3.4.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 100/1


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 342/2014 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 21ης Ιανουαρίου 2014

που συμπληρώνει την οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για την εφαρμογή των μεθόδων υπολογισμού των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας για τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (1), και ιδίως το άρθρο 49 παράγραφος 6,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ (2), και ιδίως το άρθρο 21α παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Όσον αφορά τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων που αναλαμβάνουν σημαντικές τραπεζικές ή επενδυτικές επιχειρηματικές δραστηριότητες και ασφαλιστικές επιχειρηματικές δραστηριότητες, η πολλαπλή χρήση στοιχείων επιλέξιμων για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων στο επίπεδο του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, δηλαδή ο πολλαπλός υπολογισμός, καθώς και κάθε άτοπη δημιουργία ιδίων κεφαλαίων στο εσωτερικό του ομίλου, θα πρέπει να καταργηθούν, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται σωστά η διαθεσιμότητα των ιδίων κεφαλαίων του ομίλου για την απορρόφηση ζημιών και να διασφαλίζεται συμπληρωματική κεφαλαιακή επάρκεια στο επίπεδο του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων.

(2)

Είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι τα κεφάλαια που υπερβαίνουν εκείνα που απαιτούνται για την κάλυψη των τομεακών απαιτήσεων φερεγγυότητας περιλαμβάνονται σε επίπεδο ομίλου μόνον εφόσον δεν παρεμποδίζεται η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων ή η εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των διαφόρων οντοτήτων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, μεταξύ άλλων και ανάμεσα σε τομείς.

(3)

Ο χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων θα πρέπει να περιλαμβάνει τα ίδια κεφάλαια που υπερβαίνουν τις τομεακές απαιτήσεις φερεγγυότητας στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων του μόνο εάν αυτά τα κεφάλαια είναι μεταβιβάσιμα σε οντότητες εντός του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων.

(4)

Οι ενδεδειγμένοι κανόνες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων συγκεκριμένων τομέων αποσκοπούν στην κάλυψη των κινδύνων που έχουν σχέση με τον εκάστοτε τομέα, και δεν προορίζονται για την κάλυψη κινδύνων εκτός του εν λόγω τομέα.

(5)

Για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του υπολογισμού της συμπληρωματικής κεφαλαιακής επάρκειας των τομεακών απαιτήσεων, θα πρέπει να αναφέρονται οι τομεακές απαιτήσεις που περιλαμβάνουν απαιτήσεις φερεγγυότητας για τον σκοπό αυτό. Οι εν λόγω απαιτήσεις δεν θα πρέπει να θίγουν τις τομεακές διατάξεις σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται λόγω παραβίασης των τομεακών απαιτήσεων φερεγγυότητας. Ειδικότερα, εάν προκύψει έλλειμμα σε επίπεδο χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων λόγω παραβίασης της απαίτησης περί συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας δυνάμει του τίτλου VII κεφάλαιο 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), τα αναγκαία απαιτούμενα μέτρα θα πρέπει να βασίζονται σε εκείνα που αναφέρονται στο εν λόγω κεφάλαιο.

(6)

Κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων συμπληρωματικής κεφαλαιακής επάρκειας ενός χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, τόσο η απαίτηση θεωρητικής φερεγγυότητας όσο και το θεωρητικό επίπεδο ιδίων κεφαλαίων θα πρέπει να υπολογίζονται για τις μη ρυθμιζόμενες χρηματοπιστωτικές οντότητες εντός του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων.

(7)

