28.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 131/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 390/2009 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 23ης Απριλίου 2009

για την τροποποίηση της Κοινής Προξενικής Εγκυκλίου περί θεωρήσεων προς τις διπλωματικές και τις έμμισθες προξενικές αρχές όσον αφορά την εισαγωγή βιομετρικών στοιχείων καθώς και διατάξεων για την οργάνωση της παραλαβής και της εξέτασης των αιτήσεων θεώρησης

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο ii),

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Για την εξασφάλιση αξιόπιστου ελέγχου και εξακρίβωσης της ταυτότητας των αιτούντων θεώρηση, είναι αναγκαία η επεξεργασία βιομετρικών στοιχείων στο Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) που θεσπίστηκε με την απόφαση 2004/512/ΕΚ του Συμβουλίου (3), καθώς και η σύσταση νομικού πλαισίου για τη συλλογή αυτών των βιομετρικών στοιχείων. Η εφαρμογή του VIS προϋποθέτει επίσης νέες μορφές οργάνωσης της παραλαβής των αιτήσεων θεώρησης.

(2)

Η ενσωμάτωση βιομετρικών στοιχείων στο VIS αποτελεί σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της χρησιμοποίησης νέων στοιχείων, τα οποία συνδέουν με πιο αξιόπιστο τρόπο τον κάτοχο θεώρησης με το διαβατήριό του, έτσι ώστε να αποφεύγεται η χρήση πλαστών στοιχείων ταυτότητας. Ως εκ τούτου, η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αιτούντος θεώρηση —τουλάχιστον κατά την υποβολή της πρώτης αίτησης— θα πρέπει να είναι μία από τις βασικές απαιτήσεις για τη χορήγηση θεώρησης, με καταχώριση των βιομετρικών του στοιχείων στο VIS.

(3)

Η επιλογή των βιομετρικών στοιχείων γίνεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 767/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για το Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των κρατών μελών για τις θεωρήσεις μικρής διάρκειας (4) («κανονισμός VIS»).

(4)

Ο παρών κανονισμός ορίζει τις προδιαγραφές για τη συλλογή αυτών των βιομετρικών στοιχείων παραπέμποντας στις σχετικές διατάξεις του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας («ICAO»). Δεν απαιτούνται περαιτέρω τεχνικές προδιαγραφές για την εξασφάλιση της διαλειτουργικότητας.

(5)

Οιοδήποτε έγγραφο, δεδομένο ή βιομετρικό στοιχείο παραλαμβανόμενο από κράτος μέλος κατά τη διάρκεια αίτησης για θεώρηση θεωρείται «προξενικό έγγραφο» δυνάμει της σύμβασης της Βιέννης σχετικά με τις Προξενικές Σχέσεις της 24ης Απριλίου 1963 και αντιμετωπίζεται κατά τον δέοντα τρόπο.

(6)

Για να διευκολυνθεί η καταχώριση των αιτούντων και να μειωθούν τα έξοδα των κρατών μελών, χρειάζεται να εξετασθούν νέες οργανωτικές δυνατότητες πέραν του υφιστάμενου πλαισίου εκπροσώπησης. Κατά πρώτον, θα πρέπει να προστεθεί στην Κοινή Προξενική Εγκύκλιο περί θεωρήσεων προς τις διπλωματικές και τις έμμισθες προξενικές αρχές (5) ειδική μορφή εκπροσώπησης, η οποία να περιορίζεται στη συγκέντρωση των αιτήσεων και στην καταχώριση των βιομετρικών στοιχείων.

(7)

Θα πρέπει να προβλεφθούν και άλλες δυνατότητες επιλογής, όπως η συστέγαση, τα κοινά κέντρα αιτήσεων, οι επίτιμοι πρόξενοι και η συνεργασία με εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών. Για τις δυνατότητες αυτές θα πρέπει να προβλεφθεί κατάλληλο νομικό πλαίσιο, το οποίο να λαμβάνει ιδίως υπόψη την προστασία των δεδομένων. Σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο παρόν νομικό πλαίσιο, τα κράτη μέλη επιλέγουν τη μορφή οργανωτικής δομής που θα χρησιμοποιείται σε εκάστοτε επιμέρους τρίτη χώρα. Η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με αυτές τις δομές.

(8)

Κατά την οργάνωση συνεργασίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε οι αιτούντες θεώρηση να παραπέμπονται στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την εξέταση της αίτησής τους.

(9)

Είναι αναγκαίο να ληφθεί μέριμνα για τις περιπτώσεις όπου τα κράτη μέλη, προς διευκόλυνση της διαδικασίας, αποφασίζουν να συνεργαστούν με εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών για τη συγκέντρωση των αιτήσεων. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται εφόσον, σε εξαιρετικές περιστάσεις ή για λόγους σχετικούς με την τοπική κατάσταση, δεν κρίνεται σκόπιμη για το οικείο κράτος μέλος η συνεργασία με άλλα κράτη μέλη υπό μορφή περιορισμένης εκπροσώπησης, συστέγασης ή Κοινού Κέντρου Αιτήσεων. Οι σχετικές ρυθμίσεις θα πρέπει να τηρούν τις γενικές αρχές για τη χορήγηση θεωρήσεων καθώς και τις απαιτήσεις ως προς την προστασία των δεδομένων οι οποίες καθορίζονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (6). Επιπλέον, κατά την εκπόνηση και εφαρμογή των διακανονισμών αυτών, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη πρόληψης της άγρας θεωρήσεων («visa-shopping»).

(10)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεργάζονται με εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών βάσει νομικής πράξεως η οποία θα πρέπει να περιέχει διατάξεις σχετικά με τις ακριβείς αρμοδιότητές τους, καθώς και την άμεση και πλήρη πρόσβαση στους χώρους τους, την ενημέρωση των αιτούντων, την εμπιστευτικότητα και τις περιστάσεις, τους όρους και τις διαδικασίες αναστολής ή παύσης της συνεργασίας.

