30.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 403/9


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) ΑΡΙΘ. 1922/2006 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 20ής Δεκεμβρίου 2006

περί ιδρύσεως Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 13, παράγραφος 2, και το άρθρο 141, παράγραφος 3,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών αποτελεί θεμελιώδη αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα άρθρα 21 και 23 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύουν κάθε διάκριση λόγω φύλου και ορίζουν ότι η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών πρέπει να εξασφαλίζεται σε όλους τους τομείς.

(2)

Το άρθρο 2 της Συνθήκης ορίζει ότι η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών συνιστά ένα από τα ουσιαστικά καθήκοντα της Κοινότητας. Ομοίως, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της Συνθήκης απαιτεί από την Κοινότητα να επιδιώξει να εξαλειφθούν οι ανισότητες και να προαχθεί ενεργά η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών σε όλες τις δραστηριότητές της διασφαλίζοντας έτσι την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών σε όλες τις κοινοτικές πολιτικές.

(3)

Το άρθρο 13 της Συνθήκης παρέχει στο Συμβούλιο την εξουσία να αναλαμβάνει κατάλληλη δράση για την καταπολέμηση των διακρίσεων, μεταξύ άλλων, λόγω φύλου σε όλους τους τομείς κοινοτικής αρμοδιότητας.

(4)

Η αρχή των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης θεσπίζεται στο άρθρο 141 της Συνθήκης και ήδη εφαρμόζεται σύνολο νομοθετικών διατάξεων για την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση και τις συνθήκες εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της ίσης αμοιβής.

(5)

Στην πρώτη ετήσια έκθεση της Επιτροπής για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, που υποβλήθηκε στο εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2004, διαπιστώθηκε η ύπαρξη σημαντικού χάσματος μεταξύ των φύλων στους περισσότερους τομείς πολιτικής· διαπιστώθηκε επίσης ότι η ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών συνιστά πολυδιάστατο φαινόμενο, το οποίο πρέπει να αντιμετωπισθεί με σφαιρικό συνδυασμό μέτρων πολιτικής, και ότι απαιτούνται εντονότερες προσπάθειες για να επιτευχθούν οι στόχοι της στρατηγικής της Λισσαβώνας.

(6)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας, που διεξήχθη στις 7-9 Δεκεμβρίου 2000, ζήτησε να «αναπτυχθεί η γνώση, η κοινή χρησιμοποίηση πόρων και η ανταλλαγή εμπειριών, ιδίως με τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για τα ζητήματα των φύλων».

(7)

Η μελέτη σκοπιμότητας (3) που εκπονήθηκε για την Επιτροπή συμπεραίνει ότι ενδείκνυται η δημιουργία Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων, το οποίο θα εκτελεί ορισμένα από τα καθήκοντα με τα οποία δεν ασχολούνται σήμερα τα υφιστάμενα όργανα, ιδίως στους τομείς του συντονισμού, της συγκέντρωσης και της διάδοσης ερευνητικών δεδομένων και πληροφοριών, της δημιουργίας δικτύων, της μεγαλύτερης προβολής της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, με έμφαση στην προοπτική της διάστασης των φύλων καθώς και της ανάπτυξης εργαλείων για την αποτελεσματικότερη ενσωμάτωση της ισότητας των φύλων σε όλες τις κοινοτικές πολιτικές.

(8)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμα που εξέδωσε στις 10 Μαρτίου 2004 για τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την ισότητα των φύλων (4), κάλεσε την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της για την ίδρυση ενός Ινστιτούτου.

(9)

Το Συμβούλιο «Απασχόληση, Κοινωνική Πολιτική, Υγεία και Καταναλωτές» της 1-2 Ιουνίου 2004 και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 17-18 Ιουνίου 2004 υποστήριξαν τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει συγκεκριμένη πρόταση.

(10)

Η συλλογή, η ανάλυση και η διάδοση αντικειμενικών, αξιόπιστων και συγκρίσιμων πληροφοριών και δεδομένων σχετικά με την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, η ανάπτυξη κατάλληλων εργαλείων για την εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης λόγω φύλου και για την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων σε όλους τους τομείς πολιτικής, η προώθηση του διαλόγου μεταξύ των ενδιαφερομένων παραγόντων και η αύξηση της ευαισθητοποίησης των πολιτών της ΕΕ είναι απαραίτητα προκειμένου η Κοινότητα να μπορέσει όντως να προαγάγει και να υλοποιήσει την πολιτική για την ισότητα των φύλων, ιδίως στο πλαίσιο της διευρυμένης Ένωσης. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να ιδρυθεί Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων, το οποίο θα επικουρεί τα κοινοτικά όργανα και τα κράτη μέλη στην εκτέλεση αυτών των καθηκόντων.

(11)

Η ισότητα των φύλων δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με πολιτική για την άρση των διακρίσεων, αλλά απαιτεί μέτρα για την αρμονική συνύπαρξη και την προώθηση της ισόρροπης συμμετοχής των ανδρών και γυναικών στην κοινωνία· το Ινστιτούτο θα πρέπει να συμβάλει στην επίτευξη αυτού του στόχου.

(12)

Δεδομένου ότι είναι πολύ σημαντικό να εξαλειφθούν τα σχετικά με το φύλο στερεότυπα σε όλους τους τομείς ζωής της ευρωπαϊκής κοινωνίας, και να προβάλλονται θετικά παραδείγματα τα οποία μπορούν να ακολουθήσουν γυναίκες και άνδρες, θα πρέπει να συμπεριληφθεί δράση, για την επίτευξη των εν λόγω στόχων, στα καθήκοντα του Ινστιτούτου.

