31999F0130(04)

Πράξη του Συμβουλίου της 3ης Νοεμβρίου 1998 για την έγκριση κανόνων που διέπουν την εκ μέρους της Europol λήψη πληροφοριών που προέρχονται από τρίτους

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 026 της 30/01/1999 σ. 0017 - 0018


ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 3ης Νοεμβρίου 1998 για την έγκριση κανόνων που διέπουν την εκ μέρους της Europol λήψη πληροφοριών που προέρχονται από τρίτους (1999/C 26/03)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη του τη σύμβαση, βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας («σύμβαση Europol») (1), και ιδίως το άρθρο 10 παράγραφος 4,

Αφού έλαβε τη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου,

Εκτιμώντας ότι το Συμβούλιο θεσπίζει ομοφώνως κανόνες, επιπλέον των διατάξεων της σύμβασης που αφορούν τη λήψη, εκ μέρους της Europol, πληροφοριών που προέρχονται από τρίτα κράτη και τρίτους οργανισμούς, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται από την Europol επί του προκειμένου θέματος,

ΘΕΣΠΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ:

Άρθρο 1 Ορισμοί

Για τους σκοπούς των παρόντων κανόνων:

α) ως «τρίτα, κράτη», νοούνται τα κράτη που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 σημείο 4 της σύμβασης 7

β) ως «τρίτοι οργανισμοί», νοούνται οι οργανισμοί που αναφέρει το άρθρο 10 παράγραφος 4 σημεία 1 έως 3 και 5 έως 7 της σύμβασης 7

γ) ως «οργανισμοί που συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Ένωση», νοούνται οι οργανισμοί που προβλέπονται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 σημεία 1 έως 3 της σύμβασης 7

δ) ως «οργανισμοί που δεν συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Ένωση», νοούνται οι οργανισμοί που προβλέπονται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 σημεία 5 έως 7 της σύμβασης 7

ε) ο όρος «συμφωνία» νοείται ως συμφωνία συναφθείσα προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι που ορίζει το άρθρο 2 της σύμβασης 7

στ) ως «πληροφορίες», νοούνται τόσο τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όσο και τα μή προσωπικού χαρακτήρα 7

ζ) ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», νοείται κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί 7 ως πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί λογίζεται το πρόσωπο εκείνο που μπορεί να προσδιορισθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη 7

η) ως «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», νοείται κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιούνται με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων διαδικασιών και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η τροποποίηση, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η ανακοίνωση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η εναρμόνιση ή ο συνδυασμός, καθώς και το κλείδωμα, η διαγραφή ή η καταστροφή.

Άρθρο 2 Συμφωνίες

1. Η Europol μπορεί να συνάπτει συμφωνίες με τρίτα κράτη και τρίτους οργανισμούς ώστε να λαμβάνει πληροφορίες.

2. Το Συμβούλιο καθορίζει με ποια τρίτα κράτη ή οργανισμούς που δεν συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να γίνουν διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμφωνιών. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται ομόφωνα.

3. Το διοικητικό συμβούλιο δύναται να καθορίζει με ποιους οργανισμούς που συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να γίνουν διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμφωνιών.

4. Ο διευθυντής της Europol, μετά από διαβούλευση με το διοικητικό συμβούλιο και μετά από ομόφωνη άδεια του Συμβουλίου, αρχίζει διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμφωνιών με τρίτα κράτη ή οργανισμούς που δεν συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συμφωνία μπορεί να συναφθεί μόνον μετά την όμοφωνη έγκριση του Συμβουλίου και αφού ληφθεί μέσω του διοικητικού συμβουλίου η γνώμη της κοινής εποπτικής αρχής όσον αφορά την παραλαβή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

5. Ο διευθυντής της Europol, μετά από άδεια του διοικητικού συμβουλίου, αρχίζει διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμφωνιών με οργανισμούς που συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συμφωνία μπορεί να συναφθεί μόνον μετά την έγκριση του διοικητικού συμβουλίου, και αφού ληφθεί η γνώμη της κοινής εποπτικής αρχής όσον αφορά την παραλαβή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 3 Αξιολόγηση της πηγής και των πληροφοριών

1. Προκειμένου να μπορέσει να αξιολογήσει την αξιοπιστία των πληροφοριών και της πηγής τους, η Europol ζητά από το τρίτο κράτος ή τον τρίτο οργανισμό να αξιολογήσει κατά το δυνατόν τις πληροφορίες και την πηγή τους, σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 11 των κανόνων που εφαρμόζονται στα αρχεία δεδομένων προς ανάλυση.

