9.5.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 123/44


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΉ ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 7ης Μαΐου 2012

σχετικά με τον προσδιορισμό των περιόδων έναρξης και διακοπής λειτουργίας για τους σκοπούς της οδηγίας 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί βιομηχανικών εκπομπών

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2012) 2948]

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2012/249/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τις βιομηχανικές εκπομπές (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) (1), και ιδίως το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου του άρθρου 41,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 2010/75/ΕΕ δεν καθορίζει περιόδους για την έναρξη και τη διακοπή λειτουργίας, μολονότι οι εν λόγω περίοδοι αφορούν επιμέρους διατάξεις της.

(2)

Για τις μονάδες καύσης που καλύπτονται από το κεφάλαιο III της οδηγίας 2010/75/ΕΕ, ο καθορισμός των περιόδων έναρξης και διακοπής της λειτουργίας απαιτείται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις οριακές τιμές εκπομπών που καθορίζονται στο παράρτημα V της οδηγίας 2010/75/ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη το μέρος 4 του εν λόγω παραρτήματος, καθώς και για τον καθορισμό του αριθμού των ωρών λειτουργίας των εγκαταστάσεων καύσης, για τις περιπτώσεις που αφορούν την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας.

(3)

Το άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο στ) της οδηγίας 2010/75/ΕΕ επιβάλλει η άδεια να περιλαμβάνει μέτρα σχετικά με τις συνθήκες λειτουργίας εκτός των κανονικών, όπως η έναρξη και η διακοπή λειτουργίας. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 2010/75/ΕΕ, ανάλογα μέτρα μπορούν να συμπεριληφθούν σε γενικούς δεσμευτικούς κανόνες.

(4)

Οι εκπομπές των εγκαταστάσεων καύσης κατά τις περιόδους έναρξης και διακοπής της λειτουργίας είναι γενικά σε υψηλές συγκεντρώσεις συγκριτικά με τις παρατηρούμενες υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας. Λόγω του στόχου της οδηγίας 2010/75/ΕΕ για την πρόληψη των εκπομπών, οι εν λόγω περίοδοι θα πρέπει να είναι κατά το δυνατόν σύντομες.

(5)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής που έχει συσταθεί με βάση το άρθρο 75 της οδηγίας 2010/75/ΕΕ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα απόφαση θεσπίζει κανόνες σχετικά με τον καθορισμό των περιόδων έναρξης και διακοπής λειτουργίας που αναφέρονται στο σημείο 27 του άρθρου 3 και στο σημείο 1 του μέρους 4 του παραρτήματος V της οδηγίας 2010/75/ΕΕ.

Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται σε μονάδες καύσης που καλύπτονται από το κεφάλαιο III της οδηγίας 2010/75/ΕΕ.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, νοείται ως:

1)

«ελάχιστο φορτίο έναρξης λειτουργίας για σταθερή παραγωγή» το ελάχιστο φορτίο που επιτρέπει τη σταθερή λειτουργία της παραγωγικής μονάδας καύσης μετά την έναρξη λειτουργίας, με το οποίο η μονάδα είναι σε θέση να παραδώσει, ασφαλώς και αξιόπιστα, την παραγωγή της σε δίκτυο, σε πλέγμα, σε συσσωρευτή θερμότητας ή σε βιομηχανικό χώρο·

2)

«ελάχιστο φορτίο διακοπής λειτουργίας για σταθερή παραγωγή» το ελάχιστο φορτίο με το οποίο η μονάδα αδυνατεί πλέον να παραδώσει, ασφαλώς και αξιόπιστα, την παραγωγή της σε εθνικό, σε πλέγμα, σε συσσωρευτή θερμότητας ή σε βιομηχανικό σύμπλεγμα και υπό το οποίο θεωρείται ότι οδηγείται σε διακοπή της λειτουργίας της.

Άρθρο 3

Γενικοί κανόνες για τον καθορισμό των περιόδων έναρξης και διακοπής λειτουργίας

Για τον καθορισμό του τέλους της περιόδου έναρξης και της αρχής της περιόδου διακοπής λειτουργίας, ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες:

1)

τα κριτήρια ή οι παράμετροι που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των περιόδων έναρξης και διακοπής λειτουργίας πρέπει να είναι διαφανή και να επαληθεύονται από εξωτερικούς ελεγκτές·

2)

ο καθορισμός των περιόδων έναρξης και διακοπής λειτουργίας πραγματοποιείται βάσει όρων που να επιτρέπουν σταθερή διαδικασία παραγωγής η οποία διασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια·

3)

οι περίοδοι κατά τις οποίες μια εγκατάσταση καύσης, μετά την έναρξη λειτουργίας, λειτουργεί σταθερά και ασφαλώς εφοδιαζόμενη με καύσιμα χωρίς, εντούτοις, εξαγωγή θερμικής, ηλεκτρικής ή μηχανικής ενέργειας, δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στην περίοδο έναρξης ή διακοπής της λειτουργίας.

