21.10.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 292/1


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 27ης Ιουνίου 2006

για την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας για τη διαδικασία παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ισλανδίας και Νορβηγίας

(2006/697/ΕΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως τα άρθρα 24 και 38,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αποφασισμένη να βελτιώσει τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ισλανδίας και της Νορβηγίας, χωρίς να θίγονται οι κανόνες που προστατεύουν τη ατομική ελευθερία.

(2)

Κατόπιν της απόφασης του Συμβουλίου της 10ης Ιουλίου 2001 που εξουσιοδοτεί την Προεδρία του Συμβουλίου να διαπραγματευθεί συμφωνίες με τη Νορβηγία και την Ισλανδία για τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις βάσει των άρθρων 24 και 38 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που τροποποιήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 2002, η Προεδρία, επικουρούμενη από την Επιτροπή, διαπραγματεύτηκε συμφωνία για τη διαδικασία παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ισλανδίας και της Νορβηγίας,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1

Η υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας για τη διαδικασία παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ισλανδίας και της Νορβηγίας εγκρίνεται εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την επιφύλαξη της σύναψής της.

Tο κείμενο της συμφωνίας και οι δηλώσεις που θα γίνουν κατά την υπογραφή της συμφωνίας επισυνάπτονται στην παρούσα απόφαση.

Άρθρο 2

Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου εξουσιοδοτείται να ορίσει τα πρόσωπα που είναι αρμόδια να υπογράψουν τη συμφωνία, με την επιφύλαξη της σύναψής της.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση και η συμφωνία που επισυνάπτεται σ’ αυτήν δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Λουξεμβούργο, 27 Ιουνίου 2006.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. PRÖLL


ΣΥΜΦΩΝΊΑ

μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας για τη διαδικασία παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ισλανδίας και Νορβηγίας

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ,

αφενός, και

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΙΣΛΑΝΔΙΑΣ

και

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΝΟΡΒΗΓΙΑΣ,

αφετέρου,

εφεξής «συμβαλλόμενα μέρη»,

ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να βελτιώσουν τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ισλανδίας και Νορβηγίας, χωρίς να θίγονται οι κανόνες για την προστασία της ατομικής ελευθερίας·

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι οι υφιστάμενες σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών απαιτούν στενή συνεργασία για την καταπολέμηση του εγκλήματος·

ΕΚΦΡΑΖΟΝΤΑΣ την αμοιβαία εμπιστοσύνη τους στη δομή και τη λειτουργία των νομικών τους συστημάτων και στην ικανότητα όλων των συμβαλλομένων μερών να εγγυηθούν μια δίκαιη δίκη·

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η Ισλανδία και η Νορβηγία έχουν εκφράσει την επιθυμία να συνάψουν συμφωνία η οποία θα τους επιτρέψει να επιταχύνουν τις ρυθμίσεις για την παράδοση υπόπτων και καταδικασθέντων στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να εφαρμόσουν διαδικασίες παράδοσης με τα κράτη μέλη·

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι και η Ευρωπαϊκή Ένωση κρίνει αναγκαία τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας·

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι είναι, συνεπώς, σκόπιμο να καθιερωθεί ένα σύστημα για τις εν λόγω διαδικασίες παράδοσης·

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι όλα τα κράτη μέλη και το Βασίλειο της Νορβηγίας και η Δημοκρατία της Ισλανδίας μετέχουν σε ορισμένες συμβάσεις για θέματα εκδόσεως, συμπεριλαμβανομένων της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957 και της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας της 27ης Ιανουαρίου 1977. Οι σκανδιναβικές χώρες έχουν θεσπίσει ομοιόμορφη νομοθεσία περί εκδόσεως, με κοινή αντίληψη περί εκδόσεως·

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι το επίπεδο συνεργασίας δυνάμει της σύμβασης της ΕΕ της 10ης Μαρτίου 1995 για την απλουστευμένη διαδικασία έκδοσης και της σύμβασης της ΕΕ της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 για την έκδοση θα πρέπει να διατηρηθεί όταν δεν είναι δυνατόν να βελτιωθεί·

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι οι αποφάσεις για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, όπως ορίζονται από την παρούσα συμφωνία, πρέπει να υπόκεινται σε επαρκείς ελέγχους, πράγμα που σημαίνει ότι η δικαστική αρχή του κράτους στο οποίο συνελήφθη ο καταζητούμενος θα πρέπει να αποφασίζει σχετικά με την παράδοσή του·

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι ο ρόλος των κεντρικών αρχών κατά την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης όπως ορίζεται από την παρούσα συμφωνία θα πρέπει να περιορίζεται σε πρακτική και διοικητική στήριξη·

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η παρούσα συμφωνία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών.

Η παρούσα συμφωνία δεν εμποδίζει τα κράτη να εφαρμόζουν τους συνταγματικούς τους κανόνες σε σχέση με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, την ελευθερία του τύπου, την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα και τους αγωνιστές της ελευθερίας·

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι κανείς δεν μπορεί να παραδοθεί προς κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση·

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι δεδομένου ότι όλα τα κράτη έχουν επικυρώσει τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 28ης Ιανουαρίου 1981, για την προστασία των προσώπων έναντι της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας θα πρέπει να προστατεύονται σύμφωνα προς τις αρχές της εν λόγω σύμβασης,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και σκοπός

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν να βελτιώσουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας, την παράδοση προς τον σκοπό της δίωξης ή εκτέλεσης της ποινής μεταξύ, αφενός, των κρατών μελών και, αφετέρου, του Βασιλείου της Νορβηγίας και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας, λαμβάνοντας υπόψη, ως ελάχιστες προδιαγραφές, τους όρους της σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 περί εκδόσεως μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν να διασφαλίσουν ότι το σύστημα έκδοσης μεταξύ των κρατών μελών, αφενός, και του Βασιλείου της Νορβηγίας και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας, αφετέρου, βασίζεται σε μηχανισμό παράδοσης κατόπιν εντάλματος σύλληψης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας.

3.   H παρούσα συμφωνία δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ή, σε περίπτωση εκτέλεσης από δικαστική αρχή κράτους μέλους, των αρχών του άρθρου 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

4.   Καμία από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως απαγορεύουσα την άρνηση παράδοσης προσώπου για το οποίο έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης όπως ορίζεται από την παρούσα συμφωνία, εφόσον αντικειμενικά στοιχεία δείχνουν ότι το ένταλμα σύλληψης εκδίδεται προς τον σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων ή του γενετήσιου προσανατολισμού τους ή ότι η θέση του προσώπου αυτού μπορεί να επιδεινωθεί για οποιονδήποτε από τους λόγους αυτούς.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1.   Ως «συμβαλλόμενα μέρη» νοούνται η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Βασίλειο της Νορβηγίας και η Δημοκρατία της Ισλανδίας.

2.   Ως «κράτος μέλος» νοείται το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.   Ως «κράτος» νοείται ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Βασίλειο της Νορβηγίας ή η Δημοκρατία της Ισλανδίας.

4.   Ως «τρίτο κράτος» νοείται οποιοδήποτε άλλο κράτος εκτός του κράτους που ορίζεται στην παράγραφο 3.

5.   Ως «ένταλμα σύλληψης» νοείται η δικαστική απόφαση που εκδίδεται από κράτος μέλος προς τον σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή στερητικού της ελευθερίας μέτρου ασφαλείας.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ένταλμα σύλληψης μπορεί να εκδίδεται για πράξεις που τιμωρούνται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του σχετικού εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον 12 μηνών ή, εάν έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.

2.   Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4, η παράδοση εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι οι πράξεις για τις οποίες εκδίδεται το ένταλμα σύλληψης συνιστούν αξιόποινη πράξη σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, ανεξαρτήτως της υποστάσεως της ή του νομικού της χαρακτηρισμού.

