18.12.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 348/30


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΉΡΙΑ ΓΡΑΜΜΉ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΚΕΝΤΡΙΚΉΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ

της 26ης Νοεμβρίου 2012

που τροποποιεί την κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ/2011/14 για τα μέσα και τις διαδικασίες νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος

(ΕΚΤ/2012/25)

(2012/791/ΕΕ)

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 127 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση,

Έχοντας υπόψη το καταστατικό του ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και ιδίως το άρθρο 3.1 πρώτη περίπτωση, τα άρθρα 12.1, 14.3 και 18.2 και το άρθρο 20 πρώτη παράγραφος,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η επίτευξη μιας ενιαίας νομισματικής πολιτικής συνεπάγεται τον καθορισμό των μέσων και των διαδικασιών που θα πρέπει να χρησιμοποιεί το Ευρωσύστημα για την ομοιόμορφη εφαρμογή της εν λόγω πολιτικής σε όλα τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ.

(2)

Απαιτούνται ορισμένες τροποποιήσεις προκειμένου να ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, η σταδιακή θέσπιση των απαιτήσεων παροχής στοιχείων για το ύψος των δανείων, λεπτομέρειες για τους ορισμούς των τοκομεριδίων, τα στοιχεία για την παρακολούθηση των επιδόσεων και ο υπολογισμός των χρηματικών ποινών για τη μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις του συμβαλλομένου.

(3)

Συνεπώς, θα πρέπει η κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ/2011/14 της 20ής Σεπτεμβρίου 2011 για τα μέσα και τις διαδικασίες νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος (1) να τροποποιηθεί σύμφωνα με τα παραπάνω,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΑ ΓΡΑΜΜΗ:

Άρθρο 1

Τροποποίηση του παραρτήματος I

Το παράρτημα I της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2011/14 τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής.

Άρθρο 2

Επαλήθευση

Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ (εφεξής «ΕθνΚΤ») διαβιβάζουν στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα κείμενα και τα μέσα διά των οποίων προτίθενται να συμμορφωθούν με την παρούσα κατευθυντήρια γραμμή το αργότερο μέχρι τις 19 Δεκεμβρίου 2012.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα κατευθυντήρια γραμμή αρχίζει να ισχύει δύο ημέρες μετά την έκδοσή της.

Εφαρμόζεται από την 3η Ιανουαρίου 2013.

Άρθρο 4

Αποδέκτες

Η παρούσα κατευθυντήρια γραμμή απευθύνεται σε όλες τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος.

Φρανκφούρτη, 26 Νοεμβρίου 2012.

Για το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ

Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ

Mario DRAGHI


(1)  ΕΕ L 331 της 14.12.2011, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το παράρτημα I της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2011/14 τροποποιείται ως εξής:

1.

Στην ενότητα 5.1.3 προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Η ΕΚΤ διατηρεί το δικαίωμα να λαμβάνει κάθε μέτρο που κρίνει κατάλληλο για τη διόρθωση τυχόν λάθους που περιέχει η ανακοίνωση μιας δημοπρασίας, συμπεριλαμβανομένης της ακύρωσης ή διακοπής δημοπρασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη.».

2.

Στην ενότητα 5.1.6 προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Εάν το αποτέλεσμα της δημοπρασίας περιέχει εσφαλμένες πληροφορίες όσον αφορά κάποιο από τα παραπάνω στοιχεία, η ΕΚΤ διατηρεί το δικαίωμα να λάβει κάθε μέτρο που κρίνει κατάλληλο για τη διόρθωση των εν λόγω εσφαλμένων πληροφοριών.».

3.

Η ενότητα 6.2.1.1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.2.1.1.   Είδος περιουσιακού στοιχείου

1.   Κοινοί όροι καταλληλότητας

Πρέπει να είναι χρεόγραφο με:

α)

προκαθορισμένο και άνευ αιρέσεων κεφάλαιο (1)· και

β)

τοκομερίδιο που να μη συνεπάγεται αρνητική εισοδηματική ροή και να είναι:

i)

σταθερού επιτοκίου, μηδενικό και κλιμακούμενο (multi-step coupon), ήτοι μέσο με προκαθορισμένο πρόγραμμα πληρωμής τοκομεριδίου και προκαθορισμένη αξία τοκομεριδίου·

ii)

τοκομερίδιο με σταθερή διαφορά από το επιτόκιο αναφοράς (flat floating coupon) συνδεόμενο με έναν μόνο δείκτη που να αντιστοιχεί σε επιτόκιο χρηματαγοράς του ευρώ, π.χ. Euribor, LIBOR και παρόμοιους δείκτες, ή απόδοση αναφοράς επί συμφωνιών ανταλλαγής επιτοκίου σταθερής ληκτότητας (constant maturity swap rate), π.χ. δείκτες CMS, EIISDA, EUSΑ·

iii)

τοκομερίδιο με κλιμακούμενη και αποκλιμακούμενη διαφορά από το επιτόκιο αναφοράς (leveraged and de-leveraged floating coupon), συνδεόμενο με έναν μόνο δείκτη που να αντιστοιχεί σε επιτόκιο χρηματαγοράς του ευρώ, π.χ. Euribor, LIBOR και παρόμοιους δείκτες, ή απόδοση αναφοράς επί συμφωνιών ανταλλαγής επιτοκίου σταθερής ληκτότητας (constant maturity swap rate), π.χ. δείκτες CMS, EIISDA, EUSΑ·

iv)

τοκομερίδιο με σταθερή διαφορά από το επιτόκιο αναφοράς (flat floating coupon), τοκομερίδιο με κλιμακούμενη και αποκλιμακούμενη διαφορά από το επιτόκιο αναφοράς (leveraged and de-leveraged floating coupon), συνδεόμενο με την απόδοση ενός κρατικού ομολόγου της ζώνης του ευρώ διάρκειας έως ενός έτους (είτε δείκτη είτε μεικτή απόδοση αναφοράς)·

v)

τοκομερίδιο με σταθερή διαφορά από έναν δείκτη πληθωρισμού (flat inflation-floater), συνδεόμενο με δείκτες πληθωρισμού της ζώνης του ευρώ, που να μην υπολογίζεται με κατά συνθήκη τοκοφορία (discrete range, range accrual), να μην υπόκειται σε μέγιστο όριο αύξησης μεταξύ δύο διαδοχικών περιόδων τοκοφορίας (ratchet) και να μην περιέχει παρόμοια σύνθετα χαρακτηριστικά.

Προπαντός εξαιρούνται τα ακόλουθα είδη τοκομεριδίων: όλα τα τοκομερίδια τίτλων κυμαινόμενου επιτοκίου (floaters) που συνδέονται με επιτόκια ξένου νομίσματος, με δείκτες τιμών βασικών εμπορευμάτων και μετοχών και συναλλαγματικές ισοτιμίες, τα τοκομερίδια τίτλων κυμαινόμενου επιτοκίου που καθορίζονται από τη διαφορά δύο προκαθορισμένων επιτοκίων αναφοράς (dual floaters) και τα τοκομερίδια τίτλων κυμαινόμενου επιτοκίου που συνδέονται με διαφορές αποδόσεων συμφωνιών ανταλλαγής ή με άλλο συνδυασμό δεικτών, κάθε τοκομερίδιο τύπου “ratchet” και “range accrual”, καθώς και τα τοκομερίδια τίτλων αντιστρόφως κυμαινόμενου επιτοκίου και τα τοκομερίδια που καθορίζονται με βάση ορισμένη πιστοληπτική διαβάθμιση. Επιπλέον, εξαιρούνται στοιχεία με σύνθετη δομή, όπως τα γραμμάτια με δυνατότητα πρόωρης λήξης λόγω επίτευξης προκαθορισμένης απόδοσης τοκομεριδίου (target redemption notes) και τα δικαιώματα αλλαγής του τύπου του τοκομεριδίου με χρήση πρόσθετων δικαιωμάτων αγοράς.

Τα αποδεκτά τοκομερίδια δεν θα πρέπει να παρέχουν δικαιώματα επιλογής στον εκδότη, ήτοι δεν θα πρέπει να επιτρέπουν εξαρτώμενες από απόφασή του αλλαγές στον ορισμό του τοκομεριδίου κατά τη διάρκεια ζωής του μέσου. Επιπροσθέτως, εάν υπάρχουν ανώτατα και κατώτατα όρια, αυτά θα πρέπει να είναι σταθερά και προκαθορισμένα. Η κατάταξη ενός μέσου με βάση το τοκομερίδιό του, σε περίπτωση που αυτό είναι κλιμακούμενο (multi-step coupon), θα βασίζεται σε μια μακρόπνοη προοπτική.

Η μη συμμόρφωση με τα ως άνω κριτήρια καταλληλότητας καθιστά επίσης τα περιουσιακά στοιχεία μη αποδεκτά, ακόμη και αν αφορά το τμήμα της διάρθρωσης της απόδοσης (όπως διαφορά υπέρ το άρτιο) και ακόμη και αν μια μη αρνητική πληρωμή τοκομεριδίου και αποπληρωμή τουλάχιστον του κεφαλαίου είναι ρητά εγγυημένες.

Οι όροι της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β) ισχύουν μέχρι την απόσβεση της εξασφαλιζόμενης υποχρέωσης. Τα χρεόγραφα δεν επιτρέπεται να παρέχουν δικαιώματα επί του κεφαλαίου ή/και επί των τόκων εξαρτώμενα από τα δικαιώματα κομιστών άλλων χρεογράφων του ίδιου εκδότη.

2.   Πρόσθετα κριτήρια καταλληλότητας που εφαρμόζονται στους τίτλους που προέρχονται από τιτλοποίηση

Για τους σκοπούς του νομικού πλαισίου του Ευρωσυστήματος που αφορά στη νομισματική πολιτική, οι καλυμμένες ομολογίες δεν θεωρούνται τίτλοι που προέρχονται από τιτλοποίηση.

