21.5.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 132/85


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ, Ευρατόμ) 2016/804 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 17ης Μαΐου 2016

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 για τις μεθόδους και τη διαδικασία απόδοσης των παραδοσιακών ιδίων πόρων και των ιδίων πόρων που βασίζονται στον ΦΠΑ και το ΑΕΕ και για τα μέτρα αντιμετώπισης των ταμειακών αναγκών

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 322 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 106α,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου (3) αναδιατυπώθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 του Συμβουλίου (4). Ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 τίθεται σε ισχύ την ημέρα της έναρξης ισχύος της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ του Συμβουλίου (5). Η εν λόγω απόφαση δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ.

(2)

Προκειμένου να δοθεί επαρκής χρόνος στην Επιτροπή (Eurostat) για την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος (ΑΕΕ) και προκειμένου να δοθεί επαρκής χρόνος στην επιτροπή για το ΑΕΕ ώστε αυτή να σχηματίσει γνώμη σχετικά με τα στοιχεία του ΑΕΕ, τυχόν τροποποιήσεις στο ΑΕΕ συγκεκριμένου οικονομικού έτους θα πρέπει να μπορούν να γίνουν μέχρι τις 30 Νοεμβρίου του τέταρτου έτους μετά από το εν λόγω οικονομικό έτος. Κατά συνέπεια, η προθεσμία για τη φύλαξη των δικαιολογητικών που σχετίζονται με τους ίδιους πόρους οι οποίοι βασίζονται στον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και το ΑΕΕ θα πρέπει επίσης να παραταθεί από τις 30 Σεπτεμβρίου στις 30 Νοεμβρίου του τέταρτου έτους που ακολουθεί το οικονομικό έτος στο οποίο αναφέρονται.

(3)

Ο παρών κανονισμός πρέπει να αντανακλά την υπάρχουσα πρακτική, σύμφωνα με την οποία οι λογαριασμοί ιδίων πόρων της Επιτροπής που αναφέρονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 («Λογαριασμοί ιδίων πόρων της Επιτροπής») τηρούνται στα Δημόσια Ταμεία των κρατών μελών ή στις οικείες εθνικές κεντρικές τράπεζες. Η έννοια του Δημόσιου Ταμείου θα πρέπει να καλύπτει επίσης και άλλες δημόσιες οντότητες που ασκούν αντίστοιχες λειτουργίες.

(4)

Οι λογαριασμοί ιδίων πόρων της Επιτροπής θα πρέπει να τηρούνται χωρίς επιβολή τελών και τόκων. Η επιβολή τελών ή αρνητικών τόκων θα μπορούσε να μειώσει τον προϋπολογισμό της Ένωσης και να οδηγήσει σε άνιση μεταχείριση των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, όταν είναι εφαρμοστέος αρνητικός τόκος σε λογαριασμούς ιδίων πόρων της Επιτροπής, τα σχετικά κράτη μέλη θα πρέπει να πιστώνουν ποσό ίσο με το ποσό του αρνητικού τόκου. Δεδομένου ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν τη δυνατότητα να αποφύγουν τη δημοσιονομική επίπτωση της υποχρέωσης να πιστώνουν τα εν λόγω ποσά του αρνητικού τόκου στους λογαριασμούς ιδίων πόρων της Επιτροπής, ενδείκνυται να θέτει η Επιτροπή ως στόχο, όταν καλύπτει τις ταμειακές ανάγκες της, τη μείωση της εν λόγω επίπτωσης πραγματοποιώντας κατά προτεραιότητα αναλήψεις από τα ποσά που εγγράφονται σε πίστωση των σχετικών λογαριασμών.

(5)

Οι λογαριασμοί ιδίων πόρων της Επιτροπής θα πρέπει να χρεώνονται μόνον κατόπιν εντολής της Επιτροπής. Αυτό θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη της επιβολής αρνητικού τόκου.

(6)

Για λόγους σαφήνειας και εξορθολογισμού, το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 θα πρέπει να διαιρεθεί σε περισσότερα άρθρα.

(7)

Η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει ανά πάσα στιγμή επαρκή ταμειακά αποθέματα για τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για πληρωμές που απορρέουν από την εκτέλεση του προϋπολογισμού, οι οποίες είναι συγκεντρωμένες ιδίως στους πρώτους μήνες του έτους. Η Επιτροπή έχει ήδη τη δυνατότητα να καλεί τα κράτη μέλη να επισπεύσουν την πληρωμή έως και δύο πρόσθετων δωδεκατημορίων για τις ειδικές ανάγκες που αφορούν την πληρωμή των δαπανών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6). Προκειμένου να μειωθεί περαιτέρω ο κίνδυνος καθυστερήσεων πληρωμών λόγω προσωρινών ελλείψεων ταμειακών πόρων, θα πρέπει να δοθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να καλεί τα κράτη μέλη να επισπεύσουν την πληρωμή πρόσθετου ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ήμισυ του δωδεκατημορίου, για τις ειδικές ανάγκες που αφορούν την πληρωμή των δαπανών των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), στον βαθμό που δικαιολογείται από ταμειακές ανάγκες. Εντούτοις, προκειμένου να αποφευχθεί η υπέρμετρη πίεση στα εθνικά δημόσια ταμεία, το συνολικό ποσό του οποίου η πληρωμή μπορεί να επισπευσθεί για τον ίδιο μήνα θα πρέπει να μην υπερβαίνει τα δύο πρόσθετα δωδεκατημόρια. Επιπλέον, λόγω των ειδικών απαιτήσεων πληρωμών που ισχύουν για το ΕΓΤΕ, η εφαρμογή του ανωτέρω δεν γίνεται εις βάρος του ΕΓΤΕ.

