31997R0118

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 118/97 του Συμβουλίου της 2ας Δεκεμβρίου 1996 για τροποποίηση και ενημέρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 028 της 30/01/1997 σ. 0001 - 0229


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 118/97 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 2ας Δεκεμβρίου 1996 για τροποποίηση και ενημέρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 51 και 235,

την πρόταση της Επιτροπής (1),

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2),

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

Εκτιμώντας:

ότι, με στόχο τη συνοχή και τη σαφήνεια, θα πρέπει να γίνουν ορισμένες αλλαγές στη διατύπωση ορισμένων διατάξεων των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (3), και (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (4), και ότι θα πρέπει να καταργηθούν άλλες διατάξεις οι οποίες έχουν καταστεί παρωχημένες και περιττές 7 ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις έχουν αποκλειστικά τεχνικό χαρακτήρα και αποσκοπούν στη συμπλήρωση των εν λόγω κανονισμών 7

ότι, μετά την τελευταία ενημέρωση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 και (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2001/83 (5), έχουν πραγματοποιηθεί πολλές τροποποιήσεις και ότι είναι πλέον σκόπιμο, για να καταστεί η κοινοτική νομοθεσία στον εν λόγω τομέα πιο διαφανής και προσιτή, να ενημερωθούν εκ νέου οι προαναφερόμενοι κανονισμοί 7 η ενημέρωση αυτή συνίσταται στην υποβολή, για τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 και (ΕΟΚ) αριθ. 574/72, ενός ενιαίου κειμένου το οποίο περιλαμβάνεται, αντίστοιχα, στο μέρος I και στο μέρος II του παραρτήματος Α 7 ότι είναι επίσης σκόπιμο να υποβληθεί, ως συμπλήρωμα του μέρους II του εν λόγω παραρτήματος, το κείμενο του άρθρου 95 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3095/95 (6), που θα ισχύσει από την 1η Ιανουαρίου 1998, και, όσον αφορά τις σχέσεις με τη Γαλλική Δημοκρατία, από την 1η Ιανουαρίου 2002 7

ότι το παλαιό άρθρο 106 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, σχετικά με το ισοζύγιο πληρωμών, καταργήθηκε από το άρθρο Μ της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι το άρθρο 73Β παράγραφος 2 της προαναφερόμενης συνθήκης απαγορεύει όλους τους περιορισμούς στις πληρωμές μεταξύ κρατών μελών 7

ότι, για την επίτευξη του στόχου της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, είναι απαραίτητο και ενδεδειγμένο να τροποποιηθούν οι κανόνες συντονισμού των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, μέσω ενός δεσμευτικού κοινοτικού νομοθετήματος το οποίο θα ισχύει άμεσα σε όλα τα κράτη μέλη 7

ότι οι εισαγόμενες δια του παρόντος κανονισμού τροποποιήσεις τηρούν τον όρο που θέτει το άρθρο 3Β τρίτο εδάφιο της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 τροποποιείται ως εξής:

1. το άρθρο 82 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η συμβουλευτική επιτροπή προεδρεύεται από αντιπρόσωπο της Επιτροπής. Ο πρόεδρος δεν μετέχει στην ψηφοφορία.» 7

2. το άρθρο 88 πρώτη φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά περίπτωση, οι μεταφορές ποσών που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού γίνονται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά το χρόνο της μεταφοράς σχετικές συμφωνίες μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών.» 7

3. το άρθρο 100 καταργείται.

Άρθρο 2

Ο τίτλος, οι αιτιολογικές σκέψεις, ο πίνακας περιεχομένων και οι διατάξεις των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 και (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 ανιτικαθίστανται από το κείμενο που αναφέρεται στο παράρτημα Α μέρη I και II αντίστοιχα, στο οποίο περιλαμβάνονται οι τροποποιήσεις που επέρχονται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού.

Το παράρτημα Β περιλαμβάνει τον κατάλογο των πράξεων τροποποίησης των κανονισμών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί το μήνα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 2 Δεκεμβρίου 1996.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

E. FITZGERALD

(1) ΕΕ αριθ. C 249 της 27. 8. 1996, σ. 10.

(2) ΕΕ αριθ. C 362 της 2. 12. 1996.

(3) ΕΕ αριθ. L 149 της 5. 7. 1971, σ. 2 7 κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3096/95 (ΕΕ αριθ. 335 της 30. 12. 1995, σ. 10).

(4) ΕΕ αριθ. L 74 της 27. 3. 1972, σ. 1 7 κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3096/95 (ΕΕ αριθ. 335 της 30. 12. 1995, σ. 10).

(5) ΕΕ αριθ. L 230 της 22. 8. 1983, σ. 6.

(6) ΕΕ αριθ. 335 της 30. 12. 1995, σ. 1.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α

ΜΕΡΟΣ I

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (8) (9) (10) (11)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σελίδα

ΤΙΤΛΟΣ I: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ (άρθρα 1 έως 12) . 8

ΤΙΤΛΟΣ II: ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΑΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ (άρθρα 13 έως 17α) . 13

ΤΙΤΛΟΣ III: ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΑΡΟΧΩΝ . 17

Κεφάλαιο 1: Ασθένεια και μητρότητα

Τμήμα 1: Κοινές διατάξεις (άρθρο 18) . 17

Τμήμα 2: Μισθωτοί ή μη μισθωτοί και μέλη της οικογένειάς τους (άρθρα 19 έως 24) . 17

Τμήμα 3: Άνεργοι και μέλη της οικογένειάς τους (άρθρο 25) . 19

Τμήμα 4: Αιτούντες συντάξεις και μέλη της οικογένειάς τους (άρθρο 26) . 20

Τμήμα 5: Δικαιούχοι συντάξεων και μέλη της οικογένειάς τους (άρθρα 27 έως 34) . 20

Τμήμα 6: Διάφορες διατάξεις (άρθρο 35) . 22

Τμήμα 7: Απόδοση μεταξύ φορέων (άρθρο 36) . 23

Κεφάλαιο 2: Αναπηρία

Τμήμα 1: Μισθωτοί ή μη μισθωτοί που έχουν υπαχθεί αποκλειστικά σε νομοθεσίες κατά τις οποίες το ποσό των παροχών αναπηρίας είναι ανεξάρτητο της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως (άρθρα 37 έως 39) . 23

Τμήμα 2: Μισθωτοί ή μη μισθωτοί που έχουν υπαχθεί είτε αποκλειστικά σε νομοθεσίες κατά τις οποίες το ποσό της παροχής αναπηρίας εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως, είτε σε νομοθεσίες του τύπου αυτού και του τύπου που αναφέρεται στο τμήμα 1 (άρθρο 40) . 24

Τμήμα 3: Επιδείνωση αναπηρίας (άρθρο 41) . 25

Τμήμα 4: Επανάληψη της χορηγήσεως των παροχών μετά από αναστολή ή κατάργηση - Μετατροπή των παροχών αναπηρίας σε παροχές γήρατος (άρθρα 42 και 43) . 26

Κεφάλαιο 3: Γήρας και θάνατος (Συντάξεις) (άρθρα 44 έως 51) . 27

Κεφάλαιο 4: Εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες

Τμήμα 1: Δικαίωμα παροχών (άρθρα 52 έως 59) . 32

Τμήμα 2: Επιδείνωση επαγγελματικής ασθένειας για την οποία έχουν χορηγηθεί παροχές (άρθρο 60) . 34

Τμήμα 3: Διάφορες διατάξεις (άρθρα 61 και 62) . 35

Τμήμα 4: Αποδόσεις μεταξύ φορέων (άρθρο 63) . 36

Κεφάλαιο 5: Επιδόματα θανάτου (άρθρα 64 έως 66) . 36

Κεφάλαιο 6: Ανεργία

Τμήμα 1: Κοινές διατάξεις (άρθρα 67 και 68) . 36

Τμήμα 2: Άνεργοι που μεταβαίνουν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος (άρθρα 69 και 70) . 37

Τμήμα 3: Άνεργοι που κατοικούσαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς τους σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος (άρθρο 71) . 38

Κεφάλαιο 7: Οικογενειακές παροχές και επιδόματα (άρθρα 72 έως 76) . 38

Κεφάλαιο 8: Παροχές για τέκνα συντηρούμενα από δικαιούχους συντάξεων και για ορφανά (άρθρα 77 έως 79) . 39

ΤΙΤΛΟΣ IV: ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ (άρθρα 80 και 81) . 41

ΤΙΤΛΟΣ V: ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ (άρθρα 82 και 83) . 42

ΤΙΤΛΟΣ VI: ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ (άρθρα 84 έως 93) . 43

ΤΙΤΛΟΣ VII: ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ (άρθρα 94 έως 98) . 45

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

Παράρτημα I: Προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού . 49

Παράρτημα II: Ειδικά συστήματα για μη μισθωτούς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού δυνάμει του άρθρου 1 στοιχείο θ) τέταρτο εδάφιο - Ειδικά επιδόματα τοκετού που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού δυνάμει του άρθρου 1 στοιχείο κα) - Ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 28 οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού . 53

Παράρτημα II α: Ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά . 57

Παράρτημα III: Διατάξεις συμβάσεων περί κοινωνικής ασφαλίσεως που εξακολουθούν να εφαρμόζονται κατά παρέκκλιση του άρθρου 6 του κανονισμού - Διατάξεις συμβάσεων περί κοινωνικής ασφαλίσεως, το πεδίο εφαρμογής των οποίων δεν εκτείνεται επί όλων των προσώπων επί των οποίων εφαρμόζεται ο κανονισμός . 60

Παράρτημα IV: Νομοθεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος I του κανονισμού, σύμφωνα με τις οποίες το ύψος παροχών αναπηρίας είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των ασφαλιστικών περιόδων - Ειδικά συστήματα για μη μισθωτούς κατά την έννοια του άρθρου 38 παράγραφος 3 και του άρθρου 45 παράγραφος 3 του κανονισμού - Περιπτώσεις του αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού, στις οποίες μπορεί να μην υπολογιστεί η παροχή σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού - Παροχές και συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 46 β παράγραφος 2 του κανονισμού . 76

Παράρτημα V: Συμφωνία μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των όρων των σχετικών με το βαθμό αναπηρίας 81

Παράρτημα VI: Ειδικές περιπτώσεις εφαρμογής των νομοθεσιών ορισμένων κρατών μελών . 85

Παράρτημα VII: Περιπτώσεις κατά τις οποίες πρόσωπο υπόκειται ταυτόχρονα στη νομοθεσία δύο κρατών μελών . 101

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 51 και 235,

την πρόταση της Επιτροπής

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

Εκτιμώντας:

ότι οι κανόνες συντονισμού των εθνικών νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφάλισης εντάσσονται στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και οφείλουν να συμβάλλουν στη βελτίωση του επιπέδου ζωής τους και των συνθηκών απασχόλησής τους 7

ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, που αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, δεν περιορίζεται μόνο στους μισθωτούς στα πλαίσια της ελεύθερης κυκλοφορίας αλλά αφορά και τους μη μισθωτούς, στα πλαίσια του δικαιώματος εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών 7

ότι εξαιτίας των σημαντικών διαφορών που υφίστανται μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών ως προς το προσωπικό πεδίο εφαρμογής τους, είναι προτιμότερο να τεθεί η αρχή, βάσει της οποίας ο κανονισμός ισχύει για όλα τα πρόσωπα που είναι ασφαλισμένα στο πλαίσιο των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης που δημιουργήθηκαν υπέρ των μισθωτών και μη μισθωτών ή λόγω άσκησης έμμισθης ή μη δραστηριότητας 7

ότι πρέπει να τηρούνται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εθνικών νομοθεσιών κοινωνικής ασφάλισης και να εκπονηθεί μόνον ένα σύστημα συντονισμού 7

ότι πρέπει, στα πλαίσια αυτού του συντονισμού, να υπάρξει εγγύηση, στο εσωτερικό της Κοινότητας, για ίση μεταχείριση των εργαζομένων που είναι πολίτες κρατών μελών καθώς και των προσώπων που έλκουν απ' αυτούς δικαιώματα και των επιζώντων αυτών έναντι διαφόρων εθνικών νομοθεσιών 7

ότι οι κανόνες συντονισμού πρέπει να εξασφαλίζουν στους εργαζομένους, οι οποίοι διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας, καθώς και στους εξ αυτών δικαιούχους τα κεκτημένα και κτώμενα δικαιώματα και πλεονεκτήματα 7

ότι οι στόχοι αυτοί πρέπει να επιτευχθούν, ιδίως με το συνυπολογισμό όλων των περιόδων που λαμβάνονται υπόψη από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες για τη γένεση και τη διατήρηση του δικαιώματος παροχών, καθώς επίσης και για τον υπολογισμό του ύψους αυτών, αλλά και με την καταβολή των παροχών στις διάφορες κατηγορίες προσώπων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους εντός της Κοινότητας 7

ότι πρέπει οι μισθωτοί και μη μισθωτοί εργαζόμενοι οι οποίοι διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας να υπάγονται στο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης ενός μόνον κράτους μέλους, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι σωρεύσεις εφαρμοστέων εθνικών νομοθεσιών και οι επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν από αυτές 7

ότι οι περιπτώσεις που άτομο υπάγεται ταυτόχρονα στη νομοθεσία δύο κρατών μελών, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα, πρέπει να είναι όσο το δυνατό περιορισμένες και σε αριθμό και σε έκταση 7

ότι για να διασφαλιστεί καλύτερα η ισότητα μεταχείρισης όλων των εργαζομένων που απασχολούνται στο έδαφος ενός κράτους μέλους, πρέπει να καθορίζεται ως εφαρμοστέα νομοθεσία, κατά γενικό κανόνα, η νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο ενδιαφερόμενος ασκεί την έμμισθη ή μη δραστηριότητά του 7

ότι πρέπει να γίνεται απόκλιση από το γενικό κανόνα σε ειδικές περιπτώσεις που αιτιολογούν άλλο κριτήριο σύνδεσης 7

ότι ορισμένες παροχές που προβλέπονται από τις εθνικές νομοθεσίες ενδέχεται να εμπίπτουν συγχρόνως τόσο στην κοινωνική ασφάλιση όσο και στην κοινωνική πρόνοια, λόγω της κατηγορίας των ατόμων στα οποία αναφέρονται, των στόχων και του τρόπου εφαρμογής τους και ότι πρέπει να συμπεριληφθεί στον κανονισμό αυτό ένα σύστημα συντονισμού το οποίο θα λαμβάνει υπόψη του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εν λόγω παροχών, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των διακινούμενων εργαζομένων σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης 7

ότι οι παροχές αυτές θα πρέπει να χορηγούνται, όσον αφορά τα άτομα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, μόνο σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας στην οποία κατοικεί το ενδιαφερόμενο άτομο ή τα μέλη της οικογένειάς του, με συνυπολογισμό, εφόσον είναι απαραίτητο, των περιόδων διαμονής σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος και χωρίς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας 7

ότι πρέπει να προβλέπονται ειδικοί κανόνες, κυρίως όσον αφορά την ασθένεια και την ανεργία, για τους διαμεθοριακούς και εποχιακούς εργαζομένους, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας της κατάστασής τους 7

ότι όσον αφορά τις παροχές ασθενέιας και μητρότητας, πρέπει να εξασφαλίζεται προστασία για τη ρύθμιση της κατάστασης των ατόμων που κατοικούν ή διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος 7

ότι η ειδική κατάσταση των αιτούντων ή των δικαιούχων συντάξεων ή προσόδων και των μελών των οικογενειών τους απαιτεί διατάξεις όσον αφορά την ασφάλιση ασθένειας προσαρμοσμένες σ' αυτή την κατάσταση 7

ότι πρέπει, όσον αφορά τις παροχές αναπηρίας, να εκπονηθεί σύστημα συντονισμού το οποίο να σέβεται τις ιδιαιτερότητες των εθνικών νομοθεσιών 7 ότι είναι επομένως απαραίτητο να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, των νομοθεσιών σύμφωνα με τις οποίες το ποσό των παροχών αναπηρίας είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφάλισης και, αφετέρου, των νομοθεσιών σύμφωνα με τις οποίες αυτό το ποσό εξαρτάται από την εν λόγω διάρκεια 7

ότι οι διαφορές μεταξύ των καθεστώτων των κρατών μελών απαιτούν την κατάρτιση κανόνων συντονισμού εφαρμοστέων σε περίπτωση επιδείνωσης μιας αναπηρίας 7

ότι πρέπει να εκπονηθεί σύστημα ρευστοποίησης των παροχών γήρατος και επιζώντος, εφόσον ο μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος υπαγόταν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών 7

ότι συντρέχει λόγος να προβλεφθεί ένα ποσό σύνταξης που θα υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού και θα διασφαλίζεται από το κοινοτικό δίκαιο, όταν η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των ρητρών της μείωσης, αναστολής ή κατάργησης, αποδεικνύεται δυσμενέστερη από αυτή τη μέθοδο 7

ότι, για να προστατεύονται οι διακινούμενοι εργαζόμενοι και οι επιζώντες τους κατά την υπερβολικά αυστηρή εφαρμογή των εθνικών ρητρών μείωσης, αναστολής ή κατάργησης, είναι απαραίτητη η προσθήκη διατάξεων οι οποίες θα θέτουν αυστηρούς όρους για την εφαρμογή αυτών των ρητρών 7

ότι, όσον αφορά τις παροχές λόγω εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών, πρέπει, για να εξασφαλιστεί κατάλληλη προστασία, να ρυθμιστεί με κανονισμό η κατάσταση των ατόμων που κατοικούν ή διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος 7

ότι πρέπει να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις για τα επιδόματα λόγω θανάτου 7

ότι, για να καταστεί δυνατή η κινητικότητα του εργατικού δυναμικού υπό καλύτερους όρους, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί στο εξής πληρέστερος συντονισμός μεταξύ των συστημάτων ασφάλισης και πρόνοιας των ανέργων όλων των κρατών μελών 7

ότι, υπό το πνεύμα αυτό, προς διευκόλυνση της αναζήτησης εργασίας στα διάφορα κράτη μέλη, ενδείκνυται να χορηγούνται για περιορισμένο χρονικό διάστημα στον εργαζόμενο που έχει μείνει χωρίς εργασία οι παροχές ανεργίας που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στην οποία υπάγονται τελευταία 7

ότι, για τον καθορισμό της νομοθεσίας της εφαρμοστέας στις οικογενειακές παροχές, το κριτήριο της απασχόλησης εξασφαλίζει την ίση μεταχείριση όλων των εργαζομένων που υπόκεινται στην ίδια νομοθεσία 7

ότι για να αποφεύγονται αδικαιολόγητες σωρεύσεις παροχών, πρέπει να προβλεφθούν κανόνες προτεραιότητας σε περίπτωση σώρευσης δικαιωμάτων για οικογενειακές παροχές δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους και δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας κατοικίας των μελών της οικογένειας 7

ότι λόγω της ειδικής και διαφοροποιημένης φύσης τους στις νομοθεσίες των κρατών μελών, πρέπει να θεσπιστούν ειδικοί κανόνες για το συντονισμό των εθνικών καθεστώτων που προβλέπουν παροχές για παιδιά που συντηρούνται από δικαιούχους συντάξεων ή προσόδων και για ορφανά 7

ότι είναι απαραίτητο να συσταθεί διοικητική επιτροπή αποτελούμενη από ένα κυβερνητικό εκπρόσωπο κάθε κράτους μέλους, επιφορτισμένη, κυρίως, να ασχολείται με κάθε θέμα διοικητικό ή ερμηνείας που απορρέει από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και να προωθεί τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών 7

ότι είναι επιθυμητό να επιτραπεί, στο πλαίσιο μιας συμβουλευτικής επιτροπής, η συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζομένων και των εργοδοτών στην εξέταση των προβλημάτων τα οποία θα χειρίζεται η διοικητική επιτροπή 7

ότι είναι απαραίτητο να προβλεφθούν ιδιαίτερες διατάξεις που να ανταποκρίνονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εθνικών νομοθεσιών για τη διευκόλυνση της εφαρμογής των κανόνων συντονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1 (10) (15) Ορισμοί

Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού:

α) ως «μισθωστός» και «μη μισθωτός» νοείται, αντίστοιχα, κάθε πρόσωπο:

i) το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς 7

ii) το οποίο είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτει όλους τους κατοίκους ή το σύνολο του ενεργού πληθυσμού:

- όταν οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως του συστήματος αυτού επιτρέπουν το χαρακτηρισμό του ως μισθωτού ή μη μισθωτού ή

- ελλείψει τέτοιων κριτηρίων, όταν το πρόσωπο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά άλλου κινδύνου καθοριζόμενου στο παράρτημα I, στο πλαίσιο συστήματος δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών ή μη μισθωτών ή ενός συστήματος αναφερόμενου στο σημείο iii) ή, ελλείψει τέτοιου συστήματος, στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, όταν το πρόσωπο αυτό ανταποκρίνεται στον ορισμό του παραρτήματος I 7

iii) το οποίο είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως οργανωμένου κατά τρόπο ενιαίο υπέρ του συνόλου του αγροτικού πληθυσμού, σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στο παράρτημα I 7

iv) το οποίο είναι ασφαλισμένο προαιρετικά κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως κράτους μέλους δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών ή μη μισθωτών ή όλων των κατοίκων ή ορισμένων κατηγοριών κατοίκων:

- αν τούτο ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα ή

- άν τούτο είχε προηγουμένως ασφαλισθεί υποχρεωτικά κατά του ίδιου κινδύνου, στο πλαίσιο συστήματος δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών ή μη μισθωτών του ίδιου κράτους μέλους 7

β) ως «μεθοριακός εργαζόμενος» νοείται κάθε εργαζόμενος, μισθωτός ή μη, ο οποίος ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα στο έδαφος ενός κράτους μέλους και κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους όπου επιστρέφει, καταρχήν, κάθε ημέρα ή τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα 7 πάντως ο μεθοριακός εργαζόμενος, που αποσπάται από την επιχείρηση στην οποία κανονικά υπάγεται ή που παρέχει υπηρεσίες στο έδφος του ίδιου κράτους μέλους ή άλλου κράτους μέλους, διατηρεί την ιδιότητα του μεθοριακού εργαζομένου επί χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες, ακόμη και άν, κατά τη διάρκεια του χρονικού αυτού διαστήματος, δεν δύναται να επιστρέφει κάθε ημέρα ή τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα στον τόπο της κατοικίας του 7

γ) ως «εποχιακά εργαζόμενος» νοείται κάθε μισθωτός ο οποίος μεταβαίνει στο έδαφος κράτους μέλους άλλου απ' εκείνο όπου κατοικεί, για να εκτελέσει, για λογαριασμό επιχειρήσεως ή εργοδότη του κράτους αυτού, εργασία εποχιακού χαρακτήρα, η διάρκεια της οποίας δεν δύναται σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, εφόσον διαμένει προσωρινά στο έδαφος του κράτους αυτού κατά τη διάρκεια της εργασίας του 7 ως εργασία εποχιακού χαρακτήρα πρέπει να νοείται η εργασία που εξαρτάται από την διαδοχή των εποχών και επαναλαμβανεται αυτόματα κάθε έτος 7

δ) ο όρος «πρόσφυγας» έχει την έννοια η οποία του αποδίδεται στο άρθρο 1 της συμβάσεως περί της νομικής καταστάσεως των απάτριδων που υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 7

ε) ο όρος «άπατρις» έχει την έννοια η οποία του αποδίδεται στο άρθρο 1 της συμβάσεως περί της νομικής καταστάσεως των απάτριδων που υπεγράφη στη Νέα Υόρκη στις 28 Σεπτεμβρίου 1954 7

στ) i) ως «μέλος της οικογένειας» νοείται κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογένειας ή που ορίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από τη νομοθεσία, δυνάμει της οποίας καταβάλλονται οι παροχές ή, στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχείο α) και το άρθρο 31, από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί 7 πάντως, άν οι νομοθεσίες αυτές θεωρούν ως μέλος της οικογένειας ή του νοικοκυριού μόνο το πρόσωπο που ζει υπό τη στέγη του μισθωτού ή μη μισθωτού, ο όρος αυτός θεωρείται ότι πληρούται όταν η συντήρηση του εν λόγω προσώπου, βαρύνει κυρίως τον εργαζόμενο μισθωτό ή μη. Αν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους σχετικά με τις εις είδος παροχές ασθένειας ή μητρότητας δεν επιτρέπει τη διάκριση των μελών της οικογένειας από τα άλλα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται, ο όρος «μέλος της οικογένειας» έχει την έννοια που του αποδίδεται στο παράρτημα I 7

ii) πάντως, αν πρόκειται για παροχές υπέρ μειονεκτούντων ατόμων χορηγούμενες σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους σε όλους τους υπηκόους του οι οποίοι πληρούν τους απαιτούμενους όρους, ως «μέλος της οικογένειας» νοείται τουλάχιστον ο σύζυγος, τα ανήλικα τέκνα και τα ενήλικα συντηρούμενα τέκνα του μισθωτού ή μη μισθωτού εργαζόμενου 7

ζ) ως «επιζών» νοείται κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως επιζών από την νομοθεσία, δυνάμει της οποίας χορηγούνται οι παροχές 7 πάντως, άν η νομοθεσία αυτή θεωρεί ως επιζών μόνο το πρόσωπο το οποίο ζούσε υπό τη στέγη του αποθανόντος, ο όρος αυτός θεωρείται ότι εκπληρούται όταν η συντήρηση του εν λόγω προσώπου εβάρυνε κυρίως τον αποθανόντα 7

η) ως «κατοικία» νοείται η συνήθης διαμονή 7

θ) ως «διαμονή» νοείται η προσωρινή διαμονή 7

ι) ο όρος «νομοθεσία» προσδιορίζει, για κάθε κράτος μέλος, τους υφιστάμενους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής, που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 ή τις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά που προβλέπονται στην παράγραφο 2α του άρθρου 4.

Ο όρος αυτος αποκλείει τις υπάρχουσες ή μελλοντικές συμβατικές διατάξεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές απετέλεσαν αντικείμενο αποφάσεων των δημόσιων αρχών που τις καθιστούν υποχρεωτικές ή που επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής τους. Όσον αφορά πάντως τις συμβατικές διατάξεις:

i) που χρησιμεύουν για την συμπλήρωση υποχρεώσεως ασφαλίσεως που απορρέει από τους νόμους ή τους κανονισμούς οι οποίοι αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο ή

ii) που δημιουργούν σύστημα, η διαχείρηση του οποίου εξασφαλίζεται από τον ίδιο φορέα που διαχειρίζεται τα συστήματα που εθεσπίσθηκαν από τους αναφερόμενους στο προηγούμενο εδάφιο νόμους ή κανονισμούς,

ο περιορισμός αυτός δύναται να αρθεί οποτεδήποτε με δήλωση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, που αναφέρει τα συστήματα επί των οποίων εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός. Η δήλωση αυτή κοινοποιείται και δημοσιεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 97.

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν δύνανται να έχουν ως συνέπεια την εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του παρόντας κανονισμού συστημάτων, επί των οποίων είχε εφαρμογή ο κανονισμός αριθ. 3.

Ο όρος «νομοθεσία» αποκλείει, επίσης, τις διατάξεις που διέπουν ειδικά συστήματα για μη μισθωτούς των οποίων η δημιουργία εναπόκειται στην πρωτοβουλία των ενδιαφερομένων ή τα οποία εφαρμόζονται μόνο σε ένα τμήμα του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους, ανεξάρτητα από το αν ή όχι οι αρχές αποφάσισαν να τις καταστήσουν υποχρεωτικές ή να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής τους. Τα εν λόγω ειδικά συστήματα αναφέρονται στο παράρτημα II 7

ια) ως «σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως» νοείται κάθε διμερής ή πολυμερής πράξη που δεσμεύει ή θα δεσμεύσει αποκλειστικά δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, ως και κάθε πολυμερής πράξη που δεσμεύει ή θα δεσμεύσει δύο τουλάχιστον κράτη μέλη και ένα ή περισσότερα άλλα κράτη στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, για το σύνολο ή μέρος των κλάδων και συστημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2, καθώς και τις συμφωνίες, οποιασδήποτε φύσεως, που συνήφθησαν στο πλαίσιο των πράξεων αυτών 7

ιβ) ως «αρμόδια αρχή» νοείται, για κάθε κράτος μέλος, ο υπουργός, οι υπουργοί ή άλλη αντίστοιχη αρχή, αρμόδια για τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως στο σύνολο ή σε οποιοδήποτε τμήμα της επικράτειας του κράτους αυτού 7

ιγ) ως «διοικητική επιτροπή» νοείται η επιτροπή του άρθρου 80 7

ιδ) ως «φορέας» νοείται, για κάθε κράτος μέλος, ο οργανισμός ή η αρχή που επιφορτίζεται με την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της νομοθεσίας 7

ιε) ως «αρμόδιος φορέας» νοείται:

i) ο φορέας, στον οποίο ο ενδιαφερόμενος υπάγεται κατά το χρόνο της αιτήσεως παροχών

ή

ii) ο φορέας από τον οποίο ο ενδιαφερόμενος δικαιούται παροχές ή θα δικαιούτο παροχές, αν ο ίδιος ή αν το ή τα μέλη της οικογένειάς του κατοικούσαν στο έδαφος του κράτους μέλους, στο οποίο ευρίσκετο ο φορέας αυτός

ή

iii) ο φορέας που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερομένου κράτους μέλους

ή

iv) αν πρόκειται περί συστήματος σχετικού με τις υποχρεώσεις του εργοδότη για τις παροχές που προβλέπονται από το άρθρο 4 παράγραφος 1, είτε ο εγροδότης είτε ο ασφαλιστής που τον υποκαθιστά, είτε ελλείψει αυτών, ο οργανισμός ή η αρχή που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερομένου κράτους μέλους 7

ιστ) ως «φορέας του τόπου κατοικίας» και «φορέας του τόπου διαμονής» νοούνται, αντίστοιχα, ο φορέας που έχει επιφορτισθεί με την καταβολή των παροχών στον τόπο όπου κατοικεί ο ενδιαφερόμενος και ο φορέας που έχει επιφορτισθεί με την καταβολή των παροχών στον τόπο όπου διαμένει ο ενδιαφερόμενος, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός, ή, ελλείψει τέτοιου φορέα, ο φορέας που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους 7

ιζ) ως «αρμόδιο κράτος» νοείται το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο αρμόδιος φορέας 7

ιη) ως «περίοδοι ασφαλίσεως» νοούνται οι περίοδοι εισφορών, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία υπό την οποία πραγματοποιήθησαν ή θεωρούνται ότι πραγματοποιήθησαν, καθώς και κάθε εξομοιούμενη προς αυτές περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζεται από την νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως 7

ιθ) ως «περίοδοι απασχολήσεως» ή «περίοδοι μη μισθωτής δραστηριότητας» νοούνται οι περίοδοι που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως τέτοιες από τη νομοθεσία υπό την οποία πραγματοποιήθηκαν, ως και κάθε εξομοιούμενη πρός αυτές περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζονται από τη νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμες προς τις περιόδους απασχολήσεως ή προς τις περιόδους μη μισθωτής δραστηριότητας 7

ιθα) ο όρος «περίοδοι διαμονής» προσδιορίζει τις περιόδους που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως τοιαύται από τη νομοθεσία υπό την οποία πραγματοποιήθησαν ή θεωρούνται ότι επαναπραγματοποιήθηκαν 7

κ) ως «παροχή» και «σύνταξη» νοείται κάθε παροχή και σύνταξη, περιλαμβανομένων και όλων των τμημάτων τους που βαρύνουν το Δημόσιο Ταμείο, οι προσαυξήσεις αναπροσαρμογής ή τα συμπληρωματικά επιδόματα υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του τίλου III, επίσης οι εφάπαξ παροχές οι οποίες δύνανται να υποκαταστήσουν τις συντάξεις, καθώς και οι καταβολές που πραγματοποιούνται λόγω επιστροφής εισφορών 7

κα) i) ως «οικογενειακή παροχή», νοείται κάθε παροχή σε είδος ή σε χρήμα προοριζόμενη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο η), με εξαίρεση τα ειδικά επιδόματα τοκετού ή υιοθεσίας που αναφέρονται στο παράρτημα II 7

ii) ως «οικογενειακό επίδομα» νοείται η περιοδική παροχή εις χρήμα που χορηγείται αποκλειστικά ανάλογα με τον αριθμό και, ενδεχομένως, την ηλικία των μελών της οικογένειας 7

κβ) ως «επίδομα θανάτου» νοείται κάθε ποσό που καταβάλλεται, εφάπαξ σε περίπτωση θανάτου, με εξαίρεση των εφάπαξ παροχών που προβλέπονται στο στοιχείο κ).

Άρθρο 2 Προσωπικό πεδίο εφαρμογής

1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους.

2. Επιπλέον, ο παρών κανονισμός ισχύει για τους επιζώντες των μισθωτών ή μη μισθωτών οι οποίοι είχαν υπαχθεί στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας αυτών των μισθωτών ή μη μισθωτών, όταν οι επιζώντες αυτοί είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους.

3. Ο παρών κανονισμός ισχύει για τους δημόσιους υπαλλήλους και για το εξομοιούμενο προς αυτούς, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη νομοθεσία, προσωπικό κατά το μέτρο που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία του κράτους μέλους επί της οποίας έχει εφαρμογή ο παρών κανονισμός.

Άρθρο 3 Ισότητα μεταχειρίσεως

1. Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη, και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

2. Οι διατάξεις της παράγραφου 1 ισχύουν ως προς το δικαίωμα εκλογής μελών των οργάνων των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως ή συμμετοχής κατά την υπόδειξή τους, αλλά δεν θίγουν τις διατάξεις της νομοθεσιάς των κρατών μελών όσον αφορά την εκλογιμότητα ή τους τρόπους υποδείξεως των ενδιαφερομένων στα όργανα αυτά.

3. Το πεδίο εφαρμογής των συμβάσεων κοινωνικής ασφαλίσεως, που εξακολουθούν να εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο γ), καθώς και των συμβάσεων που συνήφθησαν δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 1, επεκτείνεται σε όλα τα πρόσωπα επί των οποίων ισχύει ο παρών κανονισμός, εκτός αν προβλέπεται άλλως στο παράρτημα III.

Άρθρο 4 (10) Πεδίο εφαρμογής καθ' ύλη

1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:

α) παροχές ασθενείας και μητρότητας 7

β) παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητας βιοπορισμού 7

γ) παροχές γήρατος 7

δ) παροχές επιζώντων 7

ε) παροχές εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών 7

στ) επιδόματα λόγω θανάτου 7

ζ) παροχές ανεργίας 7

η) οικογενειακές παροχές.

2. Ο παρών κανονισμός ισχύει για τα γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, με ή χωρίς συνεισφορά, καθώς και για συστήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη ή του πλοιοκτήτη εν σχέσει προς τις παροχές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

2α. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά οι οποίες εμπίπτουν σε νομοθεσία ή καθεστώς εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή που εξαιρούνται δυνάμει της παράγραφου 4, όταν οι παροχές αυτές προορίζονται:

α) είτε για να καλύψουν συμπληρωματικά, εναλλακτικά ή επικουρικά την επέλευση οιουδήποτε κινδύνου που εμπίπτει στους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως η) της παράγραφου 1 7

β) είτε μόνον για να εξασφαλίσουν την ειδική προστασία των μειονεκτούντων ατόμων.

2β. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στις διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους σχετικά με τις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά, που αναφέρονται στο τμήμα III του παραρτήματος II, των οποίων η εφαρμογή περιορίζεται σε ένα μέρος του εδάφους του.

3. Οι διατάξεις του τίτλου III δεν θίγουν πάντως τις διατάξεις της νομοθεσίας των κρατών μελών που αφορούν τις υποχρεώσεις του πλοιοκτήτη.

4. Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει για την κοινωνική και ιατρική πρόνοια, ούτε για τα συστήματα παροχών υπέρ θυμάτων του πολέμου ή των συνεπειών του, ούτε για τα ειδικά συστήματα των δημοσίων υπαλλήλων ή των προς αυτούς εξομοιουμένων.

Άρθρο 5 (10) Δηλώσεις των κρατών μελών σχετικές με το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού

Τα κράτη μέλη αναφέρουν στις δηλώσεις που κοινοποιούνται και δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 97, τις νομοθεσίες και τα συστήματα που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2, τις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2α, τις ελάχιστες παροχές που αναφέρονται στο άρθρο 50 καθώς και τις παροχές που προβλέπονται στα άρθρα 77 και 78.

Άρθρο 6 Συμβάσεις κοινωνικής ασφαλίσεως που αντικαθίστανται από τον παρόντα κανονισμό

Στο πλαίσιο του προσωπικού και του καθ' ύλη πεδίου εφαρμογής του ο παρών κανονισμός αντικαθιστά, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 7, 8 και του άρθρου 46 παράγραφος 4, οποιαδήποτε σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως που συνδέει:

α) είτε αποκλειστικά δύο ή περισσότερα κράτη μέλη 7

β) είτε δύο τουλάχιστον κράτη μέλη και ένα ή περισσότερα άλλα κράτη, εφόσον πρόκειται για περιπτώσεις στη ρύθμιση των οποίων δεν καλείται να παρέμβει φορέας ενός από τα τελευταία αυτά κράτη.

Άρθρο 7 (7) Διεθνείς διατάξεις που δεν θίγει ο παρών κανονισμός

1. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις υποχρεώσεις που απορρέουν:

α) από οποιαδήποτε σύμβαση, η οποία εγκρίθηκε από τη Διεθνή Συνδιάσκεψη Εργασίας και η οποία, μετά την επικύρωση από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη τέθηκε σε ισχύ 7

β) από τις Ευρωπαϊκές Προσωρινές Συμφωνίες περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 11ης Δεκεμβρίου 1953 που συνήφθησαν μεταξύ των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης.

2. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 6, εξακολουθούν να ισχύουν:

α) οι διατάξεις των συμφωνιών της 27ης Ιουλίου 1950 και της 30ής Νοεμβρίου 1979 όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση των λεμβούχων του Ρήνου 7

β) οι διατάξεις της ευρωπαϊκής συμβάσεως της 9ης Ιουλίου 1956 περί της κινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων στις διεθνείς μεταφορές 7

γ) οι διατάξεις των συμβάσεων κοινωνικής ασφαλίσεως που αναφέρονται στο παράρτημα III.

Άρθρο 8 Σύναψη συμβάσεων μεταξύ κρατών μελών

1. Δύο ή περισσότερα κράτη μελη δύνανται, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να συνάψουν μεταξύ τους συμβάσεις με βάση τις αρχές και το πνεύμα του παρόντος κανονισμού.

2. Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 97 παράγραφος 1, κάθε σύμβαση που συνήψε με άλλο κράτος μέλος δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 1.

Άρθρο 9 Υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή προαιρετική συνέχιση ασφαλίσεως

1. Οι διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, κατά τις οποίες η υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή στην προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως εξαρτάται από την κατοικία στο έδαφος του κράτους αυτού, δεν ισχύουν για τα πρόσωπα τα οποία κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, εφόσον είχαν υπαχθεί στη νομοθεσία του πρώτου κράτους σε οποιαδήποτε στιγμή της προηγούμενης επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας, υπό την ιδιότητα μισθωτών ή μη μισθωτών.

2. Αν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους εξαρτά την υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, λαμβάνονται υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, οι περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθησαν υπό τη νομοθεσία του πρώτου κράτους.

Άρθρο 9α (7) Παράταση της περιόδου αναφοράς

Εάν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά την αναγνώριση του δικαιώματος παροχών από τη συμπλήρωση ελάχιστης περιόδου ασφάλισης κατά τη διάρκεια καθορισμένης περιόδου πριν από την επέλευση του ασφαλιζόμενου γεγονότος (περίοδος αναφοράς) και ορίζει ότι οι περίοδοι κατά τη διάρκεια των οποίων χορηγήθηκαν παροχές δυνάμει της νομοθεσίας αυτού του κράτους μέλους ή οι περίοδοι που αφιερώθηκαν στην εκπαίδευση παιδιών στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους παρατείνουν την εν λόγω περίοδο αναφοράς, οι περίοδοι κατά τη διάρκεια των οποίων χορηγήθηκαν, δυνάμει της νομοθεσίας ενός άλλου κράτους μέλους, συντάξεις αναπηρίας ή γήρατος ή παροχές λόγω ασθένειας, ανεργίας ή εργατικών ατυχημάτων (εξαιρέσει των συντάξεων) και οι περίοδοι που αφιερώθηκαν στην εκπαίδευση παιδιών στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους, παρατείνουν επίσης την εν λόγω περίοδο αναφοράς.

Άρθρο 10 Άρση της ρήτρας κατοικίας - Επίπτωση της υποχρεωτικής ασφαλίσεως στην απόδοση των εισφορών

1. Εκτός αν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, οι συντάξεις εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής ασθένειας και τα επιδόματα θανάτου που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο, όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης.

Το πρώτο εδάφιο έχει, επίσης, εφαρμογή επί παροχών εφάπαξ που χορηγούνται σε περίπτωση νέου γάμου του επιζώντος συζύγου, ο οποίος είχε δικαίωμα συντάξεως επιζώντος.