3.   Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 4, του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ζ), του άρθρου 6, του άρθρου 7 και του άρθρου 8, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί ένα κράτος να αρνηθεί να εκτελέσει ένταλμα σύλληψης που εκδίδεται σε σχέση με συμπεριφορά οποιουδήποτε προσώπου που συμβάλλει στη διάπραξη, από ομάδα προσώπων που δρουν με κοινό σκοπό, ενός ή πλειόνων αδικημάτων στον τομέα της τρομοκρατίας που μνημονεύονται στα άρθρα 1 και 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας και στα άρθρα 1, 2, 3 και 4 της απόφασης πλαισίου της 13ης Ιουνίου 2002 για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, βαριάς σωματικής βλάβης, απαγωγής, παράνομης κατακράτησης, ομηρίας και βιασμού, τιμωρουμένων με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου 12 τουλάχιστον μηνών, ακόμη και όταν το πρόσωπο αυτό δεν συμμετέχει στην εκτέλεση αυτή καθ’ εαυτή του σχετικού ή των σχετικών αδικημάτων· η συμβολή του πρέπει να είναι εκ προθέσεως και να πραγματοποιείται εν γνώσει του ότι η συμμετοχή του συμβάλλει στην υλοποίηση των εγκληματικών δραστηριοτήτων της οργάνωσης.

4.   Η Νορβηγία και η Ισλανδία, αφενός, και η ΕΕ εκ μέρους των κρατών μελών της, αφετέρου, μπορούν να προβούν σε δήλωση ότι, με βάση την αμοιβαιότητα, ο όρος του διπλού αξιόποινου της παραγράφου 2 δεν εφαρμόζεται υπό τους όρους που παρατίθενται κατωτέρω. Η παράδοση βάσει εντάλματος σύλληψης χωρεί, υπό τις προϋποθέσεις της παρούσας συμφωνίας και χωρίς έλεγχο του διπλού αξιοποίνου της πράξης, για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών και όπως ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος:

συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση,

τρομοκρατία,

εμπορία ανθρώπων,

σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και παιδική πορνογραφία,

παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών,

παράνομη διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών,

δωροδοκία,

καταδολίευση, συμπεριλαμβανομένης της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την έννοια της σύμβασης της 26ης Ιουλίου 1995 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,

νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος,

παραχάραξη, περιλαμβανομένης της κιβδηλείας του ευρώ,

εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο,

εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένου του παρανόμου εμπορίου απειλουμένων ζωικών ειδών και του παρανόμου εμπορίου απειλουμένων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών,

παροχή βοήθειας για παράνομη είσοδο και διαμονή,

ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, βαρεία σωματική βλάβη,

παράνομο εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων και ιστών,

απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και ομηρία,

ρατσισμός και ξενοφοβία,

οργανωμένες ή ένοπλες κλοπές,

παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,

υπεξαίρεση,

αθέμιτη προστασία έναντι παρανόμου οφέλους και εκβίαση,

παραποίηση και πειρατεία προϊόντων,

πλαστογραφία δημοσίων εγγράφων και εμπορία τους,

παραχάραξη μέσων πληρωμής,

λαθρεμπόριο ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων,

λαθρεμπόριο πυρηνικών και ραδιενεργών ουσιών,

εμπορία κλεμμένων οχημάτων,

βιασμός,

εμπρησμός,

εγκλήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου,

αεροπειρατεία και πειρατεία,

δολιοφθορά.

Άρθρο 4

Λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης

Τα κράτη θεσπίζουν υποχρέωση για τη δικαστική αρχή εκτέλεσης να αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης στις ακόλουθες περιπτώσεις:

1.

Εάν η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδίδεται το ένταλμα σύλληψης καλύπτεται από αμνηστία στο κράτος εκτέλεσης, εφόσον το εν λόγω κράτος είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη της αξιόποινης πράξης σύμφωνα με το ποινικό του δίκαιο,

2.

Εάν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή εκτέλεσης προκύπτει ότι ο καταζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις σ’ ένα κράτος υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους της καταδίκης,

3.

Εάν το πρόσωπο για το οποίο έχει εκδοθεί το ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί, λόγω της ηλικίας του, να θεωρηθεί ποινικώς υπεύθυνο για τις πράξεις για τις οποίες εξεδόθη το ένταλμα σύλληψης σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης.

Άρθρο 5

Άλλοι λόγοι μη εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης

1.   Τα κράτη μπορούν να θεσπίζουν υποχρέωση ή δυνατότητα για τη δικαστική αρχή εκτέλεσης να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

εάν, σε μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 3 παράγραφος 1, η πράξη για την οποία εκδίδεται το ένταλμα σύλληψης δεν συνιστά αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης· ωστόσο, προκειμένου περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος, η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο άρνησης λόγω του ότι η νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγματος με τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης του εντάλματος·

β)

όταν το πρόσωπο για το οποίο εκδίδεται το ένταλμα σύλληψης διώκεται στο κράτος εκτέλεσης για την ίδια πράξη με εκείνη στην οποία βασίζεται το ένταλμα σύλληψης·

γ)

όταν οι δικαστικές αρχές του κράτους εκτέλεσης αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν δίωξη για την αξιόποινη πράξη που αποτελεί το αντικείμενο του εντάλματος σύλληψης είτε να παύσουν τη δίωξη, ή όταν ο καταζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις αυτές πράξεις σε κράτος, με αποτέλεσμα να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης·

δ)

όταν έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της ποινής σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους εκτέλεσης και οι πράξεις ανάγονται στην αρμοδιότητα αυτού του κράτους σύμφωνα με το ποινικό του δίκαιο·

ε)

εάν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή εκτέλεσης προκύπτει ότι ο καταζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις αυτές πράξεις σε τρίτη χώρα, υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η καταδίκη έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί να εκτιθεί πλέον σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας της καταδίκης·

στ)

εάν το ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, όταν ο καταζητούμενος διαμένει στο κράτος εκτέλεσης, είναι υπήκοος ή κάτοικός του και το κράτος αυτό δεσμεύεται να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο·

ζ)

όταν το ένταλμα σύλληψης αφορά αξιόποινες πράξεις οι οποίες:

i)

κατά το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης θεωρούνται ότι διεπράχθησαν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο,

ή

ii)

διεπράχθησαν εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης του εντάλματος και το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης δεν επιτρέπει τη δίωξη για τα ίδια αδικήματα που διαπράττονται εκτός του εδάφους του.

2.   Κάθε κράτος ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου για ποιούς από τους λόγους μη εκτέλεσης της παραγράφου 1 έχει θεσπίσει υποχρέωση για τις εκτελεστικές, δικαστικές αρχές του να αρνηθούν την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης. Η Γενική Γραμματεία θέτει τις πληροφορίες που λαμβάνει στη διάθεση όλων των κρατών και της Επιτροπής.

Άρθρο 6

Εξαίρεση των πολιτικών εγκλημάτων

1.   Δεν επιτρέπεται άρνηση της εκτέλεσης για τον λόγο ότι η αξιόποινη πράξη μπορεί να χαρακτηριστεί από το κράτος εκτέλεσης ως πολιτικό έγκλημα, ως αξιόποινη πράξη συνδεόμενη με πολιτικό έγκλημα ή ως αξιόποινη πράξη εμφορούμενη από πολιτικά κίνητρα.

2.   Η Νορβηγία και η Ισλανδία, αφενός, και η Ευρωπαϊκή Ένωση, εκ μέρους των κρατών μελών της, αφετέρου, μπορούν, ωστόσο, να προβούν σε δήλωση ότι η παράγραφος 1 θα εφαρμόζεται μόνον σε σχέση με:

α)

τις αξιόποινες πράξεις που παρατίθενται στα άρθρα 1 και 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας·

β)

τις αξιόποινες πράξεις της σύστασης συμμορίας ή της εγκληματικής οργάνωσης —οι οποίες αντιστοιχούν στην περιγραφή της συμπεριφοράς της προβλεπόμενης στο άρθρο 3 παράγραφος 3— για τη διάπραξη μιας ή περισσότερων από τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 1 και 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας·

και

γ)

στα άρθρα 1, 2, 3 και 4 της απόφασης πλαισίου της 13ης Ιουνίου 2002 για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

3.   Όταν έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης από κράτος το οποίο έχει προβεί σε δήλωση κατά την παράγραφο 2, ή από κράτος εκ μέρους του οποίου έχει γίνει τέτοια δήλωση, το κράτος εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης μπορεί να εφαρμόσει την αμοιβαιότητα.

