσης που αναφέρονται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου 3 του παρόντος τίτλου βασίζονται στα διεθνώς αποδεκτά λογιστικά πρότυπα για τον δημόσιο τομέα. Οι κανόνες αυτοί εγκρίνονται από τον υπόλογο της Επιτροπής κατόπιν διαβούλευσης με τους υπολόγους των άλλων θεσμικών οργάνων της Ένωσης, των ευρωπαϊκών υπηρεσιών και των οργανισμών της Ένωσης.

2.   Ο υπόλογος μπορεί να παρεκκλίνει από τα πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εφόσον κρίνει ότι αυτό είναι αναγκαίο για να παρέχεται ακριβής εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, των επιβαρύνσεων, των εσόδων και των ταμειακών ροών. Όταν ένας λογιστικός κανόνας αποκλίνει ουσιωδώς από τα σχετικά πρότυπα, αυτό αναφέρεται και αιτιολογείται στις σημειώσεις των δημοσιονομικών καταστάσεων.

3.   Οι λογιστικοί κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζουν τη διάρθρωση και το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων, καθώς και τις λογιστικές αρχές στις οποίες θεμελιώνεται η λογιστική.

4.   Οι καταστάσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 241 είναι σύμφωνη με τις δημοσιονομικές αρχές που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Παρέχει λεπτομερή καταγραφή της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Καταγράφει και αποδίδει με ακρίβεια όλες τις προβλεπόμενες στον παρόντα τίτλο πράξεις εκτέλεσης του προϋπολογισμού ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.

Άρθρο 81

Οργάνωση της λογιστικής

1.   Ο υπόλογος κάθε θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης συντάσσει και τηρεί ενήμερα έγγραφα που περιγράφουν την οργάνωση της λογιστικής και τις λογιστικές διαδικασίες του οικείου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης.

2.   Τα έσοδα και οι δαπάνες εγγράφονται σε μηχανογραφικό σύστημα ανάλογα με την οικονομική φύση της πράξης, ως τρέχοντα έσοδα ή τρέχουσες δαπάνες, ή ως κεφάλαιο.

Άρθρο 82

Τήρηση της λογιστικής

1.   Ο υπόλογος της Επιτροπής είναι υπεύθυνος για την κατάρτιση των εναρμονισμένων λογιστικών σχεδίων που εφαρμόζονται από όλα τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες και τους οργανισμούς της Ένωσης που αναφέρονται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου 3 του παρόντος τίτλου.

2.   Οι υπόλογοι λαμβάνουν από τους διατάκτες όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την κατάρτιση λογαριασμών που να παρέχουν ακριβή εικόνα της δημοσιονομικής κατάστασης των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Οι διατάκτες εγγυώνται την αξιοπιστία αυτών των πληροφοριών.

3.   Πριν εγκριθούν οι λογαριασμοί από το οικείο θεσμικό όργανο ή άλλον οργανισμό της Ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 70, ο υπόλογος τους υπογράφει, πιστοποιώντας κατά τον τρόπο αυτό ότι μπορεί ευλόγως να υποθέσει ότι οι εν λόγω λογαριασμοί παρέχουν ακριβή εικόνα της δημοσιονομικής κατάστασης του οργάνου ή του οργανισμού της Ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 70.

Προς τούτο, ο υπόλογος βεβαιώνεται ότι οι λογαριασμοί έχουν καταρτισθεί σύμφωνα με τους λογιστικούς κανόνες του άρθρου 80 και τις προβλεπόμενες στο άρθρο 77 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ) λογιστικές διαδικασίες, και ότι όλα τα έσοδα και οι δαπάνες έχουν εγγραφεί στους λογαριασμούς αυτούς.

4.   Ο κύριος διατάκτης, σύμφωνα με τους κανόνες που εκδίδει ο υπόλογος, διαβιβάζει στον υπόλογο τις δημοσιονομικές και διαχειριστικές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του υπόλογου.

Ο υπόλογος ενημερώνεται από τον διατάκτη, τακτικά και τουλάχιστον για τους σκοπούς του κλεισίματος των λογαριασμών, όσον αφορά τα σχετικά χρηματοοικονομικά στοιχεία των καταπιστευματικών τραπεζικών λογαριασμών με σκοπό η χρήση των κονδυλίων της Ένωσης να αποτυπώνεται στους λογαριασμούς της Ένωσης.

Οι διατάκτες παραμένουν πλήρως υπεύθυνοι για την ορθή χρησιμοποίηση των πόρων που διαχειρίζονται, για τη νομιμότητα και κανονικότητα των δαπανών που πραγματοποιούνται υπό τον έλεγχό τους, καθώς και για την πληρότητα και την ακρίβεια των πληροφοριών που διαβιβάζονται στον υπόλογο.

5.   Ο αρμόδιος διατάκτης γνωστοποιεί στον υπόλογο όλες τις εξελίξεις ή σημαντικές τροποποιήσεις ενός συστήματος δημοσιονομικής διαχείρισης, ενός συστήματος απογραφής ή ενός συστήματος αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, εφόσον αυτό παρέχει στοιχεία για τους λογαριασμούς του θεσμικού οργάνου της Ένωσης ή χρησιμοποιείται για την τεκμηρίωση δεδομένων των λογαριασμών αυτών, ούτως ώστε ο υπόλογος να είναι σε θέση να επαληθεύσει την τήρηση των κριτηρίων επικύρωσης.

Ανά πάσα στιγμή, ο υπόλογος δύναται να επανεξετάσει ένα σύστημα δημοσιονομικής διαχείρισης που έχει ήδη επικυρωθεί και να ζητήσει από τον αρμόδιο διατάκτη να καταρτίσει πρόγραμμα δράσης προκειμένου να διορθωθούν, εν ευθέτω χρόνω, ενδεχόμενες αδυναμίες.

Ο διατάκτης είναι υπεύθυνος για την πληρότητα των πληροφοριών που διαβιβάζονται στον υπόλογο.

6.   Ο υπόλογος έχει την εξουσία να ελέγχει τα λαμβανόμενα στοιχεία, καθώς και να πραγματοποιεί τυχόν περαιτέρω ελέγχους που κρίνει αναγκαίους πριν από την υπογραφή των λογαριασμών.

Ο υπόλογος, εάν απαιτείται, διατυπώνει επιφυλάξεις και εξηγεί επακριβώς τη φύση και την έκταση των επιφυλάξεων αυτών.

7.   Η λογιστική των θεσμικών οργάνων της Ένωσης είναι το σύστημα οργάνωσης των δημοσιονομικών και χρηματοοικονομικών πληροφοριών που επιτρέπει την εγγραφή, ταξινόμηση και καταχώριση αριθμητικών δεδομένων.

8.   Το λογιστικό σύστημα αποτελείται από τη γενική λογιστική και τη λογιστική του προϋπολογισμού. Και οι δύο αυτές μορφές λογιστικής τηρούνται σε ευρώ και ανά ημερολογιακό έτος.

9.   Ο κύριος διατάκτης μπορεί επίσης να τηρεί αναλυτική λογιστική της διαχείρισης.

10.   Τα δικαιολογητικά έγγραφα που αφορούν τη λογιστική και την κατάρτιση των λογαριασμών που αναφέρονται στο άρθρο 241 τηρούνται για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία χορήγησης της απαλλαγής εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το οικονομικό έτος στο οποίο αναφέρονται τα εν λόγω έγγραφα.

Ωστόσο, τα έγγραφα που αφορούν πράξεις οι οποίες δεν έχουν κλείσει οριστικά, τηρούνται έως το τέλος του έτους που ακολουθεί το έτος κλεισίματος αυτών των πράξεων. Όσον αφορά τη φύλαξη των δεδομένων κίνησης, εφαρμόζεται το άρθρο 37 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης αποφασίζει σε ποια υπηρεσία θα διατηρούνται τα δικαιολογητικά έγγραφα.

Άρθρο 83

Περιεχόμενο και τήρηση της λογιστικής του προϋπολογισμού

1.   Στη λογιστική του προϋπολογισμού καταχωρίζονται για κάθε υποδιαίρεσή του:

α)

όσον αφορά τις δαπάνες:

i)

οι εγκεκριμένες πιστώσεις του προϋπολογισμού, στις οποίες περιλαμβάνονται οι πιστώσεις των διορθωτικών προϋπολογισμών, οι εκ μεταφοράς πιστώσεις, οι πιστώσεις που καθίστανται διαθέσιμες μετά την είσπραξη εσόδων με συγκεκριμένο προορισμό, οι πιστώσεις που προκύπτουν από μεταφορές και το άθροισμα των πιστώσεων που καθίστανται έτσι διαθέσιμες,

ii)

οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και οι πιστώσεις πληρωμών του οικονομικού έτους,

β)

όσον αφορά τα έσοδα:

i)

οι προβλέψεις του αρχικού προϋπολογισμού, στις οποίες περιλαμβάνονται οι προβλέψεις των διορθωτικών προϋπολογισμών, τα έσοδα με συγκεκριμένο προορισμό και το άθροισμα των υπολογιζόμενων εσόδων,

ii)

τα βεβαιωμένα δικαιώματα είσπραξης και οι εισπράξεις του οικονομικού έτους,

γ)

οι αναλήψεις υποχρεώσεων που απομένουν προς πληρωμή και τα έσοδα που απομένουν προς είσπραξη, εκ μεταφοράς από προγενέστερα οικονομικά έτη.