Η παράγραφος 1 στοιχείο α) δεν εφαρμόζεται στους τίτλους που προέρχονται από τιτλοποίηση. Το Ευρωσύστημα αξιολογεί την καταλληλότητα των τίτλων που προέρχονται από τιτλοποίηση με βάση τα πρόσθετα κριτήρια της παρούσας ενότητας.

Τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία εξασφαλίζουν τους τίτλους που προέρχονται από τιτλοποίηση και παράγουν εισοδηματική ροή, πρέπει να πληρούν τους παρακάτω όρους:

α)

η απόκτησή τους να διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους της ΕΕ·

β)

να μεταβιβάζονται από τον αρχικό δικαιούχο της απαίτησης ή από ενδιάμεσο φορέα προς την εταιρεία ειδικού σκοπού που διενεργεί την τιτλοποίηση, με τρόπο που το Ευρωσύστημα να θεωρεί ότι συνιστά “γνήσια πώληση” αντιτάξιμη κατά παντός τρίτου, και να βρίσκονται πέραν του ελέγχου του αρχικού δικαιούχου της απαίτησης και των πιστωτών του, ή του ενδιάμεσου φορέα και των πιστωτών του, ακόμη και σε περίπτωση αφερεγγυότητας του αρχικού δικαιούχου της απαίτησης ή του ενδιάμεσου φορέα (2)·

γ)

ο αρχικός δικαιούχος ή, κατά περίπτωση, ο ενδιάμεσος φορέας από τον οποίο προέρχονται και πωλούνται στον εκδότη να έχει συσταθεί στον ΕΟΧ·

δ)

να μη συνίστανται, εν όλω ή εν μέρει, πράγματι ή δυνάμει, σε σειρές λοιπών τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση (3). Επιπλέον, να μη συνίστανται, εν όλω ή εν μέρει, πράγματι ή δυνάμει, σε ομόλογα συνδεδεμένα με τον πιστωτικό κίνδυνο υποκείμενου μέσου, πράξεις ανταλλαγής ή άλλα παράγωγα μέσα (4) ή σύνθετους τίτλους·

ε)

εάν πρόκειται για δανειακές απαιτήσεις, οι οφειλέτες και οι δανειστές να έχουν συσταθεί (ή, εάν πρόκειται για φυσικά πρόσωπα, να κατοικούν) στον ΕΟΧ και, κατά περίπτωση, ο σχετικός τίτλος να βρίσκεται στον ΕΟΧ. Οι εν λόγω δανειακές απαιτήσεις να διέπονται από δίκαιο χώρας του ΕΟΧ. Εάν πρόκειται για ομόλογα, αυτά να έχουν εκδοθεί σε χώρα του ΕΟΧ σύμφωνα με το δίκαιο χώρας του ΕΟΧ και κάθε σχετικός τίτλος να βρίσκεται στον ΕΟΧ, οι δε εκδότες να έχουν συσταθεί στον ΕΟΧ.

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ενότητα 6.2.1.7, ο εκδότης τίτλου που προέρχεται από τιτλοποίηση πρέπει να είναι εγκατεστημένος στον ΕΟΧ.

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αρχικοί δικαιούχοι ή, κατά περίπτωση, οι ενδιάμεσοι φορείς, έχουν συσταθεί στη ζώνη του ευρώ ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Ευρωσύστημα θα πρέπει να έχει εξακριβώσει ότι στις εν λόγω έννομες τάξεις δεν ισχύουν αυστηρές διατάξεις επανάκτησης (clawback provisions). Αν ο αρχικός δικαιούχος ή, κατά περίπτωση, ο ενδιάμεσος φορέας, έχει συσταθεί σε άλλη χώρα του ΕΟΧ, οι τίτλοι που προέρχονται από τιτλοποίηση θεωρούνται αποδεκτοί μόνον εφόσον το Ευρωσύστημα επιβεβαιώνει ότι τα δικαιώματά του προστατεύονται καταλλήλως έναντι διατάξεων επανάκτησης που το Ευρωσύστημα θεωρεί σχετικές, σύμφωνα με το δίκαιο της οικείας χώρας του ΕΟΧ. Για το σκοπό αυτόν προϋπόθεση για να θεωρούνται αποδεκτοί οι εν λόγω τίτλοι που προέρχονται από τιτλοποίηση αποτελεί η υποβολή ανεξάρτητης νομικής αξιολόγησης σε μορφή αποδεκτή από το Ευρωσύστημα, στην οποία να εκτίθενται οι ισχύοντες στην οικεία χώρα κανόνες επανάκτησης. Προκειμένου να αποφασίζει κατά πόσο τα δικαιώματά του προστατεύονται επαρκώς έναντι των εν λόγω κανόνων επανάκτησης, το Ευρωσύστημα δύναται να ζητεί πρόσθετα έγγραφα, περιλαμβανομένου πιστοποιητικού φερεγγυότητας του εκδοχέα, για την ύποπτη περίοδο. Μεταξύ των κανόνων επανάκτησης που θεωρούνται αυστηροί και, επομένως, μη αποδεκτοί από το Ευρωσύστημα, συγκαταλέγονται οι κανόνες κατά τους οποίους η πώληση των τίτλων που προέρχονται από τιτλοποίηση και παράγουν εισοδηματική ροή είναι δυνατόν να ακυρωθεί από τον εκκαθαριστή αποκλειστικά για το λόγο ότι συνήφθη κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου (ύποπτη περίοδος) πριν από την κήρυξη του πωλητή (αρχικού δικαιούχου/ενδιάμεσου φορέα) σε κατάσταση αφερεγγυότητας, ή οι κανόνες κατά τους οποίους ο εκδοχέας δύναται να αποτρέψει την εν λόγω ακύρωση μόνον εφόσον αποδεικνύει ότι κατά το χρόνο της πώλησης δεν είχε γνώση της κατάστασης αφερεγγυότητας του πωλητή (αρχικού δικαιούχου/ενδιάμεσου φορέα).

Στο πλαίσιο δομημένης έκδοσης, μια σειρά (tranche) ή υποσειρά (sub-tranche) είναι αποδεκτή εφόσον δεν εξαρτάται από άλλες σειρές της ίδιας έκδοσης. Η σειρά (ή υποσειρά) θεωρείται μη εξαρτώμενη έναντι άλλων σειρών (ή υποσειρών) της ίδιας έκδοσης εάν, με βάση την προβλεπόμενη στο ενημερωτικό δελτίο κατάταξη των απαιτήσεων σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, η εν λόγω σειρά (ή υποσειρά) εξοφλείται (κατά κεφάλαιο και τόκους) πριν από κάθε άλλη σειρά ή υποσειρά ή είναι η τελευταία που βαρύνεται με ζημίες μεταξύ των διαφόρων σειρών ή υποσειρών μιας δομημένης έκδοσης. Στις περιπτώσεις δομημένων εκδόσεων όπου το ενημερωτικό δελτίο προβλέπει την επίδοση ειδοποίησης επίσπευσης και αναγκαστικής εκτέλεσης, θα πρέπει να διασφαλίζεται, βάσει και των δύο παραπάνω ειδοποιήσεων που αφορούν την προτεραιότητα των πληρωμών, ότι η σειρά (ή υποσειρά) δεν είναι εξαρτώμενη.

Προκειμένου τίτλοι που προέρχονται από τιτλοποίηση να καταστούν ή να παραμείνουν αποδεκτοί για τις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, το Ευρωσύστημα απαιτεί την υποβολή από τα ενδιαφερόμενα μέρη στον τίτλο που προέρχεται από τιτλοποίηση εμπεριστατωμένων και τυποποιημένων στοιχείων για το ύψος των δανείων (loan-level data) που αφορούν στο χαρτοφυλάκιο περιουσιακών στοιχείων που παράγουν εισοδηματική ροή και παρέχονται ως ασφάλεια σε τίτλους προερχόμενους από τιτλοποίηση, σύμφωνα με το προσάρτημα 8.

Για τον καθορισμό της καταλληλότητας των τίτλων που προέρχονται από τιτλοποίηση, το Ευρωσύστημα λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στα υποχρεωτικά πεδία του σχετικού προτύπου παροχής στοιχείων για το ύψος των δανείων, υπό την έννοια του προσαρτήματος 8. Στην αξιολόγησή του για την καταλληλότητα, το Ευρωσύστημα λαμβάνει υπόψη: α) τυχόν μη υποβολή στοιχείων· και β) πόσο συχνά επιμέρους πεδία με στοιχεία για το ύψος των δανείων περιέχουν μη ουσιώδη δεδομένα.

Προκειμένου να είναι αποδεκτοί, οι τίτλοι που προέρχονται από τιτλοποίηση πρέπει να εξασφαλίζονται από περιουσιακά στοιχεία που παράγουν εισοδηματική ροή, τα οποία το Ευρωσύστημα θεωρεί ότι είναι ομοιογενή, ήτοι τα περιουσιακά στοιχεία που παράγουν εισοδηματική ροή και εξασφαλίζουν τίτλους που προέρχονται από τιτλοποίηση να αποτελούνται από ένα μόνο είδος περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην κατηγορία των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, των ενυπόθηκων δανείων επί εμπορικού ακινήτου, των δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, των δανείων για αγορά αυτοκινήτου, των δανείων καταναλωτικής πίστης ή των απαιτήσεων από χρηματοδοτική μίσθωση. Τίτλοι που προέρχονται από τιτλοποίηση δεν είναι αποδεκτοί για τις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος εάν το χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών στοιχείων που τους εξασφαλίζουν αποτελείται από ετερογενή περιουσιακά στοιχεία, διότι αυτά δεν μπορούν να καταγραφούν σε ένα ενιαίο πρότυπο για μια συγκεκριμένη κατηγορία περιουσιακού στοιχείου (5).

