17.1.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 11/1


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2015/61 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 10ης Οκτωβρίου 2014

για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 όσον αφορά την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, και ιδίως το άρθρο 460,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Κατά την πρώιμη «φάση ρευστότητας» της οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε το 2007, πολλά πιστωτικά ιδρύματα, παρά το γεγονός ότι διατηρούσαν επαρκή επίπεδα κεφαλαίων, γνώρισαν σημαντικές δυσκολίες επειδή δεν είχαν καταφέρει να διαχειριστούν με σύνεση τον κίνδυνο ρευστότητάς τους. Ορισμένα πιστωτικά ιδρύματα εξαρτώνταν υπέρμετρα από τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση που γρήγορα στέρεψε όταν άρχισε η κρίση. Τα πιστωτικά αυτά ιδρύματα έγιναν ευάλωτα στις απαιτήσεις ρευστότητας, επειδή δεν κατείχαν επαρκή όγκο ρευστών διαθεσίμων για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις απόσυρσης κεφαλαίων (εκροές) σε περιόδους ακραίων συνθηκών. Τα πιστωτικά ιδρύματα στη συνέχεια υποχρεώθηκαν να ρευστοποιήσουν στοιχεία ενεργητικού στο πλαίσιο μιας διαδικασίας πώλησης εκτάκτου ανάγκης, η οποία δημιούργησε μια συνεχώς αυτοτροφοδοτούμενη πτωτική τάση των τιμών και έλλειψη εμπιστοσύνης στην αγορά, προκαλώντας κρίση φερεγγυότητας. Τελικά, πολλά πιστωτικά ιδρύματα κατέληξαν να εξαρτώνται υπέρμετρα από την άντληση ρευστότητας μέσω των κεντρικών τραπεζών και κατέστη αναγκαίο να διασωθούν μέσω της εισφοράς τεράστιων κονδυλίων από τα δημόσια ταμεία. Έτσι κατέστη σαφές ότι ήταν απαραίτητο να αναπτυχθεί μια λεπτομερής απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας, στόχος της οποίας θα έπρεπε να είναι η αποτροπή του κινδύνου αυτού, καθιστώντας τα πιστωτικά ιδρύματα λιγότερο εξαρτημένα από τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση και την άντληση ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα και πιο ανθεκτικά στις ξαφνικές κρίσεις ρευστότητας.

(2)

Το άρθρο 412 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1) επιβάλλει μια απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα η οποία διατυπώνεται με γενικούς όρους, ως υποχρέωση να κατέχουν «ρευστά στοιχεία ενεργητικού, το άθροισμα των αξιών των οποίων καλύπτει τις εκροές ρευστότητας μείον τις εισροές ρευστότητας υπό ακραίες συνθήκες». Σύμφωνα με το άρθρο 460 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να διευκρινίσει λεπτομερώς την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να επιβάλουν συγκεκριμένα επίπεδα εισροών και εκροών στα πιστωτικά ιδρύματα ώστε να καλύπτουν ειδικούς κινδύνους στους οποίους εκτίθενται τα ιδρύματα. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 101 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι κανόνες θα πρέπει να είναι συγκρίσιμοι με τον δείκτη κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας όπως ορίζεται στο διεθνές πλαίσιο για τη μέτρηση, τα πρότυπα και την παρακολούθηση του κινδύνου ρευστότητας της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία («BCBS»), λαμβανομένων υπόψη των ενωσιακών και εθνικών ιδιομορφιών. Έως την πλήρη εφαρμογή της απαίτησης κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας από την 1η Ιανουαρίου 2018, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόσουν μια απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας έως και 100 % για τα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

(3)

Σύμφωνα με τα πρότυπα ρευστότητας της BCBS, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες που να καθορίζουν την απαίτηση κάλυψης της ρευστότητας ως τον λόγο του αποθέματος ασφαλείας των «ρευστών στοιχείων ενεργητικού» ενός πιστωτικού ιδρύματος προς τις «καθαρές εκροές ρευστότητάς» του κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ακραίων συνθηκών 30 ημερών. Οι «καθαρές εκροές ρευστότητας» θα πρέπει να υπολογίζονται αφαιρώντας τις εισροές ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος από τις εκροές ρευστότητάς του. Ο δείκτης κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας θα πρέπει να εκφράζεται ως ποσοστό επί τοις εκατό και να οριστεί τουλάχιστον στο 100 %, όταν εφαρμοστεί πλήρως, γεγονός που δείχνει ότι ένα πιστωτικό ίδρυμα κατέχει επαρκή ρευστά στοιχεία ενεργητικού για να καλύψει τις καθαρές εκροές ρευστότητας κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ακραίων συνθηκών 30 ημερών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να είναι σε θέση να μετατρέψει γρήγορα τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού του σε μετρητά, χωρίς να καταφύγει στην άντληση ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα ή τα δημόσια ταμεία, το οποίο μπορεί να οδηγήσει στην προσωρινή πτώση του δείκτη κάλυψης του κινδύνου ρευστότητάς του κάτω από το επίπεδο του 100 %. Σε περίπτωση που συμβεί ή αναμένεται να συμβεί αυτό ανά πάσα στιγμή, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις ειδικές απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 414 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για την έγκαιρη επαναφορά του δείκτη κάλυψης του κινδύνου ρευστότητάς τους στο ελάχιστο επίπεδο.

(4)

Μόνο τα ελεύθερα μεταβιβάσιμα στοιχεία ενεργητικού που μπορούν να μετατραπούν γρήγορα σε μετρητά σε ιδιωτικές αγορές εντός σύντομου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική απώλεια της αξίας θα πρέπει να ορίζονται ως «ρευστά στοιχεία ενεργητικού» για τους σκοπούς των αποθεμάτων ασφαλείας ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων. Σύμφωνα με το έκτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και την κατάταξη της BCBS για τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού, θα πρέπει να θεσπιστούν κατάλληλοι κανόνες που να κάνουν διάκριση μεταξύ των στοιχείων ενεργητικού εξαιρετικά υψηλής ρευστότητας και πιστωτικής ποιότητας ή των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1 και των στοιχείων ενεργητικού υψηλής ρευστότητας και πιστωτικής ποιότητας ή των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2. Τα τελευταία θα πρέπει να διακρίνονται περαιτέρω σε στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Α και 2Β. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να κατέχουν επαρκώς διαφοροποιημένο απόθεμα ασφαλείας για τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική ρευστότητα και την πιστωτική ποιότητά τους. Κατά συνέπεια, κάθε επίπεδο και υπο-επίπεδο θα πρέπει να υπόκειται σε ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τις περικοπές και τα όρια του συνολικού αποθέματος ασφαλείας και, όπου απαιτείται, θα πρέπει να εφαρμόζονται διαφοροποιημένες απαιτήσεις μεταξύ των επιπέδων ή υπο-επιπέδων και μεταξύ των κατηγοριών ρευστών στοιχείων ενεργητικού στο ίδιο επίπεδο ή υπο-επίπεδο, οι οποίες θα πρέπει να είναι αυστηρότερες όσο χαμηλότερη είναι η κατάταξη ρευστότητας.

(5)

Στα ρευστά στοιχεία ενεργητικού θα πρέπει να εφαρμόζονται ορισμένες γενικές και λειτουργικές απαιτήσεις, ώστε να διασφαλιστεί ότι μπορούν να μετατραπούν σε μετρητά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, με ορισμένες εξαιρέσεις για τα καθορισμένα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1, κατά περίπτωση. Οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να διευκρινίζουν ότι τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού θα πρέπει να κατέχονται με τη δυνατότητα να διατεθούν ελεύθερα, να μπορούν να εκτιμηθούν εύκολα και να είναι εισηγμένα σε αναγνωρισμένα χρηματιστήρια ή διαπραγματεύσιμα σε ενεργές αγορές πώλησης ή επαναγοράς. Θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι το τμήμα διαχείρισης της ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος έχει πρόσβαση στα ρευστά στοιχεία ενεργητικού του και ασκεί έλεγχο σε αυτά ανά πάσα στιγμή και ότι τα στοιχεία ενεργητικού που περιλαμβάνει το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας είναι κατάλληλα διαφοροποιημένα. Η διαφοροποίηση είναι σημαντική, διότι εξασφαλίζει τη δυνατότητα του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στην άμεση ρευστοποίηση των ρευστών στοιχείων ενεργητικού χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να μειωθεί σημαντικά η αξία των στοιχείων ενεργητικού αυτών που είναι ευάλωτα σε έναν κοινό παράγοντα κινδύνου. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει επίσης να απαιτείται να εξασφαλίζουν τη συνοχή του νομίσματος των ρευστών στοιχείων ενεργητικού και των καθαρών εκροών ρευστότητάς τους, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος η αναντιστοιχία νομισμάτων να υπονομεύσει την ικανότητά τους να χρησιμοποιήσουν το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητάς τους για να ανταποκριθούν στις εκροές ρευστότητας σε ένα συγκεκριμένο νόμισμα κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ακραίων συνθηκών.

(6)

Σύμφωνα με τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ), στην έκθεσή της, της 20ής Δεκεμβρίου 2013, η οποία καταρτίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 509 παράγραφοι 3 και 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όλα τα είδη ομολόγων που εκδίδονται ή καλύπτονται από την εγγύηση κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών, καθώς και εκείνα που εκδίδονται ή καλύπτονται από την εγγύηση υπερεθνικών θεσμικών οργάνων θα πρέπει να ορίζονται ως επιπέδου 1. Όπως επεσήμανε η ΕΑΤ, οι εποπτικές αρχές προβάλλουν ισχυρά επιχειρήματα για τη μη διάκριση μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών, διότι ο αποκλεισμός ορισμένων κρατικών ομολόγων από το επίπεδο 1 θα δημιουργούσε κίνητρα επένδυσης σε άλλα κρατικά ομόλογα εντός της Ένωσης, γεγονός το οποίο θα οδηγούσε σε κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς και θα αύξανε τον κίνδυνο της αμοιβαίας μετάδοσης σε μια κρίση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και κρατών («δίπολο τραπεζών-κρατών»). Όσον αφορά τις τρίτες χώρες, θα πρέπει να κατατάσσονται στην κατηγορία επιπέδου 1 τα ανοίγματα έναντι των κεντρικών τραπεζών και κρατών με συντελεστή στάθμισης 0 % βάσει των κανόνων περί πιστωτικού κινδύνου στον τίτλο II του μέρους 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως προβλέπεται στο πρότυπο της BCBS. Τα ανοίγματα έναντι περιφερειακών διοικήσεων, τοπικών αρχών και φορέων του δημόσιου τομέα θα πρέπει να κατατάσσονται στην κατηγορία επιπέδου 1, μόνον εφόσον αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής τους κυβέρνησης και η τελευταία έχει συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 % σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες περί πιστωτικού κινδύνου. Στην ίδια κατηγορία θα πρέπει να κατατάσσονται και τα ανοίγματα έναντι των πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης και διεθνών οργανισμών με συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 %. Δεδομένης της εξαιρετικά υψηλής ρευστότητας και πιστωτικής ποιότητας που επιδεικνύουν τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού, θα πρέπει να επιτρέπεται στα πιστωτικά ιδρύματα να τα περιλαμβάνουν στο απόθεμα ασφαλείας τους απεριόριστα και δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε απαιτήσεις περικοπής ή διαφοροποίησης.

(7)

Τα στοιχεία ενεργητικού που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα δεν θα πρέπει γενικά να αναγνωρίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού, τα δε στοιχεία ενεργητικού τραπεζών που υποστηρίζονται από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών, όπως ιδρύματα έκδοσης προνομιακών δανείων και κρατικά ιδρύματα, καθώς και τα στοιχεία ενεργητικού ιδιωτικών τραπεζών με ρητή κρατική εγγύηση, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως επιπέδου 1. Τα τελευταία αποτελούν κληροδότημα της οικονομικής κρίσης και θα πρέπει να καταργηθούν σταδιακά οπότε, κατά συνέπεια, μόνο τα στοιχεία ενεργητικού των τραπεζών με κρατική εγγύηση που έχει χορηγηθεί ή δεσμευθεί πριν τις 30 Ιουνίου 2014 θα πρέπει να είναι επιλέξιμα ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού. Ομοίως, τα ομόλογα με εξοφλητική προτεραιότητα που εκδίδονται από ορισμένους καθορισμένους φορείς διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ορισμένων κρατών μελών θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1 που υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις που ισχύουν για τα ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης του οικείου κράτους μέλους, αλλά μόνο για περιορισμένο διάστημα.

(8)

Τα καλυμμένα ομόλογα είναι χρεόγραφα που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα και εξασφαλίζονται από συνολικά στοιχεία κάλυψης τα οποία συνήθως αποτελούνται από ενυπόθηκα δάνεια και χρεωστικούς τίτλους του δημοσίου επί των οποίων οι επενδυτές τυγχάνουν προνομιακής ικανοποίησης σε περίπτωση αθέτησης. Το γεγονός ότι είναι εξασφαλισμένα και ορισμένα πρόσθετα χαρακτηριστικά ασφαλείας που διαθέτουν, όπως η απαίτηση για τους εκδότες να αντικαθιστούν τα μη αποδοτικά στοιχεία ενεργητικού εντός των συνολικών στοιχείων κάλυψης και να διατηρούν τα συνολικά στοιχεία κάλυψης σε μια τιμή που υπερβαίνει την ονομαστική αξία των ομολόγων («απαίτηση κάλυψης στοιχείων ενεργητικού»), συνέβαλαν στο να καταστούν τα καλυμμένα ομόλογα σχετικά χαμηλού κινδύνου και υψηλής απόδοσης τίτλους και να διαδραματίζουν κομβικό χρηματοδοτικό ρόλο στις αγορές ενυπόθηκων δανείων των περισσότερων κρατών μελών. Σε ορισμένα κράτη μέλη, το σύνολο των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων υπερβαίνει την ομάδα των ανεξόφλητων κρατικών ομολόγων. Ειδικότερα, ορισμένα καλυμμένα ομόλογα με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 παρουσίασαν εξαιρετική απόδοση ως προς τη ρευστότητα κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2008 έως τις 30 Ιουνίου 2012, η οποία αναλύεται από την ΕΑΤ στην έκθεσή της. Ωστόσο, η ΕΑΤ συνέστησε τη μεταχείριση των καλυμμένων ομολόγων αυτών ως στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Α για λόγους εναρμόνισης με τα πρότυπα της BCBS. Εντούτοις, βάσει των ανωτέρω στοιχείων σχετικά με την πιστωτική τους ποιότητα, την απόδοσή τους ως προς τη ρευστότητα και τον ρόλο που διαδραματίζουν στις χρηματοδοτικές αγορές της Ένωσης, είναι σκόπιμο τα εν λόγω καλυμμένα ομόλογα βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1 να αντιμετωπίζονται ως στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1. Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπερβολικής συγκέντρωσης και σε αντίθεση με άλλα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1, το ποσοστό συμμετοχής των καλυμμένων ομολόγων βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1 στο απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας θα πρέπει να υπόκειται σε ανώτατο όριο 70 % επί του συνόλου του αποθέματος ασφαλείας, σε ελάχιστο ποσοστό περικοπής 7 % και στην απαίτηση διαφοροποίησης.

(9)

Τα καλυμμένα ομόλογα βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 2 θα πρέπει να αναγνωρίζονται ως στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Α και να υπόκεινται στο ίδιο ανώτατο όριο (40 %) και ποσοστό περικοπής (15 %) που ισχύει σε άλλα ρευστά στοιχεία ενεργητικού του επιπέδου αυτού. Αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία της αγοράς τα οποία δείχνουν ότι τα καλυμμένα ομόλογα βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 2 εμφάνισαν μεγαλύτερη ρευστότητα σε σχέση με άλλα συγκρίσιμα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Α και 2Β, όπως οι διασφαλιζόμενοι με ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια τίτλοι («RMBS») βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1. Επιπλέον, το να επιτραπεί τα εν λόγω καλυμμένα ομόλογα να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας θα συμβάλει στη διαφοροποίηση της ομάδας των διαθέσιμων στοιχείων ενεργητικού εντός του αποθέματος ασφαλείας και θα αποτρέψει μια αδικαιολόγητη διάκριση ή την εμφάνιση του «φαινομένου κατακρήμνισης» μεταξύ αυτών και των καλυμμένων ομολόγων βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1. Θα πρέπει να επισημανθεί, ωστόσο, ότι ένα σημαντικό ποσοστό των καλυμμένων ομολόγων αυτών μετατράπηκε σε βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 2, ως αποτέλεσμα της υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας της κεντρικής κυβέρνησης του κράτους μέλους εγκατάστασης του εκδότης τους. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά το ανώτατο όριο για τη χώρα, το οποίο τυπικά περιλαμβάνεται στις μεθοδολογίες των οργανισμών αξιολόγησης, βάσει του οποίου τα χρηματοπιστωτικά μέσα δεν μπορούν να αξιολογηθούν πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο σε σχέση με την πιστοληπτική αξιολόγηση του αντίστοιχου κράτους. Συνεπώς, τα ανώτατα όρια χώρας εμπόδισαν τα καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί στα εν λόγω κράτη μέλη να φθάσουν το επίπεδο 1 πιστωτικής ποιότητας, ανεξάρτητα από την πιστωτική τους ποιότητα, γεγονός που με τη σειρά του μείωσε τη ρευστότητά τους σε σύγκριση με τα καλυμμένα ομόλογα παρόμοιας ποιότητας που έχουν εκδοθεί σε κράτη μέλη τα οποία δεν είχαν υποβαθμιστεί. Λόγω αυτού, οι χρηματοδοτικές αγορές εντός της Ένωσης έχουν κατακερματιστεί σε μεγάλο βαθμό, πράγμα που υπογραμμίζει την ανάγκη εξεύρεσης κατάλληλης εναλλακτικής λύσης για τις εξωτερικές αξιολογήσεις ως ένα από τα κριτήρια της εποπτικής νομοθεσίας για την ταξινόμηση της ρευστότητας και του πιστωτικού κινδύνου των καλυμμένων ομολόγων και άλλων κατηγοριών στοιχείων του ενεργητικού. Σύμφωνα με το άρθρο 39β παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2) για τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015 έκθεση για τα εναλλακτικά μέσα των πιστοληπτικών αξιολογήσεων, προκειμένου να διαγραφούν όλες οι αναφορές στις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας στο ενωσιακό δίκαιο για κανονιστικούς σκοπούς, έως την 1η Ιανουαρίου 2020.

(10)

Σε σχέση με τους τίτλους προερχόμενους από τιτλοποίηση («ABS»), η ΕΑΤ είχε συστήσει, σύμφωνα με τα δικά της εμπειρικά ευρήματα και με το πρότυπο της BCBS, μόνο οι διασφαλιζόμενοι με ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια τίτλοι βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1 να αναγνωρίζονται ως στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2B με ποσοστό περικοπής 25 %. Κρίνεται επίσης σκόπιμο να υπάρξει απόκλιση από την εν λόγω σύσταση και να μπορούν να συμπεριληφθούν στο επίπεδο 2B ορισμένοι τίτλοι προερχόμενοι από τιτλοποίηση που εξασφαλίζονται από άλλα στοιχεία ενεργητικού. Η επέκταση του φάσματος των επιλέξιμων υποκατηγοριών στοιχείων ενεργητικού θα αυξήσει τη διαφοροποίηση εντός του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας και θα διευκολύνει τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Επιπλέον, καθώς τα διαθέσιμα δεδομένα της αγοράς καταδεικνύουν χαμηλή συσχέτιση μεταξύ των τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση και των άλλων ρευστών στοιχείων ενεργητικού, όπως τα κρατικά ομόλογα, το δίπολο τραπεζών-κρατών θα αποδυναμωθεί και ο κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς θα μετριαστεί. Επιπλέον, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι επενδυτές έχουν την τάση να συσσωρεύουν υψηλής ποιότητας τίτλους προερχόμενους από τιτλοποίηση με σύντομη σταθμισμένη μέση διάρκεια ζωής και υψηλές προκαταβολές σε περιόδους οικονομικής αστάθειας, διότι μετατρέπονται σε μετρητά γρήγορα και αποτελούν ασφαλή πηγή ρευστότητας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση των τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση που εξασφαλίζονται από δάνεια και χρηματοδοτικές μισθώσεις για μηχανοκίνητα οχήματα [«τίτλοι προερχόμενοι από τιτλοποίηση για δάνεια αγοράς αυτοκινήτου» (auto loan ABSs)], οι οποίοι παρουσίασαν αστάθεια των τιμών και μέσα περιθώρια συγκρίσιμα με τους διασφαλιζόμενους με ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια τίτλους κατά την περίοδο 2007-2012. Ορισμένα τμήματα των τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση για καταναλωτικά δάνεια, όπως πιστωτικές κάρτες, κατέγραψαν επίσης συγκρίσιμα καλά επίπεδα ρευστότητας. Τέλος, η συμπερίληψη τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση που εξασφαλίζονται από στοιχεία ενεργητικού της πραγματικής οικονομίας, όπως αυτά που αναφέρθηκαν ήδη και τα δάνεια προς ΜΜΕ, θα μπορούσε να συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη, διότι θα έστελνε θετικό μήνυμα στους επενδυτές όσον αφορά τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού. Επομένως, θα πρέπει να θεσπιστούν κατάλληλοι κανόνες για την αναγνώριση των τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση που εξασφαλίζονται όχι μόνο με ενυπόθηκα δάνεια για αγορά κατοικίας, αλλά και με δάνεια αγοράς αυτοκινήτου, καταναλωτική πίστη και δάνεια προς ΜΜΕ ως στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2B. Ωστόσο, για να διατηρηθεί η ακεραιότητα και λειτουργικότητα του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας, η επιλεξιμότητά τους θα πρέπει να υπόκειται σε ορισμένες απαιτήσεις υψηλής ποιότητας σύμφωνα με τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται σε απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις σε άλλες διατάξεις του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ειδικότερα για τους διασφαλιζόμενους με ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια τίτλους, οι απαιτήσεις υψηλής ποιότητας θα πρέπει να περιλαμβάνουν τη συμμόρφωση με ορισμένους δείκτες δανείου προς την αξία του αγαθού ή δανείου προς το εισόδημα, πλην όμως οι δείκτες αυτοί δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε διασφαλιζόμενους με ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια τίτλους που εκδίδονται πριν από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της απαίτησης κάλυψης της ρευστότητας. Προκειμένου να αντισταθμιστεί η λιγότερο υψηλή ρευστότητα που παρατηρείται στους τίτλους προερχόμενους από τιτλοποίηση που εξασφαλίζονται από καταναλωτική πίστη και δάνεια προς ΜΜΕ σε σχέση με τους διασφαλιζόμενους με ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια τίτλους και τους τίτλους προερχόμενους από τιτλοποίηση που εξασφαλίζονται με δάνεια αγοράς αυτοκινήτου, οι πρώτοι θα πρέπει να υπόκεινται σε υψηλότερο ποσοστό περικοπής (35 %). Όλοι οι τίτλοι προερχόμενοι από τιτλοποίηση θα πρέπει να υπόκεινται, όπως και τα άλλα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2B, στο συνολικό ανώτατο όριο 15 % του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας και σε απαίτηση διαφοροποίησης.

(11)

Οι κανόνες σχετικά με την ταξινόμηση, τις απαιτήσεις, τα ανώτατα όρια και τα ποσοστά περικοπής για τα υπόλοιπα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Α και 2Β θα πρέπει να εναρμονιστούν στενά με τις συστάσεις της BCBS και της ΕΑΤ. Από την άλλη πλευρά, οι μετοχές και τα μερίδια σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων («ΟΣΕ») θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού του ίδιου επιπέδου και κατηγορίας με τα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων.

(12)

Είναι επίσης σκόπιμο για τον καθορισμό του δείκτη κάλυψης ρευστότητας να ληφθεί υπόψη η κεντρική διαχείριση της ρευστότητας στα δίκτυα συνεταιριστικών εταιρειών και θεσμικών συστημάτων προστασίας, όπου το κεντρικό ίδρυμα ή ο οργανισμός διαδραματίζει ρόλο παρόμοιο με αυτόν της κεντρικής τράπεζας, επειδή τα μέλη του δικτύου δεν έχουν συνήθως άμεση πρόσβαση στην τελευταία. Θα πρέπει, επομένως, να θεσπιστούν κατάλληλοι κανόνες που να αναγνωρίζουν ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού τις καταθέσεις όψεως που πραγματοποιούνται από τα μέλη του δικτύου στο κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα και άλλες πηγές χρηματοδότησης της ρευστότητας που διατίθενται σε αυτά από το κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα. Οι καταθέσεις που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρηθούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού θα πρέπει να επωφελούνται από τα προνομιακά ποσοστά εκροών που επιτρέπονται για τις λειτουργικές καταθέσεις.

