7.4.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 95/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (EE) 2017/625 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 15ης Μαρτίου 2017

για τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται με σκοπό την εξασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και των κανόνων για την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων, την υγεία των φυτών και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, για την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 999/2001, (ΕΚ) αριθ. 396/2005, (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, (EE) αριθ. 652/2014, (ΕΕ) 2016/429 και (ΕΕ) 2016/2031, των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 και των οδηγιών του Συμβουλίου 98/58/ΕΚ, 1999/74/ΕΚ, 2007/43/ΕΚ, 2008/119/ΕΚ και 2008/120/ΕΚ και για την κατάργηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 854/2004 και (ΕΚ) αριθ. 882/2004, των οδηγιών του Συμβουλίου 89/608/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 91/496/ΕΟΚ, 96/23/ΕΚ, 96/93/ΕΚ και 97/78/ΕΚ και της απόφασης 92/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου (κανονισμός για τους επίσημους ελέγχους)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 43 παράγραφος 2, το άρθρο 114 και το άρθρο 168 παράγραφος 4 στοιχείο β),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) απαιτεί τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας των ανθρώπων και των ζώων καθώς και προστασίας του περιβάλλοντος κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης. Η επίτευξη του εν λόγω στόχου θα πρέπει να επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, μέσω μέτρων στον κτηνιατρικό και στον φυτοϋγειονομικό τομέα που έχουν ως τελικό στόχο την προστασία της υγείας των ανθρώπων.

(2)

Η ΣΛΕΕ προβλέπει επίσης ότι η Ένωση συμβάλλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών με τα μέτρα που λαμβάνει στο πλαίσιο της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς.

(3)

Η νομοθεσία της Ένωσης προβλέπει ένα σύνολο εναρμονισμένων κανόνων για να διασφαλίζει ότι τα τρόφιμα και οι ζωοτροφές είναι ασφαλή και υγιεινά και ότι οι δραστηριότητες οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο στην ασφάλεια της αγροδιατροφικής αλυσίδας ή στην προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών σε σχέση με τα τρόφιμα και την ενημέρωση για τα τρόφιμα εκτελούνται σύμφωνα με συγκεκριμένες απαιτήσεις. Οι κανόνες της Ένωσης υπάρχουν επίσης για να διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, καθώς και την καλή μεταχείριση των ζώων σε όλη την αγροδιατροφική αλυσίδα και σε όλους εκείνους τους τομείς δραστηριότητας στους οποίους πρωταρχικός στόχος είναι η καταπολέμηση της πιθανής εξάπλωσης νόσων των ζώων, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να μεταδοθούν στον άνθρωπο, ή επιβλαβών για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα οργανισμών και να διασφαλίζουν την προστασία του περιβάλλοντος από τους κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν από τους γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς (ΓΤΟ) και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Η σωστή εφαρμογή των κανόνων αυτών, οι οποίοι στο εξής αναφέρονται συνολικά ως «νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα», συμβάλλει στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(4)

Οι βασικοί κανόνες της Ένωσης σχετικά τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4). Εκτός από αυτούς τους βασικούς κανόνες, η ειδικότερη νομοθεσία για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές καλύπτει διάφορους τομείς όπως η διατροφή των ζώων, συμπεριλαμβανομένων των φαρμακούχων ζωοτροφών, η υγιεινή των τροφίμων και των ζωοτροφών, οι ζωοανθρωπονόσοι, τα ζωικά υποπροϊόντα, τα κατάλοιπα κτηνιατρικών φαρμάκων, οι προσμείξεις, ο έλεγχος και η εξάλειψη των νόσων των ζώων οι οποίες έχουν αντίκτυπο στην ανθρώπινη υγεία, η επισήμανση των τροφίμων και των ζωοτροφών, τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, τα πρόσθετα τροφίμων και οι πρόσθετες ύλες ζωοτροφών, οι βιταμίνες, τα ανόργανα άλατα, τα ιχνοστοιχεία και άλλες πρόσθετες ύλες, τα υλικά που έρχονται σε επαφή με τα τρόφιμα, οι απαιτήσεις ποιότητας και σύνθεσης, το πόσιμο νερό, ο ιονισμός, τα νέα τρόφιμα και οι ΓΤΟ.

(5)

Η νομοθεσία της Ένωσης για την υγεία των ζώων έχει ως στόχο να διασφαλίσει υψηλά πρότυπα υγείας των ανθρώπων και των ζώων στην Ένωση, την ορθολογική ανάπτυξη της γεωργίας και της υδατοκαλλιέργειας, καθώς και να αυξήσει την παραγωγικότητα. Η νομοθεσία είναι αναγκαίο να συμβάλλει στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς των ζώων και των ζωικών προϊόντων και να αποτρέπει την εξάπλωση λοιμωδών νόσων που αποτελούν πηγή ανησυχίας για όλη την Ένωση. Η εν λόγω νομοθεσία καλύπτει τομείς που περιλαμβάνουν το εμπόριο εντός της Ένωσης, την είσοδο στην Ένωση, την εξάλειψη νόσων, τους κτηνιατρικούς ελέγχους και την κοινοποίηση των νόσων, ενώ συμβάλλει επίσης στην ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών.

(6)

Οι μεταδοτικές νόσοι των ζώων, μεταξύ άλλων μέσω των μικροοργανισμών που έχουν αναπτύξει μικροβιακή αντοχή, μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, στην ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών, στην υγεία των ζώων και στην καλή διαβίωση των ζώων. Προκειμένου να εξασφαλιστούν υψηλά πρότυπα υγείας των ζώων και δημόσιας υγείας στην Ένωση, οι κανόνες σχετικά με τα μέτρα για την υγεία των ζώων και την ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων καθορίζονται σε ενωσιακό επίπεδο. Η συμμόρφωση με τους εν λόγω κανόνες, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για την αντιμετώπιση του προβλήματος της μικροβιακής αντοχής, θα πρέπει να υπόκειται σε επίσημους ελέγχους, όπως προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό. Επιπλέον, η νομοθεσία της Ένωσης προβλέπει κανόνες για τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση των κτηνιατρικών φαρμάκων οι οποίοι συμβάλλουν στη συνεκτική δράση σε επίπεδο Ένωσης για την επιβολή της συνετής χρήσης των αντιμικροβιακών ουσιών σε επίπεδο γεωργικής εκμετάλλευσης και για την ελαχιστοποίηση της ανάπτυξης μικροβιακής αντοχής στα ζώα και της μετάδοσής της μέσω τροφίμων ζωικής προέλευσης. Οι δράσεις υπ’ αριθμόν 2 και 3 που προτείνονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 15ης Νοεμβρίου 2011 προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με τίτλο «Σχέδιο δράσης κατά του αυξανόμενου κινδύνου από την μικροβιακή αντοχή» τονίζουν τον ουσιώδη ρόλο των ειδικών ενωσιακών κανόνων στον τομέα των κτηνιατρικών φαρμάκων. Η συμμόρφωση με τους ειδικούς αυτούς κανόνες θα πρέπει να υπόκειται στους ελέγχους που προβλέπονται στην εν λόγω ενωσιακή νομοθεσία και, συνεπώς, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(7)

Το άρθρο 13 ΣΛΕΕ αναγνωρίζει ότι τα ζώα είναι ευαίσθητα όντα. Η νομοθεσία της Ένωσης για την καλή μεταχείριση των ζώων απαιτεί από τους ιδιοκτήτες ζώων, τους κατόχους ζώων και τις αρμόδιες αρχές να σέβονται τις απαιτήσεις καλής μεταχείρισης των ζώων ώστε να τους εγγυώνται ανθρωπιστική μεταχείριση και να τα απαλλάσσουν από πρόκληση άσκοπης ταλαιπωρίας και πόνου. Οι εν λόγω κανόνες βασίζονται σε επιστημονικά στοιχεία και δύνανται να βελτιώσουν την ποιότητα και την ασφάλεια των τροφίμων ζωικής προέλευσης.

(8)

Η νομοθεσία της Ένωσης για την υγεία των φυτών ρυθμίζει την είσοδο, την εγκατάσταση και την εξάπλωση επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών οι οποίοι δεν υπάρχουν ή δεν απαντώνται ευρέως στην Ένωση. Στόχος της είναι να προστατεύσει την υγεία των καλλιεργειών της Ένωσης, καθώς και τους δημόσιους και τους ιδιωτικούς τόπους πρασίνου και τα δάση, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα τη βιοποικιλότητα και το περιβάλλον της Ένωσης και εξασφαλίζοντας την ποιότητα των φυτών και των φυτικών προϊόντων και την ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών που προέρχονται από τα φυτά.

(9)

Η νομοθεσία της Ένωσης για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα ρυθμίζει την αδειοδότηση, τη διάθεση στην αγορά, τη χρήση και τον έλεγχο των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και τυχόν δραστικών ουσιών, αντιφυτοτοξικών, συνεργιστικών, βοηθητικών και προσθέτων που μπορεί να περιέχουν ή από τα οποία μπορεί να αποτελούνται. Στόχος των κανόνων αυτών είναι να εξασφαλίσουν υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας των ανθρώπων και των ζώων καθώς και προστασίας του περιβάλλοντος μέσω εκτίμησης των κινδύνων που ενέχουν τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, βελτιώνοντας παράλληλα τη λειτουργία της ενωσιακής αγοράς μέσω της εναρμόνισης των κανόνων για τη διάθεσή τους στην αγορά, με την παράλληλη βελτίωση της γεωργικής παραγωγής.

(10)

Η οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) προβλέπουν την εκ των προτέρων έγκριση, την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση των ΓΤΟ και των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών. Οι ΓΤΟ που δεν προορίζονται για άμεση κατανάλωση, όπως οι σπόροι προς σπορά που χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη για την παραγωγή τροφίμων και ζωοτροφών, δύνανται να εγκρίνονται δυνάμει της οδηγίας 2001/18/ΕΚ ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003. Ανεξάρτητα από τη νομική βάση δυνάμει της οποίας δύνανται να εγκρίνονται οι ΓΤΟ, θα πρέπει να ισχύουν οι ίδιοι κανόνες για τους επίσημους ελέγχους.

(11)

Η νομοθεσία της Ένωσης για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων παρέχει τη βάση για τη βιώσιμη ανάπτυξη της βιολογικής παραγωγής και έχει ως στόχο να συμβάλλει στην προστασία των φυσικών πόρων, της βιοποικιλότητας και της καλής μεταχείρισης των ζώων, καθώς και στην ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών.

(12)

Η νομοθεσία της Ένωσης όσον αφορά τα συστήματα ποιότητας για τα γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα καθορίζει τα προϊόντα και τα τρόφιμα που καλλιεργούνται και παράγονται σύμφωνα με ακριβείς προδιαγραφές, ενώ παράλληλα ενθαρρύνει τη διαφοροποίηση της γεωργικής παραγωγής, προστατεύει τις ονομασίες των προϊόντων και ενημερώνει τους καταναλωτές σχετικά με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων.

(13)

Η νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα βασίζεται στην αρχή ότι οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων, σε όλα τα στάδια της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής που βρίσκονται υπό τον έλεγχο τους, είναι αρμόδιοι να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις σχετικές με τις δραστηριότητές τους απαιτήσεις τις οποίες καθορίζει η νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα.

(14)

Οι ενωσιακοί κανόνες σχετικά με τις προδιαγραφές εμπορίας για τα προϊόντα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας εξασφαλίζουν τα βιώσιμα προϊόντα και την αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων της εσωτερικής αγοράς· διευκολύνουν τις δραστηριότητες εμπορίας που βασίζονται στον θεμιτό ανταγωνισμό, βοηθώντας έτσι στη βελτίωση της αποδοτικότητας της παραγωγής. Οι κανόνες αυτοί διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις ίδιες απαιτήσεις τόσο για τις εισαγωγές όσο και για τα προϊόντα που προέρχονται από το εσωτερικό της Ένωσης. Οι ενωσιακοί κανόνες σχετικά με τις προδιαγραφές εμπορίας για τα γεωργικά προϊόντα συμβάλλουν στη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών παραγωγής, της εμπορίας και της ποιότητας των προϊόντων αυτών.

(15)

Η αρμοδιότητα για την επιβολή της νομοθεσίας της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα ανήκει στα κράτη μέλη, οι αρμόδιες αρχές των οποίων παρακολουθούν και εξακριβώνουν, με την οργάνωση επίσημων ελέγχων, ότι οι σχετικές απαιτήσεις της Ένωσης αποτελούν αντικείμενο αποτελεσματικής συμμόρφωσης και επιβολής.

(16)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) καθορίζει ένα ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων. Το εν λόγω πλαίσιο έχει βελτιώσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα των επίσημων ελέγχων, την επιβολή της νομοθεσίας της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα και το επίπεδο προστασίας από τους κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών και την καλή μεταχείριση των ζώων στην Ένωση, καθώς και το επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος από τον κίνδυνο που ενδέχεται να προκύψει από τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Ο εν λόγω κανονισμός παρέχει επίσης ένα ενοποιημένο νομικό πλαίσιο για την υποστήριξη μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης όσον αφορά τη διενέργεια επίσημων ελέγχων σε όλη την αγροδιατροφική αλυσίδα.

(17)

Η επιβολή μιας σειράς διατάξεων της νομοθεσίας της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα δεν διέπεται, ή διέπεται μόνο εν μέρει, από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004. Ειδικότερα, ειδικοί κανόνες για τους επίσημους ελέγχους εξακολουθούν να προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8). Η υγεία των φυτών επίσης βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό εκτός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004, καθώς ορισμένοι κανόνες για τους επίσημους ελέγχους καθορίζονται στην οδηγία 2000/29/ΕΚ του Συμβουλίου (9).

(18)

Η οδηγία 96/23/ΕΚ του Συμβουλίου (10) προβλέπει επίσης ένα πολύ λεπτομερές σύνολο κανόνων βάσει των οποίων θεσπίζεται, μεταξύ άλλων, η ελάχιστη συχνότητα για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων και ειδικά μέτρα επιβολής τα οποία πρέπει να λαμβάνονται σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης.

(19)

Για τον εξορθολογισμό και την απλούστευση του γενικότερου νομοθετικού πλαισίου και την επίτευξη, παράλληλα, του στόχου για βελτίωση της νομοθεσίας, οι κανόνες που εφαρμόζονται στους επίσημους ελέγχους σε συγκεκριμένους τομείς θα πρέπει να ενσωματωθούν σε ένα ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο για τους επίσημους ελέγχους. Για τον σκοπό αυτό, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 882/2004 και άλλες ενωσιακές πράξεις που επί του παρόντος διέπουν τους επίσημους ελέγχους σε συγκεκριμένους τομείς θα πρέπει να καταργηθούν και να αντικατασταθούν από τον παρόντα κανονισμό.

(20)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επιδιώκει τη διαμόρφωση εναρμονισμένου ενωσιακού πλαισίου για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων και των επίσημων δραστηριοτήτων εκτός από τους επίσημους ελέγχους σε όλη την αγροδιατροφική αλυσίδα, λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες για τους επίσημους ελέγχους που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 και στη σχετική τομεακή νομοθεσία, καθώς και την εμπειρία που έχει αποκομιστεί από την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων.

(21)

Οι κανόνες που καθορίζουν τις απαιτήσεις για τη βιώσιμη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων οι οποίοι ορίζονται στην οδηγία 2009/128/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) περιλαμβάνουν, στο άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας, διατάξεις σχετικά με την επιθεώρηση του εξοπλισμού εφαρμογής που θα συνεχίσουν να ισχύουν, ενώ οι κανόνες για τους επίσημους ελέγχους του παρόντος κανονισμού δεν ισχύουν για τις εν λόγω δραστηριότητες επιθεώρησης.

(22)

Για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες σχετικά με την κοινή οργάνωση των αγορών γεωργικών προϊόντων (αροτραίες καλλιέργειες, οίνος, ελαιόλαδο, οπωροκηπευτικά, λυκίσκος, γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, βόειο κρέας, κρέας αιγοπροβάτων και μέλι) υπάρχει ήδη ένα καθιερωμένο και ειδικό σύστημα ελέγχων. Ως εκ τούτου ο παρών κανονισμός δεν πρέπει να ισχύει για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) που διέπει την κοινή οργάνωση των αγορών γεωργικών προϊόντων εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι έλεγχοι που διενεργούνται σχετικά με τα πρότυπα εμπορίας βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13) αποκαλύπτουν πιθανές περιπτώσεις δόλιων ή παραπλανητικών πρακτικών.

(23)

Ορισμένοι από τους ορισμούς που περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 θα πρέπει να προσαρμοστούν για να ληφθεί υπόψη το ευρύτερο πεδίο του παρόντος κανονισμού, να ευθυγραμμιστούν με τους ορισμούς που περιλαμβάνονται σε άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης, και οι όροι που έχουν διαφορετική σημασία σε διαφορετικούς τομείς να αποσαφηνιστούν ή να αντικατασταθούν, κατά περίπτωση.

(24)

Όταν η νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα απαιτεί από τις αρμόδιες αρχές να εξακριβώνουν ότι οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων συμμορφώνονται με τους σχετικούς ενωσιακούς κανόνες και ότι τα ζώα ή τα προϊόντα πληρούν συγκεκριμένες απαιτήσεις με σκοπό την έκδοση επίσημων πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων, αυτή η εξακρίβωση συμμόρφωσης θα πρέπει να θεωρείται επίσημος έλεγχος.

(25)

Η νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα αναθέτει επιπλέον στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών εξειδικευμένα καθήκοντα τα οποία πρέπει να εκτελούν για την προστασία της υγείας των ζώων, της υγείας των φυτών και της καλής μεταχείρισης των ζώων, και για την προστασία του περιβάλλοντος από τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Τα καθήκοντα αυτά είναι δραστηριότητες δημόσιου συμφέροντος τις οποίες οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πρέπει να εκτελούν με σκοπό την εξάλειψη, τον περιορισμό ή τη μείωση οποιωνδήποτε παραγόντων κινδύνου ενδέχεται να προκύψουν για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή ακόμη για το περιβάλλον. Οι εν λόγω άλλες επίσημες δραστηριότητες, οι οποίες περιλαμβάνουν τη χορήγηση άδειας ή έγκρισης, την επιδημιολογική επιτήρηση και παρακολούθηση, την εξάλειψη και τον περιορισμό νόσων ή επιβλαβών οργανισμών, καθώς και την έκδοση επίσημων πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων, διέπονται από τους ίδιους τομεακούς κανόνες που εφαρμόζονται μέσω των επίσημων ελέγχων, και επομένως μέσω του παρόντος κανονισμού.

(26)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίζουν αρμόδιες αρχές σε όλους τους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Ενώ τα κράτη μέλη είναι τα πλέον κατάλληλα για να προσδιορίζουν και να αποφασίζουν ποια ή ποιες αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ορίσουν σε κάθε τομέα ή μέρος ενός τομέα, θα πρέπει επίσης να υποχρεούνται να ορίζουν μία και μόνο αρχή η οποία θα διασφαλίζει, σε κάθε τομέα ή μέρος του τομέα, τον κατάλληλο συντονισμό της επικοινωνίας με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών και με την Επιτροπή.

(27)

Για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων που αποσκοπούν στην εξακρίβωση της σωστής εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων με τις οποίες έχουν επιφορτιστεί οι αρχές των κρατών μελών βάσει της νομοθεσίας της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν αρμόδιες αρχές οι οποίες λειτουργούν προς το δημόσιο συμφέρον, διαθέτουν τους κατάλληλους πόρους και τα κατάλληλα μέσα και παρέχουν εγγυήσεις αμεροληψίας και επαγγελματισμού. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν την ποιότητα, τη συνέπεια και την αποτελεσματικότητα των επίσημων ελέγχων.

(28)

Η σωστή εφαρμογή και επιβολή των κανόνων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού απαιτεί την κατάλληλη γνώση τόσο των εν λόγω κανόνων όσο και των κανόνων του παρόντος κανονισμού. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό οι υπάλληλοι που διενεργούν τους επίσημους ελέγχους και άλλες επίσημες δραστηριότητες να επιμορφώνονται σε τακτική βάση σχετικά με την εφαρμοστέα νομοθεσία, ανάλογα με τον τομέα της αρμοδιότητάς τους, καθώς και σχετικά με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.

(29)

Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να διενεργούν εσωτερικές συστηματικές επιθεωρήσεις ή να αναθέτουν τη διενέργεια συστηματικών επιθεωρήσεων σε τρίτους για λογαριασμό τους, ώστε να βεβαιώνουν τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό. Οι εν λόγω συστηματικές επιθεωρήσεις θα πρέπει να διενεργούνται με διαφάνεια και να υπόκεινται σε ανεξάρτητο έλεγχο.

(30)

Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα, με την επιφύλαξη της εθνικής νομοθεσίας, να προσφεύγουν κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές. Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να ενημερώνουν τους υπευθύνους επιχειρήσεων σχετικά με το εν λόγω δικαίωμα.

(31)

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοι που είναι αρμόδιοι για τους επίσημους ελέγχους δεν αποκαλύπτουν πληροφορίες που αποκτούν κατά τη διενέργεια των εν λόγω ελέγχων οι οποίες καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Εκτός εάν υπάρχει ανώτερο συμφέρον που να δικαιολογεί την αποκάλυψη στοιχείων, το επαγγελματικό απόρρητο θα πρέπει να καλύπτει και πληροφορίες που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τον σκοπό των επιθεωρήσεων, ερευνών ή συστηματικών επιθεωρήσεων, την προστασία των εμπορικών συμφερόντων ή την προστασία των δικαστικών διαδικασιών και τις νομικές συμβουλές. Ωστόσο, το επαγγελματικό απόρρητο δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να δημοσιεύουν πραγματικά στοιχεία σχετικά με την έκβαση των επίσημων ελέγχων που αφορούν συγκεκριμένους υπευθύνους επιχειρήσεων στην περίπτωση που οι τελευταίοι είχαν το δικαίωμα να σχολιάσουν τα στοιχεία αυτά πριν από την αποκάλυψή τους και τα σχόλια αυτά ελήφθησαν υπόψη ή δημοσιεύθηκαν μαζί με τα στοιχεία που αποκαλύπτουν οι αρμόδιες αρχές. Επίσης η ανάγκη τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου δεν θίγει την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να ενημερώνουν το ευρύ κοινό όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι υπόνοιας ότι τα τρόφιμα ή οι ζωοτροφές ενδέχεται να ενέχουν κίνδυνο για την υγεία σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002. Το δικαίωμα των ατόμων στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τους όπως προβλέπεται στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) δεν θα πρέπει να θίγονται από τον παρόντα κανονισμό. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει επίσης να ισχύουν με την επιφύλαξη καταστάσεων κατά τις οποίες η αποκάλυψη απαιτείται από την ενωσιακή ή την εθνική νομοθεσία.

(32)

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διενεργούν τακτικά επίσημους ελέγχους, με βάση τον κίνδυνο και με κατάλληλη συχνότητα, σε όλους τους τομείς και σε σχέση με όλους τους υπευθύνους επιχειρήσεων, τις δραστηριότητες, τα ζώα και τα αγαθά που διέπονται από τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα. Η συχνότητα των επίσημων ελέγχων θα πρέπει να καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές με βάση την ανάγκη να προσαρμοστούν οι ελεγκτικές προσπάθειες στον κίνδυνο και στο επίπεδο συμμόρφωσης που αναμένεται στις διάφορες περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των πιθανών παραβιάσεων των κανόνων που πραγματοποιούνται μέσω δόλιων ή παραπλανητικών πρακτικών. Εν προκειμένω, η πιθανότητα μη συμμόρφωσης με όλους τους τομείς της νομοθεσίας της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν προσαρμόζονται οι ελεγκτικές προσπάθειες. Σε ορισμένες περιπτώσεις ωστόσο και ενόψει της έκδοσης επίσημου πιστοποιητικού ή βεβαίωσης που αποτελεί προϋπόθεση για τη διάθεση στην αγορά ή για τις μετακινήσεις ζώων ή αγαθών, η νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα ορίζει ότι οι επίσημοι έλεγχοι διενεργούνται ανεξάρτητα από το επίπεδο κινδύνου ή την πιθανότητα μη συμμόρφωσης. Στις περιπτώσεις αυτές η συχνότητα των επίσημων ελέγχων υπαγορεύεται από τις ανάγκες πιστοποίησης ή βεβαίωσης.

(33)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των επίσημων ελέγχων για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης, δεν θα πρέπει να υπάρχει προειδοποίηση πριν από τη διενέργεια ελέγχων, εκτός εάν αυτή η προειδοποίηση είναι απολύτως απαραίτητη για τη διενέργεια των ελέγχων (για παράδειγμα, όταν οι επίσημοι έλεγχοι διεξάγονται σε σφαγεία κατά τη διάρκεια εργασιών σφαγής και απαιτούν τη συνεχή ή τακτική παρουσία μελών του προσωπικού ή αντιπροσώπων των αρμόδιων αρχών στους χώρους του υπευθύνου επιχείρησης) ή η φύση των επίσημων ελεγκτικών δραστηριοτήτων απαιτεί άλλως (όπως ιδίως η περίπτωση σχετικά με τις δραστηριότητες συστηματικής επιθεώρησης).

(34)

Οι επίσημοι έλεγχοι θα πρέπει να είναι διεξοδικοί και αποτελεσματικοί και να διασφαλίζουν τη σωστή εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας. Δεδομένου ότι οι επίσημοι έλεγχοι ενδέχεται να συνεπάγονται φόρτο για τους υπευθύνους επιχειρήσεων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να οργανώνουν και να πραγματοποιούν δραστηριότητες επίσημων ελέγχων λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντά τους και περιορίζοντας τον φόρτο αυτό στο ελάχιστο που απαιτείται για τη διενέργεια αποδοτικών και αποτελεσματικών επίσημων ελέγχων.

(35)

Οι επίσημοι έλεγχοι θα πρέπει να διενεργούνται από μέλη του προσωπικού που είναι ανεξάρτητα, δηλαδή απαλλαγμένα από οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων, και συγκεκριμένα που δεν βρίσκονται σε κατάσταση η οποία άμεσα ή έμμεσα μπορεί να επηρεάσει την ικανότητά τους να εκτελούν τα επαγγελματικά τους καθήκοντα με αμερόληπτο τρόπο. Θα πρέπει επίσης να θεσπιστούν οι κατάλληλες ρυθμίσεις για να διασφαλιστεί η αμεροληψία στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επίσημοι έλεγχοι διενεργούνται σε ζώα, αγαθά, μέρη ή δραστηριότητες που ανήκουν σε δημόσια αρχή ή φορέα.

(36)

Οι επίσημοι έλεγχοι θα πρέπει να διενεργούνται με τον ίδιο βαθμό επιμέλειας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους ανεξάρτητα από το αν οι επιβαλλόμενοι κανόνες εφαρμόζονται σε δραστηριότητες που αφορούν μόνο το έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους ή δραστηριότητες που θα έχουν αντίκτυπο στη συμμόρφωση με την ενωσιακή νομοθεσία για τα ζώα και τα αγαθά τα οποία πρόκειται να μετακινηθούν ή να διατεθούν στην αγορά άλλου κράτους μέλους ή να εξαχθούν εκτός της Ένωσης. Στην περίπτωση εξαγωγών εκτός της Ένωσης, μπορεί επίσης να απαιτείται από τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης, να εξακριβώνουν τη συμμόρφωση των ζώων και των αγαθών με τις απαιτήσεις που επιβάλλει η τρίτη χώρα προορισμού των εν λόγω ζώων ή αγαθών. Πέραν τούτου, σε ό,τι αφορά τον καθορισμό υποδειγμάτων για τα πιστοποιητικά εξαγωγής, οι σχετικές εκτελεστικές εξουσίες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να ισχύουν μόνον όταν η πιστοποίηση προβλέπεται στη νομοθεσία της Ένωσης, και ιδίως σε διμερείς συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ της Ένωσης και τρίτης χώρας ή ένωσης τρίτων χωρών.

(37)

Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων ιχνηλασιμότητας που προβλέπονται στην τομεακή νομοθεσία και στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαίο για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων, οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους θα πρέπει να μπορούν, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, να απαιτούν από τους υπευθύνους επιχειρήσεων να αναφέρουν την άφιξη ζώων και αγαθών από άλλο κράτος μέλος.

(38)

Για να διασφαλιστεί η σωστή επιβολή της νομοθεσίας της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να διενεργούν επίσημους ελέγχους σε όλα τα στάδια της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής των ζώων και των αγαθών που καλύπτονται από την εν λόγω νομοθεσία. Για να διασφαλιστεί η διεξοδική διενέργεια και η αποτελεσματικότητα των επίσημων ελέγχων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να έχουν την εξουσία να διενεργούν επίσημους ελέγχους σε όλα τα στάδια της παραγωγής και της διανομής αγαθών, ουσιών, υλικών ή αντικειμένων τα οποία δεν διέπονται από τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα στον βαθμό που είναι αναγκαίο για να διερευνώνται πλήρως ενδεχόμενες παραβάσεις της εν λόγω νομοθεσίας και να εντοπίζονται τα αίτια των εν λόγω παραβάσεων. Προκειμένου να διενεργούν αποτελεσματικά τους εν λόγω επίσημους ελέγχους, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να καταρτίζουν και να διατηρούν κατάλογο ή μητρώο των επιχειρήσεων που πρόκειται να ελεγχθούν.

(39)

Οι αρμόδιες αρχές λειτουργούν προς το συμφέρον των υπευθύνων επιχειρήσεων και του ευρέος κοινού, διασφαλίζοντας ότι τα υψηλά πρότυπα προστασίας που προβλέπονται στη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα τηρούνται με συνέπεια και προστατεύονται με τα κατάλληλα μέτρα επιβολής, καθώς και ότι η συμμόρφωση με αυτή τη νομοθεσία επιβεβαιώνεται σε όλη την αγροδιατροφική αλυσίδα μέσω επίσημων ελέγχων. Οι αρμόδιες αρχές, καθώς και τα εξουσιοδοτημένα όργανα και τα φυσικά πρόσωπα στα οποία έχουν ανατεθεί ορισμένα καθήκοντα, θα πρέπει συνεπώς να είναι υπόλογοι έναντι των υπευθύνων επιχειρήσεων και του ευρέος κοινού για την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα των επίσημων ελέγχων που διενεργούν. Θα πρέπει να παρέχουν πρόσβαση σε πληροφορίες οι οποίες αφορούν την οργάνωση και τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων κι άλλων επίσημων δραστηριοτήτων και να δημοσιεύουν σε τακτική βάση πληροφορίες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και τα αποτελέσματά τους. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης, υπό ορισμένους όρους, να έχουν το δικαίωμα να δημοσιεύουν ή να κοινοποιούν πληροφορίες σχετικά με την κατάταξη των επιμέρους υπευθύνων επιχειρήσεων με βάση το αποτέλεσμα των επίσημων ελέγχων. Η χρήση συστημάτων κατάταξης από τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιτρέπεται και να ενθαρρύνεται ως μέσο για την αύξηση της διαφάνειας σε όλη την αγροδιατροφική αλυσίδα και υπό την προϋπόθεση ότι τα συστήματα αυτά παρέχουν κατάλληλα εχέγγυα δίκαιης μεταχείρισης, συνέπειας, διαφάνειας και αντικειμενικότητας. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να θεσπίσουν τις απαραίτητες ρυθμίσεις ούτως ώστε η κατάταξη να αντικατοπτρίζει με ακρίβεια το πραγματικό επίπεδο συμμόρφωσης· ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενθαρρύνονται να εξασφαλίζουν ότι η κατάταξη βασίζεται στα αποτελέσματα διαφόρων επίσημων ελέγχων ή, όταν βασίζεται στα αποτελέσματα ενός και μόνου επίσημου ελέγχου και τα πορίσματα είναι αρνητικά, ότι οι επακόλουθοι επίσημοι έλεγχοι θα διενεργηθούν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η διαφάνεια των κριτηρίων κατάταξης είναι ιδίως απαραίτητη, ούτως ώστε οι βέλτιστες πρακτικές να μπορούν να συγκριθούν και συν τω χρόνω να εξεταστεί η δυνατότητα ανάπτυξης συνεπούς προσέγγισης σε ενωσιακό επίπεδο.

(40)

Είναι σημαντικό οι αρμόδιες αρχές, καθώς και τα εξουσιοδοτημένα όργανα και τα φυσικά πρόσωπα στα οποία έχουν ανατεθεί ορισμένα καθήκοντα, να διασφαλίζουν και να εξακριβώνουν την αποτελεσματικότητα και τη συνέπεια των επίσημων ελέγχων που διενεργούν. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να λειτουργούν με βάση γραπτώς τεκμηριωμένες διαδικασίες και θα πρέπει να παρέχουν πληροφορίες και οδηγίες στο προσωπικό που διενεργεί τους επίσημους ελέγχους. Θα πρέπει επίσης να διαθέτουν κατάλληλες τεκμηριωμένες διαδικασίες και μηχανισμούς για να εξακριβώνουν συνεχώς την αποτελεσματικότητα και τη συνέπεια της δράσης τους και να λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα, εάν εντοπίζονται ελλείψεις.

(41)

Για να διευκολυνθεί ο εντοπισμός περιπτώσεων μη συμμόρφωσης και να εξορθολογιστεί η λήψη διορθωτικών μέτρων από τον οικείο υπεύθυνο επιχείρησης, το αποτέλεσμα των επίσημων ελέγχων θα πρέπει να καταγράφεται σε έντυπο, αντίγραφο του οποίου θα παραδίδεται στον υπεύθυνο επιχείρησης αν το ζητήσει. Στην περίπτωση που οι επίσημοι έλεγχοι απαιτούν τη συνεχή ή τακτική παρουσία των υπαλλήλων των αρμόδιων αρχών για την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων του υπευθύνου επιχείρησης, η τήρηση γραπτού αρχείου για κάθε μεμονωμένη επιθεώρηση ή επίσκεψη στον υπεύθυνο επιχείρησης θα ήταν δυσανάλογη. Σε παρόμοιες περιπτώσεις τα γραπτά αρχεία θα πρέπει να τηρούνται με τέτοια συχνότητα που να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές και στον υπεύθυνο επιχείρησης να ενημερώνονται σε τακτικά διαστήματα σχετικά με το επίπεδο συμμόρφωσης και να ειδοποιούνται αμέσως σχετικά με τις ελλείψεις που τυχόν εντοπίζονται ή τη μη συμμόρφωση.

(42)

Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων θα πρέπει να συνεργάζονται πλήρως με τις αρμόδιες αρχές, τα εξουσιοδοτημένα όργανα ή τα φυσικά πρόσωπα στα οποία έχουν ανατεθεί ορισμένα καθήκοντα, για να διασφαλίζουν την ομαλή διενέργεια των επίσημων ελέγχων και να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να πραγματοποιούν άλλες επίσημες δραστηριότητές τους. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων που φέρουν την ευθύνη ενός φορτίου που εισέρχεται στην Ένωση θα πρέπει να παρέχουν όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες που το αφορούν. Όλοι οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων θα πρέπει να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τουλάχιστον τις πληροφορίες που απαιτούνται για την ταυτοποίηση των ιδίων, των δραστηριοτήτων τους και των υπευθύνων επιχειρήσεων τους οποίους προμηθεύουν και από τους οποίους προμηθεύονται.

(43)

Ο παρών κανονισμός καθορίζει ένα ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων ώστε να εξακριβώνεται η συμμόρφωση με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα σε όλους τους τομείς που καλύπτει η εν λόγω νομοθεσία. Σε ορισμένους από αυτούς τους τομείς η νομοθεσία της Ένωσης καθορίζει λεπτομερείς απαιτήσεις προς συμμόρφωση, γεγονός που απαιτεί ειδικές δεξιότητες και συγκεκριμένα μέσα για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων. Για να αποφευχθούν οι αποκλίνουσες πρακτικές επιβολής που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άνιση προστασία της υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, της καλής μεταχείρισης των ζώων και, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και του περιβάλλοντος, να διαταράξουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς για τα ζώα και τα αγαθά που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να συμπληρώνει τους κανόνες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό μέσω της έκδοσης ειδικών κανόνων για τους επίσημους ελέγχους οι οποίοι να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ελέγχων στους εν λόγω τομείς. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να καθορίζουν τις ειδικές απαιτήσεις για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων και ελάχιστης συχνότητας για τους ελέγχους αυτούς, τα ειδικά ή πρόσθετα μέτρα επιπλέον αυτών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό τα οποία θα πρέπει να λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, τις ειδικές αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των αρμόδιων αρχών επιπλέον αυτών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και ειδικά κριτήρια για τη δρομολόγηση των μηχανισμών διοικητικής συνδρομής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Σε άλλες περιπτώσεις, τέτοιοι πρόσθετοι κανόνες ενδέχεται να καταστούν αναγκαίοι ώστε να προβλεφθεί ένα πιο λεπτομερές πλαίσιο για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων σε σχέση με τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές, εάν προκύψουν νέα στοιχεία σχετικά με τους κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων ή των ζώων ή, σε σχέση με τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον, τα οποία φανερώνουν ότι, στην περίπτωση απουσίας κοινών προδιαγραφών για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων σε όλα τα κράτη μέλη, οι έλεγχοι δεν θα παρήγαν το αναμενόμενο επίπεδο προστασίας από τους εν λόγω κινδύνους, όπως προβλέπει η νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα.

(44)

Προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική οργάνωση των επίσημων ελέγχων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη διακριτική ευχέρεια να εντοπίσουν ποιο είναι το πιο κατάλληλο προσωπικό για τη διενέργεια τέτοιων ελέγχων, με την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών καθώς και της καλής μεταχείρισης των ζώων σε ολόκληρη την αγροδιατροφική αλυσίδα, καθώς και ότι τηρούνται τα διεθνή πρότυπα και υποχρεώσεις. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν οι ιδιαίτερες δεξιότητές τους είναι απαραίτητες για να εξασφαλιστεί άρτιο αποτέλεσμα των επίσημων ελέγχων, θα πρέπει να απαιτείται από τα κράτη μέλη να απευθύνονται σε επίσημους κτηνιάτρους, επίσημους υπαλλήλους φυτοϋγειονομικών υπηρεσιών ή άλλα ειδικά καθορισμένα πρόσωπα. Τούτο δεν θα πρέπει να θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να χρησιμοποιούν επίσης επίσημους κτηνιάτρους (μεταξύ άλλων για επίσημους ελέγχους σε πουλερικά και λαγόμορφα), υπαλλήλους φυτοϋγειονομικών υπηρεσιών ή άλλα ειδικά καθορισμένα πρόσωπα σε περιπτώσεις που αυτό δεν απαιτείται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(45)

Με σκοπό την ανάπτυξη νέων μεθόδων και τεχνικών ελέγχου σε ό,τι αφορά τους επίσημους ελέγχους στην παραγωγή κρέατος, θα πρέπει να επιτρέπεται στις αρμόδιες αρχές να εγκρίνουν εθνικά μέτρα για την υλοποίηση πιλοτικών έργων περιορισμένου χρόνου και πεδίου εφαρμογής. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές εξακριβώνουν τη συμμόρφωση των υπευθύνων επιχειρήσεων με όλες τις θεμελιώδεις διατάξεις που ισχύουν για την παραγωγή κρέατος, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης το κρέας να είναι ασφαλές και κατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η Επιτροπή και τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να αξιολογήσουν τον αντίκτυπο τέτοιων εθνικών μέτρων και να διατυπώσουν τη γνώμη τους προτού αυτά εγκριθούν, και συνεπώς να αναλάβουν την πλέον ενδεδειγμένη δράση, τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15) και για τους σκοπούς των άρθρων αυτών.

(46)

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να αναθέτουν ορισμένα από τα καθήκοντά τους σε άλλα όργανα. Θα πρέπει να καθοριστούν κατάλληλες προϋποθέσεις που να εγγυώνται ότι διασφαλίζονται η αμεροληψία, η ποιότητα και η συνέπεια των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων. Ειδικότερα, το εξουσιοδοτημένο όργανο θα πρέπει να είναι διαπιστευμένο σύμφωνα με το πρότυπο του Διεθνούς Οργανισμού Τυποποίησης (International Organisation for Standardisation — «ISO») για τη διενέργεια επιθεωρήσεων.

(47)

Για να διασφαλιστεί η αξιοπιστία και η συνέπεια των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων στο σύνολο της Ένωσης, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τη δειγματοληψία και τις εργαστηριακές αναλύσεις, τις δοκιμές και τις διαγνώσεις θα πρέπει να πληρούν τα επιστημονικά πρότυπα, να ικανοποιούν τις ειδικές ανάγκες ανάλυσης, δοκιμών και διάγνωσης των εμπλεκόμενων εργαστηρίων, καθώς και να παρέχουν σωστά και αξιόπιστα αποτελέσματα ανάλυσης, δοκιμών και διάγνωσης. Θα πρέπει να καθοριστούν σαφείς κανόνες για την επιλογή της μεθόδου που θα πρέπει να χρησιμοποιείται όταν περισσότερες της μίας μεθόδου είναι διαθέσιμες από διαφορετικές πηγές, όπως ο ISO, η Ευρωπαϊκή και Μεσογειακή Οργάνωση για την Προστασία των Φυτών (European and Mediterranean Plant Protection Organization — «EPPO»), η Διεθνής Σύμβαση για την Προστασία των Φυτών (International Plant Protection Convention — «IPPC»), ο Παγκόσμιος Οργανισμός για την Υγεία των Ζώων (World Organization for Animal Health — «OIE»), τα εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς ή το εθνικό δίκαιο.

(48)

Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων των οποίων τα ζώα ή τα αγαθά υπόκεινται σε δειγματοληψία, ανάλυση, δοκιμές ή διάγνωση στο πλαίσιο επίσημων ελέγχων θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα σε γνώμη δεύτερου εμπειρογνώμονα με δικά τους έξοδα. Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να επιτρέπει στον υπεύθυνο επιχείρησης να ζητά την τεκμηρίωση της επανεξέτασης από άλλο εμπειρογνώμονα της αρχικής δειγματοληψίας, της ανάλυσης, των δοκιμών ή της διάγνωσης, καθώς και δεύτερη ανάλυση, δοκιμή ή διάγνωση των μερών του υλικού δειγματοληψίας που ελήφθη αρχικά, εκτός αν μια τέτοια δεύτερη ανάλυση, δοκιμή ή διάγνωση είναι τεχνικά αδύνατη ή άσκοπη. Αυτό ισχύει, ειδικότερα, στην περίπτωση που ο επιπολασμός του παράγοντα κινδύνου είναι ιδιαίτερα χαμηλός στο ζώο ή στο αγαθό ή η κατανομή του είναι ιδιαίτερα αραιή ή μη κανονική, όπως για σκοπούς αξιολόγησης της παρουσίας επιβλαβών οργανισμών καραντίνας, ή όπως στην περίπτωση εκτέλεσης μικροβιολογικής ανάλυσης.

(49)

Για τους σκοπούς της διενέργειας επίσημων ελέγχων στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται στο διαδίκτυο ή με άλλα εξ αποστάσεως μέσα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνουν δείγματα από ανώνυμες παραγγελίες (γνωστές και ως «αγορές-μυστήριο»), τα οποία θα μπορούν στη συνέχεια να υποβάλουν σε ανάλυση, δοκιμές ή εξακρίβωση της συμμόρφωσης. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν κάθε μέτρο για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των υπευθύνων επιχειρήσεων να προσφεύγουν σε δεύτερη πραγματογνωμοσύνη.

(50)

Τα εργαστήρια που ορίζονται από τις αρμόδιες αρχές για να διενεργούν αναλύσεις, δοκιμές και διαγνώσεις στα δείγματα τα οποία λαμβάνονται στο πλαίσιο των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων θα πρέπει να διαθέτουν την εμπειρογνωμοσύνη, τον εξοπλισμό, τις υποδομές και το προσωπικό για να εκτελούν τα καθήκοντα αυτά με τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα. Για να διασφαλίζονται σωστά και αξιόπιστα αποτελέσματα, τα εν λόγω εργαστήρια θα πρέπει να είναι διαπιστευμένα να χρησιμοποιούν τις μεθόδους αυτές σύμφωνα με το πρότυπο EN ISO/IEC 17025 σχετικά με τις «Γενικές απαιτήσεις για την ικανότητα των εργαστηρίων δοκιμών και διακριβώσεων». Η διαπίστευση θα πρέπει να γίνεται από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης που λειτουργεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16).

(51)

Ενώ η διαπίστευση αποτελεί το κατεξοχήν μέσο για να διασφαλίζεται η υψηλή επίδοση των επίσημων εργαστηρίων, είναι επίσης μια πολύπλοκη και δαπανηρή διαδικασία, η οποία θα μπορούσε να συνεπάγεται δυσανάλογο φόρτο για το εργαστήριο στις περιπτώσεις που η μέθοδος εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμών ή διάγνωσης είναι ιδιαίτερα απλή στην εκτέλεσή της και δεν απαιτεί εξειδικευμένες διαδικασίες ή εξοπλισμό, όπως συμβαίνει για την ανίχνευση της Trichinella στο πλαίσιο της επιθεώρησης, και, υπό ορισμένες συνθήκες, σε περιπτώσεις που το εργαστήριο πραγματοποιεί μόνο αναλύσεις, δοκιμές ή διαγνώσεις στο πλαίσιο άλλων επίσημων δραστηριοτήτων και όχι των επίσημων ελέγχων.

(52)

Για να διασφαλιστεί η ευελιξία και η αναλογικότητα της προσέγγισης, ειδικότερα για τα εργαστήρια που ασχολούνται με την υγεία των ζώων ή των φυτών, θα πρέπει να προβλεφθεί η έγκριση παρεκκλίσεων με σκοπό να επιτρέπεται σε ορισμένα εργαστήρια να μη λαμβάνουν διαπίστευση για όλες τις μεθόδους που χρησιμοποιούν. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα όταν δεν είναι διαθέσιμες επικυρωμένες μέθοδοι για την ανίχνευση συγκεκριμένων επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών. Επιπλέον, η διαπίστευση ενός εργαστηρίου για όλες τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιεί ως επίσημο εργαστήριο ενδέχεται να μην είναι άμεσα διαθέσιμη σε ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να χρησιμοποιούνται νέες ή πρόσφατα τροποποιηθείσες μέθοδοι και σε περιπτώσεις αναδυόμενων κινδύνων ή σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις τα επίσημα εργαστήρια θα πρέπει, συνεπώς, να έχουν το δικαίωμα να διενεργούν αναλύσεις, δοκιμές και διαγνώσεις για τις αρμόδιες αρχές προτού λάβουν τη σχετική διαπίστευση.

(53)

Οι επίσημοι έλεγχοι οι οποίοι διενεργούνται σε ζώα και αγαθά που εισέρχονται στην Ένωση από τρίτες χώρες είναι πρωταρχικής σημασίας καθώς οι έλεγχοι αυτοί διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται εντός της Ένωσης και, ειδικότερα, με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί για την προστασία, σε ολόκληρη την Ένωση, της υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, της καλής μεταχείρισης των ζώων και, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, του περιβάλλοντος. Οι εν λόγω επίσημοι έλεγχοι θα πρέπει να διενεργούνται πριν από τη θέση των ζώων ή των αγαθών σε ελεύθερη κυκλοφορία στο εσωτερικό της Ένωσης. Η συχνότητα των επίσημων ελέγχων θα πρέπει να λαμβάνει επαρκώς υπόψη τους κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, την καλή μεταχείριση των ζώων και το περιβάλλον που ενδέχεται να ενέχουν τα ζώα και τα αγαθά τα οποία εισέρχονται στην Ένωση, με βάση το ιστορικό συμμόρφωσης της επιχείρησης με τις απαιτήσεις που ορίζει η νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα, τους ελέγχους που έχουν ήδη διενεργηθεί στα εν λόγω ζώα και αγαθά στην οικεία τρίτη χώρα και τις εγγυήσεις που παρέχονται από την οικεία τρίτη χώρα ότι τα εξαγόμενα στην Ένωση ζώα και αγαθά πληρούν τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας.

(54)

Είναι αναγκαίο ο παρών κανονισμός να προβλέπει τις κατηγορίες ζώων και αγαθών που θα πρέπει πάντοτε να υποβάλλονται σε επίσημους ελέγχους σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου πριν από την είσοδό τους στην Ένωση. Είναι επίσης αναγκαίο ο παρών κανονισμός να προβλέπει τη δυνατότητα απαίτησης άλλες κατηγορίες αγαθών να υπόκεινται προσωρινά στην ίδια υποχρέωση δυνάμει ειδικών προς τούτο μέτρων και τη δυνατότητα απαίτησης ορισμένες άλλες κατηγορίες αγαθών, και ειδικότερα ορισμένα τρόφιμα, που περιέχουν τόσο προϊόντα φυτικής προέλευσης όσο και μεταποιημένα προϊόντα ζωικής προέλευσης (σύνθετα προϊόντα), να υποβάλλονται πάντοτε σε επίσημους ελέγχους σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου πριν από την είσοδό τους στην Ένωση.

