31997R1554

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1554/97 του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 1997 σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1696/71 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του λυκίσκου

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 208 της 02/08/1997 σ. 0001 - 0005


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1554/97 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 22ας Ιουλίου 1997 σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1696/71 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του λυκίσκου

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 42 και 43,

την πρόταση της Επιτροπής (1),

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2),

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (3),

Εκτιμώντας:

(1) ότι είναι σημαντικό η ενίσχυση στους παραγωγούς να χρησιμεύει, κατά κύριο λόγο, για την εξασφάλιση καλύτερου και σταθερότερου εισοδήματος 7 ότι, κατά συνέπεια, για κάθε κράτηση που προορίζεται για την επίτευξη των στόχων οι οποίοι προβλέπονται από τις ομάδες παραγωγών -όπως καθορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1696/71 (4)- πρέπει να καθορίζεται το κατάλληλο ανώτατο όριο 7 ότι, για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να τροποποιηθεί η παράγραφος 1α) του άρθρου 7 7

(2) ότι η αύξηση της ενίσχυσης για τις άλλες ποικιλίες ενδέχεται να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των εκτάσεων των εν λόγω ποικιλιών σε βάρος της ποιότητας της παραγωγής 7 ότι, λόγω της εξαιρετικά μεγάλης προσφοράς και της χαμηλής ζήτησης, οι τιμές για τις ποικιλίες αυτές θα μπορούσαν να πέσουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα και να υποχρεωθούν έτσι οι ομάδες παραγωγών να ασκήσουν το δικαίωμα αρνησικυρίας και να αγοράσουν εκ νέου αυτό το λυκίσκο 7 ότι ο λυκίσκος αυτός ενδέχεται να μη βρίσκει αγοραστή στην αγορά δημιουργώντας σημαντικά αποθέματα ποικιλιών χαμηλότερης ποιότητας στις ομάδες παραγωγών 7 ότι τούτο θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει την αγορά 7 ότι, για να αποφευχθεί η κατάσταση αυτή, είναι σκόπιμο οι ομάδες παραγωγών να αποφασίζουν σχετικά με το ποιες ποικιλίες μπορούν να καλλιεργούν τα μέλη τους 7 ότι, για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να τροποποιηθεί το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο δ), καθώς και παράγραφος 3 στοιχείο β) πρώτο εδάφιο του προαναφερόμενου άρθρου 7

(3) ότι το άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1696/71 θεσπίζει καταρχήν την υποχρέωση για τους παραγωγούς μέλη ομάδων παραγωγών και για τις αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών που είναι μέλη της ένωσης να διαθέτουν στην αγορά το σύνολο της παραγωγής τους μέσω της ομάδας ή της ένωσης 7 ότι η εφαρμογή αυτή της αρχής αποδείχθηκε πολύ προβληματική για την πλειονότητα των κοινοτικών παραγωγών που απαρτίζουν μια μόνο ομάδα 7 ότι η μεταβατική περίοδος, που καθορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της προαναφερόμενης διάταξης -κατά τη διάρκεια της οποίας τα μέλη μιας αναγνωρισμένης ομάδας μπορούν, εάν τους το επιτρέψει η εν λόγω ομάδα, να διαθέσουν τα ίδια στο εμπόριο το σύνολο ή ένα μέρος των προϊόντων τους, σύμφωνα με τους κανόνες οι οποίοι καθορίζονται και ελέγχονται από την ομάδα- λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 1996 7 ότι, κατά συνέπεια, θα πρέπει να αποφασιστεί ποιο καθεστώς θα εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 1997 και να τροποποιηθεί αναλόγως το άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο β) 7

(4) ότι θα ήταν επιζήμιο να αρθεί η αναγνώριση αυτών των ομάδων παραγωγών, οι οποίες, εξάλλου, είναι πολύ δραστήριες όσον αφορά όλα τα άλλα καθήκοντα που έχουν να εκτελούν, όπως είναι η διαχείριση της ενίσχυσης στους παραγωγούς και η επίτευξη των στόχων που αναφέρονται παραπάνω 7 ότι, ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να επιτραπεί στα μέλη μιας αναγνωρισμένης ομάδας παραγωγών να διαθέτουν τα ίδια στο εμπόριο -χωρίς μείωση της ενίσχυσης- το σύνολο ή μέρος των προϊόντων τους, εάν τους το επιτρέπει η ομάδα και με την προϋπόθεση ότι η ομάδα ασκεί δικαίωμα ελέγχου επί των τιμών οι οποίες συμφωνούνται μεταξύ των παραγωγών και των εμπόρων και μπορεί να ασκεί δικαίωμα αρνησικυρίας 7 ότι, στο ίδιο αυτό πλαίσιο, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στους παραγωγούς που το επιθυμούν να πωλούν ένα μέρος της παραγωγής τους μέσω μιας άλλης οργάνωσης παραγωγών που καθορίζεται από τη δική τους οργάνωση, όταν πρόκειται για προϊόντα που παρουσιάζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία δεν εμπίπτουν a priori στις εμπορικές δραστηριότητες της οργάνωσής τους 7