(8)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000, η Επιτροπή θα υπολογίζει το υπόλοιπο για τις προσαρμογές των ιδίων πόρων που βασίζονται στον ΦΠΑ και το ΑΕΕ και θα ενημερώνει εγκαίρως τα κράτη μέλη, προκειμένου να εγγράψουν τις προσαρμογές αυτές στον λογαριασμό ιδίων πόρων της Επιτροπής κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα του Δεκεμβρίου. Τα ποσά των προσαρμογών που έπρεπε να διατεθούν την πρώτη εργάσιμη ημέρα του Δεκεμβρίου 2014 ήταν πρωτοφανή. Για να αποφευχθούν οι αδικαιολόγητα επαχθείς δημοσιονομικοί περιορισμοί στα κράτη μέλη λίγο πριν από το τέλος του έτους, ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1377/2014 του Συμβουλίου (8) τροποποίησε τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000, ώστε να επιτρέψει στα κράτη μέλη να αναβάλλουν, υπό ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις, την εγγραφή των προσαρμογών αυτών στον λογαριασμό ιδίων πόρων της Επιτροπής.

(9)

Ο ούτως τροποποιημένος κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 θα παύσει να ισχύει μόλις τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014. Εντούτοις, αυτό δεν θα πρέπει να θίξει την εγκυρότητα των αναβολών που αφορούν την εγγραφή προσαρμογών που έχει ήδη ζητηθεί επισήμως βάσει του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1377/2014, για όσο χρόνο ισχύει ακόμη ο τελευταίος αυτός κανονισμός.

(10)

Για λόγους απλούστευσης και προκειμένου να περιοριστεί η δημοσιονομική πίεση για τα κράτη μέλη και την Επιτροπή, ιδίως προς το τέλος του έτους, θα πρέπει να εξορθολογιστεί η διαδικασία για την προσαρμογή των ιδίων πόρων που βασίζονται στον ΦΠΑ και το ΑΕΕ. Θα πρέπει να μεσολαβεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μεταξύ της επίσημης γνωστοποίησης των απαιτούμενων προσαρμογών στα κράτη μέλη και της εγγραφής τους στον λογαριασμό ιδίων πόρων της Επιτροπής. Η εν λόγω γνωστοποίηση και η εγγραφή θα πρέπει να πραγματοποιούνται το ίδιο έτος, και το εν λόγω έτος θα είναι επίσης σημαντικό για την καταγραφή της επίπτωσης στους κρατικούς λογαριασμούς και για τους σκοπούς του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Θα πρέπει να υπάρχει άμεση ανακατανομή του συνολικού ποσού των προσαρμογών μεταξύ των κρατών μελών σύμφωνα με τα αντίστοιχα μερίδιά τους, όσον αφορά τους ιδίους πόρους που βασίζονται στο ΑΕΕ. Αυτό θα εξαλείψει την ανάγκη για την παρέκκλιση που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1377/2014.

(11)

Για την επίτευξη των στόχων της Ένωσης, η διαδικασία για τον υπολογισμό του τόκου θα πρέπει να διασφαλίζει, ιδίως, την έγκαιρη και στο ακέραιο απόδοση των ιδίων πόρων.

(12)

Προκειμένου να βελτιωθεί η ασφάλεια δικαίου και η σαφήνεια, θα πρέπει να ορίζονται περιπτώσεις στις οποίες οφείλεται τόκος υπερημερίας όσον αφορά τους ιδίους πόρους που βασίζονται στον ΦΠΑ και το ΑΕΠ. Δεδομένων των ειδικών χαρακτηριστικών των εν λόγω ιδίων πόρων, οι οποίοι έχουν κύκλο επαλήθευσης που επιτρέπει διορθώσεις και προσαρμογές αντίστοιχα εντός περιόδου τεσσάρων ετών, τυχόν αλλαγές των ιδίων πόρων που βασίζονται στον ΦΠΑ και στο ΑΕΕ οι οποίες προκύπτουν από τις εν λόγω διορθώσεις ή προσαρμογές δεν θα πρέπει να οδηγούν στον αναδρομικό υπολογισμό τόκου. Ο τόκος όσον αφορά τους εν λόγω πόρους θα πρέπει επομένως να καταβάλλεται μόνο σε καθυστερήσεις στην εγγραφή ποσών που αφορούν μηνιαία δωδεκατημόρια και ποσών που προκύπτουν από τον ετήσιο υπολογισμό των προσαρμογών για προηγούμενα οικονομικά έτη. Επιπλέον, προκειμένου να διατηρηθεί το κίνητρο για διορθωτικές ενέργειες, θα πρέπει επίσης να καταβάλλεται τόκος σε περίπτωση υπερημερίας στην εγγραφή ποσών που προκύπτουν από συγκεκριμένες διορθώσεις των καταστάσεων ΦΠΑ την οριζόμενη ημερομηνία σύμφωνα με μέτρα που έχουν ληφθεί από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89 του Συμβουλίου (9). Περαιτέρω, όταν κράτος μέλος δεν παρέχει, εντός της ρητής προθεσμίας που έχει ορίσει η Επιτροπή, τις διορθώσεις των στοιχείων του ΑΕΕ που είναι αναγκαίες για την αντιμετώπιση σημείων που έχουν γνωστοποιηθεί από την Επιτροπή ή από κράτος μέλος, θα πρέπει επίσης να επιβάλλεται τόκος και σε οποιαδήποτε αύξηση των ιδίων πόρων προκύπτει από προσαρμογή η οποία πραγματοποιήθηκε λόγω της αντιμετώπισης του γνωστοποιηθέντος σημείου. Ο τόκος αυτός θα πρέπει να επιβάλλεται από το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα έπρεπε να είχε εγγραφεί το ποσό της προσαρμογής, δηλαδή την πρώτη εργάσιμη ημέρα του Ιουνίου του έτους που ακολουθεί το έτος κατά το οποίο εξέπνευσε η ρητή προθεσμία, μέχρι το χρονικό σημείο κατά το οποίο ενεγράφη στον λογαριασμό το ποσό της προσαρμογής. Σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες και την υπάρχουσα πρακτική, οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εγγραφή, σε ό,τι αφορά τους παραδοσιακούς ίδιους πόρους, θα πρέπει να οδηγεί σε υπολογισμό τόκου.

(13)

Το σύστημα επιτοκίου που ορίζεται στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 περιλαμβάνει σταθερή αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες και προοδευτική αύξηση κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες για κάθε μήνα καθυστέρησης, ενώ το αυξημένο επιτόκιο εφαρμόζεται σε όλη την περίοδο υπερημερίας. Το εν λόγω σύστημα επιτοκίου έχει συμβάλει καίρια στη διασφάλιση της έγκαιρης και στο ακέραιο απόδοσης των ιδίων πόρων και, συνεπώς, τα κύρια στοιχεία του θα πρέπει να διατηρηθούν.

