31.5.2000   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 130/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΥΡΑΤΌΜ) αριθ. 1150/2000 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 22ας Μαΐου 2000

για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 279,

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 183,

την απόφαση 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (1), και ιδίως το άρθρο 8 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2),

τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (4) τροποποιήθηκε επανειλημμένα και κατά ουσιαστικό τρόπο (5). Είναι σκόπιμη, επομένως, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίηση του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Η Κοινότητα πρέπει να διαθέσει τους ίδιους πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 2 της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ υπό τους καλύτερους δυνατούς όρους. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να καθοριστούν οι λεπτομέρειες σύμφωνα με τις οποίες τα κράτη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής τους ίδιους πόρους που χορηγούνται στις Κοινότητες.

(3)

Οι παραδοσιακοί ίδιοι πόροι εισπράτονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, ενδεχομένως προσαρμοσμένες, στις απαιτήσεις του κοινοτικού κανονιστικού πλαισίου. Η Επιτροπή οφείλει να ελέγχει αυτήν την προσαρμογή και να προβαίνει, εφόσον συντρέχει περίπτωση, σε σχετικές προτάσεις.

(4)

Το Συμβούλιο και οι αντιπρόσωποι των κυβερνήσεων των κρατών μελών, που συνήλθαν στα πλαίσια του Συμβουλίου, εξέδωσαν την απόφαση, στις 13 Νοεμβρίου 1999, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων (6).

(5)

Είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της έννοιας της βεβαίωσης και να διευκρινιστούν οι όροι υπό τους οποίους υλοποιείται η υποχρέωση βεβαίωσης όσον αφορά τους ιδίους πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ.

(6)

Όσον αφορά τους ίδιους πόρους που προέρχονται από εισφορές στον τομέα της ζάχαρης, για τις οποίες καλόν είναι να εξασφαλίζεται η σύμπτωση της είσπραξης των εσόδων με το αντίστοιχο οικονομικό έτος, αφενός, και με τις δαπάνες για μία και την αυτή καλλιεργητική περίοδο, αφετέρου, πρέπει να προβλεφθεί ότι τα κράτη μέλη αποδίδουν στην Επιτροπή τους πόρους από εισφορές στον τομέα της ζάχαρης κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους βεβαίωσής τους.

(7)

Θα πρέπει να βελτιωθεί η διαφάνεια του συστήματος ιδίων πόρων και η ενημέρωση της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής.

(8)

Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής και, ενδεχομένως, να της αποστέλλουν τα έγγραφα και τις πληροφορίες που κρίνονται αναγκαία για την άσκηση των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί, όσον αφορά τους ιδίους πόρους.

(9)

Οι εθνικές διοικήσεις οι επιφορτισμένες με την είσπραξη των ιδίων πόρων πρέπει να θέτουν οποτεδήποτε τα δικαιολογητικά είσπραξης στη διάθεση της Επιτροπής.

(10)

Σκοπός του συστήματος της ενημέρωσης της Επιτροπής από τα κράτη μέλη, είναι να επιτρέπει την παρακολούθηση των ενεργειών των κρατών μελών προς ανάκτηση των ιδίων πόρων, ιδίως συνεπεία απάτης ή παρατυπίας.

(11)

Θα πρέπει να προβλεφθεί η χωριστή λογιστική καταχώρηση των μη εισπραττόμενων δασμών. Η εν λόγω λογιστική καταχώρηση καθώς και μια τριμηνιαία κατάστασή της πρέπει να επιτρέπουν στην Επιτροπή να παρακολουθεί καλύτερα τις ενέργειες των κρατών μελών σχετικά με την είσπραξη αυτών των ιδίων πόρων, και ιδίως αυτών για τους οποίους έχει ανακύψει πρόβλημα λόγω απάτης της παρατυπίας.

(12)

Είναι σκόπιμο να καθοριστεί χρόνος παραγραφής στις σχέσεις κρατών μελών και Επιτροπής, εξυπακουομένου πάντοτε ότι οι νέες βεβαιώσεις που πραγματοποιούνται από το κράτος μέλος σχετικά με τους οφειλέτες του για τα προηγούμενα οικονομικά έτη θα πρέπει να θεωρούνται ως βεβαιώσεις του τρέχοντος οικονομικού έτους.

(13)

Όσον αφορά τους ιδίους πόρους από το φόρο προστιθεμένης αξίας, ονομαζόμενους στη συνέχεια «πόρους ΦΠΑ», που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, πρέπει να προβλεφθεί ότι τα κράτη μέλη θα υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση της Κοινότητας, με τη μορφή σταθερών μηνιαίων δωδεκατημορίων, τους ιδίους πόρους οι οποίοι προβλέπονται στον προϋπολογισμό, και θα πραγματοποιούν αργότερα την εκκαθάριση των ποσών που αποδίδονται κατ' αυτό τον τρόπο, ανάλογα με την πραγματική βάση των πόρων ΦΠΑ, μόλις αυτή γίνει πλήρως γνωστή.

(14)

Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται επίσης στο συμπληρωματικό πόρο που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της εν λόγω απόφασης, καλούμενου στο εξής «συμπληρωματικό πόρο», που καθιερώθηκε με την οδηγία 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 13ης Ιανουαρίου 1989, για την εναρμόνιση του υπολογισμού του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος σε τιμές αγοράς (7).

(15)

Η θέση των ιδίων πόρων στη διάθεση των Κοινοτήτων μπορεί να πραγματοποιηθεί υπό μορφή εγγραφής των οφειλόμενων ποσών εις πίστωση λογαριασμού που ανοίγεται για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής, στο Δημόσιο Ταμείο κάθε κράτους μέλους ή στον οργανισμό που ορίζεται από κάθε κράτος μέλος. Για να περιοριστούν οι κινήσεις των κεφαλαίων στο αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, η Κοινότητα πρέπει να περιοριστεί στην πραγματοποίηση αναλήψεων από τους προαναφερθέντες λογαριασμούς για να καλύψει τις ταμειακές μόνον ανάγκες της Επιτροπής.

(16)

Η καταβολή των ενισχύσεων που προκύπτουν από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξής των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (8) συγκεντρώνεται κατά κύριο λόγο στους πρώτους μήνες του οικονομικού έτους. Η Επιτροπή πρέπει να διαθέτει επαρκή ταμειακά αποθέματα για να πραγματοποιήσει την πληρωμή αυτή.

(17)

Η απόφαση 94/729/ΕΚ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, σχετικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία (9) προβλέπει την εγγραφή στο γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποθεματικού για τις πράξεις χορήγησης και εγγύησης δανείων της Κοινότητας υπέρ και εντός των τρίτων χωρών, καθώς και αποθεματικού για επείγουσα βοήθεια. Θα πρέπει, επομένως, να προβλεφθούν οι διατάξεις για την εγγραφή των ιδίων πόρων που αναλογούν σ' αυτά τα αποθεματικά.

(18)

Για να εξασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση η χρηματοδότηση του κοινοτικού προϋπολογισμού, θα πρέπει να καθοριστούν οι λεπτομέρειες για τη θέση στη διάθεση των Κοινοτικών και χρηματικών συνεισφορών που βασίζονται στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν, ονομαζόμενων κατωτέρω «χρηματικών συνεισφορών ΑΕΠ» και προβλεπομένων στο άρθρο 2 παράγραφος 7 της απόφασης 88/376/ΕΟΚ Ευρατόμ.

(19)

Θα πρέπει να ορίζεται το προς μεταφορά υπόλοιπο ενός οικονομικού έτους στο επόμενο οικονομικό έτος.

