24.3.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 78/1


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2015/488 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 4ης Σεπτεμβρίου 2014

για την τροποποίηση του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 241/2014 όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις βάσει των παγίων εξόδων

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (1), και ιδίως το άρθρο 97 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θεσπίζει, μεταξύ άλλων, απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων είναι ασφαλείς και υγιείς και συμμορφώνονται, ανά πάσα στιγμή, με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις. Οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός αποσκοπούν στο να διασφαλίζουν ότι οι κίνδυνοι που προκύπτουν από επιχειρηματικές δραστηριότητες καλύπτονται από ένα επαρκές ποσό ιδίων κεφαλαίων. Σύμφωνα με το άρθρο 97 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι επιχειρήσεις [δηλαδή οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι οντότητες που αναφέρονται στο σημείο 2 στοιχείο γ) του άρθρου 4 παράγραφος 1] μπορούν να χρησιμοποιούν εναλλακτική μέθοδο βάσει των παγίων εξόδων για τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης στον κίνδυνο. Είναι, επομένως, αναγκαίο να καθοριστεί η μεθοδολογία για τον υπολογισμό των παγίων εξόδων, καθώς και ο κατάλογος των στοιχείων που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στους υπολογισμούς, ώστε να υπάρχει μια κοινή προσέγγιση σε όλα τα κράτη μέλη.

(2)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι είναι σε θέση να οργανώσουν εύτακτο τερματισμό της λειτουργίας ή αναδιάρθρωση των δραστηριοτήτων τους, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να κατέχουν επαρκείς χρηματοοικονομικούς πόρους για να αντιμετωπίσουν λειτουργικές δαπάνες για ενδεδειγμένη χρονική περίοδο. Κατά τη διάρκεια του τερματισμού της λειτουργίας ή της αναδιάρθρωσης, μια εταιρεία χρειάζεται ακόμη να συνεχίζει τις δραστηριότητές της και να είναι σε θέση να απορροφά ζημίες οι οποίες δεν αντισταθμίζονται από επαρκή όγκο κερδών, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία των επενδυτών. Ενώ ορισμένες δαπάνες (π.χ. πρόσθετες αμοιβές προς το προσωπικό) ενδέχεται να μειωθούν, άλλες δαπάνες (όπως νομικά έξοδα) ενδέχεται να αυξηθούν. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν χρησιμοποιούν όλες οι επιχειρήσεις τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής αναφοράς (ΔΠΧΑ) και προκειμένου να αποφευχθεί το ρυθμιστικό αρμπιτράζ, είναι σημαντικό να ακολουθείται μια συνετή προσέγγιση για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της οποίας οι αλλαγές στο λογιστικό πλαίσιο συνυπολογίζονται αυτομάτως και δεν μπορούν να εξουδετερώνονται μέσω αρμπιτράζ αλλάζοντας τη λογιστική κατηγοριοποίηση. Προκειμένου να αντικατοπτρίζονται με καταλληλότερο τρόπο τα αποτελέσματα των μεταβλητών δαπανών στα ίδια κεφάλαια, οι κανόνες σχετικά με τα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων πρέπει να βασίζονται σε μια προσέγγιση βάσει της οποίας οι μεταβλητές δαπάνες αφαιρούνται από τα συνολικά έξοδα.

(3)

Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν συνδεδεμένους αντιπροσώπους και οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που ασκούνται μέσω συνδεδεμένων αντιπροσώπων εκθέτουν τις εν λόγω επιχειρήσεις σε κινδύνους κατά τον ίδιο τρόπο με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που ασκούνται από τις ίδιες τις επιχειρήσεις, οι κατάλληλοι κανόνες σχετικά με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις βάσει των παγίων εξόδων θα πρέπει να προβλέπουν τη συμπερίληψη των δαπανών που συνδέονται με τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους προκειμένου να αντικατοπτρίζονται οι εν λόγω κίνδυνοι. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα έξοδα που συνδέονται με τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους έχουν κάποιο στοιχείο μεταβλητότητας, αλλά δεν μπορούν να θεωρηθούν πλήρως μεταβλητό στοιχείο κόστους, θα ήταν όμως δυσανάλογο να περιλαμβάνεται το σύνολο των εξόδων που συνδέονται με τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να προβλέπουν τον συνυπολογισμό μόνον κάποιου ποσοστού αυτών των εξόδων στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων. Επίσης, προκειμένου να αποφεύγεται ο διπλός υπολογισμός των ποσών που σχετίζονται με τις αμοιβές των συνδεδεμένων αντιπροσώπων, οι κανόνες αυτοί πρέπει να προβλέπουν την αφαίρεση των αμοιβών που συνδέονται με συνδεδεμένους αντιπροσώπους, πριν από την προσθήκη του ποσοστού αυτού στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων.