(5) ότι κάθε ομάδα παραγωγών έχει τις ιδιαιτερότητές της όσον αφορά τους όρους παραγωγής και εμπορίας 7 ότι ως εκ τούτου, μπορεί καλύτερα να αποφασίζει για τα μέλη της, ανά πάσα στιγμή, ποιες ενέργειες πρέπει να γίνουν γρήγορα για να προσαρμοστεί η παραγωγή στις ανάγκες της αγοράς 7 ότι αυτή η ευελιξία, προϋποθέτει ένα ευέλικτο σύστημα όσον αφορά τη διαθεσιμότητα και τη διαχείριση του προϋπολογισμού 7

(6) ότι, για το σκοπό αυτό, είναι σημαντικό να καταβάλλεται η ενίσχυση κατά τη στιγμή της συγκομιδής, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ ομάδων ποικιλιών 7 ότι αυτό συνεπάγεται την εγκατάλειψη της μεθόδου υπολογισμού, κατ' άρθρο 12, παράγραφος 5, στοιχεία α) και β), η οποία βασίζεται στις δηλώσεις των κρατών μελών 7 ότι η μέθοδος αυτή θα πρέπει να αντικατασταθεί με τον υπολογισμό μιας κατ' αποκοπήν ενίσχυσης ανά εκτάριο που να βασίζεται στους μέσους όρους του παρελθόντος 7 ότι είναι δυνατό, σε περίπτωση διαταραχής της αγοράς, η ενίσχυση να χορηγείται μόνο για ένα μέρος των καλλιεργούμενων εκτάσεων 7 ότι είναι σκόπιμο, σε τέτοιες περιπτώσεις, να συμπεριληφθεί και η δυνατότητα διαφοροποίησης του ύψους της ενίσχυσης 7 ότι είναι αναγκαίο, κατά συνέπεια, να τροποποιηθεί η παράγραφος 6, και να καταργηθεί η παράγραφος 7 του ιδίου άρθρου 7

(7) ότι η ομάδα παραγωγών θα πρέπει να μπορεί να αποφασίζει το κατά πόσο θα καταβάλλει αυτή την ενιαία ενίσχυση εξ ολοκλήρου στα μέλη της, ανάλογα με τις καλλιεργούμενες εκτάσεις τους, ή κατά ένα μόνο τμήμα της, που θα κυμαίνεται μεταξύ 80 και 100 % 7 ότι, κατά συνέπεια, θα πρέπει να προσαρμοστεί το στοιχείο ε) της παραγράφου 1 του άρθρου 7, σχετικά με τη διαχείριση του καθεστώτος ενίσχυσης 7

(8) ότι η ομάδα παραγωγών θα πρέπει να μπορεί να παρακρατεί έως το 20 % της ενίσχυσης για την επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο δ), κατά βάση ή ακόμη και αποκλειστικά για τη μετατροπή των ποικιλιών, εάν υπάρχουν ακόμη ανάγκες σ' αυτόν τον τομέα 7 ότι, μεταξύ των άλλων ειδικών μέτρων, είναι δυνατό να αναπτυχθούν δράσεις έρευνας στο φυτοϋγειονομικό τομέα 7 ότι η έρευνα αυτή πρέπει να έχει αντικείμενο τη χρησιμοποίηση τεχνικών και μέτρων που να μη θίγουν το περιβάλλον 7 ότι, για το σκοπό αυτό, είναι σκόπιμο να χρησιμοποιείται η έκφραση «Ολοκληρωμένη προστασία των καλλιεργειών» 7

(9) ότι, σε περίπτωση που οι ομάδες παραγωγών δεν διαθέτουν στο εμπόριο το σύνολο της παραγωγής των μελών τους, η δυνατότητα που αναφέρεται παραπάνω γίνεται υποχρέωση 7 ότι η εν λόγω υποχρέωση θα πρέπει να ενσωματωθεί στο άρθρο 12 παράγραφος 5 7

