24.5.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 137/22


ΟΔΗΓΊΑ (ΕΕ) 2017/853 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 17ης Μαΐου 2017

για την τροποποίηση της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου (3) θέσπισε πρόσθετο μέτρο για την εσωτερική αγορά. Καθιέρωσε μια ισορροπία μεταξύ, αφενός, της δέσμευσης να εξασφαλισθεί, ως έναν βαθμό, η ελεύθερη κυκλοφορία ορισμένων πυροβόλων όπλων και ουσιωδών συστατικών μερών τους εντός της Ένωσης και, αφετέρου, της ανάγκης ελέγχου της εν λόγω ελεύθερης κυκλοφορίας, με την απαίτηση εγγυήσεων ασφαλείας, προσαρμοσμένων στα εν λόγω αντικείμενα.

(2)

Ορισμένες πτυχές της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ πρέπει να βελτιωθούν περαιτέρω, κατά αναλογικό τρόπο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κατάχρηση των πυροβόλων όπλων για εγκληματικούς σκοπούς και λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες τρομοκρατικές ενέργειες. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της της 28ης Απριλίου 2015 σχετικά με το ευρωπαϊκό θεματολόγιο για την ασφάλεια ζήτησε την αναθεώρηση της εν λόγω οδηγίας και τη θέσπιση κοινής προσέγγισης σχετικά με την απενεργοποίηση των πυροβόλων όπλων για την αποτροπή της επανενεργοποίησης και της χρήσης τους από εγκληματίες.

(3)

Από τη στιγμή που η απόκτηση και η κατοχή ενός πυροβόλου όπλου είναι νόμιμη σύμφωνα με την οδηγία 91/477/ΕΟΚ, θα πρέπει να ισχύουν οι εθνικές διατάξεις περί οπλοφορίας, κυνηγίου ή σκοποβολής.

(4)

Για τους σκοπούς της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ, ο ορισμός του μεσίτη θα πρέπει να καλύπτει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο συμπεριλαμβανομένων των συμπράξεων, και ο όρος «προμήθεια» θα πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνει τον δανεισμό και τη χρηματοδοτική μίσθωση. Δεδομένου ότι οι μεσίτες παρέχουν υπηρεσίες παρόμοιες με εκείνες που παρέχουν οι οπλοπώλες, θα πρέπει να καλύπτονται και αυτοί από την οδηγία 91/477/ΕΟΚ όσον αφορά τις υποχρεώσεις των οπλοπωλών που σχετίζονται με δραστηριότητες μεσιτών, στον βαθμό που είναι σε θέση να εκπληρώσουν τις εν λόγω υποχρεώσεις και εφόσον αυτές δεν εκπληρώνονται από οπλοπώλη όσον αφορά την ίδια υποκείμενη συναλλαγή.

(5)

Οι δραστηριότητες ενός οπλοπώλη δεν περιλαμβάνουν μόνο την κατασκευή, αλλά και την τροποποίηση ή μετατροπή πυροβόλων όπλων, ουσιωδών συστατικών μερών και πυρομαχικών, όπως τη σύντμηση ενός πλήρους πυροβόλου όπλου, που οδηγούν σε αλλαγή της κατηγορίας ή υποκατηγορίας τους. Οι αμιγώς ιδιωτικές, μη εμπορικού χαρακτήρα δραστηριότητες, όπως η ιδιογόμωση και αναγόμωση φυσιγγίων από σχετικά συστατικά μέρη πυρομαχικών για ιδία χρήση ή οι τροποποιήσεις πυροβόλων όπλων ή ουσιωδών συστατικών μερών ιδιοκτησίας του οικείου προσώπου, όπως οι αλλαγές στο κοντάκι ή το στόχαστρο ή η συντήρηση για την αντιμετώπιση της φθοράς των ουσιωδών συστατικών μερών, δεν θα πρέπει να θεωρούνται δραστηριότητες που επιτρέπεται να πραγματοποιούνται μόνο από οπλοπώλη.

(6)

Για την ενίσχυση της ιχνηλασιμότητας όλων των πυροβόλων όπλων και ουσιωδών συστατικών μερών τους και για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας τους, όλα τα πυροβόλα όπλα ή τα ουσιώδη συστατικά μέρη τους θα πρέπει να σημαίνονται με μόνιμη και μοναδική σήμανση και να καταγράφονται στα συστήματα αρχειοθέτησης δεδομένων των κρατών μελών.

(7)

Τα αρχεία που τηρούνται στο σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων θα πρέπει να περιέχουν όλα τα στοιχεία που επιτρέπουν τη σύνδεση ενός πυροβόλου όπλου με τον κάτοχό του και θα πρέπει να καταγράφουν την επωνυμία του κατασκευαστή ή την εμπορική ονομασία, τη χώρα ή τον τόπο κατασκευής, τον τύπο, τη μάρκα, το μοντέλο, το διαμέτρημα και τον αριθμό σειράς του πυροβόλου όπλου ή οποιαδήποτε άλλη μοναδική σήμανση τοποθετημένη στον σκελετό ή τον υποδοχέα του πυροβόλου όπλου. Τα ουσιώδη συστατικά μέρη εκτός του σκελετού ή του υποδοχέα θα πρέπει να καταγράφονται στα συστήματα αρχειοθέτησης δεδομένων, στο αρχείο που αφορά το πυροβόλο όπλο στο οποίο πρόκειται να τοποθετηθούν.

(8)

Θα πρέπει να θεσπιστούν κοινοί ενωσιακοί κανόνες που να εμποδίζουν την εύκολη διαγραφή των σημάνσεων και να διασαφηνίζουν σε ποια ουσιώδη συστατικά μέρη του όπλου θα πρέπει να τοποθετείται η επισήμανση. Οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να ισχύουν μόνο για τα πυροβόλα όπλα ή τα ουσιώδη συστατικά μέρη που κατασκευάζονται ή εισάγονται στην Ένωση στις 14 Σεπτεμβρίου 2018 ή μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2018, όταν διατίθενται στην αγορά, ενώ τα πυροβόλα όπλα και εξαρτήματα που έχουν κατασκευαστεί ή έχουν εισαχθεί στην Ένωση πριν από την εν λόγω ημερομηνία θα πρέπει να συνεχίσουν να καλύπτονται από τις απαιτήσεις σήμανσης και καταγραφής της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ που ισχύουν μέχρι την εν λόγω ημερομηνία.

(9)

Δεδομένης της επικίνδυνης φύσης και της ανθεκτικότητας των πυροβόλων όπλων και των ουσιωδών συστατικών μερών τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές είναι σε θέση να εντοπίζουν πυροβόλα όπλα και ουσιώδη συστατικά μέρη για σκοπούς διοικητικών και ποινικών διαδικασιών και λαμβάνοντας υπόψη το εθνικό δικονομικό δίκαιο, είναι απαραίτητο τα αρχεία στο σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων να φυλάσσονται για περίοδο 30 ετών μετά την καταστροφή των σχετικών πυροβόλων όπλων ή ουσιωδών συστατικών μερών. Η πρόσβαση στα εν λόγω αρχεία και σε όλα τα συναφή δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να περιορίζεται στις αρμόδιες αρχές και να επιτρέπεται μόνο μέχρι 10 έτη μετά την καταστροφή του σχετικού πυροβόλου όπλου ή των σχετικών ουσιωδών συστατικών μερών για τους σκοπούς της χορήγησης ή ανάκλησης αδειών, συμπεριλαμβανομένης τυχόν επιβολής διοικητικών κυρώσεων, και μέχρι 30 έτη μετά την καταστροφή του σχετικού πυροβόλου όπλου ή των σχετικών ουσιωδών συστατικών μερών εφόσον η εν λόγω πρόσβαση απαιτείται για την εφαρμογή του ποινικού δικαίου.

(10)

Η αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ οπλοπωλών και μεσιτών, από τη μία πλευρά, και εθνικών αρμόδιων αρχών, από την άλλη, είναι σημαντική για την αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων αρχειοθέτησης δεδομένων. Οι οπλοπώλες και οι μεσίτες θα πρέπει, επομένως, να παρέχουν πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στις εθνικές αρμόδιες αρχές. Για να διευκολυνθεί αυτό, οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να καθιερώσουν ένα μέσο ηλεκτρονικής σύνδεσης προσβάσιμο σε οπλοπώλες και μεσίτες, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει την υποβολή των πληροφοριών μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή απευθείας μέσω μιας βάσης δεδομένων ή άλλου μητρώου.

(11)

Όσον αφορά την υποχρέωση των κρατών μελών να διαθέτουν σύστημα παρακολούθησης προκειμένου να διασφαλίζεται ότι πληρούνται οι όροι για τη χορήγηση άδειας πυροβόλου όπλου καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφασίζουν κατά πόσον η αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνει προηγούμενη ιατρική ή ψυχολογική εξέταση.

(12)

Με την επιφύλαξη των εθνικών νόμων οι οποίοι διέπουν την επαγγελματική ευθύνη, η αξιολόγηση σχετικών ιατρικών ή ψυχολογικών πληροφοριών δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι συνεπάγεται οποιαδήποτε ευθύνη του επαγγελματία του τομέα της υγείας ή οποιουδήποτε άλλου ατόμου που παρέχει τις εν λόγω πληροφορίες, όταν γίνεται κατάχρηση πυροβόλων όπλων των οποίων η κατοχή είναι σύμφωνη με την οδηγία 91/477/ΕΟΚ.

(13)

Τα πυροβόλα όπλα και τα πυρομαχικά θα πρέπει να αποθηκεύονται με ασφαλή τρόπο όταν δεν βρίσκονται υπό άμεση εποπτεία. Όταν αποθηκεύονται με άλλο τρόπο πέρα από θυρίδα ασφαλείας, τα πυροβόλα όπλα και τα πυρομαχικά θα πρέπει να αποθηκεύονται χωριστά το ένα από το άλλο. Όταν το πυροβόλο όπλο και τα πυρομαχικά πρόκειται να παραδοθούν σε μεταφορέα προς μεταφορά, ο εν λόγω μεταφορέας θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για την κατάλληλη εποπτεία και αποθήκευση. Τα κριτήρια κατάλληλης αποθήκευσης και ασφαλούς μεταφοράς θα πρέπει να ορίζονται από το εθνικό δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό και την κατηγορία των εν λόγω πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών.

