19.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 227/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΥΡΑΤΌΜ) αριθ. 1248/2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 7ης Αυγούστου 2006

για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας,

τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (1), και ιδίως το άρθρο 183,

Μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, την Επιτροπή των Περιφερειών, τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η υποχρέωση της Επιτροπής να ενημερώνει την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή έως την 15η Απριλίου σχετικά με την ακύρωση της μεταφοράς από το ένα οικονομικό έτος στο άλλο πιστώσεων οι οποίες δεν έχουν δεσμευθεί έως την 31η Μαρτίου αποδείχθηκε υπερβολικά αυστηρή, οπότε η σχετική προθεσμία θα πρέπει να παραταθεί κατά δύο εβδομάδες, έως την 30ή Απριλίου.

(2)

Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι, οσάκις πρόκειται να εφαρμοσθεί το σύστημα των δωδεκατημορίων, το συνολικό ύψος των εγγεγραμμένων πιστώσεων του προηγούμενου οικονομικού έτους πρέπει να νοείται επί των πιστώσεων του έτους αυτού μετά την αναπροσαρμογή λόγω μεταφοράς χρηματικών ποσών κατά τη διάρκεια αυτού του οικονομικού έτους.

(3)

Θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι οι κανόνες περί συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ ευρώ και λοιπών νομισμάτων που θεσπίζονται στα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 της Επιτροπής (2) ισχύουν μόνο για τις μετατροπές που πραγματοποιούνται από τους διατάκτες, και όχι για εκείνες που πραγματοποιούνται από τους αντισυμβαλλόμενους ή τους δικαιούχους, βάσει των συγκεκριμένων κανόνων που συμφωνούνται στις συμβάσεις και στις επιδοτήσεις. Για λόγους αποδοτικότητας, ο υπόλογος της Επιτροπής θα πρέπει να εξουσιοδοτείται να καθορίζει τη μηνιαία συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ προς χρήση για λογιστικούς λόγους. Ακόμη, για λόγους διαφάνειας και ίσης μεταχείρισης των κοινοτικών υπαλλήλων της Κοινότητας, στο άρθρο 8 τίθεται συγκεκριμένος κανόνας περί συναλλαγματικών ισοτιμιών προς εφαρμογή για τις δαπάνες προσωπικού σε νόμισμα άλλο από το ευρώ.

(4)

Όσον αφορά την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, θα πρέπει να αποσαφηνισθεί το περιεχόμενο της εκ των προτέρων αξιολόγησης, ενώ πρέπει να προσδιορισθεί ακριβέστερα το πεδίο της εκ των προτέρων, ενδιάμεσης και εκ των υστέρων αξιολόγησης, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας. Έτσι, οι προτεραιότητες της αξιολόγησης θα πρέπει να χαραχθούν εκ νέου και να εστιασθούν στις προτάσεις με επίδραση στις επιχειρήσεις ή/και στους πολίτες, καθώς και στην κάλυψη των πειραματικών σχεδίων και των προπαρασκευαστικών ενεργειών που πρόκειται να συνεχισθούν. Επιπλέον δε, εφόσον τα σχέδια και οι ενέργειες βρίσκονται ήδη υπό αξιολόγηση (π.χ. ενέργειες επιμερισμένες μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών), θα πρέπει να εξασφαλίζεται συμπληρωματικότητα.

(5)

Για τους σκοπούς της εκ των προτέρων επαλήθευσης για την έγκριση μιας δαπάνης, παρόμοιες επιμέρους πράξεις που έχουν σχέση με τις συνήθεις δαπάνες μισθοδοσίας, καταβολής συντάξεων, επιστροφής εξόδων αποστολής και ιατρικών εξόδων είναι δυνατόν να θεωρηθούν από τον αρμόδιο διατάκτη ως μία ενιαία πράξη. Στην περίπτωση αυτή, ο αρμόδιος διατάκτης, βασιζόμενος στην αξιολόγηση κινδύνων που πραγματοποιεί, οφείλει να προβεί και στην ενδεδειγμένη εκ των υστέρων επαλήθευση.

(6)

Ενδείκνυται, στην έκθεση για τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση να περιλαμβάνονται μόνο οι περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται η διαδικασία με διαπραγμάτευση κατ’ εξαίρεση από τις συνήθεις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων.

(7)

Μετά την καθιέρωση της αρχής της αυτοτέλειας των οικονομικών ετών, την 1η Ιανουαρίου 2005, και δεδομένης της διαθεσιμότητας των λογιστικών δεδομένων ανά πάσα στιγμή στα συστήματα πληροφορικής, είναι λογικότερο και ταχύτερο να καταρτίζεται ο ισολογισμός καθολικού την ημέρα κατά την οποία ο υπόλογος τερματίζει την αποστολή του. Εάν τούτο συμβεί την 31η Δεκεμβρίου, ο ισολογισμός καθολικού θα μπορούσε να καταρτισθεί αυθημερόν, χωρίς να αναμένεται η οριστικοποίηση των προσωρινών λογαριασμών.

(8)

Για να καταστεί αποτελεσματική η ευθύνη του υπολόγου για τη διαχείριση του ταμείου, αυτός θα πρέπει να είναι εξουσιοδοτημένος να γνωστοποιεί στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει ανοίξει λογαριασμούς το ονοματεπώνυμο και το δείγμα υπογραφής των υπαλλήλων που θα είναι εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν τραπεζικές πράξεις.

(9)

Το μέγιστο ποσό που μπορεί να καταβάλλεται από τον υπόλογο παγίων προκαταβολών θα πρέπει να αυξηθεί από τα 30 000 ευρώ στα 60 000 ευρώ, εφόσον οι πληρωμές με δημοσιονομικές διαδικασίες είναι στην πράξη αδύνατες ή λιγότερο αποτελεσματικές.

(10)

Με γνώμονα το άρθρο 21α του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, και εφόσον επιβεβαιωθεί η διαταγή, ο διατάκτης κύριας ή δευτερεύουσας μεταβίβασης αρμοδιοτήτων θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να μην εκτελέσει την διαταγή εάν είναι προδήλως παράνομη.

(11)

Λόγω των συμπληρωματικών ρόλων του διατάκτη και του υπολόγου στη διαδικασία ανάκτησης ποσών με συμψηφισμό, είναι δικαιολογημένο να προβλέπεται διαβούλευση μεταξύ τους πριν από τον εκάστοτε συμψηφισμό.

(12)

Όταν οφειλέτης είναι εθνική αρχή ή κάποια από τις διοικητικές ενότητές της, και για να λαμβάνονται υπόψη οι διαδικασίες που εφαρμόζονται σε εθνικό επίπεδο, ο υπόλογος θα πρέπει να ενημερώνει τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη, τουλάχιστον δέκα εργάσιμες ημέρες πριν, σχετικά με την πρόθεσή του να προσφύγει σε είσπραξη με συμψηφισμό. Ωστόσο, σε συμφωνία με το εμπλεκόμενο κράτος μέλος ή διοικητική οντότητα, ο υπόλογος θα πρέπει να είναι δυνατόν να προβεί σε είσπραξη με συμψηφισμό πριν εκπνεύσει το εν λόγω δεκαήμερο.

(13)

Οσάκις οφειλή καταβάλλεται εμπρόθεσμα, δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας (περίοδος χάριτος), η δε ανάκτηση ποσών με συμψηφισμό πριν από τη λήξη της τεθείσας προθεσμίας θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου ο υπόλογος, για τεκμηριωμένους λόγους, θεωρεί ότι διακυβεύονται τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων.

(14)

Για να διαφυλάσσονται τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων, οι τραπεζικές εγγυήσεις που διασφαλίζουν μια κοινοτική απαίτηση ενόσω εκκρεμεί προσφυγή κατά προστίμου θα πρέπει να είναι πλήρως ανεξάρτητες από την ανάλογη συμβατική υποχρέωση.

(15)

Το περιεχόμενο της απόφασης χρηματοδότησης θα πρέπει να αποσαφηνισθεί περαιτέρω. Για τις επιδοτήσεις και τις δημόσιες συμβάσεις, η έννοια «ουσιώδη στοιχεία» μιας ενέργειας η οποία συνεπάγεται δαπάνες εις βάρος του προϋπολογισμού θα πρέπει να ορισθεί λεπτομερέστερα. Ακόμη, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι το πρόγραμμα εργασίας στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 110 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002, εφεξής «δημοσιονομικός κανονισμός» είναι δυνατόν να αποτελέσει απόφαση χρηματοδότησης, υπό τον όρο ότι θα περιέχει επαρκώς λεπτομερές πλαίσιο.

(16)

Οσάκις πραγματοποιείται συνολική δημοσιονομική δέσμευση, κάθε διατάκτης — και όχι μόνο ο διατάκτης κύριας μεταβίβασης αρμοδιοτήτων — είναι δυνατόν να είναι αρμόδιος για τις νομικές δεσμεύσεις με τις οποίες θα υλοποιηθεί η συνολική δημοσιονομική δέσμευση.

(17)

Οι προθεσμίες για τις πληρωμές στο πλαίσιο συμβάσεων ή επιδοτήσεων που εξαρτώνται από την έγκριση έκθεσης ή πιστοποιητικού θα πρέπει να αναθεωρηθούν με σκοπό να εξασφαλίζεται η βεβαιότητα ότι οι πληρωμές θα πραγματοποιούνται βάσει εγκεκριμένης έκθεσης ή πιστοποιητικού. Ακόμη, η προθεσμία για την έγκριση της έκθεσης που αναφέρεται σε επιδότηση για ενέργειες ιδιαίτερα περίπλοκες ως προς την αξιολόγηση θα πρέπει να ευθυγραμμισθεί με την προθεσμία που ισχύει σήμερα για τις συμβάσεις περίπλοκων υπηρεσιών.

(18)

Χωρίς να τροποποιήσει τις ισχύουσες προθεσμίες και να θίξει τα δικαιώματα των δικαιούχων, ο αρμόδιος διατάκτης θα πρέπει, για λόγους απλοποίησης, να έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει ενιαία προθεσμία για την πραγματοποίηση της έγκρισης της έκθεσης ή του πιστοποιητικού και για τις πληρωμές.

(19)

Τα κατώτατα όρια για τις συμβάσεις μικρού ύψους, τα οποία καθορίσθηκαν το 1994, θα πρέπει να αναπροσαρμοσθούν και να αυξηθούν από τα 50 000 ευρώ στα 60 000 ευρώ και από τα 13 800 ευρώ στα 25 000 ευρώ, αντίστοιχα. Ακόμη, θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι όλες οι συμβάσεις με ύψος ίσο ή μικρότερο των 60 000 ευρώ είναι δυνατόν να ανατίθενται μέσω διαδικασίας με διαπραγμάτευση.

(20)

Επιπλέον δε, οι Κανόνες Εφαρμογής θα πρέπει να καθορίζουν ακριβέστερα τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για ορισμένες συμβάσεις υπηρεσιών έρευνας και ανάπτυξης και ορισμένες συμβάσεις υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (3). Με γνώμονα την αρχή της διαφάνειας, οι συμβάσεις αυτές είναι δυνατόν να ανατίθενται μετά από διαδικασία με διαπραγμάτευση αφού προηγηθεί δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού.

(21)

Με σκοπό την περαιτέρω απλοποίηση της διαχείρισης των διαδικασιών ανάθεσης συμβάσεων, οι οικονομικοί παράγοντες θα πρέπει να είναι σε θέση να λάβουν μέρος σε διαδικασία βάσει υπεύθυνης δήλωσης στην οποία να αναφέρουν ότι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις αποκλεισμού από την εκάστοτε διαδικασία, εκτός από την περίπτωση της κλειστής διαδικασίας, του διαλόγου ανταγωνιστικού χαρακτήρα και της διαδικασίας με διαπραγμάτευση αφού προηγηθεί δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, οσάκις η αναθέτουσα αρχή περιορίζει τον αριθμό των υποψηφίων που θα κληθούν να διαπραγματευθούν ή να υποβάλουν προσφορά. Ωστόσο, σύμφωνα με τις αρχές που τίθενται στην οδηγία 2004/18/ΕΚ και με σκοπό την καλύτερη προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων, για τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ και για τις συμβάσεις μεγάλου ύψους στις εξωτερικές ενέργειες οι οικονομικοί παράγοντες στους οποίους θα πρόκειται να ανατεθούν οι συμβάσεις αυτές θα πρέπει να καταθέτουν αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την αρχική τους δήλωση. Οσάκις υποψήφιος ή προσφέρων θα πρέπει να καταθέσει τα στοιχεία αυτά, η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να αποδεχθεί και αποδεικτικά στοιχεία που είχαν κατατεθεί από τον εν λόγω υποψήφιο ή προσφέροντα σε άλλη διαδικασία διεξαχθείσα από την ίδια αναθέτουσα αρχή, υπό τον όρο ότι η χρονική απόσταση από την ημερομηνία έκδοσης των στοιχείων αυτών δεν υπερβαίνει το ένα έτος και αυτά εξακολουθούν να ισχύουν.