(11)

Ο παρών κανονισμός, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να συνεργασθούν με εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών για τη συγκέντρωση των αιτήσεων, καθιερώνοντας παράλληλα την αρχή της «μιας στάσης», δημιουργεί παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα της αυτοπρόσωπης παρουσίας (όπως προβλέπεται στο μέρος ΙΙΙ σημείο 4 της Κοινής Προξενικής Εγκυκλίου). Αυτό δεν θίγει τη δυνατότητα να κληθεί ο αιτών σε προσωπική συνέντευξη, αλλά ούτε και τη θέσπιση μελλοντικών νομικών πράξεων για τη ρύθμιση των εν λόγω ζητημάτων.

(12)

Για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις περί προστασίας των δεδομένων, ζητήθηκε η γνώμη της Ομάδας Εργασίας που συστάθηκε με το άρθρο 29 της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

(13)

Η οδηγία 95/46/ΕΚ εφαρμόζεται στα κράτη μέλη όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(14)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρήσουν τη δυνατότητα για όλους τους αιτούντες να υποβάλλουν απευθείας αιτήσεις στις διπλωματικές ή προξενικές αρχές τους.

(15)

Για να διευκολύνεται η διαδικασία τυχόν μεταγενέστερης αίτησης, θα πρέπει να είναι δυνατή η αντιγραφή δακτυλικών αποτυπωμάτων από την πρώτη εισαγωγή στο VIS εντός περιόδου 59 μηνών. Μετά την πάροδο της περιόδου αυτής, τα δακτυλικά αποτυπώματα θα πρέπει να λαμβάνονται εκ νέου.

(16)

Λόγω της απαίτησης για συλλογή βιομετρικών στοιχείων, δεν θα πρέπει πλέον να ανατίθεται σε εμπορικούς διαμεσολαβητές, όπως οι ταξιδιωτικοί πράκτορες, η διεκπεραίωση της πρώτης αίτησης αλλά μόνο των μεταγενέστερων αιτήσεων.

(17)

Συνεπώς, η Κοινή Προξενική Εγκύκλιος θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(18)

Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει έκθεση για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού VIS και εν συνεχεία ανά τετραετία.

(19)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, ήτοι η οργάνωση της παραλαβής και της εξέτασης των αιτήσεων από πλευράς εισαγωγής βιομετρικών δεδομένων στο VIS και η καθιέρωση κοινών προτύπων και διαλειτουργικών βιομετρικών στοιχείων και κοινών κανόνων για όλα τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην κοινή πολιτική της Κοινότητας περί χορήγησης θεωρήσεων, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορούν επομένως να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας κατά το άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των εν λόγω επιδιωκόμενων στόχων μέτρα.

(20)

Βάσει των άρθρων 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που έχει προσαρτηθεί στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του. Δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός βασίζεται στο κεκτημένο του Σένγκεν, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του τρίτου μέρους του τίτλου IV της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία, σύμφωνα με το άρθρο 5 του εν λόγω πρωτοκόλλου, αποφασίζει εντός εξαμήνου από την ημερομηνία έκδοσης του παρόντος κανονισμού, εάν θα τον μεταφέρει στο εθνικό της δίκαιο.

(21)

Όσον αφορά την Ισλανδία και τη Νορβηγία, ο παρών κανονισμός συνιστά ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν κατά την έννοια της συμφωνίας που έχει συναφθεί από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας για τη σύνδεση των δύο αυτών κρατών με την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (7) που εμπίπτει στον τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 σημείο Β της απόφασης 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου (8) σχετικά με ορισμένες λεπτομέρειες εφαρμογής της ανωτέρω συμφωνίας.

(22)

Ο παρών κανονισμός συνιστά ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν στις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει, σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου 2000/365/ΕΚ, της 29ης Μαΐου 2000, σχετικά με το αίτημα του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (9). Ως εκ τούτου, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει στη θέσπιση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(23)

Ο παρών κανονισμός συνιστά ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν στις οποίες η Ιρλανδία δεν συμμετέχει, σύμφωνα με την απόφαση 2002/192/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με το αίτημα της Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (10). Ως εκ τούτου, η Ιρλανδία δεν συμμετέχει στη θέσπιση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(24)

Όσον αφορά την Ελβετία, ο παρών κανονισμός συνιστά ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας με την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (11), που εμπίπτει στον τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 σημείο Β της απόφασης 1999/437/ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2008/146/ΕΚ του Συμβουλίου (12).

(25)

Όσον αφορά το Λιχτενστάιν, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν κατά την έννοια του πρωτοκόλλου που έχει υπογραφεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας με την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, που εμπίπτει στον τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 σημείο Β της απόφασης 1999/437/ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2008/261/ΕΚ του Συμβουλίου (13).

(26)

Όσον αφορά την Κύπρο, ο παρών κανονισμός συνιστά πράξη που βασίζεται στο κεκτημένο του Σένγκεν ή που άλλως σχετίζεται με αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2003.

(27)

Ο παρών κανονισμός συνιστά πράξη που βασίζεται στο κεκτημένο του Σένγκεν ή που άλλως σχετίζεται με αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2005,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις της Κοινής Προξενικής Εγκυκλίου

Η Κοινή Προξενική Εγκύκλιος περί θεωρήσεων προς τις διπλωματικές και τις έμμισθες προξενικές αρχές τροποποιείται ως εξής:

1.

Το μέρος ΙΙ τροποποιείται ως ακολούθως:

α)

Στο σημείο 1.2 στοιχείο β) προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«Ένα κράτος μέλος είναι επίσης δυνατόν να εκπροσωπεί ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη σε περιορισμένο βαθμό, όσον αφορά αποκλειστικά και μόνον τη συγκέντρωση των αιτήσεων και την καταχώριση βιομετρικών στοιχείων. Εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις των στοιχείων γ) και ε) του σημείου 1.2. Η συγκέντρωση και η διαβίβαση των φακέλων και των δεδομένων στο εκπροσωπούμενο κράτος μέλος πραγματοποιούνται τηρουμένων των σχετικών κανόνων για την προστασία των δεδομένων και την ασφάλεια.

