31999R0530

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 530/1999 του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 1999 για τις διαρθρωτικές στατιστικές σχετικά με τις αποδοχές και το κόστος εργασίας

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 063 της 12/03/1999 σ. 0006 - 0010


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 530/1999 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 9ης Μαρτίου 1999 για τις διαρθρωτικές στατιστικές σχετικά με τις αποδοχές και το κόστος εργασίας

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 213,

το σχέδιο κανονισμού που υπέβαλε η Επιτροπή,

Εκτιμώντας:

ότι, για να είναι σε θέση να εκπληρώσει τα καθήκοντά της, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι συνεχώς ενημερωμένη για το επίπεδο και τη σύνθεση του κόστους εργασίας, καθώς επίσης για τη διάρθρωση και την κατανομή των αποδοχών στα κράτη μέλη 7

ότι η ανάπτυξη της Κοινότητας και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς αυξάνουν την ανάγκη για συγκρίσιμα στοιχεία σχετικά με το επίπεδο και τη σύνθεση του κόστους εργασίας και τη διάρθωση και κατανομή των αποδοχών, ιδίως ως μέσο για την ανάλυση της προόδου της οικονιμικής και κοινωνικής συνοχής και για τη διενέργεια αξιόπιστων και πρόσφορων συγκρίσεων μεταξύ των κρατών μελών και των περιφερειών της Κοινότητας 7

ότι η καλύτερη μέθοδος για την εκτίμηση της κατάστασης όσον αφορά το κόστος εργασίας και τις αποδοχές είναι η κατάρτιση κοινοτικών στατιστικών με εναρμονισμένες μεθόδους και ορισμούς, όπως έχει ήδη γίνει σε προηγούμενες περιπτώσεις και, πιο πρόσφατα, το 1996 στην περίπτωση του επιπέδου και της σύνθεσης του κόστους εργασίας, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 23/97 (1) και το 1995 στην περίπτωση της διάρθρωσης και της κατανομής των αποδοχών, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2744/95 (2) 7

ότι, για να παρακολουθούνται οι αλλαγές που γίνονται στη διάρθρωση του εργατικού δυναμικού, στην κατανομή των αποδοχών και στη σύνθεση των δαπανών στις οποίες υποβάλλονται οι επιχειρήσεις για μισθούς και σχετικές εργοδοτικές εισφορές, οι σταστιστικές πρέπει να ενημερώνονται τακτικά 7

ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96 (3), το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΣΛ-95), αποτελεί το πλαίσιο αναφοράς για τα πρότυπα, τους ορισμούς και τις λογιστικές πρακτικές που ακολουθούνται στα κράτη μέλη για την κάλυψη των κοινοτικών αναγκών 7 ότι αυτό απαιτεί τη χρησιμοποίηση πλήρων, αξιόπιστων και συγκρίσιμων στατιστικών πηγών σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο 7 ότι τα επίπεδα κατανομής που θα χρησιμοποιηθούν για τις μεταβλητές περιορίζονται σε ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο για να διασφαλιστεί η συγκρισιμότητα με τις προηγούμενες στατιστικές και η συμβατότητα με τις εθνικές απαιτήσεις στον τομέα των λογαριασμών 7

ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) χρειάζεται πληροφοριακά στοιχεία για το επίπεδο και τη σύνθεση του κόστους εργασίας, καθώς επίσης για τη διάρθρωση και την κατανομή των αποδοχών, προκειμένου να αξιολογεί τις οικονομικές εξελίξεις στα κράτη μέλη στα πλαίσια μιας ενιαίας ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής 7

ότι μόνο σε ορισμένα κράτη μέλη υπάρχουν στατιστικά στοιχεία για τον τομέα αυτόν, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η διεξαγωγή έγκυρων συγκρίσεων 7 ότι, κατά συνέπεια, θα πρέπει να εξασφαλιστεί η κατάρτιση κοινοτικών στατιστικών και να γίνει επεξεργασία των αποτελεσμάτων βάσει κοινών ορισμών και εναρμονισμένων μεθοδολογιών, λαμβανομένων υπόψη των προτύπων που έχουν εγκρίνει οι αρμόδιοι διεθνείς οργανισμοί 7