Άρθρο 7

Εξαίρεση εθνικότητας

1.   Δεν επιτρέπεται άρνηση της εκτέλεσης για τον λόγο ότι ο εκζητούμενος είναι υπήκοος του κράτους εκτέλεσης.

2.   Η Νορβηγία και η Ισλανδία αφενός, και η Ευρωπαϊκή Ένωση εκ μέρους των κρατών μελών της αφετέρου, μπορούν να προβούν σε δήλωση σύμφωνα με την οποία οι υπήκοοι δεν θα παραδίδονται ή ότι η παράδοση θα επιτρέπεται μόνον υπό ορισμένες ειδικές προϋποθέσεις.

3.   Όταν έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης από κράτος το οποίο έχει προβεί σε δήλωση κατά την παράγραφο 2, ή από κράτος για το οποίο έχει γίνει τέτοια δήλωση, κάθε άλλο κράτος μπορεί, κατά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, να εφαρμόσει την αμοιβαιότητα.

Άρθρο 8

Εγγυήσεις που πρέπει να παρέχει το κράτος έκδοσης του εντάλματος σε ειδικές περιπτώσεις

Η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να εξαρτηθεί από μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

1.

όταν το ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί με απόφαση εκδοθείσα ερήμην και όταν ο ενδιαφερόμενος δεν είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως ούτε είχε ενημερωθεί κατ’ άλλον τρόπο σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας που οδήγησε στην απόφαση που εκδόθηκε ερήμην, η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από το αν η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ώστε να εξασφαλισθεί στον καθ’ ου το ένταλμα σύλληψης, ότι θα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου στο κράτος έκδοσης του εντάλματος και να παρίσταται κατά τη λήψη της απόφασης·

2.

όταν η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδίδεται το ένταλμα σύλληψης τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας εφ’ όρου ζωής, η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος δύναται να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι το κράτος έκδοσης του εντάλματος παρέχει διαβεβαίωση η οποία κρίνεται επαρκής από το κράτος εκτέλεσης ότι θα επανεξετάσει την επιβληθείσα ποινή —κατ’ αίτηση ή, το αργότερο, μετά την πάροδο 20 ετών— ή θα ενθαρρύνει την εφαρμογή μέτρων επιεικείας τα οποία προβλέπει υπέρ του προσώπου η νομοθεσία ή πρακτική του κράτους έκδοσης του εντάλματος και τα οποία αποσκοπούν στη μη εκτέλεση της εν λόγω ποινής ή του εν λόγω μέτρου·

3.

όταν το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους εκτέλεσης, η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα μεταχθεί στο κράτος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.

Άρθρο 9

Προσδιορισμός των αρμόδιων αρχών

1.   Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος είναι η δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση εντάλματος συλλήψεως δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.

2.   Η δικαστική αρχή εκτέλεσης είναι η δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης που είναι αρμόδια για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους. Κατά την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 ο υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να οριστεί ως αρμόδια αρχή για την εκτέλεση ενός εντάλματος σύλληψης, ανεξαρτήτως του κατά πόσον ο υπουργός Δικαιοσύνης είναι ή όχι δικαστική αρχή σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του εν λόγω κράτους.

3.   Τα συμβαλλόμενα μέρη αλληλοενημερώνονται σχετικά με τις αρμόδιες αρχές τους.

Άρθρο 10

Προσφυγή στην κεντρική αρχή

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την κεντρική αρχή κάθε κράτους που έχει ορίσει κεντρική αρχή, ή, εφόσον η έννομη τάξη τους το προβλέπει, πλείονες κεντρικές αρχές για να επικουρούν τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.

2.   Με τον τρόπο αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη υποδεικνύουν ότι, ως αποτέλεσμα της οργάνωσης του εσωτερικού δικαστικού συστήματος των οικείων κρατών, η κεντρική αρχή είναι υπεύθυνη για τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή των ενταλμάτων σύλληψης καθώς και κάθε σχετικής επίσημης αλληλογραφίας. Τα στοιχεία αυτά δεσμεύουν όλες τις αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος.

Άρθρο 11

Περιεχόμενο και τύπος του εντάλματος σύλληψης

1.   Το ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία, τα οποία υποβάλλονται σύμφωνα με το έντυπο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της παρούσας συμφωνίας:

α)

ταυτότητα και ιθαγένεια του καταζητούμενου·

β)

όνομα, διεύθυνση, αριθμός τηλεφώνου και φαξ και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος·

γ)

ένδειξη ότι υπάρχει εκτελεστή απόφαση, ένταλμα σύλληψης ή οιαδήποτε άλλη εκτελεστή δικαστική απόφαση της αυτής ισχύος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 και 3·

δ)

φύση και νομικός χαρακτηρισμός της αξιόποινη πράξης, ιδίως όσον αφορά το άρθρο 3·

ε)

περιγραφή των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου, του τόπου της τέλεσης και του βαθμού συμμετοχής του καταζητούμενου στην αξιόποινη πράξη·

στ)

την επιβληθείσα ποινή, εάν πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση, ή την κλίμακα ποινών που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης του εντάλματος·

ζ)

κατά το μέτρο του δυνατού, τις λοιπές συνέπειες της αξιόποινης πράξης.

2.   Το ένταλμα σύλληψης πρέπει να μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης. Κάθε συμβαλλόμενο κράτος δύναται, όταν συναφθεί η παρούσα συμφωνία, ή μεταγενέστερα, να προβεί σε δήλωση σύμφωνα με την οποία θα δέχεται μετάφραση σε μία ή περισσότερες άλλες επίσημες γλώσσες ενός κράτους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

Άρθρο 12

Διαβίβαση εντάλματος σύλληψης

1.   Όταν είναι γνωστό πού ευρίσκεται ο καταζητούμενος, η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος μπορεί να διαβιβάζει το ένταλμα σύλληψης απευθείας στη δικαστική αρχή εκτέλεσης.

2.   Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος μπορεί πάντοτε να αποφασίζει να προβεί σε καταχώρηση του καταζητουμένου στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (SIS).

Η καταχώρηση στο SIS πραγματοποιείται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί καταχωρήσεων προσώπων στο SIS με σκοπό την παράδοση. Η καταχώρηση στο SIS ισοδυναμεί με ένταλμα σύλληψης, συνοδευόμενο από τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1.

3.   Μεταβατικά, έως ότου το SIS αποκτήσει τη δυνατότητα να διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 11, η καταχώρηση ισοδυναμεί με ένταλμα σύλληψης μέχρις ότου η δικαστική αρχή εκτέλεσης παραλάβει καθ’ όλους τους τύπους το πρωτότυπο.

Άρθρο 13

Λεπτομέρειες της διαβίβασης εντάλματος σύλληψης

1.   Εάν η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος δεν γνωρίζει την αρμόδια δικαστική αρχή εκτέλεσης, προβαίνει στις απαιτούμενες έρευνες, ώστε να λάβει την πληροφορία αυτή από το κράτος εκτέλεσης.

2.   Εάν δεν είναι δυνατή η χρήση του SIS, η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος μπορεί να προσφεύγει στις υπηρεσίες της Διεθνούς Οργάνωσης Εγκληματολογικής Αστυνομίας (Ιντερπόλ) για τη διαβίβαση του εντάλματος σύλληψης.

3.   Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος μπορεί να διαβιβάζει το ένταλμα σύλληψης με οποιοδήποτε ασφαλές μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως, υπό όρους που επιτρέπουν στο κράτος εκτέλεσης να εξακριβώσει τη γνησιότητα της διαβίβασης.

4.   Όλες οι δυσχέρειες σχετικά με τη διαβίβαση ή τη γνησιότητα οποιουδήποτε εγγράφου που απαιτείται για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης ρυθμίζονται με απευθείας επαφές μεταξύ των ενδιαφερόμενων δικαστικών αρχών ή, ενδεχομένως, με την παρέμβαση των κεντρικών αρχών των κρατών.

5.   Εάν η αρχή που λαμβάνει ένταλμα σύλληψης δεν είναι αρμόδια να επιληφθεί του θέματος, το διαβιβάζει αυτεπαγγέλτως στην αρμόδια αρχή του κράτους της και ενημερώνει σχετικά τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος.