(14)

Εντούτοις, οι ισχύοντες κανόνες που προβλέπουν ολοένα αυξανόμενο επιτόκιο οδήγησαν στην πληρωμή εξαιρετικά υψηλών επιτοκίων σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι οποίες αφορούσαν πολυετείς καθυστερήσεις. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αναλογικότητα του συστήματος, με παράλληλη διατήρηση του αποτρεπτικού αποτελέσματος, η σωρευτική αύξηση του εν λόγω βασικού επιτοκίου θα πρέπει να περιορίζεται στις 16 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως κατ' ανώτατο όριο.

(15)

Από την άλλη πλευρά, η υπάρχουσα σταθερή αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες,, ειδικότερα για σύντομα χρονικά διαστήματα καθυστέρησης, μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία αντικινήτρου για την έγκαιρη απόδοση των ιδίων πόρων, σε περιστάσεις όπου το κόστος αναχρηματοδότησης στην αγορά χρήματος είναι υψηλότερο από τον καταβλητέο τόκο. Προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η ομαλή λειτουργία του συστήματος, η σταθερή αύξηση στο βασικό ποσοστό θα πρέπει να αυξηθεί στις 2,5 ποσοστιαίες μονάδες και το επιτόκιο που προκύπτει, το οποίο επιβάλλεται, δεν θα πρέπει να είναι χαμηλότερο από το ποσοστό αυτό, ακόμη και όταν το εφαρμοστέο βασικό επιτόκιο είναι αρνητικό. Αυτό θα πρέπει ιδίως να εμποδίζει τις καθυστερήσεις στην απόδοση των μηνιαίων δωδεκατημορίων των ιδίων πόρων που βασίζονται στον ΦΠΑ και το ΑΕΕ, που αποτελούν σήμερα πάνω από το 80 % των εσόδων του προϋπολογισμού της Ένωσης.

(16)

Προκειμένου να προωθηθεί η αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και να ληφθούν υπόψη οι νεοεισαχθείσες διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10), θα πρέπει να μπορούν τα κράτη μέλη να απαλλάσσονται από την υποχρέωση να αποδίδουν στον προϋπολογισμό της Ένωσης τα ποσά των παραδοσιακών ιδίων πόρων που αποδεικνύεται ότι δεν μπορούν να ανακτηθούν λόγω αναβολής της εγγραφής στους λογαριασμούς ή αναβολής της γνωστοποίησης των τελωνειακών οφειλών, ώστε να μην τίθενται σε κίνδυνο οι ποινικές έρευνες που αφορούν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Η Επιτροπή θα πρέπει να γνωστοποιεί στα κράτη μέλη με τη μικρότερη δυνατή καθυστέρηση τα κριτήρια τα οποία θα διέπουν την αξιολόγηση των περιπτώσεων που αφορούν αυτή τη δυνατότητα και, όταν κρίνεται απαραίτητο, να τα επικαιροποιεί.

(17)

Το κατώτατο όριο για την αναφορά περιπτώσεων οι οποίες αφορούν παραδοσιακούς ιδίους πόρους που δηλώνονται ή χαρακτηρίζονται μη ανακτήσιμοι θα πρέπει να αυξηθεί, προκειμένου να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος για τα κράτη μέλη και την Επιτροπή.

(18)

Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η δυνατότητα της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014, να προβαίνει σε αναλήψεις πέραν του συνόλου των διαθεσίμων για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις της Ένωσης και αποκλειστικά στην περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του λήπτη δανείου που έχει συναφθεί ή έχει τύχει εγγύησης βάσει των κανονισμών και των αποφάσεων του Συμβουλίου, καλύπτει επίσης και τους κανονισμούς και τις αποφάσεις που, κατόπιν της Συνθήκης της Λισαβόνας, δεν εγκρίνονται μόνο από το Συμβούλιο, αλλά από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δυνάμει της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(19)

Εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, η Επιτροπή θα πρέπει να γνωστοποιεί στα κράτη μέλη, ή στις οικείες εθνικές κεντρικές τράπεζες, τις εντολές της για πράξεις σχετικές με ταμειακές κινήσεις οι οποίες έχουν επίπτωση στους λογαριασμούς που έχουν ανοιχθεί για τους σκοπούς που αφορούν τους ιδίους πόρους, τουλάχιστον μία ημέρα πριν από την εκτέλεση των εν λόγω εντολών.

(20)

Ως εκ τούτου, θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014.

(21)

Για λόγους συνέπειας, ο κανονισμός θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ την ίδια ημέρα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014. Η κατά τον παρόντα κανονισμό τροποποίηση του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 θα πρέπει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014, ώστε να διαφυλαχθεί η συνεχής εφαρμογή της παρέκκλισης που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1377/2014, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. H κατά τον παρόντα κανονισμό τροποποίηση του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 θα πρέπει να εφαρμόζεται εφόσον η ημερομηνία λήξης του ιδίου πόρου είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, για λόγους αναλογικότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να επωφελούνται από τον περιορισμό της συνολικής αύξησης των επιτοκίων, καθώς και από τον περιορισμό της πληρωμής τόκου για τους ιδίους πόρους που βασίζονται στον ΦΠΑ, μόνον σε ό,τι αφορά τις καθυστερήσεις που ορίζονται στο τροποποιημένο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ,Ευρατόμ) αριθ. 609/2014, όπως τροποποιείται από τον παρόντα κανονισμό, για ιδίους πόρους που οφείλονταν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, όταν οι εν λόγω ίδιοι πόροι κατέστησαν γνωστοί μετά την εν λόγω ημερομηνία,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα δικαιολογητικά που αφορούν τις διαδικασίες και τις στατιστικές βάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003 φυλάσσονται από τα κράτη μέλη έως τις 30 Νοεμβρίου του τέταρτου έτους που ακολουθεί το συγκεκριμένο οικονομικό έτος. Τα δικαιολογητικά της βάσης των ιδίων πόρων που βασίζονται στον ΦΠΑ φυλάσσονται για το ίδιο διάστημα.».