(14)

Η οδηγία 91/477/ΕΟΚ δεν θα πρέπει να θίγει τους κανόνες των κρατών μελών που επιτρέπουν την πραγματοποίηση νόμιμων συναλλαγών που αφορούν πυροβόλα όπλα, ουσιώδη συστατικά μέρη και πυρομαχικά μέσω ταχυδρομικής παραγγελίας, του διαδικτύου ή «εξ αποστάσεως συμβάσεων» κατά την έννοια της οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), για παράδειγμα μέσω διαδικτυακών καταλόγων πλειστηριασμών ή μικρών αγγελιών, τηλεφώνου ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ωστόσο, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να μπορεί να ελεγχθεί και να ελέγχεται πραγματικά η ταυτότητα των συναλλασσόμενων μερών και η νόμιμη ικανότητά τους να προβαίνουν σε αυτές τις συναλλαγές. Όσον αφορά τους αγοραστές, κρίνεται, επομένως, εύλογο να εξασφαλίζεται ο έλεγχος της ταυτότητάς τους και, κατά περίπτωση, της άδειας απόκτησης πυροβόλου όπλου, ουσιωδών συστατικών μερών ή πυρομαχικών από αδειοδοτημένο ή εγκεκριμένο οπλοπώλη ή μεσίτη, ή από δημόσια αρχή ή εκπρόσωπο της εν λόγω αρχής, πριν από ή, το αργότερο, κατά την παράδοση.

(15)

Για τα πλέον επικίνδυνα πυροβόλα όπλα θα πρέπει να θεσπιστούν αυστηρότεροι κανόνες στην οδηγία 91/477/ΕΟΚ, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι, με ορισμένες περιορισμένες και δεόντως αιτιολογημένες εξαιρέσεις, δεν θα επιτρέπεται η απόκτηση, κατοχή ή εμπορία τους. Σε περίπτωση μη τήρησης των κανόνων αυτών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, τα οποία θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την κατάσχεση των εν λόγω πυροβόλων όπλων.

(16)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει, ωστόσο, να έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν την απόκτηση και την κατοχή πυροβόλων όπλων, ουσιωδών συστατικών μερών και πυρομαχικών που κατατάσσονται στην κατηγορία Α όταν είναι απαραίτητο για εκπαιδευτικούς, πολιτιστικούς, περιλαμβανομένου του κινηματογράφου και του θεάτρου, ερευνητικούς ή ιστορικούς σκοπούς. Στα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα μπορούν να συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οπλοποιοί, οίκοι δοκιμών, κατασκευαστές, πιστοποιημένοι εμπειρογνώμονες, επιστήμονες εγκληματολόγοι και, σε ορισμένες περιπτώσεις, άτομα που συμμετέχουν σε κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά γυρίσματα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να μπορούν να επιτρέπουν στα άτομα να αποκτούν και να κατέχουν πυροβόλα όπλα, ουσιώδη συστατικά μέρη και πυρομαχικά που κατατάσσονται στην κατηγορία Α για λόγους εθνικής άμυνας, όπως στο πλαίσιο εθελοντικής στρατιωτικής εκπαίδευσης που προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο.

(17)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επιλέξουν να χορηγούν, σε αναγνωρισμένα μουσεία και σε αναγνωρισμένους συλλέκτες, άδειες απόκτησης και κατοχής πυροβόλων όπλων, ουσιωδών συστατικών μερών και πυρομαχικών που κατατάσσονται στην κατηγορία Α εφόσον τούτο κρίνεται απαραίτητο για ιστορικούς, πολιτιστικούς, επιστημονικούς, τεχνικούς, εκπαιδευτικούς σκοπούς ή για λόγους διαφύλαξης κληρονομιάς, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μουσεία και συλλέκτες παρέχουν αποδείξεις, πριν τη χορήγηση της εν λόγω άδειας, ότι έχουν λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπίσουν οποιουσδήποτε κινδύνους για τη δημόσια ασφάλεια ή τάξη, μεταξύ άλλων και μέσω της κατάλληλης αποθήκευσης. Οιαδήποτε τέτοια άδεια θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και να αντικατοπτρίζει τη συγκεκριμένη κατάσταση, συμπεριλαμβανομένης της φύσης και των σκοπών της συλλογής, και τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν την ύπαρξη ενός συστήματος για την παρακολούθηση των συλλεκτών και των συλλογών.

(18)

Οι οπλοπώλες και οι μεσίτες δεν θα πρέπει να εμποδίζονται από τη μεταχείριση πυροβόλων όπλων, ουσιωδών συστατικών μερών και πυρομαχικών που κατατάσσονται στην κατηγορία Α σε περιπτώσεις όπου η απόκτηση και η κατοχή τέτοιων πυροβόλων όπλων, ουσιωδών συστατικών μερών και πυρομαχικών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση όταν η μεταχείρισή τους είναι αναγκαία για τους σκοπούς της απενεργοποίησης ή της μετατροπής τους ή όπου αυτή επιτρέπεται βάσει της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ όπως τροποποιείται με την παρούσα οδηγία. Οι οπλοπώλες και οι μεσίτες δεν θα πρέπει επίσης να εμποδίζονται από τη μεταχείριση τέτοιων πυροβόλων όπλων, ουσιωδών συστατικών μερών και πυρομαχικών σε περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από την οδηγία 91/477/ΕΟΚ όπως τροποποιείται με την παρούσα οδηγία, όπως στις περιπτώσεις των πυροβόλων όπλων, ουσιωδών συστατικών μερών και πυρομαχικών που προορίζονται για εξαγωγή εκτός της Ένωσης ή όπλων που προορίζονται για τις ένοπλες δυνάμεις ή τις δημόσιες αρχές.

(19)

Οι οπλοπώλες και οι μεσίτες θα πρέπει να μπορούν να αρνούνται να ολοκληρώσουν οποιαδήποτε ύποπτη συναλλαγή για την απόκτηση πλήρων φυσιγγίων ή ενεργών συστατικών μερών των πυρομαχικών. Μια συναλλαγή μπορεί να θεωρείται ύποπτη εάν, για παράδειγμα, περιλαμβάνει ποσότητες ασυνήθεις για την προβλεπόμενη ιδιωτική χρήση, εάν ο αγοραστής δεν φαίνεται εξοικειωμένος με τη χρήση των πυρομαχικών ή εάν ο αγοραστής επιμένει να πληρώσει μετρητοίς ενώ είναι απρόθυμος να επιδείξει αποδεικτικό έγγραφο ταυτότητας. Οι οπλοπώλες και οι μεσίτες θα πρέπει επίσης να μπορούν να αναφέρουν ύποπτες συναλλαγές αυτού του είδους στις αρμόδιες αρχές.

(20)

Ο κίνδυνος μετατροπής των όπλων κρότου και άλλων ειδών όπλων αβολίδωτων φυσιγγίων σε πραγματικά πυροβόλα όπλα είναι μεγάλος. Επομένως, είναι ουσιώδες να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της χρήσης των εν λόγω πυροβόλων όπλων που έχουν υποστεί μετατροπή για τη διάπραξη εγκλημάτων, ειδικότερα μέσω της υπαγωγής τους στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ. Επιπλέον, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να κατασκευάζονται όπλα που χρησιμοποιούνται για να δίνουν σήμα συναγερμού και για σηματοδοσία με τρόπο που να επιτρέπει τη μετατροπή τους για την εκτόξευση βολίδας ή βλήματος μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης, η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσει τεχνικές προδιαγραφές προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα είναι δυνατή η εν λόγω μετατροπή.

(21)

Λαμβάνοντας υπόψη τον υψηλό κίνδυνο επανενεργοποίησης πυροβόλων όπλων τα οποία δεν έχουν απενεργοποιηθεί καταλλήλως και με σκοπό τη βελτίωση της ασφάλειας σε ολόκληρη την Ένωση, τα εν λόγω πυροβόλα όπλα θα πρέπει να καλύπτονται από την οδηγία 91/477/ΕΟΚ. Θα πρέπει να δοθεί ένας ορισμός της έννοιας των απενεργοποιημένων πυροβόλων όπλων ο οποίος να αντανακλά τις γενικές αρχές της απενεργοποίησης των πυροβόλων όπλων όπως προβλέπονται στο πρωτόκολλο κατά της παράνομης κατασκευής και διακίνησης πυροβόλων όπλων, τμημάτων και συστατικών τους και πυρομαχικών, το οποίο επισυνάπτεται στην απόφαση 2014/164/ΕΕ του Συμβουλίου (5), η οποία μεταφέρει το εν λόγω πρωτόκολλο στο ενωσιακό νομικό πλαίσιο.

(22)

Τα πυροβόλα όπλα που είναι σχεδιασμένα για στρατιωτική χρήση, όπως το ΑΚ47 και το M16, και τα οποία είναι εξοπλισμένα να λειτουργούν με βάση την επιλογή βολής, στα οποία υπάρχει δυνατότητα χειροκίνητης ρύθμισης μεταξύ αυτόματης και ημιαυτόματης βολής, θα πρέπει να κατατάσσονται ως πυροβόλα όπλα κατηγορίας Α και, κατά συνέπεια, να απαγορεύεται η μη στρατιωτική τους χρήση. Αν μετατρέπονται σε ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα, θα πρέπει να κατατάσσονται στο σημείο 6 της κατηγορίας Α.

(23)

Ορισμένα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα μπορούν να μετατραπούν εύκολα σε αυτόματα πυροβόλα όπλα, γεγονός που συνεπάγεται απειλή για την ασφάλεια. Ακόμη και χωρίς την εν λόγω μετατροπή, ορισμένα ημιαυτόματα όπλα θα μπορούσαν να είναι εξαιρετικά επικίνδυνα όταν φέρουν γεμιστήρες μεγαλύτερης χωρητικότητας αριθμού φυσιγγίων. Ως εκ τούτου, τα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα με σταθερό γεμιστήρα που επιτρέπει την πυροδότηση μεγάλου αριθμού φυσιγγίων, καθώς και τα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα με αφαιρούμενο γεμιστήρα που έχει μεγάλη χωρητικότητα, θα πρέπει να απαγορεύονται για μη στρατιωτική χρήση. Η απλή δυνατότητα τοποθέτησης γεμιστήρα με χωρητικότητα άνω των 10 φυσιγγίων για μακρύκαννα πυροβόλα όπλα και άνω των 20 φυσιγγίων για βραχύκαννα πυροβόλα όπλα δεν καθορίζει την κατάταξη του πυροβόλου όπλου σε συγκεκριμένη κατηγορία.

(24)

Με την επιφύλαξη της ανανέωσης αδειών σύμφωνα με την οδηγία 91/477/ΕΟΚ, τα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα περιφερειακής επίκρουσης, συμπεριλαμβανομένων των όπλων με διαμέτρημα .22 ή μικρότερο, δεν θα πρέπει να κατατάσσονται στην κατηγορία Α, εκτός αν προέρχονται από μετατροπή αυτόματων πυροβόλων όπλων.