Στο μέρος II του παραρτήματος I της οδηγίας 2002/87/ΕΚ παρατίθενται τρεις τεχνικές μέθοδοι υπολογισμού των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας στο επίπεδο του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων: «Μέθοδος λογιστικής ενοποίησης» (μέθοδος 1), «Μέθοδος αφαίρεσης και συνένωσης» (μέθοδος 2) και «Συνδυαστική μέθοδος» (μέθοδος 3), που αποτελεί συνδυασμό των μεθόδων 1 και 2. Οι τεχνικές μέθοδοι υπολογισμού 1 και 2 θα πρέπει να καταστούν σαφείς για να εξασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή τους. Επιπλέον, θα πρέπει να προσδιοριστούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες ενδείκνυται η χρήση της μεθόδου 3 και να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν τη χρήση αυτής της μεθόδου σε παρόμοιες περιστάσεις, εφαρμόζουν κοινά κριτήρια και απαιτούν εφαρμογή της μεθόδου κατά τρόπο συνεκτικό στο επίπεδο των χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να επιτρέπουν την εφαρμογή της μεθόδου 3 μόνον όταν ένας χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων μπορεί να αποδείξει ότι η εφαρμογή μόνο της μεθόδου 1 ή της μεθόδου 2 δεν θα είναι ευλόγως εφικτή. Η μέθοδος 3 θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τρόπο διαχρονικά συνεπή, ώστε να εξασφαλίζονται ισοδύναμες συνθήκες. Δεδομένου ότι οι τεχνικές μέθοδοι υπολογισμού εφαρμόζονται σύμφωνα με τις τεχνικές αρχές που αναφέρονται στο μέρος I του παραρτήματος I της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, είναι αναγκαίο να διευκρινιστούν και οι αρχές αυτές.

(8)

Η μέθοδος 1 για τον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου, όπως ορίζεται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), και η μέθοδος 1 για τον υπολογισμό των απαιτήσεων συμπληρωματικής κεφαλαιακής επάρκειας, όπως ορίζεται στην οδηγία 2002/87/ΕΚ, θα πρέπει να θεωρούνται ισοδύναμες, εφόσον αμφότερες είναι συνεπείς με τους κύριους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας. Και οι δύο μέθοδοι διασφαλίζουν την εξάλειψη της δημιουργίας ιδίων κεφαλαίων στο εσωτερικό του ομίλου και τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τους ορισμούς και την τήρηση των ορίων που καθορίζονται στους σχετικούς τομεακούς κανόνες.

(9)

Η εν λόγω εξουσιοδότηση για την έγκριση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στο άρθρο 49 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 συνδέεται στενά με την εξουσιοδότηση στο άρθρο 21α παράγραφος 3 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, εφόσον αμφότερες αφορούν τη συνεπή εφαρμογή των μεθόδων υπολογισμού που παρατίθενται στο παράρτημα της εν λόγω οδηγίας. Για να εξασφαλιστεί η συνοχή στις μεθόδους υπολογισμού που προβλέπονται για τους σκοπούς των εν λόγω νομοθετικών πράξεων και να διευκολυνθούν τα πρόσωπα που υπόκεινται στις εξ αυτών υποχρεώσεις να έχουν πλήρη εικόνα και συνεκτική πρόσβαση, είναι επιθυμητό να καθοριστούν τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, που εκδίδονται σύμφωνα με τις εν λόγω εξουσιοδοτήσεις, σε έναν ενιαίο κανονισμό.

(10)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να βασίζεται στα νέα τομεακά καθεστώτα φερεγγυότητας που έχουν καθιερωθεί στην Ένωση, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλέον συνεκτική εφαρμογή των μεθόδων υπολογισμού. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει, συνεπώς, να εφαρμοστεί πριν από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι κανόνες που εξαρτώνται από την εφαρμογή της οδηγίας 2009/138/ΕΚ θα πρέπει να αρχίσουν να εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Οι υφιστάμενες εθνικές εφαρμογές του υπολογισμού των συμπληρωματικών απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας θα πρέπει, ως εκ τούτου, να συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται σε εκείνους τους τομείς που δεν έχουν εναρμονιστεί με τον παρόντα κανονισμό στην περίοδο κατά την οποία δεν εφαρμόζεται πλήρως, και οι υποκείμενοι υπολογισμοί που στηρίζονται σε ασφαλιστικούς τομεακούς κανόνες θα πρέπει να πραγματοποιούνται βάσει των ασφαλιστικών τομεακών κανόνων που ισχύουν κατά τη στιγμή του εν λόγω υπολογισμού.

(11)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που υποβλήθηκαν από κοινού στην Επιτροπή από την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (ΕΑΤ), την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων/ΕΑΑΕΣ) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ).