(13)

Η συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και με τις σχετικές στατιστικές υπηρεσίες, ιδίως με την Eurostat, είναι βασική για την προώθηση της συλλογής συγκρίσιμων και αξιόπιστων δεδομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεδομένου ότι οι πληροφορίες για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών αφορούν όλα τα επίπεδα εντός της Κοινότητας, τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και κοινοτικό, θα ήταν χρήσιμο οι πληροφορίες αυτές να τίθενται στη διάθεση των αρχών των κρατών μελών προκειμένου να τις βοηθούν να εκπονούν πολιτικές και μέτρα σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, στους τομείς της αρμοδιότητάς τους.

(14)

Το Ινστιτούτο θα πρέπει να συνεργάζεται όσο το δυνατόν στενότερα με όλα τα κοινοτικά προγράμματα και τους κοινοτικούς φορείς ώστε να αποφεύγεται η επικάλυψη και να διασφαλίζεται βέλτιστη αξιοποίηση των πόρων, ιδίως όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (5), τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (6), το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (7) και τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (8).

(15)

Το Ινστιτούτο θα πρέπει να αναπτύσσει συνεργασία και διάλογο με μη κυβερνητικές οργανώσεις και οργανώσεις για ίσες ευκαιρίες, ερευνητικά κέντρα, κοινωνικούς εταίρους και άλλους συναφείς φορείς που επιδιώκουν την επίτευξη της ισότητας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και σε τρίτες χώρες. Για λόγους αποτελεσματικότητας, είναι σκόπιμο το Ινστιτούτο να δημιουργήσει και να συντονίζει ηλεκτρονικό Ευρωπαϊκό Δίκτυο για την Ισότητα των Φύλων με αυτούς τους φορείς και εμπειρογνώμονες στα κράτη μέλη.

(16)

Για να εξασφαλισθεί η αναγκαία ισορροπία μεταξύ κρατών μελών και η αδιάλειπτη διαδοχή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, οι αντιπρόσωποι του Συμβουλίου διορίζονται για κάθε θητεία σύμφωνα με τη σειρά εναλλαγής των Προεδριών του Συμβουλίου, αρχής γενομένης από το 2007.

(17)

Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της Συνθήκης, κρίνεται σκόπιμο να ενισχυθεί η ισόρροπη συμμετοχή ανδρών και γυναικών στη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου.

(18)

Το Ινστιτούτο θα πρέπει να έχει τη μεγίστη δυνατή ανεξαρτησία στην εκτέλεση των καθηκόντων του.

(19)

Το Ινστιτούτο θα πρέπει να εφαρμόζει την οικεία κοινοτική νομοθεσία περί προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 (9), και προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 (10).

(20)

Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2002, για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (11), εφαρμόζεται στο Ινστιτούτο.

(21)

Όσον αφορά τη συμβατική ευθύνη του Ινστιτούτου, που διέπεται από το δίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στις συμβάσεις που συνάπτει το Ινστιτούτο, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι αρμόδιο να εκδίδει αποφάσεις δυνάμει ρήτρας διαιτησίας, η οποία περιέχεται στη σύμβαση και να είναι αρμόδιο για διαφορές για την αποκατάσταση τυχόν ζημιών που προκύπτουν από την εξωσυμβατική ευθύνη του Ινστιτούτου.

(22)

Θα πρέπει να διενεργηθεί ανεξάρτητη εξωτερική αξιολόγηση του αντίκτυπου του Ινστιτούτου, της σκοπιμότητας μιας ενδεχόμενης τροποποίησης ή επέκτασης των καθηκόντων του και του καταλλήλου χρόνου για περαιτέρω τέτοιες αναθεωρήσεις.

(23)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η συμβολή και η ενίσχυση της προώθησης της ισότητας των φύλων, συμπεριλαμβανομένης της ενσωμάτωσης της διάστασης της ισότητας σε όλες τις κοινοτικές και στις συνακόλουθες εθνικές πολιτικές, η καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω του φύλου και η προώθηση της συνειδητοποίησης του πολίτη της Ένωσης του θέματος της ισότητας των φύλων, με την παροχή τεχνικής βοήθειας στα κοινοτικά όργανα και στις αρχές των κρατών μελών, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και, συνεπώς, λόγω της κλίμακας της δράσης, μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(24)

Το άρθρο 13, παράγραφος 2, της Συνθήκης επιτρέπει την έκδοση κοινοτικών μέτρων που υποστηρίζουν και προωθούν τον στόχο της καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω φύλου εκτός του τομέα της απασχόλησης. Το άρθρο 141, παράγραφος 3, της Συνθήκης είναι η ειδική νομική βάση για μέτρα που εξασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός του άρθρου 13, παράγραφος 2, και του άρθρου 141, παράγραφος 3, συνιστά την κατάλληλη νομική βάση για την έκδοση του παρόντος κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ίδρυση του Ινστιτούτου

Ιδρύεται Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (εφεξής επονομαζόμενο «Ινστιτούτο»).

Άρθρο 2

Στόχοι

Οι γενικοί στόχοι του Ινστιτούτου είναι η συμβολή και η ενίσχυση της προώθησης της ισότητας των φύλων, ενσωματώνοντας, μεταξύ άλλων, τη διάσταση της ισότητας των φύλων σε όλες τις κοινοτικές πολιτικές και τις συνακόλουθες εθνικές πολιτικές, καθώς και η καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου, και η προώθηση της συνειδητοποίηση του θέματος της ισότητας των φύλων από τον πολίτη της ΕΕ, με την παροχή τεχνικής βοηθείας στα κοινοτικά όργανα, ιδίως στην Επιτροπή, και στις αρχές των κρατών μελών, όπως ορίζεται στο άρθρο 3.