(55)

Λόγω των κινδύνων που ενδέχεται να ενέχουν ορισμένα ζώα ή αγαθά για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή για το περιβάλλον, θα πρέπει να υπόκεινται σε ειδικούς επίσημους ελέγχους οι οποίοι θα πρέπει να διενεργούνται σε αυτά κατά την είσοδό τους στην Ένωση. Οι ισχύοντες κανόνες της Ένωσης απαιτούν τη διενέργεια επίσημων ελέγχων στα σύνορα της Ένωσης για να εξακριβώνεται ότι τηρούνται τα πρότυπα για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων, καθώς και τα πρότυπα καλής μεταχείρισης των ζώων που ισχύουν για τα ζώα, τα προϊόντα ζωικής προέλευσης, το ζωικό αναπαραγωγικό υλικό και τα ζωικά υποπροϊόντα και ότι τα φυτά και τα φυτικά προϊόντα συμμορφώνονται με τις φυτοϋγειονομικές απαιτήσεις. Αυξημένοι έλεγχοι κατά την είσοδο στην Ένωση διενεργούνται επίσης σε ορισμένα άλλα αγαθά όταν αυτό δικαιολογείται από αναδυόμενους ή γνωστούς κινδύνους. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει τις ιδιαιτερότητες των εν λόγω ελέγχων, οι οποίοι διέπονται επί του παρόντος από τις οδηγίες του Συμβουλίου 97/78/ΕΚ (17), 91/496/ΕΟΚ (18) και 2000/29/ΕΚ, καθώς και από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 669/2009 της Επιτροπής (19).

(56)

Για να ενισχυθεί η αποδοτικότητα του συστήματος επίσημων ελέγχων της Ένωσης, να διασφαλιστεί η βέλτιστη κατανομή των πόρων για τους επίσημους ελέγχους που διατίθενται για τους συνοριακούς ελέγχους και να διευκολυνθεί η επιβολή της νομοθεσίας της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα, θα πρέπει να θεσπιστεί ένα κοινό ολοκληρωμένο σύστημα επίσημων ελέγχων στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου, το οποίο θα αντικαταστήσει τα ισχύοντα κατακερματισμένα πλαίσια ελέγχου, για τον χειρισμό όλων των φορτίων τα οποία, λόγω του κινδύνου που ίσως ενέχουν, θα πρέπει να ελέγχονται κατά την είσοδό τους στην Ένωση.

(57)

Οι επίσημοι έλεγχοι θα πρέπει να διενεργούνται στα φορτία κατά την άφιξή τους στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου. Οι εν λόγω επίσημοι έλεγχοι θα πρέπει να περιλαμβάνουν έλεγχο εγγράφων σε όλα τα φορτία, και ελέγχους με ηλεκτρονικά μέσα εφόσον ενδείκνυται, καθώς και ελέγχους ταυτότητας και φυσικούς ελέγχους που θα διενεργούνται με συχνότητα εξαρτώμενη από τον κίνδυνο τον οποίο ενέχει κάθε φορτίο ζώων ή αγαθών.

(58)

Η συχνότητα των φυσικών ελέγχων πρέπει να καθορίζεται και να τροποποιείται με βάση τους κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον. Η προσέγγιση αυτή αναμένεται να επιτρέψει στις αρμόδιες αρχές να διαθέτουν τους πόρους που προορίζονται για τους ελέγχους στις περιπτώσεις που ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος. Η συχνότητα των ελέγχων ταυτότητας θα πρέπει επίσης να είναι δυνατόν να μειώνεται ή οι έλεγχοι να περιορίζονται στην επαλήθευση της επίσημης σφραγίδας του φορτίου στις περιπτώσεις που αυτό δικαιολογείται λόγω του μειωμένου κινδύνου των φορτίων που εισέρχονται στην Ένωση. Η προσέγγιση των ελέγχων ταυτότητας και των φυσικών ελέγχων με βάση τον κίνδυνο θα πρέπει να εφαρμόζεται με τη χρήση των διαθέσιμων συνόλων στοιχείων και πληροφοριών, καθώς και των μηχανογραφικών συστημάτων συλλογής και διαχείρισης στοιχείων.

(59)

Σε ορισμένες περιπτώσεις, και εφόσον εξασφαλίζονται υψηλά επίπεδα υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, καλής μεταχείρισης των ζώων και, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, προστασίας του περιβάλλοντος, οι επίσημοι έλεγχοι που κανονικά διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου θα μπορούσαν να διενεργούνται σε άλλα σημεία ελέγχου ή από άλλες αρχές.

(60)

Για τον σκοπό της οργάνωσης ενός αποδοτικού συστήματος επίσημων ελέγχων, τα φορτία που φθάνουν από τρίτες χώρες για τα οποία απαιτούνται έλεγχοι κατά την είσοδό τους στην Ένωση θα πρέπει να συνοδεύονται από ένα κοινό υγειονομικό έγγραφο εισόδου (ΚΥΕΕ), το οποίο θα χρησιμοποιείται για την εκ των προτέρων κοινοποίηση της άφιξης των φορτίων στον συνοριακό σταθμό ελέγχου και για την καταγραφή του αποτελέσματος των επίσημων ελέγχων που διενεργούνται καθώς και των αποφάσεων που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές σε σχέση με το φορτίο που συνοδεύουν. Το ίδιο έγγραφο θα πρέπει να χρησιμοποιείται από τον υπεύθυνο επιχείρησης για να λάβει άδεια από τις τελωνειακές αρχές μετά τη διενέργεια όλων των επίσημων ελέγχων.

(61)

Σε ορισμένα κράτη μέλη, εξαιτίας συγκεκριμένων γεωγραφικών περιορισμών όπως μακριές ακτογραμμές ή σύνορα, είναι δύσκολο να τηρούνται σε μόνιμη βάση οι ελάχιστες απαιτήσεις για τους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου. Οι εισαγωγές μη επεξεργασμένων κορμών δέντρων πραγματοποιούνται συνήθως σε μεγάλο όγκο μέσω εξειδικευμένων λιμένων ή σημείων ελέγχου και με ακανόνιστη συχνότητα, γεγονός που καθιστά δύσκολη την πλήρη στελέχωση και τον πλήρη εξοπλισμό των συνοριακών σταθμών ελέγχου. Θα πρέπει να επιτραπούν παρεκκλίσεις από τις ελάχιστες απαιτήσεις για συνοριακούς σταθμούς ελέγχου ώστε να εξασφαλιστούν αποτελεσματικοί επίσημοι έλεγχοι σε συγκεκριμένους μη επεξεργασμένους κορμούς δέντρων.

(62)

Οι επίσημοι έλεγχοι που διενεργούνται σε ζώα και αγαθά τα οποία εισέρχονται στην Ένωση από τρίτες χώρες θα πρέπει να διενεργούνται σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου που ορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με ένα σύνολο ελάχιστων απαιτήσεων. Ο ορισμός των φορέων αυτών θα πρέπει να ανακαλείται ή να αναστέλλεται όταν παύουν να συμμορφώνονται με τις εν λόγω ελάχιστες απαιτήσεις ή όταν οι δραστηριότητές τους ενδέχεται να ενέχουν κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, στην περίπτωση των ΓΤΟ και των φυτοπροστατευτικών προϊόντων, και για το περιβάλλον. Η απόφαση σχετικά με την ανάκληση ή την αναστολή αυτού του ορισμού θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά πόσον ο κίνδυνος είναι σοβαρός και την αρχή της αναλογικότητας.

(63)

Για να διασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή των κανόνων για τους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται στα φορτία τα οποία φθάνουν από τρίτες χώρες, θα πρέπει να θεσπιστούν κοινοί κανόνες για τις ενέργειες στις οποίες θα πρέπει να προβαίνουν οι αρμόδιες αρχές και οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων σε περίπτωση που υπάρχουν υπόνοιες για μη συμμόρφωση και σε σχέση με μη συμμορφούμενα φορτία και φορτία τα οποία ενδέχεται να ενέχουν κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον.

(64)

Για να αποφευχθούν τυχόν ασυνέπειες και επικαλύψεις κατά τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων, για να μπορούν τα φορτία που υπόκεινται σε επίσημους ελέγχους σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου και σε άλλα σημεία ελέγχου να ταυτοποιούνται εγκαίρως και για να διασφαλίζεται η αποτελεσματική διενέργεια των ελέγχων, θα πρέπει να εξασφαλίζεται η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, των τελωνειακών αρχών και άλλων σχετικών αρχών που χειρίζονται φορτία τα οποία φθάνουν από τρίτες χώρες.

(65)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι διατίθενται πάντα επαρκείς χρηματικοί πόροι για να στελεχωθούν και να εξοπλιστούν κατάλληλα οι αρμόδιες αρχές που διενεργούν επίσημους ελέγχους και άλλες επίσημες δραστηριότητες. Αν και οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων φέρουν την πρωταρχική ευθύνη για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των δραστηριοτήτων τους με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα, το σύστημα των ιδίων ελέγχων που θεσπίζουν για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να συμπληρώνεται από ένα ειδικό σύστημα επίσημων ελέγχων που συντηρείται από κάθε κράτος μέλος για να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς σε όλη την αγροδιατροφική αλυσίδα. Ένα τέτοιο σύστημα είναι από τη φύση του πολύπλοκο και απαιτεί πολλούς πόρους και θα πρέπει να διαθέτει σταθερή εισροή πόρων για τους επίσημους ελέγχους σε ένα επίπεδο που θα ανταποκρίνεται ανά πάσα στιγμή στις ανάγκες επιβολής. Για να περιοριστεί η εξάρτηση του συστήματος επίσημων ελέγχων από τα δημόσια οικονομικά, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εισπράττουν τέλη ή επιβαρύνσεις για να καλύψουν τις δαπάνες που τις βαρύνουν όταν διενεργούν επίσημους ελέγχους σε ορισμένους υπευθύνους επιχειρήσεων και για ορισμένες δραστηριότητες για τις οποίες η νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα απαιτεί καταχώριση ή έγκριση σύμφωνα με τους κανόνες για την υγιεινή των τροφίμων και των ζωοτροφών ή τους κανόνες που διέπουν την υγεία των φυτών. Τέλη ή επιβαρύνσεις θα πρέπει επίσης να καταβάλλουν οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων για την αντιστάθμιση των δαπανών των επίσημων ελέγχων που διενεργούνται με σκοπό την έκδοση επίσημου πιστοποιητικού ή βεβαίωσης και των δαπανών των επίσημων ελέγχων που διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου.

(66)

Τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις θα πρέπει να καλύπτουν, χωρίς να υπερβαίνουν, τις δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των γενικών εξόδων, που πραγματοποιούν οι αρμόδιες αρχές για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων. Τα γενικά έξοδα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τις δαπάνες για τη στήριξη και την οργάνωση που απαιτούνται για τον σχεδιασμό και τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων. Οι δαπάνες αυτές θα πρέπει να υπολογίζονται με βάση κάθε επιμέρους επίσημο έλεγχο ή με βάση όλους τους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Στην περίπτωση που τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις εφαρμόζονται με βάση το πραγματικό κόστος των επιμέρους επίσημων ελέγχων, στους υπευθύνους επιχειρήσεων με καλό ιστορικό συμμόρφωσης θα πρέπει να επιβάλλονται χαμηλότερες συνολικές επιβαρύνσεις σε σχέση με τους μη συμμορφούμενους υπευθύνους επιχειρήσεων, καθώς θα πρέπει να υποβάλλονται με μικρότερη συχνότητα σε επίσημους ελέγχους. Για να προαχθεί η συμμόρφωση όλων των υπευθύνων επιχειρήσεων με τη νομοθεσία της Ένωσης, ανεξάρτητα από τη μέθοδο (με βάση τις πραγματικές δαπάνες ή ένα εφάπαξ ποσό) που θα επιλέξει κάθε κράτος μέλος για τον υπολογισμό των τελών ή των επιβαρύνσεων, όταν τα εν λόγω τέλη ή επιβαρύνσεις υπολογίζονται με βάση τις συνολικές δαπάνες που πραγματοποιούν οι αρμόδιες αρχές για μια δεδομένη χρονική περίοδο και οι οποίες επιβαρύνουν όλους τους υπευθύνους επιχειρήσεων ανεξάρτητα από το αν υποβλήθηκαν ή όχι σε επίσημο έλεγχο κατά την περίοδο αναφοράς, τα εν λόγω τέλη ή επιβαρύνσεις θα πρέπει να υπολογίζονται με τέτοιον τρόπο ώστε να επιβραβεύουν τους υπευθύνους επιχειρήσεων που εμφανίζουν σταθερά καλό ιστορικό συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα.

(67)

Η άμεση ή έμμεση επιστροφή των τελών ή των επιβαρύνσεων που εισπράττονται από τις αρμόδιες αρχές θα πρέπει να απαγορεύεται, καθώς αυτό θα έθετε σε μειονεκτική θέση τους υπευθύνους επιχειρήσεων που δεν επωφελούνται από την επιστροφή και θα δημιουργούσε δυνητικά στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.

(68)

Η χρηματοδότηση των επίσημων ελέγχων μέσω των τελών ή των επιβαρύνσεων που καταβάλλουν οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων θα πρέπει να είναι πλήρως διαφανής, ώστε να μπορούν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις να κατανοούν τη μέθοδο και τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των τελών ή των επιβαρύνσεων.

(69)

Η νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα προσδιορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες η διάθεση στην αγορά ή οι μετακινήσεις ορισμένων ζώων ή αγαθών θα πρέπει να συνοδεύονται από επίσημο πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από υπάλληλο αρμόδιο για την πιστοποίηση. Είναι σκόπιμο να καθοριστεί ένα κοινό σύνολο κανόνων που καθορίζουν τις υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών και των αρμόδιων για την πιστοποίηση υπαλλήλων όσον αφορά την έκδοση επίσημων πιστοποιητικών, καθώς και τα χαρακτηριστικά που θα πρέπει να έχουν τα επίσημα πιστοποιητικά για να διασφαλίζεται η αξιοπιστία τους.

(70)

Σε άλλες περιπτώσεις οι κανόνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού προβλέπουν ότι η διάθεση στην αγορά ή οι μετακινήσεις ορισμένων ζώων ή αγαθών πρέπει να συνοδεύονται από επίσημη ετικέτα, επίσημο σήμα ή άλλη επίσημη βεβαίωση που εκδίδεται από τους υπευθύνους επιχειρήσεων υπό την επίσημη εποπτεία των αρμόδιων αρχών ή από τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές. Οι επίσημες βεβαιώσεις περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, φυτοϋγειονομικά διαβατήρια, λογότυπα βιολογικής παραγωγής, αναγνωριστικές ενδείξεις, όταν αυτές απαιτούνται βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας, και ενδείξεις προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης, προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις ή εγγυημένα παραδοσιακά ιδιότυπα προϊόντα. Είναι σκόπιμο να καθορίζεται ένα ελάχιστο σύνολο κανόνων που να διασφαλίζει ότι και η έκδοση επίσημων βεβαιώσεων δύναται να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις κατάλληλες εγγυήσεις αξιοπιστίας.

(71)

Οι επίσημοι έλεγχοι και οι άλλες επίσημες δραστηριότητες θα πρέπει να βασίζονται σε μεθόδους ανάλυσης, δοκιμών και διάγνωσης που να ανταποκρίνονται στα τελευταία επιστημονικά πρότυπα και να παρέχουν σωστά, αξιόπιστα και συγκρίσιμα αποτελέσματα στο σύνολο της Ένωσης. Συνεπώς, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται από τα επίσημα εργαστήρια καθώς και η ποιότητα και η ομοιομορφία των στοιχείων ανάλυσης, δοκιμών και διάγνωσης που παράγονται από αυτές θα πρέπει να βελτιώνονται συνεχώς. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να ορίζει τα εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να βασίζεται στην εξειδικευμένη συνδρομή τους σε όλους εκείνους τους τομείς της αγροδιατροφικής αλυσίδας όπου απαιτούνται ακριβή και αξιόπιστα αποτελέσματα αναλύσεων, δοκιμών και διαγνώσεων. Τα εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει, ειδικότερα, να διασφαλίζουν ότι τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς και τα επίσημα εργαστήρια διαθέτουν επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τις διαθέσιμες μεθόδους, να οργανώνουν ή να συμμετέχουν ενεργά σε διεργαστηριακές συγκριτικές δοκιμές και να παρέχουν κατάρτιση σε εθνικά εργαστήρια αναφοράς ή σε επίσημα εργαστήρια.

(72)

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 32 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 και το πρώτο εδάφιο του άρθρου 21 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20) αναθέτουν αντιστοίχως στο εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές και στο εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα πρόσθετα ζωοτροφών ειδικά καθήκοντα στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών ή πρόσθετων υλών ζωοτροφών, τα οποία αφορούν ειδικότερα τη διενέργεια δοκιμών, την αξιολόγηση και την επικύρωση της μεθόδου ανίχνευσης ή ανάλυσης που προτείνει ο αιτών. Τα εν λόγω εργαστήρια θα πρέπει επομένως να ενεργούν ως εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

(73)

Για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων που αποσκοπούν στον εντοπισμό ενδεχόμενων παραβιάσεων των κανόνων, συμπεριλαμβανομένων όσων πραγματοποιούνται μέσω δόλιων ή παραπλανητικών πρακτικών, και στον τομέα της καλής μεταχείρισης των ζώων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε επικαιροποιημένα, αξιόπιστα και συνεκτικά τεχνικά στοιχεία, πορίσματα ερευνών, νέες τεχνικές και εμπειρογνωμοσύνη που απαιτούνται για τη σωστή εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης στους εν λόγω δύο τομείς. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να ορίζει κέντρα αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αυθεντικότητα και την ακεραιότητα της αγροδιατροφικής αλυσίδας και για την καλή μεταχείριση των ζώων και να βασίζεται στην εξειδικευμένη συνδρομή τους.

(74)

Για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού και για τη συμβολή στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με τρόπο που να διασφαλίζει την εμπιστοσύνη του καταναλωτή σε αυτή, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αποτελεσματικότητα και συνέπεια οι περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα που απαιτούν ενέργειες επιβολής σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη. Το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές (RASFF), που θεσπίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 50 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, επιτρέπει ήδη στις αρμόδιες αρχές να ανταλλάσσουν και να διαδίδουν γρήγορα πληροφορίες σχετικά με σοβαρούς άμεσους ή έμμεσους κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων από τρόφιμα ή ζωοτροφές ή σχετικά με σοβαρούς κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων ή των ζώων ή για το περιβάλλον από ζωοτροφές, με σκοπό την ταχεία λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση αυτών των σοβαρών κινδύνων. Ωστόσο το εργαλείο αυτό, αν και επιτρέπει την έγκαιρη λήψη μέτρων σε όλα τα οικεία κράτη μέλη για την αντιμετώπιση σοβαρών κινδύνων που προκύπτουν σε όλη την αγροδιατροφική αλυσίδα, δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τον σκοπό της εξασφάλισης αποτελεσματικής διασυνοριακής συνδρομής και συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών για να διασφαλιστεί ότι οι περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα που έχουν διασυνοριακή διάσταση αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά όχι μόνο στο κράτος μέλος στο οποίο διαπιστώθηκε αρχικά η μη συμμόρφωση αλλά και στο κράτος μέλος από το οποίο ξεκίνησε. Ειδικότερα, η διοικητική συνδρομή και συνεργασία θα πρέπει να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να ανταλλάσσουν πληροφορίες, να εντοπίζουν, να διερευνούν και να αναλαμβάνουν αποτελεσματική και αναλογική δράση για την αντιμετώπιση των διασυνοριακών παραβιάσεων της νομοθεσίας της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα, επίσης σε περιπτώσεις ενδεχόμενων δόλιων ή παραπλανητικών πρακτικών που έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν διασυνοριακή διάσταση.

(75)

Θα πρέπει να δίνεται η κατάλληλη συνέχεια στα αιτήματα για διοικητική συνδρομή και σε όλες τις κοινοποιήσεις. Για να διευκολυνθεί η διοικητική συνδρομή και συνεργασία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να ορίζουν έναν ή περισσότερους οργανισμούς σύνδεσης για να βοηθούν και να συντονίζουν την επικοινωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών στα διάφορα κράτη μέλη. Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού και να εξορθολογιστεί και να απλουστευθεί η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες για την έκδοση εκτελεστικών πράξεων για τον καθορισμό των προδιαγραφών των τεχνικών εργαλείων που πρέπει να χρησιμοποιούνται, των διαδικασιών επικοινωνίας μεταξύ των οργανισμών σύνδεσης και ενός τυποποιημένου μορφότυπου για τα αιτήματα συνδρομής, τις κοινοποιήσεις και τις απαντήσεις.

(76)

Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να υποχρεούται να καταρτίζει και να επικαιροποιεί τακτικά το πολυετές εθνικό σχέδιο ελέγχων (ΠΟΕΣΕ) το οποίο καλύπτει όλους τους τομείς που διέπονται από τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα και περιέχει πληροφορίες για τη δομή και την οργάνωση του συστήματός του επίσημων ελέγχων. Τα ΠΟΕΣΕ αποτελούν το εργαλείο με το οποίο κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι επίσημοι έλεγχοι διενεργούνται με βάση τον κίνδυνο και με αποτελεσματικό τρόπο σε ολόκληρο το έδαφός τους και σε όλη την αγροδιατροφική αλυσίδα, καθώς και σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Η ενδεδειγμένη διαβούλευση με τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη πριν από την κατάρτιση των σχεδίων θα πρέπει να εξασφαλίσει την καταλληλότητά τους για τον σκοπό αυτό.

(77)

Για να διασφαλίζεται η συνέπεια και η πληρότητα των ΠΟΕΣΕ, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να ορίζει έναν ενιαίο φορέα αρμόδιο για τον συντονισμό της κατάρτισης του ΠΟΕΣΕ του καθώς και για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με την υλοποίηση, την αναθεώρηση και την επικαιροποίησή του ανάλογα με τις ανάγκες.

(78)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να υποβάλουν ετήσια έκθεση στην Επιτροπή με στοιχεία σχετικά με τις δραστηριότητες ελέγχου και με την εφαρμογή των ΠΟΕΣΕ. Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού και να διευκολυνθεί η συλλογή και η διαβίβαση συγκρίσιμων στοιχείων, η συνακόλουθη συγκέντρωση των στοιχείων αυτών σε στατιστικές για το σύνολο της Ένωσης και η εκπόνηση εκθέσεων από την Επιτροπή σχετικά με τη λειτουργία των επίσημων ελέγχων σε όλη την Ένωση, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες για την έκδοση εκτελεστικών πράξεων για την κατάρτιση τυποποιημένων υποδειγμάτων για τις ετήσιες εκθέσεις.

(79)

Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργούν ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων συστηματικών επιθεωρήσεων, στα κράτη μέλη για να εξακριβώνουν την εφαρμογή της οικείας νομοθεσίας της Ένωσης, καθώς και τη λειτουργία των εθνικών συστημάτων ελέγχων και των αρμόδιων αρχών. Οι έλεγχοι της Επιτροπής θα πρέπει επίσης να συμβάλλουν στη διερεύνηση και συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις πρακτικές ή τα προβλήματα επιβολής, τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και τις νέες εξελίξεις στα κράτη μέλη. Κατόπιν αιτήματος των ενδιαφερομένων κρατών μελών, οι πραγματογνώμονες της Επιτροπής θα πρέπει επίσης να μπορούν να συμμετέχουν στους ελέγχους που διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους· οι εν λόγω έλεγχοι θα πρέπει να οργανώνονται σε στενή συνεργασία μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών μελών και της Επιτροπής.

(80)

Τα ζώα και τα αγαθά από τρίτες χώρες θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις ίδιες απαιτήσεις που ισχύουν για τα ζώα και τα αγαθά της Ένωσης ή με απαιτήσεις που αναγνωρίζεται ότι είναι τουλάχιστον ισοδύναμες σε σχέση με τους στόχους οι οποίοι επιδιώκονται με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, το οποίο ορίζει ότι τα τρόφιμα και οι ζωοτροφές που εισάγονται στην Ένωση συμμορφώνονται με τις σχετικές απαιτήσεις της νομοθεσίας της Ένωσης για τα τρόφιμα ή με απαιτήσεις που θεωρούνται τουλάχιστον ισοδύναμες. Ειδικές απαιτήσεις για την εφαρμογή της αρχής αυτής προβλέπονται στους κανόνες της Ένωσης για τα μέτρα προστασίας από τους επιβλαβείς για τα φυτά οργανισμούς, οι οποίοι απαγορεύουν την είσοδο στην Ένωση ορισμένων επιβλαβών οργανισμών που δεν απαντούν (ή απαντούν σε μικρό βαθμό) στην Ένωση, σε κανόνες της Ένωσης για τον καθορισμό των απαιτήσεων για την υγεία των ζώων, οι οποίοι επιτρέπουν την είσοδο ζώων και ορισμένων προϊόντων ζωικής προέλευσης στην Ένωση μόνο από τρίτες χώρες που περιλαμβάνονται σε κατάλογο ο οποίος καταρτίστηκε για τον σκοπό αυτό, και σε κανόνες της Ένωσης για την οργάνωση επίσημων ελέγχων για τα προϊόντα ζωικής προέλευσης που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, οι οποίοι προβλέπουν επίσης την κατάρτιση καταλόγου τρίτων χωρών από τις οποίες μπορούν να εισέρχονται προϊόντα στην Ένωση.

(81)

Για να εξασφαλιστεί ότι τα ζώα και τα αγαθά τα οποία εισέρχονται στην Ένωση από τρίτες χώρες συμμορφώνονται με όλες τις απαιτήσεις που καθορίζονται στη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα ή με απαιτήσεις που θεωρούνται ισοδύναμες, επιπλέον των απαιτήσεων που προβλέπονται από τους κανόνες της Ένωσης για τα μέτρα προστασίας από τους επιβλαβείς για τα φυτά οργανισμούς, τους κανόνες της Ένωσης για τον καθορισμό των απαιτήσεων υγείας των ζώων και τους κανόνες της Ένωσης για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης που εξασφαλίζουν ότι πληρούνται οι απαιτήσεις που καθορίζονται στη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα σε σχέση με φυτοϋγειονομικές και κτηνιατρικές ανησυχίες, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να καθορίζει τους όρους για την είσοδο στην Ένωση ζώων και αγαθών στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για να διασφαλίζεται ότι τα εν λόγω ζώα και αγαθά συμμορφώνονται με όλες τις σχετικές απαιτήσεις της νομοθεσίας της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα ή τις ισοδύναμες απαιτήσεις. Οι όροι αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται στα ζώα ή στα αγαθά ή σε κατηγορίες ζώων ή αγαθών από όλες τις τρίτες χώρες ή από ορισμένες τρίτες χώρες ή περιοχές τους.

(82)

Εάν, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, υπάρχουν αποδείξεις ότι ορισμένα ζώα ή αγαθά που προέρχονται από τρίτη χώρα ή ομάδα τρίτων χωρών ή από περιοχές τους ενέχουν κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον ή εάν υπάρχουν αποδείξεις ότι μπορεί να υπάρχει εκτεταμένη σοβαρή μη συμμόρφωση με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει μέτρα για τον περιορισμό των εν λόγω κινδύνων.

(83)

Η διενέργεια αποδοτικών και αποτελεσματικών επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων και, σε τελική ανάλυση, η ασφάλεια της υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών και η προστασία του περιβάλλοντος εξαρτώνται επίσης από το κατά πόσον οι ελεγκτικές αρχές διαθέτουν καλά καταρτισμένο προσωπικό το οποίο διαθέτει επαρκή γνώση όλων των θεμάτων που είναι σημαντικά για τη σωστή εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης. Κατάλληλη και ειδική κατάρτιση θα πρέπει να παρέχεται από την Επιτροπή για την προώθηση μιας ενιαίας προσέγγισης των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων από τις αρμόδιες αρχές. Για την προαγωγή των γνώσεων σχετικά με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα και τις απαιτήσεις σε τρίτες χώρες, θα πρέπει να παρέχεται τέτοια κατάρτιση και στο προσωπικό των αρμόδιων αρχών τρίτων χωρών. Στη δεύτερη περίπτωση οι δραστηριότητες κατάρτισης θα πρέπει να σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές ανάγκες των αναπτυσσόμενων χωρών, να στηρίζονται οι έλεγχοι και οι δράσεις επιβολής αυτών των χωρών προκειμένου να μπορούν να πληρούν τις απαιτήσεις που ισχύουν για την εισαγωγή ζώων και αγαθών στην Ένωση.

(84)

Για την προαγωγή της ανταλλαγής εμπειριών και βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να οργανώνει, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, προγράμματα για την ανταλλαγή μεταξύ των κρατών μελών του προσωπικού που είναι επιφορτισμένο με τους επίσημους ελέγχους ή άλλες επίσημες δραστηριότητες.

(85)

Είναι σημαντικό για τη διενέργεια αποτελεσματικών επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, η Επιτροπή και, κατά περίπτωση, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων να μπορούν να ανταλλάσσουν στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους ή τα αποτελέσματά τους με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Η νομοθεσία της Ένωσης έχει θεσπίσει αρκετά συστήματα ενημέρωσης, τα οποία διαχειρίζεται η Επιτροπή, με σκοπό να καταστεί δυνατή η επεξεργασία και η διαχείριση τέτοιων στοιχείων και πληροφοριών μέσω μηχανογραφικών και διαδικτυακών εργαλείων σε ολόκληρη την Ένωση. Ένα σύστημα το οποίο αφορά ειδικά την καταγραφή και τον εντοπισμό των αποτελεσμάτων των επίσημων ελέγχων είναι το ενοποιημένο μηχανογραφικό κτηνιατρικό σύστημα (σύστημα Traces), το οποίο καθιερώθηκε με τις αποφάσεις της Επιτροπής 2003/24/ΕΚ (21) και 2004/292/ΕΚ (22) σύμφωνα με την οδηγία 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου (23) και χρησιμοποιείται επί του παρόντος για τη διαχείριση στοιχείων και πληροφοριών σχετικά με τα ζώα και τα προϊόντα ζωικής προέλευσης και τους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται σε αυτά. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επιτρέπει τη διατήρηση και την αναβάθμιση του εν λόγω συστήματος ώστε να καταστεί δυνατό να χρησιμοποιείται για όλα τα αγαθά για τα οποία η νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα ορίζει ειδικές απαιτήσεις ή πρακτικές ρυθμίσεις επίσημων ελέγχων.Εξειδικευμένα μηχανογραφικά συστήματα υπάρχουν επίσης για την ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και με την Επιτροπή σχετικά με τους κινδύνους που ενδέχεται να παρουσιαστούν στην αγροδιατροφική αλυσίδα ή όσον αφορά την υγεία των ζώων και των φυτών. Το άρθρο 50 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 θεσπίζει το RASFF, ένα σύστημα για την κοινοποίηση άμεσου ή έμμεσου κινδύνου για την υγεία των ανθρώπων που προέρχεται από τρόφιμα ή ζωοτροφές, το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/429 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24) ένα σύστημα κοινοποίησης και αναφοράς σχετικά με τα μέτρα για την αντιμετώπιση των καταγεγραμμένων νόσων, ενώ το άρθρο 103 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (25) θεσπίζει ένα σύστημα προειδοποίησης και αναφοράς της παρουσίας επιβλαβών οργανισμών και κοινοποίησης των περιπτώσεων μη συμμόρφωσης. Όλα αυτά τα συστήματα θα πρέπει να λειτουργούν με αρμονικό και συνεπή τρόπο που να αξιοποιεί τις συνέργειες μεταξύ των διαφόρων συστημάτων, να αποφεύγει τις επικαλύψεις, να απλουστεύει τη λειτουργία τους και να τα καθιστά πιο αποδοτικά.

(86)

Για την αποδοτικότερη διαχείριση των επίσημων ελέγχων, η Επιτροπή θα πρέπει να συγκροτήσει ένα μηχανογραφικό σύστημα πληροφοριών το οποίο θα περιλαμβάνει και θα αναβαθμίζει, στον βαθμό που απαιτείται, όλα τα σχετικά υφιστάμενα συστήματα πληροφοριών, θα επιτρέπει τη χρήση προηγμένων εργαλείων επικοινωνίας και πιστοποίησης, καθώς και την αποδοτικότερη χρήση στοιχείων και πληροφοριών που συνδέονται με τους επίσημους ελέγχους. Για την αποφυγή περιττής επικάλυψης των απαιτήσεων πληροφόρησης, ο σχεδιασμός του εν λόγω μηχανογραφικού συστήματος θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να εξασφαλίζεται, κατά περίπτωση, η συμβατότητα και η διαλειτουργικότητα του εν λόγω μηχανογραφικού συστήματος με άλλα πληροφορικά συστήματα που λειτουργούν οι δημόσιες αρχές και μέσω των οποίων ανταλλάσσονται ή διατίθενται αυτόματα τα σχετικά στοιχεία. Επιπλέον, σύμφωνα με την ψηφιακή ατζέντα για την Ευρώπη, θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα χρήσης ηλεκτρονικών υπογραφών κατά την έννοια της οδηγίας 1999/93/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26). Κατά το στάδιο ανάπτυξης οποιασδήποτε νέας λειτουργικής δυνατότητας του εν λόγω μηχανογραφικού συστήματος, καθώς και στη διάρκεια της ανάπτυξης σχετικών μέτρων υλοποίησης που μπορεί να επηρεάσουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ιδιωτική ζωή, θα πρέπει να ζητείται η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

(87)

Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τη σωστή λειτουργία του μηχανογραφικού συστήματος πληροφοριών, τις τεχνικές προδιαγραφές του, καθώς και τον καθορισμό των καθηκόντων και των προνομίων των διάφορων φορέων και χρηστών που εμπλέκονται σε αυτό, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της ανάγκης να ελαχιστοποιηθεί ο διοικητικός φόρτος με τη χρήση διεθνώς τυποποιημένης γλώσσας, δομής μηνυμάτων και πρωτοκόλλων ανταλλαγής, όπως κρίνεται σκόπιμο, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες.

(88)

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διερευνούν περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει υπόνοια μη συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα και, στην περίπτωση που διαπιστωθεί η μη συμμόρφωση, να προσδιορίζουν την προέλευση και το εύρος της καθώς και τις ευθύνες των υπευθύνων επιχειρήσεων. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι οι εμπλεκόμενοι υπεύθυνοι επιχειρήσεων επανορθώνουν την κατάσταση και αποτρέπουν τη συνέχιση της μη συμμόρφωσης. Η οργάνωση και η διενέργεια δράσεων έρευνας και επιβολής από τις αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τους ενδεχόμενους κινδύνους και την πιθανότητα δόλιων ή παραπλανητικών πρακτικών σε όλη την αγροδιατροφική αλυσίδα.

(89)

Η εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα μέσω επίσημων ελέγχων είναι θεμελιώδους σημασίας για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική επίτευξη των στόχων της νομοθεσίας αυτής σε ολόκληρη την Ένωση. Οι διαταραχές στα συστήματα ελέγχων ενός κράτους μέλους μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να παρεμποδίσουν σημαντικά την επίτευξη των στόχων αυτών και να προκαλέσουν κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, για το περιβάλλον, ανεξάρτητα από την εμπλοκή ή την ευθύνη των υπευθύνων επιχειρήσεων ή άλλων συντελεστών, ή να οδηγήσουν σε καταστάσεις εκτεταμένης σοβαρής μη συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα. Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση, σε περίπτωση σοβαρών διαταραχών των συστημάτων ελέγχων των κρατών μελών, να αντιδρά με τη λήψη μέτρων που αποσκοπούν στον περιορισμό ή στην εξάλειψη των κινδύνων από την αγροδιατροφική αλυσίδα ενόσω εκκρεμεί η λήψη των αναγκαίων μέτρων που πρέπει να ληφθούν από το οικείο κράτος μέλος για τη διόρθωση της διαταραχής του συστήματος ελέγχου. Επομένως, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες.

(90)

Οι παραβάσεις των κανόνων της νομοθεσίας της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα και του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να υπόκεινται σε αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές κυρώσεις σε εθνικό επίπεδο σε ολόκληρη την Ένωση, η σοβαρότητα των οποίων λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τις πιθανές βλάβες στην ανθρώπινη υγεία που μπορούν να προκύψουν από τις παραβάσεις, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων δεν συνεργάζονται κατά τον επίσημο έλεγχο και περιπτώσεων κατά τις οποίες εκδίδονται ή χρησιμοποιούνται ψευδή ή παραπλανητικά επίσημα πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις. Προκειμένου να είναι αρκούντως αποτρεπτικές οι οικονομικές κυρώσεις που επιβάλλονται για τις παραβάσεις των κανόνων οι οποίες διαπράττονται με δόλιες ή παραπλανητικές πρακτικές, θα πρέπει να ορίζονται σε επίπεδο που επιδιώκει να υπερβεί το αδικαιολόγητο πλεονέκτημα το οποίο προκύπτει από τις πρακτικές αυτές για τον δράστη.

(91)

Οποιοδήποτε πρόσωπο θα πρέπει να μπορεί να θέσει νέες πληροφορίες υπόψη των αρμόδιων αρχών που τις βοηθούν να εντοπίζουν τις παραβιάσεις του παρόντος κανονισμού και των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και να επιβάλλουν κυρώσεις. Ωστόσο, η παροχή πληροφοριών μπορεί να εμποδιστεί από την έλλειψη σαφών διαδικασιών ή λόγω φόβου για αντίποινα. Η αναφορά των παραβάσεων του παρόντος κανονισμού είναι χρήσιμο μέσο για να διασφαλιστεί ότι η αρμόδια αρχή δύναται να εντοπίσει τις παραβιάσεις και να επιβάλει κυρώσεις. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει, συνεπώς, να διασφαλίσει ότι υφίστανται επαρκείς ρυθμίσεις που επιτρέπουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο να ειδοποιεί τις αρμόδιες αρχές σχετικά με πιθανές παραβάσεις του παρόντος κανονισμού και που προστατεύουν τα εν λόγω πρόσωπα από τυχόν αντίποινα.

(92)

Ο παρών κανονισμός καλύπτει τομείς που ρυθμίζονται ήδη από ορισμένες ισχύουσες νομοθετικές πράξεις. Για να αποφευχθούν οι επικαλύψεις και να διαμορφωθεί ένα συνεκτικό νομοθετικό πλαίσιο, θα πρέπει να καταργηθούν και να αντικατασταθούν από τον παρόντα κανονισμό οι ακόλουθες πράξεις: ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 882/2004 και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 854/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27), οι οδηγίες του Συμβουλίου 89/608/ΕΟΚ (28), 89/662/ΕΟΚ (29), 90/425/ΕΟΚ, 91/496/ΕΟΚ, 96/23/ΕΚ, 96/93/ΕΚ (30) και 97/78/ΕΚ, καθώς και η απόφαση 92/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου (31).

(93)

Για λόγους συνέπειας, θα πρέπει να τροποποιηθούν οι ακόλουθες πράξεις: ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (32), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2005 του Συμβουλίου (33), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (34), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 του Συμβουλίου (35), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (36), ο κανονισμός (EE) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (37), καθώς και οι οδηγίες του Συμβουλίου 98/58/ΕΚ (38), 1999/74/ΕΚ (39), 2007/43/ΕΚ (40), 2008/119/ΕΚ (41) και 2008/120/ΕΚ (42).

(94)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 652/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (43) προβλέπει ένα πλαίσιο για τη χρηματοδότηση εκ μέρους της Ένωσης των ενεργειών και των μέτρων σε όλη την αγροδιατροφική αλυσίδα στους τομείς που καλύπτει στο πλαίσιο του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2014-2020. Ορισμένες από αυτές τις πράξεις και τα μέτρα αποσκοπούν στη βελτίωση της διενέργειας των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων σε ολόκληρη την Ένωση. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 652/2014 θα πρέπει να τροποποιηθεί για να ληφθεί υπόψη η κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004 από τον παρόντα κανονισμό.

(95)

Λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη κατάσταση όσον αφορά τον τομέα των φυτών, ο οποίος μέχρι σήμερα δεν έχει υποβληθεί στους ίδιους ελέγχους με άλλα αγαθά στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, είναι απαραίτητο η εισαγωγή του νέου συστήματος να γίνει όσο το δυνατόν πιο ομαλά και απρόσκοπτα. Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαία η θέσπιση ειδικών διατάξεων όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα έκδοσης των σχετικών κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Είναι επίσης σαφές ότι δικαιολογούνται η απαλλαγή από την υποχρέωση ο έλεγχος των εγγράφων να διενεργείται σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου για τον τομέα των φυτών όσον αφορά φυτά, φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα που εγκυμονούν μικρό κίνδυνο και η δυνατότητα διενέργειας του ελέγχου των εγγράφων σε απόσταση από συνοριακούς σταθμούς ελέγχου για φυτά, φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα όταν οι εν λόγω έλεγχοι σε απόσταση δύνανται να παρέχουν ίσο επίπεδο αξιοπιστίας.

(96)

Για την τροποποίηση των παραπομπών στα ευρωπαϊκά πρότυπα και των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι νομοθετικές, τεχνικές και επιστημονικές εξελίξεις και για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με ειδικούς κανόνες που διέπουν τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες στους τομείς που καλύπτει ο κανονισμός, συμπεριλαμβανομένων κανόνων για την εξειδίκευση και την κατάρτιση του προσωπικού, για τις πρόσθετες αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των αρμόδιων αρχών, για τις περιπτώσεις στις οποίες δεν απαιτείται διαπίστευση των εργαστηρίων, για ορισμένες απαλλαγές από επίσημους ελέγχους στα σύνορα, για τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της συχνότητας των ελέγχων ταυτότητας και των φυσικών ελέγχων, για τον καθορισμό των όρων που πρέπει να πληρούν τα ζώα ή τα αγαθά που εισέρχονται στην Ένωση από τρίτες χώρες, για τις πρόσθετες απαιτήσεις και τα καθήκοντα των εργαστηρίων και των κέντρων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις πρόσθετες απαιτήσεις για εθνικά εργαστήρια αναφοράς, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (44). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(97)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τον ορισμό των εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κέντρων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αυθεντικότητα και την ακεραιότητα της αγροδιατροφικής αλυσίδας και για την καλή μεταχείριση των ζώων, σχετικά με την έκδοση του προγράμματος των ελέγχων της Επιτροπής στα κράτη μέλη και με τη διενέργεια αυξημένων επίσημων ελέγχων στην περίπτωση παραβάσεων της νομοθεσίας της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα που απαιτούν συντονισμένη συνδρομή και παρακολούθηση από την Επιτροπή, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές εξουσίες στην Επιτροπή.

(98)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων και των πρακτικών ρυθμίσεων που αφορούν τις συστηματικές επιθεωρήσεις, τη μορφή των πιστοποιητικών και άλλων εγγράφων, τη θέσπιση μηχανογραφικών συστημάτων διαχείρισης πληροφοριών, τη συνεργασία μεταξύ των υπευθύνων επιχειρήσεων με τις αρμόδιες αρχές και των αρμόδιων αρχών μεταξύ τους, των τελωνειακών αρχών με τις άλλες αρχές, τις μεθόδους δειγματοληψίας και εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμών και διάγνωσης καθώς και την επικύρωση και ερμηνεία τους, την ιχνηλασιμότητα, τον κατάλογο των ζώων ή αγαθών που υπόκεινται σε ελέγχους καθώς και τον κατάλογο των χωρών ή περιφερειών που μπορούν να εξάγουν ορισμένα ζώα και αγαθά στην Ένωση, την εκ των προτέρων κοινοποίηση των φορτίων, τις ανταλλαγές πληροφοριών, τους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου, την απομόνωση και καραντίνα, την έγκριση ελέγχων πριν από την εξαγωγή που διενεργούνται από τρίτες χώρες, τα μέτρα για τον περιορισμό του κινδύνου ή για τον τερματισμό μιας εκτεταμένης σοβαρής μη συμμόρφωσης όσον αφορά ορισμένα ζώα ή αγαθά που προέρχονται από τρίτη χώρα ή περιοχή της, την αναγνώριση τρίτων χωρών ή περιοχών τους οι οποίες παρέχουν ισοδύναμες εγγυήσεις με αυτές που ισχύουν στην Ένωση και την κατάργησή της, τις δραστηριότητες κατάρτισης και τα προγράμματα ανταλλαγής προσωπικού μεταξύ των κρατών μελών, και σχετικά με τα σχέδια έκτακτης ανάγκης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές για την εφαρμογή του γενικού σχεδίου διαχείρισης κρίσεων που προβλέπεται στο άρθρο 55 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (45).

(99)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η εξασφάλιση εναρμονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται για να διασφαλιστεί η εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης για την αγροδιατροφική αλυσίδα, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω των αποτελεσμάτων, της πολυπλοκότητας, του διασυνοριακού και διεθνούς χαρακτήρα του εν λόγω κανονισμού, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του εν λόγω στόχου,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΊΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΊΜΕΝΟ, ΠΕΔΊΟ ΕΦΑΡΜΟΓΉΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΊ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός ορίζει κανόνες για:

α)

τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων που διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών·

β)

τη χρηματοδότηση των επίσημων ελέγχων·

γ)

τη διοικητική συνδρομή και συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών για τη σωστή εφαρμογή των κανόνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2·

δ)

τη διενέργεια ελέγχων από την Επιτροπή στα κράτη μέλη και σε τρίτες χώρες·

ε)

την έγκριση των όρων που πρέπει να πληρούνται σχετικά με τα ζώα και τα αγαθά τα οποία εισέρχονται στην Ένωση από τρίτη χώρα·

στ)

τη δημιουργία μηχανογραφικού συστήματος πληροφορικής για τη διαχείριση των πληροφοριών και των στοιχείων που αφορούν τους επίσημους ελέγχους.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες, είτε αυτοί θεσπίζονται σε ενωσιακό επίπεδο είτε από τα κράτη μέλη, για την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης όσον αφορά τους τομείς:

α)

των τροφίμων και της ασφάλειας των τροφίμων, της ακεραιότητας και της θρεπτικότητας σε κάθε στάδιο της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής των τροφίμων, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που αποσκοπούν στη διασφάλιση θεμιτών πρακτικών στις εμπορικές συναλλαγές και στην προστασία των συμφερόντων και της ενημέρωσης των καταναλωτών, καθώς και της κατασκευής και χρήσης υλικών και αντικειμένων που προορίζονται να έρθουν σε επαφή με τα τρόφιμα·

β)

της σκόπιμη ελευθέρωσης στο περιβάλλον γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ) με σκοπό την παραγωγή τροφίμων και ζωοτροφών·

γ)

των ζωοτροφών και της ασφάλειας των ζωοτροφών, σε οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, της μεταποίησης, της διανομής και της χρήσης των ζωοτροφών, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που αποσκοπούν στη διασφάλιση θεμιτών πρακτικών στις εμπορικές συναλλαγές και στην προστασία της υγείας, των συμφερόντων και της ενημέρωσης των καταναλωτών·

δ)

των απαιτήσεων για την υγεία των ζώων·

ε)

της πρόληψης και της ελαχιστοποίησης των κινδύνων για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων οι οποίοι οφείλονται σε ζωικά υποπροϊόντα και σε παράγωγα προϊόντα·

στ)

των απαιτήσεων για την καλή μεταχείριση των ζώων·

ζ)

των μέτρων προστασίας από τους επιβλαβείς για τα φυτά οργανισμούς·

η)

των απαιτήσεων για τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων και της βιώσιμης χρήσης των φυτοφαρμάκων, με εξαίρεση τον εξοπλισμό εφαρμογής φυτοφαρμάκων·

θ)

της βιολογικής παραγωγής και επισήμανσης των βιολογικών προϊόντων·

ι)

της χρήσης και της επισήμανσης των προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης, των προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων και των εγγυημένων παραδοσιακών ιδιότυπων προϊόντων.

3.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται επίσης στους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στους κανόνες οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο 2 όταν οι εν λόγω απαιτήσεις ισχύουν για τα ζώα και τα αγαθά που εισέρχονται στην Ένωση ή που πρόκειται να εξαχθούν από την Ένωση.

4.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στους επίσημους ελέγχους για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με:

α)

τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1308/2013· ωστόσο εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός στους ελέγχους που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 89 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 εάν κατά τους εν λόγω ελέγχους εντοπίζονται πιθανές δόλιες ή παραπλανητικές πρακτικές όσον αφορά τα πρότυπα εμπορίας που αναφέρονται στα άρθρα 73 έως 91 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013·

β)

την οδηγία 2010/63/EΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (46)·

γ)

την οδηγία 2001/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (47).