(25)

Οι διατάξεις της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ που αφορούν το ευρωπαϊκό δελτίο πυροβόλου όπλου ως το κύριο έγγραφο που χρειάζονται για τις αντίστοιχες δραστηριότητές τους οι σκοπευτές και άλλα άτομα που λαμβάνουν άδεια σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, θα πρέπει να βελτιωθούν με τη συμπερίληψη στις σχετικές διατάξεις αυτού αναφορά σε πυροβόλα όπλα που κατατάσσονται στην κατηγορία Α, με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να επιλέγουν να εφαρμόσουν αυστηρότερους κανόνες.

(26)

Αντικείμενα που έχουν τη φυσική εμφάνιση πυροβόλου όπλου («ρέπλικες») αλλά είναι κατασκευασμένα με τρόπο που δεν επιτρέπει τη μετατροπή τους για την εκτόξευση βολίδας ή βλήματος μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης δεν θα πρέπει να καλύπτονται από την οδηγία 91/477/ΕΟΚ.

(27)

Στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη διαθέτουν εθνικούς νόμους που ρυθμίζουν τα παλαιά όπλα, τα εν λόγω όπλα δεν υπόκεινται στην οδηγία 91/477/ΕΟΚ. Ωστόσο, τα αντίγραφα παλαιών πυροβόλων όπλων δεν έχουν την ίδια ιστορική σημασία ή ενδιαφέρον και μπορούν να κατασκευαστούν με τη χρήση σύγχρονων τεχνικών που μπορούν να βελτιώσουν την ανθεκτικότητα και την ακρίβειά τους. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω αντίγραφα πυροβόλων όπλων θα πρέπει να συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ. Η οδηγία 91/477/ΕΟΚ δεν έχει εφαρμογή σε άλλα αντικείμενα, όπως συσκευές τύπου «airsoft» που δεν εμπίπτουν στην έννοια του πυροβόλου όπλου και, συνεπώς, δεν ρυθμίζονται από την εν λόγω οδηγία.

(28)

Με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, θα ήταν χρήσιμο αν η Επιτροπή μπορούσε να αξιολογήσει τα απαραίτητα στοιχεία ενός συστήματος που θα υποστηρίζει την εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών, οι οποίες περιέχονται σε μηχανοργανωμένα συστήματα αρχειοθέτησης δεδομένων που χρησιμοποιούνται στα κράτη μέλη, καθώς και κατά πόσο είναι εφικτό να παρέχεται σε κάθε κράτος μέλος πρόσβαση σε ένα τέτοιο σύστημα. Το σύστημα αυτό μπορεί να χρησιμοποιεί μονάδα του συστήματος πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά («IMI»), το οποίο θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), ειδικά προσαρμοσμένη για τα πυροβόλα όπλα. Η εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών θα πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες για την προστασία των δεδομένων που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7). Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή χρειάζεται να έχει πρόσβαση στο ποινικό μητρώο ενός προσώπου που υποβάλλει αίτηση για χορήγηση άδειας απόκτησης ή κατοχής πυροβόλου όπλου, η εν λόγω αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να λάβει τις πληροφορίες αυτές δυνάμει της απόφασης-πλαίσιο 2009/315/ΔΕΥ του Συμβουλίου (8). Η αξιολόγηση της Επιτροπής θα μπορούσε να συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από νομοθετική πρόταση που λαμβάνει υπόψη τα υφιστάμενα μέσα όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών.

(29)

Με σκοπό τη διασφάλιση της δέουσας ανταλλαγής πληροφοριών με ηλεκτρονικά μέσα μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τη χορήγηση αδειών για τη μεταφορά πυροβόλων όπλων προς άλλο κράτος μέλος και την άρνηση χορήγησης αδειών για την απόκτηση ή κατοχή πυροβόλου όπλου, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά τη θέσπιση διατάξεων που θα καθιστούν δυνατή τη δημιουργία από τα κράτη μέλη ενός τέτοιου συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι εν λόγω διαβουλεύσεις να διενεργούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (9). Ειδικότερα, για να εξασφαλιστεί η ισότιμη συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων.

(30)

Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10).

(31)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(32)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 θα πρέπει να εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ. Όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται βάσει της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ υποβάλλονται σε επεξεργασία για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, οι αρχές επεξεργασίας των δεδομένων αυτών θα πρέπει να συμμορφώνονται με τους κανόνες που θεσπίζονται δυνάμει της οδηγίας (EE) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11).

(33)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως εξαιτίας της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της σχετικής δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(34)

Συνεπώς, η οδηγία 91/477/ΕΟΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(35)

Όσον αφορά την Ισλανδία και τη Νορβηγία, η παρούσα οδηγία και η οδηγία 91/477/ΕΟΚ αποτελούν ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας σχετικά με τη σύνδεση των εν λόγω χωρών προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την περαιτέρω ανάπτυξη του κεκτημένου Σένγκεν (12), οι οποίες διατάξεις εμπίπτουν στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1 της απόφασης 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου (13).

(36)

Όσον αφορά την Ελβετία, η παρούσα οδηγία και η οδηγία 91/477/ΕΟΚ αποτελούν ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (14), οι οποίες διατάξεις εμπίπτουν στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1 της απόφασης 1999/437/ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2008/146/ΕΚ του Συμβουλίου (15).

(37)

Όσον αφορά το Λιχτενστάιν, η παρούσα οδηγία και η οδηγία 91/477/ΕΟΚ αποτελούν ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου Σένγκεν, κατά την έννοια του πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (16), οι οποίες διατάξεις εμπίπτουν στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1 της απόφασης 1999/437/ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2011/350/ΕΕ του Συμβουλίου (17),

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Η οδηγία 91/477/ΕΟΚ τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 1

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   “πυροβόλο όπλο”: οποιοδήποτε φορητό όπλο με κάννη το οποίο εκτοξεύει, είναι σχεδιασμένο να εκτοξεύει ή μπορεί να μετατραπεί ώστε να εκτοξεύει βολίδα ή βλήμα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης, εκτός εάν εξαιρείται από τον εν λόγω ορισμό για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο παράρτημα I μέρος III. Τα πυροβόλα όπλα κατατάσσονται στο παράρτημα I μέρος II.

Θεωρείται ότι ένα αντικείμενο μπορεί να μετατραπεί ώστε να εκτοξεύει βολίδα ή βλήμα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης, εάν:

α)

έχει τη μορφή πυροβόλου όπλου· και

β)

λόγω της κατασκευής του ή του υλικού από το οποίο είναι κατασκευασμένο, μπορεί να υποστεί τη μετατροπή αυτή·

2)   “ουσιώδη συστατικά μέρη”: η κάννη, ο σκελετός, ο υποδοχέας, συμπεριλαμβανομένων του άνω και του κάτω υποδοχέα, κατά περίπτωση, ο φορέας κλείστρου, το βύκιο, το κινητό ουραίο ή το κλείστρο, τα οποία, ως μεμονωμένα αντικείμενα, περιλαμβάνονται στην ίδια κατηγορία με το πυροβόλο όπλο στο οποίο είναι ενσωματωμένα ή προορίζονται να ενσωματωθούν·

3)   “πυρομαχικά”: τα πλήρη φυσίγγια ή τα συστατικά μέρη τους, συμπεριλαμβανομένων του κάλυκα, του καψυλλίου, της προωθητικής πυρίτιδας, των βολίδων ή βλημάτων που χρησιμοποιούνται σε ένα πυροβόλο όπλο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά υπόκεινται αυτοτελώς σε αδειοδότηση στο οικείο κράτος μέλος·

4)   “όπλα που χρησιμοποιούνται για να δίνουν σήμα συναγερμού και για σηματοδοσία”: συσκευές οι οποίες είναι σχεδιασμένες ώστε να δέχονται και να πυροδοτούν μόνο αβολίδωτα φυσίγγια, ερεθιστικές ουσίες, άλλες ενεργές ουσίες ή πυροτεχνικά βλήματα σηματοδοσίας, και οι οποίες δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν ώστε να εκτοξεύουν βολίδα ή βλήμα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης·

5)   “όπλα χαιρετισμού και κρότου”: πυροβόλα όπλα που έχουν υποστεί ειδική μετατροπή προκειμένου να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο για την εκτόξευση αβολίδωτων φυσιγγίων, για χρήσεις όπως οι θεατρικές παραστάσεις, φωτογραφίσεις, κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά γυρίσματα, ιστορικές αναπαραστάσεις, παρελάσεις, αθλητικές εκδηλώσεις και εκπαίδευση·

6)   “απενεργοποιημένα πυροβόλα όπλα”: πυροβόλα όπλα που έχουν καταστεί οριστικά ακατάλληλα προς χρήση μέσω απενεργοποίησης, ώστε να εξασφαλίζεται ότι όλα τα ουσιώδη συστατικά μέρη του εν λόγω πυροβόλου όπλου κατέστησαν οριστικά ακατάλληλα προς χρήση και μη δυνάμενα να αφαιρεθούν, να αντικατασταθούν ή να τροποποιηθούν κατά τρόπο που να καθιστά δυνατή οποιαδήποτε ενδεχόμενη επανενεργοποίηση του πυροβόλου όπλου·

7)   “μουσείο”: ένα μόνιμο ίδρυμα στην υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της, ανοικτό στο κοινό, το οποίο αποκτά, συντηρεί, ερευνά και εκθέτει πυροβόλα όπλα, ουσιώδη συστατικά μέρη ή πυρομαχικά για σκοπούς ιστορικούς, πολιτιστικούς, επιστημονικούς, τεχνικούς, εκπαιδευτικούς και σκοπούς κληρονομιάς ή αναψυχής, και το οποίο έχει αναγνωριστεί με αυτή την ιδιότητα από το οικείο κράτος μέλος·

8)   “συλλέκτης”: οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ασχολείται με τη συγκέντρωση και διατήρηση πυροβόλων όπλων, ουσιωδών συστατικών μερών ή πυρομαχικών για σκοπούς ιστορικούς, πολιτιστικούς, επιστημονικούς, τεχνικούς, εκπαιδευτικούς ή σκοπούς κληρονομιάς, και το οποίο έχει αναγνωριστεί με αυτή την ιδιότητα από το οικείο κράτος μέλος·

9)   “οπλοπώλης”: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο του οποίου η εμπορική ή επιχειρηματική δραστηριότητα συνίσταται εξολοκλήρου ή εν μέρει σε οποιοδήποτε από τα εξής:

α)