Το ή τα εκπροσωπούμενα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δεδομένα είναι πλήρως κρυπτογραφημένα όταν διαβιβάζονται, είτε ηλεκτρονικά είτε υλικά σε μέσο ηλεκτρονικής αποθήκευσης, από τις αρχές του εκπροσωπούντος κράτους μέλους προς τις αρχές του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους.

Σε τρίτες χώρες όπου απαγορεύεται η ηλεκτρονική διαβίβαση κρυπτογραφημένων δεδομένων από τις αρχές του εκπροσωπούντος κράτους μέλους προς τις αρχές των εκπροσωπούμενων κρατών μελών, το ή τα εκπροσωπούμενα κράτη μέλη δεν επιτρέπουν στο εκπροσωπούν κράτος μέλος να διαβιβάζει ηλεκτρονικά τα δεδομένα.

Στην περίπτωση αυτή, το ή τα εκπροσωπούμενα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ηλεκτρονικά δεδομένα διαβιβάζονται υλικά, σε πλήρως κρυπτογραφημένη μορφή, σε μέσο ηλεκτρονικής αποθήκευσης, από τις αρχές του εκπροσωπούντος κράτους μέλους προς τις αρχές του εκπροσωπούμενου κράτους μέλους ή κρατών μελών, είτε από προξενικό υπάλληλο κράτους μέλους, ή, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η μεταφορά αυτή θα απαιτούσε τη λήψη δυσανάλογων ή παράλογων μέτρων, με κάποιον άλλο ασφαλή τρόπο, για παράδειγμα μέσω εγκατεστημένων στην οικεία τρίτη χώρα μεταφορέων με εμπειρία στη μεταφορά ευαίσθητων εγγράφων και δεδομένων.

Σε κάθε περίπτωση, το επίπεδο ασφαλείας της μεταφοράς προσαρμόζεται στον ευαίσθητο χαρακτήρα των δεδομένων.

Τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να επιτευχθεί συμφωνία με τις οικείες τρίτες χώρες με σκοπό την άρση της απαγόρευσης της κρυπτογράφησης των προς ηλεκτρονική διαβίβαση δεδομένων μεταξύ των αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών μελών.».

β)

Το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

Η εκπροσώπηση και η περιορισμένη εκπροσώπηση για τη χορήγηση ομοιόμορφων θεωρήσεων που προβλέπεται στα στοιχεία α) και β), εμφαίνεται στον πίνακα εκπροσώπησης για τη χορήγηση ομοιόμορφων θεωρήσεων που παρατίθεται στο παράρτημα 18.».

2.

Το μέρος III τροποποιείται ως ακολούθως:

α)

Το σημείο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Αιτήσεις θεώρησης

1.1.   Έντυπα για τις αιτήσεις θεώρησης — Αριθμός αντιτύπων της αίτησης

Οι αιτούντες υποχρεούνται επίσης να συμπληρώνουν το έντυπο αίτησης ομοιόμορφης θεώρησης. Οι αιτήσεις ομοιόμορφης θεώρησης πρέπει να υποβάλλονται μέσω του εναρμονισμένου εντύπου, υπόδειγμα του οποίου περιέχεται στο παράρτημα 16.

Συμπληρώνεται τουλάχιστον ένα αντίτυπο του εντύπου αίτησης, το οποίο θα μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τη διαβούλευση με τις κεντρικές αρχές. Τα κράτη μέλη είναι δυνατόν, κατ’ εφαρμογή των εθνικών διοικητικών διαδικασιών, να ζητούν περισσότερα αντίτυπα της αίτησης.

1.2.   Βιομετρικά στοιχεία

α)   Τα κράτη μέλη συλλέγουν τα βιομετρικά στοιχεία, στα οποία περιλαμβάνονται η κατά πρόσωπο φωτογραφία και δέκα δακτυλικά αποτυπώματα του αιτούντος, τηρουμένων των διασφαλίσεων που προβλέπονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και στη σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού του ΟΗΕ.

Κατά την υποβολή της πρώτης αίτησης, ο αιτών υποχρεούται να παρίσταται αυτοπροσώπως. Τότε συλλέγονται τα ακόλουθα βιομετρικά στοιχεία:

φωτογραφία του αιτούντος, με ηλεκτρονική σάρωση ή λήψη κατά την υποβολή της αίτησης και

τα δέκα δακτυλικά αποτυπώματα, με επίπεδη και ψηφιακή λήψη.

Οσάκις δακτυλικά αποτυπώματα του αιτούντος ληφθέντα από προηγούμενη αίτηση έχουν εισαχθεί για πρώτη φορά στο Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) εντός διαστήματος μικρότερου των 59 μηνών πριν από τη νέα αίτηση, αυτά αντιγράφονται στη μεταγενέστερη αίτηση.

Ωστόσο, σε περίπτωση εύλογων αμφιβολιών ως προς την ταυτότητα του αιτούντος, η διπλωματική ή προξενική αρχή οφείλει να συλλέξει δακτυλικά αποτυπώματα εντός της περιόδου που καθορίζεται ανωτέρω.

Επιπλέον, εάν τη στιγμή της υποβολής της αίτησης, δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί άμεσα η λήψη των δακτυλικών αποτυπωμάτων εντός της περιόδου που καθορίζεται ανωτέρω, ο αιτών δύναται να ζητήσει τη λήψη τους.

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5 του κανονισμού VIS, η φωτογραφία που επισυνάπτεται σε κάθε αίτηση καταχωρίζεται στο VIS. Ο αιτών δεν οφείλει να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως για τον σκοπό αυτόν.

Οι τεχνικές προδιαγραφές για τη φωτογραφία συμμορφώνονται με τα διεθνή πρότυπα που έχουν οριστεί από την ICAO στο έγγραφο 9303 μέρος 1, έκτη έκδοση.