Το Ευρωσύστημα διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει από κάθε εμπλεκόμενο τρίτο, π.χ. τον εκδότη, τον αρχικό δικαιούχο της απαίτησης ή τον συντονιστή, οποιαδήποτε διευκρίνιση ή/και νομική επιβεβαίωση θεωρεί αναγκαία για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των τίτλων που προέρχονται από τιτλοποίηση και όσον αφορά την παροχή στοιχείων για το ύψος των δανείων. Η μη συμμόρφωση με τις ως άνω απαιτήσεις μπορεί να οδηγήσει σε αναστολή ή άρνηση της αποδοχής του τίτλου που προέρχεται από τιτλοποίηση στη σχετική συναλλαγή.

3.   Πρόσθετα κριτήρια καταλληλότητας που εφαρμόζονται στις καλυμμένες ομολογίες

Οι καλυμμένες ομολογίες υπόκεινται, από τις 31 Μαρτίου 2013, στις εξής πρόσθετες απαιτήσεις:

Το χαρτοφυλάκιο που εξασφαλίζει μια καλυμμένη ομολογία δεν περιέχει τίτλους προερχόμενους από τιτλοποίηση, με εξαίρεση αυτούς οι οποίοι:

α)

πληρούν τις απαιτήσεις των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ όσον αφορά τίτλους προερχόμενους από τιτλοποίηση στις καλυμμένες ομολογίες·

β)

προέρχονται από μέλος του ίδιου ενοποιημένου ομίλου του οποίου ο εκδότης των καλυμμένων ομολογιών είναι επίσης μέλος ή από οντότητα συνδεδεμένη με τον ίδιο κεντρικό οργανισμό με τον οποίο είναι συνδεδεμένος και ο εκδότης των καλυμμένων ομολογιών·

γ)

χρησιμοποιούνται ως τεχνικό μέσο για τη μεταβίβαση υποθηκών ή εξασφαλισμένων δανείων για την αγορά ακινήτου από τον αρχικό δικαιούχο της απαίτησης στο χαρτοφυλάκιο.

Καλυμμένες ομολογίες που υπήρχαν στον κατάλογο των αποδεκτών τίτλων που προέρχονται από τιτλοποίηση από τις 28 Νοεμβρίου 2012 και δεν πληρούσαν τις υπό στοιχεία α) έως γ) απαιτήσεις θα παραμείνουν αποδεκτές μέχρι τις 28 Νοεμβρίου 2014.».

4.

Στην ενότητα 6.2.1.7 η υποσημείωση 58 διαγράφεται.

5.

Στην ενότητα 6.2.2 η υποσημείωση 60 διαγράφεται.

6.

Η ενότητα 6.2.2.1 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος υπό το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

Η δανειακή απαίτηση πρέπει να έχει: i) προκαθορισμένο και άνευ αιρέσεων κεφάλαιο· και ii) τοκομερίδιο το οποίο να μη συνεπάγεται αρνητική εισοδηματική ροή. Τα χαρακτηριστικά αυτά πρέπει να υπάρχουν καθ’ όλο το διάστημα μέχρι την απόσβεση της εξασφαλιζόμενης υποχρέωσης. Επιπλέον, το τοκομερίδιο θα πρέπει να είναι είτε: i) μηδενικό είτε ii) σταθερό είτε iii) κυμαινόμενο συνδεδεμένο με επιτόκιο αναφοράς. Αποδεκτές είναι εξάλλου και οι δανειακές απαιτήσεις των οποίων το επιτόκιο συνδέεται με την εξέλιξη του πληθωρισμού.»·

β)

η παράγραφος υπό το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)

Ελάχιστο ύψος: Κατά την υποβολή της προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως ασφάλεια από τον αντισυμβαλλόμενο, το ύψος της δανειακής απαίτησης πρέπει να ανταποκρίνεται σε ένα ελάχιστο όριο. Κάθε ΕθνΚΤ μπορεί να ορίζει κατ’ επιλογήν της το ελάχιστο όριο που θα εφαρμόζει για τις εγχώριες δανειακές απαιτήσεις. Για διασυνοριακή χρήση ισχύει κοινό ελάχιστο όριο 500 000 ευρώ.».

7.

Στην ενότητα 6.2.3 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες μπορούν να αποφασίζουν να μην αποδέχονται ως ασφάλεια από ορισμένο αντισυμβαλλόμενο, παρά την καταλληλότητά τους, τα εξής εμπορεύσιμα ή μη εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία:

α)

χρεόγραφα που λήγουν στο άμεσο μέλλον· και

β)

χρεόγραφα με εισοδηματική ροή, π.χ. πληρωμή τοκομεριδίου, που θα λάβει χώρα στο άμεσο μέλλον.».

8.

Η ενότητα 6.2.3.2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.2.3.2.   Κανόνες για τη χρήση των αποδεκτών περιουσιακών στοιχείων

Τα εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιούνται για όλες τις πράξεις νομισματικής πολιτικής που βασίζονται σε υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή τις πράξεις ανοικτής αγοράς με τη μορφή αντιστρεπτέων και οριστικών συναλλαγών και τη διευκόλυνση οριακής χρηματοδότησης. Τα μη εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιούνται ως υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία για τις πράξεις ανοικτής αγοράς που διενεργούνται ως αντιστρεπτέες συναλλαγές και για τη διευκόλυνση οριακής χρηματοδότησης. Δεν χρησιμοποιούνται στις οριστικές συναλλαγές του Ευρωσυστήματος. Όλα τα εμπορεύσιμα και μη εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται ως ασφάλεια για τη χορήγηση ενδοημερήσιας πίστωσης.

Ανεξαρτήτως του αν ένα εμπορεύσιμο ή μη εμπορεύσιμο περιουσιακό στοιχείο πληροί όλα τα κριτήρια καταλληλότητας, ο αντισυμβαλλόμενος δεν επιτρέπεται να προσκομίσει ως ασφάλεια περιουσιακό στοιχείο που έχει εκδοθεί ή είναι εγγυημένο από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο με το οποίο διατηρεί στενούς δεσμούς (6).

“Στενοί δεσμοί” σημαίνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις κατά τις οποίες ο αντισυμβαλλόμενος συνδέεται με τον εκδότη/οφειλέτη/εγγυητή αποδεκτών περιουσιακών στοιχείων:

α)

ο αντισυμβαλλόμενος κατέχει άμεσα ή έμμεσα, μέσω μιας ή περισσότερων άλλων επιχειρήσεων, το 20 % ή άνω του κεφαλαίου του εκδότη/οφειλέτη/εγγυητή ή·

β)

ο εκδότης/οφειλέτης/εγγυητής κατέχει άμεσα ή έμμεσα, μέσω μιας ή περισσότερων άλλων επιχειρήσεων, το 20 % ή άνω του κεφαλαίου του αντισυμβαλλομένου ή·

γ)

τρίτος κατέχει άμεσα ή έμμεσα, μέσω μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων, άνω του 20 % του κεφαλαίου του αντισυμβαλλομένου και άνω του 20 % του κεφαλαίου του εκδότη/οφειλέτη/εγγυητή.

Για τους σκοπούς της αποτελεσματικής εφαρμογής της νομισματικής πολιτικής και ειδικότερα για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τους κανόνες χρήσης αποδεκτών περιουσιακών στοιχείων αναφορικά με την ύπαρξη στενών δεσμών, ανταλλάσσονται εντός του Ευρωσυστήματος πληροφορίες σχετικές με τα κεφαλαιακά διαθέσιμα, τις οποίες παρέχουν οι εποπτικές αρχές για τους παραπάνω σκοπούς. Για τις εν λόγω πληροφορίες ισχύουν απαιτήσεις απορρήτου ίδιες με αυτές που εφαρμόζονται από τις εποπτικές αρχές.

Οι παραπάνω διατάξεις σχετικά με τους στενούς δεσμούς δεν ισχύουν για: α) στενούς δεσμούς μεταξύ του αντισυμβαλλομένου και δημόσιου φορέα του ΕΟΧ ο οποίος δικαιούται να επιβάλλει φόρους ή σε περίπτωση που ο εγγυητής των χρεογράφων είναι δημόσιος φορέας του ΕΟΧ ο οποίος δικαιούται να επιβάλλει φόρους, β) καλυμμένες τραπεζικές ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στο μέρος 1, σημεία 68 έως 70 του παραρτήματος VI της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, γ) περιπτώσεις όπου τα χρεόγραφα καλύπτονται από συγκεκριμένες νομικές διασφαλίσεις ανάλογες εκείνων της περίπτωσης β), όπως στην περίπτωση i) μη εμπορεύσιμων RMBD που δεν είναι τίτλοι ή ii) καλυμμένων τραπεζικών ομολογιών που πληρούν όλα τα κριτήρια που καθορίζονται στο μέρος 1, σημεία 68 έως 70 του παραρτήματος VI της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, εκτός από τα όρια εγγυημένων δανείων στο χαρτοφυλάκιο ασφαλειών.

Επιπλέον, ο αντισυμβαλλόμενος δεν επιτρέπεται να προσκομίσει ως ασφάλεια τίτλο προερχόμενο από τιτλοποίηση για τον οποίο ο ίδιος (ή τρίτος με τον οποίο διατηρεί στενούς δεσμούς) παρέχει αντιστάθμιση κινδύνου συναλλαγματικής θέσης συνάπτοντας πράξη αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου με τον εκδότη του τίτλου ή παρέχει διευκολύνσεις ρευστότητας για ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο του 20 % του ανεξόφλητου υπολοίπου του τίτλου.

Όλα τα αποδεκτά, εμπορεύσιμα και μη, περιουσιακά στοιχεία πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούνται σε διασυνοριακή βάση σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι αντισυμβαλλόμενοι του Ευρωσυστήματος πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία είτε μέσω ζεύξεων με τα εγχώρια ΣΔΤ τους στην περίπτωση των εμπορεύσιμων περιουσιακών στοιχείων είτε μέσω άλλων αποδεκτών ρυθμίσεων, προκειμένου να λαμβάνουν πιστώσεις από την ΕθνΚΤ του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένοι (βλέπε ενότητα 6.6).

