25.3.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 88/16


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 13ης Μαΐου 2003

σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία χορήγησε η Γερμανία υπέρ της Kahla Porzellan GmbH και της Kahla/Thüringen Porzellan GmbH

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό E(2003) 1520]

(Το κείμενο στη γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2006/239/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ -

Έχοντας υπόψη:

τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και ιδίως το άρθρο 62, παράγραφος 1, στοιχείο α),

αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους (1) σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα και αφού έλαβε υπόψη τις εν λόγω παρατηρήσεις,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Στις 16 Νοεμβρίου 1998 και στις 24 Μαρτίου 1999 η Επιτροπή έλαβε καταγγελίες από ανταγωνιστές, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας χορήγησε καταχρηστικώς κρατικές ενισχύσεις προς την εταιρεία Kahla Porzellan GmbH (Kahla I) και την Kahla/Thüringen Porzellan GmbH.(Kahla II), που εδρεύουν αμφότερες στη Θουριγγία της Γερμανίας.

(2)

Μετά από εκτενή αλληλογραφία και πολυάριθμες συναντήσεις με εκπροσώπους των γερμανικών αρχών η Επιτροπή κίνησε στις 15 Νοεμβρίου 2000 την επίσημη διαδικασία έρευνας για τις ad-hoc ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στις εν λόγω επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα κάλεσε τη Γερμανία να υποβάλει πλήρη στοιχεία που θα επέτρεπαν στην Επιτροπή να αποφανθεί κατά πόσον ορισμένες ενισχύσεις ήταν σύμφωνες με τους όρους των εγκεκριμένων καθεστώτων ενισχύσεων βάσει των οποίων υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν.

(3)

Η απόφαση της Επιτροπής για την κίνηση της διαδικασίας δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων  (2). Η Επιτροπή κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την εν λόγω ενίσχυση. Στις 31 Ιουλίου 2001 η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από την Kahla II, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στις γερμανικές αρχές με επιστολή της 7ης Αυγούστου 2001.

(4)

Στις 26 Μαρτίου 2001 οι γερμανικές αρχές απάντησαν στην εντολή παροχής πληροφοριών, υπέβαλαν στοιχεία σχετικά με τις ενισχύσεις και ενημέρωσαν την Επιτροπή για τη χορήγηση και άλλων ενισχύσεων προς την επιχείρηση, οι οποίες δεν είχαν κοινοποιηθεί προηγουμένως. Η Επιτροπή ζήτησε στις 28 Μαΐου 2001 συμπληρωματικές πληροφορίες, τις οποίες έλαβε στις 31 Ιουνίου 2001. Πρόσθετες συμπληρωματικές πληροφορίες δόθηκαν στις 9 Αυγούστου 2001.

(5)

Με επιστολή της 30ης Νοεμβρίου 2001 η Επιτροπή κοινοποίησε στη Γερμανία την απόφασή της να επεκτείνει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις που δεν είναι σύμφωνες με τα εγκεκριμένα καθεστώτα ενισχύσεων βάσει των οποίων υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν, καθώς και στις ενισχύσεις που δεν είχαν κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Επιτροπή.

(6)

Στις 10 Δεκεμβρίου 2001 η υπόθεση συζητήθηκε διεξοδικά με εκπροσώπους των γερμανικών αρχών και της επιχείρησης.

(7)

Η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την επέκταση της διαδικασίας δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων  (3). Η Επιτροπή κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την εν λόγω ενίσχυση. Η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από τον αποδέκτη της ενίσχυσης (Kahla II). Οι εν λόγω παρατηρήσεις κοινοποιήθηκαν με επιστολή της 6ης Μαρτίου 2002 στις γερμανικές αρχές, στις οποίες δόθηκε η δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις τους.

(8)

Στις 30 Ιανουαρίου η Γερμανία απάντησε στην απόφαση της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας, αποστέλλοντας διεξοδικές πληροφορίες. Με επιστολή της 30ης Απριλίου 2002 η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες, τις οποίες οι γερμανικές αρχές έδωσαν με την απαντητική επιστολή τους της 29ης Μαΐου 2002, η οποία παρελήφθη την ίδια ημέρα.

(9)

Με επιστολή της 28ης Φεβρουαρίου 2002 η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από την Kahla II, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στις γερμανικές αρχές με επιστολή της 6ης Μαρτίου 2002. Στις 18 Μαρτίου 2002 έγινε νέα καταγγελία ότι η Kahla II έλαβε και άλλες ενισχύσεις. Η εν λόγω καταγγελία κοινοποιήθηκε στις γερμανικές αρχές με επιστολή της 30ης Απριλίου 2002. Η απάντηση της Γερμανίας παρελήφθη στις 29 Μαΐου 2002.

(10)

Στις 24 Ιουλίου 2002 η υπόθεση συζητήθηκε εκ νέου με εκπροσώπους των γερμανικών αρχών. Μετά τη συνάντηση αυτή η Γερμανία υπέβαλε πρόσθετες διευκρινίσεις στις 7 Αυγούστου 2002. Στις 30 Ιουλίου 2002 η Kahla II συνέχισε να επιμένει στα προηγούμενα επιχειρήματά της. Με επιστολή της 1ης Οκτωβρίου 2002, που παρελήφθη την ίδια ημέρα, οι γερμανικές αρχές υπέβαλαν συμπληρωματικές παρατηρήσεις.

II.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

A.   Η επιχείρηση

(11)

Η Kahla II είναι η διάδοχη επιχείρηση της Kahla I. Και οι δύο επιχειρήσεις παράγουν πορσελάνινα και κεραμικά οικιακά σκεύη και εδρεύουν σε περιφέρεια επιλέξιμη για ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο α) της Συνθήκης ΕΚ.

(12)

Σύμφωνα με το γερμανικό διάταγμα για τη μετατροπή κρατικών βιομηχανικών συγκροτημάτων, επιχειρήσεων και οργανισμών σε κεφαλαιουχικές εταιρείες (UmwandVO) η εταιρεία VEB Vereinigte Porzellanwerke Kahla μετατράπηκε την 1η Μαρτίου 1990 σε δύο εταιρείες περιορισμένης ευθύνης. Μία από τις εταιρείες αυτές ήταν η KAHLA I. Στις 23 Απριλίου 1991 η Kahla I ιδιωτικοποιήθηκε από την Treuhandanstalt (THA) με πώληση στον κ. Hoffmann (75,1 % του ονομαστικού κεφαλαίου) και στον κ. Ueing (24,9 % του ονομαστικού κεφαλαίου), έναντι 2 DEM. Η κατακύρωση της ιδιωτικοποίησης έγινε στους μοναδικούς που υπέβαλαν προσφορά, αφού η THA δημοσίευσε την προκήρυξη της προτιθέμενης πώλησης στον κατάλογο των επιχειρήσεων που προσφέρονταν για πώληση (Hoppenstedt) και απευθύνθηκε σε συνδέσμους της κεραμικής βιομηχανίας και σε εμπορικά επιμελητήρια. Η εκκαθάριση της επιχείρησης θα κόστιζε περισσότερο στην THA σύμφωνα με δηλώσεις της Γερμανίας. Η σύμβαση ιδιωτικοποίησης τέθηκε σε ισχύ την 11η Δεκεμβρίου 1992 σύμφωνα με στοιχεία της Γερμανίας.

(13)

Τα στοιχεία της επιχείρησης που ακολουθούν υποβλήθηκαν από τη Γερμανία (κύκλος εργασιών και αποτέλεσμα εκμετάλλευσης σε εκατ. DEM):

Πίνακας 1

 

1991

1992

1993

Εργαζόμενοι

1 561

827

696

Κύκλος εργασιών

25,4

29,3

27,9

Αποτέλεσμα εκμετάλλευσης

-29,5

-25,8

-13,4

(14)

Στις 9 Αυγούστου 1993 η επιχείρηση κήρυξε πτώχευση και η πτωχευτική διαδικασία κινήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1993.

(15)

Σύμφωνα με στοιχεία της Γερμανίας ο σύνδικος της πτώχευσης αναζητούσε επενδυτές αμέσως μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, για την πώληση των πάγιων περιουσιακών στοιχείων. Κατά την άποψη του συνδίκου πτώχευσης η καλύτερη τιμή για τα πάγια περιουσιακά στοιχεία θα επιτυγχανόταν, αν η επιχείρηση επωλείτο ως επιχείρηση που συνέχιζε την επιχειρηματική της δραστηριότητα.

(16)

Το Νοέμβριο του 1993 συστάθηκε η Kahla II από ιδιώτη επενδυτή, τον κ. G. Raithel. Τον Ιανουάριο του 1994 ο σύνδικος της πτώχευσης πώλησε τα οικόπεδα, τα μηχανήματα, τις εγκαταστάσεις και τα αποθέματα της πτωχεύσασας εταιρείας Kahla I στον κ. G. Raithel. 380 εργαζόμενοι διατήρησαν τη θέση τους στη νέα επιχείρηση.

(17)

Η συνολική τιμή ανερχόταν αρχικά σε 7,391 εκατ. DEM. Η σύμβαση τροποποιήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1994, ώστε η τιμή των 2,05 εκατ. DEM για τα πάγια στοιχεία ενεργητικού, η οποία θα επιδοτείτο με 2,5 εκατ. DEM (βλέπε μέτρο 15), να καταβαλλόταν με την υπογραφή της τροποποιημένης σύμβασης. Τα νόμιμα δικαιώματα, τα εμπορικά σήματα, τα καταχωρημένα υποδείγματα χρησιμότητας και τεχνογνωσία μεταβιβάσθηκαν έναντι 1 DEM. Το πελατολόγιο και το βιβλίο παραγγελιών μεταβιβάσθηκαν δωρεάν. Η τιμή των αποθεμάτων που ανερχόταν σε 2,136 εκατ. DEM θα καταβαλλόταν σε δέκα δόσεις, που θα άρχιζαν την 1η Μαρτίου 1994. Η ακίνητη περιουσία θα επωλείτο απαλλαγμένη τελών έναντι 3,205 εκατ. DEM, καταβλητέων εντός 14 ημερών.

(18)

Δόσεις πληρώνονταν μέχρι το 1996 σύμφωνα με δηλώσεις της Γερμανίας. Ποσό 1 εκατ. DEM καταβλήθηκε τελικά το 1999, αφού ο σύνδικος της πτώχευσης ήρε το εμπράγματο βάρος από τμήμα της ακίνητης περιουσίας. Η συνολική τιμή που καταβλήθηκε τελικά ανήλθε σε 6,727 εκατ. DEM. Η μείωση της τιμής των αποθεμάτων κατά 0,664 εκατ. DEM οφειλόταν σε ζημιές που διαπιστώθηκαν μετά την πώληση σύμφωνα με στοιχεία της Γερμανίας. Οι διαθέσιμες πληροφορίες δείχνουν ότι η πώληση χρηματοδοτήθηκε κατά κύριο λόγο με κρατικές ενισχύσεις. Τα ίδια κεφάλαια, χωρίς κανένα στοιχείο ενίσχυσης, ανέρχονταν μόνο σε 55 000 DEM.

(19)

Η THA ενέκρινε την πώληση της ακίνητης περιουσίας στις 18 Ιουλίου 1994 (4) και η διάδοχός της, η Bundesanstalt für vereinigungsbedingte Sonderaufgaben (BvS), στις 19 Οκτωβρίου 1995.

(20)

Η σύμβαση πώλησης προέβλεπε ακόμη ότι η κρατική Thüringer Industriebeteiligungs GmbH & Co. KG («TIB»), μια κρατική επιχείρηση που συστάθηκε από το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας και ελέγχεται από ένα ίδρυμά του, θα αποκτούσε το 49 % των μετοχών της Kahla II. Αυτό έγινε στις 5 Μαρτίου 1994.

(21)

Η Γερμανία υπέβαλε τα ακόλουθα στοιχεία για την επιχειρηματική δραστηριότητα της επιχείρησης (κύκλος εργασιών και αποτέλεσμα εκμετάλλευσης σε εκατ. DEM):

Πίνακας 2

 

1994

1995

1996

1997

1998

1999

2000

Εργαζόμενοι

380

369

327

323

307

327

322

Κύκλος εργασιών

23

29

32

39

34

35,8

41,6

Αποτέλεσμα εκμετ/σης (5)

 

 

 

 

 

 

 

B.   Χρηματοδοτικά μέτρα

α)   Χρηματοδοτικά μέτρα υπέρ της Kahla I

(22)

Το δημόσιο έλαβε τα ακόλουθα χρηματοδοτικά μέτρα υπέρ της Kahla I, από την ίδρυση μέχρι την πτώχευσή της (σε εκατ. DEM):

Πίνακας 3

Μέτρα υπέρ της Kahla I

 

Ποσό

Μέτρα πριν από την ιδιωτικοποίηση

1

 

THA

Εγγύηση εξαγωγών

4,5

Μέτρα στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης

2

23.04.1991

THA

Ανάληψη παλαιών χρεών

37,7

3

23.04.1991

THA

Ανάληψη παλαιών χρεών

31,1

4

23.04.1991

THA

Εγγυήσεις

24,9

Μέτρα μετά την ιδιωτικοποίηση

5

12.1991

Ομόσπονδο κράτος

Άμεσες επιχορηγήσεις επενδύσεων

1,825

6

5.10.1992

THA

Δάνειο

4,3

7

1.12.1992

THA

Δάνειο

1,8

8

1993

THA

Έσοδα από τη ρευστοποίηση ακινήτων

5,676

9

 

Stadtsparkasse Jena

Πιστώσεις

3,9

10

1992–1995

Ομόσπονδο κράτος

Επενδυτικά κίνητρα

0,035

Σύνολο

115,736

(23)

Μέτρο 1: Εξαγωγική εγγύηση που χορηγήθηκε πριν από την ιδιωτικοποίηση και σύμφωνα με τα στοιχεία της Γερμανίας δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ.

(24)

Μέτρα 2 και 3: Ανάληψη χρεών από την THA με πιστώσεις της Dresdner Bank AG που χορηγήθηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 1990 και με δάνεια της THA που χορηγήθηκαν πριν την ιδιωτικοποίηση.

(25)

Μέτρο 4: Η Γερμανία αναφέρει ότι οι εν λόγω εγγυήσεις της THA δόθηκαν για την εξασφάλιση επενδύσεων, την κάλυψη ζημιών και των δανείων της Dresdner Bank AG. Για τις εγγυήσεις αυτές παρασχέθηκαν από την επιχείρηση διάφορες ασφάλειες, από τις οποίες η THA παραιτήθηκε μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Ως πρόσθετη ασφάλεια παρασχέθηκε στην THA το δικαίωμα να ρευστοποιήσει τα οικόπεδα που δεν χρειάζονταν άμεσα για τη λειτουργία της επιχείρησης. Η αξία των οικοπέδων αυτών εκτιμήθηκε σε 13,3 εκατ. DEM. Τα έσοδα θα χρησίμευαν για την εξόφληση των δανείων τα οποία είχε εγγυηθεί η THA. Η Γερμανία παραδέχεται ότι τα δάνεια που καλύπτονταν με τις εγγυήσεις αυτές δεν αποπληρώθηκαν ποτέ, με τη συγκατάθεση της THA. Οι εγγυήσεις αυτές, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 24,9 εκατ. DEM κατά το χρόνο της κατάπτωσής τους.

(26)

Μέτρο 5: Το Δεκέμβριο του 1991 η επιχείρηση έλαβε από το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας επενδυτικές επιχορηγήσεις ύψους 1,825 εκατ. DEM.

(27)

Μέτρο 6: Στις 5 Οκτωβρίου 1992 η THA ενέκρινε δάνειο ύψους 4,2 εκατ. DEM, προκειμένου να αποφευχθεί η αφερεγγυότητα.

(28)

Μέτρο 7: Η THA χορήγησε την 1η Δεκεμβρίου 1992 και πρόσθετο δάνειο ύψους 1,8 εκατ. DEM, προκειμένου επίσης να αποφευχθεί η αφερεγγυότητα.

(29)

Μέτρο 8: Τα έσοδα από τη ρευστοποίηση των ακινήτων της επιχείρησης που αναφέρθηκε στο μέτρο 3 ανήλθαν συνολικά σε 5,676 εκατ. DEM. 3,4 εκατ. DEM από τα συνολικά έσοδα χορηγήθηκαν στην Kahla I κατά το 1993 και δεν χρησιμοποιήθηκαν για την αποπληρωμή των δανείων που καλύπτονταν με εγγύηση της Treuhand. Η Γερμανία ισχυρίζεται ότι αναβλήθηκε μεν η καταβολή του εν λόγω ποσού στην THA, αλλά η τελευταία δεν παραιτήθηκε από την επιστροφή του, αφού το συνολικό ποσό ύψους 5,676 εκατ. DEM περιλήφθηκε στην πτωχευτική περιουσία. Συνεπώς, το ύψος των πόρων της Treuhand, τους οποίους επωφελήθηκε η επιχείρηση και δεν χρησιμοποίησε για την αποπληρωμή των δανείων, ανερχόταν συνολικά σε 5,676 εκατ. DEM. Η Γερμανία δεν αμφισβήτησε το γεγονός αυτό.

(30)

Μέτρο 9: Δύο δάνεια της Kreis- und Stadtsparkasse Jena, συνολικού ύψους 3,9 εκατ. DEM. Τα εν λόγω δάνεια, με επιτόκιο 13,25 % και 17,25 %, εξασφαλίσθηκαν με εμπράγματα βάρη ύψους 10 εκατ. DEM.

(31)

Μέτρο 10: Κατά την περίοδο 1992 έως 1995 καταβλήθηκαν επενδυτικά κίνητρα ύψους 0,035 εκατ. DEM.

(32)

Η Kahla I έλαβε από το δημόσιο χρηματοδότηση συνολικού ύψους 115,736 εκατ. DEM. Παρά την εν λόγω χρηματοδότηση, στις 29 Σεπτεμβρίου 1993 τέθηκε υπό εκκαθάριση. Η Γερμανία υποστηρίζει ότι η THA ενέγραψε στην πτωχευτική περιουσία υποχρεώσεις ύψους 41,2 εκατ. DEM. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται τα μέτρα 3, 6, 7 και 8, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων.

(33)

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1993 η THA αποφάσισε να παραιτηθεί από τη διεκδίκηση των εξασφαλίσεων που είχε παράσχει η επιχείρηση για τις εγγυήσεις που έχουν σχέση με το μέτρο 4. Στις 18 Ιουλίου 1994 η THA ή για την ακρίβεια ο διάδοχος οργανισμός, η BvS, παραιτήθηκε από τη νομικά βεβαιωμένη ανάληψη της ακίνητης περιουσίας διότι, σύμφωνα με τη Γερμανία, θα συνεπαγόταν αντισταθμιστικές παροχές προς άλλους πιστωτές και συνεπώς πρόσθετο κόστος.

β)   Χρηματοδοτικά μέτρα υπέρ της KAHLA II

(34)

Το Δημόσιο έλαβε τα ακόλουθα μέτρα υπέρ της Kahla II, από τη σύστασή της μέχρι το 1999 (σε εκατ. DEM):

Πίνακας 4

Μέτρα υπέρ της Kahla II

 

Ποσό

Μέτρα της περιόδου 1994 – 1996

11

5.4.1994

TIB

Αγορά μετοχών

1,975

12

5.4.1994

TIB

Μετοχικό δάνειο

6,0

13

25.3.1994

Ομόσπονδο κράτος

Εγγύηση δανείου, 90 % (16, 18-22)

 

14

25.3.1994

Ομόσπονδο κράτος

Εγγύηση δανείου 90 % από ιδιωτική τράπεζα, ύψους 6,5 εκατ. DEM,

5,85

15

10.5.1994

Ομόσπονδο κράτος

Επιχορήγηση σε ΜΜΕ-Εξασφάλιση επενδύσεων

2,5

16

4./5.6.1994

DtA Ενίσχυση ιδίων κεφαλαίων

Δάνειο

0,2

17

5/6.1994

ERP Ενθάρρυνση ίδρυση νέων επιχειρήσ.

Δάνειο

1,8

18

3/4.1995

ERP Προώθηση επενδύσεων

Δάνειο

2,0

19

3/4.1995

KfW Ενίσχυση ΜΜΕ

Δάνειο

1,0

20

6./26.4.1995

DtA Προστασία περιβάλλοντος

Δάνειο

1,73

21

7./26.4.1995

ERP Εξοικονόμηση ενέργειας

Δάνειο

3,45

22

3./25.4.1996

ERP Προώθηση επενδύσεων

Δάνειο 2

2,0

23

13.2.1996

Ομόσπονδο κράτος

Εγγύηση δανείου 90 % από ιδιωτική τράπεζα, ύψους 1 εκατ. DEM,

0,9

24

1994-1996/97

Ομόσπονδο κράτος

Άμεσες επενδυτικές επιχορηγήσεις

3,36

25

1994-1996

Ομόσπονδο κράτος

Επενδυτικά κίνητρα

0,838

26

1994-1996

Υπηρεσία απασχόλησης

Επιχορηγήσεις για την ενίσχυση της απασχόλησης

1,549

27

1994-1996

 

Διάφορες επιχορηγήσεις

0,492

Μέτρα μετά το 1997

28

1997-1999

Ομόσπονδο κράτος

Άμεσες επενδυτικές επιχορηγήσεις

1,67

29

1997-1999

Ομόσπονδο κράτος

Επενδυτικά κίνητρα

0,365

30

3./5.1999

Ομόσπονδο κράτος

Εγγύηση εξόφλησης 90 % δάνειο ιδιωτικής τράπεζας, ύψους 2,32 εκατ. DEM

0,042

31

1997-1999

Υπηρεσία απασχόλησης

Επιχορηγήσεις για την ενίσχυση της απασχόλησης

0,851

32

1997-1999

 

Διάφορες επιχορηγήσεις

0,352

33

1994-1999

 

Ειδική απόσβεση

0,104

Σύνολο

39,028

(35)

Μέτρο 11: Το Μάρτιο του 1994 η TIB απέκτησε έναντι 1,975 εκατ. DEM το 49 % των μετοχών της Kahla II. Στις 31 Δεκεμβρίου 1999 η TIB έπαυσε να συμμετέχει στην εν λόγω επιχείρηση και εκχώρησε τις μετοχές της στον κ. G. Raithel και στον υιό του, κ. H. Raithel, έναντι του ποσού των […] (6) DEM.