Οι πιστώσεις αναλήψεως υποχρεώσεων και οι πιστώσεις πληρωμών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) καταχωρίζονται και παρακολουθούνται χωριστά.

2.   Η λογιστική του προϋπολογισμού επιτρέπει τη χωριστή παρακολούθηση:

α)

της χρησιμοποίησης των μεταφερόμενων πιστώσεων και των πιστώσεων του οικονομικού έτους,

β)

της εκκαθάρισης των υποχρεώσεων που μένουν προς εκκαθάριση.

Όσον αφορά τα έσοδα, παρακολουθούνται χωριστά οι προς είσπραξη απαιτήσεις προγενέστερων οικονομικών ετών.

Άρθρο 84

Γενική λογιστική

1.   Η γενική λογιστική καταγράφει χρονολογικά, σύμφωνα με τη διπλογραφική μέθοδο, τα γεγονότα και τις πράξεις που επηρεάζουν την οικονομική, δημοσιονομική και περιουσιακή κατάσταση των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και των οργανισμών που αναφέρονται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου 3 του παρόντος τίτλου.

2.   Τα υπόλοιπα και οι διάφορες κινήσεις ανά λογαριασμό εγγράφονται στα λογιστικά βιβλία.

3.   Κάθε λογιστική εγγραφή, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών διορθώσεων, στηρίζεται σε δικαιολογητικά στα οποία παραπέμπει.

4.   Το λογιστικό σύστημα επιτρέπει να φαίνεται σαφής διαδρομή ελέγχου όλων των λογιστικών εγγραφών.

Άρθρο 85

Τραπεζικοί λογαριασμοί

1.   Για τις ανάγκες της ταμειακής διαχείρισης, ο υπόλογος μπορεί να ανοίγει ο ίδιος λογαριασμούς, εξ ονόματος του θεσμικού οργάνου της Ένωσης, σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή στις εθνικές κεντρικές τράπεζες, ή να δίνει εντολή για το άνοιγμα τέτοιων λογαριασμών. Ο υπόλογος είναι επίσης υπεύθυνος για το κλείσιμο ή για την εξασφάλιση του κλεισίματος των λογαριασμών αυτών.

2.   Οι όροι ανοίγματος, τήρησης και χρησιμοποίησης των τραπεζικών λογαριασμών προβλέπουν, σε συνάρτηση με τις ανάγκες εσωτερικού ελέγχου, για τις επιταγές, τα εντάλματα εμβάσματος και κάθε άλλη τραπεζική πράξη, την υπογραφή ενός ή περισσότερων δεόντως εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων. Οι οδηγίες υπογράφονται από δύο τουλάχιστον δεόντως εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους ή από τον υπόλογο.

3.   Στο πλαίσιο της εφαρμογής ενός προγράμματος ή ενέργειας, μπορούν να ανοιχθούν καταπιστευματικοί λογαριασμοί εκ μέρους της Επιτροπής προκειμένου να καταστεί δυνατή η διαχείρισή τους από οντότητα βάσει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) σημεία ii), iii), v) ή vi).

Οι λογαριασμοί αυτοί ανοίγονται υπό την ευθύνη του διατάκτη που είναι επιφορτισμένος με την εφαρμογή του προγράμματος ή της ενέργειας κατόπιν συμφωνίας με τον υπόλογο της Επιτροπής.

Η διαχείριση των λογαριασμών αυτών διενεργείται υπ’ ευθύνη του διατάκτη.

4.   Ο υπόλογος της Επιτροπής καθορίζει κανόνες για το άνοιγμα, τη διαχείριση και το κλείσιμο των καταπιστευματικών λογαριασμών καθώς και για τη χρήση τους.

Άρθρο 86

Διαχείριση ταμειακών διαθεσίμων

1.   Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό, ο υπόλογος είναι ο μόνος εξουσιοδοτημένος να διαχειρίζεται ταμειακά ποσά και ισοδύναμά τους. Ο υπόλογος είναι δε υπεύθυνος για τη φύλαξή τους.

2.   Ο υπόλογος μεριμνά ώστε το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης να έχει στη διάθεσή του επαρκή χρηματικά ποσά για την κάλυψη των ταμειακών αναγκών που απορρέουν από την εκτέλεση του προϋπολογισμού στο πλαίσιο του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου και θεσπίζει διαδικασίες προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κανένα υπόλοιπο των λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σύμφωνα με τα άρθρα 85 παράγραφος 1 και 89 παράγραφος 3 δεν είναι χρεωστικό.

3.   Οι πληρωμές πραγματοποιούνται με μεταφορά τραπεζικής πίστωσης, με επιταγή ή από λογαριασμούς παγίων προκαταβολών ή, εάν έχει εγκριθεί συγκεκριμένα από τον υπόλογο, με χρεωστική κάρτα, με άμεση χρέωση ή με άλλο μέσο πληρωμής, σύμφωνα με τους κανόνες που έχει καθορίσει ο υπόλογος.

Προτού αναλάβει δέσμευση έναντι τρίτου, ο διατάκτης επιβεβαιώνει την ταυτότητα του δικαιούχου, εξακριβώνει τα στοιχεία νομικής οντότητας και πληρωμής του δικαιούχου και τα εγγράφει σε κοινό αρχείο ανά θεσμικό όργανο της Ένωσης για το οποίο είναι υπεύθυνος/η με στόχο τη διασφάλιση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της ορθής εκτέλεσης των πληρωμών.

Ο υπόλογος είναι δυνατόν να πραγματοποιεί πληρωμές μόνον εφόσον τα στοιχεία νομικής οντότητας και πληρωμής του δικαιούχου έχουν προηγουμένως εγγραφεί σε κοινό αρχείο ανά θεσμικό όργανο της Ένωσης για το οποίο είναι υπεύθυνος ο υπόλογος.

Οι διατάκτες ενημερώνουν τον υπόλογο για κάθε μεταβολή στα στοιχεία νομικής οντότητας και πληρωμής η οποία τους γνωστοποιείται από τον δικαιούχο και επαληθεύουν ότι τα εν λόγω στοιχεία είναι έγκυρα πριν από την έγκριση της πληρωμής.

Άρθρο 87

Απογραφή περιουσιακών στοιχείων

1.   Τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης ή οι φορείς της Ένωσης που αναφέρονται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου 3 του παρόντος τίτλου τηρούν κατά ποσότητα και κατ’ αξία, σύμφωνα με το υπόδειγμα που εγκρίνεται από τον υπόλογο της Επιτροπής, βιβλία απογραφής όλων των ενσώματων, ασώματων και χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν περιουσία της Ένωσης.

Επαληθεύουν επίσης ότι οι εγγραφές στα αντίστοιχα βιβλία απογραφής ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Εγγράφονται στο βιβλίο απογραφής και καταχωρίζονται στους λογαριασμούς παγίων περιουσιακών στοιχείων όλα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αγοράζονται για περίοδο χρήσης μεγαλύτερη του έτους, δεν είναι αναλώσιμα και των οποίων η τιμή κτήσης ή η τιμή κόστους υπερβαίνει την τιμή που υποδεικνύεται στις λογιστικές διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 77.

2.   Οι πωλήσεις υλικών περιουσιακών στοιχείων αποτελούν αντικείμενο κατάλληλης δημοσιότητας.

3.   Τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης ή οι φορείς της Ένωσης που αναφέρονται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου 3 του παρόντος τίτλου θεσπίζουν, το καθένα σε ό,τι το αφορά, τις διατάξεις που διέπουν τη διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στα αντίστοιχα βιβλία απογραφής τους, και προσδιορίζουν τις διοικητικές υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για το ως άνω σύστημα απογραφής.

Τμήμα 4

Υπόλογος πάγιων προκαταβολών

Άρθρο 88

Πάγιες προκαταβολές

1.   Οι πάγιες προκαταβολές είναι δυνατόν να συνιστώνται για την πληρωμή δαπανών, όταν οι πράξεις πληρωμών μέσω διαδικασιών του προϋπολογισμού είναι εκ των πραγμάτων αδύνατες ή αναποτελεσματικές, λόγω του περιορισμένου ύψους των ποσών προς πληρωμή. Οι πάγιες προκαταβολές είναι επίσης δυνατόν να συνιστώνται για την είσπραξη εσόδων, πλην των ιδίων πόρων.

Στις αντιπροσωπείες της Ένωσης, πάγιες προκαταβολές μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση πληρωμών περιορισμένου ύψους, μέσω διαδικασιών του προϋπολογισμού, εάν η χρήση αυτή κρίνεται αποτελεσματική και αποδοτική βάσει των τοπικών απαιτήσεων.

Το μέγιστο ποσό που είναι δυνατόν να καταβληθεί από τον υπόλογο πάγιων προκαταβολών, όταν είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον ή αναποτελεσματικό να πραγματοποιηθεί η πληρωμή μέσω διαδικασίας του προϋπολογισμού, καθορίζεται από τον υπόλογο και, σε κάθε περίπτωση, δεν υπερβαίνει τα 60 000 EUR για καθεμία δαπάνη.

Ωστόσο, στον τομέα της βοήθειας για τη διαχείριση κρίσεων και της ανθρωπιστικής βοήθειας οι πάγιες προκαταβολές είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται χωρίς περιορισμό ως προς το ύψος τους, τηρουμένου όμως του επιπέδου των πιστώσεων που έχουν εγγράψει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στην αντίστοιχη γραμμή του προϋπολογισμού για το τρέχον οικονομικό έτος και σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανόνες της Επιτροπής.