(13)

Το ποσοστό εκροών για τις σταθερές καταθέσεις λιανικής θα πρέπει να είναι προκαθορισμένο στο 5 %, επιτρέποντας όμως προνομιακό ποσοστό εκροών 3 % σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που υπάγονται σε σύστημα εγγύησης των καταθέσεων ενός κράτους μέλους, το οποίο πληροί ορισμένα αυστηρά κριτήρια. Πρώτον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η εφαρμογή της οδηγίας 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων από τα κράτη μέλη. Δεύτερον, το σύστημα ενός κράτους μέλους θα πρέπει να συμμορφώνεται με τις ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά την περίοδο αποπληρωμής, την εκ των προτέρων χρηματοδότηση και την πρόσβαση σε πρόσθετα χρηματοδοτικά μέσα σε περίπτωση χρήσης μεγάλου μέρους των αποθεματικών του. Τέλος, η εφαρμογή του προνομιακού ποσοστού 3 % θα πρέπει να υπόκειται στην προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής, η οποία θα πρέπει να χορηγείται μόνον εφόσον η Επιτροπή έχει πεισθεί ότι το σύστημα εγγύησης καταθέσεων του κράτους μέλους είναι σύμφωνο με τα ανωτέρω κριτήρια και ότι δεν υπάρχουν μείζονες ανησυχίες σχετικά με τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς για τις καταθέσεις λιανικής. Σε κάθε περίπτωση, το προνομιακό ποσοστό 3 % για τις σταθερές καταθέσεις λιανικής δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2019.

(14)

Τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίζουν άλλες καταθέσεις λιανικής που υπόκεινται σε υψηλότερα ποσοστά εξάντλησης. Θα πρέπει να θεσπιστούν κατάλληλοι κανόνες με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ σχετικά με τις καταθέσεις λιανικής βάσει διαφορετικών εκροών που να ορίζουν τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των εν λόγω καταθέσεων λιανικής, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, δηλαδή το μέγεθος της συνολικής κατάθεσης, τη φύση της κατάθεσης, την αμοιβή, την πιθανότητα ανάληψης και αν ο καταθέτης είναι μόνιμος ή μη μόνιμος κάτοικος.

(15)

Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα πιστωτικά ιδρύματα θα λαμβάνουν πάντα στήριξη ρευστότητας από άλλες επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ή στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων πληρωμής τους. Ωστόσο, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί απαλλαγή για την εφαρμογή του δείκτη κάλυψης ρευστότητας σε μεμονωμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 8 ή το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι ροές ρευστότητας μεταξύ δύο πιστωτικών ιδρυμάτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο ή στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας θα πρέπει καταρχήν να έχουν συμμετρικά ποσοστά εισροών και εκροών, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος απώλειας ρευστότητας στην εσωτερική αγορά, με την προϋπόθεση ότι εφαρμόζονται όλες οι αναγκαίες ασφαλιστικές δικλείδες και μόνο με την προηγούμενη έγκριση των εμπλεκόμενων αρμόδιων αρχών. Η προνομιακή αντιμετώπιση αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις διασυνοριακές ροές βάσει πρόσθετων αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του χαμηλού προφίλ κινδύνου ρευστότητας του παρόχου και του αποδέκτη.

(16)

Προκειμένου τα πιστωτικά ιδρύματα να μην βασίζονται αποκλειστικά στις αναμενόμενες εισροές για την κάλυψη του δείκτη ρευστότητάς τους, και, επίσης, να εξασφαλίσουν ένα ελάχιστο επίπεδο ρευστών στοιχείων ενεργητικού, το ποσόν των εισροών που μπορεί να αντισταθμίσει τις εκροές δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 75 % του συνόλου των αναμενόμενων εκροών. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη εξειδικευμένων επιχειρηματικών μοντέλων, θα πρέπει να επιτρέπονται ορισμένες πλήρεις ή μερικές εξαιρέσεις όσον αφορά το ανώτατο όριο αυτό, ώστε να εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας και με την επιφύλαξη της προηγούμενης έγκρισης των αρμόδιων αρχών. Οι εξαιρέσεις αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις ροές εντός ομίλων και εντός θεσμικών συστημάτων προστασίας, καθώς και τα πιστωτικά ιδρύματα που ειδικεύονται στα ενυπόθηκα δάνεια άμεσης επανεκχώρησης ή στις υπηρεσίες πρακτόρευσης και χρηματοδοτικής μίσθωσης. Επιπλέον, τα πιστωτικά ιδρύματα που ειδικεύονται στη χρηματοδότηση για την απόκτηση οχημάτων με κινητήρα ή σε καταναλωτικά δάνεια θα πρέπει να επιτρέπεται να εφαρμόζουν υψηλότερο ανώτατο όριο 90 %. Οι εξαιρέσεις αυτές θα πρέπει να είναι διαθέσιμες τόσο σε μεμονωμένο όσο και σε ενοποιημένο επίπεδο, αλλά μόνο όταν πληρούνται ορισμένα κριτήρια.

(17)

Ο δείκτης κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας θα πρέπει να ισχύει για τα πιστωτικά ιδρύματα, τόσο σε μεμονωμένο όσο και σε ενοποιημένο επίπεδο, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές δεν επιβάλουν την εφαρμογή του σε μεμονωμένη βάση σύμφωνα με το άρθρο 8 ή 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Η ενοποίηση των θυγατρικών επιχειρήσεων σε τρίτες χώρες θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απαιτήσεις κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας που ισχύουν στις χώρες αυτές. Κατά συνέπεια, οι κανόνες ενοποίησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα πρέπει να προβλέπουν για τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού, τις εκροές ή τις εισροές ρευστότητας στις θυγατρικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών ευνοϊκότερη μεταχείριση από εκείνη που προβλέπεται στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας των εν λόγω τρίτων χωρών.

(18)

Σύμφωνα με το άρθρο 508 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει έκθεση στους συννομοθέτες το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015 όπου εξετάζεται κατά πόσον και πώς θα πρέπει να εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων η απαίτηση κάλυψης της ρευστότητας που αναφέρεται στο έκτο μέρος. Μέχρι να αρχίσει να ισχύει η διάταξη αυτή, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών σχετικά με την απαίτηση κάλυψης της ρευστότητας. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υπόκεινται στον δείκτη κάλυψης της ρευστότητας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, σε ενοποιημένη βάση, όταν αυτές αποτελούν τμήμα τραπεζικών ομίλων.

(19)

Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να αναφέρουν στις αρμόδιες αρχές τους την απαίτηση κάλυψης της ρευστότητας, όπως καθορίζεται λεπτομερώς στον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με το άρθρο 415 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(20)

Προκειμένου να δοθεί στα πιστωτικά ιδρύματα επαρκής χρόνος για να συμμορφωθούν πλήρως με τη λεπτομερή απαίτηση κάλυψης της ρευστότητας, η τελευταία θα πρέπει να εισαχθεί σταδιακά, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που προβλέπεται στο άρθρο 460 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ξεκινώντας με ένα ελάχιστο ποσοστό 60 % από την 1η Οκτωβρίου 2015 και φθάνοντας στο 100 % από την 1η Ιανουαρίου 2018.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I

Ο ΔΕΙΚΤΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες που ορίζουν λεπτομερώς την απαίτηση κάλυψης ρευστότητας που προβλέπεται στο άρθρο 412 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής και εφαρμογή

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα πιστωτικά ιδρύματα που εποπτεύονται δυνάμει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4).

2.   Τα πιστωτικά ιδρύματα συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό σε ατομική βάση σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να άρουν, εν όλω ή εν μέρει, την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε ατομική βάση για ένα πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτόν.

3.   Σε περίπτωση που ένας όμιλος αποτελείται από ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, το μητρικό ίδρυμα που εγκατεστημένο στην ΕΕ, το ίδρυμα που ελέγχεται από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή το ίδρυμα που ελέγχεται από μεικτή μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ τηρούν τις υποχρεώσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και όλες τις ακόλουθες διατάξεις:

α)

τα στοιχεία ενεργητικού τρίτης χώρας που πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον τίτλο II και τα οποία κατέχονται από θυγατρική επιχείρηση σε τρίτη χώρα, δεν αναγνωρίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τους σκοπούς της ενοποίησης, εφόσον δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρηθούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία της τρίτης χώρας η οποία ορίζει την απαίτηση κάλυψης της ρευστότητας·

β)

οι εκροές ρευστότητας μιας θυγατρικής επιχείρησης που βρίσκεται σε τρίτη χώρα, οι οποίες υπόκεινται, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας της εν λόγω τρίτης χώρας η οποία ορίζει την απαίτηση κάλυψης της ρευστότητας, σε ποσοστά υψηλότερα από αυτά που ορίζονται στον τίτλο III, υπόκεινται σε ενοποίηση σύμφωνα με τα υψηλότερα ποσοστά που καθορίζονται στην εθνική νομοθεσία της εν λόγω τρίτης χώρας·

γ)

οι εισροές ρευστότητας μιας θυγατρικής επιχείρησης που βρίσκεται σε τρίτη χώρα, οι οποίες υπόκεινται, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας της εν λόγω τρίτης χώρας η οποία ορίζει την απαίτηση κάλυψης της ρευστότητας, σε ποσοστά χαμηλότερα από αυτά που ορίζονται στον τίτλο III, υπόκεινται σε ενοποίηση σύμφωνα με τα χαμηλότερα ποσοστά που καθορίζονται στην εθνική νομοθεσία της εν λόγω τρίτης χώρας·

δ)

οι επιχειρήσεις επενδύσεων εντός του ομίλου υπόκεινται στο άρθρο 4 του παρόντος κανονισμού σε ενοποιημένη βάση και στο άρθρο 412 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τον ορισμό των ρευστών στοιχείων ενεργητικού, των εκροών και των εισροών ρευστότητας τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση. Εκτός από τα αναφερόμενα στο σημείο αυτό, οι επιχειρήσεις επενδύσεων εξακολουθούν να υπόκεινται στη λεπτομερή απαίτηση για τον δείκτη κάλυψης της ρευστότητας όσον αφορά τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ορίζονται στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών εν αναμονή του καθορισμού απαίτησης για τον δείκτη κάλυψης της ρευστότητας, σύμφωνα με το άρθρο 508 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

ε)

σε ενοποιημένο επίπεδο, το ύψος των εισροών που προέρχονται από ειδικευμένο πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφοι 3 και 4 αναγνωρίζεται μόνο μέχρι το ύψος των εκροών που προέρχονται από την ίδια επιχείρηση.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

ως «στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1» νοούνται τα στοιχεία ενεργητικού εξαιρετικά υψηλής ρευστότητας και πιστωτικής ποιότητας που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 416 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

2)

ως «στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2» νοούνται τα στοιχεία ενεργητικού υψηλής ρευστότητας και πιστωτικής ποιότητας που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 416 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Τα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2 υποδιαιρούνται περαιτέρω σε στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Α και 2Β, σύμφωνα με τον τίτλο II, κεφάλαιο 2 του παρόντος κανονισμού·

3)

ως «απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας» νοείται το ποσόν των ρευστών στοιχείων ενεργητικού που κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με τον τίτλο II του παρόντος κανονισμού·

4)

ως «νόμισμα αναφοράς» νοείται το νόμισμα στο οποίο τα στοιχεία ρευστότητας που αναφέρονται στους τίτλους II και III του έκτου μέρους του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 πρέπει να αναφέρονται στην αρμόδια αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 415 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού·

5)

ως «απαίτηση κάλυψης στοιχείων ενεργητικού» νοείται ο λόγος των στοιχείων ενεργητικού προς τις υποχρεώσεις, όπως καθορίζεται για σκοπούς πιστωτικής ενίσχυσης όσον αφορά τα καλυμμένα ομόλογα από την εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους ή της οικείας τρίτης χώρας·

6)

ως «ΜΜΕ» νοείται μια μικροεπιχείρηση, μικρή ή μεσαία επιχείρηση όπως ορίζεται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (5)·

7)

ως «καθαρές εκροές ρευστότητας» νοείται το ποσό που προκύπτει από την αφαίρεση των εισροών ρευστότητας από τις εκροές ρευστότητας ενός πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τον τίτλο III του παρόντος κανονισμού·

8)

ως «κατάθεση λιανικής» νοείται μια υποχρέωση έναντι φυσικού προσώπου ή ΜΜΕ, εάν η ΜΜΕ θα μπορούσε να υπαχθεί στην κλάση των ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής βάσει της τυποποιημένης μεθόδου ή της μεθόδου IRB για τον πιστωτικό κίνδυνο, ή υποχρέωση έναντι εταιρείας που είναι επιλέξιμη για τη μεταχείριση που καθορίζεται στο άρθρο 153 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και εάν οι συνολικές καταθέσεις της εν λόγω ΜΜΕ ή εταιρείας σε επίπεδο ομίλου δεν υπερβαίνουν το 1 εκατ. ευρώ·

9)

ως «χρηματοπιστωτικός πελάτης» νοείται πελάτης που εκτελεί μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ως κύρια δραστηριότητά του ή είναι μία από τις ακόλουθες οντότητες:

α)

πιστωτικό ίδρυμα·

β)

επιχείρηση επενδύσεων·

γ)

χρηματοδοτικό ίδρυμα·

δ)

οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση («ΟΕΣΤ»)·

ε)

οργανισμός συλλογικών επενδύσεων («ΟΣΕ»)·

στ)

πρόγραμμα επενδύσεων μη ανοικτού τύπου·

ζ)

ασφαλιστική επιχείρηση·

η)

αντασφαλιστική επιχείρηση·

θ)

χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.

10)

ως «προσωπική εταιρεία επενδύσεων» («ΠΕΕ») νοείται μια επιχείρηση ή ένα καταπίστευμα του οποίου ο ιδιοκτήτης ή δικαιούχος, αντιστοίχως, είναι φυσικό πρόσωπο ή ομάδα στενά συνδεδεμένων φυσικών προσώπων, η οποία συστάθηκε με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση του πλούτου των ιδιοκτητών και η οποία δεν διεξάγει οποιαδήποτε άλλη εμπορική, βιομηχανική ή επαγγελματική δραστηριότητα. Ο σκοπός της ΠΕΕ μπορεί να περιλαμβάνει άλλες βοηθητικές δραστηριότητες, όπως ο διαχωρισμός των στοιχείων ενεργητικού των ιδιοκτητών από τα στοιχεία ενεργητικού της εταιρείας, η διευκόλυνση της μεταβίβασης των στοιχείων ενεργητικού εντός μιας οικογένειας ή η πρόληψη της διάσπασης των στοιχείων ενεργητικού μετά το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας, εφόσον αυτά συνδέονται με κύριο σκοπό τη διαχείριση της περιουσίας των ιδιοκτητών·

11)

ως «ακραία κατάσταση» νοείται μια ξαφνική ή σοβαρή επιδείνωση της φερεγγυότητας ή ρευστότητας ενός πιστωτικού ιδρύματος που οφείλεται στις μεταβολές των συνθηκών της αγοράς ή σε ιδιαίτερους παράγοντες, ως αποτέλεσμα της οποίας μπορεί να υπάρχει σημαντικός κίνδυνος το πιστωτικό ίδρυμα να μην είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις του οι οποίες πρόκειται να λήξουν μέσα στις επόμενες 30 ημερολογιακές ημέρες·

12)

ως «δάνεια περιθωρίου» νοούνται τα εξασφαλισμένα δάνεια που χορηγούνται σε πελάτες με σκοπό την ανάληψη μοχλευμένων θέσεων διαπραγμάτευσης.

Άρθρο 4

Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας

1.   Η λεπτομερής απαίτηση κάλυψης της ρευστότητας, σύμφωνα με το άρθρο 412 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ισούται με τον δείκτη του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος προς τις καθαρές εκροές ρευστότητάς του κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ακραίων συνθηκών 30 ημερολογιακών ημερών και εκφράζεται ως ποσοστό. Τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν τον δείκτη κάλυψης της ρευστότητάς τους, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Formula

2.   Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας που οφείλουν να διατηρούν τα πιστωτικά ιδρύματα είναι τουλάχιστον 100 %.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να ρευστοποιήσουν τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού τους για να καλύψουν τις καθαρές εκροές ρευστότητάς τους κατά τη διάρκεια περιόδων ακραίων συνθηκών, ακόμη και αν η χρήση των ρευστών στοιχείων ενεργητικού τους μπορεί να οδηγήσει σε πτώση του δείκτη κάλυψης της ρευστότητάς τους κάτω από το 100 % κατά τη διάρκεια των περιόδων αυτών.

4.   Σε περίπτωση που ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας ενός πιστωτικού ιδρύματος μειωθεί ή αναμένεται εύλογα να μειωθεί ανά πάσα στιγμή κάτω από το 100 %, εφαρμόζεται η απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 414 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Έως ότου ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας επανέλθει στο επίπεδο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, το πιστωτικό ίδρυμα αναφέρει τον δείκτη κάλυψης ρευστότητας στην αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 680/2014 της Επιτροπής (6).

5.   Τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν και παρακολουθούν τον δείκτη κάλυψης ρευστότητάς τους στο νόμισμα υποβολής αναφορών και σε κάθε ένα από τα νομίσματα που υπόκεινται σε χωριστή υποβολή αναφορών σύμφωνα με το άρθρο 415 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και για υποχρεώσεις στο νόμισμα υποβολής αναφορών. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή τους στοιχεία σχετικά με τον δείκτη κάλυψης ρευστότητας, σύμφωνα με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 680/2014 της Επιτροπής.

Άρθρο 5

Σενάρια ακραίων συνθηκών για τους σκοπούς του δείκτη κάλυψης ρευστότητας

Τα παρακάτω σενάρια μπορούν να θεωρηθούν ως δείκτες των περιστάσεων υπό τις οποίες ένα πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να θεωρηθεί ότι υπόκειται σε ακραία κατάσταση:

α)

εξάντληση ενός σημαντικού ποσοστού των καταθέσεων λιανικής του·

β)

μερική ή ολική απώλεια των μη εξασφαλισμένων δυνατοτήτων χρηματοδότησης χονδρικής, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων χονδρικής και άλλων πηγών υπό αίρεση χρηματοδότησης, όπως δεσμευμένες και μη δεσμευμένες ταμειακές διευκολύνσεις ή πιστωτικά όρια·

γ)

μερική ή ολική απώλεια εξασφαλισμένης, βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης·

δ)

πρόσθετες εκροές ρευστότητας, ως αποτέλεσμα της υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας έως τρεις βαθμίδες·

ε)

αύξηση της μεταβλητότητας της αγοράς που επηρεάζει την αξία των εξασφαλίσεων ή την ποιότητά τους ή δημιουργεί πρόσθετες ανάγκες εξασφαλίσεων·

στ)

μη προγραμματισμένη άντληση ρευστότητας και πιστωτικών διευκολύνσεων·

ζ)

δυνητική υποχρέωση εξαγοράς χρέους ή εκπλήρωσης εξωσυμβατικών υποχρεώσεων.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΤΟ ΑΠΟΘΕΜΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 6

Σύνθεση του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας

Για να είναι επιλέξιμα να συμπεριληφθούν στο απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος, τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού οφείλουν να συμμορφώνονται με κάθε μία από τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

τις γενικές απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 7·

β)

τις λειτουργικές απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 8·

γ)

τα αντίστοιχα κριτήρια επιλεξιμότητας για να ταξινομηθούν ως στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1 ή επιπέδου 2, σύμφωνα με το κεφάλαιο 2.

Άρθρο 7

Γενικές απαιτήσεις για τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού

1.   Για να θεωρηθούν ρευστά, τα στοιχεία ενεργητικού ενός πιστωτικού ιδρύματος οφείλουν να συμμορφώνονται με τις παραγράφους 2 έως 6.

2.   Τα στοιχεία ενεργητικού συνίστανται σε ακίνητη περιουσία, δικαιώματα, προνόμια ή συμμετοχές που κατέχει ένα πιστωτικό ίδρυμα και είναι ελεύθερα από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος. Για τους σκοπούς αυτούς, ένα στοιχείο ενεργητικού θεωρείται μη βεβαρημένο, εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα δεν υπόκειται σε κανένα νομικό, συμβατικό, κανονιστικό ή άλλο περιορισμό που το εμποδίζει να ρευστοποιήσει, να πωλήσει, να μεταβιβάσει, να εκχωρήσει ή, γενικότερα, να διαθέσει τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού μέσω ενεργού συμφωνίας οριστικής πώλησης ή επαναγοράς εντός των επόμενων 30 ημερών. Τα ακόλουθα στοιχεία ενεργητικού θεωρούνται μη βεβαρημένα:

α)

στοιχεία ενεργητικού που περιλαμβάνονται σε μια ομάδα και είναι διαθέσιμα για άμεση χρήση ως εξασφάλιση για την άντληση πρόσθετης χρηματοδότησης στο πλαίσιο πιστωτικών ορίων στη διάθεση του πιστωτικού ιδρύματος που έχουν δεσμευθεί, αλλά δεν έχουν αναληφθεί ακόμα. Σε αυτά περιλαμβάνονται στοιχεία ενεργητικού που τοποθετούνται από ένα πιστωτικό ίδρυμα στο κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα σε ένα δίκτυο συνεργασίας ή θεσμικό σύστημα προστασίας. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να θεωρούν ότι τα στοιχεία ενεργητικού εντός της ομάδας είναι βεβαρημένα κατά σειρά αύξουσας ρευστότητας με βάση την κατάταξη της ρευστότητας που ορίζεται στο κεφάλαιο 2, ξεκινώντας με τα στοιχεία ενεργητικού που δεν είναι επιλέξιμα για το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας·

β)

στοιχεία ενεργητικού τα οποία έχει λάβει το πιστωτικό ίδρυμα ως εξασφάλιση για σκοπούς μείωσης του πιστωτικού κινδύνου στο πλαίσιο συναλλαγών αγοράς με συμφωνία επαναπώλησης ή δραστηριοτήτων χρηματοδότησης τίτλων και τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να διαθέσει.

3.   Τα στοιχεία του ενεργητικού δεν έχουν εκδοθεί από το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα, τη μητρική του επιχείρηση, πλην οντότητας του δημόσιου τομέα που δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα, θυγατρική του ή άλλη θυγατρική της μητρικής του επιχείρησης ή από οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση με την οποία το πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί στενούς δεσμούς·

4.   Τα στοιχεία ενεργητικού δεν έχουν εκδοθεί από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

άλλο πιστωτικό ίδρυμα, εκτός εάν ο εκδότης είναι οντότητα του δημόσιου τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), το στοιχείο ενεργητικού είναι καλυμμένο ομόλογο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ) και στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) ή το στοιχείο ενεργητικού ανήκει στην κατηγορία που περιγράφεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο ε)·

β)

επιχείρηση επενδύσεων·

γ)

ασφαλιστική επιχείρηση·

δ)

αντασφαλιστική επιχείρηση·

ε)

χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών·

στ)

μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών·

ζ)

οποιαδήποτε άλλη οντότητα που εκτελεί μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι ΟΕΣΤ θεωρείται ότι δεν περιλαμβάνονται στις οντότητες που αναφέρονται στο παρόν στοιχείο.

5.   Η αξία των στοιχείων μπορεί να προσδιοριστεί βάσει των ευρέως διαδεδομένων και εύκολα προσβάσιμων τιμών της αγοράς. Σε περίπτωση μη ύπαρξης τιμών βασιζόμενων στην αγορά, η αξία των στοιχείων ενεργητικού πρέπει να μπορεί να προσδιορίζεται βάσει ενός εύκολα υπολογιζόμενου τύπου που θα χρησιμοποιεί δημόσια διαθέσιμα δεδομένα και δεν εξαρτάται σημαντικά από ισχυρές παραδοχές.

6.   Τα στοιχεία ενεργητικού είναι εισηγμένα σε ένα αναγνωρισμένο χρηματιστήριο ή αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μέσω ενεργού συμφωνίας οριστικής πώλησης ή μέσω απλής πράξης επαναγοράς σε γενικά αποδεκτές αγορές επαναγοράς. Τα κριτήρια αυτά ερμηνεύονται χωριστά για κάθε αγορά. Ένα στοιχείο ενεργητικού που έχει εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένο τόπο διαπραγμάτευσης ο οποίος δεν είναι αναγνωρισμένο χρηματιστήριο, είτε σε κράτος μέλος είτε σε τρίτη χώρα, θεωρείται ρευστό μόνο εάν ο τόπος διαπραγμάτευσης διαθέτει ενεργή και μεγάλη αγορά οριστικών πωλήσεων στοιχείων ενεργητικού. Το πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα ελάχιστα κριτήρια για να εκτιμήσει κατά πόσον ένας τόπος διαπραγμάτευσης διαθέτει ενεργή και αρκετά μεγάλη αγορά για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου:

α)

ιστορικά στοιχεία για το εύρος και το βάθος της αγοράς, όπως αποδεικνύεται από τις χαμηλές αποκλίσεις στις τιμές αγοράς και πώλησης, τον υψηλό όγκο συναλλαγών και τον μεγάλο αριθμό και την ποικιλομορφία των συμμετεχόντων στην αγορά·

β)

παρουσία ισχυρής υποδομής της αγοράς.

7.   Οι απαιτήσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 5 και 6 δεν εφαρμόζονται:

α)

στα τραπεζογραμμάτια και κέρματα που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

β)

στα ανοίγματα έναντι των κεντρικών τραπεζών που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχεία β) και δ) και στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

γ)

στην περιορισμένης χρήσης δεσμευμένη ταμειακή διευκόλυνση που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

δ)

στις καταθέσεις και άλλες πηγές χρηματοδότησης σε δίκτυα συνεργασίας και θεσμικά συστήματα προστασίας που αναφέρονται στο άρθρο 16.