(20)

Είναι σκόπιμο τα κράτη μέλη να διενεργούν τους ελέγχους και τις έρευνες σχετικά με τη βεβαίωση και την απόδοση των ιδίων πόρων. Η Επιτροπή θα πρέπει αν ασκεί τις αρμοδιότητές της υπό τους όρους που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Ενδείκνυται να καθοριστούν οι αρμοδιότητες της Επιτροπής όσον αφορά τον έλεγχο του συμπληρωματικού πόρου.

(21)

Η στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής μπορεί να διευκολύνει την ορθή εφαρμογή του δημοσιονομικού κανονιστικού πλαισίου των ιδίων πόρων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ Ι

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1

Οι ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων που προβλέπονται από την απόφαση 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, εφεξής καλούμενοι «ίδιοι πόροι», τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής και ελέγχονται υπό τους όρους που προβλέπει ο παρών κανονισμός, με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89 (10) και της οδηγίας 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ.

Άρθρο 2

1.   Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ θεωρείται βεβαιωθείσα άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώρηση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη.

2.   Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 είναι η ημερομηνία λογιστικής καταχώρησης που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία.

Όσον αφορά τις εισφορές και τα λοιπά τέλη που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1 είναι η ημερομηνία της κοινοποίησης που προβλέπεται από τη νομοθεσία στον τομέα της ζάχαρης.

Στην περίπτωση που η εν λόγω ανακοίνωση δεν προβλέπεται σαφώς, η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη είναι εκείνη του καθορισμού, από τα κράτη μέλη, των ποσών που οφείλουν οι οφειλέτες, κατά περίπτωση, υπό μορφή προκαταβολής ή πληρωμής υπολοίπου.

3.   Σε περίπτωση διαφορών, οι αρμόδιες διοικητικές αρχές τεκμαίρεται ότι μπορούν να υπολογίζουν, με σκοπό τη βεβαίωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το οφειλόμενο ποσό το αργότερο κατά την έκδοση της πρώτης διοικητικής απόφασης με την οποία κοινοποιείται η οφειλή στον οφειλέτη ή κατά την παραπομπή της υπόθεσης στη δικαστική αρχή, εάν προηγείται.

Η ημερομηνία της βεβαίωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 είναι η ημερομηνία της απόφασης ή του υπολογισμού που πρέπει να γίνει κατόπιν της παραπομπής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

4.   Όταν η ανακοίνωση πρέπει να διορθωθεί εφαρμόζεται η παράγραφος 1.

Άρθρο 3

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε τα δικαιολογητικά που αφορούν τη βεβαίωση και την απόδοση των ιδίων πόρων να φυλάττονται επί τρία τουλάχιστον ημερολογιακά έτη από το τέλος του έτους το οποίο αφορούν.

Τα δικαιολογητικά που αφορούν τις διαδικασίες και τις στατιστικές βάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ φυλάττονται από τα κράτη μέλη έως τις 30 Σεπτεμβρίου του τέταρτου έτους που ακολουθεί το συγκεκριμένο οικονομικό έτος. Τα δικαιολογητικά που αφορούν τη βάση των πόρων ΦΠΑ φυλάττονται επί την αυτή χρονική περίοδο.

Εάν ο έλεγχος ο οποίος διενεργείται δυνάμει των άρθρων 18 και 19 του παρόντος κανονισμού ή του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89, όσον αφορά τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, αποκαλύψει την ανάγκη διόρθωσης, τα εν λόγω δικαιολογητικά φυλάττονται και πέραν της προθεσμίας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο επί όσο χρονικό διάστημα απαιτείται η διόρθωση και ο έλεγχος της.

Άρθρο 4

1.   Κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί στην Επιτροπή:

α)

την επωνυμία των υπηρεσιών ή οργανισμών που είναι υπεύθυνοι για τη βεβαίωση, την είσπραξη, την απόδοση και τον έλεγχο των ιδίων πόρων, καθώς και τις βασικές διατάξεις που αφορούν το ρόλο και τη λειτουργία αυτών·

β)

τις νομοθετικές κανονιστικές, διοικητικές και λογιστικές διατάξεις γενικού χαρακτήρα που αφορούν τη βεβαίωση, την είσπραξη, την απόδοση και τον έλεγχο των ιδίων πόρων·

γ)

τον ακριβή τίτλο όλων των διοικητικών και λογιστικών καταστάσεων όπου εγγράφονται οι βεβαιωθείσες απαιτήσεις ως ορίζονται στο άρθρο 2, ιδίως των καταστάσεων που χρησιμοποιούνται για την τήρηση των λογαριασμών που προβλέπονται στο άρθρο 6.

Κάθε τροποποίηση των εν λόγω επωνυμιών ή διατάξεων γνωστοποιείται αμέσως στην Επιτροπή.

2.   Η Επιτροπή ανακοινώνει στα λοιπά κράτη μέλη, κατόπιν αίτησής τους, τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 5

Ο συντελεστής που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ και καθορίζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας κατάρτισης του προϋπολογισμού, υπολογίζεται ως εκατοστιαίο ποσοστό του αθροίσματος των προβλεπόμενων Ακαθάριστων Εθνικών προϊόντων (που στο εξής καλούνται «ΑΕΠ») των κρατών μελών κατά τρόπο που να καλύπτει εξ ολοκλήρου το τμήμα του προϋπολογισμού που δεν χρηματοδοτείται από τους δασμούς, τις γεωργικές εισφορές, τις εισφορές και τα λοιπά τέλη που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, του πόρους ΦΠΑ, τις χρηματικές συνεισφορές για τα συμπληρωματικά προγράμματα έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, τα λοιπά έσοδα και, ενδεχομένως, τις χρηματικές συνεισφορές ΑΕΠ.

Ο συντελεστής αυτός εκφράζεται στον προϋπολογισμό με έναν αριθμό ο οποίος περιλαμβάνει τόσα δεκαδικά ψηφία όσα είναι απαραίτητα για την πλήρη κατανομή μεταξύ των κρατών μελών του πόρου που βασίζεται στο ΑΕΠ.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

Λογιστική καταχώρηση των ιδίων πόρων

Άρθρο 6

1.   Λογαριασμοί των ιδίων πόρων, υποδιαιρούμενοι κατά είδος αυτών, τηρούνται στο Δημόσιο Ταμείο κάθε κράτους μέλους ή στον οργανισμό που ορίζεται από αυτό.

2.   Για τις ανάγκες της παρακολούθησης των ιδίων πόρων, ο λογαριασμός κλείνει το νωρίτερο στις 13.00 της τελευταίας εργάσιμης ημέρας του μήνα της βεβαίωσης.

3.

α)

Οι απαιτήσεις που βεβαιώνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 καταχωρούνται στα λογιστικά βιβλία, υπό την επιφύλαξη του στοιχείου β) της παρούσας παραγράφου, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί το μήνα κατά το οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση.

β)

Οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί αλλά δεν έχουν καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία που αναφέρονται στο στοιχείο α) διότι δεν έχουν ακόμα εισπραχθεί και δεν έχει συσταθεί γι' αυτές καμία ασφάλεια, καταχωρούνται, εντός της προθεσμίας του στοιχείου α), σε χωριστά λογιστικά βιβλία. Τα κράτη μέλη μπορούν να ενεργήσουν κατά τον ίδιο τρόπο σε περίπτωση που οι απαιτείσεις που έχουν βεβαιωθεί καλύπτονται από εγγυήσεις αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, συνεπεία αντιδικίας.