(22)

Στις εξωτερικές ενέργειες, η διαδικασία με διαπραγμάτευση ανταγωνιστικού χαρακτήρα θα πρέπει να γίνει αποτελεσματικότερη, η δε διαδικασία με διαπραγμάτευση θα πρέπει να επιτρέπεται στην περίπτωση όπου δύο διαδικασίες με διαπραγμάτευση ανταγωνιστικού χαρακτήρα έχουν αποβεί άγονες, καθώς και στην περίπτωση μιας άγονης διαδικασίας εφόσον η διαδικασία με διαπραγμάτευση ανταγωνιστικού χαρακτήρα έπεται αποτυχημένης εφαρμογής σύμβασης-πλαισίου. Η δυνατότητα να μην απαιτείται τεκμηρίωση της τεχνικής και οικονομικής ικανότητας θα πρέπει να παρέχεται έως τα κατώτατα όρια που ενδείκνυνται για καθεμία από τις κατηγορίες συμβάσεων σε αυτόν τον τομέα πολιτικής. Ακόμη, στην περίπτωση αυτή ο αρμόδιος διατάκτης θα πρέπει να είναι σε θέση να αιτιολογήσει την επιλογή του. Η επιτροπή αξιολόγησης ή η αναθέτουσα αρχή θα πρέπει να διαθέτουν τη δυνατότητα να ζητήσουν από τους υποψήφιους ή τους προσφέροντες να καταθέσουν επιπλέον έγγραφα ή διευκρινιστικά στοιχεία, όπως προβλέπεται στην περίπτωση των συμβάσεων που ανατίθενται από τα θεσμικά όργανα για δικό τους λογαριασμό.

(23)

Στις εξωτερικές ενέργειες, το νομικό πλαίσιο των δημόσιων συμβάσεων θα πρέπει και αυτό να απλοποιηθεί σε ό,τι αφορά τη δημοσίευση της προκήρυξης προκαταρκτικής ενημέρωσης για τις διεθνείς προσκλήσεις υποβολής προσφορών και την απαίτηση για την κατάθεση εγγύησης καλής εκτέλεσης. Η προκήρυξη προκαταρκτικής ενημέρωσης θα πρέπει να δημοσιεύεται το νωρίτερο δυνατόν, και όχι απαραίτητα πριν από την 31η Ιανουαρίου. Ακόμη, η εγγύηση καλής εκτέλεσης θα πρέπει να ζητείται μόνο στην περίπτωση συμβάσεων με μεγάλο ύψος, ενώ θα πρέπει να δίδεται και η δυνατότητα στον αρμόδιο διατάκτη να παραιτείται από την απαίτηση εγγύησης σε περίπτωση προχρηματοδότησης δημόσιου φορέα, ανάλογα με την αξιολόγηση κινδύνων που αυτός πραγματοποιεί.

(24)

Όσον αφορά την παροχή επιδοτήσεων, και για να μειωθούν οι διοικητικές διατυπώσεις, θα πρέπει να επιτρέπεται, το εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων μονοπωλιακό καθεστώς του δικαιούχου να μπορεί να τεκμηριώνεται στην απόφαση χρηματοδότησης.

(25)

Η απαίτηση να επισυνάπτεται εξωτερικός λογιστικός έλεγχος στην αίτηση θα ισχύει μόνο για τις επιδοτήσεις με ύψος ίσο ή μεγαλύτερο των 500 000 ευρώ, για τις εξωτερικές ενέργειες, και για τις λειτουργικές επιδοτήσεις με ύψος ίσο ή μεγαλύτερο των 100 000 ευρώ.

(26)

Η συγχρηματοδότηση σε είδος εκ μέρους των δικαιούχων θα πρέπει να γίνει ευκολότερη, εφόσον τούτο κρίνεται ενδεδειγμένο ή αναγκαίο, ενώ η έννοια των φορέων που επιδιώκουν σκοπούς γενικού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος και οι οποίοι είναι δυνατόν να λάβουν λειτουργικές ενισχύσεις θα πρέπει να συμπεριλάβει τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς που ασχολούνται με την προώθηση της ιθαγένειας και της καινοτομίας.

(27)

Οι αιτούντες θα πρέπει να ενημερώνονται το ταχύτερο δυνατόν σχετικά με την τύχη της αίτησής τους.

(28)

Στην περίπτωση των λειτουργικών επιδοτήσεων προς φορείς που επιδιώκουν στόχους γενικού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, η εφαρμογή του κανόνα της μη παροχής κέρδους θα πρέπει να περιορίζεται στο ποσοστό συγχρηματοδότησης που αντιστοιχεί στη συνεισφορά της Κοινότητας στον προϋπολογισμό λειτουργίας, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη και τα δικαιώματα των άλλων δημόσιων χρηματοδοτών, για τους οποίους επίσης προβλέπεται να λαμβάνουν το μερίδιο από τα ετήσια κέρδη που αντιστοιχεί στο ποσοστό της συνεισφοράς τους. Για τον υπολογισμό του ποσού προς είσπραξη δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ποσοστό των συνεισφορών σε είδος στον προϋπολογισμό λειτουργίας.

(29)

Για να προστατεύονται τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων, η απαίτηση εγγύησης προχρηματοδότησης θα πρέπει να ισχύει για κάθε προχρηματοδότηση που υπερβαίνει το 80 % του ποσού της επιδότησης και τα 60 000 ευρώ.

(30)

Οσάκις η προχρηματοδότηση είναι υποδιαιρεμένη, η δε απορρόφηση προγενέστερης προχρηματοδότησης δεν υπερβαίνει το 70 %, θα πρέπει να είναι δυνατή νέα προχρηματοδότηση, αλλά το ύψος της νέας καταβολής θα πρέπει να μειώνεται κατά το μη απορροφηθέν τμήμα της προηγούμενης καταβολής.

(31)

Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι, εφόσον θα πρόκειται για δημόσιους φορείς, ο εξωτερικός έλεγχος ή πιστοποίηση προς επισύναψη στην αίτηση επιδότησης ή πληρωμής θα μπορούσε να διεξάγεται από έμπειρο και ανεξάρτητο δημόσιο λειτουργό.

(32)

Μετά την υιοθέτηση από τον υπόλογο της Επιτροπής, τον Δεκέμβριο του 2004 και δυνάμει του άρθρου 133 του δημοσιονομικού κανονισμού, των λογιστικών κανόνων και μεθόδων καθώς και του εναρμονισμένου λογιστικού σχεδίου, ο τίτλος που αναφέρεται στην παρουσίαση των λογαριασμών και στη λογιστική θα πρέπει να αναπροσαρμοσθεί για να απαλειφθούν οι διατάξεις που δεν είναι πλέον αναγκαίες.

(33)

Για να ληφθεί υπόψη η απόφαση 2005/118/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής, του Δικαστηρίου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της Επιτροπής των Περιφερειών και του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, της 26ης Ιανουαρίου 2005, με την οποία ιδρύεται η Ευρωπαϊκή Σχολή Δημόσιας Διοίκησης (4), ο κατάλογος των ευρωπαϊκών υπηρεσιών θα πρέπει να συμπληρωθεί, αναφέροντας ότι η Ευρωπαϊκή Σχολή Δημόσιας Διοίκησης σήμερα υπάγεται διοικητικά στην Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

(34)

Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 6 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, η ημερομηνία «15 Απριλίου» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «30 Απριλίου».

2)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 6α:

«Άρθρο 6a

Προσωρινά δωδεκατημόρια

(Άρθρο 13 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού)

Το μέγιστο ύψος των εγγεγραμμένων πιστώσεων του προηγούμενου οικονομικού έτους, κατά το άρθρο 13 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού, νοείται ως αναφερόμενο στις πιστώσεις του οικονομικού έτους στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 5 τους παρόντος κανονισμού, αναπροσαρμοσμένες μετά τις μεταφορές χρηματικών ποσών κατά τη διάρκεια αυτού του οικονομικού έτους».

3)

Τα άρθρα 7 και 8 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 7

Τιμή μετατροπής μεταξύ ευρώ και άλλου νομίσματος

(Άρθρο 16 του δημοσιονομικού κανονισμού)

1.   Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που απορρέουν από την εφαρμογή των τομεακών ρυθμίσεων, η μετατροπή μεταξύ ευρώ και άλλου νομίσματος από τον αρμόδιο διατάκτη υπολογίζεται με την ημερήσια συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ η οποία δημοσιεύεται στο τεύχος C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οσάκις η μετατροπή μεταξύ ευρώ και άλλου νομίσματος πρόκειται να γίνει από τον αντισυμβαλλόμενο ή τον δικαιούχο, εφαρμόζονται οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις για τη μετατροπή που περιέχονται στις δημόσιες συμβάσεις, και στις συμβάσεις επιδότησης ή χρηματοδότησης,

2.   Ελλείψει ημερήσιας ισοτιμίας του ευρώ δημοσιευόμενης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το εκάστοτε νόμισμα, ο αρμόδιος διατάκτης χρησιμοποιεί τη λογιστική ισοτιμία στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 3.

3.   Για τις ανάγκες της λογιστικής που προβλέπεται στα άρθρα 132 έως 137 του δημοσιονομικού κανονισμού, και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 213 του παρόντος κανονισμού, η μετατροπή μεταξύ ευρώ και άλλου νομίσματος πραγματοποιείται βάσει της μηνιαίας λογιστικής ισοτιμίας του ευρώ. Αυτή η λογιστική ισοτιμία καθορίζεται από τον υπόλογο της Επιτροπής μέσω κάθε κατά τη γνώμη του αξιόπιστης πηγής πληροφοριών, βάσει της ισοτιμίας της προτελευταίας εργάσιμης ημέρας του μήνα που προηγείται εκείνου για τον οποίο προσδιορίζεται η ισοτιμία.

Άρθρο 8

Συναλλαγματική ισοτιμία προς χρήση κατά τη μετατροπή μεταξύ ευρώ και άλλου νομίσματος

(Άρθρο 16 του δημοσιονομικού κανονισμού)

1.   Με την επιφύλαξη των συγκεκριμένων διατάξεων που απορρέουν από την εφαρμογή των τομεακών ρυθμίσεων, ή από συγκεκριμένες δημόσιες συμβάσεις, συμβάσεις επιδότησης ή χρηματοδότησης, η συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή μεταξύ ευρώ και άλλου νομίσματος, στις περιπτώσεις όπου η μετατροπή αυτή πραγματοποιείται από τον αρμόδιο διατάκτη, είναι εκείνη της ημέρας κατά την οποία συντάσσεται από την υπηρεσία του διατάκτη το ένταλμα πληρωμής ή είσπραξης.

2.   Στην περίπτωση των πάγιων προκαταβολών σε ευρώ, η συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή μεταξύ ευρώ και άλλου νομίσματος καθορίζεται βάσει της ημερομηνίας καταβολής από την τράπεζα.

3.   Για την εκκαθάριση των πάγιων προκαταβολών σε εθνικά νομίσματα, κατά το άρθρο 16 του δημοσιονομικού κανονισμού, η συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή μεταξύ ευρώ και άλλου νομίσματος είναι εκείνη του μήνα πραγματοποίησης της δαπάνης από την εκάστοτε πάγια προκαταβολή.

4.   Για την επιστροφή των κατ’ αποκοπή δαπανών ή των δαπανών που προκύπτουν από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού (εφεξής “ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης”), δαπανών για τις οποίες καθορίζεται ανώτατο όριο και οι οποίες καταβάλλονται σε νόμισμα άλλο από το ευρώ, η συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιείται είναι εκείνη που ισχύει όταν θεμελιώνεται το εκάστοτε δικαίωμα είσπραξης».