(12)

Οι ΕΑΤ, ΕΑΑΕΣ και ΕΑΚΑΑ έχουν διεξαγάγει ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων επί των οποίων βασίζεται ο παρών κανονισμός, έχουν αναλύσει το δυνητικό σχετικό κόστος και τα οφέλη, σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) και το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), και ζήτησαν τη γνώμη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, της ομάδας συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός προδιαγράφει τις τεχνικές αρχές και τις τεχνικές μεθόδους υπολογισμού που παρατίθενται στο παράρτημα I της οδηγίας 2002/87/ΕΚ για τους σκοπούς των εναλλακτικών επιλογών έναντι της αφαίρεσης, που αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και για τους σκοπούς του υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων και της απαίτησης συμπληρωματικής κεφαλαιακής επάρκειας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων με δεσπόζουσες τις ασφαλίσεις» νοείται ο όμιλος στον οποίο ο σημαντικότερος χρηματοπιστωτικός κλάδος είναι οι ασφαλίσεις, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ·

2)

«χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων με δεσπόζουσες τις τραπεζικές εργασίες ή τις επενδύσεις» νοείται ο όμιλος στον οποίο ο σημαντικότερος χρηματοπιστωτικός κλάδος είναι είτε οι τραπεζικές εργασίες είτε οι επενδυτικές υπηρεσίες, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 3

Κατάργηση του πολλαπλού υπολογισμού και της δημιουργίας ιδίων κεφαλαίων εντός του ομίλου

Ίδια κεφάλαια τα οποία απορρέουν άμεσα ή έμμεσα από τις συναλλαγές εντός του ομίλου δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων στο επίπεδο ενός χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων.

Άρθρο 4

Δυνατότητα μεταφοράς και διαθεσιμότητα ιδίων κεφαλαίων

1.   Ίδια κεφάλαια που αναγνωρίζονται στο επίπεδο της ρυθμιζόμενης οντότητας τα οποία υπερβαίνουν εκείνα που απαιτούνται για την κάλυψη των τομεακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 9 δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων ενός χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων ή του αθροίσματος των ιδίων κεφαλαίων κάθε ρυθμιζόμενης και μη ρυθμιζόμενης οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα σε έναν χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων, εκτός εάν δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για τη μεταφορά κεφαλαίων μεταξύ οικονομικών οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων.

2.   Η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 πέμπτο εδάφιο της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, κατά την υποβολή στον συντονιστή των αποτελεσμάτων του υπολογισμού και των συναφών δεδομένων για τον υπολογισμό που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο, επιβεβαιώνει και παρέχει στον συντονιστή αποδείξεις περί συμμόρφωσης με τις διατάξεις της παραγράφου 1.

Άρθρο 5

Τομεακά ίδια κεφάλαια

1.   Τα ίδια κεφάλαια που αναφέρονται στην παράγραφο 2 τα οποία είναι διαθέσιμα στο επίπεδο ρυθμιζόμενης οντότητας είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των κινδύνων που απορρέουν από τον τομέα ο οποίος αναγνωρίζει τα εν λόγω ίδια κεφάλαια, και δεν λαμβάνονται υπόψη ως επιλέξιμα για την κάλυψη των κινδύνων άλλων χρηματοπιστωτικών τομέων.

2.   Τα ίδια κεφάλαια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι ίδια κεφάλαια πλην των κατωτέρω:

α)

κεφάλαια κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2, κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

β)

στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εφόσον τα στοιχεία αυτά ταξινομούνται στην κατηγορία 1 ή στην κατηγορία 2, σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφοι 1 και 2 της εν λόγω οδηγίας.

Άρθρο 6

Έλλειμμα ιδίων κεφαλαίων στο επίπεδο του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων

1.   Όταν υπάρχει έλλειμμα ιδίων κεφαλαίων στο επίπεδο του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, χρησιμοποιούνται για την κάλυψη του εν λόγω ελλείμματος μόνο τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα βάσει των τομεακών κανόνων τόσο για τον τραπεζικό όσο και τον ασφαλιστικό τομέα.

2.   Τα ίδια κεφάλαια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι τα ακόλουθα:

α)

κεφάλαια κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπως ορίζονται στο άρθρο 50 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

β)

στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων, εφόσον τα στοιχεία αυτά ταξινομούνται στην κατηγορία 1, σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και η συμπερίληψη των στοιχείων αυτών δεν περιορίζεται από τις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 99 της εν λόγω οδηγίας·

γ)

πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1, όπως ορίζεται στο άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

δ)

στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων, εφόσον τα στοιχεία αυτά ταξινομούνται στην κατηγορία 1, σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και η συμπερίληψη των στοιχείων αυτών περιορίζεται από τις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 99 της εν λόγω οδηγίας·

ε)

κεφάλαιο της κατηγορίας 2, όπως ορίζεται στο άρθρο 71 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· και

στ)

στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων, εφόσον τα στοιχεία αυτά ταξινομούνται στην κατηγορία 2, σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

3.   Στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων που χρησιμοποιούνται για να καλυφθεί το έλλειμμα συμμορφώνονται με τις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 1.