Ένας αντισυμβαλλόμενος ο οποίος υποβάλλει τίτλο προερχόμενο από τιτλοποίηση που έχει στενούς δεσμούς με τον αρχικό δικαιούχο των περιουσιακών στοιχείων που εξασφαλίζουν τον εν λόγω τίτλο πρέπει να ενημερώνει το Ευρωσύστημα για οποιαδήποτε σχεδιαζόμενη μεταβολή στο συγκεκριμένο τίτλο που θα μπορούσε δυνητικά να έχει αντίκτυπο στην πιστοληπτική του διαβάθμιση, π.χ. μεταβολή του επιτοκίου των ομολόγων, τυχόν μεταβολή στην πράξη ανταλλαγής, μεταβολές στη σύνθεση των υποκείμενων δανείων που δεν περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο, μεταβολές στην προτεραιότητα των πληρωμών. Το Ευρωσύστημα πρέπει να ειδοποιείται ένα μήνα πριν από οποιαδήποτε τροποποίηση που πρόκειται να γίνει σε τίτλο προερχόμενο από τιτλοποίηση, ο οποίος έχει υποβληθεί. Επίσης, κατά τη στιγμή υποβολής του τίτλου που προέρχεται από τιτλοποίηση, ο αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να παρέχει πληροφορίες για κάθε μεταβολή που έλαβε χώρα τους προηγούμενους έξι μήνες. Σύμφωνα με την ενότητα 6.2, το Ευρωσύστημα δεν παρέχει ενημέρωση πριν από τη μεταβολή.

Πίνακας 4

Αποδεκτά περιουσιακά στοιχεία για τις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος

Κριτήρια καταλληλότητας

Εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία (7)

Μη εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία (8)

Είδος περιουσιακού στοιχείου

Πιστοποιητικά χρέους της ΕΚΤ

Άλλα εμπορεύσιμα χρεόγραφα (9)

Δανειακές απαιτήσεις

RMBD

Πιστοληπτική διαβάθμιση

Το περιουσιακό στοιχείο πρέπει να είναι υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης, όπως αξιολογείται με βάση τους κανόνες του ECAF για τα εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία (9)

Ο οφειλέτης/εγγυητής πρέπει να έχει υψηλή πιστοληπτική ικανότητα, όπως αξιολογείται με βάση τους κανόνες του ECAF για τις δανειακές απαιτήσεις.

Το περιουσιακό στοιχείο πρέπει να είναι υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης, όπως αξιολογείται με βάση τους κανόνες του ECAF για τα RMBD

Τόπος έκδοσης

ΕΟΧ (9)

Δεν εφαρμόζεται

Δεν εφαρμόζεται

Διαδικασίες διακανονισμού/διεκπεραίωσης

Τόπος διακανονισμού: ζώνη του ευρώ

Οι τίτλοι πρέπει να είναι κεντρικά κατατεθειμένοι με λογιστική μορφή σε ΕθνΚΤ ή σε ΣΔΤ που πληροί τα ελάχιστα πρότυπα της ΕΚΤ

Διαδικασίες του Ευρωσυστήματος

Διαδικασίες του Ευρωσυστήματος

Κατηγορία εκδότη/οφειλέτη/εγγυη-τή

ΕθνΚΤ

Δημόσιος τομέας

Ιδιωτικός τομέας

Διεθνή και υπερεθνικά ιδρύματα

Δημόσιος τομέας

Μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις

Διεθνή και υπερεθνικά ιδρύματα

Πιστωτικά ιδρύματα

Τόπος εγκατάστασης του εκδότη, οφειλέτη και εγγυητή

Εκδότης (9): ΕΟΧ ή εκτός του ΕΟΧ χώρες G10

Οφειλέτης: ΕΟΧ

Εγγυητής (9): ΕΟΧ

Ζώνη του ευρώ

Ζώνη του ευρώ

Αποδεκτές αγορές

Ρυθμιζόμενες αγορές

Μη ρυθμιζόμενες αγορές αποδεκτές από την ΕΚΤ

Δεν εφαρμόζεται

Δεν εφαρμόζεται

Νόμισμα

ευρώ

ευρώ

ευρώ

Ελάχιστο ύψος

Δεν εφαρμόζεται

Ελάχιστο όριο ποσού κατά το χρόνο υποβολής της δανειακής απαίτησης

για εγχώρια χρήση: κατ’ επιλογήν της ΕθνΚΤ,

για διασυνοριακή χρήση: κοινό ελάχιστο όριο 500 000 ευρώ.

Δεν εφαρμόζεται

Εφαρμοστέο δίκαιο

Για τίτλους προερχόμενους από τιτλοποίηση η απόκτηση των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων πρέπει να διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους της ΕΕ. Το δίκαιο που διέπει τις υποκείμενες δανειακές απαιτήσεις πρέπει να είναι δίκαιο χώρας του ΕΟΧ

Εφαρμοστέο δίκαιο για τη δανειακή σύμβαση και τη χρήση της ως ασφάλειας: δίκαιο κράτους μέλους.

Τα διαφορετικά δίκαια που εφαρμόζονται:

α)

στον αντισυμβαλ- λόμενο·

β)

στον πιστωτή·

γ)

στον οφειλέτη·

δ)

στον εγγυητή (εάν υπάρχει)·

ε)

στη δανειακή σύμβαση και

στ)

στη σύμβαση παροχής της δανειακής απαίτησης ως ασφάλειας

δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα δύο τον αριθμό

Δεν εφαρμόζεται

Διασυνοριακή χρήση

Ναι

Ναι

Ναι

9.

Στην ενότητα 6.3.2 η υποσημείωση 72 διαγράφεται.

10.

Στην ενότητα 6.3.4.1 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«Ένας ECAI που συμμετέχει στο ECAF υπόκειται στη διαδικασία παρακολούθησης επιδόσεων που εφαρμόζει το Ευρωσύστημα (βλέπε ενότητα 6.3.5). Μαζί με τα στοιχεία που αφορούν την παρακολούθηση των επιδόσεων, υποβάλλεται και πιστοποίηση που υπογράφει ο γενικός διευθυντής/διευθύνων σύμβουλος (CEO) του ECAI, ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που είναι επιφορτισμένο με τα καθήκοντα ελέγχου ή συμμόρφωσης εντός του ECAI, με την οποία βεβαιώνεται η ακρίβεια και η εγκυρότητα των πληροφοριών που αφορούν τη διαδικασία παρακολούθησης των επιδόσεων.».

11.

Στην ενότητα 6.3.4.4 το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ένας φορέας παροχής RT που συμμετέχει στο ECAF πρέπει να αποδεχθεί συμβατικά την υπαγωγή του στη διαδικασία παρακολούθησης επιδόσεων που εφαρμόζει το Ευρωσύστημα (10) (βλέπε ενότητα 6.3.5). Ο φορέας παροχής του RT υποχρεούται να δημιουργήσει και να συντηρεί την αναγκαία υποδομή για την παρακολούθηση του στατικού δείγματος (static pool). Η διαμόρφωση και αξιολόγηση του στατικού δείγματος πρέπει να συνάδουν με τους γενικούς όρους για την παρακολούθηση των επιδόσεων βάσει του ECAF. Ο φορέας παροχής του RT αναλαμβάνει την υποχρέωση, μόλις διενεργήσει την αξιολόγηση των επιδόσεων, να γνωστοποιήσει στο Ευρωσύστημα τα αποτελέσματά της. Μαζί με τα στοιχεία που αφορούν την παρακολούθηση των επιδόσεων, υποβάλλεται και πιστοποίηση που υπογράφει ο γενικός διευθυντής/διευθύνων σύμβουλος (CEO) του RT, ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που είναι επιφορτισμένο με τα καθήκοντα ελέγχου ή συμμόρφωσης εντός του RT, με την οποία βεβαιώνεται η ακρίβεια και η εγκυρότητα των πληροφοριών που αφορούν τη διαδικασία παρακολούθησης των επιδόσεων. Οι φορείς παροχής των RT αναλαμβάνουν να τηρούν εσωτερικά αρχεία των στατικών δειγμάτων και στοιχεία για αθετήσεις υποχρέωσης, τα οποία φυλάσσονται επί μία πενταετία.

12.

Η ενότητα 6.3.5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.3.5.   Παρακολούθηση των επιδόσεων των συστημάτων αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας

Όλα τα συστήματα αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας υπόκεινται σε διαδικασία παρακολούθησης επιδόσεων βάσει του ECAF. Για κάθε σύστημα αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, η διαδικασία παρακολούθησης των επιδόσεων βάσει του ECAF περιλαμβάνει μια ετήσια, εκ των υστέρων σύγκριση α) των παρατηρηθέντων ποσοστών αθετήσεων για όλες τις αποδεκτές οντότητες και τα αποδεκτά μέσα που αξιολογήθηκαν από το εν λόγω σύστημα (οι εν λόγω οντότητες και τα μέσα ομαδοποιούνται σε στατικά δείγματα που βασίζονται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, π.χ. πιστοληπτική διαβάθμιση, κατηγορία περιουσιακού στοιχείου, οικονομικός τομέας, μοντέλο αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας) και β) το κατάλληλο ελάχιστο όριο πιστοληπτικής διαβάθμισης που θέτει το Ευρωσύστημα, όπως ορίζεται από το επίπεδο αναφοράς για την πιθανότητα αθέτησης υποχρέωσης πιστούχου (benchmark PD) (δύο τέτοια πρότυπα αναφοράς θεωρούνται τα εξής: 0,10 % PD κατά τη διάρκεια ενός έτους, το οποίο θεωρείται ισοδύναμο με πιστοληπτική διαβάθμιση βαθμίδας 2 και 0,40 % PD κατά τη διάρκεια ενός έτους, το οποίο θεωρείται ισοδύναμο με πιστοληπτική διαβάθμιση βαθμίδας 3 της εναρμονισμένης κλίμακας πιστοληπτικής διαβάθμισης του Ευρωσυστήματος). Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι να διασφαλίζει ότι η αντιστοίχιση των αξιολογήσεων ενός συστήματος αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας προς την εναρμονισμένη κλίμακα διαβάθμισης του Ευρωσυστήματος παραμένει ορθή και ότι τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων της πιστοληπτικής ικανότητας είναι συγκρίσιμα μεταξύ των διαφόρων συστημάτων και πηγών.