(4)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 προβλέπει ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να προβαίνουν σε προσαρμογές στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε περιπτώσεις όπου έχει σημειωθεί σημαντική αλλαγή στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της επιχείρησης. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν τους ίδιους όρους σε ολόκληρη την Ένωση, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν κριτήρια σχετικά με το τι αποτελεί ουσιαστική αλλαγή. Καθώς οι επιχειρήσεις διαφέρουν μεταξύ τους από άποψη μεγέθους, υπάρχουν ορισμένες πολύ μικρές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις στη φάση εκκίνησης, για τις οποίες θα ήταν αδικαιολόγητα επαχθές να επιβάλλονται προσαρμογές στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους, δεδομένου ότι οι αλλαγές είναι συχνές για αυτές. Ως εκ τούτου, πρέπει να θεσπιστούν ελάχιστα κατώτατα όρια, ώστε οι εν λόγω επιχειρήσεις να απαλλάσσονται από τις προσαρμογές στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων εάν οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους βρίσκονται κάτω από το όριο.

(5)

Ο κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 241/2014 της Επιτροπής (2) θεσπίζει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για ιδρύματα. Ο παρών κανονισμός καθορίζει τη μεθοδολογία για τον υπολογισμό των παγίων εξόδων για επιχειρήσεις. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνοχή και να διευκολυνθεί μια πλήρης εικόνα καθώς και συνεκτική πρόσβαση σε όλες τις διατάξεις που αφορούν τα ίδια κεφάλαια από τα πρόσωπα τα οποία υπόκεινται στις υποχρεώσεις αυτές, είναι σκόπιμο να συμπεριληφθούν όλα τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που απαιτούνται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 περί των ιδίων κεφαλαίων σε έναν ενιαίο κανονισμό. Συνεπώς, ο κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 241/2014 πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(6)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που υποβλήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών στην Επιτροπή.

(7)

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών διενήργησε ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός, ανέλυσε τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και οφέλη και ζήτησε τη γνώμη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων, που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3). Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών είχε επίσης διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) πριν υποβάλει τα σχέδια τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στον κατ' εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 241/2014 παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο Vα:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ Vα

ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΠΑΓΙΩΝ ΕΞΟΔΩΝ

Άρθρο 34β

Υπολογισμός του επιλέξιμου κεφαλαίου που ισοδυναμεί τουλάχιστον με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων του προηγούμενου έτους για τους σκοπούς του άρθρου 97 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ως “επιχείρηση” νοείται μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η οποία παρέχει τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 2 και 4 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), ή επιχείρηση επενδύσεων.

2.   Για τους σκοπούς του άρθρου 97 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι επιχειρήσεις πρέπει να υπολογίζουν το ύψος των παγίων εξόδων του προηγούμενου έτους με βάση τα στοιχεία που προκύπτουν από το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο, αφαιρώντας τα ακόλουθα στοιχεία από τις συνολικές δαπάνες μετά τη διανομή των κερδών στους μετόχους στις πλέον πρόσφατες ελεγμένες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ή, εάν δεν είναι διαθέσιμες ελεγμένες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις που έχουν επικυρωθεί από τις εθνικές εποπτικές αρχές:

α)

πρόσθετες αμοιβές προς το προσωπικό κατά πλήρη διακριτική ευχέρεια·

β)

συμμετοχή στα κέρδη των εργαζομένων, των διευθυντών και των εταίρων, στον βαθμό που γίνεται κατά πλήρη διακριτική ευχέρεια·

γ)

άλλες διανομές κερδών και άλλες μεταβλητές αποδοχές, στον βαθμό που γίνονται κατά πλήρη διακριτική ευχέρεια·

δ)

επιμερισμένες πληρωτέες προμήθειες και τέλη που σχετίζονται άμεσα με εισπρακτέες προμήθειες και τέλη, οι οποίες περιλαμβάνονται στα συνολικά έσοδα, και εφόσον η καταβολή των πληρωτέων προμηθειών και τελών εξαρτάται από την πραγματική είσπραξη των εισπρακτέων προμηθειών και τελών·

ε)

αμοιβές, τέλη μεσιτείας και άλλες επιβαρύνσεις που καταβάλλονται σε γραφεία συμψηφισμού, χρηματιστήρια και ενδιάμεσους μεσίτες για σκοπούς εκτέλεσης, καταχώρισης ή εκκαθάρισης των συναλλαγών·

στ)

αμοιβές που καταβάλλονται στους συνδεδεμένους αντιπροσώπους, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 25 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, κατά περίπτωση·

ζ)

τόκοι που καταβάλλονται στους πελάτες σχετικά με χρήματα των πελατών·

η)

μη επαναλαμβανόμενα έξοδα από μη συνήθεις δραστηριότητες.