2.   Στις αντιπροσωπείες της Ένωσης, συστήνονται πάγιες προκαταβολές για την πληρωμή δαπανών τόσο από το τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά την Επιτροπή όσο και από αυτό που αφορά την ΕΥΕΔ, ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης ιχνηλασιμότητα των δαπανών.

Άρθρο 89

Σύσταση και διαχείριση πάγιων προκαταβολών

1.   Η σύσταση πάγιας προκαταβολής και ο διορισμός υπολόγου παγίων προκαταβολών αποτελούν αντικείμενο απόφασης του υπολόγου του θεσμικού οργάνου της Ένωσης, βάσει δεόντως αιτιολογημένης πρότασης του αρμόδιου διατάκτη. Η απόφαση αυτή υπενθυμίζει τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις του υπολόγου παγίων προκαταβολών και του διατάκτη.

Οι υπόλογοι παγίων προκαταβολών επιλέγονται μεταξύ των μονίμων υπαλλήλων ή, εφόσον απαιτείται και μόνο σε δεόντως τεκμηριωμένες περιπτώσεις, μεταξύ των μελών του λοιπού προσωπικού ή, σύμφωνα με τους όρους που θέτουν οι εσωτερικοί κανόνες της Επιτροπής, μεταξύ του προσωπικού που απασχολείται από την Επιτροπή στον τομέα της διαχείρισης κρίσεων και των επιχειρήσεων ανθρωπιστικής βοήθειας υπό την προϋπόθεση ότι οι συμβάσεις απασχόλησής τους εγγυώνται ισοδύναμο επίπεδο προστασίας σε επίπεδο ευθύνης με εκείνο που εφαρμόζεται για το προσωπικό δυνάμει του άρθρου 95. Οι υπόλογοι επιλέγονται βάσει των ιδιαίτερων γνώσεων, ικανοτήτων και προσόντων τους που πιστοποιούνται με τίτλους ή κατάλληλη επαγγελματική εμπειρία ή μετά από κατάλληλο πρόγραμμα κατάρτισης.

2.   Στις προτάσεις απόφασης περί σύστασης πάγιας προκαταβολής, ο αρμόδιος διατάκτης μεριμνά ώστε:

α)

να χρησιμοποιείται κατά προτεραιότητα η οδός του προϋπολογισμού όταν υπάρχει πρόσβαση στο κεντρικό μηχανογραφικό σύστημα λογιστικής·

β)

να μην γίνεται προσφυγή στις πάγιες προκαταβολές παρά μόνο σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.

Στις αποφάσεις του για σύσταση πάγιας προκαταβολής, ο υπόλογος προσδιορίζει τους όρους λειτουργίας και τις προϋποθέσεις για προσφυγή στην πάγια προκαταβολή.

Η τροποποίηση των όρων λειτουργίας πάγιας προκαταβολής αποτελεί επίσης αντικείμενο απόφασης του υπολόγου κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης πρότασης του αρμόδιου διατάκτη.

3.   Οι τραπεζικοί λογαριασμοί για την πάγια προκαταβολή ανοίγονται και παρακολουθούνται από τον υπόλογο, ο οποίος εγκρίνει επίσης τις εξουσιοδοτημένες υπογραφές που μπορούν να χρησιμοποιούνται για αυτούς με βάση δεόντως αιτιολογημένη πρόταση του διατάκτη.

4.   Οι πάγιες προκαταβολές τροφοδοτούνται από τον υπόλογο του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης και τίθενται υπό την ευθύνη των υπολόγων πάγιων προκαταβολών.

5.   Οι διενεργούμενες πληρωμές ακολουθούνται από επίσημες αποφάσεις τελικής εκκαθάρισης ή από εντάλματα πληρωμής για τακτοποίηση υπογραφόμενα από τον αρμόδιο διατάκτη.

Οι πράξεις της πάγιας προκαταβολής τακτοποιούνται από τον διατάκτη έως το τέλος του επόμενου μηνός, προκειμένου να διασφαλίζεται η προσέγγιση μεταξύ λογιστικού και τραπεζικού υπολοίπου.

6.   Ο υπόλογος διενεργεί ο ίδιος επαληθεύσεις, ή τις αναθέτει σε ειδικά εξουσιοδοτημένο για τον σκοπό αυτό μέλος του προσωπικού των υπηρεσιών του ή των υπηρεσιών του διατάκτη. Οι εν λόγω επαληθεύσεις διενεργούνται κατά κανόνα επιτόπου και, όποτε απαιτείται, αιφνιδιαστικά, ώστε να επαληθεύεται η ύπαρξη των χρηματικών ποσών που έχουν ανατεθεί στους υπολόγους παγίων προκαταβολών, η τήρηση της λογιστικής και η τακτοποίηση των πράξεων παγίων προκαταβολών εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Ο υπόλογος ανακοινώνει στον αρμόδιο διατάκτη τα αποτελέσματα των επαληθεύσεών του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Ευθύνη των δημοσιονομικών παραγόντων

Τμήμα 1

Γενικοί κανόνες

Άρθρο 90

Ανάκληση ανάθεσης αρμοδιοτήτων και αναστολή καθηκόντων δημοσιονομικών παραγόντων

1.   Η κύρια ή η δευτερεύουσα ανάθεση αρμοδιοτήτων μπορεί να αφαιρεθεί ανά πάσα στιγμή, προσωρινά ή οριστικά, από τους κύριους και τους δευτερεύοντες διατάκτες, από την αρχή που τους διόρισε.

2.   Οι υπόλογοι ή οι υπόλογοι πάγιων προκαταβολών, ή αμφότεροι, μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανακληθούν από τα καθήκοντά τους, προσωρινά ή οριστικά, από την αρχή που τους διόρισε.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 τελούν υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενων πειθαρχικών μέτρων που λαμβάνονται όσον αφορά τους δημοσιονομικούς παράγοντες που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους.

Άρθρο 91

Ευθύνη των δημοσιονομικών παραγόντων για παράνομη δραστηριότητα, απάτη ή δωροδοκία

1.   Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν προδικάζουν την ποινική ευθύνη που είναι δυνατόν να υπέχουν οι υπάλληλοι στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 90, σύμφωνα με τις διατάξεις της οικείας εθνικής νομοθεσίας και με τις ισχύουσες διατάξεις περί προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και καταπολέμησης του χρηματισμού των υπαλλήλων της Ένωσης ή των κρατών μελών.

2.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 92, 94 και 95 του παρόντος κανονισμού, κάθε αρμόδιος διατάκτης, υπόλογος ή υπόλογος πάγιων προκαταβολών υπέχει πειθαρχική και χρηματική ευθύνη, υπό τους όρους που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης ή για το προσωπικό που απασχολείται από την Επιτροπή στον τομέα των δραστηριοτήτων βοήθειας διαχείρισης κρίσεων και ανθρωπιστικής βοήθειας όπως αναφέρεται στο άρθρο 89 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού στις αντίστοιχες συμβάσεις απασχόλησης. Σε περίπτωση παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα της Ένωσης, επιλαμβάνονται του θέματος οι αρχές και υπηρεσίες που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία, και ειδικότερα η OLAF.

Τμήμα 2

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους αρμόδιους διατάκτες

Άρθρο 92

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους διατάκτες

1.   Ο αρμόδιος διατάκτης υπέχει ευθύνη προς καταβολή χρηματικής αποζημίωσης σύμφωνα με τους όρους του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

2.   Η απαίτηση προς καταβολή χρηματικής αποζημίωσης ισχύει ιδίως εφόσον ο αρμόδιος διατάκτης, είτε από πρόθεση είτε λόγω βαρείας αμελείας του:

α)

βεβαιώνει δικαιώματα είσπραξης ή εκδίδει εντάλματα είσπραξης, αναλαμβάνει δαπάνη ή υπογράφει ένταλμα πληρωμής χωρίς να τηρήσει τον παρόντα κανονισμό·

β)

παραλείπει να συντάξει έγγραφο βεβαίωσης οφειλής, αμελεί να εκδώσει ένταλμα είσπραξης ή καθυστερεί την έκδοσή του ή την έκδοση εντάλματος πληρωμής, εκθέτοντας έτσι το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης στην άσκηση αστικών αγωγών εκ μέρους τρίτων.

3.   Όταν κύριος ή δευτερεύων διατάκτης θεωρεί ότι μια δεσμευτική εντολή που του χορηγείται είναι παράτυπη ή αντιβαίνει προς τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ιδίως επειδή η εκτέλεσή της είναι ασυμβίβαστη με το επίπεδο των πόρων που του έχουν διατεθεί, ενημερώνει εγγράφως σχετικά με το γεγονός αυτό την αρχή από την οποία έλαβε την κύρια ή τη δευτερεύουσα ανάθεση αρμοδιοτήτων. Εάν η εντολή αυτή επιβεβαιωθεί εγγράφως και η επιβεβαίωση ληφθεί εγκαίρως και είναι επαρκώς σαφής, υπό την έννοια ότι αναφέρεται ρητά στα σημεία που έχει αμφισβητήσει ο κύριος ή ο δευτερεύων διατάκτης, αυτός απαλλάσσεται από την ευθύνη του. Εκτελεί την εντολή, εκτός εάν αυτή είναι προδήλως παράνομη ή συνιστά παραβίαση των σχετικών κανόνων ασφαλείας.