Άρθρο 14

Δικαιώματα του καταζητουμένου

1.   Όταν ένας καταζητούμενος συλλαμβάνεται, η αρμόδια δικαστική αρχή εκτέλεσης τον ενημερώνει, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο, για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος σύλληψης καθώς και για τη δυνατότητα που του παρέχεται να συγκατατεθεί στην παράδοσή του στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος.

2.   Ο καταζητούμενος που συλλαμβάνεται κατά την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης έχει το δικαίωμα να προσφύγει στις υπηρεσίες νομικού παραστάτη και διερμηνέα, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους εκτέλεσης.

Άρθρο 15

Τήρηση του προσώπου υπό κράτηση

Όταν ένα πρόσωπο συλλαμβάνεται βάσει εντάλματος σύλληψης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης αποφασίζει κατά πόσον είναι σκόπιμο να τηρηθεί υπό κράτηση σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης. Η προσωρινή απόλυση είναι δυνατή οποτεδήποτε σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του κράτους εκτέλεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους λαμβάνει κάθε μέτρο που κρίνει αναγκαίο ώστε να αποφευχθεί η διαφυγή του καταζητουμένου.

Άρθρο 16

Συγκατάθεση στην παράδοση

1.   Εάν ο συλληφθείς δηλώσει ότι συγκατατίθεται να παραδοθεί, η συγκατάθεση αυτή και, ενδεχομένως, η ρητή παραίτηση από το ευεργέτημα του «κανόνα της ειδικότητας» του άρθρου 30 παράγραφος 2, δίνονται ενώπιον της δικαστικής αρχής εκτέλεσης, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του κράτους εκτέλεσης.

2.   Κάθε κράτος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ούτως ώστε οι συνθήκες υπό τις οποίες δίνονται η συγκατάθεση και, ενδεχομένως, η παραίτηση της παραγράφου 1, να δείχνουν ότι το πρόσωπο το πράττει εκουσίως και έχοντας πλήρη επίγνωση των σχετικών συνεπειών. Προς τούτο, ο καταζητούμενος έχει το δικαίωμα να επικουρείται από νομικό παραστάτη.

3.   Η συγκατάθεση και, ενδεχομένως, η παραίτηση της παραγράφου 1 καταχωρούνται σε πρακτικά, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζει το εσωτερικό δίκαιο του κράτους εκτέλεσης.

4.   Η συγκατάθεση είναι κατ’ αρχήν αμετάκλητη. Κάθε κράτος μπορεί να προβλέψει ότι η συγκατάθεση και, ενδεχομένως, η παραίτηση είναι δυνατόν να ανακαλούνται, σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στο εσωτερικό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή, η χρονική περίοδος μεταξύ της ημερομηνίας της συγκατάθεσης και της ημερομηνίας της ανάκλησής της δεν λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 20. Η Νορβηγία και η Ισλανδία, αφενός, και η Ευρωπαϊκή Ένωση, εκ μέρους των κρατών μελών της, αφετέρου, μπορούν, όταν συναφθεί η παρούσα συμφωνία, να προβούν σε δήλωση σύμφωνα με την οποία επιθυμούν να προσφύγουν στην δυνατότητα αυτή, καθορίζοντας τις διαδικασίες με τις οποίες είναι δυνατή η ανάκληση της συγκατάθεσης καθώς και τυχόν τροποποιήσεις τους.

Άρθρο 17

Ακρόαση του καταζητουμένου

Εφόσον ο συλληφθείς δεν συγκατατίθεται στην παράδοσή του κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 16, έχει δικαίωμα ακρόασης από τη δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης.

Άρθρο 18

Απόφαση για την παράδοση

1.   Η δικαστική αρχή εκτέλεσης αποφασίζει, εντός των προθεσμιών και υπό τους όρους που καθορίζονται στην παρούσα συμφωνία, για την παράδοση του προσώπου.

2.   Εάν η δικαστική αρχή εκτέλεσης κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το κράτος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση, ζητεί την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών πληροφοριών, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 έως 6, 8 και 11 και μπορεί να τάξει προθεσμία για την παραλαβή τους, λαμβάνοντας υπόψη της ότι είναι αναγκαίο να τηρηθούν οι προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 20.

3.   Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος μπορεί να διαβιβάζει οποτεδήποτε στη δικαστική αρχή εκτέλεσης κάθε επιπλέον χρήσιμη πληροφορία.

Άρθρο 19

Απόφαση σε περίπτωση συρροής αιτήσεων

1.   Εάν πλείονα κράτη έχουν εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή ένταλμα σύλληψης για το ίδιο πρόσωπο, η επιλογή του εντάλματος σύλληψης που θα εκτελεσθεί γίνεται από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης με δέουσα συνεκτίμηση όλων των περιστάσεων και, ιδίως, της σχετικής βαρύτητας και του τόπου τέλεσης των αξιόποινων πράξεων, των αντίστοιχων ημερομηνιών των ενταλμάτων σύλληψης καθώς και του κατά πόσον το ένταλμα εκδόθηκε για τη δίωξη ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας.

2.   Η δικαστική αρχή εκτέλεσης κράτους μέλους μπορεί να ζητήσει τη γνώμη της Eurοjust προκειμένου να προβεί στην επιλογή που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

3.   Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ εντάλματος σύλληψης και αίτησης έκδοσης που υποβάλλεται από τρίτο κράτος, η απόφαση για το κατά πόσον πρέπει να δοθεί η προτεραιότητα στο ένταλμα σύλληψης ή στην αίτηση έκδοσης λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης με δέουσα συνεκτίμηση όλων των περιστάσεων, ιδίως όσων παρατίθενται στην παράγραφο 1, καθώς και εκείνων που μνημονεύονται στην εφαρμοστέα σύμβαση.

4.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών βάσει του καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

Άρθρο 20

Προθεσμίες και διαδικασία της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης

1.   Για την εξέταση και εκτέλεση εντάλματος σύλληψης ακολουθείται διαδικασία επείγοντος.

2.   Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο καταζητούμενος έχει συγκατατεθεί στην παράδοσή του, η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης θα πρέπει να λαμβάνεται εντός δέκα ημερών από τη συγκατάθεση.

3.   Στις λοιπές περιπτώσεις, η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης θα πρέπει να λαμβάνεται εντός 60 ημερών από τη σύλληψη του καταζητουμένου.

4.   Σε ειδικές περιπτώσεις, όταν το ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί να εκτελεσθεί εντός των προβλεπόμενων στις παραγράφους 2 ή 3 προθεσμιών, η δικαστική αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμέσως τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος, αναφέροντας τους σχετικούς λόγους. Στην περίπτωση αυτή, οι προθεσμίες μπορούν να παρατείνονται κατά 30 ημέρες.

5.   Η Ευρωπαϊκή Ένωση, εξ ονόματος οποιουδήποτε από τα κράτη μέλη της, μπορεί κατά τη στιγμή σύναψης της παρούσας συμφωνίας να κάνει δήλωση που να καθορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες δεν θα εφαρμόζονται οι παράγραφοι 3 και 4. Η Νορβηγία και η Ισλανδία μπορούν να εφαρμόσουν αμοιβαιότητα σε σχέση με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

6.   Εφόσον η δικαστική αρχή εκτέλεσης δεν έχει λάβει οριστική απόφαση για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, εξασφαλίζει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι απαραίτητες ουσιαστικές προϋποθέσεις ώστε να είναι δυνατή η παράδοση προσώπων.

7.   Η άρνηση εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης πρέπει να είναι αιτιολογημένη.

Άρθρο 21

Η κατάσταση μέχρι τη λήψη της απόφασης

1.   Όταν το ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για την άσκηση ποινικής δίωξης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει:

α)

είτε να δεχθεί σε ακρόαση τον καταζητούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 22·

β)

είτε να δεχθεί την προσωρινή μεταγωγή του καταζητουμένου.

2.   Οι όροι και η διάρκεια της προσωρινής μεταγωγής καθορίζονται με αμοιβαία συμφωνία μεταξύ της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος και της δικαστικής αρχής εκτέλεσης.