στην κατασκευή, εμπορία, ανταλλαγή, ενοικίαση, επισκευή, τροποποίηση ή μετατροπή πυροβόλων όπλων ή ουσιωδών συστατικών μερών·

β)

στην κατασκευή, εμπορία, ανταλλαγή, τροποποίηση ή μετατροπή πυρομαχικών·

10)   “μεσίτης”: οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο του οποίου η εμπορική ή επιχειρηματική δραστηριότητα συνίσταται εξολοκλήρου ή εν μέρει σε οποιοδήποτε από τα εξής:

α)

στη διαπραγμάτευση ή στον διακανονισμό συναλλαγών για την αγορά, πώληση ή προμήθεια πυροβόλων όπλων, ουσιωδών συστατικών μερών ή πυρομαχικών·

β)

στον διακανονισμό της μεταφοράς πυροβόλων όπλων, ουσιωδών συστατικών μερών ή πυρομαχικών εντός κράτους μέλους, από ένα κράτος μέλος σε άλλο, από κράτος μέλος σε τρίτη χώρα ή από τρίτη χώρα σε κράτος μέλος·

11)   “παράνομη κατασκευή”: η κατασκευή ή η συναρμολόγηση πυροβόλων όπλων, των ουσιωδών συστατικών μερών τους και πυρομαχικών:

α)

από ουσιώδη συστατικά μέρη τέτοιων πυροβόλων όπλων που αποτέλεσαν αντικείμενο παράνομης διακίνησης·

β)

χωρίς άδεια, η οποία να έχει χορηγηθεί σύμφωνα με το άρθρο 4, από αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η κατασκευή ή συναρμολόγηση· ή

γ)

χωρίς σήμανση των πυροβόλων όπλων κατά τη στιγμή της κατασκευής τους σύμφωνα με το άρθρο 4·

12)   “παράνομη διακίνηση”: η αγορά, η πώληση, η παράδοση, η μεταφορά ή η μετακίνηση πυροβόλων όπλων, ουσιωδών συστατικών μερών τους ή πυρομαχικών από την επικράτεια ενός κράτους μέλους ή μέσω αυτής προς την επικράτεια άλλου κράτους μέλους, εάν ένα από τα εν λόγω κράτη μέλη δεν την επιτρέπει σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή εάν τα πυροβόλα όπλα, ουσιώδη συστατικά μέρη τους ή πυρομαχικά δεν φέρουν σήμανση σύμφωνα με το άρθρο 4·

13)   “ιχνηλασία”: η συστηματική παρακολούθηση των πυροβόλων όπλων και, κατά περίπτωση, των ουσιωδών συστατικών μερών τους και των πυρομαχικών από τον κατασκευαστή έως τον αγοραστή, προκειμένου οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να επικουρούνται στην ανίχνευση, διερεύνηση, και ανάλυση της παράνομης κατασκευής και παράνομης διακίνησης.

2.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ένα πρόσωπο θεωρείται κάτοικος της χώρας η οποία δηλώνεται στη διεύθυνση που αναφέρεται σε επίσημο αποδεικτικό έγγραφο που αναφέρει την κατοικία του, όπως διαβατήριο ή εθνική ταυτότητα, που επιδεικνύεται στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους ή σε οπλοπώλη ή μεσίτη κατά τον έλεγχο της απόκτησης ή της κατοχής όπλου. Αν η διεύθυνση ενός προσώπου δεν εμφανίζεται στο διαβατήριο ή στην εθνική ταυτότητά του, η χώρα κατοικίας του καθορίζεται με βάση οποιοδήποτε άλλο επίσημο αποδεικτικό κατοικίας αναγνωρίζεται από το οικείο κράτος μέλος.

3.   Το “ευρωπαϊκό δελτίο πυροβόλου όπλου” χορηγείται, κατόπιν αιτήσεως, από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους σε πρόσωπο το οποίο καθίσταται νόμιμος κάτοχος και χρήστης πυροβόλου όπλου. Το δελτίο αυτό ισχύει για μέγιστη περίοδο πέντε ετών, η οποία μπορεί να παραταθεί, και περιέχει τα στοιχεία που ορίζει το παράρτημα II. Το δελτίο δεν μεταβιβάζεται και επ' αυτού αναγράφονται το ή τα πυροβόλα όπλα που κατέχει και χρησιμοποιεί ο κάτοχος του δελτίου. Το δελτίο πρέπει να βρίσκεται πάντα στην κατοχή του προσώπου που χρησιμοποιεί το πυροβόλο όπλο και κάθε μεταβολή της κατοχής ή των χαρακτηριστικών του πυροβόλου όπλου, καθώς και ενδεχόμενη απώλεια ή κλοπή του, αναγράφεται στο δελτίο.».

2)

Το άρθρο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 2

1.   Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων για την οπλοφορία, το κυνήγι ή τη σκοποβολή με χρήση όπλων τα οποία αποκτήθηκαν και κατέχονται νόμιμα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

2.   Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στην απόκτηση ή κατοχή όπλων και πυρομαχικών, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, από τις ένοπλες δυνάμεις, την αστυνομία ή τις δημόσιες αρχές. Δεν εφαρμόζεται επίσης στις μεταφορές που ρυθμίζονται από την οδηγία 2009/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1).

(*1)  Οδηγία 2009/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για την απλούστευση των όρων και προϋποθέσεων για τις μεταφορές προϊόντων συνδεόμενων με τον τομέα της άμυνας εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 146 της 10.6.2009, σ. 1).»."

3)

Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Όσον αφορά τα πυροβόλα όπλα που κατασκευάζονται ή εισάγονται στην Ένωση στις 14 Σεπτεμβρίου 2018 ή μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2018, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το εν λόγω πυροβόλο όπλο ή οποιοδήποτε ουσιώδες συστατικό μέρος που κυκλοφορεί στην αγορά:

α)

έχει λάβει ευκρινή, μόνιμη και μοναδική σήμανση, αμέσως μετά την κατασκευή του και το αργότερο πριν από την τοποθέτησή του στην αγορά ή αμέσως μετά την εισαγωγή του στην Ένωση· και

β)

έχει καταγραφεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, αμέσως μετά την κατασκευή του και το αργότερο πριν από την τοποθέτησή του στην αγορά, ή αμέσως μετά την εισαγωγή του στην Ένωση.

2.   Η μοναδική σήμανση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) περιλαμβάνει την επωνυμία του κατασκευαστή ή την εμπορική ονομασία, τη χώρα ή τον τόπο κατασκευής, τον αριθμό σειράς και το έτος κατασκευής, αν αυτό δεν περιλαμβάνεται ήδη στον αριθμό σειράς, και το μοντέλο, όπου αυτό είναι εφικτό. Η διάταξη αυτή δεν αποκλείει την ενδεχόμενη προσθήκη του εμπορικού σήματος του κατασκευαστή. Σε περίπτωση που ουσιώδες συστατικό μέρος είναι πολύ μικρών διαστάσεων για να σημανθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο, τότε σημαίνεται τουλάχιστον με αριθμό σειράς ή με αλφαριθμητικό ή ψηφιακό κωδικό.

Οι απαιτήσεις επισήμανσης για πυροβόλα όπλα ή ουσιώδη συστατικά μέρη ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας καθορίζονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη σήμανση κάθε στοιχειώδους μονάδας συσκευασίας πυρομαχικών κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δηλώνεται το όνομα του κατασκευαστή, ο αναγνωριστικός αριθμός παρτίδας, το διαμέτρημα και ο τύπος πυρομαχικού.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 και της παρούσας παραγράφου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να εφαρμόσουν τις διατάξεις της σύμβασης για την αμοιβαία αναγνώριση των έκτυπων σφραγίδων δοκιμής στα φορητά πυροβόλα όπλα, της 1ης Ιουλίου 1969.

Επιπλέον, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον χρόνο μεταφοράς πυροβόλου όπλου ή ουσιώδους συστατικού μέρους του από τα κρατικά αποθέματα για τη μόνιμη χρήση του από πολίτες, η μοναδική σήμανση, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, επιτρέπει την αναγνώριση της οντότητας που κάνει τη μεταφορά.

2α.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με σκοπό τη θέσπιση τεχνικών προδιαγραφών για τη σήμανση. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 13β παράγραφος 2.

3.   Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει σύστημα για τη ρύθμιση των δραστηριοτήτων των οπλοπωλών και των μεσιτών. Τα συστήματα αυτά περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα μέτρα:

α)

την καταγραφή των οπλοπωλών και των μεσιτών που δραστηριοποιούνται εντός της επικράτειας του εν λόγω κράτους μέλους·

β)

την αδειοδότηση ή έγκριση των δραστηριοτήτων των οπλοπωλών και των μεσιτών εντός της επικράτειας του εν λόγω κράτους μέλους· και

γ)

έλεγχο της ιδιωτικής και επαγγελματικής ακεραιότητας και των σχετικών ικανοτήτων του οικείου οπλοπώλη ή μεσίτη. Εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, ο έλεγχος αφορά τόσο το νομικό πρόσωπο όσο και το φυσικό πρόσωπο που διευθύνει την επιχείρηση.»·

β)

η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο, η δεύτερη φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το εν λόγω σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων καταγράφει όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα πυροβόλα όπλα που απαιτούνται προκειμένου να ιχνηλατηθούν και να εντοπιστούν τα εν λόγω πυροβόλα όπλα, στις οποίες περιλαμβάνονται οι εξής:

α)

ο τύπος, η μάρκα, το μοντέλο, το διαμέτρημα και ο αριθμός σειράς κάθε πυροβόλου όπλου, καθώς και το σήμα που τοποθετείται στον κορμό ή σκελετό του ως μοναδική σήμανση σύμφωνα με την παράγραφο 1, πληροφορίες οι οποίες λειτουργούν ως το μοναδικό αναγνωριστικό κάθε πυροβόλου όπλου·

β)

ο αριθμός σειράς ή η μοναδική σήμανση που τοποθετείται στα ουσιώδη συστατικά μέρη, όταν διαφέρει από τη σήμανση στον κορμό ή σκελετό του πυροβόλου όπλου·

γ)

το ονοματεπώνυμο και οι διευθύνσεις των προμηθευτών και των αγοραστών ή των κατόχων του πυροβόλου όπλου, μαζί με την αντίστοιχη ημερομηνία ή τις αντίστοιχες ημερομηνίες·

δ)

τυχόν μετατροπές ή τροποποιήσεις ενός πυροβόλου όπλου που οδηγούν σε αλλαγή της κατηγορίας ή υποκατηγορίας του, μεταξύ των οποίων η πιστοποιημένη απενεργοποίηση ή καταστροφή του μαζί με την αντίστοιχη ημερομηνία ή τις αντίστοιχες ημερομηνίες.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το αρχείο των πυροβόλων όπλων και των ουσιωδών συστατικών μερών, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, διατηρείται στο σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων από τις αρμόδιες αρχές για περίοδο 30 ετών μετά την καταστροφή των πυροβόλων όπλων ή των οικείων ουσιωδών συστατικών μερών.