(10) ότι η παρακράτηση της ενίσχυσης γίνεται κατά τρόπο σωρευτικό για περίοδο που περιορίζεται σε πέντε έτη 7 ότι, στο τέλος αυτής της περιόδου, όλη η ενίσχυση που θα έχει παρακρατηθεί πρέπει να έχει διατεθεί 7 ότι θα πρέπει να προστατευθεί το σημείο αυτό στο άρθρο 12 παράγραφος 5 7

(11) ότι, με σκοπό την ορθολογική οργάνωση και την απλούστευση των πληρωμών, είναι σκόπιμο να πραγματοποιείται πλέον μόνο μια πληρωμή ετησίως, η οποία να περιλαμβάνει την ενίσχυση στους παραγωγούς και τη μετατροπή των ποικιλιών 7 ότι οι πληρωμές αυτές θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε όσο το δυνατό πλησιέστερη προς τη συγκομιδή ημερομηνία και, εν πάση περίπτωση, πριν από τις 31 Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους 7 ότι, ώστόσο, για τη συγκομιδή 1996, η ημερομηνία αυτή έχει ήδη παρέλθει και ότι, επομένως, θα πρέπει να βρεθεί κατάλληλη λύση 7 ότι, για το σκοπό αυτό, είναι σκόπιμο να τροποποιηθεί το άρθρο 17 7

(12) ότι είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η αξιολόγηση των εφαρμοζόμενων μέτρων, του αντίκτυπου που έχουν στην οικονομική κατάσταση του τομέα, και να διατυπωθούν, κατά περίπτωση, προτάσεις 7 ότι η υποχρέωση αυτή θα πρέπει να προστεθεί στο άρθρο 18,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1696/71 τροποποιείται ως εξής:

1. Στο άρθρο 7:

α) στην παράγραφο 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) να επιτυγχάνει τη συγκέντρωση της προσφοράς και να συμβάλλει στη σταθεροποίηση της αγοράς, διαθέτοντας στο εμπόριο το σύνολο της παραγωγής των μελών της ή, κατά περίπτωση, αγοράζοντας εκ νέου το λυκίσκο σε τιμή υψηλότερη απ' ό,τι προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο β) 7» 7

β) στην παράγραφο 1, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) να προσαρμόσει από κοινού την παραγωγή αυτή στις απαιτήσεις της αγοράς και να τη βελτιώσει, ιδίως με τη μετατροπή των ποικιλιών, την αναδιάρθρωση των φυτειών, την προώθηση της έρευνας στον τομέα της παραγωγής, της εμπορίας, καθώς και στον τομέα της ολοκληρωμένης προστασίας 7» 7

γ) στην παράγραφο 1, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) να προωθήσει την ορθολογική οργάνωση και τη μηχανοποίηση των εργασιών καλλιέργειας και συγκομιδής με σκοπό τη βελτίωση της απόδοσης της παραγωγής και την προστασία του περιβάλλοντος 7» 7

δ) στην παράγραφο 1, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ) να αποφασίζει ποιες ποικιλίες λυκίσκου μπορούν να παράγουν τα μέλη της και να θεσπίζει κοινούς κανόνες παραγωγής 7» 7

ε) στην παράγραφο 1, το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε) να διαχειρίζεται το καθεστώς ενίσχυσης το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 12, χορηγώντας σε κάθε παραγωγό μέλος της ομάδας το μερίδιό του της ενίσχυσης ανάλογα με τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων που προβλέπονται στην παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου 7» 7

στ) η παράγραφος 1α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι ομάδες παραγωγών μπορούν να χρησιμοποιούν μέχρι το 20 % της ενίσχυσης για να λαμβάνουν μέτρα που επιτρέπουν την επίτευξη των στόχων οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως δ) 7» 7

ζ) στην παράγραφο 3, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) συμπεριλαμβάνουν στο καταστατικό τους την υποχρέωση για τους παραγωγούς, μέλη των ομάδων, και για τις αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών, μελών της ένωσης:

- να συμμορφώνονται προς τους κοινούς κανόνες παραγωγής και τις αποφάσεις σχετικά με τις ποικιλίες που πρέπει να παράγονται,

- να διαθέτουν στην αγορά το σύνολο της παραγωγής τους μέσω της ομάδας ή της ένωσης.