5.   Τα άρθρα 4, 5, 6 και 8, το άρθρο 12 παράγραφοι 2 και 3, τα άρθρα 15, 18 ως 27, 31 έως 34, 37 έως 42 και 78, τα άρθρα 86 έως 108, το άρθρο 112 στοιχείο β), το άρθρο 130 και τα άρθρα 131 έως 141 εφαρμόζονται επίσης στις άλλες επίσημες δραστηριότητες που εκτελούν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή με τους κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 2

Επίσημοι έλεγχοι και άλλες επίσημες δραστηριότητες

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως «επίσημοι έλεγχοι» νοούνται οι δραστηριότητες που πραγματοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές ή τα εξουσιοδοτημένα όργανα ή τα φυσικά πρόσωπα στα οποία έχουν ανατεθεί ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ώστε να εξακριβώνεται:

α)

η συμμόρφωση των υπευθύνων επιχειρήσεων με τον παρόντα κανονισμό και με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2· και

β)

ότι τα ζώα ή τα αγαθά τηρούν τις απαιτήσεις που ορίζουν οι κανόνες οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης επίσημου πιστοποιητικού ή επίσημης βεβαίωσης.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως «άλλες επίσημες δραστηριότητες» νοούνται δραστηριότητες εκτός των επίσημων ελέγχων που πραγματοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές ή τα εξουσιοδοτημένα όργανα ή τα φυσικά πρόσωπα στα οποία έχουν ανατεθεί ορισμένες άλλες επίσημες δραστηριότητες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, συμπεριλαμβανομένων δραστηριοτήτων που έχουν ως στόχο να εξακριβωθεί η παρουσία νόσων των ζώων ή επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών, να εμποδιστεί ή να περιοριστεί η εξάπλωση τέτοιων νόσων των ζώων ή επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών, να εξαλειφθούν οι εν λόγω νόσοι των ζώων ή επιβλαβείς για τα φυτά οργανισμοί, να χορηγηθούν άδειες ή εγκρίσεις και να εκδοθούν επίσημα πιστοποιητικά ή επίσημες βεβαιώσεις.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«νομοθεσία για τα τρόφιμα»: η νομοθεσία για τα τρόφιμα όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002·

2)

«νομοθεσία για τις ζωοτροφές»: οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν τις ζωοτροφές γενικά και την ασφάλεια των ζωοτροφών ειδικότερα, είτε σε ενωσιακό είτε σε εθνικό επίπεδο σε οποιοδήποτε στάδιο παραγωγής, μεταποίησης, διανομής, ή χρήσης των ζωοτροφών·

3)

«αρμόδιες αρχές»:

α)

οι κεντρικές αρχές του κράτους μέλους που είναι αρμόδιες για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

β)

οποιαδήποτε άλλη αρχή στην οποία έχει ανατεθεί η εν λόγω αρμοδιότητα·

γ)

όπου ενδείκνυται, η αντίστοιχη αρχή τρίτης χώρας·

4)

«αρχή ελέγχου βιολογικών προϊόντων»: δημόσιος διοικητικός οργανισμός για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων κράτους μέλους στον οποίο οι αρμόδιες αρχές έχουν αναθέσει, συνολικά ή εν μέρει, τις αρμοδιότητές τους όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου (48), συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της αντίστοιχης αρχής τρίτης χώρας ή αρχής που λειτουργεί σε τρίτη χώρα·

5)

«εξουσιοδοτημένο όργανο»: ξεχωριστό νομικό πρόσωπο στο οποίο οι αρμόδιες αρχές έχουν αναθέσει ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων ή ορισμένα καθήκοντα που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες·

6)

«διαδικασίες επαλήθευσης του ελέγχου»: ρυθμίσεις που θεσπίζονται και ενέργειες που εκτελούνται από τις αρμόδιες αρχές με σκοπό να διασφαλιστεί ότι οι επίσημοι έλεγχοι και οι άλλες επίσημες δραστηριότητες χαρακτηρίζονται από συνέπεια και αποτελεσματικότητα·

7)

«σύστημα ελέγχων»: σύστημα το οποίο περιλαμβάνει τις αρμόδιες αρχές και τους πόρους, τις δομές, τις ρυθμίσεις και τις διαδικασίες που έχουν θεσπιστεί σε ένα κράτος μέλος για να διασφαλιστεί ότι οι επίσημοι έλεγχοι διενεργούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τους κανόνες που αναφέρονται στα άρθρα 18 έως 27·

8)

«σχέδιο ελέγχων»: περιγραφή από τις αρμόδιες αρχές η οποία περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη δομή και την οργάνωση του συστήματος επίσημων ελέγχων, καθώς και σχετικά με τη λειτουργία και τον λεπτομερή σχεδιασμό των επίσημων ελέγχων που πρόκειται να διενεργηθούν, εντός χρονικής περιόδου, σε κάθε τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

9)

«ζώα»: τα ζώα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/429·

10)

«νόσος των ζώων»: νόσος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 16) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/429·

11)

«αγαθά»: οτιδήποτε υπόκειται σε έναν ή περισσότερους από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, εκτός από τα ζώα·

12)

«τρόφιμα»: τα τρόφιμα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002·

13)

«ζωοτροφές»: οι ζωοτροφές όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 4) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002·

14)

«ζωικά υποπροϊόντα»: τα ζωικά υποπροϊόντα όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009·

15)

«παράγωγα προϊόντα»: τα παράγωγα προϊόντα όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009·

16)

«φυτά»: τα φυτά όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031·

17)

«επιβλαβείς για τα φυτά οργανισμοί»: οι επιβλαβείς οργανισμοί όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031·

18)

«φυτοπροστατευτικά προϊόντα»: τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009·

19)

«προϊόντα ζωικής προέλευσης»: προϊόντα ζωικής προέλευσης όπως ορίζονται στο σημείο 8.1 του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (49)·

20)

«ζωικό αναπαραγωγικό υλικό»: το αναπαραγωγικό υλικό όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 28) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/429·

21)

«φυτικά προϊόντα»: τα φυτικά προϊόντα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031·

22)

«άλλα αντικείμενα»: άλλα αντικείμενα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 5) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031·

23)

«παράγοντας κινδύνου»: οποιοσδήποτε παράγοντας ή κατάσταση που έχει δυνητικά δυσμενή επίδραση στην υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, στην καλή μεταχείριση των ζώων ή στο περιβάλλον·

24)

«κίνδυνος»: συνάρτηση της πιθανότητας δυσμενούς επίδρασης στην υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, στην καλή μεταχείριση των ζώων ή στο περιβάλλον και της σοβαρότητας της επίδρασης αυτής, συνεπεία παράγοντα κινδύνου·

25)

«επίσημη πιστοποίηση»: η διαδικασία με την οποία οι αρμόδιες αρχές παρέχουν διαβεβαίωση σχετικά με τη συμμόρφωση με μία ή περισσότερες από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στους κανόνες οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

26)

«πιστοποιών υπάλληλος»:

α)

οποιοσδήποτε υπάλληλος των αρμόδιων αρχών είναι εξουσιοδοτημένος από τις εν λόγω αρχές να υπογράφει επίσημα πιστοποιητικά· ή

β)

οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο το οποίο είναι εξουσιοδοτημένο από τις αρμόδιες αρχές να υπογράφει επίσημα πιστοποιητικά σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

27)

«επίσημο πιστοποιητικό»: έγγραφο, σε χαρτί ή σε ηλεκτρονική μορφή, υπογεγραμμένο από τον αρμόδιο για την πιστοποίηση υπάλληλο, το οποίο διασφαλίζει τη συμμόρφωση με μία ή περισσότερες από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

28)

«επίσημη βεβαίωση»: οποιαδήποτε ετικέτα, σήμα ή άλλη μορφή βεβαίωσης που παρέχεται από τους υπευθύνους επιχειρήσεων υπό την επιτήρηση, μέσω ειδικών επίσημων ελέγχων, των αρμόδιων αρχών ή από τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές το οποίο διασφαλίζει τη συμμόρφωση με μία ή περισσότερες από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή στους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

29)

«υπεύθυνος επιχείρησης»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο υπόκειται σε μία ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

30)

«συστηματική επιθεώρηση»: η συστηματική και ανεξάρτητη εξέταση με σκοπό να προσδιοριστεί κατά πόσον οι δραστηριότητες και τα σχετικά αποτελέσματα συμμορφώνονται με τις προγραμματισμένες ρυθμίσεις και κατά πόσον οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόζονται αποτελεσματικά και είναι κατάλληλες για την επίτευξη των στόχων·

31)

«κατάταξη»: ταξινόμηση των υπευθύνων επιχειρήσεων με βάση την αξιολόγηση της συμμόρφωσής τους με τα κριτήρια κατάταξης·

32)

«επίσημος κτηνίατρος»: ο κτηνίατρος που διορίζεται από την αρμόδια αρχή, είτε ως μέλος του προσωπικού είτε όχι, και είναι κατάλληλα καταρτισμένος για να διενεργεί επίσημους ελέγχους και άλλες επίσημες δραστηριότητες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τους σχετικούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

33)

«επίσημος υπάλληλος φυτοϋγειονομικών υπηρεσιών»: το φυσικό πρόσωπο που διορίζεται από αρμόδια αρχή, είτε ως μέλος του προσωπικού είτε όχι, και καταρτίζεται καταλλήλως ώστε να διενεργεί επίσημους ελέγχους και άλλες επίσημες δραστηριότητες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τους σχετικούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ)·

34)

«ειδικά υλικά κινδύνου»: ειδικά υλικά κινδύνου όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001·

35)

«ταξίδι μεγάλης διάρκειας»: ταξίδι μεγάλης διάρκειας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο ιγ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2005·

36)

«εξοπλισμός εφαρμογής γεωργικών φαρμάκων»: εξοπλισμός εφαρμογής γεωργικών φαρμάκων όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 4) της οδηγίας 2009/128/ΕΚ·

37)

«φορτίο»: ο αριθμός των ζώων ή η ποσότητα αγαθών που καλύπτονται από το ίδιο επίσημο πιστοποιητικό, επίσημη βεβαίωση ή άλλο έγγραφο και μεταφέρονται με το ίδιο μεταφορικό μέσο και προέρχονται από το ίδιο έδαφος ή τρίτη χώρα και, εκτός από τα αγαθά τα οποία υπόκεινται στους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ), είναι του ίδιου τύπου, κατηγορίας ή περιγραφής·

38)

«συνοριακός σταθμός ελέγχου»: ο χώρος, και οι εγκαταστάσεις που ανήκουν σε αυτόν, ο οποίος έχει οριστεί από το κράτος μέλος για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων όπως προβλέπεται στο άρθρο 47 παράγραφος 1·

39)

«σημείο εξόδου»: συνοριακός σταθμός ελέγχου ή οποιοδήποτε άλλο μέρος ορίζεται από ένα κράτος μέλος απ’ όπου τα ζώα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2005 εγκαταλείπουν το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης·

40)

«εισέρχεται στην Ένωση» ή «είσοδος στην Ένωση»: η ενέργεια να εισέρχονται ζώα και αγαθά σε ένα από τα εδάφη που παρατίθενται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού από τοποθεσία εκτός των εδαφών αυτών εκτός όσον αφορά τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ), για τους οποίους με τον όρο αυτό νοείται η πράξη της εισαγωγής αγαθών στην «επικράτεια της Ένωσης» όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031·

41)

«έλεγχος εγγράφων»: η εξέταση των επίσημων πιστοποιητικών, των επίσημων βεβαιώσεων και άλλων εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων εμπορικής φύσης, τα οποία είναι απαραίτητο να συνοδεύουν το φορτίο, όπως προβλέπεται από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, το άρθρο 56 παράγραφος 1 ή από εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 77 παράγραφος 3, το άρθρο 126 παράγραφος 3, το άρθρο 128 παράγραφος 1 και το άρθρο 129 παράγραφος 1·

42)

«έλεγχος ταυτότητας»: μακροσκοπική εξέταση για να εξακριβωθεί ότι το περιεχόμενο και η επισήμανση ενός φορτίου, συμπεριλαμβανομένων των σημάτων στα ζώα, των σφραγίδων και των μεταφορικών μέσων, αντιστοιχούν με τα στοιχεία που περιέχονται στα επίσημα πιστοποιητικά, τις επίσημες βεβαιώσεις και τα άλλα έγγραφα που το συνοδεύουν·

43)

«φυσικός έλεγχος»: έλεγχος των ζώων ή των αγαθών και, κατά περίπτωση, έλεγχοι της συσκευασίας, των μεταφορικών μέσων, της επισήμανσης και της θερμοκρασίας, καθώς και δειγματοληψία για ανάλυση, δοκιμές ή διάγνωση και κάθε άλλος έλεγχος αναγκαίος για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

44)

«διαμετακόμιση»: μετακίνηση από μια τρίτη χώρα σε άλλη τρίτη χώρα με διέλευση, υπό τελωνειακή επιτήρηση, μέσω ενός από τα εδάφη που παρατίθενται στο παράρτημα Ι ή από ένα από τα εδάφη που παρατίθενται στο παράρτημα Ι σε άλλο έδαφος που παρατίθεται στο παράρτημα Ι μετά τη διέλευση μέσω του εδάφους τρίτης χώρας, εκτός όσον αφορά τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ), για τους οποίους νοείται ένα από τα ακόλουθα:

α)

μετακίνηση από μια τρίτη χώρα σε άλλη τρίτη χώρα, όπως ορίζεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 1 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 με διέλευση, υπό τελωνειακή επιτήρηση, μέσω της «επικράτειας της Ένωσης», όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού· ή

β)

μετακίνηση από την «επικράτεια της Ένωσης» σε άλλο μέρος της «επικράτειας της Ένωσης», όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 με διέλευση μέσω του εδάφους τρίτης χώρας, όπως ορίζεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 1 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού·

45)

«επιτήρηση από τις τελωνειακές αρχές»: τελωνειακή επιτήρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 5 σημείο 27) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (50)·

46)

«έλεγχος από τις τελωνειακές αρχές»: τελωνειακοί έλεγχοι όπως ορίζονται στο άρθρο 5 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013·

47)

«επίσημη δέσμευση»: η διαδικασία με την οποία οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι δεν διακινούνται ούτε παραποιούνται ζώα και αγαθά που υπόκεινται σε επίσημους ελέγχους για τα οποία εκκρεμεί απόφαση σχετικά με τον προορισμό τους· ο ορισμός περιλαμβάνει την αποθήκευση από τους υπευθύνους επιχείρησης σύμφωνα με τις οδηγίες και υπό τον έλεγχο των αρμόδιων αρχών·

48)

«ημερολόγιο ταξιδίου»: το έγγραφο που περιγράφεται στα σημεία 1 έως 5 του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2005·

49)

«επίσημος βοηθός»: αντιπρόσωπος των αρμόδιων αρχών ο οποίος έχει καταρτιστεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 18 και ο οποίος αναλαμβάνει ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων ή ορισμένα καθήκοντα που συνδέονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες·

50)

«κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων, βρώσιμα»: για τον σκοπό του άρθρου 49 παράγραφος 2 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, τα προϊόντα που απαριθμούνται στα υποκεφάλαια 0201 ως 0208 του κεφαλαίου 2 του τμήματος I του μέρους II του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου (51).

51)

«σφραγίδα καταλληλότητας»: σήμα που τοποθετείται μετά τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχεία α) και γ) και που βεβαιώνει ότι το κρέας είναι κατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση.

ΤΊΤΛΟΣ II

ΕΠΊΣΗΜΟΙ ΈΛΕΓΧΟΙ ΚΑΙ ΆΛΛΕΣ ΕΠΊΣΗΜΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΌΤΗΤΕΣ ΣΤΑ ΚΡΆΤΗ ΜΈΛΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Αρμόδιες αρχές

Άρθρο 4

Ορισμός των αρμόδιων αρχών

1.   Για καθέναν από τους τομείς που διέπονται από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 τα κράτη μέλη ορίζουν την αρμόδια αρχή ή τις αρμόδιες αρχές στις οποίες αναθέτουν την αρμοδιότητα για την οργάνωση ή τη διενέργεια επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων.

2.   Στην περίπτωση που, για τον ίδιο τομέα, ένα κράτος μέλος αναθέτει την αρμοδιότητα οργάνωσης ή διενέργειας των επίσημων ελέγχων ή των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων σε περισσότερες της μίας αρμόδιες αρχές σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο ή στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές οι οποίες ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 έχουν το δικαίωμα βάσει του ορισμού αυτού να εκχωρούν συγκεκριμένες αρμοδιότητες των επίσημων ελέγχων ή των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων σε άλλες δημόσιες αρχές, το κράτος μέλος:

α)

διασφαλίζει τον αποδοτικό και αποτελεσματικό συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων αρχών, καθώς και τη συνέπεια και την αποτελεσματικότητα των επίσημων ελέγχων ή άλλων επίσημων δραστηριοτήτων σε ολόκληρο το έδαφός του· και

β)

ορίζει μία και μόνη αρχή, σύμφωνα με τις συνταγματικές απαιτήσεις των κρατών μελών, αρμόδια για τον συντονισμό της συνεργασίας και των επαφών με την Επιτροπή και με τα άλλα κράτη μέλη όσον αφορά τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται σε καθέναν από τους τομείς που ρυθμίζονται από τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες.

3.   Οι αρμόδιες αρχές οι οποίες είναι υπεύθυνες για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο θ) μπορούν να αναθέτουν ορισμένες ευθύνες που σχετίζονται με επίσημους ελέγχους ή άλλες επίσημες δραστηριότητες σε μία ή περισσότερες αρχές ελέγχου βιολογικών προϊόντων. Σε τέτοιες περιπτώσεις αποδίδουν έναν κωδικό αριθμό σε καθεμία από τις εν λόγω αρχές.

4.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η Επιτροπή ενημερώνεται σχετικά με τα στοιχεία επικοινωνίας και τυχόν αλλαγές όσον αφορά:

α)

τις αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1·

β)

την ενιαία αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο β)·

γ)

τις αρχές ελέγχου βιολογικών προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 3·

δ)

τα εξουσιοδοτημένα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 1.

Η ενημέρωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο παρέχεται επίσης στο κοινό από τα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων μέσω του διαδικτύου.

Άρθρο 5

Γενικές υποχρεώσεις σχετικά με τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές ελέγχου βιολογικών προϊόντων

1.   Οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές ελέγχου βιολογικών προϊόντων:

α)

θεσπίζουν διαδικασίες και/ή ρυθμίσεις για να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα και την καταλληλότητα των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων·

β)

θεσπίζουν διαδικασίες και/ή ρυθμίσεις για να διασφαλίζουν την αμεροληψία, την ποιότητα και τη συνέπεια των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων σε όλα τα επίπεδα·

γ)

θεσπίζουν διαδικασίες και/ή ρυθμίσεις για να διασφαλίζουν ότι το προσωπικό που διενεργεί τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες είναι ανεπηρέαστο από οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων·

δ)

διαθέτουν ή έχουν πρόσβαση σε επαρκή εργαστηριακή ικανότητα για αναλύσεις, δοκιμές και διαγνώσεις·

ε)

διαθέτουν ή έχουν πρόσβαση σε επαρκή αριθμό κατάλληλα ειδικευμένων και έμπειρων υπαλλήλων για την αποτελεσματική και αποδοτική διενέργεια των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων·

στ)

διαθέτουν κατάλληλες και ορθά συντηρούμενες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό, ώστε να εξασφαλίζεται ότι το προσωπικό μπορεί να διενεργεί αποτελεσματικά και αποδοτικά τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες·

ζ)

διαθέτουν τις νομικές εξουσίες για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων, καθώς και για την ανάληψη της δράσης που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό και στους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες·

η)

θεσπίζουν νομικές διαδικασίες για να διασφαλίζουν ότι το προσωπικό έχει πρόσβαση στους χώρους και στα έγγραφα των υπευθύνων επιχειρήσεων, έτσι ώστε να μπορεί να εκτελεί σωστά τα καθήκοντά του·

θ)

καταρτίζουν σχέδια έκτακτης ανάγκης και είναι προετοιμασμένες για να εφαρμόσουν τα σχέδια αυτά σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, εφόσον είναι σκόπιμο σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

2.   Οι διορισμοί επίσημων κτηνιάτρων πρέπει να γίνονται γραπτώς και να προσδιορίζουν τους επίσημους ελέγχους, τις άλλες επίσημες δραστηριότητες και τα σχετικά καθήκοντα για τα οποία γίνεται ο διορισμός. Οι απαιτήσεις που επιβάλλονται σχετικά με το προσωπικό των αρμόδιων αρχών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης να μην υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων, ισχύουν για όλους τους επίσημους κτηνιάτρους.

3.   Οι διορισμοί επίσημων υπαλλήλων φυτοϋγειονομικών υπηρεσιών πρέπει να γίνονται γραπτώς και να προσδιορίζουν τους επίσημους ελέγχους, τις άλλες επίσημες δραστηριότητες και τα σχετικά καθήκοντα για τα οποία γίνεται ο διορισμός. Οι επιβαλλόμενες απαιτήσεις σχετικά με το προσωπικό των αρμόδιων αρχών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης να μην υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων, ισχύουν για όλους τους επίσημους υπαλλήλους φυτοϋγειονομικών υπηρεσιών.

4.   Το προσωπικό που διενεργεί τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες:

α)

λαμβάνει στον τομέα της αρμοδιότητάς του κατάλληλη κατάρτιση που να του επιτρέπει να ασκεί τα καθήκοντά του με επάρκεια και να διενεργεί τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες με συνεπή τρόπο·

β)

τηρείται ενήμερο των εξελίξεων στον τομέα της αρμοδιότητάς του και λαμβάνει τακτικά πρόσθετη κατάρτιση αναλόγως των απαιτήσεων· και

γ)

λαμβάνει κατάρτιση σχετικά με τα θέματα που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ κεφάλαιο Ι και σχετικά με τις υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, κατά περίπτωση.

Οι αρμόδιες αρχές, οι αρχές ελέγχου βιολογικών προϊόντων και τα εξουσιοδοτημένα όργανα αναπτύσσουν και υλοποιούν προγράμματα κατάρτισης με σκοπό να διασφαλίζουν ότι το προσωπικό που διενεργεί επίσημους ελέγχους και άλλες επίσημες δραστηριότητες λαμβάνει την κατάρτιση που αναφέρεται στα στοιχεία α), β) και γ).

5.   Εάν εντός των υπηρεσιών της αρμόδιας αρχής περισσότερες της μίας μονάδες είναι αρμόδιες για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων ή των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων, διασφαλίζονται ο αποδοτικός και αποτελεσματικός συντονισμός και η συνεργασία μεταξύ των διαφόρων μονάδων.

Άρθρο 6

Συστηματικές επιθεωρήσεις που διενεργούν οι αρμόδιες αρχές

1.   Προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωσή τους με τον παρόντα κανονισμό, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν εσωτερικές συστηματικές επιθεωρήσεις ή αναθέτουν σε τρίτους τη διενέργεια συστηματικών επιθεωρήσεων σε αυτές, λαμβάνουν δε κατάλληλα μέτρα βάσει των αποτελεσμάτων των εν λόγω συστηματικών επιθεωρήσεων.

2.   Οι συστηματικές επιθεωρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπόκεινται σε ανεξάρτητο έλεγχο και διενεργούνται με διαφάνεια.

Άρθρο 7

Δικαίωμα προσφυγής

Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 55, το άρθρο 66 παράγραφοι 3 και 6, το άρθρο 67, το άρθρο 137 παράγραφος 3 στοιχείο β) και το άρθρο 138 παράγραφοι 1 και 2 σχετικά με φυσικά ή νομικά πρόσωπα υπόκεινται στο δικαίωμα προσφυγής των προσώπων αυτών σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Το δικαίωμα προσφυγής δεν θίγει την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να λαμβάνουν χωρίς καθυστέρηση μέτρα για την εξάλειψη ή τον περιορισμό των κινδύνων για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Άρθρο 8

Υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας των αρμόδιων αρχών

1.   Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 3, οι πληροφορίες που λαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων δεν αποκαλύπτονται σε τρίτους όταν, σύμφωνα με την εθνική ή ενωσιακή νομοθεσία, καλύπτονται από τη φύση τους από επαγγελματικό απόρρητο.

Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη θέσπιση κατάλληλων υποχρεώσεων περί εμπιστευτικότητας για το προσωπικό και άλλα άτομα που απασχολούνται κατά τη διάρκεια των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων.

2.   Η παράγραφος 1 ισχύει επίσης για τις αρχές ελέγχου βιολογικών προϊόντων, για τα εξουσιοδοτημένα όργανα και τα φυσικά πρόσωπα στα οποία έχουν ανατεθεί ειδικά καθήκοντα επίσημων ελέγχων και για τα επίσημα εργαστήρια.

3.   Εκτός εάν υπάρχει ανώτερο δημόσιο συμφέρον που να δικαιολογεί την αποκάλυψη πληροφοριών που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 και με την επιφύλαξη καταστάσεων στις οποίες η αποκάλυψη είναι υποχρεωτική βάσει της ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας, οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν πληροφορίες των οποίων η αποκάλυψη θα μπορούσε να υπονομεύσει:

α)

τον σκοπό των επιθεωρήσεων, των ερευνών ή των συστηματικών επιθεωρήσεων·

β)

την προστασία των εμπορικών συμφερόντων υπευθύνου επιχείρησης ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου· ή

γ)

την προστασία των δικαστικών διαδικασιών και της παροχής νομικών συμβουλών.

4.   Οι αρμόδιες αρχές, όταν αποφασίζουν κατά πόσον η αποκάλυψη πληροφοριών που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο σύμφωνα με την παράγραφο 1 εξυπηρετεί υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, ενδεχόμενους κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών ή για το περιβάλλον, και τη φύση, τη σοβαρότητα και την έκταση των κινδύνων αυτών.

5.   Οι υποχρεώσεις περί εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στο παρόν άρθρο δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να δημοσιεύουν ή να δημοσιοποιούν με άλλον τρόπο πληροφορίες σχετικά με το αποτέλεσμα επίσημων ελέγχων που αφορούν μεμονωμένους υπευθύνους επιχειρήσεων, υπό την προϋπόθεση, με την επιφύλαξη καταστάσεων στις οποίες η αποκάλυψη είναι υποχρεωτική βάσει της ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας, ότι πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α)

παρέχεται στον εν λόγω υπεύθυνο επιχείρησης η δυνατότητα να σχολιάσει τις πληροφορίες που η αρμόδια αρχή προτίθεται να δημοσιεύσει, ή να δημοσιοποιήσει με άλλον τρόπο, πριν από τη δημοσίευση ή την κοινοποίησή τους, λαμβάνοντας υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης· και

β)

οι πληροφορίες που δημοσιεύονται ή δημοσιοποιούνται με άλλον τρόπο λαμβάνουν υπόψη τα σχόλια του υπευθύνου επιχείρησης ή δημοσιεύονται ή κοινοποιούνται συνοδευόμενες από τα εν λόγω σχόλια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Επίσημοι έλεγχοι

Τμήμα I

Γενικές απαιτήσεις

Άρθρο 9

Γενικοί κανόνες για τους επίσημους ελέγχους

1.   Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν τακτικά επίσημους ελέγχους σε όλους τους υπευθύνους επιχειρήσεων με βάση τον κίνδυνο και με κατάλληλη συχνότητα, λαμβάνοντας υπόψη τα εξής:

α)

τον κίνδυνο που έχει εντοπισθεί και συνδέεται με:

i)

τα ζώα και τα αγαθά·

ii)

τις δραστηριότητες υπό τον έλεγχο των υπευθύνων επιχειρήσεων·

iii)

τον τόπο όπου πραγματοποιούνται οι δραστηριότητες ή εργασίες των υπευθύνων επιχειρήσεων·

iv)

τη χρήση προϊόντων, διεργασιών, υλικών ή ουσιών που ενδέχεται να επηρεάσουν την ασφάλεια, την ακεραιότητα και τη θρεπτικότητα των τροφίμων ή των ζωοτροφών, την υγεία ή την καλή μεταχείριση των ζώων, την υγεία των φυτών ή, στην περίπτωση ΓΤΟ και φυτοπροστατευτικών προϊόντων, που ενδέχεται να έχουν επίσης δυσμενή επίπτωση στο περιβάλλον·

β)

κάθε πληροφορία που υποδεικνύει ότι οι καταναλωτές ενδέχεται να παραπλανηθούν, ιδίως ως προς τη φύση, την ταυτότητα, τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διατηρησιμότητα, τη χώρα καταγωγής ή τον τόπο προέλευσης, τη μέθοδο παρασκευής ή παραγωγής των τροφίμων·

γ)

το ιστορικό των υπευθύνων επιχειρήσεων όσον αφορά τα αποτελέσματα των επίσημων ελέγχων που διενεργήθηκαν σε αυτούς και τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

δ)

την αξιοπιστία και τα αποτελέσματα των ιδίων ελέγχων που έχουν διενεργήσει οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ή ένα τρίτο μέρος κατόπιν αιτήματός τους, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των ιδιωτικών συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας, με σκοπό την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες· και

ε)

οποιαδήποτε πληροφορία ενδέχεται να υποδηλώνει μη συμμόρφωση με τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες.

2.   Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν επίσημους ελέγχους τακτικά, με την κατάλληλη συχνότητα η οποία καθορίζεται με βάση τον κίνδυνο, για τον εντοπισμό ενδεχόμενων σκόπιμων παραβάσεων των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, οι οποίες πραγματοποιούνται μέσω δόλιων ή παραπλανητικών πρακτικών, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που αφορούν τέτοιες παραβάσεις τα οποία κοινοποιούνται μέσω των μηχανισμών διοικητικής συνδρομής που προβλέπονται στα άρθρα 102 έως 108, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που υποδεικνύει το ενδεχόμενο τέτοιων παραβάσεων.

3.   Οι επίσημοι έλεγχοι που διενεργούνται πριν από τη διάθεση στην αγορά ή τις μετακινήσεις ορισμένων ζώων και αγαθών με σκοπό την έκδοση των επίσημων πιστοποιητικών ή των επίσημων βεβαιώσεων που απαιτούνται από τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες ως προϋπόθεση για τη διάθεση στην αγορά ή τις μετακινήσεις των ζώων ή των αγαθών διενεργούνται σύμφωνα με τα δύο ακόλουθα στοιχεία:

α)

τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

β)

τις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τα άρθρα 18 έως 27.

4.   Οι επίσημοι έλεγχοι διενεργούνται χωρίς προειδοποίηση, εκτός αν η προειδοποίηση είναι απαραίτητη και πλήρως δικαιολογημένη για τη διενέργεια του επίσημου ελέγχου. Όσον αφορά τους επίσημους ελέγχους ύστερα από αίτημα του υπευθύνου επιχείρησης, η αρμόδια αρχή μπορεί να αποφασίσει αν οι επίσημοι έλεγχοι πρόκειται να πραγματοποιηθούν με ή χωρίς προειδοποίηση. Η διενέργεια επίσημων ελέγχων με προειδοποίηση δεν αποκλείει τη διενέργεια επίσημων ελέγχων χωρίς προειδοποίηση.

5.   Οι επίσημοι έλεγχοι διενεργούνται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο που περιορίζει στο ελάχιστο αναγκαίο τη διοικητική επιβάρυνση και την παρεμπόδιση των εργασιών για τους υπευθύνους επιχείρησης, χωρίς ωστόσο ο τρόπος αυτός να επηρεάζει αρνητικά την αποτελεσματικότητα του ελέγχου.

6.   Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν επίσημους ελέγχους με τον ίδιο τρόπο, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την ανάγκη να προσαρμοστούν οι έλεγχοι σε συγκεκριμένες καταστάσεις, ανεξάρτητα από το αν τα ελεγχόμενα ζώα και αγαθά:

α)

διατίθενται στην αγορά της Ένωσης, είτε προερχόμενα από το κράτος μέλος στο οποίο διενεργούνται οι επίσημοι έλεγχοι είτε από άλλο κράτος μέλος·

β)

πρόκειται να εξαχθούν από την Ένωση· ή

γ)

εισέρχονται στην Ένωση.

7.   Στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαίο για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων, τα κράτη μέλη προορισμού μπορούν να απαιτούν από τους υπευθύνους επιχειρήσεων στους οποίους παραδίδονται ζώα ή αγαθά από άλλο κράτος μέλος να αναφέρουν την άφιξη τέτοιων ζώων ή αγαθών.

Άρθρο 10

Υπεύθυνοι επιχειρήσεων, διεργασίες και δραστηριότητες που υπόκεινται σε επίσημους ελέγχους

1.   Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν επίσημους ελέγχους:

α)

στα ζώα και τα αγαθά σε οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, της μεταποίησης, της διανομής και της χρήσης·

β)

σε ουσίες, υλικά ή άλλα αντικείμενα τα οποία μπορούν να επηρεάσουν τα χαρακτηριστικά ή την υγεία των ζώων και των αγαθών, καθώς και στη συμμόρφωσή τους με τις ισχύουσες απαιτήσεις, σε οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, της μεταποίησης, της διανομής και της χρήσης·

γ)

στους υπευθύνους επιχειρήσεων όσον αφορά τις δραστηριότητες που περιλαμβάνουν τη φύλαξη των ζώων, τον εξοπλισμό, τα μέσα μεταφοράς, τα κτίρια και άλλους χώρους υπό τον έλεγχό τους, και τον περίγυρό τους, και στα σχετικά έγγραφα τεκμηρίωσης.

2.   Με την επιφύλαξη των κανόνων σχετικά με τους υπάρχοντες καταλόγους ή μητρώα που τηρούνται βάσει των αναφερόμενων στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνων, οι αρμόδιες αρχές συντάσσουν και τηρούν ενημερωμένο κατάλογο των υπευθύνων επιχειρήσεων. Στις περιπτώσεις που τέτοιος κατάλογος ή μητρώο υφίσταται ήδη για άλλους σκοπούς, μπορεί να χρησιμοποιείται και για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

3.   Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τον καθορισμό των κατηγοριών υπευθύνων επιχειρήσεων που απαλλάσσονται από τον κατάλογο των υπευθύνων επιχειρήσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, στις περιπτώσεις που η καταχώρισή τους θα αποτελούσε δυσανάλογο διοικητικό φόρτο γι’ αυτούς σε σχέση με τον κίνδυνο που σχετίζεται με τις δραστηριότητές τους.

Άρθρο 11

Διαφάνεια των επίσημων ελέγχων

1.   Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν επίσημους ελέγχους με υψηλό βαθμό διαφάνειας και, τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, κοινοποιούν, συμπεριλαμβανομένης της δημοσίευσης στο διαδίκτυο, τις σχετικές πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση και τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων.

Διασφαλίζουν επίσης την τακτική και έγκαιρη δημοσίευση πληροφοριών σχετικά με τα εξής:

α)

το είδος, τον αριθμό και τα αποτελέσματα των επίσημων ελέγχων·

β)

το είδος και τον αριθμό των περιπτώσεων μη συμμόρφωσης που εντοπίζονται·

γ)

το είδος και τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες ελήφθησαν μέτρα από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 138· και

δ)

το είδος και τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες επιβλήθηκαν οι κυρώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 139.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο δεύτερο εδάφιο στοιχεία α) έως δ) μπορούν να παρέχονται, κατά περίπτωση, μέσω της δημοσίευσης της ετήσιας έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 1.

2.   Οι αρμόδιες αρχές θεσπίζουν διαδικασίες ώστε να εξασφαλιστεί ότι διορθώνονται κατάλληλα όλες οι ανακρίβειες στις πληροφορίες που διατίθενται στο κοινό.

3.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να δημοσιεύουν ή να δημοσιοποιούν με άλλον τρόπο πληροφορίες σχετικά με την κατάταξη των επιμέρους υπευθύνων επιχειρήσεων βάσει των αποτελεσμάτων ενός ή περισσότερων επίσημων ελέγχων, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α)

τα κριτήρια κατάταξης είναι αντικειμενικά, διαφανή και δημοσιοποιημένα· και

β)

έχουν θεσπιστεί κατάλληλες ρυθμίσεις για να διασφαλίζεται η διενέργεια της διαδικασίας κατάταξης με δίκαιο, συνεπή και διαφανή τρόπο.

Άρθρο 12

Τεκμηριωμένες διαδικασίες ελέγχου

1.   Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν επίσημους ελέγχους σύμφωνα με τεκμηριωμένες διαδικασίες.

Οι διαδικασίες αυτές καλύπτουν τα θεματικά πεδία για διαδικασίες ελέγχου που καθορίζονται στο κεφάλαιο ΙΙ του παραρτήματος ΙΙ και περιλαμβάνουν οδηγίες για το προσωπικό που διενεργεί τους επίσημους ελέγχους.

2.   Οι αρμόδιες αρχές θεσπίζουν διαδικασίες επαλήθευσης του ελέγχου.

3.   Οι αρμόδιες αρχές:

α)

λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες οι διαδικασίες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 εντοπίζουν ελλείψεις· και

β)

επικαιροποιούν, όπως απαιτείται, τις τεκμηριωμένες διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4.   Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 ισχύουν επίσης για τα εξουσιοδοτημένα όργανα και τις αρχές ελέγχου βιολογικών προϊόντων.

Άρθρο 13

Γραπτά αρχεία σχετικά με τους επίσημους ελέγχους

1.   Οι αρμόδιες αρχές καταρτίζουν γραπτά αρχεία για κάθε επίσημο έλεγχο που διενεργούν. Τα εν λόγω αρχεία δύνανται να τηρούνται εγγράφως ή ηλεκτρονικά.

Τα εν λόγω αρχεία περιέχουν:

α)

περιγραφή του σκοπού των επίσημων ελέγχων·

β)

τις μεθόδους ελέγχου που χρησιμοποιήθηκαν·

γ)

τα αποτελέσματα των επίσημων ελέγχων· και

δ)

όπου απαιτείται, τα μέτρα που πρέπει να λάβει ο υπεύθυνος επιχείρησης κατ’ απαίτηση των αρμόδιων αρχών ως αποτέλεσμα των επίσημων ελέγχων που διενήργησαν.

2.   Εκτός αν απαιτείται άλλως για τους σκοπούς δικαστικών ερευνών ή για την προστασία δικαστικών διαδικασιών, παρέχεται στους υπευθύνους επιχειρήσεων που υπόκεινται σε επίσημο έλεγχο, κατόπιν αιτήματός τους, αντίγραφο των γραπτών αρχείων το οποίο προβλέπεται στην παράγραφο 1, εκτός αν έχει εκδοθεί επίσημο πιστοποιητικό ή επίσημη βεβαίωση. Ο υπεύθυνος επιχείρησης ενημερώνεται αμέσως και γραπτώς από τις αρμόδιες αρχές σχετικά με οποιαδήποτε περίπτωση μη συμμόρφωσης εντοπίστηκε από τους επίσημους ελέγχους.

3.   Στην περίπτωση που οι επίσημοι έλεγχοι απαιτούν τη συνεχή ή τακτική παρουσία μελών του προσωπικού ή αντιπροσώπων των αρμόδιων αρχών στους χώρους του υπευθύνου επιχείρησης, τα γραπτά αρχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 1 τηρούνται με τέτοια συχνότητα που να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές και στον υπεύθυνο επιχείρησης:

α)

να ενημερώνονται τακτικά σχετικά με το επίπεδο συμμόρφωσης· και

β)

να ενημερώνονται ταχέως για κάθε περίπτωση μη συμμόρφωσης που εντοπίζουν οι επίσημοι έλεγχοι.

4.   Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 ισχύουν επίσης για τα εξουσιοδοτημένα όργανα, τις αρχές ελέγχου βιολογικών προϊόντων και τα φυσικά πρόσωπα στα οποία έχουν ανατεθεί ορισμένα καθήκοντα επίσημου ελέγχου.

Άρθρο 14

Μέθοδοι και τεχνικές για επίσημους ελέγχους

Οι επίσημοι έλεγχοι, μέθοδοι και τεχνικές περιλαμβάνουν τα εξής κατά περίπτωση:

α)

εξέταση των ελέγχων που έχουν θεσπίσει οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων και των αποτελεσμάτων που προκύπτουν·

β)

επιθεώρηση:

i)

του εξοπλισμού, των μέσων μεταφοράς, των κτιρίων και άλλων χώρων υπό τον έλεγχό τους, και του περίγυρού τους·

ii)

των ζώων και των αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των ημιτελών προϊόντων, των πρώτων υλών, των συστατικών, των βοηθητικών μέσων επεξεργασίας και άλλων προϊόντων που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή και την παραγωγή αγαθών ή για τη διατροφή ή τη θεραπεία των ζώων·

iii)

των προϊόντων και των διεργασιών καθαρισμού και συντήρησης·

iv)

της ιχνηλασιμότητας, της επισήμανσης, της παρουσίασης, της διαφήμισης και των σχετικών υλικών συσκευασίας, συμπεριλαμβανομένων των υλικών που πρόκειται να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα·

γ)

ελέγχους σχετικά με τις συνθήκες υγιεινής στους χώρους των υπευθύνων επιχειρήσεων·

δ)

αξιολόγηση των διαδικασιών που αφορούν τις ορθές βιομηχανικές πρακτικές, τις ορθές πρακτικές υγιεινής, τις ορθές γεωργικές πρακτικές και των διαδικασιών που βασίζονται στις αρχές του συστήματος ανάλυσης παραγόντων κινδύνου και κρίσιμων σημείων ελέγχου (hazard analysis critical control points — «HACCP»)·

ε)

εξέταση των εγγράφων, των αρχείων ιχνηλασιμότητας και άλλων αρχείων τα οποία ενδέχεται να έχουν σημασία για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των συνοδευτικών εγγράφων για τα τρόφιμα, τις ζωοτροφές και κάθε ουσία ή υλικό που εισέρχεται στις εγκαταστάσεις ή εξέρχεται από αυτές·

στ)

συνεντεύξεις με τους υπευθύνους επιχειρήσεων και το προσωπικό τους·

ζ)

την επαλήθευση των μετρήσεων που καταγράφει ο υπεύθυνος επιχείρησης και άλλων αποτελεσμάτων δοκιμών·

η)

δειγματοληψία, ανάλυση, διάγνωση και δοκιμές·

θ)

συστηματικές επιθεωρήσεις των υπευθύνων επιχειρήσεων·

ι)

οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα απαιτείται για τον εντοπισμό περιπτώσεων μη συμμόρφωσης.

Άρθρο 15

Υποχρεώσεις των υπευθύνων επιχειρήσεων

1.   Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων ή των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων, όταν τους ζητείται από τις αρμόδιες αρχές, παρέχουν στο προσωπικό των αρμόδιων αρχών πρόσβαση:

α)

στον εξοπλισμό, στα μέσα μεταφοράς, στα κτίρια και σε άλλους χώρους υπό τον έλεγχό τους, και τον περίγυρό τους·

β)

στα μηχανογραφικά συστήματα διαχείρισης πληροφοριών που διαθέτουν·

γ)

στα ζώα και στα αγαθά που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους·

δ)

στα έγγραφά τους και σε κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία.

2.   Κατά τη διάρκεια των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων επικουρούν και συνεργάζονται με το προσωπικό των αρμόδιων αρχών και των αρχών ελέγχου βιολογικών προϊόντων στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.

3.   Ο υπεύθυνος επιχείρησης που φέρει την ευθύνη για ένα φορτίο το οποίο εισέρχεται στην Ένωση, εκτός από τις υποχρεώσεις βάσει των παραγράφων 1 και 2, παρέχει εγγράφως ή ηλεκτρονικά και χωρίς καθυστέρηση κάθε πληροφορία σχετικά με τα ζώα και τα αγαθά.

4.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των υπευθύνων επιχειρήσεων και των αρμόδιων αρχών σε ό,τι αφορά την άφιξη και την εκφόρτωση των ζώων και των αγαθών που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 όταν είναι απαραίτητο για να εξασφαλιστεί η πλήρης ταυτοποίησή τους και η αποτελεσματική διενέργεια των επίσημων ελέγχων των εν λόγω ζώων και αγαθών. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

5.   Για τους σκοπούς του άρθρου 10 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη του άρθρου 10 παράγραφος 3, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τουλάχιστον τα ακόλουθα επικαιροποιημένα στοιχεία:

α)

το όνομα και τη νομική μορφή τους· και

β)

τις συγκεκριμένες δραστηριότητες που πραγματοποιούν, μεταξύ άλλων δραστηριότητες που αναλαμβάνονται με μεθόδους εξ αποστάσεως επικοινωνίας, και τους χώρους που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους.

6.   Οι υποχρεώσεις των υπευθύνων επιχειρήσεων που ορίζονται στο παρόν άρθρο ισχύουν επίσης στην περίπτωση που οι επίσημοι έλεγχοι και οι άλλες επίσημες δραστηριότητες πραγματοποιούνται από επίσημους κτηνιάτρους, επίσημους υπαλλήλους φυτοϋγειονομικών υπηρεσιών, εξουσιοδοτημένα όργανα, αρχές ελέγχου και φυσικά πρόσωπα στα οποία έχουν ανατεθεί ορισμένα καθήκοντα επίσημου ελέγχου ή ορισμένα καθήκοντα που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες.

Τμήμα II

Πρόσθετες απαιτήσεις για επίσημους ελέγχους και άλλες επίσημες δραστηριότητες σε ορισμένους τομείς

Άρθρο 16

Πρόσθετες απαιτήσεις

1.   Στους τομείς που ρυθμίζονται από τους κανόνες που προβλέπονται στο παρόν τμήμα οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται επιπροσθέτως των υπολοίπων κανόνων του παρόντος κανονισμού.

2.   Όταν η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και εκτελεστικές πράξεις όπως προβλέπεται στο παρόν τμήμα, λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:

α)

την πείρα που έχουν αποκομίσει οι αρμόδιες αρχές και οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων και ζωοτροφών κατά την εφαρμογή των διαδικασιών που αναφέρονται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (52) και στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (53)·

β)

τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις·

γ)

τις προσδοκίες των καταναλωτών όσον αφορά τη σύνθεση των τροφίμων και τις αλλαγές στα πρότυπα κατανάλωσης τροφίμων·

δ)

τους κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών που σχετίζονται με τα ζώα και τα αγαθά· και

ε)

τις πληροφορίες σχετικά με τις πιθανές σκόπιμες παραβάσεις που διαπράττονται μέσω δόλιων ή παραπλανητικών πρακτικών.

3.   Όταν η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και εκτελεστικές πράξεις όπως προβλέπεται στο παρόν τμήμα, και στον βαθμό που κάτι τέτοιο δεν εμποδίζει την επίτευξη των στόχων τους οποίους επιδιώκουν οι κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, λαμβάνει επίσης υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

την ανάγκη να διευκολυνθεί η εφαρμογή των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και των εκτελεστικών πράξεων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και το μέγεθος των μικρών επιχειρήσεων·

β)

την ανάγκη να καταστεί δυνατή η συνέχιση της χρήσης παραδοσιακών μεθόδων σε οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, της μεταποίησης ή της διανομής τροφίμων και της παραγωγής παραδοσιακών τροφίμων· και

γ)

τις ανάγκες των υπευθύνων επιχειρήσεων που βρίσκονται σε περιοχές οι οποίες υπόκεινται σε ειδικούς γεωγραφικούς περιορισμούς.

Άρθρο 17

Ειδικοί ορισμοί

Για τους σκοπούς του άρθρου 18:

α)

«υπό την ευθύνη του επίσημου κτηνιάτρου» σημαίνει ότι ο επίσημος κτηνίατρος αναθέτει τη διενέργεια μιας πράξης σε επίσημο βοηθό·

β)

«υπό την εποπτεία του επίσημου κτηνιάτρου» σημαίνει ότι μια πράξη διενεργείται από επίσημο βοηθό υπό την ευθύνη του επίσημου κτηνιάτρου, και ο επίσημος κτηνίατρος είναι παρών στους χώρους για όσο χρόνο είναι απαραίτητος για τη διενέργεια της πράξης αυτής·

γ)

«επιθεώρηση πριν από τη σφαγή» σημαίνει την εξακρίβωση, πριν από τη σφαγή, της τήρησης των απαιτήσεων υγείας των ανθρώπων και των ζώων και καλής μεταχείρισης των ζώων, συμπεριλαμβανομένης κατά περίπτωση της κλινικής εξέτασης κάθε ζώου ατομικά, καθώς και την εξακρίβωση των πληροφοριών για την τροφική αλυσίδα όπως αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙ τμήμα ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004·

δ)

«επιθεώρηση μετά τη σφαγή» σημαίνει την εξακρίβωση στο σφαγείο ή στις εγκαταστάσεις χειρισμού θηραμάτων της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ισχύουν για:

i)

τα σφάγια όπως ορίζονται στο παράρτημα Ι σημείο 1.9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004 και τα εντόσθια όπως ορίζονται στο σημείο 1.11 του εν λόγω παραρτήματος, με σκοπό να αποφασιστεί αν το κρέας είναι κατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση·

ii)

την ασφαλή αφαίρεση ειδικού υλικού κινδύνου· και

iii)

την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων.