(36)

Μέτρο 12: Το Μάρτιο του 1994 η TIB χορήγησε δάνειο ύψους 6 εκατ. DEM, με δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη του δανειζόμενου. Η Γερμανία δηλώνει ότι το εν λόγω δάνειο δεν παρέχει στην TIB πρόσθετα δικαιώματα ψήφου. Τα δάνειο θα τοκιζόταν με επιτόκιο 12 % και το ύψος των τόκων περιοριζόταν στο 50 % του ετήσιου πλεονάσματος. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ότι η Kahla II άρχισε να έχει ικανοποιητικά κέρδη μόλις το 1996. Δεν συμφωνήθηκε επασφάλιστρο. Η Γερμανία υποστηρίζει ότι το δάνειο εξοφλήθηκε μαζί με τους τόκους, που ανέρχονταν σε 1,631 εκατ. DEM, στις 29 Δεκεμβρίου 1999.

(37)

Μέτρα 13 και 23: Το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας χορήγησε τον Μάρτιο του 1994 εγγύηση 90 % για επενδυτικές πιστώσεις μέχρι ύψους 13,5 εκατ. DEM. Όταν καταβλήθηκαν τελικά οι πιστώσεις, η εγγύηση του μέτρου 13 κάλυπτε τις πιστώσεις 18 έως 22. Η εγγύηση του μέτρου 23 κάλυπτε πίστωση 1 εκατ. DEM που χορήγησε ιδιωτική τράπεζα με επιτόκιο 6,1 % το Φεβρουάριο του 1996.

(38)

Μέτρο 14: Μια ακόμη εγγύηση 90 % από το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας το Μάρτιο του 1994 για πιστώσεις κεφαλαίων κίνησης ύψους 6,5 εκατ. DEM. Η πίστωση χορηγήθηκε πραγματικά το Σεπτέμβριο του 1995 από ιδιωτική τράπεζα με επιτόκιο 8,5 %. Η εν λόγω εγγύηση μειώθηκε σταδιακά και έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1999.

(39)

Για τις εγγυήσεις αυτές η επιχείρηση κατέβαλε ετήσιο τέλος 0,75 %, το οποίο μειώθηκε σε 0,5 % μετά τον Ιούνιο του 1995.

(40)

Μέτρο 15: Επιχορήγηση σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), αρχικού ύψους 2 εκατ. DEM, που ανήλθε τελικά σε 2,5 εκατ. DEM και χορηγήθηκε στις 10 Μαΐου 1994.

(41)

Μέτρο 16: Δάνειο ενίσχυσης των ιδίων κεφαλαίων («δάνειο EKH») ύψους 0,2 εκατ. DEM, που υποτίθεται ότι χορηγήθηκε στον επενδυτή κ. Raithel, τον Ιούνιο του 1994 βάσει ενός καθεστώτος ενισχύσεων (7) στο πλαίσιο της ίδρυσης της Kahla II. Σύμφωνα με το καθεστώς αυτό ο επενδυτής έπρεπε να διαθέσει στην επιχείρηση το εν λόγω ποσό με μορφή ίδιων κεφαλαίων. Σύμφωνα με τη Γερμανία το δάνειο εξοφλήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2001.

(42)

Μέτρο 17: Δάνειο ύψους 1,8 εκατ. DEM που υποτίθεται ότι χορηγήθηκε βάσει του προγράμματος ERP ενθάρρυνσης ίδρυσης νέων επιχειρήσεων (8) το Μάιο του 1994.

(43)

Μέτρο 18: Επενδυτικό δάνειο ύψους 2 εκατ. DEM που υποτίθεται ότι χορηγήθηκε βάσει του προγράμματος ERP προώθησης των επενδύσεων σε υφιστάμενες επιχειρήσεις το Μάρτιο του 1995 (9).

(44)

Μέτρο 19: Επενδυτικό δάνειο ύψους 1 εκατ. DEM, που χορηγήθηκε από την Kreditanstalt für Wiederaufbau το Μάρτιο του 1993 (10).

(45)

Μέτρο 20: Επενδυτικό δάνειο ύψους 1,73 εκατ. DEM, που χορηγήθηκε τον Απρίλιο του 1995 βάσει του προγράμματος για την προστασία του περιβάλλοντος.

(46)

Μέτρο 21: Επενδυτικό δάνειο ύψους 3,45 εκατ. DEM που υποτίθεται ότι χορηγήθηκε βάσει του προγράμματος ERP για την προστασία του περιβάλλοντος τον Απρίλιο του 1995 (11).

(47)

Λόγω της μείωσης των επιτοκίων στην αγορά, το υπόλοιπο του δανείου αναχρηματοδοτήθηκε στις 30 Μαρτίου 1998 με νέο δάνειο της Hypovereinsbank, ύψους 7,329 εκατ. DEM, στο πλαίσιο των μέτρων 18-21. Το επιτόκιο του νέου δανείου ανερχόταν σε 5,9 %, ήταν συνεπώς μεγαλύτερο του ισχύοντος επιτοκίου αναφοράς ύψους 5,49 %. Η Επιτροπή διαπιστώνει, ωστόσο, ότι από το μέτρο 13 παρασχέθηκε για το νέο αυτό δάνειο εγγύηση που κάλυπτε το 90 %.

(48)

Μέτρο 22: Επενδυτικό δάνειο ύψους 2 εκατ. DEM, που υποτίθεται ότι χορηγήθηκε βάσει του προγράμματος ERP προώθησης των επενδύσεων σε υφιστάμενες επιχειρήσεις το Μάρτιο του 1996 (12).

(49)

Μέτρο 23: Βλέπε στην παράγραφο (37).

(50)

Μέτρο 24: Τον Οκτώβριο του 1994 η Kahla II έλαβε από το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας επενδυτικές επιχορηγήσεις ύψους 3,36 εκατ. DEM για επενδύσεις κατά την περίοδο 1994 έως 1996 (13).

(51)

Μέτρο 25: Κατά την περίοδο 1994 έως 1996 η επιχείρηση έλαβε επενδυτικά κίνητρα ύψους 0,838 εκατ. DEM (14).

(52)

Μέτρο 26: Επιχορηγήσεις για την ενίσχυση της απασχόλησης ύψους 1,549 εκατ. DEM κατά την περίοδο 1994 έως 1996.

(53)

Μέτρο 27: Κατά την περίοδο 1994 έως 1996 η επιχείρηση έλαβε επιχορηγήσεις για συμμετοχή σε εκθέσεις ύψους 122 414 DEM, επιχορηγήσεις για διαφήμιση ύψους 0,03 εκατ. DEM, έρευνα και ανάπτυξη ύψους 0,318 εκατ. DEM και την ένταξη εργαζομένων ύψους 0,021 εκατ. DEM.

(54)

Μέτρο 28: Το Δεκέμβριο του 1996 εγκρίθηκαν και άλλες επενδυτικές επιχορηγήσεις ύψους 1,67 εκατ. DEM για τα έτη 1997 έως 1999.

(55)

Μέτρο 29: Η επιχείρηση έλαβε επενδυτικά κίνητρα ύψους 0,365 εκατ. DEM για τα έτη 1997 έως 1999.

(56)

Μέτρο 30: Δάνειο ύψους 2,32 εκατ. DEM χορηγήθηκε το Μάιο του 1999 από ιδιωτική τράπεζα. Το εν λόγω δάνειο εξασφαλίσθηκε επίσης με εγγύηση 90 %, η οποία χορηγήθηκε τον Μάρτιο του 1994 από το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας για επενδυτικές πιστώσεις μέχρι 13,5 εκατ. DEM (βλέπε μέτρα 13 και 23). Το εν λόγω δάνειο χορηγήθηκε με επιτόκιο 4,6 %.

(57)

Μέτρο 31: Πρόσθετες επιχορηγήσεις για την ενίσχυση της απασχόλησης ύψους 0,851 εκατ. DEM.

(58)

Μέτρο 32: Σύμφωνα με τις ετήσιες εκθέσεις πεπραγμένων η επιχείρηση έλαβε κατά την περίοδο 1997 έως 1999 επιχορηγήσεις για συμμετοχή σε εκθέσεις, για διαφήμιση και την ένταξη εργαζομένων, ύψους 342 910 DEM, καθώς και επιχορηγήσεις για δαπάνες προσωπικού που είχε σχέση με ερευνητικές και αναπτυξιακές δραστηριότητες, ύψους 8 602 DEM. Το συνολικό ποσό των επιχορηγήσεων ανήλθε, συνεπώς, σε 0,352 εκατ. DEM.

(59)

Επιπλέον, μετά την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Γερμανία δήλωσε ότι η επιχείρηση έκανε χρήση μιας διάταξης, που επιτρέπει την φθίνουσα μέθοδο απόσβεσης για τις επενδύσεις (ειδική απόσβεση). Η Γερμανία παραδέχεται ότι το εν λόγω μέτρο αποτελούσε πράγματι πλεονέκτημα για την επιχείρηση, επειδή κατ’ αυτόν τον τρόπο όχι μόνο εμφάνιζε ζημίες κατά τα πρώτα χρόνια, αλλά κατέβαλε και λιγότερους φόρους. Η απώλεια εσόδων του κράτους από τη μείωση των φόρων πρέπει επίσης να θεωρηθεί κρατικό χρηματοοικονομικό μέτρο υπέρ της Kahla II (εφεξής μέτρο 33).

Γ.   Το σχέδιο

(60)

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γερμανίας, στις 25 Μαρτίου 1994 εκπονήθηκε σχέδιο χρηματοδότησης των αναγκών της Kahla II. Οι αρχικά σχεδιαζόμενες δαπάνες μειώθηκαν ελάχιστα, κατά 2 εκατ. DEM περίπου. Λεπτομερής καταγραφή γίνεται στον Πίνακα 5, ο οποίος ελήφθη από τα στοιχεία που υπέβαλε η Γερμανία (σε εκατ. DEM):

Πίνακας 5

Δαπάνες

Σχεδιάσθηκαν

Πραγματοποιήθηκαν

(1994-1996)

Γήπεδα:

3,200

3,200

Κτίρια:

 

 

Μηχ/κός εξοπλισμός/Εγκατ/σεις

2,050

2,050

Εμπορεύματα:

2,136

1,472

Ανανέωση μηχ/κού εξοπλισμού

14,650

14,977

Άυλα περιουσιακά στοιχεία

 

 

Κεφάλαιο κίνησης:

14,854

12,709

Σύνολο

36,890

34,408

(61)

Για την κάλυψη των εν λόγω δαπανών εκπονήθηκε το Μάρτιο του 1994 σχέδιο χρηματοδότησης, το οποίο στη συνέχεια τροποποιήθηκε επανειλημμένα. Ο πίνακας 6 ελήφθη από τα στοιχεία που υπέβαλε η Γερμανία. Τα πλάγια τυπωμένα στοιχεία αναφέρονται σε ιδιωτικούς, υποτίθεται, πόρους. (σε εκατ. DEM):

Πίνακας 6

Μέτρο

Σχέδιο χρηματοδότησης

25.3.1994

26.4.1995

25.4.1996

Πραγματοποιήθηκαν

11

Αγορά μετοχών από την TIB

1,950

1,975

1,975

1,975

12

Μετοχικό δάνειο (TIB)

6,000

6,000

6,000

6,000

15

Επιχορήγηση προς ΜΜΕ

2,000

2,500

2,500

2,500

 

Δάνεια

13,500

 

 

 

18

KfW-ERP Πρόγραμμα προώθησης επενδύσεων σε υφιστάμενες επιχειρ.

 

2,000

2,000

2,000

19

KfW-Πρόγραμμα ενίσχυσης της μεσαίας τάξης

 

1,000

1,000

1,000

20

DtA-Πρόγραμμα προστασίας του περιβάλλοντος

 

1,730

1,730

1,730

21

ERP-Πρόγραμμα εξοικονόμησης ενέργειας

 

3,450

3,450

3,450

22

KfW-ERP Πρόγραμμα προώθησ. επενδύσεων σε υφιστάμενες επιχειρ.

 

 

2,000

2,000

 

Τραπεζικά δάνεια

 

5,320

3,320

1,000

(14)

Πίστωση κεφαλαίου κίνησης από τράπεζες

6,500

6,500

6,500

6,500

24

Επενδυτικές επιχορηγήσεις

3,370

3,340

3,340

3,360

25

Επενδυτικά κίνητρα

1,020

1,020

1,020

0,838

 

κ. Raithel (ιδιοκτήτης)

2,550

0,055

0,055

0,055

16

DtA- Ενίσχυση ιδίου κεφαλαίου

 

0,200

0,200

0,200

17

KfW-ERP-πρόγραμμα ενθάρρυνσης ίδρυσης νέων επιχειρ.

 

1,800

1,800

1,800

 

Σύνολο

36,890

36,890

36,890

34,408

(62)

Διαπιστώνεται ότι η συμμετοχή της TIB (μέτρο 11) αυξήθηκε το 1995 κατά 0,25 εκατ. DEM έναντι του αρχικά προβλεπόμενου ποσού. Διαπιστώνεται, επίσης, ότι το αρχικό σχέδιο προέβλεπε δάνεια ύψους 13,5 εκατ. DEM. Για τα δάνεια αυτά, όπως και για τις πιστώσεις κεφαλαίου κίνησης ύψους 6,5 εκατ. DEM από ιδιωτική τράπεζα, το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας παρείχε εγγυήσεις 90 % (μέτρα 13 και 14). Το 1994 καταβλήθηκε η πίστωση του κεφαλαίου κίνησης. Τα δάνεια συνολικού ύψους 13,5 εκατ. DEM χορηγήθηκαν το 1995 (μέτρα 18-22) και εξασφαλίσθηκαν με εγγυήσεις 90 %.

(63)

Όσον αφορά τους δήθεν ιδιωτικούς πόρους διαπιστώνεται ότι η αρχικά προβλεπόμενη συνεισφορά από μέρους του επενδυτή, ύψους 2,555 εκατ. DEM μειώθηκε σε 2,055 εκατ. DEM, δηλαδή κατά 0,5 εκατ. DEM. Η «επιχορήγηση προς ΜΜΕ» (μέτρο 15) αυξήθηκε κατά 0,5 εκατ. DEM, δηλαδή ακριβώς κατά το ποσό κατά το οποίο μειώθηκε το ποσό του επενδυτή. Όταν καταβλήθηκε πραγματικά η υποτιθέμενη συμμετοχή του ιδιώτη επενδυτή, αυτή συνίστατο εκτός σε ένα ποσό μετρητών ύψους 0,055 εκατ. DEM από ίδιους πόρους του επενδυτή και δύο δάνεια ύψους 2 εκατ. DEM από κρατικές τράπεζες βάσει εγκεκριμένων καθεστώτων ενισχύσεων (μέτρα 16 και 17).

(64)

Διαπιστώνεται ότι ο πίνακας 6, όπως διαβιβάσθηκε από τη Γερμανία, δεν κάνει καμιά παραπομπή στις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει των μέτρων 26 και 27 και το καθεστώς της ειδικής απόσβεσης που μπόρεσε να εφαρμόσει η επιχείρηση σύμφωνα με στοιχεία της Γερμανίας (μέτρο 33). Σε ξεχωριστό πίνακα που διαβιβάστηκε στις 30 Ιανουαρίου 2002 η Γερμανία υποστήριξε ότι οι επενδύσεις που αποσβέσθηκαν κατά τα έτη 1994 και 1995 ανέρχονταν συνολικά σε 3,603 εκατ. DEM.

(65)

Η Γερμανία διαβίβασε και τον ακόλουθο πίνακα με διάφορες επενδύσεις που πραγματοποίησε η επιχείρηση κατά τα έτη 1997 και 1998 (σε εκατ. DEM):

Πίνακας 7

Δαπάνες

Σχεδιάσθηκαν

Πραγματοποιήθηκαν

Μηχ/κός εξοπλισμός/Εγκατ/σεις

5,580

 

Άυλα περιουσιακά στοιχεία

0,150

 

Σύνολο

5,730

6,769

(66)

Η χρηματοδότηση των δαπανών αυτών εμφανίζεται λεπτομερώς στον πίνακα 8, όπως διαβιβάσθηκε από τη Γερμανία (σε εκατ. DEM):

Πίνακας 8

Μέτρο

Χρηματοδότηση

Σχεδιάσθηκαν

Πραγματοποιήθηκαν

 

Εισφορά ιδίων κεφαλαίων

1,318

2,406

28

Επιχορηγήσεις επενδύσεων

1,670

1,670

29

Επενδυτικά κίνητρα

0,279

0,292

 

Άλλες πηγές

2,400

2,400

 

Σύνολο

5,730

6,769

(67)

Διαπιστώνεται ότι ο πίνακας 8, όπως διαβιβάσθηκε από τη Γερμανία, δεν κάνει καμιά παραπομπή στις επιχορηγήσεις που χορηγήθηκαν στα πλαίσια των μέτρων 31 και 32. Ωστόσο, για τη χρηματοδότηση των δαπανών του πίνακα 7 η Γερμανία υποστηρίζει ότι η επιχείρηση προέβη σε απόσβεση των επενδύσεων το πολύ 0,743 εκατ. DEM με τη μέθοδο της ειδικής απόσβεσης (μέτρο 33). Το τελευταίο αναφερόμενο ποσό περιλαμβάνεται πιθανόν στο στοιχείο «Άλλες πηγές» του πίνακα 8.

(68)

Η Γερμανία διαβίβασε ακόμη ένα επενδυτικό σχέδιο (15), στο οποίο εμφανίζονται λεπτομερώς οι επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο 1994-2000, καθώς και οι επενδύσεις που πρέπει να πραγματοποιηθούν κατά την περίοδο 2000-2003. Το εν λόγω σχέδιο αναφέρει μεγάλο αριθμό κυρίως μηχανημάτων και εγκαταστάσεων, στα οποία επένδυσε η επιχείρηση. Οι συνολικές δαπάνες της περιόδου 1994-2000 εμφανίζονται στον πίνακα 9, όπως διαβιβάσθηκε από τη Γερμανία (σε εκατ. DEM):

Πίνακας 9

1994

1995

1996

1997

1998

1999

2000

Σύνολο

8,504

4,540

1,933

1,846

4,923

1,370

0,790

23,906

(69)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το τελευταίο επενδυτικό σχέδιο περιλαμβάνει ένα μέρος των επενδύσεων που περιγράφονται στους πίνακες 5 έως 8. Οι σχετικές επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο 1994-1996 ανέρχονται συνολικά σε 14,977 εκατ. DEM. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στις πραγματικά υλοποιηθείσες επενδύσεις που εμφανίζονται στον πίνακα 5 και στο στοιχείο «Ανανέωση μηχανολογικού εξοπλισμού». Το συνολικό ποσό των επενδύσεων για τα έτη 1997 και 1998 αντιστοιχεί στις επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τον πίνακα 7.

Δ.   Ανάλυση της αγοράς

(70)

Τόσο η Kahla I όσο και η Kahla II παράγουν πορσελάνινα και κεραμικά σκεύη οικιακής χρήσης. Η Kahla II επεκτάθηκε και παράγει σήμερα προϊόντα και για τον επαγγελματικό τομέα, ιδίως για ξενοδοχεία, και για διακοσμητικούς σκοπούς, τα οποία επίσης εξάγονται.

(71)

Στον τομέα της επιτραπέζιας και της διακοσμητικής πορσελάνης διεξάγονται έντονες εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Ενώ η διακοσμητική πορσελάνη παράγεται σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, οι παραγωγοί της επιτραπέζιας πορσελάνης συγκεντρώνονται κυρίως στη Βόρεια Βαυαρία (Γερμανία), στο Staffordshire (Ηνωμένο Βασίλειο) και στη Limousin (Γαλλία). Εκτός από μια πληθώρα μικρομεσαίων παραγωγών υπάρχει και μια σειρά μεγάλων επιχειρήσεων. Στις τελευταίες περιλαμβάνονται η Villeroy & Boch (Γερμανία/Λουξεμβούργο), η Hutschenreuther και η Rosenthal (Γερμανία), καθώς και η Royal Doulton και η Wedgewood (Ηνωμένο Βασίλειο), οι οποίες συγκεντρώνουν πάνω από το ένα τρίτο της συνολικής παραγωγής της Κοινότητας. Για την κάλυψη των ειδικών αναγκών του τομέα ξενοδοχείων και εστιατορίων δημιουργήθηκε ο κλάδος των «ξενοδοχειακών σκευών» που περιλαμβάνει ειδικά ανθεκτικά πορσελάνινα σκεύη. Κύριοι παραγωγοί και αγοραστές είναι το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία και η Ιταλία. Η στενή σχέση με τον τελικό καταναλωτή και ο αναγκαίος ανταγωνισμός στη σχεδίαση χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα αυτόν τον μεγάλης έντασης εργασίας κλάδο με το τεράστιο φάσμα προϊόντων του. Οι πωλήσεις προς τρίτες χώρες υπερβαίνουν ονομαστικά τις κοινοτικές εισαγωγές, αλλά από ποσοτική άποψη υπερέχουν οι εισαγωγές των εξαγωγών, κυρίως λόγω των ιδιαίτερα χαμηλών τιμών των εισαγωγών από την Κίνα (16).