Άρθρο 3

Καθήκοντα

1.   Για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 2, το Ινστιτούτο:

α)

συλλέγει, αναλύει και διαδίδει συναφείς αντικειμενικές, συγκρίσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες για την ισότητα των φύλων, συμπεριλαμβανομένων αποτελεσμάτων ερευνών και βέλτιστης πρακτικής που του διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη, τα κοινοτικά όργανα, τα ερευνητικά κέντρα, τους εθνικούς φορείς ισότητας, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις, τους κοινωνικούς εταίρους, τις τρίτες χώρες και τους διεθνείς οργανισμούς, και επίσης προτείνει τομείς για περαιτέρω έρευνα·

β)

αναπτύσσει μεθόδους για τη βελτίωση της αντικειμενικότητας,της συγκρισιμότητας, και της αξιοπιστίας των δεδομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με την καθιέρωση κριτηρίων που βελτιώνουν τη συνοχή των πληροφοριών και συνυπολογίζουν τα θέματα φύλου κατά τη συλλογή των δεδομένων·

γ)

αναπτύσσει, αναλύει, αξιολογεί και διαδίδει μεθοδολογικά εργαλεία που υποβοηθούν την ενσωμάτωση της ισότητας των φύλων σε όλες τις κοινοτικές πολιτικές και τις συνακόλουθες εθνικές πολιτικές και στηρίζει την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων σε όλα τα κοινοτικά όργανα και οργανισμούς·

δ)

ερευνά την κατάσταση στην Ευρώπη όσον αφορά την ισότητα των φύλων·

ε)

ιδρύει και συντονίζει Ευρωπαϊκό Δίκτυο για την Ισότητα των Φύλων, στο οποίο συμμετέχουν κέντρα, φορείς, οργανισμοί και εμπειρογνώμονες που ασχολούνται με την ισότητα των φύλων και την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας, προκειμένου να ενισχυθεί και να ενθαρρυνθεί η έρευνα, να βελτιστοποιηθεί η αξιοποίηση των διαθεσίμων πόρων και να ενισχυθεί η ανταλλαγή και η διάδοση πληροφοριών·

στ)

διοργανώνει ad hoc συναντήσεις εμπειρογνωμόνων προς υποστήριξη του ερευνητικού έργου του Ινστιτούτου, ενθαρρύνει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ερευνητών και προωθεί τη συμπερίληψη της προοπτικής της ισότητας στις έρευνές τους·

ζ)

οργανώνει, με σκοπό να αυξηθεί η συνειδητοποίηση του πολίτη της ΕΕ όσον αφορά την ισότητα των φύλων, και από κοινού με ενδιαφερομένους παράγοντες, διασκέψεις, εκστρατείες και συναντήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο και διαβιβάζει στην Επιτροπή τα αποτελέσματα και συμπεράσματα αυτών·

η)

παρέχει ενημέρωση σχετικά με θετικά παραδείγματα μη στερεότυπων ρόλων γυναικών και ανδρών σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, παρουσιάζει τα ευρήματά του και πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στη δημοσιοποίηση και αξιοποίηση τέτοιων επιτευγμάτων·

θ)

προωθεί τον διάλογο και τη συνεργασία με μη κυβερνητικούς οργανισμούς και οργανώσεις για τις ίσες ευκαιρίες, πανεπιστήμια και εμπειρογνώμονες, ερευνητικά κέντρα, κοινωνικούς εταίρους και συναφείς οργανισμούς που επιδιώκουν την επίτευξη της ισότητας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο·

ι)

καταρτίζει πηγές τεκμηρίωσης προσιτές στο κοινό·

ια)

παρέχει ενημέρωση σχετικά με την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων σε δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς· και

ιβ)

παρέχει πληροφορίες στα κοινοτικά όργανα όσον αφορά την ισότητα των φύλων και την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων στις υπό προσχώρηση και τις υποψήφιες χώρες.

2.   Το Ινστιτούτο δημοσιεύει ετήσια έκθεση πεπραγμένων.

Άρθρο 4

Τομείς δραστηριότητας και μέθοδοι εργασίας

1.   Το Ινστιτούτο εκτελεί τα καθήκοντά του εντός του πεδίου αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και υπό το πρίσμα των στόχων που εγκρίνονται και των τομέων προτεραιότητας που καθορίζονται στο ετήσιο πρόγραμμά του, έχοντας δεόντως υπόψη τους διαθέσιμους δημοσιονομικούς πόρους.

2.   Το πρόγραμμα εργασίας του Ινστιτούτου ευθυγραμμίζεται με τις προτεραιότητες της Κοινότητας στον τομέα της ισότητας των φύλων και με το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένου του στατιστικού και ερευνητικού έργου της.

3.   Το Ινστιτούτο, κατά την υλοποίηση των δραστηριοτήτων του, προκειμένου να αποφύγει την επικάλυψη και να διασφαλίσει την καλύτερη δυνατή χρήση των πόρων, λαμβάνει υπόψη τις υπάρχουσες πληροφορίες, ανεξαρτήτως πηγής, και ιδίως τις δραστηριότητες που έχουν ήδη διεξαχθεί από τα κοινοτικά όργανα και από άλλους οργανισμούς, φορείς και αρμόδιες εθνικές και διεθνείς οργανώσεις, και συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένης της Eurostat. Το Ινστιτούτο εξασφαλίζει τον κατάλληλο συντονισμό με όλους τους σχετικούς κοινοτικούς οργανισμούς και φορείς της Ένωσης οι οποίοι θα καθορισθούν σε μνημόνιο συμφωνίας, οσάκις ενδείκνυται.