4)

Το άρθρο 21 αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Άρθρο 21

Αξιολόγηση

(Άρθρο 27 του δημοσιονομικού κανονισμού)

1.   Όλες οι προτάσεις προγραμμάτων ή δραστηριοτήτων που συνεπάγονται δαπάνες εις βάρος του προϋπολογισμού υπόκεινται σε εκ των προτέρων αξιολόγηση, η οποία αφορά:

α)

την ανάγκη που πρέπει να ικανοποιηθεί βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα·

β)

την προστιθέμενη αξία της κοινοτικής παρέμβασης·

γ)

τους προς επίτευξη στόχους·

δ)

τις δυνατότητες πολιτικής δράσης, συμπεριλαμβανόμενων των αντίστοιχων κινδύνων·

ε)

τα αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις, ιδίως τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις, και τους αναγκαίους για τη μέτρησή τους δείκτες και κανόνες αξιολόγησης·

στ)

την καταλληλότερη μέθοδο εφαρμογής των επιλεγόμενων δυνατοτήτων πολιτικής δράσης·

ζ)

την εσωτερική συνέπεια του προτεινόμενου προγράμματος ή δραστηριότητας, και τις σχέσεις του με άλλα συναφή μέσα·

η)

το ύψος των πιστώσεων, των ανθρώπινων πόρων και των λοιπών διοικητικών δαπανών που πρέπει να διατεθούν με γνώμονα την αρχή της αποδοτικότητας·

θ)

τα διδάγματα που αντλούνται από ανάλογες εμπειρίες στο παρελθόν.

2.   Κάθε πρόταση περιλαμβάνει τις διατάξεις παρακολούθησης, υποβολής εκθέσεων και αξιολόγησης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις αντίστοιχες ευθύνες σε όλα τα κυβερνητικά επίπεδα που θα λάβουν μέρος στην εκτέλεση του προτεινόμενου προγράμματος ή δραστηριότητας.

3.   Κάθε πρόγραμμα ή δραστηριότητα, συμπεριλαμβανόμενων των πειραματικών σχεδίων και προπαρασκευαστικών ενεργειών, και οσάκις οι διαθέσιμοι πόροι υπερβαίνουν τα 5 000 000 ευρώ, αποτελεί το αντικείμενο ενδιάμεσης ή/και εκ των υστέρων αξιολόγησης όσον αφορά τους ανθρώπινους και δημοσιονομικούς πόρους που διατίθενται και των αποτελεσμάτων που επιτυγχάνονται, έτσι ώστε να επαληθεύεται η συμμόρφωσή τους με τους καθορισθέντες στόχους, ως εξής:

α)

πραγματοποιείται περιοδική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων που επιτυγχάνονται κατά την υλοποίηση πολυετούς προγράμματος, σύμφωνα με χρονοδιάγραμμα που επιτρέπει τη συνεκτίμηση των συμπερασμάτων των αξιολογήσεων αυτών στο πλαίσιο κάθε απόφασης για την παράταση, τροποποίηση ή διακοπή του προγράμματος αυτού·

β)

οι δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται σε ετήσια βάση αποτελούν το αντικείμενο αξιολόγησης ως προς τα αποτελέσματά τους τουλάχιστον μία φορά ανά έξι έτη.

Τα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται για καθένα από τα σχέδια ή τις ενέργειες που εκτελούνται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων για τις οποίες οι αντίστοιχες υποχρεώσεις είναι δυνατόν να εκπληρώνονται με τις τελικές εκθέσεις που διαβιβάζονται από τους οργανισμούς οι οποίοι τις εκτέλεσαν.

4.   Οι αξιολογήσεις στις οποίες αναφέρονται οι παράγραφοι 1 και 2 είναι ανάλογες προς τους διατιθέμενους πόρους και τις επιπτώσεις του εκάστοτε προγράμματος ή δραστηριότητας».

5)

Το άρθρο 45 τροποποιείται ως εξής:

α)

Στην παράγραφο 1 η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο αρμόδιος διατάκτης είναι δυνατόν να επικουρείται κατά την άσκηση των καθηκόντων του από πρόσωπα υπαγόμενα στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης (εφεξής το “προσωπικό”), επιφορτισμένα να πραγματοποιούν, υπό την ευθύνη του, ορισμένες πράξεις αναγκαίες για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και για την παρουσίαση των δημοσιονομικών και διαχειριστικών πληροφοριών».

β)

Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από την ακόλουθη:

«2.   Κάθε θεσμικό όργανο ενημερώνει την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή κάθε φορά που ένας κύριος διατάκτης αναλαμβάνει καθήκοντα, αλλάζει καθήκοντα ή παύει τα καθήκοντά του».

6)

Το άρθρο 47 τροποποιείται ως εξής:

α)

Στην παράγραφο 3, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τους σκοπούς της εκ των προτέρων επαλήθευσης, παρόμοιες επιμέρους πράξεις που έχουν σχέση με τις συνήθεις δαπάνες μισθοδοσίας, καταβολής συντάξεων, επιστροφής εξόδων αποστολής και ιατρικών εξόδων είναι δυνατόν να θεωρηθούν από τον αρμόδιο διατάκτη ως μία και μοναδική πράξη.

Στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το δεύτερο εδάφιο, ο αρμόδιος διατάκτης, βασιζόμενος στην ανάλυση κινδύνων που πραγματοποιεί, προβαίνει σε κατάλληλη εκ των υστέρων επαλήθευση, σύμφωνα με την παράγραφο 4».

β)

Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από την ακόλουθη:

«5.   Τα μέλη του προσωπικού που είναι επιφορτισμένα με τις επαληθεύσεις στις οποίες αναφέρονται οι παράγραφοι 2 και 4 είναι διαφορετικά από τα μέλη του προσωπικού που εκτελούν τα καθήκοντα έναρξης μιας πράξης και στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 1, και δεν είναι υφιστάμενοί τους».

7)

Η πρώτη περίοδος του άρθρου 54 αντικαθίσταται από την ακόλουθη:

«Οι κύριοι διατάκτες καταγράφουν, για κάθε οικονομικό έτος, τις συμβάσεις που συνάπτονται μέσω διαδικασίας με διαπραγμάτευση κατά το άρθρο 126 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ), το άρθρο 127 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ) και τα άρθρα 242, 244 και 246».

8)

Το άρθρο 56 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 56

Παύση των καθηκόντων του υπολόγου

(Άρθρο 61 του δημοσιονομικού κανονισμού)

1.   Σε περίπτωση παύσης των καθηκόντων του υπολόγου, συντάσσεται αμελλητί ισολογισμός του καθολικού.

2.   Ο ισολογισμός του καθολικού διαβιβάζεται, μαζί με το σχετικό διαβιβαστικό, από τον υπόλογο που παύει τα καθήκοντά του ή, εφόσον τούτο δεν είναι δυνατόν, από υπάλληλο της υπηρεσίας του, προς τον νέο υπόλογο.

Ο νέος υπόλογος υπογράφει τον ισολογισμό του καθολικού προς αποδοχή εντός ενός μήνα από την ημερομηνία διαβίβασης, είναι δε δυνατόν να διατυπώσει επιφυλάξεις.

Το διαβιβαστικό περιέχει και αυτό το υπόλοιπο του ισολογισμού του καθολικού και τις τυχόν επιφυλάξεις.

3.   Κάθε θεσμικό όργανο ενημερώνει την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σε περίπτωση διορισμού ή παύσης των καθηκόντων του υπολόγου του».

9)

Στο άρθρο 60, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Για τον σκοπό αυτόν, ο υπόλογος κάθε θεσμικού οργάνου γνωστοποιεί σε όλους τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς στους οποίους έχει ανοίξει λογαριασμούς το ονοματεπώνυμο και το δείγμα υπογραφής των εξουσιοδοτημένων μελών του προσωπικού».

10)

Το άρθρο 64 τροποποιείται ως εξής:

α)

Ο τίτλος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο:

«Άρθρο 64

Αρχεία

(Άρθρο 61 του δημοσιονομικού κανονισμού)»

β)

Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ο υπόλογος είναι δυνατόν να πραγματοποιεί πληρωμές με τραπεζικό έμβασμα μόνο εφόσον τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού του δικαιούχου, τα οποία πρέπει να συμφωνούν με τα στοιχεία ταυτότητάς του, καθώς και κάθε μεταβολή τους έχουν προηγουμένως εγγραφεί σε κοινό αρχείο ανά θεσμικό όργανο.

Κάθε εγγραφή των στοιχείων ταυτότητας και τραπεζικού λογαριασμού του δικαιούχου πληρωμής, μαζί με τις τυχόν μεταβολές τους, βασίζεται σε δικαιολογητικά, των οποίων τη μορφή καθορίζει ο υπόλογος της Επιτροπής».

γ)

Στην παράγραφο 2 το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Οι διατάκτες ενημερώνουν τον υπόλογο για οποιαδήποτε μεταβολή στα στοιχεία ταυτότητας και τραπεζικού λογαριασμού τους γνωστοποιείται από τον δικαιούχο και επαληθεύουν ότι τα εν λόγω στοιχεία είναι έγκυρα πριν την πληρωμή».

11)

Στο άρθρο 66 η παράγραφος 2 αντικαθίσταται ως εξής:

«2.   Ο υπόλογος πάγιων προκαταβολών είναι δυνατόν προσωρινά να εκκαθαρίζει και να καταβάλλει δαπάνες, βάσει λεπτομερούς πλαισίου, που καθορίζεται στις οδηγίες του αρμόδιου διατάκτη. Οι οδηγίες αυτές εξειδικεύουν τους κανόνες και τους όρους υπό τους οποίους εγκρίνεται μια δαπάνη και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τους όρους υπογραφής νομικών δεσμεύσεων κατά την έννοια του άρθρου 94 παράγραφος 1 στοιχείο ε)».

12)

Στο άρθρο 67 παράγραφος 2 το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Το μέγιστο ποσό που είναι δυνατόν να καταβληθεί από τον υπόλογο πάγιων προκαταβολών οσάκις είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον ή μη αποδοτικό να πραγματοποιηθεί η πληρωμή μέσω διαδικασίας του προϋπολογισμού, δεν υπερβαίνει τα 60 000 ευρώ για καθεμία δαπάνη».

13)

Στο άρθρο 68, οι δύο πρώτες περίοδοι αντικαθίστανται ως εξής:

«Οι υπόλογοι πάγιων προκαταβολών επιλέγονται μεταξύ των μονίμων υπαλλήλων ή, εφόσον απαιτείται και μόνο σε δεόντως τεκμηριωμένες περιπτώσεις, μεταξύ των μελών του λοιπού προσωπικού».

14)

Το άρθρο 70 τροποποιείται ως εξής:

α)

Στην παράγραφο 1 η δεύτερη περίοδος αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο αρμόδιος διατάκτης έχει πρόσβαση ανά πάσα στιγμή στις καταστάσεις αυτής της λογιστικής, ο δε υπόλογος παγίων προκαταβολών συντάσσει τουλάχιστον ανά μήνα και διαβιβάζει στον αρμόδιο διατάκτη, εντός του επόμενου μήνα, κατάσταση των πράξεων μαζί με τα αντίστοιχα δικαιολογητικά, για την τακτοποίηση των πράξεων παγίων προκαταβολών».

β)

Στην παράγραφο 2, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο υπόλογος διενεργεί ο ίδιος, ή αναθέτει σε ειδικά εξουσιοδοτημένο για τον σκοπό αυτό μέλος του προσωπικού των υπηρεσιών του ή των υπηρεσιών του διατάκτη, επαλήθευση, κατά κανόνα επιτόπου και απρόοπτα, της ύπαρξης των χρηματικών ποσών που έχουν ανατεθεί στους υπολόγους παγίων προκαταβολών, της τήρησης της λογιστικής και της τακτοποίησης των πράξεων παγίων προκαταβολών εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών».

15)

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 73, η δεύτερη περίοδος αντικαθίσταται ως εξής:

«Εάν η εντολή αυτή επιβεβαιώνεται εγγράφως και η επιβεβαίωση λαμβάνεται εγκαίρως και είναι επαρκώς σαφής, υπό την έννοια ότι αναφέρεται ρητά στα σημεία που έχει αμφισβητήσει ο κύριος ή ο δευτερεύων, ο διατάκτης απαλλάσσεται της ευθύνης και εκτελεί την εντολή, εκτός εάν αυτή είναι προδήλως παράνομη ή συνιστά παραβίαση των σχετικών κανόνων ασφαλείας».