Άρθρο 7

Συνέπεια

Οι ρυθμιζόμενες οντότητες ή η εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων εφαρμόζουν τη μέθοδο υπολογισμού με τρόπο διαχρονικά σταθερό.

Άρθρο 8

Ενοποίηση

Αναφορικά με χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων με δεσπόζουσες τις ασφαλίσεις, η μέθοδος 1 για τον υπολογισμό της φερεγγυότητας ομίλου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως προβλέπεται στα άρθρα 230, 231 και 232 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, θεωρείται ισοδύναμη με τη μέθοδο 1 για τον υπολογισμό των απαιτήσεων συμπληρωματικής κεφαλαιακής επάρκειας των ρυθμιζόμενων οντοτήτων σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων, όπως προβλέπεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, υπό τον όρο ότι το πεδίο εφαρμογής της εποπτείας ομίλου δυνάμει του τίτλου III της οδηγίας 2009/138/ΕΚ δεν διαφέρει ουσιωδώς από το πεδίο εφαρμογής της συμπληρωματικής εποπτείας δυνάμει του κεφαλαίου ΙΙ της οδηγίας 2002/87/ΕΚ.

Άρθρο 9

Απαιτήσεις φερεγγυότητας

1.   Όταν εφαρμόζονται οι κανόνες για τον ασφαλιστικό τομέα, η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας που αναφέρεται στα άρθρα 100 και 218 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένης της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης σύμφωνα με το άρθρο 37 της εν λόγω οδηγίας, που απορρέει από το άρθρο 216 παράγραφος 4, το άρθρο 231 παράγραφος 7, το άρθρο 232, το άρθρο 233 παράγραφος 6, το άρθρο 238 παράγραφοι 2 και 3 της εν λόγω οδηγίας, θεωρούνται απαιτήσεις φερεγγυότητας για τον υπολογισμό των απαιτήσεων συμπληρωματικής κεφαλαιακής επάρκειας.

2.   Όταν εφαρμόζονται οι κανόνες για τον τραπεζικό τομέα ή για τον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων στο τρίτο μέρος τίτλος I κεφάλαιο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και οι απαιτήσεις σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό ή την οδηγία 2013/36/ΕΕ για τήρηση ιδίων κεφαλαίων που υπερβαίνουν τις εν λόγω απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης που απορρέει από την εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας στο άρθρο 73 της εν λόγω οδηγίας, κάθε απαίτηση που επιβάλλεται από αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας αυτής, η συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, όπως ορίζεται στο άρθρο 128 παράγραφος 6 της προαναφερθείσας οδηγίας, και τα μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει των άρθρων 458 ή 459 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θεωρούνται απαιτήσεις φερεγγυότητας για τους σκοπούς του υπολογισμού των απαιτήσεων συμπληρωματικής κεφαλαιακής επάρκειας.

Άρθρο 10

Οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και φερεγγυότητας χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων

1.   Με την επιφύλαξη των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 14, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και φερεγγυότητας χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων υπολογίζονται σύμφωνα με τους ορισμούς και τα όρια που καθορίζονται στους σχετικούς τομεακούς κανόνες.

2.   Τα ίδια κεφάλαια εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 1 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8). Οι απαιτήσεις φερεγγυότητας των εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων είναι οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) της εν λόγω οδηγίας.

3.   Τα ίδια κεφάλαια διαχειριστών οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο αδ) της οδηγίας 2011/61/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9). Οι απαιτήσεις φερεγγυότητας των διαχειριστών οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων είναι οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 της εν λόγω οδηγίας.