Ως πρώτο στοιχείο της διαδικασίας, ο φορέας παροχής του συστήματος αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας καταρτίζει μία φορά το χρόνο κατάλογο με τις οντότητες και τα μέσα που έχουν αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας που ικανοποιούν το ελάχιστο όριο πιστοληπτικής διαβάθμισης του Ευρωσυστήματος κατά την έναρξη της περιόδου παρακολούθησης. Κατόπιν αυτού, ο κατάλογος υποβάλλεται από το φορέα παροχής του συστήματος αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας στο Ευρωσύστημα, βάσει του προτύπου που παρέχει το Ευρωσύστημα, το οποίο περιλαμβάνει πεδία που αφορούν την ταυτοποίηση, την κατάταξη και την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας. Το δεύτερο στοιχείο της διαδικασίας λαμβάνει χώρα στο τέλος της δωδεκάμηνης περιόδου παρακολούθησης, όταν ο φορέας παροχής του συστήματος αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας ενημερώνει τα στοιχεία επιδόσεων για τις οντότητες και τα μέσα που περιέχονται στον κατάλογο. Το Ευρωσύστημα διατηρεί το δικαίωμα να ζητά πρόσθετες πληροφορίες που απαιτούνται για τη διενέργεια της παρακολούθησης των επιδόσεων.

Το ετήσιο ποσοστό αθέτησης υποχρέωσης πιστούχου που παρατηρείται επί των στατικών δειγμάτων ενός δεδομένου συστήματος αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας λαμβάνεται υπόψη κατά τη διαδικασία παρακολούθησης των επιδόσεων βάσει του ECAF, η οποία περιλαμβάνει έναν ετήσιο κανόνα και μια πολυετή αξιολόγηση. Σε περίπτωση σημαντικής απόκλισης μεταξύ του παρατηρούμενου ποσοστού αθέτησης υποχρέωσης πιστούχου των στατικών δειγμάτων και του ελάχιστου ορίου πιστοληπτικής διαβάθμισης εντός περιόδου ενός έτους ή/και περισσότερων ετών, το Ευρωσύστημα ζητά από το φορέα παροχής του συστήματος αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας να αναλύσει τις αιτίες αυτής της απόκλισης. Η διαδικασία αυτή μπορεί να οδηγήσει σε διόρθωση του ελάχιστου ορίου πιστοληπτικής διαβάθμισης που εφαρμόζεται στο εν λόγω σύστημα.

Το Ευρωσύστημα δύναται να αποφασίσει την αναστολή ή τον αποκλεισμό του συστήματος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας εάν δεν σημειωθεί βελτίωση της επίδοσης μετά από την παρέλευση ορισμένων ετών. Επιπλέον, σε περίπτωση παράβασης των κανόνων που διέπουν το ECAF, το σύστημα αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας αποκλείεται από το ECAF. Σε περίπτωση που ο εκπρόσωπος του συστήματος αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας παρέχει ανακριβείς η ελλιπείς πληροφορίες για τους σκοπούς της παρακολούθησης των επιδόσεων, το Ευρωσύστημα μπορεί να μην προχωρήσει σε αποκλεισμό σε περίπτωση ελασσόνων ανωμαλιών.».

13.

Η ενότητα 6.4.2 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο στ) διαγράφεται·

β)

ο πίνακας 8 διαγράφεται.

14.

Στην ενότητα 6.5.1 οι παράγραφοι υπό τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

Για κάθε αποδεκτό εμπορεύσιμο περιουσιακό στοιχείο, το Ευρωσύστημα καθορίζει την πλέον αντιπροσωπευτική τιμή που θα χρησιμοποιείται για να υπολογίζονται οι αγοραίες αξίες.

β)

Η αξία των εμπορεύσιμων περιουσιακών στοιχείων υπολογίζεται με βάση την πλέον αντιπροσωπευτική τιμή της τελευταίας εργάσιμης ημέρας πριν από την ημερομηνία αποτίμησης. Εάν για την τελευταία εργάσιμη ημέρα πριν από την ημερομηνία αποτίμησης δεν υπάρχει αντιπροσωπευτική τιμή, το Ευρωσύστημα ορίζει θεωρητική τιμή.».

15.

Στο προσάρτημα 6 η ενότητα 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Χρηματικές ποινές

Σε περίπτωση που ένας αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει τους κανόνες της δημοπρασίας (11), των διμερών συναλλαγών (12), της χρήσης περιουσιακών στοιχείων ως ασφάλειας (13), των διαδικασιών κλεισίματος τέλους ημέρας ή τις προϋποθέσεις πρόσβασης στη διευκόλυνση οριακής χρηματοδότησης (14), το Ευρωσύστημα επιβάλλει χρηματικές ποινές, ως εξής:

α)

Προκειμένου περί παραβάσεων των κανόνων που αφορούν τις δημοπρασίες, τις διμερείς συναλλαγές και τη χρήση ασφαλειών, για καθεμία από τις δύο πρώτες παραβάσεις που θα λάβουν χώρα μέσα στο ίδιο δωδεκάμηνο επιβάλλεται χρηματική ποινή. Οι χρηματικές ποινές υπολογίζονται με βάση το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης που ίσχυε όταν άρχισε η παράβαση, προσαυξημένο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες.

i)

Προκειμένου περί παραβάσεων των κανόνων που αφορούν τις δημοπρασίες και τις διμερείς συναλλαγές, οι χρηματικές ποινές υπολογίζονται ως το γινόμενο του ύψους των υπολειπόμενων ασφαλειών ή μετρητών που δεν ήταν σε θέση να προσφέρει ο αντισυμβαλλόμενος επί το συντελεστή X/360, όπου X είναι ο αριθμός των ημερολογιακών ημερών, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις επτά, κατά τη διάρκεια των οποίων ο αντισυμβαλλόμενος δεν ήταν σε θέση να παράσχει ασφάλεια ή το ποσό που του κατανεμήθηκε μέχρι τη λήξη μιας πράξης. Εάν από τον ως άνω πολλαπλασιασμό προκύπτει ποινή μικρότερη των 500 ευρώ, τότε εφαρμόζεται μια κατ’ αποκοπή ποινή ύψους 500 ευρώ· και

ii)

Προκειμένου περί παραβάσεως των κανόνων που αφορούν τη χρήση ασφαλειών (15), οι χρηματικές ποινές υπολογίζονται ως το γινόμενο των μη αποδεκτών περιουσιακών στοιχείων, ή των περιουσιακών στοιχείων που δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει ο συγκεκριμένος αντισυμβαλλόμενος, τα οποία είτε παρέδωσε ο αντισυμβαλλόμενος σε ορισμένη ΕθνΚΤ ή στην ΕΚΤ ή δεν απέσυρε ο αντισυμβαλλόμενος μέχρι ή πριν από την έναρξη της όγδοης ημερολογιακής ημέρας μετά την επέλευση του συμβάντος συνεπεία του οποίου τα αποδεκτά περιουσιακά στοιχεία κατέστησαν μη αποδεκτά ή δεν μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιηθούν από τον αντισυμβαλλόμενο, επί το συντελεστή X/360. Όπου X είναι ο αριθμός των ημερολογιακών ημερών, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις επτά, κατά τη διάρκεια των οποίων ο αντισυμβαλλόμενος παρέβαινε τους κανόνες που αφορούν τη χρήση ασφαλειών. Εάν από τον ως άνω πολλαπλασιασμό προκύπτει ποινή μικρότερη των 500 ευρώ, τότε εφαρμόζεται μια κατ’ αποκοπή ποινή ύψους 500 ευρώ.

β)

Κατά την πρώτη παράβαση των κανόνων που αφορούν τις διαδικασίες κλεισίματος τέλους ημέρας ή την πρόσβαση στη διευκόλυνση οριακής χρηματοδότησης, οι χρηματικές ποινές που μπορούν να επιβληθούν υπολογίζονται με βάση το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης που ίσχυε όταν άρχισε η παράβαση προσαυξημένο κατά 5 εκατοστιαίες μονάδες. Σε περίπτωση επανειλημμένων παραβάσεων, το επιτόκιο ποινής προσαυξάνεται κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες για κάθε νέα παράβαση που σημειώνεται μέσα στο ίδιο δωδεκάμηνο και εφαρμόζεται επί του ποσού της μη επιτραπείσας πρόσβασης στη διευκόλυνση οριακής χρηματοδότησης. Εάν το ποσό που προκύπτει από τον ως άνω υπολογισμό είναι μικρότερο των 500 ευρώ, τότε εφαρμόζεται κατ’ αποκοπή χρηματική ποινή ύψους 500 ευρώ.

16.