Τα δακτυλικά αποτυπώματα λαμβάνονται σύμφωνα με τα πρότυπα της ICAO και την απόφαση 2006/648/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Σεπτεμβρίου 2006, για τη θέσπιση των τεχνικών προδιαγραφών σχετικά με τα πρότυπα των βιομετρικών στοιχείων που συνδέονται με την ανάπτυξη του Συστήματος Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (14).

Τα βιομετρικά στοιχεία συλλέγονται από ειδικευμένο και δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό της διπλωματικής ή προξενικής αρχής και από τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση θεωρήσεων στα σύνορα. Υπό την εποπτεία των διπλωματικών ή προξενικών αρχών, τα βιομετρικά στοιχεία μπορούν επίσης να συλλέγονται από ειδικευμένο και δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό επίτιμου προξένου ή εξωτερικού παρόχου υπηρεσιών που αναφέρεται στο μέρος VII σημεία 1.3 και 1.4.

Τα δεδομένα καταχωρίζονται στο VIS μόνο από δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό της προξενικής αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1, το άρθρο 7 και το άρθρο 9 παράγραφοι 5 και 6 του κανονισμού VIS.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι γίνεται πλήρης χρήση όλων των κριτηρίων αναζήτησης δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού VIS για να αποφεύγονται οι εσφαλμένες απορρίψεις και εξακριβώσεις ταυτότητας.

β)   Εξαιρέσεις

Οι ακόλουθοι αιτούντες απαλλάσσονται από την υποχρέωση λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων:

τα παιδιά κάτω των 12 ετών,

τα πρόσωπα για τα οποία η λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι αδύνατη για σωματικούς λόγους. Εάν είναι δυνατή η λήψη αποτυπωμάτων από λιγότερα των δέκα δακτύλων, αυτή πραγματοποιείται. Ωστόσο, εάν αυτή η αδυναμία είναι προσωρινή, ζητείται από τον αιτούντα η λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων κατά την επόμενη αίτηση. Οι διπλωματικές ή προξενικές αρχές και οι αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση θεωρήσεων εξουσιοδοτούνται να ζητούν περαιτέρω διευκρινίσεις συνεπεία της προσωρινής αδυναμίας λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κατάλληλες διαδικασίες που εγγυώνται τον σεβασμό της αξιοπρέπειας του αιτούντος εφαρμόζονται στην περίπτωση δυσκολιών στην καταχώριση. Η αδυναμία λήψεως δακτυλικών αποτυπωμάτων για σωματικούς λόγους δεν επηρεάζει τη χορήγηση ή άρνηση θεώρησης,

οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων και τα μέλη της εθνικής κυβέρνησης με τη συνοδεία των συζύγων τους, καθώς και τα μέλη της επίσημης αντιπροσωπείας τους όταν προσκαλούνται επισήμως από κυβερνήσεις των κρατών μελών ή από διεθνείς οργανισμούς και όταν επισκέπτονται τους εν λόγω διεθνείς οργανισμούς,

οι μονάρχες και άλλα ανώτερα μέλη βασιλικής οικογένειας, όταν προσκαλούνται επισήμως από κυβερνήσεις των κρατών μελών ή από διεθνείς οργανισμούς.

Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές, καταχωρίζεται στο σύστημα VIS η ένδειξη “δεν ισχύει”.

β)

Προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«5.   Συμπεριφορά του προσωπικού

Οι διπλωματικές ή οι προξενικές αρχές των κρατών μελών μεριμνούν ώστε η υποδοχή των αιτούντων να γίνεται με ευγένεια.

Το προξενικό προσωπικό ασκεί τα καθήκοντά του σεβόμενο πλήρως την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Τα λαμβανόμενα μέτρα είναι ανάλογα με τους επιδιωκόμενους από αυτά στόχους.

Το προξενικό προσωπικό ασκεί τα καθήκοντα, χωρίς διακρίσεις κατά προσώπων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.».

3.

Το σημείο 1 του μέρους VII τροποποιείται ως εξής:

«1.   Οργάνωση των υπηρεσιών θεωρήσεων

1.1.   Οργάνωση της παραλαβής και της εξέτασης των αιτήσεων θεώρησης

Κάθε κράτος μέλος είναι αρμόδιο για την οργάνωση της παραλαβής και της εξέτασης των αιτήσεων. Κατ’ αρχήν, οι αιτήσεις υποβάλλονται στη διπλωματική ή προξενική αρχή κράτους μέλους.

Τα κράτη μέλη:

εξοπλίζουν τις διπλωματικές ή προξενικές αρχές τους και τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση θεωρήσεων στα σύνορα με κατάλληλο σύστημα για τη συλλογή των βιομετρικών στοιχείων, όπως και τα γραφεία των επίτιμων προξένων τους, όταν τους χρησιμοποιούν για τη συλλογή βιομετρικών στοιχείων σύμφωνα με το σημείο 1.3, ή/και

συνεργάζονται με ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της επιτόπιας προξενικής συνεργασίας ή μέσω άλλων πρόσφορων επαφών, υπό μορφή περιορισμένης εκπροσώπησης, συστέγασης ή κοινού κέντρου αιτήσεων, σύμφωνα με το σημείο 1.2.

Σε εξαιρετικές περιστάσεις ή για λόγους σχετικούς με την τοπική κατάσταση, όπως:

ο υψηλός αριθμός των αιτούντων δεν επιτρέπει να οργανωθεί η συγκέντρωση αιτήσεων και δεδομένων εγκαίρως και με αξιοπρεπείς συνθήκες, ή

δεν είναι δυνατό να εξασφαλισθεί καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο μια ικανοποιητική εδαφική κάλυψη της σχετικής τρίτης χώρας,

και εφόσον οι ως άνω μορφές συνεργασίας αποδεικνύονται ατελέσφορες για το οικείο κράτος μέλος, τα κράτη μέλη δύνανται να συνεργάζονται, ως έσχατη λύση, με εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών, σύμφωνα με το σημείο 1.4.