Άρθρο 11

Χειρισμός διατομεακών συμμετοχών

1.   Όταν μια οντότητα σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων με δεσπόζουσες τις τραπεζικές εργασίες ή τις επενδυτικές υπηρεσίες κατέχει συμμετοχές σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ανήκουσα στον ασφαλιστικό τομέα οι οποίες αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3 ή το άρθρο 15 παράγραφος 3, δεν προκύπτει καμία απαίτηση συμπληρωματικής κεφαλαιακής επάρκειας σε σχέση με τις εν λόγω συμμετοχές στο επίπεδο του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων.

2.   Όταν η εφαρμογή της παραγράφου 1 οδηγεί σε άμεση μεταβολή στο αναμενόμενο ποσό ζημίας, δυνάμει της προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων κατά την έννοια του τρίτου μέρους τίτλος II κεφάλαιο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, προστίθεται στα ίδια κεφάλαια του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων ποσό ισοδύναμο με την εν λόγω μεταβολή.

Άρθρο 12

Απαιτήσεις θεωρητικών ιδίων κεφαλαίων και θεωρητικής φερεγγυότητας για μη ρυθμιζόμενες οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα

1.   Όταν μια εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών κατέχει συμμετοχή σε μη ρυθμιζόμενη οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, οι απαιτήσεις θεωρητικών ιδίων κεφαλαίων και θεωρητικής φερεγγυότητας για την εν λόγω οντότητα υπολογίζονται σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες του πιο σημαντικού τομέα του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων.

2.   Για μη ρυθμιζόμενη οντότητα χρηματοπιστωτικού τομέα, εκτός από εκείνη που αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι απαιτήσεις θεωρητικών ιδίων κεφαλαίων και θεωρητικής φερεγγυότητας υπολογίζονται σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες του πλησιέστερου χρηματοπιστωτικού τομέα της μη ρυθμιζόμενης οντότητας χρηματοπιστωτικού τομέα. Ο προσδιορισμός του πλησιέστερου χρηματοπιστωτικού τομέα βασίζεται στο φάσμα των δραστηριοτήτων της σχετικής οντότητας και τον βαθμό στον οποίο θα ασκεί τις εν λόγω δραστηριότητες. Εάν δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με σαφήνεια ο πλησιέστερος χρηματοπιστωτικός τομέας, χρησιμοποιούνται οι τομεακοί κανόνες του πιο σημαντικού τομέα του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων.

Άρθρο 13

Τομεακές μεταβατικές ρυθμίσεις και ρυθμίσεις περί αποδοχής προϋφιστάμενου καθεστώτος

Οι τομεακοί κανόνες που εφαρμόζονται κατά τον υπολογισμό των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων περιλαμβάνουν μεταβατικές διατάξεις ή διατάξεις περί αποδοχής προϋφιστάμενου καθεστώτος που ισχύουν σε τομεακό επίπεδο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Άρθρο 14

Προδιαγραφή τεχνικού υπολογισμού βάσει της μεθόδου 1 σύμφωνα με την οδηγία 2002/87/ΕΚ

1.   Τα ίδια κεφάλαια χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων υπολογίζονται στη βάση των ενοποιημένων λογαριασμών, σύμφωνα με το σχετικό λογιστικό πλαίσιο που εφαρμόζεται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τη συμπληρωματική εποπτεία δυνάμει της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, και λαμβανομένης υπόψη της παραγράφου 5, κατά περίπτωση.

2.   Όσον αφορά τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων με δεσπόζουσες τις τραπεζικές εργασίες ή τις επενδυτικές υπηρεσίες, γίνονται οι ακόλουθοι χειρισμοί σε μη ενοποιημένες επενδύσεις, κατά τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων:

α)

οι μη ενοποιημένες σημαντικές επενδύσεις σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 43 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η οποία ανήκει στον ασφαλιστικό τομέα, αφαιρείται εξ ολοκλήρου από τα ίδια κεφάλαια του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων·

β)

οι μη ενοποιημένες επενδύσεις, πλην των αναφερόμενων στο στοιχείο α), σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, η οποία ανήκει στον ασφαλιστικό τομέα, αφαιρούνται εξ ολοκλήρου από τα ίδια κεφάλαια του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

3.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, στοιχεία ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται από οντότητα χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και που κατέχονται από άλλη οντότητα του εν λόγω χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια του ομίλου εφόσον δεν έχουν ήδη εξαλειφθεί κατά τη λογιστική ενοποίηση.