Άρθρο 8

Λειτουργικές απαιτήσεις

1.   Τα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζουν πολιτικές και όρια που εξασφαλίζουν ότι τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που περιλαμβάνονται στο απόθεμα ασφαλείας ρευστότητάς τους παραμένουν κατάλληλα διαφοροποιημένα ανά πάσα στιγμή. Για τον σκοπό αυτόν, τα πιστωτικά ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τον βαθμό διαφοροποίησης μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών ρευστών στοιχείων ενεργητικού και εντός της ίδιας κατηγορίας ρευστών στοιχείων ενεργητικού που αναφέρεται στο κεφάλαιο 2 του παρόντος τίτλου και τυχόν άλλους σχετικούς παράγοντες διαφοροποίησης, όπως ο τύπος των εκδοτών και των αντισυμβαλλομένων ή η γεωγραφική θέση των εκδοτών και των αντισυμβαλλομένων αυτών.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν ειδικούς περιορισμούς ή απαιτήσεις για τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που διατηρεί ένα πιστωτικό ίδρυμα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο. Οποιοσδήποτε τέτοιος περιορισμός ή απαίτηση δεν ισχύει, ωστόσο, για:

α)

τις ακόλουθες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1:

i)

τραπεζογραμμάτια και κέρματα που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

ii)

ανοίγματα έναντι κεντρικών τραπεζών, όπως αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχεία β) και δ)·

iii)

στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι ή απαιτήσεις καλυπτόμενες από την εγγύηση πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης και διεθνών οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο ζ)·

β)

τις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1 που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι ή απαιτήσεις καλυπτόμενες από την εγγύηση κεντρικών ή περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών ή φορέων του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και (δ), υπό την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα κατέχει το σχετικό στοιχείο ενεργητικού για την κάλυψη καθαρών εκροών ρευστότητας σε ακραίες συνθήκες που πραγματοποιούνται στο νόμισμα του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας ή το στοιχείο ενεργητικού έχει εκδοθεί από κεντρικές ή περιφερειακές κυβερνήσεις, τοπικές αρχές ή φορείς του δημόσιου τομέα του κράτους μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος·

γ)

την περιορισμένης χρήσης δεσμευμένη ταμειακή διευκόλυνση που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο δ).

2.   Τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν άμεση πρόσβαση στα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που κατέχουν και είναι σε θέση να τα ρευστοποιήσουν ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της περιόδου ακραίων συνθηκών 30 ημερολογιακών ημερών μέσω ενεργού συμφωνίας οριστικής πώλησης ή επαναγοράς σε γενικά αποδεκτές αγορές επαναγοράς. Ένα ρευστό στοιχείο ενεργητικού θεωρείται άμεσα διαθέσιμο σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, εφόσον δεν υπάρχουν νομικοί ή πρακτικοί φραγμοί στη δυνατότητα του πιστωτικού ιδρύματος να ρευστοποιήσει εγκαίρως το εν λόγω στοιχείο ενεργητικού.

Τα στοιχεία ενεργητικού που χρησιμοποιούνται για την παροχή πιστωτικής ενίσχυσης σε δομημένες συναλλαγές ή για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν θεωρούνται άμεσα διαθέσιμα στα πιστωτικά ιδρύματα.

Τα στοιχεία ενεργητικού που κατέχονται σε τρίτη χώρα όπου υπάρχουν περιορισμοί ως προς την ελεύθερη μεταβίβασή τους θεωρούνται άμεσα διαθέσιμα μόνο εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα χρησιμοποιήσει τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού για την κάλυψη των εκροών ρευστότητας στην εν λόγω τρίτη χώρα. Τα στοιχεία ενεργητικού που τηρούνται σε μη μετατρέψιμο νόμισμα θεωρούνται άμεσα διαθέσιμα μόνο εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα χρησιμοποιήσει τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού για την κάλυψη των εκροών ρευστότητας στο εν λόγω νόμισμα.

3.   Τα πιστωτικά ιδρύματα διασφαλίζουν ότι τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού τους τελούν υπό τον έλεγχο ειδικού τμήματος διαχείρισης της ρευστότητας εντός του πιστωτικού ιδρύματος. Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής αποδεικνύεται στην αρμόδια αρχή ως εξής:

α)

είτε με την τοποθέτηση των ρευστών στοιχείων ενεργητικού σε ξεχωριστή ομάδα υπό την άμεση διαχείριση του τμήματος ρευστότητας και με αποκλειστικό σκοπό τη χρήση τους ως πηγής ενδεχόμενων κεφαλαίων, ακόμη και κατά τις περιόδους ακραίων συνθηκών·

β)

είτε με τη θέσπιση εσωτερικών συστημάτων και ελέγχων ώστε το τμήμα διαχείρισης της ρευστότητας να ασκεί αποτελεσματικό λειτουργικό έλεγχο για τη ρευστοποίηση των ρευστών στοιχείων ενεργητικού ανά πάσα στιγμή εντός της περιόδου ακραίων συνθηκών 30 ημερολογιακών ημερών και την απόκτηση πρόσβασης στα ενδεχόμενα κεφάλαια χωρίς να επέλθει άμεση σύγκρουση με οποιαδήποτε υπάρχουσα επιχειρησιακή στρατηγική ή στρατηγική διαχείρισης κινδύνου. Συγκεκριμένα, ένα στοιχείο ενεργητικού δεν περιλαμβάνεται στο απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας, εάν η πώλησή του χωρίς αντικατάσταση καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου ακραίων συνθηκών 30 ημερολογιακών ημερών αφαιρεί αντιστάθμιση, γεγονός το οποίο θα δημιουργούσε ανοικτή θέση κινδύνου πέραν των εσωτερικών ορίων του πιστωτικού ιδρύματος·

γ)

είτε με τον συνδυασμό των επιλογών α) και β), εφόσον η αρμόδια αρχή κρίνει ότι ο συνδυασμός αυτός είναι αποδεκτός.

4.   Τα πιστωτικά ιδρύματα ρευστοποιούν περιοδικά, και τουλάχιστον άπαξ ετησίως, ένα επαρκώς αντιπροσωπευτικό δείγμα των ρευστών στοιχείων ενεργητικού τους μέσω οριστικής πώλησης ή απλής συμφωνίας επαναγοράς σε μια γενικά αποδεκτή αγορά επαναγοράς. Τα πιστωτικά ιδρύματα αναπτύσσουν στρατηγικές για τη διάθεση δειγμάτων ρευστών στοιχείων ενεργητικού, τα οποία είναι επαρκή για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

για τον έλεγχο της πρόσβασης στην αγορά και της χρηστικότητας των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού·

β)

για τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών ρευστοποίησης των στοιχείων ενεργητικού·

γ)

για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου μετάδοσης αρνητικών σημάτων στην αγορά λόγω της ρευστοποίησης των στοιχείων ενεργητικού από το πιστωτικό ίδρυμα κατά τη διάρκεια περιόδου ακραίων συνθηκών.

Η απαίτηση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1 που αναφέρονται στο άρθρο 10, με εξαίρεση τα εξαιρετικά υψηλής ποιότητας καλυμμένα ομόλογα, στην περιορισμένης χρήσης δεσμευμένη ταμειακή διευκόλυνση που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 εδάφιο δ) ή στις καταθέσεις και άλλες πηγές χρηματοδότησης ρευστότητας εντός συνεταιριστικών δικτύων και θεσμικών συστημάτων προστασίας, όπως αναφέρονται στο άρθρο 16.

5.   Η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 2 δεν εμποδίζει τα πιστωτικά ιδρύματα να αντισταθμίζουν τον κίνδυνο της αγοράς που συνδέεται με τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού τους, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το πιστωτικό ίδρυμα εφαρμόζει κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 για να διασφαλίσει ότι τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού συνεχίζουν να είναι άμεσα διαθέσιμα και υπό τον έλεγχο του τμήματος διαχείρισης της ρευστότητας·

β)

οι καθαρές εκροές και εισροές ρευστότητας που προκύπτουν από ενδεχόμενη εκκαθάριση της αντιστάθμισης λαμβάνονται υπόψη κατά την αποτίμηση του σχετικού στοιχείου του ενεργητικού σύμφωνα με το άρθρο 9.

6.   Τα πιστωτικά ιδρύματα διασφαλίζουν ότι το νόμισμα των ρευστών στοιχείων ενεργητικού τους συμβαδίζει με την κατανομή ανά νόμισμα των καθαρών εκροών ρευστότητας. Ωστόσο, ανάλογα με την περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα να περιορίσουν τη νομισματική αναντιστοιχία με τον καθορισμό ορίων όσον αφορά το ποσοστό των καθαρών εκροών ρευστότητας σε ένα νόμισμα που μπορούν να συμβούν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ακραίων συνθηκών, διατηρώντας ρευστά στοιχεία ενεργητικού που δεν είναι εκφρασμένα στο νόμισμα αυτό. Ο περιορισμός αυτός μπορεί να εφαρμοστεί μόνο για το νόμισμα αναφοράς ή ένα νόμισμα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής υποβολής αναφορών σύμφωνα με το άρθρο 415 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Κατά τον καθορισμό του επιπέδου οποιουδήποτε περιορισμού σχετικά με τη νομισματική αναντιστοιχία που μπορεί να εφαρμοστεί σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τουλάχιστον τα εξής:

α)

κατά πόσον το πιστωτικό ίδρυμα έχει τη δυνατότητα να προβεί σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες:

i)

να χρησιμοποιήσει τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τη δημιουργία ρευστότητας στο νόμισμα και στην περιοχή δικαιοδοσίας στην οποία προκύπτουν οι καθαρές εκροές ρευστότητας·

ii)

να προβεί στην ανταλλαγή νομισμάτων και την άντληση κεφαλαίων σε αγορές συναλλάγματος υπό ακραίες συνθήκες που συνάδουν με την περίοδο ακραίων συνθηκών 30 ημερολογιακών ημερών που ορίζεται στο άρθρο 4·

iii)

να μεταβιβάσει ένα πλεόνασμα ρευστότητας από το ένα νόμισμα στο άλλο και μεταξύ περιοχών δικαιοδοσίας και νομικών οντοτήτων εντός του ομίλου του σε ακραίες συνθήκες ου συνάδουν με την περίοδο ακραίων συνθηκών 30 ημερολογιακών ημερών που ορίζεται στο άρθρο 4·

β)

την επίδραση ξαφνικών, δυσμενών μεταβολών των συναλλαγματικών ισοτιμιών σε υφιστάμενες θέσεις αναντιστοιχίας και στην αποτελεσματικότητα υφιστάμενων συναλλαγματικών αντισταθμίσεων.

Οποιοσδήποτε περιορισμός όσον αφορά την αναντιστοιχία νομισμάτων που επιβάλλεται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, θεωρείται ότι αποτελεί ειδική απαίτηση ρευστότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 105 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Άρθρο 9

Αποτίμηση ρευστών στοιχείων ενεργητικού

Για τους σκοπούς του υπολογισμού του δείκτη κάλυψης ρευστότητας, ένα πιστωτικό ίδρυμα χρησιμοποιεί την αγοραία αξία των ρευστών στοιχείων του ενεργητικού του. Η αγοραία αξία των ρευστών στοιχείων ενεργητικού μειώνεται σύμφωνα με τις περικοπές που ορίζονται στο κεφάλαιο 2 και με το άρθρο 8 παράγραφος 5 στοιχείο β), ανάλογα με την περίπτωση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ρευστά στοιχεία ενεργητικού

Άρθρο 10

Στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1

1.   Τα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1 περιλαμβάνουν μόνο τα στοιχεία ενεργητικού που εμπίπτουν σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες κατηγορίες και πληρούν σε κάθε περίπτωση τα σχετικά κριτήρια επιλεξιμότητας που ορίζονται στο παρόν:

α)

κέρματα και τραπεζογραμμάτια·

β)

τα ακόλουθα ανοίγματα έναντι κεντρικών τραπεζών:

i)

στοιχεία ενεργητικού που αντιστοιχούν σε απαιτήσεις ή καλύπτονται από την εγγύηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) ή κεντρικής τράπεζας ενός κράτους μέλους·

ii)

στοιχεία ενεργητικού που αντιστοιχούν σε απαιτήσεις ή καλύπτονται από την εγγύηση κεντρικών τραπεζών τρίτων χωρών, εφόσον τα ανοίγματα έναντι της κεντρικής τράπεζας ή της κεντρικής της κυβέρνησης έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης (ΕΟΠΑ), η οποία είναι τουλάχιστον βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1 σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

iii)

τα αποθέματα που διατηρεί το πιστωτικό ίδρυμα σε μια κεντρική τράπεζα που αναφέρεται στα σημεία i) και ii), εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα επιτρέπεται να αποσύρει τα εν λόγω αποθέματα ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια περιόδων ακραίων καταστάσεων και οι προϋποθέσεις για την εν λόγω απόσυρση έχουν καθοριστεί σε συμφωνία μεταξύ της αρμόδιας αρχής και της ΕΚΤ ή της κεντρικής τράπεζας·

γ)

στοιχεία ενεργητικού που αντιστοιχούν σε απαιτήσεις ή καλύπτονται από την εγγύηση των ακόλουθων κεντρικών ή περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών ή φορέων του δημόσιου τομέα:

i)

της κεντρικής κυβέρνησης ενός κράτους μέλους

ii)

της κεντρικής κυβέρνησης τρίτης χώρας, εφόσον έχει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ, η οποία είναι τουλάχιστον βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1, σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

iii)

περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών σε ένα κράτος μέλος, εφόσον αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης του κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 115 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

iv)

περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών σε ένα κράτος μέλος του τύπου που αναφέρεται στο σημείο ii), εφόσον αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης της τρίτης χώρας, σύμφωνα με το άρθρο 115 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

v)

οντοτήτων του δημόσιου τομέα, εφόσον αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης ενός κράτους μέλους ή μιας από τις περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές που αναφέρονται στο σημείο iii), σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 116 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

δ)

στοιχεία ενεργητικού που αντιστοιχούν σε απαιτήσεις ή καλύπτονται από την εγγύηση της κεντρικής κυβέρνησης ή της κεντρικής τράπεζας τρίτης χώρας που δεν έχει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ, η οποία είναι βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1, σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εφόσον στην περίπτωση αυτή, το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να αναγνωρίσει μόνο το στοιχείο ενεργητικού ως επιπέδου 1 για την κάλυψη των καθαρών εκροών ρευστότητας σε ακραίες συνθήκες που πραγματοποιούνται στο ίδιο νόμισμα στο οποίο το στοιχείο ενεργητικού είναι εκπεφρασμένο.

Εφόσον το στοιχείο ενεργητικού δεν είναι εκπεφρασμένο στο εθνικό νόμισμα της τρίτης χώρας, το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να αναγνωρίσει το στοιχείο ενεργητικού ως επιπέδου 1 μόνο έως το ύψος των καθαρών εκροών ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος υπό ακραίες συνθήκες στο εν λόγω ξένο νόμισμα, οι οποίες αντιστοιχούν στις δραστηριότητές του εντός της περιοχής δικαιοδοσίας στην οποία αναλαμβάνεται ο κίνδυνος ρευστότητας·

ε)

στοιχεία ενεργητικού που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία πληρούν τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες δύο προϋποθέσεις:

i)

ο εκδότης είναι πιστωτικό ίδρυμα που έχει συσταθεί ή ιδρυθεί από την κεντρική κυβέρνηση του κράτους μέλους ή την περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή ενός κράτους μέλους, η κυβέρνηση ή η τοπική αρχή έχει τη νομική υποχρέωση να προστατεύει την οικονομική βάση του πιστωτικού ιδρύματος και να διατηρεί την οικονομική του βιωσιμότητα καθ' όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του και κάθε άνοιγμα έναντι της εν λόγω περιφερειακής κυβέρνησης ή τοπική αρχής, ανάλογα με την περίπτωση, αντιμετωπίζεται ως άνοιγμα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης του κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 115 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

ii)

το πιστωτικό ίδρυμα είναι προνομιακός δανειστής ο οποίος, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, νοείται ως οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα του οποίου σκοπός είναι να προωθεί τους στόχους της δημόσιας πολιτικής της Ένωσης ή της κεντρικής ή περιφερειακής κυβέρνησης ή τοπικής αρχής σε ένα κράτος μέλος, κυρίως μέσω της παροχής προνομιακών δανείων σε μη ανταγωνιστική, μη κερδοσκοπική βάση, υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον το 90 % των δανείων που χορηγεί υπόκεινται στην άμεση ή έμμεση εγγύηση της κεντρικής ή περιφερειακής κυβέρνησης ή τοπικής αρχής και ότι κάθε άνοιγμα έναντι της εν λόγω περιφερειακής κυβέρνησης ή τοπικής αρχής, ανάλογα με την περίπτωση, αντιμετωπίζεται ως άνοιγμα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης του κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 115 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

στ)

ανοίγματα υπό τη μορφή εξαιρετικά υψηλής ποιότητας καλυμμένων ομολόγων, τα οποία συμμορφώνονται με όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

είναι ομόλογα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να τυγχάνουν της μεταχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 129 παράγραφος 4 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

ii)

τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων εντός των συνολικών στοιχείων κάλυψης πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 129 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

iii)

το πιστωτικό ίδρυμα που επενδύει στα καλυμμένα ομόλογα και ο εκδότης πληρούν τις υποχρεώσεις διαφάνειας που αναφέρονται στο άρθρο 129 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

iv)

το ύψος της έκδοσης είναι τουλάχιστον 500 εκατ. ευρώ (ή το αντίστοιχο ποσό στο εγχώριο νόμισμα)·

v)

τα καλυμμένα ομόλογα έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ, η οποία είναι βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1, σύμφωνα με το άρθρο 129 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, αντίστοιχης βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας σε περίπτωση βραχυπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης ή, ελλείψει πιστοληπτικής αξιολόγησης, έχουν συντελεστή στάθμισης 10 % σύμφωνα με το άρθρο 129 παράγραφο 5 του εν λόγω κανονισμού·

vi)

τα συνολικά στοιχεία κάλυψης πληρούν ανά πάσα στιγμή μια απαίτηση κάλυψης των στοιχείων ενεργητικού τουλάχιστον 2 % πέραν του ποσού που απαιτείται για την κάλυψη των απαιτήσεων που συνδέονται με τα καλυμμένα ομόλογα·

ζ)

στοιχεία ενεργητικού που αντιστοιχούν σε απαιτήσεις έναντι ή απαιτήσεις καλυπτόμενες από την εγγύηση των πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης και των διεθνών οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 117 παράγραφος 2 στοιχείο και στο άρθρο 118, αντίστοιχα, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2.   Η αγοραία αξία των εξαιρετικά υψηλής ποιότητας καλυμμένων ομολόγων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο στ) υπόκειται σε περικοπή τουλάχιστον 7 %. Με εξαίρεση τα όσα ορίζονται σε σχέση με τις μετοχές ή τα μερίδια σε ΟΣΕ στα στοιχεία α) και β) του άρθρου 15 παράγραφος 2, δεν απαιτείται καμία περικοπή επί της αξίας των εναπομεινάντων στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1.

Άρθρο 11

Στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Α

1.   Τα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Α περιλαμβάνουν μόνο τα στοιχεία ενεργητικού που εμπίπτουν σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες κατηγορίες και πληρούν σε κάθε περίπτωση τα κριτήρια επιλεξιμότητας που ορίζονται στο παρόν:

α)

στοιχεία ενεργητικού που αντιστοιχούν σε απαιτήσεις έναντι ή απαιτήσεις καλυπτόμενες από την εγγύηση περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών ή οντοτήτων του δημόσιου τομέα σε ένα κράτος μέλος, εφόσον τα ανοίγματα έναντι αυτών έχουν συντελεστή στάθμισης 20 % σύμφωνα με το άρθρο 115 παράγραφοι 1 και 5 και το άρθρο 116 παράγραφοι 1, 2 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως ισχύει·

β)

στοιχεία ενεργητικού που αντιστοιχούν σε απαιτήσεις ή καλύπτονται από την εγγύηση της κεντρικής κυβέρνησης ή της κεντρικής τράπεζας τρίτης χώρας ή περιφερειακής κυβέρνησης, τοπικής αρχής ή οντότητας του δημοσίου τομέα σε μια τρίτη χώρα, εφόσον έχουν συντελεστή στάθμισης 20 % σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 2, το άρθρο 115 και το άρθρο 116 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως ισχύει·

γ)

ανοίγματα υπό τη μορφή υψηλής ποιότητας καλυμμένων ομολόγων, τα οποία συμμορφώνονται με όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

είναι ομόλογα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να τυγχάνουν της μεταχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 129 παράγραφος 4 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

ii)

τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων εντός των συνολικών στοιχείων κάλυψης πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

iii)

το πιστωτικό ίδρυμα που επενδύει στα καλυμμένα ομόλογα και ο εκδότης πληρούν τις απαιτήσεις διαφάνειας που αναφέρονται στο άρθρο 129 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

iv)

το ύψος της έκδοσης είναι τουλάχιστον 250 εκατ. ευρώ (ή το αντίστοιχο ποσό στο εγχώριο νόμισμα)·

v)

τα καλυμμένα ομόλογα έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ, η οποία είναι τουλάχιστον βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 2, σύμφωνα με το άρθρο 129 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, αντίστοιχης βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας σε περίπτωση βραχυπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης ή, ελλείψει πιστοληπτικής αξιολόγησης, συντελεστή στάθμισης 20 % σύμφωνα με το άρθρο 129 παράγραφο 5 του εν λόγω κανονισμού·

vi)

τα συνολικά στοιχεία κάλυψης οφείλουν να πληρούν ανά πάσα στιγμή μια απαίτηση κάλυψης των στοιχείων ενεργητικού τουλάχιστον 7 % πέραν του ποσού που απαιτείται για την κάλυψη των απαιτήσεων που συνδέονται με τα καλυμμένα ομόλογα. Ωστόσο, εφόσον τα καλυμμένα ομόλογα που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση σε βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 δεν πληρούν το ελάχιστο ύψος έκδοσης για τα εξαιρετικά υψηλής ποιότητας καλυμμένα ομόλογα, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ) σημείο iv), αλλά πληρούν τις απαιτήσεις για υψηλής ποιότητας καλυμμένα ομόλογα που ορίζονται στα σημεία i), ii), iii) και iv), υπόκεινται σε απαίτηση ελάχιστης κάλυψης στοιχείων ενεργητικού ύψους 2 %·

δ)

ανοίγματα υπό τη μορφή καλυμμένων ομολόγων, τα οποία έχουν εκδοθεί από πιστωτικά ιδρύματα σε τρίτες χώρες και τα οποία συμμορφώνονται με όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

είναι καλυμμένα ομόλογα, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία της εν λόγω τρίτης χώρας, στην οποία πρέπει να χαρακτηρίζονται ως χρεόγραφα εκδοθέντα από πιστωτικά ιδρύματα, ή από εξ ολοκλήρου θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος που εγγυάται την έκδοση, και εξασφαλίζονται από συνολικά στοιχεία κάλυψης στοιχείων ενεργητικού, έναντι των οποίων οι ομολογιούχοι έχουν δικαίωμα άμεσης προσφυγής για την αποπληρωμή του κεφαλαίου και των τόκων βάσει προτεραιότητας σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων του εκδότη·

ii)

ο εκδότης και τα καλυμμένα ομόλογα τελούν, βάσει της εθνικής νομοθεσίας της τρίτης χώρας, υπό ειδική δημόσια εποπτεία για την προστασία των ομολογιούχων και οι εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις που εφαρμόζονται στην τρίτη χώρα πρέπει να είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που ισχύουν στην Ένωση·

iii)

τα καλυμμένα ομόλογα που εξασφαλίζονται με ένα σύνολο στοιχείων ενεργητικού ενός ή περισσότερων από τα είδη που περιγράφονται στο στοιχείο β), το στοιχείο δ) σημείο i), το στοιχείο στ) σημείο i) και το στοιχείο ζ) του άρθρου 129 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Σε περίπτωση που το σύνολο περιλαμβάνει δάνεια που εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία, πρέπει να πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 208 και του άρθρου 229 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

iv)

τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων εντός των συνολικών στοιχείων κάλυψης πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και στο άρθρο 129 παράγραφος 1 τελευταίο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

v)

το πιστωτικό ίδρυμα που επενδύει στα καλυμμένα ομόλογα και ο εκδότης πληρούν τις απαιτήσεις διαφάνειας που αναφέρονται στο άρθρο 129 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

vi)

τα καλυμμένα ομόλογα έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ, η οποία είναι βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1, σύμφωνα με το άρθρο 129 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, αντίστοιχης βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας σε περίπτωση βραχυπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης ή, ελλείψει πιστοληπτικής αξιολόγησης, συντελεστή στάθμισης 10 % σύμφωνα με το άρθρο 129 παράγραφο 5 του εν λόγω κανονισμού· και

vii)

τα συνολικά στοιχεία κάλυψης οφείλουν να πληρούν ανά πάσα στιγμή μια απαίτηση κάλυψης των στοιχείων ενεργητικού τουλάχιστον 7 % πέραν του ποσού που απαιτείται για την κάλυψη των απαιτήσεων που συνδέονται με τα καλυμμένα ομόλογα. Ωστόσο, όταν το ύψος της έκδοσης των καλυμμένων ομολόγων ανέρχεται σε 500 εκατ. ευρώ (ή το αντίστοιχο ποσό στο εγχώριο νόμισμα) ή περισσότερο, υπόκεινται αντίθετα σε ελάχιστη απαίτηση κάλυψης στοιχείων ενεργητικού ύψους 2 %·

ε)

εταιρικοί χρεωστικοί τίτλοι που πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ, η οποία είναι τουλάχιστον βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1, σύμφωνα με το άρθρο 122 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή αντίστοιχης βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας σε περίπτωση βραχυπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης·

ii)

το ύψος έκδοσης των τίτλων είναι τουλάχιστον 250 εκατ. ευρώ (ή το αντίστοιχο ποσό στο εγχώριο νόμισμα)·

iii)

το μέγιστο χρονικό διάστημα έως τη λήξη των τίτλων κατά τον χρόνο έκδοσης είναι 10 έτη·

2.   Η αγοραία αξία καθενός από τα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Α υπόκειται σε περικοπή τουλάχιστον 15 %.