2)

Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Λογαριασμοί των ιδίων πόρων τηρούνται στο Δημόσιο Ταμείο κάθε κράτους μέλους ή σε δημόσια οντότητα που ασκεί ανάλογα καθήκοντα («Δημόσιο Ταμείο») ή στην εθνική κεντρική τράπεζα κάθε κράτους μέλους. Οι εν λόγω λογαριασμοί υποδιαιρούνται κατά είδος πόρων.»·

β)

στην παράγραφο 3, το τρίτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

i)

στην πρώτη περίπτωση, η αναφορά στο «άρθρο 10 παράγραφος 3» αντικαθίσταται από αναφορά στο «άρθρο 10α παράγραφος 1»·

ii)

η δεύτερη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«—

το αποτέλεσμα του υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 10β παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο εγγράφεται κατ' έτος, με εξαίρεση τις συγκεκριμένες προσαρμογές που προβλέπονται στο άρθρο 10β παράγραφος 2 στοιχείο β), οι οποίες εγγράφονται στα λογιστικά βιβλία την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μήνα που ακολουθεί τη συμφωνία μεταξύ του εν λόγω κράτους μέλους και της Επιτροπής.».

3)

Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο και δεύτερο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 10, 10α και 10β, το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στον λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για τον σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στην εθνική κεντρική τράπεζά του. Με την επιφύλαξη της επιβολής αρνητικού τόκου όπως αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο, ο εν λόγω λογαριασμός μπορεί να χρεωθεί μόνο κατόπιν εντολής της Επιτροπής.

Ο εν λόγω λογαριασμός τηρείται σε εθνικό νόμισμα και χωρίς την επιβολή οποιουδήποτε τέλους ή επιτοκίου.»·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν επιβάλλεται αρνητικός τόκος στον εν λόγω λογαριασμό, το οικείο κράτος μέλος πιστώνει τον λογαριασμό με ποσό που αντιστοιχεί στο ύψος του εν λόγω αρνητικού τόκου που εφαρμόσθηκε, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα του δεύτερου μήνα μετά την επιβολή του εν λόγω αρνητικού τόκου.»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα κράτη μέλη ή οι εθνικές κεντρικές τους τράπεζες διαβιβάζουν στην Επιτροπή διά της ηλεκτρονικής οδού τα εξής:

α)

την εργάσιμη ημέρα κατά την οποία οι ίδιοι πόροι πιστώθηκαν στον λογαριασμό της Επιτροπής, αντίγραφο λογαριασμού ή αναγγελία πίστωσης λογαριασμού από τα οποία να προκύπτει η εγγραφή των ιδίων πόρων·

β)

με την επιφύλαξη του στοιχείου α), το αργότερο τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα από την πίστωση του λογαριασμού, αντίγραφο λογαριασμού με τις εγγραφές των ιδίων πόρων.».

4)

Το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 10

Απόδοση των παραδοσιακών ιδίων πόρων

1.   Αφού αφαιρεθούν τα έξοδα είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 και το άρθρο 10 παράγραφος 3 της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ, η εγγραφή των παραδοσιακών ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της απόφασης αυτής διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη δεκάτη ενάτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση βάσει του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού.

Πάντως, για τις απαιτήσεις που βάσει του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 6 καταχωρούνται σε χωριστά λογιστικά βιβλία, η εγγραφή πρέπει να γίνει το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη δεκάτη ενάτη ημέρα του δευτέρου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της είσπραξης των απαιτήσεων.

2.   Αν παραστεί ανάγκη, τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να κληθούν από την Επιτροπή να επισπεύσουν κατά έναν μήνα την εγγραφή των πόρων, εκτός του ιδίου πόρου που βασίζεται στον ΦΠΑ και του ιδίου πόρου που βασίζεται στο ΑΕΕ, βάσει των πληροφοριών που διαθέτουν στις δεκαπέντε του ίδιου μήνα.

Η προσαρμογή κάθε προκαταβολικής εγγραφής διενεργείται τον επόμενο μήνα, κατά την εγγραφή που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Συνίσταται στην αρνητική εγγραφή ποσού ίσου με εκείνο που κατέστη αντικείμενο της προκαταβολικής εγγραφής.

Άρθρο 10α

Απόδοση των ιδίων πόρων που βασίζονται στον ΦΠΑ και το ΑΕΕ

1.   Η εγγραφή του ίδιου πόρου που βασίζεται στον ΦΠΑ και του ίδιου πόρου που βασίζεται στο ΑΕΕ, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων σε αυτούς τους πόρους από τη διόρθωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών που παρέχεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και από την ακαθάριστη μείωση που παρέχεται στη Δανία, στις Κάτω Χώρες, στην Αυστρία και στη Σουηδία, διενεργείται κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μηνός, και τούτο ανά δωδεκατημόριο των ποσών που προκύπτουν από τον προϋπολογισμό για τον σκοπό αυτό, μετά τη μετατροπή τους σε εθνικά νομίσματα με την ισοτιμία της τελευταίας ημέρας συναλλαγών του ημερολογιακού έτους που προηγείται του οικονομικού έτους, όπως δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C.

2.   Για τις ειδικές ανάγκες που αφορούν την πληρωμή των δαπανών του ΕΓΤΕ, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1), και σε συνάρτηση με την ταμειακή κατάσταση της Κοινότητας, τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να κληθούν από την Επιτροπή να επισπεύσουν κατά διάστημα έως και δύο μηνών, εντός του πρώτου τριμήνου του οικονομικού έτους, την εγγραφή ενός δωδεκατημορίου ή ενός κλάσματος δωδεκατημορίου των ποσών που προβλέπονται στον προϋπολογισμό στα πλαίσια του ίδιου πόρου που βασίζεται στον ΦΠΑ και του ίδιου πόρου που βασίζεται στο ΑΕΕ, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων σε αυτούς τους πόρους από τη διόρθωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών που παρέχεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και από την ακαθάριστη μείωση που παρέχεται στη Δανία, στις Κάτω Χώρες, στην Αυστρία και στη Σουηδία.