Η υποχρέωση αυτή δεν εφαρμόζεται στα προϊόντα για τα οποία οι παραγωγοί είχαν συνάψει συμβάσεις πώλησης πριν να αποκτήσουν την ιδιότητα του μέλους, εφόσον οι ομάδες είχαν ενημερωθεί σχετικά με αυτές τις συμβάσεις και τις είχαν εγκρίνει.

Ωστόσο, εάν το επιτρέπει η οργάνωση παραγωγών και με τους όρους που αυτή καθορίζει, οι παραγωγοί οι οποίοι μετέχουν στην οργάνωση μπορούν:

- να υποκαθιστούν την υποχρεωτική διάθεση στο εμπόριο του συνόλου της παραγωγής από την ομάδα παραγωγών με διάθεση το εμπόριο βασιζόμενη σε κοινούς κανόνες που καθορίζονται στα καταστατικά τους, οι οποίοι εγγυώνται ότι η ομάδα παραγωγών έχει δικαίωμα ελέγχου του επιπέδου των τιμών πώλησης, οι οποίες και υπόκεινται στην έγκρισή της, ενώ η μη αποδοχή τους υποχρεώνει την ομάδα να αναλάβει αυτό το λυκίσκο σε υψηλότερη τιμή,

- να διαθέτουν στο εμπόριο, μέσω μιας άλλης οργάνωσης παραγωγών που καθορίζεται από τη δική τους οργάνωση, τα προϊόντα τα οποία, λόγω των χαρακτηριστικών τους, δεν εμπίπτουν a priori σε εμπορικές δραστηριότητες της οργάνωσής τους 7».

2. Το άρθρο 9 καταργείται.

3. Το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 10

1. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ύστερα από πρόταση της Επιτροπής, σύμφωνα με τη διαδικασία ψηφοφορίας που προβλέπεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2 της συνθήκης, θεσπίζει τους γενικούς κανόνες εφαρμογής του άρθρου 8.

2. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 8 θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 20.».

4. Στο άρθρο 12,

α) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. α) Στις περιοχές της Κοινότητας στις οποίες οι αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών είναι σε θέση να εξασφαλίζουν στα μέλη τους εύλογο εισόδημα και να πραγματοποιούν ορθολογική διαχείριση της προσφοράς, η ενίσχυση χορηγείται σ' αυτές και μόνο τις ομάδες παραγωγών.

β) Στην ιδιαίτερη περίπτωση που ο παραγωγός είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, εκτός από το κράτος μέλος της ομάδας της οποίας είναι μέλος, η ενίσχυση καταβάλλεται εξ ολοκλήρου απευθείας σ' αυτόν τον παραγωγό από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος.

γ) Στις άλλες περιοχές, η ενίσχυση χορηγείται ομοίως στους μεμονωμένους παραγωγούς.» 7

β) η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. α) Το ποσό αυτής της ενίσχυσης ανά εκτάριο είναι ενιαίο για όλες τις ομάδες ποικιλιών. Η ενίσχυση καθορίζεται σε 480 Ecu/εκτάριο από τη συγκομιδή 1996 και για περίοδο πέντε ετών.

β) Σε περίπτωση που η ενίσχυση χορηγείται σε αναγνωρισμένη ομάδα παραγωγών σύμφωνα με την παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο, η εν λόγω ομάδα έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει σχετικά με το εάν θα καταβάλλει αυτή την ενίσχυση εξ ολοκλήρου κατ' έτος στα μέλη της, ανάλογα με τις καλλιεργούμενες εκτάσεις τους, ή κατά ένα μόνο τμήμα της, που θα αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 80 %, ανάλογα με το αν υπάρχουν ακόμη αιτήσεις τις οποίες πρέπει να ικανοποιήσει στον τομέα της μετατροπής των ποικιλιών, ή, ενδεχομένως, άλλοι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο δ).

γ) Σε περίπτωση που η ενίσχυση χορηγείται σε μία αναγνωρισμένη ομάδα παραγωγών εφόσον η οργάνωση αυτή δεν διαθέτει στο εμπόριο το σύνολο της παραγωγής των μελών της, η ομάδα παρακρατεί υποχρεωτικά κατ' έτος το 20 % της ενίσχυσης στους παραγωγούς για την επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στο στοιχείο β).

δ) Η παρακράτηση της ενίσχυσης γίνεται σωρευτικά για περίοδο που περιορίζεται σε πέντε έτη 7 στο τέλος αυτής της περιόδου, όλη η ενίσχυση που θα έχει παρακρατηθεί πρέπει να έχει διατεθεί.