Άρθρο 12

Στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Β

1.   Τα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Β περιλαμβάνουν μόνο τα στοιχεία ενεργητικού που εμπίπτουν σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες κατηγορίες και πληρούν σε κάθε περίπτωση τα κριτήρια επιλεξιμότητας που ορίζονται στο παρόν:

α)

ανοίγματα υπό τη μορφή τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση που πληρούν τις απαιτήσεις οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 13·

β)

εταιρικοί χρεωστικοί τίτλοι που πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ, η οποία είναι τουλάχιστον βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 3, σύμφωνα με το άρθρο 122 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή αντίστοιχης βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας σε περίπτωση βραχυπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης·

ii)

το ύψος έκδοσης των τίτλων είναι τουλάχιστον 250 εκατ. ευρώ (ή το αντίστοιχο ποσό στο εγχώριο νόμισμα)·

iii)

το μέγιστο χρονικό διάστημα έως τη λήξη των τίτλων κατά τον χρόνο έκδοσης είναι 10 έτη·

γ)

μετοχές, εφόσον πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

συνυπολογίζονται σε μείζονα χρηματιστηριακό δείκτη ενός κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, όπως αυτός προσδιορίζεται για τους σκοπούς του παρόντος σημείου από την αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους ή την αρμόδια δημόσια αρχή μιας τρίτης χώρας. Ελλείψει οποιασδήποτε απόφασης από την αρμόδια αρχή ή τη δημόσια αρχή σε σχέση με τους μείζονες χρηματιστηριακούς δείκτες, τα πιστωτικά ιδρύματα θεωρούν μείζονα οποιονδήποτε χρηματιστηριακό δείκτη αποτελείται από κορυφαίες εταιρείες στην εκάστοτε περιοχή δικαιοδοσίας·

ii)

είναι εκφρασμένες στο νόμισμα του κράτους μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος ή, εάν είναι εκφρασμένες σε διαφορετικό νόμισμα, χαρακτηρίζονται ως επιπέδου 2B μόνο έως το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των καθαρών εκροών ρευστότητας υπό ακραίες συνθήκες στο νόμισμα αυτό ή στην περιοχή δικαιοδοσίας όπου αναλαμβάνεται ο κίνδυνος ρευστότητας και

iii)

έχουν αποδεδειγμένο ιστορικό επιδόσεων ως αξιόπιστη πηγή ρευστότητας ανά πάσα στιγμή, ακόμα και σε περιόδους ακραίων συνθηκών. Η απαίτηση αυτή θεωρείται ότι πληρούται όταν το επίπεδο μείωσης της χρηματιστηριακής τιμής της μετοχής ή αύξησης της περικοπής της κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ακραίων καταστάσεων 30 ημερολογιακών ημερών δεν υπερέβη το 40 % ή τις 40 ποσοστιαίες μονάδες, αντίστοιχα· και

δ)

περιορισμένης χρήσης δεσμευμένες διευκολύνσεις ρευστότητας που μπορεί να παρέχονται από την ΕΚΤ, την κεντρική τράπεζα κράτους μέλους ή την κεντρική τράπεζα τρίτης χώρας, εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 14.

ε)

ανοίγματα με τη μορφή υψηλής ποιότητας καλυμμένων ομολόγων τα οποία πληρούν όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:

i)

είναι ομόλογα όπως αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή πληρούν τις απαιτήσεις για την αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 129 παράγραφοι 4 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

ii)

το πιστωτικό ίδρυμα που επενδύει στα καλυμμένα ομόλογα πληροί την απαίτηση διαφάνειας που αναφέρεται στο άρθρο 129 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

iii)

ο εκδότης του καλυμμένου ομολόγου διαθέτει σε επενδυτές τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 129 παράγραφος 7 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τουλάχιστον σε τριμηνιαία βάση·

iv)

το ύψος της έκδοσης είναι τουλάχιστον 250 εκατ. ευρώ (ή το αντίστοιχο ποσό στο εγχώριο νόμισμα)·

v)

τα καλυμμένα ομόλογα εξασφαλίζονται αποκλειστικά από τα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχεία α), δ) σημείο i) και ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

vi)

η ομάδα των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού συνίσταται αποκλειστικά από ανοίγματα που είναι επιλέξιμα για συντελεστή στάθμισης κινδύνου 35 % ή χαμηλότερο σύμφωνα με το άρθρο 125 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για πιστωτικό κίνδυνο·

vii)

τα συνολικά στοιχεία κάλυψης πληρούν ανά πάσα στιγμή απαίτηση κάλυψης στοιχείων του ενεργητικού τουλάχιστον 10 % υπεράνω του ποσού που απαιτείται για την κάλυψη των απαιτήσεων που συνδέονται τα καλυμμένα ομόλογα·

viii)

το εκδίδον πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να δημοσιοποιεί σε μηνιαία βάση ότι τα συνολικά στοιχεία κάλυψης πληρούν την απαίτηση κάλυψης του 10 % όσον αφορά τα στοιχεία του ενεργητικού·

στ)

για τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία σύμφωνα με το καταστατικό τους δεν δύνανται για λόγους θρησκείας να κατέχουν τοκοφόρα στοιχεία ενεργητικού, μη τοκοφόρα στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαίτηση έναντι ή είναι εγγυημένα από κεντρικές τράπεζες ή από την κεντρική κυβέρνηση ή την κεντρική τράπεζα τρίτης χώρας ή από τοπική αρχή ή οντότητα του δημόσιου τομέα σε τρίτη χώρα, εφόσον τα εν λόγω στοιχεία του ενεργητικού έχουν πιστωτική αξιολόγηση από καθορισμένο ECAI τουλάχιστον πιστωτικής ποιότητας επιπέδου 5 σύμφωνα με το άρθρο 114 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ή ισοδύναμη πιστωτική ποιότητα σε περίπτωση βραχυπρόθεσμης πιστωτικής αξιολόγησης.

2.   Η αγοραία αξία καθενός από τα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Β υπόκειται στα ακόλουθα ελάχιστα ποσοστά περικοπής:

α)

στο εφαρμοστέο ποσοστό περικοπής που ορίζεται στο άρθρο 13 παράγραφος 14 για τις τιτλοποιήσεις επιπέδου 2Β·

β)

σε ποσοστό περικοπής 50 % για τους εταιρικούς χρεωστικούς τίτλους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β)·

γ)

σε ποσοστό περικοπής 50 % για τις μετοχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ)·

δ)

σε ποσοστό περικοπής 30 % για προγράμματα ή εκδόσεις καλυμμένων ομολόγων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε)·

ε)

σε ποσοστό περικοπής 50 % για μη τοκοφόρα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο στ).

3.   Για τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία σύμφωνα με το καταστατικό τους δεν δύνανται για λόγους θρησκείας να κατέχουν τοκοφόρα στοιχεία ενεργητικού, η αρμόδια αρχή δύναται να επιτρέψει παρέκκλιση από τα σημεία ii) και iii) της παραγράφου 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, εφόσον υπάρχει απόδειξη ανεπαρκούς διαθεσιμότητας μη τοκοφόρων στοιχείων ενεργητικού που να πληρούν τις απαιτήσεις αυτές και τα εν λόγω μη τοκοφόρα στοιχεία ενεργητικού παρουσιάζουν επαρκή ρευστότητα στις ιδιωτικές αγορές.

Κατά τον καθορισμό του κατά πόσον τα μη τοκοφόρα στοιχεία ενεργητικού παρουσιάζουν επαρκή ρευστότητα για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η αρμόδια αρχή συνεκτιμά τους κάτωθι παράγοντες:

α)

τα διαθέσιμα δεδομένα αναφορικά με τη ρευστότητα της αγοράς τους, συμπεριλαμβανομένων του όγκου των συναλλαγών, των παρατηρηθεισών διαφορών στις τιμές αγοράς και πώλησης, της μεταβλητότητας των τιμών και του αντικτύπου των τιμών· και

β)

άλλους παράγοντες σχετικά με τη ρευστότητά τους, συμπεριλαμβανομένων των ιστορικών στοιχείων για το εύρος και το βάθος της αγορά για τα εν λόγω μη τοκοφόρα στοιχεία του ενεργητικού, του αριθμού και της ποικιλίας των συμμετεχόντων στην αγορά και της παρουσίας άρτιας υποδομής αγοράς.

Άρθρο 13

Τιτλοποιήσεις επιπέδου 2Β

1.   Τα ανοίγματα υπό τη μορφή τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο α) θεωρούνται τιτλοποιήσεις επιπέδου 2Β, εφόσον πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στις παραγράφους 2 έως 14.

2.   Η θέση τιτλοποίησης και τα υποκείμενα ανοίγματα της θέσης πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η θέση έχει λάβει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ, η οποία είναι τουλάχιστον βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1, σύμφωνα με τα άρθρα 251 ή 261 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή αντίστοιχης βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας σε περίπτωση βραχυπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης·

β)

η θέση ανήκει στο τμήμα ή στα τμήματα τιτλοποίησης και διαθέτει την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της πράξης. Για τους σκοπούς αυτούς, ένα τμήμα τιτλοποίησης θεωρείται ότι έχει την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα, εφόσον, μετά την επίδοση ειδοποίησης αναγκαστικής εκτέλεσης και, ενδεχομένως, ειδοποίησης επίσπευσης, το τμήμα τιτλοποίησης δεν εξαρτάται από άλλα τμήματα τιτλοποίησης της ίδιας πράξης ή προγράμματος τιτλοποίησης σε σχέση με την είσπραξη κεφαλαίου και τόκων, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα οφειλόμενα ποσά δυνάμει συμβάσεων παραγώγων επί επιτοκίων ή συναλλάγματος, σύμφωνα με το άρθρο 261 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

γ)

τα υποκείμενα ανοίγματα έχουν αναληφθεί από την ΟΕΣΤ, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο 66) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 κατά τρόπο που να είναι εκτελεστό έναντι παντός τρίτου και τίθεται εκτός του ελέγχου του πωλητή (μεταβιβάζων, ανάδοχος ή αρχικός δανειοδότης) και των πιστωτών του, ακόμη και σε περίπτωση αφερεγγυότητας του πωλητή·

δ)

η μεταβίβαση των υποκείμενων ανοιγμάτων στην ΟΕΣΤ δεν μπορεί να υπόκεινται σε οποιεσδήποτε αυστηρές διατάξεις επιστροφής κεφαλαίων στην περιοχή δικαιοδοσίας όπου ο πωλητής (μεταβιβάζων, ανάδοχος ή αρχικός δανειοδότης) έχει συσταθεί. Αυτό συμπεριλαμβάνει, χωρίς να περιορίζεται, τις διατάξεις βάσει των οποίων η πώληση των υποκείμενων ανοιγμάτων μπορεί να ακυρωθεί από τον εκκαθαριστή του πωλητή (μεταβιβάζοντα, αναδόχου ή αρχικού δανειοδότη) αποκλειστικά και μόνο λόγω του γεγονός ότι συνήφθη εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας του πωλητή ή διατάξεων βάσει των οποίων η ΟΕΣΤ μπορεί να αποτρέψει την εν λόγω ακύρωση μόνον εάν μπορεί να αποδείξει ότι δεν ήταν ενήμερη για την αφερεγγυότητα του πωλητή κατά τη στιγμή της πώλησης·

ε)

τα υποκείμενα ανοίγματα τελούν υπό διαχείριση βάσει σύμβασης εξυπηρέτησης που περιλαμβάνει διατάξεις περί αδιάλειπτης εξυπηρέτησης, οι οποίες εξασφαλίζουν τουλάχιστον ότι τυχόν αθέτηση ή αφερεγγυότητα του διαχειριστή δεν θα οδηγήσει σε παύση της εξυπηρέτησης·

στ)

η τεκμηρίωση που διέπει τη θέση τιτλοποίησης περιλαμβάνει διατάξεις περί αδιάλειπτης εξυπηρέτησης, οι οποίες εξασφαλίζουν, τουλάχιστον, την αντικατάσταση των αντισυμβαλλομένων σε πράξεις πιστωτικών παραγώγων και των φορέων παροχής ρευστότητας σε περίπτωση αθέτησης ή αφερεγγυότητάς τους, ανάλογα με την περίπτωση·

ζ)

η θέση τιτλοποίησης εξασφαλίζεται από μια ομάδα ομογενών υποκείμενων ανοιγμάτων, τα οποία ανήκουν όλα σε μία μόνο από τις ακόλουθες υποκατηγορίες, ή από μια ομάδα ομογενών υποκείμενων ανοιγμάτων που συνδυάζει τα στεγαστικά δάνεια που αναφέρονται στα σημεία i) και ii):

i)

στεγαστικά δάνεια εξασφαλισμένα με πρώτη υποθήκη που χορηγούνται σε ιδιώτες για την απόκτηση της κύριας κατοικίας τους, εφόσον πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις

τα δάνεια που περιλαμβάνονται στην ομάδα πληρούν κατά μέσο όρο την απαίτηση αναφορικά με το ποσό του δανείου ως προς την αξία του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως ορίζεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο δ) σημείο i) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

η εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους προέλευσης τω δανείων προβλέπει όριο δανείου προς εισόδημα στο ποσόν το οποίο μπορεί να δανειστεί κάποιος οφειλέτης στην περίπτωση δανείου για αγορά κατοικίας, και το κράτος μέλος έχει κοινοποιήσει τη συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη στην Επιτροπή και την ΕΑΤ. Το όριο δανείου προς εισόδημα υπολογίζεται επί του ακαθάριστου εισοδήματος του οφειλέτη, λαμβάνοντας υπόψη τις φορολογικές και λοιπές υποχρεώσεις του οφειλέτη και τον κίνδυνο μεταβολών των επιτοκίων κατά τη διάρκεια του δανείου. Για κάθε δάνειο κατοικίας που περιλαμβάνεται στην ομάδα, το ποσοστό του εισοδήματος του οφειλέτη που μπορεί να δαπανηθεί για την εξυπηρέτηση του δανείου, περιλαμβανομένων των καταβολών τόκου, κεφαλαίου και προμηθειών, δεν υπερβαίνει το 45 %·

ii)

πλήρως εξασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια που αναφέρονται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εφόσον τα δάνεια που πληρούν τις απαιτήσεις εξασφάλισης που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή και την απαίτηση του ποσού δανείου ως προς την αξία του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως ορίζεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο δ) σημείο i) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

iii)

εμπορικά δάνεια, χρηματοδοτικές μισθώσεις και πιστωτικές διευκολύνσεις σε επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε ένα κράτος μέλος για σκοπούς χρηματοδότησης κεφαλαιουχικών δαπανών ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, πλην της απόκτησης ή της ανάπτυξης εμπορικών ακινήτων, με την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον το 80 % των δανειοληπτών στην ομάδα από άποψη ισορροπίας του χαρτοφυλακίου είναι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις κατά τον χρόνο έκδοσης της τιτλοποίησης, και κανένας από τους δανειολήπτες δεν είναι ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

iv)

δάνεια αγοράς αυτοκινήτου και χρηματοδοτικές μισθώσεις σε δανειολήπτες ή μισθωτές που είναι εγκατεστημένοι ή διαμένουν σε κράτη μέλη. Για τους σκοπούς αυτούς, περιλαμβάνουν δάνεια ή μισθώσεις για τη χρηματοδότηση μηχανοκίνητων οχημάτων ή ρυμουλκούμενων, όπως ορίζονται στα σημεία 11) και 12) του άρθρου 3 της οδηγίας 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, γεωργικών ή δασικών ελκυστήρων, όπως αναφέρονται στην οδηγία 2003/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, δικύκλων ή τρικύκλων οχημάτων, όπως ορίζονται στα στοιχεία β) και γ) του άρθρου 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή ερπυστριοφόρων οχημάτων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της οδηγίας 2007/46/ΕΚ. Τέτοια δάνεια ή μισθώσεις μπορεί να περιλαμβάνουν προϊόντα συμπληρωματικής ασφάλισης και υπηρεσιών ή πρόσθετο εξοπλισμό οχημάτων, και στην περίπτωση των μισθώσεων, την υπολειμματική αξία των μισθωμένων οχημάτων. Όλα τα δάνεια και οι χρηματοδοτικές μισθώσεις στην ομάδα εξασφαλίζονται μέσω εγγείου οφειλής πρώτης προτεραιότητας ή εξασφάλισης επί του οχήματος ή κατάλληλης εγγύησης υπέρ της ΟΕΣΤ, όπως μέσω μιας διάταξης περί παρακράτησης της κυριότητας·

v)

δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις σε άτομα που κατοικούν σε ένα κράτος μέλος για προσωπικούς σκοπούς, οικογενειακούς σκοπούς ή για οικιακή κατανάλωση.

η)

η θέση δεν αφορά σε επανατιτλοποίηση ή συνθετική τιτλοποίηση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 63 και στο άρθρο 242 παράγραφος 11, αντίστοιχα, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

θ)

τα υποκείμενα ανοίγματα δεν περιλαμβάνουν μεταβιβάσιμα χρηματοπιστωτικά μέσα ή παράγωγα, εκτός από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται από την ίδια την ΟΕΣΤ ή άλλα μέρη εντός της δομής τιτλοποίησης και παράγωγα που χρησιμοποιούνται για αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου και του κινδύνου επιτοκίου·

ι)

κατά τον χρόνο έκδοσης της τιτλοποίησης ή όταν εντάσσονται στην ομάδα των υποκείμενων ανοιγμάτων οποτεδήποτε μετά την έκδοση, τα υποκείμενα ανοίγματα δεν περιλαμβάνουν ανοίγματα έναντι οφειλετών με μειωμένη πιστοληπτική ικανότητα (ή, κατά περίπτωση, εγγυητών με μειωμένη πιστοληπτική ικανότητα), εφόσον ο οφειλέτης με μειωμένη πιστοληπτική ικανότητα (ή ο εγγυητής με μειωμένη πιστοληπτική ικανότητα) είναι δανειολήπτης (ή εγγυητής) ο οποίος:

i)

έχει κηρύξει πτώχευση, έχει συμφωνήσει με τους πιστωτές του για την παραγραφή ή αναδιάρθρωση του χρέους ή έχει δικαστική απόφαση που παρέχει στους πιστωτές του δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης ή αποζημίωσης για υλικές ζημίες λόγω καθυστέρησης μιας πληρωμής εντός τριών ετών πριν από την ημερομηνία δημιουργίας·

ii)

περιλαμβάνεται σε επίσημο μητρώο για άτομα με δυσμενές πιστωτικό ιστορικό·

iii)

έχει πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ ή κατάταξη πιστοληπτικής ικανότητας βάσει της οποίας προκύπτει σημαντικός κίνδυνος αθέτησης οποιωνδήποτε συμβατικά συμφωνημένων οικονομικών υποχρεώσεων σε σχέση με τον μέσο οφειλέτη για τέτοιου είδους δάνεια στην εκάστοτε περιοχή δικαιοδοσίας.

ια)

κατά τον χρόνο έκδοσης της τιτλοποίησης ή κατά την ένταξή στην ομάδα των υποκείμενων ανοιγμάτων ανά πάσα στιγμή μετά την έκδοση, τα υποκείμενα δεν περιλαμβάνουν ανοίγματα σε αθέτηση κατά την έννοια του άρθρου 178 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

3.   Η εξόφληση των θέσεων τιτλοποίησης δεν έχει διαμορφωθεί κατά τρόπο που να εξαρτάται, κατά κύριο λόγο, από την πώληση στοιχείων του ενεργητικού που εξασφαλίζουν τα υποκείμενα ανοίγματα. Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη ανανέωση ή αναχρηματοδότηση των εν λόγω ανοιγμάτων.

4.   Η δομή της πράξης τιτλοποίησης συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

εφόσον η τιτλοποίηση δεν προβλέπει περίοδο ανανέωσης ή η περίοδος ανανέωσης έχει λήξει και εφόσον έχει κοινοποιηθεί ειδοποίηση αναγκαστικής εκτέλεσης ή επίσπευσης, τα κεφάλαια που εισπράττονται από τα υποκείμενα ανοίγματα μεταβιβάζονται στους κατόχους των θέσεων τιτλοποίησης μέσω διαδοχικών εξοφλήσεων των θέσεων τιτλοποίησης και χωρίς δέσμευση σημαντικών ποσών από την ΟΕΣΤ σε κάθε ημερομηνία πληρωμής·

β)

εφόσον η τιτλοποίηση προβλέπει περίοδο ανανέωσης, η τεκμηρίωση της πράξης προβλέπει κατάλληλα συμβάντα πρόωρης εξόφλησης, τα οποία περιλαμβάνουν τουλάχιστον όλα τα παρακάτω:

i)

επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας των υποκείμενων ανοιγμάτων·

ii)

αδυναμία δημιουργίας επαρκών νέων υποκείμενων ανοιγμάτων με τουλάχιστον παρόμοια πιστωτική ποιότητα·

iii)

εμφάνιση συμβάντος αφερεγγυότητας σε σχέση με τον μεταβιβάζοντα ή τον διαχειριστή·

5.   Κατά τον χρόνο έκδοσης της τιτλοποίησης, οι δανειολήπτες (ή, κατά περίπτωση, οι εγγυητές) έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον μία πληρωμή, εκτός εάν η τιτλοποίηση εξασφαλίζεται από τις πιστωτικές διευκολύνσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο ζ) σημείο v).

6.   Στην περίπτωση τιτλοποιήσεων όπου τα υποκείμενα ανοίγματα είναι στεγαστικά δάνεια που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο ζ) σημεία i) και ii), η ομάδα δανείων δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε δάνειο που διατίθεται στην αγορά και έχει συναφθεί με την παραδοχή ότι ο αιτών δάνειο ή, ενδεχομένως, οποιοσδήποτε μεσάζων έχει ενημερωθεί ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες μπορεί να μην έχουν επαληθευτεί από τον δανειστή·

7.   Στην περίπτωση τιτλοποιήσεων όπου τα υποκείμενα ανοίγματα είναι στεγαστικά δάνεια που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο ζ) σημεία i) και ii), η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 4, την παράγραφο 5 στοιχείο α) και την παράγραφο 6 του άρθρου 18 της οδηγίας 2014/17ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) ή ισοδύναμες απαιτήσεις τρίτων χωρών·

8.   Στην περίπτωση τιτλοποιήσεων όπου τα υποκείμενα ανοίγματα είναι δάνεια και χρηματοδοτικές μισθώσεις για την αγορά αυτοκινήτου, καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο ζ) σημεία iv) και v), η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 8 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8)·

9.   Σε περίπτωση που ο μεταβιβάζων, ο ανάδοχος ή ο αρχικός δανειστής της τιτλοποίησης είναι εγκατεστημένος στην Ένωση, συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο πέμπτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και γνωστοποιεί πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 8β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1060/2009, σχετικά με την πιστωτική ποιότητα και την απόδοση των υποκείμενων ανοιγμάτων, τη δομή της πράξης, τις ταμειακές ροές και οποιαδήποτε χρηματοοικονομική εξασφάλιση που υποστηρίζει τα ανοίγματα, καθώς και όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη διεξαγωγή από τους επενδυτές ολοκληρωμένων και επαρκώς τεκμηριωμένων δοκιμών προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων. Σε περίπτωση που μεταβιβάζων, ο ανάδοχος ή ο αρχικός δανειστής είναι εγκατεστημένοι εκτός της Ένωσης, παρέχονται πλήρη δεδομένα όσον αφορά τα δάνεια σύμφωνα με τα πρότυπα που είναι γενικώς αποδεκτά από τους συμμετέχοντες στην αγορά στους υφιστάμενους και δυνητικούς επενδυτές και τις ρυθμιστικές αρχές κατά την έκδοση και σε τακτική βάση·

10.   Τα υποκείμενα ανοίγματα δεν θα πρέπει να έχουν μεταβιβαστεί από το πιστωτικό ίδρυμα που κατέχει τη θέση τιτλοποίησης στο απόθεμα ασφαλείας ρευστότητάς του, θυγατρική του, τη μητρική του επιχείρηση, θυγατρική της μητρικής του επιχείρησης ή κάθε άλλης επιχείρησης που είναι στενά συνδεδεμένη με το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα.

11.   Το ύψος έκδοσης του τμήματος τιτλοποίησης είναι τουλάχιστον 100 εκατ. ευρώ (ή το αντίστοιχο ποσό στο εγχώριο νόμισμα).