Τα αρχεία πυροβόλων όπλων και ουσιωδών συστατικών μερών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου και τα σχετικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν τη δυνατότητα να είναι προσβάσιμα:

α)

από τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση ή την ανάκληση αδειών που αναφέρονται στο άρθρο 6 ή 7 ή από τις αρχές που είναι αρμόδιες για τις τελωνειακές διαδικασίες, για περίοδο 10 ετών μετά την καταστροφή του πυροβόλου όπλου ή των οικείων ουσιωδών συστατικών μερών· και

β)

από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη ποινικών αδικημάτων ή την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων για περίοδο 30 ετών μετά την καταστροφή του πυροβόλου όπλου ή των οικείων ουσιωδών συστατικών μερών.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαγράφονται από το σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων μετά τη λήξη των περιόδων που προβλέπονται στο δεύτερο και στο τρίτο εδάφιο. Τούτο ισχύει με την επιφύλαξη των περιπτώσεων στις οποίες συγκεκριμένα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν διαβιβαστεί σε αρχή που είναι αρμόδια για την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη ποινικών αδικημάτων ή την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων και χρησιμοποιούνται σε αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο, ή σε άλλες αρχές αρμόδιες για συμβατό σκοπό που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων από τις αρμόδιες αρχές ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, σε πλήρη συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά την προστασία των δεδομένων.»·

ii)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά τη διάρκεια άσκησης της δραστηριότητάς τους, οι οπλοπώλες και οι μεσίτες τηρούν μητρώο στο οποίο καταγράφουν κάθε εισερχόμενο και εξερχόμενο πυροβόλο όπλο και ουσιώδες συστατικό μέρος που υπόκειται στην παρούσα οδηγία, σε συνδυασμό με στοιχεία που επιτρέπουν τον εντοπισμό και την ιχνηλάτηση του οικείου πυροβόλου όπλου ή του οικείου ουσιώδους συστατικού μέρους, όπως είναι ιδίως ο τύπος, η μάρκα, το μοντέλο, το διαμέτρημα και ο αριθμός σειράς του όπλου, καθώς και τα ονοματεπώνυμα και οι διευθύνσεις των προμηθευτών και των προσώπων που τα αποκτούν.

Κατά την παύση των δραστηριοτήτων τους, οι οπλοπώλες και οι μεσίτες παραδίδουν το μητρώο αυτό στις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τα συστήματα αρχειοθέτησης δεδομένων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι οπλοπώλες και οι μεσίτες που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτειά τους αναφέρουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις συναλλαγές που αφορούν πυροβόλα όπλα ή ουσιώδη συστατικά μέρη στις αρμόδιες εθνικές αρχές, ότι οι οπλοπώλες και οι μεσίτες διαθέτουν ηλεκτρονική σύνδεση με τις αρχές αυτές για τους εν λόγω σκοπούς αναφοράς στοιχείων, και ότι τα συστήματα αρχειοθέτησης δεδομένων επικαιροποιούνται αμέσως μετά τη λήψη των πληροφοριών σχετικά με τις εν λόγω συναλλαγές.»·

γ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ανά πάσα στιγμή δυνατότητα σύνδεσης όλων των πυροβόλων όπλων με τους ιδιοκτήτες τους.».

4)

Το άρθρο 4α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 4α

Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3, τα κράτη μέλη επιτρέπουν την απόκτηση και κατοχή πυροβόλων όπλων μόνο σε πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια ή, όσον αφορά πυροβόλα όπλα που κατατάσσονται στην κατηγορία Γ, σε πρόσωπα που έχουν λάβει ειδική άδεια για την απόκτηση και την κατοχή τέτοιων πυροβόλων όπλων, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.».

5)

Το άρθρο 4β διαγράφεται.

6)

Τα άρθρα 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 5

1.   Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3, τα κράτη μέλη επιτρέπουν την απόκτηση και κατοχή πυροβόλων όπλων μόνο σε πρόσωπα που έχουν βάσιμο λόγο και τα οποία:

α)

έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, με την εξαίρεση της περίπτωσης απόκτησης με τρόπο άλλον από την αγορά και της κατοχής πυροβόλου όπλου για κυνήγι και σκοποβολή, υπό την προϋπόθεση ότι στην περίπτωση αυτή τα άτομα κάτω των 18 ετών έχουν την άδεια των γονέων τους ή τελούν υπό την καθοδήγησή τους ή υπό την καθοδήγηση ενήλικου κατόχου έγκυρης άδειας οπλοφορίας ή κυνηγίου, ή βρίσκονται εντός εγκεκριμένου προπονητικού κέντρου που κατέχει σχετική άδεια ή άλλου είδους εγκεκριμένου κέντρου, και ότι ο γονέας ή ένας ενήλικος κάτοχος έγκυρης άδειας οπλοφορίας ή κυνηγίου αναλαμβάνει την ευθύνη της κατάλληλης αποθήκευσης σύμφωνα με το άρθρο 5α· και

β)

δεν είναι πιθανό να αποτελέσουν κίνδυνο για τον εαυτό τους ή τους άλλους, τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια· το γεγονός της καταδίκης για εκ προθέσεως έγκλημα βίας θεωρείται ένδειξη του κινδύνου αυτού.

2.   Τα κράτη μέλη διαθέτουν σύστημα παρακολούθησης, το οποίο μπορεί να λειτουργεί σε συνεχή ή μη συνεχή βάση, με σκοπό να διασφαλίζεται ότι οι προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας που ορίζονται από την εθνική νομοθεσία πληρούνται κατά τη διάρκεια ισχύος της άδειας, και αξιολογούνται, μεταξύ άλλων, τα σχετικά ιατρικά και ψυχολογικά δεδομένα. Οι ειδικές ρυθμίσεις καθορίζονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Εάν οποιεσδήποτε από τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας δεν πληρούνται πλέον, τα κράτη μέλη προβαίνουν στην ανάκληση της αντίστοιχης άδειας.

Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύσουν σε άτομα που κατοικούν στην επικράτειά τους την κατοχή πυροβόλου όπλου το οποίο αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος, παρά μόνο εάν απαγορεύουν την απόκτηση του ιδίου τύπου πυροβόλου όπλου στην επικράτειά τους.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η άδεια απόκτησης και η άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου της κατηγορίας Β ανακαλούνται εάν το πρόσωπο στο οποίο είχε χορηγηθεί η άδεια βρεθεί να έχει στην κατοχή του γεμιστήρα που μπορεί να προσαρμοσθεί σε ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα με κεντρική επίκρουση ή σε επαναληπτικά πυροβόλα όπλα, τα οποία:

α)

είναι χωρητικότητας περισσότερων από 20 φυσιγγίων· ή

β)

στην περίπτωση των μακρύκαννων πυροβόλων όπλων, είναι χωρητικότητας περισσότερων από 10 φυσιγγίων,

εκτός εάν στο εν λόγω πρόσωπο είχε χορηγηθεί άδεια δυνάμει του άρθρου 6 ή άδεια που έχει επιβεβαιωθεί, ανανεωθεί ή παραταθεί δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 4α.

Άρθρο 5α

Προκειμένου να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος πρόσβασης σε πυροβόλα όπλα και πυρομαχικά από μη εξουσιοδοτημένα άτομα, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με την ορθή εποπτεία των πυροβόλων όπλων και των πυρομαχικών καθώς και κανόνες για την κατάλληλη αποθήκευσή τους κατά τρόπο ασφαλή. Τα πυροβόλα όπλα και τα πυρομαχικά τους δεν είναι άμεσα προσιτά στο ίδιο σημείο. Ορθή εποπτεία σημαίνει ότι το άτομο που είναι στη νόμιμη κατοχή του οικείου πυροβόλου όπλου ή των οικείων πυρομαχικών διατηρεί τον έλεγχό τους κατά τη μεταφορά και χρήση τους. Το επίπεδο ελέγχου των εν λόγω ρυθμίσεων κατάλληλης αποθήκευσης είναι αντίστοιχο του αριθμού και της κατηγορίας των οικείων πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών.

Άρθρο 5β

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε περιπτώσεις απόκτησης και πώλησης πυροβόλων όπλων ή ουσιωδών συστατικών μερών ή των πυρομαχικών που κατατάσσονται στην κατηγορία Α, Β ή Γ, μέσω “εξ αποστάσεως συμβάσεων” κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 7 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2), ελέγχεται η ταυτότητα και, εφόσον απαιτείται, η άδεια του αγοραστή του πυροβόλου όπλου, των ουσιωδών συστατικών μερών ή των πυρομαχικών, πριν ή το αργότερο κατά την παράδοσή τους στο πρόσωπο αυτό, από:

α)

αδειοδοτημένο ή εγκεκριμένο οπλοπώλη ή μεσίτη· ή

β)

δημόσια αρχή ή αντιπρόσωπο της εν λόγω αρχής.

Άρθρο 6

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την απαγόρευση της απόκτησης και κατοχής των πυροβόλων όπλων, των ουσιωδών συστατικών μερών και των πυρομαχικών που κατατάσσονται στην κατηγορία Α. Διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω πυροβόλα όπλα, ουσιώδη συστατικά μέρη και πυρομαχικά που κρατούνται παράνομα κατά παράβαση της απαγόρευσης αυτής, κατάσχονται.