ε) Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο β) του άρθρου αυτού, ο ενδιαφερόμενος παραγωγός πρέπει να καταβάλει στην ομάδα παραγωγών της οποίας είναι μέλος ένα ποσό το οποίο ισούται με την κράτηση η οποία γίνεται σύμφωνα με τα ανωτέρω στοιχεία β) ή γ).» 7

γ) η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Σε περίπτωση που, από την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 11, προκύψει ότι υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας διαρθρωτικών πλεονασμάτων ή διαταραχής της διάρθρωσης του εφοδιασμού της κοινοτικής αγοράς του λυκίσκου, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ύστερα από πρόταση της Επιτροπής, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2 της συνθήκης, μπορεί να αναπροσαρμόσει το ύψος της ενίσχυσης η οποία καθορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο:

α) είτε περιορίζοντας τη χορήγηση της ενίσχυσης σ' ένα μέρος της καλλιεργούμενης έκτασης που έχει καταγραφεί για το αντίστοιχο έτος, και, εν ανάγκη, διαφοροποιώντας την

β) είτε αποκλείοντας από το ευεργέτημα της ενίσχυσης τις εκτάσεις που βρίσκονται στο πρώτο ή/και στο δεύτερο έτος παραγωγής.» 7

δ) η παράγραφος 7 καταργείται.

5. Το άρθρο 12α καταργείται.

6. Το άρθρο 16 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 16

Με την επιφύλαξη αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, στην παραγωγή και στο εμπόριο των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 εφαρμόζονται τα άρθρα 92, 93 και 94 της συνθήκης.».

7. Το άρθρο 17 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 17

1. Οι κανονιστικές διατάξεις οι οποίες αφορούν τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, εφαρμόζονται στην αγορά των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 από την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σ' εφαρμογή το καθεστώς που προβλέπεται από τον παρόντα κανονισμό.

2. Οι ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 8 αποτελούν κοινή δράση κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4256/88 (1). Οι εν λόγω ενισχύσεις καλύπτονται από τις προβλέψεις ετησίων δαπανών που αναφέρονται στο άρθρο 31 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91 (2).

Το άρθρο 1 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91 εφαρμόζεται στις ενισχύσεις που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο.

Η καταβολή της συνδρομής πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4253/88 (3).

3. Τα κράτη μέλη καταβάλλουν την ενίσχυση στους παραγωγούς όσο το δυνατόν πλησιέστερα την περίοδο της συγκομιδής, και το αργότερο στις 15 Οκτωβρίου 1997 για τη συγκομιδή 1996 και, από τη συγκομιδή 1997, μεταξύ της 16ης Οκτωβρίου και 31ης Δεκεμβρίου της περιόδου εμπορίας για την οποία έχει υποβληθεί η αίτηση ενίσχυσης.

4. Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

(1) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4256/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2052/88 σχετικά με το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα προσανατολισμού (ΕΕ αριθ. L 374 της 31. 12. 1988, σ. 25) 7 κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2085/93 (ΕΕ αριθ. L 193 της 31. 7. 1993, σ. 44).

(2) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2328/91 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών διαρθρώσεων (ΕΕ αριθ. L 218 της 6. 8. 1991, σ. 1) 7 κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2387/95 (ΕΕ αριθ. L 244 της 12. 10. 1995, σ. 50).

(3) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2052/88, όσον αφορά το συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους, καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ αριθ. L 374 της 31. 12. 1988, σ. 1) 7 κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3193/94 (ΕΕ αριθ. L 337 της 24. 12. 1994, σ. 11).».

8. Το άρθρο 18 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 18

Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή ανακοινώνουν σε αμοιβαία βάση τα στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Οι λεπτομέρειες της ανακοίνωσης, της αξιολόγησης και της διάδοσης αυτών των στοιχείων θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 20.

Με βάση αυτά τα στοιχεία, η Επιτροπή αναλαμβάνει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει αξιολόγηση του τομέα, για το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 2000 7 η αξιολόγηση αυτή μπορεί να συνοδεύεται, εάν απαιτείται, από προτάσεις.».

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 1997.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 22 Ιουλίου 1997.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

F. BODEN

(1) ΕΕ αριθ. C 127 της 127 της 24. 4. 1997, σ. 11.

(2) Γνώμη που δόθηκε στις 18 Ιουλίου 1997 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3) Γνώμη που δόθηκε στις 29 Μαΐου 1997 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(4) ΕΕ αριθ. L 175, της 4. 8. 1971, σ. 1 7 κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3290/94 (ΕΕ αριθ. L 349 της 31. 12. 1994, σ. 105).