Με την επιφύλαξη του δικαιώματος να κληθεί ο αιτών θεώρηση σε προσωπική συνέντευξη, όπως προβλέπεται στο μέρος ΙΙΙ σημείο 4, ο τρόπος οργάνωσης που επιλέγεται δεν πρέπει να συνεπάγεται την ανάγκη να παρουσιάζεται ο αιτών αυτοπροσώπως σε περισσότερες της μιας τοποθεσίες προκειμένου να υποβάλει την αίτηση.

1.2.   Μορφές συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών

α)

Όταν επιλέγεται η “συστέγαση”, το προσωπικό της διπλωματικής ή προξενικής αρχής ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών διεκπεραιώνει τις αιτήσεις (συμπεριλαμβανομένων των βιομετρικών στοιχείων) που τους υποβάλλονται στη διπλωματική ή προξενική αρχή άλλου κράτους μέλους και χρησιμοποιεί τον εξοπλισμό αυτού του κράτους μέλους. Τα συστεγαζόμενα κράτη μέλη συμφωνούν ως προς τη διάρκεια και τους όρους λήξης της συστέγασης, καθώς και για το ποσοστό του τέλους θεώρησης που πρέπει να καταβάλλεται στο κράτος μέλος του οποίου η διπλωματική ή προξενική αρχή διαθέτει τους χώρους της.

β)

Όταν δημιουργούνται “Κοινά Κέντρα Αιτήσεων”, το προσωπικό των διπλωματικών ή προξενικών αρχών δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών συγκεντρώνεται σε ένα κτίριο με σκοπό την παραλαβή των αιτήσεων (συμπεριλαμβανομένων των βιομετρικών στοιχείων) που υποβάλλονται σε αυτά. Οι αιτούντες παραπέμπονται στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την εξέταση της αίτησής τους. Τα κράτη μέλη συμφωνούν ως προς τη διάρκεια και τους όρους λήξης της συνεργασίας αυτής, καθώς και για τον επιμερισμό των δαπανών μεταξύ των συνεργαζόμενων κρατών μελών. Ένα μόνο κράτος μέλος είναι αρμόδιο για τις συμβάσεις υλικοτεχνικής υποστήριξης και για τις διπλωματικές σχέσεις με τη χώρα υποδοχής.

1.3.   Προσφυγή στους επίτιμους προξένους

Είναι επίσης δυνατό οι επίτιμοι πρόξενοι να εξουσιοδοτούνται να εκτελούν ορισμένα ή όλα τα καθήκοντα που μνημονεύονται στο σημείο 1.5. Λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα για την εγγύηση της ασφάλειας και της προστασίας των δεδομένων.

Εφόσον ο επίτιμος πρόξενος δεν είναι δημόσιος υπάλληλος κράτους μέλους, η άσκηση των καθηκόντων αυτών πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις του παραρτήματος 19, πλην των διατάξεων του σημείου Γ στοιχείο γ) του εν λόγω παραρτήματος.

Εφόσον ο επίτιμος πρόξενος είναι δημόσιος υπάλληλος κράτους μέλους, το οικείο κράτος μέλος διασφαλίζει ότι εφαρμόζονται απαιτήσεις συγκρίσιμες με εκείνες που θα εφαρμόζονταν εάν τα καθήκοντα ασκούνταν από τη διπλωματική ή προξενική αρχή του.

1.4.   Συνεργασία με εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών

Τα κράτη μέλη καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να συνεργάζονται με τον εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών από κοινού με ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, με την επιφύλαξη των κανόνων περί δημόσιων συμβάσεων και ανταγωνισμού.

Η συνεργασία με εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών βασίζεται σε νομική πράξη που συνάδει με τις απαιτήσεις του παραρτήματος 19.

Τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της επιτόπιας προξενικής συνεργασίας, ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με την επιλογή των εξωτερικών παρόχων υπηρεσιών και τον καθορισμό των όρων των αντίστοιχων νομικών πράξεών τους.

1.5.   Μορφές συνεργασίας με τους εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών

Δύναται να ανατεθεί σε εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών η εκτέλεση ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

παροχή γενικών πληροφοριών σχετικά με τις απαιτήσεις για θεωρήσεις και τα έντυπα υποβολής αίτησης·

β)

ενημέρωση του αιτούντος για τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα βάσει σχετικού καταλόγου·

γ)

συλλογή δεδομένων και αιτήσεων (συμπεριλαμβανομένης της συλλογής βιομετρικών στοιχείων) και διαβίβαση της αίτησης στη διπλωματική ή προξενική αρχή·

δ)

συγκέντρωση των εισπρακτέων τελών·

ε)

διαχείριση των συνεντεύξεων με αυτοπρόσωπη εμφάνιση στη διπλωματική ή την προξενική αρχή ή στον εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών·

στ)

συγκέντρωση των ταξιδιωτικών εγγράφων (συμπεριλαμβανομένης μιας κοινοποίησης απόρριψης εάν αυτό ισχύει) από τη διπλωματική ή προξενική αρχή και επιστροφή αυτών στον αιτούντα.

1.6.   Υποχρεώσεις των κρατών μελών

Κατά την επιλογή εξωτερικού παρόχου υπηρεσιών, το οικείο ή τα οικεία κράτη μέλη εξετάζουν λεπτομερώς τη φερεγγυότητα και την αξιοπιστία της επιχείρησης (συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων αδειών λειτουργίας, της εγγραφής στα επαγγελματικά μητρώα, των καταστατικών αρχών της, των τραπεζικών συμβάσεων) και διασφαλίζουν ότι δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.

Το ή τα οικεία κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι ο επιλεγείς εξωτερικός πάροχος υπηρεσιών συμμορφώνεται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που τού επιβάλλονται με τη νομική πράξη που αναφέρεται στο σημείο 1.4.

Το ή τα οικεία κράτη μέλη παραμένουν υπεύθυνα για τη συμμόρφωση με τους κανόνες προστασίας των δεδομένων κατά την επεξεργασία των δεδομένων και ελέγχονται σύμφωνα με το άρθρο 28 της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (15).