ότι, επί του παρόντος, δεν συλλέγουν όλα τα κράτη μέλη πλήρη στοιχεία στους τομείς Μ (εκπαίδευση), Ν (υγεία και κοινωνική μέριμνα) και Ξ (άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών υπέρ του κοινωνικού συνόλου ή κοινωνικού και ατομικού χαρακτήρα) 7 ότι είναι συνεπώς σκόπιμο να αποφασισθεί εάν πρέπει να υπαχθούν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού μετά από έκθεση που θα υποβάλει η Επιτροπή βάσει πιλοτικών σχεδίων για το αν είναι σκόπιμο να συλλέγονται πλήρη στοιχεία στους τομείς αυτούς 7

ότι, παρόλο που θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι είναι σημαντικό να υπάρχουν πλήρη στοιχεία σε όλους τους τομείς της οικονομίας, θα πρέπει να αντισταθμιστεί με τις δυνατότητες αναφοράς και την αντίστοιχη επιβάρυνση σε συγκεκριμένους τομείς, ιδίως σε σχέση με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) 7 ότι θα πρέπει, συνεπώς, να διεξάγει η Επιτροπή πιλοτικές μελέτες για τη σκοπιμότητα της συλλογής πλήρων στοιχείων από στατιστικές μονάδες με λιγότερους από δέκα απασχολούμενους και να αποφασίσει το Συμβούλιο για το θέμα αυτό βάσει της έκθεσης που θα υποβάλει η Επιτροπή, εντός τεσσάρων ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού 7 ότι η χρήση διοικητικών αρχείων μπορεί να είναι χρήσιμη στο μεταξύ και θα πρέπει να ενθαρρυνθεί 7

ότι, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η δημιουργία κοινών στατιστικών προτύπων που να επιτρέπουν την παραγωγή εναρμονισμένων πληροφοριών είναι προτεινόμενη δράση οι στόχοι της οποίας, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της, μπορούν να επιτευχθούν αποτελεσματικότερα από την Κοινότητα 7 ότι τα πρότυπα αυτά θα εφαρμοστούν σε κάθε κράτος μέλος υπό την ευθύνη των φορέων και των οργανισμών που είναι αρμόδιοι για την κατάρτιση κοινοτικών στατιστικών 7

ότι φαίνεται σκόπιμο να προβλεφθούν εξαιρέσεις για ορισμένα κράτη μέλη, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες τεχνικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν τα κράτη αυτά όσον αφορά τη συλλογή ορισμένων ειδών πληροφοριών, με την προϋπόθεση ότι η ποιότητα της στατιστικής πληροφόρησης δεν πρόκειται να θιγεί σοβαρά 7

ότι η κατάρτιση ειδικών κοινοτικών στατιστικών διέπεται από τους κανόνες που περιγράφονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 322/97 του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1997, σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές (4) 7

ότι ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής στατιστικού προγράμματος, που θεσπίστηκε με την απόφαση 89/382/ΕΟΚ, Ευρατόμ (5), σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης αυτής,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Γενικές διατάξεις

Οι εθνικές αρχές και η Eurostat καταρτίζουν γενικές στατιστικές για το επίπεδο και τη σύνθεση του κόστους εργασίας και για τη διάρθρωση ή την κατανομή των αποδοχών των απασχολουμένων, στις οικονομικές δραστηριότητες που ορίζονται στο άρθρο 3.

Άρθρο 2

Περίοδος αναφοράς

1. Οι στατιστικές για το επίπεδο και τη σύνθεση του κόστους εργασίας καταρτίζονται για το ημερολογιακό έτος 2000 και, στη συνέχεια, κάθε τέσσερα χρόνια.