Άρθρο 4

Καθορισμός των περιόδων έναρξης και διακοπής λειτουργίας στην άδεια

1.   Για τους σκοπούς του προσδιορισμού των περιόδων έναρξης και διακοπής της λειτουργίας στην άδεια της εγκατάστασης, συμπεριλαμβανόμενης της μονάδας καύσης, τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο στ) της οδηγίας 2010/75/ΕΕ, περιλαμβάνουν:

α)

τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα:

i)

το τελικό σημείο της περιόδου έναρξης και το αρχικό σημείο της περιόδου διακοπής της λειτουργίας εκφραζόμενα ως όρια φορτίου, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7 και 8 και λαμβάνοντας υπόψη ότι το ελάχιστο φορτίο διακοπής λειτουργίας για σταθερή παραγωγή μπορεί να είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο φορτίο έναρξης λειτουργίας για σταθερή παραγωγή, δεδομένου ότι η μονάδα καύσης ενδέχεται να λειτουργεί σταθερά με χαμηλότερο φορτίο αφής στιγμής έχει επιτύχει επαρκή θερμοκρασία μετά από μια περίοδο λειτουργίας,

ii)

διακριτές διαδικασίες ή κατώτερα όρια για επιχειρησιακές παραμέτρους, που να σχετίζονται με την περάτωση της περιόδου έναρξης λειτουργίας καθώς και με την έναρξη της περιόδου παύσης λειτουργίας και που να είναι σαφή, ευχερούς παρακολούθησης και δυνατόν να εφαρμοστούν στη χρησιμοποιούμενη τεχνολογία, όπως ορίζει το άρθρο 9·

β)

μέτρα που διασφαλίζουν την κατά το δυνατόν ελαχιστοποίηση των περιόδων έναρξης και διακοπής λειτουργίας·

γ)

μέτρα που εξασφαλίζουν ότι το σύνολο του εξοπλισμού μείωσης των εκπομπών έχει τεθεί σε λειτουργία το συντομότερο δυνατόν από τεχνική σκοπιά.

Για τους σκοπούς της πρώτης παραγράφου, λαμβάνονται υπόψη τα τεχνικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά της εγκατάστασης καύσης και των μονάδων της καθώς και οι τεχνικές απαιτήσεις για τη λειτουργία των χρησιμοποιούμενων τεχνικών μείωσης των εκπομπών.

2.   Αν μεταβληθούν κάποιες πτυχές σχετικές με την εκάστοτε εγκατάσταση που επηρεάζουν τις περιόδους έναρξης και διακοπής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένων των εγκατεστημένων ειδών εξοπλισμού, του τύπου των καυσίμων, του ρόλου της μονάδας στο σύστημα και των χρησιμοποιούμενων τεχνικών μείωσης των εκπομπών, επανεξετάζονται και, εν ανάγκη, ενημερώνονται από την αρμόδια αρχή οι όροι της αδείας όσον αφορά τις περιόδους έναρξης και διακοπής λειτουργίας.

Άρθρο 5

Καθορισμός των περιόδων έναρξης και διακοπής λειτουργίας για εγκαταστάσεις καύσης που αποτελούνται από δύο ή περισσότερες μονάδες

1.   Για τον υπολογισμό των μέσων τιμών εκπομπής, ως ορίζεται στο σημείο 1 του μέρους 4 του παραρτήματος V της οδηγίας 2010/75/ΕΕ, οι ακόλουθοι κανόνες εφαρμόζονται για τον καθορισμό των περιόδων έναρξης και διακοπής λειτουργίας των εγκαταστάσεων καύσης που αποτελούνται από δύο ή περισσότερες μονάδες:

α)

δεν λαμβάνονται υπόψη οι καταγραφόμενες τιμές κατά την περίοδο έναρξης λειτουργίας της πρώτης μονάδας και κατά τη διακοπή λειτουργίας της τελευταίας μονάδας καύσης·

β)

δεν λαμβάνονται υπόψη οι καταγραφόμενες τιμές στη διάρκεια άλλων περιόδων έναρξης και διακοπής λειτουργίας των επιμέρους μονάδων εφόσον οι αντίστοιχες μετρήσεις τιμών πραγματοποιήθηκαν ή, όταν είναι αδύνατες τεχνικά ή οικονομικά οι μετρήσεις, υπολογίστηκαν χωριστά για εκάστη των εν λόγω μονάδων.