12.   Η εναπομένουσα σταθμισμένη μέση διάρκεια ζωής του τμήματος τιτλοποίησης δεν υπερβαίνει τα 5 έτη και υπολογίζεται χρησιμοποιώντας είτε την παραδοχή περί προεξόφλησης για την τιμολόγηση της πράξης είτε ένα σταθερό ποσοστό προεξόφλησης 20 %, για το οποίο το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει να θεωρεί ότι το δικαίωμα ανάκλησης ασκείται κατά την πρώτη επιτρεπόμενη ημερομηνία άσκησης του δικαιώματος, αναλόγως ποιο από τα δύο είναι το χαμηλότερο.

13.   Ο μεταβιβάζων των υποκείμενων ανοιγμάτων της τιτλοποίησης είναι ένα ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή μια επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην άσκηση μιας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία 2 έως 12 και το σημείο 15 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

14.   Η αγοραία αξία των τιτλοποιήσεων επιπέδου 2Β υπόκειται στα ακόλουθα ελάχιστα ποσοστά περικοπής:

α)

25 % για τις τιτλοποιήσεις που εξασφαλίζονται από τις υποκατηγορίες των στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο ζ) σημεία i), ii) και iv)·

β)

35 % για τις τιτλοποιήσεις που εξασφαλίζονται από τις υποκατηγορίες των στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο ζ) σημεία iii) και v).

Άρθρο 14

Περιορισμένης χρήσης δεσμευμένες διευκολύνσεις ρευστότητας

Για να θεωρηθούν στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2B, οι περιορισμένης χρήσης δεσμευμένες διευκολύνσεις ρευστότητας που μπορεί να παρέχονται από μια κεντρική τράπεζα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο δ), πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

κατά τη διάρκεια μιας περιόδου μη ακραίων συνθηκών, η διευκόλυνση υπόκειται σε προμήθεια δέσμευσης για το συνολικό δεσμευμένο ποσό, η οποία αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο από τα παρακάτω:

i)

75 μονάδες βάσης ετησίως ή

ii)

τουλάχιστον 25 μονάδες βάσης ετησίως πάνω από τη διαφορά στην απόδοση των στοιχείων ενεργητικού που χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση της διευκόλυνσης και την απόδοση ενός αντιπροσωπευτικού χαρτοφυλακίου ρευστών στοιχείων ενεργητικού, έπειτα από προσαρμογή λόγω οποιωνδήποτε ουσιωδών διαφορών από άποψη πιστωτικού κινδύνου·

Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ακραίων καταστάσεων, η κεντρική τράπεζα μπορεί να μειώσει την προμήθεια δέσμευσης που περιγράφεται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος στοιχείου, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις που εφαρμόζονται στις διευκολύνσεις ρευστότητας σύμφωνα με τις εναλλακτικές προσεγγίσεις της ρευστότητας, βάσει του άρθρου 19·

β)

η διευκόλυνση εξασφαλίζεται από μη βεβαρημένα στοιχεία ενεργητικού του τύπου που ορίζεται από την κεντρική τράπεζα. Τα στοιχεία ενεργητικού που παρέχονται ως εξασφάλιση πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

i)

τηρούνται σε μορφή που διευκολύνει την άμεση μεταφορά τους στην κεντρική τράπεζα σε περίπτωση χρήσης της διευκόλυνσης·

ii)

η αξία τους έπειτα από περικοπή όπως εφαρμόζεται από την κεντρική τράπεζα είναι επαρκής για την κάλυψη του συνολικού ποσού της διευκόλυνσης

iii)

δεν καταλογίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τους σκοπούς του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος·

γ)

η διευκόλυνση είναι συμβατή με το πλαίσιο πολιτικής της κεντρικής τράπεζας για τους αντισυμβαλλομένους·

δ)

η διάρκεια δέσμευσης της διευκόλυνσης υπερβαίνει την περίοδο ακραίων συνθηκών 30 ημερολογιακών ημερών που ορίζεται στο άρθρο 4·

ε)

η διευκόλυνση δεν έχει ανακληθεί από την κεντρική τράπεζα πριν από τη συμβατική ημερομηνία λήξης της και δεν λαμβάνεται περαιτέρω απόφαση χορήγησης πίστωσης για όσο χρονικό διάστημα το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθεί να αξιολογείται ως φερέγγυο·

στ)

υπάρχει επίσημη πολιτική που έχει δημοσιευθεί από την κεντρική τράπεζα, η οποία δηλώνει την απόφασή της να χορηγήσει περιορισμένης χρήσης δεσμευμένες διευκολύνσεις ρευστότητας, τους όρους που διέπουν τη διευκόλυνση και τα είδη των πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι επιλέξιμα να υποβάλουν αίτηση για τις εν λόγω διευκολύνσεις.

Άρθρο 15

ΟΣΕ

1.   Οι μετοχές ή τα μερίδια σε ΟΣΕ θεωρούνται ρευστά στοιχεία ενεργητικού του ίδιου επιπέδου με τα υποκείμενα ρευστά στοιχεία ενεργητικού της σχετικής επιχείρησης, μέχρι το απόλυτο ποσό των 500 εκατ. ευρώ (ή αντίστοιχο ποσό σε εγχώριο νόμισμα) για κάθε πιστωτικό ίδρυμα σε ατομική βάση, με την προϋπόθεση ότι:

α)

πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 132 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

β)

ο ΟΣΕ επενδύει αποκλειστικά σε ρευστά στοιχεία ενεργητικού και παράγωγα, στην τελευταία περίπτωση μόνο στον βαθμό που απαιτείται για τον περιορισμό του κινδύνου επιτοκίου, του συναλλαγματικού ή του πιστωτικού κινδύνου του χαρτοφυλακίου.

2.   Τα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζουν τις ακόλουθες ελάχιστες περικοπές στην αξία των μετοχών ή των μεριδίων τους σε ΟΣΕ, ανάλογα με την κατηγορία των υποκείμενων ρευστών στοιχείων ενεργητικού:

α)

0 % για τα κέρματα και τα τραπεζογραμμάτια και τα ανοίγματα έναντι κεντρικών τραπεζών που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

β)

5 % για τα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1, με εξαίρεση τα εξαιρετικά υψηλής ποιότητας καλυμμένα ομόλογα·

γ)

12 % για τα εξαιρετικά υψηλής ποιότητας καλυμμένα ομόλογα που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ)·

δ)

20 % για τα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Α·

ε)

30 % για τις τιτλοποιήσεις επιπέδου 2Β που εξασφαλίζονται από τις υποκατηγορίες των στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημεία i), ii) και iv)·

στ)

35 % για τα καλυμμένα ομόλογα επιπέδου 2Β που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο ε)·

ζ)

40 % για τις τιτλοποιήσεις επιπέδου 2Β που εξασφαλίζονται από τις υποκατηγορίες των στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημεία iii) και v)· και

η)

55 % για τους εταιρικούς χρεωστικούς τίτλους επιπέδου 2Β που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β), τις μετοχές που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και τα μη τοκοφόρα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο στ).

3.   Η προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 εφαρμόζεται ως ακολούθως:

α)

εάν το πιστωτικό ίδρυμα έχει γνώση των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ, μπορεί να τα εξετάσει για να τους αποδώσει το κατάλληλο ποσοστό περικοπής σύμφωνα με την παράγραφο 2·

β)

εάν το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει γνώση των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ, πρέπει να υποθέσει ότι ο ΟΣΕ επενδύει, μέχρι το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο βάσει της εντολής του, κατ' αύξουσα τάξη σε ρευστά στοιχεία ενεργητικού, όπως αυτά έχουν ταξινομηθεί για τους σκοπούς της παραγράφου 2, αρχίζοντας από εκείνα που αναφέρονται στο στοιχείο ζ) της παραγράφου 2 και μέχρις ότου επιτευχθεί το ανώτατο συνολικό όριο της επένδυσης. Η ίδια προσέγγιση εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό του επιπέδου ρευστότητας των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού, εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει γνώση των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ.

4.   Τα πιστωτικά ιδρύματα αναπτύσσουν αξιόπιστες μεθόδους και διαδικασίες για τον υπολογισμό και την αναφορά της αγοραίας αξίας και των ποσοστών περικοπής αποτίμησης όσον αφορά μετοχές ή μερίδια σε ΟΣΕ. Σε περίπτωση που το άνοιγμα δεν είναι επαρκώς σημαντικό για να αναπτύξει ένα πιστωτικό ίδρυμα τις δικές του μεθοδολογίες και εφόσον, σε κάθε περίπτωση, η αρμόδια αρχή έχει πεισθεί ότι η προϋπόθεση αυτή έχει εκπληρωθεί, το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να στηριχθεί μόνο στα ακόλουθα τρίτα μέρη για να υπολογίσει και να αναφέρει τα ποσοστά περικοπής για τις μετοχές ή τα μερίδια σε ΟΣΕ:

α)

στο ίδρυμα θεματοφυλακής του ΟΣΕ εφόσον ο εν λόγω ΟΣΕ επενδύει αποκλειστικά σε τίτλους και καταθέτει όλους τους τίτλους στο εν λόγω ίδρυμα θεματοφυλακής, ή

β)

για τους λοιπούς ΟΣΕ, στην εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕ, εφόσον αυτή πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 132 παράγραφος 3 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

5.   Σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου σε σχέση με μετοχές ή μερίδια σε ΟΣΕ, παύει να τα αναγνωρίζει ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 18.

Άρθρο 16

Καταθέσεις και άλλες πηγές χρηματοδότησης σε δίκτυα συνεργασίας και προγράμματα θεσμικής προστασίας

1.   Σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα ανήκει σε ένα θεσμικό σύστημα προστασίας του τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ένα δίκτυο που είναι επιλέξιμο για την παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού ή σε ένα συνεταιριστικό δίκτυο ενός κράτους μέλους, οι καταθέσεις όψεως που το πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί στο κεντρικό ίδρυμα αντιμετωπίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες διατάξεις:

α)

εφόσον, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή τα νομικά δεσμευτικά έγγραφα που διέπουν το σύστημα ή το δίκτυο, το κεντρικό ίδρυμα υποχρεούται να κατέχει ή να επενδύει τις καταθέσεις σε ρευστά στοιχεία ενεργητικού συγκεκριμένου επιπέδου ή κατηγορίας, οι καταθέσεις αντιμετωπίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού του ίδιου επιπέδου ή κατηγορίας σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

β)

εφόσον το κεντρικό ίδρυμα δεν υποχρεούται να κατέχει ή να επενδύει τις καταθέσεις σε ρευστά στοιχεία ενεργητικού συγκεκριμένου επιπέδου ή κατηγορίας, οι καταθέσεις αντιμετωπίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2B σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τα οφειλόμενα ποσά υπόκεινται σε ελάχιστο ποσοστό περικοπής 25 %.

2.   Σε περίπτωση που σύμφωνα με το δίκαιο ενός κράτους μέλους ή τα νομικώς δεσμευτικά έγγραφα που διέπουν ένα από τα δίκτυα ή τα συστήματα που περιγράφονται στην παράγραφο 1, το πιστωτικό ίδρυμα έχει πρόσβαση εντός 30 ημερολογιακών ημερών σε χρηματοδότηση της ρευστότητας από το κεντρικό ίδρυμα ή από άλλο ίδρυμα εντός του ίδιου δικτύου ή συστήματος, η χρηματοδότηση αυτή αντιμετωπίζεται ως στοιχείο ενεργητικού επιπέδου 2B στον βαθμό που δεν εξασφαλίζεται με ρευστά στοιχεία ενεργητικού ενός καθορισμένου επιπέδου ή κατηγορίας. Εφαρμόζεται ελάχιστο ποσοστό περικοπής 25 % στο δεσμευμένο κεφάλαιο της χρηματοδότησης ρευστότητας.

Άρθρο 17

Σύνθεση του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας ανάλογα με το επίπεδο του στοιχείου ενεργητικού

1.   Τα πιστωτικά ιδρύματα συμμορφώνονται ανά πάσα στιγμή με τις ακόλουθες απαιτήσεις σχετικά με τη σύνθεση του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητάς τους:

α)

τουλάχιστον το 60 % του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας θα πρέπει να αποτελείται από στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1·

β)

τουλάχιστον το 30 % του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας θα πρέπει να αποτελείται από στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1 με εξαίρεση τα εξαιρετικά υψηλής ποιότητας καλυμμένα ομόλογα που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ)·

γ)

τουλάχιστον το 15 % του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας μπορεί να αποτελείται από στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Β.

2.   Οι απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται μετά την προσαρμογή για τις επιπτώσεις στο απόθεμα ρευστών διαθεσίμων από πράξεις εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, πράξεις εξασφαλισμένου δανεισμού ή πράξεις ανταλλαγής εξασφαλίσεων με τη χρήση ρευστών στοιχείων ενεργητικού, εφόσον οι πράξεις αυτές λήγουν εντός 30 ημερολογιακών ημερών, μετά την αφαίρεση τυχόν ισχυόντων ποσοστών περικοπής και υπό την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα πληροί τις λειτουργικές απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 8.

3.   Τα πιστωτικά ιδρύματα καθορίζουν τη σύνθεση του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητάς τους, σύμφωνα με τους τύπους που ορίζονται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 18

Παραβίαση των απαιτήσεων

1.   Σε περίπτωση που ένα ρευστό στοιχείο ενεργητικού παύσει να συμμορφώνεται με οιαδήποτε από τις ισχύουσες γενικές απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 7, τις λειτουργικές απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 ή οποιαδήποτε ισχύοντα κριτήρια επιλεξιμότητας που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο, το πιστωτικό ίδρυμα παύει να θεωρεί ρευστό το στοιχείο αυτό το αργότερο εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία συνέβη η παραβίαση των απαιτήσεων.

2.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται σε μετοχές ή μερίδια σε ΟΣΕ που παύουν να πληρούν τις απαιτήσεις επιλεξιμότητας, μόνον εφόσον δεν υπερβαίνουν το 10 % του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού του ΟΣΕ.

Άρθρο 19

Εναλλακτικές προσεγγίσεις ρευστότητας

1.   Όταν υπάρχουν επαρκή ρευστά στοιχεία ενεργητικού σε ένα δεδομένο νόμισμα ώστε να μπορούν τα πιστωτικά ιδρύματα να εξασφαλίσουν τον δείκτη κάλυψης ρευστότητας που ορίζεται στο άρθρο 4, εφαρμόζονται μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες διατάξεις:

α)

η απαίτηση για την αντιστοιχία των νομισμάτων που ορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 6 δεν εφαρμόζεται σε σχέση με αυτό το νόμισμα·

β)

το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να καλύψει το έλλειμμα ρευστών στοιχείων ενεργητικού σε ένα νόμισμα με πιστωτικές διευκολύνσεις από την κεντρική τράπεζα ενός κράτους μέλους ή τρίτης χώρας σε αυτό το νόμισμα, υπό την προϋπόθεση ότι η διευκόλυνση συμμορφώνεται με όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

είναι αμετάκλητα δεσμευμένη βάσει σύμβασης για τις επόμενες 30 ημερολογιακές ημέρες·

ii)

χρεώνονται προμήθειες που καταβάλλονται ανεξάρτητα από τυχόν ποσά που θα αναληφθούν από την εν λόγω διευκόλυνση·

iii)

το ύψος της προμήθειας καθορίζεται κατά τρόπον ώστε η καθαρή απόδοση των στοιχείων ενεργητικού που χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση της διευκόλυνσης να μην είναι μεγαλύτερη από την καθαρή απόδοση ενός αντιπροσωπευτικού χαρτοφυλακίου ρευστών στοιχείων ενεργητικού, έπειτα από προσαρμογή λόγω οποιωνδήποτε ουσιωδών διαφορών από άποψη πιστωτικού κινδύνου.

γ)

σε περίπτωση που υπάρχει έλλειμμα στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1, αλλά υπάρχουν επαρκή στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Α, το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να διατηρεί πρόσθετα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Α στο απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας και τα ανώτατα όρια ανά επίπεδο στοιχείων ενεργητικού που ορίζονται στο άρθρο 17 θεωρείται ότι τροποποιούνται αναλόγως. Τα εν λόγω πρόσθετα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Α υπόκεινται σε ελάχιστο ποσοστό περικοπής 20 %. Οποιαδήποτε στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2B που διατηρεί το πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθούν να υπόκεινται στα ποσοστά περικοπής που εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο.

2.   Τα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζουν τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 σε αντιστρόφως ανάλογη βάση σε σχέση με τη διαθεσιμότητα των σχετικών ρευστών στοιχείων ενεργητικού. Τα πιστωτικά ιδρύματα αξιολογούν τις ανάγκες ρευστότητάς τους για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας υπόψη την ικανότητά τους να μειώνουν, μέσω ορθής διαχείρισης της ρευστότητας, την ανάγκη τους για τα εν λόγω ρευστά στοιχεία ενεργητικού καθώς και την κατοχή των εν λόγω στοιχείων από άλλους συμμετέχοντες στην αγορά.

3.   Τα νομίσματα που μπορούν να επωφεληθούν από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 και ο βαθμός στον οποίο μπορεί να εφαρμοστούν μία ή περισσότερες παρεκκλίσεις συνολικά για ένα συγκεκριμένο νόμισμα καθορίζονται από τον εκτελεστικό κανονισμό που πρόκειται να εκδοθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 419 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

4.   Οι λεπτομερείς όροι που ισχύουν για τη χρήση των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) καθορίζονται από την κατ' εξουσιοδότηση πράξη που πρόκειται να εγκριθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 419 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΕΚΡΟΕΣ ΚΑΙ ΕΙΣΡΟΕΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Καθαρές εκροές ρευστότητας

Άρθρο 20

Ορισμός των καθαρών εκροών ρευστότητας

1.   Οι καθαρές εκροές ρευστότητας είναι το άθροισμα των εκροών ρευστότητας που αναφέρονται στο στοιχείο α) μείον το άθροισμα των εισροών ρευστότητας που αναφέρονται στο στοιχείο β), οι οποίες δεν είναι μικρότερες του μηδενός και υπολογίζονται ως εξής:

α)

το άθροισμα των εκροών ρευστότητας, όπως ορίζεται στο κεφάλαιο 2·

β)

το άθροισμα των εισροών ρευστότητας, όπως ορίζεται στο κεφάλαιο 3, υπολογίζεται με τα εξής:

i)

τις εισροές που απαλλάσσονται από το ανώτατο όριο που αναφέρεται στο άρθρο 33 παράγραφοι 2 και 3·

ii)

τη χαμηλότερη από τις εισροές που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 4 και το 90 % των εκροών που αναφέρονται στο στοιχείο α) μείον τις απαλλασσόμενες εισροές που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφοι 2 και 3, αλλά όχι μικρότερη του μηδενός·

iii)

τη χαμηλότερη από τις εισροές πλην όσων αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφοι 2, 3 και 4 και το 75 % των εκροών που αναφέρονται στο στοιχείο α) μείον τις απαλλασσόμενες εισροές που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφοι 2 και 3 και τις εισροές που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 4 διαιρεμένες διά 0,9 προκειμένου να ληφθεί υπόψη το αποτέλεσμα του ανωτάτου ορίου του 90 %, αλλά όχι μικρότερη του μηδενός.

2.   Οι εισροές ρευστότητας και οι εκροές ρευστότητας αξιολογούνται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ακραίων συνθηκών 30 ημερολογιακών ημερών βάσει ενός σεναρίου που συνδυάζει ιδιοσυγκρασιακές ακραίες συνθήκες και ακραίες συνθήκες που καλύπτουν όλο το εύρος της αγοράς, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5.

3.   Ο υπολογισμός που προβλέπεται στην παράγραφο 1 διενεργείται σύμφωνα με τον τύπο που παρατίθεται στο παράρτημα II.

Άρθρο 21

Απαιτήσεις για την αξιολόγηση της επίδρασης των εξασφαλίσεων που λαμβάνονται σε συναλλαγές παραγώγων

Τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν τις εκροές και τις εισροές ρευστότητας που αναμένονται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 30 ημερολογιακών ημερών για τις συμβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε καθαρή βάση και ανά αντισυμβαλλόμενο, με την προϋπόθεση ύπαρξης διμερών συμφωνιών συμψηφισμού σύμφωνα με το άρθρο 295 του εν λόγω κανονισμού. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η καθαρή βάση θεωρείται ότι δεν περιλαμβάνει τις εξασφαλίσεις που πρόκειται να ληφθούν, με την προϋπόθεση ότι μπορεί να θεωρηθούν ρευστό στοιχείο ενεργητικού σύμφωνα με τον τίτλο II του παρόντος κανονισμού. Οι ταμειακές εκροές και εισροές που προκύπτουν από συναλλαγές παραγώγων σε ξένο νόμισμα οι οποίες συνεπάγονται πλήρη ανταλλαγή ποσών αρχικού κεφαλαίου σε ταυτόχρονη βάση (ή εντός της ίδιας ημέρας) υπολογίζονται σε καθαρή βάση, ακόμα και όταν οι εν λόγω συναλλαγές δεν καλύπτονται από διμερή συμφωνία συμψηφισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Εκροές ρευστότητας

Άρθρο 22

Ορισμός των εκροών ρευστότητας

1.   Οι εκροές ρευστότητας υπολογίζονται πολλαπλασιάζοντας τα εκκρεμή υπόλοιπα των διαφόρων κατηγοριών ή τύπων υποχρεώσεων και εκτός ισολογισμού δεσμεύσεων με τα ποσοστά με τα οποία αναμένεται να καταστούν απαιτητές, ή να εκταμιευθούν, όπως αναφέρεται στο παρόν κεφάλαιο.

2.   Οι εκροές ρευστότητας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν, σε κάθε περίπτωση πολλαπλασιαζόμενες επί το εφαρμοστέο ποσοστό εκροής:

α)

το τρέχον ανεξόφλητο υπόλοιπο για τις σταθερές και άλλες καταθέσεις λιανικής, σύμφωνα με τα άρθρα 24, 25 και 26·

β)

τα τρέχοντα ανεξόφλητα υπόλοιπα άλλων υποχρεώσεων που καθίστανται ληξιπρόθεσμες, μπορεί να καταστούν απαιτητές από τον εκδότη ή από τον πάροχο της χρηματοδότησης ή συνεπάγονται την προσδοκία του παρόχου της χρηματοδότησης ότι το πιστωτικό ίδρυμα θα εξοφλήσει την απαίτηση εντός των επόμενων 30 ημερολογιακών ημερών, όπως προβλέπεται στα άρθρα 27 και 28·

γ)

τις πρόσθετες εκροές που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 30·

δ)

το μέγιστο ποσό που μπορεί να αναληφθεί κατά τη διάρκεια των επόμενων 30 ημερολογιακών ημερών από μη αναληφθείσες δεσμευμένες πιστωτικές και ταμειακές διευκολύνσεις όπως καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 31·

ε)

τις πρόσθετες εκροές που προσδιορίζονται στην αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 23.

Άρθρο 23

Πρόσθετες εκροές ρευστότητας για άλλα προϊόντα και υπηρεσίες

1.   Τα πιστωτικά ιδρύματα αξιολογούν τακτικά την πιθανότητα και τον δυνητικό όγκο των εκροών ρευστότητας κατά τη διάρκεια 30 ημερολογιακών ημερών όσον αφορά τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που δεν αναφέρονται στα άρθρα 27 έως 31 και τα οποία προσφέρουν ή εγγυώνται ή τα οποία οι ενδεχόμενοι αγοραστές θεωρούν συνδεδεμένα με αυτά. Τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις εκροές ρευστότητας που προκύπτουν από οποιαδήποτε από τις συμβατικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 429 και στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως:

α)

άλλες εκτός ισολογισμού και ενδεχόμενες χρηματοδοτικές υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι αποκλειστικά, των μη δεσμευμένων χρηματοδοτικών διευκολύνσεων·

β)

μη εκταμιευθέντα δάνεια και προκαταβολές προς αντισυμβαλλόμενους χονδρικής·

γ)

στεγαστικά δάνεια που έχουν συμφωνηθεί αλλά δεν έχουν εκταμιευθεί ακόμη·

δ)

πιστωτικές κάρτες·

ε)

λογαριασμούς υπεραναλήψεων·

στ)

προγραμματισμένες εκροές που σχετίζονται με την ανανέωση ή επέκταση νέων δανείων λιανικής ή χονδρικής·

ζ)

προγραμματισμένες πληρωμές από παράγωγα·

η)

εκτός ισολογισμού προϊόντα που σχετίζονται με τη χρηματοδότηση εμπορίου.

2.   Οι εκροές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αξιολογούνται βάσει ενός σεναρίου που συνδυάζει ιδιοσυγκρασιακές ακραίες συνθήκες και ακραίες συνθήκες που καλύπτουν όλο το εύρος της αγοράς, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5. Για τη σχετική αξιολόγηση, τα πιστωτικά ιδρύματα λαμβάνουν ιδιαίτερα υπόψη τους τις σημαντικές ζημίες για το κύρος τους που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη μη παροχή ρευστότητας στα ανωτέρω προϊόντα ή υπηρεσίες. Τα πιστωτικά ιδρύματα αναφέρουν τουλάχιστον άπαξ ετησίως στις αρμόδιες αρχές τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες η πιθανότητα και ο δυνητικός όγκος εκροών ρευστότητας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι ουσιώδεις και οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν τις εκροές που πρόκειται να διατεθούν. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εφαρμόζουν ποσοστό εκροών έως 5 % για προϊόντα εκτός ισολογισμού που σχετίζονται με χρηματοδότηση του εμπορίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 429 και στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

3.   Οι αρμόδιες αρχές αναφέρουν στην ΕΑΤ τουλάχιστον άπαξ ετησίως τα είδη των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία έχουν προσδιορίσει εκροές βάσει των αναφορών των πιστωτικών ιδρυμάτων. Επίσης, στην εν λόγω αναφορά εξηγούν τη μεθοδολογία που εφάρμοσαν για τον προσδιορισμό των εκροών.