Η συνεργασία με εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών δεν περιορίζει ή δεν εξαιρεί τα οικεία κράτη μέλη από τυχόν ευθύνες που προκύπτουν δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας τους όσον αφορά παραβάσεις υποχρεώσεων αναφορικά προς τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των αιτούντων και την εξέταση των αιτήσεων θεώρησης. Η παρούσα διάταξη δεν θίγει τυχόν μέτρα που δύνανται να ληφθούν άμεσα έναντι του εξωτερικού παρόχου υπηρεσιών δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας της οικείας τρίτης χώρας.

Το ή τα οικεία κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δεδομένα είναι πλήρως κρυπτογραφημένα όταν διαβιβάζονται, είτε ηλεκτρονικά είτε υλικά σε μέσο ηλεκτρονικής αποθήκευσης, από τον εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών προς τις αρχές του οικείου κράτους μέλους.

Σε τρίτες χώρες όπου απαγορεύεται η ηλεκτρονική διαβίβαση κρυπτογραφημένων δεδομένων από τον εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών προς τις αρχές του οικείου κράτους μέλους, το ή τα οικεία κράτη μέλη δεν επιτρέπουν στον εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών να διαβιβάζει ηλεκτρονικά τα δεδομένα.

Στην περίπτωση αυτή, το ή τα οικεία κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ηλεκτρονικά δεδομένα διαβιβάζονται υλικά, σε πλήρως κρυπτογραφημένη μορφή, σε μέσο ηλεκτρονικής αποθήκευσης, από τον εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών προς τις αρχές του ή των οικείων κρατών μελών, είτε από προξενικό υπάλληλο κράτους μέλους, ή, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η μεταφορά αυτή θα απαιτούσε τη λήψη δυσανάλογων ή παράλογων μέτρων, με κάποιον άλλο ασφαλή τρόπο, για παράδειγμα μέσω εγκατεστημένων στην οικεία τρίτη χώρα μεταφορέων με εμπειρία στη μεταφορά ευαίσθητων εγγράφων και δεδομένων.

Σε κάθε περίπτωση, το επίπεδο ασφάλειας της μεταφοράς προσαρμόζεται στον ευαίσθητο χαρακτήρα των δεδομένων.

Τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να επιτευχθεί συμφωνία με τις οικείες τρίτες χώρες με σκοπό την άρση της απαγόρευσης της κρυπτογράφησης των προς ηλεκτρονική διαβίβαση δεδομένων από τον εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών προς τις αρχές των οικείων κρατών μελών.

Το ή τα οικεία κράτη μέλη παρέχουν στον εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών κατάρτιση, η οποία αντιστοιχεί στις γνώσεις που απαιτούνται για την παροχή των ενδεδειγμένων υπηρεσιών και για την επαρκή ενημέρωση των αιτούντων.

Το ή τα οικεία κράτη μέλη μεριμνούν, σε περίπτωση αμφιβολιών, ώστε να υπάρχει δυνατότητα επαλήθευσης στη διπλωματική ή την προξενική αρχή των δακτυλικών αποτυπωμάτων, τα οποία έχουν ληφθεί από εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών.

Η εξέταση των αιτήσεων, η διενέργεια συνεντεύξεων, εφόσον ενδείκνυται, η διαδικασία χορήγησης άδειας και η εκτύπωση και επίθεση αυτοκόλλητων θεωρήσεων διενεργούνται μόνον από τη διπλωματική ή προξενική αρχή.

Οι εξωτερικοί πάροχοι υπηρεσιών δεν έχουν πρόσβαση στο VIS σε καμία περίπτωση. Πρόσβαση στο VIS έχει αποκλειστικά το δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό των διπλωματικών ή προξενικών αρχών.

Το ή τα οικεία κράτη μέλη παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς την εφαρμογή της νομικής πράξης του σημείου 1.4, η οποία συμπεριλαμβάνει:

α)

τις γενικές πληροφορίες για τις απαιτήσεις ως προς τις θεωρήσεις και τα έντυπα υποβολής αίτησης που παρέχει ο εξωτερικός πάροχος υπηρεσιών στους αιτούντες·

β)

όλα τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφαλείας που απαιτούνται για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έναντι τυχαίας ή μη σύννομης καταστροφής ή τυχαίας απώλειας, αλλοίωσης, άνευ αδείας κοινολόγησης ή πρόσβασης στα δεδομένα αυτά, ιδίως οσάκις η συνεργασία συνεπάγεται τη διαβίβαση φακέλων και δεδομένων σε διπλωματική ή προξενική αρχή του ή των οικείων κρατών μελών, καθώς και έναντι κάθε άλλης μορφής μη σύννομης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

γ)

τη συγκέντρωση και τη διαβίβαση βιομετρικών στοιχείων·

δ)

τα μέτρα που λαμβάνονται για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων.

Προς τον σκοπό αυτό, η διπλωματική ή προξενική αρχή του οικείου κράτους μέλους διενεργεί τακτικά αιφνίδιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις του εξωτερικού παρόχου υπηρεσιών.

1.7.   Τέλος εξυπηρέτησης

Οι εξωτερικοί πάροχοι υπηρεσιών μπορούν να επιβάλουν ένα τέλος εξυπηρέτησης επιπλέον του εισπρακτέου τέλους που αναφέρεται στο παράρτημα 12. Το τέλος εξυπηρέτησης πρέπει να είναι αναλογικό προς τα έξοδα που βαρύνουν τον εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών κατά την εκτέλεση ενός ή περισσοτέρων από τα καθήκοντα που αναφέρονται στο σημείο 1.5.

Το τέλος εξυπηρέτησης καθορίζεται στη νομική πράξη που αναφέρεται στο σημείο 1.4.

Στο πλαίσιο της επιτόπιας προξενικής συνεργασίας, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το τέλος εξυπηρέτησης που χρεώνεται σε έναν αιτούντα να αντανακλά δεόντως τις υπηρεσίες που προσφέρονται από τον εξωτερικό πάροχο υπηρεσιών και να προσαρμόζεται στις τοπικές συνθήκες. Επιπλέον, θα έχουν ως στόχο την εναρμόνιση του εφαρμοζόμενου τέλους εξυπηρέτησης.