2. Οι στατιστικές για τη διάρθρωση και την κατανομή των αποδοχών καταρτίζονται για το ημερολογιακό έτος 2002, καθώς και για έναν αντιπροσωπευτικό μήνα αυτού του έτους και, στη συνέχεια, κάθε τέσσερα χρόνια.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1. Οι στατιστικές καλύπτουν όλες τις οικονομικές δραστηριότητες που ορίζονται στους τίτλους Γ (ορυχεία και λατομεία), Δ (μεταποιητικές βιομηχανίες), Ε (παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου και νερού), ΣΤ (κατασκευές), Ζ (χονδρικό και λιανικό εμπόριο 7 επισκευή αυτοκινήτων οχημάτων, μοτοσυκλετών και ειδών προσωπικής ή οικιακής χρήσης), Η (ξενοδοχεία και εστιατόρια), Θ (μεταφορές, αποθήκευση και επικοινωνίες), Ι (ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί), Κ (διαχείριση ακίνητης περιουσίας, εκμίσθωση και επιχειρηματικές δραστηριότητες), Μ (εκπαίδευση), Ν (υγεία και κοινωνική μέριμνα) και Ξ (άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών υπέρ του κοινωνικού συνόλου ή κοινωνικού και ατομικού χαρακτήρα) της γενικής βιομηχανικής ταξινόμησης των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, που θα ονομάζεται στο εξής «NACE αναθ. 1» και η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3037/90, της 9ης Οκτωβρίου 1990, γαι τη στατιστική ονοματολογία των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (6).

2. Η εισαγωγή οικονομικών δραστηριοτήτων που ορίζονται στους τίτλους Μ (εκπαίδευση), Ν (υγεία και κοινωνική μέριμνα) και Ξ (άλλες δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών υπέρ του κοινωνικού συνόλου ή κοινωνικού και ατομικού χαρακτήρα) της NACE αναθ. 1 στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού είναι προαιρετική για τα έτη αναφοράς 2000 και 2002. Μπορεί να γίνει προαιρετική και τα επόμενα έτη σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 12, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των πιλοτικών μελετών στον τομέα αυτό, και δη όσων εκτελούνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 58/97 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996, για τις στατιστικές διάρθρωσης των επιχειρήσεων (7).

Άρθρο 4

Λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις της επιτροπής στατιστικού προγράμματος, η Επιτροπή συντάσσει, εντός τεσσάρων ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, έκθεση λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των πιλοτικών μελετών, ιδίως βάσει των υπαρχουσών πηγών στον τομέα των στατιστικών μονάδων με λιγότερους από δέκα απασχολούμενους, και την υποβάλλει στο Συμβούλιο. Στην έκθεση αξιολογείται η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού σε σχέση με μονάδες με λιγότερους από δέκα απασχολούμενους. Στην έκθεση σταθμίζεται η σημασία των πλήρων στοιχείων με τις δυνατότητες αναφοράς και την αντίστοιχη επιβάρυνση. Μετά από την έκθεση αυτή, η Επιτροπή μπορεί, εάν είναι αναγκαίο, να υποβάλει κατάλληλες πρωτοβουλίες στο Συμβούλιο για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 5

Στατιστικές μονάδες

Η κατάρτιση των στατιστικών γίνεται με βάση τις τοπικές μονάδες και επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 696/93 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, σχετικά με τις στατιστικές μονάδες παρατήρησης και ανάλυσης του παραγωγικού συστήματος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (8).

Άρθρο 6

Χαρακτηριστικά των ζητουμένων πληροφοριών

1. Στην περίπτωση των στατιστικών για το επίπεδο και τη σύνθεση του κόστους εργασίας, θα παρέχονται πληροφορίες τουλάχιστον:

α) για τα παρακάτω χαρακτηριστικά, που αφορούν την τοπική μονάδα:

- περιφέρεια (σε επίπεδο NUTS 1),

- μέγεθος της επιχείρησης στην οποία ανήκει η τοπική μονάδα (η κατάταξη θα γίνεται με βάση τις εξής τάξεις μεγέθους: 10-49, 50-249, 250-499, 500-999, 1000 ή περισσότεροι απασχολούμενοι),

- οικονομική δραστηριότητα (σε επίπεδο τμήματος της NACE αναθ. 1) 7

β) για τις παρακάτω μεταβλητές:

- συνολικό ετήσιο κόστος εργασίας, με διάκριση μεταξύ ημερομισθίων και μισθών (και με κατανομή μεταξύ άμεσων αμοιβών και επιμισθίων -bonus-, πληρωμών σε αποταμιευτικά προγράμματα υπέρ των απασχολουμένων, πληρωμών για μη δεδουλευθείσες ημέρες και αμοιβών σε είδος), εργοδοτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης (με κατανομή μεταξύ πραγματικών και τεκμαρτών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης), δαπανών επαγγελματικής κατάρτισης, άλλων εξόδων και φόρων, καθώς επίσης επιδομάτων που συνδέονται άμεσα με το κόστος εργασίας,

- μέσος ετήσιος αριθμός απασχολούμενων, με διάκριση μεταξύ απασχολούμενων πλήρους απασχόλησης, απασχολούμενων μερικής απασχόλησης και μαθητευομένων,

- ετήσιος αριθμός δεδουλευθεισών ωρών και ετήσιος αριθμός ωρών για τις οποίες καταβλήθηκε αμοιβή, με διάκριση, σε κάθε περίπτωση, μεταξύ απασχολούμενων πλήρους απασχόλησης, απασχολούμενων μερικής απασχόλησης και μαθητευομένων.