4.   Το Ινστιτούτο διασφαλίζει ότι οι διαδιδόμενες πληροφορίες είναι κατανοητές από τους τελικούς χρήστες τους.

5.   Το Ινστιτούτο δύναται να συνάπτει συμβατικές σχέσεις, ιδίως συμφωνίες υπεργολαβίας, με άλλους οργανισμούς, για την εκτέλεση των καθηκόντων που ενδεχομένως τους αναθέτει.

Άρθρο 5

Νομική προσωπικότητα και δικαιοπρακτική ικανότητα

Το Ινστιτούτο έχει νομική προσωπικότητα. Απολαύει, σε κάθε κράτος μέλος, της ευρύτερης δικαιοπρακτικής ικανότητας που αναγνωρίζεται στα νομικά πρόσωπα δυνάμει της νομοθεσίας τους. Ιδίως, δύναται να αποκτά ή να διαθέτει κινητή ή ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.

Άρθρο 6

Ανεξαρτησία του Ινστιτούτου

Το Ινστιτούτο εκτελεί τις δραστηριότητές του με ανεξαρτησία και με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.

Άρθρο 7

Πρόσβαση στα έγγραφα

1.   Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 εφαρμόζεται για τα έγγραφα εις χείρας του Ινστιτούτου.

2.   Το Διοικητικό Συμβούλιο εγκρίνει διατάξεις για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 εντός έξι μηνών από την ίδρυση του Ινστιτούτου.

3.   Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από το Ινστιτούτο δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 μπορεί να οδηγήσουν στην υποβολή καταγγελίας στο Διαμεσολαβητή ή στην άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό τους όρους των άρθρων 195 και 230 της Συνθήκης, αντίστοιχα.

4.   Όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων από το Ινστιτούτο, εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Άρθρο 8

Συνεργασία με εθνικούς και ευρωπαϊκούς φορείς με διεθνείς οργανισμούς και με τρίτες χώρες

1.   Το Ινστιτούτο, προς εκτέλεση των καθηκόντων του, συνεργάζεται με οργανισμούς και εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, όπως φορείς ισότητας, ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια, μη κυβερνητικές οργανώσεις, κοινωνικούς εταίρους, καθώς και με συναφείς οργανισμούς, σε ευρωπαϊκό ή διεθνές επίπεδο, και με τρίτες χώρες.

2.   Εφόσον η σύναψη συμφωνιών με διεθνείς οργανισμούς ή με τρίτες χώρες κρίνεται απαραίτητη για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του Ινστιτούτου, η Κοινότητα, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 300 της Συνθήκης, συνάπτει τέτοιες συμφωνίες με τους διεθνείς οργανισμούς ή με τρίτες χώρες προς το συμφέρον του Ινστιτούτου. Η παρούσα διάταξη δεν εμποδίζει την ad hoc συνεργασία με αυτούς τους οργανισμούς ή με τρίτες χώρες.

Άρθρο 9

Σύνθεση του Ινστιτούτου

Το Ινστιτούτο περιλαμβάνει:

α)

το Διοικητικό Συμβούλιο·

β)

το Σώμα Εμπειρογνωμόνων·

γ)

τον Διευθυντή/Διευθύντρια και το προσωπικό του/της.

Άρθρο 10

Διοικητικό Συμβούλιο

1.   Το Διοικητικό Συμβούλιο απαρτίζεται από:

α)

δεκαοκτώ εκπροσώπους διοριζόμενους από το Συμβούλιο βάσει προτάσεως κάθε ενδιαφερόμενου κράτους μέλους·

β)

ένα μέλος που εκπροσωπεί την Επιτροπή και διορίζεται από αυτήν.

2.   Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου διορίζονται κατά τρόπο ο οποίος διασφαλίζει τα αυστηρότερα κριτήρια επάρκειας και ευρύ, συναφές και διεπιστημονικό φάσμα εμπειρογνωμοσύνης στον τομέα της ισότητας των φύλων.

Το Συμβούλιο και η Επιτροπή επιδιώκουν την ισόρροπη εκπροσώπηση ανδρών και γυναικών στο Διοικητικό Συμβούλιο.

Οι αναπληρωτές, οι οποίοι εκπροσωπούν μέλος κατά την απουσία του, διορίζονται με την ίδια διαδικασία.

Ο κατάλογος των τακτικών και αναπληρωματικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δημοσιεύεται από το Συμβούλιο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου και σε άλλες σχετικές ιστοσελίδες.

3.   Η θητεία είναι τριετής. Για κάθε θητεία, τα μέλη που διορίζει το Συμβούλιο εκπροσωπούν δεκαοκτώ κράτη μέλη με την σειρά των αλληλοδιαδόχων Προεδριών, ενώ ένα μέλος διορίζεται από κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

4.   Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει τον Πρόεδρο και τον αντιπρόεδρό του για θητεία τριών ετών.

5.   Κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχεία α) ή β), ή, σε περίπτωση απουσίας του, ο αναπληρωτής του, διαθέτει μία ψήφο.