Το τέλος εξυπηρέτησης δεν υπερβαίνει το ήμισυ του τέλους θεώρησης που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 12, ανεξαρτήτως των πιθανών απαλλαγών από το τέλος θεώρησης, σύμφωνα με το παράρτημα 12.

Το ή τα οικεία κράτη μέλη διατηρούν τη δυνατότητα για όλους τους αιτούντες να υποβάλλουν απευθείας αιτήσεις στις διπλωματικές ή προξενικές αρχές τους.

1.8.   Πληροφόρηση

Ακριβείς πληροφορίες περί των τρόπων εξασφάλισης συνέντευξης και υποβολής αίτησης θα εκτίθενται από τις διπλωματικές και προξενικές αρχές των κρατών μελών για το ευρύ κοινό.

1.9.   Συνέχεια της υπηρεσίας

Σε περίπτωση τερματισμού της συνεργασίας με άλλα κράτη μέλη ή με οποιονδήποτε άλλο τύπο εξωτερικού παρόχου υπηρεσιών, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ύπαρξη συνέχειας στην εξασφάλιση πλήρους εξυπηρέτησης.

1.10.   Λήψη των αποφάσεων και δημοσιοποίηση

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τον τρόπο οργάνωσης της παραλαβής και εξέτασης των αιτήσεων που πρόκειται να εφαρμόσουν σε κάθε προξενική τους αρχή. Η Επιτροπή μεριμνά για την ενδεδειγμένη δημοσιοποίηση των σχετικών πληροφοριών.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή αντίγραφο της νομικής πράξης που μνημονεύεται στο σημείο 1.4.

4.

Το σημείο 5.2. τροποποιείται ως ακολούθως:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη πρόταση μεταξύ του τίτλου και του στοιχείου α) του σημείου 5.2:

«Για μεταγενέστερες αιτήσεις κατά το σημείο 1.2 μέρος ΙΙΙ σημείο 1.2, τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να επιτρέπουν στις διπλωματικές και προξενικές αρχές τους να συνεργάζονται με εμπορικούς διαμεσολαβητές (ήτοι ιδιωτικούς παρόχους διοικητικών υπηρεσιών και γραφεία μεταφορών ή ταξιδίων, όπως επιχειρήσεις οργανωμένου τουρισμού και πράκτορες λιανικής πώλησης).».

5.

Προστίθεται το ακόλουθο παράρτημα:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 19

Κατάλογος των ελαχίστων απαιτήσεων που θα περιέχει η νομική πράξη σε περίπτωση συνεργασίας με εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών

A.

Σε σχέση με την εκπλήρωση των δραστηριοτήτων του, όσον αφορά την προστασία δεδομένων, ο εξωτερικός πάροχος υπηρεσιών:

α)

παρεμποδίζει συνεχώς οποιαδήποτε άνευ αδείας ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή διαγραφή δεδομένων θεωρήσεων, ιδίως κατά τη διαβίβασή τους στις διπλωματικές ή προξενικές αρχές του αρμόδιου για την εξέταση της αίτησης κράτους μέλους·

β)

σύμφωνα προς τις εντολές των οικείων κρατών μελών, διαβιβάζει τα δεδομένα,

κρυπτογραφημένα σε ηλεκτρονική μορφή ή

υλικά, με ασφαλή τρόπο·

γ)

διαβιβάζει τα δεδομένα το ταχύτερο δυνατόν:

στην περίπτωση των υλικά διαβιβαζόμενων δεδομένων, τουλάχιστον άπαξ εβδομαδιαίως,

στην περίπτωση ηλεκτρονικά διαβιβαζόμενων κρυπτογραφημένων δεδομένων, το αργότερο, στο τέλος της ημέρας συγκέντρωσής τους·

δ)

αμέσως μετά τη διαβίβασή τους διαγράφει τα δεδομένα και διασφαλίζει ότι τα μόνα δεδομένα που είναι δυνατό να τηρούνται είναι το ονοματεπώνυμο και τα στοιχεία επικοινωνίας του αιτούντος προς διευκόλυνση των προκαθορισμένων συναντήσεων, καθώς και, κατά περίπτωση, ο αριθμός διαβατηρίου έως τη στιγμή της επιστροφής του στον αιτούντα·

ε)

διασφαλίζει όλα τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφαλείας που απαιτούνται για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έναντι τυχαίας ή μη σύννομης καταστροφής ή τυχαίας απώλειας, αλλοίωσης, άνευ αδείας κοινολόγησης ή πρόσβασης στα δεδομένα αυτά, ιδίως οσάκις η συνεργασία συνεπάγεται τη διαβίβαση φακέλων και δεδομένων σε διπλωματική ή προξενική αρχή του ή των οικείων κρατών μελών, καθώς και έναντι κάθε άλλης μορφής μη σύννομης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

στ)

επεξεργάζεται τα δεδομένα μόνον για τους σκοπούς της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των αιτούντων εξ ονόματος του εκάστοτε κράτους μέλους·

ζ)

τηρεί προδιαγραφές περί προστασίας δεδομένων τουλάχιστον ισότιμες με τις οριζόμενες στην οδηγία 95/46/ΕΚ·

η)

παρέχει στους αιτούντες τις πληροφορίες που απαιτούνται στο άρθρο 37 του κανονισμού VIS.

Β.