3.   Σε περίπτωση προσωρινής μεταγωγής, ο καταζητούμενος πρέπει να έχει τη δυνατότητα επιστροφής στο κράτος εκτέλεσης προκειμένου να συμμετάσχει στις ακροαματικές διαδικασίες που τον αφορούν, στο πλαίσιο της διαδικασίας παράδοσης.

Άρθρο 22

Ακρόαση του καταζητουμένου κατά το διάστημα που εκκρεμεί η απόφαση

1.   Η ακρόαση του καταζητουμένου διεξάγεται από δικαστική αρχή, επικουρούμενη από κάθε άλλο πρόσωπο που ορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους του αιτούντος δικαστηρίου.

2.   Η ακρόαση του καταζητουμένου διεξάγεται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης και οι προϋποθέσεις καθορίζονται με αμοιβαία συμφωνία μεταξύ της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος και της δικαστικής αρχής εκτέλεσης.

3.   Η αρμόδια δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αναθέσει σε άλλη δικαστική αρχή του κράτους στο οποίο υπάγεται να λάβει μέρος στην ακρόαση του καταζητουμένου, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ορθή εφαρμογή του παρόντος άρθρου και των προϋποθέσεων που καθορίστηκαν.

Άρθρο 23

Προνόμια και ασυλίες

1.   Σε περίπτωση που ο καταζητούμενος απολαύει είτε προνομίου είτε εξαίρεσης δικαιοδοσίας ή εκτέλεσης στο κράτος εκτέλεσης, οι προθεσμίες του άρθρου 20 αρχίζουν να τρέχουν μόνον εφόσον, και από την ημέρα κατά την οποία, η δικαστική αρχή εκτέλεσης πληροφορήθηκε την άρση του προνομίου ή της εξαίρεσης.

2.   Το κράτος εκτέλεσης εξασφαλίζει ότι συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για αποτελεσματική παράδοση, όταν ο καταζητούμενος δεν απολαύει πλέον τέτοιου προνομίου ή εξαίρεσης.

3.   Εφόσον η άρση του προνομίου ή της εξαίρεσης εμπίπτει στην αρμοδιότητα μιας αρχής του κράτους εκτέλεσης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης τής υποβάλλει αμελλητί σχετική αίτηση. Εφόσον η άρση του προνομίου ή της εξαίρεσης εμπίπτει στην αρμοδιότητα μιας αρχής άλλου κράτους ή διεθνούς οργανώσεως, εναπόκειται στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος να της υποβάλλει την αίτηση.

Άρθρο 24

Συρροή διεθνών υποχρεώσεων

Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει τις υποχρεώσεις του κράτους εκτέλεσης όταν ο καταζητούμενος έχει εκδοθεί στο εν λόγω κράτος από τρίτο κράτος και το πρόσωπο αυτό προστατεύεται από διατάξεις περί ειδικότητας της συμφωνίας βάσει της οποίας εκδόθηκε. Το κράτος εκτέλεσης λαμβάνει όλα τα μέτρα που απαιτούνται ώστε να ζητείται προηγουμένως η συγκατάθεση του κράτους από το οποίο εκδόθηκε ο καταζητούμενος, προς τον σκοπό της παράδοσής του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος. Η έναρξη των προθεσμιών του άρθρου 20 υπολογίζεται από την ημερομηνία παύσης της εφαρμογής αυτών των κανόνων της ειδικότητας.

Μέχρι ότου ληφθεί η απόφαση του κράτους από το οποίο εκδόθηκε ο καταζητούμενος, το κράτος εκτέλεσης εξασφαλίζει ότι συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για αποτελεσματική παράδοση.

Άρθρο 25

Κοινοποίηση της απόφασης

Η δικαστική αρχή εκτέλεσης κοινοποιεί αμελλητί στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος την απόφαση σχετικά με την πορεία του εντάλματος σύλληψης.

Άρθρο 26

Προθεσμία παράδοσης του προσώπου

1.   Ο καταζητούμενος παραδίδεται το ταχύτερο δυνατόν σε ημερομηνία που συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρχών.

2.   Παραδίδεται το αργότερο δέκα ημέρες αφ’ ότου εκδόθηκε η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης.

3.   Εάν η παράδοση του καταζητουμένου, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2, αποδεικνύεται αδύνατη λόγω ανωτέρας βίας σε ένα από τα κράτη, η δικαστική αρχή εκτέλεσης και η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος επικοινωνούν αμέσως μεταξύ τους και συμφωνούν νέα ημερομηνία παράδοσης. Στην περίπτωση αυτή, η παράδοση διενεργείται εντός δέκα ημερών μετά τη συμφωνηθείσα νέα ημερομηνία.

4.   Η παράδοση μπορεί κατ’ εξαίρεση να αναστέλλεται προσωρινά για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους, εφόσον π.χ. εύλογα πιστεύεται ότι θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία του καταζητουμένου. Η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης γίνεται μόλις παύσουν να υφίστανται οι λόγοι αυτοί. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμέσως σχετικά τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και συμφωνεί νέα ημερομηνία παράδοσης. Στην περίπτωση αυτή, η παράδοση διενεργείται εντός δέκα ημερών μετά τη συμφωνηθείσα νέα ημερομηνία.

5.   Αμέσως μετά την παρέλευση των προθεσμιών των ανωτέρω παραγράφων 2 έως 4, εάν το πρόσωπο εξακολουθεί να κρατείται, απολύεται.

Άρθρο 27

Αναβολή της παράδοσης ή παράδοση υπό όρους

1.   Η δικαστική αρχή εκτέλεσης δύναται, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, να αναβάλει την παράδοση του καταζητουμένου ούτως ώστε να μπορέσει να διωχθεί στο κράτος εκτέλεσης ή, εάν έχει ήδη καταδικασθεί, να μπορέσει να εκτίσει στο έδαφος του κράτους αυτού καταγνωσθείσα ποινή για πράξη διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στο ένταλμα σύλληψης.

2.   Αντί να αναβάλει την παράδοση, η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να παραδώσει προσωρινά τον καταζητούμενο στο κράτος έκδοσης του εντάλματος υπό όρους που καθορίζονται με κοινή συμφωνία μεταξύ της δικαστικής αρχής εκτέλεσης και της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος. Η συμφωνία είναι γραπτή και όλες οι αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος υποχρεούνται να τηρούν τους όρους.

Άρθρο 28

Διέλευση

1.   Κάθε κράτος επιτρέπει τη διέλευση από το έδαφός του καταζητουμένου που παραδίδεται, εφόσον έχει λάβει πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

την ταυτότητα και την ιθαγένεια του προσώπου το οποίο αφορά το ένταλμα σύλληψης·

β)

την ύπαρξη εντάλματος σύλληψης·

γ)

τη φύση και τον νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης·

δ)

την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών της αξιόποινης πράξης, συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας και του τόπου τέλεσης.

Το κράτος, εκ μέρους του οποίου έχει γίνει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2, σύμφωνα με την οποία οι υπήκοοι δεν θα παραδίδονται ή ότι η παράδοση θα επιτρέπεται μόνον υπό ορισμένους ειδικούς όρους, μπορεί, υπό τους ίδιους όρους, να αρνηθεί τη διέλευση των υπηκόων του από το έδαφός του, ή να υποβάλει τη διέλευση στους ίδιους όρους.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη γνωστοποιούν αμοιβαία την αρμόδια αρχή τους για την παραλαβή των αιτήσεων διέλευσης και των απαραίτητων δικαιολογητικών καθώς και οποιασδήποτε άλλης επίσημης αλληλογραφίας σχετικής με αιτήσεις διέλευσης.

3.   Η αίτηση διέλευσης καθώς και οι πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 μπορούν να απευθύνονται στην αρχή που έχει ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 με κάθε μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως. Το κράτος διέλευσης γνωστοποιεί την απόφασή του με τον ίδιο τρόπο.

4.   Η παρούσα συμφωνία δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση αεροπορικής μεταφοράς χωρίς προβλεπόμενη ενδιάμεση στάση. Ωστόσο, εάν συμβεί έκτακτη προσγείωση, το κράτος έκδοσης του εντάλματος παρέχει στην αρχή που έχει ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 πληροφορίες.