2.   Για την προστασία της ασφάλειας των υποδομών ζωτικής σημασίας, των εμπορικών θαλάσσιων μεταφορών, των αποστολών μεγάλης αξίας και των ευαίσθητων εγκαταστάσεων, καθώς και για σκοπούς εθνικής άμυνας και εκπαιδευτικούς, πολιτιστικούς, ερευνητικούς και ιστορικούς σκοπούς, και με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να χορηγούν σε μεμονωμένες περιπτώσεις, κατ' εξαίρεση και με τη δέουσα αιτιολόγηση, άδειες για τα πυροβόλα όπλα, ουσιώδη συστατικά μέρη και πυρομαχικά που κατατάσσονται στην κατηγορία Α, εφόσον αυτό δεν αντίκειται στη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέγουν να χορηγούν σε συλλέκτες σε μεμονωμένες ειδικές περιπτώσεις, κατ' εξαίρεση και με τη δέουσα αιτιολόγηση, άδειες για την απόκτηση και την κατοχή πυροβόλων όπλων, ουσιωδών συστατικών μερών και πυρομαχικών που κατατάσσονται στην κατηγορία Α, υπό αυστηρές προϋποθέσεις ασφάλειας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η παροχή στις αρμόδιες εθνικές αρχές αποδείξεων ότι έχουν τεθεί σε εφαρμογή μέτρα για την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε κινδύνων για τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη και ότι τα εν λόγω πυροβόλα όπλα, ουσιώδη συστατικά μέρη ή πυρομαχικά αποθηκεύονται με επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τους κινδύνους που συνδέονται με τη μη εγκεκριμένη πρόσβαση στα αντικείμενα αυτά.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι είναι δυνατή η ταυτοποίηση των συλλεκτών που έχουν λάβει άδεια δυνάμει του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου στο πλαίσιο των συστημάτων αρχειοθέτησης δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 4. Οι εν λόγω εγκεκριμένοι συλλέκτες υποχρεούνται να διατηρούν μητρώο όλων των πυροβόλων όπλων στην κατοχή τους που κατατάσσονται στην κατηγορία Α, το οποίο μητρώο είναι προσβάσιμο στις εθνικές αρμόδιες αρχές. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κατάλληλο σύστημα παρακολούθησης σε σχέση με τους εν λόγω εγκεκριμένους συλλέκτες, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις σχετικές παραμέτρους.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους οπλοπώλες ή τους μεσίτες, στο πλαίσιο της αντίστοιχης επαγγελματικής τους ιδιότητας, να αποκτούν, να κατασκευάζουν, να απενεργοποιούν, να επισκευάζουν, να προμηθεύουν, να μεταφέρουν και να κατέχουν πυροβόλα όπλα, ουσιώδη συστατικά μέρη και πυρομαχικά που κατατάσσονται στην κατηγορία Α, υπό αυστηρές προϋποθέσεις σχετικά με την ασφάλεια.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα μουσεία να αποκτούν και να κατέχουν πυροβόλα όπλα, ουσιώδη συστατικά μέρη και πυρομαχικά που κατατάσσονται στην κατηγορία Α υπό αυστηρές προϋποθέσεις σχετικά με την ασφάλεια.

6.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους σκοπευτές να αποκτούν και να κατέχουν ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα που κατατάσσονται στο σημείο 6 ή 7 της κατηγορίας Α, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ικανοποιητικής αξιολόγησης των σχετικών πληροφοριών που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 5 παράγραφος 2·

β)

παροχής αποδείξεων ότι ο οικείος σκοπευτής ασκείται ή συμμετέχει ενεργά σε αγώνες σκοποβολής αναγνωρισμένους από επίσημα αναγνωρισμένη αθλητική οργάνωση σκοποβολής του συγκεκριμένου κράτους μέλους ή από διεθνή και επίσημα αναγνωρισμένη αθλητική ομοσπονδία σκοποβολής· και

γ)

παροχής πιστοποιητικού από επίσημα αναγνωρισμένη αθλητική οργάνωση σκοποβολής που επιβεβαιώνει ότι:

i)

ο σκοπευτής είναι μέλος λέσχης σκοποβολής και ασκείται τακτικά στη σκοποβολή εντός της λέσχης εδώ και τουλάχιστον 12 μήνες· και

ii)

το οικείο πυροβόλο όπλο πληροί τις απαραίτητες προδιαγραφές για άθλημα σκοποβολής αναγνωρισμένο από διεθνή και επισήμως αναγνωρισμένη αθλητική ομοσπονδία σκοποβολής.

Όσον αφορά τα πυροβόλα όπλα που κατατάσσονται στο σημείο 6 της κατηγορίας A, τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν στρατιωτικό σύστημα με βάση τη γενική στράτευση και έχουν σε ισχύ κατά τα τελευταία 50 έτη σύστημα μεταβίβασης πολεμικών πυροβόλων όπλων σε πρόσωπα απολυόμενα από τον στρατό μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών καθηκόντων τους, δύνανται να χορηγούν άδεια στα εν λόγω πρόσωπα υπό την ιδιότητά τους ως σκοπευτών, ώστε να διατηρούν ένα πυροβόλο όπλο που χρησιμοποιήθηκε κατά την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Η αρμόδια δημόσια αρχή μετατρέπει τα εν λόγω πυροβόλα όπλα σε ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα και ελέγχει ανά τακτά χρονικά διαστήματα ότι τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τα εν λόγω πυροβόλα όπλα δεν αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια. Εφαρμόζονται οι διατάξεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ).

7.   Άδειες που χορηγούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου επανεξετάζονται περιοδικά, ανά διαστήματα που δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη.».

(*2)  Οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 64)."

7)

Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 4 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Άδειες κατοχής πυροβόλων όπλων επανεξετάζονται περιοδικά, ανά διαστήματα που δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη. Η άδεια δύναται να ανανεωθεί ή να παραταθεί εάν εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4α.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να επιβεβαιώνουν, ανανεώνουν ή να παρατείνουν άδειες για ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα που κατατάσσονται στο σημείο 6, 7 ή 8 της κατηγορίας Α, όσον αφορά πυροβόλο όπλο ταξινομημένο στην κατηγορία Β, και τα οποία έχουν αποκτηθεί νόμιμα και καταχωριστεί πριν τις 13 Ιουνίου 2017, με την επιφύλαξη των υπολοίπων προϋποθέσεων που τίθενται στην παρούσα οδηγία. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την απόκτηση τέτοιων πυροβόλων όπλων από άλλα πρόσωπα στα οποία έχουν χορηγηθεί άδειες από κράτη μέλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία (ΕΕ) 2017/853 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*3).

(*3)  Οδηγία (ΕΕ) 2017/853 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2017, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων (ΕΕ L 137 της 24.5.2017, σ. 22).»."

8)

Στο άρθρο 8, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Αν κάποιο κράτος μέλος απαγορεύει ή υπάγει σε απαίτηση άδειας την απόκτηση και κατοχή, εντός της επικράτειάς του, πυροβόλου όπλου που κατατάσσεται στην κατηγορία Β ή Γ, ενημερώνει σχετικά τα λοιπά κράτη μέλη, τα οποία περιλαμβάνουν ρητή σχετική μνεία σε κάθε ευρωπαϊκό δελτίο πυροβόλου όπλου που εκδίδουν για όπλο τέτοιου είδους, δυνάμει του άρθρου 12 παράγραφος 2.».

9)

Το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 10

1.   Το καθεστώς απόκτησης και κατοχής πυρομαχικών είναι το ίδιο με εκείνο της κατοχής των πυροβόλων όπλων για τα οποία προορίζονται τα πυρομαχικά.

Η απόκτηση γεμιστήρων για ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα με κεντρική επίκρουση, χωρητικότητας μεγαλύτερης των 20 φυσιγγίων, ή των 10 φυσιγγίων στην περίπτωση των μακρύκαννων πυροβόλων όπλων, επιτρέπεται μόνο για τα πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια δυνάμει του άρθρου 6 ή άδεια που έχει επιβεβαιωθεί, ανανεωθεί ή παραταθεί δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 4α.

2.   Οι μεσίτες και οι οπλοπώλες μπορούν να αρνούνται να ολοκληρώσουν οποιαδήποτε συναλλαγή για την απόκτηση πλήρων φυσιγγίων πυρομαχικών ή συστατικών μερών πυρομαχικών την οποία ευλόγως θεωρούν ύποπτη λόγω της φύσης και της κλίμακάς της, και αναφέρουν οποιαδήποτε τέτοια απόπειρα συναλλαγής στις αρμόδιες αρχές.».

10)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 10α

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι συσκευές οι οποίες είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε να δέχονται και να πυροδοτούν μόνο αβολίδωτα φυσίγγια, να εκτοξεύουν ερεθιστικές ουσίες, άλλες ενεργές ουσίες ή πυροτεχνικά βλήματα σηματοδοσίας, δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν ώστε να εκτοξεύουν βολίδα ή βλήμα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης.

2.   Τα κράτη μέλη κατατάσσουν στα πυροβόλα όπλα τις συσκευές που είναι σχεδιασμένες να δέχονται και να πυροδοτούν μόνο αβολίδωτα φυσίγγια, ερεθιστικές ουσίες, άλλες ενεργές ουσίες ή πυροτεχνικά βλήματα σηματοδοσίας, και οι οποίες είναι δυνατόν να μετατραπούν ώστε να εκτοξεύουν βολίδα ή βλήμα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης.

3.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που καθορίζουν τεχνικές προδιαγραφές για τα όπλα που χρησιμοποιούνται για να δίνουν σήμα συναγερμού και για σηματοδοσία τα οποία κατασκευάζονται ή εισάγονται στην Ένωση στις 14 Σεπτεμβρίου 2018 ή μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2018, προκειμένου να διασφαλίσει ότι δεν μπορούν να μετατραπούν ώστε να εκτοξεύουν βολίδα ή βλήμα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 13β παράγραφος 2. Η Επιτροπή εκδίδει την πρώτη τέτοια εκτελεστική πράξη έως τη 14η Σεπτεμβρίου 2018.

Άρθρο 10β

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις ώστε οι αρμόδιες αρχές να επαληθεύουν την απενεργοποίηση των πυροβόλων όπλων προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι μετατροπές που πραγματοποιούνται σε πυροβόλο όπλο καθιστούν όλα τα ουσιώδη συστατικά μέρη του οριστικά ακατάλληλα προς χρήση και μη δυνάμενα να αφαιρεθούν, να αντικατασταθούν ή να τροποποιηθούν κατά τρόπο που να καθιστά δυνατή οποιαδήποτε ενδεχόμενη επανενεργοποίηση του πυροβόλου όπλου. Τα κράτη μέλη προβλέπουν, στο πλαίσιο της εν λόγω επαλήθευσης, τη χορήγηση πιστοποιητικού και εγγράφου που επιβεβαιώνει την απενεργοποίηση του πυροβόλου όπλου και την επίθεση σχετικού ευδιάκριτου σήματος επί του πυροβόλου όπλου.

2.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που καθορίζουν πρότυπα και τεχνικές απενεργοποίησης, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι όλα τα ουσιώδη συστατικά μέρη του πυροβόλου όπλου καθίστανται οριστικά ακατάλληλα προς χρήση και μη δυνάμενα να αφαιρεθούν, να αντικατασταθούν ή να τροποποιηθούν κατά τρόπο που να καθιστά δυνατή οποιαδήποτε ενδεχόμενη επανενεργοποίηση του πυροβόλου όπλου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 13β παράγραφος 2.