Εφαρμόζεται η ίδια διαδικασία σε περιπτώσεις στις οποίες ο διατάκτης θεωρεί ότι μια απόφαση που εμπίπτει στις αρμοδιότητές του είναι παράτυπη ή αντιβαίνει προς την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ή όταν ο διατάκτης πληροφορείται, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης δεσμευτικής εντολής που του χορηγείται, ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης ενδέχεται να οδηγήσουν σε μια τέτοια κατάσταση.

Οι εντολές που επιβεβαιώνονται υπό τους όρους που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο καταγράφονται από τον αρμόδιο κύριο διατάκτη και αναφέρονται στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του.

4.   Στην περίπτωση δευτερεύουσας ανάθεσης αρμοδιοτήτων στην υπηρεσία του, ο κύριος διατάκτης συνεχίζει να είναι υπεύθυνος για την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των συστημάτων εσωτερικής διαχείρισης και ελέγχου που δημιουργούνται, καθώς και για την επιλογή του δευτερεύοντος διατάκτη.

5.   Κατά τη δευτερεύουσα μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στους επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης και στους αναπληρωτές τους, ο κύριος διατάκτης είναι υπεύθυνος για τον καθορισμό των συστημάτων διαχείρισης και εσωτερικού ελέγχου που δημιουργούνται, καθώς και για την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά τους. Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης είναι υπεύθυνοι για την κατάλληλη δημιουργία και λειτουργία των συστημάτων αυτών, σύμφωνα με τις οδηγίες του κύριου διατάκτη, καθώς και για τη διαχείριση των κεφαλαίων και των πράξεων που εκτελούν εντός των αντιπροσωπειών της Ένωσης υπό την ευθύνη τους. Πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους, πρέπει να ολοκληρώνουν ειδικές σειρές μαθημάτων κατάρτισης για τα καθήκοντα και τις ευθύνες των διατακτών και για την εκτέλεση του προϋπολογισμού.

Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης υποβάλλουν σύμφωνα με το άρθρο 76 παράγραφος 3 έκθεση σχετικά με τις αρμοδιότητές τους σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Κάθε χρόνο, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης υποβάλλουν στον κύριο διατάκτη της Επιτροπής δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τα συστήματα εσωτερικής διαχείρισης και ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί στην αντιπροσωπεία τους, καθώς και σχετικά με τη διαχείριση των πράξεων που τους έχουν ανατεθεί με δευτερεύουσα μεταβίβαση και τα αποτελέσματα αυτών, για να μπορέσει ο διατάκτης να υποβάλει τη δική του δήλωση αξιοπιστίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 74 παράγραφος 9.

Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται επίσης στους αναπληρωτές επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης όταν ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες κατά την απουσία των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης.

Άρθρο 93

Αντιμετώπιση δημοσιονομικών παρατυπιών που διαπράττονται από μέλος του προσωπικού

1.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών της OLAF και της διοικητικής αυτονομίας των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, των οργανισμών της Ένωσης, των Ευρωπαϊκών γραφείων ή φορέων ή προσώπων επιφορτισμένων με την εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ δυνάμει του τίτλου V της ΣΕΕ σε ό,τι αφορά τα μέλη του προσωπικού τους και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, κάθε παράβαση διάταξης του παρόντος κανονισμού ή διάταξης που αφορά τη δημοσιονομική διαχείριση ή τον έλεγχο πράξεων και η οποία προκύπτει από πράξη ή παράλειψη μέλους του προσωπικού παραπέμπεται για υποβολή γνώμης στην επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 143 από:

α)

την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή που είναι υπεύθυνη για τα πειθαρχικά ζητήματα·

β)

τον αρμόδιο διατάκτη, συμπεριλαμβανομένων των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης και, κατά την απουσία τους, των αναπληρωτών τους οι οποίοι ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 2.

Όταν η επιτροπή ενημερώνεται για ένα ζήτημα απευθείας από μέλος του προσωπικού, διαβιβάζει τον φάκελο στην οικεία αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του θεσμικού οργάνου, οργανισμού της Ένωσης, ευρωπαϊκού γραφείου ή οργανισμού ή προσώπου και ενημερώνει σχετικά το μέλος του προσωπικού. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να ζητήσει τη γνώμη της επιτροπής για την υπόθεση.

2.   Η αίτηση για γνωμοδότηση της επιτροπής σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 συνοδεύεται από περιγραφή των πραγματικών περιστατικών και της πράξης ή παράλειψης που η επιτροπή καλείται να αξιολογήσει, καθώς και από σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων για κάθε έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί. Όποτε είναι δυνατόν, οι πληροφορίες προσκομίζονται σε ανώνυμη μορφή.

Πριν από την υποβολή αιτήματος ή τυχόν πρόσθετων πληροφοριών προς την επιτροπή, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ή ο διατάκτης, ανάλογα με την περίπτωση, παρέχει στο εμπλεκόμενο μέλος του προσωπικού την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, αφού κοινοποιήσει σε αυτό τα δικαιολογητικά έγγραφα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, στον βαθμό που η κοινοποίηση αυτή δεν θίγει σοβαρά τη διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών.

3.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 143 είναι αρμόδια να αξιολογήσει κατά πόσον, βάσει των στοιχείων που υποβλήθηκαν σε αυτήν σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και τυχόν πρόσθετων πληροφοριών που έχουν ληφθεί, υπήρξε δημοσιονομική παρατυπία. Βάσει της γνώμης της επιτροπής, το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης, οργανισμός της Ένωσης, ευρωπαϊκό γραφείο ή οργανισμός ή πρόσωπο αποφασίζει σχετικά με τις ενδεδειγμένες περαιτέρω ενέργειες, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Αν η επιτροπή εντοπίσει συστημικά προβλήματα, απευθύνει σύσταση στον διατάκτη και στον κύριο διατάκτη, εκτός εάν ο τελευταίος είναι το εμπλεκόμενο μέλος του προσωπικού, καθώς και στον εσωτερικό ελεγκτή.

4.   Όταν εκδίδει τη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η επιτροπή απαρτίζεται από τα μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 143 παράγραφος 2, καθώς και από τα ακόλουθα τρία επιπλέον μέλη, τα οποία διορίζονται αφού ληφθεί υπόψη η ανάγκη αποφυγής οποιασδήποτε σύγκρουσης συμφερόντων:

α)

έναν εκπρόσωπο της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής που είναι υπεύθυνη για τα πειθαρχικά ζητήματα στο οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης, στον οργανισμό της Ένωσης, στο ευρωπαϊκό γραφείο ή οργανισμό ή πρόσωπο·

β)

ένα μέλος που διορίζεται από την επιτροπή προσωπικού του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης, οργανισμού της Ένωσης, ευρωπαϊκού γραφείου ή οργανισμού ή προσώπου·

γ)

ένα μέλος της Νομικής Υπηρεσίας του θεσμικού οργάνου της Ένωσης που απασχολεί το ενδιαφερόμενο μέλος του προσωπικού.

Όταν η επιτροπή εκδίδει τη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τη διαβιβάζει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης, του οικείου οργανισμού της Ένωσης, του οικείου ευρωπαϊκού γραφείου ή οργανισμού ή προσώπου.

5.   Η επιτροπή δεν έχει εξουσίες έρευνας. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, οι οργανισμοί της Ένωσης, το οικείο ευρωπαϊκό γραφείο ή οργανισμός ή πρόσωπο συνεργάζονται με την επιτροπή, με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι αυτή διαθέτει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να διατυπώσει τη γνώμη της.

6.   Εάν η επιτροπή θεωρεί ότι η υπόθεση είναι αρμοδιότητας της OLAF, διαβιβάζει, σύμφωνα με την παράγραφο 1, τον φάκελο της υπόθεσης αμελλητί στην οικεία αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και ενημερώνει αμέσως την OLAF σχετικά.

7.   Τα κράτη μέλη στηρίζουν πλήρως την Ένωση στη διεκδίκηση επανόρθωσης, δυνάμει του άρθρου 22 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, εις βάρος έκτακτου προσωπικού για το οποίο ισχύει το άρθρο 2 στοιχείο ε) του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τμήμα 3

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους υπολόγους και τους υπολόγους πάγιων προκαταβολών

Άρθρο 94

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους υπολόγους

Ο υπόλογος, υπό τους όρους και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, υπέχει πειθαρχική ή χρηματική ευθύνη. Συνιστά, ιδίως, παράπτωμα που είναι δυνατόν να συνεπάγεται την ευθύνη του:

α)

η απώλεια ή η φθορά μέσων πληρωμής, αξιών ή εγγράφων των οποίων έχει τη φύλαξη·

β)

η αδικαιολόγητη μεταβολή τραπεζικών λογαριασμών ή τρεχούμενων ταχυδρομικών λογαριασμών·

γ)

η διενέργεια εισπράξεων ή πληρωμών που δεν είναι σύμφωνες με τα αντίστοιχα εντάλματα είσπραξης ή πληρωμής·

δ)

η παράλειψη είσπραξης οφειλόμενων εσόδων.