Άρθρο 18

Ειδικοί κανόνες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές όσον αφορά την παραγωγή προϊόντων ζωικής προέλευσης που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση

1.   Οι επίσημοι έλεγχοι που διενεργούνται για να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τους κανόνες οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού σε σχέση με προϊόντα ζωικής προέλευσης που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση περιλαμβάνουν την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται, ανάλογα με την περίπτωση, στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 852/2004, (ΕΚ) αριθ. 853/2004, (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 και (ΕΚ) αριθ. 1099/2009.

2.   Οι επίσημοι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και που διενεργούνται σε σχέση με την παραγωγή κρέατος περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

την επιθεώρηση πριν από τη σφαγή, που πραγματοποιείται στο σφαγείο από επίσημο κτηνίατρο, ο οποίος σε ό,τι αφορά την προεπιλογή ζώων μπορεί να επικουρείται από επίσημους βοηθούς καταρτισμένους για τον σκοπό αυτό·

β)

κατά παρέκκλιση από το στοιχείο α), όσον αφορά τα πουλερικά και τα λαγόμορφα, την επιθεώρηση πριν από τη σφαγή, που πραγματοποιείται από επίσημο κτηνίατρο, υπό την εποπτεία του επίσημου κτηνιάτρου ή, όταν υπάρχουν επαρκείς εγγυήσεις, υπό την ευθύνη του επίσημου κτηνιάτρου·

γ)

την επιθεώρηση μετά τη σφαγή, που πραγματοποιείται από επίσημο κτηνίατρο, υπό την εποπτεία του επίσημου κτηνιάτρου ή, όταν υπάρχουν επαρκείς εγγυήσεις, υπό την ευθύνη του επίσημου κτηνιάτρου·

δ)

τους λοιπούς επίσημους ελέγχους που διενεργούνται στα σφαγεία, τα εργαστήρια τεμαχισμού και τις εγκαταστάσεις χειρισμού θηραμάτων από επίσημο κτηνίατρο, υπό την εποπτεία του επίσημου κτηνιάτρου ή, όταν υπάρχουν επαρκείς εγγυήσεις, υπό την ευθύνη του επίσημου κτηνιάτρου για να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται όσον αφορά:

i)

την υγιεινή της παραγωγής κρέατος·

ii)

την παρουσία καταλοίπων κτηνιατρικών φαρμάκων και προσμείξεων στα προϊόντα ζωικής προέλευσης που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση·

iii)

τις συστηματικές επιθεωρήσεις ορθής υγιεινής πρακτικής και διαδικασιών που βασίζονται στις αρχές HACCP·

iv)

τις εργαστηριακές δοκιμές για την ανίχνευση της παρουσίας ζωονοσογόνων παραγόντων και νόσων των ζώων και για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με το μικροβιολογικό κριτήριο όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2073/2005 της Επιτροπής (54)·

v)

τον χειρισμό και τη διάθεση ζωικών υποπροϊόντων και υλικών ειδικού κινδύνου·

vi)

την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων.

3.   Η αρμόδια αρχή μπορεί, βάσει ανάλυσης κινδύνου, να επιτρέπει στο προσωπικό των σφαγείων να βοηθά στην εκτέλεση των καθηκόντων που σχετίζονται με τους επίσημους ελέγχους τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 2 σε εγκαταστάσεις σφαγής πουλερικών ή λαγόμορφων ή, σε εγκαταστάσεις σφαγής ζώων άλλων ειδών, να εκτελεί συγκεκριμένα καθήκοντα δειγματοληψίας και δοκιμών που αφορούν τέτοιους ελέγχους, υπό τον όρο ότι τα μέλη του προσωπικού:

α)

δρουν ανεξάρτητα από το προσωπικό παραγωγής του σφαγείου·

β)

έχουν λάβει την κατάλληλη κατάρτιση για την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων· και

γ)

εκτελούν τα καθήκοντα αυτά παρουσία του επίσημου κτηνιάτρου ή του επίσημου βοηθού και ακολουθώντας τις οδηγίες τους.

4.   Όταν οι επίσημοι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) και γ) δεν εντοπίσουν κάποια έλλειψη που θα καθιστούσε το κρέας ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση, η σφραγίδα καταλληλότητας τοποθετείται σε κατοικίδια οπληφόρα, εκτρεφόμενα θηλαστικά θηράματα εκτός από λαγόμορφα και μεγάλα άγρια θηράματα από τον επίσημο κτηνίατρο, υπό την εποπτεία του επίσημου κτηνιάτρου, υπό την ευθύνη του επίσημου κτηνιάτρου ή, υπό τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 3, από το προσωπικό του σφαγείου.

5.   Ο επίσημος κτηνίατρος παραμένει υπεύθυνος για τις αποφάσεις που λαμβάνονται ύστερα από τους επίσημους ελέγχους που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 4, ακόμα και αν η διενέργεια μιας πράξης ανατίθεται από αυτόν στον επίσημο βοηθό.

6.   Για τον σκοπό των επίσημων ελέγχων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και διενεργούνται σε ό,τι αφορά τα ζώντα δίθυρα μαλάκια, οι αρμόδιες αρχές ταξινομούν τις ζώνες παραγωγής και μετεγκατάστασης.

7.   Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό σχετικά με συγκεκριμένους κανόνες για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 6 του παρόντος άρθρου όσον αφορά:

α)

κριτήρια και προϋποθέσεις που καθορίζουν, κατά παρέκκλιση από το στοιχείο α) της παραγράφου 2, πότε η επιθεώρηση πριν από τη σφαγή σε ορισμένα σφαγεία μπορεί να πραγματοποιείται υπό την εποπτεία ή υπό την ευθύνη επίσημου κτηνιάτρου, υπό τον όρο ότι οι παρεκκλίσεις δεν θίγουν την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού·

β)

κριτήρια και προϋποθέσεις που καθορίζουν, όσον αφορά τα πουλερικά και τα λαγόμορφα, αν πληρούνται επαρκή εχέγγυα για τους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται υπό την ευθύνη επίσημου κτηνιάτρου όσον αφορά τις επιθεωρήσεις πριν από τη σφαγή που αναφέρονται στο στοιχείο β) της παραγράφου 2·

γ)

κριτήρια και προϋποθέσεις που καθορίζουν, κατά παρέκκλιση από το στοιχείο α) της παραγράφου 2, πότε η επιθεώρηση πριν από τη σφαγή μπορεί να πραγματοποιείται εκτός του σφαγείου σε περίπτωση επείγουσας σφαγής·

δ)

κριτήρια και προϋποθέσεις που καθορίζουν, κατά παρέκκλιση από τα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 2, πότε η επιθεώρηση πριν από τη σφαγή μπορεί να πραγματοποιείται στην εκμετάλλευση προέλευσης·

ε)

κριτήρια και προϋποθέσεις που καθορίζουν αν πληρούνται επαρκή εχέγγυα για τους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται υπό την ευθύνη επίσημου κτηνιάτρου όσον αφορά τις συστηματικές επιθεωρήσεις μετά τη σφαγή που αναφέρονται στα στοιχεία γ) και δ) της παραγράφου 2·

στ)

κριτήρια και προϋποθέσεις που καθορίζουν, κατά παρέκκλιση από το στοιχείο γ) της παραγράφου 2, πότε, σε περίπτωση επείγουσας σφαγής, η επιθεώρηση μετά τη σφαγή πραγματοποιείται από τον επίσημο κτηνίατρο·

ζ)

κριτήρια και προϋποθέσεις που καθορίζουν, σε ό,τι αφορά τα χτένια, τα θαλάσσια γαστερόποδα και τα ολοθουροειδή, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 6, πότε δεν ταξινομούνται οι ζώνες παραγωγής και μετεγκατάστασης·

η)

συγκεκριμένες παρεκκλίσεις για τους ταράνδους (Rangifer tarandus tarandus), τις βαλτοχιονόκοτες (Lagopus lagopus) και τις βουνοχιονόκοτες (Lagopus mutus) ώστε να συνεχιστούν τα μακροχρόνια τοπικά και παραδοσιακά έθιμα και πρακτικές, υπό τον όρο ότι οι παρεκκλίσεις δεν θίγουν την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού·

θ)

κριτήρια και προϋποθέσεις που καθορίζουν, κατά παρέκκλιση από το στοιχείο δ) της παραγράφου 2, πότε οι επίσημοι έλεγχοι στα εργαστήρια τεμαχισμού μπορούν να διενεργούνται από μέλη του προσωπικού που ορίζουν οι αρμόδιες αρχές για τον σκοπό αυτό και είναι κατάλληλα καταρτισμένα·

ι)

συγκεκριμένες ελάχιστες απαιτήσεις για το προσωπικό των αρμόδιων αρχών και τον επίσημο κτηνίατρο και τον επίσημο βοηθό, ώστε να εξασφαλιστεί η επαρκής εκτέλεση των καθηκόντων τους που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων συγκεκριμένων ελάχιστων απαιτήσεων κατάρτισης·

ια)

κατάλληλες ελάχιστες απαιτήσεις κατάρτισης για το προσωπικό του σφαγείου που βοηθά στην εκτέλεση των καθηκόντων τα οποία σχετίζονται με τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες σύμφωνα με την παράγραφο 3.

8.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή θεσπίζει ενιαίους κανόνες που καθιερώνουν πρακτικές ρυθμίσεις για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων οι οποίοι αναφέρονται στο παρόν άρθρο, σχετικά με:

α)

ειδικές απαιτήσεις για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων και την ενιαία ελάχιστη συχνότητα των εν λόγω επίσημων ελέγχων, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών παραγόντων κινδύνου και των κινδύνων που υφίστανται σε σχέση με κάθε προϊόν ζωικής προέλευσης και των διαφόρων επεξεργασιών στις οποίες υποβάλλεται, όταν απαιτείται ελάχιστο επίπεδο επίσημων ελέγχων για την αντιμετώπιση αναγνωρισμένων ενιαίων παραγόντων κινδύνου και κινδύνων που ενδέχεται να προκαλούν τα προϊόντα ζωικής προέλευσης·

β)

τις προϋποθέσεις για την ταξινόμηση και την παρακολούθηση ταξινομημένων ζωνών παραγωγής και μετεγκατάστασης για ζώντα δίθυρα μαλάκια·

γ)

τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές, σε ό,τι αφορά συγκεκριμένες μορφές μη συμμόρφωσης, πρέπει να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 137 παράγραφος 2 και στο άρθρο 138 παράγραφος 2·

δ)

τις πρακτικές ρυθμίσεις για τις επιθεωρήσεις πριν και μετά τη σφαγή που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 2, συμπεριλαμβανομένων των ενιαίων απαιτήσεων που είναι απαραίτητες για να εξασφαλιστεί ότι υπάρχουν επαρκείς εγγυήσεις όταν οι επίσημοι έλεγχοι διενεργούνται υπό την ευθύνη του επίσημου κτηνιάτρου·

ε)

τις τεχνικές απαιτήσεις της σφραγίδας καταλληλότητας και τις πρακτικές ρυθμίσεις της τοποθέτησής της·

στ)

ειδικές απαιτήσεις για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων και ενιαία ελάχιστη συχνότητα των εν λόγω επίσημων ελέγχων όσον αφορά το νωπό γάλα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα αλιευτικά προϊόντα, όταν απαιτείται ένα ελάχιστο επίπεδο επίσημων ελέγχων για την αντιμετώπιση αναγνωρισμένων ενιαίων παραγόντων κινδύνου και κινδύνων που μπορεί να ενέχουν.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

9.   Κατά τη συμμόρφωσή τους με τους στόχους του παρόντος κανονισμού, και ιδίως όσον αφορά τις απαιτήσεις περί ασφάλειας των τροφίμων, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν εθνικά μέτρα για την υλοποίηση πιλοτικών έργων περιορισμένου χρόνου και πεδίου εφαρμογής ώστε να αξιολογούν εναλλακτικές πρακτικές ρυθμίσεις για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων στην παραγωγή κρέατος. Τα εν λόγω εθνικά μέτρα πρέπει να κοινοποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 5 και 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535. Το αποτέλεσμα της αξιολόγησης που πραγματοποιείται μέσω των πιλοτικών έργων διαβιβάζεται στην Επιτροπή μόλις καταστεί διαθέσιμο.

10.   Για τους σκοπούς του άρθρου 30, επιτρέπεται η ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

Άρθρο 19

Ειδικοί κανόνες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές όσον αφορά τα κατάλοιπα σχετικών ουσιών σε τρόφιμα και ζωοτροφές

1.   Οι επίσημοι έλεγχοι για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχεία α) και γ) περιλαμβάνουν επίσημους ελέγχους που διενεργούνται σε οποιοδήποτε στάδιο παραγωγής, μεταποίησης και διανομής σε σχετικές ουσίες, συμπεριλαμβανομένων ουσιών προς χρήση στα υλικά που έρχονται σε επαφή με τα τρόφιμα, προσμείξεων, μη εγκεκριμένων, απαγορευμένων και ανεπιθύμητων ουσιών των οποίων η χρήση ή η παρουσία σε καλλιέργειες ή σε ζώα ή για την παραγωγή ή μεταποίηση τροφίμων ή ζωοτροφών ενδέχεται να οδηγήσει σε κατάλοιπα των εν λόγω ουσιών στα τρόφιμα ή τις ζωοτροφές.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση κανόνων για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και σχετικά με τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές σε συνέχεια των εν λόγω επίσημων ελέγχων. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

ειδικές απαιτήσεις για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, του φάσματος δειγμάτων και του σταδίου παραγωγής, μεταποίησης και διανομής κατά το οποίο πρόκειται να ληφθούν τα δείγματα σύμφωνα με τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη δειγματοληψία και τις εργαστηριακές αναλύσεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 34 παράγραφος 6 στοιχεία α) και β), λαμβανομένων υπόψη των ειδικών παραγόντων κινδύνου και κινδύνων που σχετίζονται με τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 ουσίες του παρόντος άρθρου·

β)

τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές σε σχέση με μη συμμόρφωση ή υπόνοια μη συμμόρφωσης πρέπει να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 137 παράγραφος 2 και στο άρθρο 138 παράγραφος 2·

γ)

τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές σε σχέση με μη συμμόρφωση ή υπόνοια μη συμμόρφωσης ζώων και αγαθών από τρίτες χώρες πρέπει να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 65 έως 72.

3.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει κανόνες που καθιερώνουν ενιαίες πρακτικές ρυθμίσεις για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο 1 και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές σε συνέχεια των εν λόγω επίσημων ελέγχων, όσον αφορά:

α)

ενιαία ελάχιστη συχνότητα των εν λόγω επίσημων ελέγχων, λαμβανομένων υπόψη των παραγόντων κινδύνου και των κινδύνων που σχετίζονται με τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 ουσίες·

β)

ειδικές πρόσθετες ρυθμίσεις και ειδικό πρόσθετο περιεχόμενο επιπλέον αυτών που προβλέπονται στο άρθρο 110, για την εκπόνηση των σχετικών τμημάτων του πολυετούς εθνικού σχεδίου ελέγχων (ΠΟΕΣΕ) που προβλέπεται στο άρθρο 109 παράγραφος 1·

γ)

ειδικές πρακτικές ρυθμίσεις για την ενεργοποίηση του μηχανισμού διοικητικής συνδρομής που προβλέπεται στα άρθρα 102 έως 108.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

4.   Για τους σκοπούς του άρθρου 30, επιτρέπεται η ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

Άρθρο 20

Ειδικοί κανόνες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές όσον αφορά τα ζώα, τα προϊόντα ζωικής προέλευσης, το ζωικό αναπαραγωγικό υλικό, τα ζωικά υποπροϊόντα και τα παράγωγα προϊόντα

1.   Οι επίσημοι έλεγχοι για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχεία α), γ), δ) και ε) περιλαμβάνουν επίσημους ελέγχους, που διενεργούνται σε οποιοδήποτε στάδιο παραγωγής, μεταποίησης και διανομής, στα ζώα, στα προϊόντα ζωικής προέλευσης, στο ζωικό αναπαραγωγικό υλικό, στα ζωικά υποπροϊόντα και στα παράγωγα προϊόντα.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση κανόνων για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων στα ζώα, στα προϊόντα ζωικής προέλευσης, στο ζωικό αναπαραγωγικό υλικό, στα ζωικά υποπροϊόντα και στα παράγωγα προϊόντα ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τους ενωσιακούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχεία δ) και ε), καθώς και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές σε συνέχεια των επίσημων ελέγχων. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

ειδικές απαιτήσεις για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων στα ζώα, στα προϊόντα ζωικής προέλευσης και στο ζωικό αναπαραγωγικό υλικό για την αντιμετώπιση αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνου και κινδύνων για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων μέσω επίσημων ελέγχων που διενεργούνται ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τα μέτρα πρόληψης και ελέγχου των νόσων τα οποία καθορίζονται σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο δ)·

β)

ειδικές απαιτήσεις για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων στα ζωικά υποπροϊόντα και στα παράγωγα προϊόντα για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων παραγόντων κινδύνου και κινδύνων για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων μέσω επίσημων ελέγχων που διενεργούνται ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ε)·

γ)

τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές σε σχέση με μη συμμόρφωση ή υπόνοια μη συμμόρφωσης πρέπει να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 137 παράγραφος 2 και στο άρθρο 138 παράγραφος 2.

3.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει κανόνες που καθιερώνουν ενιαίες πρακτικές ρυθμίσεις για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο 1, σχετικά με:

α)

ενιαία ελάχιστη συχνότητα των εν λόγω επίσημων ελέγχων στα ζώα, στα προϊόντα ζωικής προέλευσης και στο ζωικό αναπαραγωγικό υλικό, όταν απαιτείται ελάχιστο επίπεδο επίσημων ελέγχων για την αντιμετώπιση αναγνωρισμένων ενιαίων παραγόντων κινδύνου και κινδύνων για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων μέσω επίσημων ελέγχων που διενεργούνται ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τα μέτρα πρόληψης και ελέγχου των νόσων τα οποία καθορίζονται σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο δ)· και

β)

ενιαία ελάχιστη συχνότητα των εν λόγω επίσημων ελέγχων στα ζωικά υποπροϊόντα και στα παράγωγα προϊόντα, όταν απαιτείται ελάχιστο επίπεδο επίσημων ελέγχων για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων παραγόντων κινδύνου και κινδύνων για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων μέσω επίσημων ελέγχων που διενεργούνται ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ε).

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

4.   Για τους σκοπούς του άρθρου 30, επιτρέπεται η ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

Άρθρο 21

Ειδικοί κανόνες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές όσον αφορά τις απαιτήσεις για την καλή μεταχείριση των ζώων

1.   Οι επίσημοι έλεγχοι για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που προβλέπονται στο στοιχείο στ) του άρθρου 1 παράγραφος 2 διενεργούνται σε όλα τα σχετικά στάδια της παραγωγής, μεταποίησης και διανομής σε ολόκληρη την αγροδιατροφική αλυσίδα.

2.   Οι επίσημοι έλεγχοι για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που καθορίζουν απαιτήσεις για την καλή μεταχείριση των ζώων σε περίπτωση μεταφοράς τους, ιδίως με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2005, περιλαμβάνουν:

α)

στην περίπτωση ταξιδιών μεγάλης διάρκειας που πραγματοποιούνται μεταξύ κρατών μελών και με τρίτες χώρες, επίσημους ελέγχους που διενεργούνται πριν από τη φόρτωση για να ελέγχεται η καταλληλότητα των ζώων προς μεταφορά·

β)

στην περίπτωση ταξιδιών μεγάλης διάρκειας που πραγματοποιούνται μεταξύ των κρατών μελών και με τρίτες χώρες και αφορούν κατοικίδια ιπποειδή, πλην των καταχωρισμένων ιπποειδών, και κατοικίδια βοοειδή, αιγοπρόβατα και χοίρους, και πριν από τα εν λόγω ταξίδια:

i)

επίσημους ελέγχους των ημερολογίων ταξιδίου για να εξακριβωθεί ότι το ημερολόγιο ταξιδίου είναι ρεαλιστικό και ότι συμμορφώνεται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2005· και

ii)

επίσημους ελέγχους για να εξακριβωθεί ότι ο μεταφορέας που αναφέρεται στο ημερολόγιο ταξιδίου έχει έγκυρη άδεια μεταφορέα, πιστοποιητικό έγκρισης του μέσου μεταφοράς για ταξίδια μεγάλης διάρκειας και πιστοποιητικά επαγγελματικής ικανότητας των οδηγών και των συνοδών·

γ)

στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου που προβλέπονται στο άρθρο 59 παράγραφος 1 και στα σημεία εξόδου:

i)

επίσημους ελέγχους σχετικά με την καταλληλότητα των ζώων που μεταφέρονται και σχετικά με τα μέσα μεταφοράς ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με το παράρτημα Ι κεφάλαιο ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2005 και, κατά περίπτωση, με το κεφάλαιο VI του ιδίου παραρτήματος·

ii)

επίσημους ελέγχους για να εξακριβωθεί ότι οι μεταφορείς συμμορφώνονται με τις ισχύουσες διεθνείς συμφωνίες και ότι διαθέτουν έγκυρες άδειες μεταφορέα και πιστοποιητικά ικανότητας για οδηγούς και συνοδούς· και

iii)

επίσημους ελέγχους για να εξακριβωθεί εάν τα κατοικίδια ιπποειδή και τα κατοικίδια βοοειδή, αιγοπρόβατα και χοίροι έχουν μεταφερθεί ή πρόκειται να μεταφερθούν με ταξίδια μεγάλης διάρκειας.

3.   Κατά τη διενέργεια επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να αποτρέψουν ή να μειώσουν στο ελάχιστο τις καθυστερήσεις ανάμεσα στη φόρτωση των ζώων και την αναχώρησή τους ή στη διάρκεια της μεταφοράς.

Οι αρμόδιες αρχές δεν περιορίζουν την ελευθερία κινήσεων των ζώων στη διάρκεια της μεταφοράς, εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο για λόγους καλής μεταχείρισης των ζώων ή υγείας των ζώων ή των ανθρώπων. Αν πρέπει να περιοριστεί η ελευθερία κινήσεων των ζώων κατά τη μεταφορά για διάστημα μεγαλύτερο από δύο ώρες, οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι λαμβάνονται τα δέοντα μέτρα για την περιποίησή τους και, εάν χρειάζεται, για να τους παρέχεται τροφή και νερό, για να εκφορτώνονται και να σταβλίζονται.

4.   Όταν διαπιστωθεί μη συμμόρφωση ύστερα από τους επίσημους ελέγχους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) και δεν ληφθούν διορθωτικά μέτρα από τον διοργανωτή πριν από το ταξίδι μεγάλης διάρκειας με τις κατάλληλες αλλαγές των ρυθμίσεων μεταφοράς, οι αρμόδιες αρχές απαγορεύουν το εν λόγω ταξίδι μεγάλης διάρκειας.

5.   Όταν, μετά τους επίσημους ελέγχους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ), οι αρμόδιες αρχές διαπιστώσουν ότι τα ζώα δεν είναι σε θέση να ολοκληρώσουν το ταξίδι, δίνουν την εντολή τα ζώα να εκφορτωθούν, να τους παρασχεθεί νερό και τροφή και να αναπαυθούν, έως ότου είναι σε θέση να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

6.   Η κοινοποίηση σχετικά με τη μη συμμόρφωση με τους κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου για τους σκοπούς των άρθρων 105 και 106 απευθύνεται επίσης:

α)

στα κράτη μέλη που χορήγησαν την άδεια στον μεταφορέα·

β)

όταν εντοπιστεί μη συμμόρφωση με τέτοιον κανόνα που ισχύει για το μέσο μεταφοράς, στο κράτος μέλος που χορήγησε το πιστοποιητικό έγκρισης του μέσου μεταφοράς·

γ)

όταν εντοπιστεί μη συμμόρφωση με τέτοιον κανόνα που ισχύει για τον οδηγό, στο κράτος μέλος που εξέδωσε το πιστοποιητικό ικανότητας του οδηγού.

7.   Για τους σκοπούς του άρθρου 30, επιτρέπεται η ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

8.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση κανόνων για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τους ενωσιακούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο στ). Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο για την καλή μεταχείριση των ζώων που συνδέεται με δραστηριότητες εκτροφής και με τη μεταφορά, τη σφαγή και τη θανάτωση των ζώων και καθορίζουν κανόνες σχετικά με τα εξής:

α)

ειδικές απαιτήσεις για τη διενέργεια τέτοιων επίσημων ελέγχων για την αντιμετώπιση κινδύνου που συνδέεται με διαφορετικά είδη ζώων και μέσα μεταφοράς, καθώς και την ανάγκη να εμποδιστούν μη συμμορφούμενες πρακτικές και να περιοριστεί η ταλαιπωρία των ζώων·

β)

τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές, σε ό,τι αφορά συγκεκριμένες μορφές μη συμμόρφωσης, πρέπει να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 137 παράγραφος 2 και στο άρθρο 138 παράγραφος 2·

γ)

την εξακρίβωση των απαιτήσεων καλής μεταχείρισης των ζώων στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου και στα σημεία εξόδου και τις ελάχιστες απαιτήσεις που εφαρμόζονται στα εν λόγω σημεία εξόδου·

δ)

ειδικά κριτήρια και όρους για την ενεργοποίηση των μηχανισμών διοικητικής συνδρομής που προβλέπεται στα άρθρα 102 έως 108·

ε)

τις περιπτώσεις και τις συνθήκες στις οποίες οι επίσημοι έλεγχοι για να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις καλής μεταχείρισης των ζώων μπορούν να περιλαμβάνουν τη χρήση ειδικών δεικτών καλής μεταχείρισης των ζώων που να βασίζονται σε μετρήσιμα κριτήρια επίδοσης, καθώς και τον σχεδιασμό τέτοιων δεικτών με βάση επιστημονικά και τεχνικά αποδεικτικά στοιχεία.

9.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή καθορίζει κανόνες για ενιαίες πρακτικές ρυθμίσεις για τους επίσημους ελέγχους οι οποίοι διενεργούνται ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τους ενωσιακούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο στ) για τη θέσπιση απαιτήσεων σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων και τις ενέργειες που πραγματοποιούν οι αρμόδιες αρχές ύστερα από τους εν λόγω ελέγχους, σχετικά με:

α)

ενιαία ελάχιστη συχνότητα των εν λόγω επίσημων ελέγχων, όταν απαιτείται ένα ελάχιστο επίπεδο επίσημων ελέγχων για την αντιμετώπιση κινδύνου που συνδέεται με διαφορετικά είδη ζώων και μέσα μεταφοράς, καθώς και την ανάγκη να εμποδιστούν μη συμμορφούμενες πρακτικές και να περιοριστεί η ταλαιπωρία των ζώων· και

β)

τις πρακτικές ρυθμίσεις για την τήρηση γραπτών αρχείων των επίσημων ελέγχων που διενεργούνται και της περιόδου διατήρησης.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 22

Ειδικοί κανόνες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές όσον αφορά την υγεία των φυτών

1.   Οι επίσημοι έλεγχοι για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) περιλαμβάνουν επίσημους ελέγχους για τους επιβλαβείς οργανισμούς, για τα φυτά, τα φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα, καθώς και για τους επαγγελματίες υπευθύνους επιχειρήσεων και άλλα πρόσωπα που υπόκεινται στους κανόνες αυτούς.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση κανόνων για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων στα φυτά, τα φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) που εφαρμόζονται στα εν λόγω αγαθά και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές σε συνέχεια της διενέργειας των εν λόγω επίσημων ελέγχων. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

ειδικές απαιτήσεις για τη διενέργεια τέτοιων επίσημων ελέγχων σχετικά με την είσοδο και τη διακίνηση στην Ένωση συγκεκριμένων φυτών, φυτικών προϊόντων, και άλλων αντικειμένων που υπόκεινται στους κανόνες οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ), για την αντιμετώπιση αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνου και κινδύνων για την υγεία των φυτών που συνδέονται με συγκεκριμένα φυτά, φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα συγκεκριμένης καταγωγής ή προέλευσης· και

β)

τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές, σε ό,τι αφορά συγκεκριμένες μορφές μη συμμόρφωσης, πρέπει να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 137 παράγραφος 2 και στο άρθρο 138 παράγραφος 2.

3.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή θεσπίζει κανόνες που καθιερώνουν ενιαίες πρακτικές ρυθμίσεις για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων στα φυτά, τα φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τους ενωσιακούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) οι οποίοι εφαρμόζονται στα εν λόγω αγαθά και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές σε συνέχεια των επίσημων ελέγχων σχετικά με:

α)

ενιαία ελάχιστη συχνότητα των εν λόγω επίσημων ελέγχων, όταν απαιτείται ένα ελάχιστο επίπεδο επίσημων ελέγχων για την αντιμετώπιση αναγνωρισμένων ενιαίων παραγόντων κινδύνου και κινδύνων για την υγεία των φυτών που συνδέονται με συγκεκριμένα φυτά, φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα συγκεκριμένης καταγωγής ή προέλευσης·

β)

ενιαία συχνότητα των επίσημων ελέγχων που διενεργούν οι αρμόδιες αρχές στους υπευθύνους επιχειρήσεων που είναι εξουσιοδοτημένοι να εκδίδουν φυτοϋγειονομικά διαβατήρια σύμφωνα με το άρθρο 84 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, λαμβανομένου υπόψη του κατά πόσον οι εν λόγω υπεύθυνοι επιχειρήσεων έχουν εφαρμόσει σχέδιο διαχείρισης του φυτοϋγειονομικού κινδύνου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 91 του εν λόγω κανονισμού για τα φυτά, τα φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα που παράγουν·

γ)

ενιαία συχνότητα των επίσημων ελέγχων που διενεργούν οι αρμόδιες αρχές στους υπευθύνους επιχειρήσεων οι οποίοι είναι εξουσιοδοτημένοι να εφαρμόζουν το σήμα που αναφέρεται στο άρθρο 96 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 ή να εκδίδουν την επίσημη βεβαίωση που αναφέρεται στο άρθρο 99 παράγραφος 2 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

4.   Για τους σκοπούς του άρθρου 30, επιτρέπεται η ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

Άρθρο 23

Ειδικοί κανόνες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές όσον αφορά τους ΓΤΟ για τους σκοπούς της παραγωγής τροφίμων και ζωοτροφών και τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές

1.   Οι επίσημοι έλεγχοι για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ) περιλαμβάνουν επίσημους ελέγχους σε ΓΤΟ με σκοπό την παραγωγή τροφίμων και ζωοτροφών και σε γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές σε όλα τα σχετικά στάδια της παραγωγής, μεταποίησης και διανομής σε ολόκληρη την αγροδιατροφική αλυσίδα.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με την έκδοση κανόνων για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος κανονισμού και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές σε συνέχεια των επίσημων ελέγχων. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να εξασφαλιστεί ελάχιστο επίπεδο επίσημων ελέγχων ώστε να εμποδιστούν πρακτικές που παραβιάζουν τους κανόνες οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β), και καθορίζουν:

α)

ειδικές απαιτήσεις για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων για την αντιμετώπιση αναγνωρισμένων ενιαίων παραγόντων κινδύνου και κινδύνων:

i)

παρουσίας στην αγροδιατροφική αλυσίδα ΓΤΟ για την παραγωγή τροφίμων και ζωοτροφών και γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών που δεν έχουν εγκριθεί σύμφωνα με την οδηγία 2001/18/ΕΚ ή με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003·

ii)

καλλιέργειας ΓΤΟ για την παραγωγή τροφίμων και ζωοτροφών και σωστής εφαρμογής του σχεδίου παρακολούθησης που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ε) της οδηγίας 2001/18/ΕΚ, στο άρθρο 5 παράγραφος 5 στοιχείο β) και στο άρθρο 17 παράγραφος 5 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003·

β)

τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές, σε ό,τι αφορά συγκεκριμένες μορφές μη συμμόρφωσης, πρέπει να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 137 παράγραφος 2 και στο άρθρο 138 παράγραφος 2.

3.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει κανόνες για ενιαίες πρακτικές ρυθμίσεις για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να εξασφαλιστεί ελάχιστο επίπεδο επίσημων ελέγχων ώστε να εμποδιστούν πρακτικές που παραβιάζουν τους κανόνες οι οποίοι αφορούν την ενιαία ελάχιστη συχνότητα των εν λόγω επίσημων ελέγχων, όταν απαιτείται ελάχιστο επίπεδο επίσημων ελέγχων για την αντιμετώπιση αναγνωρισμένων ενιαίων παραγόντων κινδύνου και κινδύνων:

α)

παρουσίας στην αγροδιατροφική αλυσίδα ΓΤΟ για την παραγωγή τροφίμων και ζωοτροφών και γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών που δεν έχουν εγκριθεί σύμφωνα με την οδηγία 2001/18/ΕΚ ή με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003·

β)

καλλιέργειας ΓΤΟ για την παραγωγή τροφίμων και ζωοτροφών και σωστής εφαρμογής του σχεδίου παρακολούθησης που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ε) της οδηγίας 2001/18/ΕΚ, στο άρθρο 5 παράγραφος 5 στοιχείο β) και στο άρθρο 17 παράγραφος 5 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

4.   Για τους σκοπούς του άρθρου 30, επιτρέπεται η ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

Άρθρο 24

Ειδικοί κανόνες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές όσον αφορά τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα

1.   Οι επίσημοι έλεγχοι για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο η) του παρόντος κανονισμού περιλαμβάνουν επίσημους ελέγχους σχετικά με τις δραστικές ουσίες, τα αντιφυτοτοξικά, τα συνεργιστικά, τα βοηθητικά και τα πρόσθετα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009.

2.   Προκειμένου να προσδιορισθεί η συχνότητα των επίσημων ελέγχων βάσει κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν επίσης υπόψη τους τα ακόλουθα:

α)

τα αποτελέσματα των σχετικών δραστηριοτήτων παρακολούθησης, μεταξύ άλλων σχετικά με τα κατάλοιπα των φυτοφαρμάκων που πραγματοποιούνται για τους σκοπούς του άρθρου 32 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005 και του άρθρου 8 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (55)·

β)

πληροφορίες σχετικά με τα μη εγκεκριμένα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένου του παράνομου εμπορίου φυτοπροστατευτικών προϊόντων, και τα αποτελέσματα των σχετικών ελέγχων από τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 649/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (56)· και

γ)

πληροφορίες για τις δηλητηριάσεις που σχετίζονται με φυτοπροστατευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των διαθέσιμων πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 56 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, και πληροφοριών που αφορούν την ανταπόκριση σε καταστάσεις έκτακτου κινδύνου για την υγεία τις οποίες διαθέτουν τα κέντρα που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (57).

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση κανόνων για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

ειδικές απαιτήσεις για τη διενέργεια των εν λόγω επίσημων ελέγχων για την αντιμετώπιση αναγνωρισμένων ενιαίων παραγόντων κινδύνου και κινδύνων που ενδέχεται να προκαλούνται από φυτοπροστατευτικά προϊόντα όσον αφορά την παρασκευή, τη διάθεση στην αγορά, την είσοδο στην Ένωση, την επισήμανση, τη συσκευασία, τη μεταφορά, την αποθήκευση και τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφαλής και βιώσιμη χρήση τους και να καταπολεμείται το παράνομο εμπόριό τους· και

β)

τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές, σε ό,τι αφορά συγκεκριμένες μορφές μη συμμόρφωσης, πρέπει να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 137 παράγραφος 2 και στο άρθρο 138 παράγραφος 2.

4.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει κανόνες για ενιαίες πρακτικές ρυθμίσεις για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων στα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σχετικά με:

α)

ενιαία ελάχιστη συχνότητα των εν λόγω επίσημων ελέγχων, όταν απαιτείται ελάχιστο επίπεδο επίσημων ελέγχων για την αντιμετώπιση αναγνωρισμένων ενιαίων παραγόντων κινδύνου και κινδύνων που ενδέχεται να προκαλούνται από φυτοπροστατευτικά προϊόντα όσον αφορά την παρασκευή, τη διάθεση στην αγορά, την είσοδο στην Ένωση, την επισήμανση, τη συσκευασία, τη μεταφορά, την αποθήκευση και τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφαλής και βιώσιμη χρήση τους και να καταπολεμείται το παράνομο εμπόριό τους·

β)

τη συλλογή πληροφοριών, την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων για πιθανές δηλητηριάσεις από φυτοπροστατευτικά προϊόντα·

γ)

τη συλλογή πληροφοριών, την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων για μη εγκεκριμένα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένου του παράνομου εμπορίου φυτοπροστατευτικών προϊόντων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

5.   Για τους σκοπούς του άρθρου 30, επιτρέπεται η ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

Άρθρο 25

Ειδικοί κανόνες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και τις λοιπές επίσημες δραστηριότητες που αφορούν τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων

Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει κανόνες για ενιαίες πρακτικές ρυθμίσεις για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο θ) όσον αφορά:

α)

ειδικές απαιτήσεις και πρόσθετο περιεχόμενο πέραν όσων προβλέπονται στο άρθρο 110 για την εκπόνηση των σχετικών τμημάτων του ΠΟΕΣΕ που προβλέπεται στο άρθρο 109 παράγραφος 1 και ειδικό πρόσθετο περιεχόμενο για την έκθεση που προβλέπεται στο άρθρο 113·

β)

ειδικές αρμοδιότητες και καθήκοντα των κέντρων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιπλέον εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 98·

γ)

πρακτικές ρυθμίσεις για την ενεργοποίηση των μηχανισμών διοικητικής συνδρομής που προβλέπονται στα άρθρα 102 έως 108, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με περιπτώσεις μη συμμόρφωσης ή την πιθανότητα μη συμμόρφωσης, μεταξύ αρμόδιων αρχών και εξουσιοδοτημένων οργάνων·

δ)

τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούνται για δειγματοληψία και για εργαστηριακές αναλύσεις και δοκιμές, εξαιρουμένων των κανόνων που αφορούν τον καθορισμό κατώτατων ορίων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 26

Ειδικοί κανόνες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούν οι αρμόδιες αρχές όσον αφορά τις προστατευόμενες ονομασίες προέλευσης, τις προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις και τα εγγυημένα παραδοσιακά ιδιότυπα προϊόντα

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 31 παράγραφος 3, σε ό,τι αφορά τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ι), όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν αναθέσει σε τρίτους τις αποφάσεις σχετικά με τη χορήγηση άδειας χρήσης της καταχωρισμένης ονομασίας ενός προϊόντος, μπορούν επίσης να αναθέτουν την εφαρμογή των ακόλουθων μέτρων:

α)

απαίτηση να υποβάλλονται σε συστηματικούς ή αυξημένους επίσημους ελέγχους ορισμένες δραστηριότητες του υπευθύνου επιχείρησης·

β)

απαίτηση να αυξήσει τη συχνότητα των ιδίων ελέγχων ο υπεύθυνος επιχείρησης·

γ)

απαίτηση να αλλάξει η ετικέτα ώστε να συμμορφώνεται με τις προδιαγραφές των προϊόντων και με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ι).

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση κανόνων για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ι). Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

απαιτήσεις, μεθόδους και τεχνικές οι οποίες αναφέρονται στα άρθρα 12 και 14 για επίσημους ελέγχους που διενεργούνται ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τις προδιαγραφές των προϊόντων και τις απαιτήσεις επισήμανσης·

β)

συγκεκριμένες μεθόδους και τεχνικές που αναφέρονται στο άρθρο 14 για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων που στόχο έχουν να διασφαλίζουν την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων και ζώων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ι) σε όλα τα στάδια παραγωγής, προπαρασκευής και διανομής και να εγγυώνται τη συμμόρφωση με τους εν λόγω κανόνες·

γ)

τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές, σε ό,τι αφορά συγκεκριμένες μορφές μη συμμόρφωσης, πρέπει να αναλάβουν μία ή περισσότερες από τις δράσεις και να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 138 παράγραφοι 1 και 2.

3.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να καθορίζει κανόνες για ενιαίες πρακτικές διαδικασίες για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ι) όσον αφορά:

α)

ειδικές πρακτικές ρυθμίσεις για την ενεργοποίηση των μηχανισμών διοικητικής συνδρομής που προβλέπονται στα άρθρα 102 έως 108, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με περιπτώσεις μη συμμόρφωσης ή την πιθανότητα μη συμμόρφωσης, ανάμεσα στις αρμόδιες αρχές και τα εξουσιοδοτημένα όργανα· και

β)

ειδικές υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων των εξουσιοδοτημένων οργάνων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

4.   Για τους σκοπούς του άρθρου 30, επιτρέπεται η ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

Άρθρο 27

Ειδικοί κανόνες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές όσον αφορά πρόσφατα εντοπισθέντες κινδύνους σε σχέση με τρόφιμα και ζωοτροφές

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση κανόνων για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων σε ορισμένες κατηγορίες τροφίμων και ζωοτροφών με σκοπό την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε) και για τη δράση που αναλαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές σε συνέχεια των επίσημων ελέγχων. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις αντιμετωπίζουν πρόσφατα εντοπισθέντες κινδύνους που ενδέχεται να προκαλούν τα τρόφιμα ή οι ζωοτροφές στην υγεία των ανθρώπων ή των ζώων ή, σε σχέση με ΓΤΟ και φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και στο περιβάλλον ή τυχόν τέτοιους κινδύνους που προκύπτουν από νέα πρότυπα παραγωγής ή κατανάλωσης τροφίμων ή ζωοτροφών και δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, ελλείψει τέτοιων κοινών κανόνων. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θεσπίζουν κανόνες σχετικά με:

α)

ενιαίες ειδικές απαιτήσεις για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων για την αντιμετώπιση των ειδικών παραγόντων κινδύνου και κινδύνων που σχετίζονται με κάθε κατηγορία τροφίμων και ζωοτροφών και τις διάφορες επεξεργασίες στις οποίες υποβάλλονται· και

β)

τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές, σε ό,τι αφορά συγκεκριμένες μορφές μη συμμόρφωσης, πρέπει να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 137 παράγραφος 2 και στο άρθρο 138 παράγραφος 2.

2.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει κανόνες για ενιαίες πρακτικές ρυθμίσεις για τους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται σε ορισμένες κατηγορίες τροφίμων ή ζωοτροφών ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε) για την αντιμετώπιση πρόσφατα εντοπισθέντων κινδύνων τους οποίους ενδεχομένως προκαλούν τα τρόφιμα ή οι ζωοτροφές στην υγεία των ανθρώπων ή των ζώων ή, σε σχέση με ΓΤΟ και φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και στο περιβάλλον ή τυχόν τέτοιων κινδύνων που προκύπτουν από νέα πρότυπα παραγωγής ή κατανάλωσης τροφίμων ή ζωοτροφών οι οποίοι δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά ελλείψει τέτοιων κοινών κανόνων που αφορούν ενιαία ελάχιστη συχνότητα των εν λόγω επίσημων ελέγχων, όταν απαιτείται ελάχιστο επίπεδο επίσημων ελέγχων για την αντιμετώπιση των ειδικών παραγόντων κινδύνου και κινδύνων που σχετίζονται με κάθε κατηγορία τροφίμων και ζωοτροφών και τις διάφορες επεξεργασίες στις οποίες υποβάλλονται. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

3.   Για δεόντως αιτιολογημένους επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης που σχετίζονται με περιπτώσεις σοβαρών κινδύνων για την υγεία των ανθρώπων ή των ζώων ή το περιβάλλον, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει άρθρο 145 παράγραφος 3.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Ανάθεση ορισμένων καθηκόντων των αρμόδιων αρχών

Άρθρο 28

Ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων από τις αρμόδιες αρχές

1.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναθέτουν ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων σε ένα ή περισσότερα εξουσιοδοτημένα όργανα ή φυσικά πρόσωπα σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 29 και 30 αντιστοίχως. Η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει ότι το εξουσιοδοτημένο όργανο ή το φυσικό πρόσωπο στο οποίο ανατίθενται τέτοια καθήκοντα έχει τις εξουσίες που είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων.

2.   Όταν μια αρμόδια αρχή ή ένα κράτος μέλος το αποφασίσει, αναθέτει ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο θ) σε ένα ή περισσότερα εξουσιοδοτημένα όργανα, χορηγεί έναν κωδικό αριθμό σε κάθε εξουσιοδοτημένο όργανο και ορίζει τις σχετικές αρχές που είναι αρμόδιες για την έγκριση και την εποπτεία του.

Άρθρο 29

Όροι για την ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων σε εξουσιοδοτημένα όργανα

Η ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων σε εξουσιοδοτημένο όργανο που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 1 γίνεται γραπτώς και πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η ανάθεση περιλαμβάνει επακριβή περιγραφή των εν λόγω καθηκόντων επίσημων ελέγχων που μπορεί να εκτελεί το εξουσιοδοτημένο όργανο και των όρων υπό τους οποίους μπορεί να εκτελεί τα εν λόγω καθήκοντα·

β)

το εξουσιοδοτημένο όργανο:

i)

διαθέτει την εμπειρογνωμοσύνη, τον εξοπλισμό και τις υποδομές που απαιτούνται για την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων επίσημων ελέγχων που του ανατίθενται·

ii)

διαθέτει επαρκές προσωπικό με κατάλληλα προσόντα και πείρα·

iii)

είναι αμερόληπτο και απαλλαγμένο από οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων, και συγκεκριμένα δεν βρίσκεται σε κατάσταση που μπορεί, άμεσα ή έμμεσα, να επηρεάσει την αμεροληψία της επαγγελματικής συμπεριφοράς του όσον αφορά την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων επίσημων ελέγχων που του έχουν ανατεθεί·

iv)

εργάζεται και διαπιστεύεται σύμφωνα με τα πρότυπα που αφορούν τα εν λόγω ανατιθέμενα καθήκοντα, μεταξύ άλλων το πρότυπο EN ISO/IEC 17020 «Απαιτήσεις για τη λειτουργία διαφόρων τύπων φορέων που εκτελούν έλεγχο»·

v)

διαθέτει επαρκή εξουσία για την εκτέλεση των καθηκόντων επίσημων ελέγχων που του έχουν ανατεθεί· και

γ)

έχουν θεσπιστεί ρυθμίσεις που διασφαλίζουν τον αποτελεσματικό και αποδοτικό συντονισμό μεταξύ των αναθετουσών αρμόδιων αρχών και του εξουσιοδοτημένου οργάνου.

Άρθρο 30

Όροι για την ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων σε φυσικά πρόσωπα

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναθέτουν ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, όταν το επιτρέπουν οι κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 18 έως 27. Η ανάθεση αυτή γίνεται γραπτώς και πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η ανάθεση περιλαμβάνει επακριβή περιγραφή των εν λόγω καθηκόντων επίσημων ελέγχων που μπορούν να εκτελούν τα φυσικά πρόσωπα και των όρων υπό τους οποίους μπορούν τα φυσικά πρόσωπα να εκτελούν τα εν λόγω καθήκοντα·

β)

τα φυσικά πρόσωπα:

i)

διαθέτουν την εμπειρογνωμοσύνη, τον εξοπλισμό και τις υποδομές που απαιτούνται για την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων επίσημων ελέγχων που τους ανατίθενται·

ii)

διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα και την κατάλληλη πείρα·

iii)

ενεργούν με αμεροληψία και είναι ανεπηρέαστα από ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων όσον αφορά τα εν λόγω καθήκοντα επίσημων ελέγχων που τους ανατίθενται· και

γ)

έχουν θεσπιστεί ρυθμίσεις που διασφαλίζουν τον αποτελεσματικό και αποδοτικό συντονισμό μεταξύ των αναθετουσών αρμόδιων αρχών και των φυσικών προσώπων.

Άρθρο 31

Όροι για την ανάθεση ορισμένων καθηκόντων που αφορούν άλλες επίσημες δραστηριότητες

1.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναθέτουν ορισμένα καθήκοντα που αφορούν άλλες επίσημες δραστηριότητες σε ένα ή περισσότερα εξουσιοδοτημένα όργανα, εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η ανάθεση αυτή δεν απαγορεύεται από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2· και

β)

πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 29 με εξαίρεση τον όρο που προβλέπεται στο στοιχείο β) σημείο iv).

2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναθέτουν ορισμένα καθήκοντα που αφορούν άλλες επίσημες δραστηριότητες σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η ανάθεση αυτή επιτρέπεται από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2· και

β)

πληρούνται αναλόγως οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 30.

3.   Οι αρμόδιες αρχές δεν αναθέτουν σε εξουσιοδοτημένο όργανο ή σε φυσικό πρόσωπο την απόφαση σχετικά με τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 138 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφοι 2 και 3.