(72)

Στον κλάδο της πορσελάνης υπάρχει πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Παραγωγή και κατανάλωση σημείωσαν συνεχή αύξηση κατά την περίοδο 1984-1991, αλλά ακολούθησε κάμψη κατά τα έτη 1992 και 1993. Η ανάκαμψη που αναμενόταν το 1994 δεν ήλθε. Το εμπορικό ισοζύγιο των τελευταίων ετών ήταν θετικό, ωστόσο το μερίδιο των εισαγωγών αυξήθηκε αισθητά, ιδίως στα οικιακά σκεύη. Η αύξηση των εξαγωγών δεν μπορεί να αντισταθμίσει την πίεση του ανταγωνισμού στον τομέα αυτό. Αντίθετα, η τεταμένη κατάσταση λόγω ανταγωνισμού, συνδυαζόμενη με την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, θα μπορούσε να οξυνθεί ακόμη περισσότερο λόγω της εισόδου στην αγορά νέων παραγωγών από τη Νοτιοανατολική Ασία και την Ανατολική Ευρώπη (κυρίως από την Τσεχική Δημοκρατία και την Ουγγαρία), οι οποίοι επωφελούνται από τις εμπορικές τους συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση (17).

III.   ΛΟΓΟΙ ΚΙΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

(73)

Κατά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας η Επιτροπή εξέτασε τα χρηματοοικονομικά μέτρα υπέρ της Kahla I και της Kahla II βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61, παράγραφος 1, της συμφωνίας ΕΟΧ. Τα μέτρα περιελάμβαναν κρατικούς πόρους και νόθευαν ή απειλούσαν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών, παρέχοντας πλεονεκτήματα στις εν λόγω επιχειρήσεις. Κατά την προσωρινή τους αξιολόγηση η Kahla I και η Kahla II ήταν προβληματικές επιχειρήσεις, κατά την άποψη της Επιτροπής. Η Επιτροπή, επίσης, αμφέβαλε για το κατά πόσον το κράτος συμπεριφέρθηκε ως επιχειρηματίας, χορηγώντας στις εν λόγω επιχειρήσεις οικονομικούς πόρους. Στην προσωρινή αξιολόγηση τα μέτρα αυτά θεωρήθηκαν κρατική ενίσχυση.

(74)

Επειδή η Επιτροπή είχε σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσον οι εν λόγω ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, κίνησε την επίσημη διαδικασία έρευνας για τις ad-hoc ενισχύσεις προς την Kahla I και την Kahla II. Εκτός τούτου, η Γερμανία ισχυρίσθηκε ότι πάρα πολλά μέτρα ενίσχυσης χορηγήθηκαν βάσει εγκεκριμένων καθεστώτων ενισχύσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να αποφανθεί κατά πόσον τα μέτρα ήταν σύμφωνα με τα εγκεκριμένα καθεστώτα ενισχύσεων, βάσει των οποίων υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν. Γι’ αυτό και η Επιτροπή, στο πλαίσιο της κίνησης της επίσημης διαδικασίας έρευνας, εξέδωσε προς τη Γερμανία εντολή παροχής πληροφοριών, προκειμένου να διευκρινιστεί το θέμα αυτό.

(75)

Οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν στην Επιτροπή ως απάντηση στην εντολή παροχής πληροφοριών διευκρίνισαν απλώς στην περίπτωση ορισμένων μέτρων που υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν βάσει εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων, ότι πρόκειται για υφιστάμενες ενισχύσεις. Η Επιτροπή διαπίστωσε, επίσης, σε πολλά μέτρα λεπτομέρειες, οι οποίες δεν της είχαν κοινοποιηθεί προηγουμένως. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή επέκτεινε την επίσημη διαδικασία έρευνας, προκειμένου να κρίνει τα μέτρα που εξακολουθούν προφανώς να μην είναι σύμφωνα με τα εγκεκριμένα καθεστώτα ενισχύσεων, καθώς και τα μέτρα για τα οποία ενημερώθηκε μετά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

IV.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

(76)

Στην επιστολή της 11ης Νοεμβρίου 1999 η Γερμανία εξέφρασε την άποψη ότι κανένα από τα προηγούμενα χρηματοοικονομικά μέτρα δεν έπρεπε να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Η Γερμανία υποστηρίζει ότι η Kahla II πρωτοσυστάθηκε το Φεβρουάριο του 1994 και δεν συνεχίσθηκε η επιχειρηματική δραστηριότητα της Kahla I. Σύμφωνα με τις γερμανικές δηλώσεις η Kahla II δεν είναι προβληματική επιχείρηση. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας η Γερμανία επέμεινε σ’ αυτό, για να στηρίξει δε την επιχειρηματολογία της υπέβαλε αρχικά δύο εκθέσεις που συνέταξαν σύμβουλοι στις 29 Νοεμβρίου 1993 και στις 11 Ιανουαρίου 1994. Μετά την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας η Γερμανία υπέβαλε έκθεση που εκπόνησε άλλος σύμβουλος στις 21 Ιανουαρίου 2002.

(77)

Η Γερμανία δήλωσε κατ’ αρχήν ότι η πλειοψηφία των χρηματοοικονομικών μέτρων των δημόσιων οργανισμών δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ενίσχυση, επειδή οι κρατικές αρχές συμπεριφέρθηκαν όπως ένας επιχειρηματίας, όταν ενέκριναν την οικονομική ενίσχυση στην Kahla II. Τα υπόλοιπα χρηματοοικονομικά μέτρα υπέρ της Kahla II, που δεν θα ενέπιπταν στην αρχή του ιδιώτη επενδυτή της ελεύθερης αγοράς, είτε καλύπτονται από εγκεκριμένα καθεστώτα ενισχύσεων, είτε πρέπει να θεωρηθούν ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, σύμφωνα με τη Γερμανία. Η Γερμανία διαβίβασε λεπτομερή στοιχεία και έγγραφα.

(78)

Μετά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας η Γερμανία παραδέχθηκε ότι ορισμένα μέτρα θα μπορούσαν να συνιστούν ενισχύσεις ενώ ορισμένα δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στους de-minimis κανόνες που περιέχονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις ενισχύσεις de minimis (18) και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 69/2001 της Επιτροπής της 12ης Ιανουαρίου 2001 για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (19) ή σε εγκεκριμένα καθεστώτα ενισχύσεων. Η Γερμανία εξέφρασε ωστόσο την άποψη ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ενισχύσεις πρέπει να θεωρηθούν επενδυτικές ενισχύσεις, που τηρούν τα περιφερειακά ανώτατα όρια ενίσχυσης. Επιπλέον, η Γερμανία διαβίβασε πολλά επενδυτικά σχέδια και συμπληρωματικά στοιχεία για το εν λόγω θέμα, συμπεριλαμβανομένης και μιας εκτίμησης για την ένταση της ενίσχυσης.

(79)

Τελειώνοντας, η Γερμανία ανέφερε ότι σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν δεχθεί κανένα από τα προαναφερθέντα επιχειρήματα,– ιδίως για το μέτρο 26 – θα έπρεπε να εξετάσει κατά πόσον η ενίσχυση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ενίσχυση στην απασχόληση που συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

(80)

Στην επιστολή της 1ης Οκτωβρίου 2002 η Γερμανία δήλωσε, σε αντίθεση με όλα τα προηγούμενα επιχειρήματα, ότι σε περίπτωση που η Επιτροπή θεωρούσε την Kahla II προβληματική επιχείρηση, τα σχετικά μέτρα ενίσχυσης θα έπρεπε να κριθούν ως ενισχύσεις αναδιάρθρωσης βάσει των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (20) (κατευθυντήριες γραμμές αναδιάρθρωσης).

V.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ

(81)

Μετά την κίνηση και την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από την Kahla II, τις οποίες κοινοποίησε στη Γερμανία με επιστολές της 7ης Αυγούστου 2001 και της 6ης Μαρτίου 2002. Τα επιχειρήματα που προέβαλε η Kahla II συμφωνούν σε γενικές γραμμές με εκείνα της Γερμανίας.

(82)

Στη συνέχεια έγινε και νέα καταγγελία ότι η Kahla ΙΙ έλαβε και άλλες ενισχύσεις. Η πληροφορία αυτή διαβιβάσθηκε στη Γερμανία με επιστολή της 30ης Απριλίου 2002. Στις 29 Μαΐου 2002 η Γερμανία απάντησε λέγοντας ότι η επιχείρηση δεν έλαβε καμιά άλλη επιχορήγηση εκτός εκείνων για τις οποίες ενημερώθηκε η Επιτροπή.

(83)

Στις 30 Ιουλίου 2002 η Kahla II υπέβαλε στην Επιτροπή και άλλες παρατηρήσεις που δεν περιείχαν νέα γεγονότα ή αποδεικτικά στοιχεία, στις οποίες ωστόσο η Γερμανία επέμεινε στα προαναφερθέντα επιχειρήματά της, ότι η επιχείρηση δεν ήταν ποτέ προβληματική, ότι ορισμένα μέτρα δεν έπρεπε να θεωρηθούν ενισχύσεις και ότι οι ad-hoc ενισχύσεις θα έπρεπε να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά περιφερειακές ενισχύσεις.

VI.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

A.   Η επιχείρηση

(84)

Κατά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας η Επιτροπή δεν μπόρεσε με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία να αποφανθεί κατά πόσον η Kahla I και η Kahla II ήταν ανεξάρτητες επιχειρήσεις και αν η Kahla II πρέπει να θεωρηθεί ως συνέχεια μιας επιχείρησης ή ως διάδοχη εταιρεία. Γι’ αυτό και η Γερμανία κλήθηκε να υποβάλει πλήρη στοιχεία, προκειμένου να διευκρινιστεί το εν λόγω θέμα.

(85)

Κατά την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Kahla I και η Kahla II είναι δύο διαφορετικές νομικές οντότητες. Η Kahla II θεωρήθηκε διάδοχη εταιρεία, αφού συστάθηκε από τον κ. G. Raithel, για να συνεχίσει τις δραστηριότητες της σε πτώχευση ευρισκόμενης Kahla I και να αναλάβει τα περιουσιακά της στοιχεία. Στα διαθέσιμα έγγραφα η Kahla II χαρακτηρίζεται συχνά ως διάδοχη εταιρεία και η Επιτροπή διαπίστωσε ότι επήλθε μεταβολή στον έλεγχο, το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τη νομική μορφή. Η Γερμανία δεν αντέκρουσε την άποψη αυτή.

(86)

Η πώληση των περιουσιακών στοιχείων στην Kahla II δεν έγινε με ανοικτό και άνευ όρων διαγωνισμό. Η Γερμανία δηλώνει ότι οι παράγοντες της αγοράς είχαν ενημερωθεί για το ότι πωλούνταν τα περιουσιακά της στοιχεία. Σύμφωνα με τη Γερμανία, μετά από διαπραγματεύσεις με δύο υποψήφιους επενδυτές ο σύνδικος της πτώχευσης επέλεξε τον κ. G. Raithel ως τον επενδυτή που υπέβαλε την καλύτερη προσφορά. Σύμφωνα με τα στοιχεία του συνδίκου της πτώχευσης οι λόγοι που επιλέχθηκε ο κ. G. Raithel ήταν αφενός η εμπειρία του στην αγορά πορσελάνης και αφετέρου το γεγονός ότι υπέβαλε σημαντικά υψηλότερη προσφορά από τον άλλο προσφέροντα που σύμφωνα με τη Γερμανία προσέφερε 1 DEM. Η Επιτροπή διαπιστώνει, ωστόσο, ότι ο κ. G. Raithel προσέφερε πράγματι περισσότερο από 1 DEM, αλλά ότι η προσφερθείσα τιμή θα χρηματοδοτείτο από κρατικούς πόρους. Παρόλα αυτά, από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι ο κ. G. Raithel κατέβαλε 55 000 DEM από ίδιους πόρους και συνεπώς περισσότερα από 1 DEM. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων η Επιτροπή συμφωνεί με την άποψη της Γερμανίας ότι ο κ. G. Raithel υπέβαλε την καλύτερη προσφορά.

(87)

Η Επιτροπή παραδέχεται ότι η αξία του οικοπέδου της Kahla I βασιζόταν σε εκτίμηση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων. Η Γερμανία δήλωσε ότι η αξία των παγίων κεφαλαίων και των αποθεμάτων – συνολικά 3,5 εκατ. DEM περίπου – δεν προσδιορίσθηκε βάσει εκτίμησης, επειδή υπήρχαν πρακτικά προβλήματα και μεγάλο μέρος των παγίων στοιχείων ήταν σε κακή κατάσταση κι έπρεπε να αντικατασταθούν. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα αυτά, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει λόγος να αμφιβάλλει για το ότι η τιμή που καταβλήθηκε για τα περιουσιακά στοιχεία της Kahla I δεν ανταποκρινόταν στην αγοραία αξία.

(88)

Όσον αφορά την πώληση του 49 % των μετοχών της TIB στην Kahla II που ακολούθησε, στα επόμενα κεφάλαια εξετάζεται αν αυτή ανταποκρίνεται στη συμπεριφορά ενός επενδυτή της ελεύθερης αγοράς. Η Επιτροπή διαπιστώνει ωστόσο ότι η εκχώρηση των μετοχών στον κ. G. Raithel και τον υιό του στις 31 Δεκεμβρίου 1999 δεν έγινε με ανοικτό, διαφανή και άνευ περιορισμών διαγωνισμό.

(89)

Η TIB είναι κρατικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα του ομόσπονδου κράτους της Θουριγγίας. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και την πολιτική της, η Επιτροπή θεωρεί ότι η τιμή πώλησης κρατικών μετοχών δεν περιέχει στοιχεία κρατικής ενίσχυσης όταν οι μετοχές διατίθενται στο πλαίσιο ανοικτού διαγωνισμού άνευ όρων και διακρίσεων. Βεβαίως τα κράτη μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τη διαδικασία αυτή κατά την εκχώρηση κρατικών μετοχών.

(90)

Αν δεν εφαρμοσθεί μια τέτοια διαδικασία, η τιμή πώλησης μπορεί να περιέχει στοιχεία κρατικής ενίσχυσης. Γι’ αυτό και η Επιτροπή μπορεί κατά περίπτωση να εξετάζει κατά πόσον η τιμή πώλησης ανταποκρίνεται λογικά στην αξία της κρατικής συμμετοχής. Στο σημείο αυτό η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η τιμή των μετοχών που πωλήθηκαν στον κ. G. Raithel και τον υιό του ήταν υψηλότερη από την τιμή που κατέβαλε η ίδια η TIB πριν από έξι χρόνια σχεδόν. Διαπιστώνεται ακόμη ότι η πώληση αφορούσε μειοψηφικό πακέτο μετοχών. Τέλος, τονίζεται ότι δεν κατατέθηκε καμία καταγγελία στο πλαίσιο της κίνησης ή της επέκτασης της επίσημης διαδικασίας έρευνας, ότι αποκλείσθηκε αυθαίρετα από την πώληση και ότι κανείς από τους μετόχους δεν κατέθεσε προσφορά. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ενίσχυσης στην πώληση των εν λόγω μετοχών, κατά την άποψη της Επιτροπής.

B.   Ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παρ. 1, της Συνθήκης ΕΚ

(91)

Στην Kahla I και την Kahla II χορηγήθηκαν οικονομικές ενισχύσεις από κρατικούς πόρους που προσέφεραν πλεονεκτήματα και στις δύο επιχειρήσεις έναντι των ανταγωνιστών τους. Τα γεγονότα που περιγράφονται στα έγγραφα δείχνουν ότι, όταν οργανισμοί που βρίσκονται υπό κρατικό έλεγχο χορηγούν δάνεια και μετοχές σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως η TIB στην Kahla II, οι δραστηριότητές τους πρέπει να καταλογίζονται σαφώς στο κράτος. Στο σημείο αυτό γίνεται αναφορά στην έκθεση της 29ης Νοεμβρίου 1993 ενός συμβούλου, σύμφωνα με την οποία το όλο σχέδιο αναδιάρθρωσης της Kahla πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα των προσπαθειών της περιφερειακής κυβέρνησης να διατηρήσει τις θέσεις εργασίας στην Kahla (21). Επειδή η αγορά πορσελάνης είναι μια ευρωπαϊκή αγορά που χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό και πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, τα οικονομικά πλεονεκτήματα που προσφέρουν σε μια επιχείρηση πλεονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της απειλούν να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό και να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.

(92)

Όσον αφορά την Kahla I, η Επιτροπή κατά την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα 2, 3 και 9 δεν συνιστούν ενισχύσεις. Τα υπόλοιπα μέτρα που έλαβε η Γερμανία εξακολουθούν να θεωρούνται ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ. Η Γερμανία δεν αντέκρουσε την άποψη αυτή, η οποία κατά συνέπεια εξακολουθεί να ισχύει.

(93)

Όσον αφορά την Kahla II, η Γερμανία εξακολουθεί να έχει τη γνώμη ότι πρόκειται για νέα επιχείρηση που δεν εξασφαλίζει την επιχειρηματική συνέχεια της Kahla I και η οποία δεν υπήρξε ποτέ προβληματική. Γι’ αυτό και οι δημόσιες αρχές ενήργησαν όπως ένας επενδυτής της ελεύθερης αγοράς κατά τη χορήγηση της οικονομικής τους ενίσχυσης. Η Επιτροπή θα εξετάσει κατ’ αρχήν αν οι δημόσιοι οργανισμοί που προσέφεραν οικονομική ενίσχυση στην Kahla II ενήργησαν όπως ένας επενδυτής της ελεύθερης αγοράς και στη συνέχεια το θέμα των δυσχερειών της επιχείρησης.

(94)

Η Γερμανία υπέβαλε δύο εκθέσεις που συνέταξαν σύμβουλοι, για να στηρίξει τη θέση της ότι οι δημόσιοι οργανισμοί που προσέφεραν οικονομική ενίσχυση στην Kahla II ενήργησαν ως επενδυτές της ελεύθερης αγοράς.

(95)

Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 91, η πρώτη έκθεση της 29ης Νοεμβρίου 1993 προτείνει ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης για τη διάδοχη εταιρεία ενόψει των προσπαθειών της κυβέρνησης του ομόσπονδου κράτους να διατηρήσει τις θέσεις εργασίας στην Kahla (22). Η αναδιάρθρωση θα γινόταν κατά την περίοδο 1994-1997 και θα στοίχιζε συνολικά 18,779 εκατ. DEM. Σε κερδοφορία θα έφθανε το 1996, με θετικό αποτέλεσμα ύψους 0,101 εκατ. DEM.

(96)

Η δεύτερη έκθεση συντάχθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1994 για την TIB, πριν αυτή αποκτήσει το 49 % των μετοχών της επιχείρησης. Η μελέτη αναφέρει ότι στόχος της TIB είναι η διατήρηση και η δημιουργία θέσεων εργασίας στη Θουριγγία (23). Στη μελέτη επισημαίνεται ότι η αποκατάσταση της βιωσιμότητας θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με αναδιάρθρωση με τη στήριξη των κρατικών αρχών. Σε κερδοφορία θα έφθανε το 1996, με θετικό αποτέλεσμα ύψους 1,394 εκατ. DEM. Εκτός τούτου η μελέτη ανέφερε ότι η κρατική δέσμευση υπέρ της Kahla II εμπεριείχε πολλούς κινδύνους και αποκλείσθηκε κάθε δυνατότητα επιστροφής της οικονομικής στήριξης από την επιχείρηση πριν από το 1998.

(97)

Λαμβάνοντας υπόψη τις εκθέσεις αυτές η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα κρατικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα – ιδίως η TIB – δεν ενήργησαν όπως ένας επιχειρηματίας της αγοράς, χορηγώντας στη Kahla II οικονομική βοήθεια. Οι εν λόγω εκθέσεις αποδεικνύουν σαφώς ότι στόχος της κυβέρνησης του ομόσπονδου κράτους και των χρηματοπιστωτικών της ιδρυμάτων ήταν η διατήρηση των θέσεων εργασίας. Αυτός δεν είναι ο κύριος στόχος ενός επιχειρηματία της αγοράς. Εκτός τούτου, οι εκθέσεις προβλέπουν ζημιές για δύο χρόνια περίπου και δεν εξετάζουν κανένα αντάλλαγμα για τη συμμετοχή των αρχών, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση οποιουδήποτε επιχειρηματία της αγοράς.

(98)

Όσον αφορά την αγορά των μετοχών από την TIB, η Επιτροπή δεν μπορεί παρά να επιμείνει ότι δεν συμφωνεί με την αρχή του ιδιώτη επενδυτή της ελεύθερης αγοράς με αποτέλεσμα η εν λόγω αγορά μετοχών να πρέπει να θεωρηθεί ως ενίσχυση. Το γεγονός ότι η TIB πώλησε πέντε χρόνια αργότερα το ποσοστό της στον πλειοψηφικό μέτοχο G. Raithel και τον υιό του και μάλιστα σε τιμή υψηλότερη από εκείνη που κατέβαλε το 1994 δεν αλλάζει τίποτε στο εν λόγω συμπέρασμα. Η συμπεριφορά της TIB πρέπει να κριθεί ex ante, λαμβάνοντας υπόψη τους δυνητικούς κινδύνους και τα αναμενόμενα έσοδα. Βάσει των τότε διαθέσιμων εκθέσεων οι κίνδυνοι αυτοί ήταν υψηλοί (24), ωστόσο δεν ελήφθη κανένα μέτρο για την αντιμετώπισή τους. Επιπλέον, δεν έγινε ανάλυση των μελλοντικών εσόδων και το κέρδος που αποκόμισε η TIB στην πραγματικότητα είναι ελάχιστο.