2. Στην περίπτωση των στατιστικών για τη διάρθρωση και την κατανομή των αποδοχών, θα παρέχονται πληροφορίες τουλάχιστον:

α) για τα παρακάτω χαρακτηριστικά, που αφορούν την τοπική μονάδα στην οποία ανήκουν οι απασχολούμενοι του δείγματος:

- περιφέρεια (σε επίπεδο NUTS 1),

- μέγεθος της επιχείρησης στην οποία ανήκει η τοπική μονάδα (η κατάταξη θα γίνεται με βάση τις εξής τάξεις μεγέθους: 10-49, 50-249, 250-499, 500-999, 1000 ή περισσότεροι απασχολούμενοι),

- οικονομική δραστηριότητα (σε επίπεδο τμήματος της NACE αναθ. 1) 7

- μορφή του χρηματοοικονομικού ελέγχου, κατά την έννοια της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουνίου 1980, σχετικά με τη διαφάνεια των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημόσιων επιχειρήσεων (9),

- είδος της ισχύουσας συλλογικής μισθολογικής σύμβασης.

β) για τα παρακάτω χαρακτηριστικά, τα οποία αφορούν κάθε απασχολούμενο του δείγματος:

- φύλο,

- ηλικία,

- επάγγελμα, σύμφωνα με τη διεθνή τυποποιημένη ταξινόμηση των επαγγελμάτων,

- ανώτερο ολοκληρωμένο επίπεδο εκπαίδευσης και κατάρτισης,

- χρόνος προϋπηρεσίας στην επιχείρηση,

- ιδιότητα του απασχολούμενου ως πλήρους ή μερικής απασχόλησης,

- είδος της σύμβασης απασχόλησης 7

γ) για τα παρακάτω στοιχεία των αποδοχών:

- ακαθάριστες αποδοχές για έναν αντιπροσωπευτικό μήνα (κάνοντας διάκριση για τις αποδοχές που καταβάλλονται για υπερωριακή εργασία και τις ειδικές αμοιβές που καταβάλλονται για εργασία με βάρδιες),

- ακαθάριστες ετήσιες αποδοχές κατά το έτος αναφοράς (κάνοντας διάκριση για τα επιμίσθια -bonus- που καταβάλλονται σε μη τακτική βάση),

- χρόνος εργασίας (αριθμός ωρών για τις οποίες καταβλήθηκε αμοιβή κατά τη διάρκεια του μήνα αναφοράς ή αριθμός ωρών για τις οποίες καταβλήθηκε αμοιβή σε έναν τυπικό μήνα εργασίας, αριθμός ωρών υπερωριακής απασχόλησης για τις οποίες καταβλήθηκε αμοιβή κατά τη διάρκεια του μήνα και δικαίωμα ετήσιας άδειας).

Άρθρο 7

Συλλογή στοιχείων

1. Η διεξαγωγή των ερευνών γίνεται μέσω των αρμόδιων εθνικών αρχών, οι οποίες προσδιορίζουν τις ενδεδειγμένες μεθόδους συλλογής των πληροφορών, λαμβάνοντας υπόψη την επιβάρυνση που συνεπάγεται η συμμετοχή στην έρευνα, κυρίως για τις ΜΜΕ.

2. Οι εργοδότες και τα άλλα άτομα που θα κληθούν να παράσχουν πληροφοριακά στοιχεία απαντούν στις ερωτήσεις πλήρως και μέσα στην προθεσμία που τάσσεται για το σκοπό αυτό. Τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε καταστρατήγηση της υποχρέωσης παροχής των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 6.