5.   Όταν η διέλευση αφορά πρόσωπο το οποίο πρέπει να εκδοθεί από τρίτη χώρα σε κράτος, το παρόν άρθρο εφαρμόζεται κατ’ αναλογία. Ειδικότερα, οι όροι «ένταλμα σύλληψης», όπως ορίζεται από την παρούσα συμφωνία θεωρούνται ότι αντικαθίστανται από τους όρους «αίτηση έκδοσης».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ

Άρθρο 29

Αφαίρεση του χρονικού διαστήματος κρατήσεως στο κράτος εκτέλεσης

1.   Το κράτος έκδοσης του εντάλματος αφαιρεί όλα τα τυχόν διαστήματα κράτησης που απορρέουν από την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης από το συνολικό διάστημα κράτησης στο κράτος έκδοσης του εντάλματος λόγω καταδίκης σε στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας.

2.   Προς τον σκοπό αυτό, όλες οι πληροφορίες σχετικά με τη διάρκεια της κράτησης του καταζητούμενου στο πλαίσιο της εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης διαβιβάζονται από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης ή την κεντρική αρχή που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 10 στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος κατά τη στιγμή της παράδοσης.

Άρθρο 30

Ενδεχόμενη δίωξη για άλλες αξιόποινες πράξεις

1.   Η Νορβηγία και η Ισλανδία, αφενός, και η Ευρωπαϊκή Ένωση, εκ μέρους των κρατών μελών της, αφετέρου, δύνανται να κοινοποιούν αμοιβαία ότι, για τις σχέσεις κρατών με άλλα κράτη που έχουν προβεί στην ίδια κοινοποίηση, τεκμαίρεται η συγκατάθεση για τη δίωξη, καταδίκη ή κράτηση ενός προσώπου προς έκτιση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας, για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του, πέραν εκείνης για την οποία παραδόθηκε, εκτός εάν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η δικαστική αρχή εκτέλεσης ορίσει άλλως στην απόφασή της για την παράδοση.

2.   Με εξαίρεση τις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 3, πρόσωπο το οποίο παραδόθηκε δεν διώκεται, καταδικάζεται ή άλλως πως στερείται της ελευθερίας του για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του πλην εκείνης για την οποία παραδόθηκε.

3.   Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν ο παραδοθείς, μολονότι είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους στο οποίο παραδόθηκε, δεν το έπραξε εντός 45 ημερών από την οριστική απαλλαγή του ή επέστρεψε σε αυτό αφού το είχε εγκαταλείψει·

β)

η αξιόποινη πράξη δεν τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας·

γ)

η ποινική διαδικασία δεν συνεπάγεται την εφαρμογή μέτρου περιοριστικού της ελευθερίας του προσώπου·

δ)

όταν στον παραδοθέντα ενδέχεται να επιβληθεί ποινή ή μέτρο που δεν συνεπάγονται στέρηση της ελευθερίας, ιδίως χρηματική ποινή ή υποκατάστατο μέτρο, ακόμη και εάν αυτή ή ποινή ή το μέτρο ενδέχεται να περιορίζει την ατομική του ελευθερία·

ε)

όταν ο συλληφθείς συγκατατέθηκε να παραδοθεί, ενδεχομένως συγχρόνως με την παραίτηση από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 16·

στ)

όταν ο συλληφθείς μετά την παράδοσή του παραιτήθηκε ρητά από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας όσον αφορά συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις προγενέστερες της παράδοσής του. Η παραίτηση γίνεται ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών του κράτους έκδοσης του εντάλματος και καταχωρείται στα πρακτικά σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του εν λόγω κράτους. Διατυπώνεται κατά τρόπο που να προκύπτει ότι το έπραξε εκουσίως και έχοντας πλήρη επίγνωση των σχετικών συνεπειών. Προς τούτο, έχει το δικαίωμα να επικουρείται από νομικό παραστάτη·

ζ)

οσάκις η δικαστική αρχή εκτέλεσης που παρέδωσε τον συλληφθέντα δίδει τη σχετική συγκατάθεσή της σύμφωνα με την παράγραφο 4.

4.   Η αίτηση συγκατάθεσης υποβάλλεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης και συνοδεύεται από τις πληροφορίες που αριθμούνται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 και από τη μετάφραση που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2. Δίδεται συγκατάθεση όταν για την αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται χωρεί επίσης παράδοση σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης αρνείται τη συγκατάθεσή της για τους λόγους του άρθρου 4 και μπορεί πέραν αυτού να την αρνηθεί μόνο για τους λόγους του άρθρου 5, ή του άρθρου 6 παράγραφος 2, και του άρθρου 7 παράγραφος 2. Η απόφαση λαμβάνεται το αργότερο 30 μέρες μετά την παραλαβή της αίτησης. Για τις περιπτώσεις του άρθρου 8 το κράτος έκδοσης του εντάλματος πρέπει να παρέχει τις εγγυήσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο.

Άρθρο 31

Παράδοση ή μεταγενέστερη έκδοση

1.   Η Νορβηγία και η Ισλανδία, αφενός, και η Ευρωπαϊκή Ένωση, εκ μέρους των κρατών μελών της, αφετέρου, μπορούν να δηλώσουν ότι η συγκατάθεση για την παράδοση ενός προσώπου σε κράτος, διάφορο του κράτους εκτέλεσης, βάσει εντάλματος σύλληψης για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα προ της παραδόσεώς του τεκμαίρεται ότι έχει δοθεί εκτός εάν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η δικαστική αρχή εκτέλεσης ορίσει άλλως στην περί παραδόσεως απόφασή της.

2.   Πάντως, πρόσωπο το οποίο παραδόθηκε στο κράτος έκδοσης του εντάλματος κατ’ εκτέλεση εντάλματος σύλληψης είναι δυνατόν, χωρίς τη συγκατάθεση του κράτους εκτέλεσης, να παραδοθεί σε άλλο κράτος εκτός του κράτους εκτέλεσης βάσει εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος για αξιόποινη πράξη προγενέστερη της παράδοσής του στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν ο καταζητούμενος, μολονότι είχε την ευκαιρία να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους στο οποίο παραδόθηκε, δεν το έπραξε εντός 45 ημερών από την οριστική απαλλαγή του ή επέστρεψε σε αυτό αφού το είχε εγκαταλείψει·

β)

όταν ο καταζητούμενος συγκατατίθεται να παραδοθεί σε κράτος διαφορετικό από το κράτος εκτέλεσης βάσει εντάλματος σύλληψης. Η συγκατάθεση παρέχεται ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών του κράτους έκδοσης του εντάλματος και καταχωρείται στα πρακτικά σύμφωνα με το εσωτερικό εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους. Διατυπώνεται κατά τρόπον που να προκύπτει ότι το έπραξε εκουσίως και έχοντας πλήρη επίγνωση των σχετικών συνεπειών. Προς τούτο, ο καταζητούμενος έχει το δικαίωμα να επικουρείται από νομικό παραστάτη·

γ)

όταν ο καταζητούμενος δεν απολαύει του ευεργετήματος του κανόνα της ειδικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 3 στοιχεία α), ε), στ) και ζ).

3.   Η δικαστική αρχή εκτέλεσης συγκατατίθεται για την παράδοση σε άλλο κράτος σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες.

α)

η αίτηση συγκατάθεσης υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 12, συνοδευόμενη από τις πληροφορίες του άρθρου 11 παράγραφος 1 και από τη μετάφραση που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2·

β)

δίδεται συγκατάθεση όταν η αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται επιδέχεται επίσης παράδοση σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας·

γ)

η απόφαση λαμβάνεται 30 ημέρες το αργότερο από την παραλαβή της αίτησης·

δ)

η δικαστική αρχή εκτέλεσης αρνείται τη συγκατάθεσή της για τους λόγους του άρθρου 4 και μπορεί πέραν αυτού να την αρνηθεί μόνο για τους λόγους του άρθρου 5 ή του άρθρου 6 παράγραφος 2, και του άρθρου 7 παράγραφος 2.

Για τις περιπτώσεις του άρθρου 8, το κράτος έκδοσης του εντάλματος πρέπει να παρέχει τις εγγυήσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο.

4.   Παρά την παράγραφο 1, πρόσωπο το οποίο έχει παραδοθεί βάσει εντάλματος σύλληψης δεν εκδίδεται σε τρίτο κράτος χωρίς τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του κράτους που το παρέδωσε. Η συγκατάθεση δίδεται σύμφωνα με τις συμβάσεις που δεσμεύουν το εν λόγω κράτος, καθώς και σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.