6.   Το Διοικητικό Συμβούλιο λαμβάνει τις αναγκαίες αποφάσεις για τη λειτουργία του Ινστιτούτου. Ιδίως:

α)

εγκρίνει, κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή και βάσει σχεδίου που καταρτίζει ο Διευθυντής, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 12, το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας και το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα εργασίας, που καλύπτει τριετή περίοδο, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό και τους διαθέσιμους πόρους. Τα προγράμματα μπορούν να επανεξετάζονται, οποτεδήποτε. Το πρώτο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας εγκρίνεται το αργότερο εννέα μήνες μετά τον διορισμό του Διευθυντή·

β)

εγκρίνει την ετήσια έκθεση κατ' άρθρο 3, παράγραφος 2, συγκρίνοντας ιδίως τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί με τους στόχους του ετήσιου προγράμματος εργασίας. Η έκθεση διαβιβάζεται το αργότερο έως τις 15 Ιουνίου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών και δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου·

γ)

ασκεί πειθαρχική εξουσία επί του Διευθυντή, τον οποίο διορίζει ή παύει δυνάμει του άρθρου 12· και

δ)

εγκρίνει το σχέδιο ετήσιου προϋπολογισμού και τον τελικό ετήσιο προϋπολογισμό του Ινστιτούτου.

7.   Το Διοικητικό Συμβούλιο εγκρίνει τους εσωτερικούς κανόνες λειτουργίας του Ινστιτούτου βάσει πρότασης που καταρτίζεται από τον Διευθυντή κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή.

8.   Οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνονται με την πλειοψηφία των μελών του. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6, και στο άρθρο 12, παράγραφος 1, οι αποφάσεις λαμβάνονται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

9.   Το Διοικητικό Συμβούλιο εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό του βάσει πρότασης που καταρτίζεται από τον Διευθυντή κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή.

10.   Ο Πρόεδρος συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο τουλάχιστον άπαξ ετησίως. Ο Πρόεδρος συγκαλεί επιπλέον συνεδριάσεις ιδία πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του ενός τρίτου των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

11.   Το Ινστιτούτο διαβιβάζει ετησίως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο («αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή»), κάθε πληροφορία σχετικά με την έκβαση των διαδικασιών αξιολόγησης.

12.   Οι Διευθυντές του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας, του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία, του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης και του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορούν, κατά περίπτωση, να καλούνται να παρίστανται στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου ως παρατηρητές, προκειμένου να συντονίζουν τα αντίστοιχα προγράμματα εργασιών όσον αφορά την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων.

Άρθρο 11

Σώμα Εμπειρογνωμόνων

1.   Το Σώμα Εμπειρογνωμόνων απαρτίζεται από μέλη αρμοδίων φορέων ειδικευμένων σε θέματα ισότητας των φύλων, με βάση έναν αντιπρόσωπο οριζόμενο από κάθε κράτος μέλος, δύο μέλη που αντιπροσωπεύουν άλλους αρμόδιους φορείς ειδικευμένους σε θέματα ισότητας των φύλων και που ορίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και τρία μέλη οριζόμενα από την Επιτροπή, τα οποία αντιπροσωπεύουν τα ενδιαφερόμενα μέρη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με έναν αντιπρόσωπο για καθένα από:

α)

σχετική μη κυβερνητική οργάνωση σε κοινοτικό επίπεδο, η οποία έχει έννομο συμφέρον να συμβάλλει στην καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου και στην προαγωγή της ισότητας των φύλων·

β)

ενώσεις εργοδοτών σε κοινοτικό επίπεδο· και

γ)

ενώσεις εργαζομένων σε κοινοτικό επίπεδο.

Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή επιδιώκουν την επίτευξη ισόρροπης εκπροσώπησης ανδρών και γυναικών στο Σώμα Εμπειρογνωμόνων.

Τα μέλη μπορούν να αντικαθίστανται από αναπληρωματικά μέλη που διορίζονται ταυτόχρονα.

2.   Τα μέλη του Σώματος Εμπειρογνωμόνων δεν είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.

3.   Το Σώμα Εμπειρογνωμόνων επικουρεί τον Διευθυντή με σκοπό τη διασφάλιση της αριστείας και της ανεξαρτησίας των δραστηριοτήτων του Ινστιτούτου.

4.   Το Σώμα Εμπειρογνωμόνων συνιστά μηχανισμό για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την ισότητα των φύλων και για τη συγκέντρωση γνώσεων. Διασφαλίζει τη στενή συνεργασία μεταξύ του Ινστιτούτου και των αρμόδιων φορέων στα κράτη μέλη.

5.   Το Σώμα Εμπειρογνωμόνων προεδρεύεται από τον Διευθυντή/ Διευθύντρια ή, κατά την απουσία του/ της, από τον αναπληρωτή του που προέρχεται από το Ινστιτούτο. Συνεδριάζει τακτικά, ύστερα από πρόσκληση του διευθυντή ή κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον του ενός τρίτου των μελών του, τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Οι διαδικασίες λειτουργίας του καθορίζονται στον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του Ινστιτούτου και δημοσιοποιούνται.

6.   Στις εργασίες του Σώματος Εμπειρογνωμόνων συμμετέχουν εκπρόσωποι των υπηρεσιών της Επιτροπής.

7.   Το Ινστιτούτο παρέχει την τεχνική υποστήριξη και τη διοικητική μέριμνα που είναι αναγκαίες για το Σώμα Εμπειρογνωμόνων και παρέχει γραμματειακή υποστήριξη κατά τις συνεδριάσεις του.