2.   Για τους σκοπούς του σημείου 27 του άρθρου 3 της οδηγίας 2010/75/ΕΕ, ως περίοδοι έναρξης και διακοπής λειτουργίας των εγκαταστάσεων καύσης που αποτελούνται από δύο ή περισσότερες μονάδες θεωρούνται μόνο η περίοδος έναρξης λειτουργίας της πρώτης μονάδας καύσης και η περίοδος διακοπής λειτουργίας της τελευταίας μονάδας καύσης.

Για τις εγκαταστάσεις καύσης για τις οποίες τα σημεία 2, 4 και 6 του μέρους 1 του παραρτήματος V της οδηγίας 2010/75/ΕΕ επιτρέπουν την εφαρμογή οριακής τιμής εκπομπής για τμήμα της εγκατάστασης με απαγωγή καυσαερίων μέσω ενός ή περισσότερων χωριστών καπναγωγών κοινής καπνοδόχου, οι περίοδοι έναρξης και διακοπής επιτρέπεται να καθορίζονται χωριστά για έκαστο των εν λόγω τμημάτων της εγκατάστασης. Ως περίοδοι έναρξης και διακοπής λειτουργίας για τμήμα της εγκατάστασης θεωρούνται σε ανάλογες περιπτώσεις η περίοδος έναρξης λειτουργίας της μονάδας καύσης που τίθεται πρώτη σε λειτουργία στο συγκεκριμένο τμήμα της εγκατάστασης και η περίοδος διακοπής λειτουργίας της τελευταίας μονάδας καύσης που διακόπτει τη λειτουργία της στο συγκεκριμένο τμήμα της εγκατάστασης.

Άρθρο 6

Καθορισμός των περιόδων έναρξης και διακοπής λειτουργίας για τις μονάδες καύσης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ή παροχής ρεύματος για μηχανική κίνηση με χρήση κατώτερων ορίων φορτίου

1.   Για τις μονάδες καύσης που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια και για τις μονάδες καύσης που παράγουν ενέργεια για μηχανική κίνηση, η περίοδος έναρξης λειτουργίας θεωρείται ότι λήγει όταν η μονάδα φτάσει στο ελάχιστο φορτίο έναρξης λειτουργίας για σταθερή παραγωγή.

2.   Η περίοδος διακοπής λειτουργίας θεωρείται ότι αρχίζει μόλις σταματήσει ο εφοδιασμός με καύσιμα αφού έχει επιτευχθεί το ελάχιστο φορτίο διακοπής λειτουργίας για σταθερή παραγωγή κάτω από το οποίο δεν παράγεται πλέον ηλεκτρική ενέργεια διαθέσιμη σε δίκτυο ή η παραγόμενη μηχανική ενέργεια δεν είναι πλέον χρήσιμη για το μηχανικό φορτίο.

3.   Τα όρια φορτίου που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του τέλους της περιόδου έναρξης και διακοπής λειτουργίας στις εγκαταστάσεις καύσης για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αναφέρονται στην άδεια της εγκατάστασης και είναι ένα σταθερό ποσοστό της ονομαστικής ηλεκτρικής ισχύος της εκάστοτε εγκατάστασης καύσης.

4.   Τα όρια φορτίου που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του τέλους της περιόδου έναρξης λειτουργίας και της αρχής της περιόδου διακοπής λειτουργίας στις εγκαταστάσεις καύσης για μηχανική κίνηση, αναφέρονται στην άδεια της εγκατάστασης και είναι ένα σταθερό ποσοστό της μηχανικής ισχύος εξόδου της μονάδα καύσης.

Άρθρο 7

Καθορισμός των περιόδων έναρξης και διακοπής λειτουργίας για τις μονάδες καύσης παραγωγής θερμότητας με χρήση κατωτέρων ορίων φορτίου

1.   Για τις εγκαταστάσεις καύσης που παράγουν θερμότητα, η περίοδος έναρξης λειτουργίας θεωρείται ότι έχει λήξει όταν η μονάδα φτάσει στο ελάχιστο φορτίο έναρξης λειτουργίας για σταθερή παραγωγή και η παραγόμενη θερμική ενέργεια μπορεί με ασφάλεια και αξιοπιστία να παραδοθεί σε δίκτυο διανομής ή συσσωρευτή θερμότητας ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα σε τοπικό βιομηχανικό χώρο.

2.   Η περίοδος διακοπής λειτουργίας θεωρείται ότι αρχίζει μετά την επίτευξη του ελάχιστου φορτίου διακοπής λειτουργίας για σταθερή παραγωγή θερμότητας όταν είναι πλέον αδύνατη η παράδοση θερμικής ενέργειας με ασφάλεια και αξιοπιστία σε δίκτυο ή η άμεση χρήση της σε τοπικό βιομηχανικό χώρο.