γ)

Εντούτοις, η λογιστική καταχώρηση των πόρων ΦΠΑ και του συμπληρωματικού πόρου, που αναφέρεται στο στοιχείο α) πραγματοποιείται:

την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, βάσει του δωδεκατημορίου που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 3,

κατ' έτος, όσον αφορά το υπόλοιπο που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφοι 4 και 7 και τις προσαρμογές που προβλέπονται στο άρθρο 10 παράγραφοι 6 και 8, με εξαίρεση τις ειδικές προσαρμογές που προβλέπονται στο άρθρο 10 παράγραφος 6 πρώτη περίπτωση, οι οποίες εμφανίζονται στα βιβλία την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μήνα που ακολουθεί τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ του εν λόγω κράτους μέλους και της Επιτροπής.

δ)

Οι βεβαιωμένες απαιτήσεις που αναφέρονται στις εισφορές και τους λοιπούς δασμούς στα πλαίσια της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, καταχωρούνται στα λογιστικά βιβλία που προβλέπονται στο στοιχείο α). Εάν εκ των υστέρων οι απαιτήσεις αυτές δεν εισπραχθούν μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, τα κράτη μέλη μπορούν να διορθώσουν την πραγματοποιηθείσα εγγραφή και να προβούν κατ' εξαίρεση στην εγγραφή των απαιτήσεων αυτών στα χωριστά λογιστικά βιβλία.

4.   Κάθε κράτος μέλος διαβιβάζει στην Επιτροπή, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 3:

α)

μηνιαία λογιστική κατάσταση όσον αφορά τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α).

Μαζί με τις εν λόγω μηνιαίες καταστάσεις, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν τα στοιχεία ή τις καταστάσεις σχετικά με τις εκπτώσεις επί των ιδίων πόρων βάσει των διατάξεων που αφορούν τα εδάφη υπό ειδικό καθεστώς·

β)

τριμηνιαία κατάσταση των χωριστών λογαριασμών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο β).

Οι τρόποι διαβίβασης των μηνιαίων και τριμηνιαίων καταστάσεων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, καθώς και οι δεόντως αιτιολογημένες τροποποιήσεις τους, καθορίζονται από την Επιτροπή κατόπιν διαβούλευσης με την επιτροπή του άρθρου 20. Προβλέπουν, ενδεχομένως, τις κατάλληλες προθεσμίες εφαρμογής.

5.   Κατά τη διάρκεια των δύο μηνών που ακολουθούν το τέλος κάθε τριμήνου, κάθε κράτος μέλος διαβιβάζει στην Επιτροπή περιγραφή των περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας που έχουν ήδη αποκαλυφθεί και αφορούν ποσό απαιτήσεων άνω των 10 000 ευρώ.

Για το σκοπό αυτό, κάθε κράτος μέλος παρέχει, στο μέτρο του δυνατού, διευκρινίσεις όσον αφορά:

το είδος της απάτης ή/και της παρατυπίας (περιγραφή, σχετικό τελωνειακό καθεστώς),

το ποσό ή την εικαζόμενη τάξη μεγέθους των διαφυγόντων ιδίων πόρων,

τα σχετικά εμπορεύματα (δασμολογική κλάση, καταγωγή, προελεύσεις),

τη συνοπτική περιγραφή του καταδολιευτικού μηχανισμού,

το είδος ελέγχου που οδήγησε στην αποκάλυψη της απάτης ή της παρατυπίας,

τις εθνικές υπηρεσίες ή οργανισμούς που προέβησαν στη διαπίστωση της απάτης ή παρατυπίας,

το στάδιο της διαδικασίας, περιλαμβανομένου του σταδίου της είσπραξης, με μνεία της βεβαίωσης εφόσον έχει ήδη πραγματοποιηθεί,

τη μνεία της ενδεχόμενης γνωστοποίησης της περίπτωσης βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 515/97 (11),

ενδεχομένως, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη,

τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν για να αποφευχθεί η επανάληψη της απάτης ή παρατυπίας.

Στα πλαίσια της τριμηνιαίας κατάστασης που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, κάθε κράτος μέλος διαβιβάζει στοιχεία για τις περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή και δεν έχουν αποτελέσει προηγουμένως αντικείμενο κάποιας ανακοίνωσης περί είσπραξης, ακύρωσης ή μη είσπραξης.

Προς το σκοπό αυτό, κάθε κράτος μέλος αναφέρει για καθεμία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο:

τα στοιχεία της αρχικής ανακοίνωσης,

το ποσό που απέμεινε να εισπραχθεί κατά το προηγούμενο τρίμηνο,

την ημερομηνία βεβαίωσης,

την ημερομηνία καταχώρησης στα χωριστά λογιστικά βιβλία της παραγράφου 3 στοιχείο β),

τα ποσά που εισπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του εν λόγω τριμήνου,

τις διορθώσεις της βάσης (διορθώσεις/ακυρώσεις) κατά το εν λόγω τρίμηνο,

τα ακυρωθέντα ποσά,

το στάδιο της διοικητικής και δικαστικής διαδικασίας,

το ποσό που απέμεινε να εισπραχθεί στο τέλος του εν λόγω τριμήνου.

Οι πρακτικές λεπτομέρειες των παραπάνω περιγραφών καθώς και οι δεόντως αιτιολογημένες τροποποιήσεις τους καθορίζονται από την Επιτροπή κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή του άρθρου 20. Προβλέπουν, ενδεχομένως, τις κατάλληλες προθεσμίες εφαρμογής.

Άρθρο 7

1.   Κάθε κράτος μέλος καταρτίζει ετησίως ανακεφαλαιωτικό λογαριασμό των βεβαιωμένων απαιτήσεων που περιλαμβάνονται στα λογιστικά βιβλία που προβλέπονται στο στοιχείο α) της παραγράφου 3 του άρθρου 6 και τον διαβιβάζει στην Επιτροπή πριν από την 1η Απριλίου του έτους που έπεται του συγκεκριμένου οικονομικού έτους. Κάθε διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού του ανακεφαλαιωτικού λογαριασμού και του αθροίσματος των ποσών των μηνιαίων καταστάσεων που διαβιβάζονται από το κράτος μέλος, από τον Ιανουάριο έως το Δεκέμβριο του αντίστοιχου έτους, σχολιάζεται. Η Επιτροπή επαληθεύει τη συμφωνία του ανακεφαλαιωτικού λογαριασμού με το ποσό των απαιτήσεων που ετέθησαν στη διάθεσή της κατά τη διάρκεια του έτους, διαθέτει δε προθεσμία δύο μηνών από τη λήψη του ανακεφαλαιωτικού λογαριασμού για να ανακοινώσει τις τυχόν παρατηρήσεις της προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

2.   Μετά τις 31 Δεκεμβρίου του τρίτου έτους που ακολουθεί ένα δεδομένο οικονομικό έτος, ο ετήσιος ανακεφαλαιωτικός λογαριασμός που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν δύναται πλέον να διορθωθεί, εκτός από τα σημεία που γνωστοποιούνται πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, είτε από την Επιτροπή είτε από το σχετικό κράτος μέλος.

Άρθρο 8

Οι διορθώσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 αυξάνουν ή μειώνουν το συνολικό ποσό των βεβαιωθέντων εσόδων. Αυτές περιλαμβάνονται στις λογιστικές καταχωρήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β) καθώς και τις καταστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 και αντιστοιχούν στην ημερομηνία αυτών των διορθώσεων.