Άρθρο 95

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους υπολόγους πάγιων προκαταβολών

Συνιστά, ιδίως, παράπτωμα που είναι δυνατόν να συνεπάγεται την ευθύνη του υπολόγου πάγιων προκαταβολών:

α)

η απώλεια ή η φθορά μέσων πληρωμής, αξιών ή εγγράφων των οποίων έχει τη φύλαξη·

β)

η αδυναμία αιτιολόγησης με κανονικά παραστατικά των πληρωμών που πραγματοποιεί·

γ)

η διενέργεια πληρωμών σε άλλους πέραν όσων τις δικαιούνται·

δ)

η παράλειψη είσπραξης οφειλόμενων εσόδων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Πράξεις εσόδων

Τμήμα 1

Απόδοση των ιδίων πόρων

Άρθρο 96

Ίδιοι πόροι

1.   Τα έσοδα που δημιουργούνται από τους ιδίους πόρους, όπως αναφέρονται στην απόφαση 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ εγγράφονται στον προϋπολογισμό και εκφράζονται σε ευρώ. Η απόδοσή των αντίστοιχων ίδιων πόρων πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014.

2.   Ο διατάκτης καταρτίζει χρονοδιάγραμμα προβλέψεων της απόδοσης, στην Επιτροπή, των ιδίων πόρων που καθορίζονται στην απόφαση 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ.

Η βεβαίωση και η είσπραξη των ιδίων πόρων πραγματοποιούνται σύμφωνα με τη ρύθμιση που εκδίδεται κατ’ εφαρμογή της εν λόγω απόφασης.

Για λογιστικούς σκοπούς, ο αρμόδιος διατάκτης εκδίδει ένταλμα είσπραξης για τις πιστώσεις και τις χρεώσεις στον λογαριασμό για τους ιδίους πόρους που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014.

Τμήμα 2

Πρόβλεψη απαιτήσεων

Άρθρο 97

Πρόβλεψη απαιτήσεων

1.   Όταν ο αρμόδιος διατάκτης διαθέτει επαρκείς και αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με κάθε μέτρο ή κατάσταση που μπορεί να δημιουργήσει απαίτηση της Ένωσης, ο αρμόδιος διατάκτης προβαίνει σε πρόβλεψη της απαίτησης.

2.   Η πρόβλεψη της απαίτησης προσαρμόζεται από τον αρμόδιο διατάκτη μόλις υποπέσει στην αντίληψή του τροποποίηση του μέτρου ή αλλαγή της κατάστασης που οδήγησε στην πρόβλεψη της απαίτησης.

Κατά την έκδοση εντάλματος είσπραξης για μέτρο ή κατάσταση που είχε οδηγήσει προηγουμένως σε πρόβλεψη απαίτησης, η οικεία πρόβλεψη προσαρμόζεται ανάλογα από τον αρμόδιο διατάκτη.

Εάν το ένταλμα είσπραξης εκδοθεί για το ίδιο ποσό με την αρχική πρόβλεψη της απαίτησης, η πρόβλεψη αυτή μηδενίζεται.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι ίδιοι πόροι που προσδιορίζονται στην απόφαση 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ και οι οποίοι καταβάλλονται κατά τακτά διαστήματα από τα κράτη μέλη δεν αποτελούν το αντικείμενο πρόβλεψης απαίτησης πριν από την απόδοση στην Επιτροπή των αντίστοιχων ποσών από τα κράτη μέλη. Αποτελούν αντικείμενο εντάλματος είσπραξης εκδιδόμενου από τον αρμόδιο διατάκτη.

Τμήμα 3

Βεβαίωση απαιτήσεων

Άρθρο 98

Βεβαίωση απαιτήσεων

1.   Για τη βεβαίωση μιας απαίτησης, ο αρμόδιος διατάκτης:

α)

επαληθεύει την ύπαρξη οφειλής·

β)

προσδιορίζει ή επαληθεύει την πραγματική υπόσταση και το ποσό της οφειλής· και

γ)

επαληθεύει τους όρους υπό τους οποίους η οφειλή καθίσταται απαιτητή.

Η βεβαίωση απαίτησης συνιστά αναγνώριση του δικαιώματος της Ένωσης έναντι ενός οφειλέτη και σύσταση δικαιώματος απαίτησης από τον οφειλέτη να προβεί στην εξόφληση της οφειλής του.

2.   Κάθε απαίτηση που προσδιορίζεται ως βεβαία, εκκαθαρισμένη και απαιτητή, βεβαιώνεται με ένταλμα είσπραξης με το οποίο ο υπεύθυνος διατάκτης δίνει εντολή στον υπόλογο να εισπράξει το ποσό. Ακολουθείται από χρεωστικό σημείωμα προς τον οφειλέτη, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες κινείται διαδικασία παραίτησης άμεσα, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4. Το ένταλμα είσπραξης και το χρεωστικό σημείωμα εκδίδονται αμφότερα από τον αρμόδιο διατάκτη.

Ο διατάκτης αποστέλλει το χρεωστικό σημείωμα αμέσως μετά τη βεβαίωση της απαίτησης και το αργότερο εντός διαστήματος πέντε ετών από τη χρονική στιγμή κατά την οποία το θεσμικό όργανο της Ένωσης ήταν, υπό κανονικές συνθήκες, σε θέση να απαιτήσει την εξόφληση της οφειλής. Το εν λόγω διάστημα δεν ισχύει για τις περιπτώσεις στις οποίες ο αρμόδιος διατάκτης βεβαιώνει ότι, παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από το θεσμικό όργανο της Ένωσης, η καθυστέρηση στην ανάληψη ενεργειών προκλήθηκε από πράξεις του οφειλέτη.

3.   Προκειμένου να βεβαιώσει απαίτηση, ο αρμόδιος διατάκτης διασφαλίζει ότι:

α)

η απαίτηση είναι συγκεκριμένη, δηλαδή ότι δεν συνοδεύεται από όρους·

β)

η απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη, προσδιορισμένη σε χρήμα και με ακρίβεια·

γ)

η απαίτηση είναι ληξιπρόθεσμη και δεν π υπόκειται σε προθεσμία·

δ)

ο προσδιορισμός του οφειλέτη είναι ακριβής·

ε)

ο καταλογισμός στον προϋπολογισμό των προς είσπραξη ποσών είναι ορθός·

στ)

τα δικαιολογητικά έγγραφα είναι εντάξει· και

ζ)

τηρείται η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ιδίως όσον αφορά τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 101 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) ή β).

4.   Με το χρεωστικό σημείωμα πληροφορείται ο οφειλέτης ότι:

α)

η Ένωση βεβαίωσε την απαίτηση αυτή·

β)

εάν η εξόφληση της οφειλής πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο χρεωστικό σημείωμα, δεν οφείλεται τόκος υπερημερίας·

γ)

η μη καταβολή οφειλής κατά την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο β) του παρόντος εδαφίου, γεννά τόκους με το επιτόκιο το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 99, και με την επιφύλαξη τυχόν εφαρμογής ειδικών κανονιστικών διατάξεων·

δ)

σε περίπτωση μη καταβολής οφειλής κατά την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο β), το αντίστοιχο θεσμικό όργανο της Ένωσης πραγματοποιεί την είσπραξη της οφειλής είτε με συμψηφισμό είτε με κατάπτωση τυχόν εγγύησης που έχει κατατεθεί εκ των προτέρων·

ε)

ο υπόλογος είναι δυνατόν, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να πραγματοποιήσει την είσπραξη με συμψηφισμό πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο β) οσάκις τούτο είναι αναγκαίο για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης διότι έχει τεκμηριωμένους λόγους να πιστεύει ότι το οφειλόμενο στην Ένωση ποσό θα μπορούσε να απολεσθεί, και αφού ενημερωθεί προηγουμένως ο οφειλέτης για τους λόγους και την ημερομηνία της είσπραξης με συμψηφισμό·

στ)

αν μετά το πέρας των σταδίων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ε) της παρούσας παραγράφου δεν επιτευχθεί η πλήρης είσπραξη, το θεσμικό όργανο της Ένωσης προβαίνει στην είσπραξη με αναγκαστική εκτέλεση του τίτλου που θα αποκτήσει, είτε σύμφωνα με το άρθρο 100 παράγραφος 2, είτε διά της δικαστικής οδού.

Στις περιπτώσεις που, μετά από επαλήθευση των στοιχείων του οφειλέτη ή με βάση άλλες συναφείς πληροφορίες που είναι γνωστές τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, είναι σαφές ότι η οφειλή εμπίπτει στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 101 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) ή β), ή ότι το χρεωστικό σημείωμα δεν έχει αποσταλεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ο διατάκτης, αφού βεβαιώσει την απαίτηση, αποφασίζει να προχωρήσει κατευθείαν στην παραίτηση σύμφωνα με το άρθρο 101 χωρίς αποστολή χρεωστικού σημειώματος, σε συμφωνία με τον υπόλογο.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο διατάκτης εκτυπώνει το χρεωστικό σημείωμα και το αποστέλλει στον οφειλέτη. Ο υπόλογος ενημερώνεται σχετικά με την αποστολή του χρεωστικού σημειώματος μέσω του κεντρικού συστήματος χρηματοπιστωτικών πληροφοριών.

5.   Τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά ανακτώνται.

Άρθρο 99

Τόκοι υπερημερίας

1.   Με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών διατάξεων που απορρέουν από την εφαρμογή ειδικών κανονισμών, κάθε απαίτηση που δεν έχει καταβληθεί κατά την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) αποφέρει τόκους σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

2.   Με εξαίρεση την περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, επί των απαιτήσεων που δεν καταβάλλονται εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ισχύει το επιτόκιο που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως αυτό δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εκπνέει η προθεσμία, προσαυξημένο κατά:

α)

οκτώ εκατοστιαίες μονάδες όταν το γενεσιουργό αίτιο της απαίτησης είναι σύμβαση αγαθών ή σύμβαση υπηρεσιών,

β)

τρεισήμισι εκατοστιαίες μονάδες σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

3.   Οι τόκοι υπολογίζονται από την ημερολογιακή ημέρα που έπεται της εκπνοής της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), έως την ημερολογιακή ημέρα κατά την οποία εξοφλείται πλήρως η οφειλή.