Άρθρο 24

Εκροές από σταθερές καταθέσεις λιανικής

1.   Εκτός εάν πληρούνται τα κριτήρια για την εφαρμογή υψηλότερου ποσοστού εκροής σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφοι 2, 3 ή 5, το ποσό των καταθέσεων που καλύπτεται από σύστημα εγγύησης καταθέσεων σύμφωνα με την οδηγία 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) ή την οδηγία 2014/49/ΕΕ ή από αντίστοιχο σύστημα εγγύησης καταθέσεων σε τρίτη χώρα, θεωρείται σταθερό και πολλαπλασιάζεται επί 5 %, εάν για την κατάθεση ισχύει ένα από τα ακόλουθα:

α)

αποτελεί τμήμα καθιερωμένης σχέσης, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα απίθανη ενδεχόμενη ανάληψη ή

β)

τηρείται σε συναλλακτικό λογαριασμό.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α), μια λιανική κατάθεση θεωρείται τμήμα καθιερωμένης σχέσης εφόσον ο καταθέτης πληροί τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

έχει ενεργό συμβατική σχέση με το πιστωτικό ίδρυμα διάρκειας τουλάχιστον 12 μηνών·

β)

έχει δανειοληπτική σχέση με το πιστωτικό ίδρυμα για στεγαστικά δάνεια ή άλλα μακροπρόθεσμα δάνεια·

γ)

έχει ενεργό σχέση με το πιστωτικό ίδρυμα που αφορά τουλάχιστον ένα άλλο προϊόν, εκτός από δάνειο.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), μια κατάθεση λιανικής θεωρείται ότι τηρείται σε συναλλακτικό λογαριασμό εφόσον οποιεσδήποτε αποδοχές, εισοδήματα ή συναλλαγές πιστώνονται και χρεώνονται τακτικά, αντίστοιχα, στον εν λόγω λογαριασμό.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, από την 1η Ιανουαρίου 2019 οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα πιστωτικά ιδρύματα να πολλαπλασιάσουν επί 3 % το ποσό των σταθερών καταθέσεων λιανικής που αναφέρονται στην παράγραφο 1 οι οποίες καλύπτονται από σύστημα εγγύησης των καταθέσεων σύμφωνα με την οδηγία 2014/49/ΕΕ, έως το ανώτατο ποσό των 100 000 ευρώ, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή έχει επιβεβαιώσει ότι το επίσημα αναγνωρισμένο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων έχει διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ, τα οποία συγκεντρώνονται εκ των προτέρων από εισφορές των μελών, τουλάχιστον σε ετήσια βάση·

β)

το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων διαθέτει επαρκή μέσα για την εξασφάλιση ευχερούς πρόσβασης σε πρόσθετη χρηματοδότηση σε περίπτωση άντλησης μεγάλου μέρους των αποθεματικών του, καθώς και πρόσβασης σε έκτακτες συνεισφορές από τα πιστωτικά ιδρύματα μέλη και επαρκείς εναλλακτικές ρυθμίσεις χρηματοδότησης για τη λήψη βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης από το δημόσιο ή τρίτα μέρη ιδιώτες·

γ)

το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων διασφαλίζει περίοδο καταβολής επτά εργασίμων ημερών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ από την ημερομηνία εφαρμογής του ποσοστού εκροής 3 %.

5.   Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 4 μόνο αφού λάβουν έγκριση από την Επιτροπή. Η έγκριση αυτή ζητείται μέσω αιτιολογημένης κοινοποίησης, η οποία περιλαμβάνει αποδείξεις ότι τα ποσοστά ανάληψης για τις σταθερές καταθέσεις λιανικής θα είναι χαμηλότερα από 3 % κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου ακραίων συνθηκών σύμφωνα με τα σενάρια που αναφέρονται στο άρθρο 5. Η αιτιολογημένη κοινοποίηση υποβάλλεται στην Επιτροπή τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από την ημερομηνία από την οποία ζητείται η άδεια. Η Επιτροπή αξιολογεί τη συμμόρφωση του σχετικού συστήματος εγγύησης των καταθέσεων με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 4 στοιχεία α), β) και γ). Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, η Επιτροπή εγκρίνει το αίτημα της αρμόδιας αρχής για τη χορήγηση της άδειας, εκτός αν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι μη χορήγησης της έγκρισης, έχοντας υπόψη τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς για τις καταθέσεις λιανικής. Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που συμμετέχουν σε ένα τέτοιο εγκεκριμένο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων έχουν το δικαίωμα να εφαρμόζουν το ποσοστό εκροής 3 %. Η Επιτροπή ζητά τη γνώμη της ΕΑΤ σχετικά με τη συμμόρφωση του σχετικού συστήματος εγγύησης των καταθέσεων με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 4 στοιχεία α), β) και γ).

6.   Τα πιστωτικά ιδρύματα μπορεί να επιτρέπεται από τις αρμόδιες αρχές τους να πολλαπλασιάζουν επί 3 % το ποσό των καταθέσεων που καλύπτεται από σύστημα εγγύησης των καταθέσεων σε τρίτη χώρα το οποίο είναι αντίστοιχο με το σύστημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εάν η τρίτη χώρα επιτρέπει την εν λόγω μεταχείριση.

Άρθρο 25

Εκροές από άλλες καταθέσεις λιανικής

1.   Τα πιστωτικά ιδρύματα πολλαπλασιάζουν επί 10 % τις άλλες καταθέσεις λιανικής, συμπεριλαμβανομένου του τμήματος των καταθέσεων που δεν καλύπτονται από το άρθρο 24, εκτός εάν πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στην παράγραφο 2.

2.   Οι άλλες καταθέσεις λιανικής υπόκεινται σε υψηλότερα ποσοστά εκροής, τα οποία καθορίζονται από το πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με την παράγραφο 3, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το συνολικό υπόλοιπο των καταθέσεων, συμπεριλαμβανομένων όλων των λογαριασμών καταθέσεων του πελάτη στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα ή όμιλο, υπερβαίνει τα 500 000 ευρώ·

β)

η κατάθεση είναι αποκλειστικά λογαριασμός μέσω διαδικτύου·

γ)

η κατάθεση προσφέρει επιτόκιο που πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

το επιτόκιο υπερβαίνει σημαντικά το μέσο επιτόκιο για παρόμοια προϊόντα λιανικής·

ii)

η απόδοσή του προκύπτει βάσει της απόδοσης ενός δείκτη της αγοράς ή συνόλου δεικτών·

iii)

η απόδοσή του προκύπτει βάσει οποιασδήποτε μεταβλητής της αγοράς πλην του κυμαινόμενου επιτοκίου·

δ)

η κατάθεση πραγματοποιήθηκε αρχικά ως προθεσμιακή με ημερομηνία λήξης εντός της προθεσμίας 30 ημερολογιακών ημερών ή η κατάθεση έχει καθορισμένη περίοδο προειδοποίησης μικρότερη από 30 ημερολογιακές ημέρες, σύμφωνα με τις συμβατικές ρυθμίσεις, εκτός από εκείνες τις καταθέσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις για να τύχουν της μεταχείρισης που προβλέπεται στην παράγραφο 4·

ε)

για τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση, ο καταθέτης είναι κάτοικος σε τρίτη χώρα ή η κατάθεση είναι εκφρασμένη σε νόμισμα διαφορετικό από το ευρώ ή το εθνικό νόμισμα ενός κράτους μέλους. Για τα πιστωτικά ιδρύματα ή υποκαταστήματα σε τρίτες χώρες, ο καταθέτης είναι μη κάτοικος της τρίτης χώρας ή η κατάθεση είναι εκφρασμένη σε νόμισμα διαφορετικό από το εγχώριο νόμισμα της τρίτης χώρας·

3.   Τα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζουν υψηλότερο ποσοστό εκροής, το οποίο καθορίζεται ως εξής:

α)

εφόσον οι καταθέσεις λιανικής πληρούν το κριτήριο του στοιχείου α) ή δύο από τα κριτήρια των στοιχείων β) έως ε) της παραγράφου 2, εφαρμόζεται ποσοστό εκροής μεταξύ 10 % και 15 %·

β)

εφόσον οι καταθέσεις λιανικής πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 στοιχείο α) και τουλάχιστον ένα ακόμα από τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 2, ή τρία ή περισσότερα από τα κριτήρια της παραγράφου 2, εφαρμόζεται ποσοστό εκροής μεταξύ 15 % και 20 %.

Οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν, κατά περίπτωση, υψηλότερο ποσοστό εκροής, εφόσον αυτό δικαιολογείται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις του πιστωτικού ιδρύματος. Τα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζουν το ποσοστό εκροής που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο β) στις καταθέσεις λιανικής, εάν η εκτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν έχει πραγματοποιηθεί ή δεν έχει ολοκληρωθεί.

4.   Τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να αποκλείουν από τον υπολογισμό των εκροών ορισμένες σαφώς προσδιορισμένες κατηγορίες λιανικών καταθέσεων εφόσον σε κάθε περίπτωση το πιστωτικό ίδρυμα εφαρμόζει αυστηρά τις κατωτέρω διατάξεις για ολόκληρη την κατηγορία των εν λόγω καταθέσεων, εκτός αν η εξαίρεση μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω των δυσχερειών του καταθέτη:

α)

για διάστημα 30 ημερολογιακών ημερών, ο καταθέτης δεν επιτρέπεται να αποσύρει την κατάθεση ή

β)

για πρόωρες αναλήψεις εντός ημερολογιακών 30 ημερών, ο καταθέτης υποχρεούται να καταβάλει χρηματική ποινή που περιλαμβάνει την απώλεια των τόκων μεταξύ της ημερομηνίας της ανάληψης και της ημερομηνίας συμβατικής λήξης συν ένα σημαντικό πρόστιμο που δεν πρέπει υποχρεωτικά να υπερβαίνει τον οφειλόμενο τόκο για το διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία της κατάθεσης έως την ημερομηνία της ανάληψης.

Εάν ένα τμήμα της κατάθεσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να αναληφθεί χωρίς να επιβληθεί τέτοιου είδους ποινή, μόνο το τμήμα αυτό αντιμετωπίζεται ως κατάθεση όψεως και το υπόλοιπο αντιμετωπίζεται ως προθεσμιακή κατάθεση σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο. Εφαρμόζεται ποσοστό εκροής 100 % σε ακυρώσεις καταθέσεων με εναπομένουσα διάρκεια μικρότερη των 30 ημερολογιακών ημερών και εφόσον έχει συμφωνηθεί να γίνει αποπληρωμή σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα.

5.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 έως 4 και το άρθρο 24, τα πιστωτικά ιδρύματα πολλαπλασιάζουν τις καταθέσεις λιανικής που έχουν συγκεντρώσει σε τρίτες χώρες επί υψηλότερο ποσοστό εκροής, αν το ποσοστό αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία για τη θέσπιση απαιτήσεων ρευστότητας στην εν λόγω τρίτη χώρα.

Άρθρο 26

Εκροές με αλληλοεξαρτώμενες εισροές

Με την επιφύλαξη προηγούμενης έγκρισης από την αρμόδια αρχή, τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να υπολογίζουν την εκροή ρευστότητας μετά την αφαίρεση μιας αλληλεξαρτώμενης εισροής που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η αλληλοεξαρτώμενη εισροή συνδέεται άμεσα με την εκροή και δεν λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό των εισροών ρευστότητας στο κεφάλαιο 3·

β)

η αλληλοεξαρτώμενη εισροή απαιτείται βάσει νομικής, κανονιστικής ή συμβατικής δέσμευσης·

γ)

η αλληλοεξαρτώμενη εισροή πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

προκύπτει υποχρεωτικά πριν από την εκροή·

ii)

λαμβάνεται εντός 10 ημερών και καλύπτεται από εγγύηση της κεντρικής κυβέρνησης ενός κράτους μέλους.

Άρθρο 27

Εκροές από λειτουργικές καταθέσεις

1.   Τα πιστωτικά ιδρύματα πολλαπλασιάζουν επί 25 % τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από καταθέσεις που διατηρούνται:

α)

από τον καταθέτη προκειμένου να του παρασχεθούν υπηρεσίες εκκαθάρισης, φύλαξης ή διαχείρισης μετρητών ή άλλες συγκρίσιμες υπηρεσίες στο πλαίσιο μιας καθιερωμένης λειτουργικής σχέσης από το πιστωτικό ίδρυμα·

β)

στο πλαίσιο καταμερισμού κοινών καθηκόντων με θεσμικό σύστημα προστασίας που πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή εντός μιας ομάδας συνεταιριστικών πιστωτικών ιδρυμάτων μόνιμα συνδεδεμένων με ένα κεντρικό όργανο που πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 113 παράγραφος 6 του εν λόγω κανονισμού, ή ως νομικά ή συμβατικά κατοχυρωμένη κατάθεση από άλλο πιστωτικό ίδρυμα που είναι μέλος του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας ή συνεταιριστικού δικτύου, εφόσον οι καταθέσεις αυτές δεν αναγνωρίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού για το πιστωτικό ίδρυμα που πραγματοποιεί την κατάθεση όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 και το άρθρο 16·

γ)

από τον καταθέτη στο πλαίσιο καθιερωμένης λειτουργικής σχέσης πέραν της αναφερόμενης στο στοιχείο α)·

δ)

από τον καταθέτη προκειμένου να του παρασχεθούν υπηρεσίες εκκαθάρισης σε μετρητά και υπηρεσίες από το κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα και όταν το πιστωτικό ίδρυμα ανήκει σε ένα από τα δίκτυα ή συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 16.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα ιδρύματα πολλαπλασιάζουν επί 5 % το τμήμα των υποχρεώσεων που προκύπτει από τις καταθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), το οποίο καλύπτεται από σύστημα εγγύησης των καταθέσεων σύμφωνα με την οδηγία 94/19/ΕΚ ή την οδηγία 2014/49/ΕΕ ή ισοδύναμο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων σε τρίτη χώρα.

3.   Οι καταθέσεις από πιστωτικά ιδρύματα προς το κεντρικό ίδρυμα που θεωρούνται ρευστά στοιχεία ενεργητικού για το πιστωτικό ίδρυμα που πραγματοποιεί την κατάθεση σύμφωνα με το άρθρο 16 πολλαπλασιάζονται με ποσοστό εκροής 100 % για το κεντρικό ίδρυμα για το ποσό των εν λόγω ρευστών στοιχείων ενεργητικού μετά την περικοπή. Τα εν λόγω ρευστά στοιχεία του ενεργητικού δεν προσμετρώνται για την κάλυψη εκροών άλλων πλην εκείνης που αναφέρεται στην πρώτη πρόταση της παρούσας παραγράφου και δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς των υπολογισμών της σύνθεσης του εναπομένοντος αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας δυνάμει του άρθρου 17 για το κεντρικό ίδρυμα σε μεμονωμένο επίπεδο.

4.   Οι υπηρεσίες εκκαθάρισης, φύλαξης, διαχείρισης μετρητών ή άλλες συγκρίσιμες υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και δ) καλύπτουν τις σχετικές υπηρεσίες μόνο στον βαθμό που παρέχονται στο πλαίσιο καθιερωμένης σχέσης η οποία είναι εξαιρετικά σημαντική για τον καταθέτη. Οι καταθέσεις που αναφέρονται στα σημεία α), γ) και δ) της παραγράφου 1 έχουν σημαντικούς νομικούς ή λειτουργικούς περιορισμούς που καθιστούν απίθανο το γεγονός να πραγματοποιηθούν σημαντικές αναλήψεις εντός 30 ημερολογιακών ημερών. Κεφάλαια πέραν εκείνων που απαιτούνται για την παροχή λειτουργικών υπηρεσιών αντιμετωπίζονται ως μη λειτουργικές καταθέσεις.

5.   Οι καταθέσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο αντίστοιχης τραπεζικής σχέσης ή της παροχής υπηρεσιών βασικής μεσολάβησης δεν αντιμετωπίζονται ως λειτουργική κατάθεση και έχουν ποσοστό εκροής 100 %.

6.   Προκειμένου να προσδιοριστούν οι καταθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), το πιστωτικό ίδρυμα θεωρεί ότι υφίσταται καθιερωμένη λειτουργική σχέση με πελάτη που δεν είναι χρηματοπιστωτικός πελάτης, με εξαίρεση τις προθεσμιακές καταθέσεις, τις καταθέσεις ταμιευτηρίου και τις καταθέσεις από υπηρεσίες μεσολάβησης, εφόσον πληρούνται όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η αμοιβή για την τήρηση του λογαριασμού καθορίζεται σε τουλάχιστον 5 μονάδες βάσης κάτω από το επιτόκιο που ισχύει για τις καταθέσεις χονδρικής με συγκρίσιμα χαρακτηριστικά, αλλά δεν χρειάζεται να είναι αρνητική·

β)

η κατάθεση τηρείται σε ειδικά καθορισμένους λογαριασμούς και το σχετικό επιτόκιο δεν παρέχει οικονομικά κίνητρα στον καταθέτη να διατηρεί κεφάλαια στην κατάθεση πέραν όσων απαιτούνται για τη λειτουργική σχέση·

γ)

οι σημαντικές συναλλαγές πιστώνονται και χρεώνονται σε τακτική βάση στον υπό εξέταση λογαριασμό·

δ)

πληρούται ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

i)

η σχέση με τον καταθέτη υφίσταται για τουλάχιστον 24 μήνες·

ii)

η κατάθεση χρησιμοποιείται για τουλάχιστον 2 ενεργές υπηρεσίες. Οι υπηρεσίες αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν την άμεση ή έμμεση πρόσβαση σε υπηρεσίες εθνικών ή διεθνών πληρωμών, συναλλαγές τίτλων ή υπηρεσίες θεματοφυλακής.

Μόνο το μέρος της κατάθεσης που είναι αναγκαίο για να γίνει χρήση της υπηρεσίας της οποίας η κατάθεση αποτελεί υποπροϊόν αντιμετωπίζεται ως λειτουργική κατάθεση. Οποιοδήποτε επιπλέον ποσό αντιμετωπίζεται ως μη λειτουργική κατάθεση.

Άρθρο 28

Εκροές από άλλες υποχρεώσεις

1.   Τα πιστωτικά ιδρύματα πολλαπλασιάζουν επί 40 % τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από καταθέσεις πελατών που είναι μη χρηματοπιστωτικοί πελάτες, κράτη, κεντρικές τράπεζες, πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης, οντότητες του δημοσίου τομέα, πιστωτικοί συνεταιρισμοί εγκεκριμένοι από αρμόδια αρχή, προσωπικές εταιρείες επενδύσεων ή πελατών που είναι μεσίτες καταθέσεων, στον βαθμό που δεν εμπίπτουν στο άρθρο 27.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, εφόσον οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο αυτό καλύπτονται από σύστημα εγγύησης των καταθέσεων σύμφωνα με την οδηγία 94/19/ΕΚ ή την οδηγία 2014/49/ΕΚ ή ισοδύναμο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων σε τρίτη χώρα, πολλαπλασιάζονται επί 20 %.

2.   Τα πιστωτικά ιδρύματα πολλαπλασιάζουν τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ίδιες λειτουργικές δαπάνες του ιδρύματος επί 0 %.

3.   Τα πιστωτικά ιδρύματα πολλαπλασιάζουν τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από εξασφαλισμένες πιστοδοτήσεις και από συναλλαγές με όρους κεφαλαιαγοράς που λήγουν εντός 30 ημερολογιακών ημερών όπως ορίζονται στο άρθρο 192 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού αριθ. 575/2013 επί:

α)

0 %, εάν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού που θα μπορούσαν να θεωρηθούν στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1 σύμφωνα με το άρθρο 10, με εξαίρεση τα καλυμμένα ομόλογα εξαιρετικά υψηλής ποιότητας που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ) ή εάν ο δανειστής είναι κεντρική τράπεζα·

β)

7 %, εάν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού που θα μπορούσαν να θεωρηθούν καλυμμένα ομόλογα εξαιρετικά υψηλής ποιότητας που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ)·

γ)

15 %, εάν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού που θα μπορούσαν να θεωρηθούν στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2Α σύμφωνα με το άρθρο 11·

δ)

25 %:

i)

εάν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με τα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημεία i), ii) ή iv)·

ii)

εάν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού που δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 και δανειστής είναι η κεντρική κυβέρνηση, μια οντότητα του δημόσιου τομέα του κράτους μέλους ή τρίτης χώρας όπου έχει λάβει άδεια ή έχει ιδρύσει υποκατάστημα το πιστωτικό ίδρυμα ή πολυμερής τράπεζα ανάπτυξης. Οι οντότητες του δημόσιου τομέα για τις οποίες ισχύει η εν λόγω μεταχείριση περιορίζονται σε όσες ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου είναι 20 % ή χαμηλότερος σύμφωνα με το άρθρο 116 παράγραφοι 4 και 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

ε)

35 %, εάν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με τις υποκατηγορίες στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημεία iii) έως v)·

στ)

50 %, εάν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με:

i)

εταιρικούς χρεωστικούς τίτλους που θα μπορούσαν να θεωρηθούν στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2B σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

ii)

μετοχές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2B σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο γ)·

ζ)

100 %, εάν οι υποχρεώσεις είναι εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού που δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με τον τίτλο II, με εξαίρεση τις συναλλαγές που καλύπτονται από το στοιχείο δ) σημείο ii) της παρούσας παραγράφου ή εάν ο δανειστής είναι κεντρική τράπεζα.

4.   Οι συμφωνίες ανταλλαγής εξασφαλίσεων που λήγουν εντός των επόμενων 30 ημερών οδηγούν σε εκροή για την υπερβάλλουσα αξία ρευστότητας των στοιχείων ενεργητικού που αποτελούν αντικείμενο δανειοληψίας σε σύγκριση με την αξία ρευστότητας των στοιχείων ενεργητικού που αποτελούν αντικείμενο δανειοδοσίας, εκτός εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι κεντρική τράπεζα, οπότε εφαρμόζεται ποσοστό εκροής ύψους 0 %.

5.   Τα υπόλοιπα από τον συμψηφισμό που τηρούνται σε ξεχωριστούς λογαριασμούς στο πλαίσιο συστημάτων προστασίας των πελατών που επιβάλλονται από την εθνική νομοθεσία αντιμετωπίζονται ως εισροές, σύμφωνα με το άρθρο 32, και εξαιρούνται από το απόθεμα των ρευστών στοιχείων ενεργητικού.

6.   Τα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή εκροής ύψους 100 % σε όλα τα ομόλογα και άλλους χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από το πιστωτικό ίδρυμα, εκτός εάν το ομόλογο πωλείται αποκλειστικά στη λιανική αγορά και τηρείται σε λογαριασμό λιανικής, οπότε τα μέσα αυτά μπορούν να υπαχθούν στην αντίστοιχη κατηγορία καταθέσεων λιανικής. Επιβάλλονται περιορισμοί έτσι ώστε τα μέσα αυτά να μην είναι δυνατόν να αγοραστούν και να διατηρούνται από άλλα πρόσωπα πλην των πελατών λιανικής.

Άρθρο 29

Εκροές εντός ομίλου ή θεσμικού συστήματος προστασίας

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 31, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν την εφαρμογή χαμηλότερου ποσοστού εκροής, ανάλογα με την περίπτωση, για μη αναληφθείσες πιστωτικές ή ταμειακές διευκολύνσεις εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

υπάρχουν λόγοι να αναμένεται χαμηλότερη εκροή ακόμα και υπό συνδυασμένες αγοραίες και ιδιοσυγκρασιακές ακραίες συνθήκες για τον πάροχο·

β)

ο αντισυμβαλλόμενος είναι το μητρικό ίδρυμα ή θυγατρική του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλη θυγατρική του ίδιου μητρικού ιδρύματος ή συνδέεται με το ίδρυμα με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ (10) ή μέλος του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή το κεντρικό ίδρυμα ή μέλος ενός δικτύου ή συνεταιριστικού ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού·

γ)

το χαμηλότερο ποσοστό εκροής δεν πέφτει κάτω από το ποσοστό εισροής που εφαρμόζεται από τον αντισυμβαλλόμενο·

δ)

το πιστωτικό ίδρυμα και ο αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο κράτος μέλος.

2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να μην απαιτούν την εφαρμογή της προϋπόθεσης της παραγράφου 1 στοιχείο δ) όταν εφαρμόζεται το άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να πληρούνται τα ακόλουθα πρόσθετα αντικειμενικά κριτήρια:

α)

ο πάροχος και ο αποδέκτης της ρευστότητας εμφανίζουν χαμηλό προφίλ κινδύνου ρευστότητας·

β)

υπάρχουν νομικά δεσμευτικές συμφωνίες και δεσμεύσεις μεταξύ των εταιρειών του ομίλου σχετικά με τη μη αναληφθείσα πιστωτική ή ταμειακή διευκόλυνση·

γ)

το προφίλ κινδύνου ρευστότητας του αποδέκτη της ρευστότητας λαμβάνεται επαρκώς υπόψη κατά τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας από τον πάροχο της ρευστότητας·

Στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η εφαρμογή χαμηλότερου ποσοστού εκροής, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με το αποτέλεσμα της διαδικασίας του άρθρου 20 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Η εκπλήρωση των προϋποθέσεων για αυτές τις χαμηλότερες εκροές επανεξετάζεται τακτικά από την αρμόδια αρχή.