8.   Ο διευθυντής δύναται να προσκαλεί εμπειρογνώμονες ή εκπροσώπους ενδιαφερομένων οικονομικών τομέων, ενώσεων εργοδοτών, συνδικαλιστικών φορέων, επαγγελματικών ή ερευνητικών φορέων ή μη κυβερνητικών οργανώσεων με αναγνωρισμένη εμπειρία σε συναφείς με το έργο του Ινστιτούτου τομείς με σκοπό τη συνεργασία σε ειδικά καθήκοντα και τη συμμετοχή τους στις σχετικές δραστηριότητες του Σώματος Εμπειρογνωμόνων.

Άρθρο 12

Διευθυντής

1.   Το Ινστιτούτο διοικείται από Διευθυντή διοριζόμενο από το Διοικητικό Συμβούλιο βάσει καταλόγου υποψηφίων που υποβάλλει η Επιτροπή μετά από γενικό διαγωνισμό, ο οποίος ακολουθεί τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αλλού πρόσκλησης για την εκδήλωση ενδιαφέροντος. Πριν διορισθεί, ο επιλεγμένος από το Διοικητικό Συμβούλιο υποψήφιος καλείται να προβεί σε δήλωση ενώπιον της ή των αρμοδίων επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών τους.

2.   Η θητεία του Διευθυντή είναι πενταετής. Προτάσει της Επιτροπής και ύστερα από αξιολόγηση, η θητεία αυτή δύναται να ανανεωθεί μια φορά για μέγιστη περίοδο 5 ετών. Κατά την αξιολόγηση, η Επιτροπή εκτιμά ιδίως τα εξής:

α)

τα αποτελέσματα της πρώτης θητείας και το πώς επετεύχθησαν·

β)

τα καθήκοντα και τις απαιτήσεις του Ινστιτούτου κατά τα προσεχή έτη.

3.   Ο Διευθυντής είναι αρμόδιος, υπό την εποπτεία του Διοικητικού Συμβουλίου, για:

α)

την εκτέλεση των καθηκόντων κατ' άρθρο 3·

β)

την κατάρτιση και την εφαρμογή του ετήσιου και του μεσοπρόθεσμου προγράμματος δραστηριοτήτων του Ινστιτούτου·

γ)

την προετοιμασία των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και του Σώματος Εμπειρογνωμόνων·

δ)

τη σύνταξη και τη δημοσίευση της ετήσιας έκθεσης κατ' άρθρο 3, παράγραφος 2·

ε)

όλα τα συναφή με το προσωπικό ζητήματα και, ιδίως, την άσκηση των εξουσιών κατ' άρθρο 13, παράγραφος 3·

στ)

καθημερινά διοικητικά ζητήματα, και

ζ)

την εφαρμογή αποτελεσματικών διαδικασιών παρακολούθησης και αξιολόγησης όσον αφορά την επίδοση του Ινστιτούτου ως προς τους στόχους του, σύμφωνα με επαγγελματικώς εγκεκριμένα πρότυπα. Ο Διευθυντής υποβάλλει ετησίως εκθέσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα του συστήματος παρακολούθησης.

4.   Ο Διευθυντής/Διευθύντρια είναι υπόλογος έναντι του Διοικητικού Συμβουλίου για τη διαχείριση των δραστηριοτήτων του και συμμετέχει στις συνεδριάσεις του χωρίς δικαίωμα ψήφου. Μπορεί επίσης να κληθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για ακρόαση προκειμένου να αναφέρει για κάθε σημαντικό ζήτημα σε σχέση με τις δραστηριότητες του Ινστιτούτου.

5.   Ο Διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του Ινστιτούτου.

Άρθρο 13

Προσωπικό

1.   Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων αυτών, που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 259/68 (12) και οι κανόνες που θεσπίσθηκαν με κοινή συμφωνία των οργάνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την εφαρμογή τους εφαρμόζονται έναντι του προσωπικού του Ινστιτούτου.

2.   Το Διοικητικό Συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τα απαραίτητα μέτρα εφαρμογής, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που προβλέπονται από το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να θεσπίζει διατάξεις οι οποίες θα επιτρέπουν σε εθνικούς εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη να απασχολούνται με απόσπαση στο Ινστιτούτο.

3.   Το Ινστιτούτο ασκεί επί του προσωπικού του τις εξουσίες που ανατίθενται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.

Άρθρο 14

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1.   Καταρτίζονται προβλέψεις για όλα τα έσοδα και τις δαπάνες του Ινστιτούτου και για κάθε οικονομικό έτος, που αντιστοιχεί με το ημερολογιακό έτος, και εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Ινστιτούτου.

2.   Ο προϋπολογισμός του Ινστιτούτου είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.

3.   Τα έσοδα του Ινστιτούτου περιλαμβάνουν, υπό την επιφύλαξη άλλων πόρων, τα εξής:

α)

επιχορήγηση από την Κοινότητα, που εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα Επιτροπής)·

β)

τις εισπράξεις του έναντι παρεχόμενων υπηρεσιών·

γ)

τις τυχόν οικονομικές συνεισφορές των οργανισμών ή των τρίτων χωρών που αναφέρονται στο άρθρο 8· και

δ)

τυχόν εθελοντικές εισφορές από τα κράτη μέλη.

4.   Οι δαπάνες του Ινστιτούτου περιλαμβάνουν τις αποδοχές του προσωπικού, τις διοικητικές δαπάνες και τις δαπάνες υποδομής, καθώς και τα έξοδα λειτουργίας.