Οι εν λόγω διορθώσεις γίνονται αντικείμενο ιδιαίτερης μνείας, όταν αφορούν περιπτώσεις απάτης ή παρατυπίες που έχουν ήδη ανακοινωθεί στην Επιτροπή.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

Απόδοση των ιδίων πόρων

Άρθρο 9

1.   Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10, το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει.

Δεν καταβάλλονται έξοδα για το λογαριασμό αυτό.

2.   Τα εγγεγραμμένα ποσά μετατρέπονται από την Επιτροπή και εμφανίζονται στα λογιστικά της βιβλία σε ευρώ σύμφωνα με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ) αριθ. 3418/93 (12).

Άρθρο 10

1.   Αφού αφαιρεθεί το 10 % του ποσού των ιδίων πόρων για έξοδα είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, η εγγραφή των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της απόφασης αυτής διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση βάσει του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού.

Πάντως, για τις απαιτήσεις που βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 3 στοιχείο β) καταχωρούνται σε χωριστά λογιστικά βιβλία, η εγγραφή πρέπει να γίνει το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την 19η ημέρα του δευτέρου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της είσπραξης των απαιτήσεων.

2.   Αν παραστεί ανάγκη, τα κράτη μέλη δύνανται να κληθούν από την Επιτροπή να επισπεύσουν κατά ένα μήνα την εγγραφή των πόρων, εκτός των πόρων ΦΠΑ και του συμπληρωματικού πόρου, βάσει των πληροφοριών που διαθέτουν στις 15 του ιδίου μήνα.

Η τακτοποίηση κάθε προκαταβολικής εγγραφής ενεργείται τον επόμενο μήνα, κατά την εγγραφή που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Συνίσταται στην αρνητική εγγραφή ποσού ίσου με εκείνο που κατέστη αντικείμενο της προκαταβολικής εγγραφής.

3.   Η εγγραφή των πόρων ΦΠΑ και του συμπληρωματικού πόρου, εξαιρουμένου ενός ποσού αναλογούντος στο νομισματικό αποθεματικό του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), στο αποθεματικό για τις πράξεις χορήγησης ή εγγύησης δανείων και στο αποθεματικό για επείγουσα βοήθεια, καθώς και, ενδεχομένως, η εγγραφή των χρηματικών συνεισφορών που βασίζονται στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν, διενεργούνται κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μηνός, και τούτο ανά δωδεκατημόριο των ποσών που προκύπτουν από τον προϋπολογισμό για το σκοπό αυτό, μετά από μετατροπή αυτών σε εθνικά νομίσματα με την ισοτιμία της τελευταίας χρηματαγοράς του ημερολογιακού έτους που προηγείται του οικονομικού έτους, όπως δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σειρά C.

Για τις ειδικές ανάγκες που αφορούν την πληρωμή των δαπανών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1765/92 και σε συνάρτηση με την ταμειακή κατάσταση της Κοινότητας, τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να κληθούν από την Επιτροπή να επισπεύσουν κατά ένα ή δύο μήνες, εντός του πρώτου τριμήνου του οικονομικού έτους, την εγγραφή ενός δωδεκατημορίου ή ενός κλάσματος δωδεκατημορίου των ποσών που προβλέπονται στον προϋπολογισμό στα πλαίσια των πόρων ΦΠΑ ή/και του συμπληρωματικού πόρου, εκτός των ιδίων πόρων που προβλέπονται για το νομισματικό αποθεματικό ΕΓΤΠΕ, για το αποθεματικό για εγγυήσεις δανείων και για το αποθεματικό για επείγουσα βοήθεια.

Μετά την παρέλευση του πρώτου τριμήνου, η απαιτούμενη μηνιαία εγγραφή δεν μπορεί να υπερβαίνει ένα δωδεκατημόριο των πόρων ΦΠΑ και ΑΕΠ, πάντοτε εντός των ορίων των ποσών που έχουν εγγραφεί στον προϋπολογισμό για το σκοπό αυτό.

Η Επιτροπή ενημερώνει προηγουμένως τα κράτη μέλη, το αργότερο δύο εβδομάδες πριν από την αιτούμενη εγγραφή.

Οι διατάξεις που αφορούν την εγγραφή για τον μήνα Ιανουαρίο κάθε οικονομικού έτους, που προβλέπονται στο ενδέκατο εδάφιο, και οι διατάξεις που εφαρμόζονται όταν ο προϋπολογισμός δεν έχει εγκριθεί οριστικά πριν την έναρξη του οικονομικού έτους, που προβλέπονται στο δωδέκατο εδάφιο, εφαρμόζονται για τις επισπευθείσες εγγραφές.

Η εγγραφή που αφορά το νομισματικό αποθεματικό του ΕΓΤΠΕ το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 6 της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, το αποθεματικό για τις πράξεις χορήγησης ή εγγύησης δανείων και το αποθεματικό για επείγουσα βοήθεια, τα οποία δημιουργούνται με την απόφαση 94/729/ΕΚ, διενεργείται την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μήνα που ακολουθεί τον καταλογισμό των σχετικών δαπανών στον προϋπολογισμό και μέχρι του ύψους των εν λόγω δαπανών, εάν ο καταλογισμός γίνει πριν τις 16 του μηνός. Άλλως, η εγγραφή διενεργείται την πρώτη εργάσιμη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον καταλογισμό.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 6 του δημοσιονομικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977 που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (13), εφεξής καλούμενος «δημοσιονομικός κανονισμός», οι εγγραφές αυτές λαμβάνονται υπόψη για το οικονομικό έτος στο οποίο αναφέρονται.

Πάντως, αν η όλη εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους δεν καθιστά απαραίτητες τις εγγραφές που αφορούν το νομισματικό αποθεματικό ΕΓΤΠΕ και το αποθεματικό για επείγουσα βοήθεια προκειμένου να ισοσκελιστούν τα έσοδα και οι δαπάνες του οικονομικού έτους, η Επιτροπή παραιτείται των εγγραφών αυτών εν όλω ή εν μέρει.

Κάθε τροποποίηση του ομοιόμορφου συντελεστή των πόρων ΦΠΑ, της διόθρωσης υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου και της χρηματοδότησής της, που αναφέρεται στο άρθρο 5 της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, καθώς και του συντελεστή του συμπληρωματικού πόρου ή, ενδεχομένως, των χρηματικών συνεισφορών ΑΕΠ, αιτιολογείται με την οριστική έγκριση διορθωτικού ή συμπληρωματικού προϋπολογισμού και οδηγεί στην αναπροσαρμογή των δεδεκατημορίων που έχουν εγγραφεί από την αρχή του οικονομικού έτους.

Οι αναπροσαρμογές αυτές διενεργούνται κατά την πρώτη εγγραφή που ακολουθεί την οριστική έγκριση του διορθωτικού ή συμπληρωματικού προϋπολογισμού, αν αυτή πραγματοποιηθεί πριν από τις 16 του μηνός. Στην αντίθετη περίπτωση, οι αναπροσαρμογές διενεργούνται κατά τη δεύτερη εγγραφή μετά την οριστική έκγριση αυτού. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 6 του δημοσιονομικού κανονισμού, οι αναπροσαρμογές αυτές λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του διορθωτικού ή συμπληρωματικού προϋπολογισμού, περί του οποίου γίνεται λόγος.