Το ένταλμα είσπραξης που αντιστοιχεί στο ποσό των τόκων υπερημερίας εκδίδεται όταν πράγματι εισπραχθούν οι τόκοι αυτοί.

4.   Στην περίπτωση των προστίμων ή άλλων κυρώσεων, επί των απαιτήσεων που δεν καταβάλλονται εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ισχύει το επιτόκιο που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως αυτό δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εγκρίθηκε η απόφαση επιβολής προστίμου ή άλλης κύρωσης, προσαυξημένο κατά:

α)

μιάμιση εκατοστιαία μονάδα όταν ο οφειλέτης καταθέτει χρηματική εγγύηση αποδεκτή από τον υπόλογο αντί πληρωμής·

β)

τρεισήμισι εκατοστιαίες μονάδες σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

Εάν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του δυνάμει του άρθρου 261 ΣΛΕΕ, αυξήσει το ποσό ενός προστίμου ή άλλης ποινής, ο τόκος επί του ποσού της αύξησης προσμετράται από την ημερομηνία της απόφασης του Δικαστηρίου.

5.   Στις περιπτώσεις στις οποίες το συνολικό επιτόκιο είναι αρνητικό ορίζεται σε μηδέν τοις εκατό.

Τμήμα 4

Εντολή είσπραξης

Άρθρο 100

Εντολή είσπραξης

1.   Ο αρμόδιος διατάκτης, με την έκδοση εντάλματος είσπραξης, παραγγέλλει στον υπόλογο, να εισπράξει απαίτηση την οποία ο αρμόδιος διατάκτης έχει βεβαιώσει («εντολή είσπραξης»).

2.   Ένα θεσμικό όργανο της Ένωσης μπορεί να διατυπώσει επίσημα τη βεβαίωση απαίτησης εις βάρος προσώπων, εκτός των κρατών μελών, σε απόφαση που αποτελεί τίτλο εκτελεστό κατά την έννοια του άρθρου 299 ΣΛΕΕ.

Εάν το απαιτεί η αποτελεσματική και έγκαιρη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορούν, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να ζητούν από την Επιτροπή να εκδώσει μια τέτοια εκτελεστή απόφαση υπέρ τους για απαιτήσεις που προκύπτουν σε σχέση με υπαλλήλους ή σε σχέση με μέλη ή πρώην μέλη θεσμικού οργάνου της Ένωσης, εφόσον τα εν λόγω θεσμικά όργανα έχουν συμφωνήσει με την Επιτροπή επί των πρακτικών λεπτομερειών για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Οι εξαιρετικές περιστάσεις αυτές λογίζεται ότι συντρέχουν όταν δεν διαφαίνεται πιθανότητα εκούσιας πληρωμής και είσπραξης της οφειλής με συμψηφισμό από το θεσμικό όργανο της Ένωσης όπως προβλέπεται στο άρθρο 101 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραίτηση από την είσπραξη της οφειλής δυνάμει του άρθρου 101 παράγραφοι 2 και 3. Σε όλες τις περιπτώσεις, η εκτελεστή απόφαση προσδιορίζει ότι τα ποσά των απαιτήσεων εγγράφονται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αντιστοιχεί στο σχετικό θεσμικό όργανο της Ένωσης, το οποίο και ενεργεί ως διατάκτης. Τα έσοδα εγγράφονται ως γενικά έσοδα, εκτός εάν συνιστούν έσοδα ειδικού προορισμού, όπως προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 3.

Το αιτούν θεσμικό όργανο της Ένωσης ενημερώνει την Επιτροπή για οιοδήποτε γεγονός ενδέχεται να τροποποιήσει την είσπραξη και παρεμβαίνει υπέρ της Επιτροπής σε περίπτωση προσφυγής κατά της εκτελεστής απόφασης.

Τμήμα 5

Είσπραξη

Άρθρο 101

Κανόνες περί είσπραξης

1.   Ο υπόλογος αναλαμβάνει την εκτέλεση των ενταλμάτων είσπραξης των απαιτήσεων που έχουν εκδοθεί κατά τα δέοντα από τον αρμόδιο διατάκτη. Ο υπόλογος επιδεικνύει επιμέλεια για την εξασφάλιση της είσπραξης των εσόδων της Ένωσης και μεριμνά για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων της.

Η μερική εξόφληση εκ μέρους οφειλέτη για τον οποίο έχουν εκδοθεί διάφορα εντάλματα είσπραξης καλύπτει πρώτα την παλαιότερη απαίτηση κατ’ αυτού εκτός εάν ο οφειλέτης ορίσει άλλως. Τυχόν μερικές εξοφλήσεις καλύπτουν πρώτα τους τόκους.

Ο υπόλογος εισπράττει τα οφειλόμενα στον προϋπολογισμό ποσά συμψηφίζοντάς τα σύμφωνα με το άρθρο 102.

2.   Ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να παραιτηθεί εν όλω ή εν μέρει από την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης μόνον στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν το προβλέψιμο κόστος της είσπραξης θα υπερέβαινε το ποσό της προς είσπραξη απαίτησης και η παραίτηση δεν θα έθιγε την εικόνα της Ένωσης·

β)

όταν είναι αδύνατη η είσπραξη της απαίτησης λόγω της παλαιότητάς της, της καθυστέρησης στην αποστολή του χρεωστικού σημειώματος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 98 παράγραφος 2, της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, ή άλλων διαδικασιών αφερεγγυότητας·

γ)

όταν η είσπραξη θίγει την αρχή της αναλογικότητας.

Όταν ο αρμόδιος διατάκτης προτίθεται να παραιτηθεί εν όλω ή εν μέρει από την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης, μεριμνά ώστε η παραίτηση να είναι κανονική και σύμφωνη προς τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της αναλογικότητας. Η απόφαση παραίτησης από την είσπραξη είναι αιτιολογημένη. Ο διατάκτης δύναται να μεταβιβάσει την αρμοδιότητα για την απόφαση σχετικά με την εν λόγω παραίτηση.

3.   Στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), ο αρμόδιος διατάκτης ενεργεί σύμφωνα με τις προκαθορισμένες διαδικασίες που ισχύουν σε κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης και εφαρμόζει τα ακόλουθα κριτήρια που είναι υποχρεωτικά και ισχύουν σε κάθε περίσταση:

α)

τα πραγματικά περιστατικά, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της παρατυπίας που οδήγησε στη βεβαίωση απαίτησης (απάτη, υποτροπή, πρόθεση, επιμέλεια, καλή πίστη, πρόδηλο σφάλμα)·

β)

τον αντίκτυπο που θα είχε η παραίτηση από την είσπραξη της απαίτησης στη λειτουργία της Ένωσης και στα οικονομικά της συμφέροντα (ποσό που αφορά η απαίτηση, κίνδυνος δημιουργίας προηγουμένου, υπονόμευση των κανόνων δικαίου).

4.   Αναλόγως των περιστάσεων της υπόθεσης, ο αρμόδιος διατάκτης λαμβάνει υπόψη, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα πρόσθετα κριτήρια:

α)

την ενδεχόμενη στρέβλωση του ανταγωνισμού που θα συνεπαγόταν η παραίτηση από την είσπραξη της απαίτησης·

β)

την οικονομική και κοινωνική ζημία που θα προέκυπτε από την πλήρη είσπραξη της απαίτησης.

5.   Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης διαβιβάζει κάθε έτος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση για τις παραιτήσεις στις οποίες προβαίνει το εν λόγω θεσμικό όργανο της Ένωσης σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Οι πληροφορίες σχετικά με τις παραιτήσεις κάτω των 60 000 EUR θα παρέχονται υπό τη μορφή συνολικού ποσού. Στην περίπτωση της Επιτροπής, η έκθεση αυτή επισυνάπτεται στην περίληψη των ετήσιων εκθέσεων πεπραγμένων που αναφέρεται στο άρθρο 74 παράγραφος 9.

6.   Ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να ακυρώσει βεβαιωθείσα απαίτηση εν όλω ή εν μέρει. Η μερική ακύρωση βεβαιωθείσας απαίτησης δεν συνεπάγεται παραίτηση από την υπόλοιπη βεβαιωθείσα απαίτηση της Ένωσης.

Σε περίπτωση σφάλματος, ο αρμόδιος διατάκτης ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει τη βεβαιωθείσα απαίτηση και παρέχει κατάλληλη αιτιολόγηση.

Κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης ορίζει στους εσωτερικούς κανόνες του τους όρους και τη διαδικασία για την παραχώρηση της εξουσίας ακύρωσης βεβαιωθείσας απαίτησης.

7.   Τα κράτη μέλη έχουν πρωταρχική αρμοδιότητα για τη διενέργεια λογιστικών και λοιπών ελέγχων και για την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους ειδικούς τομεακούς κανόνες. Κατά το μέτρο που τα κράτη μέλη εντοπίζουν και διορθώνουν παρατυπίες για ίδιο λογαριασμό, εξαιρούνται από τις δημοσιονομικές διορθώσεις στις οποίες προβαίνει η Επιτροπή σε σχέση με τις συγκεκριμένες παρατυπίες.