3.   Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 δεν ισχύουν για πυροβόλα όπλα που έχουν απενεργοποιηθεί πριν από την ημερομηνία εφαρμογής των εκτελεστικών αυτών πράξεων, εκτός εάν τα εν λόγω πυροβόλα όπλα μεταφέρονται σε άλλο κράτος μέλος ή διατίθενται στην αγορά μετά την ημερομηνία αυτή.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή εντός δύο μηνών από την 13η Ιουνίου 2017 τα εθνικά τους πρότυπα και τεχνικές απενεργοποίησης που εφαρμόζονταν πριν από τις 8 Απριλίου 2016, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους το επίπεδο προστασίας που διασφαλίζεται από τα εν λόγω εθνικά πρότυπα και τεχνικές απενεργοποίησης είναι ισοδύναμο με εκείνο που διασφαλίζεται από τα πρότυπα και τεχνικές απενεργοποίησης πυροβόλων όπλων που καθορίζονται στο παράρτημα I του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2403 της Επιτροπής (*4), όπως εφαρμόζεται από τις 8 Απριλίου 2016.

5.   Όταν τα κράτη μέλη προβαίνουν στην κοινοποίηση προς την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή, το αργότερο 12 μήνες μετά την κοινοποίηση, εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες αποφασίζει εάν τα εθνικά πρότυπα και τεχνικές απενεργοποίησης που κοινοποιούνται με αυτόν τον τρόπο εξασφάλισαν ότι τα πυροβόλα όπλα απενεργοποιήθηκαν με επίπεδο ασφάλειας ισοδύναμο με αυτό που διασφαλίζεται από τις τεχνικές προδιαγραφές για την απενεργοποίηση των πυροβόλων όπλων που ορίζονται στο παράρτημα I του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2403, όπως εφαρμόζεται από τις 8 Απριλίου 2016. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 13β παράγραφος 2.

6.   Μέχρι την ημερομηνία εφαρμογής των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 5, οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο το οποίο έχει απενεργοποιηθεί σύμφωνα με τα εθνικά πρότυπα και τεχνικές απενεργοποίησης που εφαρμόζονταν πριν από τις 8 Απριλίου 2016, όταν μεταφέρεται σε άλλο κράτος μέλος ή διατίθεται στην αγορά, συμμορφώνεται με τις τεχνικές προδιαγραφές για την απενεργοποίηση των πυροβόλων όπλων οι οποίες ορίζονται στο παράρτημα I του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2403.

7.   Τα πυροβόλα όπλα τα οποία έχουν απενεργοποιηθεί πριν από τις 8 Απριλίου 2016 σύμφωνα με τα εθνικά πρότυπα και τεχνικές απενεργοποίησης που κρίθηκαν ότι διασφαλίζουν επίπεδο προστασίας ισοδύναμο με αυτό που διασφαλίζεται από τις τεχνικές προδιαγραφές απενεργοποίησης πυροβόλων όπλων οι οποίες ορίζονται στο παράρτημα I του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2403, όπως εφαρμόζεται από τις 8 Απριλίου 2016, θεωρούνται απενεργοποιημένα πυροβόλα όπλα, συμπεριλαμβανομένης και της περίπτωσης που μεταφέρονται σε άλλο κράτος μέλος ή διατίθενται στην αγορά μετά την ημερομηνία εφαρμογής των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 5.

(*4)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2403 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κατευθυντήριων γραμμών για τα πρότυπα και τις τεχνικές απενεργοποίησης, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα απενεργοποιημένα πυροβόλα όπλα καθίστανται αμετάκλητα ακατάλληλα για χρήση (ΕΕ L 333 της 19.12.2015, σ. 62).»."

11)

Στον τίτλο του κεφαλαίου 3, η λέξη «Κοινότητα» αντικαθίσταται από τη λέξη «Ένωση».

12)

Στο άρθρο 11, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 12, πυροβόλα όπλα μπορούν να μεταφερθούν από ένα κράτος μέλος σε άλλο μόνο σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο. Η εν λόγω διαδικασία εφαρμόζεται επίσης όσον αφορά μεταφορές πυροβόλων όπλων κατόπιν πώλησης μέσω “εξ αποστάσεως σύμβασης” κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 7) της οδηγίας 2011/83/ΕΕ.».

13)

Στο άρθρο 12, η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι κυνηγοί και οι συμμετέχοντες σε ιστορικές αναπαραστάσεις, όσον αφορά πυροβόλα όπλα που κατατάσσονται στην κατηγορία Γ, και οι σκοπευτές, όσον αφορά πυροβόλα όπλα που κατατάσσονται στην κατηγορία Β ή Γ και πυροβόλα όπλα που κατατάσσονται στην κατηγορία Α για τα οποία έχει χορηγηθεί κατ' εξαίρεση άδεια δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 6 ή για τα οποία έχει επιβεβαιωθεί, ανανεωθεί ή παραταθεί η άδεια δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 4α, δύνανται, χωρίς την προηγούμενη άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2, να έχουν στην κατοχή τους ένα ή περισσότερα πυροβόλα όπλα κατά τη διάρκεια ταξιδιού μέσω δύο ή περισσότερων κρατών μελών για τον σκοπό της δραστηριότητάς τους, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

κατέχουν ευρωπαϊκό δελτίο πυροβόλου όπλου στο οποίο εμφαίνονται το συγκεκριμένο πυροβόλο όπλο ή τα συγκεκριμένα πυροβόλα όπλα· και

β)

είναι σε θέση να τεκμηριώσουν τους λόγους του ταξιδιού τους, ειδικότερα προσκομίζοντας πρόσκληση ή άλλη απόδειξη των δραστηριοτήτων κυνηγίου, σκοποβολής ή ιστορικής αναπαράστασης στο κράτος μέλος προορισμού.»·

β)

το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ωστόσο, η παρέκκλιση αυτή δεν ισχύει για τα ταξίδια προς κράτος μέλος το οποίο δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 3 είτε απαγορεύει την απόκτηση και την κατοχή του εν λόγω όπλου ή την υπάγει σε απαίτηση άδειας. Σε αυτή την περίπτωση, γίνεται ρητή σχετική μνεία στο ευρωπαϊκό δελτίο πυροβόλου όπλου. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να αρνηθούν να εφαρμόσουν αυτή την παρέκκλιση στην περίπτωση πυροβόλων όπλων που κατατάσσονται στην κατηγορία Α για τα οποία έχει χορηγηθεί άδεια δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 6 ή για τα οποία η άδεια έχει επιβεβαιωθεί, ανανεωθεί ή παραταθεί δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 4α.».

14)

Στο άρθρο 13, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«4.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ανταλλάσσουν πληροφορίες με ηλεκτρονικά μέσα σχετικά με τις άδειες που χορηγούνται για τη μεταφορά πυροβόλων όπλων σε άλλο κράτος μέλος, και πληροφορίες σχετικά με την άρνηση χορήγησης αδειών, όπως ορίζεται στα άρθρα 6 και 7, για λόγους ασφαλείας ή που συνδέονται με την αξιοπιστία του συγκεκριμένου προσώπου.

5.   Η Επιτροπή μεριμνά για τη δημιουργία συστήματος για την ανταλλαγή των πληροφοριών που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

Η Επιτροπή εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 13α προκειμένου να συμπληρώσει την παρούσα οδηγία θεσπίζοντας τις λεπτομερείς διευθετήσεις για τη συστηματική ανταλλαγή πληροφοριών με ηλεκτρονικά μέσα. Η Επιτροπή εκδίδει την πρώτη τέτοια κατ' εξουσιοδότηση πράξη έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2018.».

15)

Το άρθρο 13α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 13α

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 13 παράγραφος 5 εξουσία έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή επ' αόριστον από τη 13η Ιουνίου 2017.

3.   Η ανάθεση εξουσιοδότησης που προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 5 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την ανάθεση της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.   Πριν από την έκδοση μιας κατ' εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές που θεσπίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.   Μόλις εκδώσει κατ' εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

6.   Η κατ' εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 13 παράγραφος 5 τίθεται σε ισχύ εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

16)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 13β

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*5).

2.   Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

(*5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).»."

17)

Στο άρθρο 15 παράγραφος 1, η λέξη «Κοινότητα» αντικαθίσταται από τη λέξη «Ένωση».

18)

Το άρθρο 17 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 17

Έως την 14η Σεπτεμβρίου 2020 και στη συνέχεια ανά πενταετία, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένου ελέγχου καταλληλότητας των διατάξεών της, συνοδευόμενη, κατά περίπτωση, από νομοθετικές προτάσεις που αφορούν ιδίως τις κατηγορίες πυροβόλων όπλων του παραρτήματος I και ζητήματα που σχετίζονται με την εφαρμογή του συστήματος του ευρωπαϊκού δελτίου πυροβόλου όπλου, τη σήμανση και τις επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών, όπως είναι η τρισδιάστατη εκτύπωση, η χρήση κωδικού ταχείας απόκρισης (QR) και η αναγνώριση μέσω της χρήσης ραδιοσυχνοτήτων (RFID).».

19)

Το παράρτημα I τροποποιείται ως εξής:

1)

το μέρος II τροποποιείται ως εξής:

α)

το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, τα πυροβόλα όπλα κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες:»·

β)

το σημείο Α τροποποιείται ως εξής:

i)

το εισαγωγικό μέρος διαγράφεται·

ii)

στην κατηγορία Α, προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:

«6.

Τα αυτόματα πυροβόλα όπλα που έχουν μετατραπεί σε ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα, με την επιφύλαξη του άρθρου 7 παράγραφος 4α.

7.

Οποιοδήποτε από τα ακόλουθα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα με κεντρική επίκρουση:

α)

βραχύκαννα πυροβόλα όπλα ικανά για περισσότερες από 21 βολές χωρίς επαναγέμιση, εάν:

i)

γεμιστήρας χωρητικότητας μεγαλύτερης των 20 φυσιγγίων αποτελεί μέρος του εν λόγω πυροβόλου όπλου· ή

ii)

σε αυτό εισάγεται αφαιρούμενος γεμιστήρας χωρητικότητας μεγαλύτερης των 20 φυσιγγίων·

β)

μακρύκαννα πυροβόλα όπλα ικανά για περισσότερες από 11 βολές χωρίς επαναγέμιση, εάν:

i)

γεμιστήρας χωρητικότητας μεγαλύτερης των 10 φυσιγγίων αποτελεί μέρος του εν λόγω πυροβόλου όπλου· ή

ii)

σε αυτό εισάγεται αφαιρούμενος γεμιστήρας χωρητικότητας μεγαλύτερης των 10 φυσιγγίων.