Τα δωδεκατημόρια που αφορούν στην εγγραφή του μηνός Ιανουαρίου κάθε οικονομικού έτους υπολογίζονται βάσει των ποσών που προβλέπονται στο σχέδιο προϋπολογισμού, εκτός εκείνων που προορίζονται για τη χρηματοδότηση του νομισματικού αποθέματος του ΕΓΤΠΕ — που αναφέρονται στο άρθρο 78 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚΑΧ, στο άρθρο 272 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ και στο άρθρο 177 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚΑΕ, μετατρεπομένων σε εθνικό νόμισμα με την ισοτιμία της πρώτης ημέρας χρηματαγοράς που ακολουθεί την 15η Δεκεμβρίου του προηγούμενου ημερολογιακού έτους· ο διακανονισμός των εν λόγω ποσών διενεργείται κατά την εγγραφή που αντιστοιχεί στον επόμενο μήνα.

Όταν ο προϋπολογισμός δεν έχει οριστικά εγκριθεί πριν από την έναρξη του οικονομικού έτους, τα κράτη μέλη εγγράφουν την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, περιλαμβανομένου και του Ιανουαρίου, ένα δωδέκατο των ποσών που προβλέονται ως προϊόν των πόρων ΦΠΑ και συμπληρωματικού πόρου, με εξαίρεση εκείνα που προορίζονται για τη χρηματοδότηση του νομισματικού αποθέματος ΕΓΤΠΕ και, ενδεχομένως, τις χρηματικές συνεισφορές ΑΕΠ στον τελευταίο προϋπολογισμό που εγκρίθηκε οριστικά· ο διακανονισμός γίνεται κατά την πρώτη λήξη της προθεσμίας που ακολουθεί την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού αν αυτή πραγματοποιηθεί πριν από τις 16 του μηνός. Στην αντίθετη περίπτωση, διενεργείται κατά τη δεύτερη λήξη της προθεσμίας που ακολουθεί την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού.

4.   Βάσει της ετήσιας κατάστασης της βάσης των πόρων ΦΠΑ που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89, κάθε κράτος μέλος χρεώνεται με το ποσό που προκύπτει από τα στοιχεία που αναφέρονται στην εν λόγω κατάσταση με την εφαρμογή του ομοιόμορφου συντελεστή που χρησιμοποιήθηκε για το προηγούμενο οικονομικό έτος και πιστώνεται με τις δώδεκα εγγραφές που διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτού του οικονομικού έτους. Η βάση όμως των πόρων ΦΠΑ ενός κράτους μέλους, στο οποίο εφαρμόζεται ο συντελεστής που προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ποσοστά που καθορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ όπως αναφέρεται στην παράγραφο 7 πρώτη φράση του παρόντος άρθρου. Η Επιτροπή υπολογίζει το υπόλοιπο και το γνωστοποιεί στα κράτη μέλη εγκαίρως, ούτως ώστε αυτά να δύναται να το εγγράψουν στο λογαριασμό που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου του ιδίου έτους.

5.   Η Επιτροπή υπολογίζει στη συνέχεια τις προσαρμογές των χρηματικών συνεισφορών προκειμένου να επιτύχει, λαμβανομένου υπόψη του πραγματικού προϊόντος των πόρων ΦΠΑ, την αρχική κατανομή που υπάρχει στον προϋπολογισμό μεταξύ αυτών των τελευταίων και των χρηματικών συνεισφορών ΑΕΠ. Για τον υπολογισμό αυτών των προσαρμογών, τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 μετατρέπονται σε ευρώ με τις ισοτιμίες που ίσχυαν κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά από τις 15 Νοεμβρίου που προηγείται των εγγράφων που προβλέπονται στην παράγραφο 4. Το ποσό των υπολοίπων των πόρων ΦΠΑ επηρεάζεται, για κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, από τη σχέση μεταξύ των χρηματικών συνεισφορών που πρόκειται να καταβληθούν και έχουν εγγραφεί στον προϋπολογισμό και των πόρων ΦΠΑ. Τα αποτελέσματα αυτών των υπολογισμών ανακοινώνονται από την Επιτροπή στα κράτη μέλη που πραγματοποίησαν κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος εγγραφή των χρηματικών συνεισφορών ΑΕΠ, ώστε αυτά να μπορέσουν, ανάλογα με την περίπτωση, να τα πιστώσουν ή να τα χρεώσουν στο λογαριασμό, που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1, την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

6.   Οι ενδεχόμενες διορθώσεις της βάσης πόρων ΦΠΑ που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89 επιτρέπουν για κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, του οποίου η βάση δεν υπερβαίνει τα ποσοστά που καθορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, λαμβανομένων υπόψη των διορθώσεων αυτών, μια προσαρμογή του υπολοίπου που προσδιορίζεται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

οι διορθώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89, οι οποίες πραγματοποιούνται έως τις 31 Ιουλίου, συνεπάγονται γενική αναπροσαρμογή που πρέπει να καταχωρηθεί στο λογαριασμό που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου του ιδίου έτους. Εντούτοις, μια συγκεκριμένη αναπροσαρμογή μπορεί να εγγραφεί πριν από την προαναφερθείσα ημερομηνία, εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και η Επιτροπή συμφωνούν,

όταν τα μέτρα που λαμβάνει η Επιτροπή για τη διόρθωση της βάσης, όπως εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89, οδηγούν σε αναπροσαρμογή των εγγράφων του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, η αναπροσαρμογή αυτή πραγματοποιείται κατά τη λήξη της προθεσμίας που έχει ορίσει η Επιτροπή στο πλαίσιο της εφαρμογής αυτών των μέτρων.

Οι τροποποιήσεις του ΑΕΠ που αναφέρονται στην παράγραφο 8 επιτρέπουν επίσης στην αναπροσαρμογή του υπολοίπου κάθε κράτους μέλους, του οποίου η βάση, λαμβανομένων υπόψη των διορθώσεων, ορίζεται στα ποσοστά που καθορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ. Οι αναπροσαρμογές που πρέπει να πραγματοποιούνται στα υπόλοιπα ΦΠΑ ως την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου κάθε έτους βάσει του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, επιτρέπουν επίσης την πραγματοποίηση εκ μέρους της Επιτροπής πρόσθετων αναπροσαρμογών των χρηματικών συνεισφορών ΑΕΠ. Οι ισοτιμίες που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό αυτών των πρόσθετων αναπροσαρμογών είναι εκείνες που χρησιμοποιούνται για τον αρχικό υπολογισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 5.

Η Επιτροπή ανακοινώνει εγκαίρως τις αναπροσαρμογές στα κράτη μέλη προκειμένου αυτά να μπορέσουν να τις εγγράψουν στο λογαριασμό που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1, την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

Εντούτοις, μια συγκεκριμένη αναπροσαρμογή μπορεί να εγγραφεί ανά πάσα στιγμή, εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και η Επιτροπή συμφωνούν.

7.   Βάσει των στοιχείων για το γέγεθος του ΑΕΠ σε τιμές αγοράς και για τα αποτελούντα αυτό στοιχεία του προηγούμενου οικονομικού έτους, τα οποία παρέχουν τα κράτη μέλη κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ, κάθε κράτος μέλος χρεώνεται με το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή στο ΑΕΠ του συντελεστή που χρησιμοποιήθηκε το προηγούμενο οικονομικό έτος και τροποποιήθηκε, ενδεχομένως, λόγω της χρησιμοποίησης του νομισματικού αποθεματικού ΕΓΤΠΕ, του αποθεματικού για τις πράξεις χορήγησης ή εγγύησης δανείων και του αποθεματικού για επείγουσα βοήθεια και πιστώνεται με τις εγγραφές που διενεργούνται κατά τη διάρκεια του εν λόγω οικονομικού έτους. Η Επιτροπή προσδιορίζει το υπόλοιπο και το ανακοινώνει στα κράτη μέλη εγκαίρως, ώστε αυτά να μπορέσουν να το εγγράψουν στο λογαριασμό που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου του ιδίου έτους.