Με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου, για τις ειδικές ανάγκες που αφορούν την πληρωμή των δαπανών των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2), και σε συνάρτηση με την ταμειακή κατάσταση της Κοινότητας, τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να κληθούν από την Επιτροπή να επισπεύσουν, εντός του πρώτου εξαμήνου του οικονομικού έτους, την εγγραφή πρόσθετου ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ήμισυ του δωδεκατημορίου των ποσών που προβλέπονται στον προϋπολογισμό στα πλαίσια του ίδιου πόρου που βασίζεται στον ΦΠΑ και του ίδιου πόρου που βασίζεται στο ΑΕΕ, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων σε αυτούς τους πόρους από τη διόρθωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών που παρέχεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και από την ακαθάριστη μείωση που παρέχεται στη Δανία, στις Κάτω Χώρες, στην Αυστρία και στη Σουηδία.

Το συνολικό ποσό του οποίου την επίσπευση δύναται να ζητήσει η Επιτροπή από τα κράτη μέλη εντός του ίδιου μήνα δυνάμει του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβεί τα δύο επιπλέον δωδεκατημόρια.

Μετά την παρέλευση του πρώτου εξαμήνου, η αιτούμενη μηνιαία εγγραφή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα δωδεκατημόριο των ιδίων πόρων που βασίζονται στον ΦΠΑ και το ΑΕΕ, πάντοτε εντός των ορίων των ποσών που έχουν εγγραφεί στον προϋπολογισμό για τον σκοπό αυτό.

Η Επιτροπή ενημερώνει εκ των προτέρων τα κράτη μέλη, το αργότερο δύο εβδομάδες πριν από εγγραφή που ζητείται δυνάμει του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου.

Η Επιτροπή κοινοποιεί εγκαίρως στα κράτη μέλη, το αργότερο έξι εβδομάδες πριν από εγγραφή που ζητείται δυνάμει του δεύτερου εδαφίου, την πρόθεσή της να ζητήσει την εν λόγω εγγραφή.

Η παράγραφος 4, που αφορά την εγγραφή για τον μήνα Ιανουάριο κάθε οικονομικού έτους, και η παράγραφος 5, που εφαρμόζεται όταν ο προϋπολογισμός δεν έχει εγκριθεί οριστικά πριν από την έναρξη του οικονομικού έτους, εφαρμόζονται για τις επισπευθείσες εγγραφές.

3.   Κάθε τροποποίηση του ενιαίου συντελεστή του ιδίου πόρου που βασίζεται στον ΦΠΑ, του συντελεστή του ιδίου πόρου που βασίζεται στο ΑΕΕ, της διόρθωσης των δημοσιονομικών ανισορροπιών που παρέχεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και της χρηματοδότησής της που προβλέπεται στα άρθρα 4 και 5 της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ, καθώς και της χρηματοδότησης της ακαθάριστης μείωσης που παρέχεται στη Δανία, τις Κάτω Χώρες, την Αυστρία και τη Σουηδία, προϋποθέτει την οριστική έγκριση διορθωτικού προϋπολογισμού και οδηγεί στην αναπροσαρμογή των δωδεκατημορίων που έχουν εγγραφεί από την αρχή του οικονομικού έτους.

Οι αναπροσαρμογές αυτές διενεργούνται κατά την πρώτη εγγραφή που ακολουθεί την οριστική έγκριση του διορθωτικού προϋπολογισμού, αν αυτή πραγματοποιηθεί πριν από τις δεκαέξι του μηνός. Στην αντίθετη περίπτωση, οι αναπροσαρμογές διενεργούνται κατά τη δεύτερη εγγραφή μετά την οριστική έγκριση αυτού. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11 του δημοσιονομικού κανονισμού, οι αναπροσαρμογές αυτές εγγράφονται στους λογαριασμούς στο πλαίσιο του οικονομικού έτους του εν λόγω διορθωτικού προϋπολογισμού.

4.   Τα δωδεκατημόρια που αφορούν στην εγγραφή του μηνός Ιανουαρίου κάθε οικονομικού έτους υπολογίζονται βάσει των ποσών που προβλέπονται στο σχέδιο προϋπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 314 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), μετατρεπομένων σε εθνικό νόμισμα με την ισοτιμία της πρώτης ημέρας συναλλαγών που ακολουθεί τη 15η Δεκεμβρίου του ημερολογιακού έτους που προηγείται του οικονομικού έτους· η προσαρμογή διενεργείται κατά την εγγραφή που αντιστοιχεί στον επόμενο μήνα.

5.   Αν ο προϋπολογισμός δεν έχει εγκριθεί οριστικά το αργότερο δύο εβδομάδες πριν από την εγγραφή του Ιανουαρίου του επομένου οικονομικού έτους, τα κράτη μέλη εγγράφουν την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, συμπεριλαμβανομένου του Ιανουαρίου, ένα δωδεκατημόριο του ποσού του ιδίου πόρου που βασίζεται στον ΦΠΑ και του ιδίου πόρου που βασίζεται στο ΑΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις στον εν λόγω πόρο από τη διόρθωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών που παρέχεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και την ακαθάριστη μείωση που παρέχεται στη Δανία, στις Κάτω Χώρες, στην Αυστρία και στη Σουηδία, ως έχουν στο τελευταίο οριστικά εγκεκριμένο προϋπολογισμό· η προσαρμογή γίνεται κατά την πρώτη λήξη της προθεσμίας που ακολουθεί την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού αν αυτή πραγματοποιηθεί πριν από τις δεκαέξι του μηνός. Στην αντίθετη περίπτωση, η προσαρμογή διενεργείται κατά τη δεύτερη λήξη της προθεσμίας που ακολουθεί την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού.

6.   Δεν πραγματοποιείται καμία μεταγενέστερη αναθεώρηση της χρηματοδότησης της ακαθάριστης μείωσης που δίδεται στη Δανία, στις Κάτω Χώρες, στην Αυστρία και στη Σουηδία, σε περίπτωση τροποποίησης των στοιχείων για το ΑΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003.