(99)

Παρά τα λεγόμενα της Γερμανίας, οι συνθήκες αγοράς των μετοχών από την TIB δεν μπορούν να συγκριθούν με τις συνθήκες του ιδιώτη χρηματοδότη Raithel. Ο Raithel υποτίθεται ότι επένδυσε στην επιχείρηση 2,055 εκατ. DEM. Ωστόσο, μόνον τα 0,055 εκατ. DEM προέρχονταν από ιδιωτικούς πόρους. Τα υπόλοιπα 2 εκατ. DEM προέρχονταν από κρατικούς πόρους υπό μορφή 2 δανείων τα οποία χορηγήθηκαν στον Raithel (μέτρα 16 και 17). Εκτός τούτου, ένα από τα δάνεια αυτά (μέτρο 16) καλυπτόταν από εγγύηση του ομοσπονδιακού κράτους έναντι της χορηγείσας αυτό Deutsche Ausgleichbank, ενώ για το άλλο (μέτρο 17) ενεγράφη πρώτη υποθήκη στο οικόπεδο της Kahla II (25). Η TIB, αντίθετα, διέθεσε στην επιχείρηση 1,975 εκατ. DEM από δικούς της πόρους υπό μορφή αγοράς μετοχών. Το εν λόγω ποσό συνιστούσε ίδιο κεφάλαιο, μειωμένης εξασφάλισης σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμών. Συνεπώς, ο κίνδυνος που ανέλαβε η TIB είναι σαφώς υψηλότερος από τον κίνδυνο του ιδιώτη χρηματοδότη. Όπως θα αναφερθεί στην παράγραφο 111, ο κ. G. Raithel είχε επιπλέον το δικαίωμα της υπαναχώρησης από τη σύμβαση, αν δεν καταβαλλόταν η συμμετοχή της TIB και/ή τα άλλα μέτρα, ενώ η TIB δεν διέθετε τέτοια δικαιώματα. Γι’ αυτό και συμμετοχή της TIB δεν συμφωνεί με την αρχή του ιδιώτη χρηματοδότη.

(100)

Όσον αφορά τα υπόλοιπα μέτρα που έλαβε η Γερμανία, ένας επενδυτής της ελεύθερης αγοράς, λόγω της ειδικής κατάστασης της επιχείρησης και του γεγονότος ότι δραστηριοποιείται σε αγορά χαρακτηριζόμενη από διαρθρωτική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα θα χορηγούσε οικονομική στήριξη μόνον υπό όρους, οι οποίοι θα λάμβαναν υπόψη τα δεδομένα αυτά.

(101)

Η Επιτροπή θα εξετάσει κατ’ αρχήν τις πιστώσεις που χορήγησε η TIB και οι κρατικές τράπεζες. Οι εν λόγω πιστώσεις εμφανίζονται συνοπτικά στον πίνακα 10:

Πίνακας 10

Μέτρο

Ποσό

(DEM)

Επιτόκιο

Επιτόκιο αναφοράς

Εξασφαλίσεις

12

6 εκατ.

12 % (26)

6,62 %

16

0,2 εκατ.

0 % - 5 % (27)

6,62 %

Ομοσπονδιακή εγγύηση

17

1,8 εκατ.

5,5 %

6,62 %

Εμπράγματο βάρος επί των ακινήτων για 1,8 εκατ. DEM με εγγραφή πρώτης υποθήκης. Επικουρικά, εμπράγματο βάρος επί των ακινήτων για 20 εκατ. DEM

18

2 εκατ.

6,5 %

8,28 %

Εμπράγματο βάρος επί των ακινήτων για 1.8 εκατ. DEM με εγγραφή δεύτερης υποθήκης. Εμπράγματο βάρος για 20 εκατ. DEM με εγγραφή δεύτερης και τρίτης υποθήκης. Εκχώρηση σε τρίτους των μηχανημάτων και των δικαιωμάτων, εκχώρηση αποθεμάτων, εκχώρηση απαιτήσεων πελατών, εγγύηση 90% από το ομόσπ. κράτος της Θουριγγίας

19

1 εκατ.

6,75 %

8,28 %

Όπως το μέτρο 18

20

1,73 εκατ.

6,65 %

8,28 %

Όπως το μέτρο 18

21

3,45 εκατ.

6,65 %

8,28 %

Όπως το μέτρο 18

22

2 εκατ.

5 %

7,33 %

Όπως το μέτρο 18

(102)

Ο πίνακας 10 αποδεικνύει ότι τα κρατικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν ενήργησαν ως επιχειρηματίας της ελεύθερης αγοράς. Λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη το μετοχικό δάνειο της TIB (μέτρο 12), διαπιστώνεται ότι το συμφωνηθέν επιτόκιο ανερχόταν σε 12 %, αλλά το ύψος των τόκων περιοριζόταν στο 50 % του ετήσιου πλεονάσματος. Στις εκθέσεις τονιζόταν ότι η Kahla II δεν επρόκειτο να σημειώσει κέρδη, τουλάχιστον την πρώτη διετία. Και αυτό επαληθεύτηκε. Δεν συμφωνήθηκε υψηλότερο επιτόκιο για να αντισταθμισθούν τα χρόνια για τα οποία ήταν απίθανη η καταβολή τόκων. Κατά συνέπεια, η TIB εν γνώσει της χορήγησε μετοχικό δάνειο, το οποίο δεν συνδεόταν με πρόσθετα δικαιώματα ψήφου, χωρίς να απαιτεί κάποιες ασφάλειες και με επιτόκιο 0 % για περίοδο τουλάχιστον δύο ετών. Δεν συμφωνήθηκε επασφάλιστρο για τους κινδύνους που προβλέπονταν στην έκθεση βάσει της οποίας χορηγήθηκε το μετοχικό δάνειο (και αγοράσθηκαν οι μετοχές). Όσον αφορά τα υπόλοιπα δάνεια, ο πίνακας δείχνει ότι όλα χορηγήθηκαν με επιτόκιο χαμηλότερο από το επιτόκιο αναφοράς. Όσον αφορά τις εξασφαλίσεις, είτε παρασχέθηκαν από τις αρχές, είτε προσφέρθηκαν ως εγγύηση επανειλημμένα τα ίδια περιουσιακά στοιχεία για όλα τα δάνεια. Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία δεν εκτιμήθηκαν από ανεξάρτητους εκτιμητές, με αποτέλεσμα η πραγματική τους αξία να είναι αμφισβητήσιμη. Εκτός τούτου υπενθυμίζεται ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία χρηματοδοτήθηκαν με κρατική στήριξη.

(103)

Η εγγυητική σύμβαση προέβλεπε ότι θα προσφερόταν δευτερευόντως από τον κ. G. Raithel εγγύηση 0,7 εκατ. DEM, εκτός αν μπορούσε να αποδειχθεί ότι προσέφερε προσωπική εγγύηση για το δάνειο ενίσχυσης των ιδίων κεφαλαίων (δάνειο EKH, μέτρο 16). Η σύμβαση του δανείου του μέτρου 16 δεν αναφέρει καμία προσωπική εγγύηση αλλά μια ομοσπονδιακή εγγύηση. Η Επιτροπή, ωστόσο, δεν ενημερώθηκε ποτέ για το ότι δεν παρασχέθηκε ποτέ αυτή η εγγύηση ύψους 0,7 εκατ. DEM. Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή το δάνειο εξασφαλίσθηκε όχι με προσωπική εγγύηση αλλά με εγγύηση του ομοσπονδιακού κράτους. Ακόμη κι αν είχε παρασχεθεί, θα είχε δευτερεύουσα θέση, μετά από όλες τις άλλες ασφάλειες και θα κάλυπτε μικρό μόνο μέρος του πιθανόν πολύ μεγάλου κινδύνου υπερημερίας. Λόγω του γεγονότος αυτού η Επιτροπή δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι κρατικές τράπεζες και τα ιδρύματα δεν ενήργησαν ως επιχειρηματίας που ενεργεί με τους κανόνες της αγοράς. Επιπλέον, η ίδια η Γερμανία χαρακτηρίζει τα δάνεια των μέτρων 16-22 ως υφιστάμενη ενίσχυση (28). Και η Επιτροπή, όπως και η Γερμανία, έχει την άποψη ότι συνιστούν ενισχύσεις. Η κατάταξή τους σε υφιστάμενες ενισχύσεις θα εξετασθεί στα επόμενα κεφάλαια.

(104)

Όσον αφορά τις επιχορηγήσεις (μέτρα 15, 24-29, 31-32), κανένας επιχειρηματίας της αγοράς, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν θα χορηγούσε μη επιστρεπτέες επιχορηγήσεις. Η Γερμανία δεν αμφισβήτησε το γεγονός αυτό. Όσον αφορά τις εγγυήσεις του ομόσπονδου κράτους που κάλυπταν το 90 % του οφειλόμενου ποσού (μέτρα 13, 14, 23 και 30), και η ίδια η Γερμανία παραδέχεται τελικά ότι συνιστούν ενισχύσεις. Λόγω του υψηλού κινδύνου που συνεπάγονται και της έλλειψης αντίστοιχου επασφάλιστρου, η Επιτροπή συμμερίζεται πλήρως την άποψη αυτή. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να εξεταστεί περαιτέρω το εν λόγω θέμα. Οι εγγυήσεις αυτές εμπίπτουν στο καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας σύμφωνα με τη Γερμανία. Αυτό θα εξετασθεί στο κεφάλαιο Δ της αξιολόγησης.

(105)

Κατόπιν των ανωτέρω η Επιτροπή δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα κρατικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα χορήγησαν στην Kahla II τη στήριξη υπό όρους που θα μπορούσαν να συγκριθούν με εκείνους ενός επιχειρηματία της αγοράς. Κατά συνέπεια, όλα τα μέτρα της Γερμανίας εξακολουθούν να θεωρούνται ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ.

(106)

Η Kahla II είναι διάδοχη εταιρεία, δηλαδή νεοσυσταθείσα επιχείρηση που εξαγόρασε τα περιουσιακά στοιχεία μιας σε πτώχευση ευρισκόμενης επιχείρησης. Οι διάδοχες εταιρείες, οι οποίες εμφανίσθηκαν ειδικά στην Ανατολική Γερμανία, μολονότι είναι νεοσυσταθείσες επιχειρήσεις μπορούν, παρά ταύτα, να θεωρηθούν προβληματικές. Αυτό έγκειται στο ότι οι επιχειρήσεις αυτές εξαγοράζουν τα περιουσιακά στοιχεία μιας σε πτώχευση ευρισκόμενης επιχείρησης και συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους, και μάλιστα χωρίς συνήθως να κάνουν προηγουμένως κάποιες αποδεκτές αναδιαρθρώσεις. Οι διάδοχες εταιρείες, συνεπώς, «κληρονομούν» μια σειρά διαρθρωτικών προβλημάτων και απαιτούν ουσιαστικές αλλαγές για να μπορέσουν να δραστηριοποιηθούν στην ελεύθερη οικονομία. Στις αλλαγές αυτές περιλαμβάνονται επενδύσεις για την αντικατάσταση και τον εκσυγχρονισμό των παλαιών μηχανημάτων και των εγκαταστάσεων, αλλαγές στη διάρθρωση της επιχείρησης (παραδοσιακά μεγάλα συγκροτήματα που δραστηριοποιούνταν στα πλαίσια της διευθυνόμενης οικονομίας), μείωση προσωπικού (τα ανατολικογερμανικά συγκροτήματα απασχολούσαν κατά κανόνα πολύ προσωπικό), παραγωγή νέων προϊόντων, μάρκετινγκ κλπ. Εκτός τούτου, πρέπει να οικοδομηθεί εκ νέου η εμπιστοσύνη των πελατών, των προμηθευτών και των πιστωτικών ιδρυμάτων, επειδή η διάδοχη εταιρεία είναι κληρονόμος μιας αποτυχημένης επιχείρησης. Κατ’ αυτήν την έννοια, δεν μπορεί να συγκριθεί με άλλη νεοσυσταθείσα επιχείρηση.

(107)

Η προσαρμογή γίνεται κατά κανόνα με αναδιάρθρωση, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις περιλαμβάνει κρατικές ενισχύσεις. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των νέων ομόσπονδων κρατών, ενέκρινε ένα ευέλικτο και γενναιόδωρο σχέδιο, που επέτρεπε στις διάδοχες εταιρείες να κάνουν χρήση των ενισχύσεων αναδιάρθρωσης μέχρι το τέλος του 1999. Η εν λόγω πρακτική έχει κωδικοποιηθεί στην υποσημείωση 10 των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (1999) (29). Λόγω της ιδιαίτερης κατάστασής τους οι διάδοχες εταιρείες αποτελούν εξαιρέσεις του κανόνα ότι οι νεοσυσταθείσες επιχειρήσεις δεν είναι επιλέξιμες για ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης σύμφωνα με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές.

(108)

Στο πλαίσιο μιας άλλης διαδικασίας (30) η Γερμανία είχε δηλώσει κατηγορηματικά με επιστολές της 5ης Μαρτίου και 6ης Μαΐου 1999 ότι η Kahla II ήταν προβληματική επιχείρηση. Δύο χρόνια αργότερα, ωστόσο, η Γερμανία με επιστολή της 26ης Σεπτεμβρίου 2001 αντέκρουσε τα προηγούμενα στοιχεία και δήλωσε ότι η Kahla II δεν ήταν ποτέ προβληματική. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας η Γερμανία υποστηρίζει ότι η Kahla II δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί προβληματική, επειδή δεν πληρούνται όλοι οι όροι που αναφέρονται στις κατευθυντήριες γραμμές για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων.

(109)

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι κατευθυντήριες γραμμές για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων δεν δίνουν ακριβή ορισμό της προβληματικής επιχείρησης, αλλά αναφέρουν τυπικά συμπτώματα. Στην περίπτωση της Kahla II πληρούται το γενικό κριτήριο που αναφέρεται στο κεφάλαιο 2.1 των κατευθυντήριων γραμμών για την αναδιάρθρωση (1994) σύμφωνα με το οποίο μια προβληματική επιχείρηση ορίζεται ως εξής: Προβληματική είναι μια επιχείρηση «η οποία δεν είναι σε θέση να εξυγιανθεί με ίδιους πόρους ή συγκεντρώνοντας τα κεφάλαια που χρειάζεται από μετόχους ή μέσω δανεισμού.» Αυτό διαπιστώνεται στις διαθέσιμες κατά το χρόνο σύστασης της Kahla II και χορήγησης της ενίσχυσης (τον καθοριστικό για την αξιολόγηση χρόνο) εκθέσεις (31). Σ’ αυτές η Kahla II θεωρείται προβληματική και περιγράφεται μια αναδιάρθρωση για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας (32). Εκ των υστέρων αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες η επιχείρηση δεν έλαβε ποτέ οικονομικούς πόρους από τράπεζες χωρίς κρατική ενίσχυση (33).

(110)

Πράγματι, ορισμένοι από τους δείκτες που αναφέρονται στις κατευθυντήριες γραμμές για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων δεν προβλέπονται στις διάδοχες εταιρείες, επειδή πρόκειται για νεοσυσταθείσες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν μπορεί να ελεγχθεί η πορεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων κατά το παρελθόν. Κατά συνέπεια, κατά το χρόνο της σύστασης τους δεν εμφανίζουν τα συμπτώματα της μειούμενης αποδοτικότητας ή των αυξανόμενων ζημιών, του φθίνοντος κύκλου εργασιών, της μεγέθυνσης των αποθεμάτων, της μείωσης των εσόδων, της ανόδου των επιβαρύνσεων των τόκων κλπ. Εδώ η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι διάδοχες εταιρείες αποτελούν την εξαίρεση στον κανόνα βάσει του οποίου οι νεοσυσταθείσες επιχειρήσεις δεν δύνανται να θεωρηθούν προβληματικές και ως εκ τούτου δεν μπορούν να λάβουν ενισχύσεις αναδιάρθρωσης.

(111)

Από την άλλη πλευρά, στις διάδοχες εταιρείες εφαρμόζονται στην πράξη άλλοι δείκτες, ιδίως της χαμηλής καθαρής αξίας του ενεργητικού. Στην περίπτωση της Kahla II η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι είναι διάδοχος μιας επιχείρησης υπό εκκαθάριση και γι’ αυτό πιθανώς να έχει χάσει την εμπιστοσύνη μιας σειράς πελατών, προμηθευτών και πιστωτικών ιδρυμάτων. Έτσι και η εξαγορά ακόμη των περιουσιακών στοιχείων εξαρτάτο από την κρατική στήριξη. Η σύμβαση αγοράς των περιουσιακών στοιχείων της Kahla I προέβλεπε ότι ο νέος επενδυτής, ο κ. G. Raithel, είχε δικαίωμα να υπαναχωρήσει αν δεν εξασφαλιζόταν η χρηματοδότηση που περιελάμβανε διάφορα κρατικά μέτρα (όπως συμμετοχή της TIB και κρατικά δάνεια) (34). Επιπλέον η Kahla II ανέλαβε τα περιουσιακά στοιχεία της Kahla I, η οποία ποτέ δεν προέβη σε επιτυχή αναδιάρθρωση και εξαιτίας αυτού υποχρεώθηκε να κηρύξει πτώχευση. Εκ των υστέρων γίνεται σαφές ότι τα διαρθρωτικά προβλήματα μεταβιβάσθηκαν, επειδή η Kahla II δεν έλαβε καμιά ιδιωτική χρηματοδότηση χωρίς κρατική στήριξη.

(112)

Ένας άλλος δείκτης είναι ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός των εργαζόμενων. Επειδή η κρατική υποστήριξη που χορηγείται στις διάδοχες εταιρείες συνδέεται συνήθως με τη διατήρηση θέσεων εργασίας, αυτή συνεπάγεται την πρόσθετη επιβάρυνση ότι πρέπει να διατηρηθεί συγκεκριμένος αριθμός θέσεων εργασίας για κάποιο χρονικό διάστημα. Όπως αποδεικνύεται στις εκθέσεις που αναφέρθηκαν στην παράγραφο 91, κύριος στόχος της κυβέρνησης του ομόσπονδου κράτους ήταν η διατήρηση των θέσεων εργασίας. Κατά τα επόμενα χρόνια η Kahla II μείωσε τον αριθμό τους. Από το γεγονός αυτό, συνεπώς, συνάγεται το συμπέρασμα ότι στην αρχή απασχολούσε υπερβολικό αριθμό ατόμων.

(113)

Επειδή, εκτός τούτου, οι διάδοχες εταιρείες είναι υποχρεωμένες να προβούν σε αναδιαρθρώσεις, ώστε να μπορέσουν να δραστηριοποιηθούν στην οικονομία της αγοράς, εμφανίζονται ζημιές κατά τα πρώτα χρόνια, τα έσοδα δεν αυξάνουν και οι αναγκαίες επενδύσεις συνεπάγονται μεγάλη άνοδο των χρεών και των τόκων. Αυτό συνέβη και στην Kahla II. Η Γερμανία, βέβαια, ποτέ δεν χαρακτήρισε τη διαδικασία που εκτυλίχθηκε στην Kahla II ως αναδιάρθρωση, αλλά η Επιτροπή διαπιστώνει ότι και στις δύο εκθέσεις, του Νοεμβρίου 1993 και του Ιανουαρίου 1994, προτάθηκε αναδιάρθρωση αναγκαία για την αποκατάσταση της βιωσιμότητάς της. Επιπλέον, σε μια έκθεση της Projekt Management Eschbach (PME), που υπέβαλε η Γερμανία σε σχέση με άλλη διαδικασία (35), η Kahla II περιγράφεται ως επιχείρηση που βρίσκεται σε διαδικασία αναδιάρθρωσης και η οποία δεν θα ολοκληρωνόταν πριν από το 1996 (36). Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια τέτοια διαδικασία δεν είναι τυπική για μια υγιή επιχείρηση.

(114)

Επιπλέον, η Γερμανία θεωρεί ότι οι ζημιές που εμφάνισε η Kahla II κατά τα πρώτα χρόνια οφείλονταν απλώς στην εφαρμογή ενός καθεστώτος ειδικής απόσβεσης (μέτρο 33). Η Επιτροπή φρονεί, ωστόσο, ότι λόγω της εφαρμογής αυτού του καθεστώτος απόσβεσης εμφανίσθηκαν ενδεχομένως μεγαλύτερες ζημιές, αλλά η επιχείρηση, χωρίς την κρατική στήριξη, ασφαλώς θα πραγματοποιούσε πολύ μεγαλύτερες ζημιές και πιθανόν να εξαφανιζόταν από την αγορά. Διαπιστώνεται ότι η κρατική στήριξη θεωρείται καθοριστικής σημασίας για την επιβίωση της επιχείρησης και την αποκατάσταση της βιωσιμότητάς της στις εκθέσεις που υπέβαλε η Γερμανία το 1993 και το 1994.