16)

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 78, τα στοιχεία β) έως ε) αντικαθίστανται ως εξής:

«β)

εάν η καταβολή οφειλής πραγματοποιηθεί πριν από την εκπνοή της ταχθείσας προθεσμίας, δεν οφείλεται τόκος υπερημερίας·

γ)

η μη καταβολή οφειλής κατά την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο β), γεννά τόκους με το επιτόκιο στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 86, και με την επιφύλαξη τυχόν εφαρμογής ειδικών κανονιστικών διατάξεων·

δ)

σε περίπτωση μη καταβολή οφειλής κατά την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο β), το αντίστοιχο θεσμικό όργανο πραγματοποιεί την είσπραξη της οφειλής είτε με συμψηφισμό είτε με αναγκαστική εκτέλεση τυχόν εγγύησης που έχει κατατεθεί εκ των προτέρων·

ε)

ο υπόλογος είναι δυνατόν να πραγματοποιήσει την είσπραξη με συμψηφισμό πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο β) οσάκις τούτο είναι αναγκαίο για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων διότι έχει τεκμηριωμένους λόγους να πιστεύει ότι το οφειλόμενο στην Επιτροπή ποσό θα μπορούσε να απολεσθεί, και αφού ενημερωθεί προηγουμένως ο οφειλέτης για τους λόγους και την ημερομηνία της είσπραξης με συμψηφισμό·».

17)

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 81, το στοιχείο στ) αντικαθίσταται ως εξής:

«στ)

την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 78 παράγραφος 3 στοιχείο β)·».

18)

Το άρθρο 83 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 83

Είσπραξη με συμψηφισμό

(Άρθρο 73 του δημοσιονομικού κανονισμού)

1.   Οσάκις ο οφειλέτης έχει έναντι των Κοινοτήτων απαίτηση βεβαία, εκκαθαρισμένη και απαιτητή, και η οποία αναφέρεται σε ποσό προκύπτον από ένταλμα πληρωμής, ο υπόλογος εισπράττει, μετά την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 78 παράγραφος 3 στοιχείο β), τα βεβαιωμένα προς είσπραξη ποσά με συμψηφισμό.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οσάκις είναι αναγκαία η προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων διότι ο υπόλογος έχει τεκμηριωμένους λόγους να πιστεύει ότι το οφειλόμενο στις Κοινότητες ποσό θα μπορούσε να απολεσθεί, ο υπόλογος εισπράττει το ποσό αυτό με συμψηφισμό πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 78 παράγραφος 3 στοιχείο β).

2.   Πριν προβεί σε είσπραξη κατά την παράγραφο 1, ο υπόλογος συμβουλεύεται τον αρμόδιο διατάκτη και ενημερώνει τους εμπλεκόμενους οφειλέτες.

Οσάκις οφειλέτης είναι εθνική αρχή ή διοικητική οντότητα κράτους μέλους, ο υπόλογος ενημερώνει το οικείο κράτος μέλος, τουλάχιστον δέκα εργάσιμες ημέρες πριν, σχετικά με την πρόθεσή του να προσφύγει σε είσπραξη μέσω συμψηφισμού. Ωστόσο, σε συμφωνία με το οικείο κράτος μέλος ή την εμπλεκόμενη διοικητική οντότητά του, ο υπόλογος είναι δυνατόν να προβεί σε είσπραξη με συμψηφισμό πριν εκπνεύσει το εν λόγω δεκαήμερο.

3.   Ο συμψηφισμός κατά την παράγραφο 1 έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την πληρωμή και απαλλάσσει τις Κοινότητες από το ποσό της οφειλής τους και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, από τους οφειλόμενους τόκους».

19)

Στο άρθρο 84 η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής:

«1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 83, και εφόσον δεν εισπραχθεί εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 78 παράγραφος 3 στοιχείο β) ολόκληρο το ποσό που προσδιορίζεται στο χρεωστικό σημείωμα, ο υπόλογος ενημερώνει σχετικά τον αρμόδιο διατάκτη και κινεί αμελλητί τη διαδικασία είσπραξης με κάθε νόμιμο μέσο, συμπεριλαμβανόμενης, εφόσον συντρέχει περίπτωση, της ανάκτησης με εκτέλεση τυχόν εγγύησης που έχει κατατεθεί εκ των προτέρων».

20)

Στο άρθρο 85, το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου αντικαθίσταται ως εξής:

«α)

ότι ο οφειλέτης δεσμεύεται να καταβάλει τόκους με το επιτόκιο που καθορίζεται στο άρθρο 86 και για ολόκληρη τη συμπληρωματική περίοδο που του παραχωρείται, με αφετηρία την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται το άρθρο 78 παράγραφος 3 στοιχείο β)·».

21)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 85α:

«Άρθρο 85α

Είσπραξη προστίμων, χρηματικών ποινών και άλλων κυρώσεων

(Άρθρο 73 και 74 του δημοσιονομικού κανονισμού)

1.   Οσάκις κοινοτικό δικαστήριο επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης της Επιτροπής με την οποία επιβάλλονται πρόστιμα, χρηματικές ποινές ή άλλες κυρώσεις δυνάμει της συνθήκης ΕΚ ή της συνθήκης Ευρατόμ, και μέχρις ότου εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα, ο υπόλογος εισπράττει προσωρινά τα αντίστοιχα ποσά από τον οφειλέτη, ή ζητεί από αυτόν να καταθέσει χρηματική εγγύηση, η οποία είναι ανεξάρτητη από την υποχρέωση καταβολής του προστίμου, της χρηματικής ποινής ή άλλης κύρωσης και μπορεί να εκτελεσθεί σε πρώτη ζήτηση. Η εγγύηση αυτή καλύπτει την απαίτηση ως προς το οφειλόμενο κεφάλαιο και τους τόκους, που υπολογίζονται κατά το άρθρο 86 παράγραφος 5.

2.   Αφού εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα, τα προσωρινά εισπραχθέντα ποσά και οι παραχθέντες τόκοι εγγράφονται στον προϋπολογισμό ή επιστρέφονται στον οφειλέτη. Σε περίπτωση χρηματικής εγγύησης, αυτή είτε εκτελείται είτε ελευθερώνεται».

22)

Το άρθρο 86 τροποποιείται ως εξής:

α)

Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται ως εξής:

«1.   Με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών διατάξεων που απορρέουν από την εφαρμογή τομεακών κανόνων, κάθε απαίτηση που δεν έχει καταβληθεί κατά την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 78 παράγραφος 3 στοιχείο β) γεννά τόκους σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

2.   Επί των απαιτήσεων που δεν καταβάλλονται εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 78 παράγραφος 3 στοιχείο β) ισχύει το επιτόκιο που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά τις κύριες πράξεις της επαναχρηματοδότησης, όπως αυτό δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του μήνα κατά τον οποίο εκπνέει η προθεσμία, προσαυξημένο κατά:

α)

επτά εκατοστιαίες μονάδες, οσάκις γενεσιουργός αιτία της απαίτησης είναι δημόσια σύμβαση προμηθειών και υπηρεσιών που αναφέρονται στον τίτλο V·

β)

τρεισήμισι εκατοστιαίες μονάδες σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

3.   Οι τόκοι υπολογίζονται από την ημερολογιακή ημέρα που έπεται της εκπνοής της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 78 παράγραφος 3 στοιχείο β) και προσδιορίζεται στο χρεωστικό σημείωμα, έως την ημερολογιακή ημέρα κατά την οποία εξοφλείται πλήρως η οφειλή».

β)

Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται ως εξής:

«5.   Στην περίπτωση των προστίμων, οσάκις ο οφειλέτης καταθέτει χρηματική εγγύηση αποδεκτή από τον υπόλογο στη θέση της προσωρινής πληρωμής, το επιτόκιο που εφαρμόζεται από την ημέρα της εκπνοής της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 78 παράγραφος 3 στοιχείο β) είναι το επιτόκιο το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου προσαυξημένο μόνο κατά μιάμιση εκατοστιαία μονάδα».

23)

Το άρθρο 90 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 90

Απόφαση χρηματοδότησης

(Άρθρο 75 του δημοσιονομικού κανονισμού)

1.   Η απόφαση χρηματοδότησης περιλαμβάνει τα ουσιώδη στοιχεία μιας ενέργειας που συνεπάγεται δαπάνη εις βάρος του προϋπολογισμού.

2.   Για τις επιδοτήσεις, η απόφαση έγκρισης του ετήσιου προγράμματος εργασίας στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 110 του δημοσιονομικού κανονισμού θεωρείται ως απόφαση χρηματοδότησης κατά την έννοια του άρθρου 75 του δημοσιονομικού κανονισμού, υπό τον όρο ότι συνιστά επαρκώς λεπτομερές πλαίσιο.

Όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, οσάκις η χρησιμοποίηση των αντίστοιχων πιστώσεων προβλέπεται σε ετήσιο πρόγραμμα εργασίας το οποίο συνιστά επαρκώς λεπτομερές πλαίσιο, αυτό το πρόγραμμα εργασίας θεωρείται ως απόφαση χρηματοδότησης για τις αντίστοιχες δημόσιες συμβάσεις.

3.   Για να θεωρηθεί επαρκώς λεπτομερές πλαίσιο, το πρόγραμμα εργασίας που υιοθετείται από την Επιτροπή περιλαμβάνει τα εξής:

α)

Για τις επιδοτήσεις:

i)

τα στοιχεία αναφοράς της βασικής πράξης και της γραμμής του προϋπολογισμού·

ii)

τις προτεραιότητες του έτους, τους επιδιωκόμενους στόχους και τα προβλεπόμενα αποτελέσματα βάσει των πιστώσεων που έχουν εγκριθεί για το εκάστοτε οικονομικό έτος·

iii)

τα βασικά κριτήρια που θα χρησιμοποιηθούν για την επιλογή και επιδότηση των προτάσεων·

iv)

το μέγιστο δυνατόν ποσοστό συγχρηματοδότησης και, εφόσον προβλέπονται διάφορα ποσοστά, τα κριτήρια που θα χρησιμοποιηθούν για καθένα από τα ποσοστά αυτά·

v)

το χρονοδιάγραμμα και το ενδεικτικό ποσό των προσκλήσεων υποβολής προτάσεων.

β)

Για τις δημόσιες συμβάσεις:

i)

το συνολικό ύψος των πιστώσεων που έχουν διατεθεί από τον προϋπολογισμό για τις δημόσιες συμβάσεις του εκάστοτε οικονομικού έτους·

ii)

τον ενδεικτικό αριθμό και το είδος των συμβάσεων που πρόκειται να ανατεθούν, εάν δε είναι δυνατόν και το αντικείμενό τους σε γενικές γραμμές·

iii)

το ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα για την έναρξη των διαδικασιών ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων.

Εάν το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας δεν παρέχει αυτό το λεπτομερές πλαίσιο για μία ή περισσότερες ενέργειες, πρέπει να τροποποιείται ανάλογα, ή πρέπει να εκδίδεται συγκεκριμένη απόφαση χρηματοδότησης, η οποία να περιέχει τα πληροφοριακά στοιχεία των στοιχείων α) και β) του πρώτου εδαφίου για τις αντίστοιχες ενέργειες.

4.   Με την επιφύλαξη ειδικής διάταξης της βασικής πράξης κάθε ουσιώδης μεταβολή σε απόφαση χρηματοδότησης που έχει ήδη εκδοθεί ακολουθεί την ίδια διαδικασία με την αρχική απόφαση».

24)

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 94, τα στοιχεία δ) και ε) αντικαθίστανται ως εξής:

«δ)

όταν η συνολική δέσμευση υλοποιείται με πολλές νομικές δεσμεύσεις, για τις οποίες την ευθύνη έχουν διαφορετικοί διατάκτες·

ε)

όταν, σε σχέση με λογαριασμούς παγίων προκαταβολών για εξωτερικές ενέργειες, οι νομικές δεσμεύσεις πρέπει να υπογράφονται από μέλη του προσωπικού των τοπικών διοικητικών μονάδων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 254, βάσει των εντολών του αρμόδιου διατάκτη, ο οποίος παραμένει, ωστόσο, πλήρως υπεύθυνος για την αντίστοιχη πράξη»

25)

Το άρθρο 100 τροποποιείται ως εξής:

α)

Τα στοιχεία β) και γ) αντικαθίστανται ως εξής:

«β)

για τις άλλες αποδοχές, όπως του προσωπικού που αμείβεται με την ώρα ή με την ημέρα: κατάσταση, υπογεγραμμένη από το εξουσιοδοτημένο μέλος του προσωπικού, η οποία αναφέρει τις ημέρες και τις πραγματοποιηθείσες ώρες εργασίας·

γ)

για τις υπερωρίες: κατάσταση, υπογεγραμμένη από το εξουσιοδοτημένο μέλος του προσωπικού, η οποία πιστοποιεί τις πραγματοποιηθείσες υπερωρίες·».