Άρθρο 30

Πρόσθετες εκροές

1.   Οι εξασφαλίσεις, πλην των μετρητών και των στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 10, που παρέχονται από το πιστωτικό ίδρυμα για τις συμβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τα πιστωτικά παράγωγα, υπόκεινται σε πρόσθετη εκροή ύψους 20 %.

Οι εξασφαλίσεις σε στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ), που παρέχονται από το πιστωτικό ίδρυμα για τις συμβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα II του κανονισμού 575/2013 και τα πιστωτικά παράγωγα, υπόκεινται σε πρόσθετη εκροή ύψους 10 %.

2.   Τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν και κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές μια συμπληρωματική εκροή για όλες τις συμβάσεις που συνάπτουν, οι συμβατικοί όροι των οποίων οδηγούν, εντός 30 ημερολογιακών ημερών και έπειτα από ουσιώδη επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας του πιστωτικού ιδρύματος, σε συμπληρωματικές εκροές ρευστότητας ή ανάγκες παροχής εξασφαλίσεων. Τα πιστωτικά ιδρύματα κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές την εν λόγω εκροή το αργότερο κατά την υποβολή των αναφορών σύμφωνα με το άρθρο 415 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Εάν οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι οι εκροές αυτές είναι ουσιώδεις όσον αφορά τις δυνητικές εκροές ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος, απαιτούν από το πιστωτικό ίδρυμα να προσθέσει συμπληρωματική εκροή για τις εν λόγω συμβάσεις, που αντιστοιχεί στις πρόσθετες ανάγκες παροχής εξασφαλίσεων ή εκροές μετρητών που προκύπτουν από ουσιώδη επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας του πιστωτικού ιδρύματος λόγω υποβάθμισης της εξωτερικής πιστοληπτικής του αξιολόγησης κατά τρεις βαθμίδες. Το πιστωτικό ίδρυμα εφαρμόζει ποσοστό εκροής ύψους 100 % σε αυτές τις συμπληρωματικές εξασφαλίσεις ή εκροές μετρητών. Το πιστωτικό ίδρυμα εξετάζει τακτικά την έκταση αυτής της ουσιώδους επιδείνωσης λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που είναι συναφή σύμφωνα με τις συμβάσεις που έχει συνάψει και κοινοποιεί το αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής στις αρμόδιες αρχές.

3.   Το πιστωτικό ίδρυμα προσθέτει συμπληρωματική εκροή που αντιστοιχεί σε ανάγκες παροχής εξασφαλίσεων που θα προέκυπταν από τον αντίκτυπο σεναρίου δυσμενών εξελίξεων στην αγορά στις συναλλαγές παραγώγων, τις συναλλαγές χρηματοδότησης και άλλες συμβάσεις του πιστωτικού ιδρύματος εφόσον είναι ουσιώδεις. Ο εν λόγω υπολογισμός πραγματοποιείται σύμφωνα με την κατ' εξουσιοδότηση πράξη που πρόκειται να εκδοθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 423 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

4.   Τα πιστωτικά ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη το καθαρό ποσό των εκροών και των εισροών που αναμένονται πέραν των 30 ημερολογιακών ημερών από τις συμβάσεις που παρατίθενται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σύμφωνα με το άρθρο 21. Στην περίπτωση καθαρής εκροής, το πιστωτικό ίδρυμα πολλαπλασιάζει το αποτέλεσμα με ποσοστό εκροής 100 %. Τα πιστωτικά ιδρύματα δεν περιλαμβάνουν στους εν λόγω υπολογισμούς τις απαιτήσεις ρευστότητας που θα προέκυπταν από την εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 3.

5.   Το πιστωτικό ίδρυμα προσθέτει συμπληρωματική εκροή που αντιστοιχεί στο 100 % της αγοραίας αξίας των τίτλων ή άλλων στοιχείων ενεργητικού που πωλούνται με ανοικτή πώληση και πρέπει να παραδοθούν εντός 30 ημερολογιακών ημερών, εκτός εάν το πιστωτικό ίδρυμα κατέχει τους τίτλους που πρέπει να παραδοθούν ή εάν τους έχει δανειστεί με όρους που απαιτούν την επιστροφή τους μόνο έπειτα από 30 ημερολογιακές ημέρες και οι τίτλοι δεν αποτελούν μέρος των ρευστών στοιχείων ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων. Εάν η αρνητική θέση καλύπτεται από εξασφαλισμένη πράξη χρηματοδότησης τίτλων, το πιστωτικό ίδρυμα υποθέτει την αρνητική θέση, η οποία διατηρείται καθ' όλη τη διάρκεια των 30 ημερολογιακών ημερών και θα λάβει ποσοστό εκροής ύψους 0 %.

6.   Το πιστωτικό ίδρυμα προσθέτει συμπληρωματική εκροή η οποία αντιστοιχεί στο 100 %:

α)

του επιπλέον ποσού της εξασφάλισης που κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο μπορεί να καταστεί συμβατικά απαιτητό ανά πάσα στιγμή από τον αντισυμβαλλόμενο ·

β)

της εξασφάλισης που πρέπει να παραδοθεί σε αντισυμβαλλόμενο εντός 30 ημερολογιακών ημερών·

γ)

της εξασφάλισης που αντιστοιχεί σε στοιχεία του ενεργητικού τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τους σκοπούς του τίτλου II, τα οποία μπορούν να αντικαταστήσουν στοιχεία του ενεργητικού που αντιστοιχούν σε στοιχεία τα οποία δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τους σκοπούς του τίτλου II χωρίς τη συγκατάθεση του πιστωτικού ιδρύματος.

7.   Οι καταθέσεις που λαμβάνονται ως εξασφάλιση δεν θεωρούνται υποχρεώσεις για τους σκοπούς του άρθρου 27 ή 29, αλλά υπόκεινται στις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 6 του παρόντος άρθρου ανάλογα με την περίπτωση.

8.   Τα πιστωτικά ιδρύματα κάνουν την παραδοχή εκροής ύψους 100 % για απώλεια χρηματοδοτήσεων για τίτλους προερχόμενους από τιτλοποίηση, καλυμμένα ομόλογα και άλλα δομημένα μέσα χρηματοδότησης που λήγουν εντός 30 ημερολογιακών ημερών, όταν τα μέσα αυτά εκδίδονται από το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα ή από ενδιάμεσους φορείς ή φορείς ειδικού σκοπού που επιχορηγούνται από το πιστωτικό ίδρυμα.

9.   Τα πιστωτικά ιδρύματα κάνουν παραδοχή εκροής ύψους 100 % για απώλεια χρηματοδότησης για εμπορικά χρεόγραφα προερχόμενα από τιτλοποίηση, ενδιάμεσους φορείς, επενδυτικούς φορείς στον τομέα των κινητών αξιών και άλλες παρόμοιες χρηματοδοτικές διευκολύνσεις. Το εν λόγω ποσοστό εκροής 100 % ισχύει για το ποσό κατά τη λήξη ή για το ποσό των στοιχείων ενεργητικού που θα μπορούσαν δυνητικά να επιστραφούν ή για την απαιτούμενη ρευστότητα.

10.   Για το τμήμα αυτό των προγραμμάτων χρηματοδότησης που αναφέρεται στις παραγράφους 8 και 9, τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι πάροχοι συναφών διευκολύνσεων ρευστότητας μπορούν να αποφύγουν τον διπλό υπολογισμό των μέσων χρηματοδότησης που λήγουν και της διευκόλυνσης ρευστότητας για ενοποιημένα προγράμματα.

11.   Τα δανειζόμενα στοιχεία ενεργητικού χωρίς εξασφάλιση, τα οποία λήγουν εντός 30 ημερολογιακών ημερών, θεωρείται ότι εξαντλούνται πλήρως, οδηγώντας σε εκροή ύψους 100 % των ρευστών στοιχείων ενεργητικού, εκτός εάν το πιστωτικό ίδρυμα κατέχει τους τίτλους και αυτοί δεν αποτελούν μέρος του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος.

12.   Όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών βασικής μεσολάβησης, σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα έχει χρηματοδοτήσει τα στοιχεία ενεργητικού ενός πελάτη έχοντας πραγματοποιήσει εσωτερικό συμψηφισμό αυτών με τις ανοικτές πωλήσεις ενός άλλου πελάτη, οι πράξεις αυτές υπόκεινται σε εκροή 50 % για την ενδεχόμενη υποχρέωση, δεδομένου ότι στην περίπτωση αναλήψεων από τον πελάτη, το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να υποχρεωθεί να βρει πρόσθετες πηγές χρηματοδότησης για την κάλυψη των εν λόγω θέσεων.

Άρθρο 31

Εκροές από πιστωτικές και διευκολύνσεις και διευκολύνσεις ρευστότητας

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως διευκόλυνση ρευστότητας νοείται οποιαδήποτε δεσμευμένη, μη αναληφθείσα εγγυητική διευκόλυνση που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την αναχρηματοδότηση των δανειακών υποχρεώσεων ενός πελάτη σε περίπτωση όπου αυτός δεν είναι σε θέση να μετακυλήσει το χρέος σε χρηματοπιστωτικές αγορές. Το ύψος της εν λόγω διευκόλυνσης αντιστοιχεί στο ύψος του χρέους που έχει εκδοθεί, οφείλεται εκείνη τη στιγμή από τον πελάτη, λήγει εντός 30 ημερολογιακών ημερών και για την κάλυψη του οποίου χορηγείται η διευκόλυνση. Το τμήμα της διευκόλυνσης ρευστότητας που εξασφαλίζει χρέος το οποίο δεν λήγει εντός 30 ημερολογιακών ημερών εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του ορισμού της διευκόλυνσης. Οποιαδήποτε πρόσθετη δυνατότητα της διευκόλυνσης αντιμετωπίζεται ως δεσμευμένη πιστωτική διευκόλυνση με το σχετικό ποσοστό αναλήψεων, όπως ορίζεται στο παρόν άρθρο. Οι γενικές διευκολύνσεις κεφαλαίου κίνησης προς εταιρικές οντότητες δεν θεωρούνται ως ταμειακές διευκολύνσεις, αλλά ως πιστωτικές διευκολύνσεις.

2.   Τα πιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν τις εκροές για πιστωτικές διευκολύνσεις και τις διευκολύνσεις ρευστότητας πολλαπλασιάζοντας το ποσό των πιστωτικών διευκολύνσεων και διευκολύνσεων ρευστότητας επί τα αντίστοιχα ποσοστά εκροών που ορίζονται στις παραγράφους 3 έως 5. Οι εκροές από δεσμευμένες πιστωτικές διευκολύνσεις και διευκολύνσεις ρευστότητας προσδιορίζονται ως ποσοστό του μέγιστου ποσού που μπορεί να εκταμιευθεί εντός 30 ημερολογιακών ημερών, μη συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε απαίτησης ρευστότητας που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 23 για τα εκτός ισολογισμού στοιχεία χρηματοδότησης του εμπορίου και μη συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εξασφαλίσεων που διατίθενται στο πιστωτικό ίδρυμα και αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 9, υπό τον όρο ότι η εξασφάλιση πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

είναι δυνατόν να επαναχρησιμοποιηθεί ή να υποθηκευθεί από το πιστωτικό ίδρυμα·

β)

διατηρείται με τη μορφή ρευστών στοιχείων ενεργητικού, αλλά δεν αναγνωρίζεται ως μέρος του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας και

γ)

δεν συνίσταται σε στοιχεία ενεργητικού που εκδίδονται από τον αντισυμβαλλόμενο στον οποίο παρέχεται η διευκόλυνση ή από κάποια οντότητα συνδεδεμένη με αυτόν.

Εάν το πιστωτικό ίδρυμα διαθέτει τις αναγκαίες πληροφορίες, το μέγιστο ποσό που μπορεί να αναληφθεί για πιστωτικές διευκολύνσεις και τις διευκολύνσεις ρευστότητας προσδιορίζεται ως το μέγιστο ποσό που μπορεί να αναληφθεί δεδομένων των υποχρεώσεων του ιδίου του αντισυμβαλλομένου ή του προκαθορισμένου συμβατικού χρονοδιαγράμματος αναλήψεων που καθίστανται ληξιπρόθεσμες εντός 30 ημερολογιακών ημερών.

3.   Το μέγιστο ποσό που μπορεί να αναληφθεί από μη αναληφθείσες δεσμευμένες πιστωτικές διευκολύνσεις και μη αναληφθείσες δεσμευμένες διευκολύνσεις ρευστότητας εντός των επόμενων 30 ημερολογιακών ημερών πολλαπλασιάζεται επί 5 % εάν οι εν λόγω διευκολύνσεις υπάγονται στην κλάση των ανοιγμάτων καταθέσεων λιανικής.

4.   Το μέγιστο ποσό που μπορεί να αναληφθεί από μη αναληφθείσες δεσμευμένες πιστωτικές διευκολύνσεις εντός 30 ημερολογιακών ημερών πολλαπλασιάζεται επί 10 % εάν οι εν λόγω διευκολύνσεις πληρούν τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

δεν υπάγονται στην κλάση των ανοιγμάτων καταθέσεων λιανικής·

β)

έχουν παρασχεθεί σε πελάτες που δεν είναι χρηματοπιστωτικοί πελάτες, συμπεριλαμβανομένων μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, κρατών, κεντρικών τραπεζών, πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης και οντοτήτων του δημόσιου τομέα·

γ)

δεν έχουν παρασχεθεί για να αντικαταστήσουν τη χρηματοδότηση του πελάτη σε περιπτώσεις που ο πελάτης δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις χρηματοδότησής του από τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

5.   Το μέγιστο ποσό που μπορεί να αναληφθεί από μη αναληφθείσες δεσμευμένες διευκολύνσεις ρευστότητας εντός των επόμενων 30 ημερολογιακών ημερών πολλαπλασιάζεται επί 30 %, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχεία α) και β), και επί 40 % όταν παρέχονται σε προσωπικές εταιρείες επενδύσεων.

6.   Το μη αναληφθέν δεσμευμένο ποσό της διευκόλυνσης παροχής ρευστότητας που έχει παρασχεθεί σε ΟΕΣΤ για να μπορέσει η εν λόγω ΟΕΣΤ να αγοράσει στοιχεία ενεργητικού πλην τίτλων από πελάτες που δεν είναι χρηματοπιστωτικοί πελάτες πολλαπλασιάζεται επί 10 % στο μέτρο που υπερβαίνει το ποσό των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού που έχουν αγοραστεί από πελάτες και εφόσον το μέγιστο ποσό που μπορεί να αναληφθεί περιορίζεται δυνάμει σύμβασης στο ποσό των αγοραζόμενων στοιχείων ενεργητικού.

7.   Το κεντρικό ίδρυμα ενός συστήματος ή δικτύου που αναφέρεται στο άρθρο 16 πολλαπλασιάζει τη χρηματοδότηση ρευστότητας που έχει δεσμευτεί σε ένα πιστωτικό ίδρυμα μέλος επί ποσοστό εκροής 75 %, εφόσον το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να μεταχειριστεί τη χρηματοδότηση της ρευστότητας ως ρευστό στοιχείο ενεργητικού, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2. Το ποσοστό εκροής 75 % εφαρμόζεται στο δεσμευμένο κεφάλαιο της χρηματοδότησης ρευστότητας.

8.   Το πιστωτικό ίδρυμα πολλαπλασιάζει το μέγιστο ποσό που μπορεί να αναληφθεί από άλλες μη αναληφθείσες δεσμευμένες πιστωτικές και μη αναληφθείσες δεσμευμένες διευκολύνσεις ρευστότητας εντός 30 ημερολογιακών ημερών επί το αντίστοιχο ποσοστό εκροών ως εξής:

α)

40 % για πιστωτικές διευκολύνσεις και διευκολύνσεις ρευστότητας που παρέχονται σε πιστωτικά ιδρύματα και για πιστωτικές διευκολύνσεις σε άλλα ρυθμιζόμενα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων επενδύσεων, των ΟΣΕ ή των προγραμμάτων επενδύσεων μη ανοικτού τύπου·

β)

100 % για διευκολύνσεις ρευστότητας που έχει χορηγήσει το ίδρυμα σε ΟΕΣΤ πέραν εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 και για τις συμφωνίες δυνάμει των οποίων το ίδρυμα υποχρεούται να αγοράσει ή να ανταλλάξει στοιχεία ενεργητικού από ΟΕΣΤ·

γ)

100 % για πιστωτικές διευκολύνσεις και διευκολύνσεις ρευστότητας που παρέχονται σε χρηματοπιστωτικούς πελάτες που δεν αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) και τις παραγράφους 1 έως 7.

9.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 έως 8, τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν συσταθεί και χρηματοδοτούνται από την κεντρική ή περιφερειακή κυβέρνηση τουλάχιστον ενός κράτους μέλους μπορούν να εφαρμόζουν τις προβλεπόμενες στις παραγράφους 3 και 4 ρυθμίσεις και σε πιστωτικές διευκολύνσεις και διευκολύνσεις ρευστότητας που παρέχονται σε ιδρύματα που χορηγούν προνομιακά δάνεια με αποκλειστικό σκοπό την άμεση ή έμμεση χρηματοδότηση προνομιακών δανείων, με την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω δάνεια πληρούν τις απαιτήσεις όσον αφορά τα ποσοστά εκροών που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 32 παράγραφος 3 στοιχείο ζ), όταν αυτά τα προνομιακά δάνεια χορηγούνται ως δάνεια άμεσης επανεκχώρησης μέσω άλλου ιδρύματος που ενεργεί ως διαμεσολαβητής, μπορεί να εφαρμοστεί συμμετρική εισροή και εκροή από τα πιστωτικά ιδρύματα.

Τα προνομιακά δάνεια που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο διατίθενται μόνο σε πρόσωπα που δεν είναι χρηματοπιστωτικοί πελάτες σε μη ανταγωνιστική, μη κερδοσκοπική βάση για την προώθηση στόχων δημόσιας πολιτικής της Ένωσης ή της κεντρικής ή περιφερειακής κυβέρνησης του εν λόγω κράτους μέλους. Η ανάληψη από τις εν λόγω διευκολύνσεις είναι δυνατή μόνο κατόπιν της ευλόγως αναμενόμενης ζήτησης για προνομιακό δάνειο και έως το ύψος της σχετικής ζήτησης, εφόσον υφίσταται μεταγενέστερη υποβολή αναφορών σχετικά με τη χρήση των χορηγηθέντων πόρων.

10.   Τα πιστωτικά ιδρύματα πολλαπλασιάζουν επί 100 % οποιεσδήποτε εκροές ρευστότητας που προκύπτουν από υποχρεώσεις οι οποίες καθίστανται ληξιπρόθεσμες εντός 30 ημερολογιακών ημερών, πλην εκείνων που αναφέρονται στα άρθρα 23 έως 31.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Εισροές ρευστότητας

Άρθρο 32

Εισροές

1.   Οι εισροές ρευστότητας αξιολογούνται σε ορίζοντα 30 ημερολογιακών ημερών. Περιλαμβάνουν συμβατικές εισροές από ανοίγματα που δεν είναι σε υπερημερία και για τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει λόγους να αναμένει αθέτηση εντός των 30 ημερολογιακών ημερών.

2.   Οι εισροές ρευστότητας λαμβάνουν ποσοστό εισροής 100 %, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των εξής εισροών:

α)

οφειλόμενων ποσών από κεντρικές τράπεζες και χρηματοπιστωτικούς πελάτες. Σε σχέση με τους τελευταίους, θεωρούνται ειδικότερα ότι υπόκεινται σε ποσοστό εισροής 100 % οι εισροές από τις ακόλουθες συναλλαγές:

i)

χρεόγραφα που λήγουν εντός 30 ημερολογιακών ημερών·

ii)

συναλλαγές χρηματοδότησης του εμπορίου που αναφέρονται στο άρθρο 162 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 με εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη των 30 ημερολογιακών ημερών·

β)

οφειλόμενων ποσών από θέσεις σε μετοχικά προϊόντα κύριων δεικτών υπό τον όρο ότι δεν γίνεται διπλός υπολογισμός με ρευστά στοιχεία του ενεργητικού. Τα εν λόγω ποσά περιλαμβάνουν ποσά που οφείλονται βάσει σύμβασης εντός 30 ημερολογιακών ημερών, όπως μερίσματα σε μετρητά από τους εν λόγω κύριους δείκτες και μετρητά που οφείλονται από τέτοια μέσα ιδίων κεφαλαίων που έχουν πωληθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη διακανονιστεί, αν δεν αναγνωρίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με τον τίτλο II·

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι εισροές που προβλέπονται στην παράγραφο αυτή υπόκεινται στις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

τα οφειλόμενα ποσά από πελάτες που δεν είναι χρηματοπιστωτικοί πελάτες για την πληρωμή κεφαλαίου μειώνονται κατά το 50 % της αξίας τους ή κατά τη συμβατική δέσμευση στους εν λόγω πελάτες για την επέκταση της χρηματοδότησης, ανάλογα με το ποσό που είναι υψηλότερο. Για τους σκοπούς του παρόντος στοιχείου, στους χρηματοπιστωτικούς πελάτες περιλαμβάνονται εταιρείες, κράτη, πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης και οντότητες του δημόσιου τομέα. Κατά παρέκκλιση, τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει δέσμευση κατά το άρθρο 31 παράγραφος 9 για να εκταμιεύσουν προνομιακό δάνειο σε τελικό δικαιούχο, ή έχουν λάβει παρόμοια δέσμευση από πολυμερή τράπεζα ανάπτυξης ή οντότητα του δημόσιου τομέα, μπορούν να λαμβάνουν υπόψη εισροή έως το ποσό της εκροής που εφαρμόζουν στην αντίστοιχη δέσμευση για επέκταση των προνομιακών αυτών δανείων

β)

τα οφειλόμενα ποσά από εξασφαλισμένες πιστοδοτήσεις και από συναλλαγές με όρους κεφαλαιαγοράς, όπως ορίζονται στο άρθρο 192 στοιχεία 2) και 3) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, που είναι εξασφαλισμένα μέσω ρευστών διαθεσίμων, δεν λαμβάνονται υπόψη έως την αξία των ρευστών στοιχείων ενεργητικού μετά την αφαίρεση των ποσοστών περικοπής που ισχύουν σύμφωνα με τον τίτλο II. Τα οφειλόμενα ποσά για το υπόλοιπο της αξίας ή εάν είναι εξασφαλισμένα μέσω στοιχείων ενεργητικού που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις να θεωρηθούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού, σύμφωνα με τον τίτλο II, λαμβάνονται πλήρως υπόψη. Δεν επιτρέπονται εισροές εάν η εξασφάλιση χρησιμοποιείται για την κάλυψη αρνητικής θέσης, σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 5·

γ)

τα οφειλόμενα ποσά από συμβάσεις δανεισμού περιθωρίου που λήγουν που χορηγήθηκαν έναντι εξασφαλίσεων από μη ρευστά στοιχεία ενεργητικού μπορούν να λάβουν ποσοστό εισροών 50 %. Οι εν λόγω εισροές μπορεί να ληφθούν υπόψη μόνο εάν το πιστωτικό ίδρυμα δεν χρησιμοποιεί τις εξασφαλίσεις των δανείων για την κάλυψη τυχόν αρνητικών θέσεων·

δ)

τα οφειλόμενα ποσά, τα οποία αντιμετωπίζονται από το πιστωτικό ίδρυμα που τα οφείλει σύμφωνα με το άρθρο 27, με εξαίρεση τις καταθέσεις στο κεντρικό ίδρυμα όπως αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 3, πολλαπλασιάζονται επί το αντίστοιχο συμμετρικό ποσοστό εισροής. Σε περίπτωση που δεν μπορεί να προσδιοριστεί το αντίστοιχο ποσοστό, εφαρμόζεται ποσοστό εισροής 5 %·

ε)

συναλλαγές ανταλλαγής εξασφαλίσεων που λήγουν εντός 30 ημερολογιακών ημερών οδηγούν σε εισροή για την υπερβάλλουσα αξία ρευστότητας των στοιχείων ενεργητικού που αποτελούν αντικείμενο δανειοδοσίας σε σύγκριση με την αξία ρευστότητας των στοιχείων ενεργητικού που αποτελούν αντικείμενο δανειοληψίας·

στ)

εάν η εξασφάλιση που λαμβάνεται μέσω συναλλαγής αγοράς με συμφωνία επαναπώλησης, δανεισμού τίτλων ή ανταλλαγής εξασφαλίσεων, η οποία λήγει εντός του χρονικού ορίζοντα των 30 ημερών, υποθηκευθεί εκ νέου και χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη αρνητικών θέσεων που μπορεί να παραταθούν πέραν των 30 ημερών, το πιστωτικό ίδρυμα θεωρεί ότι οι εν λόγω συναλλαγές αγοράς με συμφωνία επαναπώλησης ή χρηματοδότησης τίτλων θα ανανεωθούν και δεν θα οδηγήσουν σε τυχόν ταμειακές εισροές που αντικατοπτρίζουν την ανάγκη του να συνεχίσει να καλύπτει την αρνητική θέση ή να αγοράσει εκ νέου τους σχετικούς τίτλους. Οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνουν τόσο τις περιπτώσεις όπου σε ένα μητρώο αντιστοιχισμένων θέσεων το πιστωτικό ίδρυμα πραγματοποίησε οριστική ανοικτή πώληση ενός τίτλου στο πλαίσιο μιας εμπορικής στρατηγικής ή στρατηγικής αντιστάθμισης όσο και τις περιπτώσεις όπου το πιστωτικό ίδρυμα έχει ανοικτή θέση σε έναν τίτλο στο μητρώο αντιστοιχισμένων συναλλαγών αγοράς με συμφωνία επαναπώλησης, έχει δανειστεί έναν τίτλο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και τον έχει δανείσει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα·

ζ)

δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν μη αναληφθείσες πιστωτικές και ταμειακές διευκολύνσεις και οποιεσδήποτε άλλες δεσμεύσεις που έχουν ληφθεί από άλλους φορείς πλην των κεντρικών τραπεζών και εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 34. Δεν λαμβάνονται υπόψη ως εισροή οι μη αναληφθείσες δεσμευμένες διευκολύνσεις ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα, οι οποίες αναγνωρίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού, σύμφωνα με το άρθρο 14·

η)

τα οφειλόμενα ποσά από τίτλους που έχουν εκδοθεί από το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα ή συνδεδεμένη οντότητα λαμβάνονται υπόψη σε καθαρή βάση και εφαρμόζοντας το ποσοστό εισροών που εφαρμόζεται στο υποκείμενο στοιχείο ενεργητικού σύμφωνα με το παρόν άρθρο·

θ)

τα στοιχεία ενεργητικού με μη προσδιορισμένη συμβατική ημερομηνία λήξης λαμβάνονται υπόψη με 20 % ποσοστό εισροής, υπό τον όρο ότι η σύμβαση επιτρέπει στο πιστωτικό ίδρυμα να προβεί σε ανάληψη ή να ζητήσει πληρωμή εντός 30 ημερών·

4.   Η παράγραφος 3 στοιχείο α) δεν εφαρμόζεται σε οφειλόμενα ποσά από εξασφαλισμένες πιστοδοτήσεις και από συναλλαγές με όρους κεφαλαιαγοράς όπως ορίζονται στο άρθρο 192 σημεία 2) και 3) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, που εξασφαλίζονται από ρευστά στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με τον τίτλο II, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο β). Οι εισροές από την αποδέσμευση των υπολοίπων που τηρούνται σε χωριστούς λογαριασμούς, σύμφωνα με τις κανονιστικές απαιτήσεις για την προστασία των στοιχείων ενεργητικού που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών πελατών, λαμβάνονται πλήρως υπόψη, με την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω διαχωρισμένα υπόλοιπα τηρούνται σε ρευστά στοιχεία ενεργητικού, όπως ορίζεται στον τίτλο II.