8.

Ημιαυτόματα μακρύκαννα πυροβόλα όπλα (δηλαδή πυροβόλα όπλα που προβλέπεται αρχικά να πυροδοτούνται από τον ώμο) των οποίων το μήκος μπορεί να μειωθεί κάτω των 60 cm, χωρίς απώλειες όσον αφορά τη λειτουργικότητα, με αναδιπλούμενο ή τηλεσκοπικό κοντάκι ή με κοντάκι που μπορεί να αφαιρεθεί χωρίς εργαλεία.

9.

Οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο αυτής της κατηγορίας που έχει μετατραπεί είτε σε όπλο που εκτοξεύει αβολίδωτα φυσίγγια, ερεθιστικές ουσίες, άλλες ενεργές ουσίες ή πυροτεχνικά βλήματα είτε σε όπλο χαιρετισμού ή κρότου.»·

iii)

η κατηγορία Β αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατηγορία Β — Πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται άδεια

1.

Τα βραχύκαννα επαναληπτικά πυροβόλα όπλα.

2.

Τα βραχύκαννα πυροβόλα όπλα μίας βολής με κεντρική επίκρουση.

3.

Τα βραχύκαννα πυροβόλα όπλα μίας βολής, με περιφερειακή επίκρουση, συνολικού μήκους μικρότερου από 28 cm.

4.

Τα μακρύκαννα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα των οποίων ο γεμιστήρας και η θαλάμη μπορούν να φέρουν μαζί πάνω από τρία φυσίγγια στην περίπτωση των πυροβόλων όπλων με περιφερειακή επίκρουση, και πάνω από τρία αλλά κάτω από 12 φυσίγγια στην περίπτωση των πυροβόλων όπλων με κεντρική επίκρουση.

5.

Τα βραχύκαννα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα που δεν παρατίθενται στο σημείο 7 στοιχείο α) της κατηγορίας Α.

6.

Τα μακρύκαννα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα που παρατίθενται στο σημείο 7 στοιχείο β) της κατηγορίας Α των οποίων ο γεμιστήρας και η θαλάμη δεν μπορούν να φέρουν μαζί πάνω από τρία φυσίγγια, σε περίπτωση που ο γεμιστήρας είναι αφαιρούμενος ή σε περίπτωση που δεν είναι βέβαιο ότι τα όπλα δεν μπορεί να μετατραπούν, με συνήθη εργαλεία, σε όπλα των οποίων ο γεμιστήρας και η θαλάμη μπορούν να φέρουν μαζί πάνω από τρία φυσίγγια.

7.

Τα μακρύκαννα επαναληπτικά και ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα με λεία κάννη η οποία δεν υπερβαίνει τα 60 cm.

8.

Οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο αυτής της κατηγορίας που έχει μετατραπεί είτε σε όπλο που εκτοξεύει αβολίδωτα φυσίγγια, ερεθιστικές ουσίες, άλλες ενεργές ουσίες ή πυροτεχνικά βλήματα είτε σε όπλο χαιρετισμού ή κρότου.

9.

Τα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα για μη στρατιωτική χρήση που έχουν τη μορφή όπλου με αυτόματο μηχανισμό εκτός εκείνων που παρατίθενται στα σημεία 6, 7 ή 8 της κατηγορίας Α.»·

iv)

η κατηγορία Γ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατηγορία Γ — Πυροβόλα όπλα και όπλα για τα οποία απαιτείται δήλωση

1.

Τα μακρύκαννα επαναληπτικά πυροβόλα όπλα εκτός από εκείνα που παρατίθενται στο σημείο 7 της κατηγορίας Β.

2.

Τα μακρύκαννα πυροβόλα όπλα μίας βολής με ραβδωτή κάννη.

3.

Τα μακρύκαννα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα εκτός από εκείνα που παρατίθενται στην κατηγορία Α ή Β.

4.

Τα βραχύκαννα πυροβόλα όπλα μίας βολής, με περιφερειακή επίκρουση, συνολικού μήκους μεγαλύτερου ή ίσου των 28 cm.

5.

Οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο αυτής της κατηγορίας που έχει μετατραπεί είτε σε όπλο που εκτοξεύει αβολίδωτα φυσίγγια, ερεθιστικές ουσίες, άλλες ενεργές ουσίες ή πυροτεχνικά βλήματα είτε σε όπλο χαιρετισμού ή κρότου.

6.

Τα πυροβόλα όπλα που κατατάσσονται στην κατηγορία Α ή Β ή στην παρούσα κατηγορία και έχουν απενεργοποιηθεί σύμφωνα με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/2403.

7.

Τα μακρύκαννα πυροβόλα όπλα μίας βολής με λεία κάννη που διατίθενται στην αγορά στις 14 Σεπτεμβρίου 2018 ή μετά τις 14 Σεπτεμβρίου 2018.»·

v)

διαγράφεται η κατηγορία Δ·

γ)

διαγράφεται το σημείο Β·

2)

το μέρος III αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΙΙΙ.

Για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος, τα αντικείμενα που ανταποκρίνονται στον ορισμό του “πυροβόλου όπλου” δεν περιλαμβάνονται στον εν λόγω ορισμό εάν:

α)

έχουν σχεδιαστεί για να δίνουν σήμα συναγερμού, για σηματοδοσία, για διάσωση, για σφαγή ζώων ή για αλιεία με καμάκι, ή για βιομηχανικούς ή τεχνικούς σκοπούς υπό τον όρο ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για αυτόν τον συγκεκριμένο σκοπό·

β)

θεωρούνται παλαιά όπλα, εφόσον δεν έχουν περιληφθεί στις κατηγορίες που ορίζονται στο μέρος II και υπόκεινται στις εθνικές νομοθεσίες.

Μέχρις ότου υπάρξει συντονισμός σε επίπεδο Ένωσης, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία τους για τα πυροβόλα όπλα που παρατίθενται στο παρόν μέρος.».

20)

Στο παράρτημα II, το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)

τις εξής μνείες:

“Το δικαίωμα πραγματοποίησης ταξιδιού προς ένα άλλο κράτος μέλος με ένα ή περισσότερα από τα πυροβόλα όπλα που κατατάσσονται στην κατηγορία Α, Β ή Γ και αναφέρονται στο εν λόγω δελτίο, υπόκειται σε μία ή περισσότερες προηγούμενες αντίστοιχες άδειες του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η επίσκεψη. Οι άδειες αυτές μπορούν να σημειώνονται επί του δελτίου.

Η προαναφερόμενη προηγούμενη άδεια δεν είναι καταρχήν απαραίτητη για την πραγματοποίηση ταξιδιού με πυροβόλο όπλο που κατατάσσεται στην κατηγορία Γ με σκοπό τη συμμετοχή σε δραστηριότητες κυνηγίου ή ιστορικής αναπαράστασης, ή με πυροβόλο όπλο που κατατάσσεται στην κατηγορία Α, Β ή Γ με σκοπό τη συμμετοχή σε δραστηριότητες σκοποβολής, εφόσον το άτομο που ταξιδεύει, κατέχει το δελτίο πυροβόλων όπλων και μπορεί να τεκμηριώσει τους λόγους του ταξιδιού.”

Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος έχει ενημερώσει τα λοιπά κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3, ότι η κατοχή ορισμένων πυροβόλων όπλων που κατατάσσονται στην κατηγορία Β ή Γ απαγορεύεται ή υπόκειται σε άδεια, προστίθεται μία από τις ακόλουθες μνείες:

“Το ταξίδι προς … (όνομα του ή των συγκεκριμένων κρατών) με το πυροβόλο όπλο … (προσδιορισμός του όπλου) απαγορεύεται.”

“Το ταξίδι προς … (όνομα του ή των συγκεκριμένων κρατών) με το πυροβόλο όπλο … (προσδιορισμός του όπλου) υπόκειται σε άδεια”.».

Άρθρο 2

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2018. Ενημερώνουν αμέσως στην Επιτροπή σχετικά.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με το άρθρο 4 παράγραφοι 3 και 4 της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ, όπως τροποποιείται από την παρούσα οδηγία, έως τις 14 Δεκεμβρίου 2019. Ενημερώνουν αμέσως στην Επιτροπή σχετικά.

3.   Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις διατάξεις δυνάμει των παραγράφων 1 και 2, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη δύνανται, όσον αφορά τα πυροβόλα όπλα που έχουν αποκτηθεί πριν από τις 14 Σεπτεμβρίου 2018, να αναστείλουν την απαίτηση δήλωσης πυροβόλων όπλων που κατατάσσονται στα σημεία 5, 6 ή 7 της κατηγορίας Γ έως τις 14 Μαρτίου 2021.

5.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των κύριων διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 3

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 4

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 17 Μαΐου 2017.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

A. TAJANI

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

C. ABELA


(1)  ΕΕ C 264 της 20.7.2016, σ. 77.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Μαρτίου 2017 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 25ης Απριλίου 2017.

(3)  Οδηγία 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1991, σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων (ΕΕ L 256 της 13.9.1991, σ. 51).

(4)  Οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 64).

(5)  Απόφαση 2014/164/ΕΕ του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2014, για τη σύναψη, εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του πρωτοκόλλου για την παράνομη κατασκευή και διακίνηση πυροβόλων όπλων, των εξαρτημάτων τους, των μερών τους και των πυρομαχικών, το οποίο συμπληρώνει τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος (ΕΕ L 89 της 25.3.2014, σ. 7).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά και την κατάργηση της απόφασης 2008/49/ΕΚ («κανονισμός ΙΜΙ») (ΕΕ L 316 της 14.11.2012, σ. 1).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).

(8)  Απόφαση-πλαίσιο 2009/315/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, σχετικά με τη διοργάνωση και το περιεχόμενο της ανταλλαγής πληροφοριών που προέρχονται από το ποινικό μητρώο μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ L 93 της 7.4.2009, σ. 23).

(9)  ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(11)  Οδηγία (EE) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 89).

(12)  ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 36.

(13)  Απόφαση 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες λεπτομέρειες εφαρμογής της συμφωνίας που έχει συναφθεί από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας για τη σύνδεση των δύο αυτών κρατών, με την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 31).

(14)  ΕΕ L 53 της 27.2.2008, σ. 52.

(15)  Απόφαση 2008/146/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2008, για τη σύναψη εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (ΕΕ L 53 της 27.2.2008, σ. 1).

(16)  ΕΕ L 160 της 18.6.2011, σ. 21.

(17)  Απόφαση 2011/350/ΕΕ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2011, για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, όσον αφορά την κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα και την κυκλοφορία των προσώπων (ΕΕ L 160 της 18.6.2011, σ. 19).