2. Αν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους εξαρτά την απόδοση εισφορών από τον όρο, ότι ο ενδιαφερόμενος έπαυσε να υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση, ο όρος αυτός δεν θεωρέται ότι εκπληρούται επί όσο χρόνο ο ενδιαφερόμενος υπάγεται υπό την ιδιότητα του εργαζομένου, μισθωτού ή μη μισθωτού στην υποχρωτική ασφάλιση δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 10α (10) Ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά

1. Παρά τις διατάξεις του άρθρου 10 και του τίτλου III, τα άτομα στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός λαμβάνουν τις ειδικές εις χρήμα παροχές χωρίς συνεισφορά της παραγράφου 2α του άρθρου 4 αποκλειστικά στο έδαφος και σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους, όπου κατοικούν, εφόσον αυτές περιλαμβάνονται στο παράρτημα IIα. Οι παροχές αυτές βαρύνουν το φορέα του τόπου κατοικίας από τον οποίο και καταβάλλονται.

2. Ο φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά το δικαίωμα των παροχών της παραγράφου 1 από τη συμπλήρωση περιόδων αποσχόλησης, μη μισθωτής επαγγελματικής δραστηριότητας ή κατοικίας, λαμβάνει υπόψη, εφόσον απαιτείται, τις περιόδους απασχόλησης, μη μισθωτής επαγγελματικής δραστηριότητας ή κατοικίας στο έδαφος οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που έχουν πραγματοποιηθεί στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους.

3. Όταν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά το δικαίωμα παροχής προβλεπόμενης στην παράγραφο 1, αλλά χορηγούμενης συμπληρωματικά, από τη λήψη παροχής που εμπίπτει σε ένα από τα στοιχεία α) έως η) της παραγράφου 1 του άρθρου 4, ενώ δεν οφείλεται τέτοια παροχή δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, οποιαδήποτε αντίστοιχη παροχή δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους θεωρείται, για τη χορήγηση της συμπληρωματικής παροχής, ως παροχή καταβαλλόμενη δυνάμει της νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους.

4. Όταν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση παροχών προβλεπόμενων στην παράγραφο 1, οι οποίες προορίζονται για μιεονεκτούντα άτομα ή αναπήρους, από τον όρο ότι η ανικανότητα ή αναπηρία πρέπει να διαγνωσθεί για πρώτη φορά στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους, ο όρος αυτός θεωρείται ότι πληρούται όταν η διάγνωση αυτή γίνεται για πρώτη φορά στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 11 Αναπροσαρμογή των παροχών

Οι κανόνες αναπροσαρμογής που προβλέπονται από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους ισχύουν για παροχές που οφείλονται, αφού ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, δυνάμει της νομοθεσίας αυτής.

Άρθρο 12 (9) (11) Απαράδεκτο σωρεύσεως των παροχών

1. Ο παρών κανονισμός δεν δύναται να παρέχει ή να διατηρεί δικαίωμα λήψεως περισσότερων παροχών της ίδιας φύσεως που αφορούν την ίδια περίοδο υποχρεωτικής ασφαλίσεως. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει επί παροχών αναπηρίας, γήρατος, θανάτου (συντάξεις) ή επαγγελματικής ασθένειας που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41, του άρθρου 43 παράγραφοι 2 και 3, των άρθρων 46, 50 και 51 ή του άρθρου 60 παράγραφος 1 στοιχείο β).

2. Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφάλισης ή με άλλα εισοδήματα πάσης φύσεως, εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, ακόμα και αν πρόκειται περί παροχών που αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που αποκτήθηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

3. Οι διατάξεις περί μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους, σε περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος παροχών αναπηρίας ή πρόωρων παροχών γήρατος ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα, εφαρμόζονται σε βάρος του δικαιούχου αυτού, ακόμη και αν ασκεί τη δραστηριότητά του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

4. Η σύνταξη αναπηρίας που οφείλεται δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας σε περίπτωση κατά την οποία ο ολλανδικός φορέας οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 5 ή το άρθρο 60 παράγραφος 2 στοιχείο β), να αναλάβει μέρος του βάρους παροχής επαγγελματικής ασθένειας που έχει χορηγηθεί δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, μειούνται κατά το ποσό που οφείλεται στο φορέα του άλλου κράτους μέλους που είναι επιφορτισμένος με την καταβολή της παροχής επαγγελματικής ασθένειας.

ΤΙΤΛΟΣ II ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΑΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

Άρθρο 13 (9) Γενικοί κανόνες

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 14γ, τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου.

2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 14 έως 17:

α) το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους 7

β) το πρόσωπο που ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους 7

γ) το πρόσωπο που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα σε πλοίο υπό σημαία ενός κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού 7

δ) οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι υπόκεινται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία που τους απασχολεί 7

ε) το πρόσωπο που καλείται ή επανακαλείται για την εκτέλεση στρατιωτικής θητείας ή πολιτικής υπηρεσίας σε ένα κράτος μέλος υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού. Αν η υπαγωγή στη νομοθεσία αυτή εξαρτάται από την πραγματοποίηση ασφαλιστικών περιόδων προ της κατατάξεώς του στο στρατό ή στην πολιτική υπηρεσία ή μετά την απόλυσή του από το στρατό ή την πολιτική υπηρεσία, οι περίοδοι ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας κάθε άλλου κράτους μέλους θεωρούνται, κατά το αναγκαίο μέτρο, ως περίοδοι ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός, που καλείται ή επανακαλείται να εκτελέσει στρατιωτική θητεία ή πολιτική υπηρεσία, διατηρεί την ιδιότητα του μισθωτού ή μη μισθωτού 7

στ) το άτομο στο οποίο η νομοθεσία κράτους μέλους παύει να έχει εφαρμογή, χωρίς η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους να καταστεί εφαρμοστέα κι αυτό σύμφωνα με έναν από τους κανόνες που αναφέρονται στα προηγούμενα στοιχεία ή με μια από τις εξαιρέσεις ή ειδικούς κανόνες που αναφέρονται στα άρθρα 14 έως 17, υπόκειται στη νομοθεσία κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής και μόνο της νομοθεσίας.

Άρθρο 14 Ειδικοί κανόνες που ισχύουν για τα πρόσωπα που ασκούν μισθωτή δραστηριότητα εκτός από τους ναυτικούς

Ο κανόνας του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοικείο α) ισχύει, με την επιφύλαξη των ακόλουθων εξαιρέσεων και ειδικών περιπτώσεων:

1. α) το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος ενός κράτους μέλους σε επιχείρηση, στην οποία κανονικά υπάγεται και η οποία τον αποσπά στο έδαφος άλλου κράτους μέλους προς εκτέλεση εργασίας για λογαριασμό της, εξακολουθεί να υπόκειται στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι η προβλεπόμενη διάρκεια της εργασίας αυτής δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και ότι δεν αποστέλλεται σε αντικατάσταση άλλου προσώπου του οποίου έληξε η περίοδος αποσπάσεως 7

β) αν η διάρκεια της προς εκτέλεση εργασίας παρατείνεται λόγω απρόβλεπτων συνθηκών πέραν της διάρκειας που προβλέφθηκε αρχικά και υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, εξακολουθεί να ισχύει η νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους μέχρι τέλους της εργασίας αυτής, υπό τον όρο ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου είναι αποσπασμένος ο ενδιαφερόμενος, ή ο οργανισμός που ορίζεται από την αρχή αυτή, θα έχει παράσχει τη συναίνεσή του 7 η συναίνεση αυτή πρέπει να ζητηθεί πριν λήξει η αρχική περίοδος των δώδεκα μηνών. Η συναίνεση αυτή πάντως δεν δύναται να δοθεί για περίοδο υπερβαίνουσα τους δώδεκα μήνες 7

2. Το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος δύο ή περισσότερων κρατών μελών υπόκειται στη νομοθεσία η οποία προσδιορίζεται ως εξής:

α) το πρόσωπο που είναι μέλος του προσωπικού που ταξιδεύει διά ξηράς, θαλάσσης ή αέρος, μιας επιχειρήσεως η οποία διενεργεί, για λογαρισμό δικό της ή τρίτων διεθνείς σιδηροδρομικές, οδικές, αεροπορικές ή πλωτές μεταφορές επιβατών ή εμπορευμάτων, έχει δε την έδρα στο έδαφος κράτους μέλους, υπόκειται στη νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους. Πάντως:

i) το πρόσωπο που απασχολείται σε υποκαταστήματα ή μόνιμη αντιπροσωπεία που διατηρεί η επιχείρηση αυτή στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο έχει την έδρα της, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται το υποκατάστημα αυτό ή η μόνιμη αντιπροσωπεία 7

ii) το πρόσωπο, που απασχολείται κυρίως στο έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν η επιχείρηση η οποία τον απασχολεί δεν έχει ούτε έδρα, ούτε υποκατάστημα, ούτε μόνιμη αντιπροσωπεία στο έδαφος αυτό 7

β) το πρόσωπο, πλην του αναφερομένου στο στοιχείο α), υπόκειται:

i) στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, αν ασκεί μέρος της δραστηριότητάς του στο έδαφος αυτό ή αν απασχολείται για λογαριασμό περισσότερων επιχειρήσεων ή περισσότερων εργοδοτών που έχουν την έδρα ή κατοικία τους στο έδαφος διαφόρων κρατων μελών 7

ii) στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου, η επιχείρηση ή ο εργοδότης που τον απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του, αν δεν κατοικεί στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη στα οποία ασκεί τη δραστηριότητά του 7

3. Το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους σε επιχείρηση η οποία έχει την έδρα της στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, και η οποία διασχίζεται από τα κοινά σύνορα των κρατών αυτών, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου η επιχείρηση αυτή έχει την έδρα της.

Άρθρο 14α Ειδικοί κανόνες που ισχύουν για πρόσωπα που ασκούν μη μισθωτή δραστηριότητα εκτός από τους ναυτικούς

Ο κανόνας του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο β) ισχύει με την επιφύλαξη των ακόλουθων εξαιρέσεων και ειδικών περιπτώσεων:

1. α) το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος ενός κράτους μέλους, και που πραγματοποιεί μια εργασία στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους, εξακολουθεί να υπόκειται στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι η προβλεπόμενη διάρκεια της εργασίας αυτής δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες 7

β) αν η διάρκεια της προς εκτέλεση εργασίας παρατείνεται λόγω απρόβλεπτων συνθηκών πέραν της διάρκειας που είχε προβλεφθεί αρχικά, και υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, εξακολουθεί να ισχύει η νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους μέχρι τέλους της εργασίας αυτής, υπό τον όρο ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο ενδιαφερόμενος μετέβη για να πραγματοποιήσει την εν λόγω εργασία ή ο οργανισμός που ορίζεται από την αρχή αυτή θα έχει παράσχει τη συναίνεσή του 7 η συναίνεση αυτή πρέπει να ζητηθεί πριν να λήξει η αρχική περίοδος των δώδεκα μηνών. Η συναίνεση αυτή πάντως δεν δύναται να δοθεί για περίοδο που υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες 7

2. το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος δύο ή περισσότερων κρατών μελών υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, αν ασκεί μέρος της δραστηριότητάς του στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους. Αν δεν ασκεί δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στου οποίου το έδαφος ασκεί την κύρια δραστηριότητα του. Τα κριτήρια που προσδιορίζουν την κύρια δραστηριότητα ορίζονται στον κανονισμό που αναφέρεται στο άρθρο 98 7

3. το πρόσωπο που ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα σε επιχείρηση η οποία έχει την έδρα της στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, και η οποία διασχίζεται από τα κοινά σύνορα δύο κρατών μελών, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου η επιχείρηση αυτή έχει την έδρα της.

4. αν η νομοθεσία στην οποία ένα πρόσωπο θα έπρεπε να υπαχθεί, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 ή 3 δεν του επιτρέπει να συμμετέχει, έστω και εθελοντικά, σε σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, ο ενδιαφερόμενος υπάγεται στη νομοθεσία του αλλου κράτους μέλους η οποία θα μπορούσε να εφαρμοσθεί στην περίπτωσή του, ανεξάρτητα από αυτές τις διατάξεις ή, στην περίπτωση που θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν οι νομοθεσίες δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, στη νομοθεσία που καθορίζεται με κοινή συμφωνία μεταξύ αυτών των κρατών μελών ή των αρμοδίων αρχών τους.

Άρθρο 14β Ειδικοί κανόνες για τους ναυτικούς

Ο κανόνας του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο γ) ισχύει, με την επιφύλαξη των ακόλουθων εξαιρέσεων και ειδικών περιπτώσεων:

1. το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε επιχείρηση από την οποία κανονικά εξαρτάται, είτε στο έδαφος κράτους μέλους είτε σε πλοίο υπό σημαία κράτους μέλους, και η οποία τον αποσπά, προς εκτέλεση εργασίας για λογαριασμό της, σε πλοίο υπό σημαία άλλου κράτους μέλους, εξακολουθεί να υπόκειται στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 14 σημείο 1 7

2. το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μη μισθωτή δραστηριότητα είτε στο έδαφος κράτους μέλους είτε σε πλοίο υπό σημαία κράτους μέλους, και που εκτελεί εργασία για λογαριασμό του σε πλοίο υπό σημαία άλλου κράτους μέλους, εξακολουθεί να υπόκειται στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 14α σημείο 1 7

3. το πρόσωπο το οποίο, ενώ δεν ασκεί συνήθως την επαγγελματική του δραστηριότητα στη θάλασσα, εκτελεί εργασία στα χωρικά ύδατα ή σε λιμάνι κράτους μέλους, σε πλοίο υπό σημαία άλλου κράτους μέλους που ευρίσκεται σε αυτά τα χωρικά ύδατα ή σε αυτό το λιμάνι, χωρίς να ανήκει στο πλήρωμα του πλοίου αυτού, υπόκειται στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους 7

4. το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα σε πλοίο υπό σημαία κράτους μέλους, και αμείβεται για τη δραστηριότητα αυτή από επιχείρηση ή πρόσωπο που εδρεύει ή κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, υπόκειται στη νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους αν κατοικεί στο έδαφος του 7 η επιχείρηση ή το πρόσωπο που καταβάλλει την αμοιβή θεωρείται ως εργοδότης για την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής.

Άρθρο 14γ (5) Ειδικοί κανόνες που εφαρμόζονται στα πρόσωπα που ασκούν ταυτόχρονα μισθωτή και μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος διαφορετικών κρατών μελών

Το πρόσωπο που ασκεί ταυτόχρονα μισθωτή και μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος διαφορετικών κρατών μελών, υπόκειται:

α) με την επιφύλαξη του στοιχείου β), στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ασκεί μισθωτή δραστηριότητα ή, αν ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, στη νομοθεσία η οποία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 14 σημεία 2 ή 3 7

β) στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο παράρτημα VII:

- στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ασκεί μισθωτή δραστηριότητα, η οποία νομοθεσία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 14 σημεία 2 ή 3, αν ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος δύο ή περισσοτέρων κρατών μέλων

και

- στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα, η οποία νομοθεσία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 14α σημεία 2, 3 και 4, αν ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών.

Άρθρο 14δ (5) Διάφορες διατάξεις

1. Το πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 14α σημεία 2 και 3, στο άρθρο 14 σημεία 2, 3 και 4 και στο άρθρο 14γ στοιχείο α) θεωρείται, για τους σκοπούς εφαρμογής της νομοθεσίας που καθορίζεται σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις, ότι άσκησε το σύνολο της επαγγελματικής του δραστηριότητας ή των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

2. Το πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 14γ στοιχείο β) θεωρείται, για τον καθορισμό του ποσοστού των εισφορών που επιβαρύνουν τους μη μισθωτούς εργαζόμενους βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα, ότι άσκησε τη μισθωτή του δραστηριότητα στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους.

3. Οι διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, που προβλέπουν ότι ο δικαιούχος συντάξεως που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα δεν υπάγεται σε υποχρεωτική ασφάλιση λόγω της δραστηριότητας αυτής, ισχύουν επίσης για τον δικαιούχο συντάξεως η οποία εκτήθη δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, εκτός αν ο ενδιαφερόμενος ζητήσει ρητώς να υπαχθεί στην υποχρεωτική ασφάλιση, απευθυνόμενος στο φορέα που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του πρώτου κράτους μέλους και αναγράφεται στο παράρτημα 10 του κανονισμού που αναφέρεται στο άρθρο 98.

Άρθρο 15 Κανόνες που αφορούν την προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως

1. Τα άρθρα 13 έως 14δ δεν ισχύουν για την προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως, εκτός αν, για έναν από τους κλάδους που αναφέρονται στο άρθρο 4, υπάρχει σε ένα κράτος μέλος μόνο προαιρετικό σύστημα ασφαλίσεως.

2. Σε περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή των νομοθεσιών δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών συνεπάγεται τη σώρευση υπαγωγής:

- σε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως και σε ένα ή περισσότερα συστήματα προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως, ο ενδιαφερόμενος υπάγεται αποκλειστικά στο σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως,

- σε δύο ή περισσότερα συστήματα προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως, ο ενδιαφερόμενος δύναται να υπαχθεί μόνο στο σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως, το οποίο επέλεξε.

3. Πάντως, ως προς την αναπηρία, το γήρας και το θάνατο (συντάξεις), ο ενδιαφερόμενος δύναται να γίνει δεκτός στην προαιρετική ασφάλιση ή προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως κράτους μέλους, ακόμη και αν υπόκειται υποχρεωτικώς στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, κατά το μέτρο που η σώρευση αυτή επιτρέπεται ρητά ή σιωπηρά στο πρώτο κράτος μέλος.

Άρθρο 16 Ειδικοί κανόνες για το προσωπικό που υπηρετεί στις διπλωματικές αποστολές και τις προξενικές υπηρεσίες, καθώς και για το επικουρικό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

1. Οι διατάξεις του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο α) ισχύουν για τα μέλη του προσωπικού που υπηρετεί στις διπλωματικές αποστολές ή τις προξενικές υπηρεσίες και για τους ιδιωτικούς οικιακούς βοηθούς που ευρίσκονται στην υπηρεσία των υπαλλήλων των αποστολών ή υπηρεσιών αυτών.

2. Πάντως, οι εργαζόμενοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι οποίοι είναι υπήκοοι του κράτους μέλους που διαπιστεύει ή αποστέλλει, δύνανται να επιλέξουν την εφαρμογή της νομοθεσίας του κράτους αυτού. Το δικαίωμα αυτό επιλογής δύναται να ασκείται εκ νέου στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους και δεν έχει αναδρομική ισχύ.

3. Τα μέλη του επικουρικού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δύναται να επιλέξουν την υπαγωγή στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου απασχολούνται ή του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπήχθησαν τελευταία ή του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοοι, αν πρόκειται περί διατάξεων που δεν αφορούν τα οικογενειακά επιδόματα, η χορήγηση των οποίων ρυθμίζεται από τους όρους εργασίας που ισχύουν για τα μέλη του προσωπικού αυτού. Το δικαίωμα αυτό επιλογής, το οποίο δύναται να ασκηθεί μόνο μια φορά, αποκτά ενέργεια από την ημερομηνία αναλήψεως υπηρεσίας.

Άρθρο 17 (9) Εξαιρέσεις των άρθρων 13 έως 16

Δυό ή περισσότερα κράτη μέλη, οι αρμόδιες αρχές αυτών των δύο κρατών ή οι οργανισμοί που ορίζονται από αυτές τις αρχές μπορούν να προβλέπουν με κοινή συμφωνία, προς το συμφέρον ορισμένων κατηγοριών ατόμων ή ορισμένων ατόμων, εξαιρέσεις από τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 16.

Άρθρο 17α (9) Ειδικοί κανόνες σχετικά με τους δικαιούχους συντάξεων που χορηγούνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών

Ο δικαιούχος σύνταξης ή άλλης προσόδου οφειλόμενης βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους ή συντάξεων οφειλόμενων βάσει των νομοθεσιών περισσότερων κρατών μελών, ο οποίος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους, μπορεί να εξαιρεθεί, μετά από αίτησή του, της εφαρμογής της νομοθεσίας αυτού του τελευταίου κράτους, υπό τον όρο ότι δεν υπόκειται στη νομοθεσία αυτή λόγω της εκ μέρους του άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας.

ΤΙΤΛΟΣ III ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΑΡΟΧΩΝ

ΚΕΦΑΛΛΑΙΟ I ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ

Τμήμα 1 Κοινές διατάξεις

Άρθρο 18 Συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας

1. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον φορέα αυτόν.

2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 ισχύουν και για τον εποχιακά εργαζόμενο, ακόμη και αν πρόκειται για περιόδους προγενέστερες από τη διακοπή ασφαλίσεως η οποία υπερέβη τη διάρκεια που επιτρέπει η νομοθεσία του αρμοδίου κράτους υπό τον όρο, πάντως, ότι ο ενδιαφερόμενος δεν θα έχει παύσει να είναι ασφαλισμένος επί χρονικό διάστημα ανώτερο των τεσσάρων μηνών.

Τμήμα 2 Μισθωτοί ή μη μισθωτοί και μέλη της οικογένειάς τους

Άρθρο 19 Κατοικία σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος μέλος - Γενικοί κανόνες

1. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος μέλος και καλύπτει τους όρους που απαιτούνται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον συντρέχει περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 18, λαμβάνει στο κράτος της κατοικίας του:

α) παροχές εις είδος που χορηγούνται για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα από το φορέα του τόπου κατοικίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει για το φορέα αυτόν, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν 7

β) παροχές εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει αυτός. Πάντως, οι παροχές αυτές δύνανται, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου κατοικίας, να καταβάλλονται από τον τελευταίο, για λογαριασμό του πρώτου, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους.

2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται κατ' αναλογία, επί των μελών της οικογένειας που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος μέλος, εφόσον δεν δικαιούνται των παροχών αυτών σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικούν.

Εφόσον τα μέλη της οικογένειας κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους, σύμφωνα με τη νομοθεσία του οποίου το δικαίωμα επί των παροχών εις είδος δεν εξαρτάται από προϋποθέσεις ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, οι εις είδος παροχές θεωρούνται ότι παρέχονται προς τα μέλη αυτά για λογαριασμό του φορέα στον οποίον είναι ασφαλισμένος ο μισθωτός ή μη μισθωτός, εκτός αν ο σύζυγος ή το πρόσωπο που έχει την μέριμνα των τέκνων ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.

Άρθρο 20 Παραμεθόριοι εργαζόμενοι και μέλη της οικογένειάς τους

Ο παραμεθόριος εργαζόμενος δύναται, επίσης, να τύχει των παροχών στο έδαφος του αρμοδίου κράτους. Οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να κατοικούσε εκεί ο ενδιαφερόμενος. Τα μέλη της οικογένειάς του δύνανται να τύχουν παροχών υπό τους ίδιους όρους 7 η χορήγηση, πάντως, των παροχών αυτών εξαρτάται, εκτός από επείγουσα περίπτωση, από συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών ή μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών αυτών ή, ελλείψει αυτής, από προηγούμενη συναίνεση του αρμοδίου φορέα.

Άρθρο 21 Διαμονή ή μεταφορά κατοικίας στο αρμόδιο κράτος

1. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός, ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 και ο οποίος διαμένει στο έδαφος του αρμοδίου κράτους, λαμβάνει τις παροχές κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους αυτού, σαν να κατοικούσε εκεί, ακόμη και αν είχε ήδη λάβει παροχές για την ίδια περίπτωση ασθένειας ή μητρότητας πριν από τη διαμονή του.

2. Η παράγραφος 1 ισχύει κατ' αναλογία για τα μέλη της οικογένειας που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2.

Πάντως, όταν τα μέλη αυτά κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το κράτος στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός, οι παροχές εις είδος χορηγούνται από το φορέα του τόπου διαμονής για λογαριασμό του φορέα του τόπου κατοικίας των ενδιαφερομένων.

3. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν ισχύουν για τον μεθοριακό εργαζόμενο ούτε για τα μέλη της οικογένειάς του.

4. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός και τα μέλη της οικογένειάς του που αναφέρονται στο άρθρο 19 και που μεταφέρουν την κατοικία τους στο έδαφος του αρμοδίου κράτους, λαμβάνουν παροχές κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους αυτού, ακόμη και αν είχαν ήδη λάβει παροχές για την ίδια περίπτωση ασθένειας ή μητρότητας πριν από τη μεταφορά της κατοικίας τους.

Άρθρο 22 Διαμονή εκτός του αρμοδίου κράτους - Επιστροφή ή μεταφορά κατοικίας σε άλλο κράτος μέλος κατά τη διάρκεια ασθένειας ή μητρότητας - Ανάγκη μεταβάσεως σε άλλο κράτος μέλος για υποβολή σε κατάλληλη θεραπεία

1. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός, ο οποίος πληροί τις απαιτούμενες από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους προϋποθέσεις για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθούν υπόψη ενδεχομένως οι διατάξεις του άρθρου 18, και:

α) του οποίου η κατάσταση απαιτεί άμεση χορήγηση παροχών κατά τη διάρκεια διαμονής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους

ή

β) ο οποίος, αφού απέκτησε το δικαίωμα παροχών εις βάρος του αρμοδίου φορέα, έλαβε την έγκριση του φορέα αυτού να επιστρέψει στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ή να μεταφέρει την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους

ή

γ) ο οποίος έλαβε την έγκριση του αρμοδίου φορέα να μεταβεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, για να υποβληθεί στην κατάλληλη για την κατάστασή του θεραπεία,

έχει δικαίωμα:

i) παροχών εις είδος που χορηγούνται, για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα από το φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν 7 η διάρκεια χορηγήσεως των παροχών αυτών διέπεται πάντως από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους 7

ii) παροχών εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν. Πάντως, οι παροχές αυτές δύνανται, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας, να καταβάλλονται από τον τελευταίο αυτό φορέα, για λογαριασμό του πρώτου, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους.

2. Η έγκριση που απαιτείται, δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο β), δύναται να μη δοθεί μόνον άν διαπιστωθεί ότι η μετακίνηση του ενδιαφερομένου θα δύνατο να θέσει σε κίνδυνο την κατάσταση της υγείας του ή την εφαρμογή ιατρικής θεραπείας.

Η έγκριση που απαιτείται δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο γ) δεν δύναται να μη δοθεί εφόσον η σχετική θεραπεία περιλαμβάνεται στις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο ενδιαφερόμενος, και εφόσον η θεραπεία αυτή δεν δύναται να του παρασχεθεί μέσα στα χρονικά όρια που είναι κανονικά αναγκαία για την παροχή της στο κράτος μέλος του τόπου κατοικίας του εάν ληφθεί υπόψη η τρέχουσα κατάσταση της υγείας του και η πιθανή εξέλιξη της ασθένειας.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως επί των μελών της οικογένειας ενός μισθωτού ή μη μισθωτού.

Πάντως, για την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο α) και στοιχείο γ) σημείο i) στα μέλη της οικογένειας, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 και τα οποία κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός:

α) οι παροχές εις είδος χορηγούνται για λογαριασμό του φορέα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας, από το φορέα του τόπου διαμονής κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζει, σαν να ήταν ασφαλισμένος ο μισθωτός ή μη μισθωτός σε αυτόν. Η διάρκεια χορηγήσεως των παροχών διέπεται πάντως από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας 7

β) η έγκριση που απαιτείται δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο γ) χορηγείται από το φορέα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας.

4. Το γεγονός ότι ο μισθωτός ή μη μισθωτός δικαιούνται παροχών σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 δεν θίγει το δικαίωμα παροχών των μελών της οικογένειάς του.

Άρθρο 22α (14) Ειδικοί κανόνες για ορισμένες κατηγορίες ατόμων

Παρά το άρθρο 2 του παρόντος κανονισμού, το άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ) εφαρμόζεται και στα άτομα τα οποία είναι υπήκοοι ενός των κρατών μελών και είναι ασφαλισμένα δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους και στα μέλη των οικογενειών τους που κατοικούν μαζί τους.

Άρθρο 22β (15) Δραστηριότητα ασκούμενη σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος - Διαμονή στο κράτος όπου ασκείται η δραστηριότητα

Ο μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο δ), στο άρθρο 14, στο άρθρο 14α, στο άρθρο 14β, στο άρθρο 14γ στοιχείο α) ή στο άρθρο 17, καθώς και τα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς του, καλύπτονται από τις διατάξεις του άρθρου 22 παράγραφος 1 στοιχείο α) για κάθε κατάσταση για την οποία απαιτούνται παροχές κατά τη διάρκεια διαμονής στο έδαφος του κράτους μέλους όπου ο εργαζόμενος ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα ή του οποίου τη σημαία φέρει το πλοίο στο οποίο ο εργαζόμενος ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα.

Άρθρο 23 (Α) Υπολογισμός των εις χρήμα παροχών

1. Ο αρμόδιος φορέας ενός κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών σε χρήμα βασίζεται στις μέσες αποδοχές ή στο μέσο όρο εισφορών, καθορίζει τις μέσες αυτές αποδοχές ή αυτόν το μέσο όρο εισφορών αποκλειστικά βάσει των αποδοχών που διαπιστώθηκαν ή των εισφορών που εφαρμόσθηκαν κατά τη διάρκεια των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία αυτή.

2. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι ο υπολογισμός των εις χρήμα παροχών βασίζεται επί αποδοχών κατ' αποκοπήν, λαμβάνει υπόψη αποκλειστικά τις κατ' αποκοπή ή, κατά περίπτωση, το μέσο όρο των κατ' αποκοπήν αποδοχών που αντιστοιχούν στις περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία αυτή.

3. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι το ποσό των εις χρήμα παροχών ποικίλλει ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογένειας, λαμβάνει υπόψη και τα μέλη της οικογένειας του ενδιαφερομένου που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, σαν να κατοικούσαν στο έδαφος του αρμοδίου κράτους.

Άρθρο 24 Παροχές εις είδος εξαιρετικής σημασίας

1. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός για τον οποίο ο φορέας κράτους μέλους έχει αναγνωρίσει, για τον ίδιο ή για μέλος της οικογένειάς του, δικαίωμα για τεχνητά μέλη, μεγάλα βοηθητικά μηχανήματα ή άλλες παροχές εις είδος εξαιρετικής σημασίας, πριν να υπαχθεί στο φορέα άλλου κράτους μέλους, λαμβάνει τις παροχές αυτές εις βάρος του πρώτου φορέα, ακόμη και αν, κατά το χρόνο της χορηγήσεώς τους, αυτός ο μισθωτός ή μη μισθωτός υπάγεται ήδη στο δεύτερο φορέα.

2. Η Διοικτική Επιτροπή συντάσσει τον κατάλογο των παροχών, για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1.

Τμήμα 3 Άνεργοι και μέλη της οικογένειάς τους

Άρθρο 25

1. Ο σε ανεργία μισθωτός ή μη μισθωτός για τον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 69 παράγραφος 1 ή του άρθρου 71 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο ii) δεύτερη πρόταση, και ο οποίος πληροί τις προϋπόθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους, για να έχει δικαίωμα παροχών εις είδος και εις χρήμα, αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο, οι διατάξεις του άρθρου 18, λαμβάνει, κατά τη διάρκεια που προβλέπεται στο άρθρο 69 παράγραφος 1 στοιχείο γ), τις ακόλουθες παροχές:

α) παροχές εις είδος που χορηγούνται, για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα, από το φορέα του κράτους μέλους στο οποίο αναζητεί απασχόληση, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον τελευταίο αυτό φορέα, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν 7

β) παροχές εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ' αυτόν. Κατόπιν συμφωνίας όμως μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του κράτους μέλους, στο οποίο ο άνεργος αναζητεί απασχόληση, οι παροχές δύνανται να καταβάλλονται από το φορέα αυτόν για λογαριασμό του πρώτου, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους. Οι παροχές ανεργίας που προβλέπονται από το άρθρο 69 παράγραφος 1 δεν χορηγούνται κατά τη διάρκεια εισπράξεως παροχών εις χρήμα.

2. Ο σε πλήρη ανεργία μισθωτός, για τον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 71 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) ή στοιχείο β) σημείο ii) πρώτη πρόταση, λαμβάνει παροχές εις είδος και εις χρήμα σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σαν να υπαγόνταν 7 στη νομοθεσία αυτή κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του, αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο, οι διατάξεις του άρθρου 18 7 οι παροχές αυτές χορηγούνται εις βάρος του φορέα της χώρας κατοικίας.

3. Αν άνεργος πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους το οποίο βαρύνουν οι παροχές ανεργίας, ώστε να δημιουργηθεί το δικαίωμα παροχών -εφόσον είναι αναγκαίο- οι διατάξεις του άρθρου 18, τα μέλη της οικογένειάς του δικαιούνται των παροχών αυτών οποιοδήποτε και αν είναι το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικούν ή διαμένουν. Οι παροχές αυτές χορηγούνται:

i) όσον αφορά τις παροχές εις είδος, από το φορέα του τόπου κατοικίας ή διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ' αυτού εφαρμοζομένης νομοθεσίας, για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα του κράτους μέλους, το οποίο βαρύνουν οι παροχές ανεργίας 7

ii) όσον αφορά τις παροχές εις χρήμα, από τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους το οποίο βαρύνουν οι παροχές ανεργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ' αυτού εφαρμοζομένης νομοθεσίας.

4. Με την επιφύλαξη, νομοθετικών διατάξεων κράτους μέλους που επιτρέπουν τη χορήγηση παροχών ασθένειας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, η διάρκεια που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δύναται, σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας, να παραταθεί από τον αρμόδιο φορέα μέχρι το ανώτατο όριο που προβλέπεται στη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν.

Άρθρο 25α (14) Εισφορές που βαρύνουν μισθωτούς σε πλήρη ανεργία

Ο φορέας ενός κράτους μέλους ο οποίος είναι οφειλέτης παροχών σε είδος και σε χρήμα προς τους ανέργους που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2 και ο οποίος εφαρμόζει νομοθεσία που προβλέπει κρατήσεις εισφορών που βαρύνουν τους ανέργους για την κάλυψη των παροχών ασθένειας και μητρότητας, δύναται να διενεργεί αυτές τις κρατήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του.

Τμήμα 4 Αιτούντες συντάξεις και μέλη της οικογένειάς τους

Άρθρο 26 Δικαίωμα παροχών εις είδος σε περίπτωση παύσεως του δικαιώματος λήψεως παροχών από το φορέα ο οποίος ήταν αρμόδιος τελευταία

1. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός, τα μέλη της οικογένειάς του ή οι επιζώντες του, οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της εξετάσεως μιας αιτήσεως για σύνταξη, παύουν να έχουν δικαίωμα παροχών εις είδος δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους που ήταν αρμόδιο τελευταία, λαμβάνουν παραταύτα τις παροχές αυτές υπό τους ακόλουθους όρους: οι παροχές εις είδος χορηγούνται κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου ο ενδιαφερόμενος ή οι ενδιαφερόμενοι κατοικούν, εφόσον έχουν δικαίωμα δυνάμει της νομοθεσίας αυτής ή θα είχαν δικαίωμα δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, αν κατοικούσαν στο έδαφος του κράτους αυτού, αφού ληφθούν υπόψη -εφόσον είναι αναγκαίο- οι διατάξεις του άρθρου 18.

2. Ο αιτών σύνταξη ο οποίος δικαιούται παροχών εις είδος δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, η οποία υποχρεώνει τον ενδιαφερόμενο να καταβάλει ο ίδιος τις εισφορές για ασφάλιση ασθένειας, κατά την εξέταση της αιτήσεώς του για σύνταξη, παύει να έχει δικαίωμα παροχών εις είδος κατά τη λήξη του δευτέρου μήνα για τον οποίο δεν έχει εξοφλήσει τις οφειλόμενες εισφορές.

3. Οι εις είδος παροχές που χορηγούνται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 1 βαρύνουν το φορέα, ο οποίος κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παράγραφου 2 εισέπραξε τις εισφορές 7 σε περίπτωση που δεν πρέπει να καταβληθούν εισφορές σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2, ο αρμόδιος φορέας για την πραγματοποίηση των εις είδος παροχών, μετά την εκκαθάριση της συντάξεως κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 28, αποδίδει στο φορέα του τόπου κατοικίας το ποσό των παροχών που έχουν χορηγηθεί.

Τμήμα 5 Δικαιούχοι συντάξεων και μέλη της οικογένειάς τους

Άρθρο 27 Συντάξεις που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας περισσοτέρων κρατών μελών, εφόσον υπάρχει δικαίωμα παροχών στη χώρα κατοικίας

Ο δικαιούχος συντάξεων οφειλομένων κατά τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, και ο οποίος -λαμβανομένων υπόψη, κατά περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 18 και του παραρτήματος VI- δικαιούται παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του τελευταίου αυτού κράτους μέλους, καθώς και τα μέλη της οικογένειάς του, λαμβάνουν τις παροχές αυτές από το φορέα του τόπου κατοικίας και εις βάρος αυτού, σαν να εδικαιούτο συντάξεως ο ενδιαφερόμενος δυνάμει μόνον της νομοθεσίας του τελευταίου αυτού κράτους μέλους.

Άρθρο 28 Συντάξεις που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών, αν δεν υπάρχει δικαίωμα παροχών στη χώρα κατοικίας

1. Ο δικαιούχος συντάξεως οφειλομένης κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους ή συντάξεων οφειλομένων κατά τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, ο οποίος δεν δικαιούται παροχών κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί λαμβάνει παρατούτα τις παροχές αυτές για τον ίδιο και για τα μέλη της οικογένειάς του, κατά το μέτρο που -λαμβανομένων υπόψη, κατά περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 18 και του παραρτήματος VI- θα εδικαιούτο των παροχών αυτών κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους ή τουλάχιστον ενός από τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια στο θέμα της συντάξεως, αν κατοικούσε στο έδαφος του εν λόγω κράτους. Οι παροχές αυτές χορηγούνται υπό τους εξής όρους:

α) οι παροχές εις είδος χορηγούνται για λογαριασμό του αναφερόμενου στην παράγραφο 2 φορέα από το φορέα του τόπου κατοικίας, σαν να δικαιούτο συντάξεως ο ενδιαφερόμενος δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί και να δικαιούτο παροχών εις είδος 7

β) οι παροχές εις χρήμα χορηγούνται κατά περίπτωση από τον αρμόδιο φορέα που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2, κατά την υπ' αυτού εφαρμοζόμενη νομοθεσία. Με συμφωνία πάντως, μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου κατοικίας, οι παροχές αυτές δύνανται να καταβάλλονται από τον τελευταίο αυτό φορέα για λογαριασμό του πρώτου κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του αρμοδίου κράτους.

2. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ο φορέας που φέρει το βάρος των παροχών εις είδος, καθορίζεται βάσει των εξής κανόνων:

α) αν ο δικαιούχος συντάξεως δικαιούται των παροχών αυτών δυνάμει της νομοθεσίας ενός μόνον κράτους μέλους, βαρύνεται ο αρμόδιος φορέας του κράτους αυτού 7

β) αν ο δικαιούχος συντάξεως δικαιούται των παροχών αυτών δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περιοσσοτέρων κρατών μελών, βαρύνεται ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο 7 αν η εφαρμογή του κανόνα αυτού έχει ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση περισσοτέρων φορέων με τις παροχές αυτές, τότε από τους φορείς αυτούς βαρύνεται εκείνος, για τον οποίον ισχύει η νομοθεσία, στην οποία είχε υπαχθεί τελευταία ο δικαιούχος.

Άρθρο 28α Συντάξεις που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών άλλων από τη χώρα κατοικίας, εφόσον υπάρχει δικαίωμα παροχών στην τελευταία αυτή χώρα

Εφόσον ο δικαιούχος συντάξεως οφειλομένης δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους ή συντάξεων οφειλομένων δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών κατοικεί στο έδαφος ενός κράτους μέλους, κατά τη νομοθεσία του οποίου το δικαίωμα των εις είδος παροχών δεν εξαρτάται από προϋποθέσεις ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, και δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου δεν οφείλεται σύνταξη, το βάρος, των εις είδος παροχών που χορηγούνται στον δικαιούχο, καθώς και στα μέλη της οικογένειάς του, φέρει ο φορέας ενός από τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια για τις συντάξεις, ο οποίος καθορίζεται σύμφωνα, με τους κανόνες του άρθρου 28 παράγραφος 2, εφόσον ο εν λόγω δικαιούχος και τα μέλη της οικογένειάς του θα είχαν δικαίωμα επί των παροχών αυτών δυνάμει της νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τον εν λόγω φορέα, αν κατοικούσαν στο έδαφος του κράτους μέλους όπου ευρίσκεται ο φορέας αυτός.