3. Για να μειωθεί ο φόρτος των επιχειρήσεων, και ιδίως των ΜΜΕ, δεν χρειάζεται να γίνονται έρευνες αν οι εθνικές αρχές διαθέτουν τις σχετικές πληροφορίες από άλλες αξιόπιστες πηγές ή είναι σε θέση να προβούν σε εκτιμήσεις των απαιτούμενων στοιχείων χρησιμοποιώντας διαδικασίες πραγματοποίησης στατιστικών εκτιμήσεων για την περίπτωση κατά την οποία μερικά ή όλα τα χαρακτηριστικά δεν έχουν παρατηρηθεί για όλες τις μονάδες για τις οποίες πρέπει να καταρτίζονται οι στατιστικές.

Άρθρο 8

Επεξεργασία των αποτελεσμάτων

Οι εθνικές αρχές επεξεργάζονται τις απαντήσεις που δίνονται στις ερωτήσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, ή τις πληροφορίες που συλλέγουν από άλλες πηγές, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3, ώστε να προκύπτουν συγκρίσιμα αποτελέσματα.

Άρθρο 9

Διαβίβαση των αποτελεσμάτων

Τα αποτελέσματα πρέπει να διαβιβάζονται στην Eurostat εντός περιόδου 18 μηνών από τη λήξη του έτους αναφοράς.

Άρθρο 10

Ποιότητα

1. Οι εθνικές αρχές μεριμνούν ώστε τα αποτελέσματα που αντανακλούν την πραγματική κατάσταση του συνολικού πληθυσμού των μονάδων, με επαρκή βαθμό αντιπροσωπευτικότητας.

2. Οι εθνικές αρχές υποβάλλουν στην Eurostat, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς της, μετά από κάθε περίοδο αναφοράς, έκθεση που περιέχει όλα τα πληροφοριακά στοιχεία τα σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στο αντίστοιχο κράτος μέλος, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αξιολόγηση της ποιότητας των στατιστικών.

Άρθρο 11

Μέτρα εφαρμογής

Τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, περιλαμβανομένων των μέτρων που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και τεχνικές εξελίξεις, και ειδικότερα:

i) η αντιμετώπιση (τρόπος χειρισμού) των οικονομικών δραστηριοτήτων που ορίζονται στους τίτλους Μ, Ν και Ξ της NACE αναθ. 1 (άρθρο 3 παράγραφος 2) 7

ii) ο ορισμός και η κατανομή των προς παροχή πληροφοριών (άρθρο 6) 7

iii) η ενδεδειγμένη τεχνική μορφή διαβίβασης των αποτελεσμάτων (άρθρο 9) 7

iv) τα κριτήρια αξιολόγησης της ποιότητας (άρθρο 10) 7

v) παρεκκλίσεις, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, για τις περιόδους 2004 και 2006, αντιστοίχως (άρθρο 13 παράγραφος 2),

θα καθορίζονται, για κάθε περίοδο αναφοράς, τουλάχιστον εννέα μήνες από την έναρξη της περιόδου αναφοράς, με τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 12.

Άρθρο 12

Διαδικασία

1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή στατιστικού προγράμματος, η οποία θα αποκαλείται στο εξής «επιτροπή».

2. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην επιτροπή σχέδιο των προς λήψη μέτρων. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της για το σχέδιο αυτό σε προθεσμία την οποία μπορεί να ορίσει ο πρόεδρος, ανάλογα με τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η γνώμη διατυπώνεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 148 παράγραφος 2 της συνθήκης για την έκδοση των αποφάσεων που καλείται να λάβει το Συμβούλιο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Κατά την ψηφοφορία στην επιτροπή, οι ψήφοι των εκπροσώπων των κρατών μελών σταθμίζονται σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο. Ο πρόεδρος δεν λαμβάνει μέρος στη ψηφοφορία.

3. α) Η Επιτροπή θεσπίζει τα σχεδιαζόμενα μέτρα, εάν συμφωνούν με τη γνώμη της επιτροπής.

β) Εάν, όμως, τα σχεδιαζόμενα μέτρα δεν είναι σύμφωνα με την γνώμη της επιτροπής, ή άν δεν διατυπώθηκε γνώμη, η Επιτροπή υποβάλλει, αμελλητί, πρόταση στο Συμβούλιο σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

Εάν μετά την πάροδο τριών μηνών από την υποβολή τους στο Συμβούλιο, το Συμβούλιο δεν έχει αποφασίσει, τα προτεινόμενα μέτρα θεσπίζονται από την Επιτροπή.