(115)

Για να στηρίξει το επιχείρημά της ότι η Kahla II δεν υπήρξε ποτέ προβληματική επιχείρηση, η Γερμανία υπέβαλε έκθεση που συνέταξε κάποιος σύμβουλος στις 21 Ιανουαρίου 2002:

Πίνακας 11

 

1994

1995

1996

1997

1998

1999

2000

Κύκλος εργασιών (εκατ. DEM)

23,19

28,95

31,46

39,10

34,34

35,81

41,60

Αποτέλεσμα εκμετ/σης προ φόρων (εκατ. DEM)

[…] (37)

Έσοδα (εκατ. DEM)

[…]

Αποθέματα

[…]

Αξιοποίηση παραγωγικής ικανότητας %

[…]

Ίδια κεφάλαια %

[…]

Ξένα κεφάλαια %

[…]

(116)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ο πίνακας 11 αποτελεί εκ των υστέρων αποτίμηση του ιστορικού της επιχείρησης. Χρήσιμη είναι επίσης η διαπίστωση ότι ήταν σωστές οι προβλέψεις των εκθέσεων που υπήρχαν το 1994 ότι δηλαδή θα υπήρχαν ζημιές τουλάχιστον κατά την πρώτη διετία. Η Επιτροπή, ωστόσο, θα πρέπει να κάνει την αξιολόγησή της ex-ante, να διαπιστώσει δηλαδή αν η Γερμανία ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη Συνθήκη ΕΚ μετά το 1994 και κοινοποίησε την ενίσχυση. Αν η Γερμανία ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της, η Επιτροπή θα έκανε την αξιολόγησή της βάσει των εκθέσεων που υπήρχαν εκείνη την εποχή. Όπως διαπιστώθηκε ήδη στις παραγράφους 95, 96 και 113, οι εν λόγω εκθέσεις βασίζονταν στη βασική προϋπόθεση ότι η επιχείρηση έπρεπε να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητά της και κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι η κρατική υποστήριξη ήταν απόλυτα καθοριστική για την υλοποίηση του στόχου αυτού. Λαμβάνοντας υπόψη τις εν λόγω εκθέσεις η Επιτροπή θα θεωρούσε την Kahla II προβληματική επιχείρηση, σύμφωνα με την πάγια τακτική της. Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να αλλάξει ex post εξαιτίας του ότι τα προβλήματα ξεπεράσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, χάρη στη χορήγηση σημαντικών ενισχύσεων.

(117)

Συνολικά η Επιτροπή, βάσει των εκθέσεων που υπήρχαν την σχετική χρονική στιγμή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Kahla II δεν ήταν σε θέση να εξυγιανθεί με ίδιους πόρους ή συγκεντρώνοντας κεφάλαια με τους συνήθεις όρους της αγοράς. Η Επιτροπή διαπιστώνει ιδιαίτερα ότι η Γερμανία παραδέχθηκε σαφώς το γεγονός αυτό το 1999. Επιπλέον, η επιχείρηση ενδεχομένως να εξαφανιζόταν από την αγορά χωρίς κρατική υποστήριξη. Δεν έχει σημασία το ότι δεν είναι εφαρμόσιμοι στην Kahla II όλοι οι δείκτες που αναφέρονται στις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων διότι δεν περιλαμβάνουν έναν πλήρη κατάλογο τυπικών συμπτωμάτων ούτε πλήρη και σωρευτικό κατάλογο των κριτηρίων.

(118)

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εμμένει στην άποψή της ότι η Kahla II ήταν προβληματική από το 1994 μέχρι τα τέλη του 1996 οπότε, για πρώτη φορά, παρουσίασε ελαφρά θετικό αποτέλεσμα, πιθανότατα χάρη στη χορηγηθείσα ενίσχυση, και το ποσοστό των ιδίων κεφαλαίων άρχισε να αυξάνει. Η Επιτροπή φρονεί ότι η έλλειψη της ιδιωτικής χρηματοδότησης χωρίς κρατική στήριξη και τα διαθέσιμα στοιχεία επιβεβαιώνουν τη θέση αυτή.

Γ.   Ενισχύσεις που υποτίθεται ότι καλύπτονται από εγκεκριμένα καθεστώτα ενισχύσεων

(119)

Μέρος των ενισχύσεων υπέρ της Kahla I και της Kahla II υποτίθεται ότι χορηγήθηκε στο πλαίσιο εγκεκριμένων καθεστώτων ενισχύσεων. Επειδή η Επιτροπή εξέφρασε σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσον τα μέτρα των ενισχύσεων αυτών ήταν σύμφωνα με τους όρους των καθεστώτων βάσει των οποίων υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν, κάλεσε τη Γερμανία, με εντολή παροχής πληροφοριών βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου της 22ας Μαρτίου 1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (38), να της διαβιβάσει όλα τα αναγκαία για την αξιολόγηση έγγραφα, στοιχεία και δεδομένα. Εφόσον οι πληροφορίες που διαβίβασε η Γερμανία είναι ανεπαρκείς για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι τα εν λόγω μέτρα καλύπτονται από το οικείο πρόγραμμα, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει βάσει των διαθέσιμων στοιχείων.

(120)

Κατά την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα 1, 4, 5, 6, 7 και 10 υπέρ της Kahla I συνιστούν υφιστάμενες ενισχύσεις που δεν πρέπει να αξιολογηθούν εκ νέου. Η Επιτροπή επιβεβαιώνει την άποψή της ότι το μέτρο 8 δεν χορηγήθηκε στο πλαίσιο εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων και πρέπει να αξιολογηθεί ως ad-hoc ενίσχυση.

(121)

Όσον αφορά την Kahla II η Επιτροπή κατά την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα 28 και 29 υπέρ της Kahla II συνιστούν υφιστάμενες ενισχύσεις που δεν πρέπει να αξιολογηθούν εκ νέου από την Επιτροπή. Η Επιτροπή επιβεβαιώνει την άποψή της ότι τα μέτρα 11, 12 και 20 δεν χορηγήθηκαν στο πλαίσιο εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων. Όσον αφορά τα υπόλοιπα μέτρα που υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν στο πλαίσιο εγκεκριμένων καθεστώτων ενισχύσεων, η Επιτροπή θα επανεξετάσει εν μέρει τις προκαταρκτικές αξιολογήσεις που έκανε κατά την κίνηση και την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

(122)

Μέτρα 13, 14, 23 και 30: Οι εν λόγω κρατικές εγγυήσεις που καλύπτουν το 90 % των οφειλόμενων ποσών βασίζονταν σε καθεστώς που δεν κοινοποιήθηκε ποτέ στην Επιτροπή. Το καθεστώς καταχωρήθηκε υπό τον αριθμό NN 46/97 και δεν εγκρίθηκε ποτέ από την Επιτροπή. Γι’ αυτό και, όπως διαπιστώνεται κατά την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, οι εν λόγω εγγυήσεις πρέπει να αξιολογηθούν ως ad-hoc ενισχύσεις. Επιπλέον, η Επιτροπή στην απόφασή της σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές εγγυήσεων του ομόσπονδου κράτους της Θουριγγίας (39) όρισε ότι η Θουριγγία όφειλε να παύσει την εφαρμογή του εν λόγω μη κοινοποιηθέντος καθεστώτος.

(123)

Όσον αφορά το στοιχείο ενίσχυσης των εν λόγω εγγυήσεων η Γερμανία ισχυρίζεται ότι βάσει συμφωνίας μεταξύ αυτής και της Επιτροπής το στοιχείο ενίσχυσης της εγγύησης θα ανέρχεται στο 0,5 % του καλυπτόμενου από την εγγύηση ποσού. Η Επιτροπή διαπιστώνει, ωστόσο, ότι η εν λόγω συμφωνία αφορά κρατικές εγγυήσεις που καλύπτουν το 80 % του οφειλόμενου ποσού και είναι σύμφωνες με εγκεκριμένα καθεστώτα ενισχύσεων. Οι παρούσες εγγυήσεις υπερβαίνουν το προαναφερθέν όριο κατά 10 % και δεν χορηγήθηκαν στο πλαίσιο εγκεκριμένου καθεστώτος εγγυήσεων, αλλά στο πλαίσιο μη κοινοποιηθέντος καθεστώτος που δεν εγκρίθηκε ποτέ από την Επιτροπή. Επιπλέον, η συμφωνία απέκλειε από το πεδίο εφαρμογής της τις προβληματικές επιχειρήσεις. Συνεπώς, σε αντίθεση με τους υπολογισμούς της Γερμανίας, το ποσοστό του 0,5 % δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στις προκείμενες εγγυήσεις.

(124)

Όσον αφορά τις εγγυήσεις στο πλαίσιο των μέτρων 13, 14 και 23. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (40) ισχύουν τα εξής: «Στην περίπτωση στην οποία, κατά το χρόνο χορήγησης του δανείου, υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ότι ο οφειλέτης δεν θα είναι σε θέση να εκπληρώσει την υποχρέωσή του, λ. χ. επειδή αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες, η αξία της εγγύησης μπορεί να φθάνει μέχρι και το ποσό που καλύπτει η εν λόγω εγγύηση». Όπως αναφέρθηκε στο κεφάλαιο Β της αξιολόγησης (παράγραφοι 106-118), η Kahla II κατά το χρόνο χορήγησης των εν λόγω μέτρων ήταν προβληματική επιχείρηση. Αυτό σημαίνει ότι το στοιχείο ενίσχυσης των εγγυήσεων που χορηγήθηκαν μέχρι το 1996 ανέρχεται ενδεχομένως στο 90 % των αντίστοιχων δανείων.

(125)

Όσον αφορά το μέτρο 30, το οποίο χορηγήθηκε όταν η επιχείρηση δεν ήταν πλέον προβληματική, η Γερμανία εκφράζει εκ νέου την άποψη ότι, βάσει της συμφωνίας με την Επιτροπή που αναφέρθηκε στην παράγραφο 123, το ισοδύναμο επιχορήγησης πρέπει να καθοριστεί στο 0,5 %. Η Επιτροπή υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι η εν λόγω συμφωνία αφορά κρατικές εγγυήσεις που καλύπτουν το 80 % του οφειλόμενου ποσού και χορηγήθηκαν στο πλαίσιο εγκεκριμένων καθεστώτων ενισχύσεων. Στην προκειμένη περίπτωση η εγγύηση υπερέβη το ποσοστό του 80 % κατά 10 % και δεν χορηγήθηκε στο πλαίσιο εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ισοδύναμο επιχορήγησης 0,5 %. Κατά το χρόνο χορήγησης της εν λόγω εγγύησης το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας είχε συμφωνήσει να εξαρτήσει τις εγγυήσεις από τη απόφαση της Επιτροπής για τις κατευθυντήριες γραμμές για τις εγγυήσεις του ομόσπονδου κράτους της Θουριγγίας (41), σύμφωνα με την οποία το ισοδύναμο επιχορήγησης εγγυήσεων που καλύπτουν το 80 % του οφειλόμενου ποσού και χορηγούνται στο πλαίσιο εγκεκριμένων καθεστώτων ενισχύσεων, κυμαίνεται μεταξύ 0,5 % και 2 %. Αν και η εν λόγω απόφαση αφορά εγγυήσεις που καλύπτουν το 80 % του οφειλόμενου ποσού και χορηγούνται στο πλαίσιο εγκεκριμένων καθεστώτων ενισχύσεων, είναι λογικό κατά την άποψη της Επιτροπής να εφαρμόσουμε εδώ ανάλογα την εν λόγω ρύθμιση. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός, ωστόσο, ότι η εγγύηση κάλυπτε μεγάλο μέρος των συμφυών κινδύνων των δανείων, που αντικατοπτρίζεται στο χαμηλό επιτόκιο που καθόρισε η ιδιωτική τράπεζα, η Επιτροπή θα εφαρμόσει στην παρούσα ρύθμιση για τις εγγυήσεις το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο του 2 %.

(126)

Ομοίως η Επιτροπή θεωρεί λογικό να εφαρμόσει ποσοστό 2 % για το ισοδύναμο επιχορήγησης στην εγγύηση του μέτρου 13 που καλύπτει το 90 % του οφειλόμενου ποσού, και μάλιστα μετά τις 30 Μαρτίου 1998, όταν τα δάνεια των μέτρων 18-21 αποπληρώθηκαν με δάνειο από την αγορά. Το επιτόκιο του δανείου της αγοράς ανερχόταν σε 5,90 %, ενώ το επιτόκιο των δανείων των μέτρων 18 έως 21 κυμαινόταν μεταξύ 6,5 % και 6,75 %. Συνεπώς, τα δάνεια που έλαβε η επιχείρηση από κρατικούς πόρους αποπληρώθηκαν τότε με ιδιωτικό δάνειο, όταν αυτή πλέον μπορούσε να πάρει από την αγορά ιδιωτικό δάνειο με επιτόκιο μικρότερο των δανείων που έπαιρνε από κρατικούς πόρους. Σχετικά με το θέμα αυτό υπενθυμίζεται ότι η μετατροπή αυτή ήταν δυνατή μόνον επειδή υπήρχε κρατική εγγύηση που κάλυπτε το 90 % του νέου δανείου.

(127)

Σύμφωνα με τη Γερμανία οι εγγυήσεις αυτές εμπίπτουν στο καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας. Η εφαρμογή του καθεστώτος των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας εξετάζεται στο κεφάλαιο Δ της αξιολόγησης.

(128)

Μέτρο 15: Επιχορήγηση ύψους 2,5 εκατ. DEM υποτίθεται ότι χορηγήθηκε στο πλαίσιο εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων (42). Κατά την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας η Επιτροπή διαπίστωσε εσφαλμένα ότι το εν λόγω καθεστώς προβλέπεται μόνο για ΜΜΕ. Η Γερμανία δικαιολογημένα επεσήμανε ότι και μεγάλες επιχειρήσεις υπό ορισμένους όρους είναι επιλέξιμες για ενισχύσεις στο πλαίσιο του εν λόγω καθεστώτος. Ωστόσο, από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος καθεστώτος αποκλείονται κατηγορηματικά οι προβληματικές επιχειρήσεις.

(129)

Η Επιτροπή πρόσφατα έλαβε αρνητική απόφαση σχετικά με το εν λόγω καθεστώς εξαιτίας κατάχρησης, επειδή εφαρμόσθηκε μεταξύ άλλων και σε προβληματικές επιχειρήσεις (43). Στην απόφασή της η Επιτροπή δήλωσε ρητά ότι η Γερμανία είχε συμπεριλάβει την Kahla II στις προβληματικές επιχειρήσεις, οι οποίες έκαναν χρήση του εν λόγω καθεστώτος, αντίθετα προς τις εγκεκριμένες από την Επιτροπή ειδικές διατάξεις. Στην απόφασή της σχετικά με το προαναφερθέν καθεστώς, στο γενικό πλαίσιο του οποίου εξετάσθηκε η μεμονωμένη εφαρμογή, η Επιτροπή δήλωσε ότι είναι ανεξάρτητη από την απόφασή της στην προκειμένη περίπτωση. Στην παρούσα απόφαση η Επιτροπή εκφράζει την άποψη ότι η Kahla II κατά το χρόνο χορήγησης της εν λόγω ενίσχυσης ήταν προβληματική επιχείρηση. Συνεπώς, διατηρείται η θέση του ότι η εν λόγω ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί νέα ενίσχυση.

(130)

Μέτρο 16: Δάνειο ύψους 0,2 εκατ. DEM υποτίθεται ότι εγκρίθηκε στο πλαίσιο εγκεκριμένου προγράμματος ενίσχυσης ιδίων κεφαλαίων (44). Το πρόγραμμα προοριζόταν μόνο για ΜΜΕ. Ωστόσο, επειδή η Kahla II είχε πάνω από 250 εργαζόμενους και συνεπώς κατά το χρόνο χορήγησης του εν λόγω μέτρου δεν συγκαταλεγόταν στις ΜΜΕ, η ενίσχυση δεν είναι προφανώς σύμφωνη με το καθεστώς. Η Γερμανία επεσήμανε πρόσφατα ότι το δάνειο δεν χορηγήθηκε στην επιχείρηση, αλλά στον κ. G. Raithel. Στην έγκριση του καθεστώτος, στο πλαίσιο του οποίου χορηγήθηκε το δάνειο, η Επιτροπή καθόρισε ότι οι επενδυτές λαμβάνουν τέτοια υποστήριξη μόνον υπό τον όρο ότι θα το συνεισφέρουν ως κεφάλαιο στην επιχείρηση. Αυτό έκανε και ο κ. G. Raithel. Κατά συνέπεια, σκοπός του εν λόγω δανείου ήταν η υποστήριξη μιας επιχείρησης, παρόλο που χορηγήθηκε απ’ ευθείας σε ιδιώτη. Γι’ αυτό και το δάνειο πρέπει να αξιολογηθεί ως νέα ενίσχυση υπέρ της Kahla II.

(131)

Μέτρα 17, 18, 19 και 22: Κατά την έρευνα η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται οι όροι του καθεστώτος, σύμφωνα με το οποίο χορηγήθηκαν τα εν λόγω δάνεια (45). Κατά συνέπεια, τα εν λόγω δάνεια συνιστούν υφιστάμενες ενισχύσεις, που δεν χρειάζεται να αξιολογηθούν εκ νέου από την Επιτροπή.

(132)

Μέτρο 21: Το δάνειο αυτό υποτίθεται ότι χορηγήθηκε στο πλαίσιο εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων (46). Το καθεστώς, ωστόσο, προέβλεπε δάνεια μέχρι 2 εκατ. DEM σε επιχειρήσεις των νέων ομόσπονδων κρατών. Το παρόν δάνειο υπερβαίνει το όριο αυτό. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορεί να συμπεράνει ότι πληρούνται οι όροι του οικείου καθεστώτος. Λαμβάνοντας υπόψη την ευνοϊκή μεταχείριση ως προς τους τόκους, τη μειωμένη αξία των εξασφαλίσεων που προσφέρθηκαν και την παροχή εγγύησης που καλύπτει το 90 % του οφειλόμενου ποσού, δηλαδή το σύνολο σχεδόν του κινδύνου μη εξόφλησης, η Επιτροπή φρονεί ότι το παρόν δάνειο κατά το χρόνο χορήγησής του συνιστά ενδεχομένως ενίσχυση ίσο προς το συνολικό ύψος του δανείου.

(133)

Τα μέτρα 24 και 25 χορηγήθηκαν στο πλαίσιο εγκεκριμένων καθεστώτων ενισχύσεων και μάλιστα με σκοπό να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις που εμφανίζονται λεπτομερώς στον πίνακα 5. Εκτός τούτου, από τις πληροφορίες που διαβίβασε η Γερμανία προκύπτει ότι ένα μέρος της στο πλαίσιο του καθεστώτος της ειδικής απόσβεσης (μέτρο 33) χορηγηθείσας ενίσχυσης, εξυπηρετούσε τη χρηματοδότηση και των επενδύσεων αυτών. Η Γερμανία απέδειξε ότι όλα αυτά τα μέτρα συμφωνούν με τους όρους των καθεστώτων βάσει των οποίων υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν. Κατά συνέπεια, τα μέτρα 24, 25 και 33 συνιστούν υφιστάμενες ενισχύσεις που δεν χρειάζεται να αξιολογηθούν εκ νέου από την Επιτροπή.

(134)

Μέτρο 26: Οι επιχορηγήσεις για την ενίσχυση της απασχόλησης σε συνδυασμό με περιβαλλοντικές επενδύσεις, οι οποίες υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν βάσει εγκεκριμένου καθεστώτος, δεν θεωρούνται ενισχύσεις (47). Όπως όμως διαπιστώθηκε κατά την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, το καθεστώς – όσον αφορά τα περιβαλλοντικά στοιχεία του – προβλεπόταν για την εξάλειψη περιβαλλοντικών κινδύνων σε κρατικές επιχειρήσεις. Συνεπώς είναι σαφές ότι οι επιχορηγήσεις δεν συμφωνούν με το πρόγραμμα βάσει του οποίου υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν. Με επιστολή της 29ης Ιουλίου 1994 (48) η Γερμανία διευκρίνισε στην Επιτροπή τον τρόπο ερμηνείας της παρούσας διάταξης. Η Γερμανία δήλωσε ρητά ότι τέτοια μέτρα θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν μόνο σε κοινότητες, σε δήμους, κλπ. Επιχειρήσεις της Treuhand πριν από την ιδιωτικοποίησή τους ήταν επίσης επιλέξιμες για την εν λόγω ενίσχυση, επειδή μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή θεωρούνταν κρατικές (49). Η Επιτροπή εξέφρασε την άποψη ότι τα εν λόγω μέτρα δεν συνιστούν ενισχύσεις, επειδή δεν παραχωρούσαν πλεονέκτημα σε καμιά επιχείρηση (50).

(135)

Η Kahla II, όμως, κατά το χρόνο της χορήγησης των μέτρων αυτών ήταν ιδιωτική επιχείρηση και συνεπώς δεν ήταν επιλέξιμη για την εν λόγω ενίσχυση. Εκτός τούτου, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι μέρος των επιχορηγήσεων αυτών χορηγήθηκε από το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας, ενώ σύμφωνα με τη σχετική διάταξη μόνον η Bundesanstalt für Arbeit δικαιούτο να χορηγήσει τέτοιες επιχορηγήσεις. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω μέτρα συνιστούν υφιστάμενες ενισχύσεις (51).

(136)

Μετά την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας η Γερμανία άλλαξε την επιχειρηματολογία της και ισχυριζόταν ότι τα εν λόγω μέτρα δεν είχαν παραχωρήσει πλεονέκτημα στην επιχείρηση. Στην αρχή η Γερμανία υποστήριζε ότι οι ενισχύσεις δόθηκαν για την απομάκρυνση παλιών εγκαταστάσεων, πράγμα που είχε σημασία για το περιβάλλον. Η Επιτροπή, ωστόσο, δεν μπορεί να δεχθεί ότι η απομάκρυνση παλιών εγκαταστάσεων δεν αποτελούσε πλεονέκτημα για την επιχείρηση. Εργασίες αυτού του είδους συνεπάγονται αναγκαστικά αύξηση της διαθέσιμης επιφάνειας και αύξηση της αξίας της επιχείρησης.