Άρθρο 29 Κατοικία των μελών της οικογένειας σε κράτος άλλο από εκείνο όπου κατοικεί ο δικαιούχος - Μεταφορά κατοικίας στο κράτος όπου κατοικεί ο δικαιούχος

1. Τα μέλη της οικογένειας του δικαιούχου συντάξεως οφειλομένης κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους ή συντάξεων οφειλομένων κατά τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, τα οποία κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους άλλο από εκείνο όπου κατοικεί ο δικαιούχος, δικαιούνται παροχών, σαν να κατοικούσε ο δικαιούχος στο έδαφος του ίδιου κράτους με τα μέλη της οικογένειάς του, εφόσον αυτός έχει δικαίωμα επί παροχών κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους. Οι παροχές καταβάλλονται υπό τους εξής όρους:

α) οι παροχές εις είδος χορηγούνται από το φορέα του τόπου κατοικίας των μελών της οικογένειας σύμφωνα με τις διατάξεις της υπό του φορέα αυτού εφαρμοζομένης νομοθεσίας και εις βάρος του φορέα του τόπου κατοικίας του δικαιούχου 7

β) οι παροχές εις χρήμα χορηγούνται κατά περίπτωση από τον αρμόδιο φορέα που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 ή του άρθρου 28 παράγραφος 2, κατά τις διατάξεις της υπ' αυτού εφαρμοζομένης νομοθεσίας. Με συμφωνία, πάντως, μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου κατοικίας των μελών της οικογένειας 7 οι παροχές αυτές δύνανται να καταβάλλονται από τον τελευταίο αυτόν φορέα για λογαριασμό του πρώτου κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του αρμοδίου κράτους.

2. Τα μέλη της οικογένειας που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα οποία μεταφέρουν την κατοικία τους στο έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί ο δικαιούχους, δικαιούνται:

α) παροχών εις είδος κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους αυτού, έστω και αν έχουν ήδη λάβει παροχές για την ίδια περίπτωση ασθένειας ή μητρότητας πριν από τη μεταφορά της κατοικίας τους 7

β) παροχών εις χρήμα που χορηγούνται, κατά περίπτωση, από τον αρμόδιο φορέα που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 ή του άρθρου 28 παράγραφος 2, κατά τις διατάξεις της υπ' αυτού εφαρμοζομένης νομοθεσίας. Με συμφωνία, πάντως, μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου κατοικίας του δικαιούχου, οι παροχές αυτές δύνανται να καταβάλλονται από τον τελευταίο αυτόν φορέα για λογαριασμό του πρώτου, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του αρμοδίου κράτους.

Άρθρο 30 Παροχές εις είδος εξαιρετικής σημασίας

Οι διατάξεις του άρθρου 24 ισχύουν κατ' αναλογία για τους διαιούχους συντάξεων.

Άρθρο 31 Διαμονή του δικαιούχου ή/και των μελών της οικογένειάς του σε κράτος άλλο από εκείνο της κατοικίας τους

Ο διαιούχος συντάξεως οφειλομένης δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους ή συντάξεων οφειλομένων δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, ο οποίος δικαιούται παροχών κατά τη νομοθεσία ενός από αυτά τα κράτη μέλη, καθώς και τα μέλη της οικογένειάς του, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στο έδαφος ενός κράτους μέλους άλλου από εκείνο της κατοικίας τους, δικαιούνται:

α) παροχών εις είδος που χορηγούνται από το φορέα του τόπου διαμονής, κατά τις διατάξεις της υπ' αυτού εφαρμοζομένης νομοθεσίας και εις βάρος του φορέα του τόπου κατοικίας του δικαιούχου 7

β) παροχών εις χρήμα που χορηγούνται, κατά περίπτωση, από τον αρμόδιο φορέα που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 ή του άρθρου 28 παράγραφος 2, κατά τις διατάξεις της υπ' αυτού εφαρμοζομένης νομοθεσίας. Με συμφωνία, πάντως, μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου διαμονής, οι παροχές αυτές δύνανται να καταβάλλονται από τον τελεταίο αυτόν φορέα για λογαριασμό του πρώτου, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του αρμοδίου κράτους.

Άρθρο 32 (15)

. . . . . .

Άρθρο 33 (7) Εισφορές εις βάρος των δικαιούχων συντάξεων

1. Ο φορέας κράτους μέλους που οφείλει την καταβολή συντάξεως, αν η ισχύουσα γι' αυτόν νομοθεσία προβλέπει κρατήσεις εισφορών εις βάρος του δικαιούχου συντάξεως για την κάλυψη των παροχών ασθένειας και μητρότητας, εξουσιοδοτείται να προβαίνει στις κρατήσεις αυτές υπολογιζόμενες σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία επί του ποσού της οφειλομένης παρ' αυτού συντάξεως, κατά το μέτρο που οι καταβαλλόμενες δυνάμει των άρθρων 27, 28, 28α, 29, 31 και 32 παροχές βαρύνουν φορέα του προαναφερθέντος κράτους μέλους.

2. Εφόσον, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 28α, ο δικαιούχος συντάξεως υπόκειται λόγω της κατοικίας του στην καταβολή εισφορών ή ισοδυνάμων παρακρατήσεων για την κάλυψη των παροχών ασθένειας και μητρότητας δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, οι εισφορές αυτές δεν είναι απαιτητές.

Άρθρο 34 Γενικές διατάξεις

1. Για την εφαρμογή των άρθρων 28, 28α, 29 και 31, ο δικαιούχος δύο ή περισσοτέρων συντάξεων, οφειλομένων κατά τη νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους, θεωρείται δικαιούχος συντάξεως οφειλόμενης κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους κατά την έννοια των διατάξεων αυτών.

2. Οι διατάξεις των άρθρων 27 έως 33 δεν ισχύουν για τον δικαιούχο συντάξεως, ή για τα μέλη της οικογένειάς του που δικαιούνται παροχών δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους εκ του λόγου ότι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα. Στην περίπτωση αυτή, και για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, ο ενδιαφερόμενος θεωρείται ως μισθωτός ή μη μισθωτός ή μέλος οικογένειας μισθωτού ή μη μισθωτού.

Τμήμα 6 Διάφορες διατάξεις

Άρθρο 35 Ρύθμιση όταν υπάρχουν περισσότερα συστήματα στην χώρα κατοικίας ή διαμονής - Προϋπάρχουσα ασθένεια - Ανώτατη διάρκεια χορηγήσεως των παροχών

1. Με επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2, αν η νομοθεσία της χώρας διαμονής ή κατοικίας προβλέπει περισσότερα συστήματα ασφαλίσεως ασθένειας ή μητρότητας, οι διατάξεις που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 19, του άρθρου 21 παράγραφος 1, των άρθρων 22, 25 ή 26, του άρθρου 28 παράγραφος 1, του άρθρου 29 παράγραφος 1 ή του άρθρου 31, είναι οι διατάξεις του συστήματος εκείνου στο οποίο υπάγονται οι χειρώνακτες εργαζόμενοι της βιομηχανίας χάλυβα. Εντούτοις, αν η εν λόγω νομοθεσία προβλέπει ειδικό σύστημα για τους εργαζομένους των ορυχείων και των παρεμφερών επιχειρήσεων, οι διατάξεις του συστήματος αυτού εφαρμόζονται στην κατηγορία αυτή των εργαζομένων και στα μέλη της οικογένειάς τους, εφόσον ο φορέας του τόπου διαμονής ή κατοικίας, προς τον οποίο απευθύνονται, είναι αρμόδιος για την εφαρμογή του συστήματος αυτού.

2. Αν η νομοθεσία της χώρας διαμονής ή κατοικίας προβλέπει ένα ή περιοσσότερα ειδικά καθεστώτα για το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των επαγγελματικών κατηγοριών των μη μισθωτών, τα οποία χορηγούν λιγότερο ευνοϊκές παροχές σε είδος από εκείνες που χορηγούνται στους μισθωτούς, οι διατάξεις που εφαρμόζονται στον ενδιαφερόμενο και στα μέλη της οικογένειάς του, δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 1 στοιχείο α) και παράγραφος 2, του άρθρου 22 παράγραφος 1 σημείο i) και παράγραφος 3, του άρθρου 28 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή του άρθρου 31 στοιχείο α), είναι οι διατάξεις του ή των συστημάτων που καθορίζονται από τον κανονισμό εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 98:

α) όταν, στο αρμόδιο κράτος, ο ενδιαφερόμενος υπάγεται σε ειδικό σύστημα που ισχύει για μη μισθωτούς, το οποίο επίσης χορηγεί λιγότερο ευνοϊκές παροχές σε είδος από εκείνες που χορηγούνται στούς μισθωτούς

ή

β) όταν, δυνάμει της νομοθεσίας περί συντάξεως του αρμοδίου ή των αρμοδίων κρατών μελών, ο δικαιούχος συντάξεως ή συντάξεων δικαιούται να λαμβάνει μόνο τις παροχές σε είδος που προβλέπονται από ειδικό σύστημα που ισχύει για μη μισθωτούς, το οποίο επίσης χορηγεί λιγότερο ευνοϊκές παροχές σε είδος από εκείνες που λαμβάνουν οι μισθωτοί.

3. Αν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση παροχών από προϋποθέσεις σχετικές με την προέλευση της ασθένειας, οι προϋποθέσεις αυτές δεν ισχύουν για τους μισθωτούς ή μη μισθωτούς και τα μέλη της οικογένειάς τους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, ανεξάρτητα από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικούν.

4. Αν η νομοθεσία κράτους μέλους ορίζει, ανώτατη χρονική διάρκεια χορηγήσεως των παροχών, ο φορέας, που εφαρμόζει τη νομοθεσία αυτή δύναται να λάβει υπόψη, ενδεχομένως, την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας οι παροχές έχουν ήδη καταβληθεί από το φορέα άλλου κράτους μέλους για την ίδια περίπτωση ασθένειας ή μητρότητας.

Τμήμα 7 Απόδοση μεταξύ φορέων

Άρθρο 36 (15)

1. Οι παροχές εις είδος που χορηγούνται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου από το φορέα κράτους μέλους για λογαριασμό του φορέα άλλου κράτους μέλους αποδίδονται πλήρως.

2. Οι αποδόσεις που αναφέρονται στην παράγραφος 1 καθορίζονται και πραγματοποιούνται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στον κανονισμό εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 98, είτε βάσει δικαιολογητικών των πραγματικών δαπανών είτε κατ' αποκοπή.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση τα κατ' αποκοπή ποσά πρέπει να εξασφαλίζουν απόδοση όσο το δυνατόν πλησιέστερη προς τις πραγματικές δαπάνες.

3. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές των κρατών αυτών δύνανται να προβλέψουν άλλους τρόπους αποδόσεως ή να παραιτηθούν κάθε αποδόσεως μεταξύ των φορέων που υπάγονται στην αρμοδιότητά τους.

ΚΕΦΑΛΛΑΙΟ 2 (11) ΑΝΑΠΗΡΙΑ

Τμήμα 1 Μισθωτοί ή μη μισθωτοί που έχουν υπαχθεί αποκλειστικά σε νομοθεσίες κατά τις οποίες το ποσό των παροχών αναπηρίας είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως

Άρθρο 37 (11) Γενικές διατάξεις

1. Μισθωτός ή μη μισθωτός ο οποίος, διαδοχικά ή κατά περιόδους, έχει υπαχθεί στις νομοθεσίες δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών και έχει πραγματοποιήσει περιόδους ασφαλίσεως αποκλειστικά υπό νομοθεσίες κατά τις οποίες το ποσό των παροχών αναπηρίας είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως, δικαιούται παροχών σύμφωνα με το άρθρο 39. Το άρθρο αυτό δεν αφορά τις συνταξιοδοτικές προσαυξήσεις ή τα συνταξιοδοτικά επιδόματα λόγω τέκνων που χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 8.

2. Στο παράρτημα IV μέρος Α αναφέρονται, για κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, οι ισχύουσες στο έδαφός του νομοθεσίες, του τύπου που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 38 (11) Συνεκτίμηση των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες στις οποίες έχει υπαχθεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός για την απόκτηση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών

1. Εάν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά την απόκτηση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών, στο πλαίσιο συστήματος το οποίο δεν είναι ειδικό σύστημα κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3, από την πραγματοποίηση περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας, ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους μέλους λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που διανύθηκαν υπό τη νομοθεσία οποιουδήποτε άλλου μέλους, στα πλαίσια είτε γενικού είτε ειδικού συστήματος το οποίο εφαρμόζεται για μισθωτούς ή μη μισθωτούς. Προς το σκοπό αυτό, λαμβάνει υπόψη τις περιόδους αυτές, σαν να πρόκειται για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει.

2. Εάν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση ορισμένων παροχών από τον όρο ότι οι περίοδοι ασφαλίσεως έχουν πραγματοποιηθεί μόνον σε επάγγελμα για το οποίο ισχύει ειδικό σύστημα που εφαρμόζεται σε μισθωτούς ή, ενδεχομένως, σε καθορισμένη απασχόληση, οι περίοδοι που διανύθηκαν υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών λαμβάνονται υπόψη, για τη χορήγηση των παροχών αυτών, μόνον εάν έχουν πραγματοποιηθεί υπό αντίστοιχο σύστημα ασφαλίσεως ή, ελλείψει τέτοιου συστήματος, στο ίδιο επάγγελμα ή, ενδεχομένως, στην ίδια απασχόληση.

Εάν, αφού ληφθούν υπόψη οι περίοδοι αυτές, ο ενδιαφερόμενος δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋπόθέσεις για να λάβει τις εν λόγω παροχές, οι περίοδοι αυτές λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση των παροχών του γενικού συστήματος ασφαλίσεως ή, ελλείψει τέτοιου συστήματος, του συστήματος που εφαρμόζεται, ανάλογα με την περίπτωση, για τους εργάτες ή τους υπαλλήλους, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος είχε υπαχθεί σε κάποιο από αυτά τα συστήματα.

3. Εάν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση ορισμένων παροχών από τον όρο ότι οι περίοδοι ασφαλίσεως έχουν πραγματοποιηθεί μόνον σε επάγγελμα υπαγόμενο σε ειδικό σύστημα ασφαλίσεως που εφαρμόζεται σε μη μισθωτούς, οι περίοδοι που διανύθηκαν υπό το καθεστώς νομοθεσιών άλλων κρατών μελών, λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση των παροχών αυτών, μόνον εάν έχουν πραγματοποιηθεί υπό αντίστοιχο σύστημα ή, ελλείψει τέτοιου συστήματος, στο ίδιο επάγγελμα. Στο παράρτημα IV μέρος Β αναγράφονται, για κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, τα συστήματα που ισχύουν για τους μη μισθωτούς και που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή.

Εάν, αφού ληφθούν υπόψη οι περίοδοι που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, ο ενδιαφερόμενος δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να λάβει τις εν λόγω παροχές, οι περίοδοι αυτές λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση παροχών του γενικού συστήματος ασφαλίσεως ή, ελλείψει τέτοιου συστήματος, του συστήματος που εφαρμόζεται, ανάλογα με την περίπτωση, για τους εργάτες ή τους υπαλλήλους, υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος έχει ήδη υπαχθεί σε ένα από τα συστήματα αυτά.

Άρθρο 39 (11) (14) Εκκαθάριση των παροχών

1. Ο φορέας κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία εφαρμοζόταν κατά τη στιγμή της επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία, η οποία είχε ως επακόλουθο αναπηρία, καθορίζει, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής, εάν ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται, για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθεί υπόψη - εφόσον είναι αναγκαίο - το άρθρο 38.

2. Ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνει τις παροχές αποκλειστικά από τον εν λόγω φορέα, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός.

3. Ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος δεν δικαιούται παροχών κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1, λαμβάνει τις παροχές τις οποίες δικαούται ακόμη δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, λαμβανομένου υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο, του άρθρου 38.

4. Εάν η νομοθεσία που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3, προβλέπει ότι το ποσό των παροχών καθορίζεται αφού ληφθεί υπόψη η ύπαρξη και άλλων μελών της οικογένειας εκτός των τέκνων, ο αρμόδιος φορέας λαμβάνει επίσης υπόψη τα μέλη αυτά της οικογένειας του ενδιαφερομένου, που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, σαν να κατοικούσαν στο έδαφος του αρμόδιου κράτους.

5. Εάν η νομοθεσία που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3, προβλέπει ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως σε περίπτωση σωρεύσεως με παροχές διαφορετικής φύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 46α παράγραφος 2, ή με άλλα εισοδήματα, εφαρμόζονται κατ' αναλογία το άρθρο 46α παράγραφος 3 και το άρθρο 46γ παράγραφος 5.

6. Ο σε πλήρη ανεργία μισθωτός, για τον οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 71 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii), ή στοιχείο β) σημείο ii) πρώτη φράση, λαμβάνει παροχές αναπηρίας τις οποίες χορηγεί ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σύφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει, σαν να υπάγονταν στη νομοθεσία αυτή κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του, αφού ληφθούν υπόψη, αφόσον είναι αναγκαίο, το άρθρο 38 ή/και το άρθρο 25 παράγραφος 2. Οι παροχές αυτές χορηγούνται εις βάρος του φορέα της χώρας κατοικίας.

Αν ο φορέας αυτός εφαρμόζει νομοθεσία η οποία προβλέπει κρατήσεις συνεισφορών που βαρύνουν τους ανέργους για την κάλυψη παροχών αναπηρίας, δύναται να διενεργεί αυτές τις κρατήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του.

Εάν η νομοθεσία που εφαρμόζει ο εν λόγω φορέας προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών γίνεται βάσει μισθού, τότε λαμβάνει υπόψη τους μισθούς που εισπράχθηκαν στη χώρα της τελευταίας απασχόλησης και στη χώρα κατοικίας σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει. Σε περίπτωση μη είσπραξης μισθών, στη χώρα κατοικίας, ο αρμόδιος φορέας λαμβάνει υπόψη σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που προβλέπει η νομοθεσία του, τους εισπραχθέντες μισθούς στη χώρα της τελευταίας απασχόλησης.

Τμήμα 2 Μισθωτοί ή μη μισθωτοί που έχουν υπαχθεί είτε αποκλειστικά σε νομοθεσίες κατά τις οποίες το ποσό της παροχής αναπηρίας εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας, είτε σε νομοθεσίες του τύπου αυτού και του τύπου που αναφέρεται στο τμήμα 1

Άρθρο 40 (11) Γενικές διατάξεις

1. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός ο οποίος, διαδοχικά ή κατά περιόδους, έχει υπαχθεί στις νομοθεσίες δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, από τις οποίες η μία τουλάχιστον δεν είναι του τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1, δικαιούται παροχών σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 3, οι οποίες εφαρμόζονται κατ' αναλογία, αφού ληφθεί υπόψη η παράγραφος 4.

2. Εντούτοις, ο ενδιαφερόμενος ο οποίος προσβάλλεται από ανικανότητα προς εργασία, η οποία έχει ως επακόλουθο αναπηρία, ενώ υπόκειται σε νομοθεσία που αναφέρεται στο παράρτημα IV μέρος Α, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

- ότι πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία αυτή ή άλλη νομοθεσία του ίδιου τύπου, αφού ληφθεί ενδεχομένως υπόψη το άρθρο 38, χωρίς όμως να χρειάζεται προσφυγή σε περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό νομοθεσίες που δεν αναφέρονται στο παράρτημα IV μέρος Α

και

- ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη γένεση δικαιώματος παροχών αναπηρίας δυνάμει νομοθεσίας η οποία δεν αναφέρεται στο παράρτημα IV μέρος Α

και

- ότι δεν διεκδικεί τυχόν δικαιώματα παροχών γήρατος, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 44 παράγραφος 2 δεύτερη φράση.

3. α) Για να καθοριστεί το δικαίωμα παροχών δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους η οποία αναφέρεται στο παράρτημα IV μέρος Α και η οποία εξαρτά τη χορήγηση των παροχών αναπηρίας από την προϋπόθεση ότι, κατά τη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου, ο ενδιαφερόμενος έχει λάβει παροχές ασθένειας σε χρήμα ή έχει καταστεί ανίκανος προς εργασία, εφόσον μισθωτός ή μη μισθωτός που έχει υπαχθεί στη νομοθεσία αυτή, προσβληθεί από ανικανότητα προς εργασία με επακόλουθο την ανατηρία, ενώ υπάγεται στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, λαμβάνεται υπόψη, με την επιφύλαξη του άρθρου 37 παράγραφος 1:

i) κάθε περίοδος κατά την οποία έλαβε, δυνάμει της νομοθεσίας του δεύτερου κράτους μέλους γι' αυτή την ανικανότητα προς εργασία, παροχές ασθενείας σε χρήμα ή, αντί για αυτές, διατήρησε το μισθό του 7

ii) κάθε περίοδος κατά την οποία έλαβε, δυνάμει της νομοθεσίας του δεύτερου κράτους μέλους, για την αναπηρία που ήταν επακόλουθο αυτής της ανικανότητας προς εργασία, παροχές κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου 2 και του κεφαλαίου 3.

σαν να πρόκειται για περίοδο κατά την οποία του χορηγήθηκαν παροχές ασθενείας σε χρήμα δυνάμει της νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους, ή κατά την οποία ήταν ανίκανος να εργασθεί κατά την έννοια της νομοθεσίας αυτής 7

β) το δικαίωμα παροχών αναπηρίας γεννάται δυνάμει της νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους, είτε κατά τη λήξη της περιόδου που προηγείται της αποζημιώσεως της ασθενείας, που ορίζεται από τη νομοθεσία αυτή, είτε κατά τη λήξη της περιόδου που προηγείται της ανικανότητας προς εργασία, που ορίζεται από τη νομοθεσία αυτή, και το νωρίτερο:

i) κατά την ημερομηνία γενέσεως του δικαιώματος παροχών που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημείο ii), δυνάμει της νομοθεσίας του δεύτερου κράτους μέλους

ή

ii) την επομένη της τελευταίας ημέρας κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα παροχών ασθενείας σε χρήμα, δυνάμει της νομοθεσίας του δεύτερου κράτους μέλους.

4. Η απόφαση που λαμβάνεται από το φορέα κράτους μέλους ως προς το βαθμό αναπηρίας του αιτούντος, δεσμεύει το φορέα οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους υπό την προϋπόθεση ότι η συμφωνία των όρων των σχετικών με το βαθμό αναπηρίας, μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών αυτών, αναγνωρίζεται στο παράρτημα V.

Τμήμα 3 Επιδείνωση αναπηρίας

Άρθρο 41 (11)

1. Σε περίπτωση επιδεινώσεως αναπηρίας, για την οποία μισθωτός ή μη μισθωτός λαμβάνει παροχές δυνάμει της νομοθεσίας ενός μόνο κράτους μέλους, ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις:

α) αν ο ενδιαφερόμενος, από τότε που λαμβάνει τις παροχές, δεν έχει υπαχθεί στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ο αρμόδιος φορέας του πρώτου κράτους οφείλει να χορηγήσει τις παροχές, αφού λάβει υπόψη την επιδείνωση, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει 7

β) αν ο ενδιαφερόμενος, από τότε που λαμβάνει παροχές, έχει υπαχθεί στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα υπόλοιπα κράτη μέλη, οι παροχές χορηγούνται προς αυτόν, αφού ληφθεί υπόψη η επιδείνωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 παράγραφος 1 ή του άρθρου 40 παράγραφοι 1 ή 2, ανάλογα με την περίπτωση 7

γ) αν το συνολικό ποσό της ή των παροχών που οφείλονται σύμφωνα με το στοιχείο β) είναι κατώτερο του ποσού της παροχής την οποία ελάμβανε ο ενδιαφερόμενος εις βάρος του προηγούμενου οφειλέτη φορέα, ο φορέας αυτός οφείλει να του καταβάλει συμπλήρωμα ίσο προς τη διαφορά μεταξύ των ποσών αυτών 7

δ) αν, στην περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο β), ο αρμόδιος φορέας για την αρχική ανικανότητα είναι ολλανδικός και αν:

i) η πάθηση που προκάλεσε την επιδείνωση είναι ίδια με εκείνη που έγινε αιτία της χορηγήσεως παροχών δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας 7

ii) η πάθηση αυτή είναι επαγγελματική ασθένεια υπό την έννοια της νομοθεσίας του κράτους μέλους στην οποία ο ενδιαφερόμενος υπαγόταν τελευταία, και γεννά δικαίωμα πληρωμής του συμπληρώματος που προβλέπεται στο άρθρο 60 παράγραφος 1 στοιχείο β)

και

iii) η νομοθεσία ή οι νομοθεσείες, οι οποίες ίσχυσαν για τον ενδιαφερόμενο από τότε που λαμβάνει παροχές, είναι νομοθεσίες που προβλέπονται στο παράρτημα IV μέρος Α,

ο ολλανδικός φορέας συνεχίζει να χορηγεί την αρχική παροχή και μετά την επιδείνωση, και η παροχή που οφείλεται δυνάμει της νομοθεσίας του τελευταίου κράτους μέλους στην οποία υπήχθη ο ενδιαφερόμενος, μειώνεται κατά το ποσό της ολλανδικής παροχής 7

ε) αν, στην περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο β), ο ενδιαφερόμενος δεν έχει δικαίωμα παροχών εις βάρος φορέα άλλου κράτους μέλους, ο αρμόδιος φορέας του πρώτου κράτους οφείλει να χορηγήσει τις παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, αφού λάβει υπόψη την επιδείνωση και, ενδεχομένως, το άρθρο 38.

2. Σε περίπτωση επιδεινώσεως αναπηρίας για την οποία μισθωτός ή μη μισθωτός λαμβάνει παροχές δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, οι παροχές του χορηγούνται αφού ληφθεί υπόψη η επιδείνωση, σύμφωνα με το άρθρο 40 παράγραφος 1.

Τμήμα 4 Επανάληψη της χορηγήσεως των παροχών μετά από αναστολή ή κατάργηση - Μετατροπή των παροχών αναπηρίας σε παροχές γήρατος - Νέος υπολογισμός των παροχών που έχουν εκκαθαριστεί σύμφωνα με το άρθρο 39

Άρθρο 42 (11) Προσδιορισμός του οφειλέτη φορέα σε περίπτωση επαναλήψεως της χορηγήσεως των παροχών αναπηρίας

1. Εάν, μετά από αναστολή των παροχών, πρέπει να επαναληφθεί η χορήγησή τους, η χορήγηση αυτή εξασφαλίζεται από το φορέα ή τους φορείς οι οποίοι ήταν οφειλέτες των παροχών κατά τη στιγμή της αναστολής τους, με την επιφύλαξη του άρθρου 43.

2. Εάν, μετά την κατάργηση των παροχών, η κατάσταση του ενδιαφερομένου δικαιολογεί τη χορήγηση νέων παροχών, οι παροχές αυτές χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 παράγραφος 1 ή του άρθρου 40 παράγραφου 1 ή 2, ανάλογα με την περίπτωση.

Άρθρο 43 (11) Μετατροπή των παροχών αναπηρίας σε παροχές γήρατος - Νέος υπολογισμός των παροχών που έχουν εκκαθαριστεί σύμφωνα με το άρθρο 39

1. Οι παροχές αναπηρίας μετατρέπονται, ενδεχομένως, σε παροχές γήρατος, κατά τους όρους που προβλέπονται από τη νομοθεσία ή τις νομοθεσίες δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν, και σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 3.

2. Κάθε φορέας που οφείλει παροχές αναπηρίας, δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, συνεχίζει να καταβάλλει στο δικαιούχο των παροχών αναπηρίας, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 49, δύναται να αξιώσει παροχές γήρατος δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων από τα άλλα κράτη μέλη, τις παροχές αναπηρίας που δικαιούται κατά τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός, μέχρι τη στιγμή κατά την οποία οι διατάξεις της παραγράφοι 1 δύνανται να εφαρμοστούν για το φορέα αυτόν, ή διαφορετικά, καθόσο διάστημα ο ενδιαφερόμενος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να λαμβάνει τις παροχές αυτές.

3. Όταν οι παροχές αναπηρίας οι οποίες έχουν εκκαθαριστεί σύμφωνα με το άρθρο 39 δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, μετατραπούν σε παροχές γήρατος και ο ενδιαφερόμενος δεν πληροί ακόμα τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από την ή τις νομοθεσίες ενός ή περισσοτέρων από τα άλλα κράτη μέλη για να έχει δικαίωμα στις παροχές αυτές, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται, εκ μέρους αυτού ή αυτών των κρατών μελών από την ημέρα της μετατροπής, παροχές αναπηρίας των οποίων η εκκαθάριση διέπεται από τις διατάξεις του κεφαλαίου 3, σαν το κεφάλαιο αυτό να ήταν εφαρμοστέο κατά τη στιγμή της επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία, η οποία είχε ως επακόλουθο αναπηρία, μέχρι τη στιγμή κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος θα πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από την ή τις εν λόγω εθνικές νομοθεσίες για να δικαιούται παροχών γήρατος ή, αν δεν προβλέπεται τέτοια μετατροπή, καθόσο διάστημα δικαιούται παροχών αναπηρίας δυνάμει της ή των εν λόγω νομοθεσιών.

4. Οι παροχές αναπηρίας που έχουν εκκαθαριστεί σύμφωνα με το άρθρου 39, εκκαθαρίζονται εκ νέου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου 3, από τη στιγμή που ο δικαιούχος πληροί τους όρους που απαιτούνται για τη γένεση του δικαιώματος παροχών αναπηρίας δυνάμει μιας νομοθεσίας που δεν αναφέρεται στο παράρτημα IV μέρος Α ή λαμβάνει παροχές γήρατος δυνάμει της νομοθεσίας ενός άλλου κράτους μέλους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 (11) ΓΗΡΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ (ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ)

Άρθρο 44 (11) Γενικές διατάξεις περί εκκαθαρίσεως παροχών, όταν ο μισθωτός ή μη μισθωτός έχει υπαχθεί στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών

1. Τα δικαιώματα παροχών μισθωτού ή μη μισθωτού, ο οποίος έχει υπαχθεί στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, ή των επιζώντων του, καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 49, όταν μισθωτός ή μη μισθωτός υποβάλλει αίτηση εκκαθαρίσεως παροχών, λαμβάνονται υπόψη για τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των παροχών αυτών όλες οι νομοθεσίες στις οποίες έχει υπαχθεί ο εν λόγω μισθωτός ή μη μισθωτός. Παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό γίνεται, εφόσον ο ενδιαφερόμενος ζητήσει ρητά αναβολή της εκκαθαρίσεως των παροχών γήρατος που θα ελάμβανε δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.

3. Το παρόν κεφάλαιο δεν αφορά ούτε τις συνταξιοδοτικές προσαυξήσεις ούτε τα συνταξιοδοτικά επιδόματα λόγω τέκνων ούτε τις συντάξεις ορφανών, που χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 8.

Άρθρο 45 (14) Συνεκτίμηση των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες στις οποίες έχει υπαχθεί μισθωτός ή μη μισθωτός για την απόκτηση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών

1. Εάν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά την απόκτηση, τη διατήρηση, ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών, δυνάμει συστήματος που δεν είναι ειδικό σύστημα κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3, από την πραγματοποίηση περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας, ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους μέλους λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους, στα πλαίσια είτε γενικού είτε ειδικού συστήματος, που εφαρμόζεται σε μισθωτούς ή μη μισθωτούς. Προς το σκοπό αυτό, ο εν λόγω φορέας λαμβάνει υπόψη τις ως άνω περιόδους, σαν να πρόκειται για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει.

2. Εάν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση ορισμένων παροχών από την προϋπόθεση ότι οι περίοδοι ασφαλίσεως έχουν πραγματοποιηθεί μόνον σε επάγγελμα υπαγόμενο σε ειδικό σύστημα ασφαλίσεως που εφαρμόζεται σε μισθωτούς ή, ενδεχομένως, σε καθορισμένη απασχόληση, οι περίοδοι που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών, λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση των παροχών αυτών, μόνον εφόσον έχουν πραγματοποιηθεί υπό αντίστοιχο σύστημα ή, ελλείψη τέτοιου συστήματος, στο ίδιο επάγγελμα ή, ενδεχομένως, στην ίδια απασχόληση. Εάν, αφού ληφθούν υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο, ο ενδιαφερόμενος δεν πληροί και πάλι τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να λάβει τις παροχές αυτές, οι ως άνω περίοδοι λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση των παροχών του γενικού συστήματος ή, ελλείψει τέτοιου συστήματος, του συστήματος που εφαρμόζεται, ανάλογα με την περίπτωση για τους εργάτες ή τους υπαλλήλους, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος είχε υπαχθεί σε κάποιο από τα συστήματα αυτά.

3. Εάν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση ορισμένων παροχών από την προϋπόθεση ότι οι περίοδοι ασφαλίσεως έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε επάγγελμα υπαγόμενο σε ειδικό σύστημα ασφαλίσεως που εφαρμόζεται σε μη μισθωτούς, οι περίοδοι που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση των παροχών αυτών μόνον εφόσον έχουν πραγματοποιηθεί υπό αντίστοιχο σύστημα ή, ελλείψει τέτοιου συστήματος, στο ίδιο επάγγελμα. Στο παράρτημα IV μέρος Β αναγράφονται για κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τα συστήματα που ισχύουν για τους μη μισθωτούς και αναφέρονται στην παράγραφο αυτή. Αν, αφού ληφθούν υπόψη οι περίοδοι που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, ο ενδιαφερόμενος δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να λάβει τις εν λόγω παροχές, οι περίοδοι αυτές λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση των παροχών του γενικού συστήματος ή ελλείψει τέτοιου συστήματος, του συστήματος που εφαρμόζεται, ανάλογα με την περίπτωση, για τους εργάτες ή τους υπάλληλους, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει υπαχθεί σε ένα από τα συστήματα αυτά.

4. Οι περίοδοι ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο ειδικού συστήματος κράτους μέλους, λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του γενικού συστήματος ή, ελλείψει τέτοιου συστήματος, στο πλαίσιο του συστήματος που εφαρμόζεται, ανάλογα με την περίπτωση, για τους εργάτες ή τους υπαλλήλους άλλου κράτους μέλους, για την απόκτηση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει υπαχθεί σε κάποιο απ' αυτά τα συστήματα ακόμα και στην περίπτωση που οι περίοδοι αυτές έχουν ήδη ληφθεί υπόψη στο κράτος αυτό στο πλαίσιο συστήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 ή στην παράγραφο 3 πρώτη φράση.

5. Αν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά την απόκτηση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από την προϋπόθεση ασφάλισης κατά τη στιγμή της επέλευσης του κινδύνου, η προϋπόθεση αυτή θεωρείται ότι πληρούται σε περίπτωση ασφάλισης δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο παράρτημα VI για κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

6. Περίοδος πλήρους ανεργίας στη διάρκεια της οποίας ο μισθωτός εργαζόμενος λαμβάνει παροχές σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii), ή στοιχείο β) σημείο ii) πρώτη πρόταση, λαμβάνεται υπόψη από την αρμόδια υπηρεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο εργαζόμενος, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει η υπηρεσία αυτή, ως εάν αυτός είχε υπαχθεί στην εν λόγω νομοθεσία κατά τη διάρκεια της τελευταίας του απασχόλησης.

Αν ο φορέας αυτός εφαρμόζει νομοθεσία η οποία προβλέπει κρατήσεις εισφορών που βαρύνουν τους ανέργους για την κάλυψη συντάξεων γήρατος και θανάτου, δύναται να διενεργεί τις κρατήσεις αυτές σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του.

Εάν η περίοδος πλήρους ανεργίας που συμπληρώθηκε στη χώρα κατοικίας του ενδιαφερομένου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη παρά μόνο αν έχουν συμπληρωθεί περίοδοι καταβολής εισφοράς στην ίδια αυτή χώρα, η προϋπόθεση θεωρείται ότι πληρούται, εφόσον οι περίοδοι καταβολής εισφοράς έχουν συμπληρωθεί σε άλλο κράτος μέλος.

Άρθρο 46 (11) Εκκαθάριση παροχών

1. Όταν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους όσον αφορά το δικαίωμα παροχών πληρούνται, χωρίς να είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί το άρθρο 45 ούτε το άρθρο 40 παράγραφος 3, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:

α) ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το ποσό της οφειλόμενης παροχής το οποίο οφείλεται:

i) αφενός, δυνάμει μόνο των διατάξεων της νομοθεσίας που εφαρμόζει 7

ii) αφετέρου, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 7

β) ο αρμόδιος φορέας μπορεί εντούτοις να μην πραγματοποιήσει τον υπολογισμό ο οποίος προβλέπεται σύμφωνα με το στοιχείο α) σημείο ii), εάν το αποτέλεσμά του είναι ταυτόσημο ή κατώτερο από το αποτέλεσμα του υπολογισμού που έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τη διάταξη του στοιχείου α) σημείο i), χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που οφείλονται στη χρησιμοποίηση στρογγυλευμένων αριθμών, στο βαθμό που ο φορέας αυτός δεν εφαρμόζει νομοθεσία, η οποία περιλαμβάνει ρήτρες σώρευσης, όπως αυτές που αναφέρονται στα άρθρα 46β και 46γ, ή αν η νομοθεσία περιλαμβάνει τέτοιες ρήτρες στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 46γ, υπό την προϋπόθεση ότι προβλέπει ότι οι παροχές διαφορετικής φύσεως λαμβάνονται υπόψη μόνο σε συνάρτηση με τη σχέση μεταξύ της διάρκειας των περιόδων ασφάλισης ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά υπό τη δική της νομοθεσία και της διάρκειας των περιόδων ασφάλισης και κατοικίας που απαιτούνται από τη νομοθεσία αυτή για το δικαίωμα πλήρους παροχής.

Στο παράρτημα IV μέρος Γ, αναφέρονται, για κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι δύο υπολογισμοί καταλήγουν σε τέτοιο αποτέλεσμα.

2. Όταν οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για την απόκτηση δικαιώματος παροχών, πληρούνται μόνο μετά την εφαρμογή του άρθρου 45 ή/και του άρθρου 40 παράγραφος 3, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:

α) ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, εάν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως ή/και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί ο εργαζόμενος (μισθωτός ή μη μισθωτός) είχαν πραγματοποιηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται κατά την ημερομηνία της εκκαθαρίσεως της παροχής. Αν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν, το ποσό αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στο παρόν στοιχείο 7

β) ο αρμόδιος φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της παροχής, βάσει του θεωρητικού ποσού που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, κατ' αναλογία της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου, υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει, εν σχέσει προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών στις οποίες έχει υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος.

3. Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται, από τον αρμόδιο φορέα κάθε κράτους μέλους, το υψηλότερο ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, με την επιφύλαξη, ενδεχομένως, της εφαρμογής των ρητρών μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας οφείλεται η παροχή αυτή.

Στην περίπτωση αυτή, η σύγκριση που πραγματοποιείται αφορά τα ποσά που καθορίζονται μετά την εφαρμογή των εν λόγω ρητρών.

4. Όταν το συνολικό ποσό των παροχών από συντάξεις αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντος που οφείλονται από τους αρμόδιους φορείς δύο η περισσοτέρων κρατών μελών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων πολυμερούς συμβάσεως κοινωνικής ασφαλίσεως που αναφέρεται στο άρθρο 6 στοιχείο β), δεν υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα όφειλαν αυτά τα κράτη μέλη κατ' εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 3, ισχύουν για τον ενδιαφερόμενο οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 46α (11) Γενικές διατάξεις σχετικές με τις ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που εφαρμόζονται στις παροχές αναπηρίας γήρατος ή επιζώντων, δυνάμει των νομοθεσιών των κρατών μελών

1. Ως σωρεύσεις παροχών της ιδίας φύσεως νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου: όλες οι σωρεύσεις παροχών αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων που υπολογίζονται ή χορηγούνται βάσει των περιόδων ασφαλίσεως ή/και κατοικίας, που έχουν πραγματοποιηθεί από ένα και το αυτό πρόσωπο.

2. Ως σωρεύσεις παροχών διαφορετικής φύσεως, νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου: όλες οι σωρεύσεις παροχών που δεν μπορούν να θεωρηθούν ως σωρεύσεις της ιδίας φύσεως κατά την έννοια της παραγράφου 1.

3. Για την εφαρμογή των ρητρών μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως παροχής αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων με παροχή της ιδίας φύσεως ή διαφορετικής φύσεως ή με άλλα εισοδήματα, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:

α) οι παροχές που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή άλλα εισοδήματα που αποκτώνται σε άλλο κράτος μέλος λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους προβλέπεται ότι λαμβάνονται υπόψη οι παροχές ή τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν στο εξωτερικό 7

β) λαμβάνεται υπόψη το ποσό των παροχών που πρέπει να καταβληθεί από άλλο κράτος μέλος πριν από την αφαίρεση του φόρου, των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως και των λοιπών ατομικών κρατήσεων 7

γ) δεν λαμβάνονται υπόψη τα ποσά των παροχών που έχουν αποκτηθεί δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους οι οποίες χορηγούνται βάσει προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως 7

δ) όταν, δυνάμει της νομοθεσίας ενός μόνο κράτους μέλους, εφαρμόζονται διατάξεις περικοπής, αναστολής ή κατάργησης λόγω του ότι ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει παροχές της ίδιας ή άλλης φύσης, οι οποίες απορρέουν από τη νομοθεσία άλλων κρατών μελών ή άλλα εισοδήματα κτηθέντα στο έδαφος άλλων κρατών μελών, η μείωση της παροχής, που απορρέει από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, μπορεί να φθάσει μόνο μέχρι του ύψους των παροχών που απορρέουν από τη νομοθεσία των άλλων κρατών μελών από τα εισοδήματα που έχουν αποκτηθεί στο έδαφος των άλλων κρατών μελών.