5.   Κάθε έτος, το Διοικητικό Συμβούλιο, βάσει σχεδίου που καταρτίζεται από τον Διευθυντή, συντάσσει κατάσταση των προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών του Ινστιτούτου για το επόμενο οικονομικό έτος. Η εν λόγω κατάσταση προβλέψεων, που συμπεριλαμβάνει σχέδιο του πίνακα προσωπικού, διαβιβάζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο στην Επιτροπή έως τις 31 Μαρτίου το αργότερο.

6.   Η κατάσταση προβλέψεων διαβιβάζεται από την Επιτροπή στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή μαζί με το προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

7.   Βάσει της κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες όσον αφορά τον πίνακα προσωπικού και το ύψος της επιδότησης από τον γενικό προϋπολογισμό, και το καταθέτει στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με το άρθρο 272 της Συνθήκης.

8.   Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για την επιδότηση του Ινστιτούτου και θεσπίζει τον πίνακα προσωπικού του Ινστιτούτου.

9.   Ο προϋπολογισμός του Ινστιτούτου εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν χρειασθεί, προσαρμόζεται αναλόγως.

10.   Το Διοικητικό Συμβούλιο κοινοποιεί, το συντομότερο δυνατόν, στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, την πρόθεσή του να υλοποιήσει κάθε σχέδιο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως σχέδια περί ακινήτων, όπως η μίσθωση ή η αγορά κτιρίων. Το Διοικητικό Συμβούλιο ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

Αν ένα σκέλος της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής κοινοποιήσει ότι προτίθεται να διατυπώσει γνώμη, διαβιβάζει τη γνώμη αυτή στο Διοικητικό Συμβούλιο εντός έξη εβδομάδων από την ημερομηνία κοινοποίησης του σχεδίου.

Άρθρο 15

Εκτέλεση του προϋπολογισμού

1.   Ο Διευθυντής εκτελεί τον προϋπολογισμό του Ινστιτούτου.

2.   Ο υπόλογος του Ινστιτούτου γνωστοποιεί στον υπόλογο της Επιτροπής, το αργότερο την 1η Μαρτίου μετά από κάθε οικονομικό έτος, τους προσωρινούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από την έκθεση για τη δημοσιονομική και την οικονομική διαχείριση του εν λόγω οικονομικού έτους. Ο υπόλογος της Επιτροπής ενοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς των οργάνων και των αποκεντρωμένων οργανισμών, σύμφωνα με το άρθρο 128 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002.

3.   Το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου μετά από κάθε οικονομικό έτος, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς του Ινστιτούτου στο Ελεγκτικό Συνέδριο, συνοδευόμενους από την έκθεση της παραγράφου 2. Η έκθεση διαβιβάζεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

4.   Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς του Ινστιτούτου, βάσει του άρθρου 129 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002, ο Διευθυντής καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς του Ινστιτούτου ιδία ευθύνη και τους διαβιβάζει προς γνωμοδότηση στο Διοικητικό Συμβούλιο.

5.   Το Διοικητικό Συμβούλιο διατυπώνει γνώμη για τους οριστικούς λογαριασμούς του Ινστιτούτου.

6.   Ο Διευθυντής διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο τους οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου, το αργότερο την 1η Ιουλίου μετά από κάθε οικονομικό έτος.

7.   Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται.

8.   Ο Διευθυντής αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση στις παρατηρήσεις του το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου. Αποστέλλει επίσης την απάντηση αυτή στο Διοικητικό Συμβούλιο.

9.   Ο Διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατ' αίτησή του, κάθε πληροφορία που απαιτείται για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το συγκεκριμένο οικονομικό έτος, όπως προβλέπεται από το άρθρο 146, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002.

10.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου που ενεργεί με ειδική πλειοψηφία, προβαίνει, έως τις 30 Απριλίου του έτους Ν + 2, στην απαλλαγή του Διευθυντή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους N.

11.   Οι δημοσιονομικές διατάξεις που εφαρμόζονται στο Ινστιτούτο θεσπίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο έπειτα από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι διατάξεις αυτές δεν δύνανται να αποκλίνουν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002, εκτός εάν τούτο απαιτείται ρητά για τη λειτουργία του Ινστιτούτου και με την προηγούμενη συναίνεση της Επιτροπής.

Άρθρο 16

Γλώσσες

1.   Οι διατάξεις του κανονισμού αριθ. 1 της 15ης Απριλίου 1958 περί του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (13), εφαρμόζονται στο Ινστιτούτο.

2.   Οι μεταφραστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία του Ινστιτούτου εξασφαλίζονται, κατ' αρχήν, από το Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2965/94 (14).

Άρθρο 17

Προνόμια και ασυλίες

Το Πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφαρμόζεται στο Ινστιτούτο.

Άρθρο 18

Ευθύνη

1.   Η συμβατική ευθύνη του Ινστιτούτου διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση.

Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίζει δυνάμει ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται σε κάθε σύμβαση που συνάπτει το Ινστιτούτο.

2.   Σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης, το Ινστιτούτο αποκαθιστά, σύμφωνα με τις κοινές γενικές αρχές των δικαίων των κρατών μελών, τη ζημία που προκαλεί το ίδιο ή οι υπάλληλοί του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για διαφορές για την αποκατάσταση τυχόν ζημιών.

Άρθρο 19

Συμμετοχή τρίτων χωρών

1.   Το Ινστιτούτο είναι ανοικτό στη συμμετοχή χωρών που έχουν συνάψει συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, δυνάμει των οποίων έχουν υιοθετήσει και εφαρμόζουν κοινοτική νομοθεσία στον τομέα που καλύπτει ο παρών κανονισμός.