(137)

Η Γερμανία ισχυρίσθηκε πρόσφατα ότι τα μέτρα αφορούσαν την εξάλειψη περιβαλλοντικών κινδύνων που προέκυψαν τον Ιούλιο του 1990. Σύμφωνα με την πρακτική της Επιτροπής τέτοια μέτρα δεν συνιστούν ενίσχυση. Η Γερμανία, όμως, δεν προσκόμισε καμιά απόδειξη ότι υπήρχαν κάποιοι κίνδυνοι που προέκυψαν πριν από τον Ιούλιο του 1990. Εκτός τούτου, τέτοιοι κίνδυνοι υποτίθεται ότι εξαλείφθηκαν από την Kahla I, η οποία έκανε χρήση της υποστήριξης αυτής το 1991 (μέτρο 2) στο ύψος του αναγκαίου για την εξάλειψη των κινδύνων αυτών ποσού. Η Γερμανία δεν προσκόμισε καμιά απόδειξη ότι οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι εξακολουθούσαν να υπάρχουν, όταν πωλήθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της Kahla I. Ακόμη και αν συνέβαινε αυτό, ο αγοραστής θα έπρεπε να ελέγξει προσεκτικά κατά πόσον τα περιουσιακά στοιχεία ήταν απαλλαγμένα από τέτοιους κινδύνους. Αν δεν συνέβη κάτι τέτοιο, δεν επέδειξε την κατάλληλη επιμέλεια και συνεπώς είναι απαράδεκτο να αξιώνει αργότερα κρατική υποστήριξη για το σκοπό αυτό. Αν γινόταν ο κατάλληλος έλεγχος, η ύπαρξη τέτοιων κινδύνων και η ανάγκη να εξευρεθούν πόροι για την εξάλειψή τους θα λαμβανόταν υπόψη στην τιμή αγοράς και όχι αργότερα στην αξίωση για κρατική υποστήριξη.

(138)

Η Γερμανία ανέφερε επίσης πως αν η επιχείρηση γνώριζε ότι τα εν λόγω μέτρα συνιστούν ενίσχυση, ίσως να μην έκανε τις σχετικές εργασίες ή να χρησιμοποιούσε εσωτερικό, λιγότερο ή άλλο προσωπικό. Η Γερμανία ισχυρίζεται πως το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν θεωρεί το καθεστώς ενισχύσεις και το ενέκρινε, αποτελούσε ικανή αφορμή για να υπάρχει η δικαιολογημένη προσδοκία ότι τα μέτρα δεν συνιστούσαν ενισχύσεις. Η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί το εν λόγω επιχείρημα, επειδή η έγκριση του καθεστώτος έγινε βάσει της κοινοποίησης και των πληροφοριών που διαβίβασε συμπληρωματικά η Γερμανία. Γι’ αυτό και η Γερμανία δεν μπορεί να ενεργεί συνειδητά ενάντια στην κοινοποίηση και να επικαλείται εσφαλμένες προσδοκίες. Και ο αποδέκτης δεν μπορεί να επικαλείται τέτοιες προσδοκίες, όταν στο γερμανικό καθεστώς προβλέπεται σαφώς ότι τέτοια μέτρα δεν μπορούν να εφαρμόζονται προς το συμφέρον μιας μεμονωμένης επιχείρησης και ότι η Bundesanstalt für Arbeit ήταν η μόνη αρμόδια να χορηγεί τέτοιες επιχορηγήσεις, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ένα μέρος της υποστήριξης παρασχέθηκε από το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας.

(139)

Η Γερμανία υποστήριξε, τελειώνοντας, ότι οι εν λόγω επιχορηγήσεις συνιστούν γενικό μέτρο, από το οποίο μπορούν να επωφεληθούν αδιακρίτως όλες οι επιχειρήσεις της Γερμανίας. Η Επιτροπή διαπιστώνει, ωστόσο, ότι ο ισχυρισμός αυτός αντίκειται σ’ όλες τις πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν προηγουμένως. Από τις διατάξεις του γερμανικού νόμου (§ 249h AFG) και όλα τα διαβιβασθέντα στην Επιτροπή έγγραφα, τα οποία επέτρεψαν στην Επιτροπή να θεωρήσει ότι το πρόγραμμα δεν συνιστά ενίσχυση και να το εγκρίνει, συνάγεται σαφώς ότι δεν μπορούν να επωφεληθούν όλες οι επιχειρήσεις από τα μέτρα αυτά. Αντίθετα, ο γερμανικός νόμος και όλα τα διαβιβασθέντα στην Επιτροπή έγγραφα, τα οποία θα επέτρεπαν την αξιολόγηση των διατάξεων, αναφέρονται σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και αποκλείουν ρητά μέτρα υπέρ μεμονωμένων επιχειρήσεων. Η εν λόγω διάταξη κρύβει σαφώς μια επιλεκτική συνιστώσα, από την οποία έπεται πως το μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί γενικό.

(140)

Μέτρο 27: Επιχορηγήσεις για διάφορους σκοπούς που χορηγήθηκαν κατά τα έτη 1995 και 1996. Επειδή δεν αναφέρθηκε καμιά νομική βάση, η Επιτροπή αξιολόγησε προσωρινά τις επιχορηγήσεις ως νέες ενισχύσεις. Η Γερμανία απέδειξε στη συνέχεια ότι χορηγήθηκαν επιχορηγήσεις για την έρευνα και την ανάπτυξη ύψους 0,318 εκατ. DEM στο πλαίσιο εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων (52). Βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, οι εν λόγω ενισχύσεις είναι σύμφωνες με το καθεστώς αυτό και συνεπώς συνιστούν υφιστάμενες ενισχύσεις, οι οποίες δεν χρειάζεται να αξιολογηθούν εκ νέου.

(141)

Όσον αφορά τις επιχορηγήσεις για ένταξη εργαζομένων ύψους 0,021 εκατ. DEM, η Γερμανία υποστηρίζει ότι δεν συνιστούν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, επειδή προβλέπονταν μόνο για την ενίσχυση της απασχόλησης ατόμων με ειδικές ανάγκες. Η Επιτροπή διαπιστώνει, ωστόσο, ότι μόνον τα μέτρα που υπάγονται στις κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις ενισχύσεις για την απασχόληση (53) (κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση) και εφαρμόζονται σε μεμονωμένα άτομα βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, χωρίς να ευνοούν ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής δεν συνιστούν ενίσχυση. Παρά την εντολή παροχής πληροφοριών ειδικά όσον αφορά το εν λόγω σημείο, η Γερμανία δεν προσκόμισε αποδείξεις για το θέμα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα, βάσει των πληροφοριών που της διαβίβασαν, ότι τα εν λόγω μέτρα αποτελούσαν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ.

(142)

Οι υπόλοιπες επιχορηγήσεις για τη συμμετοχή σε εκθέσεις, ύψους 0,122 εκατ. DEM, καθώς και οι επιχορηγήσεις για διαφήμιση, ύψους 0,030 εκατ. DEM, υποτίθεται ότι εμπίπτουν στο καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας. Στα επόμενα κεφάλαια εξετάζεται κατά πόσον είναι σύμφωνες με το καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας.

(143)

Μέτρα 28 και 29: Όπως αναφέρθηκε κατά την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, τα εν λόγω μέτρα αξιολογούνται ως υφιστάμενες ενισχύσεις, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών. Επιπλέον, από τις πληροφορίες που διαβίβασε η Γερμανία προκύπτει ότι μέρος των ενισχύσεων επενδύσεων που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του καθεστώτος ειδικής απόσβεσης (μέτρο 33) εξυπηρετούσε επίσης τη χρηματοδότηση των επενδύσεων αυτών. Η Γερμανία απέδειξε ότι όλα αυτά τα μέτρα είναι σύμφωνα με τα καθεστώτα, βάσει των οποίων υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν. Αποτελούν, συνεπώς, υφιστάμενες ενισχύσεις, οι οποίες δεν χρειάζεται να αξιολογηθούν εκ νέου από την Επιτροπή.

(144)

Μέτρο 31: Άλλες επιχορηγήσεις για την ενίσχυση της απασχόλησης, που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων (54). Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβίβασε η Γερμανία, η Επιτροπή φρονεί ότι οι επιχορηγήσεις αυτές είναι σύμφωνες με το καθεστώς βάσει του οποίου χορηγήθηκαν. Κατά συνέπεια, συνιστούν υφιστάμενες ενισχύσεις, οι οποίες δεν χρειάζεται να αξιολογηθούν εκ νέου από την Επιτροπή.

(145)

Μέτρο 32: Επιχορηγήσεις για διάφορους σκοπούς. Επειδή δεν αναφέρθηκε καμιά νομική βάση, η Επιτροπή αξιολόγησε προσωρινά τις επιχορηγήσεις αυτές ως νέες ενισχύσεις. Η Γερμανία, ωστόσο, απέδειξε ότι οι επιχορηγήσεις ύψους 0,009 εκατ. DEM χορηγήθηκαν για έρευνα και ανάπτυξη στο πλαίσιο εγκεκριμένου καθεστώτος ενισχύσεων (55). Το εν λόγω πρόγραμμα, όμως, ισχύει μόνο για ΜΜΕ. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες η Kahla II δεν μπορούσε ποτέ κατά την περίοδο 1997-1999 να θεωρηθεί ΜΜΕ, επειδή δεν τηρήθηκε ποτέ το όριο των 250 εργαζομένων, ούτε και μετά την αφαίρεση του αριθμού των ασκουμένων. Κατά συνέπεια, οι ενισχύσεις δεν εμπίπτουν προφανώς στο καθεστώς σύμφωνα με το οποίο υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν και πρέπει να αξιολογηθούν ως νέες ενισχύσεις.

(146)

Όσον αφορά τις επιχορηγήσεις για ένταξη εργαζομένων η Γερμανία επανέλαβε ότι δεν αποτελούν ενισχύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, επειδή προβλέπονταν για την ενίσχυση της απασχόλησης ατόμων με αναπηρίες. Όπως στην περίπτωση των επιχορηγήσεων που προαναφέρθηκαν στο μέτρο 27, έτσι κι εδώ η Γερμανία δεν προσκόμισε καμιά απόδειξη για το θέμα, παρά την εντολή παροχής πληροφοριών ειδικά όσον αφορά το εν λόγω σημείο. Σύμφωνα με τις ετήσιες εκθέσεις της επιχείρησης (56) οι επιχορηγήσεις για την ένταξη προσωπικού ανήλθαν σε 0,119 εκατ. DEM το 1997 και το 1998 και σε ένα άγνωστου ύψους μέρος των αναφερόμενων στην έκθεση του 1999 επιχορηγήσεων για εκθέσεις και ένταξη προσωπικού συνολικού ύψους 0,121 εκατ. DEM για το 1999. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα, βάσει των πληροφοριών που της διαβίβασαν, ότι τα εν λόγω μέτρα αποτελούσαν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ.

(147)

Οι υπόλοιπες επιχορηγήσεις για τη συμμετοχή σε εκθέσεις και διαφήμιση, ύψους 0,103 εκατ. DEM για το 1997 και το 1998 καθώς και σε ένα μέρος, άγνωστου ύψους, των αναφερόμενων στην έκθεση του 1999 επιχορηγήσεων για εκθέσεις και ένταξη προσωπικού συνολικού ύψους 0,121 εκατ. DEM για το 1999, υποτίθεται ότι εμπίπτουν στο καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας. Στο κεφάλαιο Δ της αξιολόγησης εξετάζεται κατά πόσον αυτές είναι σύμφωνες με το καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας.

(148)

Λόγω των ανωτέρω παρατηρήσεων, τα μέτρα 17, 18, 19, 22, 24, 25, μέρος του μέτρου 27, τα μέτρα 28, 29, 31, καθώς και το μέτρο 33 αποτελούν υφιστάμενες ενισχύσεις, οι οποίες δεν χρειάζεται να αξιολογηθούν εκ νέου από την Επιτροπή.

Δ.   Υποτιθέμενα μέτρα ήσσονος σημασίας (de minimis)

(149)

Τα μέτρα 13, 14, 23, μέρος του μέτρου 27, το μέτρο 30, καθώς και μέρος του μέτρου 32 υποτίθεται ότι εμπίπτουν στο καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας  (57). Σύμφωνα με το εν λόγω καθεστώς το συνολικό ανώτατο ποσό ενίσχυσης ήσσονος σημασίας είναι 100 000 EUR επί μία τριετία μετά την ημερομηνία χορήγησης της πρώτης ενίσχυσης ήσσονος σημασίας. Το ποσό αυτό καλύπτει κάθε κρατική ενίσχυση που χορηγείται ως ενίσχυση ήσσονος σημασίας και δεν περιορίζει τη δυνατότητα χορήγησης στον αποδέκτη άλλων ενισχύσεων στο πλαίσιο καθεστώτων που έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή. Οι σχετικές περίοδοι είναι από 25 Μαρτίου 1994 έως 25 Μαρτίου 1997 και από 25 Μαρτίου 1997 έως 25 Μαρτίου 2000.

(150)

Κατά την πρώτη περίοδο, από το 1994 έως το 1997, τα μέτρα 13, 14, 23 και μέρος του μέτρου 27 υποτίθεται ότι εμπίπτουν στο καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας.

(151)

Μολονότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του μέτρου 27 και υποτίθεται ότι εμπίπτουν στο καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, δηλαδή οι επιχορηγήσεις για τη συμμετοχή σε εκθέσεις ύψους 122 000 DEM και οι επιχορηγήσεις για διαφήμιση ύψους 30 000 DEM, ανέρχονται συνολικά σε 152 000 DEM (77 716 EUR), το ποσό αυτό θα πρέπει να προστεθεί στο ισοδύναμο επιχορήγησης των εγγυήσεων που χορηγήθηκαν στα μέτρα 13, 14 και 23. Όπως διαπιστώνεται στη παράγραφο 124, η αξία της εγγύησης μπορεί να φθάνει μέχρι και το ποσό που καλύπτει η εν λόγω εγγύηση (58). Αυτό σημαίνει ότι το στοιχείο ενίσχυσης των εν λόγω εγγυήσεων κατά το χρόνο χορήγησής τους ανέρχεται ενδεχομένως στο 90 % των αντίστοιχων δανείων, που υπερβαίνει κατά πολύ το καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι όλα αυτά τα μέτρα εμπίπτουν στο καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας.

(152)

Για την περίοδο 1997 έως 2000 η εγγύηση του μέτρου 30 και μέρος του μέτρου 32 υποτίθεται ότι εμπίπτουν στο καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας.

(153)

Όσον αφορά την παρασχεθείσα στο μέτρο 30 εγγύηση, το στοιχείο ενίσχυσης μπορεί να καθοριστεί σε 41 760 DEM, αν, όπως εξηγείται στην παράγραφο 125, εφαρμοσθεί ένα ισοδύναμο επιχορήγησης ίσο με 2 %. Το μέρος του μέτρου 32, που υποτίθεται ότι εμπίπτει στο καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, περιλαμβάνει επιχορηγήσεις για τη συμμετοχή σε εκθέσεις, ύψους 294 000 DEM, και επιχορηγήσεις για μειώσεις κόστους, ύψους 114 000 DEM. Επιπλέον, θα έπρεπε να συνυπολογισθεί και η νέα αξία της εγγύησης του μέτρου 13 από τότε που κάλυπτε το δάνειο της αγοράς. Όπως εξηγείται στην παράγραφο 47, τα δάνεια αυτά ανήλθαν συνολικά σε 7,329 εκατ. DEM. Αν εφαρμοσθεί κι εδώ ένα ισοδύναμο επιχορήγησης 2 % στο ποσό του καλυπτομένου από την εγγύηση δανείου, προκύπτει στοιχείο ενίσχυσης ύψους 131 922 DEM. Κατά συνέπεια, τα μέτρα που υποτίθεται ότι εμπίπτουν στο καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας κατά την περίοδο 1997-1999 ανέρχονται συνολικά σε 581 682 DEM. Το ποσό αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο από το ανώτατο όριο του καθεστώτος των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας.

(154)

Κατόπιν τούτου η Επιτροπή δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι όλα αυτά τα μέτρα εμπίπτουν στο καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας. Ως εκ τούτου, συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ.

E.   Νέες ενισχύσεις

(155)

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, το μέτρο 8 υπέρ της Kahla I, καθώς και τα μέτρα 11, 12, 13, 14, 15, 16, 20, 21, 23, 26, 27, 30 και 32 υπέρ της Kahla II αξιολογούνται ως νέες ενισχύσεις. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων η Επιτροπή δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτές είναι σύμφωνες με εγκεκριμένα καθεστώτα ενισχύσεων.

ΣΤ.   Συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά

(156)

Στη Συνθήκη ΕΚ προβλέπονται ορισμένες εξαιρέσεις από την αρχή ότι οι κρατικές ενισχύσεις δεν συμβιβάζονται γενικώς με την κοινή αγορά. Οι αναφερόμενες στο άρθρο 87, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ εξαιρέσεις δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στην προκειμένη περίπτωση, επειδή τα μέτρα ενίσχυσης δεν είναι κοινωνικού χαρακτήρα, δεν δόθηκαν σε μεμονωμένους καταναλωτές, δεν εξυπηρετούν επανόρθωση ζημιών που οφείλονται σε θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα, ούτε χορηγήθηκαν προς την οικονομία ορισμένων περιοχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι οποίες θίγονται από τη διαίρεση της Γερμανίας. Οι δυνατότητες εξαίρεσης από τη γενική αρχή του ασυμβίβαστου των κρατικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά ρυθμίζονται στο άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχεία α) και γ) της Συνθήκης ΕΚ. Το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο α) επιτρέπει στην Επιτροπή να εγκρίνει ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης ορισμένων περιοχών. Το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ) προβλέπει την έγκριση κρατικών ενισχύσεων για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον. Η Επιτροπή εξέδωσε διάφορες κατευθυντήριες γραμμές, στις οποίες αναφέρονται επακριβώς οι όροι υπό τους οποίους μπορούν να εγκριθούν ενισχύσεις βάσει της εν λόγω διάταξης.

(157)

Η Γερμανία δεν αμφισβητεί ότι οι ενισχύσεις υπέρ της Kahla I, παρότι η θιγόμενη επιχείρηση είναι εγκατεστημένη σε περιοχή στην οποία μπορούν να χορηγηθούν περιφερειακές ενισχύσεις σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο α) της Συνθήκης ΕΚ, πρέπει να αξιολογηθούν στο πλαίσιο των κατευθυντήριων γραμμών για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (1994), επειδή οι ενισχύσεις δεν ήταν περιφερειακής φύσης πρωτίστως, αλλά αφορούσαν την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας προβληματικής επιχείρησης. Η Επιτροπή υπενθυμίζει στο σημείο αυτό ότι πρέπει να αξιολογηθεί μόνον η ενίσχυση που χορηγήθηκε στο πλαίσιο του μέτρου 8.

(158)

Όσον αφορά την Kahla II η Γερμανία ισχυρίζεται ότι τα μέτρα που αξιολογήθηκαν ως ενισχύσεις και δεν καλύπτονται με εγκεκριμένα καθεστώτα ενισχύσεων ή δεν εμπίπτουν στο καθεστώς των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, ήταν περιφερειακής φύσης. Η Επιτροπή υπενθυμίζει στο σημείο αυτό ότι οι ad-hoc ενισχύσεις που πρέπει να αξιολογηθούν περιλαμβάνουν τα μέτρα 11, 12, 13, 14, 15, 16, 20, 21, 23, 26, 27, 30 και 32.

(159)

Η Επιτροπή φρονεί ότι για την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά την περίοδο 1994-1996 με την κοινή αγορά, δεν είναι εφαρμοστέες οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα (59) (κατευθυντήριες γραμμές για τις περιφερειακές ενισχύσεις). Στην υποσημείωση 10 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών καθορίζεται το εξής: «Όσον αφορά τις ενισχύσεις ad-hoc υπέρ προβληματικών επιχειρήσεων, αυτές διέπονται από ειδικούς κανόνες και δεν λαμβάνονται ως περιφερειακές ενισχύσεις καθαυτές.» Οι ειδικοί αυτοί κανόνες είναι οι κατευθυντήριες γραμμές για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων.

(160)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι δεν ήταν εφαρμοστέες οι κατευθυντήριες γραμμές για τις περιφερειακές ενισχύσεις που ίσχυαν κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης. Οι κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης ισχύουσες διατάξεις που αναφέρονται στην υποσημείωση 2 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, ωστόσο, ορίζουν επίσης ρητά ότι μια τέτοια ενίσχυση δεν επιτρέπεται να χορηγηθεί όταν αντίκειται στους ειδικούς κανόνες των ενισχύσεων υπέρ προβληματικών επιχειρήσεων. Όπως αναφέρεται στο προηγούμενο κεφάλαιο Β της αξιολόγησης (παράγραφοι 106-118), η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Kahla II μέχρι το 1996 ήταν προβληματική επιχείρηση. Κατά συνέπεια, δεν μπορούν να αξιολογηθούν οι ενισχύσεις ad-hoc σύμφωνα με τους εν λόγω κανόνες. Αυτό καθίσταται σαφές και από το είδος των δαπανών που χρηματοδοτήθηκαν με τις ενισχύσεις. Η Επιτροπή παραπέμπει στον πίνακα 5, σύμφωνα με τον οποίο το 80 % των δαπανών αναλώθηκε στην ανανέωση του μηχανικού εξοπλισμού και σε κεφάλαιο κίνησης, δηλαδή σε τυπικές δαπάνες αναδιάρθρωσης και όχι σε δαπάνες στο πλαίσιο επενδυτικού σχεδίου.