5.   Οι εκροές και οι εισροές που αναμένονται σε ορίζοντα 30 ημερολογιακών ημερών από τις συμβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 υπολογίζονται σε καθαρή βάση όπως αναφέρεται στο άρθρο 21 και πολλαπλασιάζονται επί 100 % σε περίπτωση καθαρής εισροής.

6.   Τα πιστωτικά ιδρύματα δεν λαμβάνουν υπόψη εισροές από οποιοδήποτε από τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στον τίτλο II, με εξαίρεση τις πληρωμές των στοιχείων ενεργητικού που δεν αποτυπώνονται στην αγοραία αξία του στοιχείου.

7.   Τα πιστωτικά ιδρύματα δεν λαμβάνουν υπόψη εισροές από οποιεσδήποτε νέες υποχρεώσεις αναλαμβάνουν.

8.   Τα πιστωτικά ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τους εισροές ρευστότητας που πρόκειται να ληφθούν σε τρίτες χώρες όπου υπάρχουν περιορισμοί μεταφοράς ή οι οποίες είναι εκπεφρασμένες σε μη μετατρέψιμα νομίσματα μόνο στον βαθμό που αντιστοιχούν σε εκροές στην εν λόγω τρίτη χώρα ή το σχετικό νόμισμα αντιστοίχως.

Άρθρο 33

Ανώτατο όριο εισροών

1.   Τα πιστωτικά ιδρύματα περιορίζουν τις εισροές ρευστότητας που αναγνωρίζουν στο 75 % των συνολικών εκροών ρευστότητας, όπως ορίζεται στο κεφάλαιο 2, εκτός εάν μια συγκεκριμένη εισροή εξαιρείται όπως ορίζεται στις παραγράφους 2, 3 ή 4.

2.   Με την επιφύλαξη της προηγούμενης έγκρισης της αρμόδιας αρχής, το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να εξαιρέσει πλήρως ή εν μέρει από το ανώτατο όριο που αναφέρεται παράγραφο 1, τις ακόλουθες εισροές ρευστότητας:

α)

εισροές όπου ο αντισυμβαλλόμενος είναι μητρική ή θυγατρική του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλη θυγατρική του ίδιου μητρικού ιδρύματος ή συνδέεται με το ίδρυμα με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ·

β)

εισροές από καταθέσεις σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα εντός του ομίλου επιχειρήσεων που μπορούν να τύχουν της μεταχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 113 παράγραφος 6 ή 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

γ)

εισροές που αναφέρονται στο άρθρο 26, συμπεριλαμβανομένων των εισροών από ενυπόθηκα δάνεια ή προνομιακά δάνεια που αναφέρονται στο άρθρο 31 παράγραφος 9, ή από πολυμερή τράπεζα ανάπτυξης ή οντότητα του δημόσιου τομέα, τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα έχει χορηγήσει ως δάνεια άμεσης επανεκχώρησης.

3.   Με την επιφύλαξη προηγούμενης έγκρισης της αρμόδιας αρχής, τα εξειδικευμένα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να εξαιρεθούν από το ανώτατο όριο για τις εισροές, όταν οι κύριες δραστηριότητές τους συνίστανται σε δραστηριότητες πρακτόρευσης και χρηματοδοτικής μίσθωσης, με εξαίρεση τις δραστηριότητες που περιγράφονται στην παράγραφο 4, καθώς και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 5.

4.   Με την επιφύλαξη προηγούμενης έγκρισης της αρμόδιας αρχής, τα εξειδικευμένα πιστωτικά ιδρύματα είναι δυνατόν να υπόκεινται σε ανώτατο όριο για τις εισροές ύψους 90 %, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 5 και οι κύριες δραστηριότητές τους είναι οι εξής:

α)

χρηματοδότηση για την απόκτηση οχημάτων με κινητήρα·

β)

καταναλωτική πίστη, όπως ορίζεται στην οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καταναλωτική πίστη.

5.   Τα πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 μπορούν να εξαιρεθούν από το ανώτατο όριο για τις εισροές και τα πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 μπορούν να εφαρμόζουν υψηλότερο ανώτατο όριο ύψους 90 %, εφόσον πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι επιχειρηματικές δραστηριότητες παρουσιάζουν χαμηλό προφίλ κινδύνου ρευστότητας, λαμβάνοντας υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες:

i)

το χρονοδιάγραμμα των εισροών αντιστοιχεί με το χρονοδιάγραμμα των εκροών·

ii)

σε μεμονωμένο επίπεδο, το πιστωτικό ίδρυμα δεν χρηματοδοτείται σε σημαντικό βαθμό από καταθέσεις λιανικής·

β)

σε μεμονωμένο επίπεδο, η αναλογία των κύριων δραστηριοτήτων τους, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 ή 4, υπερβαίνει το 80 % του συνολικού ισολογισμού·

γ)

οι παρεκκλίσεις παρουσιάζονται στις ετήσιες εκθέσεις.

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με τα εξειδικευμένα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν εξαιρεθεί ή υπόκεινται σε υψηλότερο ανώτατο όριο, παρέχοντας επίσης τη σχετική αιτιολόγηση. Η ΕΑΤ δημοσιεύει και τηρεί κατάλογο των εξειδικευμένων πιστωτικών ιδρυμάτων που απαλλάσσονται ή υπόκεινται σε υψηλότερο ανώτατο όριο. Η ΕΑΤ δύναται να ζητήσει δικαιολογητικά.

6.   Όταν εγκριθούν από την αρμόδια αρχή, οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 μπορούν να εφαρμοστούν τόσο σε μεμονωμένο όσο και σε ενοποιημένο επίπεδο, με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 3 στοιχείο ε).

7.   Τα πιστωτικά ιδρύματα καθορίζουν το ποσόν των καθαρών εκροών ρευστότητας στο πλαίσιο της εφαρμογής του ανωτάτου ορίου εισροών σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπεται στο παράρτημα II του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 34

Εισροές εντός ομίλου ή θεσμικού συστήματος προστασίας

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 32 παράγραφος 3 στοιχείο ζ), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν την εφαρμογή υψηλότερου ποσοστού εισροής, ανάλογα με την περίπτωση, για μη αναληφθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις ή διευκολύνσεις ρευστότητας, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

υπάρχουν λόγοι να αναμένεται υψηλότερη εισροή ακόμα και υπό συνδυασμένες αγοραίες και ιδιοσυγκρασιακές ακραίες συνθήκες για τον πάροχο,

β)

ο αντισυμβαλλόμενος είναι η μητρική ή θυγατρική του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλη θυγατρική της ίδιας μητρικής ή συνδέεται με το πιστωτικό ίδρυμα με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή μέλος του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή το κεντρικό ίδρυμα ή μέλος ενός δικτύου ή συνεταιριστικού ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 10 του κανονισμού αριθ. 575/2013·

γ)

εφόσον το ποσοστό εισροής υπερβαίνει το 40 %, εφαρμόζεται αντίστοιχο συμμετρικό ποσοστό εκροής από τον αντισυμβαλλόμενο κατά παρέκκλιση από το άρθρο 31·

δ)

το πιστωτικό ίδρυμα και ο αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο κράτος μέλος.

2.   Σε περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα και το αντισυμβαλλόμενο πιστωτικό ίδρυμα είναι εγκατεστημένα σε διαφορετικά κράτη μέλη, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρακάμψουν την προϋπόθεση που αναφέρεται στο στοιχείο δ) της παραγράφου 1, εφόσον, πέραν των κριτηρίων της παραγράφου 1, πληρούνται τα ακόλουθα συμπληρωματικά αντικειμενικά κριτήρια α) έως γ):

α)

ο πάροχος και ο αποδέκτης της ρευστότητας εμφανίζουν χαμηλό προφίλ κινδύνου ρευστότητας·

β)

υπάρχουν νομικά δεσμευτικές συμφωνίες και δεσμεύσεις μεταξύ των εταιρειών του ομίλου σχετικά με την πιστωτική διευκόλυνση ή τη διευκόλυνση ρευστότητας·

γ)

το προφίλ κινδύνου ρευστότητας του αποδέκτη της ρευστότητας έχει ληφθεί επαρκώς υπόψη κατά τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας από τον πάροχο της ρευστότητας.

Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους, σε πλήρη συνεννόηση σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για να αποφασίσουν κατά πόσον πληρούνται τα συμπληρωματικά κριτήρια που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο.

3.   Σε περίπτωση που πληρούνται τα συμπληρωματικά κριτήρια που καθορίζονται στην παράγραφο 2, η αρμόδια αρχή του αποδέκτη της ρευστότητας επιτρέπεται να εφαρμόσει προνομιακό ποσοστό εισροής ύψους έως και 40 %. Ωστόσο, απαιτείται η έγκριση αμφότερων των αρμόδιων αρχών για οποιοδήποτε προνομιακό ποσοστό άνω του 40 %, το οποίο θα πρέπει να εφαρμόζεται συμμετρικά.

Εφόσον επιτραπεί η εφαρμογή προνομιακού ποσοστού εισροών άνω του 40 %, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με το αποτέλεσμα της διαδικασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2. Οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν τακτικά ότι εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις για τα υψηλότερα αυτά ποσοστά εισροών.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 35

Αποδοχή των τραπεζικών στοιχείων ενεργητικού που καλύπτονται από την εγγύηση κρατών μελών

1.   Τα στοιχεία ενεργητικού που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα τα οποία καλύπτονται από την εγγύηση της κεντρικής κυβέρνησης ενός κράτους μέλους θεωρούνται στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1 μόνο εάν η εγγύηση:

α)

χορηγήθηκε ή δεσμεύθηκε για ένα μέγιστο ποσό πριν από τις 30 Ιουνίου 2014·

β)

είναι άμεση, ρητή, αμετάκλητη και άνευ όρων εγγύηση και καλύπτει την αδυναμία καταβολής του κεφαλαίου και των τόκων κατά τη λήξη τους.

2.   Σε περίπτωση που ο εγγυητής είναι περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή κράτους μέλους, το στοιχείο ενεργητικού που καλύπτεται από την εγγύηση θεωρείται στοιχείο ενεργητικού επιπέδου 1, μόνον εφόσον τα ανοίγματα έναντι των εν λόγω περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής τους κυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 115 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η εγγύηση συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1.

3.   Τα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, εξακολουθούν να θεωρούνται στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1 για όσο χρονικό διάστημα παραμένει σε ισχύ η εγγύηση σε σχέση με τον αντίστοιχο εκδότη ή τα στοιχεία ενεργητικού του, ανάλογα με την περίπτωση, όπως αυτή τροποποιείται ή αντικαθίσταται κατά διαστήματα. Εάν το ποσό της εγγύησης υπέρ ενός εκδότη ή των στοιχείων ενεργητικού του αυξηθεί ανά πάσα στιγμή μετά τις 30 Ιουνίου 2014, τα στοιχεία ενεργητικού θεωρούνται ρευστά στοιχεία ενεργητικού μόνο έως το μέγιστο ποσό της εγγύησης που δεσμεύθηκε πριν από την ημερομηνία αυτή.

4.   Τα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού στα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1 που αντιστοιχούν σε απαιτήσεις έναντι ή απαιτήσεις καλυπτόμενες από την εγγύηση περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών ή οντοτήτων του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

5.   Σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα ή τα στοιχεία ενεργητικού του υπαχθούν σε κάποιο σύστημα εγγυήσεων, το σύστημα θα πρέπει να θεωρηθεί ως εγγύηση στο σύνολό του για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 36

Μεταβατική διάταξη για φορείς διαχείρισης απομειωμένων περιουσιακών στοιχείων που επιχορηγούνται από κράτος μέλος

1.   Τα ομόλογα με εξοφλητική προτεραιότητα που εκδίδονται από τους ακόλουθους φορείς διαχείρισης απομειωμένων περιουσιακών στοιχείων που επιχορηγούνται από κράτος μέλος θεωρούνται στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1 έως την 31η Δεκεμβρίου 2023:

α)

στην Ιρλανδία, από τον Εθνικό Φορέα Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (National Asset Management Agency (NAMA)·

β)

στην Ισπανία, από την Sociedad de Gestión de Activos Procedentes de la Reestructuración Bancaria, SA (SAREB)·

γ)

στη Σλοβενία, από την Bank Asset Management Company, η οποία έχει συσταθεί στο πλαίσιο του νόμου της Δημοκρατίας της Σλοβενίας για τη θέσπιση μέτρων ενίσχυσης της σταθερότητας των τραπεζών (MSSBA)·

2.   Τα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού στα στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1 που αντιστοιχούν σε απαιτήσεις έναντι ή απαιτήσεις καλυπτόμενες από την εγγύηση περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών ή οντοτήτων του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 10 στοιχείο γ).

Άρθρο 37

Μεταβατική διάταξη για τιτλοποιήσεις εξασφαλισμένες από στεγαστικά δάνεια

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 13, οι τιτλοποιήσεις που εκδίδονται πριν από την 1η Οκτωβρίου 2015, εφόσον τα υποκείμενα ανοίγματα είναι στεγαστικά δάνεια που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημείο i), θεωρούνται ως στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2B εάν πληρούν όλες τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 13, εκτός από τις απαιτήσεις όσον αφορά τον δείκτη δανείου ως προς την αξία ή τον δείκτη δανείου ως προς το εισόδημα που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημείο i).

2.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 13, οι τιτλοποιήσεις που εκδίδονται μετά την 1η Οκτωβρίου 2015, εφόσον τα υποκείμενα ανοίγματα είναι στεγαστικά δάνεια που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημείο i) τα οποία δεν πληρούν, κατά μέσο όρο, τις απαιτήσεις όσον αφορά τον δείκτη δανείου ως προς την αξία ή τον δείκτη δανείου ως προς το εισόδημα που προβλέπονται στο εν λόγω στοιχείο θεωρούνται στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 2B έως την 1η Οκτωβρίου 2025, εφόσον τα υποκείμενα ανοίγματα περιλαμβάνουν στεγαστικά δάνεια τα οποία δεν υπόκεινταν σε εθνικές κανονιστικές διατάξεις περί ορίων δανείου ως προς το εισόδημα κατά τον χρόνο χορήγησής τους και τα εν λόγω στεγαστικά δάνεια χορηγήθηκαν οιαδήποτε χρονική στιγμή πριν από την 1η Οκτωβρίου 2015.

Άρθρο 38

Μεταβατική διάταξη για την εισαγωγή του δείκτη κάλυψης ρευστότητας

1.   Σύμφωνα με το άρθρο 460 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας που ορίζεται στο άρθρο 4 εισάγεται ως εξής:

α)

60 % της απαίτησης για την κάλυψη του κινδύνου ρευστότητας από την 1η Οκτωβρίου 2015·

β)

70 % από την 1η Ιανουαρίου 2016·

γ)

80 % από την 1η Ιανουαρίου 2017·

δ)

100 % από την 1η Ιανουαρίου 2018.

2.   Σύμφωνα με το άρθρο 412 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από εγχωρίως αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα ή από υποσύνολο των πιστωτικών ιδρυμάτων αυτών να διατηρούν μια απαίτηση υψηλότερης κάλυψης έναντι του κινδύνου ρευστότητας έως το 100 % μέχρι την πλήρη καθιέρωση ελάχιστου δεσμευτικού πρότυπου για τις απαιτήσεις ρευστότητας σε ποσοστό 100 %.

Άρθρο 39

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Οκτωβρίου 2015.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 10 Οκτωβρίου 2014.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 1).

(3)  Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149).

(4)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(5)  Σύσταση της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36).

(6)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 680/2014 της Επιτροπής, της 16ης Απριλίου 2014, για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά την υποβολή εποπτικών αναφορών από τα ιδρύματα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 191 της 28.6.2014, σ. 1).

(7)  Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/EE και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ (ΕΕ L 60 της 28.2.2014, σ. 34).

(8)  Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 133 της 22.5.2008, σ. 66).

(9)  Οδηγία 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1994, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 135 της 31.5.1994, σ. 5).

(10)  Έβδομη οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ) της συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (ΕΕ L 193 της 18.7.1983, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Τύποι για τον προσδιορισμό της σύνθεσης του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας

1.

Το πιστωτικό ίδρυμα χρησιμοποιεί τους τύπους που ορίζονται στο παρόν παράρτημα για τον προσδιορισμό της σύνθεσης του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητάς τους, σύμφωνα με το άρθρο 17.

2.

Υπολογισμός του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας: από την ημερομηνία υπολογισμού, το απόθεμα ασφαλείας ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος ισούται με:

α)

το ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1, συν

β)

το ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Α, συν

γ)

το ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Β,

μείον το μικρότερο εκ των κατωτέρω ποσών:

δ)

το άθροισμα των α), β) και γ) ή

ε)

το ποσό του «πλεονάσματος των ρευστών διαθεσίμων», όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος παραρτήματος.

3.

Ποσό του «πλεονάσματος των ρευστών διαθεσίμων»: το ποσό αυτό αποτελείται από τα στοιχεία που ορίζονται στο παρόν:

α)

το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1 πλην καλυμμένων ομολόγων, το οποίο ισούται με την αξία του συνόλου των ρευστών στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1, εξαιρουμένων των καλυμμένων ομολόγων επιπέδου 1, τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα κατέχει μετά τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, πράξης εξασφαλισμένου δανεισμού, πράξης ανταλλαγής στοιχείων ενεργητικού ή εξασφαλισμένων παραγώγων που λήγει εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία υπολογισμού και εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα και ο αντισυμβαλλόμενος ανταλλάσσουν ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τουλάχιστον ένα σκέλος της πράξης·

β)

το προσαρμοσμένο ποσό των καλυμμένων ομολόγων επιπέδου 1, το οποίο ισούται, έπειτα από περικοπές, με την αξία του συνόλου των καλυμμένων ομολόγων επιπέδου 1 τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα κατέχει μετά τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, πράξης εξασφαλισμένου δανεισμού, πράξης ανταλλαγής στοιχείων ενεργητικού ή εξασφαλισμένων παραγώγων που λήγει εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία υπολογισμού και εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα και ο αντισυμβαλλόμενος ανταλλάσσουν ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τουλάχιστον ένα σκέλος της πράξης·

γ)

το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Α, το οποίο ισούται, έπειτα από περικοπές, με την αξία του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Α τα οποία κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα μετά τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, πράξης εξασφαλισμένου δανεισμού, πράξης ανταλλαγής στοιχείων ενεργητικού ή εξασφαλισμένων παραγώγων που λήγει εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία υπολογισμού και εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα και ο αντισυμβαλλόμενος ανταλλάσσουν ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τουλάχιστον ένα σκέλος της πράξης· και

δ)

το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Β, το οποίο ισούται, έπειτα από περικοπές, με την αξία του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Β τα οποία κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα μετά τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, πράξης εξασφαλισμένου δανεισμού, πράξης ανταλλαγής στοιχείων ενεργητικού ή εξασφαλισμένων παραγώγων που λήγει εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία υπολογισμού και εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα και ο αντισυμβαλλόμενος ανταλλάσσουν ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τουλάχιστον ένα σκέλος της πράξης.

4.

Υπολογισμός του «ποσού του πλεονάσματος των ρευστών διαθεσίμων»: το ποσό αυτό ισούται με:

α)

το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1 πλην καλυμμένων ομολόγων, συν

β)

το προσαρμοσμένο ποσό των καλυμμένων ομολόγων επιπέδου 1, συν

γ)

το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Α, συν

δ)

το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Β,

μείον το μικρότερο εκ των κατωτέρω ποσών:

ε)

το άθροισμα των α), β), γ) και δ)

στ)

100/30 επί το α)

ζ)

100/60 επί το άθροισμα του α) και του β)

η)

100/85 επί το άθροισμα του α), του β) και του γ).

5.

Η σύνθεση του αποθέματος ασφαλείας ρευστότητας αφού ληφθεί υπόψη η διενέργεια οιασδήποτε πράξης εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, πράξης εξασφαλισμένου δανειοδότησης, πράξης ανταλλαγής στοιχείων ενεργητικού ή εξασφαλισμένων παραγώγων και η εφαρμογή των προαναφερθέντων ανωτάτων ορίων σύμφωνα με το άρθρο 17, προσδιορίζεται ως ακολούθως:

 

a″ (το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1 πλην καλυμμένων ομολόγων μετά την εφαρμογή του ανωτάτου ορίου)

= a (το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 1 πλην καλυμμένων ομολόγων πριν την εφαρμογή του ανωτάτου ορίου)

 

b″ (το προσαρμοσμένο ποσό των καλυμμένων ομολόγων των στοιχείων του ενεργητικού επιπέδου 1 μετά την εφαρμογή του ανωτάτου ορίου)

= MIN(b, a70/30)

όπου b = το προσαρμοσμένο ποσό των καλυμμένων ομολόγων των στοιχείων του ενεργητικού επιπέδου 1 πριν την εφαρμογή του ανωτάτου ορίου

 

c″ (το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Α μετά την εφαρμογή του ανωτάτου ορίου)

= MIN(c, (a + b″)40/60, MAX(a70/30 – b″, 0))

όπου c = το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Α πριν την εφαρμογή του ανωτάτου ορίου

 

d″ (το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Β μετά την εφαρμογή του ανωτάτου ορίου)

= MIN (d, (a + b″ + c″)15/85, MAX((a + b″)40/60 – c″,0), MAX(70/30a – b″ – c″,0))

όπου d = το προσαρμοσμένο ποσό των στοιχείων ενεργητικού επιπέδου 2Β πριν την εφαρμογή του ανωτάτου ορίου)


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Τύπος για τον υπολογισμό της καθαρής εκροής ρευστότητας

NLO

=

(Net liquidity outflow) Καθαρές εκροές ρευστότητας

TO

=

(Total outflows) Συνολικές εκροές

TI

=

(Total inflows) Συνολικές εισροές

FEI

=

(Fully exempted inflows) Πλήρως εξαιρούμενες εισροές

IHC

=

(Inflows subject to higher cap of 90 % outflows) Εισροές υποκείμενες σε υψηλότερο ανώτατο όριο 90 % επί των εκροών

IC

=

(Inflows subject to cap of 75 % of outflows) Εισροές υποκείμενες σε ανώτατο όριο 75 % επί των εκροών

Οι καθαρές εκροές ρευστότητας ισούνται με τις συνολικές εκροές από τις οποίες αφαιρούνται η μείωση που αντιστοιχεί στις πλήρως εξαιρούμενες εισροές, η μείωση που αντιστοιχεί στις εισροές που υπόκεινται στο ανώτατο όριο 90 % και η μείωση που αντιστοιχεί στις εισροές που υπόκεινται στο ανώτατο όριο 75 %

NLO = TO – MIN(FEI, TO) – MIN(IHC, 0,9*MAX(TO – FEI, 0)) – MIN(IC, 0,75*MAX(TO – FEI – IHC/0,9, 0))