Το προσάρτημα 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Προσάρτημα 7

ΣΥΣΤΑΣΗ ΕΓΚΥΡΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΕΠΙ ΔΑΝΕΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

Προκειμένου να συσταθεί έγκυρη ασφάλεια επί δανειακών απαιτήσεων και να διασφαλιστεί ότι οι δανειακές απαιτήσεις μπορούν να ρευστοποιηθούν γρήγορα σε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος αθετήσει τις υποχρεώσεις του, πρέπει να πληρούνται οι εξής πρόσθετες προϋποθέσεις:

α)

Επαλήθευση της ύπαρξης δανειακών απαιτήσεων: Ως ελάχιστη προϋπόθεση, οι ΕθνΚΤ χρησιμοποιούν τα εξής μέτρα προκειμένου να επαληθεύσουν την ύπαρξη των δανειακών απαιτήσεων που υποβάλλονται στο Ευρωσύστημα ως ασφάλεια: i) υπεύθυνη δήλωση του αντισυμβαλλομένου προς την ΕθνΚΤ τουλάχιστον μία φορά το τρίμηνο, με την οποία βεβαιώνεται η ύπαρξη των δανειακών απαιτήσεων που υποβάλλονται ως ασφάλεια ή, αντ’ αυτής, διασταύρωση πληροφοριών με στοιχεία που τηρούνται σε κεντρικά μητρώα πιστώσεων, εφόσον υπάρχουν, ii) εφάπαξ επαλήθευση από τις ΕθνΚΤ, τις εποπτικές αρχές ή τους εξωτερικούς ελεγκτές των διαδικασιών μέσω των οποίων ο αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει προς το Ευρωσύστημα τις πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη των δανειακών απαιτήσεων, iii) δειγματοληπτικό έλεγχο, από τις ΕθνΚΤ, τα αρμόδια μητρώα πιστώσεων, τις εποπτικές αρχές ή τους εξωτερικούς ελεγκτές, της ποιότητας και της ακρίβειας της υπεύθυνης δήλωσης.

Στο πλαίσιο της ανά τρίμηνο υπεύθυνης δήλωσης που αναφέρεται στο στοιχείο i) παραπάνω, οι αντισυμβαλλόμενοι του Ευρωσυστήματος υποχρεούνται να παρέχουν γραπτώς τα εξής:

i)

διαβεβαίωση ότι οι δανειακές απαιτήσεις που υποβάλλονται στην ΕθνΚΤ πληρούν τα κριτήρια καταλληλότητας τα οποία εφαρμόζει το Ευρωσύστημα·

ii)

διαβεβαίωση ότι καμία δανειακή απαίτηση που υποβάλλεται ως υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο δεν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα ως ασφάλεια υπέρ οποιουδήποτε τρίτου ούτε θα χρησιμοποιηθεί από τον αντισυμβαλλόμενο ως ασφάλεια υπέρ οποιουδήποτε τρίτου·

iii)

διαβεβαίωση ότι θα γνωστοποιήσουν στην αρμόδια ΕθνΚΤ αμέσως και το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας οποιοδήποτε γεγονός θα επηρέαζε ουσιωδώς τη συμβατική σχέση μεταξύ του αντισυμβαλλομένου και της οικείας ΕθνΚΤ, ιδίως πρόωρη, μερική ή ολική αποπληρωμή, υποβάθμιση πιστοληπτικής ικανότητας και ουσιώδεις μεταβολές των όρων που διέπουν τη δανειακή απαίτηση.

Για την πραγματοποίηση των ελέγχων σύμφωνα με τα σημεία ii) και iii) οι εποπτικές αρχές, οι ΕθνΚΤ ή οι εξωτερικοί ελεγκτές πρέπει να διαθέτουν εξουσιοδότηση – παρεχόμενη με σύμβαση, αν αυτό κρίνεται αναγκαίο, ή σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις – να διενεργούν αυτή την έρευνα.

β)

Εγκυρότητα της συμφωνίας για τη χρήση των δανειακών απαιτήσεων ως ασφάλειας: Η συμφωνία μεταξύ των δύο συμβαλλομένων (εκχωρητή και εκδοχέα) για τη χρήση της δανειακής απαίτησης ως ασφάλειας θα πρέπει να είναι έγκυρη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ενώ πρέπει να πληρούνται όλες οι νομικές διατυπώσεις που είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της εγκυρότητας της συμφωνίας και της χρήσης της δανειακής απαίτησης ως ασφάλειας.

γ)

Πλήρη έννομα αποτελέσματα της χρήσης των δανειακών απαιτήσεων ως ασφάλειας έναντι τρίτων: Ως προς την κοινοποίηση στον οφειλέτη σχετικά με την παροχή της δανειακής απαίτησης ως ασφάλειας, λαμβανομένων υπόψη των ιδιομορφιών των διαφόρων εννόμων τάξεων, απαιτούνται τα εξής:

i)

Σε ορισμένα κράτη μέλη όπου η κοινοποίηση στον οφειλέτη της χρήσης της δανειακής απαίτησης ως ασφάλειας είναι απαραίτητη για την παραγωγή πλήρων εννόμων αποτελεσμάτων έναντι τρίτων, και ιδίως για την προτεραιότητα της ασφάλειας της ΕθνΚΤ έναντι άλλων πιστωτών, κατά τα οριζόμενα στην εφαρμοστέα εθνική τεκμηρίωση, απαιτείται σχετική κοινοποίηση στον οφειλέτη πριν από τη σύσταση της ασφάλειας ή κατά το χρόνο σύστασης αυτής.

ii)

Σε άλλα κράτη μέλη, όπου η καταχώριση σε δημόσιο μητρώο της χρήσης της δανειακής απαίτησης ως ασφάλειας είναι απαραίτητη για την παραγωγή πλήρων εννόμων αποτελεσμάτων έναντι τρίτων, και ιδίως για την προτεραιότητα της ασφάλειας της ΕθνΚΤ έναντι άλλων πιστωτών, κατά τα οριζόμενα στην εφαρμοστέα εθνική τεκμηρίωση, η εν λόγω καταχώριση πρέπει να γίνεται πριν από τη σύσταση της ασφάλειας ή κατά το χρόνο σύστασης αυτής.

iii)

Τέλος, σε όσα κράτη μέλη δεν απαιτείται η κατά τα ως άνω i) και ii) εκ των προτέρων ενημέρωση του οφειλέτη ή η καταχώριση σε δημόσιο μητρώο της παροχής της δανειακής απαίτησης ως ασφάλειας κατά τα οριζόμενα στην εφαρμοστέα εθνική τεκμηρίωση, απαιτείται εκ των υστέρων ενημέρωση του οφειλέτη. Η εκ των υστέρων κοινοποίηση στον οφειλέτη σημαίνει ότι ο οφειλέτης πρέπει να ενημερώνεται από τον αντισυμβαλλόμενο ή την ΕθνΚΤ (κατά τα οριζόμενα στην εφαρμοστέα εθνική τεκμηρίωση) ότι η δανειακή απαίτηση παρέχεται ως ασφάλεια από τον αντισυμβαλλόμενο υπέρ της ΕθνΚΤ αμέσως μετά την επέλευση πιστωτικού γεγονότος. Ως «πιστωτικό γεγονός» (credit event) νοείται αθέτηση υποχρέωσης πιστούχου ή άλλο παρόμοιο συμβάν όπως ειδικότερα ορίζεται στην εφαρμοστέα εθνική τεκμηρίωση.

Η υποχρέωση κοινοποίησης στον οφειλέτη δεν ισχύει εάν οι δανειακές απαιτήσεις είναι τίτλοι εις τον κομιστή για τους οποίους δεν απαιτείται κοινοποίηση με βάση το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η οικεία ΕθνΚΤ μπορεί να απαιτήσει τη μεταβίβαση του σώματος των τίτλων εις τον κομιστή στην ίδια ή σε τρίτο πριν ή ταυτόχρονα με την παροχή τους ως ασφάλειας.

Τα παραπάνω αποτελούν ελάχιστες υποχρεώσεις. Οι ΕθνΚΤ δύνανται με απόφασή τους να ορίσουν ότι απαιτείται εκ των προτέρων κοινοποίηση στον οφειλέτη ή καταχώριση σε μητρώο και σε άλλες περιπτώσεις πέραν των ως άνω αναφερομένων, κατά τα προβλεπόμενα στην εφαρμοστέα εθνική τεκμηρίωση.

Πρέπει να πληρούνται και όλες οι υπόλοιπες νομικές διατυπώσεις που είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της παροχής μιας δανειακής απαίτησης ως ασφάλειας.

δ)

Απουσία περιορισμών που απορρέουν από το τραπεζικό απόρρητο και την εμπιστευτικότητα: Ο αντισυμβαλλόμενος δεν υποχρεούται να λάβει την έγκριση του οφειλέτη προκειμένου να αποκαλύψει πληροφορίες σχετικά με τη δανειακή απαίτηση και τον οφειλέτη, εφόσον αυτές οι πληροφορίες απαιτούνται από το Ευρωσύστημα, προκειμένου να διασφαλίζεται η σύσταση έγκυρης ασφάλειας επί δανειακών απαιτήσεων και η δυνατότητα ταχείας ρευστοποίησης των δανειακών απαιτήσεων σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου. Ο αντισυμβαλλόμενος και ο οφειλέτης συνομολογούν συμβατικά ότι ο οφειλέτης ανεπιφύλακτα συναινεί στην αποκάλυψη των εν λόγω στοιχείων για τις δανειακές απαιτήσεις και τον οφειλέτη προς το Ευρωσύστημα. Τέτοιου είδους συμφωνία δεν είναι αναγκαία εφόσον δεν υπάρχουν κανόνες που να περιορίζουν την παροχή αυτών των πληροφοριών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, κατά τα οριζόμενα στην εφαρμοστέα εθνική τεκμηρίωση.

ε)

Απουσία περιορισμών σχετικά με την παροχή της δανειακής απαίτησης ως ασφάλειας: Οι αντισυμβαλλόμενοι διασφαλίζουν ότι οι δανειακές απαιτήσεις είναι πλήρως μεταβιβάσιμες και μπορούν χωρίς περιορισμούς να χρησιμοποιηθούν ως ασφάλεια υπέρ του Ευρωσυστήματος. Στη σύμβαση από την οποία απορρέει η δανειακή απαίτηση ή σε άλλες συμβατικές ρυθμίσεις μεταξύ του αντισυμβαλλομένου και του οφειλέτη δεν θα πρέπει να περιέχονται περιοριστικοί όροι όσον αφορά την παροχή της δανειακής απαίτησης ως ασφάλειας, εκτός εάν η εθνική νομοθεσία ειδικά προβλέπει ότι οι ως άνω συμβατικοί περιορισμοί δεν θίγουν τα δικαιώματα του Ευρωσυστήματος σε σχέση με την παροχή της ασφάλειας.