β)

Στο στοιχείο δ), το σημείο ii) αντικαθίσταται ως εξής:

«ii)

η κατάσταση των εξόδων αποστολής, υπογεγραμμένη από το μέλος του προσωπικού που πραγματοποιεί την αποστολή και από την κατάλληλα εξουσιοδοτημένη προϊσταμένη αρχή, η οποία αναφέρει ιδίως τον τόπο της αποστολής, την ημερομηνία και την ώρα αναχώρησης και άφιξης στον τόπο της αποστολής, τα έξοδα ταξιδιού, τα έξοδα διαμονής και τα υπόλοιπα έξοδα, δεόντως εγκεκριμένα βάσει δικαιολογητικών·».

26)

Το άρθρο 101 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 101

Υλοποίηση της έγκρισης πληρωμής

(Άρθρο 79 του δημοσιονομικού κανονισμού)

Σε μη μηχανοργανωμένο σύστημα, η “έγκριση πληρωμής” εκφράζεται με σφραγίδα, η οποία συνοδεύεται από την υπογραφή του αρμόδιου διατάκτη ή ενός τεχνικά αρμόδιου μέλους του προσωπικού, εξουσιοδοτημένου από τον αρμόδιο διατάκτη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 97. Σε μηχανοργανωμένο σύστημα, η “έγκριση πληρωμής” εκφράζεται με ηλεκτρονικά ασφαλή επικύρωση από τον αρμόδιο διατάκτη ή ένα τεχνικά αρμόδιο μέλος του προσωπικού, εξουσιοδοτημένο από τον αρμόδιο διατάκτη».

27)

Στο άρθρο 106 η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:

«3.   Για τις συμβάσεις και τις επιδοτήσεις στις οποίες οι πληρωμές εξαρτώνται από την έγκριση έκθεσης ή πιστοποιητικού, οι προθεσμίες πληρωμής στις οποίες αναφέρονται οι παράγραφοι 1 και 2 αρχίζουν να υπολογίζονται μόνο αφότου εγκριθεί η αντίστοιχη έκθεση ή πιστοποιητικό. Ο δικαιούχος ενημερώνεται αμελλητί.

Ο χρόνος που διατίθεται για την ως άνω έγκριση δεν πρέπει να υπερβαίνει:

α)

τις 20 ημερολογιακές ημέρες, για τις απλές συμβάσεις που αφορούν την προμήθεια αγαθών και την παροχή υπηρεσιών·

β)

τις 45 ημερολογιακές ημέρες, για τις λοιπές συμβάσεις και επιδοτήσεις·

γ)

τις 60 ημερολογιακές ημέρες για τις συμβάσεις και επιδοτήσεις στο πλαίσιο των οποίων η αξιολόγηση των τεχνικών υπηρεσιών ή εργασιών είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη.

Ο αρμόδιος διατάκτης ενημερώνει, μέσω επίσημου εγγράφου, τον δικαιούχο για κάθε διακοπή της περιόδου που διατίθεται για την έγκριση της έκθεσης ή του πιστοποιητικού.

Ο αρμόδιος διατάκτης είναι δυνατόν να αποφασίσει ενιαία προθεσμία για την πραγματοποίηση της έγκρισης της έκθεσης ή του πιστοποιητικού και για τις πληρωμές. Η ενιαία αυτή προθεσμία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη σωρευτική μέγιστη περίοδο για την πραγματοποίηση της έγκρισης της έκθεσης ή του πιστοποιητικού και για τις πληρωμές».

28)

Στο άρθρο 114, το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:

«Βάσει της έκθεσης και της ακρόασης, το θεσμικό όργανο εκδίδει είτε αιτιολογημένη απόφαση με την οποία περαιώνεται η διαδικασία, είτε αιτιολογημένη απόφαση σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 86, καθώς και το παράρτημα ΙΧ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Οι αποφάσεις που επιβάλλουν πειθαρχικές ή χρηματικές κυρώσεις κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο και ανακοινώνονται, προς ενημέρωση, στα λοιπά θεσμικά όργανα και στο Ελεγκτικό Συνέδριο».

29)

Στο άρθρο 116, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής:

«1.   Οι συμβάσεις ακινήτων έχουν ως αντικείμενο την αγορά, την μακροχρόνια μίσθωση με εμπράγματο δικαίωμα (εμφύτευση), την επικαρπία, τη χρηματοδοτική μίσθωση, την απλή μίσθωση ή τη μίσθωση-πώληση, με ή χωρίς δικαίωμα προαίρεσης για αγορά, γηπέδων, κτιρίων ή άλλων ακινήτων».

30)

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 118, η δεύτερη περίοδος του πρώτου εδαφίου αντικαθίσταται ως εξής:

«Με την επιφύλαξη των συμβάσεων που συνάπτονται μετά από διαδικασία με διαπραγμάτευση όπως αναφέρεται στο άρθρο 126, η προκήρυξη διαγωνισμού είναι υποχρεωτική για: τις συμβάσεις των οποίων το προεκτιμώμενο ύψος είναι ίσο ή ανώτερο των κατώτατων ορίων που καθορίζονται στα στοιχεία α) και γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 158· τις συμβάσεις έρευνας και ανάπτυξης που απαριθμούνται στην κατηγορία 8 του παραρτήματος ΙΙΑ της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, και των οποίων το προεκτιμώμενο ύψος είναι ίσο ή ανώτερο του κατώτατου ορίου που καθορίζεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του άρθρου 158 του παρόντος κανονισμού, για τις απαριθμούμενες συμβάσεις».

31)

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 119, το στοιχείο β) αντικαθίσταται ως εξής:

«β)

την ετήσια δημοσίευση καταλόγου αναδόχων, με προσδιορισμό του αντικειμένου και του ύψους των συμβάσεων που ανατέθηκαν, εφόσον η αξία τους είναι ίση ή ανώτερη των 25 000 ευρώ».

32)

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 126, το δεύτερο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

«Οι αναθέτουσες αρχές είναι δυνατόν επιπλέον να προσφεύγουν στη διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς να προηγείται δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού και για τις συμβάσεις με ύψος κατώτερο ή ίσο των 60 000 ευρώ».

33)

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 127 προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία στ) και ζ):

«στ)

για τις υπηρεσίες έρευνας και ανάπτυξης πέραν εκείνων από τις οποίες τα κέρδη ανήκουν αποκλειστικά στην αναθέτουσα αρχή προς χρήση για την διεκπεραίωση των δικών της δραστηριοτήτων, υπό τον όρο ότι η παρεχόμενη υπηρεσία ανταμείβεται πλήρως από την αναθέτουσα αρχή·

ζ)

για τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με σκοπό την αγορά, ανάπτυξη, παραγωγή ή συμπαραγωγή προγραμμάτων προς μετάδοση από ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς, καθώς και για τις συμβάσεις διάθεσης χρόνου μετάδοσης».

34)

Η παράγραφος 1 του άρθρου 128 αντικαθίσταται ως εξής:

«1.   Η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος συνιστά μέσο προεπιλογής των υποψηφίων που θα προσκληθούν να υποβάλουν προσφορά κατά τις μελλοντικές κλειστές διαδικασίες για συμβάσεις ύψους ανώτερου των 60 000 ευρώ, με την επιφύλαξη των άρθρων 126 και 127».

35)

Το άρθρο 129 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 129

Συμβάσεις μικρού ύψους

(Άρθρο 91 του δημοσιονομικού κανονισμού)

1.   Διαδικασία με διαπραγμάτευση με τουλάχιστον πέντε υποψήφιους είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται για συμβάσεις με ύψος κατώτερο ή ίσο των 60 000 ευρώ.

Εάν, μετά τις διαπραγματεύσεις με τους υποψήφιους, η αναθέτουσα αρχή λάβει μόνο μία προσφορά, έγκυρη από διοικητική και τεχνική άποψη, η σύμβαση είναι δυνατόν να ανατεθεί σε αυτή, υπό τον όρο ότι ικανοποιούνται τα κριτήρια ανάθεσης.

2.   Για συμβάσεις με ύψος κατώτερο ή ίσο των 25 000 ευρώ, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 με τη συμμετοχή τουλάχιστον τριών υποψηφίων.

3.   Οι συμβάσεις ύψους κατώτερου ή ίσου των 3 500 ευρώ είναι δυνατόν να αποτελέσουν το αντικείμενο και μιας μόνο προσφοράς.

4.   Οι πληρωμές στο πλαίσιο δαπανών ύψους κατώτερου ή ίσου των 200 ευρώ είναι δυνατόν να αποτελέσουν απλώς πληρωμές με εξόφληση τιμολογίων, χωρίς να προηγηθεί έγκριση προσφοράς».

36)

Το άρθρο 134 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 134

Αποδεικτικά στοιχεία

(Άρθρα 93 και 94 του δημοσιονομικού κανονισμού)

1.   Οι υποψήφιοι και προσφέροντες καταθέτουν υπεύθυνη δήλωση, με τη δέουσα υπογραφή και ημερομηνία, όπου δηλώνουν ότι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 93 και 94 του δημοσιονομικού κανονισμού.

Ωστόσο, στην περίπτωση της κλειστής διαδικασίας, του διαλόγου ανταγωνιστικού χαρακτήρα και της διαδικασίας με διαπραγμάτευση αφού προηγηθεί δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, οσάκις η αναθέτουσα αρχή περιορίζει τον αριθμό των υποψηφίων που θα κληθούν να διαπραγματευθούν ή να υποβάλουν προσφορά, τα αποδεικτικά στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 3 υποβάλλονται από όλους τους υποψήφιους.

2.   Ο προσφέρων στον οποίο πρόκειται να ανατεθεί η σύμβαση παρέχει, εντός προθεσμίας που καθορίζεται από την αναθέτουσα αρχή και πριν από την υπογραφή της σύμβασης, τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 3, επιβεβαιώνοντας την υπεύθυνη δήλωση της παραγράφου 1, εφόσον πρόκειται για:

α)

συμβάσεις ανατιθέμενες από τα θεσμικά όργανα για δικό τους λογαριασμό, και με ύψος ίσο ή μεγαλύτερο των κατώτατων ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 158·

β)

συμβάσεις ανατιθέμενες στον τομέα των εξωτερικών ενεργειών, με ύψος ίσο ή μεγαλύτερο των κατώτατων ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 241 παράγραφος 1 στοιχείο α), στο άρθρο 243 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή στο άρθρο 245 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Για τις συμβάσεις με ύψος μικρότερο των κατώτατων ορίων στα οποία αναφέρονται τα στοιχεία α) και β), η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν, οσάκις έχει αμφιβολίες ως προς το αν ο προσφέρων στον οποίο πρόκειται να ανατεθεί η σύμβαση εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις αποκλεισμού, να ζητήσει από αυτόν να παράσχει τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 3.

3.   Η αναθέτουσα αρχή αποδέχεται ως επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για το ότι ο προσφέρων στον οποίο πρόκειται να ανατεθεί η σύμβαση δεν εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις οι οποίες περιγράφονται στα στοιχεία α), β) ή ε) του άρθρου 93 παράγραφος 1 του δημοσιονομικού κανονισμού, πρόσφατο απόσπασμα ποινικού μητρώου ή, ελλείψει αυτού, ισοδύναμο έγγραφο εκδοθέν πρόσφατα από δικαστική ή διοικητική αρχή της χώρας καταγωγής ή προέλευσης, από το οποίο να προκύπτει ότι οι ικανοποιούνται οι απαιτήσεις αυτές. Η αναθέτουσα αρχή αποδέχεται ως επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για το ότι ο προσφέρων δεν εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις οι οποίες περιγράφονται στο στοιχείο δ) του άρθρου 93 παράγραφος 1 του δημοσιονομικού κανονισμού, πρόσφατο πιστοποιητικό εκδοθέν από την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους.