Άρθρο 46β (11) Ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση σωρεύσεως παροχών της ιδίας φύσεως οι οποίες οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών

1. Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλέπονται από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, δεν εφαρμόζονται σε παροχή που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2.

2. Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους, εφαρμόζονται για παροχή που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i) μόνον υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται:

α) είτε για παροχή της οποίας το ποσό είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που έχουν πραγματοποιηθεί, και η οποία αναφέρεται στο παράρτημα IV μέρος Δ 7

ή

β) είτε για παροχή της οποίας το ποσό καθορίζεται σε συνάρτηση με πλασματική περίοδο η οποία θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί μεταξύ της ημερομηνίας επελεύσεως του κινδύνου και μιας μεταγενέστερης ημερομηνίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι εν λόγω ρήτρες εφαρμόζονται σε περίπτωση σώρευσης τέτοιας παροχής:

i) είτε για παροχή του ίδιου τύπου, εκτός αν έχει συναφθεί συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών με σκοπό να αποφεύγεται ο υπολογισμός της ίδιας πλασματικής περιόδου, δύο ή περισσότερες φορές 7

ii) είτε για παροχή του τύπου που αναφέρεται στο στοιχείο α).

Οι παροχές και οι συμφωνίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) αναγράφονται στο παράρτημα IV μέρος Δ.

Άρθρο 46γ (11) Ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση σωρεύσεως μιας ή περισσοτέρων παροχών, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 46α παράγραφος 1, με μία ή περισσότερες παροχές διαφορετικής φύσεως ή με άλλα εισοδήματα, όταν η περίπτωση αυτή αφορά περισσότερα του ενός κράτη μέλη

1. Εάν το δικαίωμα παροχών διαφορετικής φύσεως ή άλλων εισοδημάτων συνεπάγεται ταυτοχρόνως μείωση, αναστολή ή κατάργηση δύο ή περισσοτέρων παροχών, που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i), τα ποσά τα οποία δεν θα πληρώνονταν σε περίπτωση αυστηρής εφαρμογής των ρητρών μείωσης, αναστολής ή κατάργησης, που προβλέπονται από τη νομοθεσία των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, διαιρούνται δια του αριθμού των παροχών, οι οποίες υπόκεινται σε μείωση, αναστολή ή κατάργηση.

2. Εάν πρόκειται για παροχή η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2, η παροχή ή οι παροχές διαφορετικής φύσεως των άλλων κρατών μελών, καθώς και όλα τα άλλα εισοδήματα και στοιχεία, που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους για την εφαρμογή αυτών των ρητρών μείωσης, αναστολής ή κατάργησης, λαμβάνονται υπόψη σε συνάρτηση με τη σχέση μεταξύ περιόδων ασφάλισης ή/και κατοικίας, που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 2 στοιχείο β) και έχουν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της εν λόγω παροχής.

3. Εάν το δικαίωμα παροχών διαφορετικής φύσεως ή άλλων εισοδημάτων συνεπάγεται ταυτοχρόνως μείωση, αναστολή ή κατάργηση μιας ή περισσοτέρων παροχών που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i), καθώς και μιας ή περισσοτέρων παροχών που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 2, τότε εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:

α) όσον αφορά την παροχή ή τις παροχές που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i), τα ποσά τα οποία δεν θα πληρώνονταν σε περίπτωση αυστηρής εφαρμογής των ρητρών μείωσης, αναστολής ή κατάργησης, που προβλέπονται από τη νομοθεσία των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, διαιρούνται δια του αριθμού των παροχών οι οποίες ενδέχεται να μειωθούν, να ανασταλούν ή να καταργηθούν 7

β) όσον αφορά την παροχή ή τις παροχές που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2, η μείωση, η αναστολή ή κατάργηση πραγματοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

4. Εάν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 3 στοιχείο α), η νομοθεσία ενός κράτους μέλους προβλέπει, για την εφαρμογή των ρητρών μείωσης, αναστολής ή κατάργησης, τη συνεκτίμηση των παροχών διαφορετικής φύσεως ή/και άλλων εισοδημάτων καθώς και όλων των άλλων στοιχείων, βάσει της σχέσης μεταξύ των περιόδων ασφάλισης που ορίζονται στο άρθρο 46 παράγραφος 2 στοιχείο β), η διαίρεση που προβλέπεται στις προαναφερθείσες παραγράφους δεν εφαρμόζεται γι' αυτό το κράτος μέλος.

5. Το σύνολο των ως άνω διατάξεων εφαρμόζεται κατ' αναλογία, αν η νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών προβλέπει ότι δεν γεννάται δικαίωμα παροχής σε περίπτωση δικαιώματος παροχής διαφορετικής φύσεως οφειλόμενης δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή άλλων εισοδημάτων.

Άρθρο 47 (11) Συμπληρωματικές διατάξεις για τον υπολογισμό των παροχών

1. Για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού και του κατ' αναλογία ποσού που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 2, ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες:

α) αν η συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που διανύθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των ενδιαφερομένων κρατών μελών, είναι μεγαλύτερη από τη μέγιστη διάρκεια που απαιτεί η νομοθεσία ενός εξ αυτών των κρατών για τη χορήγηση πλήρους παροχής, ο αρμόδιος φορέας του κράτους αυτού λαμβάνει υπόψη τη μέγιστη αυτή διάρκεια αντί της συνολικής διάρκειας των εν λόγω περιόδων. Αυτή η μέθοδος υπολογισμού δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή στον εν λόγω φορέα της υποχρεώσεως παροχής ποσού μεγαλύτερου από το ποσό της πλήρους παροχής που προβλέπεται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τις παροχές των οποίων το ποσό δεν εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως 7

β) οι λεπτομέρειες σχετικά με τον υπολογισμό των περιόδων, που συμπίπτουν χρονικά, καθορίζονται στον κανονισμό εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 98 7

γ) ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών βασίζεται επί μέσων αποδοχών, μέσης εισφοράς, μέσης προσαυξήσεως ή επί της σχέσεως η οποία υπήρχε κατά τις περιόδους ασφαλίσεως μεταξύ των μεικτών αποδοχών του ενδιαφερομένου και του μέσου όρου των μεικτών αποδοχών όλων των ασφαλισμένων, εκτός από τους μαθητευόμενους, προσδιορίζει τα μέσα ή τα αναλογικά αυτά ποσά, αποκλειστικά βάσει των ασφαλιστικών περιόδων που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία του κράτους αυτού, ή των μεικτών αποδοχών που εισέπαξε ο ενδιαφερόμενος κατά τη διάρκεια των περιόδων αυτών και μόνο 7

δ) ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών βασίζεται επί του ποσού των απολαβών, των εισφορών ή των προσαυξήσεων, προσδιορίζει τις απολαβές, τις εισφορές ή τις προσαυξήσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη σχετικά με τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών, βάσει του μέσου όρου των απολαβών, των εισφορών ή των προσαυξήσεων, ο οποίος διαπιστώνεται για τις περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που αυτός ο φορέας εφαρμόζει 7

ε) ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών βασίζεται επί απολαβών ή ποσού κατ' αποκοπή, θεωρεί ότι οι απολαβές ή το ποσό που πρέπει να ληφθεί υπόψη σχετικά με τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών είναι ίσο με τις απολαβές ή το κατ' αποκοπήν ποσό ή, κατά περίπτωση, με το μέσο όρο των απολαβών ή των κατ' αποκοπήν ποσών που αντιστοιχούν στις περιόδους ασφαλίσεως, που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που αυτός ο φορέας εφαρμόζει 7

στ) ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών βασίζεται, για ορισμένες περιόδους, στο ποσό των απολαβών και, για άλλες περιόδους, σε κατ' αποκοπήν ποσό ή απολαβή, λαμβάνει υπόψη, όσον αφορά τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που έχουν πραγματοποιηθεί υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών, τις απολαβές ή τα ποσά που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις οι οποίες αναφέρονται στα στοιχεία δ) ή ε), ή το μέσο όρο αυτών των απολαβών ή ποσών, ανάλογα με την περίπτωση 7 αν, για όλες τις περιόδους που έχουν πραγματοποιηθεί υπό τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει ο φορέας αυτός, ο υπολογισμός των παροχών βασίζεται σε κατ' αποκοπήν ποσό ή απολαβή, εκτιμά ότι η απολαβή που πρέπει να ληφθεί υπόψη, όσον αφορά τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών, ισούται με την πλασματική απολαβή η οποία αντιστοιχεί στο εν λόγω κατ' αποκοπήν ποσό ή απολαβή 7

ζ) ο αρμόδιος φορέας ενός κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών βασίζεται σε έναν μέσο όρο εισφορών, καθορίζει αυτό το μέσο όρο σε συνάρτηση με τις περιόδους ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία αυτού του κράτους και μόνον.

2. Οι κανόνες της νομοθεσίας κράτους μέλους περί της επανεκτιμήσεως των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό των παροχών εφαρμόζονται, εφόσον είναι ανάγκη, επί των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη από τον αρμόδιο φορέα του κράτους αυτού, σύμφωνα με την παράγραφο 1, σχετικά με τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών.

3. Εάν, δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, το ποσό των παροχών καθορίζεται αφού ληφθεί υπόψη η ύπαρξη και άλλων μελών της οικογένειας, εκτός των τέκνων, ο αρμόδιος φορέας του κράτους αυτού λαμβάνει επίσης υπόψη και αυτά τα μέλη της οικογένειας του ενδιαφερομένου που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, σαν να κατοικούσαν στο έδαφος του αρμόδιου κράτους.

4. Εάν η νομοθεσία που εφαρμόζει ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους απαιτεί, για τον υπολογισμό των παροχών, το συνυπολογισμό μισθού, όταν γίνεται εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 45 παράγραφος 6, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, και εάν σε αυτό το κράτος μέλος, για την εκκαθάριση της συντάξεως, συνυπολογίζονται μόνον οι περίοδοι πλήρους ανεργίας για την οποία καταβάλλεται επίδομα βάσει του άρθρου 71 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) ή στοιχείο β) σημείο ii) πρώτη πρόταση, ο αρμόδιος φορέας του εν λόγω κράτους μέλους εκκαθαρίζει τη σύνταξη με βάση το μισθό τον οποίο έχει χρησιμοποιήσει ως σημείο αναφοράς για την καταβολή των εν λόγω παροχών ανεργίας, και σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζει.

Άρθρο 48 (11) Περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας κατώτερες του έτους

1. Παρά το άρθρο 46 παράγραφος 2, ο φορέας κράτους μέλους δεν υποχρεούται να χορηγεί παροχές δυνάμει χρονικών περιόδων οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει και οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη στιγμή της επέλευσης του κινδύνου, σε περίπτωση που:

- η διάρκεια των εν λόγω χρονικών περιόδων είναι μικρότερη του έτους

και

- αν ληφθούν υπόψη οι περίοδοι αυτές και μόνο, δεν αποκτάται δικαίωμα παροχών δυνάμει των διατάξεων αυτής της νομοθεσίας.

2. Ο αρμόδιος φορέας καθενός από τα άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λαμβάνει υπόψη τις περιόδους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για την εφαρμογή του άρθρου 46 παράγραφος 2, με εξαίρεση το στοιχείο β).

3. Στην περίπτωση που η εφαρμογή της παραγράφου 1 θα είχε ως αποτέλεσμα να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις τους όλοι οι φορείς των ενδιαφερομένων κρατών, οι παροχές χορηγούνται αποκλειστικά κατά τη νομοθεσία του τελευταίου από τα κράτη αυτά, οι προϋποθέσεις της οποίας πληρούνται, σαν να είχαν πραγματοποιηθεί όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως και κατοικίας, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν και ελήφθησαν υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφοι 1 έως 4, υπό τη νομοθεσία του κράτους αυτού.

Άρθρο 49 (11) (15) Υπολογισμός των παροχών όταν ο ενδιαφερόμενος δεν συγκεντρώνει ταυτοχρόνως τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από όλες τις νομοθεσίες, υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκαν περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας ή όταν έχει ζητήσει ρητά αναβολή της εκκαθαρίσεως των παροχών γήρατος

1. Εάν ο ενδιαφερόμενος δεν συγκεντρώνει, σε δεδομένη στιγμή, αφού ληφθεί ενδεχομένως υπόψη το άρθρο 45 ή/και το άρθρο 40 παράγραφος 3, τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την πληρωμή των παροχών από όλες τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί, αλλά πληροί μόνον τις προϋποθέσεις μιας ή περισσοτέρων από αυτές, ισχύουν τα ακόλουθα:

α) καθένας από τους αρμόδιους φορείς, κατά τη νομοθεσία του οποίου πληρούνται οι προϋποθέσεις, υπολογίζει το ποσό της οφειλόμενης παροχής σύμφωνα με το άρθρο 46 7 εκτός εάν ο συνυπολογισμός των εν λόγω περιόδων επιτρέπει τον καθορισμό υψηλότερου ποσού παροχών

β) ωστόσο:

i) εάν ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προϋποθέσεις δύο τουλάχιστον νομοθεσιών, χωρίς να παρίσταται ανάγκη προσφυγής σε περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό νομοθεσίες, των οποίων οι προϋποθέσεις δεν πληρούνται, οι εν λόγω περίοδοι δεν λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 46 παράγραφος 2, εκτός εάν ο συνυπολογισμός των εν λόγω περιόδων επιτρέπει τον καθορισμό υψηλότερου ποσού παροχών,

ii) εάν ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προϋποθέσεις μιας και μόνον νομοθεσίας, χωρίς να χρειασθεί να συνυπολογισθούν οι περίοδοι ασφαλίσεως ή διαμονής που πραγματοποιήθηκαν υπό νομοθεσίες των οποίων οι προϋποθέσεις δεν πληρούνται, το ποσό της οφειλόμενης παροχής υπολογίζεται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 46 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i), σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας της οποίας πληρούνται οι προϋποθέσεις και λαμβανομένων υπόψη μόνον των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν υπό την εν λόγω νομοθεσία, εκτός εάν ο συνυπολογισμός των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν υπό άλλες νομοθεσίες των οποίων δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις επιτρέπει τον καθορισμό υψηλότερου ποσού παροχών, σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii).

Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται κατ' αναλογία όταν ο ενδιαφερόμενος έχει ζητήσει ρητά την αναβολή της εκκαθαρίσεως των παροχών γήρατος, σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 δεύτερη φράση.

2. Η παροχή ή οι παροχές που έχουν χορηγηθεί δυνάμει μιας ή περισσοτέρων νομοθεσιών στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, υπόκεινται αυτεπαγγέλτως σε νέο υπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 46, αφ' ής στιγμής πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από μία ή περισσότερες από τις υπόλοιπες νομοθεσίες στις οποίες είχε υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος, αφού ληφθεί ενδεχομένως υπόψη το άρθρο 45 και αφού ληφθεί ενδεχομένως εκ νέου υπόψη η παράγραφος 1. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται κατ' αναλογία όταν ένα πρόσωπο ζητήσει τη μέχρι τότε εν αναστολή, δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 2 δεύτερη φράση, εκκαθάριση των δικαιωμάτων παροχών γήρατος που έχουν αποκτηθεί δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.

3. Πραγματοποιείται αυτεπαγγέλτως νέος υπολογισμός σύμφωνα με την παράγραφο 1 και με την επιφύλαξη του άρθρου 40 παράγραφος 2, όταν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από μία ή περισσότερες από τις εν λόγω νομοθεσίες παύσουν να πληρούνται.

Άρθρο 50 (11) Χορήγηση συμπληρώματος όταν το ποσό των παροχών που οφείλονται κατά τις νομοθεσίες των διαφόρων κρατών μελών δεν φθάνει το κατώτατο όριο που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο δικαιούχος

Ο δικαιούχος παροχών, επί του οποίου εφαρμόσθηκε το παρόν κεφάλαιο, δεν δύναται, στο κράτος στου οποίου το έδαφος κατοικεί και κατά τη νομοθεσία του οποίου του οφείλεται παροχή, να εισπράξει ποσό παροχών μικρότερο από την ελάχιστη παροχή που ορίζεται από την εν λόγω νομοθεσία για περίοδο ασφαλίσεως ή κατοικίας ίση με το σύνολο των περιόδων που ελήφθησαν υπόψη για την εκκαθάριση σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Ο αρμόδιος φορέας του κράτους αυτού του καταβάλλει, ενδεχομένως, καθόλη τη διάρκεια της κατοικίας του στο έδαφος του κράτους αυτού, συμπλήρωμα ίσο με τη διαφορά μεταξύ του ποσού των παροχών που οφείλονται δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου και του ποσού της ελάχιστης παροχής.

Άρθρο 51 (11) Επανεκτίμηση και νέος υπολογισμός των παροχών

1. Εάν, λόγω της αυξήσεως του κόστους ζωής, της διακυμάνσεως του ύψους των μισθών ή άλλων λόγων προσαρμογής, τροποποιηθούν οι παροχές των ενδιαφερομένων κρατών κατά ένα καθορισμένο ποσοστό ή ποσό, το ποσοστό ή ποσό αυτό πρέπει να εφαρμόζεται απευθείας στις παροχές που καθορίσθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 46, χωρίς να χρειάζεται νέος υπολογισμός κατά τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου.

2. Αντιθέτως, σε περίπτωση τροποποιήσεως είτε του τρόπου καθορισμού, είτε των κανόνων υπολογισμού των παροχών, πραγματοποιείται νέος υπολογισμός σύμφωνα με το άρθρο 46.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

Τμήμα 1 Δικαίωμα παροχών

Άρθρο 52 Κατοικία σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος μέλος - Γενικοί κανόνες

Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος και ο οποίος γίνεται θύμα εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, λαμβάνει στο κράτος της κατοικίας του:

α) παροχές εις είδος που χορηγούνται, για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα, από το φορέα του τόπου κατοικίας σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν 7

β) παροχές εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ' αυτόν. Με συμφωνία μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου κατοικίας, οι παροχές αυτές δύναται να καταβάλλονται από τον τελευταίο αυτό φορέα, για λογαριασμό του πρώτου, κατά τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους.

Άρθρο 53 Μεθοριακοί εργαζόμενοι - Ειδικός κανόνας

Ο μεθοριακός εργαζόμενος δύνανται επίσης, να λαμβάνει τις παροχές στο έδαφος του αρμοδίου κράτους. Οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να κατοικούσε εκεί ο ενδιαφερόμενος.

Άρθρο 54 Διαμονή ή μεταφορά κατοικίας στο αρμόδιο κράτος

1. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που αναφέρεται στο άρθρο 52, ο οποίος διαμένει στο έδαφος του αρμοδίου κράτους, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν έχει ήδη λάβει παροχές προ της διαμονής του. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει πάντως για τον μεθοριακό εργαζόμενο.

2. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που αναφέρεται στο άρθρο 52, ο οποίος μεταφέρει την κατοικία του στο έδαφος του αρμοδίου κράτους, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν έχει ήδη λάβει παροχές προ της μεταφοράς της κατοικίας του.

Άρθρο 55 Διαμονή εκτός του αρμοδίου κράτους - Επιστροφή ή μεταφορά κατοικίας σε άλλο κράτος μέλος μετά την επέλευση του ατυχήματος ή της επαγγελματικής ασθενείας - Ανάγκη μεταβάσεως σε άλλο κράτος μέλος για την υποβολή σε κατάλληλη θεραπεία

1. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός, θύμα εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας:

α) ο οποίος διαμένει στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος

ή

β) ο οποίος, αφού απέκτησε το δικαίωμα παροχών εις βάρος του αρμοδίου φορέα, έλαβε την έγκριση από το φορέα αυτόν να επιστρέψει στο έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί ή να μεταφέρει την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους

ή

γ) ο οποίος έλαβε την έγκριση από τον αρμόδιο φορέα να μεταβεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, για να υποβληθεί στην κατάλληλη για την κατάστασή του θεραπεία,

έχει δικαίωμα:

i) παροχών εις είδος που χορηγούνται, για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα, από το φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν 7 η διάρκεια χορηγήσεως των παροχών διέπεται πάντως από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους 7

ii) παροχών εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα κατά την νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν. Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου κατοικίας ή διαμονής, οι παροχές αυτές δύναται να καταβάλλονται από τον τελευταίο αυτό φορέα, για λογαριασμό του πρώτου, κατά της νομοθεσία του αρμοδίου κράτους.

2. Η έγκριση που απαιτεί η παράγραφος 1 στοιχείο β) είναι δυνατόν να μην χορηγηθεί μόνο αν διαπιστούται ότι η μετακίνηση του ενδιαφερομένου θα ηδύνατο να θέσει σε κίνδυνο την κατάσταση της υγείας του ή την εφαρμογή της ιατρικής θεραπείας.

Η έγκριση που απαιτεί η παράγραφος 1 στοιχείο γ) δεν είναι δυνατόν να μην χορηγηθεί όταν η εν λόγω θεραπεία δεν δύνανται να παρασχεθεί στον ενδιαφερόμενο στο έδαφος του κράτους μέλους που κατοικεί.

Άρθρο 56 Ατυχήματα διαδρομής

Το ατύχημα που συνέβη κατά τη διαδρομή σε έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος, θεωρείται ότι συνέβη στο έδαφος του αρμοδίου κράτους.

Άρθρο 57 (7) Παροχές επαγγελματικής ασθένειας αν ο ενδιαφερόμενος έχει εκτεθεί στον ίδιο κίνδυνο σε περισσότερα κράτη μέλη

1. Όταν το θύμα επαγγελματικής ασθένειας άσκησε δραστηριότητα δυνάμενη λόγω της φύσεώς της να προκαλέσει την ασθένεια αυτή, υπό τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, οι παροχές, τις οποίες το θύμα ή οι επιζώντες του μπορούν να διεκδικήσουν, χορηγούνται αποκλειστικά δυνάμει την νομοθεσίας του τελευταίου από αυτά τα κράτη, οι προϋποθέσεις της οποίας συμβαίνει να πληρούνται, αφού ληφθούν υπόψη ενδεχομένως οι παράγραφοι 2 έως 5.

2. Αν η χορήγηση παροχών επαγγελματικής ασθένειας δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους εξαρτάται από τον όρο ότι η εν λόγω ασθένεια έχει διαπιστωθεί ιατρικά για πρώτη φορά στο έδαφός του, ο όρος αυτός θεωρείται ότι πληρούται, όταν η ασθένεια διαγνώστηκε για πρώτη φορά στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

3. Εάν η χορήγηση παροχών επαγγελματικής ασθένειας δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους εξαρτάται από τον όρο ότι η ασθένεια αυτή έχει διαπιστωθεί εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος μετά τη λήξη της τελευταίας δραστηριότητας που είναι δυνατόν να προκαλέσει επαγγελματική ασθένεια, ο αρμόδιος φορέας του κράτους αυτού, όταν εξετάζει το χρονικό διάστημα της τελευταίας αυτής δραστηριότητας, λαμβάνει υπόψη κατά το αναγκαίο μέτρο δραστηριότητες της ίδιας φύσεως που ασκήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ως εάν είχαν ασκηθεί υπό τη νομοθεσία του πρώτου κράτους.

4. Εάν η χορήγηση παροχών επαγγελματικής ασθένειας δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους εξαρτάται από τον όρο ότι η δραστηριότητα που είναι δυνατόν να προκαλέσει την εν λόγω ασθένεια είχε ασκηθεί επί ορισμένο χρονικό διάστημα, ο αρμόδιος φορέας του κράτους αυτού λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων ασκήθηκε τέτοια δραστηριότητα υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ως εάν είχε ασκηθεί υπό τη νομοθεσία του πρώτου κράτους.

5. Σε περίπτωση σκληρογόνου πνευμοκονιώσεως το βάρος των εις χρήμα παροχών, συμπεριλαμβανομένων και των συντάξεων, κατανέμεται μεταξύ των αρμοδίων φορέων των κρατών μελών στο έδαφος των οποίων το θύμα άσκησε δραστηριότητα δυνάμενη να προκαλέσει την ασθένεια αυτή. Η κατανομή αυτή πραγματοποιείται κατ' αναλογία της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως γήρατος ή των περιόδων κατοικίας που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 1, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία καθενός από τα κράτη αυτά, εν σχέσει με τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως γήρατος ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία όλων αυτών των κρατών κατά την ημερομηνία ενάρξεως των παροχών.

6. Το Συμβούλιο προσδιορίζει ομόφωνα, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, τις επαγγελματικές ασθένειες ως προς τις οποίες επεκτείνεται η εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 5.

Άρθρο 58 Υπολογιμός των εις χρήμα παροχών

1. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι ο υπολογισμός των εις χρήμα παροχών βασίζεται επί μέσων αποδοχών, καθορίζει τις μέσες αυτές αποδοχές αποκλειστικά βάσει των διαπιστωθέντων αποδοχών κατά τη διάρκεια των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία αυτή.

2. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι ο υπολογισμός των εις χρήμα παροχών βασίζεται επί κατ' αποκοπή αποδοχών, λαμβάνει υπόψη αποκλειστικά τις κατ' αποκοπή ή, κατά περίπτωση, το μέσο όρο των κατ' αποκοπή αποδοχών που αντιστοιχούν στις περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία αυτή.

3. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι το ποσό των εις χρήμα παροχών ποικίλλει ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογένειας, λαμβάνει υπόψη και τα μέλη της οικογενείας του ενδιαφερομένου που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, σαν να κατοικούσαν στο έδαφος του αρμοδίου κράτους.

Άρθρο 59 Έξοδα μεταφοράς του θύματος

1. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει την κάλυψη των εξόδων μεταφοράς του θύματος, είτε μέχρι την κατοικία του είτε μέχρι το νοσοκομειακό ίδρυμα, αναλαμβάνει τα έξοδα αυτά μέχρι τον αντίστοιχο τόπο στο έδαφος άλλου κράτους μέλους όπου κατοικεί το θύμα, υπό τον όρο, ότι έχει επιτρέψει προηγουμένως τη μεταφορά αυτή, αφού ληφθούν δεόντως υπόψη οι λόγοι που τη δικαιολογούν. Η έγκριση αυτή δεν απαιτείται, όταν πρόκειται περί μεθοριακού εργαζομένου.

2. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει την κάλυψη των εξόδων μεταφοράς της σορού του θύματος μέχρι τον τόπο του ενταφιασμού του, αναλαμβάνει τα έξοδα αυτά σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ' αυτόν, μέχρι τον αντίστοιχο τόπο στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, όπου κατοικούσε το θύμα κατά τη στιγμή του ατυχήματος.

Τμήμα 2 Επιδείνωση επαγγελματικής ασθένειας για την οποία έχουν χορηγηθεί παροχές

Άρθρο 60 (7) (11)

1. Σε περίπτωση επιδεινώσεως επαγγελματικής ασθένειας, για την οποία ένας μισθωτός ή μη μισθωτός έλαβε ή λαμβάνει αποζημίωση δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις:

α) αν ο ενδιαφερόμενος, αφότου λαμβάνει τις παροχές, δεν άσκησε υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, επαγγελματική δραστηριότητα που δυνατόν να προκαλέσει ή να επιδεινώσει την εν λόγω ασθένεια, ο αρμόδιος φορέας του πρώτου κράτους υποχρεούται να αναλάβει το βάρος των παροχών, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζεται απ' αυτόν, αφού λάβει υπόψη την επιδείνωση 7

β) αν ο ενδιαφερόμενος, αφότου λαμβάνει τις παροχές, έχει ασκήσει τέτοια δραστηριότητα υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ο αρμόδιος φορέας του πρώτου κράτους μέλους υποχρεούται να αναλάβει το βάρος των παροχών, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζεται απ' αυτόν, χωρίς να λάβει υπόψη την επιδείνωση. Ο αρμόδιος φορέας του δεύτερου κράτους μέλους καταβάλλει στον ενδιαφερόμενο ένα συμπλήρωμα, το ποσό του οποίου ισούται με τη διαφορά μεταξύ του ποσού των παροχών που οφείλονται μετά την επιδείνωση και του ποσού των παροχών που θα οφείλονται πριν από την επιδείνωση, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν, αν η εν λόγω ασθένεια είχε επέλθει υπό τη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού 7

γ) αν, στην περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο β), ένας μισθωτός ή μη μισθωτός που προσεβλήθη από σκληρογόνο πνευμονοκονίωση ή από ασθένεια καθοριζόμενη κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 57 παράγραφος 6 δεν δικαιούται παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του δεύτερου κράτους μέλους, ο αρμόδιος φορέας του πρώτου κράτους μέλους οφείλει να καταβάλλει τις παροχές, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζεται απ' αυτόν, αφού λάβει υπόψη την επιδείνωση. Εντούτοις, ο φορέας του δεύτερου κράτους μέλους αναλαμβάνει το βάρος που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ του ποσού των εις χρήμα παροχών, συμπεριλαμβανομένων και των συντάξεων, που οφείλει ο αρμόδιος φορέας του πρώτου κράτους μέλους, αφού λάβει υπόψη την επιδείνωση, και του ποσού των αντιστοίχων παροχών που οφείλονται πριν από την επιδείνωση 7

δ) οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλέπονται στη νομοθεσία κράτους μέλους, δεν εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου παροχών, οι οποίες έχουν εκκαθαριστεί από τους φορείς δύο κρατών μελών σύμφωνα με το στοιχείο β).

2. Σε περίπτωση επιδεινώσεως επαγγελματικής ασθένειας, η οποία προκάλεσε την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 57 παράγραφος 5 ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις:

α) ο αρμόδιος φορέας, ο οποίος έχει χορηγήσει τις παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 παράγραφος 1, οφείλει να καταβάλλει τις παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ' αυτόν, αφού λάβει υπόψη την επιδείνωση 7

β) το βάρος των εις χρήμα παροχών, συμπεριλαμβανομένων και των συντάξεων, φέρουν κατ' αναλογίαν οι φορείς, οι οποίοι συμμετείχαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 παράγραφος 5 στο βάρος των προηγουμένων παροχών. Αν το θύμα άσκησε όμως εκ νέου δραστηριότητα που δύναται να προκαλέσει ή να επιδεινώσει την επαγγελματική αυτή ασθένεια, είτε υπό τη νομοθεσία ενός από τα κράτη μέλη, στο οποίο είχε ήδη ασκήσει δραστηριότητα παρόμοιας φύσεως, είτε υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ο φορέας του κράτους αυτού φέρει το βάρος της διαφοράς μεταξύ του ποσού των παροχών που οφείλονται, αφού ληφθεί υπόψη η επιδείνωση και του ποσού των παροχών που οφείλονται προ της επιδεινώσεως.

Τμήμα 3 Διάφορες διατάξεις

Άρθρο 61 Κανόνες για τη λήψη υπόψη των ιδιομορφιών ορισμένων νομοθεσιών

1. Αν δεν υφίσταται ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων ή των επαγγελματικών ασθενειών στο έδαφος του κράτους μέλους όπου ευρίσκεται ο ενδιαφερόμενος ή αν υφίσταται τέτοια ασφάλιση, αλλά δεν προβλέπει αρμόδιο φορέα για την καταβολή παροχών εις είδος, οι παροχές αυτές καταβάλλονται από το φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την καταβολή των παροχών εις είδος σε περίπτωση ασθένειας.

2. Αν η νομοθεσία του αρμοδίου κράτους εξαρτά την εντελώς δωρεάν χορήγηση των παροχών εις είδος από τη χρησιμοποίηση της οργανωμένης από τον εργοδότη ιατρικής υπηρεσίας, οι εις είδος παροχές που χορηγούνται στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 52 και το άρθρο 55 παράγραφος 1, θεωρείται ότι έχουν χορηγηθεί από μια τέτοια ιατρική υπηρεσία.

3. Αν η νομοθεσία του αρμοδίου κράτους περιλαμβάνει σύστημα σχετικό με τις υποχρεώσεις του εργοδότη, οι παροχές εις είδος που χορηγούνται στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 52 και το άρθρο 55 παράγραφος 1 θεωρείται ότι έχουν χορηγηθεί κατόπιν αιτήσεως του αρμοδίου φορέα.

4. Όταν το σύστημα του αρμοδίου κράτους που αφορά την αποκατάσταση των ατυχημάτων εργασίας δεν έχει χαρακτήρα υποχρεωτικής ασφαλίσεως, οι παροχές εις είδος χορηγούνται απευθείας από τον εργοδότη ή τον ασφαλιστή που τον υποκαθιστά.

5. Όταν η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει ρητά ή σιωπηρά ότι τα εργατικά ατυχήματα ή οι επαγγελματικές νόσοι που συνέβησαν ή διαπιστώθηκαν προηγουμένως λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του βαθμού ανικανότητας, την αναγνώριση του δικαιώματος σε παροχές ή τον υπολογισμό του ποσού των παροχών, ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους λαμβάνει επίσης υπόψη τα εργατικά ατυχήματα ή τις επαγγελματικές νόσους που συνέβησαν ή διαπιστώθηκαν προηγουμένως υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους σαν να είχαν συμβεί ή διαπιστωθεί υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει.

6. Όταν η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει ρητά ή σιωπηρά ότι τα εργατικά ατυχήματα ή οι επαγγελματικές νόσοι που συνέβησαν ή διαπιστώθηκαν μεταγενέστερα λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του βαθμού ανικανότητας, την αναγνώριση του δικαιώματος σε παροχές ή τον υπολογισμό του ποσού των παροχών, ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους λαμβάνει επίσης υπόψη τα εργατικά ατυχήματα ή τις επαγγελματικές νόσους που συνέβησαν ή διαπιστώθηκαν μεταγενέστερα υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους σαν να είχαν συμβεί ή διαπιστωθεί υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει, υπό τον όρο:

1. ότι δεν έχει δοθεί αποζημίωση για το εργατικό ατύχημα ή για την επαγγελματική νόσο που συνέβη ή διαπιστώθηκε προγενέστερα υπό τη νομοθεσία που ο οργανισμός αυτός εφαρμόζει,

και

2. ότι για το εργατικό ατύχημα ή την επαγγελματική νόσο που συνέβη ή διαπιστώθηκε μεταγενέστερα, και με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5, δεν έχει δοθεί αποζημίωση σύμφωνα με τη νομοθεσία του άλλου κράτους μέλους υπό την οποία συνέβη ή διαπιστώθηκε.

Άρθρο 62 Ρύθμιση στην περίπτωση υπάρξεως περισσοτέρων συστημάτων στη χώρα κατοικίας ή διαμονής - Ανώτατη διάρκεια χορηγήσεως των παροχών αυτών

1. Αν η νομοθεσία του τόπου διαμονής ή κατοικίας περιλαμβάνει περισσότερα συστήματα ασφαλίσεως, οι διατάξεις που εφαρμόζονται στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς που προβλέπονται στο άρθρο 52 ή το άρθρο 55 παράγραφος 1, είναι εκείνες του συστήματος, στο οποίο υπάγονται οι χειρώνακτες εργαζόμενοι της βιομηχανίας χάλυβα. Αν όμως η νομοθεσία αυτή περιλαμβάνει ειδικό σύστημα για τους εργαζομένους των ορυχείων και των παρεμφερών επιχειρήσεων, οι διατάξεις του συστήματος αυτού εφαρμόζονται σε αυτήν την κατηγορία των εργαζομένων, όταν ο φορέας του τόπου διαμονής ή κατοικίας, στο οποίον απευθύνονται, είναι αρμόδιος για την εφαρμογή του συστήματος αυτού.

2. Αν η νομοθεσία κράτους μέλους ορίζει ανώτατη διάρκεια για τη χορήγηση των παροχών, ο φορέας που εφαρμόζει τη νομοθεσία αυτή δύναται να λάβει υπόψη την περίοδο κατά την οποία οι παροχές έχουν ήδη χορηγηθεί από το φορέα άλλου κράτους μέλους.

Τμήμα 4 Αποδόσεις μεταξύ φορέων

Άρθρο 63

1. Ο αρμόδιος φορέας οφείλει να αποδώσει το ποσό των εις είδος παροχών που έχουν χορηγηθεί για λογαριασμό του δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 52 και του άρθρου 55 παράγραφος 1.

2. Οι αποδόσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται και πραγματοποιούνται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στον κανονισμό εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 98 βάσει δικαιολογητικών των πραγματικών δαπανών.

3. Δύο ή περισσότερα μέλη ή οι αρμόδιες αρχές των κρατών αυτών δύνανται να προβλέπουν άλλους τρόπους αποδόσεως ή να παραιτούνται από οποιαδήποτε απόδοση μεταξύ των φορέων που υπάγονται στην αρμοδιότητά τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Άρθρο 64 Συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας

Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος επιδομάτων θάνατου από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν.

Άρθρο 65 Δικαίωμα επιδομάτων όταν ο θάνατος επέρχεται ή ο δικαιούχος κατοικεί σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

1. Αν ο μισθωτός ή μη μισθωτός, ο δικαιούχος ή ο αιτούμενος, σύνταξη ή μέλος της οικογένειάς του αποθάνει στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος, ο θάνατος θεωρείται ότι επήλθε στο έδαφος του αρμοδίου κράτους.

2. Ο αρμόδιος φορέας οφείλει να χορηγήσει επιδόματα θανάτου δυνάμει της νομοθεσίας που εφαρμόζεται απ' αυτόν, ακόμη και αν ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 έχουν επίσης εφαρμογή, αν ο θάνατος επήλθε λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας.

Άρθρο 66 Καταβολή των παροχών σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου συντάξεως που κατοικούσε σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας που εβαρύνετο με τις παροχές εις είδος

Σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου συντάξεως που οφείλεται δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους ή συντάξεων που οφείλονται δυνάμει των νομοθεσιών περισσοτέρων κρατών μελών, αν ο δικαιούχος αυτός κατοικούσε στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας που εβαρύνετο με τις εις είδος παροχές τις καταβαλλόμενες στον εν λόγω δικαιούχο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 28, τα επιδόματα θάνατου που οφείλονται κατά τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον εν λόγω φορέα, καταβάλλονται από το φορέα αυτόν και εις βάρος του, σαν να κατοικούσε ο δικαιούχος κατά το χρόνο του θανάτου του στο έδαφος του κράτους μέλους όπου ευρίσκεται ο φορέας αυτός.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν κατ' αναλογία για τα μέλη της οικογένειας του δικαιούχου συντάξεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΑΝΕΡΓΙΑ

Τμήμα 1 Κοινές διατάξεις

Άρθρο 67 Συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως

1. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από την συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό την ιδιότητα μισθωτού υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ως να επρόκειτο για περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός, υπό τον όρο πάντως ότι οι περίοδοι απασχολήσεως θα είχαν θεωρηθεί ως περίοδοι ασφαλίσεως αν είχαν πραγματοποιηθεί υπό τη νομοθεσία αυτή.

2. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από την πραγματοποίηση περιόδων απασχολήσεως, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό την ιδιότητα μισθωτού υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ως να επρόκειτο για περιόδους απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν.

3. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 71 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) και στοιχείο β) σημείο ii), η εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 τελεί υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος έχει πραγματοποιήσει τελευταία:

- στην περίπτωση της παραγράφου 1, περιόδους ασφαλίσεως,

- στην περίπτωση της παραγράφου 2, περιόδους απασχολήσεως,

κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας δυνάμει της οποίας ζητούνται οι παροχές.

4. Όταν η διάρκεια χορηγήσεως των παροχών εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2, κατά περίπτωση.

Άρθρο 68 Υπολογισμός των παροχών

1. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών βασίζεται επί του ποσού του προηγούμενου μισθού, λαμβάνει υπόψη αποκλειστικά το μισθό που εισέπραξε ο ενδιαφερόμενος για την τελευταία απασχόληση που άσκησε στο έδαφος του κράτους αυτού. Αν όμως ο ενδιαφερόμενος δεν έχει ασκήσει την τελευταία απασχόλησή του στο έδαφος αυτό επί τέσσερις τουλάχιστον εβδομάδες, οι παροχές υπολογίζονται βάσει του συνήθους μισθού που αντιστοιχεί, στον τόπο όπου κατοικεί ή διαμένει ο άνεργος, σε απασχόληση ισότιμη ή ανάλογη με εκείνη την οποία άσκησε τελευταία στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

2. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι το ποσό των παροχών ποικίλλει ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογένειας, λαμβάνει υπόψη και τα μέλη της οικογένειας του ενδιαφερομένου που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, σάν να κατοικούσαν στο έδαφος του αρμοδίου κράτους. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει αν, στη χώρα κατοικίας των μελών της οικογένειας, άλλο πρόσωπο έχει δικαίωμα παροχών ανεργίας για τον υπολογισμό των οποίων λαμβάνονται υπόψη τα μέλη της οικογένειας.