Άρθρο 32

Υποχρεώσεις των εξουσιοδοτημένων οργάνων και φυσικών προσώπων

Τα εξουσιοδοτημένα όργανα ή τα φυσικά πρόσωπα στα οποία ανατίθενται ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1, ή ορισμένα καθήκοντα που αφορούν άλλες επίσημες δραστηριότητες, σύμφωνα με το άρθρο 31:

α)

ανακοινώνουν τα αποτελέσματα των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων που διενεργούν στις αρμόδιες αρχές οι οποίες εξουσιοδοτούν σε τακτική βάση και όποτε το ζητούν αυτές οι αρμόδιες αρχές·

β)

ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες αρχές που ανέθεσαν τα καθήκοντα όποτε τα αποτελέσματα των επίσημων ελέγχων εντοπίζουν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης ή δείχνουν την πιθανότητα μη συμμόρφωσης, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από ειδικές ρυθμίσεις που ισχύουν ανάμεσα στην αρμόδια αρχή και το σχετικό εξουσιοδοτημένο όργανο ή φυσικό πρόσωπο· και

γ)

παρέχουν στις αρμόδιες αρχές πρόσβαση στους χώρους και στις εγκαταστάσεις τους, συνεργάζονται και παρέχουν βοήθεια.

Άρθρο 33

Υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών που εξουσιοδοτούν

Οι αρμόδιες αρχές που έχουν αναθέσει ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων σε εξουσιοδοτημένα όργανα ή φυσικά πρόσωπα σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1 ή ορισμένα καθήκοντα που αφορούν άλλες επίσημες δραστηριότητες σε εξουσιοδοτημένα όργανα ή φυσικά πρόσωπα σύμφωνα με το άρθρο 31:

α)

οργανώνουν συστηματικές επιθεωρήσεις ή επιθεωρήσεις των εν λόγω οργάνων ή προσώπων, ανάλογα με τις ανάγκες και χωρίς αλληλεπικαλύψεις, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν διαπίστευση προβλεπόμενη στο άρθρο 29 στοιχείο β) σημείο iv)·

β)

ανακαλούν αμελλητί την εξουσιοδότηση, πλήρως ή εν μέρει, στις περιπτώσεις που:

i)

υπάρχουν στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ότι το εν λόγω εξουσιοδοτημένο όργανο ή φυσικό πρόσωπο δεν εκτελεί ορθά τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί·

ii)

το εξουσιοδοτημένο όργανο ή φυσικό πρόσωπο δεν λαμβάνει εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα για την αποκατάσταση των διαπιστωθεισών ελλείψεων· ή

iii)

υπάρχουν στοιχεία ότι υπονομεύεται η ανεξαρτησία ή η αμεροληψία του εξουσιοδοτημένου οργάνου ή του φυσικού προσώπου.

Το παρόν στοιχείο δεν θίγει τη δυνατότητα των αρμόδιων αρχών να ανακαλούν την εξουσιοδότηση για λόγους άλλους από τους προβλεπόμενους στον παρόντα κανονισμό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Δειγματοληψία, αναλύσεις, δοκιμές και διαγνώσεις

Άρθρο 34

Μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για δειγματοληψία, αναλύσεις, δοκιμές και διαγνώσεις

1.   Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τη δειγματοληψία και τις εργαστηριακές αναλύσεις, δοκιμές και διαγνώσεις κατά τους επίσημους ελέγχους και άλλες επίσημες δραστηριότητες συμμορφώνονται με τους κανόνες της Ένωσης που καθορίζουν τις εν λόγω μεθόδους ή τα κριτήρια επιδόσεων των εν λόγω μεθόδων.

2.   Ελλείψει των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 ενωσιακών κανόνων και στο πλαίσιο των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων, τα επίσημα εργαστήρια χρησιμοποιούν μία από τις ακόλουθες μεθόδους με κριτήριο την καταλληλότητά τους για τις ειδικές ανάγκες που εξυπηρετούν όσον αφορά την ανάλυση, τη δοκιμή και τη διάγνωση:

α)

τις διαθέσιμες μεθόδους που συμμορφώνονται με τους σχετικούς διεθνώς αναγνωρισμένους κανόνες ή πρωτόκολλα, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν γίνει αποδεκτοί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (European Committee for Standardisation — «CEN»)· ή

τις σχετικές μεθόδους που έχουν αναπτυχθεί ή συνιστώνται από τα εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχουν επικυρωθεί σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτά επιστημονικά πρωτόκολλα·

β)

ελλείψει των κατάλληλων κανόνων ή πρωτοκόλλων του στοιχείου α), τις μεθόδους που συμμορφώνονται προς τους σχετικούς κανόνες που έχουν θεσπισθεί σε εθνικό επίπεδο ή, εφόσον δεν υπάρχουν τέτοιοι κανόνες, τις σχετικές μεθόδους που αναπτύσσονται ή προτείνονται από τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς και επικυρώνονται σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτά επιστημονικά πρωτόκολλα· ή

τις σχετικές μεθόδους που έχουν αναπτυχθεί και επικυρωθεί με ενδοεργαστηριακές ή διεργαστηριακές μελέτες επικύρωσης μεθόδων σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτά επιστημονικά πρωτόκολλα.

3.   Σε περίπτωση που χρειάζονται επειγόντως εργαστηριακές αναλύσεις, δοκιμές ή διαγνώσεις και δεν υπάρχουν μέθοδοι τέτοιες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, το σχετικό εθνικό εργαστήριο αναφοράς ή, εάν δεν υπάρχει, οποιοδήποτε εργαστήριο οριζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1 μπορεί να χρησιμοποιεί άλλες μεθόδους από τις προβλεπόμενες στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου έως την επικύρωση κατάλληλης μεθόδου σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτά επιστημονικά πρωτόκολλα.

4.   Εφόσον είναι δυνατόν, οι μέθοδοι των εργαστηριακών αναλύσεων χαρακτηρίζονται από τα κατάλληλα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα III.

5.   Η λήψη, ο χειρισμός και η επισήμανση των δειγμάτων γίνεται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η νομική, επιστημονική και τεχνική εγκυρότητά τους.

6.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει κανόνες σχετικά με:

α)

τις μεθόδους δειγματοληψίας και εργαστηριακών αναλύσεων, δοκιμών και διαγνώσεων·

β)

τα κριτήρια επίδοσης, τις παραμέτρους ανάλυσης, δοκιμών ή διάγνωσης, την αβεβαιότητα των μετρήσεων και τις διαδικασίες επικύρωσης των εν λόγω μεθόδων·

γ)

την ερμηνεία των αποτελεσμάτων των αναλύσεων, δοκιμών και διαγνώσεων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 35

Γνώμη δεύτερου εμπειρογνώμονα

1.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων των οποίων τα ζώα ή τα αγαθά υπόκεινται σε δειγματοληψία, ανάλυση, δοκιμές ή διάγνωση στο πλαίσιο των επίσημων ελέγχων έχουν το δικαίωμα γνώμης δεύτερου εμπειρογνώμονα, με έξοδα του υπευθύνου της επιχείρησης.

Το δικαίωμα αυτό σε γνώμη δεύτερου εμπειρογνώμονα παρέχει πάντα στον υπεύθυνο επιχείρησης τη δυνατότητα να ζητεί επανεξέταση της τεκμηρίωσης της δειγματοληψίας, της ανάλυσης, των δοκιμών ή της διάγνωσης από άλλο αναγνωρισμένο και κατάλληλα καταρτισμένο εμπειρογνώμονα.

2.   Εφόσον είναι σκόπιμο, ενδεδειγμένο και τεχνικά εφικτό λαμβανομένων υπόψη, ειδικότερα, του επιπολασμού και της κατανομής του παράγοντα κινδύνου στα ζώα ή στα αγαθά, του ευαλλοίωτου χαρακτήρα των δειγμάτων ή των αγαθών και της ποσότητας του διαθέσιμου υποστρώματος, οι αρμόδιες αρχές:

α)

διασφαλίζουν κατά τη λήψη του δείγματος, και εφόσον ζητηθεί από τον υπεύθυνο επιχείρησης, ότι λαμβάνεται επαρκής ποσότητα ώστε να είναι δυνατή η διεξαγωγή δεύτερης πραγματογνωμοσύνης και η επανεξέταση που προβλέπεται στην παράγραφο 3, εφόσον αποδειχθεί αναγκαία· ή

β)

όταν είναι αδύνατη η λήψη επαρκούς ποσότητας όπως αναφέρεται στο στοιχείο α), ενημερώνουν σχετικά τον υπεύθυνο επιχείρησης.

Η παρούσα παράγραφος δεν ισχύει κατά την αξιολόγηση της παρουσίας επιβλαβών οργανισμών καραντίνας σε φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα με σκοπό την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ).

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των υπευθύνων επιχειρήσεων η οποία βασίζεται στη γνώμη δεύτερου εμπειρογνώμονα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων μπορούν να ζητούν, με δικά τους έξοδα, επανεξέταση της τεκμηρίωσης της αρχικής ανάλυσης, δοκιμής ή διάγνωσης και, εφόσον ενδείκνυται, τη διεξαγωγή άλλης ανάλυσης, δοκιμής ή διάγνωσης από άλλο επίσημο εργαστήριο.

4.   Η αίτηση του υπευθύνου επιχείρησης για τη διατύπωση γνώμης δεύτερου εμπειρογνώμονα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν θίγει την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να λαμβάνουν χωρίς καθυστέρηση μέτρα για την εξάλειψη ή τον περιορισμό των κινδύνων για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών ή για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Άρθρο 36

Δειγματοληψία ζώων και αγαθών που διατίθενται προς πώληση με μεθόδους εξ αποστάσεως επικοινωνίας

1.   Στην περίπτωση ζώων και αγαθών που πωλούνται με μεθόδους εξ αποστάσεως επικοινωνίας, μπορούν να χρησιμοποιούνται για σκοπούς επίσημου ελέγχου δείγματα που παραγγέλλουν οι αρμόδιες αρχές από τους υπευθύνους επιχειρήσεων χωρίς αυτές να δηλώσουν την ταυτότητά τους.

2.   Οι αρμόδιες αρχές, μόλις περιέλθουν στην κατοχή τους τα δείγματα, λαμβάνουν κάθε μέτρο για να διασφαλίσουν ότι οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων από τους οποίους παραγγέλλονται τα δείγματα αυτά σύμφωνα με την παράγραφο 1:

α)

ενημερώνονται ότι τα δείγματα αυτά έχουν ληφθεί στο πλαίσιο επίσημου ελέγχου και, εφόσον ενδείκνυται, αναλύονται ή υποβάλλονται σε δοκιμές για τους σκοπούς τέτοιου επίσημου ελέγχου· και

β)

όταν τα δείγματα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο αναλύονται ή υποβάλλονται σε δοκιμές, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων έχουν δικαίωμα δεύτερης πραγματογνωμοσύνης όπως προβλέπεται στο άρθρο 35 παράγραφος 1.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 ισχύουν για τους εξουσιοδοτημένους φορείς και τα φυσικά πρόσωπα στα οποία έχουν ανατεθεί ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διενέργεια επίσημων ελέγχων.

Άρθρο 37

Ορισμός των επίσημων εργαστηρίων

1.   Οι αρμόδιες αρχές ορίζουν επίσημα εργαστήρια για τη διενέργεια εργαστηριακών αναλύσεων, δοκιμών και διαγνώσεων στα δείγματα που λαμβάνονται κατά τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες στα κράτη μέλη στο έδαφος των οποίων λειτουργούν οι εν λόγω αρμόδιες αρχές ή σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο.

2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίζουν ως επίσημο εργαστήριο ένα εργαστήριο που βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, με την προϋπόθεση να πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α)

έχουν θεσπιστεί οι κατάλληλες ρυθμίσεις που επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να διενεργούν τις συστηματικές επιθεωρήσεις και τις επιθεωρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 1 ή να αναθέτουν τη διενέργειά τους στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας που είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο όπου βρίσκεται το εργαστήριο· και

β)

το εργαστήριο έχει ήδη οριστεί ως επίσημο εργαστήριο από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται.

3.   Ο ορισμός επίσημου εργαστηρίου γίνεται γραπτώς και περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή:

α)

των καθηκόντων που εκτελεί το εργαστήριο ως επίσημο εργαστήριο·

β)

των όρων υπό τους οποίους εκτελεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στο στοιχείο α)· και

γ)

των ρυθμίσεων που απαιτούνται για τη διασφάλιση αποτελεσματικού και αποδοτικού συντονισμού και συνεργασίας μεταξύ του εργαστηρίου και των αρμόδιων αρχών.

4.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίζουν ως επίσημο εργαστήριο μόνο ένα εργαστήριο, το οποίο:

α)

διαθέτει την εμπειρογνωμοσύνη, τον εξοπλισμό και τις υποδομές που απαιτούνται για τη διενέργεια αναλύσεων, δοκιμών ή διαγνώσεων στα δείγματα·

β)

διαθέτει επαρκές προσωπικό με κατάλληλα προσόντα, κατάρτιση και εμπειρία·

γ)

διασφαλίζει την εκτέλεση των καθηκόντων που του ανατίθενται σύμφωνα με την παράγραφο 1 κατά τρόπο αμερόληπτο και ανεπηρέαστο από οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων όσον αφορά την άσκηση των καθηκόντων του ως επίσημου εργαστηρίου·

δ)

μπορεί να παραδίδει εγκαίρως τα αποτελέσματα της ανάλυσης, δοκιμής ή διάγνωσης επί των δειγμάτων που λαμβάνονται στο πλαίσιο επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων· και

ε)

λειτουργεί σύμφωνα με το πρότυπο EN ISO/IEC 17025 και διαπιστεύεται σύμφωνα με το εν λόγω πρότυπο από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης ο οποίος λειτουργεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

5.   Το πεδίο που καλύπτει η διαπίστευση ενός επίσημου εργαστηρίου το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 4 στοιχείο ε):

α)

περιλαμβάνει τις μεθόδους εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμής ή διάγνωσης που απαιτείται να χρησιμοποιούνται από το εργαστήριο για αναλύσεις, δοκιμές ή διαγνώσεις όταν λειτουργεί ως επίσημο εργαστήριο·

β)

μπορεί να περιλαμβάνει μία ή περισσότερες μεθόδους εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμής ή διάγνωσης ή σύνολο μεθόδων·

γ)

μπορεί να καθορίζεται με ευέλικτο τρόπο, ούτως ώστε το πεδίο της διαπίστευσης να μπορεί να περιλαμβάνει τροποποιημένες εκδόσεις των μεθόδων που χρησιμοποιούσε το επίσημο εργαστήριο κατά τη χορήγηση της διαπίστευσης ή νέες μεθόδους επιπλέον των εν λόγω μεθόδων, με βάση τις επικυρώσεις του ίδιου του εργαστηρίου χωρίς ειδική αξιολόγηση από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης πριν από τη χρήση των εν λόγω τροποποιημένων ή νέων μεθόδων.

6.   Όταν κανένα επίσημο εργαστήριο στην Ένωση ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν διαθέτει την εμπειρογνωμοσύνη, τον εξοπλισμό, την υποδομή και το προσωπικό που απαιτούνται για την εκτέλεση νέων ή ιδιαίτερα ασυνήθων εργαστηριακών αναλύσεων, δοκιμών ή διαγνώσεων, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητούν από ένα εργαστήριο ή διαγνωστικό κέντρο που δεν πληροί μία ή περισσότερες από τις απαιτήσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 3 και 4 να εκτελούν αυτές τις αναλύσεις, δοκιμές και διαγνώσεις.

Άρθρο 38

Υποχρεώσεις των επίσημων εργαστηρίων

1.   Όταν από τα αποτελέσματα ανάλυσης, δοκιμής ή διάγνωσης που πραγματοποιήθηκε στα δείγματα τα οποία ελήφθησαν κατά τη διάρκεια επίσημων ελέγχων ή άλλων επίσημων δραστηριοτήτων προκύπτει ένδειξη κινδύνου για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον, ή πιθανότητα μη συμμόρφωσης, τα επίσημα εργαστήρια ενημερώνουν αμέσως σχετικά τις αρμόδιες αρχές από τις οποίες ορίσθηκαν για τη διεξαγωγή της συγκεκριμένης ανάλυσης, δοκιμής ή διάγνωσης και, όπου ενδείκνυται, οι εξουσιοδοτημένοι φορείς ή φυσικά πρόσωπα στα οποία έχουν ανατεθεί καθήκοντα. Ωστόσο, ειδικές ρυθμίσεις μεταξύ των αρμόδιων αρχών, εξουσιοδοτημένων φορέων ή φυσικών προσώπων στα οποία έχουν ανατεθεί καθήκοντα και των επίσημων εργαστηρίων μπορούν να προσδιορίζουν ότι η ενημέρωση αυτή δεν απαιτείται να παρέχεται άμεσα.

2.   Κατόπιν αιτήματος του εργαστηρίου αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εθνικού εργαστηρίου αναφοράς, τα επίσημα εργαστήρια λαμβάνουν μέρος στις διεργαστηριακές συγκριτικές δοκιμές ή στις δοκιμές ελέγχου ικανότητας που οργανώνονται για τις αναλύσεις, δοκιμές ή διαγνώσεις τις οποίες εκτελούν ως επίσημα εργαστήρια.

3.   Τα επίσημα εργαστήρια δημοσιοποιούν, κατ’ αίτημα των αρμόδιων αρχών, τις ονομασίες των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για τις αναλύσεις, τις δοκιμές ή τις διαγνώσεις που εκτελούνται στο πλαίσιο των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων.

4.   Τα επίσημα εργαστήρια αναφέρουν, κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών, μαζί με τα αποτελέσματα, τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για κάθε ανάλυση, δοκιμή ή διάγνωση που εκτελείται στο πλαίσιο των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων.

Άρθρο 39

Συστηματικές επιθεωρήσεις των επίσημων εργαστηρίων

1.   Οι αρμόδιες αρχές οργανώνουν συστηματικές επιθεωρήσεις των επίσημων εργαστηρίων που έχουν ορίσει σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1 σε τακτική βάση και οποιαδήποτε στιγμή θεωρούν ότι απαιτείται συστηματική επιθεώρηση, εκτός αν κρίνουν περιττή τη διεξαγωγή των συστηματικών επιθεωρήσεων λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση διαπίστευσης που αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 4 στοιχείο ε).

2.   Οι αρμόδιες αρχές ανακαλούν άμεσα τον ορισμό επίσημου εργαστηρίου, είτε εξολοκλήρου είτε για ορισμένα καθήκοντα, εάν αυτό δεν λάβει εγκαίρως κατάλληλα διορθωτικά μέτρα ύστερα από την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων της συστηματικής επιθεώρησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 τα οποία αποκαλύπτουν ότι ισχύει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

το επίσημο εργαστήριο δεν συμμορφώνεται πλέον με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 37 παράγραφοι 4 και 5·

β)

το επίσημο εργαστήριο δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 38·

γ)

το επίσημο εργαστήριο δεν εμφανίζει ικανοποιητική επίδοση στις διεργαστηριακές συγκριτικές δοκιμές που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 2.

Άρθρο 40

Παρεκκλίσεις από τον όρο περί υποχρεωτικής διαπίστευσης όσον αφορά ορισμένα επίσημα εργαστήρια

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 37 παράγραφος 4 στοιχείο ε), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίζουν τα ακόλουθα ως επίσημα εργαστήρια ανεξάρτητα από το αν πληρούν τον όρο που προβλέπεται στο εν λόγω στοιχείο:

α)

εργαστήρια:

i)

τα οποία ασχολούνται αποκλειστικά με την ανίχνευση Trichinella στο κρέας·

ii)

τα οποία χρησιμοποιούν για την ανίχνευση Trichinella μόνο τις μεθόδους που αναφέρονται στο άρθρο 6 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/1375 της Επιτροπής (58)·

iii)

τα οποία διενεργούν την ανίχνευση Trichinella υπό την επίβλεψη των αρμόδιων αρχών ή επίσημου εργαστηρίου ορισθέντος σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1 το οποίο έχει λάβει διαπίστευση σύμφωνα με το πρότυπο EN ISO/IEC 17025 για τη χρήση των μεθόδων που αναφέρονται στο σημείο ii) του παρόντος στοιχείου· και

iv)

τα οποία συμμετέχουν τακτικά, με ικανοποιητικές επιδόσεις, στις διεργαστηριακές συγκριτικές δοκιμές ή δοκιμές επάρκειας που οργανώνονται από τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς για τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για την ανίχνευση Trichinella·

β)

εργαστήρια τα οποία διενεργούν μόνο αναλύσεις, δοκιμές ή διαγνώσεις στο πλαίσιο άλλων επίσημων δραστηριοτήτων, με την προϋπόθεση ότι:

i)

χρησιμοποιούν μόνο τις μεθόδους εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμής και διάγνωσης που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 στοιχείο α) ή β)·

ii)

διενεργούν τις αναλύσεις, δοκιμές ή διαγνώσεις υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχών ή των εθνικών εργαστηρίων αναφοράς σε σχέση με τις μεθόδους που χρησιμοποιούν·

iii)

συμμετέχουν τακτικά, με ικανοποιητικές επιδόσεις, στις διεργαστηριακές συγκριτικές δοκιμές ή δοκιμές ελέγχου ικανότητας που οργανώνονται από τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς για τις μεθόδους που χρησιμοποιούν· και

iv)

διαθέτουν σύστημα διασφάλισης της ποιότητας για να διασφαλίζουν σωστά και αξιόπιστα αποτελέσματα σε σχέση με τις μεθόδους εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμής και διάγνωσης που χρησιμοποιούν.

2.   Όταν οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται από τα εργαστήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου απαιτούν επιβεβαίωση του αποτελέσματος της εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμής ή διάγνωσης, η εργαστηριακή ανάλυση, δοκιμή ή διάγνωση επιβεβαίωσης διενεργείται από επίσημο εργαστήριο το οποίο πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 37 παράγραφος 4 στοιχείο ε).

3.   Τα επίσημα εργαστήρια που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι εγκατεστημένα στα κράτη μέλη στο έδαφος των οποίων είναι εγκατεστημένες οι αρμόδιες αρχές που τα έχουν ορίσει.

Άρθρο 41

Εξουσίες για την υιοθέτηση παρεκκλίσεων από τον όρο περί υποχρεωτικής διαπίστευσης όλων των μεθόδων εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμής και διάγνωσης που χρησιμοποιούνται από τα επίσημα εργαστήρια

Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις περιπτώσεις και τις συνθήκες υπό τις οποίες οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίζουν ως επίσημα εργαστήρια, σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1, εργαστήρια τα οποία δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 37 παράγραφος 4 στοιχείο ε) σε σχέση με όλες τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων ή άλλων επίσημων δραστηριοτήτων, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω εργαστήρια πληρούν τους ακόλουθους όρους:

α)

λειτουργούν και είναι διαπιστευμένα σύμφωνα με το πρότυπο EN ISO/IEC 17025 για τη χρήση μίας ή περισσότερων μεθόδων που είναι παρόμοιες με τις άλλες μεθόδους που χρησιμοποιούν, ή και αντιπροσωπευτικές αυτών· και

β)

χρησιμοποιούν τακτικά και σε σημαντικό βαθμό τις μεθόδους για τις οποίες έχουν λάβει τη διαπίστευση που αναφέρεται στο στοιχείο α) του παρόντος άρθρου· εκτός, όσον αφορά τον τομέα που ρυθμίζεται από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ), αν δεν υπάρχει επικυρωμένη μέθοδος ανίχνευσης των ειδικών επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφοι 1 και 2.

Άρθρο 42

Προσωρινές παρεκκλίσεις από τους όρους περί υποχρεωτικής διαπίστευσης για τα επίσημα εργαστήρια

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 37 παράγραφος 5 στοιχείο α), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίζουν προσωρινά ένα υπάρχον επίσημο εργαστήριο ως επίσημο εργαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1 για τη χρήση μεθόδου ανάλυσης, δοκιμών ή διάγνωσης για την οποία δεν έχει λάβει τη διαπίστευση που αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 4 στοιχείο ε):

α)

όταν είναι πρόσφατη η απαίτηση χρησιμοποίησης της εν λόγω μεθόδου βάσει των κανόνων της Ένωσης·

β)

όταν λόγω αλλαγών στη χρησιμοποιούμενη μέθοδο απαιτείται νέα διαπίστευση ή επέκταση του πεδίου της διαπίστευσης που έχει λάβει το επίσημο εργαστήριο· ή

γ)

στις περιπτώσεις που η χρήση της μεθόδου καθίσταται αναγκαία λόγω κατάστασης έκτακτης ανάγκης ή αναδυόμενου κινδύνου για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον.

2.   Ο προσωρινός ορισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υπόκειται στους ακόλουθους όρους:

α)

το επίσημο εργαστήριο είναι ήδη διαπιστευμένο σύμφωνα με το πρότυπο EN ISO/IEC 17025 για τη χρήση μεθόδου η οποία είναι παρόμοια με τη μέθοδο που δεν περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής της διαπίστευσης·

β)

το επίσημο εργαστήριο εφαρμόζει σύστημα διασφάλισης της ποιότητας για να εξασφαλίζει σωστά και αξιόπιστα αποτελέσματα με τη χρήση της μεθόδου που δεν περιλαμβάνεται στο ισχύον πεδίο της διαπίστευσης·

γ)

οι αναλύσεις, δοκιμές ή διαγνώσεις διενεργούνται υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχών ή του εθνικού εργαστηρίου αναφοράς για την οικεία μέθοδο.

3.   Ο προσωρινός ορισμός που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν υπερβαίνει περίοδο ενός έτους και μπορεί να ανανεώνεται πέραν του ενός έτους.

4.   Τα επίσημα εργαστήρια που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι εγκατεστημένα στα κράτη μέλη στο έδαφος των οποίων είναι εγκατεστημένες οι αρμόδιες αρχές που τα έχουν ορίσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Επίσημοι έλεγχοι σε ζώα και αγαθά που εισέρχονται στην Ένωση

Άρθρο 43

Επίσημοι έλεγχοι σε ζώα και αγαθά που εισέρχονται στην Ένωση

Οι επίσημοι έλεγχοι σε ζώα και αγαθά που εισέρχονται στην Ένωση οργανώνονται με βάση τον κίνδυνο. Όσον αφορά τα ζώα και τα αγαθά που αναφέρονται στα άρθρα 47 και 48, οι επίσημοι έλεγχοι διεξάγονται σύμφωνα με τα άρθρα 47 έως 64.

Τμήμα Ι

Ζώα και αγαθά εκτός από τα υπαγόμενα σε επίσημους ελέγχους σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου δυνάμει του τμήματος ΙΙ

Άρθρο 44

Επίσημοι έλεγχοι σε ζώα και αγαθά εκτός από τα υπαγόμενα σε επίσημους ελέγχους σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου δυνάμει του τμήματος ΙΙ

1.   Προς εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν τακτικά επίσημους ελέγχους, βάσει κινδύνου και με την κατάλληλη συχνότητα, σε ζώα και αγαθά που εισέρχονται στην Ένωση και για τα οποία δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 47 και 48.

2.   Ως προς τα ζώα και τα αγαθά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 η κατάλληλη συχνότητα των επίσημων ελέγχων ορίζεται λαμβάνοντας υπόψη:

α)

τους κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον, οι οποίοι συνδέονται με διάφορα είδη ζώων και αγαθών·

β)

κάθε πληροφορία που υποδεικνύει ότι οι καταναλωτές ενδέχεται να παραπλανηθούν, ιδίως ως προς τη φύση, την ταυτότητα, τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διατηρησιμότητα, τη χώρα καταγωγής ή τον τόπο προέλευσης, τη μέθοδο παρασκευής ή παραγωγής του προϊόντος·

γ)

το ιστορικό συμμόρφωσης, με τις απαιτήσεις οι οποίες καθορίζονται στους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες που ισχύουν για τα οικεία ζώα ή αγαθά:

i)

της τρίτης χώρας και της εγκατάστασης καταγωγής ή του τόπου παραγωγής κατά περίπτωση·

ii)

του εξαγωγέα·

iii)

του υπευθύνου επιχείρησης που φέρει την ευθύνη για το φορτίο·

δ)

τους ελέγχους που έχουν ήδη διενεργηθεί στα οικεία ζώα και αγαθά· και

ε)

τις εγγυήσεις που έχουν δώσει οι αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας καταγωγής όσον αφορά τη συμμόρφωση των ζώων και των αγαθών με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες ή με απαιτήσεις που αναγνωρίζονται ως τουλάχιστον ισοδύναμες προς αυτές.

3.   Οι επίσημοι έλεγχοι που προβλέπονται στην παράγραφο 1 διενεργούνται σε κατάλληλο χώρο εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης, μεταξύ άλλων:

α)

στο σημείο εισόδου στην Ένωση·

β)

σε συνοριακό σταθμό ελέγχου·

γ)

στο σημείο θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ένωση·

δ)

στις αποθήκες και στις εγκαταστάσεις του υπευθύνου επιχείρησης που φέρει την ευθύνη για το φορτίο·

ε)

στον τόπο προορισμού.

4.   Παρά τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1 και 3, οι αρμόδιες αρχές στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου και σε άλλα σημεία εισόδου στην Ένωση διενεργούν επίσημους ελέγχους σχετικά με τα ακόλουθα όποτε έχουν λόγο να πιστεύουν ότι η είσοδός τους στην Ένωση ενδέχεται να προκαλεί κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον:

α)

μεταφορικά μέσα, ακόμα και όταν είναι άδεια· και

β)

συσκευασία, μεταξύ άλλων παλέτες.

5.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να διενεργούν επίσημους ελέγχους σε αγαθά τα οποία υπόκεινται σε μία από τις τελωνειακές διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 5 σημείο 16) στοιχεία α), β) και γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 και σε προσωρινή εναπόθεση όπως ορίζεται στο άρθρο 5 σημείο 17) του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 45

Είδη επίσημων ελέγχων σε ζώα και αγαθά εκτός από τα υπαγόμενα σε επίσημους ελέγχους σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου δυνάμει του τμήματος ΙΙ

1.   Οι επίσημοι έλεγχοι που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 1:

α)

περιλαμβάνουν πάντα έλεγχο εγγράφων· και

β)

περιλαμβάνουν έλεγχο ταυτότητας και φυσικό έλεγχο ανάλογα με τον κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον.

2.   Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν τους φυσικούς ελέγχους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) υπό κατάλληλες συνθήκες που επιτρέπουν τη σωστή διεξαγωγή των ερευνών.

3.   Στην περίπτωση που από τον έλεγχο των εγγράφων, τον έλεγχο ταυτότητας ή τον φυσικό έλεγχο που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου διαπιστωθεί ότι τα ζώα και τα αγαθά δεν συμμορφώνονται με τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες, ισχύουν το άρθρο 66 παράγραφοι 1, 3 και 5, τα άρθρα 67, 68 και 69, το άρθρο 71 παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 72 παράγραφοι 1 και 2, τα άρθρα 137 και 138.

4.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες και τις συνθήκες υπό τις οποίες οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητούν από τους υπευθύνους επιχειρήσεων να κοινοποιούν την άφιξη ορισμένων αγαθών που εισέρχονται στην Ένωση.

Άρθρο 46

Δειγματοληψία σε ζώα και αγαθά εκτός από τα υπαγόμενα σε επίσημους ελέγχους σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου δυνάμει του τμήματος ΙΙ

1.   Στην περίπτωση που λαμβάνονται δείγματα από ζώα και αγαθά, οι αρμόδιες αρχές, με την επιφύλαξη των άρθρων 34 έως 42:

α)

ενημερώνουν τους οικείους υπευθύνους επιχειρήσεων και, κατά περίπτωση, τις τελωνειακές αρχές· και

β)

αποφασίζουν αν τα ζώα ή τα αγαθά πρέπει να κρατούνται ενώ εκκρεμούν τα αποτελέσματα της διενεργηθείσας ανάλυσης, δοκιμής ή διάγνωσης ή αν μπορούν να ελευθερώνονται εφόσον εξασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα των ζώων ή των αγαθών.

2.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή:

α)

καθορίζει τις διαδικασίες που απαιτούνται για να διασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα των ζώων ή των αγαθών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β)· και

β)

προσδιορίζει τα έγγραφα που πρέπει να συνοδεύουν τα ζώα ή τα αγαθά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 όταν λαμβάνονται δείγματα από τις αρμόδιες αρχές.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Τμήμα ΙΙ

Επίσημοι έλεγχοι ζώων και αγαθών σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου

Άρθρο 47

Ζώα και αγαθά που υπόκεινται σε επίσημους ελέγχους σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου

1.   Για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν επίσημους ελέγχους στον συνοριακό σταθμό ελέγχου της πρώτης άφιξης στην Ένωση σε κάθε φορτίο των ακόλουθων κατηγοριών ζώων και αγαθών που εισέρχονται στην Ένωση:

α)

ζώα·

β)

προϊόντα ζωικής προέλευσης, ζωικό αναπαραγωγικό υλικό και ζωικά υποπροϊόντα·

γ)

φυτά, φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα όπως αναφέρονται στους καταλόγους που καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφος 1 και το άρθρο 74 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031·

δ)

αγαθά από ορισμένες τρίτες χώρες για τις οποίες η Επιτροπή έχει αποφασίσει, μέσω εκτελεστικών πράξεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, ότι απαιτείται μέτρο που επιβάλλει την προσωρινή αύξηση των επίσημων ελέγχων κατά την είσοδό τους στην Ένωση λόγω γνωστού ή αναδυόμενου κινδύνου ή επειδή υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ενδέχεται να υπάρχει εκτεταμένη σοβαρή μη συμμόρφωση με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

ε)

ζώα και αγαθά τα οποία υπόκεινται σε μέτρα έκτακτης ανάγκης τα οποία προβλέπονται στις πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 53 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, το άρθρο 249 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/429 ή το άρθρο 28 παράγραφος 1, το άρθρο 30 παράγραφος 1, το άρθρο 40 παράγραφος 3, το άρθρο 41 παράγραφος 3, το άρθρο 49 παράγραφος 1, το άρθρο 53 παράγραφος 3 και το άρθρο 54 παράγραφος 3 και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, σύμφωνα με τα οποία τα φορτία των εν λόγω ζώων ή αγαθών που ταυτοποιούνται με τους κωδικούς αριθμούς τους από τη συνδυασμένη ονοματολογία πρέπει να υποβάλλονται σε επίσημους ελέγχους κατά την είσοδό τους στην Ένωση·

στ)

ζώα και αγαθά για την είσοδο των οποίων στην Ένωση έχουν θεσπιστεί όροι ή μέτρα με πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 126 ή το άρθρο 128 αντίστοιχα ή με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, τα οποία απαιτούν να εξακριβώνεται η συμμόρφωση με τους εν λόγω όρους ή μέτρα κατά την είσοδο των ζώων ή των αγαθών στην Ένωση.

2.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή:

α)

καταρτίζει καταλόγους στους οποίους καθορίζονται όλα τα ζώα και τα αγαθά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), δηλώνοντας τους κωδικούς τους από τη συνδυασμένη ονοματολογία· και

β)

καταρτίζει τον κατάλογο των αγαθών τα οποία ανήκουν στην κατηγορία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ), δηλώνοντας τους κωδικούς τους από τη συνδυασμένη ονοματολογία, και τον επικαιροποιεί, όπως απαιτείται, όσον αφορά τους κινδύνους που αναφέρονται στο προαναφερθέν στοιχείο.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις τροποποιήσεις των κατηγοριών φορτίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, για να περιλαμβάνουν σύνθετα προϊόντα, σανό και άχυρο και άλλα προϊόντα αυστηρά περιορισμένα σε προϊόντα που εμφανίζουν πρόσφατα εντοπισθέντα ή σημαντικά αυξημένο κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον.

4.   Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στις πράξεις οι οποίες θεσπίζουν τα μέτρα ή τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία δ), ε) και στ), το παρόν άρθρο εφαρμόζεται επίσης στα φορτία ζώων και αγαθών των κατηγοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ) όταν είναι μη εμπορικού χαρακτήρα.

5.   Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων που είναι αρμόδιοι για το φορτίο μεριμνούν ώστε τα ζώα και τα αγαθά των κατηγοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 να παρουσιάζονται για επίσημο έλεγχο στον συνοριακό σταθμό ελέγχου ο οποίος αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο.

Άρθρο 48

Ζώα και αγαθά που απαλλάσσονται από επίσημους ελέγχους στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου

Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τους κανόνες με τους οποίους καθορίζονται οι περιπτώσεις και οι όροι υπό τους οποίους οι ακόλουθες κατηγορίες ζώων και αγαθών εξαιρούνται από το άρθρο 47 και όταν η εξαίρεση αυτή είναι δικαιολογημένη:

α)

αγαθά τα οποία αποστέλλονται ως εμπορικά δείγματα ή προορίζονται για εκθέσεις, τα οποία δεν προορίζονται να διατεθούν στην αγορά·

β)

ζώα και αγαθά που προορίζονται για επιστημονικούς σκοπούς·

γ)

αγαθά τα οποία βρίσκονται επί μεταφορικών μέσων που εκτελούν διεθνή δρομολόγια, τα οποία δεν εκφορτώνονται και προορίζονται για την τροφοδοσία του πληρώματος ή των επιβατών·

δ)

αγαθά τα οποία αποτελούν μέρος των προσωπικών αποσκευών επιβατών και προορίζονται για προσωπική τους κατανάλωση ή χρήση·

ε)

μικρά φορτία αγαθών τα οποία αποστέλλονται σε φυσικά πρόσωπα και δεν προορίζονται να διατεθούν στην αγορά·

στ)

τα ζώα συντροφιάς όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 11) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/429·

ζ)

αγαθά που έχουν υποστεί ειδική μεταχείριση και δεν υπερβαίνουν τις ποσότητες που ορίζονται στις εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις·

η)

κατηγορίες ζώων ή αγαθών με χαμηλό κίνδυνο ή χωρίς συγκεκριμένο κίνδυνο, για τις οποίες δεν απαιτείται επομένως η διενέργεια ελέγχων στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου.

Άρθρο 49

Επίσημοι έλεγχοι στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου

1.   Για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τις ισχύουσες απαιτήσεις που ορίζονται στους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν επίσημους ελέγχους σε κάθε φορτίο ζώων και αγαθών των κατηγοριών του άρθρου 47 παράγραφος 1 αμέσως μετά την άφιξη του φορτίου στον συνοριακό σταθμό ελέγχου. Οι εν λόγω επίσημοι έλεγχοι περιλαμβάνουν ελέγχους εγγράφων, ταυτότητας και φυσικούς ελέγχους.

2.   Οι φυσικοί έλεγχοι διενεργούνται όταν οι εν λόγω έλεγχοι αφορούν:

α)

ζώα, εκτός από υδρόβια ζώα, ή κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων που είναι βρώσιμα, από επίσημο κτηνίατρο, ο οποίος μπορεί να επικουρείται από υπαλλήλους οι οποίοι είναι εκπαιδευμένοι σε κτηνιατρικά θέματα σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται βάσει της παραγράφου 5 και έχουν ορισθεί από τις αρμόδιες αρχές για τον σκοπό αυτό·

β)

υδρόβια ζώα, προϊόντα ζωικής προέλευσης εκτός από τα αναφερόμενα στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, ζωικό αναπαραγωγικό υλικό ή ζωικά υποπροϊόντα, από επίσημο κτηνίατρο ή από υπαλλήλους εκπαιδευμένους σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται βάσει της παραγράφου 5 και οι οποίοι έχουν ορισθεί από τις αρμόδιες αρχές για τον σκοπό αυτό·

γ)

φυτά, φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα, από επίσημο υπάλληλο φυτοϋγειονομικών υπηρεσιών.

3.   Οι αρμόδιες αρχές στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου διενεργούν συστηματικά επίσημους ελέγχους σε φορτία ζώων που μεταφέρονται και στα μέσα μεταφοράς για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες για την καλή μεταχείριση των ζώων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Οι αρμόδιες αρχές θεσπίζουν ρυθμίσεις για να δίνουν προτεραιότητα στους επίσημους ελέγχους σε ζώα που μεταφέρονται και για να μειώσουν τις καθυστερήσεις όσον αφορά τους εν λόγω ελέγχους.

4.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να ορίζει τις πρακτικές ρυθμίσεις όσον αφορά την παρουσίαση των φορτίων των ζώων και αγαθών που ανήκουν στις κατηγορίες του άρθρου 47 παράγραφος 1, τις μονάδες μεταφοράς ή τα υποτμήματα που μπορούν να αποτελούν συγκεκριμένο φορτίο και τον μέγιστο αριθμό των εν λόγω μονάδων μεταφοράς ή υποτμημάτων σε κάθε φορτίο, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να εξασφαλίζεται ο ταχύς και αποτελεσματικός χειρισμός των φορτίων και των επίσημων ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές και, κατά περίπτωση, τα διεθνή πρότυπα. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

5.   Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με κανόνες οι οποίοι καθιερώνουν συγκεκριμένες απαιτήσεις εκπαίδευσης για τους αναφερόμενους στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου υπαλλήλους όσον αφορά τη διενέργεια των φυσικών ελέγχων στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου.

Άρθρο 50

Πιστοποιητικά και έγγραφα που συνοδεύουν φορτία και φορτία που έχουν υποστεί κατάτμηση/χωρισμό

1.   Τα πρωτότυπα επίσημα πιστοποιητικά ή έγγραφα, ή τα αντίστοιχα σε ηλεκτρονική μορφή, τα οποία πρέπει, βάσει των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, να συνοδεύουν τα φορτία ζώων και αγαθών των κατηγοριών του άρθρου 47 παράγραφος 1 προσκομίζονται στις αρμόδιες αρχές του συνοριακού σταθμού ελέγχου, οι οποίες τα φυλάσσουν, εκτός αν προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση στους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

2.   Οι αρμόδιες αρχές του συνοριακού σταθμού ελέγχου παραδίδουν στον υπεύθυνο επιχείρησης που φέρει την ευθύνη για το φορτίο ένα επικυρωμένο αντίγραφο, σε έντυπη ή σε ηλεκτρονική μορφή, των επίσημων πιστοποιητικών ή εγγράφων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή, εάν πρόκειται για φορτίο που έχει υποστεί κατάτμηση/χωρισμό, αντίγραφα τα οποία επικυρώνονται χωριστά, σε χαρτί ή σε ηλεκτρονική μορφή, των εν λόγω πιστοποιητικών ή εγγράφων.

3.   Τα φορτία δεν χωρίζονται έως ότου διενεργηθούν επίσημοι έλεγχοι και οριστικοποιηθεί το κοινό υγειονομικό έγγραφο εισόδου (ΚΥΕΕ) που αναφέρεται στο άρθρο 56 σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 5 και το άρθρο 57.

4.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τους κανόνες με τους οποίους καθορίζονται οι περιπτώσεις και οι όροι υπό τους οποίους το ΚΥΕΕ απαιτείται να συνοδεύει φορτία ζώων και αγαθών των κατηγοριών του άρθρου 47 παράγραφος 1 στον τόπο προορισμού.

Άρθρο 51

Ειδικοί κανόνες που διέπουν τους επίσημους ελέγχους σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου

1.   Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με κανόνες που αφορούν:

α)

τις περιπτώσεις στις οποίες και τους όρους υπό τους οποίους οι αρμόδιες αρχές ενός συνοριακού σταθμού ελέγχου μπορούν να επιτρέπουν τη μετέπειτα μεταφορά φορτίων ζώων και αγαθών των κατηγοριών του άρθρου 47 παράγραφος 1 στον τόπο του τελικού προορισμού τους ενώ εκκρεμούν τα αποτελέσματα των φυσικών ελέγχων, εφόσον απαιτούνται τέτοιοι έλεγχοι·

β)

τις προθεσμίες και ρυθμίσεις για τη διενέργεια ελέγχων εγγράφων και, εφόσον απαιτείται, ελέγχων ταυτότητας και φυσικών ελέγχων στις κατηγορίες ζώων και αγαθών που υπάγονται στους προβλεπόμενους στο άρθρο 47 παράγραφος 1 επίσημους ελέγχους όταν τα εν λόγω ζώα ή αγαθά εισέρχονται στην Ένωση με θαλάσσια ή εναέρια μεταφορά από τρίτη χώρα, μετακινούνται από σκάφος ή αεροσκάφος και μεταφέρονται υπό τελωνειακή εποπτεία σε άλλο σκάφος ή αεροσκάφος στον αυτό λιμένα ή αερολιμένα στο πλαίσιο της περαιτέρω μεταφοράς τους («φορτία αγαθών»)·

γ)

τις περιπτώσεις στις οποίες και τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να διενεργούνται σε συνοριακό σταθμό ελέγχου πλην αυτού που βρίσκεται στον τόπο πρώτης άφιξης στην Ένωση έλεγχοι ταυτότητας και φυσικοί έλεγχοι φορτίων που μεταφορτώνονται και ζώων που φθάνουν με εναέριες ή θαλάσσιες μεταφορές και παραμένουν στο ίδιο μέσο μεταφοράς για περαιτέρω μεταφορά·

δ)

τις περιπτώσεις στις οποίες και τους όρους υπό τους οποίους η διαμετακόμιση φορτίων ζώων και αγαθών των κατηγοριών του άρθρου 47 παράγραφος 1 μπορεί να επιτρέπεται και ορισμένους επίσημους ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου επί των φορτίων αυτών, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων και των όρων για την αποθήκευση αγαθών σε ειδικά εγκεκριμένες ελεύθερες ή τελωνειακές αποθήκες ή σε ελεύθερες ζώνες·

ε)

τις περιπτώσεις στις οποίες και τους όρους υπό τους οποίους θα ισχύουν παρεκκλίσεις από τους κανόνες περί ταυτότητας και φυσικών ελέγχων όσον αφορά τα φορτία υπό μεταφόρτωση και τη διαμετακόμιση φορτίων των αγαθών που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

2.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με κανόνες για τον προσδιορισμό των περιπτώσεων στις οποίες και τους όρους υπό τους οποίους θα ισχύουν παρεκκλίσεις από τους κανόνες περί ελέγχων εγγράφων, όσον αφορά τα φορτία υπό μεταφόρτωση και τη διαμετακόμιση φορτίων των αγαθών που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

Άρθρο 52

Λεπτομέρειες σχετικά με τους ελέγχους εγγράφων, τους ελέγχους ταυτότητας και τους φυσικούς ελέγχους

Για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής των άρθρων 49, 50 και 51, η Επιτροπή καθορίζει λεπτομερώς μέσω εκτελεστικών πράξεων τις εργασίες που πρέπει να διενεργούνται κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας των ελέγχων εγγράφων, ταυτότητας και των φυσικών ελέγχων που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής διενέργειας των εν λόγω επίσημων ελέγχων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 53

Επίσημοι έλεγχοι που δεν διενεργούνται σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου

1.   Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με κανόνες με τους οποίους καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες και οι όροι υπό τους οποίους:

α)

μπορούν να διενεργούνται έλεγχοι ταυτότητας και φυσικοί έλεγχοι σε φορτία ζώων και αγαθών των κατηγοριών του άρθρου 47 παράγραφος 1 από τις αρμόδιες αρχές σε σημεία ελέγχου άλλα εκτός των συνοριακών σταθμών ελέγχου, με την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω σημεία ελέγχου συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 64 παράγραφος 3 και στις εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 4·

β)

οι φυσικοί έλεγχοι των φορτίων που έχουν υποβληθεί σε ελέγχους εγγράφων και ταυτότητας σε συνοριακό σταθμό ελέγχου πρώτης άφιξης στην Ένωση μπορούν να διενεργούνται σε άλλο συνοριακό σταθμό ελέγχου σε διαφορετικό κράτος μέλος·

γ)

οι έλεγχοι ταυτότητας και οι φυσικοί έλεγχοι των φορτίων που έχουν υποβληθεί σε ελέγχους εγγράφων σε συνοριακό σταθμό ελέγχου πρώτης άφιξης στην Ένωση μπορούν να διενεργούνται σε άλλο συνοριακό σταθμό ελέγχου σε διαφορετικό κράτος μέλος·

δ)

ειδικά καθήκοντα ελέγχου μπορούν να εκτελούνται από τελωνειακές αρχές ή άλλες δημόσιες αρχές στον βαθμό που τα εν λόγω καθήκοντα δεν εμπίπτουν ήδη στην αρμοδιότητα των ανωτέρω αρχών, όσον αφορά:

i)

τα φορτία που αναφέρονται στο άρθρο 65 παράγραφος 2,

ii)

τις προσωπικές αποσκευές των επιβατών,

iii)

αγαθά που παραγγέλλονται μέσω συμβάσεων πωλήσεων εξ αποστάσεως μεταξύ άλλων μέσω τηλεφώνου ή του διαδικτύου,

iv)

τα ζώα συντροφιάς που πληρούν τους όρους που ορίζονται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 576/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (59)·

ε)

έλεγχοι εγγράφων όσον αφορά φορτία φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχείο γ) μπορούν να διενεργούνται εξ αποστάσεως από συνοριακό σταθμό ελέγχου.

2.   Το άρθρο 56 παράγραφος 3 στοιχείο β), το άρθρο 57 παράγραφος 2 στοιχείο α), το άρθρο 59 παράγραφος 1, το άρθρο 60 παράγραφος 1 στοιχεία α) και δ) και τα άρθρα 62 και 63 εφαρμόζονται επίσης στα σημεία ελέγχου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 54

Συχνότητα των ελέγχων εγγράφων, ταυτότητας και των φυσικών ελέγχων

1.   Όλα τα φορτία ζώων και αγαθών των κατηγοριών του άρθρου 47 παράγραφος 1 υποβάλλονται σε έλεγχο εγγράφων.