(161)

Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος αυτού, η Επιτροπή δεν δύναται να συμπεράνει ότι όλες οι ενισχύσεις ad-hoc που χορηγήθηκαν μέχρι το 1996 υπέρ της Kahla II μπορούν να θεωρηθούν περιφερειακές ενισχύσεις συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά.

(162)

Η Γερμανία υποστήριξε πρόσφατα ότι οι ενισχύσεις του μέτρου 26 πρέπει να θεωρηθούν ενισχύσεις στην απασχόληση. Οι κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση (60) προβλέπουν ενισχύσεις για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γερμανίας οι επιχορηγήσεις χρησιμοποιήθηκαν για την απομάκρυνση μέρους των παλιών εγκαταστάσεων της Kahla II. Οι εν λόγω εργασίες έγιναν από ανέργους και είχαν σαν αποτέλεσμα την προσωρινή απασχόληση ανέργων. Στην ουσία, όμως, δεν οδήγησαν σε μόνιμη απασχόληση. Πέραν αυτού, η εν λόγω ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί ενίσχυση για τη διατήρηση θέσεων εργασίας, επειδή μεσολάβησε σημαντική μείωση του προσωπικού της επιχείρησης (από 380 το 1994 σε 327 άτομα το 1996). Εκτός τούτου, οι εξηγήσεις της Γερμανίας για τη χρήση της ενίσχυσης, για την προσωρινή δηλαδή απασχόληση ανέργων, ενισχύουν σαφώς την άποψη ότι στην Kahla II δεν διατηρήθηκαν θέσεις εργασίας. [Γι’ αυτό και η Επιτροπή φρονεί ότι το μέτρο 26 δεν μπορεί να εγκριθεί ως ενίσχυση στην απασχόληση, βάσει των κατευθυντήριων γραμμών για τις ενισχύσεις στην απασχόληση. Η άποψη αυτή της Επιτροπής ισχύει και για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, επειδή αυτές κατοχυρώνουν μια ήδη υφιστάμενη πρακτική και δεν μπορεί να εγκριθεί ενίσχυση στην απασχόληση αν δεν δημιουργούνται ούτε διατηρούνται θέσεις εργασίας.]

(163)

Επειδή η επιχείρηση κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης ad-hoc ήταν προβληματική, πρέπει να εξετασθεί αν η ενίσχυση υπέρ της Kahla II μέχρι το 1996 και η ενίσχυση υπέρ της Kahla I μπορούν σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή φρονεί ότι καμιά από τις υπόλοιπες κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές, όπως για παράδειγμα οι κατευθυντήριες γραμμές για την προώθηση της έρευνας και της ανάπτυξης, της προστασίας του περιβάλλοντος, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων ή της κατάρτισης, δεν είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Επειδή όλες οι ενισχύσεις χορηγήθηκαν πριν τεθεί σε ισχύ η αναθεωρημένη έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων, πρέπει να εφαρμοσθούν οι κατευθυντήριες γραμμές της 23ης Δεκεμβρίου 1994 (61). Παρακάτω εξετάζεται με τη σειρά η τήρηση των βασικότερων όρων που θεσπίζονται στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές.

(164)

Οι ενισχύσεις αναδιάρθρωσης προβληματικών επιχειρήσεων είναι κατά κανόνα συνδυασμός λειτουργικών ενισχύσεων για την κάλυψη ζημιών, κοινωνικών δαπανών, κεφαλαίων κίνησης κλπ. με ουσιαστικές επενδύσεις. Αυτό μπορεί να ελεγχθεί σαφώς με βάση τον σκοπό των μέτρων ενίσχυσης υπέρ της Kahla I και της Kahla II μέχρι το 1996 (62).

(165)

Όσον αφορά τις ενισχύσεις υπέρ της Kahla I, όπως τονίσθηκε κατά την κίνηση και την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, δεν υποβλήθηκε ποτέ στην Επιτροπή σχέδιο αναδιάρθρωσης. Όταν δεν υπάρχει σχέδιο αναδιάρθρωσης, δεν πληρούνται οι όροι που είναι απαραίτητοι για την έγκρισή της σύμφωνα με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές και ιδιαίτερα αυτός της ύπαρξης ενός τεκμηριωμένου σχεδίου αναδιάρθρωσης κατά τη χορήγηση της ενίσχυσης (63). Κατά συνέπεια, η σύμφωνα με το μέτρο 8 χορηγηθείσα ενίσχυση πρέπει να αξιολογηθεί ως μη συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά.

(166)

Σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν υπέρ της Kahla II κατά την περίοδο 1994 έως 1996 η Επιτροπή διαπίστωσε κατά την κίνηση και την επέκταση της επίσημης διαδικασίας έρευνας πως υπήρχαν ενδείξεις ότι η επιχείρηση είχε πραγματοποιήσει αναδιάρθρωση. Οι εκθέσεις που διαβιβάσθηκαν από τη Γερμανία περιγράφουν μέτρα για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας: νέο προσανατολισμό στην παραγωγή προϊόντων, μείωση προσωπικού, αντικατάσταση των παλαιών μηχανημάτων και εγκαταστάσεων, κλείσιμο εγκαταστάσεων παραγωγής, επενδύσεις με στόχο να τηρηθούν τεχνικές προδιαγραφές και περιβαλλοντικά πρότυπα και δημιουργία ενός δικτύου διανομής. Κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας η Γερμανία ανέφερε ότι τα μέτρα αυτά ήταν μέρος του πρώτου επιχειρησιακού σχεδίου, το οποίο αργότερα εξελίχθηκε περαιτέρω, και αρνήθηκε να χαρακτηρίσει τα μέτρα αυτά ως σχέδιο αναδιάρθρωσης. Στην επιστολή της 1ης Οκτωβρίου 2002 η Γερμανία δήλωσε τελικά ότι σε περίπτωση που η Επιτροπή θεωρήσει την Kahla II προβληματική επιχείρηση, τότε τα μέτρα αυτά θα πρέπει να θεωρηθούν σχέδιο αναδιάρθρωσης.

(167)

Ωστόσο δεν είναι φανερό ποιο από τα έγγραφα που διαβιβάσθηκαν πρέπει να θεωρηθεί ως οικείο σχέδιο αναδιάρθρωσης. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ότι η πρώτη έκθεση συντάχθηκε πριν από την πώληση των περιουσιακών στοιχείων και ότι προοριζόταν αποκλειστικά για την TIB, προκειμένου αυτή να αποφασίσει για τη σκοπιμότητα αγοράς μετοχών της επιχείρησης. Παρότι αμφότερα τα έγγραφα πρότειναν σειρά μέτρων αναγκαίων για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης, ο επενδυτής τα ανέπτυξε περαιτέρω σύμφωνα με τα λεγόμενα της Γερμανίας. Σε περίπτωση που οι εκθέσεις αυτές ληφθούν ως σχέδιο αναδιάρθρωσης, καθίσταται εμφανές ότι τα προτεινόμενα μέτρα δεν αποτελούσαν τελική μορφή του σχεδίου κι αυτό προκύπτει σαφέστερα από την εξέταση των δαπανών των προτεινόμενων μέτρων. Η πρώτη έκθεση προέβλεπε συνολικές δαπάνες ύψους 30,945 εκατ. DEM, που περιελάμβαναν επενδύσεις, εξαγορά περιουσιακών στοιχείων, κάλυψη ζημιών και καταβολή τόκων δανείων. Η δεύτερη έκθεση πρότεινε μέτρα αναδιάρθρωσης συνολικού ύψους 27,727 εκατ. DEM που περιελάμβαναν επενδύσεις (συμπεριλαμβανομένης και της εξαγοράς των περιουσιακών στοιχείων), κάλυψη ζημιών και κεφάλαιο κίνησης. Οι δαπάνες που προβλέπονται στην πρώτη έκθεση, αλλά κι αυτές που προβλέπονται στη δεύτερη δεν συμφωνούν με εκείνες που περιγράφει η Γερμανία στο “επενδυτικό σχέδιο” και εμφανίζει λεπτομερώς στον πίνακα 5, βάσει του οποίου υποτίθεται ότι χορηγήθηκε η ενίσχυση. Και στις δύο εκθέσεις, ο κατάλογος των μέτρων που προβλέπονταν για τη χρηματοδότηση των δαπανών αυτών δεν καλύπτει όλες τις ενισχύσεις που πραγματικά χορηγήθηκαν στην επιχείρηση (πρβλ. πίνακα 4), όπως ακριβώς συμβαίνει και στο “επενδυτικό σχέδιο” (πίνακας 5). Συνεπώς, αν κάποιο από τα έγγραφα αυτά θεωρηθεί ως σχέδιο αναδιάρθρωσης, η Επιτροπή δεν μπορεί παρά να συμπεράνει είτε ότι δεν επρόκειτο για το τελικό σχέδιο είτε ότι η επιχείρηση έλαβε ενισχύσεις υπέρ το δέον.

(168)

Ακόμη και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα εν λόγω έγγραφα υπείχαν θέση σχεδίου αναδιάρθρωσης, δεν μπορούν να θεωρηθεί ότι αποτελούσαν την τελική μορφή ενός τέτοιου σχεδίου. Εκτός τούτου, δεν μπορεί να συναχθεί σε ποιο βαθμό υλοποιήθηκαν τα προτεινόμενα μέτρα στην πραγματικότητα.

(169)

Για να διαπιστώσει η Επιτροπή την εκπλήρωση των κριτηρίων που καθορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές αναδιάρθρωσης προβληματικών επιχειρήσεων χρειάζεται, αφενός, ακριβή στοιχεία ως προς το ποια μέτρα αναδιάρθρωσης υλοποιήθηκαν, προκειμένου να αποκατασταθεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της επιχείρησης (64). Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της Επιτροπής, η Γερμανία δεν διαβίβασε ποτέ την τελική μορφή του σχεδίου αναδιάρθρωσης της Kahla II ούτε έδωσε στοιχεία ως προς τα μέτρα αναδιάρθρωσης που υλοποιήθηκαν πραγματικά. Επειδή λείπουν τα στοιχεία αυτά, δεν μπορούν να ελεγχθούν τα κριτήρια των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών.

(170)

Η Επιτροπή διαπιστώνει αφετέρου ότι η ιδιωτική συμβολή στις συνολικές δαπάνες δεν μπορεί να θεωρηθεί σημαντική. Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή κάλεσε επίσημα τη Γερμανία να της διαβιβάσει πληροφορίες για οποιαδήποτε συμβολή είχαν ή θα έχουν ιδιώτες επενδυτές. Στην επιστολή της 1ης Οκτωβρίου 2002 η Γερμανία αναφέρει την υποτιθέμενη ιδιωτική χρηματοδότηση σύμφωνα με την έκθεση της 29ης Νοεμβρίου 1993. Αυτή συνίσταται στη συμμετοχή του κ. G. Raithel ύψους 2,055 εκατ. DEM, σε πληρωμές τόκων 0,986 εκατ. DEM από τα δάνεια στον κ. G. Raithel, σε έσοδα ύψους 2,217 εκατ. DEM και στην εισφορά κεφαλαίου από μέρους της TIB ύψους 7,975 εκατ. DEM.

(171)

Η υποτιθέμενη συμβολή του επενδυτή συνίστατο σε δύο δάνεια του Δημοσίου με επιδοτούμενο επιτόκιο (μέτρα 16 και 17) συνολικού ύψους 2 εκατ. DEM και σε 0,055 εκατ. DEM, τα οποία συνεισέφερε στην επιχείρηση ο επενδυτής από ίδιους πόρους ως ίδιο κεφάλαιο. Μόνον η τελευταία συμβολή ήταν καθαρά ιδιωτική. Το δάνειο του μέτρου 16, ύψους 0,2 εκατ. DEM, ήταν εξασφαλισμένο με ομοσπονδιακή εγγύηση, ενώ το δάνειο του μέτρου 17, ύψους 1,8 εκατ. DEM, ήταν ασφαλισμένο με εγγραφή υποθήκης στο οικόπεδο της Kahla II. Η αγορά αυτών των περιουσιακών στοιχείων χρηματοδοτήθηκε με κρατικές ενισχύσεις. Λόγω του ότι τα ανωτέρω δάνεια χορηγήθηκαν από κρατικούς πόρους και λαμβάνοντας υπόψη τις παρασχεθείσες ασφάλειες, τα δάνεια των μέτρων 16 και 17 δεν μπορούν να θεωρηθούν συμβολή ιδιώτη επενδυτή. Όσον αφορά τις νέες υποτιθέμενες καταβολές τόκων ύψους 0,986 εκατ. DEM, η Επιτροπή δεν έλαβε ποτέ σχετικές πληροφορίες. Πιθανόν να αναφέρονται στην καταβολή τόκων από τον κ. G. Raithel για τα δύο δάνεια των μέτρων 16 και 17. Ωστόσο, οι εν λόγω καταβολές τόκων δεν καλύπτουν κάποιες δαπάνες αναδιάρθρωσης. Όσον αφορά τα έσοδα η Επιτροπή διαπιστώνει ότι τα προγραμματιζόμενα κέρδη δεν θεωρούνται σημαντική συμβολή, κατά την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών αναδιάρθρωσης. Εκτός τούτου, η Επιτροπή δεν ενημερώθηκε αν πραγματοποιήθηκαν πράγματι τα έσοδα αυτά ή αν χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη δαπανών αναδιάρθρωσης.

(172)

Επειδή η επιχείρηση άρχισε να πραγματοποιεί κάποια κέρδη, ο επενδυτής μετέτρεψε στις 30 Μαρτίου 1998 ένα μέρος των δανείων του Δημοσίου σε ιδιωτικά δάνεια. Ωστόσο, η συμβολή αυτή ήταν αβέβαιη κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης και έγινε μετά την αναδιάρθρωση. Γι’ αυτό και μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η μετέπειτα συμβολή κατέστη δυνατή χάρη στη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης με τις κρατικές ενισχύσεις. Η Επιτροπή σημειώνει, επιπλέον, ότι η συμβολή ήταν δυνατή μόνο χάρη στην εγγύηση που παρασχέθηκε για το εν λόγω δάνειο και κάλυπτε το 90 % του οφειλόμενου ποσού (65). Εκτός τούτου, έγινε και πάλι μετά την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης, ενώ κατά το χρόνο χορήγησης των ενισχύσεων ήταν και είναι ασαφές ποιοι πόροι χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό αυτό. Τελικά, επειδή δεν υπάρχει συνολική εικόνα των δαπανών αναδιάρθρωσης, δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η ιδιωτική συμβολή ήταν σημαντική.

(173)

Ενισχύσεις αναδιάρθρωσης μπορούν να χορηγηθούν μόνο βάσει ενός οριστικού σχεδίου αναδιάρθρωσης που περιλαμβάνει μέτρα αντιστάθμισης των ενδεχόμενων αρνητικών επιπτώσεων της ενίσχυσης και σημαντική συμβολή από ιδιωτικούς πόρους. Επειδή, παρά την εντολή παροχής πληροφοριών, δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο ότι η ενίσχυση χορηγήθηκε υπό τις προϋποθέσεις αυτές, υπάρχει πράγματι κάποια ένδειξη ότι δεν πληρούνται οι όροι αυτοί. Κατά συνέπεια, οι ενισχύσεις ad-hoc που χορηγήθηκαν στην Kahla II μέχρι το 1996 συνιστούν ενισχύσεις αναδιάρθρωσης μη συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά.

(174)

Κατόπιν τούτου η Επιτροπή δεν δύναται να συμπεράνει ότι οι ενισχύσεις ad-hoc που χορηγήθηκαν στην Kahla II μέχρι το 1996 μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά.

(175)

Λαμβανομένων υπόψη των μετρίων θετικών αποτελεσμάτων εκμετάλλευσης που σημείωσε η επιχείρηση, η Επιτροπή φρονεί ότι η Kahla II δεν μπορεί να θεωρηθεί πλέον προβληματική μετά το 1997. Σύμφωνα με την αίτηση της Γερμανίας, η Επιτροπή αξιολογεί τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στην Kahla II στο πλαίσιο των κατευθυντήριων γραμμών για τις περιφερειακές ενισχύσεις. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι αυτό αφορά μόνον τα μέτρα 30 και 32, που πρέπει να αξιολογηθούν ως ενισχύσεις ad-hoc, αφού τα υπόλοιπα μέτρα αποτελούν υφιστάμενες ενισχύσεις.

(176)

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις περιφερειακές ενισχύσεις, οι ad-hoc ενισχύσεις που χορηγούνται σε μεμονωμένες επιχειρήσεις ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά τον ανταγωνισμό στην εν λόγω αγορά, ενώ η επίδρασή τους στην περιφερειακή ανάπτυξη μπορεί να είναι πολύ περιορισμένη. Οι ενισχύσεις αυτές εντάσσονται, γενικά, σε τοπικά ή κλαδικά μέτρα βιομηχανικής πολιτικής και αποκλίνουν από το πνεύμα και το σκοπό της πολιτικής των περιφερειακών ενισχύσεων. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν αποδεικνύεται το αντίθετο, οι ενισχύσεις αυτές δεν πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στις κατευθυντήριες γραμμές για τις περιφερειακές ενισχύσεις. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η αγορά πορσελάνης είναι κορεσμένη και ο κλάδος πάσχει από πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Αυτό συμπληρώνει τα αρνητικά δεδομένα των ad-hoc ενισχύσεων, αφού κάθε επενδυτική επιχορήγηση πιθανόν να είχε αρνητικές επιπτώσεις στον κλάδο.

(177)

Οι περιφερειακές ενισχύσεις έχουν ως στόχο είτε την πραγματοποίηση παραγωγικών επενδύσεων (αρχικές επενδύσεις) είτε τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Ως αρχική επένδυση νοείται μια επένδυση παγίου κεφαλαίου η οποία αφορά τη δημιουργία νέων εγκαταστάσεων, την επέκταση ή τη θεμελιώδη αλλαγή στο προϊόν ή τη μέθοδο παραγωγής μιας υφιστάμενης εγκατάστασης (μέσω εξορθολογισμού, διαφοροποίησης ή εκσυγχρονισμού).

(178)

Η Επιτροπή διαπιστώνει κατ’ αρχήν ότι μέρος των εν λόγω ενισχύσεων (μέτρο 32) συνίσταται σε επιχορηγήσεις που υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν για έρευνα και ανάπτυξη, ένταξη εργαζομένων, συμμετοχή σε εκθέσεις και μειώσεις κόστους. Τέτοιες δαπάνες δεν είναι επενδύσεις. Από την άλλη πλευρά, το μέτρο 30 είναι εγγύηση για δάνειο το οποίο θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί για επενδύσεις, ενώ το σημείο αυτό δεν το επικαλέσθηκε ποτέ η Γερμανία.

(179)

Η Επιτροπή κάλεσε κατηγορηματικά και επίσημα τη Γερμανία να της υποβάλλει περιγραφή των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν ή προγραμματίζονται. Για την εξέταση του ερωτήματος αν έγινε αρχική επένδυση η Γερμανία υπέβαλε απλώς τα επενδυτικά σχέδια που εμφανίζονται στους πίνακες 7 και 9. Η Γερμανία δεν διαβίβασε περιγραφή των υποτιθέμενων επενδυτικών σχεδίων. Σύμφωνα με τα εν λόγω σχέδια αγοράσθηκαν μηχανήματα και πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις. Επειδή δεν δόθηκε καμιά άλλη εξήγηση, η Επιτροπή δεν δύναται να συμπεράνει ότι οι επενδύσεις αυτές έχουν σχέση με την επέκταση, τη θεμελιώδη αλλαγή στο προϊόν ή τη μέθοδο παραγωγής μιας υφιστάμενης εγκατάστασης.

(180)

Ακόμη και αν αυτό συνέβαινε, η Επιτροπή δεν μπορεί να στηριχθεί σε καμιά άλλη σχετική πληροφορία. Κατά συνέπεια, δεν μπορούν να προσδιορισθούν οι συνολικές δαπάνες που θα μπορούσαν να τύχουν ενίσχυσης. Γι’ αυτό και δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί κατά πόσον τηρείται η μέγιστη επιτρεπόμενη ένταση της ενίσχυσης ύψους 35 %, λαμβάνοντας υπόψη τη συσσώρευση με τις υπόλοιπες ενισχύσεις επενδύσεων που καλύπτονται από εγκεκριμένα καθεστώτα ενισχύσεων (μέτρα 28, 29 και μέρος του μέτρου 33).

(181)

Επιπλέον, σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.2 των κατευθυντήριων γραμμών για τις περιφερειακές ενισχύσεις, η χρηματοδοτική συμβολή του αποδέκτη της ενίσχυσης πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον στο 25 % του απαιτούμενου κεφαλαίου, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι ενισχυόμενες παραγωγικές επενδύσεις είναι βιώσιμες και υγιείς. Το ελάχιστο αυτό ποσό συμβολής πρέπει να μη συνοδεύεται από καμία ενίσχυση. Αυτό δεν ισχύει π.χ. στην περίπτωση που πρόκειται για δάνειο με επιδότηση επιτοκίου ή με εγγύηση του Δημοσίου, το οποίο περιέχει στοιχεία ενίσχυσης.