Άρθρο 10β

Προσαρμογές στους ιδίους πόρους που βασίζονται στον ΦΠΑ και το ΑΕΕ προηγούμενων οικονομικών ετών

1.   Βάσει της ετήσιας κατάστασης της βάσης του ιδίου πόρου που βασίζεται στον ΦΠΑ που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89, κάθε κράτος μέλος χρεώνεται, κατά το έτος που έπεται του έτους στη διάρκεια του οποίου διαβιβάστηκε η κατάσταση αυτή, με το ποσό που προκύπτει από τα στοιχεία που αναφέρονται στην εν λόγω κατάσταση με την εφαρμογή του ενιαίου συντελεστή που χρησιμοποιήθηκε για το οικονομικό έτος με το οποίο σχετίζεται η κατάσταση και πιστώνεται με τις 12 εγγραφές που διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου οικονομικού έτους. Η βάση όμως του πόρου που βασίζεται στον ΦΠΑ ενός κράτους μέλους, στο οποίο εφαρμόζεται ο συντελεστής που προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό του ΑΕΕ του κράτους αυτού που καθορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 2 παράγραφος 7 της εν λόγω απόφασης.

2.   Οι ενδεχόμενες διορθώσεις της βάσης του ιδίου πόρου που βασίζεται στον ΦΠΑ που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89 δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, του οποίου η βάση, λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω διορθώσεων, δεν υπερβαίνει τα ποσοστά που ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) και στο άρθρο 10 παράγραφος 2 της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ, να προβαίνει στις ακόλουθες προσαρμογές του υπολοίπου που προσδιορίζεται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου:

α)

οι διορθώσεις δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89 που πραγματοποιούνται έως τις 31 Ιουλίου συνεπάγονται γενική προσαρμογή κατά το επόμενο έτος·

β)

μια συγκεκριμένη προσαρμογή μπορεί να εγγραφεί ανά πάσα στιγμή, εάν συμφωνήσουν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και η Επιτροπή δυνάμει του πρώτου εδαφίου του άρθρου 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89·

γ)

όταν τα μέτρα που λαμβάνει η Επιτροπή για τη διόρθωση της βάσης, δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89, οδηγούν σε συγκεκριμένη προσαρμογή των εγγραφών στον λογαριασμό που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, η προσαρμογή αυτή πραγματοποιείται κατά την ημερομηνία που έχει ορίσει η Επιτροπή κατ' εφαρμογή των μέτρων αυτών.

Οι τροποποιήσεις του ΑΕΕ που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου συνεπάγονται επίσης την προσαρμογή του υπολοίπου κάθε κράτους μέλους, του οποίου η βάση του ιδίου πόρου που βασίζεται στον ΦΠΑ, λαμβανομένων υπόψη των διορθώσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, προσδιορίζεται στα ποσοστά που καθορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) και στο άρθρο 10 παράγραφος 2 της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ.

3.   Με βάση τα στοιχεία για το μακροοικονομικό μέγεθος ΑΕΕ σε τιμές αγοράς και τις συνιστώσες του για το παρελθόν έτος που παρέχουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003, κάθε κράτος μέλος χρεώνεται, κατά το έτος που έπεται του έτους παροχής των στοιχείων, με το ποσό που προκύπτει με την εφαρμογή στο ΑΕΕ του συντελεστή που χρησιμοποιήθηκε κατά το έτος που προηγείται του έτους παροχής των στοιχείων και πιστώνεται με τις εγγραφές που διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια του εν λόγω οικονομικού έτους.

4.   Οι ενδεχόμενες τροποποιήσεις που πραγματοποιούνται στο ΑΕΕ των προηγούμενων οικονομικών ετών κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003 συνεπάγονται, με την επιφύλαξη του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού, για κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, προσαρμογή του υπολοίπου που καθορίστηκε κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Μετά τις 30 Νοεμβρίου του τέταρτου έτους που έπεται ενός συγκεκριμένου οικονομικού έτους, οι ενδεχόμενες τροποποιήσεις του ΑΕΕ δεν λαμβάνονται πλέον υπόψη, εκτός αν αφορούν σημεία που επισημάνθηκαν πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής είτε από την Επιτροπή είτε από το κράτος μέλος.

5.   Για κάθε κράτος μέλος, η Επιτροπή υπολογίζει τη διαφορά μεταξύ των ποσών που προκύπτουν από τις προσαρμογές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4, εξαιρουμένων συγκεκριμένων προσαρμογών σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχεία β) και γ), και του γινομένου που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό των συνολικών ποσών των προσαρμογών με το ποσοστό που αντιπροσωπεύει το ΑΕΕ του κράτους μέλους σε σχέση με το ΑΕΕ του συνόλου των κρατών μελών, όπως ισχύει στις 15 Ιανουαρίου στον εκάστοτε ισχύοντα προϋπολογισμό για το έτος που έπεται εκείνου κατά το οποίο έχουν παρασχεθεί τα στοιχεία των προσαρμογών («καθαρό ποσό»).

Για τους σκοπούς του υπολογισμού της προσαρμογής, η μετατροπή των ποσών από εθνικό νόμισμα σε ευρώ διενεργείται με τον συντελεστή ισοτιμίας της τελευταίας ημέρας συναλλαγών του ημερολογιακού έτους που προηγείται της εγγραφής των λογαριασμών, όπως έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C.

Η Επιτροπή ανακοινώνει στα κράτη μέλη τα ποσά που προκύπτουν από τον υπολογισμό αυτόν πριν από την 1η Φεβρουαρίου του έτους που έπεται εκείνου κατά το οποίο έχουν παρασχεθεί τα στοιχεία των προσαρμογών. Κάθε κράτος μέλος εγγράφει το καθαρό ποσό στον λογαριασμό που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα του Ιουνίου του ίδιου έτους.

6.   Οι πράξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 5 του παρόντος άρθρου συνιστούν πράξεις εσόδων του οικονομικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου εγγράφονται στον λογαριασμό όπως αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1.

(*1)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί θεσπίσεως κανόνων για άμεσες ενισχύσεις στους γεωργούς βάσει καθεστώτων στήριξης στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 637/2008 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 608)."