στ)

Απουσία περιορισμών σχετικά με τη ρευστοποίηση της δανειακής απαίτησης: Στη σύμβαση από την οποία απορρέει η δανειακή απαίτηση ή σε άλλες συμβατικές ρυθμίσεις μεταξύ του αντισυμβαλλομένου και του οφειλέτη δεν θα πρέπει να περιέχονται περιορισμοί όσον αφορά τη ρευστοποίηση της δανειακής απαίτησης που χρησιμοποιείται ως ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένων όρων που θέτουν τυπικές, χρονικές ή άλλες προϋποθέσεις για τη ρευστοποίηση.».

17.

Προστίθεται το ακόλουθο προσάρτημα 8:

«Προσάρτημα 8

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΙΤΛΟΥΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΟΥΣ ΑΠΟ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗ

Στοιχεία για το ύψος των δανείων υποβάλλονται και δημοσιεύονται σε ηλεκτρονική μορφή στο αρχείο δεδομένων για το ύψος των δανείων σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Ευρωσυστήματος – μεταξύ άλλων, της ελεύθερης πρόσβασης, της κάλυψης, της μη διάκρισης, της κατάλληλης δομής διακυβέρνησης, της διαφάνειας – και ορίζονται ως τέτοια από την ΕΚΤ, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος προσαρτήματος. Για το σκοπό αυτό, για κάθε επιμέρους συναλλαγή χρησιμοποιείται το οικείο πρότυπο παροχής στοιχείων για το ύψος των δανείων, ανάλογα με την κατηγορία του περιουσιακού στοιχείου που συνθέτει το χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών στοιχείων που παράγουν εισοδηματική ροή (16).

Στοιχεία για το ύψος των δανείων πρέπει να παρέχονται τουλάχιστον σε τριμηνιαία βάση, το αργότερο πάντως σε ένα μήνα από την ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να καταβληθούν τόκοι στους αντίστοιχους τίτλους που προέρχονται από τιτλοποίηση. Εάν δεν υποβληθούν στοιχεία για το ύψος των δανείων ή δεν γίνει ενημέρωσή τους εντός ενός μηνός από την αντίστοιχη ημερομηνία καταβολής τόκων, ο τίτλος που προέρχεται από τιτλοποίηση παύει να είναι αποδεκτός. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις ως άνω απαιτήσεις, το αρχείο δεδομένων για το ύψος των δανείων διενεργεί αυτόματους ελέγχους συνέπειας και ακρίβειας στις αναφορές νέων στοιχείων για το ύψος των δανείων ή/και στις ενημερώσεις των υφιστάμενων για κάθε συναλλαγή.

Από την ημερομηνία εφαρμογής των απαιτήσεων παροχής στοιχείων για το ύψος των δανείων όσον αφορά τίτλους προερχόμενους από τιτλοποίηση, ήτοι της σχετικής κατηγορίας περιουσιακού στοιχείου σύμφωνα με το πρότυπο παροχής στοιχείων, πρέπει να παρέχονται λεπτομερείς πληροφορίες για το ύψος κάθε δανείου όσον αφορά το χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών στοιχείων που παράγουν εισοδηματική ροή προκειμένου ένας τίτλος προερχόμενος από τιτλοποίηση να καταστεί ή να παραμείνει αποδεκτός. Εντός τριών μηνών, ο τίτλος που προέρχεται από τιτλοποίηση πρέπει να επιτύχει ένα ελάχιστο επίπεδο υποχρεωτικής συμμόρφωσης, το οποίο αξιολογείται με αναφορά στη διαθεσιμότητα πληροφοριών σε συγκεκριμένα πεδία του προτύπου παροχής στοιχείων για το ύψος των δανείων. Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τα μη διαθέσιμα πεδία, παρέχονται σε κάθε πρότυπο παροχής στοιχείων έξι επιλογές για την περίπτωση που δεν υπάρχουν στοιχεία (“No data” – ND), οι οποίες πρέπει να χρησιμοποιούνται σε περίπτωση που συγκεκριμένα στοιχεία δεν μπορούν να υποβληθούν σύμφωνα με το πρότυπο παροχής στοιχείων. Υπάρχει και μία έβδομη επιλογή ND, η οποία παρέχεται μόνο για το πρότυπο παροχής στοιχείων CMBS (Commercial Mortgage-Backed Securities/Τίτλοι που εξασφαλίζονται από υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων).

Οι επιλογές ND και οι επεξηγήσεις τους παρατίθενται στον ακόλουθο πίνακα:

Επιλογές σε περίπτωση που δεν υπάρχουν στοιχεία

Επεξήγηση

ND1

Στοιχεία που δεν συλλέχθηκαν διότι δεν απαιτούνται βάσει των κριτηρίων για την παροχή ασφάλειας

ND2

Στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά την αίτηση, αλλά δεν φορτώθηκαν στο σύστημα παροχής στοιχείων κατά την ολοκλήρωση

ND3

Στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά την αίτηση, αλλά φορτώθηκαν σε σύστημα άλλο από αυτό της παροχής στοιχείων

ND4

Στοιχεία που συλλέχθηκαν, αλλά θα είναι διαθέσιμα από ΕΕΕΕ-MM

ND5

Άνευ αντικειμένου

ND6

Δεν ισχύει στην έννομη τάξη

ND7

Μόνο για δάνεια CMBS με αξία μικρότερη των 500 000 ευρώ, ήτοι η αρχική αξία του υπολοίπου ολόκληρου του εμπορικού δανείου

Σε όλους τους τίτλους που προέρχονται από τιτλοποίηση εφαρμόζεται η ακόλουθη εννεάμηνη μεταβατική περίοδος (ανάλογα με την ημερομηνία κατά την οποία εφαρμόζονται για την αντίστοιχη κατηγορία περιουσιακών στοιχείων οι υποχρεώσεις παροχής στοιχείων για το ύψος των δανείων):

το πρώτο τρίμηνο από την ημερομηνία εφαρμογής των υποχρεώσεων παροχής στοιχείων είναι δοκιμαστική περίοδος. Τα στοιχεία για το ύψος των δανείων πρέπει να παρέχονται, αλλά δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι περιορισμοί όσον αφορά τον αριθμό των υποχρεωτικών πεδίων που περιέχουν τις ενδείξεις ND1 έως ND7,

κατά το δεύτερο τρίμηνο, ο αριθμός των υποχρεωτικών πεδίων που περιέχουν την ένδειξη ND1 δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 30 % του συνολικού αριθμού των υποχρεωτικών πεδίων, ο δε αριθμός των υποχρεωτικών πεδίων που περιέχουν τις ενδείξεις ND2, ND3 ή ND4 δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 40 % του συνολικού αριθμού των υποχρεωτικών πεδίων,

κατά το τρίτο τρίμηνο, ο αριθμός των υποχρεωτικών πεδίων που περιέχουν την ένδειξη ND1 δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 10 % του συνολικού αριθμού των υποχρεωτικών πεδίων, ο δε αριθμός των υποχρεωτικών πεδίων που περιέχουν τις ενδείξεις ND2, ND3 ή ND4 δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 20 % του συνολικού αριθμού των υποχρεωτικών πεδίων,

στο τέλος της εννεάμηνης μεταβατικής περιόδου, δεν πρέπει να υπάρχουν στα στοιχεία για το ύψος των δανείων υποχρεωτικά πεδία που να περιέχουν τις ενδείξεις ND1, ND2, ND3 ή ND4 για συγκεκριμένη συναλλαγή.

Εφαρμόζοντας τα εν λόγω όρια, το αρχείο δεδομένων για το ύψος των δανείων θα δημιουργήσει και θα αποδώσει μια βαθμολογία σε κάθε συναλλαγή τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση μετά την υποβολή και επεξεργασία των στοιχείων για το ύψος των δανείων. Η βαθμολογία αυτή θα αντικατοπτρίζει τον αριθμό των υποχρεωτικών πεδίων που περιέχουν την ένδειξη ND1 και τον αριθμό των υποχρεωτικών πεδίων που περιέχουν τις ενδείξεις ND2, ND3 ή ND4, σε σύγκριση σε κάθε περίπτωση με το συνολικό αριθμό των υποχρεωτικών πεδίων. Εν προκειμένω, οι επιλογές ND5, ND6 και ND7 μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνον εφόσον το επιτρέπουν τα αντίστοιχα πεδία στο οικείο πρότυπο παροχής στοιχείων για το ύψος των δανείων. Ο συνδυασμός των δύο ορίων αναφοράς παράγει το ακόλουθο φάσμα βαθμολόγησης των στοιχείων για το ύψος των δανείων:

Πίνακας βαθμολόγησης αξίας

Πεδία ND1

0

≤ 10 %

≤ 30 %

> 30 %

ND2

ή

ND3

ή

ND4

0

A1

B1

C1

D1

≤ 20 %

A2

B2

C2

D2

≤ 40 %

A3

B3

C3

D3

> 40 %

A4

B4

C4

D4

Σύμφωνα με την ως άνω μεταβατική περίοδο, η βαθμολόγηση πρέπει να βελτιώνεται σταδιακά για κάθε τρίμηνο, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα:

Χρονικό διάστημα

Τιμή βαθμολόγησης (μεταχείριση καταλληλότητας)

πρώτο τρίμηνο (αρχική υποβολή)

(δεν επιβάλλεται κατώτατη τιμή βαθμολόγησης)

δεύτερο τρίμηνο

C3 (κατ’ ελάχιστον)

τρίτο τρίμηνο

B2 (κατ’ ελάχιστον)

από το τέταρτο τρίμηνο και εφεξής

A1

Όσον αφορά τους τίτλους που εξασφαλίζονται με υποθήκη επί κατοικίας (residential-mortgage backed securities – RMBS), οι υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών ανά δάνειο θα αρχίσουν να ισχύουν από την 3η Ιανουαρίου 2013 και η εννεάμηνη μεταβατική περίοδος λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου 2013.