3.   Τα όρια φορτίου που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του τέλους της περιόδου έναρξης λειτουργίας και της αρχής της περιόδου διακοπής λειτουργίας για μονάδες καύσης που παράγουν θερμότητα αναφέρονται στην άδεια της εγκατάστασης και είναι ένα σταθερό ποσοστό της ονομαστικής παραγωγής θερμικής ενέργειας της εκάστοτε εγκατάστασης καύσης.

4.   Περίοδοι κατά τις οποίες ανάλογες μονάδες παραγωγής παράγουν ενέργεια για τη θέρμανση συσσωρευτή ή δεξαμενής δίχως να εξάγουν θερμότητα, θεωρούνται ώρες λειτουργίας και όχι περίοδοι έναρξης ή διακοπής λειτουργίας.

Άρθρο 8

Καθορισμός των περιόδων έναρξης και διακοπής λειτουργίας για τις μονάδες καύσης συνδυασμένης παραγωγής θερμικής και ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση κατωτέρων ορίων φορτίου

Για τις μονάδες καύσης συνδυασμένης παραγωγής ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας, οι περίοδοι έναρξης και διακοπής της λειτουργίας καθορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7, λαμβάνοντας υπόψη την παραγόμενη ηλεκτρική και θερμική ενέργεια.

Άρθρο 9

Καθορισμός των περιόδων έναρξης και διακοπής της λειτουργίας χρησιμοποιώντας επιχειρησιακές παραμέτρους ή διακριτές διαδικασίες

Για τον καθορισμό του ελαχίστου φορτίου έναρξης λειτουργίας και του ελαχίστου φορτίου διακοπής λειτουργίας για σταθερή παραγωγή, καθορίζονται τουλάχιστον τρία κριτήρια, θεωρώντας ότι έχουν επιτευχθεί το τέλος της περιόδου έναρξης λειτουργίας ή η έναρξη της περιόδου διακοπής λειτουργίας όταν πληρούνται τουλάχιστον δύο εξ αυτών.

Τα εν λόγω κριτήρια επιλέγονται μεταξύ των κατωτέρω:

1)

διακριτές διαδικασίες που καθορίζονται στο παράρτημα ή ισοδύναμες διαδικασίες που είναι κατάλληλες για τα τεχνικά χαρακτηριστικά της εγκατάστασης·

2)

κατώτερα όρια για τις επιχειρησιακές παραμέτρους που αναφέρονται στο παράρτημα, ή για ισοδύναμες επιχειρησιακές παραμέτρους που είναι κατάλληλες για τα τεχνικά χαρακτηριστικά της εγκατάστασης,

Άρθρο 10

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 7 Μαΐου 2012.

Για την Επιτροπή

Janez POTOČNIK

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 334 της 17.12.2010, σ. 17.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΔΙΑΚΡΙΤΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

1.   Διακριτές διαδικασίες που συνδέονται με το ελάχιστο φορτίο έναρξης λειτουργίας για σταθερή παραγωγή

1.1.

Για λέβητες με στερεά καύσιμα: πλήρης μετάβαση από τη χρήση των βοηθητικών καυστήρων ή των συμπληρωματικών καυστήρων σε λειτουργία μόνο με κανονικό καύσιμο.

1.2.

Για λέβητες με υγρά καύσιμα: έναρξη της κύριας αντλίας τροφοδοσίας καυσίμου και όταν σταθεροποιείται η πίεση του καυσίμου πετρελαίου, επιτρέποντας παράλληλα ο ρυθμός ροής του καυσίμου να χρησιμεύει εν προκειμένω ως δείκτης.

1.3.

Για αεριοστρόβιλους: το σημείο όπου η λειτουργία καύσης μετατρέπεται σε λειτουργία πλήρους προαναμεμειγμένης σταθερής κατάστασης καύσης, ή «ταχύτητας αδρανούς αυτοσυντήρησης».

2.   Παράμετροι επιχειρησιακής λειτουργίας.

2.1.

Περιεκτικότητα των καυσαερίων σε οξυγόνο.

2.2.

Θερμοκρασία καυσαερίων.

2.3.

Πίεση ατμού.

2.4.

Για τις μονάδες που παράγουν θερμότητα: ενθαλπία και ρυθμός μεταφοράς θερμότητας υγρών.

2.5.

Για μονάδες καύσης υγρών και αερίων: ρυθμός ροής του καυσίμου, καθοριζόμενος ως ποσοστό της ονομαστικής δυναμικότητας της ροής καυσίμου.

2.6.

Για τις μονάδες ατμολέβητα: θερμοκρασία του ατμού στην έξοδο του λέβητα.