Τμήμα 2 Άνεργοι που μεταβαίνουν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

Άρθρο 69 Προϋποθέσεις και περιορισμοί διατηρήσεως του δικαιώματος παροχών

1. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός σε πλήρη ανεργία, ο οποίος πληροί τους όρους που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για να έχει δικαίωμα παροχών και ο οποίος μεταβαίνει σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη για να αναζητήσει εργασία, διατηρεί το δικαίωμα των παροχών αυτών υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις και με τους ακόλουθους περιορισμούς:

α) προ της αναχωρήσεώς του, πρέπει να έχει εγγραφεί ως αιτών εργασία και να έχει παραμείνει στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του αρμοδίου κράτους επί τέσσερις τουλάχιστον εβδομάδες μετά την έναρξη της ανεργίας. Οι αρμόδιες υπηρεσίες ή φορείς δύνανται, πάντως, να επιτρέψουν την αναχώρησή του προ της λήξεως της προθεσμίας αυτής 7

β) πρέπει να εγγραφεί ως αιτών εργασία στις υπηρεσίες απασχολήσεως καθενός των κρατών μελών στα οποία μεταβαίνει και να υποβάλλεται στον έλεγχο που είναι οργανωμένος εκεί. Ο όρος αυτός θεωρείται ότι εκπληρώθηκε για την προ της εγγραφής περίοδο, αν ο ενδιαφερόμενος εγγράφει εντός επτά ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε να είναι στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους, από το οποίο αναχώρησε. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η προθεσμία αυτή δύναται να παραταθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή τους αρμοδίους φορείς.

γ) το δικαίωμα παροχών διατηρείται επί χρονικό διάστημα τριών μηνών κατ' ανώτατο όριο, από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έπαυσε να είναι στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους από το οποίο αναχώρησε, χωρίς, η συνολική διάρκεια χορηγήσεως των παροχών να δύναται να υπερβεί το χρονικό διάστημα για το οποίο έχει δικαίωμα παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους αυτού. Στην περίπτωση του εποχιακά εργαζομένου, η διάρκεια αυτή περιορίζεται επιπλέον στο χρονικό διάστημα που απομένει μέχρι το τέλος της εποχής για την οποία έχει προσληφθεί.

2. Αν ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει στο αρμόδιο κράτος πριν από τη λήξη της περιόδου κατά την οποία έχει δικαίωμα παροχών, δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 1 στοιχείο γ), συνεχίζει να έχει δικαίωμα παροχών σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού 7 χάνει κάθε δικαίωμα παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του αρμοδίου κράτος αν δεν επιστρέψει εκεί πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η προθεσμία αυτή δύναται να παραταθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή τους αρμοδίους φορείς.

3. Επίκληση των διατάξεων της παραγράφου 1 δύναται να γίνει μια μόνο φορά μεταξύ δύο περιόδων απασχολήσεως.

4. Αν το αρμόδιο κράτος είναι το Βέλγιο, ο άνεργος που επιστρέφει εκεί, μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), ανακτά το δικαίωμα παροχών του κράτους αυτού μόνον αφού απασχοληθεί εκεί επί τρεις τουλάχιστον μήνες.

Άρθρο 70 Καταβολή παροχών και αποδόσεις

1. Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 69 παράγραφος 1, οι παροχές καταβάλλονται από το φορέα κάθε κράτους στο οποίο ο άνεργος μεταβαίνει προς αναζήτηση εργασίας.

Ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους, στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός κατά την τελευταία απασχόλησή του, οφείλει να αποδώσει το ποσό των παροχών αυτών.

2. Οι αποδόσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται και πραγματοποιούνται κατά την διαδικασία την οποία προβλέπει ο κανονισμός εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 98, είτε βάσει δικαιολογητικών των πραγματικών δαπανών, είτε βάσει κατ' αποκοπή ποσών.

3. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές των κρατών αυτών δύνανται να προβλέψουν άλλους τρόπους αποδόσεως ή πληρωμής, ή να παραιτηθούν από κάθε απόδοση μεταξύ των φορέων της αρμοδιότητάς τους.

Τμήμα 3 Άνεργοι που κατοικούσαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς τους σε κράτους μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

Άρθρο 71

1. Ο σε ανεργία μισθωτός που κατοικούσε κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος λαμβάνει παροχές κατά τις ακόλουθες διατάξεις:

α) i) ο μεθοριακός εργαζόμενος, ο οποίος ευρίσκεται σε μερική ή προσωρινή ανεργία στην επιχείρηση που τον απασχολεί, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους, σαν να κατοικούσε στο έδαφος του κράτους αυτού 7 οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα 7

ii) ο μεθοριακός εργαζόμενος, ο οποίος ευρίσκεται σε πλήρη ανεργία, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σαν να είχε υπαχθεί στη νομοθεσία αυτή κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του 7 οι παροχές αυτές καταβάλλονται από το φορέα του τόπου κατοικίας και εις βάρος του 7

β) i) ο μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος ευρίσκεται σε μερική ή προσωρινή ή πλήρη ανεργία και ο οποίος παραμένει στη διάθεση του εργοδότη του ή των υπηρεσιών απασχολήσεως, στο έδαφος του αρμοδίου κράτους, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να κατοικούσε στο έδαφός του 7 οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα 7

ii) ο μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος ευρίσκεται σε πλήρη ανεργία και ο οποίος τίθεται στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως στο έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί ή επιστρέφει στο έδαφος αυτό, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να είχε ασκήσει εκεί την τελευταία του απασχολήση 7 οι παροχές αυτές καταβάλλονται από το φορέα του τόπου κατοικίας και εις βάρος του. Αν όμως στον μισθωτό αυτόν είχε αναγνωρισθεί το δικαίωμα παροχών εις βάρος του αρμοδίου φορέα του κράτους μέλους, στη νομοθεσία του οποίου υπήχθη τελευταία, λαμβάνει τις παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69. Το δικαίωμα των παροχών σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους της κατοικίας του αναστέλλεται για την περίοδο κατά την οποία ο άνεργος δύναται, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 69, να διεκδικήσει παροχές κατά τη νομοθεσία στην οποία είχε υπαχθεί τελευταία.

2. Ο άνεργος δεν δύναται να διεκδικήσει παροχές δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δικαιούται παροχών δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 1 στοιχείο α) σημείο i) ή στοιχείο β) σημείο i).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 (8) ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ

Άρθρο 72 (8) Συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας

Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση του δικαιώματος παροχών από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας που πραγματοποιήθηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός.

Άρθρο 72α (9) (14) Μισθωτοί εργαζόμενοι σε κατάσταση πλήρους ανεργίας

Ένας μισθωτός εργαζόμενος, σε κατάσταση πλήρους ανεργίας, στον οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 71 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) ή στοιχείο β) σημείο ii) πρώτη πρόταση, επωφελείται, για τα μέλη της οικογενείας του που κατοικούν στο έδαφος του ιδίου κράτους μέλους με αυτόν, των οικογενειακών παροχών σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους αυτού, όπως εάν αυτός είχε υπαχθεί στην εν λόγω νομοθεσία κατά τη διάρκεια της τελευταίας του απασχόλησης, λαμβανομένων υπόψη, αν χρειάζεται, των διατάξεων του άρθρου 72. Οι παροχές αυτές εξυπηρετούνται από την υπηρεσία του τόπου κατοικίας και επιβαρύνουν την ίδια.

Αν ο φορέας αυτός εφαρμόζει νομοθεσία η οποία προβλέπει κρατήσεις εισφορών που βαρύνουν τους ανέργους για την κάλυψη οικογενειακών παροχών, δύναται να διενεργεί τις κρατήσεις αυτές σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του.

Άρθρο 73 (8) Μισθωτοί ή μη μισθωτοί, τα μέλη της οικογένειας των οποίων κατοικούν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παραρτήματος VI.

Άρθρο 74 (8) Άνεργοι, τα μέλη της οικογένειας των οποίων κατοικούν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

Ο άνεργος μισθωτός ή μη μισθωτός που λαμβάνει παροχές ανεργίας δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οκογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παραρτήματος VI.

Άρθρο 75 (8) Καταβολή των παροχών

1. Οι οικογενειακές παροχές καταβάλλονται, στις περιπτώσεις του άρθρου 73, από τον αρμόδιο φορέα του κράτους στην νομοθεσία του οποίου υπάγεται ο μισθωτός ή μη μισθωτός και, στις περιπτώσεις του άρθρου 74, από τον αρμόδιο φορέα του κράτους δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου ο άνεργος μισθωτός η μη μισθωτός λαμβάνει παροχές ανεργίας. Οι παροχές καταβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται από τους φορείς αυτούς, ανεξάρτητα από το αν το φυσικό ή νομικό πρόσωπο προς το οποίο πρέπει να καταβληθούν κατοικεί ή διαμένει ή έχει την έδρα του στο έδαφος του αρμοδίου κράτους ή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

2. Αν πάντως το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να καταβληθούν οι οικογενειακές παροχές δεν τις χρησιμοποιεί για τη συντήρηση των μελών της οικογένειάς του, ο αρμόδιος φορέας απαλλάσσεται της υποχρέωσης με την καταβολή των παροχών αυτών στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο φέρει πραγματικά το βάρος συντηρήσεως των μελών της οικογενείας, κατόπιν αιτήσεως και μεσολαβήσεως του φορέα του τόπου κατοικίας τους ή του φορέα που υποδεικνύεται ή του οργανισμού που καθορίζεται για το σκοπό αυτό από την αρμόδια αρχή της χώρας κατοικίας τους.

3. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη δύνανται να συμφωνήσουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, να καταβάλει ο αρμόδιος φορέας τις οικογενειακές παροχές που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη αυτά, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο φέρει πραγματικά το βάρος συντηρήσεως των μελών της οικογενείας, είτε απευθείας είτε κατόπιν μεσολαβήσεως του φορέα του τόπου κατοικίας τους.

Άρθρο 76 (8) Κανόνες προτεραιότητας σε περίπτωση σώρευσης δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους και δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας όπου τα μέλη της οικογένειας έχουν την κατοικία τους

1. Όταν καταβάλλονται οικογενειακές παροχές, κατά την ίδια περίοδο, και για το ίδιο μέλος της οικογένειας λόγω άσκησης μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχουν την κατοικία τους τα μέλη της οικογένειας, αναστέλλεται το δικαιώμα προς είσπραξη οικογενειακών παροχών που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, ενδεχομένως, κατ' εφαρμογή των άρθρων 73 και 74, μέχρι του ποσού που προβλέπεται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους.

2. Εάν δεν υποβληθεί αίτηση παροχών στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαμένουν τα μέρη της οικογενείας, ο αρμόδιος φορέας του άλλου κράτους μέλους μπορεί να εφαρμόζει τις διατάξεις της παράγραφου 1, ως εάν εχορηγούντο οι παροχές στο πρώτο κράτος μέλος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ΠΑΡΟΧΕΣ ΓΙΑ ΤΕΚΝΑ ΣΥΝΤΗΡΟΥΜΕΝΑ ΑΠΟ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΡΦΑΝΑ

Άρθρο 77 Τέκνα συντηρούμενα από δικαιούχους συντάξεων

1. Ο όρος «παροχές» κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, καθορίζει τα οικογενειακά επιδόματα που προβλέπονται για τους δικαιούχους συντάξεως γήρατος, αναπηρίας, εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, καθώς και τις προσαυξήσεις ή τα συμπληρώματα των συντάξεων αυτών λόγω τέκνων των δικαιούχων αυτών, με εξαίρεση των συμπληρωμάτων που χορηγούνται βάσει συστημάτων ασφαλίσεως για εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες.

2. Οι παροχές χορηγούνται, οποιοδήποτε κι άν είναι το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο δικαιούχος συντάξεως ή τα τέκνα, κατά τους ακόλουθους κανόνες:

α) στον δικαιούχο συντάξεως που οφείλεται δυνάμει της νομοθεσίας ενός μόνον κράτους μέλους, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για τη ύνταξη 7

β) στον δικαιούχο συντάξεως που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας περισσοτέρων κρατών μελών:

i) σύμφωνα με την νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο δικαιούχος αυτός, αν το δικαίωμα για μια από τις παροχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 γεννήθηκε κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας του κράτους αυτού, αφού ληφθούν υπόψη, ενδεχομένως, οι διατάξεις του άρθρου 79 παράγραφος 1 στοιχείο α)

ή

ii) στις υπόλοιπες περιπτώσεις, σύμφωνα με εκείνη από τις νομοθεσίες των κρατών μελών αυτών στην οποία υπήχθη ο ενδιαφερόμενος επί περισσότερο χρόνο, αν το δικαίωμα για μια από τις παροχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 γεννήθηκε δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, αφού ληφθούν υπόψη, ενδεχομένως, οι διατάξεις του άρθρου 79 παράγραφος 1 στοιχείο α) 7 αν δεν γεννάται δικαίωμα δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, οι προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος εξετάζονται σε σχέση με τις νομοθεσίες των υπολοίπων ενδιαφερομένων κρατών μελών, κατά φθίνουσα σειρά της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία των κρατών μελών αυτών.

Άρθρο 78 Ορφανά

1. Ο όρος «παροχές», υπό το πνεύμα του παρόντος άρθρου, προσδιορίζει τα οικογενειακά επιδόματα και, ανάλογα με την περίπτωση, τα συμπληρωματικά η ειδικά επιδόματα που προβλέπονται για τα ορφανά, καθώς και τις συντάξεις ορφανών, με εξαίρεση των συντάξεων ορφανών που χορηγούνται βάσει συστημάτων ασφαλίσεως για εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες.

2. Οι παροχές για ορφανά χορηγούνται, οποιοδήποτε κι αν είναι το κράτος μέλος κατοικίας του ορφανού ή του φυσικού ή νομικού προσώπου που βαρύνεται με την πραγματική συντήρησή του, κατά τους ακόλουθους κανόνες:

α) για το ορφανό αποθανόντος μισθωτού ή μη μισθωτού, ο οποίος είχε υπαχθεί στη νομοθεσία ενός μόνον κράτους μέλους, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού 7

β) για το ορφανό αποθανόντος μισθωτού ή μη μισθωτού ο οποίος είχε υπαχθεί στις νομοθεσίες πολλών κρατών μελών:

i) σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί το ορφανό, αν το δικαίωμα για μια από τις παροχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 γεννήθηκε κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, αφού ληφθούν υπόψη, ενδεχομένως, οι διατάξεις του άρθρου 79 παράγραφος 1 στοιχείο α)

ή

ii) στις υπόλοιπες περιπτώσεις σύμφωνα με εκείνη από τις νομοθεσίες των κρατών μελών αυτών, στην οποία είχε υπαχθεί ο αποθανών επί περισσότερο χρόνο, αν το δικίωμα για μια από τις παροχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 γεννήθηκε δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, αφού ληφθούν υπόψη, ενδεχομένως, οι διατάξεις του άρθρου 79 παράγραφος 1 στοιχείο α) 7 αν δεν γεννάται δικαίωμα δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, οι προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος εξετάζονται σε σχέση με τις νομοθεσίες των υπολοίπων ενδιαφερομένων κρατών μελών, κατά φθίνουσα σειρά της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία των κρατών μελών αυτών.

Η νομοθεσία του κράτους μέλους που ισχύει για την καταβολή των παροχών που αναφέρονται στο άρθρο 77 υπέρ των τέκνων δικαιούχου συντάξεων, εξακολουθεί εντούτοις να ισχύει μετά το θάνατο του δικαιούχου αυτού για την καταβολή των παροχών στα ορφανά του.

Άρθρο 79 (7) Κοινές διατάξεις παροχών για συντηρούμενα τέκνα δικαιούχων συντάξεων και για ορφανά

1. Οι παροχές, υπό την έννοια των άρθρων 77 και 78, καταβάλλονται σύμφωνα με τη νομοθεσία που ορίζεται κατ' εφαρμογή των άρθρων αυτών από το φορέα που είναι αρμόδιος για την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής και εις βάρος του, σαν να είχε υπαχθεί ο δικαιούχος των συντάξεων ή ο αποθανών αποκλειστικά στη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους.

Πάντως:

α) αν η νομοθεσία αυτή προβλέπει ότι η κτήση, η διατήρηση ή η ανάκτηση του δικαιώματος παροχών εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως, μη μισθωτής δραστηριότητας ή κατοικίας, η διρκεια αυτή καθορίζεται αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον είναι ανάγκη, οι διατάξεις του άρθρου 45 ή του άρθρου 72, νάλογα με την περίπτωση 7

β) αν η νομοθεσία αυτή προβλέπει ότι το ποσό των παροχών υπολογίζεται βάσει του ποσού της συντάξεως ή ότι εξαρτάται, από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως, το ποσό των παροχών αυτών υπολογίζεται βάσει του θεωρητικού ποσού που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 παράγραφος 2.

2. Αν η εφαρμογή του κανόνα που ορίζεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο ii) και στο άρθρο 78 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο ii) έχει ως συνέπεια να καταστούν αρμόδια πολλά κράτη μέλη λόγω ίσης διάρκειας των περιόδων, οι παροχές υπό την έννοια του άρθρου 77 ή του άρθρου 78, κατά περίπτωση, χορηγούνται σύμφωνα με εκείνη από τις νομοθεσίες των κρατών μελών, στην οποία υπήχθη τελευταία ο δικαιούχος ή ο αποθανών.

3. Το δικαίωμα παροχών που οφείλονται είτε δυνάμει μόνο της εθνικής νομοθεσίας είτε κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 και των άρθρων 77 και 78 αναστέλλεται, αν τα τέκνα δικαιούνται οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους λόγω ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας. Στην περίπτωση αυτή, οι ενδιαφερόμενοι θεωρούνται σαν μέλη της οικογένειας μισθωτού ή μη μισθωτού.

ΤΙΤΛΟΣ IV ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 80 Σύνθεση και λειτουργία

1. Η διοικητική επιτροπή για την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων, καλουμένη στο εξής «διοικητική επιτροπή», η οποία υπάγεται στην Επιτροπή αποτελείται από έναν κυβερνητικό αντιπρόσωπο κάθε κράτους μέλους, ο οποίος επικουρείται, εφόσον είναι ανάγκη, από τεχνικούς συμβούλους. Ένας αντιπρόσωπος της Επιτροπής μετέχει με συμβουλευτική ψήφο στις συνεδριάσεις της διοικητικής επιτροπής.

2. Η διοικητική επιτροπή επικουρείται σε τεχνικά θέματα από το διεθνές γραφείο εργασίας στο πλαίσιο των συμφωνιών που συνήφθησαν προς το σκοπό αυτό μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της διεθνούς οργανώσεως εργασίας.

3. Το καταστατικό της διοικητικής επιτροπής καταρτίζεται με κοινή συμφωνία των μελών της.

Οι αποφάσεις σε θέματα ερμηνείας, που αφορούν το άρθρο 81 στοιχείο α), λαμβάνονται ομοφώνως. Στις αποφάσεις αυτές δίδεται η απαραίτητη δημοσιότητα.

4. Η γραμματεία της διοικητικής επιτροπής εξασφαλίζεται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής.

Άρθρο 81 Καθήκοντα της διοικητικής επιτροπής

Η διοικητική επιτροπή έχει τα ακόλουθα καθήκοντα:

α) χειρίζεται όλα τα διοικητικά θέματα ή τα θέματα ερμηνείας που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, από μεταγενέστερους κανονισμούς ή από οποιαδήποτε συμφωνία ή ρύθμιση στο πλαίσιο των κανονισμών αυτών, με την επιφύλαξη του δικαιώματος των ενδιαφερομένων αρχών, φορέων και προσώπων να προσφεύγουν στα δικαστήρια και σε διαδικασίες που προβλέπονται από τις νομοθεσίες των κρατών μελών, από τον παρόντα κανονισμό και από τη συνθήκη 7

β) μεριμνά, κατόπιν αιτήσεως των αρμοδιών αρχών, φορέων και δικαστικών αρχών των κρατών μελών, για όλες τις μεταφράσεις των εγγράφων που αφορούν την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και κυρίως για τις μεταφράσεις των αιτήσεων προσώπων που δικαιούνται τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό 7

γ) προάγει και αναπτύσσει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών επί θεμάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, κυρίως όσον αφορά υγειονομικά και κοινωνικά μέτρα κοινού ενδιαφέροντος 7

δ) προάγει και αναπτύσσει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών για την επίσπευση της εκκαθαρίσεως των παροχών κατά τον παρόντα κανονισμό και κυρίως αυτών που οφείλονται λόγω αναπηρίας, γήρατος και θανάτου (συντάξεις), αφού ληφθεί υπόψη η εξέλιξη της τεχνικής των διοικητικών διαδικασιών 7

ε) συγκεντρώνει τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την κατάρτιση των λογαριασμών που αφορούν τα βάρη των φορέων των κρατών μελών βάσει των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και εγκρίνει τους ετήσιους λογαριασμούς μεταξύ των φορέων αυτών 7

στ) ασκεί άλλα καθήκοντα για το οποία είναι αρμόδια δυνάμει των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, μεταγενεστέρων κανονισμών ή άλλων συμφωνιών ή ρυθμίσεων στο πλαίσιο των κανονισμών αυτών 7

ζ) υποβάλλει προτάσεις στην Επιτροπή για την επεξεργασία νεωτέρων κανονισμών, καθώς και για την αναθεώρηση του παρόντος και των μεταγενεστέρων κανονισμών.

ΤΙΤΛΟΣ V ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 82 (Β) Σύσταση, σύνθεση και λειτουργία

1. Συνιστάται συμβουλευτική επιτροπή για την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων που καλείται στο εξής «συμβουλευτική επιτροπή» και αποτελείται από 90 μέλη, κατ' αναλογία, για κάθε κράτος μέλος, από:

α) δύο αντιπροσώπους της κυβερνήσεως, ένας τουλάχιστον από τους οποίους πρέπει να είναι μέλος της Διοικητικής Επιτροπής 7

β) δύο αντιπροσώπους των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων 7

γ) δύο αντιπροσώπους των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργοδοτών.

Για καθεμία από τις ανωτέρω κατηγορίες διορίζεται ένα αναπληρωματικό μέλος κατά κράτος μέλος.

2. Τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη της συμβουλευτικής επιτροπής διορίζονται από το Συμβούλιο, το οποίο επιδιώκει, κατά την εκλογή των αντιπροσώπων των συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών, να επιτύχει δίκαιη εκπροσώπηση των διαφόρων ενδιαφερομένων τομέων στη σύνθεση της επιτροπής.

Ο κατάλογος των τακτικών και των αναπληρωματικών μελών δημοσιεύεται από το Συμβούλιο στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

3. Η θητεία των τακτικών και των αναπληρωματικών μελών είναι διετής. Ο επαναδιορισμός τους επιτρέπεται. Μετά τη λήξη της θητείας τους, τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη παραμένουν εν ενεργεία μέχρι της αντικαταστάσεώς τους ή μέχρις ανανεώσεως της θητείας τους.

4. Η συμβουλευτική επιτροπή προεδρεύεται από αντιπρόσωπο της Επιτροπής. Ο πρόεδρος δεν μετέχει στην ψηφοφορία.

5. Η συμβουλευτική επιτροπή συνέρχεται τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Συγκαλείται από τον πρόεδρό της, είτε με δική του πρωτοβουλία, είτε κατόπιν εγγράφου αιτήσεως προς αυτόν του ενός τρίτου τουλάχιστον των μελών. Η αίτηση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει συγκεκριμένες προτάσεις, όσον αφορά την ημερήσια διάταξη.

6. Με πρόταση του προέδρου της, η συμβουλευτική επιτροπή δύναται να αποφασίσει, κατ' εξαίρεση, να συμβουλευτεί πρόσωπα ή εκπροσώπους οργανισμών με ευρεία πείρα σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Εξάλλου, η Επιτροπή επικουρείται σε τεχνικά θέματα, υπό τους ίδιους όρους με τη διοικητική επιτροπή, από το διεθνές γραφείο εργασίας στο πλαίσιο των συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της διεθνούς οργανώσεως εργασίας.

7. Οι γνώμες και οι προτάσεις της συμβουλευτικής επιτροπής πρέπει να είναι αιτιολογημένες. Λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των εγκύρων ψήφων.

Η συμβουλευτική επιτροπή καταρτίζει κατά πλειοψηφία των μελών της τον εσωτερικό κανονισμό της, ο οποίος εγκρίνεται από το Συμβούλιο κατόπιν γνώμης της Επιτροπής.

8. Η γραμματεία της συμβουλευτικής επιτροπής εξασφαλίζεται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής.

Άρθρο 83 Καθήκοντα της συμβουλευτικής επιτροπής

Η συμβουλευτική επιτροπή δύναται, κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, της διοικητικής επιτροπής ή με δική της πρωτοβουλία:

α) να εξετάζει θέματα γενικά ή θέματα αρχής και προβλήματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των κανονισμών που εκδόθηκαν κατά τις διατάξεις του άρθρου 51 της συνθήκης 7

β) να διατυπώνει ανάλογες γνώμες προς τη διοικητική επιτροπή, καθώς και προτάσεις για ενδεχόμενη αναθεώρηση των κανονισμών.

ΤΙΤΛΟΣ VI ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 84 (7) Συνεργασία των αρμοδίων αρχών

1. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κοινοποιούν μεταξύ τους κάθε πληροφορία που αφορά:

α) τα μέτρα που ελήφθησαν για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού 7

β) τις τροποποιήσεις της νομοθεσίας τους που δύνανται να έχουν επίδραση στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

2. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, οι αρχές και οι φορείς των κρατών μελών παρέχουν μεταξύ τους κάθε δυνατή διευκόλυνση, ως να επρόκειτο για την εφαρμογή της δικής τους νομοθεσίας. Η διοικητική αλληλοβοήθεια των ανωτέρω αρχών και φορέων παρέχεται κατ' αρχήν δωρεάν. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δύνανται πάντως να συμφωνήσουν την απόδοση ορισμένων δαπανών.

3. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, οι αρχές και οι φορείς των κρατών μελών δύνανται να επικοινωνούν απευθείας μεταξύ τους, καθώς και με τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ή τους εκπροσώπους τους.

4. Οι αρχές, οι φορείς και τα δικαστήρια κράτους μέλους δεν δύνανται να απορρίψουν τις αιτήσεις ή άλλα έγγραφα, τα οποία τους απευθύνονται, επειδή έχουν συνταχθεί στην επίσημη γλώσσα άλλου κράτους μέλους. Προσφεύγουν, εφόσον συντρέχει λόγος, στις διατάξεις του άρθρου 81 στοιχείο β).

5. α) Εφόσον, δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή του κανονισμού εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 98, οι αρχές ή φορείς κράτους μέλους κοινοποιούν στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα σε αρχές ή φορείς άλλου κράτους μέλους, η κοινοποίηση αυτή υπόκειται στις διατάξεις της νομοθεσίας σχετικά με την προστασία στοιχείων του κράτους μέλους το οποίο τα διαβιβάζει.

Κάθε μεταγενέστερη κοινοποίηση καθώς και καταγραφή σε μνήμη, τροποποίηση και καταστροφή στοιχείων υπόκειται στις διατάξεις της νομοθεσίας σχετικά με την προστασία στοιχείων του κράτους μέλους το οποίο τα λαμβάνει.

β) Η χρησιμοποίηση στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα για σκοπούς άλλους από σκοπούς που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση είναι επιτρεπτή μόνον κατόπιν συγκατάθεσης του προσώπου που αφορούν ή σύμφωνα με άλλες εγγυήσεις που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο.

Άρθρο 85 Απαλλαγές ή μειώσεις φόρων - Απαλλαγή επικυρώσεως

1. Το προνόμιο των απαλλαγών ή μειώσεων φόρων, χαρτοσήμου, δικαστικών τελών ή εγγραφής που προβλέπεται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για τα πιστοποιητικά ή τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομισθούν κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας του κράτους αυτού, επεκτείνεται στα αντίστοιχα πιστοποιητικά ή έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομισθούν κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή του παρόντος κανονισμού.

2. Κάθε πράξη, έγγραφο και άλλου είδους πιστοποιητικό, το οποίο πρέπει να προσκομισθεί κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, απαλλάσσεται της επικυρώσεως των διπλωματικών προξενικών αρχών.

Άρθρο 86 (14) Αιτήσεις, δηλώσεις ή προσφυγές που υποβάλλονται προς την αρχή, το φορέα ή δικαστήριο κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος

1. Οι αιτήσεις, δηλώσεις ή προσφυγές, οι οποίες κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους πρέπει να υποβληθούν εντός καθορισμένης προθεσμίας προς την αρχή, το φορέα ή το δικαστήριο του κράτους αυτού, γίνονται δεκτές, αν υποβληθούν εντός της ίδιας προθεσμίας προς αντίστοιχη αρχή, φορέα ή δικαστήριο άλλου κράτους μέλους. Στην περίπτωση αυτή, η επιληφθείσα αρχή, ο φορέας ή το δικαστήριο διαβιβάζει αμελλητί τις αιτήσεις, δηλώσεις ή προσφυγές αυτές προς την αρμόδια αρχή, το φορέα ή το δικαστήριο του πρώτου κράτους, είτε απευθείας είτε κατόπιν μεσολαβήσεως των αρμοδίων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών. Η ημερομηνία, κατά την οποία οι αιτήσεις, δηλώσεις ή προσφυγές αυτές υποβλήθηκαν προς την αρχή, το φορέα ή το δικαστήριο του δεύτερου κράτους, θεωρείται ως η ημερομηνία υποβολής τους προς την αρμόδια αρχή, τον αρμόδιο φορέα ή το αρμόδιο δικαστήριο.

2. Στην περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο, δικαιούμενο να το πράξει σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους, υποβάλει αίτηση οικογενειακών παροχών στο κράτος αυτό το οποίο όμως δεν είναι αρμόδιο κατά προτεραιότητα, η ημερομηνία κατά την οποία έγινε η πρώτη αυτή αίτηση θεωρείται ως η ημερομηνία υποβολής στην αρμόδια αρχή, τον αρμόδιο φορέα ή το αρμόδιο δικαστήριο, υπό τον όρο ότι θα υποβληθεί νέα αίτηση στο αρμόδιο κατά προτεραιότητα κράτος από πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού. Η δεύτερη αυτή αίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας ενός έτους το πολύ από την κοινοποίηση της απόρριψης της πρώτης αίτησης ή της παύσης καταβολής των παροχών στο πρώτο κράτος μέλος.

Άρθρο 87 Ιατρικές γνωματεύσεις

1. Οι ιατρικές γνωματεύσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους δύνανται να διενεργούνται, κατόπιν αιτήσεως του αρμόδιου φορέα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους από το φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας του δικαιούχου παροχών, κατά τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό εφαρμογής του άρθρου 98 ή, εν ελλείψει, κατά τους όρους που συφωνούνται μεταξύ των αρμοδίων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών.

2. Οι ιατρικές γνωματεύσεις που πραγματοποιούνται κατά τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, θεωρούνται ότι πραγματοποιήθηκαν στο έδαφος του αρμόδιου κράτους.

Άρθρο 88 Μεταφορά από ένα κράτος μέλος σε άλλο ποσών που οφείλονται βάσει του παρόντος κανονισμού

Σε αντίθετη περίπτωση οι μεταφορές ποσών που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού γίνονται σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές συμφωνίες κατά το χρόνο της μεταφοράς μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών. Αν δεν υφίστανται τέτοιες συμφωνίες μεταξύ δύο κρατών μελών, οι αρμόδιες αρχές των κρατών αυτών ή οι αρμόδιες αρχές για τις διεθνείς πληρωμές καθορίζουν από κοινού τα αναγκαία μέτρα για τη διενέργεια των μεταφορών αυτών.

Άρθρο 89 Ειδικές περιπτώσεις εφαρμογής ορισμένων νομοθεσιών

Οι ειδικές περιπτώσεις εφαρμογής των νομοθεσιών ορισμένων κρατών μελών αναφέρονται στο παράρτημα VI.

Άρθρο 90 (8)

. . . . . .

Άρθρο 91 Εισφορές εις βάρος εργοδοτών ή επιχειρήσεων μη εγκατεστημένων στο αρμόδιο κράτος

Ο εργοδότης δεν δύναται να υποχρεωθεί σε πληρωμή αυξημένων εισφορών επειδή η κατοικία του ή η έδρα της επιχειρησεώς του ευρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος.

Άρθρο 92 Είσπραξη εισφορών

1. Οι εισφορές που οφείλονται σε φορέα κράτους μέλους δύνανται να εισπραχθούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με τη διοικητική διαδικασία και με τις εγγυήσεις και τα προνόμια που ισχύουν για την είσπραξη των εισφορών που οφείλονται στον αντίστοιχο φορέα του τελευταίου αυτού κράτους.

2. Ο τρόπος εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 1 ρυθμίζεται κατά το αναγκαίο μέτρο από τον κανονισμό εφαρμογής του άρθρου 98 ή από συμφωνίες μεταξύ των κρατών μελών. Ο τρόπος αυτός εφαρμογής δύναται, επίσης, να αφορά και τη διαδικασία αναγκαστικής εισπράξεως.

Άρθρο 93 Δικαίωμα των οφειλετών φορέων έναντι τρίτων υπευθύνων

1. Αν, δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, χορηγούνται παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα τυχόν δικαιώματα του οφειλέτη φορέα έναντι του τρίτου, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας, ρυθμίζονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

α) όταν ο φορέας οφειλέτης υποκαθιστά σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ' αυτόν τον δικαιούχο στα δικαιώματα, τα οποία αυτός έχει έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος 7

β) όταν ο φορέας οφειλέτης έχει άμεσο δικαίωμα έναντι του τρίτου, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό.

2. Αν, δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, χορηγούνται παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, οι διατάξεις της νομοθεσίας αυτής, οι οποίες καθορίζουν σε ποιές περιπτώσεις αποκλείεται ή αστική ευθύνη των εργοδοτών ή των μισθωτών, τους οποίους απασχολούν, ισχύουν έναντι του ενδιαφερόμενου προσώπου ή του αρμόδιου φορέα.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1 ισχύουν, επίσης, για τα τυχόν δικαιώματα του οφειλέτη φορέα έναντι του εργοδότη ή των μισθωτών τους οποίους απασχολεί, σε όσες περιπτώσεις δεν αποκλειέται η ευθύνη τους.

3. Εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 3 ή/και το άρθρο 63 παράγραφος 3, δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους έχουν συνάψει συμφωνία παραιτήσεως από την απόδοση μεταξύ των φορέων που υπάγονται στην αρμοδιότητά τους, τα τυχόν δικαιώματα έναντι τρίτου υπευθύνου διέπονται από τους επόμενους κανόνες:

α) εφόσον ο φορέας του κράτους μέλους διαμονής ή κατοικίας χορηγεί παροχές σε άτομο για ζημία η οποία επήλθε στο έδαφος του, ο φορέας αυτός, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει, ασκεί το δικαίωμα υποκαταστάσεως ή στρέφεται άμεσα κατά του υποχρέου σε αποκατάσταση της ζημίας τρίτου 7

β) για την εφαρμογή του στοιχείου α):

i) ο δικαιούχος παροχών θεωρείται ασφαλισμένος στο φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας

και

ii) ο φορέας αυτός θεωρείται ως οφειλέτης φορέας 7

γ) οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εξακολουθούν να ισχύουν για παροχές μη περιλαμβανόμενες στη συμφωνία παραιτήσεως από την απόδοση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο.

ΤΙΤΛΟΣ VII ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 94 (7) (8) (11) (12) Μεταβατικές διατάξεις για τους μισθωτούς

1. Ο παρών κανονισμός δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα παροχών για περίοδο προγενέστερη της 1ης Οκτωβρίου 1972 ή της ημερομηνίας εφαρμογής του στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους.

2. Κάθε περίοδος ασφαλίσεως, καθώς και, κατά περίπτωση, κάθε περίοδος απασχολήσεως ή κατοικίας, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό τη νομοθεσία κράτους μέλους προ της 1ης Οκτωβρίου 1972 ή προ της ημερομηνίας εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1, δικαίωμα γεννάται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, ακόμη και αν αναφέρεται σε γεγονός προ της 1ης Οκτωβρίου 1972 ή της ημερομηνίας εφαρμογής του στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους.

4. Κάθε παροχή, η οποία δεν έχει εκκαθαρισθεί η έχει ανασταλεί λόγω της ιθαγένειας ή της κατοικίας του ενδιαφερομένου, εκκαθαρίζεται ή επαναφέρεται κατόπιν αιτήσεως αυτού από την 1η Οκτωβρίου 1972 ή από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή σε τμήμα του εδφάφους αυτού του κράτους, με την επιφύλαξη ότι τα προηγουμένως εκκαθαρισθέντα δικαιώματα δεν ρυθμίστηκαν δι' εφάπαξ καταβολής.

5. Τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων, οι οποίοι επέτυχαν προ της ενάρξεως της 1ης Οκτωβρίου 1972 ή προ της ημερομηνίας εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του ενδιαφερομένου κράτους μέλους ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους την εκκαθάριση συντάξεως, δύνανται να αναθεωρηθούν, κατόπιν αιτήσεώς τους, αφού ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του κανονισμού αυτού. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, επίσης, επί των παροχών που αναφέρονται στο άρθρο 78.

6. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 ή στην παράγραφο 5 υποβληθεί εντός δύο ετών από την 1η Οκτωβρίου 1972 ή από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, τα δικαιώματα που γεννώνται δυνάμει του κανονισμού αυτού αποκτώνται από την ημερομηνία αυτή, χωρίς να είναι δυνατόν να αντιταχθούν στους ενδιαφερομένους οι διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους περί εκπτώσεως ή παραγραφής δικαιωμάτων.

Το αυτό ισχύει όσον αφορά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στα εδάφη που έχουν ενσωματωθεί, από τις 3 Οκτωβρίου 1990, στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εφόσον η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 ή στην παράγραφο 5 έχει υποβληθεί σε προθεσμία δύο ετών από την 1η Ιουνίου 1992.

7. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 ή στην παράγφραφο 5 υποβληθεί μετά τη λήξη της διετούς προθεσμίας, από την 1η Οκτωβρίου 1972 ή από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους τα δικαιώματα, από τα οποία δεν εξέπεσε ο δικαιούχος ή τα οποία δεν παραγράφηκαν, αποκτώνται από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, με την επιφύλαξη τυχόν ευνοϊκότερων διατάξεων της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους.

Το αυτό ισχύει όσον αφορά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στα εδάφη που έχουν ενσωματωθεί, από τις 3 Οκτωβρίου 1990, στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εφόσον η αίτηση η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 4 ή στην παράγραφο 5 έχει υποβληθεί μετά την παρέλευση προθεσμίας δύο ετών από την 1η Ιουνίου 1992.

8. Σε περίπτωση σκληρογόνου πνευμονοκονιώσεως, η διάταξη του άρθρου 57 παράγραφος 5 ισχύει για τις παροχές εις χρήμα για επαγγελματική ασθένεια, αν δεν κατέστη δυνατόν να κατανεμηθούν οι δαπάνες για τις παροχές αυτές μεταξύ των ενδιαφερομένων φορέων προ της 1ης Οκτωβρίου 1972 λόγω ελλείψεως συμφωνίας μεταξύ των φορέων αυτών.

9. Τα οικογενειακά επιδόματα τα οποία λαμβάνουν οι μισθωτοί εργαζόμενοι στη Γαλλία ή οι μισθωτοί εργαζόμενοι σε ανεργία οι οποίοι εισπράττουν παροχές ανεργίας βάσει της γαλλικής νομοθεσίας για τα μέλη της οικογένειάς τους που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, στις 15 Νοεμβρίου 1989 εξακολουθούν να καταβάλλονται με τα ποσοστά, μέσα στα όρια και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που ισχύουν την ημερομηνία εκείνη, εφόσον το ποσό τους είναι ανώτερο από το ποσό των παροχών που θα οφείλονται από τις 16 Νοεμβρίου 1989 για όσο χρονικό διάστημα οι ενδιαφερόμενοι υπάγονται στη γαλλική νομοθεσία. Δεν λαμβάνονται υπόψη διακοπές διάρκειας μικρότερης του μήνα ούτε περίοδοι εισπράξεως παροχών ασθενείας ή ανεργίας.

Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, και ιδίως η κατανομή της επιβάρυνσης των επιδομάτων αυτών καθορίζονται με κοινή συμφωνία από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ή από τις αρμόδιες αρχές τους μετά από γνώμη της διοικητικής επιτροπής.

10. Τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων που έχουν επιτύχει, πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 45 παράγραφος 6 την εκκαθάριση σύνταξης, μπορούν να επανεξετάζονται μετά από αίτησή τους, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 45 παράγραφος 6.

Άρθρο 95 (6) (12) Μεταβατικές διατάξεις για τους μη μισθωτούς

1. Ο παρών κανονισμός δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα παροχών για περίοδο προγενέστερη της 1ης Ιουλίου 1982 ή της ημερομηνίας έναρξης εφαρμογής του στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους.

2. Κάθε περίοδος ασφάλισης καθώς και, κατά περίπτωση, κάθε περίοδος απασχόλησης, μη μισθωτής δραστηριότητας ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους πριν από την 1η Ιουλίου 1982 ή πριν από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους, λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφδωνα με τον παρόντα κανονισμό.

3. Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1, δικαίωμα γεννάται, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, ακόμη και αν αναφέρεται σε ασφαλιστικό κίνδυνο που επήλθε πριν από την 1η Ιουλίου 1982 ή πριν από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους.

4. Κάθε παροχή η οποία δεν έχει εκκαθαριστεί ή έχει ανασταλεί, λόγω της ιθαγένειας ή της κατοικίας του ενδιαφερόμενου, εκκαθαρίζεται ή επαναφέρεται, κατόπιν αιτήσεως αυτού, από την 1η Ιουλίου 1982 ή από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους, με την επιφύλαξη ότι προγηουμένως εκκαθαρισθέντα δικαιώματα δεν ρυθμίστηκαν δι' εφάπαξ καταβολής.

5. Τα δικαιώματα των ενδιαφερόμενων οι οποίοι επέτυχαν, πριν από την 1η Ιουλίου 1982 ή πριν από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους, την εκκαθάριση σύνταξης, μπορούν να αναθεωρηθούν κατόπιν αιτήσεώς τους, αφού ληφθεί υπόψη ο παρών κανονισμός. Η διάταξη αυτή ισχύει, επίσης, για τις υπόλοιπες παροχές που αναφέρονται στο άρθρο 78.

6. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 ή στην παράγραφο 5 υποβληθεί εντός προθεσμίας δύο ετών από την 1η Ιουλίου 1982 ή από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, τα δικαιώματα που γεννώνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού αποκτώνται από την ημερομηνία αυτή χωρίς να είναι δυνατό να αντιταχθούν στους ενδιαφερόμενους διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους περί εκπτώσεως ή παραγραφής των δικαιωμάτων.

Το αυτό ισχύει όσον αφορά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στα εδάφη που έχουν ενσωματωθεί, από τις 3 Οκτωβρίου 1990, στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εφόσον η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 ή στην παράγραφο 5 έχει υποβληθεί μετά την παρέλευση προθεσμίας δύο ετών από την 1η Ιουνίου 1992.

7. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 ή στην παράγραφο 5 υποβληθεί μετά τη λήξη της διετούς προθεσμίας από την 1η Ιουλίου 1982 ή την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, τα δικαιώματα από τα οποία δεν εξέπεσε ο δικαιούχος ή τα οποία δεν παραγράφηκαν, αποκτώνται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης με την επιφύλαξη τυχόν ευνοϊκότερων διατάξεων της νομοθεσίας κράτους μέλους.

Το αυτό ισχύει όσον αφορά την εφαρμογη του παρόντος κανονισμού στα εδάφη που έχουν ενσωματωθεί από τις 3 Οκτωβρίου 1990, στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εφόσον η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 ή στην παράγραφο 5 έχει υποβληθεί σε προθεσμία δύο ετών από την 1η Ιουνίου 1992.

Άρθρο 95α (11) Μεταβατικές διατάξεις για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1248/92 (1)

1. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1248/92 δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα για τις περιόδους πριν από την 1η Ιουνίου 1992.

2. Όλες οι περίοδοι ασφάλισης ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους πριν από την 1η Ιουνίου 1992, λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1249/92.

3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1, δικαίωμα γεννάται, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1248/92, ακόμη και αν αναφέρεται σε ασφαλιστικό κίνδυνο που επήλθε πριν από την 1η Ιουνίου 1992.

4. Τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων, οι οποίοι επέτυχαν πριν από την 1η Ιουνίου 1992 την εκκαθάριση συντάξεως, δύνανται να αναθεωρούνται, κατόπιν αιτήσεώς τους, αφού ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1248/92.

5. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 υποβληθεί εντός δύο ετών από την 1η Ιουνίου 1992, τα δικαιώματα που γεννώνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1248/92 αποκτώνται από την ημερομηνία αυτή, χωρίς να είναι δυνατόν να αντιτάσσονται στους ενδιαφερόμενους οι διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους περί εκπτώσεως ή παραγραφής δικαιωμάτων.

6. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 υποβληθεί μετά το τέλος της διετούς περιόδου από την 1η Ιουνίου 1992, τα δικαιώματα εκ των οποίων δεν εξέπεσε ο δικαιούχος ή τα οποία δεν παραγράφονται, αποκτώνται από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, με την επιφύλαξη τυχόν ευνοϊκότερων διατάξεων της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους.

Άρθρο 95β (14) Μεταβατικές διατάξεις για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1247/92 (2)

1. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1247/92 δεν γεννά κανένα δικαίωμα για περίοδο προγενέστερη της 1ης Ιουνίου 1992.

2. Οι περίοδοι κατοικίας μισθωτής ή μη μισθωτής επαγγελματικής δραστηριότητας που συμπληρώθηκαν στο έδαφος ενός κράτους μέλους πριν από την 1η Ιουνίου 1992 λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1247/92.

3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, δικαίωμα γεννάται, δυνάμει του κανονισμου (ΕΟΚ) αριθ. 1247/92, έστω και αν αφορά γεγονός που έλαβε χώρα πριν από την 1η Ιουνίου 1992.

4. Κάθε ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά που δεν έχει εκκαθαρισθεί ή έχει ανασταλεί λόγω της ιθαγένειας του ενδιαφερομένου εκκαθαρίζεται ή αποκαθίσταται, κατόπιν αιτήσεώς του, από 1ης Ιουνίου 1992, με την επιφύλαξη ότι για τα προηγούμενα δικαιώματα δεν έλαβε χώρα εφάπαξ καταβολή κεφαλαίου.

5. Τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων οι οποίοι πέτυχαν, πριν από την 1η Ιουνίου 1992, την εκκαθάριση σύνταξης μπορούν να αναθεωρηθούν κατόπιν αιτήσεώς τους, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1247/92.

6. Αν η αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 4 ή στην παράγραφο 5 υποβληθεί εντός προθεσμίας δύο ετών από την 1η Ιουνίου 1992, τα δικαιώματα που γεννώνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1247/92 αποκτώνται από την ημερομηνία αυτή, χωρίς να μπορούν να αντιταχθούν κατά του ενδιαφερομένου οι διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους περί εκπτώσεως ή παραγραφής δικαιωμάτων.

7. Αν η αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 4 ή στην παράγραφο 5 υποβληθεί μετά τη λήξη της διετούς προθεσμίας από την 1η Ιουνίου 1992, τα δικαιώματα, από τα οποία δεν εξέπεσε ο δικαιούχος ή τα οποία δεν παραγράφηκαν, αποκτώνται, από την ημερομηνία της αίτησης με την επιφύλαξη τυχόν ευνοϊκότερων διατάξεων της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους.

8. Η εφαρμογή του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1247/92 δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση παροχών οι οποίες χορηγήθηκαν πριν από την 1η Ιουνίου 1992 από τους αρμόδιους φορείς των κρατών μελών κατ' εφαρμογήν του τίτλου III του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 και για τις οποίες ισχύει το άρθρο 10 αυτού του τελευταίου κανονισμού.

9. Η εφαρμογή του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1247/92 δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη αίτησης ειδικής παροχής χωρίς συνεισφορά, χορηγούμενης ως συμπλήρωμα σύνταξης, την οποία υπέβαλε άτομο που πληρούσε τις προϋποθέσεις χορήγησης της εν λόγω παροχής πριν από την 1η Ιουνίου 1992, έστω και αν το άτομο αυτό κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος, με την επιφύλαξη του ότι η αίτηση για την εν λόγω παροχή υποβλήθηκε εντός προθεσμίας πέντε ετών από την 1η Ιουνίου 1992.

10. Παρά την παράγραφο 1, κάθε ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά, η οποία χορηγείται ως συμπλήρωμα σύνταξης και δεν έχει εκκαθαρισθεί ή έχει ανασταλεί λόγω του ότι ο ενδιαφερόμενος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος, εκκαθαρίζεται ή αποκαθίσταται, κατ' αίτησιν του ενδιαφερομένου, από 1ης Ιουνίου 1992 με ισχύ, στην πρώτη περίπτωση, από την ημερομηνία την οποία θα έπρεπε να εκκαθαριστεί η παροχή και, στη δεύτερη περίπτωση, κατά την ημερομηνία αναστολής της παροχής.

11. Όταν οι ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά όπως προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2α του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 μπορούν στη διάρκεια της ίδιας περιόδου και για το ίδιο άτομο, να χορηγηθούν δυνάμει το άρθρου 10α του ίδιου κανονισμού από τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί το άτομο αυτό και δυνάμει των παραγράφων 1 έως 10 του παρόντος άρθρου από τον αρμόδιο φορέα άλλου κράτους μέλους, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να σωρεύσει αυτές τις παροχές παρά μόνο μέχρι του ανώτατου ποσού της ειδικής παροχής την οποία θα μπορούσε να ζητήσει κατ' εφαρμογήν μιας εκ των εν λόγω νομοθεσιών.

12. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου 11, κυρίως δε, όσον αφορά τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή παροχές, η εφαρμογή των ρητρών μείωσης, αναστολής ή κατάργησης που προβλέπονται από τη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων μελών και η χορήγηση διαφορετικών συμπληρωμάτων, καθορίζονται με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων και ενδεχομένως με κοινή συμφωνία από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ή τις αρμόδιες αρχές τους.

Άρθρο 96 Συμφωνίες σχετικές με την απόδοση μεταξύ φορέων

Οι συμφωνίες που συνήφθησαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 παράγραφος 3, του άρθρου 63 παράγραφος 3 και του άρθρου 70 παράγραφος 3 πριν από την 1η Ιουλίου 1982, εφαρμόζονται και στα πρόσωπα για τα οποία έχει επεκταθεί από την ημερομηνία αυτή το ευεργέτημα αυτού το κανονισμού, εκτός αν αντιτίθεται ένα των κρατών μελών, συμβαλλόμενο μέλος των συμφωνιών αυτών.

Η αντίθετη αυτή γνώμη του κράτους μέλους παράγει έννομο αποτέλεσμα μόνον αν η αρμόδια αρχή του κράτους αυτού προβεί σε σχετική κοινοποίηση προς την αρμόδια αρχή του άλλου ή των άλλων ενδιαφερομένων κρατών πριν από την παρέλευση του τρίτου μήνα μετά από τη δημοσίευση του κανονισμού αυτού. Αντίγραφο της κοινοποίησεως αυτής υποβάλλεται στη διοικητική επιτροπή.

Άρθρο 97 Κοινοποιήσεις που αφορούν ορισμένες διατάξεις

1. Οι κοινοποιήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 σημείο i) στο άρθρο 5 και στο άρθρο 8 παράγραφος 2 απευθύνονται προς τον πρόεδρο του Συμβουλίου. Αναφέρουν την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος των σχετικών νόμων και συστημάτων ή, προκειμένου περί κοινοποιήσεων κατά το άρθρο 1 σημείο i), την ημερομηνία από την οποία ισχύει ο παρών κανονισμός για τα συστήματα που αναφέρονται στις δηλώσεις των κρατών μελών.

2. Οι κοινοποιήσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 98 Κανονισμός εφαρμογής

Μεταγενέστερος κανονισμός ρυθμίζει τον τρόπο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I (Α) (Β) (8) (9) (13) (14) (15)

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

I. Μισθωτοί ή/και μη μισθωτοί [Άρθρο 1 στοιχείο α) σημεία ii) και iii) του κανονισμού]

Α. ΒΕΛΓΙΟ

Χωρίς αντικείμενο.

Β. ΔΑΝΙΑ

1. Ως μισθωτός, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κανονισμού, θεωρείται το πρόσωπο το οποίο λόγω ασκήσεως μισθωτής δραστηριότητας υπάγεται:

α) για την προ της 1ης Σεπτεμβρίου 1977 χρονική περίοδο, στη νομοθεσία περί εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών 7

β) για τη χρονική περίοδο από την 1η Σεπτεμβρίου 1977 και μετέπειτα, στο σύστημα συμπληρωματικής ασφάλισης μισθωτών (arbejdsmarkedets tillζgspension, ATP).

2. Ως μη μισθωτός, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κανονισμού, θεωρείται το πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με το νόμο περί ημερήσιων παροχών εις χρήμα σε περίπτωση ασθένειας ή μητρότητας, δικαιούται αυτών των επιδομάτων βάσει επαγγελματικού εισοδήματος εκτός από εισόδημα μισθωτών υπηρεσιών.

Γ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Αν ο γερμανικός φορέας είναι ο αρμόδιος φορέας για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών, σύμφωνα με τον τίτλο III κεφάλαιο 7 του κανονισμού, θεωρείται, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κανονισμού:

α) ως μισθωτός, πρόσωπο ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά του κινδύνου της ανεργίας ή πρόσωπο το οποίο λαμβάνει, σε συνάρτηση με την ασφάλιση αυτή, παροχές εις χρήμα λόγω ασθένειας ή ανάλογες παροχές 7

β) ως μη μισθωτός, πρόσωπο που ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα και το οποίο υποχρεούται:

- να ασφαλισθεί ή να καταβάλλει εισφορές κατά του κινδύνου γήρατος σε σύστημα ασφαλίσεως μη μισθωτών ή

- να ασφαλισθεί στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ασφάλισης συντάξεως.

Δ. ΙΣΠΑΝΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

Ε. ΓΑΛΛΙΑ

Εάν ένας γαλλικός φορέας είναι ο αρμόδιος φορέας για τη χορήγηση των οικογενειακών παροχών σύμφωνα με τον τίτλο III κεφάλαιο 7 του κανονισμού:

1. θεωρείται ως μισθωτός, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κανονισμού, κάθε πρόσωπο το οποίο είναι υποχρεωτικά ασφαλισμένο στην κοινωνική ασφάλιση σύμφωνα με το άρθρο L 311-2 του κώδικα κοινωνικής ασφάλισης που πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις δραστηριότητας ή αμοιβής που προβλέπονται στο άρθρο L 313-1 του κώδικα κοινωνικής ασφάλισης προκειμένου να ευεργετηθεί των παροχών σε μετρητά της ασφάλειας ασθένειας, μητρότητας, αναπηρίας ή το πρόσωπο που λαμβάνει τις εν λόγω παροχές σε μετρητά 7

2. θεωρείται ως μη μισθωτός εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κανονισμού, κάθε πρόσωπο που ασκεί μη έμμισθη δραστηριότητα και το οποίο οφείλει να ασφαλισθεί και να καταβάλλει συνδρομή για την κάλυψη της ασφάλειας γήρατος σε ένα σύστημα μη μισθωτών εργαζομένων.

ΣΤ. ΕΛΛΑΔΑ

1. Θεωρούνται ως μισθωτοί, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) σημείο iii) του κανονισμού, τα πρόσωπα τα οποία είναι ασφαλισμένα στα πλαίσια του συστήματος ΟΓΑ, τα οποία ασκούν, αποκλειστικά, μισθωτή δραστηριότητα ή τα οποία υπάγονται ή έχουν υπαχθεί στη νομοθεσία ενός άλλου κράτους μέλους και τα οποία, ως εκ τούτου, έχουν ή είχαν την ιδιότητα του μισθωτού κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) του κανονισμού.

2. Για τη χορήγηση των οικογενειακών επιδομάτων του εθνικού συστήματος, θεωρούνται ως μισθωτοί, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κανονισμού, τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 στοιχείο α) σημεία i) και iii) του κανονισμού.

Ζ. ΙΡΛΑΝΔΙΑ

1. Ως μισθωτός, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κανονισμού, θεωρείται το πρόσωπο που είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά ή προαιρετικά, σύμφωνα με τις διατάξεις των τμημάτων 5 και 37 του κωδικοποιημένου νόμου του 1981 περί κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικών υπηρεσιών [Social Welfare (Consolidation) Act (1981)].

2. Ως μη μισθωτός, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κανονισμού, θεωρείται το πρόσωπο που είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά ή προαιρετικά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 Α του κωδικοποιημένου νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως και κοινωνικών υπηρεσιών [Social Welfare (Consolidation) Act (1981)].

Η. ΙΤΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

Θ. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Χωρίς αντικείμενο.

Ι. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Ως μη μισθωτός, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κανονισμού, θεωρείται το πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα ή επάγγελμα χωρίς σύμβαση εργασίας.

ΙΑ. ΑΥΣΤΡΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

ΙΒ. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

ΙΓ. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Ως μισθωτός ή μη μισθωτός, κατά την έννοια του άρθρου 1 περίπτωση α) σημείο ii) του κανονισμού, θεωρείται το πρόσωπο που είχε την ιδιότητα του μισθωτού ή μη μισθωτού κατά την έννοια της νομοθεσίας σχετικά με το σύστημα ασφάλισης γήρατος.

ΙΔ. ΣΟΥΗΔΙΑ

Ως μισθωτός ή μη μισθωτός, κατά την έννοια του άρθρου 1 περίπτωση α) σημείο ii) του κανονισμού, θεωρείται το πρόσωπο που είχε την ιδιότητα του μισθωτού ή μη μισθωτού κατά την έννοια της νομοθεσίας για την ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων.

ΙΕ. ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ως μισθωτός ή μη μισθωτός, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κανονισμού, θεωρείται το πρόσωπο που έχει την ιδιότητα του μισθωτού (employed earner) ή μη μισθωτού (self-employed earner), κατά την έννοια της νομοθεσίας της Μεγάλης Βρετανίας ή της νομοθεσίας της Βόρειας Ιρλανδίας, καθώς και το πρόσωπο στο οποίο οφείλονται εισφορές υπό την ιδιότητα μισθωτού (employed person) ή μη μισθωτού (self-employed person), κατά την έννοια της νομοθεσίας του Γιβραλτάρ.

ΙΙ. Μέλη της οικογένειας [Άρθρο 1 στοιχείο στ) δεύτερη πρόταση του κανονισμού]

Α. ΒΕΛΓΙΟ

Χωρίς αντικείμενο.

Β. ΔΑΝΙΑ

Όταν αποφασίζεται κατά πόσον υφίσταται δικαίωμα για παροχές σε είδος σε περίπτωση ασθένειας ή μητρότητας κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 παράγραφος 1 στοιχείο α) και του άρθρου 31 του κανονισμού, με τον όρο «μέλος της οικογένειας» νοείται:

1. ο/η σύζυγος μισθωτού εργαζομένου ή αυτοαπασχολουμένου ή άλλου ατόμου έχοντος την ιδιότητα του δικαιούχου βάσει του κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι ο ίδιος (ή η ίδια) δεν έχει προσωπικώς την ιδιότητα του δικαιούχου βάσει του κανονισμού ή

2. παιδί, κάτω των 18 ετών, το οποίο βρίσκεται υπό την επιμέλεια ατόμου έχοντος την ιδιότητα του δικαιούχου βάσει του κανονισμού.

Γ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

Δ. ΙΣΠΑΝΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

Ε. ΓΑΛΛΙΑ

Ο όρος «μέλος της οικογένειας» αφορά όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο L 512-3 του κώδικα κοινωνικής ασφάλισης.

ΣΤ. ΕΛΛΑΔΑ

Χωρίς αντικείμενο.

Ζ. ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Για τον καθορισμό του δικαιώματος παροχών ασθένειας και μητρότητας σε είδος κατ' εφαρμογή του κανονισμού, με τον όρο «μέλος της οικογένειας»; νοείται κάθε άτομο θεωρούμενο ως συντηρούμενο από το μισθωτό ή μη μισθωτό εργαζόμενο κατ' εφαρμογήν των νόμων περί υγείας από το 1947 έως το 1970 (Health Acts 1947-1970).

Η. ΙΤΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

Θ. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Χωρίς αντικείμενο.

Ι. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Χωρίς αντικείμενο.

ΙΑ. ΑΥΣΤΡΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

ΙΒ. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

ΙΓ. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Για τον καθορισμό του δικαιώματος παροχών εις είδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 1 του τίτλου III του κανονισμού, ως «μέλος της οικογένειας» νοείται ο/η σύζυγος ή το τέκνο σύμφωνα με το νόμο περί ασφαλίσεως ασθενείας.

ΙΔ. ΣΟΥΗΔΙΑ

Για τον καθορισμό του δικαιώματος παροχών εις είδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 1 του τίτλου III του κανονισμού, ως «μέλος της οικογένειας» νοείται ο/η σύζυγος ή το τέκνο κάτω των 18 ετών.

ΙΕ. ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Για τον καθορισμό του δικαιώματος παροχών σε είδος, ο όρος «μέλος της οικογενείας» σημαίνει:

1. Όσον αφορά τη νομοθεσία της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας:

1. τον (την) σύζυγο υπό τον όρο ότι:

α) το άτομο αυτό, είτε πρόκειται για μισθωτό ή μη μισθωτό εργαζόμενο, είτε για άλλο άτομο με την ιδιότητα του δικαιούχου δυνάμει του κανονισμού:

i) κατοικεί με τον (την) σύζυγο του (της)

ή

ii) συνεισφέρει στη συντήρησή του (της)

και

β) ο (η) σύζυγος:

i) δεν εισπράττει εισοδήματα ως μισθωτός, μη μισθωτός εργαζόμενος ή δικαιούχος δυνάμει του κανονισμού ή

ii) δεν δικαιούται παροχή κοινωνικής ασφάλισης ή σύνταξη που να βασίζεται σε δική του (της) ασφάλιση 7

2. κάθε άτομο το οποίο συντηρεί τέκνο, υπό τον όρο ότι:

α) ο μισθωτός, μη μισθωτός εργαζόμενος ή άλλο άτομο με την ιδιότητα τοιυ δικαιούχου δυνάμει του κανονισμού:

i) συμβιεί με το άτομο αυτό σαν να ήταν σύζυγοι ή

ii) συνεισφέρει στη συντήρηση του εν λόγω ατόμου

και

β) το εν λόγω άτομο:

i) δεν εισπράττει εισοδήματα ως μισθωτός, μη μισθωτός εργαζόμενος ή δικαιούχος δυνάμει του κανονισμού ή

ii) δεν δικαιούται παροχή κοινωνικής ασφάλισης ή σύνταξης που να βασίζεται σε δική του ασφάλιση 7

3. κάθε τέκνο για το οποίο ο μισθωτός, μη μισθωτός εργαζόμενος ή άλλο άτομο με την ιδιότητα του δικαιούχου δυνάμει του κανονισμού δικαιούται ή θα μπορούσε να δικαιούται επίδομα τέκνου.

2. Όσον αφορά τη νομοθεσία του Γιβραλτάρ: κάθε άτομο που θεωρείται συντηρούμενο κατά την έννοια του κανονισμού 1973 σχετικά με το ιατρικό καθεστώς της ομαδικής ιατρικής 1973 (Group Practice Scheme Ordinance, 1973).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II (Α) (Β) (8) (10) (15)

[Άρθρο 1 στοιχεία θ) και κα) του κανονισμού]

I. Ειδικά συστήματα για μη μισθωτούς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού δυνάμει του άρθρου 1 στοιχείο θ) τέταρτο εδάφιο

Α. ΒΕΛΓΙΟ

Χωρίς αντικείμενο.

Β. ΔΑΝΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

Γ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Οι φορείς ασφάλισης και πρόνοιας (Versicherungs-und Versorgungswerke) για ιατρούς, οδοντιάτρους, κτηνιάτρους, φαρμακοποιούς, δικηγόρους, πράκτορες διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (Patentanwδlte), συμβολαιογράφους (Wirtschaftsprόfer), συμβούλους και πληρεξούσιους επί φορολογικών θεμάτων (Steuerbevollmδchtigte), πλοηγούς (Seelotsen) και αρχιτέκτονες, που ιδρύθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας των Lδnder, και άλλοι φορείς ασφάλισης και πρόνοιας, ιδίως τα ταμεία πρόνοιας (Fόrsorgeeinrichtungen) και το σύστημα διευρυμένης κατανομής (erweiterte Honorarverteilung).

Δ. ΙΣΠΑΝΙΑ

1. Συστήματα ελεύθερης πρόνοιας που συμπληρώνουν ή προστίθενται στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, διοικούμενα από τα όργανα που διέπονται από το γενικό νόμο περί κοινωνικής ασφάλισης της 6ης Δεκεμβρίου 1941 και τον κανονισμό της 26ης Μαΐου 1943:

α) είτε όσον αφορά τις παροχές που συμπληρώνουν ή προστίθενται στην κοινωνική ασφάλιση 7

β) είτε όσον αφορά τα ταμεία αλληλοβοηθείας των ασφαλισμένων, των οποίων δεν προβλέπεται η ενσωμάτωση στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης δυνάμει των διατάξεων του σημείου 7 της έκτης μεταβατικής διάταξης του γενικού νόμου κοινωνικής ασφάλισης της 30ής Μαΐου 1974 και τα οποία, κατά συνέπεια, δεν υποκαθίστανται στα όργανα του υποχρεωτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

2. Συστήματα πρόνοιας ή/και με χαρακτήρα φιλανθρωπικό ή κοινωνικής αρωγής, τα οποία διαχειρίζονται όργανα που δεν υπόκεινται στο γενικό νόμο κοινωνικής ασφάλισης ή στο νόμο της 6ης Δεκεμβρίου 1941.

Ε. ΓΑΛΛΙΑ

1. Μη μισθωτοί, μη απασχολούμενοι στη γεωργία:

α) τα συμπληρωματικά συστήματα ασφάλισης γήρατος και τα συστήματα ασφάλισης αναπηρίας και θανάτου των μη μισθωτών, που αναφέρονται στα άρθρα L 658, L 659, L 663-11, L 663-12, L 682 και L 683-1 του Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης 7

β) οι συμπληρωματικές παροχές του άρθρου 9 του νόμου αριθ. 66.509 της 12ης Ιουλίου 1966.

2. Μη μισθωτοί απασχολούμενοι στην γεωργία:

οι ασφαλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 1049 και 1234.19 του Αγρονομικού Κώδικα, αντίστοιχα στον τομέα ασθένειας, μητρότητας και γήρατος και στον τομέα των εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών των μη μισθωτών των απασχολούμενων στη γεωργία.

ΣΤ. ΕΛΛΑΔΑ

Χωρίς αντικείμενο.

Ζ. ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

Η. ΙΤΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

Θ. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Χωρίς αντικείμενο.

Ι. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Χωρίς αντικείμενο.

ΙΑ. ΑΥΣΤΡΙΑ

Οι φορείς ασφάλισης και πρόνοιας (Versicherungs-und Versorgungswerke) ιδίως τα ταμεία πρόνοιας (Fόrsorgeeinrichtungen) και το σύστημα διευρυμένης κατανομής (erweiterte Honorarverteilung) για ιατρούς, κτηνιάτρους, δικηγόρους, και νομικούς συμβούλους, και πολιτικούς μηχανικούς (Ziviltechniker).

ΙΒ. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

ΙΓ. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

ΙΔ. ΣΟΥΗΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

ΙΕ. ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Χωρίς αντικείμενο.

II. Ειδικά επιδόματα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού δυνάμει του άρθρου 1 στοιχείο κα) σημείο i)

Α. ΒΕΛΓΙΟ

α) Επίδομα τοκετού 7

β) πριμ υιοθεσίας.

Β. ΔΑΝΙΑ

Ουδέν.

Γ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Ουδέν.

Δ. ΙΣΠΑΝΙΑ

Ουδέν.

Ε. ΓΑΛΛΙΑ

α) Επίδομα βρέφους χορηγούμενο μέχρι ηλικίας τριών μηνών 7

β) επίδομα υιοθεσίας.

ΣΤ. ΕΛΛΑΔΑ

Ουδέν.

Ζ. ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Ουδέν.

Η. ΙΤΑΛΙΑ

Ουδέν.

Θ. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

α) Τα επιδόματα προ του τοκετού 7

β) τα επιδόματα τοκετού.

Ι. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Ουδέν.

ΙΑ. ΑΥΣΤΡΙΑ

Το γενικό μέρος του επιδόματος τοκετού.

ΙΒ. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Ουδέν.

ΙΓ. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Το «πακέτο» μητρότητας ή εφάπαξ επίδομα μητρότητας σύμφωνα με το νόμο περί επιδόματος μητρότητας.

ΙΔ. ΣΟΥΗΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

ΙΕ. ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

III. Ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 2β οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού

Α. ΒΕΛΓΙΟ

Καμία.

Β. ΔΑΝΙΑ

Καμία.

Γ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ

α) Οι παροχές που χορηγούνται δυνάμει των νομοθεσιών των Lδnder υπέρ των μειονεκτούντων ατόμων, ιδίως υπέρ των τυφλών 7

β) το κοινωνικό επίδομα δυνάμει του νόμου για την ευθυγράμμιση των συντάξεων της 28ης Ιουνίου 1990.

Δ. ΙΣΠΑΝΙΑ

Καμία.

Ε. ΓΑΛΛΙΑ

Καμία.

ΣΤ. ΕΛΛΑΔΑ

Καμία.

Ζ. ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Καμία.

Η. ΙΤΑΛΙΑ

Καμία.

Θ. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Καμία.

Ι. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Καμία.

ΙΑ. ΑΥΣΤΡΙΑ

Επιδόματα χορηγούμενα βάσει της νομοθεσίας των ομοσπόνδων κρατιδίων σε πρόσωπα με αναπηρίες ή χρήζοντα φροντίδας.

ΙΒ. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Καμία.

ΙΓ. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

ΙΔ. ΣΟΥΗΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

ΙΕ. ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Καμία.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IIa (Β) (10) (12) (14) (15)

ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ

(Άρθρο 10α του κανονισμού)

Α. ΒΕΛΓΙΟ

α) Επιδόματα στα μειονεκτούνται άτομα (νόμος της 27ης Φεβρουαρίου 1987).

β) Εγγυημένο εισόδημα για ηλικιωμένα άτομα (νόμος της 1ης Απριλίου 1969).

γ) Εγγυημένες οικογενειακές παροχές (νόμος της 20ής Ιουλίου 1971).

Β. ΔΑΝΙΑ

α) Το σταθερό επίδομα επαναπροσαρμογής που καταβάλλεται σύμφωνα με το νόμο περί κοινωνικής βοήθειας με σκοπό τη συντήρηση ατόμων υπό επαναπροσαρμογή.

β) Δαπάνες στέγασης υπέρ των συνταξιούχων (νόμος σχετικά με το ατομικό βοήθημα στέγασης, που κωδικοποιήθηκε από το νόμο αριθ. 204 της 29ης Μαρτίου 1995).

Γ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Καμία.

Δ. ΙΣΠΑΝΙΑ

α) Παροχές δυνάμει του νόμου για την κοινωνική ενσωμάτωση των μειονεκτούντων ατόμων (νόμος αριθ. 13/82 της 7ης Απριλίου 1982).

β) Παροχές σε χρήμα ως βοήθεια στα ηλικιωμένα άτομα και στους ανίκανους προς εργασία ανάπηρους (βασιλικό διάταγμα αριθ. 2620/81 της 24ης Ιουλίου 1984).

γ) Συντάξεις αναπηρίας και γήρατος και οικογενειακές παροχές για συντηρούμενο τέκνο, μη ανταποδοτικού χαρακτήρα, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 132 παράγραφος 1, τα άρθρα 136α, 137α, 138α, 154α, 155α, 156α και 167, το άρθρο 168 παράγραφος 2, και τα άρθρα 169 και 170 του γενικού νόμου κοινωνικής ασφάλισης, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο αριθ. 26/90 της 20ής Δεκεμβρίου 1990, ο οποίος καθιερώνει στα πλαίσια της κοινωνικής ασφάλισης μη ανταποδοτικές παροχές.

Ε. ΓΑΛΛΙΑ

α) Συμπληρωματικό επίδομα του Εθνικού Ταμείου Αλληλεγγύης (νόμος της 30ής Ιουνιου 1956).

β) Επίδομα μειονεκτούντων ενηλίκων (νόμος της 30ής Ιουνίου 1975).

γ) Ειδικό επίδομα (νόμος της 10ης Ιουλίου 1952).

ΣΤ. ΕΛΛΑΔΑ

α) Ειδικές παροχές για ηλικιωμένα άτομα (νόμος αριθ. 1296/82).

β) Επίδομα τέκνων στις μη εργαζόμενες μητέρες των οποίων οι σύζυγοι καλούνται υπό τα όπλα (νόμος αριθ. 1483/84, άρθρο 23 παράγραφος 1).

γ) Επίδομα τέκνων στις εργαζόμενες μητέρες των οποίων οι σύζυγοι κρατούνται στις φυλακές (νόμος αριθ. 1483/84, άρθρο 23 παράγραφος 2).

δ) Επίδομα στους πάσχοντες από συγγενή αιμολυτική αναίμια (νομοθετικό διάταγμα αριθ. 321/69) (κοινή υπουργική απόφαση Γ4α/Φ. 222/οικ. 2204).

ε) Επίδομα κωφαλάλων (Α.Ν. αριθ. 421/37) (κοινή υπουργική απόφαση Γ4Β/Φ. 422/οικ. 2205).

στ) Επιδόματα ατόμων με βαρειές αναπηρίες (νομοθετικό διατάγμα αριθ. 162/73) (κοινή υπουργική απόφαση Γ4α/Φ. 225/οικ. 161).

ζ) Επίδομα σπαστικών (νομοθετικό διάταγμα αριθ. 162/72) (κοινή υπουργική απόφαση Γ4α/Φ. 224/οικ. 2207).

η) Επίδομα βαρειά νοητικά καθυστερημένων (νομοθετικό διατάγμα αριθ. 162/73) (κοινή υπουργική απόφαση Γ4β/Φ. 423/οικ. 2208).

θ) Επίδομα τυφλών (νόμος αριθ. 958/79) (κοινή υπουργική απόφαση Γ4β/Φ. 421/οικ. 2209).

Ζ. ΙΡΛΑΝΔΙΑ

α) Βοήθημα ανεργίας [Social Welfare (Consolidation) Act του 1981, μέρος III κεφάλαιο 2].

β) Συντάξεις γήρατος και σύνταξης για τυφλούς (χωρίς συνεισφορά) [Social Welfare (Consolidation) Act του 1981, μέρος III κεφάλαιο 3].

γ) Συντάξεις χήρας και ορφανού (χωρίς συνεισφορά) [Social Welfare (Consolidation) Act του 1981, μέρος III κεφάλαιο 4].

δ) Επίδομα για γονείς που ζουν μόνοι (Social Welfare Act του 1990, μέρος III).

ε) Επίδομα για επιμελητές αναπήρων (Social Welfare Act του 1990, μέρος IV).

στ) Συμπλήρωμα οικογενειακού εισοδήματος (Social Welfare Act του 1984, μέρος III).

ζ) Επίδομα επιβίωσης μειονεκτούντων ατόμων (Health Act του 1970, άρθρο 69).

η) Επίδομα κινητικότητας (Health Act του 1970, άρθρο 61).

θ) Επίδομα επιβίωσης πασχόντων από μολυσματικές νόσους (Health Act του 1947, άρθρο 5 και άρθρο 44 παράγραφος 5).

ι) Επίδομα περίθαλψης κατ' οίκον (Health Act του 1970, άρθρο 61).

κ) Επίδομα προνοίας τυφλού (Blind persons Act του 1920, κεφάλαιο 49).

κα) Επίδομα επανορθωτικής αγωγής για μειονεκτούντα άτομα (Health Act του 1970, άρθρα 68, 69 και 72).

Η. ΙΤΑΛΙΑ

α) Κοινωνικές συντάξεις για απόρους υπηκόους (νόμος αριθ. 153 της 30ής Απριλίου 1969).

β) Συντάξεις, επιδόματα και αποζημιώσεις για τους αναπήρους πολέμου και τους αναπήρους ειρηνικής περιόδου (νόμοι αριθ. 118 της 30ής Μαρτίου 1974, αριθ. 18 της 11ης Φεβρουαρίου 1980 και αριθ. 508 της 23ης Νοεμβρίου 1988).

γ) Συντάξεις και αποζημιώσεις για τους κωφάλαλους (νόμοι αριθ. 381 της 26ης Μαΐου 1970 και αριθ. 508 της 23ης Νοεμβρίου 1988).

δ) Συντάξεις και αποζημιώσεις για τους τυφλούς ειρηνικής περιόδου (νόμοι αριθ. 382 της 27ης Μαΐου 1970 και αριθ. 508 της 23ης Νοεμβρίου 1988).

ε) Συμπλήρωμα της βασικής σύνταξης (νόμοι αριθ. 638 της 11ης Νοεμβρίου 1983 και αριθ. 407 της 29ης Δεκεμβρίου 1990).

στ) Συμπλήρωμα του επιδόματος αναπηρίας (νόμος αριθ. 222 της 12ης Ιουνίου 1984).

ζ) Μηνιαίο επίδομα προσωπικής και συνεχούς βοήθειας στους συνταξιούχους λόγω ανικανότητας προς εργασία (νόμος αριθ. 222 της 12ης Ιουνίου 1984).

Θ. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

α) Ειδικό επίδομα σοβαρής αναπηρίας (νόμος της 16ης Απριλίου 1979).

β) Επίδομα μητρότητας (νόμος της 30ής Απριλίου 1980).

Ι. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Καμία.

ΙΑ. ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Αντισταθμιστικό συμπλήρωμα (Ομοσπονδιακός Νόμος περί Γενικών Κοινωνικών Ασφαλίσεων της 9ης Σεπτεμβρίου 1955, Ομοσπονδιακός Νόμος περί Κοινωνικής Ασφαλίσεως Εμπόρων της 11ης Οκτωβρίου 1978 και Ομοσπονδιακός Νόμος περί Κοινωνικής Ασφαλίσεως Γεωργών της 11ης Οκτωβρίου 1978).

β) Επίδομα ειδικής φροντίδας βάσει του οικείου αυστριακού Ομοσπονδιακού Νόμου (Bundespflegegeldgesetz) εξαιρουμένου του επιδόματος ειδικής φροντίδας που καταβάλλεται από φορείς ασφάλισης κατά ατυχήματος όταν η αναπηρία έχει προκληθεί από εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική νόσο.

ΙΒ. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

α) Οικογενειακά επιδόματα χωρίς συνεισφορά (νομοθετικό διάταγμα αριθ. 160/80 της 27ης Μαΐου 1980).

β) Επίδομα θηλασμού (νομοθετικό διάταγμα αριθ. 160/80 της 27ης Μαΐου 1980).

γ) Συμπληρωματικό επίδομα για παιδιά και νεαρά μειονεκτούντα άτομα (νομοθετικό διάταγμα αριθ. 160/80 της 27ης Μαΐου 1980).

δ) Επίδομα σε περίπτωση φοίτησης σε ειδικά σχολεία (νομοθετικό διατάγμα αριθ. 160/80 της 27ης Μαΐου 1980).

ε) Σύνταξη ορφανού χωρίς συνεισφορά (νομοθετικό διατάγμα αριθ. 160/80 της 27ης Μαΐου 1980).

στ) Σύνταξη αναπηρίας χωρίς συνεισφορά (νομοθετικό διατάγμα αριθ. 464/80 της 13ης Οκτωβρίου 1980).

ζ) Σύνταξη γήρατος χωρίς συνεισφορά (νομοθετικό διατάγμα αριθ. 464/80 της 13ης Οκτωβρίου 1980).

η) Συμπληρωματική σύνταξη για βαρειά αναπηρία (νομοθετικό διάταγμα αριθ. 160/80 της 27ης Μαΐου 1980).

θ) Σύνταξη χηρείας χωρίς συνεισφορά (κανονιστικό διάταγμα αριθ. 52/81 της 11ης Νοεμβρίου 1981).

ΙΓ. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

α) Επίδομα τέκνου (Νόμος 444/69).

β) Επίδομα αναπηρίας (Νόμος 124/88).

γ) Επίδομα στέγασης συνταξιούχων (Νόμος 591/78).

δ) Βασικό επίδομα ανεργίας (Νόμος περί επιδόματος ανεργίας, 602/84) όταν δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις επιδόματος βασισμένου στις αποδοχές.

ΙΔ. ΣΟΥΗΔΙΑ

α) Δημοτικά στεγαστικά συμπληρώματα της βασικής σύνταξης (Νόμος 1962: 392, επανέκδοση 1976: 1014).

β) Επιδόματα αναπηρίας μη καταβαλλόμενα σε εισπράττοντες σύνταξη (Νόμος 1962: 381, επανέκδοση 1982: 120).

γ) Επιδόματα αναπήρου τέκνου (Νόμος 1962: 381, επανέκδοση 1982: 120).

ΙΕ. ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

α) . . . . . .

β) Επίδομα επιμέλειας αναπήρων [νόμος του 1975 για την κοινωνική ασφάλιση της 20ής Μαρτίου 1975, άρθρο 37 και νόμος του 1975 για την κοινωνική ασφάλιση (Βόρεια Ιρλανδία) της 20ής Μαρτίου 1975, άρθρο 37].

γ) Οικογενειακό εισόδημα [νόμος του 1986 για την κοινωνική ασφάλιση της 25ης Ιουλίου 1986, άρθρα 20 έως 22 και κανονισμός του 1986 για την κοινωνική ασφάλιση (Βόρεια Ιρλανδία) της 5ης Νοεμβρίου 1986, άρθρα 21 έως 23].

δ) Επίδομα βοήθειας [νόμος του 1975 για την κοινωνική ασφάλιση της 20ής Μαρτίου 1975, άρθρο 35 και νόμος του 1975 για την κοινωνική ασφάλιση (Βόρεια Ιρλανδία) της 20ής Μαρτίου 1975, άρθρο 35].