Οσάκις το έγγραφο ή το πιστοποιητικό στα οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο δεν εκδίδονται στην οικεία χώρα, και για τις λοιπές περιπτώσεις αποκλεισμού στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 93 του δημοσιονομικού κανονισμού, αυτά είναι δυνατόν να αντικαθίστανται με ένορκη ή, ελλείψει τέτοιας, με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερόμενου ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής, συμβολαιογράφου ή εξουσιοδοτημένου επαγγελματικού φορέα στην χώρα καταγωγής ή προέλευσης.

4   Ανάλογα με την εθνική νομοθεσία της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένος ο προσφέρων, τα έγγραφα στα οποία αναφέρονται οι παράγραφοι 1 και 3 αφορούν νομικά ή/και φυσικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανόμενων, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο από την αναθέτουσα αρχή, των διευθυντικών στελεχών και κάθε προσώπου με εξουσίες εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων ή ελέγχου σε σχέση με τον υποψήφιο ή προσφέροντα.

5.   Οι αναθέτουσες αρχές, οσάκις έχουν αμφιβολίες ως προς το αν οι υποψήφιοι ή προσφέροντες εμπίπτουν σε κάποια από τις περιπτώσεις αποκλεισμού, είναι δυνατόν να απευθυνθούν οι ίδιες στις αρμόδιες αρχές τις παραγράφου 3 και να ζητήσουν τις πληροφορίες που θεωρούν αναγκαίες για την εκτίμηση της εκάστοτε περίπτωσης.

6.   Η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να άρει την υποχρέωση του υποψήφιου ή προσφέροντα να υποβάλει τα αποδεικτικά στοιχεία της παραγράφου 3 εάν τέτοια στοιχεία έχουν ήδη υποβληθεί σε αυτήν για τους σκοπούς άλλης διαδικασίας ανάθεσης σύμβασης, και υπό τον όρο ότι έχουν εκδοθεί το πολύ πριν από ένα έτος και εξακολουθούν να ισχύουν.

Στην περίπτωση αυτή, ο υποψήφιος ή προσφέρων δηλώνει υπεύθυνα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία έχουν ήδη υποβληθεί σε προηγούμενη διαδικασία ανάθεσης σύμβασης και επιβεβαιώνει ότι δεν έχει επέλθει καμία αλλαγή στην κατάστασή του.»

37)

Το άρθρο 135 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται ως εξής:

«2.   Τα κριτήρια επιλογής εφαρμόζονται σε κάθε διαδικασία ανάθεσης σύμβασης με σκοπό την αξιολόγηση της οικονομικής, χρηματοδοτικής, τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας του υποψήφιου ή προσφέροντα.

Η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να καθορίσει ελάχιστα επίπεδα ικανότητας κάτω των οποίων δεν είναι δυνατόν να επιλέξει υποψηφίους».

β)

Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται ως εξής:

«6.   Η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν, ανάλογα με την αξιολόγηση κινδύνων που πραγματοποιεί, να αποφασίσει να μη ζητήσει από τους υποψήφιους ή προσφέροντες αποδεικτικά στοιχεία της οικονομικής, χρηματοδοτικής, τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητάς τους, εφόσον πρόκειται για:

α)

συμβάσεις ανατιθέμενες από τα θεσμικά όργανα για δικό τους λογαριασμό, και με ύψος μικρότερο ή ίσο των 60 000 ευρώ·

β)

συμβάσεις ανατιθέμενες στον τομέα των εξωτερικών ενεργειών, με ύψος μικρότερο των κατώτατων ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 241 παράγραφος 1 στοιχείο α), στο άρθρο 243 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή στο άρθρο 245 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Οσάκις η αναθέτουσα αρχή αποφασίζει να μη ζητήσει από τους υποψήφιους ή προσφέροντες αποδεικτικά στοιχεία της οικονομικής, χρηματοδοτικής, τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητάς τους, δεν πραγματοποιείται προχρηματοδότηση, εκτός εάν κατατεθεί ισόποση χρηματική εγγύηση».

38)

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 138, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται ως εξής:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 94 του δημοσιονομικού κανονισμού, οι συμβάσεις ανατίθενται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:».

39)

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 145, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:

«Οσάκις το ύψος της σύμβασης υπερβαίνει το κατώτατο όριο που καθορίζεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1, ο αρμόδιος διατάκτης διορίζει επιτροπή αποσφράγισης των προσφορών».

40)

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 146, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:

«Η εν λόγω επιτροπή διορίζεται από τον αρμόδιο διατάκτη και έχει ως αποστολή τη διατύπωση συμβουλευτικής γνώμης σχετικά με τις συμβάσεις ύψους μεγαλύτερου του κατώτατου ορίου που προβλέπεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1».

41)

Το άρθρο 152 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 152

Εγγύηση προχρηματοδότησης

(Άρθρο 102 του δημοσιονομικού κανονισμού)

Έναντι της καταβολής προχρηματοδότησης που υπερβαίνει τα 150 000 ευρώ, καθώς και στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 135 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο, απαιτείται εγγύηση.

Ωστόσο, οσάκις ανάδοχος είναι δημόσιος οργανισμός, ο αρμόδιος διατάκτης είναι δυνατόν, βάσει της αξιολόγησης κινδύνων που πραγματοποιεί, να παραιτηθεί από την απαίτηση αυτή.

Η ως άνω εγγύηση ελευθερώνεται όταν και εφόσον η προχρηματοδότηση αφαιρείται από τις ενδιάμεσες πληρωμές ή τις πληρωμές υπολοίπου προς τον ανάδοχο σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης».

42)

Στο άρθρο 155, ο τίτλος αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 155

Αυτοτελείς συμβάσεις και συμβάσεις υποδιαιρούμενες σε μέρη

(Άρθρα 91 και 105 του δημοσιονομικού κανονισμού)»

43)

Στο άρθρο 157, το στοιχείο β) αντικαθίσταται ως εξής:

«β)

5 278 000 ευρώ, για τις συμβάσεις έργων».

44)

Η παράγραφος 1 του άρθρου 158 αντικαθίσταται ως εξής:

«1.   Τα κατώτατα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 105 του δημοσιονομικού κανονισμού καθορίζονται σε:

α)

137 000 ευρώ, για τις συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ Α της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, εξαιρουμένων των συμβάσεων έρευνας και ανάπτυξης που απαριθμούνται στην κατηγορία 8 του ίδιου παραρτήματος·

β)

211 000 ευρώ, για τις συμβάσεις υπηρεσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ Β της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, καθώς και για τις συμβάσεις έρευνας και ανάπτυξης που απαριθμούνται στην κατηγορία 8 του παραρτήματος ΙΙ Α της οδηγίας 2004/18/ΕΚ·

γ)

5 278 000 ευρώ, για τις συμβάσεις έργων».

45)

Στο άρθρο 162 το στοιχείο α) αντικαθίσταται ως εξής:

«α)

είτε ένας ευρωπαϊκός οργανισμός με αποστολή την εκπαίδευση, την κατάρτιση, την ενημέρωση, την καινοτομία ή την έρευνα και τη μελέτη των ευρωπαϊκών πολιτικών, καθώς και κάθε δραστηριότητα που συμβάλλει στην προώθηση της ιθαγένειας ή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είτε ένας ευρωπαϊκός οργανισμός τυποποίησης».

46)

Στο άρθρο 164 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α.   Η σύμβαση επιδότησης είναι δυνατόν να προβλέπει τους κανόνες και τις προθεσμίες αναστολής κατά το άρθρο 183».

47)

Στο άρθρο 165 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3.   Στην περίπτωση των λειτουργικών επιδοτήσεων προς οργανισμούς που επιδιώκουν σκοπούς γενικού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να ανακτήσει το ποσοστό επί των ετήσιων κερδών που αντιστοιχεί στην κοινοτική συνεισφορά στον προϋπολογισμό λειτουργίας του εκάστοτε οργανισμού οσάκις ο οργανισμός αυτός χρηματοδοτείται και από δημόσιους φορείς, οι οποίοι επίσης πρέπει να ανακτούν το ποσοστό επί των ετήσιων κερδών που αντιστοιχεί στη συνεισφορά τους. Για τους σκοπούς του υπολογισμού του προς ανάκτηση ποσού, δεν λαμβάνεται υπόψη το ποσοστό που αντιστοιχεί στις συνεισφορές σε είδος στον προϋπολογισμό λειτουργίας».

48)

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 168, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται ως εξής:

«γ)

προς όφελος οργανισμών που κατέχουν θέση μονοπωλίου, εκ των πραγμάτων ή εκ του νόμου, με τη δέουσα αιτιολόγηση στην αντίστοιχη απόφαση χρηματοδότησης·».

49)

Το άρθρο 172 τροποποιείται ως εξής:

α)

Στην παράγραφο 2, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο αρμόδιος διατάκτης είναι δυνατόν να αποδεχθεί και συγχρηματοδότηση σε είδος, εάν τούτο κρίνεται ενδεδειγμένο ή αναγκαίο».

β)

Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3.   Για επιδοτήσεις με συνολικό ύψος κατώτερο ή ίσο των 25 000 ευρώ, ο αρμόδιος διατάκτης είναι δυνατόν, ανάλογα με την αξιολόγηση κινδύνων που πραγματοποιεί, να παραιτηθεί από την απαίτηση τεκμηρίωσης της συγχρηματοδότησης σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Σε περίπτωση πολλαπλών επιδοτήσεων προς τον ίδιο δικαιούχο κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους, το όριο των 25 000 ευρώ ισχύει για το συνολικό ύψος των επιδοτήσεων».

50)

Το άρθρο 173 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται ως εξής:

«2.   Η αίτηση καταδεικνύει τη νομική υπόσταση και τη χρηματοδοτική και επιχειρησιακή ικανότητα του αιτούντος να φέρει σε πέρας την προτεινόμενη ενέργεια ή πρόγραμμα εργασίας, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 176 παράγραφος 4.

Προς τούτο, ο αιτών υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση και, για τις αιτήσεις επιδότησης ύψους ανώτερου των 25 000 ευρώ, κάθε άλλο δικαιολογητικό που ζητείται από τον αρμόδιο διατάκτη, ανάλογα με την ανάλυση κινδύνων που πραγματοποιεί ο ίδιος. Η απαίτηση αυτών των εγγράφων επισημαίνεται στην πρόσκληση υποβολής προσφορών.

Στα δικαιολογητικά μπορεί να περιλαμβάνεται ιδίως ο λογαριασμός εσόδων/εξόδων και ο ισολογισμός του τελευταίου οικονομικού έτους που έκλεισε».

β)

H παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

i)

Το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:

«Οσάκις η αίτηση αναφέρεται σε επιδότηση ενέργειας που υπερβαίνει τα 500 000 ευρώ, ή λειτουργική επιδότηση που υπερβαίνει τα 100 000 ευρώ, υποβάλλεται έκθεση λογιστικού ελέγχου εκ μέρους εγκεκριμένου εξωτερικού λογιστή. Η έκθεση αυτή πιστοποιεί τους λογαριασμούς του τελευταίου οικονομικού έτους για το οποίο υπάρχουν στοιχεία».

ii)

Το τέταρτο και το πέμπτο εδάφιο αντικαθίστανται ως εξής:

«Σε περίπτωση εταιρικής σχέσης κατά το άρθρο 163, η έκθεση λογιστικού ελέγχου στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο, και η οποία καλύπτει τα δύο τελευταία οικονομικά έτη για τα οποία υπάρχουν στοιχεία, πρέπει να υποβάλλεται πριν συναφθεί η συμφωνία-πλαίσιο.

Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί, ανάλογα με την αξιολόγηση κινδύνων που πραγματοποιεί ο ίδιος, να παραιτηθεί από την απαίτηση του λογιστικού ελέγχου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο έναντι των ιδρυμάτων δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των δικαιούχων που έχουν αναλάβει από κοινού και εις ολόκληρο ευθύνες, στην περίπτωση συμβάσεων με περισσότερους του ενός δικαιούχους».

iii)

Προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται για τους δημόσιους και τους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 43 παράγραφος 2».

51)

Το άρθρο 176 αντικαθίσταται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:

«3.   Η χρηματοδοτική και η επιχειρησιακή ικανότητα επαληθεύονται βάσει ανάλυσης των δικαιολογητικών στα οποία αναφέρεται το άρθρο 173 και τα οποία ζητούνται από τον αρμόδιο διατάκτη στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων».

β)

Στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:

«Η επαλήθευση της χρηματοδοτικής ικανότητας σύμφωνα με την παράγραφο 3 δεν εφαρμόζεται για τα φυσικά πρόσωπα που λαμβάνουν υποτροφία σπουδών, για τους δημόσιους και για τους διεθνείς οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 2».