2.   Η συχνότητα των ελέγχων ταυτότητας και των φυσικών ελέγχων που διενεργούνται στα φορτία ζώων και αγαθών των κατηγοριών του άρθρου 47 παράγραφος 1 εξαρτάται από τον κίνδυνο που ενέχει κάθε ζώο, αγαθό ή κατηγορία ζώων ή αγαθών για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον.

3.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή ορίζει κανόνες για την ομοιόμορφη εφαρμογή της ενδεδειγμένης συχνότητας που προβλέπεται στην παράγραφο 2. Οι εν λόγω κανόνες διασφαλίζουν ότι οι συχνότητες αυτές υπερβαίνουν τη μηδενική συχνότητα και καθορίζουν:

α)

τα κριτήρια και τις διαδικασίες για τον καθορισμό και τη μεταβολή της συχνότητας των ελέγχων ταυτότητας και των φυσικών ελέγχων που διενεργούνται στα φορτία ζώων και αγαθών των κατηγοριών του άρθρου 47 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) και την προσαρμογή της στο επίπεδο κινδύνου που συνδέεται με τις εν λόγω κατηγορίες, με βάση:

i)

τις πληροφορίες που συλλέγει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 1·

ii)

το αποτέλεσμα των ελέγχων που διενεργούνται από εμπειρογνώμονες της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 120 παράγραφος 1·

iii)

το ιστορικό των υπευθύνων επιχειρήσεων όσον αφορά τη συμμόρφωση με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

iv)

στοιχεία και πληροφορίες που συλλέγονται μέσω του συστήματος διαχείρισης πληροφοριών για επίσημους ελέγχους (IMSOC) που αναφέρεται στο άρθρο 131·

v)

διαθέσιμες επιστημονικές αξιολογήσεις· και

vi)

οποιαδήποτε άλλη πληροφορία σχετικά με τον κίνδυνο που συνδέεται με τις κατηγορίες ζώων και αγαθών·

β)

τους όρους υπό τους οποίους τα κράτη μέλη μπορούν να αυξήσουν την οριζόμενη σύμφωνα με το στοιχείο α) συχνότητα των ελέγχων ταυτότητας και των φυσικών ελέγχων για να λάβουν υπόψη τοπικούς παράγοντες κινδύνου·

γ)

τις διαδικασίες που διασφαλίζουν την έγκαιρη και ομοιόμορφη εφαρμογή της οριζόμενης σύμφωνα με το στοιχείο α) συχνότητας διενέργειας των ελέγχων ταυτότητας και των φυσικών ελέγχων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

4.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή θεσπίζει κανόνες που ορίζουν:

α)

τη συχνότητα των ελέγχων ταυτότητας και των φυσικών ελέγχων για τις κατηγορίες αγαθών που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχείο δ)· και

β)

τη συχνότητα των ελέγχων ταυτότητας και των φυσικών ελέγχων για τις κατηγορίες ζώων και αγαθών που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχεία ε) και στ), εφόσον δεν ορίζεται στις πράξεις που αναφέρονται στις εν λόγω διατάξεις.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 55

Αποφάσεις σχετικά με τα φορτία

1.   Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν απόφαση για κάθε φορτίο ζώων και αγαθών που ανήκουν στις κατηγορίες του άρθρου 47 παράγραφος 1 ύστερα από τη διενέργεια επίσημων ελέγχων, μεταξύ των οποίων ελέγχων εγγράφων και, εφόσον απαιτούνται, ελέγχων ταυτότητας και φυσικών ελέγχων, στην οποία προσδιορίζεται εάν το φορτίο είναι σύμφωνο με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και, κατά περίπτωση, με την εφαρμοστέα τελωνειακή διαδικασία.

2.   Οι αποφάσεις για τα φορτία λαμβάνονται από:

α)

επίσημο κτηνίατρο όταν αφορούν ζώα, προϊόντα ζωικής προέλευσης, ζωικό αναπαραγωγικό υλικό ή ζωικά υποπροϊόντα· ή

β)

επίσημο υπάλληλο φυτοϋγειονομικών υπηρεσιών όταν αφορούν φυτά, φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 στοιχείο α), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίζουν ότι οι αποφάσεις σχετικά με τα φορτία αλιευτικών προϊόντων, ζώντων δίθυρων μαλακίων, ζώντων εχινόδερμων, ζώντων χιτωνόζωων και ζώντων θαλάσσιων γαστερόποδων που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση πρέπει να λαμβάνονται από κατάλληλα εκπαιδευμένους υπαλλήλους οι οποίοι έχουν ορισθεί από τις αρμόδιες αρχές ειδικά για τον σκοπό αυτό.

Άρθρο 56

Χρήση του κοινού υγειονομικού εγγράφου εισόδου (ΚΥΕΕ) από τον υπεύθυνο επιχείρησης και από τις αρμόδιες αρχές

1.   Για κάθε φορτίο ζώων και αγαθών που ανήκουν στις κατηγορίες του άρθρου 47 παράγραφος 1 ο υπεύθυνος επιχείρησης που φέρει την ευθύνη για το φορτίο συμπληρώνει το σχετικό τμήμα του ΚΥΕΕ, παρέχοντας τις πληροφορίες που απαιτούνται για την άμεση και πλήρη ταυτοποίηση του φορτίου και του προορισμού του.

2.   Οι αναφορές του παρόντος κανονισμού στο ΚΥΕΕ θεωρείται ότι περιλαμβάνουν αναφορά στο ηλεκτρονικό του αντίστοιχο.

3.   Το ΚΥΕΕ χρησιμοποιείται είτε:

α)

από τους υπευθύνους επιχειρήσεων που έχουν την ευθύνη για τα φορτία των ζώων και αγαθών που ανήκουν στις κατηγορίες του άρθρου 47 παράγραφος 1 με σκοπό να ειδοποιούνται εκ των προτέρων οι αρμόδιες αρχές του συνοριακού σταθμού ελέγχου για την άφιξη των εν λόγω φορτίων· και

β)

από τις αρμόδιες αρχές του συνοριακού σταθμού ελέγχου με σκοπό:

i)

να καταγράψουν το αποτέλεσμα των επίσημων ελέγχων που διενεργήθηκαν και των αποφάσεων που τυχόν ελήφθησαν με βάση τους ελέγχους αυτούς, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης για την απόρριψη φορτίου·

ii)

να κοινοποιήσουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο i) μέσω του IMSOC.

4.   Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων που έχουν την ευθύνη για το φορτίο πραγματοποιούν προηγούμενη κοινοποίηση πριν από τη φυσική άφιξη του φορτίου στην Ένωση, σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο α), με τη συμπλήρωση του σχετικού μέρους του ΚΥΕΕ και την υποβολή του στο IMSOC προς διαβίβαση στις αρμόδιες αρχές του συνοριακού σταθμού ελέγχου.

5.   Οι αρμόδιες αρχές του συνοριακού σταθμού ελέγχου ολοκληρώνουν την οριστικοποίηση του ΚΥΕΕ αμέσως μόλις:

α)

διενεργηθούν όλοι οι επίσημοι έλεγχοι που απαιτούνται βάσει του άρθρου 49 παράγραφος 1·

β)

είναι διαθέσιμα τα αποτελέσματα των φυσικών ελέγχων, στις περιπτώσεις που απαιτούνται τέτοιοι έλεγχοι· και

γ)

έχει ληφθεί απόφαση σχετικά με το φορτίο σύμφωνα με το άρθρο 55 και έχει καταγραφεί στο ΚΥΕΕ.

Άρθρο 57

Χρήση του ΚΥΕΕ από τις τελωνειακές αρχές

1.   Για την υπαγωγή και τον χειρισμό των φορτίων ζώων και αγαθών που ανήκουν στις κατηγορίες του άρθρου 47 παράγραφος 1 στο πλαίσιο τελωνειακής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων της εισόδου ή του χειρισμού σε τελωνειακές αποθήκες ή σε ελεύθερες ζώνες, απαιτείται η υποβολή του ΚΥΕΕ στις τελωνειακές αρχές από τον υπεύθυνο επιχείρησης ο οποίος έχει την ευθύνη για το φορτίο, με την επιφύλαξη των απαλλαγών του άρθρου 48 και των κανόνων των άρθρων 53 και 54. Σε εκείνο το στάδιο το ΚΥΕΕ έχει δεόντως οριστικοποιηθεί εντός του IMSOC από τις αρμόδιες αρχές του συνοριακού σταθμού ελέγχου.

2.   Οι τελωνειακές αρχές:

α)

δεν επιτρέπουν την υπαγωγή του φορτίου σε τελωνειακή διαδικασία διαφορετική από αυτή που υπέδειξαν οι αρμόδιες αρχές του συνοριακού σταθμού ελέγχου· και

β)

με την επιφύλαξη των απαλλαγών του άρθρου 48 και των κανόνων των άρθρων 53 και 54, επιτρέπουν τη θέση του φορτίου σε ελεύθερη κυκλοφορία μόνον ύστερα από προσκόμιση δεόντως οριστικοποιημένου ΚΥΕΕ το οποίο επιβεβαιώνει ότι το φορτίο συμμορφώνεται με τους εφαρμοστέους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

3.   Στην περίπτωση που γίνεται τελωνειακή διασάφηση για φορτίο ζώων ή αγαθών που ανήκουν στις κατηγορίες του άρθρου 47 παράγραφος 1 χωρίς προσκόμιση του ΚΥΕΕ, οι τελωνειακές αρχές κρατούν το φορτίο και ενημερώνουν άμεσα τις αρμόδιες αρχές του συνοριακού σταθμού ελέγχου. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 6.

Άρθρο 58

Μορφή, χρονικές απαιτήσεις και ειδικοί κανόνες για τη χρήση του ΚΥΕΕ

Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή θεσπίζει κανόνες που ορίζουν:

α)

τη μορφή του ΚΥΕΕ και τις οδηγίες για τη συμπλήρωση και τη χρήση του, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά διεθνή πρότυπα· και

β)

τις ελάχιστες προθεσμίες για την εκ των προτέρων ειδοποίηση σχετικά με την άφιξη των φορτίων από τους υπευθύνους επιχειρήσεων που έχουν την ευθύνη για το φορτίο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 56 παράγραφος 3 στοιχείο α), προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές του συνοριακού σταθμού ελέγχου να διενεργούν επίσημους ελέγχους έγκαιρα και αποτελεσματικά.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 59

Ορισμός των συνοριακών σταθμών ελέγχου

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν συνοριακούς σταθμούς ελέγχου για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων σε μία ή περισσότερες από τις κατηγορίες ζώων και αγαθών που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1.

2.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή πριν από τον ορισμό του συνοριακού σταθμού ελέγχου. Η κοινοποίηση αυτή περιλαμβάνει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για να εξακριβώσει η Επιτροπή ότι ο προτεινόμενος συνοριακός σταθμός ελέγχου συμμορφώνεται με τις ελάχιστες απαιτήσεις του άρθρου 64.

3.   Εντός τριών μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή ενημερώνει το κράτος μέλος:

α)

εάν ο ορισμός του προτεινόμενου συνοριακού σταθμού ελέγχου εξαρτάται από το ευνοϊκό αποτέλεσμα ελέγχου που διενεργείται από εμπειρογνώμονες της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 116 για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τις ελάχιστες απαιτήσεις του άρθρου 64· και

β)

σχετικά με την ημερομηνία αυτού του ελέγχου, ο οποίος πρέπει να διενεργηθεί το αργότερο εντός εξαμήνου από την κοινοποίηση.

4.   Στις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή έχει ενημερώσει κράτος μέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 3, ότι δεν απαιτείται η διενέργεια ελέγχου, το κράτος μέλος μπορεί να προβεί στον ορισμό.

5.   Το κράτος μέλος δεν προβαίνει στον ορισμό του συνοριακού σταθμού ελέγχου έως ότου η Επιτροπή του κοινοποιήσει το ευνοϊκό αποτέλεσμα του ελέγχου. Η Επιτροπή κοινοποιεί τα αποτελέσματα του προβλεπόμενου στην παράγραφο 3 στοιχείο α) ελέγχου της το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία του ελέγχου.

Άρθρο 60

Καταγραφή των συνοριακών σταθμών ελέγχου

1.   Κάθε κράτος μέλος δημοσιεύει στο διαδίκτυο ενημερωμένους καταλόγους των συνοριακών σταθμών ελέγχου που λειτουργούν στο έδαφός του, παρέχοντας τις ακόλουθες πληροφορίες για καθέναν από αυτούς:

α)

τα στοιχεία επικοινωνίας του·

β)

τις ώρες λειτουργίας του·

γ)

την ακριβή τοποθεσία και εάν πρόκειται για λιμένα, αερολιμένα, σιδηροδρομικό ή οδικό σημείο εισόδου· και

δ)

τις προβλεπόμενες στο άρθρο 47 παράγραφος 1 κατηγορίες ζώων και αγαθών οι οποίες περιλαμβάνονται στο πεδίο του ορισμού του.

2.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή ορίζει κανόνες για τη μορφή, τις κατηγορίες, τις συντομογραφίες των ορισμών και άλλες πληροφορίες που πρέπει να χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη στους καταλόγους των συνοριακών σταθμών ελέγχου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 61

Ανάκληση των εγκρίσεων για υπάρχοντες συνοριακούς σταθμούς ελέγχου και εκ νέου ορισμός τους

1.   Ανακαλούνται η έγκριση των συνοριακών σταθμών επιθεώρησης σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 97/78/ΕΚ και το άρθρο 6 της οδηγίας 91/496/ΕΟΚ, ο ορισμός των σημείων εισόδου σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 669/2009 και με το άρθρο 13γ παράγραφος 4 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ και ο ορισμός των πρώτων σημείων εισαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 284/2011 της Επιτροπής (60).

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν εκ νέου τους συνοριακούς σταθμούς επιθεώρησης, τα καθορισμένα σημεία εισόδου, τα σημεία εισόδου και τα πρώτα σημεία εισαγωγής που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ως συνοριακούς σταθμούς ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 1 εφόσον πληρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις του άρθρου 64.

3.   Το άρθρο 59 παράγραφοι 2, 3 και 5 δεν εφαρμόζεται στον εκ νέου ορισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 62

Ανάκληση του ορισμού συνοριακών σταθμών ελέγχου

1.   Όταν οι συνοριακοί σταθμοί ελέγχου παύουν να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του άρθρου 64, τα κράτη μέλη:

α)

ανακαλούν τον ορισμό που προβλέπεται στο άρθρο 59 παράγραφος 1 για όλες ή για ορισμένες από τις κατηγορίες ζώων και αγαθών τις οποίες αφορά ο ορισμός· και

β)

αφαιρούν τους εν λόγω συνοριακούς σταθμούς ελέγχου από τον κατάλογο του άρθρου 60 παράγραφος 1 για τις κατηγορίες ζώων και αγαθών για τις οποίες ανακαλείται ο ορισμός.

2.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη σχετικά με την ανάκληση του ορισμού συνοριακού σταθμού ελέγχου όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 και σχετικά με τους λόγους της ανάκλησης αυτής.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες και τις διαδικασίες μέσω των οποίων οι συνοριακοί σταθμοί ελέγχου των οποίων ο ορισμός έχει ανακληθεί μόνο εν μέρει σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου μπορούν να ορίζονται εκ νέου κατά παρέκκλιση από το άρθρο 59.

4.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών να αποφασίζουν ως προς την ανάκληση του ορισμού συνοριακών σταθμών ελέγχου για λόγους άλλους από τους προβλεπόμενους στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 63

Αναστολή του ορισμού συνοριακών σταθμών ελέγχων

1.   Ένα κράτος μέλος αναστέλλει τον ορισμό συνοριακού σταθμού ελέγχου και δίνει εντολή να παύσει τις δραστηριότητές του για όλες ή για ορισμένες από τις κατηγορίες ζώων και αγαθών τις οποίες αφορά ο ορισμός σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι δραστηριότητες αυτές μπορούν να συνεπάγονται κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον. Σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου ο ορισμός αναστέλλεται άμεσα.

2.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν άμεσα την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη σχετικά με την αναστολή του ορισμού ενός συνοριακού σταθμού ελέγχου και σχετικά με τους λόγους αυτής της αναστολής.

3.   Τα κράτη μέλη επισημαίνουν την αναστολή του ορισμού ενός συνοριακού σταθμού ελέγχου στους καταλόγους του άρθρου 60 παράγραφος 1.

4.   Τα κράτη μέλη αίρουν την αναστολή που προβλέπεται στην παράγραφο 1 αμέσως μόλις:

α)

οι αρμόδιες αρχές βεβαιωθούν ότι δεν υπάρχει πλέον ο κίνδυνος που αναφέρεται στην παράγραφο 1· και

β)

κοινοποιήσουν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τα στοιχεία βάσει των οποίων αίρεται η αναστολή.

5.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών να αποφασίζουν ως προς την αναστολή του ορισμού των συνοριακών σταθμών ελέγχου για λόγους άλλους από τους προβλεπόμενους στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 64

Ελάχιστες απαιτήσεις για τους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου

1.   Οι συνοριακοί σταθμοί ελέγχου πρέπει να βρίσκονται πολύ κοντά στο σημείο εισόδου στην Ένωση και σε τόπο ο οποίος έχει οριστεί από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 135 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 ή σε ελεύθερη ζώνη.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες και τους όρους υπό τους οποίους ένας συνοριακός σταθμός ελέγχου μπορεί να βρίσκεται σε τοποθεσία που να μην είναι πολύ κοντά στο σημείο εισόδου στην Ένωση λόγω συγκεκριμένων γεωγραφικών περιορισμών.

3.   Οι συνοριακοί σταθμοί ελέγχου:

α)

διαθέτουν επαρκές και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό·

β)

διαθέτουν χώρους ή άλλες εγκαταστάσεις κατάλληλες για τη φύση και τον όγκο των κατηγοριών ζώων και αγαθών που χειρίζονται·

γ)

διαθέτουν εξοπλισμό και χώρους ή άλλες εγκαταστάσεις που επιτρέπουν τη διενέργεια επίσημων ελέγχων για κάθε κατηγορία ζώων και αγαθών για την οποία έχει οριστεί ο συνοριακός σταθμός ελέγχου·

δ)

έχουν θεσπίσει ρυθμίσεις για να εξασφαλίζουν, όπως ενδείκνυται, την πρόσβαση σε κάθε άλλο εξοπλισμό, χώρο και υπηρεσία που απαιτείται για την εφαρμογή των μέτρων που λαμβάνονται σύμφωνα με τα άρθρα 65, 66 και 67 σε περιπτώσεις υπόνοιας μη συμμόρφωσης, φορτίων τα οποία δεν συμμορφώνονται ή φορτίων που παρουσιάζουν κίνδυνο·

ε)

διαθέτουν ρυθμίσεις έκτακτης ανάγκης για να διασφαλίζεται η ομαλή διεξαγωγή των επίσημων ελέγχων και η αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων που λαμβάνονται σύμφωνα με τα άρθρα 65, 66 και 67 σε περιπτώσεις απρόβλεπτων και απροσδόκητων συνθηκών ή γεγονότων·

στ)

διαθέτουν την τεχνολογία και τον εξοπλισμό που απαιτούνται για την αποτελεσματική λειτουργία του IMSOC και, κατά περίπτωση, των άλλων μηχανογραφικών συστημάτων διαχείρισης πληροφοριών που απαιτούνται για τον χειρισμό και την ανταλλαγή στοιχείων και πληροφοριών·

ζ)

έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες επίσημων εργαστηρίων ικανών να παρέχουν τα αποτελέσματα αναλύσεων, δοκιμών και διαγνώσεων εντός κατάλληλων προθεσμιών και εξοπλισμένων με τα αναγκαία εργαλεία τεχνολογίας των πληροφοριών για τη διασφάλιση της εισαγωγής των αποτελεσμάτων των αναλύσεων, δοκιμών ή διαγνώσεων που διενεργούνται στο IMSOC όπως ενδείκνυται·

η)

διαθέτουν κατάλληλες ρυθμίσεις για τον σωστό χειρισμό διαφόρων κατηγοριών ζώων και αγαθών και για την πρόληψη των κινδύνων που ενδέχεται να προκύψουν λόγω διασταυρούμενης επιμόλυνσης· και

θ)

διαθέτουν ρυθμίσεις για να συμμορφώνονται με τα σχετικά πρότυπα βιοπροφύλαξης με σκοπό την αποτροπή της εξάπλωσης νόσων στην Ένωση.

4.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά και οι υλικοτεχνικές ανάγκες που συνδέονται με τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων και με την εφαρμογή των μέτρων που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφοι 3 και 6 και με το άρθρο 67 σε σχέση με τις διάφορες κατηγορίες ζώων και αγαθών που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

5.   Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες και τους όρους υπό τους οποίους οι συνοριακοί σταθμοί ελέγχου που έχουν ορισθεί για τις εισαγωγές ακατέργαστων κορμών και πριστής και πελεκημένης ξυλείας μπορούν να εξαιρεθούν από μία ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου ώστε να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες των αρμόδιων για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων αρχών που ενεργούν υπό συγκεκριμένους γεωγραφικούς περιορισμούς, με ταυτόχρονη διασφάλιση της ορθής διενέργειας των ελέγχων.

Τμήμα III

Δράση σε περίπτωση υπόνοιας μη συμμόρφωσης και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ζώων και αγαθών που εισέρχονται στην Ένωση

Άρθρο 65

Υπόνοια μη συμμόρφωσης και ενισχυμένοι επίσημοι έλεγχοι

1.   Σε περίπτωση υπόνοιας ότι φορτία ζώων και αγαθών που ανήκουν στις προβλεπόμενες στο άρθρο 44 παράγραφος 1 και στο άρθρο 47 παράγραφος 1 κατηγορίες δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν επίσημους ελέγχους για να επιβεβαιώσουν ή να εξαλείψουν την υπόνοια.

2.   Τα φορτία ζώων και αγαθών που δεν δηλώνονται από τους υπευθύνους επιχειρήσεων ως φορτία που αποτελούνται από ζώα και αγαθά των κατηγοριών του άρθρου 47 παράγραφος 1 υπόκεινται σε επίσημους ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές όταν υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι το φορτίο περιλαμβάνει ζώα ή αγαθά των κατηγοριών αυτών.

3.   Οι αρμόδιες αρχές θέτουν τα φορτία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 υπό επίσημη δέσμευση εν αναμονή των αποτελεσμάτων των επίσημων ελέγχων που προβλέπονται στις εν λόγω παραγράφους.

Εφόσον ενδείκνυται, τα εν λόγω φορτία απομονώνονται ή τίθενται σε καραντίνα και στα ζώα παρέχεται στέγη, τροφή, νερό και, εφόσον απαιτείται, αγωγή εν αναμονή των αποτελεσμάτων των επίσημων ελέγχων.

4.   Αν οι αρμόδιες αρχές έχουν λόγους να υποπτεύονται δόλιες ή παραπλανητικές πρακτικές από μέρους υπευθύνου επιχείρησης που έχει ευθύνη για το φορτίο ή οι επίσημοι έλεγχοι δημιουργούν βάσιμη υπόνοια σοβαρής ή επανειλημμένης παραβίασης των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, οι αρμόδιες αρχές, εφόσον είναι σκόπιμο, παράλληλα με τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 66 παράγραφος 3, ενισχύουν τους επίσημους ελέγχους στα φορτία της αυτής προέλευσης ή χρήσης όπως ενδείκνυται.

5.   Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη μέσω του IMSOC την απόφασή τους να διενεργούν ενισχυμένους επίσημους ελέγχους, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, αναφέροντας τους λόγους για την απόφασή τους.

6.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες για τη συντονισμένη διενέργεια, από τις αρμόδιες αρχές, των ενισχυμένων επίσημων ελέγχων που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 66

Μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται στις περιπτώσεις μη συμμορφούμενων φορτίων που εισέρχονται στην Ένωση

1.   Οι αρμόδιες αρχές θέτουν υπό επίσημη δέσμευση οποιοδήποτε φορτίο ζώων ή αγαθών εισέρχεται στην Ένωση το οποίο δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, και αρνούνται την είσοδό του στην Ένωση.

Οι αρμόδιες αρχές απομονώνουν ή θέτουν σε καραντίνα, όπως ενδείκνυται, το φορτίο αυτό, και τα ζώα που ανήκουν σε αυτό φυλάσσονται και λαμβάνουν φροντίδα ή αγωγή υπό κατάλληλες συνθήκες έως ότου ληφθεί περαιτέρω απόφαση. Εάν είναι δυνατόν, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν επίσης υπόψη το συμφέρον της παροχής ειδικής φροντίδας όσον αφορά ορισμένα είδη προϊόντων.

2.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή ορίζει τους κανόνες για τις πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με την απομόνωση και την καραντίνα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

3.   Η αρμόδια αρχή όσον αφορά το φορτίο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δίνει άμεσα εντολή στον υπεύθυνο της επιχείρησης που έχει ευθύνη για το φορτίο να:

α)

καταστρέψει το φορτίο·

β)

επαναποστείλει το φορτίο εκτός της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφοι 1 και 2· ή να

γ)

υποβάλει το φορτίο σε ειδική μεταχείριση σύμφωνα με το άρθρο 71 παράγραφοι 1 και 2 ή σε οποιοδήποτε άλλο μέτρο απαιτείται για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και, κατά περίπτωση, να χρησιμοποιήσει το φορτίο για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους προοριζόταν αρχικά.

Οι δράσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου εκτελούνται σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, ιδίως, όσον αφορά τα φορτία ζώντων ζώων, όσους στοχεύουν να απαλλάξουν τα ζώα από περιττό πόνο, αγωνία ή ταλαιπωρία.

Όταν το φορτίο αποτελείται από φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα, τα στοιχεία α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου εφαρμόζονται είτε στο φορτίο είτε σε παρτίδες του.

Η αρμόδια αρχή πριν δώσει εντολή στον υπεύθυνο της επιχείρησης να λάβει τα μέτρα τα προβλεπόμενα στα στοιχεία α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου τον καλεί σε ακρόαση, εκτός αν απαιτείται η άμεση λήψη των μέτρων προκειμένου να αντιμετωπισθεί κίνδυνος για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον.

4.   Όταν η αρμόδια αρχή διατάσσει τον υπεύθυνο της επιχείρησης να αναλάβει μία ή περισσότερες από τις δράσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) ή γ), η εν λόγω αρμόδια αρχή μπορεί κατ’ εξαίρεση να εγκρίνει τη δράση που θα αναληφθεί όσον αφορά ένα μέρος μόνο του φορτίου, υπό την προϋπόθεση ότι η μερική καταστροφή, επαναπροώθηση, ειδική μεταχείριση ή άλλο μέτρο:

α)

μπορεί να διασφαλίσει τη συμμόρφωση·

β)

δεν παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον· και

γ)

δεν διαταράσσει τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων.

5.   Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν άμεσα οποιαδήποτε απόφαση άρνησης της εισόδου φορτίου, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, και οποιαδήποτε εντολή εκδίδεται σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του παρόντος άρθρου και με το άρθρο 67:

α)

στην Επιτροπή·

β)

στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών·

γ)

στις τελωνειακές αρχές·

δ)

στις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας καταγωγής· και

ε)

στον υπεύθυνο επιχείρησης που φέρει την ευθύνη για το φορτίο.

Η κοινοποίηση πραγματοποιείται μέσω του IMSOC.

6.   Εάν ένα φορτίο ζώων ή αγαθών που ανήκουν στις κατηγορίες του άρθρου 47 παράγραφος 1 δεν προσκομισθεί για τους επίσημους ελέγχους που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο ή δεν προσκομισθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 50 παράγραφοι 1 και 3, του άρθρου 56 παράγραφοι 1, 3 και 4 ή με τους κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 48, άρθρο 49 παράγραφος 4, άρθρο 51, άρθρο 53 παράγραφος 1 και άρθρο 58, οι αρμόδιες αρχές διατάσσουν τη δέσμευση ή την ανάκληση ενός τέτοιου φορτίου και το θέτουν χωρίς καθυστέρηση υπό επίσημη δέσμευση.

Στα εν λόγω φορτία εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1, 3 και 5 του παρόντος άρθρου.

7.   Τα μέτρα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται με δαπάνη του υπευθύνου της επιχείρησης που φέρει την ευθύνη για το φορτίο.

Άρθρο 67

Μέτρα που λαμβάνονται σχετικά με ζώα ή αγαθά τα οποία εισέρχονται στην Ένωση από τρίτες χώρες και παρουσιάζουν κίνδυνο

Στην περίπτωση που οι επίσημοι έλεγχοι δείξουν ότι ένα φορτίο ζώων ή αγαθών παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον, το φορτίο αυτό απομονώνεται ή τίθεται σε καραντίνα και τα ζώα που ανήκουν σε αυτό φυλάσσονται και λαμβάνουν φροντίδα ή αγωγή υπό κατάλληλες συνθήκες έως ότου ληφθεί περαιτέρω απόφαση.

Οι αρμόδιες αρχές θέτουν το εν λόγω φορτίο υπό επίσημη δέσμευση και διατάσσουν αμέσως τον υπεύθυνο επιχείρησης που φέρει την ευθύνη για το φορτίο:

α)

να καταστρέψει το φορτίο σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, της καλής μεταχείρισης των ζώων ή του περιβάλλοντος και, όσον αφορά τα ζώντα ζώα, ιδίως σύμφωνα με τους κανόνες για την απαλλαγή από περιττό πόνο, αγωνία ή ταλαιπωρία· ή

β)

να υποβάλει το φορτίο σε ειδική μεταχείριση σύμφωνα με το άρθρο 71 παράγραφοι 1 και 2.

Τα μέτρα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται με δαπάνη του υπευθύνου της επιχείρησης που φέρει την ευθύνη για το φορτίο.

Άρθρο 68

Ενέργειες που έπονται των αποφάσεων οι οποίες λαμβάνονται σε σχέση με μη συμμορφούμενα φορτία που εισέρχονται στην Ένωση από τρίτες χώρες

1.   Οι αρμόδιες αρχές:

α)

ακυρώνουν τα επίσημα πιστοποιητικά και κατά περίπτωση άλλα σχετικά έγγραφα που συνοδεύουν τα φορτία τα οποία έχουν υποβληθεί σε μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφοι 3 και 6 και το άρθρο 67· και

β)

συνεργάζονται σύμφωνα με τα άρθρα 102 έως 108 για να λάβουν τυχόν περαιτέρω μέτρα που είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί ότι δεν είναι δυνατό να εισαχθούν εκ νέου στην Ένωση φορτία τα οποία έχουν απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 1.

2.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο διενεργήθηκαν οι επίσημοι έλεγχοι επιβλέπουν την εφαρμογή των μέτρων που έχουν διαταχθεί σύμφωνα με τα άρθρα 66 παράγραφοι 3 και 6 και το άρθρο 67 για να διασφαλιστεί ότι το φορτίο δεν έχει δυσμενή επίδραση στην υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, στην καλή μεταχείριση των ζώων ή στο περιβάλλον κατά την εφαρμογή ή εν αναμονή των εν λόγω μέτρων.

Εφόσον είναι σκόπιμο, η εφαρμογή αυτή ολοκληρώνεται υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχών άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 69

Μη εφαρμογή εκ μέρους του υπευθύνου επιχείρησης των μέτρων που διατάσσουν οι αρμόδιες αρχές

1.   Ο υπεύθυνος επιχείρησης που φέρει την ευθύνη για το φορτίο εφαρμόζει όλα τα μέτρα που διέταξαν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφοι 3 και 6 και με το άρθρο 67 χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός 60 ημερών από την ημέρα κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές κοινοποίησαν στον οικείο υπεύθυνο επιχείρησης την απόφασή τους σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 5. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να καθορίσουν μικρότερη περίοδο από αυτή των 60 ημερών.

2.   Εάν ύστερα από την πάροδο του διαστήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ο οικείος υπεύθυνος επιχείρησης δεν έχει λάβει μέτρα, οι αρμόδιες αρχές διατάσσουν:

α)

να καταστραφεί το φορτίο ή να εφαρμοστεί οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο μέτρο·

β)

στις περιπτώσεις του άρθρου 67, να καταστραφεί το φορτίο σε κατάλληλες εγκαταστάσεις που βρίσκονται όσο το δυνατόν πιο κοντά στον συνοριακό σταθμό ελέγχου, λαμβάνοντας κάθε αναγκαίο μέτρο για την προστασία της υγείας των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, της καλής μεταχείρισης των ζώων ή του περιβάλλοντος.

3.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρατείνουν το διάστημα που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου κατά το διάστημα που απαιτείται για να ληφθούν τα αποτελέσματα της δεύτερης πραγματογνωμοσύνης που αναφέρεται στο άρθρο 35, με την προϋπόθεση ότι αυτό δεν έχει δυσμενή επίδραση στην υγεία των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, στην καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και στο περιβάλλον.

4.   Τα μέτρα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται με δαπάνη του υπευθύνου της επιχείρησης που φέρει την ευθύνη για το φορτίο.

Άρθρο 70

Συνεπής εφαρμογή των άρθρων 66, 67 και 68

Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή ορίζει κανόνες για να διασφαλίσει τη συνέπεια, σε όλους τους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 1 και στα σημεία ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 στοιχείο α), των αποφάσεων και των μέτρων που λαμβάνονται και των εντολών που δίνονται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 66, 67 και 68, τους οποίους κανόνες πρέπει να ακολουθούν οι αρμόδιες αρχές για την αντιμετώπιση κοινών ή επαναλαμβανόμενων καταστάσεων μη συμμόρφωσης ή κινδύνου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 71

Ειδική μεταχείριση των φορτίων

1.   Η ειδική μεταχείριση των φορτίων που προβλέπεται στο άρθρο 66 παράγραφος 3 στοιχείο γ) και στο άρθρο 67 στοιχείο β) μπορεί, κατά περίπτωση, να περιλαμβάνει:

α)

επεξεργασία ή μεταποίηση, συμπεριλαμβανομένης της απολύμανσης, εφόσον είναι σκόπιμο, αποκλειόμενης όμως της αραίωσης, ούτως ώστε το φορτίο να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή με τις απαιτήσεις της τρίτης χώρας επαναποστολής· ή

β)

επεξεργασία κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο κατάλληλο για ασφαλή κατανάλωση από τα ζώα ή τον άνθρωπο ή για σκοπούς άλλους από την κατανάλωση από τα ζώα ή τον άνθρωπο.

2.   Η ειδική μεταχείριση που προβλέπεται στην παράγραφο 1:

α)

διενεργείται αποτελεσματικά και διασφαλίζει την εξάλειψη οποιουδήποτε κινδύνου για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον·

β)

τεκμηριώνεται και διενεργείται υπό τον έλεγχο των αρμόδιων αρχών ή, όπου ενδείκνυται, υπό τον έλεγχο των αρμόδιων αρχών άλλου κράτους μέλους με κοινή συμφωνία· και

γ)

συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τις απαιτήσεις και τους όρους σύμφωνα με τους οποίους πρόκειται να πραγματοποιηθεί η ειδική μεταχείριση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Εάν δεν εγκριθούν κανόνες με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, η εν λόγω ειδική μεταχείριση πραγματοποιείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 72

Επαναποστολή των φορτίων

1.   Οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την επαναποστολή των φορτίων εφόσον πληρούνται οι εξής όροι:

α)

ο τόπος προορισμού έχει συμφωνηθεί με τον υπεύθυνο επιχείρησης που φέρει την ευθύνη για το φορτίο·

β)

ο υπεύθυνος επιχείρησης για το φορτίο έχει ενημερώσει γραπτώς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους ότι οι αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας καταγωγής ή της τρίτης χώρας προορισμού, εάν είναι διαφορετικές, έχουν ενημερωθεί σχετικά με τους λόγους και τις συνθήκες υπό τις οποίες δεν έγινε δεκτή η είσοδος του σχετικού φορτίου ζώων ή αγαθών στην Ένωση·

γ)

στην περίπτωση που η τρίτη χώρα προορισμού δεν είναι η τρίτη χώρα καταγωγής, ο υπεύθυνος επιχείρησης έχει λάβει τη συμφωνία των αρμόδιων αρχών της τρίτης αυτής χώρας προορισμού και οι εν λόγω αρμόδιες αρχές έχουν ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους ότι δέχονται το φορτίο· και

δ)

στην περίπτωση φορτίων ζώων, η επαναποστολή συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις καλής μεταχείρισης των ζώων.

2.   Οι όροι που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β) και γ) του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν για τα φορτία των αγαθών που ανήκουν στις κατηγορίες του άρθρου 47 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

Τμήμα IV

Έγκριση των ελέγχων πριν από την εξαγωγή

Άρθρο 73

Έγκριση των ελέγχων πριν από την εξαγωγή οι οποίοι διενεργούνται από τρίτες χώρες

1.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει, κατόπιν αιτήματος τρίτης χώρας, ειδικούς ελέγχους πριν από την εξαγωγή τους οποίους διενεργεί η τρίτη χώρα στα φορτία ζώων ή αγαθών πριν από την εξαγωγή τους στην Ένωση με σκοπό να εξακριβώσει ότι τα εξαγόμενα φορτία πληρούν τις απαιτήσεις των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Η έγκριση ισχύει μόνο για τα φορτία που προέρχονται από την οικεία τρίτη χώρα και μπορεί να παρέχεται για μία ή περισσότερες κατηγορίες ζώων ή αγαθών. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

2.   Η έγκριση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζει:

α)

τη μέγιστη συχνότητα των επίσημων ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κατά την είσοδο των φορτίων στην Ένωση, εάν δεν υπάρχει λόγος υπόνοιας μη συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή δόλιων ή παραπλανητικών πρακτικών·

β)

τα επίσημα πιστοποιητικά που πρέπει να συνοδεύουν τα φορτία που εισέρχονται στην Ένωση·

γ)

ένα υπόδειγμα των πιστοποιητικών που αναφέρονται στο στοιχείο β)·

δ)

τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας υπό την ευθύνη της οποίας πρέπει να διενεργηθούν οι έλεγχοι πριν από την εξαγωγή· και

ε)

εφόσον είναι σκόπιμο, οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο όργανο στο οποίο οι εν λόγω αρμόδιες αρχές μπορούν να αναθέτουν ορισμένα καθήκοντα. Η εν λόγω ανάθεση καθηκόντων εγκρίνεται μόνον εφόσον πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στα άρθρα 28 έως 33 ή ισοδύναμους όρους.

3.   Η έγκριση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου παρέχεται σε τρίτη χώρα μόνον εάν τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και, κατά περίπτωση, ο έλεγχος της Επιτροπής που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 120 δείχνουν ότι το σύστημα επίσημων ελέγχων της εν λόγω τρίτης χώρας μπορεί να διασφαλίζει ότι:

α)

τα φορτία των ζώων ή των αγαθών που εξάγονται στην Ένωση πληρούν τις απαιτήσεις των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή ισοδύναμες απαιτήσεις· και

β)

οι έλεγχοι που διενεργούνται στην τρίτη χώρα πριν από την αποστολή στην Ένωση είναι αρκετά αποτελεσματικοί για να αντικαταστήσουν ή να περιορίσουν τη συχνότητα των ελέγχων εγγράφων, των ελέγχων ταυτότητας και των φυσικών ελέγχων που προβλέπονται στους κανόνες οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

4.   Οι αρμόδιες αρχές ή ένα εξουσιοδοτημένο όργανο που προσδιορίζεται στην έγκριση:

α)

έχουν αρμοδιότητα για τις επαφές με την Ένωση· και

β)

διασφαλίζουν ότι τα επίσημα πιστοποιητικά που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) συνοδεύουν κάθε ελεγχόμενο φορτίο.

5.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή ορίζει λεπτομερείς κανόνες και κριτήρια για την έγκριση των ελέγχων πριν από την εξαγωγή που διενεργούνται από τρίτες χώρες σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και για τους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σε ζώα και αγαθά τα οποία υπάγονται στην έγκριση που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 74

Μη συμμόρφωση με την έγκριση των ελέγχων πριν από την εξαγωγή που διενεργούνται από τρίτες χώρες και ανάκληση της εν λόγω έγκρισης

1.   Όταν οι επίσημοι έλεγχοι σε φορτία ζώων και αγαθών που ανήκουν σε κατηγορίες για τις οποίες έχουν εγκριθεί ειδικοί έλεγχοι πριν από την εξαγωγή σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 1 αποκαλύπτουν σοβαρές και επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη:

α)

ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη και τους οικείους υπευθύνους επιχειρήσεων μέσω του IMSOC και παράλληλα ζητούν διοικητική συνδρομή σύμφωνα με τα άρθρα 102 έως 108· και

β)

αυξάνουν αμέσως τον αριθμό των επίσημων ελέγχων στα φορτία από την οικεία τρίτη χώρα και, εφόσον απαιτείται για τη σωστή ανάλυση της κατάστασης, κρατούν κατάλληλο αριθμό δειγμάτων σε κατάλληλες συνθήκες αποθήκευσης.

2.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να ανακαλεί την έγκριση που προβλέπεται στο άρθρο 73 παράγραφος 1 σε περίπτωση που, ύστερα από τους επίσημους ελέγχους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν πληρούνται πλέον οι απαιτήσεις του άρθρου 73 παράγραφοι 3 και 4. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Τμήμα V

Συνεργασία μεταξύ των αρχών σε σχέση με φορτία εισερχόμενα από τρίτες χώρες

Άρθρο 75

Συνεργασία μεταξύ των αρχών σε σχέση με φορτία που εισέρχονται στην Ένωση από τρίτες χώρες

1.   Οι αρμόδιες αρχές, οι τελωνειακές αρχές και άλλες αρχές των κρατών μελών που ασχολούνται με ζώα και αγαθά εισερχόμενα στην Ένωση συνεργάζονται στενά για να διασφαλίσουν ότι οι επίσημοι έλεγχοι στα φορτία ζώων ή αγαθών που εισέρχονται στην Ένωση διενεργούνται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές, οι τελωνειακές αρχές και άλλες αρχές:

α)

διασφαλίζουν την αμοιβαία πρόσβαση στις πληροφορίες που απαιτούνται για την οργάνωση και τη διεξαγωγή των αντίστοιχων δραστηριοτήτων τους όσον αφορά τα ζώα και τα αγαθά που εισέρχονται στην Ένωση· και

β)

διασφαλίζουν την έγκαιρη ανταλλαγή τέτοιων πληροφοριών, μεταξύ άλλων με ηλεκτρονικά μέσα.

2.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή εκδίδει ομοιόμορφους κανόνες σχετικά με τις ρυθμίσεις συνεργασίας που απαιτείται να θεσπίζουν οι αρμόδιες αρχές, οι τελωνειακές αρχές και οι άλλες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για να διασφαλίζουν:

α)

την πρόσβαση των αρμόδιων αρχών στις πληροφορίες οι οποίες απαιτούνται για την άμεση και πλήρη ταυτοποίηση των φορτίων ζώων και αγαθών που εισέρχονται στην Ένωση τα οποία υποβάλλονται σε επίσημους ελέγχους σε συνοριακό σταθμό ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 1·

β)

την αμοιβαία ενημέρωση, μέσω ανταλλαγής πληροφοριών ή συγχρονισμού των σχετικών στοιχείων, των πληροφοριών που συλλέγονται από τις αρμόδιες αρχές, τις τελωνειακές αρχές και άλλες αρχές σχετικά με τα φορτία ζώων και αγαθών που εισέρχονται στην Ένωση· και

γ)

την ταχεία κοινοποίηση των αποφάσεων που λαμβάνουν οι εν λόγω αρχές με βάση τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 76

Συνεργασία μεταξύ των αρχών σε σχέση με φορτία που δεν υπόκεινται σε ειδικούς ελέγχους στα σύνορα

1.   Οι παράγραφοι 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στην περίπτωση φορτίων ζώων και αγαθών εκτός από τα υποκείμενα σε ελέγχους κατά την είσοδό τους στην Ένωση όπως απαιτείται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού και για τα οποία έχει δοθεί τελωνειακή διασάφηση για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το σημείο 12) του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 και τα άρθρα 158 έως 202 του εν λόγω κανονισμού .

2.   Οι τελωνειακές αρχές αναστέλλουν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία όταν έχουν λόγους να πιστεύουν ότι το φορτίο ενδέχεται να είναι επικίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον και ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες αρχές σχετικά με την αναστολή αυτή.

3.   Φορτίο του οποίου η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία έχει ανασταλεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 τίθεται σε κυκλοφορία εάν εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ανωτέρω αναστολή οι αρμόδιες αρχές δεν ζητήσουν από τις τελωνειακές αρχές να συνεχίσουν την αναστολή ή ενημερώσουν τις τελωνειακές αρχές ότι δεν υπάρχει κίνδυνος.

4.   Στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ότι υπάρχει κίνδυνος για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον:

α)

ζητούν από τις τελωνειακές αρχές να μη θέσουν το φορτίο σε ελεύθερη κυκλοφορία και να συμπεριλάβουν την ακόλουθη δήλωση στο εμπορικό τιμολόγιο που συνοδεύει το φορτίο καθώς και σε κάθε άλλο σχετικό συνοδευτικό έγγραφο ή στα σχετικά ηλεκτρονικά ισοδύναμα έγγραφα:

«Το παρόν προϊόν είναι επικίνδυνο — δεν επιτρέπεται η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία — κανονισμός (ΕΕ) 2017/…»·

β)

δεν επιτρέπεται καμία άλλη τελωνειακή διαδικασία χωρίς τη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών· και

γ)

εφαρμόζονται το άρθρο 66 παράγραφοι 1, 3, 5 και 6, τα άρθρα 67, 68 και 69, το άρθρο 71 παράγραφοι 1 και 2 και το άρθρο 72 παράγραφοι 1 και 2.

5.   Στην περίπτωση φορτίων ζώων και αγαθών εκτός από τα υποκείμενα σε ελέγχους κατά την είσοδό τους στην Ένωση όπως απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 1 και για τα οποία δεν έχει γίνει καμία τελωνειακή διασάφηση για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, οι τελωνειακές αρχές, όταν έχουν λόγους να πιστεύουν ότι το φορτίο ενδέχεται να είναι επικίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον, διαβιβάζουν όλες τις σχετικές πληροφορίες στις τελωνειακές αρχές στα κράτη μέλη τελικού προορισμού.

Τμήμα VI

Ειδικά μέτρα

Άρθρο 77

Κανόνες για ειδικούς επίσημους ελέγχους και για μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται ύστερα από τη διενέργεια τέτοιων ελέγχων

1.   Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με κανόνες για τη διενέργεια ειδικών επίσημων ελέγχων και για μέτρα σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης για να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των ακόλουθων κατηγοριών ζώων και αγαθών ή οι τρόποι και τα μέσα μεταφοράς τους:

α)

φορτία νωπών αλιευτικών προϊόντων που εκφορτώνονται απευθείας σε λιμένες που ορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1005/2008 του Συμβουλίου (61) από αλιευτικό πλοίο με σημαία τρίτης χώρας·

β)

φορτία άγριων τριχωτών θηραμάτων που δεν έχουν υποστεί εκδορά·

γ)

φορτία αγαθών που ανήκουν στις κατηγορίες του άρθρου 47 παράγραφος 1 στοιχείο β) τα οποία παραδίδονται, χωρίς ή με αποθήκευση σε ειδικά εγκεκριμένες ελεύθερες ή τελωνειακές αποθήκες ή σε ελεύθερες ζώνες, σε πλοία που εξέρχονται από την Ένωση και προορίζονται για εφοδιασμό πλοίων ή για κατανάλωση από το πλήρωμα και τους επιβάτες·

δ)

υλικά για ξύλινες συσκευασίες·

ε)

ζωοτροφές που συνοδεύουν ζώα και προορίζονται για τη σίτιση των ζώων αυτών·

στ)

ζώα και αγαθά που παραγγέλλονται μέσω συμβάσεων πωλήσεων εξ αποστάσεως και παραδίδονται από τρίτη χώρα σε διεύθυνση στην Ένωση και οι απαιτήσεις κοινοποίησης που απαιτούνται για τη σωστή διενέργεια των επίσημων ελέγχων·

ζ)

φυτικά προϊόντα τα οποία, λόγω του μετέπειτα προορισμού τους, ενδέχεται να προκαλέσουν κίνδυνο εξάπλωσης λοιμωδών ή μολυσματικών νόσων των ζώων·

η)

φορτία ζώων και αγαθών που ανήκουν στις κατηγορίες του άρθρου 47 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) τα οποία προέρχονται από την Ένωση και επιστρέφουν στην Ένωση ύστερα από άρνηση τρίτης χώρας να επιτρέψει την είσοδο·

θ)

αγαθά τα οποία εισέρχονται στην Ένωση χύμα από τρίτη χώρα, ανεξάρτητα από το εάν κατάγονται όλα από την ίδια τρίτη χώρα·

ι)

φορτία αγαθών που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 τα οποία προέρχονται από το έδαφος της Κροατίας και διαμετακομίζονται μέσω του εδάφους της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης στο Neum («διάδρομος του Neum») προτού εισέλθουν εκ νέου στο έδαφος της Κροατίας από τα σημεία εισόδου Klek ή Zaton Doli·

ια)

ζώα και αγαθά τα οποία εξαιρούνται από τις διατάξεις του άρθρου 47 σύμφωνα με το άρθρο 48.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τους όρους παρακολούθησης της μεταφοράς και άφιξης των φορτίων ορισμένων ζώων και αγαθών από τον συνοριακό σταθμό ελέγχου άφιξης στην εγκατάσταση στον τόπο προορισμού εντός της Ένωσης, στον συνοριακό σταθμό ελέγχου στον τόπο προορισμού ή στον συνοριακό σταθμό ελέγχου εξόδου.