2. Αν δεν υπάρξει αξιολόγηση, η Europol προσπαθεί κατά το δυνατόν να αξιολογήσει την αξιοπιστία της πηγής ή των πληροφοριών βάσει των πληροφοριών που ήδη διαθέτει, σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 11 των κανόνων που εφαρμόζονται στα αρχεία δεδομένων προς ανάλυση.

3. Η Europol και ένα τρίτο κράτος ή τρίτος οργανισμός μπορούν να συμφωνήσουν κατά γενικό τρόπο για την αξιολόγηση συγκεκριμένων κατηγοριών πληροφοριών και συγκεκριμένων πηγών, σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 11 των κανόνων που εφαρμόζονται στα αρχεία δεδομένων προς ανάλυση.

Άρθρο 4 Διόρθωση και διαγραφή των πληροφοριών

1. Με συμφωνία ορίζεται ότι τα τρίτα κράτη ή οι τρίτοι οργανισμοί, όταν διορθώνουν ή διαγράφουν τις πληροφορίες που διαβίβασαν στην Europol, την ενημερώνουν.

2. Όταν τρίτο κράτος ή τρίτος οργανισμός ενημερώνει την Europol ότι διόρθωσε ή διέγραψε μια πληροφορία που της διαβίβασε, η Europol διορθώνει ή διαγράφει την πληροφορία αναλόγως. Η Europol δεν διαγράφει πληροφορίες εφόσον υπάρχει περαιτέρω ανάγκη να γίνει επεξεργασία της πληροφορίας για τους σκοπούς του αρχείου δεδομένων προς ανάλυση ή, σε περίπτωση που η πληροφορία είναι αποθηκευμένη σε άλλο αρχείο δεδομένων της Europol, εάν η Europol εξακολουθεί να ενδιαφέρεται γι' αυτήν, βάσει πληροφοριών ευρύτερων από εκείνες που κατέχει το τρίτο κράτος ή ο τρίτος οργανισμός που τις διαβίβασε. Η Europol ενημερώνει το τρίτο κράτος ή τον τρίτο οργανισμό ότι διατηρεί αποθηκευμένη την πληροφορία.

3. Αν η Europol έχει λόγους να θεωρεί ότι οι πληροφορίες που της διαβιβάστηκαν δεν είναι ακριβείς ή δεν ισχύουν πλέον, ενημερώνει σχετικώς το τρίτο κράτος ή τον τρίτο οργανισμό που τις παρέσχε και ζητά από το τρίτο κράτος ή τον τρίτο οργανισμό να της γνωστοποιήσει τη θέση του. Εάν η Europol διορθώσει ή διαγράψει την πληροφορία σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1 και το άρθρο 22 της σύμβασης, ενημερώνει το τρίτο κράτος ή τον τρίτο οργανισμό για τη διαγραφή ή τη διόρθωση.

4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 20 της σύμβασης, οι πληροφορίες για τις οποίες είναι πρόδηλο ότι έχουν συλλεχθεί από τρίτο κράτος με τρόπο που αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν αποθηκεύονται στο σύστημα πληροφοριών της Europol ή στα αρχεία προς ανάλυση.

5. Με συμφωνία ορίζεται ότι τα τρίτα κράτη ή οι τρίτοι οργανισμοί ενημερώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την Europol όταν έχουν λόγους να θεωρούν ότι οι πληροφορίες που της διαβίβασαν δεν είναι ακριβείς ή δεν ισχύουν πλέον.

Άρθρο 5 Έναρξη ισχύος

Οι παρόντες κανόνες αρχίζουν να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 1999.

Βρυξέλλες, 3 Νοεμβρίου 1998.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

B. PRAMMER

(1) ΕΕ C 316 της 27.11.1995, σ. 1.