ε) Ενίσχυση του εισοδήματος [νόμος του 1986 για την κοινωνική ασφάλιση της 25ης Ιουλίου 1986, άρθρα 20 έως 22 και άρθρο 23 και κανονισμός του 1986 για την κοινωνική ασφάλιση (Βόρεια Ιρλανδία) της 5ης Νοεμβρίου 1986, άρθρα 21 έως 24].

στ) Επίδομα επιβίωσης αναπήρων [νόμος του 1991 για το επίδομα επιβίωσης αναπήρων και το επίδομα εργασίας αναπήρων της 27ης Ιουνίου 1991, άρθρο 1 και κανονισμός του 1991 για το επίδομα επιβίωσης αναπήρων και το επίδομα εργασίας αναπήρων (Βόρεια Ιρλανδία) της 24ης Ιουλίου 1991, άρθρο 3].

ζ) Επίδομα εργασίας αναπήρων [νόμος του 1991 για το επίδομα επιβίωσης αναπήρων και το επίδομα εργασίας αναπήρων της 27ης Ιουνίου 1991, άρθρο 6 και κανονισμός του 1991 για το επίδομα επιβίωσης αναπήρων και το επίδομα εργασίας αναπήρων (Βόρεια Ιρλανδια) της 24ης Ιουλίου 1991, άρθρο 8].

η) Επιδόματα για ζητούντες εργασία βασιζόμενα στα εισοδήματα [Jobseekers Act 1995, 28 Ιουνίου 1995, τμήματα I, (2) (d), (ii) και 3, και Jobseekers (Northern Ireland) Order 1995, 18 Οκτωβρίου 1995, άρθρα 3 (2) (d), (ii) και 5].

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III (Α) (6) (7) (12) (14) (15)

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΕΡΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΥ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ - ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΕΡΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΔΕΝ ΕΚΤΕΙΝΕΤΑΙ ΕΠΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Ο ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ

[Άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο γ) και άρθρο 3 παράγραφος 3 του κανονισμού]

Γενικές παρατηρήσεις

1. Κατά το μέτρο που οι διατάξεις, οι οποίες αναφέρονται στο παρόν παράρτημα, περιέχουν αναφορές σε άλλες συμβατικές διατάξεις, αντικαθίστανται οι αναφορές αυτές με αναφορές στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, εκτός εάν οι εν λόγω συμβατικές διατάξεις καθεαυτές αναφέρονται στο παρόν παράρτημα.

2. Η ρήτρα καταγγελίας που προβλέπεται σε σύμβαση περί κοινωνικής ασφάλισης, ορισμένες διατάξεις της οποίας αναφέρονται στο παρόν παράρτημα, διατηρείται όσον αφορά τις διατάξεις αυτές.

Α. Διατάξεις συμβάσεων περί κοινωνικής ασφάλισης οι οποίες εξακολουθούν να εφαρμόζονται κατά παρέκκλιση του άρθρου 6 του κανονισμού [Άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού]

1. ΒΕΛΓΙΟ-ΔΑΝΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

2. ΒΕΛΓΙΟ-ΓΕΡΜΑΝΙΑ

α) Τα άρθρα 3 και 4 του υπό ημερομηνία 7 Δεκεμβρίου 1957 τελικού πρωτοκόλλου της γενικής συμβάσεως της ίδιας ημερομηνίας, όπως είναι διατυπωμένο στο συμπληρωματικό πρωτόκολλο της 10ης Νοεμβρίου 1960 7

β) η υπ' αριθ. 3 και από ημερομηνία 7 Δεκεμβρίου 1957 συμπληρωματική συμφωνία της γενικής συμβάσεως της ίδιας ημερομηνίας, όπως είναι διατυπωμένη στο συμπληρωματικό πρωτόκολλο της 10ης Νοεμβρίου 1960 (καταβολή συντάξεων για το χρόνο προ της ενάρξεως ισχύος της γενικής συμβάσεως).

3. ΒΕΛΓΙΟ-ΙΣΠΑΝΙΑ

Ουδέν.

4. ΒΕΛΓΙΟ-ΓΑΛΛΙΑ

α) Τα άρθρα 13, 16 και 23 της υπό ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 1948 συμπληρωματικής συμφωνίας της γενικής συμβάσεως της ίδιας ημερομηνίας (εργάτες ορυχείων και παρεμφερών επιχειρήσεων) 7

β) η ανταλλαγή επιστολών της 27ης Φεβρουαρίου 1953 (εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 2 της γενικής συμβάσεως της 17ης Ιανουαρίου 1948) 7

γ) η ανταλλαγή επιστολών της 29ης Ιουλίου 1953 περί επιδομάτων σε υπερήλικες μισθωτούς.

5. ΒΕΛΓΙΟ-ΕΛΛΑΔΑ

Άρθρο 15 παράγραφος 2, άρθρο 35 παράγραφος 2 και άρθρο 37 της γενικής συμβάσεως της 1ης Απριλίου 1958.

6. ΒΕΛΓΙΟ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

7. ΒΕΛΓΙΟ-ΙΤΑΛΙΑ

Το άρθρο 29 της σύμβασης της 30ής Απριλίου 1948.

8. ΒΕΛΓΙΟ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Άρθρα 2 και 4 της συμφωνίας της 27ης Οκτωβρίου 1971 (υπερπόντιες κοινωνικές ασφαλίσεις).

9. ΒΕΛΓΙΟ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Άρθρα 2 και 4 της συμφωνίας της 4ης Φεβρουαρίου 1969 (υπερπόντια επαγγελματική δραστηριότητα).

10. ΒΕΛΓΙΟ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 4 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 4ης Απριλίου 1977 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο III του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

11. ΒΕΛΓΙΟ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Άρθρα 1 και 5 της σύμβασης της 13ης Ιανουαρίου 1965 (κοινωνική ασφάλιση των υπαλλήλων Βελγικού Κογκό και Ρουάντα-Ουρούντι), υπό τη διατύπωση που εμφανίζεται στη συμφωνία τη συναφθείσα δι' ανταλλαγής επιστολών της 18ης Ιουνίου 1982.

12. ΒΕΛΓΙΟ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

13. ΒΕΛΓΙΟ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

14. ΒΕΛΓΙΟ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

15. ΔΑΝΙΑ-ΓΕΡΜΑΝΙΑ

α) Το σημείο 15 του τελικού πρωτοκόλλου της σύμβασης περί των κοινωνικών ασφαλίσεων της 14ης Αυγούστου 1953 7

β) η συμπληρωματική συμφωνία της 14ης Αυγούστου 1953 της προαναφερθείσας σύμβασης.

16. ΔΑΝΙΑ-ΙΣΠΑΝΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

17. ΔΑΝΙΑ-ΓΑΛΛΙΑ

Ουδέν.

18. ΔΑΝΙΑ-ΕΛΛΑΔΑ

Χωρίς αντικείμενο.

19. ΔΑΝΙΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

20. ΔΑΝΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

21. ΔΑΝΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Χωρίς αντικείμενο.

22. ΔΑΝΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Χωρίς αντικείμενο.

23. ΔΑΝΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 4 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 16ης Ιουνίου 1987 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο III του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

24. ΔΑΝΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

25. ΔΑΝΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Το άρθρο 10 της Σκανδιναβικής Συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 15ης Ιουνίου 1992.

26. ΔΑΝΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 10 της Σκανδιναβικής Συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 15ης Ιουνίου 1992.

27. ΔΑΝΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

28. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΙΣΠΑΝΙΑ

Το άρθρο 4 παράγραφος 1 και το άρθρο 45 παράγραφος 2 της σύμβασης κοινωνικής ασφάλισης της 4ης Δεκεμβρίου 1973.

29. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΓΑΛΛΙΑ

α) Το άρθρο 11 παράγραφος 1, το άρθρο 16 παράγραφος 2 και το άρθρο 19 της γενικής συμβάσεως της 10ης Ιουλίου 1950.

β) Το άρθρο 9 της υπ' αριθ. 1 και υπό ημερομηνία 10 Ιουλίου 1950 συμπληρωματικής συμφωνίας της γενικής συμβάσεως της ίδιας ημερομηνίας (εργάτες ορυχείων και παρεμφερών επιχειρήσεων).

γ) Η υπ' αριθ. 4 και υπό ημερομηνία 10 Ιουλίου 1950 συμπληρωματική συμφωνία της γενικής συμβάσεως της ίδιας ημερομηνίας, όπως είναι διατυπωμένη στην τροποποιητική πράξη υπ' αριθ. 2 της 18ης Ιουνίου 1955.

δ) Οι τίτλοι I και III της τροποποιητικής πράξεως υπ' αριθ. 2 της 18ης Ιουνίου 1955.

ε) Τα σημεία 6, 7 και 8 του υπό ημερομηνία 10 Ιουλίου 1950 γενικού πρωτοκόλλου της γενικής συμβάσεως της ίδιας ημερομηνίας.

στ) Οι τίτλοι II, III και IV της συμφωνίας της 20ής Δεκεμβρίου 1963 (κοινωνική ασφάλιση στο ομόσπονδο κράτος του Σάαρ).

30. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΕΛΛΑΔΑ

α) Άρθρο 5 παράγραφος 2 της γενικής συμβάσεως της 25ης Απριλίου 1961.

β) Άρθρο 8 παράγραφος 1, παράγραφος 2 στοιχείο β) και παράγραφος 3, άρθρα 9 έως 11 και κεφάλαια I και IV, στο μέτρο που αφορούν τα άρθρα αυτά, της σύμβασης περί ασφάλισης ανεργίας της 31ης Μαΐου 1961, καθώς και σημείωση στο πρακτικό της 14ης Ιουνίου 1980.

γ) Πρωτόκολλο της 7ης Οκτωβρίου 1991, σε συνδυασμό με τη σύμβαση της 6ης Ιουλίου 1984 που συνήφθη μεταξύ της κυβέρνησης της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με τη διευθέτηση ορισμένων προβλημάτων συνταξιοδότησης.

31. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

32. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

α) Το άρθρο 3 παράγραφος 2, το άρθρο 23 παράγραφος 2, το άρθρο 26 και το άρθρο 36 παράγραφος 3 της σύμβασης της 5ης Μαΐου 1953 (κοινωνικές ασφαλίσεις).

β) Η, υπό ημερομηνία 12 Μαΐου 1953, συμπληρωματική συμφωνία της σύμβασης της 5ης Μαΐου 1953 (καταβολή συντάξεων για το χρόνο προ της ενάρξεως της ισχύος της συμβάσεως).

33. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Τα άρθρα 4, 5, 6 και 7 της συνθήκης της 11ης Ιουλίου 1959 (Ausgleichsvertrag) διευθέτηση της διαφοράς μεταξύ Γερμανίας και Λουξεμβούργου).

34. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

α) Το άρθρο 3 παράγραφος 2 της συμβάσεως της 29ης Μαρτίου 1951.

β) Τα άρθρα 2 και 3 της, υπ' αριθ. 4 και υπό ημερομηνία 21 Δεκεμβρίου 1956, συμπληρωματικής συμφωνίας της συμβάσεως της 29ης Μαρτίου 1951 (διακανονισμός δικαιωμάτων ολλανδών εργαζομένων, που απεκτήθηκαν μεταξύ 13ης Μαΐου 1940 και 1ης Σεπτεμβρίου 1945 σύμφωνα με το γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης).

35. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 41 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 22ας Δεκεμβρίου 1966 όπως τροποποιήθηκε από τις συμπληρωματικές συμβάσεις αριθ. 1 της 10ης Απριλίου 1969, αριθ. 2 της 29ης Μαρτίου 1974 και αριθ. 3 της 29ης Αυγούστου 1980.

β) Οι παράγραφοι 3 στοιχεία γ) και δ), 17, 20 στοιχείο α) και 21 του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως.

γ) Το άρθρο 3 της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

δ) Η παράγραφος 3 στοιχείο ζ) του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

ε) Το άρθρο 4 παράγραφος 1 της συμβάσεως όσον αφορά τη γερμανική νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία τα ατυχήματα (και οι επαγγελματικές ασθένειες) που συμβαίνουν εκτός του εδάφους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και οι περίοδοι που συμπληρώνονται εκτός του εδάφους αυτής, δεν παρέχουν δικαίωμα παροχών ή παρέχουν τέτοιο δικαίωμα μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις, όταν οι δικαιούχοι κατοικούν εκτός του εδάφους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες:

i) η παροχή χορηγείται ήδη ή είναι απαιτητή κατά την 1η Ιανουαρίου 1994,

ii) ο δικαιούχος είχε ήδη τη συνήθη διαμονή του στην Αυστρία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, η δε καταβολή των συντάξεων που οφείλονται βάσει της ασφαλίσεως συντάξεως και ατυχήμτος αρχίζει πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1994, αυτό ισχύει και για τις περιόδους είσπραξης άλλης σύνταξης, συμπεριλαμβανομένης της σύνταξης επιζώντος, που αντικαθιστά την πρώτη, εφόσον οι περίοδοι είσπραξης ακολουθούν η μια την άλλη χωρίς διακοπή.

στ) Η παράγραφος 19 στοιχείο β) του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως. Για την εφαρμογή της παραγράφου 3 στοιχείο γ) της διάταξης αυτής το ποσό που λαμβάνεται υπόψη από τον αρμόδιο φορέα δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το οφειλόμενο ποσό για τις αντίστοιχες περιόδους το οποίο θα πρέπει να αποδοθεί από το φορέα αυτό.

ζ) Το άρθρο 2 της συμπληρωματικής συμβάσεως αριθ. 1 της 10ης Απριλίου 1969, της εν λόγω συμβάσεως.

η) Το άρθρο 1 παράγραφος 5 και το άρθρο 8 της συμβάσεως περί ασφαλίσεως ανεργίας της 19ης Ιουλίου 1978.

θ) Η παράγραφος 10 του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως.

36. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Άρθρο 5 παράγραφος 2 της σύμβασης της 6ης Νοεμβρίου 1964.

37. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

α) Το άρθρο 4 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 23ης Απριλίου 1979.

β) Το σημείο 9 στοιχείο α) του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως.

38. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

α) Το άρθρο 4 παράγραφος 2 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 27ης Φεβρουαρίου 1976.

β) Το σημείο 8 στοιχείο α) του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως.

39. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

α) Το άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 6 και το άρθρο 7 παράγραφοι 2 μέχρι 6 της σύμβασης περί κοινωνικής ασφάλισης της 20ής Απριλίου 1960.

β) Τα άρθρα 2 μέχρι 7 του τελικού πρωτοκόλλου της σύμβασης περί κοινωνικής ασφάλισης της 20ής Απριλίου 1960.

γ) Το άρθρο 2 παράγραφος 5 και το άρθρο 5 παράγραφοι 2 μέχρι 6 της σύμβασης περί ασφάλισης κατά της ανεργίας της 20ής Απριλίου 1960.

40. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΓΑΛΛΙΑ

Ουδέν.

41. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΕΛΛΑΔΑ

Χωρίς αντικείμενο.

42. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

43. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

Το άρθρο 5, το άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και το άρθρο 23 της σύμβασης κοινωνικής ασφάλισης της 30ής Οκτωβρίου 1979.

44. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

α) Το άρθρο 5 παράγραφος 2 της σύμβασης της 8ης Μαΐου 1969.

β) Το άρθρο 1 του διοικητικού διακανονισμού της 27ης Ιουνίου 1975 για την εφαρμογή της σύμβασης της 8ης Μαΐου 1969, όσον αφορά τους μη μισθωτούς εργαζόμενους.

45. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Το άρθρο 23 παράγραφος 2 της σύμβασης κοινωνικής ασφάλισης της 5ης Φεβρουαρίου 1974.

46. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 4 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 6ης Νοεμβρίου 1981 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο II του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

47. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Το άρθρο 4 παράγραφος 2, το άρθρο 16 παράγραφος 2 και το άρθρο 22 της γενικής συμβάσεως της 11ης Ιουνίου 1969.

48. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Το άρθρο 5 παράγραφος 2 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 19ης Δεκεμβρίου 1985.

49. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 5 παράγραφος 2 και το άρθρο 16 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 4ης Φεβρουαρίου 1983.

50. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

51. ΓΑΛΛΙΑ-ΕΛΛΑΔΑ

Άρθρο 16 παράγραφος 4 και άρθρο 30 της γενικής συμβάσεως της 19ης Απριλιου 1958.

52. ΓΑΛΛΙΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

53. ΓΑΛΛΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

α) Τα άρθρα 20 και 24 της γενικής συμβάσεως της 31ης Μαρτίου 1948

β) Η ανταλλαγή επιστολών της 3ης Μαρτίου 1956 (παροχές λόγω ασθένειας σε εποχιακά εργαζομένους στα αγροτικά επαγγέλματα).

54. ΓΑΛΛΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Τα άρθρα 11 και 14 της υπό ημερομηνία 12 Νοεμβρίου 1949 συμπληρωματικής συμφωνίας της γενικής συμβάσεως της ίδιας ημερομηνίας (εργάτες ορυχείων και παρεμφερών επιχειρήσεων).

55. ΓΑΛΛΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Το άρθρο 11 της υπό ημερομηνία 1 Ιουνίου 1954 συμπληρωμτικής συμφωνίας της γενικής συμβάσεως της 7ης Ιανουαρίου 1950 (εργάτες ορυχείων και παρεμφερών).

56. ΓΑΛΛΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Ουδέν.

57. ΓΑΛΛΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Ουδέν.

58. ΓΑΛΛΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Ουδέν.

59. ΓΑΛΛΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Ουδέν.

60. ΓΑΛΛΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Η ανταλλαγή διακοινώσεων της 27ης και 30ής Ιουλίου 1970 περί της καταστάσεως σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση των καθηγητών του Ηνωμένου Βασίλειου που ασκούν προσωρινά την επαγγελματική τους δραστηριότητα στη Γαλλία στο πλαίσιο της μορφωτικής συμβάσεως της 2ας Μαρτίου 1948.

61. ΕΛΛΑΔΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

62. ΕΛΛΑΔΑ-ΙΤΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

63. ΕΛΛΑΔΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Χωρίς αντικείμενο.

64. ΕΛΛΑΔΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Άρθρο 4 παράγραφος 2 της γενικής συμβάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 1966.

65. ΕΛΛΑΔΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 4 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 14ης Δεκεμβρίου 1979 όπως τροποποιήθηκε από τη συμπληρωματική σύμβαση της 21ης Μαΐου 1986 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο II του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

66. ΕΛΛΑΔΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

67. ΕΛΛΑΔΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Το άρθρο 5 παράγραφος 2 και το άρθρο 21 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 11ης Μαρτίου 1988.

68. ΕΛΛΑΔΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 5 παράγραφος 2 και τό άρθρο 23 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 5ης Μαΐου 1978, όπως τροποποιήθηκε από τη συμπληρωματική σύμβαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1984.

69. ΕΛΛΑΔΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Χωρίς αντικείμενο.

70. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

71. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Χωρίς αντικείμενο.

72. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Χωρίς αντικείμενο.

73. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Το άρθρο 4 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 1988 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

74. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

75. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

76. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

77. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Το άρθρο 8 της συμφωνίας της 14ης Σεπτεμβρίου 1971 περί κοινωνικής ασφάλισης.

78. ΙΤΑΛΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Το άρθρο 18 παράγραφος 2 και το άρθρο 24 της γενικής συμβάσεως της 29ης Μαΐου 1951.

79. ΙΤΑΛΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Το άρθρο 21 παράγραφος 2 της γενικής συμβάσεως της 28ης Οκτωβρίου 1952.

80. ΙΤΑΛΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 5 παράγραφος 3 και το άρθρο 9 παράγραφος 2 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 21ης Ιανουαρίου 1981.

β) Η παράγραφος 2 του τελικού πρωτοκόλλου και το άρθρο 4 της εν λόγω συμβάσεως, όσον αφορά πρόσωπα διαμένοντα σε τρίτο κράτος.

81. ΙΤΑΛΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

82. ΙΤΑΛΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

83. ΙΤΑΛΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 20 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 25ης Σεπτεμβρίου 1979.

84. ΙΤΑΛΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

85. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Ουδέν.

86. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 5 παράγραφος 2 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 21ης Δεκεμβρίου 1971, όπως τροποποιήθηκε από τις συμπληρωματικές συμβάσεις αριθ. 1 της 16ης Μαΐου 1973 και αριθ. 2 της 9ης Οκτωβρίου 1978.

β) Το άρθρο 3 παράγραφος 2 της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

γ) Το σημείο III του πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

87. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Άρθρο 3 παράγραφος 2 της σύμβασης της 12ης Φεβρουαρίου 1965.

88. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Το άρθρο 5 παράγραφος 2 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 15ης Σεπτεμβρίου 1988.

89. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 4 και το άρθρο 29 παράγραφος 1 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 21ης Φεβρουαρίου 1985 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

90. ΛΟΥΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

91. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 3 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 7ης Μαρτίου 1974, όπως τροποποιήθηκε από τη συμπληρωματική σύμβαση της 5ης Νοεμβρίου 1980 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

92. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Άρθρο 5 παράγραφος 2 και άρθρο 31 της σύμβασης της 19ης Ιουλίου 1979.

93. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

94. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 4 και το άρθρο 24 παράγραφος 3 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 2ας Ιουλίου 1976 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

95. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

96. ΑΥΣΤΡΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Ουδέν.

97. ΑΥΣΤΡΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

α) Το άρθρο 4 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 11ης Δεκεμβρίου 1985 όπως τροποποιήθηκε από τη συμπληρωματική σύμβαση της 9ης Μαρτίου 1993 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο II του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα διαμένοντα σε τρίτο κράτος.

98. ΑΥΣΤΡΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

α) Τα άρθρα 4 και 24 παράγραφος 1 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 11ης Νοεμβρίου 1975 όπως τροποποιήθηκε από τη συμπληρωματική σύμβαση της 21ης Οκτωβρίου 1982 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο II του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα διαμένοντα σε τρίτο κράτος.

99. ΑΥΣΤΡΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

α) Το άρθρο 3 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 22ας Ιουλίου 1980, όπως τροποποιήθηκε από τις συμπληρωματικές συμβάσεις αριθ. 1 της 9ης Δεκεμβρίου 1985 και αριθ. 2 της 13ης Οκτωβρίου 1992 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το πρωτόκολλο σχετικά με τις παροχές εις είδος της εν λόγω συμβάσεως εκτός από το άρθρο 2 παράγραφος 3 όσον αφορά πρόσωπα που δεν μπορούν να ζητήσουν θεραπεία σύμφωνα με το κεφάλαιο I του τίτλου III του κανονισμού.

100. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

101. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 6 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 25ης Οκτωβρίου 1978.

102. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

α) Άρθρο 2 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου για την ιατρική περίθαλψη, της 15ης Νοεμβρίου 1978.

β) Όσον αφορά τους πορτογάλους εργαζομένους και για το χρονικό διάστημα από τις 22 Οκτωβρίου 1987 και μέχρι το τέλος της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 220 παράγραφος 1 της πράξης προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας: το άρθρο 26 της σύμβασης περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 15ης Νοεμβρίου 1978, όπως τροποποιήθηκε με την ανταλλαγή επιστολών της 28ης Σεπτεμβρίου 1987.

103. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 10 της σκανδιναβικής συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 15ης Ιουνίου 1992.

104. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

105. ΣΟΥΗΔΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Το άρθρο 4 παράγραφος 3 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 29ης Ιουνίου 1987.

Β. Διατάξεις συμβάσεων το πεδίο εφαρμογής των οποίων δεν εκτείνεται επί όλων των προσώπων επί των οποίων εφαρμόζεται ο κανονισμός (άρθρο 3 παράγραφος 3 του κανονισμού)

1. ΒΕΛΓΙΟ-ΔΑΝΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

2. . . . . . .

3. ΒΕΛΓΙΟ-ΙΣΠΑΝΙΑ

Ουδέν.

4. ΒΕΛΓΙΟ-ΓΑΛΛΙΑ

α) Η ανταλλαγή επιστολών της 29ης Ιουλίου 1953 περί επιδομάτων σε υπερήλικες μισθωτούς.

β) Η ανταλλαγή επιστολών της 27ης Φεβρουαρίου 1953 (εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 2 της γενικής συμβάσεως της 17ης Ιανουαρίου 1948) 7

5. ΒΕΛΓΙΟ-ΕΛΛΑΔΑ

Ουδέν.

6. ΒΕΛΓΙΟ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Ουδέν.

7. ΒΕΛΓΙΟ-ΙΤΑΛΙΑ

Ουδέν.

8. ΒΕΛΓΙΟ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Άρθρα 2 και 4 της συμφωνίας της 27ης Οκτωβρίου 1971 (υπερπόντια κοινωνική ασφάλιση).

9. ΒΕΛΓΙΟ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Άρθρα 2 και 4 της συμφωνίας της 4ης Φεβρουαρίου 1969 (υπερπόντια επαγγελματική δραστηριότητα).

10. ΒΕΛΓΙΟ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 4 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 4ης Απριλίου 1977 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο III του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

11. ΒΕΛΓΙΟ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Άρθρα 1 και 5 της σύμβασης της 13ης Ιανουαρίου 1965 (κοινωνική ασφάλιση των υπαλλήλων Βελγικού Κογκό και Ρουάντα-Ουρούντι), υπό τη διατύπωση που εμφανίζεται στη συμφωνία τη συναφθείσα δι' ανταλλαγής επιστολών της 18ης Ιουνίου 1982.

12. ΒΕΛΓΙΟ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

13. ΒΕΛΓΙΟ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

14. ΒΕΓΛΙΟ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

15. ΔΑΝΙΑ-ΓΕΡΜΑΝΙΑ

α) Το σημείο 15 του τελικού πρωτοκόλλου της συμβάσεως περί των κοινωνικών ασφαλίσεων της 14ης Αυγούστου 1953.

β) Η συμπληρωματική συμφωνία της 14ης Αυγούστου 1953 της προαναφερθείσας.

16. ΔΑΝΙΑ-ΙΣΠΑΝΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

17. ΔΑΝΙΑ-ΓΑΛΛΙΑ

Ουδέν.

18. ΔΑΝΙΑ-ΕΛΛΑΔΑ

Χωρίς αντικείμενο.

19. ΔΑΝΙΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

20. ΔΑΝΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

21. ΔΑΝΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Χωρίς αντικείμενο.

22. ΔΑΝΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Χωρίς αντικείμενο.

23. ΔΑΝΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 4 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 16ης Ιουνίου 1987 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο I του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

24. ΔΑΝΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

25. ΔΑΝΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Ουδέν.

26. ΔΑΝΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Ουδέν.

27. ΔΑΝΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

28. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΙΣΠΑΝΙΑ

Το άρθρο 4 παράγραφος 1 και το άρθρο 45 παράγραφος 2 της σύμβασης κοινωνικής ασφάλισης της 4ης Δεκεμβρίου 1973.

29. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΓΑΛΛΙΑ

α) Το άρθρο 16 παράγραφος 2 και το άρθρο 19 της γενικής συμβάσεως της 10ης Ιουλίου 1950.

β) Η υπ' αριθ. 4 και υπό ημερομηνία 10 Ιουλίου 1950 συμπληρωματική συμφωνία της γενικής συμβάσεως της ίδιας ημερομηνίας, όπως είναι διατυπωμένη στην τροποποιητική πράξη υπ' αριθ. 2 της 18ης Ιουνίου 1955.

γ) Οι τίλοι I και III της τροποποιητικής πράξεως υπ' αριθ. 2 της 18ης Ιουνίου 1955.

δ) Τα σημεία 6, 7 και 8 του υπό ημερομηνία 10 Ιουλίου 1950 γενικού πρωτοκόλλου της γενικής συμβάσεως της ίδιας ημερομηνίας.

ε) Οι τίτλοι II, III και IV της συμφωνίας της 20ής Δεκεμβρίου 1963 (κοινωνική ασφάλιση στο ομόσπονδο κράτος του Σάαρ).

30. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΕΛΛΑΔΑ

Πρωτόκολλο της 7ης Οκτωβρίου 1991, σε συνδυασμό με τη σύμβαση της 6ης Ιουλίου 1984 που συνήφθη μεταξύ της κυβέρνησης της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με τη διευθέτηση ορισμένων προβλημάτων συνταξιοδότησης.

31. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

32. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

α) Το άρθρο 3 παράγραφος 2 και το άρθρο 26 της σύμβασης της 5ης Μαΐου 1953 (κοινωνικές ασφαλίσεις).

β) Η υπό ημερομηνία 12 Μαΐου 1953 συμπληρωματική συμφωνία της σύμβασης της 5ης Μαΐου 1953 (καταβολή συντάξεων για το χρόνο προ της ενάρξεως της ισχύος της συμβάσεως).

33. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Τα άρθρα 4, 5, 6 και 7 της συνθήκης της 11ης Ιουλίου 1959 (Ausgleichsvertrag) (διευθέτηση της διαφοράς μεταξύ Γερμανίας και Λουξεμβούργου).

34. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

α) Το άρθρο 3 παράγραφος 2 της σύμβασης της 29ης Μαρτίου 1951.

β) Τα άρθρα 2 και 3 της υπ' αριθ. 4 και υπό ημερομηνία 21 Δεκεμβρίου 1956 συμπληρωματικής συμφωνίας της σύμβασης της 29ης Μαρτίου 1951 (διακανονισμός δικαιωμάτων ολλανδών εργαζομένων που αποκτήθηκαν μεταξύ της 13ης Μαΐου 1940 και 1ης Σεπτεμβρίου 1945 σύμφωνα με το γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης).

35. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 41 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 22ας Δεκεμβρίου 1966 όπως τροποποιήθηκε από τις συμπληρωματικές συμβάσεις αριθ. 1 της 10ης Απριλίου 1969, αριθ. 2 της 29ης Μαρτίου 1974 και αριθ. 3 της 29ης Αυγούστου 1980.

β) Η παράγραφος 20 (α) του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως.

γ) Το άρθρο 3 της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

δ) Η παράγραφος 3 στοιχείο ζ) του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως.

ε) Το άρθρο 4 παράγραφος 1 της συμβάσεως όσον αφορά τη γερμανική νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία τα ατυχήματα (και οι επαγγελματικές ασθένειες) που συμβαίνουν εκτός του εδάφους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και οι περίοδοι που συμπληρώνονται εκτός του εδάφους αυτής, δεν παρέχουν δικαίωμα παροχών ή παρέχουν τέτοιο δικαίωμα μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις, όταν οι διακαιούχοι κατοικούν εκτός του εδάφους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες:

i) η παροχή χορηγείται ήδη ή είναι απαιτητή κατά την 1η Ιανουαρίου 1994,

ii) ο δικαιούχος είχε ήδη τη συνήθη διαμονή του στην Αυστρία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, η δε καταβολή των συντάξεων που οφείλονται βάσει τις ασφαλίσεως συντάξεως και ατυχήματος αρχίζει πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1994, αυτό ισχύει και για τις περιόδους είσπραξης άλλης σύνταξης, συμπεριλαμβανομένης της σύνταξης επιζώντος, που αντικαθιστά την πρώτη, εφόσον οι περίοδοι είσπραξης ακολουθούν η μια την άλλη χωρίς διακοπή.

στ) Η παράγραφος 19 στοιχείο β) του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως. Για την εφαρμογή της παραγράφου 3 στοιχείο γ) της διάταξης αυτής το ποσό που λαμβάνεται υπόψη από τον αρμόδιο φορέα δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το οφειλόμενο ποσό για τις αντίστοιχες περιόδους το οποίο θα πρέπει να αποδοθεί από το φορέα αυτό.

36. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Άρθρο 5 παράγραφος 2 της σύμβασης της 6ης Νοεμβρίου 1964.

37. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Το άρθρο 4 παράγραφος 2 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 27ης Φεβρουαρίου 1976.

38. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 4 παράγραφος 2 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 27ης Φεβρουαρίου 1976.

39. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

α) Το άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 6 και το άρθρο 7 παράγραφοι 2 μέχρι 6 της σύμβασης περί κοινωνικής ασφάλισης της 20ής Απριλίου 1960.

β) Τα άρθρα 2 έως 7 του τελικού πρωτοκόλλου της σύμβασης περί κοινωνικής ασφάλισης της 20ής Απριλίου 1960.

γ) Το άρθρο 2 παράγραφος 5 και το άρθρο 5 παράγραφοι 2 μέχρι 6 της σύμβασης περί ασφάλισης κατά της ανεργίας της 20ής Απριλίου 1960.

40. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΓΑΛΛΙΑ

Ουδέν.

41. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΕΛΛΑΔΑ

Χωρίς αντικείμενο.

42. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

43. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

Το άρθρο 5, το άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και το άρθρο 23 της σύμβασης κοινωνικής ασφάλισης της 30ής Οκτωβρίου 1979.

44. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

α) Το άρθρο 5 παράγραφος 2 της σύμβασης της 8ης Μαΐου 1969.

β) Το άρθρο 1 του διοικητικού διακανονισμού της 27ης Ιουνίου 1975 για την εφαρμογή της σύμβασης της 8ης Μαΐου 1969, όσον αφορά τους μη μισθωτούς εργαζόμενους.

45. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Το άρθρο 23 παράγραφος 2 της σύμβασης κοινωνικής ασφάλισης της 5ης Φεβρουαρίου 1974.

46. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 4 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 6ης Νοεμβρίου 1981 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο II του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

47. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Το άρθρο 4 παράγραφος 2, το άρθρο 16 παράγραφος 2 και το άρθρο 22 της γενικής συμβάσεως της 11ης Ιουνίου 1969.

48. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Το άρθρο 5 παράγραφος 2 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 19ης Δεκεμβρίου 1985.

49. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 5 παράγραφος 2 και το άρθρο 16 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 4ης Φεβρουαρίου 1983.

50. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

51. ΓΑΛΛΙΑ-ΕΛΛΑΔΑ

Ουδέν.

52. ΓΑΛΛΙΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

53. ΓΑΛΛΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

Τα άρθρα 20 και 24 της γενικής συμβάσεως της 31ης Μαρτίου 1948.

54. ΓΑΛΛΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Ουδέν.

55. ΓΑΛΛΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Ουδέν.

56. ΓΑΛΛΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Ουδέν.

57. ΓΑΛΛΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Ουδέν.

58. ΓΑΛΛΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

59. ΓΑΛΛΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Ουδέν.

60. ΓΑΛΛΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Η ανταλλαγή διακοινώσεων της 27ης και 30ής Ιουλίου 1970 περί της καταστάσεως σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση των καθηγητών του Ηνωμένου Βασιλείου που ασκούν προσωρινά την επαγγελματική τους δραστηριότητα στη Γαλλία στο πλαίσιο της μορφωτικής συμβάσεως της 2ας Μαρτίου 1948.

61. ΕΛΛΑΔΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

62. ΕΛΛΑΔΑ-ΙΤΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

63. ΕΛΛΑΔΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Χωρίς αντικείμενο.

64. ΕΛΛΑΔΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Ουδέν.

65. ΕΛΛΑΔΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 4 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 14ης Δεκεμβρίου 1979 όπως τροποποιήθηκε από τη συμπληρωματική σύμβαση της 21ης Μαΐου 1986 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο II του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

66. ΕΛΛΑΔΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

67. ΕΛΛΑΔΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Το άρθρο 5 παράγραφος 2 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 11ης Μαρτίου 1988.

68. ΕΛΛΑΔΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 5 παράγραφος 2 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 5ης Μαΐου 1978, όπως τροποποιήθηκε από τη συμπληρωματική σύμβαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1984.

69. ΕΛΛΑΔΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Χωρίς αντικείμενο.

70. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

71. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Χωρίς αντικείμενο.

72. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Χωρίς αντικείμενο.

73. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Το άρθρο 4 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 1988 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

74. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

75. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

76. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

77. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

78. ΙΤΑΛΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Ουδέν.

79. ΙΤΑΛΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Ουδέν.

80. ΙΤΑΛΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 5 παράγραφος 3 και το άρθρο 9 παράγραφος 2 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 21ης Ιανουαρίου 1981.

β) Η παράγραφος 2 του τελικού πρωτοκόλλου και το άρθρο 4 της εν λόγω συμβάσεως, όσον αφορά πρόσωπα διαμένοντα σε τρίτο κράτος.

81. ΙΤΑΛΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

82. ΙΤΑΛΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

83. ΙΤΑΛΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 20 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 25ης Σεπτεμβρίου 1979.

84. ΙΤΑΛΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

85. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Ουδέν.

86. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 5 παράγραφος 2 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 21ης Δεκεμβρίου 1971, όπως τροποποιήθηκε από τις συμπληρωματικές συμβάσεις αριθ. 1 της 16ης Μαΐου 1973 και αριθ. 2 της 9ης Οκτωβρίου 1978

β) Το άρθρο 3 παράγραφος 2 της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

γ) Το σημείο III του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

87. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Άρθρο 3 παράγραφος 2 της σύμβασης της 12ης Φεβρουαρίου 1965.

88. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Το άρθρο 5 παράγραφος 2 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 15ης Σεπτεμβρίου 1988.

89. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 4 και το άρθρο 29 παράγραφος 1 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 21ης Φεβρουαρίου 1985 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

90. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

91. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΑΥΣΤΡΙΑ

α) Το άρθρο 3 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 7ης Μαρτίου 1974, όπως τροποποιήθηκε από τη συμπληρωματική σύμβαση της 5ης Νοεμβρίου 1980 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο II του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

92. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Άρθρο 5 παράγραφος 2 της σύμβασης της 19ης Ιουλίου 1979.

93. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

94. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 4 και το άρθρο 24 παράγραφος 3 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 2ας Ιουλίου 1976 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

95. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

96. ΑΥΣΤΡΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Ουδέν.

97. ΑΥΣΤΡΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

α) Το άρθρο 4 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 11ης Δεκεμβρίου 1985 όπως τροποποιήθηκε από τη συμπληρωματική σύμβαση της 9ης Μαρτίου 1993 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο II του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα διαμένοντα σε τρίτο κράτος.

98. ΑΥΣΤΡΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

α) Τα άρθρα 4 και 24 παράγραφος 1 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 11ης Νοεμβρίου 1975, όπως τροποποιήθηκε από τη συμπληρωματική σύμβαση της 21ης Οκτωβρίου 1982 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το σημείο II του τελικού πρωτοκόλλου της εν λόγω συμβάσεως όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

99. ΑΥΣΤΡΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

α) Το άρθρο 3 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 22ας Ιουλίου 1980, όπως τροποποιήθηκε από τις συμπληρωματικές συμβάσεις αριθ. 1 της 9ης Δεκεμβρίου 1985 και αριθ. 2 της 31ης Οκτωβρίου 1992 όσον αφορά πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτο κράτος.

β) Το πρωτόκολλο σχετικά με τις παροχές εις είδος της εν λόγω συμβάσεως εκτός από το άρθρο 2 παράγραφος 3 όσον αφορά πρόσωπα που δεν μπορούν να ζητήσουν θεραπεία σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 του τίτλου III του κανονισμού.

100. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

101. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Το άρθρο 6 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 25ης Οκτωβρίου 1978.

102. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Το άρθρο 2 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου για την ιατρική περίθαλψη της 15ης Νοεμβρίου 1978.

103. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Ουδέν.

104. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

105. ΣΟΥΗΔΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Το άρθρο 4 παράγραφος 3 της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως της 29ης Ιουνίου 1987.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV (Β) (11) (13) (15)

[Άρθρο 37 παράγραφος 2, άρθρο 38 παράγραφος 3, άρθρο 45 παράγραφος 3, άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο β) και άρθρο 46β παράγραφος 2 του κανονισμού]

Α. Νομοθεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 του κανονισμού, σύμφωνα με τις οποίες το ύψος των παροχών αναπηρίας είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των ασφαλιστικών περιόδων

Α. ΒΕΛΓΙΟ

α) Η νομοθεσία περί γενικού καθεστώτος αναπηρίας, περί ειδικού καθεστώτος αναπηρίας των εργατών ορυχείων, περί ειδικού καθεστώτος ναυτικών εμπορικής ναυτιλίας.

β) Η νομοθεσία περί ασφαλίσεως των αυτοαπασχολούμενων κατά του κινδύνου ανικανότητας προς εργασία.

γ) Η νομοθεσία περί αναπηρίας στο πλαίσιο του συστήματος υπερποντίων κοινωνικών ασφαλίσεων και το καθεστώς αναπηρίας των πρώην υπαλλήλων του Βελγικού Κογκό και της Ρουάντα-Ουρούντι.

Β. ΔΑΝΙΑ

Ουδέν.

Γ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Ουδέν.

Δ. ΙΣΠΑΝΙΑ

Οι νομοθεσίες για την ασφάλιση αναπηρίας του γενικού συστήματος και των ειδικών συστημάτων.

Ε. ΓΑΛΛΙΑ

1. Μισθωτοί

Το σύνολο των νομοθεσιών περί ασφαλίσεως αναπηρίας, εκτός από τη νομοθεσία σχετικά με την ασφάλιση αναπηρίας του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως των εργατών ορυχείων.

2. Μη μισθωτοί

Η νομοθεσία περί της ασφαλίσεως αναπηρίας των μη μισθωτών που απασχολούνται στη γεωργία.