8.   Οι ενεχόμενες τροποποιήσεις που πραγματοποιούνται στα ΑΕΠ των προηγούμενων οικονομικών ετών κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 2, με την επιφύλαξη του άρθρου 6 της οδηγίας 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ, επιτρέπουν για κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αναπροσαρμογή του υπολοίπου που καθορίστηκε κατ' εφαρμογή της παραγράφου 7. Η αναπροσαρμογή αυτή καθορίζεται σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 6 πρώτο εδάφιο. Η Επιτροπή ανακοινώνει στα κράτη μέλη τις αναπροσαρμογές των υπολοίπων, προκειμένου αυτά να μπορέσουν να τις εγγράψουν στο λογαριασμό που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Μετά τις 30 Σεπτεμβρίου του τέταρτου έτους που ακολουθεί ένα συγκεκριμένο οικονομικό έτος, οι ενδεχόμενες τροποποιείσεις του ΑΕΠ δεν λαμβάνονται πλέον υπόψη, εκτός αν αφορούν σημεία που επισημάνθηκαν πλέον υπόψη, εκτός αν αφορούν σημεία που επισημάνθηκαν πριν από την λήξη αυτής της προθεσμίας είτε από την Επιτροπή είτε από το κράτος μέλος.

9.   Οι πράξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 έως 8 συνιστούν τροποποιήσεις των εσόδων του οικονομικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου πραγματοποιούνται.

Άρθρο 11

Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ' αυτό τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.

ΤΙΤΛΟΣ IV

Ταμειακή διαχείριση

Άρθρο 12

1.   Η Επιτροπή διαθέτει τα ποσά που εγγράφονται εις πίστωση των λογαριασμών που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 κατά το μέτρο που είναι αναγκαίο για την κάλυψη των ταμειακών αναγκών της που απορρέουν από την εκτέλεση του προϋπολογισμού.

2.   Όταν οι ταμειακές ανάγκες υπερβαίνουν τα διαθέσιμα των λογαριασμών, η Επιτροπή μπορεί να προβαίνει σε αναλήψεις πέραν του συνόλου των διαθεσίμων, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμες πιστώσεις στον προϋπολογισμό και μέσα στα όρια των ιδίων πόρων που προβλέπονται στον προϋπολογισμό. Στην περίπτωση αυτή, πληροφορεί προηγουμένως τα κράτη μέλη γαι τις προβλεπόμενες υπερβάσεις.

3.   Αποκλειστικώς για την περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του λήπτη δανείου που έχει συναφθεί ή έχει τύχει εγγυήσεως βάσει των κανονισμών και αποφάσεων του Συμβουλίου, και εφόσον οι περιστάσεις δεν επιτρέπουν στην Επιτροπή να προσφύγει εγκαίρως σε άλλα μέτρα προβλεπόμενα από τις δημοσιονομικές διατάξεις που εφαρμόζονται στα δάνεια αυτά προκειμένου να τηρηθούν οι νομικές υποχρεώσεις της Κοινότητας έναντι των χρηματοδοτών, οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 είναι δυνατόν να εφαρμοστούν προσωρινά, ανεξάρτητα από τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2, ώστε να εξασφαλισθεί η εξυπηρέτηση των χρεών της Κοινότητας.

4.   Η διαφορά μεταξύ του συνολικού ενεργητικού και των ταμειακών αναγκών κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών, αυτό δε γίνεται κατά το δυνατόν ανάλογα με τα έσοδα του προϋπολογισμού που προβλέπεται να προσέλθουν από καθένα από αυτά.

5.   Τα κράτη μέλη ή ο οργανισμός που έχουν ορίσει σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 υποχρεούνται να εκτελούν τις εντολές πληρωμών της Επιτροπής το συντομότερο δυνατό και το αργότερο εντός επτά εργάσιμων ημερών από τη λήψη των εντολών, και να διαβιβάζουν στην Επιτροπή αντίγραφο του λογαριασμού το αργότερο εντός επτά εργάσιμων ημερών από κάθε πράξη.

Ωστόσο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκτελούν τις πράξεις τις σχετικές με τις ταμειακές κινήσεις μετά στις προθεσμίες του ζητά η Επιτροπή.

ΤΙΤΛΟΣ V

Τρόπος εφαρμογής του άρθρου 2 παράγραφος 7 της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ

Άρθρο 13

1.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στο μέτρο που είναι αναγκαίο να εφαρμοσθούν οι προσωρινές παρεκκλίσεις ποιυ προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 7 της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ.

2.   Το ΑΕΠ σε τιμές της αγοράς υπολογίζεται από τη Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, βάσει των στατιστικών που καταρτίζονται σύμφωνα με το ευρωπαϊκό σύστημα ολοκληρωμένων οικονομικών λογαριασμών (ΕΣΟΛ) και αντιστοιχούν, για κάθε κράτος μέλος, στον αριθμητικό μέσο όρο των τριών πρώτων ετών της πενταετούς περιόδου που προηγείται του οικονομικού έτους για το οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 2 παράγραφος 7 της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ. Οι ενδεχόμενες διορθώσεις των στατιστικών στοιχείων που πραγματοποιούνται μετά από την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού δεν λαμβάνονται υπόψη.

3.   Το ΑΕΠ κάθε έτους αναφοράς υπολογίζεται σε ευρώ βάσει της μέσης τιμής του ευρώ του σχετικού έτους.

4.   Όσο η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 7 της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ εφαρμόζεται σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, η Επιτροπή ορίζει, στο προσχέδιο προϋπολογισμού, το ποσοστό το οποίο αντιστοιχεί στις χρηματικές συνεισφορές αυτών των κρατών μελών κατά το λόγο του ΑΕΠ τους προς το σύνολο των ΑΕΠ των κρατών μελών και καθορίζει το ποσό του τμήματος του προϋπολογισμού που πρέπει να χρηματοδοτηθεί από τους πόρους ΦΠΑ με ομοιόμορφο συντελεστή και τις χρηματικές συνεισφορές ΑΕΠ.

Τα στοιχεία αυτά εγκρίνονται βάσει της διαδικασίας προϋπολογισμού.

Άρθρο 14

1.   Ο ορισμός του ΑΕΠ σε τιμές της αγοράς είναι εκείνος που αναγράφεται στο άρθρο 1 και 2 της οδηγίας 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ.

2.   Οι αριθμοί που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του ποσοστού των χρηματικών συνεισφορών ΑΕΠ είναι εκείνοι που παρέχονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος της οδηγίας 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ με την επιφύλαξη του άρθρου 6 της οδηγίας αυτής. Ελλείψει αυτών των αριθμών, η Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων χρησιμοποιεί τα στοιχεία τα οποία έχει στη διάθεσή της.

ΤΙΤΛΟΣ VI

Τρόπος εφαρμογής του άρθρου 7 της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ

Άρθρο 15

Για την εφαρμογή του άρθρου 7 της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ, το υπόλοιπο ενός οικονομικού έτους αποτελείται από τη διαφορά μεταξύ:

του συνόλου των εσόδων που εισπράττονται γι' αυτό το οικονομικό έτος

και

του ποσού των πραγματιοποιηθεισών πληρωμών έναντι των πιστώσεων αυτού του οικονομικού έτος, προσαυξημένου κατά το ποσό των πιστώσεων του ιδίου έτους που μεταφέρονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 2 στοιχείο β) του δημοσιονομικού κανονισμού.