3.   Στις περιπτώσεις που πραγματοποιήθηκαν πάγια έξοδα εξ ονόματος των επιχειρήσεων από τρίτους πλην των συνδεδεμένων αντιπροσώπων, και τα εν λόγω πάγια έξοδα δεν περιλαμβάνονται ήδη στο πλαίσιο των συνολικών εξόδων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι επιχειρήσεις αναλαμβάνουν μία από τις ακόλουθες δράσεις:

α)

εφόσον είναι διαθέσιμη η κατανομή των εξόδων των εν λόγω τρίτων μερών, οι επιχειρήσεις προσδιορίζουν το ποσό των παγίων εξόδων που επιβάρυνε τους εν λόγω τρίτους για λογαριασμό τους και προσθέτει το ποσό αυτό στο μέγεθος που προκύπτει από την παράγραφο 2·

β)

εφόσον η κατανομή που αναφέρεται στο σημείο α) δεν είναι διαθέσιμη, οι επιχειρήσεις προσδιορίζουν το ποσό των εξόδων που έγιναν για λογαριασμό τους από τους εν λόγω τρίτους σύμφωνα με τα επιχειρηματικά σχέδια των επιχειρήσεων και προσθέτουν το ποσό αυτό στο μέγεθος που προκύπτει από την παράγραφο 2.

4.   Εάν η επιχείρηση χρησιμοποιεί συνδεδεμένους αντιπροσώπους, προσθέτει ένα ποσό ίσο προς το 35 % του συνόλου των αμοιβών που συνδέονται με τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους στο μέγεθος που προκύπτει από την παράγραφο 2.

5.   Εάν οι πλέον πρόσφατες ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της επιχείρησης δεν αντικατοπτρίζουν περίοδο δώδεκα μηνών, η επιχείρηση διαιρεί το αποτέλεσμα του υπολογισμού των παραγράφων 2 έως 4 με τον αριθμό των μηνών που αντικατοπτρίζονται στις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις και στη συνέχεια πολλαπλασιάζει το πηλίκο επί δώδεκα, ώστε να εξασφαλίσει ισοδύναμο ετήσιο ποσό.

Άρθρο 34γ

Προϋποθέσεις για την προσαρμογή, από μέρους των αρμόδιων αρχών, της απαίτησης τήρησης επιλέξιμου κεφαλαίου που ισοδυναμεί τουλάχιστον με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων του προηγούμενου έτους σύμφωνα με το άρθρο 97 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

1.   Για τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο, η αλλαγή της επιχειρηματικής δραστηριότητας μιας επιχείρησης θεωρείται ουσιαστική εφόσον πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η αλλαγή της επιχειρηματικής δραστηριότητας της επιχείρησης συνεπάγεται μεταβολή της τάξης του 20 % ή μεγαλύτερη στα προβλεπόμενα πάγια έξοδα της επιχείρησης·

β)

η αλλαγή της επιχειρηματικής δραστηριότητας της επιχείρησης έχει ως αποτέλεσμα αλλαγές στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης βάσει των προβλεπόμενων παγίων εξόδων ίσες ή μεγαλύτερες από 2 εκατ. ευρώ.

Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο είναι αυτές που πληρούν μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι τρέχουσες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων βάσει των παγίων εξόδων είναι ίσες ή μεγαλύτερες από 125 000 ευρώ·

β)

οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους πληρούν αμφότερες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

με βάση τα τρέχοντα πάγια έξοδα, είναι μικρότερες από 125 000 ευρώ·

ii)

με βάση τα προβλεπόμενα πάγια έξοδα, είναι ίσες ή μεγαλύτερες από 150 000 ευρώ.

2.   Για τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο, η αλλαγή της επιχειρηματικής δραστηριότητας μιας επιχείρησης θεωρείται ουσιαστική όταν η αλλαγή της επιχειρηματικής δραστηριότητας της επιχείρησης έχει ως αποτέλεσμα αλλαγή κατά 100 % ή μεγαλύτερη στα προβλεπόμενα πάγια έξοδα της επιχείρησης.

Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο είναι εκείνες που πληρούν αμφότερες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους με βάση τα τρέχοντα πάγια έξοδα είναι μικρότερες από 125 000 ευρώ·

β)

οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους με βάση τα προβλεπόμενα πάγια έξοδα είναι μικρότερες από 150 000 ευρώ.

Άρθρο 34δ

Υπολογισμός των προβλεπόμενων παγίων εξόδων σε περίπτωση επιχείρησης που δεν έχει ασκήσει τη δραστηριότητά της για περίοδο ενός έτους, σύμφωνα με το άρθρο 97 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

Εάν η επιχείρηση δεν έχει ακόμα συμπληρώσει ένα ολόκληρο έτος δραστηριότητας από την ημέρα έναρξης επιχειρηματικής δραστηριότητας, χρησιμοποιεί για τον υπολογισμό των στοιχείων που απαριθμούνται στα στοιχεία α) έως η) του άρθρου 34β παράγραφος 2 τα προβλεπόμενα πάγια έξοδα που περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό της για το πρώτο δωδεκάμηνο λειτουργίας, όπως υποβλήθηκαν με την αίτησή της για τη χορήγηση αδείας.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 4 Σεπτεμβρίου 2014.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1.

(2)  Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 241/2014 της Επιτροπής, της 7ης Ιανουαρίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για ιδρύματα (ΕΕ L 74 της 14.3.2014, σ. 8).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(4)  Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της, 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ. 1).»