52)

Το άρθρο 179 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 179

Ενημέρωση των αιτούντων

(Άρθρο 116 του δημοσιονομικού κανονισμού)

Η ενημέρωση των αιτούντων γίνεται το ταχύτερο δυνατόν, και σε κάθε περίπτωση εντός 15 ημερολογιακών ημερών από την κοινοποίηση στους δικαιούχους της απόφασης χρηματοδότησης».

53)

Το άρθρο 180 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής:

«1.   Για κάθε επιδότηση, η προχρηματοδότηση είναι δυνατόν να υποδιαιρείται σε δόσεις.

Η πλήρης καταβολή νέας προχρηματοδότησης υπόκειται στον όρο της απορρόφησης τουλάχιστον του 70 % του συνολικού ποσού κάθε προηγούμενης προχρηματοδότησης.

Οσάκις η απορρόφηση προηγούμενης προχρηματοδότησης υπολείπεται του 70 %, το ύψος της νέας πληρωμής προχρηματοδότησης μειώνεται κατά το μη απορροφηθέν μέρος της προηγούμενης προχρηματοδότησης.

Μαζί με την αίτησή του για νέα πληρωμή, ο δικαιούχος υποβάλλει αναλυτικό λογαριασμό των εξόδων στα οποία έχει υποβληθεί».

β)

Η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

Το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο αρμόδιος διατάκτης είναι δυνατόν να ζητήσει, ως συνοδευτικό κάθε πληρωμής και βάσει της αξιολόγησης κινδύνων που πραγματοποιεί ο ίδιος, πιστοποιητικό των χρηματοοικονομικών καταστάσεων και των υποκείμενων λογαριασμών εκ μέρους εγκεκριμένου ελεγκτή ή, σε περίπτωση δημόσιου οργανισμού, εκ μέρους αρμόδιου και ανεξάρτητου δημόσιου λειτουργού. Στην περίπτωση των επιδοτήσεων συγκεκριμένης ενέργειας και των λειτουργικών επιδοτήσεων, το ως άνω πιστοποιητικό επισυνάπτεται στην αίτηση πληρωμής. Το πιστοποιητικό αυτό βεβαιώνει, σύμφωνα με μέθοδο εγκεκριμένη από τον αρμόδιο, ότι τα έξοδα που δηλώνονται από τον δικαιούχο στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις και στα οποία βασίζεται η αίτηση πληρωμής είναι πραγματικά, ακριβή και επιλέξιμα σύμφωνα με τη σύμβαση επιδότησης».

ii)

Στο δεύτερο εδάφιο, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται ως εξής:

«Εκτός από την περίπτωση των κατ’ αποκοπή ποσών και των χρηματοδοτήσεων ενιαίου συντελεστή, το πιστοποιητικό των χρηματοοικονομικών καταστάσεων και των υποκείμενων λογαριασμών είναι υποχρεωτικό για τις ενδιάμεσες πληρωμές ανά οικονομικό έτος και για τις πληρωμές υπολοίπου στις ακόλουθες περιπτώσεις:»

iii)

Στο τρίτο εδάφιο, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται ως εξής:

«Ανάλογα με την αξιολόγηση κινδύνων που πραγματοποιεί ο ίδιος, ο αρμόδιος διατάκτης είναι δυνατόν και να παραιτηθεί από την απαίτηση υποβολής πιστοποιητικού για τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις και τους υποκείμενους λογαριασμούς στην περίπτωση:».

54)

Το άρθρο 182 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής:

«1.   Με σκοπό τον περιορισμό των χρηματοδοτικών κινδύνων που συνδέονται με την καταβολή προχρηματοδότησης, ο αρμόδιος διατάκτης είναι δυνατόν, βάσει της αξιολόγησης κινδύνων που πραγματοποιεί ο ίδιος, είτε να ζητήσει από τον δικαιούχο να καταθέσει εκ των προτέρων εγγύηση καλύπτουσα έως το ποσό της προχρηματοδότησης, είτε να υποδιαιρέσει τις πληρωμές σε δόσεις.

Ωστόσο, για τις επιδοτήσεις με ύψος ίσο ή μικρότερο των 10 000 ευρώ, ο αρμόδιος διατάκτης είναι δυνατόν να ζητήσει από τον δικαιούχο να καταθέσει εκ των προτέρων εγγύηση μόνο σε δεόντως τεκμηριωμένες περιπτώσεις.

Τέτοια εγγύηση είναι δυνατόν να ζητηθεί από τον αρμόδιο διατάκτη, βάσει της αξιολόγησης κινδύνων που πραγματοποιεί ο ίδιος, υπό το φως της μεθόδου χρηματοδότησης που προβλέπεται στη σύμβαση επιδότησης.

Οσάκις ζητείται εγγύηση, αυτή υπόκειται στην αξιολόγηση και στην αποδοχή εκ μέρους του αρμόδιου διατάκτη».

β)

Στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:

«Οσάκις η προχρηματοδότηση υπερβαίνει το 80 % του συνολικού ύψους της επιδότησης, και εάν υπερβαίνει και τα 60 000 ευρώ, απαιτείται η κατάθεση εγγύησης».

55)

Τα άρθρα 195, 196, 197, 198, 200 και 202 καταργούνται.

56)

Το άρθρο 211 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 211

Συμφωνία λογαριασμών

(Άρθρο 135 του δημοσιονομικού κανονισμού)

1.   Τα δεδομένα του γενικού καθολικού τηρούνται και οργανώνονται κατά τρόπο που να τεκμηριώνει το περιεχόμενο κάθε λογαριασμού που περιλαμβάνεται στο ισοζύγιο του καθολικού.

2.   Όσον αφορά το βιβλίο απογραφής των παγίων στοιχείων του ενεργητικού, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 220 έως 227».

57)

Το άρθρο 212 καταργείται.

58)

Στο άρθρο 213 τροποποιείται ως εξής:

α)

Στην παράγραφο 2, το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής:

«Η συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή μεταξύ ευρώ και ενός άλλου νομίσματος με σκοπό την κατάρτιση του ισολογισμού της 31ης Δεκεμβρίου του έτους Ν είναι εκείνη της τελευταίας εργάσιμης ημέρας του έτους Ν».

β)

Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3.   Οι λογιστικοί κανόνες που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 133 του δημοσιονομικού κανονισμού εξειδικεύουν τους κανόνες μετατροπής και επανεκτίμησης που είναι αναγκαίοι για τους σκοπούς της λογιστικής βάσει της αυτοτέλειας των οικονομικών ετών».

59)

Το άρθρο 222 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 222

Εγγραφές των περιουσιακών στοιχείων στο βιβλίο απογραφής

(Άρθρο 138 του δημοσιονομικού κανονισμού)

Εγγράφονται στο βιβλίο απογραφής και καταχωρούνται στους λογαριασμούς παγίων στοιχείων ενεργητικού όλα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αγοράζονται για περίοδο χρήσης μεγαλύτερη του έτους, δεν είναι αναλώσιμα και των οποίων η τιμή κτήσης ή κόστους είναι μεγαλύτερη εκείνης που προσδιορίζεται με τους λογιστικούς κανόνες του άρθρου 133 του δημοσιονομικού κανονισμού».

60)

Στο άρθρο 240, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής:

«1.   Η προκήρυξη προκαταρκτικής ενημέρωσης για τις διεθνείς προσκλήσεις υποβολής προσφορών αποστέλλεται στην Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ταχύτερο δυνατόν, για τις συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών, και τα ταχύτερο δυνατόν μετά την απόφαση έγκρισης του προγράμματος για τις συμβάσεις έργων».

61)

Το άρθρο 241 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

Στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«α)

συμβάσεις ύψους ίσου ή μεγαλύτερου των 200 000 ευρώ: διεθνής πρόσκληση υποβολής προσφορών, κλειστής διαδικασίας, κατά την έννοια του άρθρου 122 παράγραφος 2 και του άρθρου 240 παράγραφος 2 στοιχείο α)·».

ii)

Το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Συμβάσεις ύψους ίσου ή μικρότερου των 5 000 ευρώ είναι δυνατόν να ανατίθενται σε μία και μοναδική προσφορά».

β)

Στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Εάν ο αριθμός των υποψηφίων που ικανοποιούν τα κριτήρια επιλογής ή τις ελάχιστες ικανότητες είναι μικρότερος του ελάχιστου αριθμού, η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να καλέσει να υποβάλουν προσφορά μόνο εκείνους τους υποψήφιους που ικανοποιούν τα ως άνω κριτήρια».

γ)

Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:

«3.   Στη διαδικασία στην οποία αναφέρεται το στοιχείο β) της παραγράφου 1, η αναθέτουσα αρχή καταρτίζει κατάλογο με τουλάχιστον τρεις προσφέροντες, της επιλογής της. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει και περιορισμένο ανταγωνισμό, χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, αποκαλείται δε διαδικασία με διαπραγμάτευση ανταγωνιστικού χαρακτήρα και δεν εμπίπτει στο άρθρο 124.

Η αποσφράγιση και η αξιολόγηση των προσφορών γίνεται από κριτική επιτροπή, η οποία διαθέτει την αναγκαία τεχνική και διοικητική εμπειρογνωμοσύνη. Τα μέλη της επιτροπής αυτής οφείλουν να υπογράφουν δήλωση αμεροληψίας.

Εάν, μετά τις διαπραγματεύσεις με τους προσφέροντες, η αναθέτουσα αρχή λάβει μόνο μία προσφορά, έγκυρη από διοικητική και τεχνική άποψη, η σύμβαση είναι δυνατόν να ανατεθεί στον αντίστοιχο προσφέροντα, υπό τον όρο ότι ικανοποιούνται τα κριτήρια ανάθεσης».

62)

Το άρθρο 242 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

Στο πρώτο εδάφιο, η πρώτη περίοδος τροποποιείται ως εξής:

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται ως εξής:

«Για τις συμβάσεις υπηρεσιών, οι αναθέτουσες αρχές είναι δυνατόν να προσφύγουν στη διαδικασία με διαπραγμάτευση βάσει μιας και μόνης προσφοράς στις ακόλουθες περιπτώσεις:»,

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ζ):

«ζ)

οσάκις έχει αποτύχει απόπειρα εφαρμογής της διαδικασίας με διαπραγμάτευση ανταγωνιστικού χαρακτήρα μετά την άκαρπη χρήση σύμβασης-πλαισίου. Στην περίπτωση αυτή, και αφού ακυρωθεί η διαδικασία με διαπραγμάτευση ανταγωνιστικού χαρακτήρα, η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να διαπραγματευθεί με ένα ή περισσότερους προσφέροντες της επιλογής της, μεταξύ εκείνων που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση υποβολής προσφορών, αρκεί να μη μεταβληθούν ουσιωδώς οι αρχικοί όροι της σύμβασης».

ii)

Προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οσάκις αναθέτουσα αρχή δεν είναι η Επιτροπή, η διαδικασία με διαπραγμάτευση υπόκειται στην εκ των προτέρων συγκατάθεση του αρμόδιου διατάκτη».

β)

Η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

Το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου αντικαθίσταται ως εξής:

«β)

πρόσθετες υπηρεσίες που συνίστανται στην επανάληψη παρόμοιων υπηρεσιών που είχαν ανατεθεί στον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης, υπό τον όρο ότι:

i)

η ανάθεση της αρχικής σύμβασης είχε αποτελέσει το αντικείμενο προκήρυξης διαγωνισμού, και ότι η δυνατότητα προσφυγής στη διαδικασία με διαπραγμάτευση για τις νέες προς παροχή υπηρεσίες και το προεκτιμώμενο κόστος τους αναφέρονταν σαφώς στη δημοσιευθείσα προκήρυξη της αρχικής σύμβασης·

ii)

η επέκταση της σύμβασης γίνεται μία και μοναδική φορά, και τούτο για ποσό και για διάρκεια που δεν υπερβαίνουν το ποσό και τη διάρκεια της αρχικής σύμβασης».

ii)

Το δεύτερο εδάφιο απαλείφεται.