Η διαφορά αυτή ποροαφυξάνεται ή μειώνεται αφενός, κατά το καθαρό ποσό που προκύπτει από τις ακυρώσεις των πιστώσεων που παρέμειναν από προηγούμενα οικονομικά έτη και, αφετέρου, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5 παράγραφος 1 του δημοσιονομικού κανονισμού:

κατά το ποσό των υπερβάσεων κατά την πληρωμή, που οφείλονται στις διακυμάνσεις των ισοτιμιών του ευρώ των μη διαχωριζόμενων πιστώσεων, που μεταφέρθηκαν από το προηγούμενο οικονομικό έτος κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1 του δημοσιονομικού κανονισμού

και

κατά το υπόλοιπο που προκύπτει από τα συναλλαγματικά κέρδη και ζημίες που συμειώνονται κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους.

Άρθρο 16

Προ του τέλους του μηνός Οκτωβρίου κάθε οικονομικού έτους, η Επιτροπή προβαίνει, βάσει των στοιχείων που διαθέτει τότε, σε υπολογισμό του επιπέδου των εισπράξεων των ιδίων πόρων ολόκληρου του οικονομικού έτους.

Όταν εμφανίζονται σημαντικές διαφορές σε σύγκριση με τις αρχικές προβλέψεις, οι διαφορά αυτές μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διορθωτικής επιστολής του προσχεδίου προϋπολογισμού του επόμενου οικονομικού έτους, ή διορθωτικού και συμπληρωματικού προϋπολογισμού για το τρέχον οικονομικό έτος.

Κατά τη διενέργεια των πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφοι 4 έως 8, το ποσό εσόδων που εμφαίνεται στον προϋπολογισμό του τρέχοντος οικονομικού έτους μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί, κατά τα ποσά που προκύπτουν από τις εν λόγω πράξεις μέσω διορθωτικού προϋπολογισμού.

ΤΙΤΛΟΣ VII

Διατάξεις περί του ελέγχου

Άρθρο 17

1.   Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα, σύμφωνα με το άρθρο 2, έσοδα να αποδίδονται στην Επιτροπή κατά τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

2.   Τα κράτη μέλη απαλλάσσονται της υποχρεώσεως να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα έσοδα, μόνον εάν η είσπραξη δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους ανωτέρας βίας. Εξάλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής τα σχετικά ποσά εφόσον αποδεικνύεται, μετά από διεξοδική εξέταση όλων των στοιχείων της εν λόγω περίπτωσης, ότι είναι οριστικά αδύνατον να εισπράξουν τα οφειλόμενα για λόγους πέραν της ευθύνης τους. Οι περιπτώσεις αυτές πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση που προβλέπει η παράγραφος 3, εφόσον τα ποσά υπερβαίνουν το ισόποσο των 10 000 ευρώ, μετατρεπομένων σε εθνικό νόμισμα με την ισοτιμία της πρώτης εργάσιμης ημέρας του Οκτωβρίου του προηγούμενου ημερολογιακού έτους· στην έκθεση αυτή πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι για του οποίους το κράτος μέλος δεν μπόρεσε να αποδώσει τα εν λόγω ποσά. Η Επιτροπή διαθέτει προθεσμία έξι μηνών για να ανακοινώσει, ενδεχομένως, τις παρατηρήσεις της στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

3.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή, μέσω ετήσιας έκθεσης, την πορεία και τα αποτελέσματα των ελέγχων τους, καθώς και τα συνολικά στοιχεία και τα θέματα αρχής του αφορούν τα σημαντικότερα ανακύπτοντα προβλήματα, από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ιδίως δε τις διαφορές. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στην Επιτροπή πριν από τις 30 Απριλίου του έτους που έπεται του εκάστοτε οικονομικού έτους.

Το υπόδειγμα αυτής της έκθεσης, καθώς και οι δεόντως αιτιολογημένες τροποποιήσεις, καταρτίζονται από την Επιτροπή κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή του άρθρου 20. Τίθενται ενδεχομένως, οι κατάλληλες προθεσμίες εφαρμογής.

Πριν από τις 30 Ιουνίου του έτους που ακολουθεί το οικονομικό έτος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεύτερη περίοδος, η Επιτροπή διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο συγκεφαλαιωτική έκθεση των κοινοποιήσεων των κρατών μελών σύμφωνα με το παρόν άρθρο και το άρθρο 6 παράγραφος 5.

Άρθρο 18

1.   Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε ελέγχους και έρευνες σχετικά με τη βεβαίωση και την απόδοση των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ. Η Επιτροπή ασκεί τις αρμοδιότητές της σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

2.   Στο πλαίσιο της παραγράφου 1 τα κράτη μέλη:

α)

προβαίνουν σε συμπληρωματικούς ελέγχους, μετά από αίτηση της Επιτροπής. Η τελευταία πρέπει να αναφέρει στην αίτησή της του λόγους για τους οποίους επιβάλλεται συμπληρωματικός έλεγχος·

β)

συνεργάζονται με την Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεώς της, στους ελέγχους που διεξάγουν.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε μέτρο ικανό να διευκολύνει τους ελέγχους αυτούς. Όταν η Επιτροπή συμμετέχει στους ελέγχους αυτούς, τα κράτη μέλη θέτουν στη διάθεσή της τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στο άρθρο 3.

Προκειμένου να περιορίσει κατά το δυνατόν τους συμπληρωματικούς ελέγχους:

α)

η Επιτροπή μπορεί να ζητεί, σε ειδικές περιπτώσεις, να της κοινοποιούνται ορισμένα δικαιολογητικά·

β)

στη μηνιαία κατάσταση των λογιστικών εγγραφών, που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4, τα καταχωρηθέντα ποσά που έχουν σχέση με παρατυπίες ή καθυστερήσεις όσον αφορά τη βεβαίωση, τη λογιστική καταχώρηση και την απόδοση, που αποκαλύπτονται κατά τη διάρκεια των προαναφερθέντων ελέγχων, πρέπει να αναγνωρίζονται με τις κατάλληλες σημειώσεις.

3.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2, η Επιτροπή μπορεί να πραγματοποιεί, και η ίδια, επιτόπιους ελέγχους. Οι εντεταλμένοι για τους ελέγχους αυτούς υπάλληλοι της Επιτροπής έχουν πρόσβαση, εφόσον αυτό απαιτείται για την ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, στα δικαιολογητικά που αναφέρονται στο άρθρο 3 και σε όλα τα έγγραφα που έχουν σχέση με τα παραπάνω δικαιολογητικά. Η Επιτροπή με δεόντως αιτιολογημένη ανακοίνωση ειδοποιεί έγκαιρα για τον έλεγχο το κράτος μέλος στο οποίο διενεργείται ο έλεγχος αυτός. Στους παραπάνω ελέγχους συμμετέχουν και υπάλληλοι του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

4.   Οι έλεγχοι που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 δεν εμποδίζουν:

α)

τους ελέγχους που πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές τους διατάξεις·

β)

τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 246, 247, 248 και 276 της συνθήκης ΕΚ και στα άρθρα 160 Α, 160 Β, 160 Γ, και 180 Β της συνθήκης ΕΚΑΕ·

γ)

τους ελέγχους που διενεργούνται δυνάμει του άρθρου 279 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 183 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚΑΕ.

5.   Κάθε τρία χρόνια η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο περί της λειτουργίας του συστήματος ελέγχου.