Άρθρο 32

Παράδοση περιουσιακών στοιχείων

1.   Κατόπιν αιτήσεως της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος ή εξ ιδίας πρωτοβουλίας, η δικαστική αρχή εκτέλεσης, προβαίνει σε κατάσχεση και παράδοση, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο, των περιουσιακών στοιχείων:

α)

τα οποία δύνανται να χρησιμεύσουν ως πειστήρια· ή

β)

τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του καταζητούμενου ως αποτέλεσμα της αξιόποινης πράξης.

2.   Η παράδοση των περιουσιακών στοιχείων της παραγράφου 1 πραγματοποιείται ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατόν να εκτελεστεί το ένταλμα σύλληψης λόγω θανάτου ή αποδράσεως του καταζητούμενου.

3.   Όταν τα περιουσιακά στοιχεία της παραγράφου 1 υπόκεινται σε κατάσχεση ή δήμευση στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, το τελευταίο δύναται, εάν αυτά χρειάζονται για τη διεξαγωγή εκκρεμούσας ποινικής διαδικασίας, να τα κρατήσει προσωρινώς ή να τα παραδώσει στο κράτος έκδοσης του εντάλματος με την επιφύλαξη επιστροφής.

4.   Διατηρούνται τα δικαιώματα τα οποία το κράτος εκτέλεσης ή τρίτα μέρη αποκτούν ενδεχομένως επί των αντικειμένων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Εφόσον υφίστανται τέτοια δικαιώματα, το κράτος έκδοσης του εντάλματος αποδίδει τα αντικείμενα στο κράτος εκτέλεσης χωρίς οικονομική επιβάρυνση, μόλις περατωθεί η ποινική διαδικασία.

Άρθρο 33

Έξοδα

1.   Οι δαπάνες επί του εδάφους του κράτους εκτέλεσης, που προκαλούνται από την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, βαρύνουν το εν λόγω κράτος.

2.   Οποιαδήποτε άλλη δαπάνη βαρύνει το κράτος έκδοσης του εντάλματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 34

Σχέση με άλλες νομικές πράξεις

1.   Με την επιφύλαξη της εφαρμογής τους στις σχέσεις μεταξύ κρατών και τρίτων κρατών, η παρούσα συμφωνία αντικαθιστά, από την έναρξη ισχύος της, τις αντίστοιχες διατάξεις των ακόλουθων συμβάσεων που ισχύουν όσον αφορά την έκδοση στις σχέσεις μεταξύ Νορβηγίας και Ισλανδίας αφενός, και των κρατών μελών αφετέρου:

α)

ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, πρόσθετο πρωτόκολλο της l15ης Οκτωβρίου 1975, δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της 17ης Μαρτίου 1978 και ευρωπαϊκή σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας της 27ης Ιανουαρίου 1977, κατά το μέτρο που αφορά την έκδοση, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο του 2003 μόλις αρχίσει να ισχύει·

β)

τίτλος III κεφάλαιο 4 της σύμβασης της 19ης Ιουνίου 1990 για την εφαρμογή της συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα·

γ)

οι σχετικές με το Σένγκεν διατάξεις του 1995 και η σύμβαση της ΕΕ περί εκδόσεως του 1996 κατά τον βαθμό που είναι σε ισχύ.

2.   Τα κράτη μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που ισχύουν κατά την σύναψη της παρούσας συμφωνίας, κατά τον βαθμό που επιτρέπουν την εμβάθυνση ή διεύρυνση των στόχων της και συμβάλλουν στην περαιτέρω απλούστευση και διευκόλυνση των διαδικασιών παράδοσης προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία αυτές τις συμφωνίες ή τους διακανονισμούς.

3.   Τα κράτη μπορούν να συνάπτουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, κατά τον βαθμό που επιτρέπουν την εμβάθυνση ή διεύρυνση του περιεχομένου της και συμβάλλουν στην περαιτέρω απλούστευση και διευκόλυνση των διαδικασιών παράδοσης προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, ιδίως συντέμνοντας τις προθεσμίες του άρθρου 20, επεκτείνοντας τον κατάλογο των αξιόποινων πράξεων που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 συρρικνώνοντας τους λόγους άρνησης που προβλέπονται στα άρθρα 4 και 5 ή μειώνοντας το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 3 παράγραφος 4.

Οι συμφωνίες και οι διακανονισμοί του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου δεν θίγουν επ’ ουδενί τις σχέσεις με κράτη τα οποία δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη τους.

Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν επίσης αμοιβαία κάθε νέα συμφωνία ή διακανονισμό, όπως προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, εντός τριμήνου από την υπογραφή τους.

4.   Κατά τον βαθμό που οι συμβάσεις ή οι συμφωνίες της παραγράφου 1 εφαρμόζονται σε εδάφη των κρατών, ή σε εδάφη για τις εξωτερικές σχέσεις των οποίων υπεύθυνο είναι ένα κράτος στο οποίο η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν εφαρμόζεται, οι εν λόγω συμβάσεις ή συμφωνίες εξακολουθούν να διέπουν τις υφιστάμενες σχέσεις μεταξύ των εδαφών αυτών και των άλλων κρατών.

Άρθρο 35

Μεταβατική διάταξη

1.   Οι αιτήσεις εκδόσεως που παραλαμβάνονται πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας θα εξακολουθήσουν να διέπονται από τα υφιστάμενα νομικά κείμενα σχετικά με την έκδοση. Αιτήσεις που λαμβάνονται μετά την ημερομηνία αυτή θα διέπονται από την παρούσα συμφωνία.

2.   Η Νορβηγία και η Ισλανδία αφενός, και η Ευρωπαϊκή Ένωση εκ μέρους των κρατών μελών της, αφετέρου, μπορούν, κατά την κοινοποίηση του άρθρου 38 παράγραφος 1, να υποβάλουν δήλωση σύμφωνα με την οποία το κράτος ως κράτος εκτέλεσης θα συνεχίζει να εφαρμόζει το σύστημα έκδοσης που εφαρμόζεται πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας σε σχέση με πράξεις που διαπράχθηκαν πριν από συγκεκριμένη ημερομηνία την οποία προσδιορίζει. Η εν λόγω ημερομηνία δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας. Η εν λόγω δήλωση μπορεί να αποσυρθεί οποτεδήποτε.

Άρθρο 36

Επίλυση διαφορών

Ένα συμβαλλόμενο μέρος δύναται να υποβάλλει οποιαδήποτε διαφωνία μεταξύ της Ισλανδίας ή της Νορβηγίας και ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, σε συνεδρίαση των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ισλανδίας και της Νορβηγίας, προς επίλυσή της εντός έξι μηνών.

Άρθρο 37

Νομολογία

Για να επιτευχθεί ο στόχος της κατά το δυνατόν ομοιόμορφης εφαρμογής και ερμηνείας των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη παρακολουθούν διαρκώς την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και την εξέλιξη της νομολογίας των αρμόδιων δικαστηρίων της Ισλανδίας και της Νορβηγίας που αφορά αυτές τις διατάξεις καθώς και τις διατάξεις παρόμοιων πράξεων σχετικά με την παράδοση. Προς τούτο, δημιουργείται μηχανισμός για την τακτική ανταλλαγή των σχετικών δικαστικών αποφάσεων.

Άρθρο 38

Κοινοποιήσεις, δηλώσεις, έναρξη ισχύος

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη ενημερώνονται αμοιβαίως για την ολοκλήρωση των διαδικασιών που απαιτούνται προκειμένου να δηλώσουν ότι συμφωνούν να δεσμευτούν από την παρούσα συμφωνία.

