12.11.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 295/5


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2015/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 11ης Νοεμβρίου 2015

για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για τον καθορισμό, τον υπολογισμό και την κατάργηση πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων, σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (1), και ιδίως το άρθρο 37 παράγραφος 8 τρίτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 2009/138/ΕΚ προβλέπει τη δυνατότητα των εποπτικών αρχών να επιβάλλουν πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση σε μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Είναι αναγκαίο να προβλεφθούν διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων όσον αφορά τον καθορισμό, τον υπολογισμό και την κατάργηση πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων.

(2)

Προκειμένου να επιτραπεί στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να παρέχει πληροφορίες και δικαιολογητικά που μπορούν να μετριάσουν ή να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ανάγκη για πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση πριν από την απόφαση σχετικά με τον καθορισμό πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης, η εποπτική αρχή θα πρέπει να παρέχει στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τη δυνατότητα αιτιολογήσεως του μη καθορισμού πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης.

(3)

Η συνεργασία της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με την εποπτική αρχή είναι απαραίτητη, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης ως εποπτικού μέτρου. Για να μπορεί η εποπτική αρχή να βασίζει την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση σε ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να υπολογίζει την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση κατόπιν αιτήματος της εποπτικής αρχής.

(4)

Για να μπορεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να αποκαταστήσει τις ελλείψεις που οδήγησαν στην επιβολή της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί το περιεχόμενο της απόφασης για επιβολή πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης.

(5)

Η εποπτική αρχή και η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν θα πρέπει να βασίζονται μόνο στην ετήσια επανεξέταση της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης, αλλά να παρακολουθούν προορατικά τις περιστάσεις που οδήγησαν στον καθορισμό της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης, προκειμένου να λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα. Προς τον σκοπό αυτό, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει επομένως να παρέχει στην εποπτική αρχή τις εκθέσεις προόδου σχετικά με τη διόρθωση των ελλείψεων που οδήγησαν στην επιβολή πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης. Είναι επίσης αναγκαίο να προβλεφθεί διαδικασία επανεξέτασης των αποφάσεων για τις πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις, εάν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή στις περιστάσεις που οδήγησαν στον καθορισμό πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης.

(6)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων στην Επιτροπή.

(7)

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων διεξήγαγε ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις όσον αφορά τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός, ανέλυσε τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες και ζήτησε τη γνώμη της ομάδας συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Κοινοποίηση πριν από τον καθορισμό της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης

1.   Η εποπτική αρχή κοινοποιεί στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση την πρόθεσή της να επιβάλει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση και τους λόγους για την επιβολή της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης.

2.   Η εποπτική αρχή ορίζει προθεσμία εντός της οποίας η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση καλείται να απαντήσει στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η εποπτική αρχή εξετάζει κάθε πληροφορία που παρέχεται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση προτού λάβει την απόφασή της.

Άρθρο 2

Υπολογισμός της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης

Εάν απαιτείται από την εποπτική αρχή, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση διενεργεί τον υπολογισμό της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης σύμφωνα με τις προδιαγραφές που καθορίζονται από την εποπτική αρχή.

Άρθρο 3

Παροχή πληροφοριών

1.   Η εποπτική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να της παράσχει, εντός προθεσμίας που ορίζεται από την εποπτική αρχή, τις αναγκαίες πληροφορίες για τη λήψη απόφασης σχετικά με τον καθορισμό πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης.

2.   Κατά τον καθορισμό της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 η εποπτική αρχή δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην πιθανότητα και τη σοβαρότητα των δυσμενών συνεπειών για τους αντισυμβαλλόμενους και τους δικαιούχους.

3.   Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν αμέσως την εποπτική αρχή εάν δεν είναι δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 4

Απόφαση για τον καθορισμό πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης

1.   Η εποπτική αρχή κοινοποιεί γραπτώς την απόφασή της για επιβολή πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

2.   Η απόφαση της εποπτικής αρχής είναι επαρκώς λεπτομερής, ώστε να επιτρέπει στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να κατανοήσει τα μέτρα που χρειάζεται να λάβει ή τις ελλείψεις που πρέπει να διορθώσει προκειμένου να καταργηθεί η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση.

3.   Η απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 περιλαμβάνει:

α)

τους λόγους για τον καθορισμό της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης·

β)

τη μεθοδολογία για τον υπολογισμό της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης και του ποσού της κεφαλαιακής απαίτησης·

γ)

την ημερομηνία από την οποία ισχύει η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση·

δ)

κατά περίπτωση, την προθεσμία εντός της οποίας η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση καλείται να αποκαταστήσει τις ελλείψεις που οδήγησαν στον καθορισμό της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης·

ε)

κατά περίπτωση, το περιεχόμενο και τη συχνότητα της έκθεσης προόδου που πρέπει να υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 5.

Άρθρο 5

Έκθεση προόδου

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και εφόσον της το ζητήσει η εποπτική αρχή, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει την εποπτική αρχή σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειώσει ως προς την αποκατάσταση των ελλείψεων που οδήγησαν στον καθορισμό της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης και ποιες σχετικές δράσεις έχει αναλάβει.

Άρθρο 6

Επανεξέταση της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης

1.   Η εποπτική αρχή επανεξετάζει την επιβληθείσα πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση εάν υπάρχει ουσιαστική αλλαγή στις συνθήκες που οδήγησαν στον καθορισμό της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης.

2.   Μετά την επανεξέταση της επιβληθείσας πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης, η εποπτική αρχή διατηρεί, τροποποιεί ή καταργεί την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση.

Άρθρο 7

Διατήρηση, τροποποίηση ή κατάργηση της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης

Όταν εξετάζεται η σκοπιμότητα διατήρησης, τροποποίησης ή κατάργησης της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης, η εποπτική αρχή λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:

α)

τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για τον καθορισμό και τον υπολογισμό της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης·

β)

τις πληροφορίες που λήφθηκαν από την εποπτική αρχή μέσω της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης και με κάθε επακόλουθη δραστηριότητα εποπτείας·

γ)

τις πληροφορίες που παρέχονται στην έκθεση προόδου, εάν ζητηθεί από την εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 5·

δ)

οποιεσδήποτε άλλες σχετικές πληροφορίες που οδηγούν σε ουσιαστική αλλαγή στις συνθήκες που οδήγησαν στον καθορισμό της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης.

Άρθρο 8

Απόφαση διατήρησης, τροποποίησης ή κατάργησης της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης

1.   Η εποπτική αρχή κοινοποιεί γραπτώς και χωρίς καθυστέρηση στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση την απόφασή της να μεταβάλει ή να άρει την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση και την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εν λόγω απόφασης.

2.   Όταν η εποπτική αρχή αποφασίζει να αλλάξει την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση, εκδίδει νέα απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3.

Άρθρο 9

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 11 Νοεμβρίου 2015.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48).