Άρθρο 19

Από κοινού με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, η Επιτροπή ελέγχει κάθε χρόνο τα αθροιστικά μεγέθη που της κοινοποιούνται, στις περιπτώσεις ιδίως που της υποδεικνύει η επιτροπή διαχείρισης ΑΕΠ, προκειμένου να διαπιστωθεί η τυχόν ύπαρξη σφαλμάτων υπολογισμού. Προς το σκοπό αυτό η Επιτροπή μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις να ελέγχει τους υπολογισμούς και τα βασικά στατιστικά στοιχεία — εκτός των πληροφοριών που αφορούν συγκεκριμένα νομικά ή φυσικά πρόσωπα — εφόσον αντικειμενική και δίκαια αξιολόγηση δεν είναι άλλως εφικτή. Η Επιτροπή οφείλει να τηρεί την εθνική νομθεσία περί στατιστικού απορρήτου.

ΤΙΤΛΟΣ VIIΙ

Διατάξεις περί της συμβουλευτικής επιτροπής των ιδίων πόρων

Άρθρο 20

1.   Συνιστάται συμβουλευτική επιτροπή των ιδίων πόρων, καλούμενη στο εξής «επιτροπή».

2.   Η επιτροπή αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και της Επιτροπής. Κάθε κράτος μέλος εκπροσωπείται στην επιτροπή από πέντε το πολύ δημοσίους υπαλλήλους.

Η επιτροπή προεδρεύεται από αντιπροσώπους της Επιτροπής. Η γραμματεία της επιτροπής εξασφαλίζεται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής.

3.   Η επιτροπή καταρτίζει τον εσωτερικό κανονισμό της.

Άρθρο 21

1.   Η επιτροπή προβαίνει στην εξέταση των ζητημάτων τα οποία της υποβάλλει ο πρόεδρός της, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήσεως του αντιπροσώπου κράτους μέλους, και τα οποία αφορούν την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ειδικότερα όσον αφορά:

α)

τις πληροφορίες και ανακοινώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β), στα άρθρα 6 και 7 και στο άρθρο 17 παράγραφος 3·

β)

τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 2·

γ)

τους ελέγχους και εξετάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 18 παράγραφος 2.

Επιπλέον, η επιτροπή εξετάζει τις προβλέψεις των ίδιων πόρων.

2.   Μετά από αίτηση του προέδρου, η επιτροπή εκφέρει γνώμη εντός προθεσμίας την οποία μπορεί να ορίσει ο πρόεδρος ανάλογα με τον επείγοντα χαρακτήρα του συγκεκριμένου θέματος, προβαίνοντας, αν χρειασθεί, σε ψηφοφορία. Η γνώμη καταχωρείται στα πρακτικά· εξάλλου, κάθε κράτος μέλος έχει δικαίωμα να ζητήσει να καταχωρηθεί η θέση του στα πρακτικά. Η Επιτροπή λαμβάνει στο μέγιστο βαθμό υπόψη της τη γνώμη της επιτροπής και την ενημερώνει για τον τρόπο με τον οποίο έλαβε υπόψη η γνώμη αυτή.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΧ

Τελικές διατάξεις

Άρθρο 22

Ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1552/89 καταργείται.

Οι αναφορές στον κανονισμό θεωρούνται ότι γίνονται στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που εμφαίνεται στο παράρτημα, μέρος Α.

Άρθρο 23

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 22 Μαΐου 2000.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. GAMA


(1)  ΕΕ L 293 της 12.11.1994, σ. 9· απόφαση που αντικατέστησε την απόφαση 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ (ΕΕ L 185 της 15.7.1988, σ. 24).

(2)  Γνώμη που διατυπώθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2000 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  ΕΕ C 145 της 9.5.1998, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 155 της 7.6.1989, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 1355/96 (ΕΕ L 175 της 13.7.1996, σ. 3).

(5)  Βλέπε παράρτημα, μέρος Β.

(6)  ΕΕ C 328 της 17.12.1991, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 49 της 21.2.1989, σ. 26.

(8)  ΕΕ L 181 της 1.7.1992, σ. 12· κανονισμός που αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1251/1999 (ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 1).

(9)  ΕΕ L 293 της 12.11.1994, σ. 14.

(10)  Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για το ομοιόμορφο οριστικό καθεστώς είσπραξης των ιδίων πόρων που προέρχονται από το φόρο επί της προστιθέμενης αξίας (ΕΕ L 155 της 7.6.1989, σ. 9)· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1026/1909 (ΕΕ L 126 της 20.5.1999, σ. 1).

(11)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 515/97 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1997, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών και γεωργικών ρυθμίσεων (ΕΕ L 82 της 22.3.1997, σ. 1).

(12)  Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ) αριθ. 3418/93 της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 1993, για τον τρόπο εκτελέσεως ορισμένων διατάξεων του δημοσιονομικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977 (ΕΕ L 315 της 16.12.1993, σ. 1)· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την απόφαση 1999/537/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ (ΕΕ L 206 της 5.8.1999, σ. 24).

(13)  ΕΕ L 356 της 31.12.1997, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 2673/1999 (ΕΕ L 326 της 18.12.1999, σ. 1)


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΜΕΡΟΣ Α

Πίνακας αντιστοιχίας

Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1552/89

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 2 παράγραφος 1

Άρθρο 2 παράγραφος 1

Άρθρο 2 παράγραφος 1α

Άρθρο 2 παράγραφος 2

Άρθρο 2 παράγραφος 1β

Άρθρο 2 παράγραφος 3

Άρθρο 2 παράγραφος 2

Άρθρο 2 παράγραφος 4

Άρθρο 3

Άρθρο 3

Άρθρο 4

Άρθρο 4

Άρθρο 5

Άρθρο 5

Άρθρο 6 παράγραφος 1

Άρθρο 6 παράγραφος 1

Άρθρο 6 παράγραφος 1α

Άρθρο 6 παράγραφος 2

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο α)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο β)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο γ)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο δ)

Άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο α)

Άρθρο 6 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)

Άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο β) πρώτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)

Άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο β) δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 4

Άρθρο 6 παράγραφος 5

Άρθρο 7

Άρθρο 7

Άρθρο 8

Άρθρο 8

Άρθρο 9

Άρθρο 9

Άρθρο 10

Άρθρο 10

Άρθρο 11

Άρθρο 11

Άρθρο 12

Άρθρο 12

Άρθρο 13

Άρθρο 13

Άρθρο 14

Άρθρο 14

Άρθρο 15

Άρθρο 15

Άρθρο 16

Άρθρο 16

Άρθρο 17

Άρθρο 17

Άρθρο 18 παράγραφος 1

Άρθρο 18 παράγραφος 1

Άρθρο 18 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο πρώτη περίπτωση

Άρθρο 18 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)

Άρθρο 18 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο δετερη περίπτωση

Άρθρο 18 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)

Άρθρο 18 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 18 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 18 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 18 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 18 παράγραφος 3

Άρθρο 18 παράγραφος 3

Άρθρο 18 παράγραφος 4

Άρθρο 18 παράγραφος 4

Άρθρο 18 παράγραφος 5

Άρθρο 18 παράγραφος 5

Άρθρο 19

Άρθρο 19

Άρθρο 20

Άρθρο 20

Άρθρο 21

Άρθρο 21

Άρθρο 22

Άρθρο 23

Άρθρο 22

Άρθρο 23

Παράρτημα

ΜΕΡΟΣ Β

Τροποποιητικοί κανονισμοί του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1552/89

Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 3464/93 του Συμβουλίου της 10ης Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ L 317 της 18.12.1993, σ. 1).

Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2729/94 του Συμβουλίου της 31ης Οκτωβρίου 1994 (ΕΕ L 293 της 12.11.1994, σ. 5).

Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 1355/96 του Συμβουλίου της 8ης Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 175 της 13.7.1996, σ. 3).