Σε σχέση με την εκτέλεση των δραστηριοτήτων του, όσον αφορά τη συμπεριφορά του προσωπικού, ο εξωτερικός πάροχος υπηρεσιών:

α)

εξασφαλίζει ότι το προσωπικό του έχει τη δέουσα κατάρτιση·

β)

μεριμνά ώστε το προσωπικό του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του:

να υποδέχεται ευγενικά τους αιτούντες,

να σέβεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ακεραιότητα των αιτούντων,

να μην προβαίνει σε διακρίσεις έναντι προσώπων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού και

να σέβεται τους κανόνες εχεμύθειας οι οποίοι εφαρμόζονται και όταν μέλη του προσωπικού εγκαταλείπουν τη θέση εργασίας τους ή μετά την καταγγελία ή τη λήξη της νομικής πράξης·

γ)

διαθέτει τα στοιχεία ταυτότητας του απασχολούμενου στην εταιρεία προσωπικού ανά πάσα στιγμή·

δ)

αποδεικνύει ότι το προσωπικό του δεν έχει ποινικό μητρώο και ότι διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία.

Γ.

Σε σχέση με την επαλήθευση της εκπλήρωσης των δραστηριοτήτων του, ο εξωτερικός πάροχος υπηρεσιών:

α)

παρέχει πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του εντεταλμένου προσωπικού του ή των οικείων κρατών μελών ανά πάσα στιγμή χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, ιδίως για σκοπούς επιθεώρησης·

β)

εξασφαλίζει τη δυνατότητα εξ αποστάσεως πρόσβασης στο πρόγραμμα προκαθορισμένων συναντήσεων για σκοπούς επιθεώρησης·

γ)

εξασφαλίζει τη χρήση σχετικών μεθόδων παρακολούθησης [π.χ. έλεγχος αιτούντων, διαδικτυακό εικονοσκόπιο (Webcam)]·

δ)

εξασφαλίζει την πρόσβαση στην εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες προστασίας δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης υποβολής εκθέσεων, εξωτερικών ελέγχων και τακτικών επιτόπιων ελέγχων·

ε)

υποβάλλει αμελλητί έκθεση στα οικεία κράτη μέλη για τυχόν παραβιάσεις ασφαλείας ή καταγγελίες από τους αιτούντες σχετικά με καταχρηστική χρήση δεδομένων ή πρόσβαση σε αυτά χωρίς εξουσιοδότηση και συντονίζεται με τα εν λόγω κράτη μέλη για την εξεύρεση λύσεων και την ταχεία παροχή επεξηγηματικών απαντήσεων στους καταγγέλλοντες αιτούντες.

Δ.

Σε σχέση με τις γενικές διατάξεις, ο εξωτερικός πάροχος υπηρεσιών:

α)

ενεργεί σύμφωνα με τις οδηγίες των αρμόδιων για την εξέταση της αίτησης κρατών μελών·

β)

υιοθετεί τα κατάλληλα μέτρα κατά της διαφθοράς (π.χ. διατάξεις για τις αποδοχές του προσωπικού, συνεργασία κατά την επιλογή των απασχολούμενων ατόμων, δύο υπάλληλοι ανά καθήκον, αρχή της εκ περιτροπής ενασχόλησης)·

γ)

σέβεται πλήρως τις διατάξεις της νομικής πράξης, η οποία θα περιέχει ρήτρα αναστολής ή λήξης, ιδίως σε περίπτωση παράβασης των καθορισμένων κανόνων, καθώς και ρήτρα αναθεώρησης προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η νομική πράξη περιλαμβάνει τις βέλτιστες πρακτικές.»

Άρθρο 2

Εκθέσεις

Η Επιτροπή υποβάλλει, τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού VIS και εν συνεχεία ανά τετραετία, έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, που περιλαμβάνει την εφαρμογή της λήψης και χρήση των βιομετρικών στοιχείων, την καταλληλότητα του επιλεγέντος προτύπου ICAO, την τήρηση των κανόνων προστασίας των δεδομένων, την εμπειρία με τους εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών με ειδική αναφορά στη συλλογή των βιομετρικών στοιχείων, την εφαρμογή του κανόνα των 59 μηνών για την αντιγραφή δακτυλικών αποτυπωμάτων και την οργάνωση της παραλαβής και της διεκπεραίωσης των αιτήσεων. Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης, βάσει του άρθρου 17 παράγραφοι 12, 13 και 14 και του άρθρου 50 παράγραφος 4 του κανονισμού VIS τις περιπτώσεις όπου η λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατή ή για νομικούς λόγους δεν απαιτείτο εν συγκρίσει προς τις περιπτώσεις όπου λαμβάνονται δακτυλικά αποτυπώματα. Η έκθεση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις περιπτώσεις όπου απορρίφθηκε αίτηση θεώρησης προσώπου το οποίο εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να παράσχει δακτυλικά αποτυπώματα. Η έκθεση συνοδεύεται, εάν χρειάζεται, από κατάλληλες προτάσεις προς τροποποίηση του παρόντος κανονισμού.

Στην πρώτη έκθεση θα εξετάζεται επίσης το ζήτημα της επαρκούς αξιοπιστίας ως προς τους σκοπούς ταυτοποίησης και επαλήθευσης των δακτυλικών αποτυπωμάτων παιδιών ηλικίας κάτω των 12 ετών και, ιδίως, η εξέλιξη των δακτυλικών αποτυπωμάτων με την ηλικία, βάσει μελέτης που διεξάγεται υπό την ευθύνη της Επιτροπής.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Στρασβούργο, 23 Απριλίου 2009.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

P. NEČAS


(1)  ΕΕ C 321 της 29.12.2006, σ. 38.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Ιουλίου 2008 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα), κοινή θέση του Συμβουλίου της 5ης Μαρτίου 2009 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα), και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Μαρτίου 2009 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  ΕΕ L 213 της 15.6.2004, σ. 5.

(4)  ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 60.

(5)  ΕΕ C 326 της 22.12.2005, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

(7)  ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 36.

(8)  ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 31.

(9)  ΕΕ L 131 της 1.6.2000, σ. 43.

(10)  ΕΕ L 64 της 7.3.2002, σ. 20.

(11)  ΕΕ L 53 της 27.2.2008, σ. 52.

(12)  ΕΕ L 53 της 27.2.2008, σ. 1.

(13)  ΕΕ L 83 της 26.3.2008, σ. 3.

(14)  ΕΕ L 267 της 27.9.2006, σ. 41.».

(15)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.».