(*2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).»."

5)

Στο άρθρο 11, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Επιτροπή προβαίνει στον υπολογισμό της προσαρμογής κατά τη διάρκεια του έτους που έπεται του εξεταζόμενου οικονομικού έτους.

Ο υπολογισμός γίνεται με βάση τα ακόλουθα στοιχεία που αφορούν το σχετικό οικονομικό έτος:

α)

το μακροοικονομικό μέγεθος ΑΕΕ σε τιμές αγοράς και τις συνιστώσες του, που παρασχέθηκαν από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003·

β)

την εκτέλεση των επιχειρησιακών δαπανών του προϋπολογισμού που ανταποκρίνονται στην εν λόγω δράση ή πολιτική.

Για τον υπολογισμό της προσαρμογής, το συνολικό ποσό των εν λόγω δαπανών, με εξαίρεση τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από τρίτες συμμετέχουσες χώρες, πολλαπλασιάζεται με το ποσοστό που αντιπροσωπεύει το ΑΕΕ του κράτους μέλους που δικαιούται προσαρμογής σε σχέση με το ΑΕΕ του συνόλου των κρατών μελών. Η προσαρμογή χρηματοδοτείται από τα συμμετέχοντα κράτη μέλη σύμφωνα με την κλίμακα που προσδιορίζεται, διαιρώντας το αντίστοιχο ΑΕΕ τους με το ΑΕΕ του συνόλου των συμμετεχόντων κρατών μελών. Για τους σκοπούς του υπολογισμού της προσαρμογής, η μετατροπή των ποσών από εθνικό νόμισμα σε ευρώ διενεργείται με τον συντελεστή ισοτιμίας της τελευταίας ημέρας συναλλαγών του ημερολογιακού έτους που προηγείται του υπό εξέταση οικονομικού έτους, όπως δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωση, σειρά C.

Η προσαρμογή για κάθε σχετικό έτος έχει ενιαίο και οριστικό χαρακτήρα, ανεξάρτητα από τη μεταγενέστερη τροποποίηση του ΑΕΕ που χρησιμοποιήθηκε.».

6)

Το άρθρο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 12

Τόκοι υπερημερίας επί καθυστερημένης απόδοσης

1.   Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 δημιουργεί για το συγκεκριμένο κράτος μέλος την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας.

2.   Για τους ιδίους πόρους που βασίζονται στον ΦΠΑ και στο ΑΕΕ, οι τόκοι υπερημερίας πρέπει να καταβάλλονται μόνο σε σχέση με τις καθυστερήσεις κατά την εγγραφή ποσών:

α)

που αναφέρονται στο άρθρο 10α·

β)

που προκύπτουν από τον υπολογισμό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 10β παράγραφος 5, κατά τη χρονική στιγμή που καθορίζεται στο τρίτο εδάφιο·

γ)

που προκύπτουν από συγκεκριμένες προσαρμογές των ιδίων πόρων που βασίζονται στον ΦΠΑ δυνάμει του άρθρου 10β παράγραφος 2 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, κατά την ημερομηνία που καθορίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με τα μέτρα που λαμβάνονται από αυτήν δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89·

δ)

που προκύπτουν από την αδυναμία ενός κράτους μέλους να παράσχει διορθώσεις για τα στοιχεία για το ΑΕΕ που είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση σημείων που κοινοποιήθηκαν από την Επιτροπή ή από το κράτος μέλος όπως αναφέρεται στο άρθρο 10β παράγραφος 4, εντός της ρητής προθεσμίας που ορίζεται από την Επιτροπή. Οι τόκοι από τις προσαρμογές που προκύπτουν από τις εν λόγω διορθώσεις υπολογίζονται από την πρώτη εργάσιμη ημέρα του Ιουνίου του έτους που έπεται εκείνου κατά το οποίο έληξε η ρητή προθεσμία που θέτει η Επιτροπή.

3.   Η ανάκτηση ποσών τόκων κάτω των 500 EUR δεν απαιτείται.

4.   Όσον αφορά τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην οικονομική και νομισματική ένωση, το επιτόκιο είναι ίσο προς το επιτόκιο της πρώτης ημέρας του μήνα λήξης της προθεσμίας, ή είναι μηδενικό, ανάλογα με το ποιο είναι υψηλότερο, που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις βασικές πράξεις αναχρηματοδότησης, όπως δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C, προσαυξημένο κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες.

Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 ποσοστιαίας μονάδος ανά μήνα καθυστέρησης.

Η συνολική αύξηση σύμφωνα με το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο δεν υπερβαίνει τις 16 ποσοστιαίες μονάδες. Το αυξημένο κατ' αυτόν τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.

5.   Όσον αφορά τα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν στην οικονομική και νομισματική ένωση, το επιτόκιο είναι ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται την πρώτη ημέρα του εν λόγω μήνα από τις κεντρικές τράπεζες για τις βασικές πράξεις αναχρηματοδότησης, ή είναι μηδενικό, ανάλογα με το ποιο είναι υψηλότερο, προσαυξημένο κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες. Για τα κράτη μέλη για τα οποία το επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας δεν είναι διαθέσιμο, το επιτόκιο ισούται προς το ισοδύναμο επιτόκιο που ισχύει την πρώτη ημέρα του εν λόγω μήνα στη χρηματαγορά του κράτους μέλους, ή είναι μηδενικό, ανάλογα με το ποιο είναι υψηλότερο, αυξημένο κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες.

Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 ποσοστιαίας μονάδος ανά μήνα καθυστέρησης.

Η συνολική αύξηση σύμφωνα με το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο δεν υπερβαίνει τις 16 ποσοστιαίες μονάδες. Το αυξημένο κατ' αυτόν τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.

6.   Για την καταβολή των τόκων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, το άρθρο 9 παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζεται αναλόγως.».