2.   Προβαίνοντας στην κατά την παράγραφο 1 γνωστοποίηση τα συμβαλλόμενα μέρη προβαίνουν σε οποιαδήποτε από τις κοινοποιήσεις ή δηλώσεις του άρθρου 5 παράγραφος 2, του άρθρου 9 παράγραφος 3, του άρθρου 28 παράγραφος 2, και του άρθρου 34 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας και μπορούν να προβούν σε οποιαδήποτε από τις κοινοποιήσεις ή δηλώσεις του άρθρου 3 παράγραφος 4, του άρθρου 6 παράγραφος 2, του άρθρου 7 παράγραφος 2, του άρθρου 10 παράγραφος 1, του άρθρου 11 παράγραφος 2, του άρθρου 16 παράγραφος 4, του άρθρου 20 παράγραφος 5, του άρθρου 30 παράγραφος 1, του άρθρου 31 παράγραφος 1, και του άρθρου 35 παράγραφος 2, της παρούσας συμφωνίας. Οι δηλώσεις ή κοινοποιήσεις του άρθρου 3 παράγραφος 4, του άρθρου 10 παράγραφος 1, και του άρθρου 11 παράγραφος 2, μπορούν να γίνουν ανά πάσα στιγμή. Οι δηλώσεις ή κοινοποιήσεις του άρθρου 9 παράγραφος 3, και του άρθρου 28 παράγραφος 2, μπορούν να τροποποιηθούν, οι δηλώσεις δε του άρθρου 5 παράγραφος 2, του άρθρου 6 παράγραφος 2, του άρθρου 7 παράγραφος 2, του άρθρου 10 παράγραφος 1, του άρθρου 16 παράγραφος 4, του άρθρου 20 παράγραφος 5, του άρθρου 34 παράγραφος 2, και του άρθρου 35 παράγραφος 2, μπορούν να αποσυρθούν ανά πάσα στιγμή.

3.   Όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση προβαίνει στις εν λόγω δηλώσεις ή κοινοποιήσεις, προσδιορίζει το κράτος μέλος της στο οποίο εφαρμόζονται.

4.   Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του τρίτου μήνα που ακολουθεί την ημέρα που ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαπιστώσει ότι πληρούνται όλες οι τυπικές απαιτήσεις σχετικά με τη διατύπωση της συναίνεσης εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών στην παρούσα συμφωνία.

Άρθρο 39

Προσχώρηση

Η προσχώρηση νέων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις βάσει της παρούσας συμφωνίας μεταξύ των εν λόγω νέων κρατών μελών και της Ισλανδίας και της Νορβηγίας.

Άρθρο 40

Κοινή επανεξέταση

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να προβούν σε κοινή επανεξέταση της παρούσας συμφωνίας το αργότερο πέντε έτη από τη θέση της σε ισχύ, και ιδιαίτερα των δηλώσεων που υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 2, του άρθρου 6 παράγραφος 2, του άρθρου 7 παράγραφος 2, και του άρθρου 20 παράγραφος 5 της παρούσας συμφωνίας. Στην περίπτωση που οι δηλώσεις του άρθρου 7 παράγραφος 3 δεν ανανεωθούν, λήγουν πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας. Η επανεξέταση αφορά ιδίως την πρακτική εφαρμογή, την ερμηνεία και την ανάπτυξη της παρούσας συμφωνίας και μπορεί να καλύπτει και θέματα όπως οι συνέπειες της περαιτέρω ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με το αντικείμενο της παρούσας συμφωνίας.

Άρθρο 41

Καταγγελία

1.   Την παρούσα συμφωνία δύνανται να καταγγείλουν τα συμβαλλόμενα μέρη. Εάν την καταγγείλει μόνο η Ισλανδία ή μόνο η Νορβηγία, η παρούσα συμφωνία παραμένει σε ισχύ μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του συμβαλλομένου μέρους που δεν την έχει καταγγείλει.

2.   Η καταγγελία της παρούσας συμφωνίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 παράγει αποτελέσματα έξι μήνες μετά την κατάθεση της κοινοποίησης της καταγγελίας. Οι διαδικασίες για την ικανοποίηση των αιτήσεων παράδοσης που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία αυτή ολοκληρώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας.

Άρθρο 42

Θεματοφύλακας

1.   Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτελεί χρέη θεματοφύλακα της παρούσας συμφωνίας.

2.   Ο θεματοφύλακας δημοσιοποιεί κάθε κοινοποίηση ή δήλωση που γίνεται αναφορικά με την παρούσα συμφωνία.

Έγινε στη Βιέννη, στις 28 Ιουνίου 2006, σε ένα μοναδικό αντίτυπο στην ισλανδική, νορβηγική, τσεχική, δανική, ολλανδική, γερμανική, αγγλική, εσθονική, γαλλική, φινλανδική, ελληνική, ουγγρική, ιρλανδική, ιταλική, λεττονική, λιθουανική, μαλτέζικη, πολωνική, πορτογαλική, σλοβακική, σλοβενική, ισπανική και σουηδική γλώσσα, όλα δε τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.

Fyrir hönd Evrópusambandsins

For Den europeiske union

Por la Unión Europea

Za Evropskou unii

For den Europæiske Union

Für die Europäische Union

Euroopa Liidu nimel

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση

For the European Union

Pour l'Union européenne

Thar ceann an Aontais Eorpaigh

Per l'Unione europea

Eiropas Savienības vārdā

Europos Sąjungos vardu

Az Európai Unió részéről

Għall-Unjoni Ewropea

Voor de Europese Unie

W imieniu Unii Europejskiej

Pela União Europeia

Za Európsku úniu

Za Evropsko unijo

Euroopan unionin puolesta

På Europeiska unionens vägnar

Image

Fyrir hönd lýðveldisins Íslands

For Republikken Island

Por la República de Islandia

Za Islandskou republiku

For Republikken Island

Für die Republik Island

Islandi Vabariigi nimel

Για τη Δημοκρατία της Ισλανδίας

For the Republic of Iceland

Pour la République d'Islande

Thar ceann Phoblacht na hÍoslainne

Per la Repubblica d'Islanda

Islandes Republikas vārdā

Islandijos Respublikos vardu

Az Izlandi Köztársaság részéről

Ghar-Repubblika ta' l-Iżlanda

Voor de Republiek Ijsland

W imieniu Republiki Islandii

Pela República da Islândia

Za Islandskú republiku

Za Republiko Islandijo

Islannin tasavallan puolesta

På Republiken Islands vägnar

Image

Fyrir hönd Konungsríkisins Noregs

For Kongeriket Norge

Por el Reino de Noruega

Za Norské královstvi

For Kongeriget Norge

Für das Königreich Norwegen

Norra Kuningriigi nimel

Για το Βασίλειο της Νορβηγίας

For the Kingdom of Norway

Pour le Royaume de Norvège

Thar ceann Ríocht na hIorua

Per il Regno di Norvegia

Norvēģijas Karalistes vārdā

Norvegijos Karalystės vardu

A Norvég Királyság részéről

Ghar-Renju tan-Norveġja

Voor het Koninkrijk Noorwegen

W imieniu Królestwa Norwegii

Pelo Reino da Noruega

Za Nórske kráľovstvo

Za Kraljevino Norveško

Norjan kuningaskunnan puolesta

På Konungariket Norges vägnar

Image

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Image

Image

Image

Image

Δήλωση των συμβαλλομένων μερών στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας για τη διαδικασία παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ισλανδίας και Νορβηγίας:

«Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να διαβουλεύονται, κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο, όποτε η Δημοκρατία της Ισλανδίας ή το Βασίλειο της Νορβηγίας ή ένα εκ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης το κρίνει σκόπιμο, ώστε η παρούσα συμφωνία να μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τον αποτελεσματικότερο τρόπο και με σκοπό να αποφεύγονται τυχόν διαφωνίες όσον αφορά την πρακτική εφαρμογή και ερμηνεία της παρούσας συμφωνίας. Η εν λόγω διαβούλευση οργανώνεται με τον πλέον πρόσφορο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη τις υπάρχουσες δομές συνεργασίας»

Δήλωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

«Η Ευρωπαϊκή Ένωση δηλώνει ότι η δυνατότητα, σύμφωνα με τη δεύτερη φράση του άρθρου 9 παράγραφος 2, να ορίζεται ο υπουργός Δικαιοσύνης ως αρμόδια αρχή για την εκτέλεση ενός εντάλματος σύλληψης θα χρησιμοποιείται μόνο από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Δανίας, τη Δημοκρατία της Σλοβακίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δηλώνει ότι τα κράτη μέλη θα εφαρμόζουν το άρθρο 20 παράγραφοι 3 και 4, σύμφωνα με τους εθνικούς τους κανόνες για παρόμοιες περιπτώσεις»