(182)

Η Επιτροπή κάλεσε κατηγορηματικά και επίσημα τη Γερμανία να την ενημερώσει για οποιαδήποτε συμβολή είχε ή πρόκειται να έχει ο επενδυτής. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία ο επενδυτής μετέτρεψε στις 30 Μαρτίου 1998 τα δάνεια του Δημοσίου σε δάνεια της αγοράς. Ωστόσο, είναι αμφισβητήσιμο αν τα δάνεια μπορούν να αξιολογηθούν ως ιδιωτική συμβολή χωρίς καμία ενίσχυση, επειδή έχουν σχέση με τα μέτρα ενίσχυσης που χορηγήθηκαν προηγουμένως. Επιπλέον, τα εν λόγω δάνεια καλύπτονταν με κρατική εγγύηση που κάλυπτε το 90 % του ποσού. Σύμφωνα με τον πίνακα 8 η ίδια συμβολή στις επενδύσεις που υποτίθεται ότι πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1997-1998, ανερχόταν συνολικά σε 2,406 εκατ. DEM. Ωστόσο, δεν δόθηκε καμιά εξήγηση ως προς την προέλευση του εν λόγω ποσού. Ελλείψει εξηγήσεων η Επιτροπή δεν δύναται να συμπεράνει ότι η συμβολή του αποδέκτη της ενίσχυσης ανερχόταν τουλάχιστον στο 25 % του συνολικού επενδυτικού κόστους.

(183)

Τα μέτρα αυτά, επίσης, δεν μπορούν να θεωρηθούν ενισχύσεις λειτουργίας που συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, επειδή δεν πληρούνται οι όροι που καθορίσθηκαν στις κατευθυντήριες γραμμές για τις περιφερειακές ενισχύσεις. Σύμφωνα με τους όρους αυτούς τέτοιου είδους ενισχύσεις μπορούν να χορηγηθούν, αν δικαιολογούνται από τη συμβολή τους στην περιφερειακή ανάπτυξη και τη φύση τους, και το ύψος τους είναι ανάλογο των προς αντιστάθμιση μειονεκτημάτων. Η Γερμανία δεν απέδειξε τίποτε απ’ όλα αυτά. Επιπλέον, η Γερμανία δεν απέδειξε ότι η ενίσχυση είχε έκτακτο και φθίνοντα χαρακτήρα.

(184)

Συνοψίζοντας, η Επιτροπή δεν δύναται να συμπεράνει ότι οι επενδύσεις που υποτίθεται ότι πραγματοποίησε η Kahla II μετά το 1997 συνιστούν επιλέξιμες επενδύσεις κατά την έννοια των περιφερειακών κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα. Εκτός τούτου, δεν υπάρχει καμιά απόδειξη ότι το 25 % των συνολικών δαπανών δεν συνοδευόταν από καμιά ενίσχυση και ότι καλύφθηκε από τον αποδέκτη της ενίσχυσης. Τέλος, η Επιτροπή δεν δύναται να συμπεράνει ότι η ενίσχυση είχε θετική επίδραση στην περιοχή ή την αγορά. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν δύναται να καταλήξει στη διαπίστωση ότι οι ενισχύσεις κατά την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά

(185)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η Γερμανία χορήγησε την ενίσχυση κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ. Βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών η Επιτροπή δεν δύναται να συμπεράνει ότι οι ad-hoc ενισχύσεις υπέρ της Kahla I και της Kahla II μπορούν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά.

(186)

Σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 (66) οι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά ενισχύσεις πρέπει να ανακτηθούν, έστω και αν η ανάκτηση της ενίσχυσης αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άποψη της Επιτροπής. Ειδικότερα, από τα πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ότι ο αποδέκτης μπορούσε να επικαλεσθεί δικαιολογημένες προσδοκίες.

(187)

Για τον λόγο αυτόν απαιτείται η ανάκτηση όλων των παράνομων και ασυμβίβαστων με την κοινή αγορά ενισχύσεων υπέρ των Kahla I και Kahla II. Όσον αφορά τις ενισχύσεις που ήδη επεστράφησαν, απαιτείται παρά ταύτα ανάκτηση εφόσον το επιστραφέν ποσό είναι μικρότερο του οφειλόμενου, στο οποίο περιλαμβάνονται και τόκοι υπολογιζόμενοι με το επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται στον υπολογισμό του ισοδύναμου επιχορήγησης των περιφερειακών ενισχύσεων.

(188)

Τα ποσά που πρέπει να ανακτηθούν θα περιλαμβάνουν και τους τόκους που αναλογούν στο χρονικό διάστημα από τη διάθεση της παράνομης ενίσχυσης στον αποδέκτη μέχρι την πραγματική τους ανάκτηση. Οι τόκοι θα υπολογισθούν με βάση το επιτόκιο αναφοράς που ισχύει για τον υπολογισμό του ισοδύναμου επιδότησης των περιφερειακών ενισχύσεων -

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

1.   Η κρατική ενίσχυση της Γερμανίας υπέρ της Kahla Porzellan GmbH που αφορά το μέτρο 8, δηλαδή τα έσοδα από την αξιοποίηση των οικοπέδων της επιχείρησης, τα οποία θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή των εγγυημένων από την Treuhand δανείων, είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.

2.   Οι ακόλουθες κρατικές ενισχύσεις της Γερμανίας υπέρ της Kahla/Thüringen Porzellan GmbH δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά:

α)

Μέτρο 11: Συμμετοχή της TIB στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας.

β)

Μέτρο 12: Μετοχικό δάνειο της TIB.

γ)

Μέτρα 13, 14, 23 και 30: Εγγυήσεις του ομόσπονδου κράτους της Θουριγγίας που καλύπτουν το 90 % των οφειλόμενων ποσών.

δ)

Μέτρο 15: Επιχορήγηση του ομόσπονδου κράτους της Θουριγγίας.

ε)

Μέτρο 16: Δάνειο κρατικής τράπεζας για την ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων.

στ)

Μέτρο 21: Δάνειο κρατικής τράπεζας.

ζ)

Μέτρο 26: Επιχορηγήσεις για ενίσχυση της απασχόλησης.

η)

Μέτρο 27: Μέτρα για ένταξη εργαζομένων, για συμμετοχή σε εκθέσεις και για διαφήμιση.

θ)

Μέτρο 32: Μέτρα για έρευνα και ανάπτυξη, ένταξη εργαζομένων, συμμετοχή σε εκθέσεις και μειώσεις κόστους.

Άρθρο 2

1.   Η Γερμανία λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση από τον αποδέκτη των αναφερομένων στο άρθρο 1 ενισχύσεων που χορηγήθηκαν παράνομα. Αν οι εν λόγω ενισχύσεις έχουν ήδη επιστραφεί, ανάκτηση απαιτείται στην περίπτωση που το επιστραφέν ποσό είναι μικρότερο του οφειλόμενου, στο οποίο περιλαμβάνονται και τόκοι υπολογιζόμενοι με βάση το επιτόκιο αναφοράς που ίσχυε κατά το χρόνο χορήγησης των ενισχύσεων για τον υπολογισμό του ισοδύναμου επιχορήγησης των περιφερειακών ενισχύσεων.

2.   Η ανάκτηση της ενίσχυσης πραγματοποιείται πάραυτα, σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης. Τα ποσά που πρέπει να ανακτηθούν περιλαμβάνουν και τους τόκους που αναλογούν στο χρονικό διάστημα από τη διάθεση της παράνομης ενίσχυσης στον αποδέκτη μέχρι την πραγματική τους ανάκτηση. Οι τόκοι υπολογίζονται με βάση το επιτόκιο αναφοράς που ίσχυε για τον υπολογισμό του ισοδύναμου επιχορήγησης των περιφερειακών ενισχύσεων.

Άρθρο 3

Οι γερμανικές αρχές ενημερώνουν την Επιτροπή εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης σχετικά με τα μέτρα που έχουν λάβει για να συμμορφωθούν με αυτή.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Βρυξέλλες, 13 Μαΐου 2003.

Για την Επιτροπή

Mario MONTI

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ C 185 της 30.6.2001, σ. 45 και ΕΕ C 26 της 30.1.2002, σ. 19.

(2)  ΕΕ C 185 της 30.6.2001, σ. 45.

(3)  ΕΕ C 26 της 30.1.2002, σ. 19.

(4)  Σε περίπτωση πτώχευσης των τέως επιχειρήσεων της Treuhand η ακίνητη περιουσία μεταβιβαζόταν και πάλι στην THA, η οποία από την πλευρά της έπρεπε να συνεισφέρει την αξία στην πτωχευτική περιουσία.

(5)  Εμπιστευτική πληροφορία. Προσαρμοσμένες τιμές (σε σχέση με το έτος 1994):

1994

1995

1996

1997

1998

1999

2000

- 100

- 181

3

70

78

11

186

(6)  Εμπιστευτική πληροφορία, 30-40 % υψηλότερη από την τιμή που κατέβαλε παλαιότερα η TIB.

(7)  N 213/93, ΕΕ C 302 της 9.11.1993, σ. 6.

(8)  N 108c/1994, SG(94) D/17293 της 1.12.1994, ΕΕ C 390 της 31.12.1994, σ. 14.

(9)  N 108b/1994, SG(94) D/17293 της 1.12.1994, ΕΕ C 390 της 31.12.1994, σ. 13.

(10)  KfW-Πρόγραμμα ενίσχυσης της μεσαίας τάξης, NN 109/93, SG (94), D/372 της 14.01.94, ΕΕ C 373 της 29.12.1994, σ. 3.

(11)  Περιβαλλοντικό πρόγραμμα ERP, N 563d/94, SG(94), D/17530 της 5.12.1994ΕΕ C 390 της 31.12.1994, σ. 16.

(12)  Πρβλ. υποσημείωση 7.

(13)  23ο Σχέδιο πλαίσιο του κοινού στόχου για τη βελτίωση της περιφερειακής οικονομικής δομής, N 157/94, SG (94) D/ 11038, 1.8.1994.

(14)  N 561/92, SG (92) D/16623 της 24.11.1992 και N 494/A/1995, SG (95) D/17154, 27.12.1995.

(15)  Διαβιβάσθηκε ως συνημμένο υπ’ αριθ. 17 της επιστολής της 15ης Μαρτίου 2001, που παρελήφθη από την Επιτροπή στις 26. Μαρτίου 2001 (A/32477).

(16)  Στοιχεία από την ιστοσελίδα της Cerame-Unie (http://www.cerameunie.org).

(17)  Πανόραμα της Βιομηχανίας της ΕΕ 1997, 9-20; NACE (αναθεώρηση 1). Βλ. επίσης και την απόφαση 1999/157/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με την υπόθεση C 35/97, Triptis Porzellan GmbH (ΕΕ L 52 της 27.2.1999, σ. 48).

(18)  ΕΕ C 68 της 6.3.1996, σ. 9.

(19)  ΕΕ L 10 της 13.1.2001,σ. 30.

(20)  ΕΕ C 368 της 23.12.1994, σ. 12 και ΕΕ C 288 της 9.10.1999,σ. 2.

(21)  «Το σχέδιο της διάδοχης εταιρείας Kahla πρέπει να το δούμε υπό τις ειδικές συνθήκες διαρθρωτικής πολιτικής του ομόσπονδου κράτους της Θουριγγίας, και ιδίως υπό το πρίσμα των προσπαθειών της κυβέρνησης του ομόσπονδου κράτους να διατηρήσει τις υφιστάμενες θέσεις εργασίας στο πλαίσιο των δυνατοτήτων ενίσχυσης», Έκθεση των Röls Bühler Stüpges Hauck & Partner, που διαβιβάσθηκε ως παράρτημα 1 της επιστολής της 31ης Ιανουαρίου 2000, και παρελήφθη στις 3 Απριλίου 2000 υπό τον αριθμό A/32839.

(22)  Πρβλ. υποσημείωση 19.

(23)  «Στόχος της TIB είναι η διατήρηση και η δημιουργία θέσεων εργασίας στη βιομηχανία του ομόσπονδου κράτους της Θουριγγίας», Έκθεση Arthur Andersen, που διαβιβάσθηκε ως παράρτημα 2 της επιστολής της 31 Μαρτίου 2000, και παρελήφθη στις 3 Απριλίου 2000 υπό τον αριθμό A732839.

(24)  «Υπάρχει ωστόσο πληθώρα κινδύνων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αποτυχία του σχεδίου» και «Γι’ αυτό και η απόφαση για μια συμμετοχή στην Kahla/Thüringen Porzellan GmbH μπορεί κατά βάση να εγκριθεί, μόνον αν έχουμε πλήρη συνείδηση του εναπομείναντος υψηλού κινδύνου. Σημαίνει όμως παράλληλα και άρνηση σε άλλους παραγωγούς πορσελάνης της Θουριγγίας, προκειμένου να μην τεθεί σε περαιτέρω κίνδυνο η επιτυχία του σχεδίου», Έκθεση Arthur Andersen ( βλέπε υποσημείωση 23).

(25)  Υπενθυμίζεται ότι η εξαγορά των περιουσιακών στοιχείων της Kahla II χρηματοδοτήθηκε κατ’ εξοχήν με ενισχύσεις.

(26)  Το δάνειο είχε επιτόκιο 12 %, αλλά η καταβολή των τόκων περιοριζόταν στο 50 % των ετήσιων κερδών.

(27)  Κατά τα τρία πρώτα χρόνια η καταβολή των τόκων είχε αναληφθεί από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση. Το επιτόκιο κατά το τέταρτο έτος ανερχόταν σε 2 %, κατά το πέμπτο σε 3 % και κατά το έκτο σε 5 %.

(28)  Μετά την επέκταση της διαδικασίας η Γερμανία άλλαξε την άποψή της και δεν θεωρούσε τα δάνεια των μέτρων 16 και 17 ως ενίσχυση, επειδή καταβλήθηκαν απ’ ευθείας στον κ G. Raithel, παρόλο που υποτίθεται ότι χορηγήθηκαν στα πλαίσια εγκεκριμένου προγράμματος ενισχύσεων.

(29)  Παρόλο που αυτές, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 163, δεν είναι εφαρμοστέες στις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν κατά την περίοδο 1994-1996. Η υποσημείωση 10 των κατευθυντήριων γραμμών για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (1999) κωδικοποιεί την πρακτική της Επιτροπής, αναφέροντας τα ακόλουθα: Μόνες εξαιρέσεις του κανόνα ότι οι νεοσυσταθείσες επιχειρήσεις δεν είναι επιλέξιμες για ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης «είναι οι περιπτώσεις που διαχειρίζεται η Bundesanstalt für vereinigungsbedingte Sonderaufgaben στο πλαίσιο της αποστολής της για τις ιδιωτικοποιήσεις και άλλες ανάλογες περιπτώσεις στα νέα ομόσπονδα κράτη, και ιδίως για επιχειρήσεις από εκκαθαρίσεις ή εξαγορές μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1999».

(30)  C 69/98, SG (98) D/ 11285 της 4ης Δεκεμβρίου 1998.

(31)  «Οι υπολογισμοί του σχεδίου της επιχείρησης δείχνουν ότι η διάδοχη εταιρεία (…) δεν θα είναι σε θέση να αναλάβει μόνη της το τεράστιο κόστος χρηματοδότησης της αναδιάρθρωσης σε σχέση με τον προγραμματιζόμενο κύκλο εργασιών». Έκθεση των Röls Bühler Stüpges Hauck & Partner (βλέπε υποσημείωση 21).

(32)  «Στόχος των εργασιών μας θα είναι να κρίνουμε την ικανότητα και την αξία της εξυγίανσης της στη διάδοχη εταιρεία συνεχιζόμενης επιχείρησης, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τις θέσεις εργασίας που πρέπει να διατηρηθούν σε μακροπρόθεσμη βάση και τους χρηματοοικονομικούς πόρους που θα διαθέσει η TIB ως δυνητικός εταίρος», Έκθεση Arthur Andersen (βλέπε υποσημείωση 23).

(33)  Όλα τα δάνεια των ιδιωτικών τραπεζών, για τα οποία ενημερώθηκε η Επιτροπή, καλύπτονταν με κρατικές εγγυήσεις σε ποσοστό 90 %.

(34)  «Ο αγοραστής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη συνολική σύμβαση χωρίς καμιά οικονομική συνέπεια (…), αν (…) δεν εγκριθεί η ακόλουθη χρηματοδότηση μέχρι τις 31.12.1994. Το ίδιο ισχύει και αν γίνει μερική μόνο χρηματοδότηση». Τα χρηματοοικονομικά μέτρα της παρούσας σύμβασης αφορούν δάνεια ERP και KfW ύψους 2,5 εκατ. DEM, συμμετοχή της TIB ύψους 7,95 εκατ. DEM, τραπεζικά δάνεια ύψους 13,35 εκατ. DEM και κρατική εγγύηση ύψους 20 εκατ. DEM που κάλυπτε το 90 % του οφειλόμενου ποσού(Σύμβαση αγοράς που συνάφθηκε μεταξύ του συνδίκου της Kahla I και του Günter Raithel στις 26.1.1994).

(35)  C 36/2000, Graf von Henneberg Porzellan GmbH.

(36)  «Επειδή και η Kahla βρίσκεται σε ανασυγκρότηση αυτή την εποχή και θα απαιτήσει σίγουρα όλο το 1996 μέχρι να ισχυροποιηθεί, είναι σχεδόν αδιανόητη η πρόωρη αύξηση της παραγωγής». Έκθεση της PME της 24.8.1995.

(37)  Εμπιστευτική πληροφορία. Βλ. πίνακα της παραγράφου (21)

(38)  ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.

(39)  NN 25/95, SG (96) D/ 11031 της 16.12.1996.

(40)  ΕΕ C 71 της 11.3.2000, σ. 14, κεφάλαιο 3.2.

(41)  NN25/95, SG (96) D/11031 της 16.12.1996.

(42)  N 408/93, SG (93) D/ 19245, 26.11.1993 (ΕΕ C 213 της 19.8.1992, σ. 2).

(43)  C 69/98, SG (2002) D/34461 της 19.6.2002 (μη δημοσιευθείσα ακόμη).

(44)  ERP-πρόγραμμα ενίσχυσης του ιδίου κεφαλαίου, N 213/93, SG (93) D/16665 της 13.10.1993.

(45)  Πρόγραμμα ERP ενθάρρυνσης ίδρυσης νέων επιχειρήσεων, N 108c/1994, (βλ. υποσημ. 6).

Πρόγραμμα ERP προώθησης επενδύσεων σε υφιστάμενες επιχειρήσεις, N 108b/1994, (βλ. υποσημ. 7).

KfW--Πρόγραμμα ενίσχυσης της μεσαίας τάξης, NN 109/93, SG (94), (βλ. υποσημ. 8).

(46)  Περιβαλλοντικό πρόγραμμα ERP N 563d/94, (βλ. υποσημ. 9).

(47)  NN 117/92, SG (95) D/ 341 της 13.1.1995.

(48)  Καταχωρήθηκε στις 29.7.1994 υπό τον αριθμό A/33865.

(49)  «Φορείς των μέτρων βάσει του άρθρου 124h του νόμου για την ενίσχυση της απασχόλησης στον τομέα της εξυγίανσης και της βελτίωσης του περιβάλλοντος είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, κυρίως φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης (δήμοι, επαρχίες, κοινότητες κ.ά.), καθώς και δημόσιες επιχειρήσεις της Threuhandanstalt». Επιστολή της 29.7.1994, ( βλ. υποσημ. 52).

(50)  «Αυτό σημαίνει ότι μέτρα που συμφέρουν μια επιχείρηση δεν είναι επιλέξιμα.» Επιστολή της 29.7.1994, που μνημονεύεται στην υποσημείωση 52.

(51)  Πρβλ και την απόφαση στην υπόθεση C 36/2000, SG (2001) D/292014.

(52)  N 660/93, SG D/21632 της 31.12.1993 και N 477/91, SG (91) D/22704 της 25.11.1991.

(53)  ΕΕ C 334 της 12.12.1995, σ. 4.

(54)  NN107/97, ισχύει από την 1η Απριλίου 1997, εγκριθέν με επιστολή SG (98) 1049 της 6.2.1993.

(55)  NN 331/96, SG (97) D/ 482 της 23.01.1997.

(56)  Εκθέσεις ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της Kahla/Thüringen Porzellan GmbH για τα έτη 1997, 1998 και 1999.

(57)  Βλέπε υποσημ. 16 και 17.

(58)  Βλέπε υποσημ. 37.

(59)  ΕΕ C 74 της 10.3.1998, σ. 9.

(60)  βλέπε υποσημείωση 50.

(61)  Στο κεφάλαιο 7.5 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών για την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (1999) αναφέρεται το εξής: «Η Επιτροπή θα εξετάζει κατά πόσον συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κάθε ενίσχυση διάσωσης και αναδιάρθρωσης η οποία χορηγείται χωρίς την άδειά της και, επομένως, κατά παράβαση του άρθρου 88,παράγραφος 3, της συνθήκης ΕΚ με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές που ισχύουν κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης».

(62)  Πρβλ. ιδίως τον πίνακα 5.

(63)  Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 22ας Μαρτίου 2000 στην υπόθεση. C-17/99, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή. 2001, σ. I-2481, αιτ.. σκ.. 27.

(64)  Βλέπε υποσημ. 59.

(65)  Η σύμβαση του δανείου προέβλεπε επικουρικά τα ίδια εμπράγματα βάρη ως ασφάλειες, όπως φαίνεται στον πίνακα 10, και επικουρικά την εκχώρηση της ασφάλειας ζωής του κ. G. Raithel ύψους 1,8 εκατ. DEM.

(66)  ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.