3.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να ορίζει κανόνες σχετικά με:

α)

τα υποδείγματα επίσημων πιστοποιητικών και τους κανόνες για την έκδοση τέτοιων πιστοποιητικών· και

β)

το μορφότυπο των εγγράφων τα οποία πρέπει να συνοδεύουν τις κατηγορίες ζώων και αγαθών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Χρηματοδότηση των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων

Άρθρο 78

Γενικοί κανόνες

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διάθεση επαρκών χρηματοδοτικών πόρων ώστε να έχουν οι αρμόδιες αρχές το προσωπικό και τους λοιπούς πόρους που απαιτούνται για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων.

2.   Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση ανάθεσης ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 31.

Άρθρο 79

Υποχρεωτικά τέλη ή επιβαρύνσεις

1.   Οι αρμόδιες αρχές εισπράττουν τέλη ή επιβαρύνσεις για τους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται σχετικά με τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα IV κεφάλαιο ΙΙ και σε ζώα και αγαθά που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ), σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου ή σε σημεία ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 στοιχείο α), είτε:

α)

στο επίπεδο του κόστους που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 82 παράγραφος 1· είτε

β)

στα ποσά που προβλέπονται στο παράρτημα IV.

2.   Οι αρμόδιες αρχές εισπράττουν τέλη ή επιβαρύνσεις για την ανάκτηση των εξόδων στα οποία υποβάλλονται σε σχέση με:

α)

τους επίσημους ελέγχους που διενεργούν σε ζώα και αγαθά αναφερόμενα στο άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχεία δ), ε) και στ)·

β)

τους επίσημους ελέγχους που διενεργούν κατ’ αίτημα του υπευθύνου επιχείρησης, για την παροχή της προβλεπόμενης στο άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005 έγκρισης·

γ)

επίσημους ελέγχους που δεν είχαν αρχικά προγραμματισθεί και οι οποίοι:

i)

κατέστησαν αναγκαίοι αφού διαπιστώθηκε περίπτωση μη συμμόρφωσης από τον ίδιο υπεύθυνο επιχείρησης κατά τη διάρκεια επίσημου ελέγχου που διενεργήθηκε σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό· και

ii)

διενεργούνται για να αξιολογηθούν η έκταση και ο αντίκτυπος της μη συμμόρφωσης ή για να εξακριβωθεί ότι έχει αποκατασταθεί η μη συμμόρφωση.

3.   Παρά τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1 και 2, τα κράτη μέλη μπορούν, σε σχέση με τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα IV κεφάλαιο ΙΙ, να μειώσουν σε αντικειμενική και ισότιμη βάση το ποσό των τελών ή επιβαρύνσεων λαμβάνοντας υπόψη:

α)

τα συμφέροντα των υπευθύνων επιχειρήσεων με χαμηλή απόδοση·

β)

τις χρησιμοποιούμενες παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής, μεταποίησης και διανομής·

γ)

τις ανάγκες των υπευθύνων επιχειρήσεων που βρίσκονται σε περιοχές με ιδιαίτερους γεωγραφικούς περιορισμούς· και

δ)

τις επιδόσεις των υπευθύνων επιχειρήσεων όσον αφορά τη συμμόρφωσή τους με τους οικείους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, βεβαιωμένες μέσω επίσημων ελέγχων.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι τα τέλη και οι επιβαρύνσεις που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 82 παράγραφος 1 στοιχείο β) δεν εισπράττονται εφόσον είναι χαμηλότερα από συγκεκριμένο ποσό, διότι η είσπραξή τους θα ήταν οικονομικά ασύμφορη λαμβανομένου υπόψη του κόστους της είσπραξης και του συνολικού εισοδήματος που αναμένεται από τα οικεία τέλη και τις επιβαρύνσεις.

5.   Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχεία θ) και ι).

Άρθρο 80

Άλλα τέλη ή επιβαρύνσεις

Τα κράτη μέλη μπορούν να εισπράττουν τέλη ή επιβαρύνσεις για την κάλυψη του κόστους των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων εκτός των τελών ή επιβαρύνσεων που αναφέρονται στο άρθρο 79, εκτός αν απαγορεύεται από τις νομοθετικές διατάξεις που εφαρμόζονται στους τομείς οι οποίοι διέπονται από τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες.

Άρθρο 81

Δαπάνες

Τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις που εισπράττονται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1 στοιχείο α) και με το άρθρο 79 παράγραφος 2 καθορίζονται με βάση τις ακόλουθες δαπάνες, εφόσον αυτές απορρέουν από τους σχετικούς επίσημους ελέγχους:

α)

τις αποδοχές των υπαλλήλων, συμπεριλαμβανομένου του βοηθητικού και διοικητικού προσωπικού που συμμετέχει στη διενέργεια των επίσημων ελέγχων, την κοινωνική τους ασφάλιση, τις συνταξιοδοτικές και ασφαλιστικές δαπάνες·

β)

το κόστος των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών συντήρησης και ασφάλισης και άλλων συνδεδεμένων δαπανών·

γ)

το κόστος των αναλώσιμων και των εργαλείων·

δ)

τις δαπάνες για υπηρεσίες που χρεώνονται στις αρμόδιες αρχές από εξουσιοδοτημένα όργανα για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων που έχουν ανατεθεί στα εξουσιοδοτημένα αυτά όργανα·

ε)

το κόστος της εκπαίδευσης του προσωπικού που αναφέρεται στο στοιχείο α), εξαιρουμένης της απαιτούμενης εκπαίδευσης για να αποκτήσει το προσωπικό τα αναγκαία προσόντα ώστε να προσληφθεί από τις αρμόδιες αρχές·

στ)

τα ταξιδιωτικά έξοδα του προσωπικού που αναφέρεται στο στοιχείο α) και τα σχετικά έξοδα διαβίωσης·

ζ)

τις δαπάνες δειγματοληψίας και εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμών και διάγνωσης που χρεώνονται από τα επίσημα εργαστήρια για τα εν λόγω καθήκοντα.

Άρθρο 82

Υπολογισμός των τελών ή των επιβαρύνσεων

1.   Τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις που εισπράττονται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1 στοιχείο α) και με το άρθρο 79 παράγραφος 2 καθορίζονται σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες μεθόδους υπολογισμού ή με συνδυασμό των μεθόδων αυτών:

α)

σε ένα κατ’ αποκοπή ποσό με βάση τις συνολικές δαπάνες των επίσημων ελέγχων που πραγματοποιούν οι αρμόδιες αρχές σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, και εφαρμόζονται σε όλους τους υπευθύνους επιχειρήσεων ανεξάρτητα από το εάν έχει διενεργηθεί επίσημος έλεγχος σε κάθε υπεύθυνο επιχείρησης που καλείται να καταβάλει τέλος κατά την περίοδο αναφοράς· κατά τον καθορισμό του ύψους των τελών που επιβάλλονται για κάθε τομέα, δραστηριότητα και κατηγορία υπευθύνων επιχειρήσεων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο που έχουν το είδος και το μέγεθος της δραστηριότητας και οι σχετικοί παράγοντες επικινδυνότητας στην κατανομή των συνολικών δαπανών των εν λόγω επίσημων ελέγχων· ή

β)

με βάση τον υπολογισμό των πραγματικών δαπανών κάθε μεμονωμένου επίσημου ελέγχου, και επιβάλλονται στους υπευθύνους επιχειρήσεων που έχουν υποβληθεί σε επίσημο έλεγχο.

2.   Τα ταξιδιωτικά έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο 81 στοιχείο στ) λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των τελών ή των επιβαρύνσεων του άρθρου 79 παράγραφος 1 στοιχείο α) και του άρθρου 79 παράγραφος 2 με τρόπο που δεν συνεπάγεται διακρίσεις μεταξύ των υπευθύνων επιχειρήσεων λόγω της απόστασης των εγκαταστάσεών τους από την έδρα των αρμόδιων αρχών.

3.   Στην περίπτωση που τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις που εισπράττονται από τις αρμόδιες αρχές δεν υπερβαίνουν τις συνολικές δαπάνες οι οποίες πραγματοποιούνται για τους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται κατά τη χρονική περίοδο η οποία αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο.

4.   Όταν τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β), δεν υπερβαίνουν την πραγματική δαπάνη του διενεργηθέντος επίσημου ελέγχου.

Άρθρο 83

Είσπραξη και επιβολή τελών ή επιβαρύνσεων

1.   Ο υπεύθυνος επιχείρησης χρεώνεται μόνο με την επιβολή τέλους ή επιβάρυνσης για επίσημο έλεγχο και για άλλη επίσημη δραστηριότητα που διενεργείται κατόπιν καταγγελίας εάν ο έλεγχος αυτός οδηγήσει στην επιβεβαίωση της μη συμμόρφωσης.

2.   Τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις που εισπράττονται σύμφωνα με τα άρθρα 79 και 80 δεν επιστρέφονται άμεσα ή έμμεσα, εκτός αν έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι η είσπραξη των τελών ή των επιβαρύνσεων θα γίνεται από άλλες αρχές εκτός από τις αρμόδιες ή από εξουσιοδοτημένα όργανα.

Άρθρο 84

Καταβολή τελών ή επιβαρύνσεων

1.   Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων να λαμβάνουν, κατόπιν αιτήματος, απόδειξη πληρωμής των τελών ή των επιβαρύνσεων σε περίπτωση που οι υπεύθυνοι επιχείρησης δεν έχουν άλλο τρόπο πρόσβασης σε αυτή την απόδειξη.

2.   Τα τέλη ή οι επιβαρύνσεις που εισπράττονται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1 καταβάλλονται από τον υπεύθυνο επιχείρησης που φέρει την ευθύνη για το φορτίο ή από τον αντιπρόσωπό του.

Άρθρο 85

Διαφάνεια

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο διαφάνειας ως προς:

α)

τα τέλη ή τις επιβαρύνσεις που προβλέπονται στο άρθρο 79 παράγραφος 1 στοιχείο α), στο άρθρο 79 παράγραφος 2 και στο άρθρο 80, δηλαδή ως προς:

i)

τη μέθοδο και τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό αυτών των τελών ή επιβαρύνσεων·

ii)

το ποσό των τελών ή των επιβαρύνσεων που επιβάλλονται σε κάθε κατηγορία υπευθύνων επιχειρήσεων και σε κάθε κατηγορία επίσημων ελέγχων ή άλλων επίσημων δραστηριοτήτων·

iii)

την κατανομή των δαπανών κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 81·

β)

την ταυτότητα των αρχών ή των οργάνων που ευθύνονται για την είσπραξη των τελών ή των επιβαρύνσεων.

2.   Κάθε αρμόδια αρχή δημοσιοποιεί για κάθε περίοδο αναφοράς τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και τις δαπάνες της αρμόδιας αρχής για τις οποίες οφείλεται η καταβολή τέλους ή επιβάρυνσης σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1 στοιχείο α), το άρθρο 79 παράγραφος 2 και το άρθρο 80.

3.   Τα κράτη μέλη απευθύνονται στους σχετικούς φορείς όσον αφορά τις γενικές μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τελών ή επιβαρύνσεων που προβλέπονται στο άρθρο 79 παράγραφος 1 στοιχείο α), στο άρθρο 79 παράγραφος 2 και στο άρθρο 80.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

Επίσημη πιστοποίηση

Άρθρο 86

Γενικές απαιτήσεις για την επίσημη πιστοποίηση

1.   Η επίσημη πιστοποίηση οδηγεί στην έκδοση:

α)

επίσημων πιστοποιητικών· ή

β)

επίσημων βεβαιώσεων στις περιπτώσεις που προβλέπονται στους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες.

2.   Στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές αναθέτουν ορισμένα καθήκοντα σχετικά με την έκδοση επίσημων πιστοποιητικών ή επίσημων βεβαιώσεων ή με την επίσημη εποπτεία που αναφέρεται στο άρθρο 91 παράγραφος 1, η ανάθεση αυτή συμμορφώνεται με τα άρθρα 28 έως 33.

Άρθρο 87

Επίσημα πιστοποιητικά

Τα άρθρα 88, 89 και 90 εφαρμόζονται:

α)

όταν οι κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτούν την έκδοση επίσημου πιστοποιητικού· και

β)

στα επίσημα πιστοποιητικά που είναι αναγκαία για τους σκοπούς της εξαγωγής φορτίων ζώων και αγαθών σε τρίτες χώρες ή τα οποία ζητά από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους αποστολής η αρμόδια αρχή κράτους μέλους προορισμού όσον αφορά φορτία ζώων και αγαθών τα οποία πρόκειται να εξαχθούν σε τρίτες χώρες.

Άρθρο 88

Υπογραφή και έκδοση των επίσημων πιστοποιητικών

1.   Τα επίσημα πιστοποιητικά εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές.

2.   Οι αρμόδιες αρχές ορίζουν τους αρμόδιους για την πιστοποίηση υπαλλήλους που είναι εξουσιοδοτημένοι για την υπογραφή επίσημων πιστοποιητικών, και μεριμνούν ώστε οι εν λόγω υπάλληλοι:

α)

να είναι αμερόληπτοι, απαλλαγμένοι από οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων, και συγκεκριμένα να μην βρίσκονται σε κατάσταση που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να επηρεάσει την αμεροληψία της επαγγελματικής συμπεριφοράς τους σε σχέση με το αντικείμενο που πιστοποιείται· και

β)

να έχουν λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση σχετικά με τους κανόνες ως προς τους οποίους βεβαιώνεται η συμμόρφωση σε επίσημο πιστοποιητικό και με την τεχνική αξιολόγηση της συμμόρφωσης με αυτούς τους κανόνες, καθώς και σχετικά με τους σχετικούς κανόνες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

3.   Τα επίσημα πιστοποιητικά υπογράφονται από τον αρμόδιο για την πιστοποίηση υπάλληλο και εκδίδονται με βάση έναν από τους ακόλουθους λόγους:

α)

άμεση γνώση ενημερωμένων και κρίσιμων για την πιστοποίηση στοιχείων και δεδομένων την οποία απέκτησε ο αρμόδιος υπάλληλος μέσω:

i)

επίσημου ελέγχου· ή

ii)

άλλου επίσημου πιστοποιητικού που εκδόθηκε από τις αρμόδιες αρχές·

β)

στοιχεία και δεδομένα κρίσιμα για την πιστοποίηση η γνώση των οποίων έχει βεβαιωθεί από άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για τον σκοπό αυτό από τις αρμόδιες αρχές και το οποίο ενεργεί υπό τον έλεγχο των αρμόδιων αρχών, με την προϋπόθεση ότι ο πιστοποιών υπάλληλος μπορεί να επαληθεύσει την ακρίβεια αυτών των στοιχείων και δεδομένων·

γ)

στοιχεία και δεδομένα κρίσιμα για την πιστοποίηση που λαμβάνονται από τα συστήματα ιδίων ελέγχων των υπευθύνων επιχειρήσεων, τα οποία συμπληρώνονται και επιβεβαιώνονται από τα αποτελέσματα των τακτικών επίσημων ελέγχων, εφόσον ο πιστοποιών υπάλληλος έχει με τον τρόπο αυτό πεισθεί ότι πληρούνται οι όροι για την έκδοση του επίσημου πιστοποιητικού.

4.   Τα επίσημα πιστοποιητικά υπογράφονται από τον αρμόδιο για την πιστοποίηση και εκδίδονται μόνο βάσει της παραγράφου 3 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου όταν το απαιτούν οι κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Άρθρο 89

Εγγυήσεις αξιοπιστίας για τα επίσημα πιστοποιητικά

1.   Τα επίσημα πιστοποιητικά:

α)

φέρουν έναν αποκλειστικό κωδικό·

β)

δεν υπογράφονται από τον αρμόδιο για την πιστοποίηση εάν είναι κενά ή ελλιπή·

γ)

συντάσσονται σε μία ή περισσότερες από τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης που κατανοεί ο πιστοποιών υπάλληλος και, εφόσον είναι σκόπιμο, σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους προορισμού·

δ)

είναι γνήσια και ακριβή·

ε)

επιτρέπουν την ταυτοποίηση του υπογράφοντος και την ημερομηνία έκδοσης· και

στ)

επιτρέπουν την εύκολη επαλήθευση της σχέσης μεταξύ του πιστοποιητικού, της εκδούσας αρχής και του φορτίου, της παρτίδας ή του ζώου ή αγαθού που καλύπτεται από το πιστοποιητικό.

2.   Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν κάθε κατάλληλο μέτρο για να αποτρέπουν την έκδοση ψευδών ή παραπλανητικών επίσημων πιστοποιητικών ή την παραποίηση επίσημων πιστοποιητικών.

Άρθρο 90

Εκτελεστικές εξουσίες όσον αφορά τα επίσημα πιστοποιητικά

Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να ορίζει κανόνες για την ομοιόμορφη εφαρμογή των άρθρων 88 και 89 όσον αφορά:

α)

υποδείγματα επίσημων πιστοποιητικών και κανόνες για την έκδοση τέτοιων πιστοποιητικών, όταν δεν ορίζονται απαιτήσεις στους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

β)

τους μηχανισμούς και τις τεχνικές ρυθμίσεις για να διασφαλίζεται η έκδοση ακριβών και αξιόπιστων επίσημων πιστοποιητικών και να αποτρέπεται ο κίνδυνος απάτης·

γ)

τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται για την ανάκληση των επίσημων πιστοποιητικών και για την έκδοση πιστοποιητικών αντικατάστασης·

δ)

τους κανόνες για την έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων των επίσημων πιστοποιητικών·

ε)

το μορφότυπο των εγγράφων που πρέπει να συνοδεύουν τα ζώα και τα αγαθά ύστερα από τη διενέργεια επίσημων ελέγχων·

στ)

τους κανόνες για την έκδοση ηλεκτρονικών πιστοποιητικών και για τη χρήση ηλεκτρονικών υπογραφών.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 91

Επίσημες βεβαιώσεις

1.   Όταν ο παρών κανονισμός ή οι κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτούν την έκδοση επίσημων βεβαιώσεων από τους υπευθύνους επιχειρήσεων υπό την επίσημη εποπτεία των αρμόδιων αρχών ή από τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου.

2.   Οι επίσημες βεβαιώσεις:

α)

είναι γνήσιες και ακριβείς·

β)

συντάσσονται σε μία ή περισσότερες από τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και, εφόσον είναι σκόπιμο, σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους προορισμού· και

γ)

όταν αφορούν φορτίο ή παρτίδα, επιτρέπουν την επαλήθευση της σχέσης μεταξύ της επίσημης βεβαίωσης και του εν λόγω φορτίου ή παρτίδας.

3.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοι που διενεργούν επίσημους ελέγχους για την εποπτεία της έκδοσης επίσημων βεβαιώσεων ή, όταν οι επίσημες βεβαιώσεις εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές, οι υπάλληλοι που ασχολούνται με την έκδοσή τους:

α)

είναι αμερόληπτοι, απαλλαγμένοι από οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων, και συγκεκριμένα δεν βρίσκονται σε κατάσταση που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να επηρεάσει την αμεροληψία της επαγγελματικής συμπεριφοράς τους σε σχέση με το αντικείμενο που πιστοποιείται από τις επίσημες βεβαιώσεις· και

β)

έχουν λάβει κατάλληλη εκπαίδευση σχετικά με:

i)

τους κανόνες ως προς τους οποίους πιστοποιείται η συμμόρφωση στις επίσημες βεβαιώσεις και σχετικά με την τεχνική αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τους κανόνες αυτούς·

ii)

τους σχετικούς κανόνες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

4.   Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν τακτικούς επίσημους ελέγχους για να εξακριβώσουν ότι:

α)

οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων που εκδίδουν τις βεβαιώσεις συμμορφώνονται με τους όρους που θέτουν οι αναφερόμενοι στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες· και ότι

β)

η βεβαίωση εκδίδεται βάσει συναφών, ορθών και επαληθεύσιμων στοιχείων και δεδομένων.

ΤΊΤΛΟΣ III

ΕΡΓΑΣΤΉΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΆΣ ΚΑΙ ΚΈΝΤΡΑ ΑΝΑΦΟΡΆΣ

Άρθρο 92

Απόφαση για την ίδρυση εργαστηρίου αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης

1.   Στους τομείς που διέπονται από τους κανόνες οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, ιδρύεται εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν η αποτελεσματικότητα των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων εξαρτάται επίσης από την ποιότητα, ομοιομορφία και αξιοπιστία:

α)

των μεθόδων ανάλυσης, δοκιμών ή διάγνωσης που χρησιμοποιούνται από τα επίσημα εργαστήρια που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1· και

β)

των αποτελεσμάτων των αναλύσεων, των δοκιμών και των διαγνώσεων που διενεργούνται από τα εν λόγω επίσημα εργαστήρια.

2.   Ιδρύεται εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν υπάρχει αναγνωρισμένη ανάγκη προώθησης ενιαίων πρακτικών σε σχέση με την ανάπτυξη ή τη χρήση των μεθόδων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α).

3.   Η Επιτροπή επανεξετάζει τακτικά την εντολή και τη λειτουργία των εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.   Η Επιτροπή συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό εκδίδοντας την απόφαση για την ίδρυση εργαστηρίου αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 144.

Άρθρο 93

Ορισμός των εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης

1.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή ορίζει εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις περιπτώσεις στις οποίες έχει ληφθεί απόφαση για την ίδρυση τέτοιου εργαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 92.

2.   Οι ορισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)

ακολουθούν δημόσια διαδικασία επιλογής· και

β)

είναι χρονικά περιορισμένοι και έχουν ελάχιστη διάρκεια πέντε ετών, ή επανεξετάζονται τακτικά.

3.   Τα εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

α)

λειτουργούν σύμφωνα με το πρότυπο EN ISO/IEC 17025 και διαπιστεύονται σύμφωνα με το εν λόγω πρότυπο από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης ο οποίος λειτουργεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008. Το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διαπίστευσης:

i)

περιλαμβάνει όλες τις μεθόδους εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμών ή διάγνωσης που πρέπει να χρησιμοποιεί το εργαστήριο όταν λειτουργεί ως εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ii)

μπορεί να περιλαμβάνει μία ή περισσότερες μεθόδους εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμής ή διάγνωσης ή σύνολο μεθόδων·

iii)

μπορεί να καθορίζεται με ευέλικτο τρόπο, ούτως ώστε το πεδίο της διαπίστευσης να μπορεί να περιλαμβάνει τροποποιημένες εκδόσεις των μεθόδων που χρησιμοποιούνταν από το εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν χορηγήθηκε η διαπίστευση ή νέες μεθόδους επιπλέον των εν λόγω μεθόδων με βάση τις επικυρώσεις του ίδιου του εργαστηρίου, χωρίς ειδική αξιολόγηση πριν από τη χρήση των εν λόγω τροποποιημένων ή των νέων μεθόδων από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

β)

είναι αμερόληπτα, απαλλαγμένα από οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων, και συγκεκριμένα δεν βρίσκονται σε κατάσταση που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να επηρεάσει την αμεροληψία της επαγγελματικής συμπεριφοράς τους όσον αφορά την άσκηση των καθηκόντων τους ως εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

γ)

διαθέτουν ή έχουν δυνατότητα πρόσβασης δυνάμει σύμβασης σε κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό με επαρκή κατάρτιση σε τεχνικές ανάλυσης, δοκιμών και διάγνωσης στον τομέα της αρμοδιότητάς τους, καθώς και σε βοηθητικό προσωπικό εφόσον ενδείκνυται·

δ)

διαθέτουν ή έχουν πρόσβαση σε υποδομές, εξοπλισμό και προϊόντα που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους ανατίθενται·

ε)

διασφαλίζουν ότι το προσωπικό τους και τυχόν συμβασιούχοι υπάλληλοι έχουν επαρκή γνώση των διεθνών προτύπων και πρακτικών και ότι λαμβάνουν υπόψη κατά την εκτέλεση των εργασιών τους τις πλέον πρόσφατες εξελίξεις στην έρευνα σε εθνικό, ενωσιακό και διεθνές επίπεδο·

στ)

είναι εξοπλισμένα για να εκτελούν τα καθήκοντά τους σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή έχουν πρόσβαση στον απαραίτητο εξοπλισμό για τον σκοπό αυτό· και

ζ)

εφόσον είναι σκόπιμο, είναι εξοπλισμένα για να συμμορφώνονται με τα σχετικά πρότυπα βιοπροφύλαξης.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, για τον τομέα ο οποίος ρυθμίζεται από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) η Επιτροπή μπορεί να ορίζει επίσημα εργαστήρια, τα οποία έχουν λάβει αυτόν τον ορισμό από τις αρμόδιες αρχές βάσει παρέκκλισης που εγκρίθηκε δυνάμει του άρθρου 41, ως εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ασχέτως αν πληρούν τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου.

5.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, τα εργαστήρια που αναφέρονται στο άρθρο 32 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 και στο άρθρο 21 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 είναι τα εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν τις αρμοδιότητες και εκτελούν τα καθήκοντα τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 94 του παρόντος κανονισμού στους τομείς αντιστοίχως:

α)

των ΓΤΟ και των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών· και

β)

των πρόσθετων ουσιών στις ζωοτροφές.

6.   Οι υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας του προσωπικού οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 8 ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, για το προσωπικό των εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 94

Αρμοδιότητες και καθήκοντα των εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης

1.   Τα εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμβάλλουν στη βελτίωση και στην εναρμόνιση των μεθόδων ανάλυσης, δοκιμών ή διάγνωσης που χρησιμοποιούν τα επίσημα εργαστήρια τα οποία ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1, καθώς και των δεδομένων της ανάλυσης, των δοκιμών και της διάγνωσης που παράγονται από αυτά.

2.   Τα εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 1 είναι αρμόδια για τα ακόλουθα καθήκοντα στον βαθμό που περιλαμβάνονται στα ετήσια ή πολυετή προγράμματα εργασιών των εργαστηρίων αναφοράς τα οποία καταρτίζονται σύμφωνα με τους στόχους και τις προτεραιότητες των οικείων προγραμμάτων εργασιών που εγκρίνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 652/2014:

α)

να παρέχουν στα εθνικά εργαστήρια αναφοράς λεπτομέρειες και καθοδήγηση σχετικά με τις μεθόδους εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμών ή διάγνωσης, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων αναφοράς·

β)

να παρέχουν υλικό αναφοράς στα εθνικά εργαστήρια αναφοράς·

γ)

να συντονίζουν την εφαρμογή, από τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς και, εάν είναι αναγκαίο, από τα άλλα επίσημα εργαστήρια, των μεθόδων που αναφέρονται στο στοιχείο α), ειδικότερα με την οργάνωση τακτικών διεργαστηριακών συγκριτικών δοκιμών ή δοκιμών ελέγχου ικανότητας και με τη διασφάλιση της κατάλληλης παρακολούθησης των εν λόγω συγκριτικών δοκιμών ή δοκιμών ελέγχου ικανότητας σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτά πρωτόκολλα, εφόσον υπάρχουν, και να ενημερώνουν την Επιτροπή και τα κράτη μέλη σχετικά με τα αποτελέσματα και την παρακολούθηση των διεργαστηριακών συγκριτικών δοκιμών ή δοκιμών ελέγχου ικανότητας·

δ)

να συντονίζουν τις πρακτικές ρυθμίσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή νέων μεθόδων εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμών ή διάγνωσης και να ενημερώνουν τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς σχετικά με τις εξελίξεις στον εν λόγω τομέα·

ε)

να οργανώνουν εκπαιδευτικά προγράμματα για το προσωπικό των εθνικών εργαστηρίων αναφοράς και, εάν απαιτείται, των άλλων επίσημων εργαστηρίων, καθώς και για τους εμπειρογνώμονες από τρίτες χώρες·

στ)

να παρέχουν επιστημονική και τεχνική συνδρομή στην Επιτροπή στο πλαίσιο της αποστολής τους·

ζ)

να παρέχουν ενημέρωση στα εθνικά εργαστήρια αναφοράς για τις σχετικές ερευνητικές δραστηριότητες σε εθνικό, ενωσιακό και διεθνές επίπεδο·

η)

να συνεργάζονται στο πλαίσιο της αποστολής τους με εργαστήρια τρίτων χωρών και με την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA) και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC)·

θ)

να συμβάλλουν ενεργά στη διάγνωση, στα κράτη μέλη, εστιών τροφιμογενών νόσων, ζωοανθρωπονόσων ή νόσων των ζώων ή επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών, με τη διενέργεια επιβεβαιωτικής διάγνωσης, χαρακτηρισμού και ταξινομικών ή επιζωοτιολογικών μελετών σε απομονωθέντα παθογόνα ή σε δείγματα επιβλαβών οργανισμών·

ι)

να συντονίζουν ή να διενεργούν δοκιμές για την επαλήθευση της ποιότητας των αντιδραστηρίων και των παρτίδων των αντιδραστηρίων που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση τροφιμογενών νόσων, ζωοανθρωπονόσων ή νόσων των ζώων και των επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών·

ια)

εφόσον είναι σκόπιμο για τον τομέα της αρμοδιότητάς τους, να καταρτίζουν και να διατηρούν:

i)

συλλογές αναφοράς των επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών και/ή στελέχη αναφοράς των παθογόνων παραγόντων·

ii)

συλλογές αναφοράς των υλικών που προορίζονται να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα που χρησιμοποιούνται για τη βαθμονόμηση του εξοπλισμού ανάλυσης, των οποίων δείγματα παρέχονται στα εθνικά εργαστήρια αναφοράς·

iii)

επικαιροποιημένους καταλόγους των διαθέσιμων ουσιών και αντιδραστηρίων αναφοράς, καθώς και των κατασκευαστών και των προμηθευτών των εν λόγω ουσιών και αντιδραστηρίων· και

ιβ)

εφόσον είναι σκόπιμο για τον τομέα αρμοδιότητάς τους, να συνεργάζονται μεταξύ τους και με την Επιτροπή, κατά περίπτωση, για την ανάπτυξη μεθόδων ανάλυσης, δοκιμών ή διάγνωσης υψηλών προδιαγραφών.

Όσον αφορά το στοιχείο ια) σημείο i), το εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να καταρτίζει και να διατηρεί τις ανωτέρω συλλογές αναφοράς και στελέχη αναφοράς με εξωτερική ανάθεση δυνάμει σύμβασης σε άλλα επίσημα εργαστήρια και σε επιστημονικούς οργανισμούς.

3.   Τα εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοσιεύουν τον κατάλογο των εθνικών εργαστηρίων αναφοράς που ορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 100 παράγραφος 1.

Άρθρο 95

Ορισμός των κέντρων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καλή μεταχείριση των ζώων

1.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή ορίζει κέντρα αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καλή μεταχείριση των ζώων τα οποία υποστηρίζουν τις δραστηριότητες της Επιτροπής και των κρατών μελών σε σχέση με την εφαρμογή των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο στ).

2.   Οι ορισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)

ακολουθούν δημόσια διαδικασία επιλογής· και

β)

είναι χρονικά περιορισμένοι ή επανεξετάζονται τακτικά.

3.   Τα κέντρα αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καλή μεταχείριση των ζώων:

α)

ενεργούν αμερόληπτα όσον αφορά την άσκηση των καθηκόντων τους ως κέντρων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

β)

διαθέτουν υψηλό επίπεδο επιστημονικής και τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης στις σχέσεις ανθρώπων — ζώων, στη συμπεριφορά των ζώων, στη φυσιολογία των ζώων, στη ζωική γενετική, στην υγεία και τη διατροφή των ζώων που έχουν σχέση με την καλή μεταχείριση των ζώων, καθώς και σε πτυχές της καλής μεταχείρισης των ζώων που συνδέονται με την εμπορική και επιστημονική χρήση των ζώων·

γ)

διαθέτουν κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό με επαρκή κατάρτιση στους τομείς που αναφέρονται στο στοιχείο β) και σε ηθικά ζητήματα που αφορούν τα ζώα, καθώς και βοηθητικό προσωπικό εφόσον ενδείκνυται·

δ)

διαθέτουν ή έχουν πρόσβαση σε υποδομές, εξοπλισμό και προϊόντα που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους ανατίθενται· και

ε)

διασφαλίζουν ότι το προσωπικό τους έχει επαρκή γνώση των διεθνών προτύπων και πρακτικών στους τομείς που αναφέρονται στο στοιχείο β) και ότι λαμβάνει υπόψη κατά την εκτέλεση των εργασιών του τις πλέον πρόσφατες εξελίξεις στην έρευνα σε εθνικό, ενωσιακό και διεθνές επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων μελετών που έχουν πραγματοποιηθεί και δράσεων που έχουν αναληφθεί από άλλα κέντρα αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καλή μεταχείριση των ζώων στους εν λόγω τομείς.

Άρθρο 96

Αρμοδιότητες και καθήκοντα των κέντρων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καλή μεταχείριση των ζώων

Τα κέντρα αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καλή μεταχείριση των ζώων είναι αρμόδια για τα ακόλουθα υποστηρικτικά καθήκοντα στον βαθμό που αυτά περιλαμβάνονται στα ετήσια ή πολυετή προγράμματα εργασιών των κέντρων αναφοράς τα οποία καταρτίζονται σύμφωνα με τους στόχους και τις προτεραιότητες των οικείων προγραμμάτων εργασιών που εγκρίνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 652/2014:

α)

να παρέχουν επιστημονική και τεχνική εμπειρογνωμοσύνη εντός του πεδίου της αποστολής τους, μεταξύ άλλων όταν ενδείκνυται υπό μορφή συντονισμένης συνδρομής σε αρμόδια εθνικά υποστηρικτικά δίκτυα και όργανα στον τομέα που διέπεται από τους κανόνες του άρθρου 1 παράγραφος 2 στοιχείο στ)·

β)

να παρέχουν επιστημονική και τεχνική εμπειρογνωμοσύνη για την ανάπτυξη και την εφαρμογή των δεικτών καλής μεταχείρισης των ζώων που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 8 στοιχείο ε)·

γ)

να αναπτύσσουν ή να συντονίζουν την ανάπτυξη μεθόδων για την αξιολόγηση του επιπέδου καλής μεταχείρισης των ζώων και μεθόδων για τη βελτίωση της καλής μεταχείρισης των ζώων·

δ)

να διεξάγουν επιστημονικές και τεχνικές μελέτες για την καλή μεταχείριση των ζώων που χρησιμοποιούνται για εμπορικούς ή επιστημονικούς σκοπούς·

ε)

να οργανώνουν εκπαιδευτικά προγράμματα για το προσωπικό των εθνικών δικτύων ή οργάνων επιστημονικής υποστήριξης που αναφέρονται στο στοιχείο α), για το προσωπικό των αρμόδιων αρχών και για τους εμπειρογνώμονες από τρίτες χώρες· και

στ)

να διαδίδουν τα πορίσματα της έρευνας και τις τεχνικές καινοτομίες και να συνεργάζονται με τα ερευνητικά όργανα της Ένωσης στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο της αποστολής τους.

Άρθρο 97

Ορισμός κέντρων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αυθεντικότητα και την ακεραιότητα της αγροδιατροφικής αλυσίδας

1.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να ορίζει κέντρα αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία υποστηρίζουν τις δραστηριότητες της Επιτροπής και των κρατών μελών με σκοπό την πρόληψη, τον εντοπισμό και την καταπολέμηση παραβάσεων των αναφερόμενων στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνων οφειλόμενων σε δόλιες ή παραπλανητικές πρακτικές.

2.   Οι ορισμοί που προβλέπονται στην παράγραφο 1:

α)

ακολουθούν δημόσια διαδικασία επιλογής· και

β)

είναι χρονικά περιορισμένοι ή επανεξετάζονται τακτικά.

3.   Τα κέντρα αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αυθεντικότητα και την ακεραιότητα της αγροδιατροφικής αλυσίδας:

α)

ενεργούν αμερόληπτα όσον αφορά την άσκηση των καθηκόντων τους ως κέντρων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

β)

διαθέτουν υψηλό επίπεδο επιστημονικής και τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης στους τομείς που διέπονται από τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες και στην εγκληματολογία που εφαρμόζεται στους εν λόγω τομείς, και έχουν επομένως την ικανότητα να διεξάγουν ή να συντονίζουν έρευνα στο ανώτερο δυνατό επίπεδο όσον αφορά την αυθεντικότητα και την ακεραιότητα των αγαθών και να αναπτύσσουν, να εφαρμόζουν και να επικυρώνουν τις μεθόδους που θα χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό παραβιάσεων των αναφερόμενων στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνων οι οποίες οφείλονται σε δόλιες ή παραπλανητικές πρακτικές·

γ)

διαθέτουν κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό με επαρκή κατάρτιση στους τομείς που αναφέρονται στο στοιχείο β) και το αναγκαίο βοηθητικό προσωπικό·

δ)

διαθέτουν ή έχουν πρόσβαση σε υποδομές, εξοπλισμό και προϊόντα που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους ανατίθενται· και

ε)

διασφαλίζουν ότι το προσωπικό τους έχει επαρκή γνώση των διεθνών προτύπων και πρακτικών στους τομείς που αναφέρονται στο στοιχείο β) και ότι λαμβάνει υπόψη κατά την εκτέλεση των εργασιών του τις πλέον πρόσφατες εξελίξεις στην έρευνα σε εθνικό, ενωσιακό και διεθνές επίπεδο στους εν λόγω τομείς.

Άρθρο 98

Αρμοδιότητες και καθήκοντα των κέντρων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αυθεντικότητα και την ακεραιότητα της αγροδιατροφικής αλυσίδας

Τα κέντρα αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αυθεντικότητα και την ακεραιότητα της αγροδιατροφικής αλυσίδας είναι αρμόδια για τα ακόλουθα υποστηρικτικά καθήκοντα στον βαθμό που περιλαμβάνονται στα ετήσια ή πολυετή προγράμματα εργασιών των κέντρων αναφοράς τα οποία καταρτίζονται σύμφωνα με τους στόχους και τις προτεραιότητες των οικείων προγραμμάτων εργασιών που εγκρίνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 652/2014:

α)

παροχή ειδικευμένων γνώσεων σε σχέση με την αυθεντικότητα και την ακεραιότητα της αγροδιατροφικής αλυσίδας και τις μεθόδους εντοπισμού των παραβιάσεων των αναφερόμενων στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού κανόνων που οφείλονται σε δόλιες ή παραπλανητικές πρακτικές, σε σχέση με την εγκληματολογία που εφαρμόζεται στους τομείς οι οποίοι διέπονται από αυτούς τους κανόνες·

β)

παροχή ειδικών αναλύσεων που αποσκοπούν στον προσδιορισμό των τμημάτων της αγροδιατροφικής αλυσίδας στα οποία ενδέχεται να σημειωθούν παραβιάσεις των αναφερόμενων στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού κανόνων οφειλόμενες σε δόλιες ή παραπλανητικές πρακτικές και συμβολή στην ανάπτυξη ειδικών επίσημων τεχνικών και πρωτοκόλλων ελέγχου·

γ)

εφόσον απαιτείται, εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στο άρθρο 94 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως η) του παρόντος κανονισμού χωρίς επικάλυψη με τα καθήκοντα των εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 93 του παρόντος κανονισμού·

δ)

εφόσον απαιτείται, κατάρτιση και διατήρηση συλλογών ή βάσεων δεδομένων επικυρωμένου υλικού αναφοράς που θα χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό παραβιάσεων των αναφερόμενων στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού κανόνων οι οποίες οφείλονται σε δόλιες ή παραπλανητικές πρακτικές· και

ε)

διάδοση των πορισμάτων της έρευνας και τεχνικών καινοτομιών στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο της αποστολής τους.

Άρθρο 99

Υποχρεώσεις της Επιτροπής

1.   Η Επιτροπή δημοσιεύει και επικαιροποιεί, εφόσον απαιτείται, τον κατάλογο:

α)

των εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προβλέπονται στο άρθρο 93·

β)

των κέντρων αναφοράς της Ένωσης για την καλή μεταχείριση των ζώων που προβλέπονται στο άρθρο 95·

γ)

των κέντρων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αυθεντικότητα και την ακεραιότητα της αγροδιατροφικής αλυσίδας που προβλέπονται στο άρθρο 97.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τον καθορισμό των απαιτήσεων, αρμοδιοτήτων και καθηκόντων των εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των κέντρων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καλή μεταχείριση των ζώων και των κέντρων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αυθεντικότητα και την ακεραιότητα της αγροδιατροφικής αλυσίδας επιπλέον αυτών που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 3, στο άρθρο 94, στο άρθρο 95 παράγραφος 3, στο άρθρο 96, στο άρθρο 97 παράγραφος 3 και στο άρθρο 98. Οι ανωτέρω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις περιορίζονται σε περιπτώσεις που αφορούν νέους ή αναδυόμενους κινδύνους, νέες ή αναδυόμενες ζωικές νόσους ή επιβλαβείς για τα φυτά οργανισμούς ή σε περιπτώσεις στις οποίες επιβάλλεται η έκδοσή τους λόγω νέων νομικών απαιτήσεων.

3.   Τα εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα κέντρα αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπόκεινται σε ελέγχους της Επιτροπής για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του άρθρου 93 παράγραφος 3, του άρθρου 94, του άρθρου 95 παράγραφος 3 και του άρθρου 97 παράγραφος 3.

4.   Εάν από τους ελέγχους της Επιτροπής που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου προκύψει μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 3, στο άρθρο 94, στο άρθρο 95 παράγραφος 3 και στο άρθρο 97 παράγραφος 3, η Επιτροπή, αφού λάβει τις παρατηρήσεις του εργαστηρίου αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του κέντρου αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

α)

ανακαλεί μέσω εκτελεστικής πράξης τον ορισμό του εν λόγω εργαστηρίου ή κέντρου· ή

β)

λαμβάνει κάθε άλλο κατάλληλο μέτρο.

Άρθρο 100

Ορισμός των εθνικών εργαστηρίων αναφοράς

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν ένα ή περισσότερα εθνικά εργαστήρια αναφοράς για κάθε εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 1.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν εθνικό εργαστήριο αναφοράς στις περιπτώσεις στις οποίες δεν υπάρχει αντίστοιχο εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ένα κράτος μέλος μπορεί να ορίζει εργαστήριο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο.

Είναι δυνατόν ένα μοναδικό εργαστήριο να ορίζεται ως εθνικό εργαστήριο αναφοράς για περισσότερα από ένα κράτη μέλη.

2.   Οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 37 παράγραφος 4 στοιχείο ε), στο άρθρο 37 παράγραφος 5, στο άρθρο 39 και στο άρθρο 42 παράγραφος 1, παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) και παράγραφος 3 εφαρμόζονται στα εθνικά εργαστήρια αναφοράς.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 37 παράγραφος 4 στοιχείο ε), για τον τομέα που ρυθμίζεται από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίζουν επίσημα εργαστήρια, τα οποία έχουν λάβει τον ορισμό αυτόν από τις αρμόδιες αρχές βάσει παρέκκλισης που εγκρίθηκε σύμφωνα με το άρθρο 41, ως εθνικά εργαστήρια αναφοράς ασχέτως αν πληρούν τον όρο που προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφος 4 στοιχείο ε).

3.   Τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς:

α)

είναι αμερόληπτα, απαλλαγμένα από οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων, και συγκεκριμένα δεν βρίσκονται σε κατάσταση που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να επηρεάσει την αμεροληψία της επαγγελματικής συμπεριφοράς τους όσον αφορά την άσκηση των καθηκόντων τους ως εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

β)

διαθέτουν ή έχουν δυνατότητα πρόσβασης δυνάμει σύμβασης σε κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό με επαρκή κατάρτιση σε τεχνικές ανάλυσης, δοκιμών και διάγνωσης στον τομέα της αρμοδιότητάς τους, καθώς και σε βοηθητικό προσωπικό εφόσον ενδείκνυται·

γ)

διαθέτουν ή έχουν πρόσβαση σε υποδομές, εξοπλισμό και προϊόντα που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους ανατίθενται·

δ)

διασφαλίζουν ότι το προσωπικό τους και τυχόν συμβασιούχοι υπάλληλοι έχουν επαρκή γνώση των διεθνών προτύπων και πρακτικών και ότι λαμβάνουν υπόψη κατά την εκτέλεση των εργασιών τους τις πλέον πρόσφατες εξελίξεις στην έρευνα σε εθνικό, ενωσιακό και διεθνές επίπεδο·

ε)

είναι εξοπλισμένα με τον αναγκαίο εξοπλισμό για να εκτελούν τα καθήκοντά τους σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή έχουν πρόσβαση στον αναγκαίο εξοπλισμό για τον σκοπό αυτό· και

στ)

εφόσον είναι σκόπιμο, είναι εξοπλισμένα για να συμμορφώνονται με τα οικεία πρότυπα βιοπροφύλαξης.

4.   Τα κράτη μέλη:

α)

κοινοποιούν στην Επιτροπή, στο σχετικό εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στα άλλα κράτη μέλη το όνομα και τη διεύθυνση κάθε εθνικού εργαστηρίου αναφοράς·

β)

δημοσιοποιούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο στοιχείο α)· και

γ)

επικαιροποιούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο στοιχείο α) εφόσον απαιτείται.

5.   Τα κράτη μέλη τα οποία διαθέτουν περισσότερα από ένα εθνικά εργαστήρια αναφοράς ανά εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω εργαστήρια συνεργάζονται στενά, κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται αποτελεσματικός συντονισμός μεταξύ τους, με άλλα εθνικά εργαστήρια και με το εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τον καθορισμό των απαιτήσεων για τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς επιπλέον αυτών που καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Οι κατ’ εξουσιοδότηση αυτές πράξεις περιορίζονται στη διασφάλιση συνοχής με τυχόν πρόσθετες απαιτήσεις που προβλέπονται σύμφωνα με το άρθρο 99 παράγραφος 2.

Άρθρο 101

Αρμοδιότητες και καθήκοντα των εθνικών εργαστηρίων αναφοράς

1.   Στον τομέα της αρμοδιότητάς τους τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς:

α)

συνεργάζονται με τα εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συμμετέχουν στα εκπαιδευτικά προγράμματα και στις διεργαστηριακές συγκριτικές δοκιμές που οργανώνουν τα εν λόγω εργαστήρια·

β)

συντονίζουν τις δραστηριότητες των επίσημων εργαστηρίων που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1 με σκοπό την εναρμόνιση και τη βελτίωση των μεθόδων εργαστηριακής ανάλυσης, δοκιμών ή διάγνωσης και της χρήσης τους·

γ)

εφόσον απαιτείται, οργανώνουν διεργαστηριακές συγκριτικές δοκιμές ή δοκιμές ικανότητας μεταξύ των επίσημων εργαστηρίων, διασφαλίζουν την κατάλληλη παρακολούθηση των δοκιμών αυτών και ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές σχετικά με τα αποτελέσματα των εν λόγω δοκιμών και της παρακολούθησης·

δ)

διασφαλίζουν την κοινοποίηση των πληροφοριών που παρέχει το εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις αρμόδιες αρχές και στα επίσημα εθνικά εργαστήρια·

ε)

παρέχουν εντός του πεδίου της αποστολής τους επιστημονική και τεχνική συνδρομή στις αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή των πολυετών εθνικών σχεδίων ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 109 και των συντονισμένων προγραμμάτων ελέγχου που εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 112·

στ)

εφόσον είναι σκόπιμο, καταρτίζουν και διατηρούν επικαιροποιημένους καταλόγους των διαθέσιμων ουσιών αναφοράς και αντιδραστηρίων, καθώς και των παρασκευαστών και των προμηθευτών των εν λόγω ουσιών και αντιδραστηρίων·

ζ)

οργανώνουν, εφόσον απαιτείται, εκπαιδευτικά προγράμματα για το προσωπικό των επίσημων εργαστηρίων που ορίζονται δυνάμει του άρθρου 37 παράγραφος 1· και

η)

επικουρούν ενεργά τα κράτη μέλη που τα όρισαν στη διάγνωση κρουσμάτων τροφιμογενών νόσων ή ζωοανθρωπονόσων ή νόσων των ζώων ή επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των φορτίων, με τη διενέργεια επιβεβαιωτικών διαγνώσεων, χαρακτηρισμού και ταξινομικών ή επιζωοτιολογικών μελετών σε απομονωθέντα παθογόνα ή σε δείγματα επιβλαβών οργανισμών.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για την συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τον καθορισμό αρμοδιοτήτων και καθηκόντων για τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς επιπλέον αυτών που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις περιορίζονται στη διασφάλιση συνοχής με τυχόν πρόσθετες αρμοδιότητες και καθήκοντα που προβλέπονται σύμφωνα με το άρθρο 99 παράγραφος 2.