8.   Η Επιτροπή προβαίνει σε δημοσιονομικές διορθώσεις για τα κράτη μέλη προκειμένου να αποκλείσει δαπάνες οι οποίες πραγματοποιούνται κατά παράβαση της νομοθεσίας από τη χρηματοδότηση της Ένωσης. Η Επιτροπή βασίζει τις δημοσιονομικές της διορθώσεις στον εντοπισμό αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και στις επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό. Εάν αυτά τα ποσά δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με ακρίβεια, η Επιτροπή δύναται να εφαρμόζει διορθώσεις κατά παρέκταση ή κατ’ αποκοπή, σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες.

Όταν αποφασίζει σχετικά με το ποσό της δημοσιονομικής διόρθωσης, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παραβίασης της εφαρμοστέας νομοθεσίας και τις χρηματοοικονομικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανομένων των ελλείψεων στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου.

Τα κριτήρια για τον προσδιορισμό δημοσιονομικών διορθώσεων και η διαδικασία που ακολουθείται είναι δυνατόν να θεσπίζονται στο πλαίσιο των ειδικών τομεακών κανόνων.

9.   Η μεθοδολογία για την εφαρμογή διορθώσεων κατά παρέκταση ή κατ’ αποκοπή θεσπίζεται σύμφωνα με τους ειδικούς τομεακούς κανόνες και με στόχο να έχει η Επιτροπή τη δυνατότητα να προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.

Άρθρο 102

Είσπραξη με συμψηφισμό

1.   Όταν ο οφειλέτης έχει έναντι της Ένωσης ή του εκτελεστικού οργανισμού, κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού, απαίτηση βεβαία σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 98 παράγραφος 3 στοιχείο α), η οποία ανέρχεται σε συγκεκριμένο ποσό, είναι απαιτητή, και αναφέρεται σε ποσό προκύπτον από ένταλμα πληρωμής, ο υπόλογος εισπράττει, μετά την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), τα βεβαιωμένα προς είσπραξη ποσά με συμψηφισμό.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν είναι αναγκαία η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και όταν ο υπόλογος έχει τεκμηριωμένους λόγους να πιστεύει ότι το οφειλόμενο στην Ένωση ποσό θα μπορούσε να απολεσθεί, ο υπόλογος δύναται να εισπράττει το ποσό αυτό με συμψηφισμό πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

Ο υπόλογος δύναται επίσης να προβαίνει σε είσπραξη με συμψηφισμό πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) εφόσον συμφωνήσει ο οφειλέτης.

2.   Προτού προβεί σε οποιαδήποτε είσπραξη κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ο υπόλογος συμβουλεύεται τον αρμόδιο διατάκτη και ενημερώνει τους εμπλεκόμενους οφειλέτες, εκτός των άλλων για τα μέσα προσφυγής δυνάμει του άρθρου 133.

Όταν οφειλέτης είναι εθνική αρχή ή διοικητική οντότητα κράτους μέλους, ο υπόλογος ενημερώνει επίσης το οικείο κράτος μέλος σχετικά με την πρόθεσή του να προσφύγει σε είσπραξη μέσω συμψηφισμού τουλάχιστον δέκα εργάσιμες ημέρες πριν προβεί σε αυτό. Ωστόσο, σε συμφωνία με το οικείο κράτος μέλος ή την εμπλεκόμενη διοικητική οντότητα, ο υπόλογος δύναται να προβεί σε είσπραξη με συμψηφισμό πριν εκπνεύσει η εν λόγω προθεσμία.

3.   Ο συμψηφισμός κατά την παράγραφο 1 έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την πληρωμή και απαλλάσσει την Ένωση από το ποσό της οφειλής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, από τους οφειλόμενους τόκους.

Άρθρο 103

Διαδικασία είσπραξης ελλείψει εκούσιας πληρωμής

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 102, και εφόσον δεν εισπραχθεί ολόκληρο το ποσό εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), ο υπόλογος ενημερώνει σχετικά τον αρμόδιο διατάκτη και κινεί αμελλητί τη διαδικασία είσπραξης με κάθε νόμιμο μέσο, συμπεριλαμβανόμενης, εφόσον συντρέχει περίπτωση, της ανάκτησης με εκτέλεση τυχόν εγγύησης που έχει συσταθεί εκ των προτέρων.

2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 102, όταν δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ο τρόπος είσπραξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και ο οφειλέτης δεν κατέβαλε την πληρωμή ανταποκρινόμενος στην επιστολή οχλήσεως που του απηύθυνε ο υπόλογος, ο τελευταίος προβαίνει στην είσπραξη με αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης περί ανάκτησης είτε βάσει του άρθρου 100 παράγραφος 2 είτε με ένδικο βοήθημα.

Άρθρο 104

Παράταση προθεσμιών πληρωμής

Πρόσθετη προθεσμία για την πληρωμή μπορεί να χορηγηθεί από τον υπόλογο, σε συνεννόηση με τον αρμόδιο διατάκτη, μόνο μετά από γραπτό, δεόντως αιτιολογημένο αίτημα του οφειλέτη και υπό τους ακόλουθους όρους:

α)

ο οφειλέτης δεσμεύεται να καταβάλλει τόκους με το επιτόκιο που καθορίζεται στο άρθρο 99 για ολόκληρη την πρόσθετη περίοδο που του παραχωρείται, με αφετηρία την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)·

β)

προκειμένου να προστατευθούν τα δικαιώματα της Ένωσης, ο οφειλέτης συστήνει χρηματική εγγύηση, αποδεκτή από τον υπόλογο του θεσμικού οργάνου της Ένωσης, η οποία καλύπτει την οφειλή που δεν έχει εισπραχθεί ακόμη ως προς το κεφάλαιο και ως προς τους τόκους.

Η εγγύηση που αναφέρεται στο στοιχείο β) της πρώτης παραγράφου δύναται να αντικατασταθεί από προσωπική και εις ολόκληρον εγγύηση τρίτου την οποία εγκρίνει ο υπόλογος του θεσμικού οργάνου της Ένωσης.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη, ο υπόλογος δύναται να παράσχει απαλλαγή από την υποχρέωση σύστασης εγγύησης που αναφέρεται στο στοιχείο β) της πρώτης παραγράφου, εφόσον κρίνει ότι ο οφειλέτης είναι μεν πρόθυμος και μπορεί να καταβάλει την πληρωμή εντός της παραταθείσας προθεσμίας πλην όμως δεν είναι σε θέση να προβεί στη σύσταση της εν λόγω εγγύησης και βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής δυσχέρειας.

Άρθρο 105

Προθεσμία παραγραφής

1.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων ειδικών κανονισμών και της εφαρμογής της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ, οι απαιτήσεις της Ένωσης έναντι τρίτων, καθώς και οι απαιτήσεις τρίτων έναντι της Ένωσης υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή.

2.   Η προθεσμία παραγραφής των απαιτήσεων της Ένωσης έναντι τρίτων αρχίζει να υπολογίζεται από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

Η προθεσμία παραγραφής των απαιτήσεων τρίτων έναντι της Ένωσης αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία η εξόφληση της απαίτησης καθίσταται απαιτητή σύμφωνα με την αντίστοιχη νομική δέσμευση.

3.   Η περίοδος παραγραφής των απαιτήσεων της Ένωσης έναντι τρίτων διακόπτεται με οποιαδήποτε πράξη θεσμικού οργάνου ή κράτους μέλους της Ένωσης που ενεργεί αιτήσει θεσμικού οργάνου της Ένωσης, η οποία κοινοποιείται στον τρίτο με σκοπό την είσπραξη της οφειλής.

Η προθεσμία παραγραφής των απαιτήσεων τρίτων έναντι της Ένωσης διακόπτεται με οποιαδήποτε πράξη κοινοποιούμενη στην Ένωση από πιστωτή ή εξ ονόματος πιστωτή με σκοπό την είσπραξη της οφειλής.

4.   Την επομένη της διακοπής κατά την παράγραφο 3 αρχίζει να ισχύει νέα προθεσμία παραγραφής πέντε ετών.

5.   Οποιαδήποτε δικαστική προσφυγή σχετική με απαίτηση κατά την παράγραφο 2, συμπεριλαμβανόμενων των προσφυγών ενώπιον δικαστηρίου το οποίο στη συνέχεια δηλώνει αναρμόδιο, διακόπτει την προθεσμία παραγραφής. Η νέα πενταετής προθεσμία παραγραφής αρχίζει να τρέχει μόνον αφότου εκδοθεί απόφαση με ισχύ δεδικασμένου ή επιτευχθεί εξωδικαστικός συμβιβασμός μεταξύ των ίδιων μερών και για την ίδια υπόθεση.

6.   Όταν ο υπόλογος παραχωρεί στον οφειλέτη επιπλέον προθεσμία πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 104, τούτο θεωρείται ότι συνιστά διακοπή της προθεσμίας παραγραφής. Η νέα πενταετής περίοδος παραγραφής αρχίζει να υπολογίζεται από την επομένη της εκπνοής της παράτασης της προθεσμίας πληρωμής.

7.   Οι απαιτήσεις της Ένωσης δεν εισπράττονται μετά την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 2 έως 6.

Άρθρο 106

Εθνική μεταχείριση των απαιτήσεων της Ένωσης

Σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας, οι απαιτήσεις της Ένωσης έχουν την ίδια προτιμησιακή μεταχείριση με τις ανάλογες απαιτήσεις δημόσιων φορέων στα κράτη μέλη όπου διεξάγεται η διαδικασία αφερεγγυότητας.