7)

Το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2, προστίθεται το ακόλουθο δεύτερο εδάφιο:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσονται της υποχρέωσης να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στα οφειλόμενα έσοδα που βεβαιώθηκαν βάσει του άρθρου 2, όταν τα εν λόγω οφειλόμενα ποσά αποδεικνύεται ότι δεν μπορούν να ανακτηθούν λόγω αναβολής της εγγραφής στους λογαριασμούς ή της γνωστοποίησης της τελωνειακής οφειλής, προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η ποινική έρευνα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.»·

β)

στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Εντός τριών μηνών από τη διοικητική απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 ή σύμφωνα με την προθεσμία που ορίζεται στην ίδια παράγραφο, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή έκθεση με τις πληροφορίες που αφορούν τις περιπτώσεις εφαρμογής της παραγράφου 2, εφόσον το ποσό των βεβαιωθέντων οφειλόμενων ποσών υπερβαίνει τα 100 000 EUR.».

8)

Στο άρθρο 14 οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Αποκλειστικώς για την περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του λήπτη δανείου που έχει συναφθεί ή έχει τύχει εγγυήσεως βάσει των κανονισμών και αποφάσεων του Συμβουλίου ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και εφόσον οι περιστάσεις δεν επιτρέπουν στην Επιτροπή να προσφύγει εγκαίρως σε άλλα μέτρα προβλεπόμενα από τις δημοσιονομικές διατάξεις που εφαρμόζονται στα δάνεια αυτά προκειμένου να τηρηθούν οι νομικές υποχρεώσεις της Ένωσης έναντι των χρηματοδοτών, οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 είναι δυνατόν να εφαρμοστούν προσωρινά, ανεξάρτητα από τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2, ώστε να εξασφαλισθεί η εξυπηρέτηση των χρεών της Ένωσης.

4.   Υπό την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, η διαφορά μεταξύ του συνολικού ενεργητικού και των ταμειακών αναγκών κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών, αυτό δε γίνεται κατά το δυνατόν ανάλογα με τα έσοδα του προϋπολογισμού που προβλέπεται να προέλθουν από καθένα από αυτά.

Η Επιτροπή, κατά την κάλυψη των ταμειακών αναγκών της, αποσκοπεί στη μείωση των επιπτώσεων στα κράτη μέλη της υποχρέωσης εγγραφής των ποσών του αρνητικού τόκου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο του άρθρου 9, παράγραφος 1, χρησιμοποιώντας κατά προτεραιότητα τα ποσά που εγγράφονται εις πίστωση των λογαριασμών.».

9)

Το άρθρο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 15

Εκτέλεση εντολών πληρωμών

1.   Τα κράτη μέλη ή η εθνική κεντρική τράπεζά τους, εκτελούν τις εντολές πληρωμών της Επιτροπής σύμφωνα με τις οδηγίες της τελευταίας και το αργότερο εντός τριών εργάσιμων ημερών από τη λήψη των εντολών. Στην περίπτωση πράξεων σχετικών με ταμειακές κινήσεις, τα κράτη μέλη ή η εθνική κεντρική τράπεζά τους, εκτελούν τις εντολές εντός της περιόδου που έχει ζητηθεί από την Επιτροπή, η οποία, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, τις κοινοποιεί τουλάχιστον μία ημέρα πριν από την εκτέλεση της διαταγής.

2.   Τα κράτη μέλη ή η εθνική κεντρική τράπεζά τους διαβιβάζουν στην Επιτροπή διά της ηλεκτρονικής οδού, και το αργότερο τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα από την ολοκλήρωση της κάθε πράξης, αντίγραφο του λογαριασμού στο οποίο παρουσιάζονται οι σχετικές κινήσεις.».

10)

Το άρθρο 18 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 18

Κατάργηση

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2014.

2.   Το άρθρο 10 παράγραφος 7α του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 καταργείται αρχής γενομένης από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

3.   Οι αναφορές στον καταργούμενο κανονισμό νοούνται ως αναφορές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος II.».

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014.

Με την επιφύλαξη του τρίτου και του τέταρτου εδαφίου, εφαρμόζεται από την ίδια ημερομηνία.

Το άρθρο 1 σημείο 6 εφαρμόζεται για τον υπολογισμό των τόκων υπερημερίας των ιδίων πόρων που οφείλονται μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, ο περιορισμός όσον αφορά τη συνολική αύξηση του επιτοκίου κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς και ο περιορισμός σχετικά με την καταβολή τόκων για τους ιδίους πόρους που βασίζονται στον ΦΠΑ μόνο σε σχέση με καθυστερήσεις κατά την εγγραφή ποσών που προκύπτουν από συγκεκριμένες προσαρμογές του εν λόγω κανονισμού, κατά την ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με τα μέτρα που έχουν ληφθεί από την Επιτροπή, ισχύουν επίσης για τον υπολογισμό των τόκων υπερημερίας των ιδίων πόρων που οφείλονται πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, εφόσον οι εν λόγω ίδιοι πόροι κατέστησαν γνωστοί στην Επιτροπή ή στο οικείο κράτος μέλος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Το άρθρο 1 σημείο 10 εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2014.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 17 Μαΐου 2016.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M.H.P. VAN DAM


(1)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 2015.

(2)   ΕΕ C 5 της 8.1.2016, σ. 1.

(3)  Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 130 της 31.5.2000, σ. 1).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2014, για τις μεθόδους και τη διαδικασία απόδοσης των παραδοσιακών ιδίων πόρων και των ιδίων πόρων που βασίζονται στον ΦΠΑ και το ΑΕΕ και για τα μέτρα αντιμετώπισης των ταμειακών αναγκών (ΕΕ L 168 της 7.6.2014, σ. 39).

(5)  Απόφαση 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2014, για το σύστημα των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 168 της 7.6.2014, σ. 105).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί θεσπίσεως κανόνων για άμεσες ενισχύσεις στους γεωργούς βάσει καθεστώτων στήριξης στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 637/2008 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 608).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1377/2014 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 για την εφαρμογή της απόφασης 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 367 της 23.12.2014, σ. 14).

(9)  Κανονισμός (ΕΟΚ, ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 1553/89 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 1989 για το ομοιόμορφο οριστικό καθεστώς είσπραξης των ιδίων πόρων που προέρχονται από το φόρο επί της προστιθεμένης αξίας (ΕΕ L 155 της 7.6.1989, σ. 9).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 269 της 10.10.2013, σ. 1).