ΤΊΤΛΟΣ IV

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΉ ΣΥΝΔΡΟΜΉ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΊΑ

Άρθρο 102

Γενικοί κανόνες

1.   Οι αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών παρέχουν αμοιβαία διοικητική συνδρομή σύμφωνα με τα άρθρα 104 έως 107, για να διασφαλίσουν τη σωστή εφαρμογή των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στις περιπτώσεις που έχουν σημασία σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη.

2.   Η διοικητική συνδρομή περιλαμβάνει, εφόσον είναι σκόπιμο και με συμφωνία μεταξύ των οικείων αρμόδιων αρχών, τη συμμετοχή των αρμόδιων αρχών ενός κράτους μέλους σε επιτόπιους επίσημους ελέγχους που διενεργούν οι αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους.

3.   Ο παρών τίτλος δεν θίγει το εθνικό δίκαιο:

α)

το οποίο εφαρμόζεται στη δημοσίευση εγγράφων και πληροφοριών που αποτελούν αντικείμενο δικαστικής έρευνας και διαδικασίας, περιλαμβανομένης ποινικής έρευνας, ή συνδέονται με αυτήν· και

β)

το οποίο αποσκοπεί στην προστασία των εμπορικών συμφερόντων φυσικών ή νομικών προσώπων.

4.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για να διευκολύνουν τη διαβίβαση προς τις αρμόδιες αρχές, από άλλες αρχές επιβολής του νόμου, εισαγγελείς και δικαστικές αρχές, πληροφοριών σχετικά με ενδεχόμενη μη συμμόρφωση με τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες η οποία έχει σημασία για την εφαρμογή του παρόντος τίτλου και η οποία μπορεί να συνιστά:

α)

κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον· ή

β)

ενδεχόμενη παραβίαση των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 μέσω δόλιων ή παραπλανητικών πρακτικών.

5.   Όλες οι κοινοποιήσεις μεταξύ των αρμόδιων αρχών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 104 έως 107 γίνονται γραπτώς σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή.

6.   Για τον εξορθολογισμό και την απλούστευση της ανταλλαγής κοινοποιήσεων, η Επιτροπή καθορίζει μέσω εκτελεστικών πράξεων τυποποιημένο μορφότυπο για:

α)

τα αιτήματα συνδρομής που προβλέπονται στο άρθρο 104 παράγραφος 1· και

β)

την κοινοποίηση κοινών και επαναλαμβανόμενων ειδοποιήσεων και απαντήσεων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 103

Οργανισμοί σύνδεσης

1.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει έναν ή περισσότερους οργανισμούς σύνδεσης οι οποίοι θα ενεργούν ως σημεία επαφής αρμόδια για τη διευκόλυνση της ανταλλαγής κοινοποιήσεων μεταξύ των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με τα άρθρα 104 έως 107.

2.   Ο ορισμός των οργανισμών σύνδεσης δεν αποκλείει τις άμεσες επαφές, την ανταλλαγή πληροφοριών ή τη συνεργασία μεταξύ του προσωπικού των αρμόδιων αρχών σε διαφορετικά κράτη μέλη.

3.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και σε άλλα κράτη μέλη τα στοιχεία επικοινωνίας των οργανισμών σύνδεσής τους που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και τυχόν μετέπειτα τροποποιήσεις των στοιχείων αυτών.

4.   Η Επιτροπή δημοσιεύει και επικαιροποιεί στον δικτυακό της τόπο τον κατάλογο των οργανισμών σύνδεσης που της κοινοποιούν τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παράγραφο 3.

5.   Όλα τα αιτήματα συνδρομής σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 1 και οι ειδοποιήσεις και κοινοποιήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 105, 106 και 107 διαβιβάζονται από τον οργανισμό σύνδεσης στον ανταποκριτή του στο κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ή η ειδοποίηση.

6.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή καθορίζει τις προδιαγραφές των τεχνικών εργαλείων και των διαδικασιών για την κοινοποίηση μεταξύ των οργανισμών σύνδεσης που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 104

Αίτημα συνδρομής

1.   Στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους θεωρούν ότι, για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων ή για την αποτελεσματική παρακολούθηση τέτοιων ελέγχων στο έδαφός τους, χρειάζονται στοιχεία ή πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους, εκδίδουν αιτιολογημένο αίτημα διοικητικής συνδρομής προς τις αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους. Οι αρμόδιες αρχές στις οποίες απευθύνεται το αίτημα:

α)

γνωστοποιούν χωρίς καθυστέρηση ότι έλαβαν το αίτημα·

β)

όταν ζητείται ρητά από την αιτούσα αρμόδια αρχή, δηλώνουν εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος τον χρόνο που εκτιμούν ότι χρειάζονται για την παροχή τεκμηριωμένης απάντησης στο αίτημα· και

γ)

διενεργούν τους επίσημους ελέγχους ή τις έρευνες που απαιτούνται για να παράσχουν στις αιτούσες αρμόδιες αρχές χωρίς καθυστέρηση όλα τα αναγκαία στοιχεία και έγγραφα ώστε να τους επιτρέψουν να λάβουν τεκμηριωμένες αποφάσεις και να εξακριβώσουν τη συμμόρφωση με τους κανόνες της Ένωσης εντός της δικαιοδοσίας τους.

2.   Μπορούν να διαβιβάζονται πρωτότυπα ή αντίγραφα των εγγράφων.

3.   Με συμφωνία μεταξύ των αιτουσών αρμόδιων αρχών και των αρμόδιων αρχών στις οποίες απευθύνεται το αίτημα, κατά τη διενέργεια των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) επίσημων ελέγχων και ερευνών που εκτελούνται από τις αρμόδιες αρχές στις οποίες απευθύνεται το αίτημα μπορεί να παρίσταται προσωπικό που έχει ορισθεί από τις αιτούσες αρχές.

Σε αυτές τις περιπτώσεις το προσωπικό των αιτουσών αρμόδιων αρχών:

α)

είναι σε θέση να επιδεικνύει ανά πάσα στιγμή γραπτή εξουσιοδότηση στην οποία αναγράφονται τα στοιχεία ταυτότητας και η επίσημη ιδιότητά του·

β)

λαμβάνει άδεια πρόσβασης από τον υπεύθυνο επιχείρησης στις ίδιες εγκαταστάσεις και στα ίδια έγγραφα με το προσωπικό των αρμόδιων αρχών στις οποίες απευθύνεται το αίτημα, με τη διαμεσολάβησή τους και αποκλειστικά για τον σκοπό της διενεργούμενης διοικητικής έρευνας· και

γ)

δεν ασκεί με δική του πρωτοβουλία τις εξουσίες της έρευνας που ανατίθενται σε υπαλλήλους των αρμόδιων αρχών στις οποίες απευθύνεται το αίτημα.

Άρθρο 105

Συνδρομή χωρίς υποβολή αιτήματος στην περίπτωση μη συμμόρφωσης

1.   Εάν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους αντιληφθούν περίπτωση μη συμμόρφωσης και εάν η εν λόγω μη συμμόρφωση έχει επιπτώσεις σε άλλο κράτος μέλος, ειδοποιούν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους χωρίς να τους υποβληθεί σχετικό αίτημα και χωρίς περιττή καθυστέρηση.

2.   Οι αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1:

α)

γνωστοποιούν χωρίς περιττή καθυστέρηση ότι έλαβαν την ειδοποίηση·

β)

δηλώνουν, όταν ζητείται ρητά από την ειδοποιούσα αρμόδια αρχή, εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης:

i)

το είδος των ερευνών που προτίθενται να διενεργήσουν ή

ii)

τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι δεν απαιτούνται έρευνες· και

γ)

διερευνούν το θέμα, εφόσον οι έρευνες που αναφέρονται στο στοιχείο β) θεωρούνται αναγκαίες, και ενημερώνουν τις ειδοποιούσες αρμόδιες αρχές χωρίς καθυστέρηση σχετικά με τα αποτελέσματα και, κατά περίπτωση, σχετικά με τυχόν ληφθέντα μέτρα.

Άρθρο 106

Συνδρομή στην περίπτωση μη συμμόρφωσης η οποία δημιουργεί κίνδυνο ή επαναλαμβανόμενη ή ενδεχόμενη σοβαρή παραβίαση

1.   Όταν κατά τους επίσημους ελέγχους που διενεργούνται σε ζώα ή αγαθά προερχόμενα από άλλο κράτος μέλος οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι τα εν λόγω ζώα ή αγαθά δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κατά τρόπο που να δημιουργεί κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον ή να συνιστά ενδεχόμενη σοβαρή παραβίαση των κανόνων αυτών, οι εν λόγω αρμόδιες αρχές ειδοποιούν σχετικά, χωρίς καθυστέρηση, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής και κάθε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους προκειμένου να επιτρέψουν στις εν λόγω αρμόδιες αρχές να προβούν στις κατάλληλες έρευνες.

2.   Οι αρμόδιες αρχές που ειδοποιούνται προβαίνουν αμέσως στις ακόλουθες ενέργειες:

α)

γνωστοποιούν ότι έλαβαν την ειδοποίηση·

β)

εφόσον ζητείται ρητά από την ειδοποιούσα αρμόδια αρχή, δηλώνουν το είδος των ερευνών που προτίθενται να διενεργήσουν· και

γ)

διερευνούν το θέμα, λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα και ενημερώνουν την ειδοποιούσα αρμόδια αρχή σχετικά με τη φύση των ερευνών και των επίσημων ελέγχων που διενήργησαν, τις αποφάσεις που έλαβαν καθώς και τους λόγους για τους οποίους έλαβαν τις εν λόγω αποφάσεις.

3.   Εάν οι ειδοποιούσες αρμόδιες αρχές έχουν λόγο να πιστεύουν ότι οι έρευνες που διενεργήθηκαν ή τα μέτρα που ελήφθησαν από τις αρμόδιες αρχές που ειδοποιήθηκαν δεν αντιμετωπίζουν ικανοποιητικά τη διαπιστωθείσα περίπτωση μη συμμόρφωσης, ζητούν από τις αρμόδιες αρχές που ειδοποιήθηκαν να συμπληρώσουν τους επίσημους ελέγχους που διενήργησαν ή τα μέτρα που έλαβαν. Στις περιπτώσεις αυτές οι αρμόδιες αρχές των δύο κρατών μελών:

α)

αναζητούν κοινώς αποδεκτή προσέγγιση για την κατάλληλη αντιμετώπιση της μη συμμόρφωσης, μεταξύ άλλων με τη διενέργεια κοινών επίσημων ελέγχων και ερευνών σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 3· και

β)

ενημερώνουν την Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση στην περίπτωση που δεν είναι σε θέση να συμφωνήσουν σχετικά με τα κατάλληλα μέτρα.

4.   Εάν από επίσημους ελέγχους που διενεργούνται σε ζώα ή αγαθά που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος διαπιστωθούν επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών.

Άρθρο 107

Συνδρομή βάσει πληροφοριών που παρέχουν τρίτες χώρες

1.   Εάν οι αρμόδιες αρχές λάβουν πληροφορίες από τρίτη χώρα σχετικά με περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες ή κινδύνου για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον, προβαίνουν αμέσως στις ακόλουθες ενέργειες:

α)

ειδοποιούν σχετικά τις αρμόδιες αρχές άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών· και

β)

κοινοποιούν τις πληροφορίες αυτές στην Επιτροπή εφόσον είναι ή ενδέχεται να είναι σημαντικές σε επίπεδο Ένωσης.

2.   Οι πληροφορίες που λαμβάνονται μέσω επίσημων ελέγχων και ερευνών που διενεργούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό είναι δυνατόν να κοινοποιούνται στην τρίτη χώρα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, με την προϋπόθεση ότι:

α)

οι αρμόδιες αρχές οι οποίες παρέσχον τις πληροφορίες συναίνεσαν στην κοινοποίησή τους·

β)

η τρίτη χώρα έχει δεσμευθεί να παράσχει τη συνδρομή που απαιτείται για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με πρακτικές που δεν συμμορφώνονται ή φαίνεται να μην συμμορφώνονται με τους κανόνες της Ένωσης ή που ενέχουν κίνδυνο για τους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά ή το περιβάλλον· και

γ)

τηρούνται οι σχετικοί ενωσιακοί και εθνικοί κανόνες που εφαρμόζονται στην κοινοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτες χώρες.

Άρθρο 108

Συντονισμένη συνδρομή και παρακολούθηση από την Επιτροπή

1.   Όταν οι αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών δεν είναι σε θέση να συμφωνήσουν σχετικά με την κατάλληλη δράση που πρέπει να αναληφθεί για την αντιμετώπιση της μη συμμόρφωσης με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η Επιτροπή συντονίζει χωρίς καθυστέρηση τα μέτρα και τις ενέργειες στις οποίες προβαίνουν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο στην περίπτωση που οι πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή είτε:

α)

αναφέρουν δραστηριότητες οι οποίες δεν συμμορφώνονται ή φαίνεται να μην συμμορφώνονται με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και οι εν λόγω δραστηριότητες έχουν ή ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη· είτε

β)

δείχνουν ότι οι ίδιες ή παρόμοιες δραστηριότητες που δεν συμμορφώνονται ή φαίνεται να μην συμμορφώνονται με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ενδέχεται να λαμβάνουν χώρα σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη.

2.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 η Επιτροπή δύναται:

α)

σε συνεργασία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, να αποστέλλει ομάδα επιθεώρησης για τη διενέργεια επιτόπιου επίσημου ελέγχου·

β)

να ζητεί μέσω εκτελεστικών πράξεων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής και, κατά περίπτωση, άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών να εντείνουν όπως ενδείκνυται τους επίσημους ελέγχους και να της αναφέρουν τα μέτρα που λαμβάνουν·

γ)

να λαμβάνει κάθε άλλο κατάλληλο μέτρο σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού για τη θέσπιση κανόνων για την ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

ΤΊΤΛΟΣ V

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΌΣ ΚΑΙ ΕΚΘΈΣΕΙΣ

Άρθρο 109

Πολυετή εθνικά σχέδια ελέγχων (ΠΟΕΣΕ) και ενιαίος φορέας για τα ΠΟΕΣΕ

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επίσημοι έλεγχοι που διέπονται από τον παρόντα κανονισμό διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές βάσει ενός ΠΟΕΣΕ, του οποίου η κατάρτιση και η υλοποίηση αποτελεί αντικείμενο συντονισμού για το σύνολο της επικράτειάς τους.

2.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει έναν ενιαίο φορέα με τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

συντονισμό της κατάρτισης του ΠΟΕΣΕ για το σύνολο των αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για τους επίσημους ελέγχους·

β)

διασφάλιση ότι το εν λόγω ΠΟΕΣΕ παρουσιάζει συνοχή·

γ)

συλλογή πληροφοριών σχετικά με την υλοποίηση του ΠΟΕΣΕ με σκοπό την υποβολή της ετήσιας έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 113 και για την αναθεώρηση και επικαιροποίηση του σχεδίου ανάλογα με τις ανάγκες, σύμφωνα με το άρθρο 111 παράγραφος 2.

Άρθρο 110

Περιεχόμενο των ΠΟΕΣΕ

1.   Τα ΠΟΕΣΕ καταρτίζονται κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ότι προγραμματίζονται επίσημοι έλεγχοι σε όλους τους τομείς που διέπονται από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 9 και με τους κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 18 έως 27.

2.   Τα ΠΟΕΣΕ περιέχουν γενικές πληροφορίες σχετικά με τη δομή και την οργάνωση των συστημάτων επίσημων ελέγχων στο οικείο κράτος μέλος για καθέναν από τους καλυπτόμενους τομείς και περιέχουν πληροφορίες τουλάχιστον για τα εξής:

α)

τους στρατηγικούς στόχους του ΠΟΕΣΕ και τον τρόπο με τον όποιο η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων όσον αφορά τους επίσημους ελέγχους και η κατανομή των πόρων αντανακλούν τους στόχους αυτούς·

β)

την κατηγοριοποίηση των επίσημων ελέγχων με βάση τον κίνδυνο·

γ)

τον καθορισμό των αρμόδιων αρχών και των καθηκόντων τους σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, καθώς και των πόρων που διατίθενται στις εν λόγω αρχές·

δ)

ανάλογα με την περίπτωση, την ανάθεση καθηκόντων σε εξουσιοδοτημένους φορείς·

ε)

τη γενική οργάνωση και διαχείριση των επίσημων ελέγχων σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των επίσημων ελέγχων σε επιμέρους εγκαταστάσεις·

στ)

τα συστήματα ελέγχων που εφαρμόζονται σε διάφορους τομείς και τον συντονισμό μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών των αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για τους επίσημους ελέγχους σε αυτούς τους τομείς·

ζ)

τις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις που έχουν θεσπιστεί για να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1·

η)

την κατάρτιση του προσωπικού των αρμόδιων αρχών·

θ)

τις τεκμηριωμένες διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1·

ι)

τη γενική οργάνωση και την εφαρμογή των σχεδίων έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2· και

ια)

τη γενική οργάνωση της συνεργασίας και της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών.

Άρθρο 111

Κατάρτιση, επικαιροποίηση και αναθεώρηση των ΠΟΕΣΕ

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ΠΟΕΣΕ που προβλέπεται στο άρθρο 109 παράγραφος 1 δημοσιοποιείται, εξαιρουμένων των σημείων του σχεδίου των οποίων η αποκάλυψη θα μπορούσε να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα των επίσημων ελέγχων.

2.   Το ΠΟΕΣΕ επικαιροποιείται τακτικά ώστε να προσαρμόζεται στις αλλαγές στους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και αναθεωρείται ώστε να λαμβάνονται υπόψη τουλάχιστον οι ακόλουθοι παράγοντες:

α)

η εμφάνιση νέων νόσων, επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών ή άλλων κινδύνων για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, στην περίπτωση των ΓΤΟ και των φυτοπροστατευτικών προϊόντων, και για το περιβάλλον·

β)

σημαντικές αλλαγές στη δομή, τη διαχείριση ή τη λειτουργία των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους·

γ)

τα αποτελέσματα των επίσημων ελέγχων των κρατών μελών·

δ)

τα αποτελέσματα των ελέγχων της Επιτροπής που διενεργούνται στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 116 παράγραφος 1·

ε)

τα επιστημονικά πορίσματα· και

στ)

τα αποτελέσματα των επίσημων ελέγχων που διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών σε κράτος μέλος.

3.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή, εφόσον τους ζητηθεί, την πλέον πρόσφατη επικαιροποιημένη έκδοση του οικείου ΠΟΕΣΕ τους.

Άρθρο 112

Συντονισμένα προγράμματα ελέγχου και συλλογή πληροφοριών και στοιχείων

Η Επιτροπή, προκειμένου να διενεργήσει στοχευμένη αξιολόγηση σε ολόκληρη την Ένωση σχετικά με την κατάσταση της εφαρμογής των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή να προσδιορίσει την επικράτηση ορισμένων παραγόντων κινδύνου στο σύνολο της Ένωσης, δύναται να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με:

α)

την υλοποίηση συντονισμένων προγραμμάτων ελέγχου περιορισμένης διάρκειας σε έναν από τους τομείς που διέπονται από τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες·

β)

την οργάνωση, σε ad hoc βάση, της συλλογής στοιχείων και πληροφοριών όσον αφορά την εφαρμογή μιας συγκεκριμένης κατηγορίας των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή όσον αφορά τον επιπολασμό ορισμένων παραγόντων κινδύνου.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 113

Ετήσιες εκθέσεις των κρατών μελών

1.   Κάθε κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή πριν από τις 31 Αυγούστου κάθε έτους έκθεση στην οποία περιγράφονται τα εξής:

α)

τυχόν τροποποιήσεις οι οποίες έχουν επέλθει στο ΠΟΕΣΕ προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο 111 παράγραφος 2·

β)

τα αποτελέσματα των επίσημων ελέγχων που διενεργήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος στο πλαίσιο του ΠΟΕΣΕ·

γ)

το είδος και ο αριθμός των περιπτώσεων μη συμμόρφωσης με τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες, ανά τομέα, που εντοπίστηκαν το προηγούμενο έτος από τις αρμόδιες αρχές·

δ)

τα μέτρα που έλαβε για να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή του ΠΟΕΣΕ του, συμπεριλαμβανομένων των ενεργειών επιβολής, και τα αποτελέσματα των εν λόγω μέτρων· και

ε)

σύνδεση με την ιστοσελίδα της αρμόδιας αρχής που περιέχει τις πληροφορίες για το κοινό σχετικά με τα τέλη ή τις επιβαρύνσεις που αναφέρονται στο άρθρο 85 παράγραφος 2.

2.   Για να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη παρουσίαση των ετήσιων εκθέσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή μέσω εκτελεστικών πράξεων εκδίδει και επικαιροποιεί όπως απαιτείται υποδείγματα εντύπων για την υποβολή των πληροφοριών και των στοιχείων που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις επιτρέπουν, όποτε είναι δυνατόν, τη χρήση των υποδειγμάτων εντύπων που εκδίδει η Επιτροπή για την υποβολή άλλων εκθέσεων σχετικά με τους επίσημους ελέγχους τις οποίες οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να υποβάλουν στην Επιτροπή σύμφωνα με τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 114

Ετήσιες εκθέσεις της Επιτροπής

1.   Έως τις 31 Ιανουαρίου κάθε έτους η Επιτροπή δημοσιοποιεί ετήσια έκθεση σχετικά με τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων στα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη τα εξής:

α)

τις ετήσιες εκθέσεις που έχουν υποβάλει τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 113· και

β)

τα αποτελέσματα των ελέγχων της Επιτροπής που διενεργήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 116 παράγραφος 1.

2.   Η ετήσια έκθεση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μπορεί, κατά περίπτωση, να περιέχει συστάσεις για πιθανές βελτιώσεις του συστήματος επίσημων ελέγχων στα κράτη μέλη και ορισμένων επίσημων ελέγχων σε ορισμένους τομείς.

Άρθρο 115

Σχέδια έκτακτης ανάγκης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές

1.   Για την εφαρμογή του γενικού σχεδίου για τη διαχείριση κρίσεων που προβλέπεται στο άρθρο 55 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, τα κράτη μέλη καταρτίζουν σχέδια έκτακτης ανάγκης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές ορίζοντας μέτρα που πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς καθυστέρηση όταν διαπιστώνεται ότι οι ζωοτροφές ή τα τρόφιμα ενέχουν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων ή των ζώων είτε άμεσα είτε μέσω του περιβάλλοντος.

2.   Τα σχέδια έκτακτης ανάγκης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές που προβλέπονται στην παράγραφο 1 προσδιορίζουν:

α)

τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές·

β)

τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες των αρχών που αναφέρονται στο στοιχείο α)· και

γ)

τους διαύλους και τις διαδικασίες για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και άλλων ενδιαφερόμενων μερών, ανάλογα με την περίπτωση.

3.   Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν σε τακτά χρονικά διαστήματα τα σχέδια έκτακτης ανάγκης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές ώστε να λαμβάνουν υπόψη τυχόν αλλαγές στην οργάνωση των αρμόδιων αρχών και την πείρα που αποκτήθηκε από την υλοποίηση του σχεδίου και των ασκήσεων προσομοίωσης.

4.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις όσον αφορά:

α)

τους κανόνες για την κατάρτιση των σχεδίων έκτακτης ανάγκης που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου στον βαθμό που απαιτείται για να διασφαλίζεται η συνεπής και αποτελεσματική χρήση του γενικού σχεδίου διαχείρισης κρίσεων που προβλέπεται στο άρθρο 55 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002· και

β)

τον ρόλο των ενδιαφερόμενων μερών στην κατάρτιση και στην εφαρμογή των εν λόγω σχεδίων έκτακτης ανάγκης.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

ΤΊΤΛΟΣ VI

ΔΡΑΣΤΗΡΙΌΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΈΝΩΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Έλεγχοι της Επιτροπής

Άρθρο 116

Έλεγχοι της Επιτροπής στα κράτη μέλη

1.   Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής διενεργούν ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων των συστηματικών επιθεωρήσεων, σε κάθε κράτος μέλος με σκοπό:

α)

να εξακριβώσουν την εφαρμογή των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και αυτών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό·

β)

να εξακριβώσουν τη λειτουργία των εθνικών συστημάτων ελέγχων στους τομείς που διέπονται από τους κανόνες οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και τους κανόνες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, καθώς και τη λειτουργία των αρμόδιων αρχών που τα εφαρμόζουν·

γ)

να διερευνήσουν και να συλλέξουν πληροφορίες:

i)

σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και τις πρακτικές επιβολής στους τομείς που διέπονται από τους κανόνες οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και τους κανόνες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό·

ii)

σχετικά με σημαντικά ή επαναλαμβανόμενα προβλήματα όσον αφορά την εφαρμογή ή την επιβολή των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

iii)

σχετικά με καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, αναδυόμενα προβλήματα ή νέες εξελίξεις στα κράτη μέλη στους τομείς που διέπονται από τους κανόνες οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και τους κανόνες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

2.   Οι έλεγχοι που προβλέπονται στην παράγραφο 1 οργανώνονται σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και διενεργούνται σε τακτική βάση.

3.   Οι έλεγχοι που προβλέπονται στην παράγραφο 1 μπορούν να περιλαμβάνουν επιτόπου επαληθεύσεις. Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής μπορούν να συνοδεύουν το προσωπικό των αρμόδιων αρχών που διενεργεί τους επίσημους ελέγχους.

4.   Οι εμπειρογνώμονες των κρατών μελών μπορούν να επικουρούν τους εμπειρογνώμονες της Επιτροπής. Στους εθνικούς εμπειρογνώμονες που συνοδεύουν τους εμπειρογνώμονες της Επιτροπής δίνονται τα ίδια δικαιώματα πρόσβασης με αυτά που δίνονται στους εμπειρογνώμονες της Επιτροπής.

Άρθρο 117

Εκθέσεις από την Επιτροπή σχετικά με τους ελέγχους που διενεργούνται στα κράτη μέλη

Η Επιτροπή:

α)

εκπονεί σχέδιο έκθεσης σχετικά με τα πορίσματα των ελέγχων και με τις συστάσεις για την αντιμετώπιση των ελλείψεων που διαπιστώνονται από τους εμπειρογνώμονές της κατά τη διάρκεια ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 116 παράγραφος 1·

β)

αποστέλλει στα κράτη μέλη στα οποία διενεργήθηκαν οι εν λόγω έλεγχοι ένα αντίγραφο του σχεδίου έκθεσης που προβλέπεται στο στοιχείο α) για υποβολή παρατηρήσεων·

γ)

λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις του κράτους μέλους που αναφέρονται στο στοιχείο β) κατά την εκπόνηση του τελικού σχεδίου σχετικά με τα πορίσματα των ελέγχων που διενεργούν οι εμπειρογνώμονές της στα κράτη μέλη όπως προβλέπεται στο άρθρο 116 παράγραφος 1· και

δ)

δημοσιοποιεί την τελική έκθεση που αναφέρεται στο στοιχείο γ) και τις παρατηρήσεις των κρατών μελών που αναφέρονται στο στοιχείο β).

Άρθρο 118

Πρόγραμμα των ελέγχων της Επιτροπής στα κράτη μέλη

1.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή:

α)

καταρτίζει ετήσιο ή πολυετές πρόγραμμα ελέγχων για τους ελέγχους που πρέπει να διενεργούν οι εμπειρογνώμονές της στα κράτη μέλη όπως προβλέπεται στο άρθρο 116 παράγραφος 1· και

β)

πριν από το τέλος κάθε έτους ανακοινώνει στα κράτη μέλη το ετήσιο πρόγραμμα ελέγχων ή τυχόν επικαιροποίηση του πολυετούς προγράμματος ελέγχων για το επόμενο έτος.

2.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να τροποποιεί το πρόγραμμα ελέγχων της για να λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στους τομείς που διέπονται από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Οποιαδήποτε τέτοια τροποποίηση ανακοινώνεται χωρίς καθυστέρηση στα κράτη μέλη.

Άρθρο 119

Υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τους ελέγχους της Επιτροπής

Τα κράτη μέλη:

α)

λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα παρακολούθησης για την αποκατάσταση οποιωνδήποτε ειδικών ή συστημικών ελλείψεων εντοπίζονται από τους ελέγχους που διενεργούν οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 116 παράγραφος 1·

β)

παρέχουν την απαιτούμενη τεχνική συνδρομή και τα διαθέσιμα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των συστηματικών επιθεωρήσεων του άρθρου 6, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος, και τη λοιπή τεχνική υποστήριξη που ζητούν οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής προκειμένου να μπορέσουν να διεξαγάγουν αποτελεσματικά τους ελέγχους· και

γ)

παρέχουν την απαιτούμενη συνδρομή ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής διαθέτουν πρόσβαση σε όλες τις εγκαταστάσεις ή τα τμήματα εγκαταστάσεων, τα ζώα και τα αγαθά καθώς και στις πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων πληροφορικής, που είναι σχετικές με την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 120

Έλεγχοι της Επιτροπής σε τρίτες χώρες

1.   Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής μπορούν να διενεργούν ελέγχους σε τρίτες χώρες προκειμένου:

α)

να εξακριβώσουν τη συμμόρφωση ή την ισοδυναμία της νομοθεσίας και των συστημάτων της τρίτης χώρας, συμπεριλαμβανομένης της επίσημης πιστοποίησης και της έκδοσης επίσημων πιστοποιητικών, επίσημων ετικετών, επίσημων σημάτων και άλλων επίσημων βεβαιώσεων, με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

β)

να εξακριβώσουν την ικανότητα του συστήματος ελέγχων της τρίτης χώρας να διασφαλίζει ότι τα φορτία ζώων και αγαθών που εξάγονται προς την Ένωση συμμορφώνονται με τις σχετικές απαιτήσεις που καθορίζονται από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή με απαιτήσεις που αναγνωρίζονται τουλάχιστον ως ισοδύναμες με τους εν λόγω κανόνες·

γ)

να συλλέγουν πληροφορίες και στοιχεία με σκοπό να διευκρινίσουν τις αιτίες επαναλαμβανόμενων ή αναδυόμενων προβλημάτων όσον αφορά τις εξαγωγές ζώων και αγαθών από τρίτη χώρα.

2.   Οι έλεγχοι που προβλέπονται στην παράγραφο 1 αφορούν ιδιαίτερα:

α)

τη νομοθεσία της τρίτης χώρας·

β)

την οργάνωση των αρμόδιων αρχών της τρίτης χώρας, τις εξουσίες και την ανεξαρτησία τους, την εποπτεία στην οποία υπόκεινται και τη δυνατότητα που τους παρέχεται για την αποτελεσματική επιβολή της εφαρμοστέας νομοθεσίας·

γ)

την κατάρτιση του προσωπικού της αρμόδιας αρχής της τρίτης χώρας για την πραγματοποίηση επίσημων ελέγχων·

δ)

τους πόρους, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων ανάλυσης, δοκιμής και διάγνωσης που διατίθενται στις αρμόδιες αρχές·

ε)

την ύπαρξη και τη λειτουργία τεκμηριωμένων διαδικασιών ελέγχου και συστημάτων ελέγχων βάσει προτεραιοτήτων·

στ)

κατά περίπτωση, την κατάσταση όσον αφορά την υγεία των ζώων, την καλή μεταχείριση των ζώων, τις ζωοανθρωπονόσους και την υγεία των φυτών και τις διαδικασίες για την κοινοποίηση στην Επιτροπή και στους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς της εκδήλωσης εστιών νόσων των ζώων και επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών·

ζ)

το φάσμα και την εκτέλεση ελέγχων που διενεργεί η αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας σε ζώα, φυτά και στα προερχόμενα από αυτά προϊόντα, τα οποία εισάγονται από άλλες τρίτες χώρες· και

η)

τις διαβεβαιώσεις τις οποίες μπορεί να δώσει η τρίτη χώρα όσον αφορά τη συμμόρφωση ή την ισοδυναμία με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

3.   Για να διευκολύνει την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα των ελέγχων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή δύναται πριν από τη διενέργεια των εν λόγω ελέγχων να ζητήσει από την οικεία τρίτη χώρα να παράσχει:

α)

τις αναγκαίες πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 125 παράγραφος 1· και

β)

ανάλογα με την περίπτωση και εφόσον κρίνεται αναγκαίο, τα γραπτά αρχεία των ελέγχων που διενεργήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές της.

4.   Η Επιτροπή μπορεί να ορίζει εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη για να επικουρούν τους δικούς της εμπειρογνώμονες κατά τους ελέγχους που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 121

Συχνότητα των ελέγχων της Επιτροπής σε τρίτες χώρες

Η συχνότητα των ελέγχων της Επιτροπής σε τρίτες χώρες που αναφέρονται στο άρθρο 120 καθορίζεται με βάση τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

την εκτίμηση κινδύνου όσον αφορά τα ζώα και τα αγαθά που εξάγονται από την οικεία τρίτη χώρα προς την Ένωση·

β)

τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

γ)

τον όγκο και τη φύση των ζώων και των αγαθών που εισέρχονται στην Ένωση από την οικεία τρίτη χώρα·

δ)

τα αποτελέσματα των ελέγχων που έχουν ήδη διενεργήσει οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής ή άλλοι φορείς επιθεώρησης·

ε)

τα αποτελέσματα των επίσημων ελέγχων που διενεργούνται στα ζώα και τα αγαθά τα οποία εισέρχονται στην Ένωση από την οικεία τρίτη χώρα, καθώς και οποιωνδήποτε άλλων επίσημων ελέγχων έχουν διενεργήσει οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών·

στ)

τις πληροφορίες που λαμβάνονται από την EFSA ή άλλους συναφείς φορείς·

ζ)

τις πληροφορίες που λαμβάνονται από διεθνώς αναγνωρισμένα όργανα όπως:

i)

η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας·

ii)

η επιτροπή του Codex Alimentarius·

iii)

ο Παγκόσμιος Οργανισμός για την Υγεία των Ζώων (OIE)·

iv)

η Ευρωπαϊκή και Μεσογειακή Οργάνωση για την Προστασία των Φυτών και κάθε άλλος περιφερειακός φορέας φυτοπροστασίας που έχει συσταθεί δυνάμει της διεθνούς σύμβασης για την προστασία των φυτών (IPPC)·

v)

η γραμματεία της IPPC·

vi)

ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης·

vii)

η Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη·

viii)

η γραμματεία του πρωτοκόλλου της Καρθαγένης για τη βιοασφάλεια, που είναι προσαρτημένο στη σύμβαση για τη βιολογική ποικιλότητα·

η)

στοιχεία σχετικά με καταστάσεις αναδυόμενων νόσων ή άλλες καταστάσεις που ενδέχεται να οδηγήσουν στην είσοδο στην Ένωση ζώων και αγαθών από τρίτη χώρα που ενέχουν κίνδυνο για την υγεία ή το περιβάλλον ή κίνδυνο δόλιων ή παραπλανητικών πρακτικών·

θ)

την ανάγκη να διερευνώνται ή να αντιμετωπίζονται καταστάσεις έκτακτης ανάγκης σε επιμέρους τρίτες χώρες.

Άρθρο 122

Εκθέσεις της Επιτροπής σχετικά με τους ελέγχους που διενεργούνται στα κράτη μέλη

Η Επιτροπή εκπονεί έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα κάθε ελέγχου που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 120 και 121. Η έκθεση περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, συστάσεις.

Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τις εκθέσεις της.

Άρθρο 123

Πρόγραμμα των ελέγχων της Επιτροπής σε τρίτες χώρες

Η Επιτροπή διαβιβάζει εκ των προτέρων στα κράτη μέλη το πρόγραμμά της για ελέγχους σε τρίτες χώρες και υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα. Η Επιτροπή μπορεί να τροποποιεί το εν λόγω πρόγραμμα για να λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στους τομείς που διέπονται από τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 παράγραφος 2 κανόνες. Οποιαδήποτε τέτοια τροποποίηση ανακοινώνεται στα κράτη μέλη εκ των προτέρων.

Άρθρο 124

Έλεγχοι τρίτων χωρών στα κράτη μέλη

1.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με προγραμματισμένους ελέγχους στους τομείς που ρυθμίζονται από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στο έδαφός τους, από τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών.

2.   Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής μπορούν να συμμετέχουν στους ελέγχους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εφόσον τους ζητηθεί από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όπου διενεργούνται οι εν λόγω έλεγχοι.

3.   Η συμμετοχή των εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής στους ελέγχους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εξυπηρετεί ειδικότερα:

α)

την παροχή συμβουλών σχετικά με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

β)

την παροχή πληροφοριών και στοιχείων που είναι διαθέσιμα στο επίπεδο της Ένωσης τα οποία μπορούν να είναι χρήσιμα για τον έλεγχο που διενεργείται από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας·

γ)

τη διευκόλυνση της συνέπειας και της ομοιομορφίας όσον αφορά τους ελέγχους που διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών σε διαφορετικά κράτη μέλη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Όροι για την είσοδο στην Ένωση ζώων και αγαθών

Άρθρο 125

Πληροφορίες για τα συστήματα ελέγχων των τρίτων χωρών

1.   Η Επιτροπή ζητεί από τις τρίτες χώρες που προτίθενται να εξαγάγουν ζώα και αγαθά στην Ένωση να παρέχουν τις ακόλουθες ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τη γενική οργάνωση και διαχείριση των συστημάτων υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών ελέγχων στο έδαφός τους:

α)

κάθε υγειονομικό ή φυτοϋγειονομικό κανόνα που εγκρίνεται ή προτείνεται εντός της επικράτειάς τους·

β)

τις διαδικασίες εκτίμησης κινδύνου και τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση των κινδύνων και για τον καθορισμό του κατάλληλου επιπέδου υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας·

γ)

κάθε διαδικασία και μηχανισμό ελέγχου και επιθεώρησης, μεταξύ άλλων, όπου είναι σκόπιμο, σχετικά με τα ζώα ή τα αγαθά που προέρχονται από άλλες τρίτες χώρες·

δ)

μηχανισμούς επίσημης πιστοποίησης:

ε)

ανάλογα με την περίπτωση, οποιαδήποτε άλλα μέτρα έχουν ληφθεί ύστερα από τις συστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 122 πρώτο εδάφιο·

στ)

εφόσον συντρέχει περίπτωση, τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενεργούνται στα ζώα και τα αγαθά τα οποία προορίζονται να εξαχθούν στην Ένωση· και

ζ)

εφόσον είναι σκόπιμο, πληροφορίες σχετικά με τις αλλαγές που έχουν επέλθει στη δομή και στη λειτουργία των συστημάτων ελέγχων τα οποία έχουν εγκριθεί για τη συμμόρφωση με τις υγειονομικές ή φυτοϋγειονομικές απαιτήσεις της Ένωσης ή με τις συστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 122 πρώτο εδάφιο.

2.   Το αίτημα για παροχή πληροφοριών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να είναι αναλογικό, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των ζώων και των αγαθών που πρόκειται να εξαχθούν στην Ένωση, καθώς και την ειδική κατάσταση και τη διάρθρωση της τρίτης χώρας.

Άρθρο 126

Καθορισμός πρόσθετων όρων για την είσοδο στην Ένωση ζώων και αγαθών

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 144, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού σχετικά με τους όρους που πρέπει να πληρούν τα ζώα και τα αγαθά τα οποία εισέρχονται στην Ένωση από τρίτες χώρες στην περίπτωση που οι εν λόγω πράξεις είναι αναγκαίες για να διασφαλιστεί ότι τα ζώα και τα αγαθά συμμορφώνονται με τις σχετικές απαιτήσεις οι οποίες καθορίζονται από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, εξαιρουμένων των στοιχείων δ), ε), ζ) και η) του άρθρου 1 παράγραφος 2, ή με απαιτήσεις που αναγνωρίζονται ως τουλάχιστον ισοδύναμες.

2.   Οι όροι που καθορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 προσδιορίζουν τα ζώα και τα αγαθά με αναφορά στους κωδικούς τους από τη συνδυασμένη ονοματολογία και μπορούν να περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

την απαίτηση ορισμένα ζώα και αγαθά να εισέρχονται στην Ένωση μόνο από τρίτη χώρα ή τμήμα τρίτης χώρας που εμφανίζεται στον κατάλογο τον οποίο καταρτίζει η Επιτροπή για τον σκοπό αυτό·

β)

την απαίτηση τα φορτία ορισμένων ζώων και αγαθών από τρίτες χώρες να αποστέλλονται από και να παραλαμβάνονται ή να ετοιμάζονται σε εγκαταστάσεις που πληρούν τις σχετικές απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή απαιτήσεις που αναγνωρίζονται τουλάχιστον ως ισοδύναμες·

γ)

την απαίτηση τα φορτία ορισμένων ζώων και αγαθών να συνοδεύονται από επίσημο πιστοποιητικό, επίσημη βεβαίωση ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο αποδεικνύει ότι τα φορτία πληρούν τις σχετικές απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή τις απαιτήσεις που αναγνωρίζονται τουλάχιστον ως ισοδύναμες, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων της ανάλυσης από διαπιστευμένο εργαστήριο·

δ)

την υποχρέωση παροχής των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στο στοιχείο γ) σύμφωνα με ειδικό μορφότυπο·

ε)

οποιαδήποτε άλλη απαίτηση είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται ότι ορισμένα ζώα και αγαθά παρέχουν επίπεδο προστασίας της υγείας και, όσον αφορά τους ΓΤΟ, του περιβάλλοντος ισοδύναμο με αυτό που διασφαλίζεται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή μπορεί να καθορίζει κανόνες σχετικά με το μορφότυπο και το είδος των επίσημων πιστοποιητικών, των επίσημων βεβαιώσεων ή των αποδεικτικών στοιχείων που απαιτούνται σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

Άρθρο 127

Συμπερίληψη στον κατάλογο τρίτων χωρών που αναφέρεται στο άρθρο 126 παράγραφος 2 στοιχείο α)

1.   Η συμπερίληψη μιας τρίτης χώρας ή τμήματος αυτής στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 126 παράγραφος 2 στοιχείο α) γίνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

2.   Μέσω εκτελεστικών πράξεων η Επιτροπή εγκρίνει το αίτημα που της διαβιβάζεται για τον σκοπό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου από την οικεία τρίτη χώρα, συνοδευόμενο από τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία και τις εγγυήσεις ότι τα σχετικά ζώα και αγαθά από την εν λόγω τρίτη χώρα πληρούν τις σχετικές απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 126 παράγραφος 1 ή απαιτήσεις ισοδύναμες με αυτές. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται και επικαιροποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2.

3.   Η Επιτροπή αποφασίζει σχετικά με το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, τα εξής:

α)

τη νομοθεσία της τρίτης χώρας στον συγκεκριμένο τομέα·

β)

τη δομή και την οργάνωση των αρμόδιων αρχών της τρίτης χώρας και των υπηρεσιών ελέγχου της, τις εξουσίες που διαθέτουν, τις εγγυήσεις που μπορούν να δοθούν όσον αφορά την εφαρμογή και την επιβολή της νομοθεσίας της τρίτης χώρας που εφαρμόζεται στον εν λόγω τομέα και την αξιοπιστία των διαδικασιών επίσημης πιστοποίησης·

γ)

τη διενέργεια εκ μέρους των αρμόδιων αρχών της τρίτης χώρας επαρκών επίσημων ελέγχων και άλλων δραστηριοτήτων για την αξιολόγηση της παρουσίας παραγόντων κινδύνου για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή, σε σχέση με τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και για το περιβάλλον·

δ)

την τακτικότητα και την ταχύτητα των πληροφοριών που παρέχονται από την τρίτη χώρα σχετικά με την παρουσία παραγόντων κινδύνου για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, για την καλή μεταχείριση των ζώων ή επίσης για το περιβάλλον σε σχέση με τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα·

ε)

τις εγγυήσεις που παρέχει η τρίτη χώρα ότι:

i)

οι όροι που εφαρμόζονται στις εγκαταστάσεις από τις οποίες τα ζώα ή τα αγαθά εξάγονται στην Ένωση πληρούν απαιτήσεις ισοδύναμες με αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 126 παράγραφος 1·

ii)

καταρτίζεται και επικαιροποιείται ο κατάλογος των εγκαταστάσεων που αναφέρονται στο σημείο i)·

iii)

ο κατάλογος των εγκαταστάσεων που αναφέρονται στο σημείο i) και οι επικαιροποιημένες εκδόσεις του κοινοποιούνται χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή·

iv)

οι εγκαταστάσεις που αναφέρονται στο σημείο i) υπόκεινται σε τακτικούς και αποτελεσματικούς ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας·

στ)

τα πορίσματα των ελέγχων που διενεργούνται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 120 παράγραφος 1·

ζ)

οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες ή στοιχεία σχετικά με την ικανότητα της τρίτης χώρας να διασφαλίζει ότι μόνο τα ζώα ή τα αγαθά που παρέχουν το ίδιο ή ισοδύναμο επίπεδο προστασίας όπως αυτό που παρέχουν οι σχετικές απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 126 παράγραφος 1 εισέρχονται την Ένωση.

4.   Η Επιτροπή διαγράφει την αναφορά σε τρίτη χώρα ή περιφέρεια από τον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 126 παράγραφος 2 στοιχείο α) μόλις παύσουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις για συμπερίληψη στον κατάλογο. Εφαρμόζεται η διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 128

Ειδικά μέτρα σχετικά με την είσοδο στην Ένωση ορισμένων ζώων και αγαθών

1.   Εάν σε περιπτώσεις άλλες από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 53 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 και στο άρθρο 249 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/429 υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η είσοδος στην Ένωση ορισμένων ζώων ή αγαθών που προέρχονται από τρίτη χώρα ή τμήμα αυτής ή από ομάδα τρίτων χωρών ενέχει κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ, και για το περιβάλλον ή εάν υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι υφίσταται εκτεταμένη σοβαρή μη συμμόρφωση με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή μέσω εκτελεστικών πράξεων εκδίδει τα μέτρα που απαιτούνται για τον περιορισμό του εν λόγω κινδύνου ή για τον τερματισμό της εντοπισθείσας μη συμμόρφωσης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

2.   Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 προσδιορίζουν τα ζώα και τα αγαθά με αναφορά στους κωδικούς τους από τη συνδυασμένη ονοματολογία και μπορούν να περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

την απαγόρευση της εισόδου στην Ένωση ζώων και αγαθών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τα οποία προέρχονται ή αποστέλλονται από τις οικείες τρίτες χώρες ή περιφέρειες αυτών·

β)

την απαίτηση τα ζώα και τα αγαθά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τα οποία προέρχονται ή αποστέλλονται από ορισμένες τρίτες χώρες ή περιφέρειες αυτών να υπόκεινται πριν από την αποστολή σε ειδική μεταχείριση ή ελέγχους·

γ)

την απαίτηση τα ζώα και τα αγαθά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τα οποία προέρχονται ή αποστέλλονται από ορισμένες τρίτες χώρες ή περιφέρειες αυτών να υπόκεινται αμέσως μετά την είσοδο στην Ένωση σε ειδική μεταχείριση ή ελέγχους·

δ)

την απαίτηση τα φορτία ορισμένων ζώων και αγαθών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου τα οποία προέρχονται ή αποστέλλονται από ορισμένες τρίτες χώρες ή περιφέρειες αυτών να συνοδεύονται από επίσημο πιστοποιητικό, επίσημη βεβαίωση ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο αποδεικνύει ότι το φορτίο πληροί τις σχετικές απαιτήσεις των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή απαιτήσεις που αναγνωρίζονται τουλάχιστον ως ισοδύναμες·

ε)

την απαίτηση να παρέχονται τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αναφέρονται στο στοιχείο δ) σύμφωνα με ειδικό μορφότυπο·

στ)

άλλα μέτρα που απαιτούνται για τον περιορισμό του κινδύνου.

3.   Κατά την έκδοση των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

α)

οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 125·

β)

οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες έχουν διαβιβάσει οι οικείες τρίτες χώρες· και

γ)

εφόσον είναι αναγκαίο, τα αποτελέσματα των ελέγχων της Επιτροπής που προβλέπονται στο άρθρο 120 παράγραφος 1.

4.   Για δεόντως αιτιολογημένους επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης που αφορούν την υγεία των ανθρώπων και των ζώων ή, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, και την προστασία του περιβάλλοντος, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 145 παράγραφος 3.

Άρθρο 129

Ισοδυ