4.   Επιχείρηση η οποία είναι από κοινού ελεγχόμενη οντότητα, για τους σκοπούς του σχετικού λογιστικού πλαισίου, αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες περί αναλογικής ενοποίησης ή αναλογικής συμπερίληψης μεριδίων.

5.   Εάν μια οντότητα υπαγόμενη στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, ο υπολογισμός των απαιτήσεων συμπληρωματικής κεφαλαιακής επάρκειας στο επίπεδο του ομίλου βασίζεται στην αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που υπολογίζονται σύμφωνα με τον τίτλο I κεφάλαιο VI τμήματα 1 και 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

6.   Όταν οι αξίες περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων υπόκεινται σε προσαρμογές προληπτικής εποπτείας και αφαιρέσεις σύμφωνα με το μέρος 2 τίτλος I του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι αξίες περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων συμπληρωματικής κεφαλαιακής επάρκειας είναι αυτές που καταλογίζονται στις σχετικές οντότητες δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που καταλογίζονται σε άλλες οντότητες του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων.

7.   Εάν οι τομεακοί κανόνες προβλέπουν τον υπολογισμό ενός κατωφλίου ή ορίου, το κατώφλι ή το όριο σε επίπεδο ομίλου υπολογίζονται βάσει των ενοποιημένων δεδομένων του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και μετά τις αφαιρέσεις που απαιτούνται από τις παραγράφους 2 και 3.

8.   Οι ρυθμιζόμενες οντότητες χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο της ενοποιημένης κατάστασης του ιδρύματος, σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 2 τμήμα 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, λαμβάνονται υπόψη από κοινού για τον υπολογισμό των κατωφλίων ή ορίων.

9.   Οι ρυθμιζόμενες οντότητες χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο της εποπτείας ομίλων σύμφωνα με τον τίτλο III της οδηγίας 2009/138/ΕΚ λαμβάνονται υπόψη από κοινού για τον υπολογισμό των κατωφλίων ή ορίων.

10.   Για τον υπολογισμό των κατωφλίων ή ορίων στο επίπεδο της ρυθμιζόμενης οντότητας, οι ρυθμιζόμενες οντότητες χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων στις οποίες δεν εφαρμόζονται ούτε οι διατάξεις της παραγράφου 8 ούτε εκείνες της παραγράφου 9 υπολογίζουν τα αντίστοιχα κατώφλια και όρια σε ατομική βάση σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες της ρυθμιζόμενης οντότητας.

11.   Κατά την άθροιση των σχετικών τομεακών απαιτήσεων φερεγγυότητας δεν γίνεται καμία άλλη προσαρμογή πλην της απαιτούμενης από το άρθρο 11 ή λόγω των προσαρμογών σε τομεακά κατώφλια και όρια σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 15

Προδιαγραφή τεχνικού υπολογισμού βάσει της μεθόδου 2 σύμφωνα με την οδηγία 2002/87/ΕΚ

1.   Όταν τα ίδια κεφάλαια ρυθμιζόμενης οντότητας υπόκεινται σε προληπτική προσαρμογή βάσει των σχετικών τομεακών κανόνων, εφαρμόζεται ένας από τους ακόλουθους χειρισμούς:

α)

το προσαρμοσμένο ποσό, ήτοι το καθαρό ποσό που λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων των συμμετοχών, προστίθεται στη λογιστική αξία των συμμετοχών σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, εφόσον το προσαρμοσμένο ποσό αυξάνει το ρυθμιστικό κεφάλαιο·

β)

το προσαρμοσμένο ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) αφαιρείται από τη λογιστική αξία των συμμετοχών σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 εδάφιο 2 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, εφόσον το προσαρμοσμένο ποσό μειώνει το ρυθμιστικό κεφάλαιο.

2.   Για τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων με δεσπόζουσες τις τραπεζικές εργασίες ή τις επενδυτικές υπηρεσίες, η σημαντική επένδυση σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα κατά την έννοια του άρθρου 43 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, που ανήκει στον κλάδο των ασφαλίσεων και δεν αποτελεί συμμετοχή, αφαιρείται εξ ολοκλήρου από τα ίδια κεφάλαια της οντότητας που κατέχει το μέσον, σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες που εφαρμόζονται στην εν λόγω οντότητα.