63)

Το άρθρο 243 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

Στο πρώτο εδάφιο, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από τα ακόλουθα:

«α)

συμβάσεις ύψους ίσου ή ανώτερου των 150 000 ευρώ: διεθνής πρόσκληση υποβολής προσφορών, ανοικτής διαδικασίας, κατά την έννοια του άρθρου 122 παράγραφος 2 και του άρθρου 240 παράγραφος 2 στοιχείο α)·

β)

συμβάσεις ύψους ίσου ή ανώτερου των 30 000 ευρώ, αλλά κατώτερου των 150 000 ευρώ: ανοικτή πρόσκληση υποβολής προσφορών, σε τοπικό επίπεδο, κατά την έννοια του άρθρου 122 παράγραφος 2 και του άρθρου 240 παράγραφος 2 στοιχείο β)·».

ii)

Το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Συμβάσεις ύψους κατώτερου ή ίσου των 5 000 ευρώ είναι δυνατόν να ανατεθούν βάσει και μιας μόνο προσφοράς».

β)

Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται ως εξής:

«2.   Στη διαδικασία στην οποία αναφέρεται το στοιχείο γ) της παραγράφου 1, η αναθέτουσα αρχή καταρτίζει κατάλογο με τουλάχιστον τρεις προσφέροντες, της επιλογής της. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει και περιορισμένο ανταγωνισμό, χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, αποκαλείται δε διαδικασία με διαπραγμάτευση ανταγωνιστικού χαρακτήρα που δεν εμπίπτει στο άρθρο 124.

Η αποσφράγιση και η αξιολόγηση των προσφορών γίνεται από κριτική επιτροπή, η οποία διαθέτει την αναγκαία τεχνική και διοικητική εμπειρογνωμοσύνη. Τα μέλη της επιτροπής αυτής οφείλουν να υπογράφουν δήλωση αμεροληψίας.

Εάν, μετά τις διαπραγματεύσεις με τους προμηθευτές, η αναθέτουσα αρχή λάβει μόνο μία προσφορά, έγκυρη από διοικητική και τεχνική άποψη, η σύμβαση είναι δυνατόν να ανατεθεί στον αντίστοιχο προμηθευτή, υπό τον όρο ότι ικανοποιούνται τα κριτήρια ανάθεσης».

64)

Η παράγραφος 1 του άρθρου 244 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από την ακόλουθη:

«Οι συμβάσεις προμηθειών είναι δυνατόν να ανατίθενται με διαδικασία με διαπραγμάτευση βάσει μιας και μόνης προσφοράς στις ακόλουθες περιπτώσεις:».

β)

Προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):

«ε)

οσάκις απέτυχαν δύο απόπειρες εφαρμογής της διαδικασίας με διαπραγμάτευση ανταγωνιστικού χαρακτήρα, δηλαδή οσάκις δεν υπεβλήθη καμία προσφορά έγκυρη από άποψη διοικητική και τεχνική, ή που να αξίζει να επιλεγεί από άποψη ποιότητας ή/και οικονομική. Στην περίπτωση αυτή, και αφού ακυρωθεί η διαδικασία με διαπραγμάτευση ανταγωνιστικού χαρακτήρα, η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να διαπραγματευθεί με ένα ή περισσότερους προσφέροντες της επιλογής της, μεταξύ εκείνων που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση υποβολής προσφορών, αρκεί να μη μεταβληθούν ουσιωδώς οι αρχικοί όροι της σύμβασης».

γ)

Προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οσάκις αναθέτουσα αρχή δεν είναι η Επιτροπή, η προσφυγή στη διαδικασία με διαπραγμάτευση υπόκειται στην εκ των προτέρων συγκατάθεση του αρμόδιου διατάκτη».

65)

Το άρθρο 245 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

Στο πρώτο εδάφιο, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από τα ακόλουθα:

«α)

συμβάσεις ύψους ίσου ή ανώτερου των 5 000 000 ευρώ:

i)

κατ’ αρχήν, διεθνής πρόσκληση υποβολής προσφορών, ανοικτής διαδικασίας, κατά την έννοια του άρθρου 122 παράγραφος 2 και του άρθρου 240 παράγραφος 2 στοιχείο α)·

ii)

κατ’ εξαίρεση, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας ορισμένων εργασιών και αφού προηγηθεί η συγκατάθεση του αρμόδιου διατάκτη, εφόσον αναθέτουσα αρχή δεν είναι η Επιτροπή, διεθνής πρόσκληση υποβολής προσφορών, κλειστής διαδικασίας, κατά την έννοια του άρθρου 122 παράγραφος 2 και του άρθρου 240 παράγραφος 2 στοιχείο α)·

β)

συμβάσεις ύψους ίσου ή ανώτερου των 300 000 ευρώ, αλλά κατώτερου των 5 000 000 ευρώ: ανοικτή πρόσκληση υποβολής προσφορών, σε τοπικό επίπεδο, κατά την έννοια του άρθρου 122 παράγραφος 2 και του άρθρου 240 παράγραφος 2 στοιχείο β)·».

ii)

Το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Συμβάσεις ύψους κατώτερου ή ίσου των 5 000 ευρώ είναι δυνατόν να ανατεθούν βάσει και μιας μόνο προσφοράς».

β)

Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από την ακόλουθη:

«2.   Στην διαδικασία στην οποία αναφέρεται το στοιχείο γ) της παραγράφου 1, η αναθέτουσα αρχή καταρτίζει κατάλογο με τουλάχιστον τρεις εργολήπτες, της επιλογής της. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει και περιορισμένο ανταγωνισμό, χωρίς δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, αποκαλείται δε διαδικασία με διαπραγμάτευση ανταγωνιστικού χαρακτήρα και δεν εμπίπτει στο άρθρο 124.

Η αποσφράγιση και η αξιολόγηση των προσφορών γίνεται από κριτική επιτροπή, η οποία διαθέτει την αναγκαία τεχνική και διοικητική εμπειρογνωμοσύνη. Τα μέλη της επιτροπής αυτής οφείλουν να υπογράφουν δήλωση αμεροληψίας.

Εάν, μετά τις διαπραγματεύσεις με τους εργολήπτες, η αναθέτουσα αρχή λάβει μόνο μία προσφορά, έγκυρη από διοικητική και τεχνική άποψη, η σύμβαση είναι δυνατόν να ανατεθεί στον αντίστοιχο εργολήπτη, υπό τον όρο ότι ικανοποιούνται τα κριτήρια ανάθεσης».

66)

Στο άρθρο 246 η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

Το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

i)

Η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από την ακόλουθη:

«Οι συμβάσεις έργων είναι δυνατόν να ανατίθενται με διαδικασία με διαπραγμάτευση βάσει μιας και μοναδικής προσφοράς στις ακόλουθες περιπτώσεις:».

ii)

Προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο δ):

«δ)

οσάκις απέτυχαν δύο απόπειρες εφαρμογής της διαδικασίας με διαπραγμάτευση ανταγωνιστικού χαρακτήρα, δηλαδή οσάκις δεν υπεβλήθη καμία προσφορά έγκυρη από άποψη διοικητική και τεχνική, ή που να αξίζει να επιλεγεί από άποψη ποιότητας ή/και οικονομική. Στην περίπτωση αυτή, και αφού ακυρωθεί η διαδικασία με διαπραγμάτευση ανταγωνιστικού χαρακτήρα, η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να διαπραγματευθεί με ένα ή περισσότερους προσφέροντες της επιλογής της, μεταξύ εκείνων που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση υποβολής προσφορών, αρκεί να μη μεταβληθούν ουσιωδώς οι αρχικοί όροι της σύμβασης».

β)

Προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οσάκις αναθέτουσα αρχή δεν είναι η Επιτροπή, η προσφυγή στη διαδικασία με διαπραγμάτευση υπόκειται στην εκ των προτέρων συγκατάθεση του αρμόδιου διατάκτη».

67)

Στο άρθρο 250, οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται ως εξής:

«3.   Οσάκις η προχρηματοδότηση υπερβαίνει τα 150 000 ευρώ, απαιτείται η κατάθεση εγγύησης. Ωστόσο, οσάκις ο αντισυμβαλλόμενος είναι δημόσια οντότητα, ο αρμόδιος διατάκτης είναι δυνατόν να παραιτηθεί από την απαίτηση εγγύησης, ανάλογα με την αξιολόγηση κινδύνων που πραγματοποιεί ο ίδιος.

Η εγγύηση ελευθερώνεται όταν και εφόσον η προχρηματοδότηση αφαιρεθεί από τις ενδιάμεσες πληρωμές ή τις πληρωμές υπολοίπου προς τον ανάδοχο σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης.

4.   Εγγύηση καλής εκτέλεσης είναι δυνατόν να απαιτείται από την αναθέτουσα αρχή για ποσό που καθορίζεται στον φάκελο του διαγωνισμού και αντιστοιχεί σε ποσοστό μεταξύ 5 % και 10 % του συνολικού ύψους της σύμβασης. Η εγγύηση αυτή προσδιορίζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως είναι το είδος και το ύψος της σύμβασης.

Ωστόσο, η εγγύηση απαιτείται οσάκις σημειώνεται υπέρβαση των ακόλουθων ορίων:

i)

345 000 ευρώ, για τις συμβάσεις έργων,

ii)

150 000 ευρώ, για τις συμβάσεις προμηθειών.

Η ως άνω εγγύηση ισχύει τουλάχιστον μέχρι την οριστική παραλαβή των προμηθειών ή των έργων. Σε περίπτωση κακής εκτέλεσης της σύμβασης, καταπίπτει ολόκληρη η εγγύηση αυτή».

68)

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 252 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Ωστόσο, η επιτροπή αξιολόγησης ή η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να ζητήσει από τους υποψήφιους ή προσφέροντες την υποβολή πρόσθετων στοιχείων ή τη διευκρίνιση των δικαιολογητικών που έχουν υποβληθεί σύμφωνα με τα κριτήρια επιλογής και αποκλεισμού, και τούτο εντός προθεσμίας που αυτές καθορίζουν τηρώντας και την αρχή της ίσης μεταχείρισης».

69)

Στο άρθρο 257 πρώτο εδάφιο, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«γ)

η Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η Ευρωπαϊκή Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, η οποία υπάγεται διοικητικά σε αυτήν·».

70)

Στο άρθρο 260 απαλείφεται το δεύτερο εδάφιο.

71)

Στο άρθρο 262 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις που αντιστοιχούν σε διοικητικές πιστώσεις κατηγορίας κοινής σε όλους τους τίτλους, και οι οποίες υπόκεινται σε συνολική διαχείριση, είναι δυνατόν να εγγράφονται συνολικά στη λογιστική του προϋπολογισμού βάσει της συνοπτικής ταξινόμησης ανά κατηγορία που αναφέρεται στο άρθρο 27.

Οι αντίστοιχες δαπάνες εγγράφονται στις γραμμές κάθε τίτλου του προϋπολογισμού σύμφωνα με την κατανομή που ισχύει και για τις πιστώσεις».

72)

Στο άρθρο 264 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Ωστόσο, οσάκις για τις πράξεις σε τρίτες χώρες δεν είναι δυνατή η χρήση καμιάς από τις μορφές εγγύησης μίσθωσης, ο αρμόδιος διατάκτης είναι δυνατόν να αποδεχθεί άλλη μορφή εγγύησης, υπό τον όρο ότι αυτή εξασφαλίζει ισοδύναμη προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων».

73)

Στο άρθρο 271, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται ως εξής:

«1.   Τα κατώτατα όρια και ποσά που προβλέπονται στα άρθρα 54, 67, 119, 126, 128, 129, 130, 135, 151, 152, 164, 172, 173, 180, 181, 182, 226, 241, 243, 245 και 250 αναπροσαρμόζονται κάθε τρία έτη σε συνάρτηση με τις διακυμάνσεις του δείκτη τιμών καταναλωτή στην Κοινότητα.

2.   Τα κατώτατα όρια στα οποία αναφέρεται το άρθρο 157 στοιχείο β) και το άρθρο 158 παράγραφος 1, σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις, αναπροσαρμόζονται ανά διετία δυνάμει του άρθρου 78 παράγραφος 1 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ».

Άρθρο 2

Οι διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων και επιδοτήσεων που άρχισαν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος κανονισμού εξακολουθούν να υπάγονται στους κανόνες που ίσχυαν κατά την έναρξη των διαδικασιών αυτών.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 7 Αυγούστου 2006.

Για την Επιτροπή

Dalia GRYBAUSKAITĖ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1261/2005 (ΕΕ L 201 της 2.8.2005, σ. 3).

(3)  ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2083/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 333 της 20.12.2005, σ. 28).

(4)  ΕΕ L 37 της 10.2.2005, σ. 14.