Άρθρο 107

Πρόστιμα, λοιπές χρηματικές ποινές, κυρώσεις και παραγόμενοι τόκοι που επιβάλλονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης

1.   Τα ποσά που εισπράττονται ως πρόστιμα, λοιπές χρηματικές ποινές και κυρώσεις, και κάθε παραγόμενος τόκος ή άλλα έσοδα που δημιουργούνται από αυτά δεν εγγράφονται στον προϋπολογισμό ενόσω οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται είναι ή μπορούν ακόμη να γίνουν αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εγγράφονται στον προϋπολογισμό όσο το δυνατόν συντομότερα μετά την εξάντληση όλων των ένδικων μέσων. Σε δεόντως αιτιολογημένες εξαιρετικές περιπτώσεις ή αν εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα μετά την 1η Σεπτεμβρίου του εκάστοτε οικονομικού έτους, τα ποσά μπορούν να εγγράφονται στον προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους.

Τα ποσά που πρέπει, σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να επιστραφούν στην οντότητα που τα έχει καταβάλει δεν εγγράφονται στον προϋπολογισμό.

3.   Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις αποφάσεις εκκαθάρισης λογαριασμών ή δημοσιονομικών διορθώσεων.

Άρθρο 108

Ανάκτηση προστίμων, άλλων χρηματικών ποινών ή κυρώσεων που επιβλήθηκαν από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης

1.   Όταν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης θεσμικού οργάνου της Ένωσης με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο, άλλη χρηματική ποινή ή κύρωση δυνάμει της ΣΛΕΕ ή της Συνθήκης Ευρατόμ, και έως ότου εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα, ο οφειλέτης είτε εξοφλεί προσωρινά τα σχετικά ποσά καταβάλλοντάς τα στον τραπεζικό λογαριασμό που ορίζει ο υπόλογος της Επιτροπής είτε καταθέτει αποδεκτή για τον υπόλογο της Επιτροπής χρηματική εγγύηση. Η εγγύηση είναι ανεξάρτητη από την υποχρέωση καταβολής του προστίμου, της άλλης ποινής ή κύρωσης και μπορεί να εκτελεσθεί κατόπιν αιτήσεως. Καλύπτει την απαίτηση ως προς το οφειλόμενο κεφάλαιο και τους τόκους που υπολογίζονται κατά το άρθρο 99 παράγραφος 4.

2.   Η Επιτροπή ασφαλίζει τα προσωρινώς εισπραχθέντα ποσά επενδύοντάς τα σε χρηματοπιστωτικά στοιχεία και με τον τρόπο αυτόν εξασφαλίζει ασφάλεια και ρευστότητα σε σχέση με τα εν λόγω ποσά επιδιώκοντας συγχρόνως θετική απόδοση.

3.   Αφού εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα και εφόσον το πρόστιμο, η χρηματική ποινή ή η κύρωση επιβεβαιωθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή όταν η απόφαση επιβολής τέτοιου προστίμου, χρηματικής ποινής ή κύρωσης δεν είναι πλέον δυνατόν να γίνει αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβάνεται ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

τα προσωρινώς εισπραχθέντα ποσά και οι αποδόσεις αυτών εγγράφονται στον προϋπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 2·

β)

εφόσον έχει συσταθεί χρηματοοικονομική εγγύηση, αυτή καταπίπτει και τα σχετικά ποσά εγγράφονται στον προϋπολογισμό.

Εφόσον το ποσό του προστίμου, της χρηματικής ποινής ή της κύρωσης έχει αυξηθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφαρμόζονται οι διατάξεις των στοιχείων α) και β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου έως του ποσού της αρχικής απόφασης του θεσμικού οργάνου της Ένωσης ή, κατά περίπτωση, του ποσού που ορίζεται σε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας. Ο υπόλογος της Επιτροπής προβαίνει στην είσπραξη του ποσού που αντιστοιχεί στην αύξηση και τους οφειλόμενους τόκους κατά το άρθρο 99 παράγραφος 4, τα οποία εγγράφονται στον προϋπολογισμό.

4.   Αφού εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα και εφόσον το πρόστιμο, άλλη χρηματική ποινή ή η κύρωση έχει ακυρωθεί ή το ύψος έχει μειωθεί, λαμβάνεται ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

τα προσωρινώς εισπραχθέντα ποσά ή σε περίπτωση μείωσης, το αντίστοιχο μέρος αυτών συμπεριλαμβανομένων τυχόν επιστροφών επιστρέφονται στον εμπλεκόμενο τρίτο·

β)

σε περίπτωση που έχει συσταθεί χρηματοοικονομική εγγύηση, αυτή αποδεσμεύεται αναλόγως.

Στις περιπτώσεις του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου, όταν η συνολική απόδοση του προσωρινώς εισπραχθέντος ποσού υπήρξε αρνητική, η υποστείσα ζημία αφαιρείται από το ποσό που πρέπει να επιστραφεί.

Άρθρο 109

Αντισταθμιστικοί τόκοι

Με την επιφύλαξη των άρθρων 99 παράγραφος 2 και 116 παράγραφος 5 και για περιπτώσεις εκτός των προστίμων, των χρηματικών ποινών και των κυρώσεων που αναφέρονται στα άρθρα 107 και 108, για τα ποσά που πρέπει να επιστραφούν σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ως αποτέλεσμα φιλικού διακανονισμού, ισχύει το επιτόκιο που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά τις κύριες πράξεις της επαναχρηματοδότησης, όπως αυτό δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την πρώτη ημερολογιακή ημέρα κάθε μήνα. Το επιτόκιο δεν είναι αρνητικό. Το επιτόκιο υπολογίζεται από την ημερομηνία πληρωμής του ποσού που πρέπει να επιστραφεί έως την ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται απαιτητή η επιστροφή.

Στις περιπτώσεις στις οποίες το συνολικό επιτόκιο είναι αρνητικό, ορίζεται σε μηδέν τοις εκατό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Πράξεις δαπανών

Άρθρο 110

Αποφάσεις χρηματοδότησης

1.   Της δημοσιονομικής δέσμευσης προηγείται απόφαση χρηματοδότησης που εκδίδεται από το θεσμικό όργανο της Ένωσης ή από την αρχή την οποία εξουσιοδοτεί το θεσμικό όργανο της Ένωσης. Οι αποφάσεις χρηματοδότησης είναι ετήσιες ή πολυετείς.

Το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει στην περίπτωση των πιστώσεων για τη λειτουργία κάθε θεσμικού οργάνου της Ένωσης στο πλαίσιο της διοικητικής του αυτονομίας, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο ε) μπορούν να εκτελεσθούν χωρίς βασική πράξη, των δαπανών διοικητικής υποστήριξης και των συνεισφορών των οργανισμών της Ένωσης που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71.

2.   Η απόφαση χρηματοδότησης συνιστά ταυτόχρονα το ετήσιο ή πολυετές πρόγραμμα εργασίας και εγκρίνεται, κατά περίπτωση, το ταχύτερο δυνατό μετά την έγκριση του σχεδίου προϋπολογισμού και, καταρχήν, το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου του έτους εκτέλεσης. Αν η σχετική βασική πράξη προβλέπει ειδικούς όρους για την έγκριση απόφασης χρηματοδότησης ή προγράμματος εργασίας ή αμφοτέρων, οι εν λόγω όροι εφαρμόζονται στο μέρος της απόφασης χρηματοδότησης που αποτελούν το πρόγραμμα εργασίας, σε συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της εν λόγω βασικής πράξης. Το μέρος που αποτελεί το πρόγραμμα εργασίας δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο του οικείου θεσμικού οργάνου της Ένωσης αμέσως μετά την έγκρισή του και πριν την εκτέλεσή του. Η απόφαση χρηματοδότησης ορίζει το συνολικό ποσό που καλύπτει και περιλαμβάνει περιγραφή των ενεργειών που πρόκειται να χρηματοδοτηθούν. Ορίζει ειδικά:

α)

τη βασική πράξη και τη γραμμή του προϋπολογισμού·

β)

τους επιδιωκόμενους στόχους και τα αναμενόμενα αποτελέσματα·

γ)

τις μεθόδους εφαρμογής·

δ)

τυχόν επιπλέον πληροφορίες που απαιτούνται από τη βασική πράξη για το πρόγραμμα εργασίας.

3.   Επιπροσθέτως με τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η απόφαση χρηματοδότησης ορίζει τα ακόλουθα:

α)

για τις επιχορηγήσεις: το είδος των αιτούντων στους οποίους στοχεύει η πρόσκληση υποβολής προτάσεων ή η απευθείας ανάθεση· το συνολικό ύψος των πιστώσεων που έχουν διατεθεί από τον προϋπολογισμό για επιχορηγήσεις·

β)

για τις δημόσιες προμήθειες: το συνολικό ύψος των πιστώσεων που έχουν διατεθεί από τον προϋπολογισμό για τις δημόσιες προμήθειες·

γ)

για τις συνεισφορές σε καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 234, τις πιστώσεις που διατίθενται για το καταπιστευματικό ταμείο στη διάρκεια του έτους καθώς και τα ποσά που προγραμματίζονται για τη διάρκειά του από τον προϋπολογισμό καθώς και από άλλους δωρητές·

δ)

για τα βραβεία: το είδος των συμμετεχόντων στο οποίο στοχεύει ο διαγωνισμός, το συνολικό ύψος των πιστώσεων που έχουν διατεθεί από τον προϋπολογισ