3.   Οι ενδοομιλικές επενδύσεις σε κεφαλαιακά μέσα που είναι επιλέξιμα ως ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών τομεακών ορίων, αφαιρούνται ή δεν συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων.

4.   Ο υπολογισμός των συμπληρωματικών κεφαλαιακών απαιτήσεων πραγματοποιείται σύμφωνα με τον τύπο του παραρτήματος.

Άρθρο 16

Καθορισμός των περιπτώσεων χρήσης της μεθόδου 3 σύμφωνα με την οδηγία 2002/87/ΕΚ

1.   Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέπουν την εφαρμογή της μεθόδου 3, όπως αναφέρεται στο παράρτημα της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

δεν είναι ευλόγως εφικτή η εφαρμογή, σε όλες τις οντότητες στο εσωτερικό χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, είτε της μεθόδου 1, όπως αναφέρεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, είτε της μεθόδου 2, όπως αναφέρεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, ιδίως επειδή η μέθοδος 1 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μία ή περισσότερες οντότητες λόγω του ότι αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης ή επειδή η ρυθμιζόμενη οντότητα είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα και δεν είναι δυνατή η απόκτηση επαρκών πληροφοριών για την εφαρμογή μίας εκ των μεθόδων στην εν λόγω οντότητα·

β)

οι οντότητες που θα εφάρμοζαν μία από τις μεθόδους είναι συλλογικά αμελητέας σημασίας σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας των ρυθμιζόμενων οντοτήτων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων.

2.   Η μέθοδος 1 ή η μέθοδος 2 χρησιμοποιείται σε όλες τις ρυθμιζόμενες οντότητες χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων που δεν αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Η εφαρμογή της μεθόδου 3 που επιτρέπεται από την αρμόδια αρχή σε σχέση με χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων είναι διαχρονικά συνεπής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 17

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 5, το άρθρο 6 παράγραφος 2, το άρθρο 8, το άρθρο 9 παράγραφος 1 και το άρθρο 14 παράγραφοι 5 και 9 εφαρμόζονται από την ημερομηνία εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 309 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 21 Ιανουαρίου 2014.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1.

(3)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(4)  Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).

(8)  Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).

(9)  Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Μεθοδολογία υπολογισμού για τη μέθοδο 2 σύμφωνα με την οδηγία 2002/87/ΕΚ

Μέθοδος αφαίρεσης και συνένωσης

Ο υπολογισμός των απαιτήσεων συμπληρωματικής κεφαλαιακής επάρκειας δυνάμει της μεθόδου 2 πραγματοποιείται βάσει του εφαρμοστέου λογιστικού πλαισίου κάθε οντότητας του ομίλου σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Formula

Formula

όπου από τα ίδια κεφάλαια (OFi ) εξαιρούνται τα ενδοομιλικά κεφαλαιακά μέσα που είναι επιλέξιμα ως ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τομεακούς κανόνες.

Οι απαιτήσεις συμπληρωματικής κεφαλαιακής επάρκειας (scar) υπολογίζονται ως η διαφορά μεταξύ:

1.

του αθροίσματος των ιδίων κεφαλαίων (OFi) κάθε ρυθμιζόμενης και μη ρυθμιζόμενης οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα (i) που ανήκει στον χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων· τα επιλέξιμα στοιχεία είναι αυτά που γίνονται αποδεκτά βάσει των σχετικών τομεακών κανόνων· και

2.

του αθροίσματος των απαιτήσεων φερεγγυότητας (REQi) κάθε ρυθμιζόμενης και μη ρυθμιζόμενης οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα (i) στον όμιλο (G), με τις απαιτήσεις φερεγγυότητας να υπολογίζονται σύμφωνα με τους σχετικούς τομεακούς κανόνες, και της λογιστικής αξίας (BVj) των συμμετοχών σε άλλες οντότητες του ομίλου.

Στην περίπτωση των μη ρυθμιζόμενων οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, υπολογίζεται απαίτηση θεωρητικής φερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 12. Τα ίδια κεφάλαια και οι απαιτήσεις φερεγγυότητας λαμβάνονται υπόψη αναλογικά (x), όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, και σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος I της εν λόγω οδηγίας.

Η διαφορά δεν μπορεί να είναι αρνητική.