2.   Στο πλαίσιο των συναφών διατάξεων των εν λόγω συμφωνιών προβλέπονται ρυθμίσεις, οι οποίες καθορίζουν ιδίως τη φύση, την έκταση και τον τρόπο με τον οποίο οι χώρες αυτές συμμετέχουν στο έργο του Ινστιτούτου, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με τη συμμετοχή στις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει το Ινστιτούτο, τις χρηματοδοτικές συνεισφορές και το προσωπικό. Στα ζητήματα προσωπικού, οι εν λόγω συμφωνίες τηρούν πάντοτε τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων αυτών.

Άρθρο 20

Αξιολόγηση

1.   Έως την 18η Ιανουαρίου 2010, το Ινστιτούτο ζητεί τη διενέργεια ανεξάρτητης εξωτερικής αξιολόγησης των επιτευγμάτων του βάσει συγγραφής υποχρεώσεων που εκδίδεται από το Διοικητικό Συμβούλιο σε συμφωνία με την Επιτροπή. Η αξιολόγηση αφορά τον αντίκτυπο του Ινστιτούτου στην προώθηση της ισότητας των φύλων και περιλαμβάνει ανάλυση των αποτελεσμάτων των συνεργιών. Ιδίως, εξετάζει τη σκοπιμότητα τροποποίησης ή διεύρυνσης των καθηκόντων του Ινστιτούτου, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιονομικών επιπτώσεων οιασδήποτε τέτοιας τροποποίησης ή διεύρυνσης. Αυτή η αξιολόγηση εξετάζει επίσης την επάρκεια της διαχειριστικής δομής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του Ινστιτούτου. Η αξιολόγηση συνυπολογίζει τις απόψεις των ενδιαφερομένων παραγόντων, τόσο σε κοινοτικό όσο και εθνικό επίπεδο.

2.   Το Διοικητικό Συμβούλιο, με τη συμφωνία της Επιτροπής, αποφασίζει τον χρόνο διενεργείας των μελλοντικών αξιολογήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της έκθεσης αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 21

Ρήτρα επανεξέτασης

Το Διοικητικό Συμβούλιο εξετάζει τα συμπεράσματα της αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 20 και υποβάλλει στην Επιτροπή τις συστάσεις που κρίνει απαραίτητες για τις μεταβολές στο Ινστιτούτο, στις εργασιακές πρακτικές του και στο πεδίο της αποστολής του. Η Επιτροπή διαβιβάζει την έκθεση αξιολόγησης και τις συστάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών και τις δημοσιεύει. Μετά την εξέταση της έκθεσης αξιολόγησης και των συστάσεων, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει τις προτάσεις που κρίνει ενδεδειγμένες σε ό,τι αφορά τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 22

Διοικητικός έλεγχος

Η λειτουργία του Ινστιτούτου τελεί υπό την εποπτεία του Διαμεσολαβητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 195 της Συνθήκης.

Άρθρο 23

Έναρξη των εργασιών του Ινστιτούτου

Το Ινστιτούτο αρχίζει να λειτουργεί το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, όχι αργότερα από τις 19 Ιανουαρίου 2008.

Άρθρο 24

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 20 Δεκεμβρίου 2006

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BORRELL FONTELLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. KORKEAOJA


(1)  ΕΕ C 24, 31.1.2006 σ. 29.

(2)  Γνώμη τoυ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Μαρτίου 2006 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα), κοινή θέση του Συμβουλίου της 18ης Σεπτεμβρίου 2006 (ΕΕ C 295 Ε, 5.12.2006, σ. 57) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της14ης Δεκεμβρίου 2006 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα). Απόφαση του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 2006.

(3)  Μελέτη σκοπιμότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ένα Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (διεξαχθείσα από το PLS Ramboll Management, DK, 2002).

(4)  ΕΕ C 102 Ε, 28.4.2004, σ. 638.

(5)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1365/75 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 1975, περί της δημιουργίας Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβιώσεως και Εργασίας (EE L 139, 30.5.1975, σ. 1). Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1111/2005 (ΕΕ L 184, 15.7.2005, σ. 1).

(6)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2062/94 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1994, σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (ΕΕ L 216, 20.8.1994, σ. 1). Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1112/2005 (ΕΕ L 184, 15.7.2005, σ. 5).

(7)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 337/75 του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί δημιουργίας Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Καταρτίσεως (ΕΕ L 39, 13.2.1975, σ. 1). Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2051/2004 (ΕΕ L 355, 1.12.2004, σ. 1).

(8)  Τα κράτη μέλη που συνεδρίασαν στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Δεκέμβριο του 2003 ζήτησαν από την Επιτροπή να εκπονήσει πρόταση για έναν Οργανισμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επεκτείνοντας τη θητεία του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας.

(9)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145, 31.5.2001, σ. 43).

(10)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8, 12.1.2001, σ. 1).

(11)  ΕΕ L 357, 31.12.2002, σ. 72.

(12)  ΕΕ L 56, 4.3.1968, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 723/2004 (ΕΕ L 124, 27.4.2004, σ. 1).

(13)  ΕΕ 17, 6.10.1958, σ. 385. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 920/2005 (ΕΕ L 156, 18.6.2005, σ. 3).

(14)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2965/94 του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 1994, για τη δημιουργία Μεταφραστικού Κέντρου των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 314, 7.12.1994, σ. 1). Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 920/2005.