Όσον αφορά τίτλους που προέρχονται από τιτλοποίηση, όπου τα στοιχεία που παράγουν εισοδηματική ροή αποτελούνται από δάνεια σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών ανά δάνειο θα αρχίσουν να ισχύουν από την 3η Ιανουαρίου 2013 και η εννεάμηνη μεταβατική περίοδος λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου 2013.

Όσον αφορά τίτλους που εξασφαλίζονται από υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων (CMBS), οι απαιτήσεις παροχής στοιχείων ανά δάνειο θα αρχίσουν να ισχύουν από την 1η Μαρτίου 2013 και η εννεάμηνη μεταβατική περίοδος λήγει στις 30 Νοεμβρίου 2013.

Για τίτλους που προέρχονται από τιτλοποίηση, όπου τα περιουσιακά στοιχεία που παράγουν εισοδηματική ροή αποτελούνται από δάνεια για αγορά αυτοκινήτου, δάνεια καταναλωτικής πίστης, ή απαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις, οι υποχρεώσεις παροχής στοιχείων ανά δάνειο θα αρχίσουν να ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και η εννεάμηνη μεταβατική περίοδος λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.

Τίτλοι προερχόμενοι από τιτλοποίηση, οι οποίοι εκδόθηκαν μετά τους εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των νέων απαιτήσεων παροχής στοιχείων για το ύψος των δανείων (17) πρέπει να ανταποκρίνονται πλήρως στις υποχρεώσεις παροχής στοιχείων από την αρχική υποβολή των στοιχείων για το ύψος των δανείων, ήτοι από την έκδοσή τους. Υφιστάμενες συναλλαγές τίτλων προερχόμενων από τιτλοποίηση που δεν συνάδουν με κανένα από τα πρότυπα παροχής στοιχείων για το ύψος των δανείων παραμένουν αποδεκτές μέχρι τις 31 Μαρτίου 2014. Το Ευρωσύστημα θα αξιολογεί κατά περίπτωση εάν συγκεκριμένη συναλλαγή τίτλου προερχόμενου από τιτλοποίηση μπορεί να ευεργετηθεί από την εν λόγω προστατευτική διάταξη.


(1)  Τα ομόλογα με πιστοποιητικά απόκτησης μετοχών (warrants) ή άλλα παρόμοια δικαιώματα δεν είναι αποδεκτά.

(2)  Τίτλος που προέρχεται από τιτλοποίηση δεν θεωρείται αποδεκτός, εάν κάποιο από τα περιουσιακά στοιχεία που συνθέτουν το χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών στοιχείων που παράγουν εισοδηματική ροή και τον εξασφαλίζουν προέρχεται απευθείας από την εταιρεία ειδικού σκοπού που εκδίδει τον εν λόγω τίτλο.

(3)  Ο εν λόγω όρος δεν αποκλείει τίτλους προερχόμενους από τιτλοποίηση όταν στην έκδοσή τους εμπλέκονται δύο εταιρείες ειδικού σκοπού και εφόσον πληρούται από τις τελευταίες ο όρος της “γνήσιας πώλησης” έτσι ώστε τα χρεόγραφα που εκδίδονται από τη δεύτερη εταιρεία ειδικού σκοπού να εξασφαλίζονται άμεσα ή έμμεσα από το αρχικό χαρτοφυλάκιο περιουσιακών στοιχείων και όλες οι εισοδηματικές ροές που παράγονται από τα περιουσιακά στοιχεία να μεταβιβάζονται από την πρώτη στη δεύτερη εταιρεία ειδικού σκοπού.

(4)  Στον εν λόγω περιορισμό δεν εμπίπτουν πράξεις ανταλλαγής που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο συναλλαγών σε τίτλους προερχόμενους από τιτλοποίηση αποκλειστικά για σκοπούς αντιστάθμισης κινδύνων.

(5)  Τίτλοι που προέρχονται από τιτλοποίηση, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις παροχής στοιχείων που αφορούν το ύψος των δανείων επειδή αποτελούνται από μεικτό χαρτοφυλάκιο ετερογενών υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων ή/και δεν ανταποκρίνονται σε κανένα πρότυπο που αφορά το ύψος των δανείων θα παραμείνουν αποδεκτοί μέχρι τις 31 Μαρτίου 2014.

(6)  Εάν ο αντισυμβαλλόμενος χρησιμοποιεί περιουσιακά στοιχεία τα οποία, λόγω ταύτισης με τον εκδότη/οφειλέτη/εγγυητή ή λόγω της ύπαρξης στενών δεσμών, δεν επιτρεπόταν εξαρχής ή δεν επιτρέπεται πλέον να χρησιμοποιήσει για εξασφάλιση ανεξόφλητης πίστωσης, υποχρεούται να ενημερώσει αμέσως την οικεία ΕθνΚΤ. Τα περιουσιακά στοιχεία αποτιμώνται με μηδενική αξία κατά την επόμενη αποτίμηση και ενδέχεται να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός κάλυψης διαφορών αποτίμησης (βλ. και προσάρτημα 6). Επιπλέον, ο αντισυμβαλλόμενος υποχρεούται να αποσύρει το περιουσιακό στοιχείο το συντομότερο δυνατόν.»

(7)  Περισσότερες λεπτομέρειες παρέχονται στην ενότητα 6.2.1.

(8)  Περισσότερες λεπτομέρειες παρέχονται στην ενότητα 6.2.2.

(9)  Η ποιότητα των εμπορεύσιμων χρεογράφων για τα οποία δεν υπάρχει πιστοληπτική διαβάθμιση και τα οποία έχουν εκδοθεί ή είναι εγγυημένα από μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις κρίνεται με βάση την πηγή αξιολόγησης που έχει επιλέξει ο αντίστοιχος αντισυμβαλλόμενος σύμφωνα με τους κανόνες του ECAF για τις δανειακές απαιτήσεις, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην ενότητα 6.3.3. Στην περίπτωση αυτών των εμπορεύσιμων χρεογράφων ισχύουν τροποποιημένα κριτήρια καταλληλότητας για τα εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία, ως εξής: τόπος εγκατάστασης του εκδότη/εγγυητή: ζώνη του ευρώ, τόπος έκδοσης: ζώνη του ευρώ.

(10)  Ο αντισυμβαλλόμενος πρέπει να γνωστοποιήσει αμέσως στο φορέα παροχής του RT οποιοδήποτε πιστωτικό γεγονός μπορεί να υποδηλώνει μείωση της πιστοληπτικής ικανότητας.».

(11)  Ισχύει εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος δεν μεταβιβάσει κατά την ημερομηνία διακανονισμού επαρκή ποσότητα περιουσιακών στοιχείων ή μετρητών (κατά περίπτωση, όσον αφορά το μηχανισμό κάλυψης διαφορών αποτίμησης) για το διακανονισμό, ή δεν παράσχει, έως τη λήξη της πράξης μέσω αντίστοιχου μηχανισμού κάλυψης διαφορών αποτίμησης, ασφάλεια για το ποσό της ρευστότητας η οποία του κατανεμήθηκε με πράξη παροχής ρευστότητας, ή δεν καταβάλει επαρκές ποσό μετρητών για το διακανονισμό του ποσού το οποίο του κατανεμήθηκε με πράξη απορρόφησης ρευστότητας.

(12)  Ισχύει εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος δεν μεταβιβάσει επαρκή ποσότητα αποδεκτών περιουσιακών στοιχείων ή δεν καταβάλει επαρκές ποσό μετρητών για το διακανονισμό του ποσού που έχει συμφωνηθεί με διμερείς συναλλαγές, ή εάν δεν παράσχει ασφάλεια για ανεξόφλητη διμερή συναλλαγή οποτεδήποτε έως τη λήξη της μέσω αντίστοιχου μηχανισμού κάλυψης διαφορών αποτίμησης.

(13)  Ισχύει εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος χρησιμοποιεί περιουσιακά στοιχεία τα οποία είναι ή έχουν γίνει μη αποδεκτά ή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο, π.χ. λόγω στενών δεσμών ή ταύτισης μεταξύ του εκδότη/εγγυητή και του αντισυμβαλλομένου.

(14)  Ισχύει εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος έχει στο τέλος της ημέρας αρνητικό υπόλοιπο στο λογαριασμό διακανονισμού του και δεν πληροί τις προϋποθέσεις πρόσβασης στη διευκόλυνση οριακής χρηματοδότησης.

(15)  Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται επίσης οσάκις α) ο αντισυμβαλλόμενος έχει χρησιμοποιήσει μη αποδεκτά περιουσιακά στοιχεία ή έχει παράσχει πληροφορίες που επηρεάζουν αρνητικά την αξία των ασφαλειών, π.χ. όσον αφορά το ανεξόφλητο υπόλοιπο χρησιμοποιηθείσας δανειακής απαίτησης, οι οποίες είναι ή υπήρξαν εσφαλμένες ή παρωχημένες, ή β) ο αντισυμβαλλόμενος χρησιμοποιεί περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν είναι αποδεκτά λόγω στενών δεσμών μεταξύ του εκδότη/εγγυητή και του αντισυμβαλλομένου.».

(16)  Τα οικεία πρότυπα παροχής στοιχείων για το ύψος των δανείων για συγκεκριμένες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων δημοσιεύονται στο δικτυακό τόπο της ΕΚΤ.

(17)  Δηλαδή την 30ή Σεπτεμβρίου 2013 για τα RMBS και τις ΜΜΕ, την 30ή Νοεμβρίου 2013 για τα CMBS και την 30ή Σεπτεμβρίου 2014 για δάνεια αγοράς αυτοκινήτου, δάνεια καταναλωτικής πίστης και μελλοντικές πρόσοδοι από χρηματοδοτικές μισθώσεις».