Άρθρο 13

Παρεκκλίσεις

1. Οι παρεκκλίσεις από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 6 για τα έτη αναφοράς 2000 και 2002, εκτίθενται στο παράρτημα.

2. Για τα έτη 2004 και 2006, αντιστοίχως, οι παρεκκλίσεις από τα άρθρα 3 και 6 μπορούν να αποφασισθούν εφόσον το εθνικό στατιστικό σύστημα απαιτεί μείζονες προσαρμογές, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 12.

Άρθρο 14

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 9 Μαρτίου 1999.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

W. RIESTER

(1) ΕΕ L 6 της 10. 1. 1997, σ. 1.

(2) ΕΕ L 287 της 30. 11. 1995, σ. 3.

(3) ΕΕ L 310 της 30. 11. 1996, σ. 1 7 κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 448/98 (ΕΕ L 58 της 27. 2. 1998, σ. 1).

(4) ΕΕ L 52 της 22. 2. 1997, σ. 1.

(5) ΕΕ L 181 της 28. 6. 1989, σ. 47.

(6) ΕΕ L 293 της 24. 10. 1990, σ. 1 7 κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 761/93 (ΕΕ L 83 της 3. 4. 1993, σ. 1).

(7) ΕΕ L 14 της 17. 1. 1997, σ. 1.

(8) ΕΕ L 76 της 30. 3. 1993, σ. 1.

(9) ΕΕ L 195 της 29. 7. 1980, σ. 35 7 οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 93/84/ΕΟΚ (ΕΕ L 254 της 12. 10. 1993, σ. 16).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ

I. Παρεκκλίσεις από το άρθρο 2

1. Γερμανία: οι πρώτες στατιστικές για τη διάρθρωση και την κατανομή των αποδοχών βάσει του κανονισμού, καταρτίζονται για το έτος αναφοράς 2001 αντί του 2002. Οι επόμενες στατιστικές για τη διάρθρωση και την κατανομή των αποδοχών καταρτίζονται για το έτος αναφοράς 2006 και, στη συνέχεια, κάθε τέσσερα χρόνια.

2. Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο: οι στατιστικές για τα έτη αναφοράς 2000 και 2002 δύνανται να αφορούν το οικονομικό έτος που αντιστοιχεί αμεσότερα στα εν λόγω ημερολογιακά έτη, αυτό όμως δεν θα επηρεάσει τις προθεσμίες αποστολής των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 9.

II. Παρεκκλίσεις από το άρθρο 3

1. Γερμανία: οι οικονομικές δραστηριότητες που προσδιορίζονται στους τίτλους Η (ξενοδοχεία και εστιατόρια), Θ (μεταφορές, αποθήκευση και επικοινωνίες) και Κ (διαχείριση ακίνητης περιουσίας, εκμίσθωση και επιχειρηματικές δραστηριότητες) της NACE αναθ. 1, είναι προαιρετικές για τα έτη αναφοράς 2000 και 2001.

2. Ιρλανδία: οι οικονομικές δραστηριότητες που προσδιορίζονται στον τίτλο Η (ξενοδοχεία και εστιατόρια), είναι προαιρετικές για το έτος αναφοράς 2000.

3. Ιρλανδία: οι οικονομικές δραστηριότητες που προσδιορίζονται στον τίτλο Θ (μεταφορές, αποθήκευση και επικοινωνίες), το τμήμα 67 του τίτλου Ι και τον τίτλο Κ (διαχείριση ακίνητης περιουσίας, εκμίσθωση και επιχειρηματικές δραστηριότητες) της NACE αναθ. 1, είναι προαιρετικές για το έτος αναφοράς 2002.

III. Παρεκκλίσεις από το άρθρο 6

1. Αυστρία, Βέλγιο, Ιταλία και Κάτω Χώρες: για τα έτη αναφοράς 2000 και 2002, τα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο άρθρο 6 δύνανται να αφορούν την επιχείρηση αντί της τοπικής μονάδας.

2. Ιταλία: για το έτος αναφοράς 2000, τα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) - πληρωμές σε αποταμιευτικά προγράμματα υπέρ των απασχολούμενων, άλλα έξοδα και φόροι, καθώς επίσης και επιδόματα από τον εργοδότη, είναι προαιρετικά.