ΣΤ. ΕΛΛΑΔΑ

Η νομοθεσία περί του συστήματος γεωργικής ασφαλίσεως.

Ζ. ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Το τμήμα II κεφάλαιο 10 του κωδικοποιημένου νόμου του 1981 περί της κοινωνικής ασφαλίσεως και των κοινωνικών υπηρεσιών [Social Welfare (Consolidation) Act. 1981].

Η. ΙΤΑΛΙΑ

Ουδέν.

Θ. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Ουδέν.

Ι. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

α) Ο νόμος της 18ης Φεβρουαρίου 1966 περί της ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία, όπως τροποποιήθηκε.

β) Ο νόμος της 11ης Δεκεμβρίου 1975 περί της γενικής ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία, όπως τροποποιήθηκε.

ΙΑ. ΑΥΣΤΡΙΑ

Ουδέν.

ΙΒ. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Ουδέν.

ΙΓ. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Εθνική σύνταξη σε πρόσωπα με εκ γενετής αναπηρία ή σε πρόσωπα που κατέστησαν ανάπηρα σε νεαρή ηλικία (Νόμος περί εθνικών συντάξεων 547/93).

ΙΔ. ΣΟΥΗΔΙΑ

Ουδέν.

ΙΕ. ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ:

α) Μεγάλη Βρετανία:

Άρθρα 15 και 36 του νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως του 1975 (Social Security Act 1975).

Άρθρα 14, 15 και 16 του νόμου περί συντάξεων κοινωνικής ασφαλίσεως του 1975 (Social Security Pensions Act 1975).

β) Βόρεια Ιρλανδία:

Άρθρα 15 και 36 του νόμου του 1975 περί κοινωνικής ασφαλίσεως στη Βόρεια Ιρλανδία [Social Security (Northern Ireland) Act 1975].

Άρθρα 16, 17 και 18 του κανονισμού του 1975 περί συντάξεων κοινωνικής ασφαλίσεως στη Βόρεια Ιρλανδία [Social Security Pensions (Northern Ireland) Order 1975].

Β. Ειδικά συστήματα για μη μισθωτούς κατά την έννοια του άρθρου 38 παράγραφος 3 και του άρθρου 45 παράγραφος 3 του κανονισμού

Α. ΒΕΛΓΙΟ

Ουδέν.

Β. ΔΑΝΙΑ

Ουδέν.

Γ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Ασφάλιση γήρατος αγροτών (Alterssicherung fΰr Landwirte).

Δ. ΙΣΠΑΝΙΑ

Καθεστώς πρόωρης συνταξιοδοτήσεως για τους μη μισθωτούς εργαζόμενους στη ναυτιλία, οι οποίοι ασκούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο βασιλικό διάταγμα υπ' αριθ. 2309 της 23ης Ιουλίου 1970.

Ε. ΓΑΛΛΙΑ

Ουδέν.

ΣΤ. ΕΛΛΑΔΑ

Ουδέν.

Ζ. ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Ουδέν.

Η. ΙΤΑΛΙΑ

Συστήματα ασφάλισης συντάξεων (Assicurazione pensioni) για:

- γιατρούς (medici),

- φαρμακοποιούς (farmacisti),

- κτηνιάτρους (veterinari),

- μαίες (ostetriche),

- μηχανικούς και αρχιτέκτονες (ingegneri ed architetti),

- τοπογράφους (geometri),

- δικηγόρους και δικολάβους (avvocati e procuratori),

- διπλωματούχους οικονομικών επιστημών (dottori commercialisti),

- εμπειρογνώμονες-λογιστές και εμποριονόμους (ragionieri e periti commerciali),

- συμβούλους εργασίας (consulenti del lavoro),

- συμβολαιογράφους (notai),

- εκτελωνιστές (spedizionieri doganali).

Θ. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Ουδέν.

Ι. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Ουδέν.

ΙΑ. ΑΥΣΤΡΙΑ

Ουδέν.

ΙΒ. ΠΟΡΤΟΓΑΛΛΙΑ

Ουδέν.

ΙΓ. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Ουδέν.

ΙΔ. ΣΟΥΗΔΙΑ

Ουδέν.

ΙΕ. ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

Γ. Περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού, στις οποίες μπορεί να μην υπολογιστεί η παροχή σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού

Α. ΒΕΛΓΙΟ

Ουδέν.

Β. ΔΑΝΙΑ

Αιτήσεις συντάξεων που καθορίζονται σύμφωνα με το νόμο για την κοινωνική σύνταξη, εξαιρέσει των συντάξεων οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα IV μέρος Δ.

Γ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Ουδέν.

Δ. ΙΣΠΑΝΙΑ

Ουδέν.

Ε. ΓΑΛΛΙΑ

Ουδέν.

ΣΤ. ΕΛΛΑΔΑ

Ουδέν.

Ζ. ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Όλες οι αιτήσεις για σύνταξη αποχώρησης, ανταποδοτική σύνταξη γήρατος και σύνταξη χηρείας.

Η. ΙΤΑΛΙΑ

Αιτήσεις συντάξεων αναπηρίας, αποχώρησης και επιζώντων των μισθωτών καθώς και των ακολούθων κατηγοριών μη μισθωτών: γεωργοί, επίμορτοι αγρολήπτες, κτηματίες αγρότες, βιοτέχνες και πρόσωπα που εξασκούν εμπορικές δραστηριότητες.

Θ. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Ουδέν.

Ι. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Αιτήσεις συντάξεων γήρατος δυνάμει του νόμου της 31ης Μαΐου 1956 σχετικά με τη γενικευμένη ασφάλιση γήρατος, όπως τροποποιήθηκε.

ΙΑ. ΑΥΣΤΡΙΑ

Ουδέν.

ΙΒ. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Όλες οι αιτήσεις συντάξεων αναπηρίας, γήρατος και χηρείας.

ΙΓ. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Ουδέν.

ΙΔ. ΣΟΥΗΔΙΑ

Όλες οι αιτήσεις συντάξεων γήρατος και επικουρικών συντάξεων πλην των συντάξεων που αναφέρονται στο Παράρτημα IV, Μέρος Δ.

ΙΕ. ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Όλες οι αιτήσεις συνταξιοδότησης γήρατος ή χηρείας που καθορίζονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του τίτλου III κεφάλαιο 3 του κανονισμού, πλην των περιπτώσεων κατά τις οποίες:

α) Κατά τη διάρκεια οικονομικού έτους με ημερομηνία έναρξης την 6η Απριλίου 1975 ή μεταγενέστερη:

i) ο ενδιαφερόμενος συμπλήρωσε περιόδους ασφάλισης, απασχόλησης ή κατοικίας υπό τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου και ενός άλλου κράτους μέλους και

ii) ένα (ή περισσότερα) από τα αναφερόμενα στο σημείο i) οικονομικά έτη δεν λογίζονται ως έτη απόκτησης της ιδιότητας του δικαιούχου κατά την έννοια της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου.

β) Οι περίοδοι ασφάλισης που συμπληρώθηκαν υπό την ισχύουσα στο Ηνωμένο Βασίλειο νομοθεσία για τις προ της 5ης Ιουλίου 1948 περιόδους έχουν ενδεχομένως ληφθεί υπόψη για τους σκοπούς του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού δι' εφαρμογής περιόδων ασφάλισης, απασχόλησης ή κατοικίας υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους.

Δ. Παροχές και συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 46(β) παράγραφος 2 του κανονισμού

1. Παροχές που αναφέρονται στο άρθρο 46(β) παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού, των οποίων το ποσό είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή διαμονής που έχουν πραγματοποιηθεί:

α) Οι παροχές αναπηρίας που προβλέπονται από τις νομοθεσίες που αναφέρονται στο Μέρος Α του παρόντος Παραρτήματος.

β) Η πλήρης εθνική σύνταξη γήρατος που χορηγεί η Δανία μετά από δέκα έτη κατοικίας σε πρόσωπα στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί σύνταξη, το αργότερο από την 1η Οκτωβρίου 1989.

γ) Τα επιδόματα λόγω θανάτου και οι συντάξεις επιζώντος που χορηγεί η Ισπανία βάσει γενικών και ειδικών συνταξιοδοτικών συστημάτων.

δ) Τα επιδόματα χηρείας στα πλαίσια της ασφάλισης χηρείας του γαλλικού γενικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης ή του συστήματος για τους μισθωτούς του γεωργικού τομέα.

ε) Η σύνταξη ανάπηρου χήρου ή χήρας του γαλλικού γενικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης ή του συστήματος των μισθωτών του γεωργικού τομέα, όταν υπολογίζεται με βάση σύνταξη αναπηρίας του αποθανόντος συζύγου μετά από εκκαθάριση κατ' εφαρμογή του άρθρου 46(1) στοιχείο α) σημείο i).

στ) Η ολλανδική σύνταξη χηρείας δυνάμει του Νόμου της 9ης Απριλίου 1959 σχετικά με τη γενικευμένη ασφάλιση χηρών και ορφανών, όπως τροποποιήθηκε.

ζ) Οι φινλανδικές εθνικές συντάξεις, υπολογιζόμενες βάσει του Νόμου περί εθνικών συντάξεων της 8ης Ιουνίου 1956 και καταβαλλόμενες βάσει των μεταβατικών κανόνων του εθνικού νόμου περί συντάξεων (547/93).

η) Η πλήρης σουηδική βασική σύνταξη, καταβαλλόμενη βάσει της νομοθεσίας περί βασικών συντάξεων που ίσχυε πριν την 1η Ιανουαρίου 1993, και η πλήρης βασική σύνταξη, καταβαλλόμενη βάσει των μεταβατικών κανόνων της νομοθεσίας που ετέθη σε ισχύ από την ημερομηνία αυτή.

2. Παροχές που αναφέρονται στο άρθρο 46β παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού, το ποσό των οποίων καθορίζεται σε συνάρτηση με πλασματική περίοδο που θεωρείται συμπληρωθείσα μεταξύ της ημερομηνίας επελεύσεως του κινδύνου και μεταγενέστερης ημερομηνίας:

α) Οι δανικές συντάξεις πρόωρης συνταξιοδότησης των οποίων το ύψος καθορίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία που ίσχυε πριν από την 1η Οκτωβρίου 1984.

β) Οι γερμανικές συντάξεις αναπηρίας και επιζώντων για τις οποίες λαμβάνεται υπόψη μία συμπληρωματική περίοδος καθώς και οι γερμανικές συντάξεις γήρατος για τις οποίες λαμβάνεται υπόψη μία ήδη πραγματοποιηθείσα συμπληρωματική περίοδος.

γ) Οι ιταλικές συντάξεις πλήρους ανικανότητας προς εργασία («inabilitΰ»).

δ) Οι συντάξεις αναπηρίας και επιζώντων του Λουξεμβούργου.

ε) Οι φινλανδικές συντάξεις που βασίζονται στην απασχόληση, για τις οποίες έχουν ληφθεί υπόψη και μελλοντικές περίοδοι βάσει της εθνικής νομοθεσίας.

στ) Οι σουηδικές συντάξεις αναπηρίας και επιζώντων για τις οποίες έχει ληφθεί υπόψη πλασματική περίοδος ασφάλισης, και οι σουηδικές συντάξεις γήρατος για τις οποίες έχει ληφθεί υπόψη ήδη πραγματοποιηθείσα πλασματική περίοδος.

3. Συμφωνίες αναφερόμενες στο άρθρο 46β παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο i) του κανονισμού, οι οποίες αποβλέπουν στον να αποφεύγεται ο υπολογισμός της ιδίας πλασματικής περιόδου δύο ή περισσότερες φορές:

Συμφωνία της 20ής Ιουλίου 1978 μεταξύ των κυβερνήσεων του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σχετικά με διάφορα θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Σκανδιναβική Σύμβαση περί κοινωνικών ασφαλίσεων της 15ης Ιουνίου 1992.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V (15)

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΟ ΒΑΘΜΟ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ (Άρθρο 40 παράγραφος 4 του κανονισμού)

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>

ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI (Α) (Β) (2) (7) (8) (9) (11) (12) (13) (14) (15)

ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

(Άρθρο 89 του κανονισμού)

Α. ΒΕΛΓΙΟ

1. Τα πρόσωπα, των οποίων το δικαίωμα παροχών εις είδος της ασφαλίσεως ασθένειας απορρέει από τις διατάξεις του βελγικού συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά της ασθένειας και αναπηρίας, οι οποίες εφαρμόζονται στους ανεξάρτητους επαγγελματίες, απολαύουν των διατάξεων του τίτλου III κεφάλαιο 1 του κανονισμού, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 35 παράγραφος 1, υπό τους ακόλουθους όρους:

α) σε περίπτωση διαμονής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εκτός από το Βέλγιο, οι ενδιαφερόμενοι δικαιούνται:

i) όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση νοσηλεύσεως, τις παροχές εις είδος που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους διαμονής 7

ii) όσον αφορά τις άλλες παροχές εις είδος που προβλέπονται από το βελγικό σύστημα, την απόδοση των παροχών αυτών από τον αρμόδιο βελγικό φορέα στο ποσοστό που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους διαμονής 7

β) σε περίπτωση κατοικίας στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εκτός από το Βέλγιο, οι ενδιαφερόμενοι δικαιούνται των παροχών εις είδος που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους κατοικίας υπό τον όρο να καταβάλουν, στον αρμόδιο βελγικό φορέα, τη συμπληρωματική εισφορά που προβλέπεται για το λόγο αυτό από τη βελγική ρύθμιση.

2. Για την εφαρμογή των διατάξεων των κεφαλαίων 7 και 8 του τίτλου III του κανονισμού από αρμόδιο βελγικό φορέα, το τέκνο θεωρείται ότι ανατράφηκε στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικεί.

3. Για την εφαρμογή του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού, θεωρούνται επίσης ως περίοδοι ασφαλίσεως, που πραγματοποιήθηκαν υπό τη βελγική νομοθεσία περί του γενικού συστήματος αναπηρίας και του συστήματος των ναυτικών, οι περίοδοι ασφαλίσεως γήρατος που πραγματοποιήθηκαν υπό τη βελγική νομοθεσία προ της 1ης Ιανουαρίου 1945.

4. Για την εφαρμογή του άρθρου 40 παράγραφος 3 στοιχείο α) σημείο μ), λαμβάνονται υπόψη μόνο οι περίοδοι κατά τις οποίες ο μισθωτός ή μη μισθωτός ήταν ανίκανος προς εργασία κατά την έννοια της βελγικής νομοθεσίας.

5. Οι περίοδοι ασφαλίσεως γήρατος που πραγματοποιήθηκαν από μη μισθωτούς, υπό τη βελγική νομοθεσία προ της ενάρξεως ισχύος της νομοθεσίας περί ανικανότητας προς εργασία των ανεξάρτητων εργαζόμενων, θεωρούνται ως περίοδοι που πραγματοποιήθηκαν υπό την τελευταία αυτή νομοθεσία για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού.

6. Προκειμένου να καθοριστεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις από τις οποίες η βελγική νομοθεσία εξαρτά την κτήση του δικαιώματος παροχών ανεργίας, λαμβάνονται υπόψη μόνον οι ημέρες μισθωτής εργασίας 7 εντούτοις οι εξομοιούμενες ημέρες κατά την έννοια της εν λόγω νομοθεσίας λαμβάνονται υπόψη στο μέτρο όπου οι ημέρες οι οποίες προηγούνται αυτών, υπήρξαν ημέρες μισθωτής εργασίας.

7. Γιά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 72 και του άρθρου 79 παράγραφος 1 στοιχεία α) του κανονισμού, λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι απασχολήσεως ή/και ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, στην περίπτωση κατά την οποία, δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας το δικαίωμα επί των παροχών υπόκειται στην προϋπόθεση της εκπληρώσεως, για μια ορισμένη προηγούμενη χρονική περίοδο, των προϋποθέσεων οι οποίες γεννούν δικαίωμα οικογενειακών επιδομάτων στο πλαίσιο του καθεστώτος των μισθωτών εργαζομένων.

8. Για την εφαρμογή του άρθρου 14α παράγραφοι 2, 3 και 4, του άρθρου 14γ στοιχείο α) και του άρθρου 14δ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 διατηρείται, για τον υπολογισμό των εσόδων από επαγγελματικές δραστηριότητες του έτους αναφοράς, που χρησιμεύουν ως βάση για τον ορισμό των οφειλόμενων εισφορών δυνάμει του καθεστώτος κοινωνικής ασφάλισης των μη μισθωτών, εργαζομένων, η μέση ετήσια αντιστοιχία του έτους κατά το οποίο εισπράχθηκαν τα έσοδο αυτά.

Ο συντελεστής μετατροπής είναι ο ετήσιος μέσος όρος των συντελεστών μετατροπής που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δυνάμει του άρθρου 107 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72.

9. Για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού μιας σύνταξης αναπηρίας, που αναφέρεται στο άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού, ο αρμόδιος οργανισμός του Βελγίου βασίζεται στα εισοδήματα από το τελευταίο επάγγελμα που άσκησε ο ενδιαφερόμενος.

10. Κάθε μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος που έχει παύσει να είναι ασφαλισμένος στο Βέλγιο δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας στον τομέα της ασφάλισης ασθενείας-αναπηρίας - η οποία εξαρτά τη χορήγηση του δικαιώματος παροχών, μεταξύ άλλων, υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται ασφάλιση κατά τη στιγμή της επέλευσης του κινδύνου - θεωρείται ότι είναι ασφαλισμένος κατά τη στιγμή της επέλευσης του κινδύνου προς το σκοπό της εφαρμογής των διατάξεων του τίτλου III κεφάλαιο 3 του κανονισμού, εφόσον είναι ασφαλισμένος για τον ίδιο κίνδυνο δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.

11. Εάν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 45 του κανονισμού, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται βελγική παροχή αναπηρίας, η παροχή αυτή εκκαθαρίζεται, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στο άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού:

α) βάσει των διατάξεων του νόμου της 9ης Αυγούστου 1963 περί θεσπίσεως και οργανώσεως καθεστώτος υποχρεωτικής ασφάλισης κατά της ασθενείας και την αναπηρίας, εφόσον ο ενδιαφερόμενος, τη στιγμή κατά την οποία κατέστη ανίκανος προς εργασία, ήταν ασφαλισμένος για τον κίνδυνο αυτό δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ως μισθωτός εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) του κανονισμού 7

β) βάσει των διατάξεων του βασιλικού διατάγματος της 20ής Ιουλίου 1971 περί θεσπίσεως καθεστώτος ασφάλισης κατά της ανικανότητας προς εργασία υπέρ των ανεξάρτητων εργαζομένων, εφόσον ο ενδιαφερόμενος, τη στιγμή κατά την οποία κατέστη ανίκανος προς εργασία, ήταν μη μισθωτός κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) του κανονισμού.

Β. ΔΑΝΙΑ

1. Οι περίοδοι ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή ασκήσεως μη μισθωτής δραστηριότητας που πραγματοποιήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Δανίας λαμβάνονται υπόψη για την υπαγωγή υπό την ιδιότητα μέλους σε εγκεκριμένο ταμείο ασφαλίσεως ανεργίας, σαν να επρόκειτο για περιόδους απασχολήσεως ή ασκήσεως μη μισθωτής δραστηριότητας που πραγματοποιήθηκαν στη Δανία.

2. Σε περίπτωση κατοικίας ή διαμονής στην Δανία, οι μισθωτοί ή μη μισθωτοί, οι αιτούντες και οι δικαιούχοι συντάξεως, καθώς και τα μέλη της οικογένειάς τους που αναφέρονται στο άρθρο 19, στο άρθρο 22 παράγραφοι 1 και 3, στο άρθρο 25 παράγραφοι 1 και 3, στο άρθρο 26 παράγραφος 1, και στα άρθρα 28α, 29 και 31 του κανονισμού, δικαιούνται των παροχών εις είδος υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που προβλέπει η δανική νομοθεσία για τα πρόσωπα τα οποία, κατά το νόμο περί της δημοσίας υπηρεσίας περιθάλψεως (lov om offentlig sygesikring), είναι ασφαλισμένα στην κατηγορία 1.

3. α) Οι διατάξεις της νομοθεσίας της Δανίας περί κοινωνικών συντάξεων, οι οποίες ορίζουν ότι το δικαίωμα συντάξεως εξαρτάται από τον όρο της κατοικίας στη Δανία του αιτούντος, δεν ισχύουν όσον αφορά τους μισθωτούς τους μη μισθωτούς ή τους επιζώντες τους που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εκτός της Δανίας.

β) Για τον υπολογισμό της συντάξεως, οι περίοδοι μισθωτής ή μη μισθωτής απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν στη Δανία από μεθοριακό εργαζόμενο ή εποχιακά εργαζόμενο θεωρούνται ως περίοδοι κατοικίας στη Δανία για την επιζούσα σύζυγο, εφόσον κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων ήταν δεσμευμένη με γάμο με τον μεθοριακό ή εποχιακά εργαζόμενο και δεν υπήρξε χωρισμός από τραπέζης και κοίτης ή χωρισμός εν τοις πράγμασι λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων, και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων η σύζυγος κατοικούσε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

γ) Για τον υπολογισμό της συντάξεως, οι περίοδοι μισθωτής ή μη μισθωτής απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν στη Δανία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1984 από μισθωτό ή μη μισθωτό, ο οποίος δεν είναι μεθοριακός ή εποχιακά εργαζόμενος, θεωρούνται ως περίοδοι κατοικίας στη Δανία για την επιζούσα σύζυγο, εφόσον κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων ήταν δεσμευμένη με γάμο με τον μισθωτό ή μη μισθωτό και δεν υπήρξε χωρισμός από τραπέζης και κοίτης ή χωρισμός εν τοις πράγμασι λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων, και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων η σύζυγος κατοικούσε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

δ) Περίοδοι που λαμβάνονται υπόψη βάσει των όρων των στοιχείων β) και γ) δεν υπολογίζονται εάν συμπίπτουν με τις περιόδους που λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισμό συντάξεως που οφείλεται στον ενδιαφερόμενο, σύμφωνα με νομοθεσία περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως άλλου κράτους μέλους, ή συμπίπτουν με περιόδους κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος λάμβανε σύνταξη βάσει τέτοιας νομοθεσίας.

Οι περίοδοι αυτές λαμβάνονται όμως υπόψη στην περίπτωση που το ετήσιο ποσό την εν λόγω συντάξεως είναι μικρότερο από το ήμισυ του ποσού της βασικής κοινωνικής συντάξεως.

4. Οι διατάξεις του κανονισμού δεν θίγουν τις μεταβατικές διατάξεις των δανικών νόμων της 7ης Ιουνίου 1972 περί του δικαιώματος συντάξεως των δανών υπηκόων, οι οποίοι είχαν κατοικήσει πράγματι στη Δανία κατά τη διάρκεια ορισμένης χρονικής περίδου, αμέσως πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως. Η σύνταξη χορηγείται ωστόσο, υπό τους όρους που προβλέπονται για τους δανούς υπηκόους, στους υπηκόους άλλων κρατών μελών οι οποίοι πράγματι κατοικούσαν στη Δανία κατά τη διάρκεια του έτους αμέσως πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως.

5. α) Οι περίοδοι κατά τη διάρκεια των οποίων ένας μεθοριακός εργαζόμενος, που κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εκτός από τη Δανία, ασκούσε την επαγγελματική του δραστηριότητα στο έδαφος της Δανίας, πρέπει να θεωρούνται ως περίοδοι κατοικίας σε σχέση προς τη δανική νομοθεσία. Το ίδιο ισχύει για τις περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων ένας μεθοριακός εργαζόμενος έχει αποσπασθεί ή παρέχει υπηρεσία σε άλλο κράτος μέλος εκτός από τη Δανία.

β) Οι περίοδοι κατά τη διάρκεια των οποίων ένας εποχιακά εργαζόμενος, που κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εκτός από τη Δανία, έχει απασχοληθεί στο έδαφος της Δανίας, πρέπει να θεωρούνται ως περίοδοι κατοικίας σε σχέση προς τη δανική νομοθεσία. Το ίδιο ισχύει για τις περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων ένας εποχιακά εργαζόμενος έχει αποσπασθεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εκτός από τη Δανία.

6. Προκειμένου να εξακριβωθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις γένεσης του δικαιώματος ημερησίων παροχών σε περίπτωση ασθένειας ή μητρότητας, που προβλέπονται από το νόμο της 20ής Δεκεμβρίου 1989 περί ημερησίων παροχών σε περίπτωση ασθένειας ή μητρότητας, εφόσον ο ενδιαφερόμενος δεν υπαγόταν στη δανική νομοθεσία καθόλη τη διάρκεια των περιόδων αναφοράς που ορίζονται στον ανωτέρω νόμο:

α) λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ασφάλισης ή απασχόλησης που συμπληρώθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους εκτός της Δανίας κατά τις προαναφερθείσες περιόδους αναφοράς στη διάρκεια των οποίων ο ενδιαφερόμενος δεν υπαγόταν στη δανική νομοθεσία, ως εάν επρόκειτο για περιόδους που είχαν συμπληρωθεί σύμφωνα με τη δανική νομοθεσία

και

β) θεωρείται ότι, για τις περιόδους που λαμβάνονται υπόψη κατ' αυτόν τον τρόπο, ένας μισθωτός ή μη μισθωτός (εφόσον, στην περίπτωση του πρώτου, η αμοιβή του δεν προσφέρεται για να χρησιμοποιηθεί ως βάση υπολογισμού των ημερήσιων παροχών) ελάμβαναν αμοιβή ή μέσο μισθό, ύψος ίσου με εκείνο που χρησιμοποιήθηκε ως βάση για τον υπολογισμό των ημερήσιων παροχών για τις συμπληρωθείσες περιόδους σύμφωνα με τη δανική νομοθεσία κατά τις περιόδους αναφοράς.

7. Το άρθρο 46α παράγραφος 3 στοιχείο δ), το άρθρο 46γ παράγραφοι 1 και 3 του κανονισμού και το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής, δεν εφαρμόζονται για όσες συντάξεις εκκαθαρίζονται στο πλαίσιο της νομοθεσίας της Δανίας.

8. Για την εφαρμογή του άρθρου 67 του κανονισμού, οι παροχές ανεργίας των μη μισθωτών που είναι ασφαλισμένοι στη Δανία υπολογίζονται σύμφωνα με τη δανική νομοθεσία.

9. Αν ο δικαιούχος, σύνταξης αποχώρησης -ενδεχομένως πρόωρης- την οποία χορηγεί η Δανία, δικαιούται επίσης σύνταξη επιζώντος από άλλο κράτος μέλος, τότε οι συντάξεις αυτές θεωρούνται, για την εφαρμογή της νομοθεσίας της Δανίας, ότι αποτελούν παροχές της ιδίας φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 46α παράγραφος 1 του κανονισμού, υπό την προϋπόθεση εντούτοις ότι το πρόσωπο του οποίου οι χρονικές περίοδοι ασφάλισης ή κατοικίας λαμβάνονται ως βάση για τον υπολογισμό της σύνταξης επιζώντος, έχει πραγματοποιήσει περιόδους κατοικίας στη Δανία.

Γ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ

1. Οι διατάξεις του άρθρου 10 του κανονισμού δεν θίγουν τις διατάξεις δυνάμει των οποίων τα ατυχήματα (και οι επαγγελματικές ασθένειες) που συμβαίνουν εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καθώς και οι περίοδοι που έχουν συμπληρωθεί εκτός αυτής, δεν συνεπάγονται καθόλου ή συνεπάγονται μόνον υπό ορισμένους όρους την πληρωμή παροχών, εφόσον οι ασφαλισμένοι κατοικούν εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

2. α) Η κατ' αποκοπή περίοδος καταλογισμού (pauschale Anrechnungszeit) καθορίζεται αποκλειστικά βάσει των γερμανικών περιόδων ασφάλισης.

β) Για το συνυπολογισμό των γερμανικών περιόδων σύνταξης όσον αφορά την ασφάλιση συντάξεων των εργαζόμενων στα ορυχεία, ισχύει αποκλειστικά η γερμανική νομοθεσία.

γ) Για το συνυπολογισμό των γερμανικών περιόδων αντικατάστασης (Ersatzzeiten) ισχύει αποκλειστικά η γερμανική νομοθεσία.

3. Εάν η εφαρμογή του παρόντος ή μεταγενέστερων κανονισμών περί κοινωνικών ασφαλίσεων έχει ως επακόλουθο εξαιρετικές επιβαρύνσεις ορισμένων οργανισμών ασφαλίσεως υγείας, μπορεί να τους δοθεί πλήρες ή μερικό αντιστάθμισμα. Η ομοσπονδιακή ένωση των τοπικών γενικών ταμείων, ως οργανισμός-σύνδεσμος (ασφάλεια υγείας) αποφασίζει σχετικά με την αντιστάθμιση διά κοινής συμφωνίας με τις άλλες κεντρικές ομοσπονδίες ταμείων υγείας. Τα κονδύλια της αντιστάθμισης προέρχονται από εισφορές που επιβάλλονται στο σύνολο των οργανισμών ασφαλίσεως υγείας, κατ' αναλογία προς το μέσο αριθμό μελών κατά το προηγούμενο έτος, εξαιρουμένων των συνταξιούχων.

4. Το άρθρο 7 του βιβλίου VI του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων ισχύει για τους πολίτες των άλλων κρατών μελών καθώς και για τους απάτριδες και τους πρόσφυγες που διαμένουν στο έδαφος των άλλων κρατών μελών, κατά τον ακόλουθο τρόπο. Εφόσον πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις, είναι δυνατόν να καταβληθούν στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων προαιρετικές εισφορές:

α) αν ο ενδιαφερόμενος κατοικεί η διαμένει στην επικράτεια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας 7

β) αν ο ενδιαφερόμενος κατοικεί η διαμένει στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους και καθ' οιανδήποτε στιγμή στο παρελθόν είχε ασφαλισθεί υποχρεωτικά ή προαιρετικά στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων 7

γ) αν ο ενδιαφερόμενος, υπήκοος άλλου κράτους μέλους, κατοικεί ή διαμένει στην επικράτεια ενός τρίτου κράτους, κατέβαλε εισφορές επί 60 τουλάχιστον μήνες στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων ή δικαιούται να υπαχθεί στην προαιρετική ασφάλιση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 232 του βιβλίου VI του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων, και δεν είναι ασφαλισμένος υποχρεωτικά ή προαιρετικά δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.

5. . . . . . .

6. . . . . . .

7. . . . . . .

8. . . . . . .

9. Άν οι παροχές εις είδος που έχουν χορηγηθεί από γερμανικούς φορείς του τόπου κατοικίας σε δικαιούχους συντάξεως ή σε μέλη της οικογένειάς τους, που είναι ασφαλισμένοι σε αρμόδιους φορείς άλλων κρατών μελών, πρέπει να αποδοθούν με βάση μηνιαία κατ' αποκοπή ποσά, οι παροχές αυτές θεωρούνται, για τη δημοσιονομική εξίσωση μεταξύ γερμανικών φορέων για την ασφάλιση ασθένειας των δικαιούχων συντάξεως, ως παροχές οι οποίες βαρύνουν το γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως ασθένειας των δικαιούχων συντάξεως. Τα κατ' αποκοπή ποσά, που αποδίδονται από τους αρμόδιους φορείς των άλλων κρατών μελών στους γερμανικούς φορείς του τόπου κατοικίας, θεωρούνται ως εισπράξεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη δημοσιονομική εξίσωση που αναφέρεται ανωτέρω.

10. Όσον αφορά τους μη μισθωτούς, το ευεργέτημα της ασφαλίσεως ανεργίας (Arbeitslosenhilfe) εξαρτάται από τον όρο οτι ο ενδιαφερόμενος, πριν δηλώσει την ανεργία του, είχε ασκήσει κατά κυρία απασχόληση μη μισθωτή δραστηριότητα κατά τη διάρκεια τουλάχιστον ενός έτους στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ότι δεν την εγκατέλειψε μόνο προσωρινά.

11. Οι περίοδοι ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, βάσει ειδικού καθεστώτος ασφαλίσεως γήρατος κατόχων γεωργικών εκμεταλλεύσεων ή, ελλείψει τέτοιου συστήματος, υπό την ιδιότητα αυτή, βάσει του γενικού συστήματος ασφαλίσεως, λαμβάνονται υπόψη για την πλήρωση του όρου του απαιτούμενου χρονικού διαστήματος ασφαλίσεως για την καταβολή εισφοράς κατά την έννοια του άρθρου 27 του νόμου περί ασφαλίσεως γήρατος αγροτών (Gesetz όber die Alterssicherung der Landwirte - GAL), υπό τον όρο ότι:

α) η δήλωση που δικαιολογεί την καταβολή θα κατατεθεί εντός των καθορισμένων προθεσμιών

και

β) προ της υποβολής της δηλώσεως αυτής, ο ενδιαφερόμενος να είχε καταβάλει τελευταία στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας την εισφορά βάσει του καθεστώτος ασφαλίσεως γήρατος των αγροτών.

12. Οι περίοδοι υποχρεωτικής ασφάλισης που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, είτε βάσει ειδικού καθεστώτος βιοτεχνών, ή, ελλείψει τέτοιου καθεστώτος, βάσει ειδικού καθεστώτος μη μισθωτών είτε βάσει του γενικού καθεστώτος ασφάλισης, λαμβάνονται υπόψη για τη συμπλήρωση των 18 ετών υποχρεωτικής καταβολής εισφορών που απαιτούνται για την εξαίρεση από την υποχρεωτική υπαγωγή στο καθεστώς ασφάλισης συντάξεων των μη μισθωτών βιοτεχνών.

13. Για την εφαρμογή της γερμανικής νομοθεσίας σχετικά με την υποχρεωτική εγγραφή των συνταξιούχων στο σύστημα ασφάλισης ασθενείας που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 σημείο 11 του κοινωνικού κώδικα (Fόnftes Buch Sozialgesetzbuch - SGB V) και στο άρθρο 56 του νόμου περί μεταρρύθμισης της ασφάλισης ασθενείας (Gesundheitsreformgesetz), οι περίοδοι ασφάλισης ή διαμονής που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους και κατά τη διάρκεια των οποίων ο ενδιαφερόμενος, μπορούσε να διεκδικήσει παροχές σε είδος από την ασφάλιση ασθενείας, λαμβάνονται υπόψη, στο βαθμό που είναι απαραίτητο, ως περίοδοι ασφάλισης που συμπληρώθηκαν υπό τη γερμανική νομοθεσία, εφόσον δεν επικαλύπτουν περιόδους ασφάλισης που συμπληρώθηκαν υπό την εν λόγω νομοθεσία.

14. Για τη χορήγηση στους ασφαλισμένους που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους των παροχών σε χρήμα που προβλέπονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 του τόμου V του κοινωνικού κώδικα (SGB V), στο άρθρο 200 παράγραφος 2 και στο άρθρο 561 παράγραφος 1 του γερμανικού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων Reichsversicherungsordnung - RVO), οι γερμανικές υπηρεσίες προσδιορίζουν την καθαρή αμοιβή στην οποία στηρίζεται ο υπολογισμός των προαναφερθεισών παροχών, όπως ακριβώς εάν οι ασφαλισμένοι αυτοί κατοικούσαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

15. Οι έλληνες εκπαιδευτικοί που έχουν το καθεστώς του δημοσίου υπαλλήλου και οι οποίοι, εκ του γεγονότος ότι έχουν διδάξει σε γερμανικά σχολεία, έχουν καταβάλει εισφορές στο γερμανικό σύστημα υποχρεωτικής ασφάλισης συντάξεων καθώς και στο ειδικό ελληνικό σύστημα για δημοσίους υπαλλήλους, και οι οποίοι έπαψαν να υπάγονται στην υποχρεωτική γερμανική ασφάλιση μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1978, δύνανται να ζητήσουν την επιστροφή των υποχρεωτικών εισφορών, σύμφωνα με το άρθρο 210 του βιβλίου VI του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων. Οι αιτήσεις επιστροφής εισφορών πρέπει να υποβληθούν στη διάρκεια του έτους που ακολουθεί την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας διάταξης. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί επίσης να ασκήσει το δικαίωμά του εντός των έξι ημερολογιακών μηνών που ακολουθούν την ημερομηνία κατά την οποία παύει να υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση.

Το άρθρο 210 παράγραφος 6 του βιβλίου VI του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων εφαρμόζεται μόνον όσον αφορά τις περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων έχουν καταβληθεί υποχρεωτικές εισφορές στο σύστημα ασφάλισης συντάξεων, επιπλέον των εισφορών στο ειδικό ελληνικό σύστημα για δημόσιους υπαλλήλους και όσον αφορά τις περιόδους καταλογισμού που ακολουθούν άμεσα τις περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων κατεβλήθησαν αυτές οι υποχρεωτικές εισφορές.

16. . . . . . .

17. Για τη χορήγηση των παροχών στα άτομα που έχουν ανάγκη εντατικής παρακολουθήσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 53 και επόμενα του τόμου V του κοινωνικού κώδικα (SGB V), στο πλαίσιο της βοήθειας που χορηγείται υπό μορφή παροχών σε είδος, η υπηρεσία του τόπου διαμονής λαμβάνει υπόψη τις περιόδους ασφάλισης, απασχόλησης ή διαμονής που έχουν συμπληρωθεί δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, όπως ακριβώς εάν επρόκειτο για περιόδους που έχουν συμπληρωθεί δυνάμει της νομοθεσίας που εφαρμόζεται στην υπηρεσία αυτή.

18. Ο δικαιούχος σύνταξης δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας καθώς και σύνταξης δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους θεωρείται, για την εφαρμογή του άρθρου 27 του κανονισμού, ότι έχει δικαίωμα στις παροχές σε είδος της ασφάλισης ασθένειας-μητρότητας, εφόσον, δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 1 σημείο 4 του βιβλίου V του κοινωνικού κώδικα (SGB B), απαλλάσσεται της υποχρέωσης ασφάλισής του στο σύστημα ασφάλισης ασθενείας (Krankenversicherung).

19. Η περίοδος ασφάλισης για ανατροφή παιδιών σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία ισχύει ακόμη και για την περίοδο κατά την οποία ο υπόψη μισθωτός εργαζόμενος ανέτρεφε το παιδί του σε άλλο κράτος μέλος.

20. Στην περίπτωση κατά την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της γερμανικής νομοθεσίας περί συντάξεων που ίσχυαν έως τις 31 Δεκεμβρίου 1991, οι διατάξεις του παραρτήματος VI εφαρμόζονται επίσης υπό τη μορφή που ίσχυε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1991.

Δ. ΙΣΠΑΝΙΑ

1. Η προϋπόθεση της άσκησης μιας μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας ή η προϋπόθεση της προηγούμενης υποχρεωτικής ασφάλισης κατά του ίδιου κινδύνου στο πλαίσιο ενός οργανωμένου συστήματος υπέρ των μισθωτών ή μη μισθωτών του αυτού κράτους μέλους, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1 πρώτο εδάφιο σημείο iv) του κανονισμού, δεν αντιτάσσεται στα πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Βασιλικού Διατάγματος αριθ. 2805/1979 της 7ης Δεκεμβρίου 1979, είναι εκουσίως ασφαλισμένα στο γενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης υπό την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή του υπαλλήλου διεθνούς διακυβερνητικού οργανισμού.

2. Οι διατάξεις του Βασιλικού Διατάγματος 2805/1979 της 7ης Δεκεμβρίου 1979 εφαρμόζονται στους υπηκόους των κρατών μελών, καθώς και στους πρόσφυγες και τους απάτριδες:

α) όταν κατοικούν σε ισπανικό έδαφος ή

β) όταν κατοικούν στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους και είχαν προηγουμένως ασφαλιστεί, σε οποιοδήποτε χρόνο, υποχρεωτικά στο ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ή

γ) όταν κατοικούν στο έδαφος ενός τρίτου κράτους και έχουν πληρώσει συνεισφορές κατά τη διάρκεια τουλάχιστον 1 800 ημερών στο ισπανικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και δεν είναι εκουσίως ή υποχρεωτικά ασφαλισμένοι δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.

3. Κάθε μισθωτός ή μη μισθωτός ο οποίος έχει παύσει να είναι ασφαλισμένος δυνάμει της ισπανικής νομοθεσίας, θεωρείται ότι εξακολουθεί να είναι ασφαλισμένος κατά τη στιγμή της επελεύσεως του κινδύνου, προκειμένου να εφαρμοστούν οι διατάξεις του τίτλου III κεφάλαιο 3 του κανονισμού, εφόσον είναι ασφαλισμένος δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους κατά τη στιγμή επελεύσεως του κινδύνου ή, αν αυτό δεν συμβαίνει, σε περίπτωση που οφείλεται παροχή δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους για τον ίδιο κίνδυνο. Εντούτοις, η τελευταία αυτή προϋπόθεση θεωρείται ότι πληρούται στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 1.

4. α) Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 47 του κανονισμού, το θεωρητικό ποσό της ισπανικής παροχής υπολογίζεται επί των πραγματικών βάσεων εισφοράς του ασφαλισμένου, κατά τα έτη πριν από την καταβολή της τελευταίας εισφοράς υπέρ της ισπανικής κοινωνικής ασφάλισης.

β) Το ποσό αυτής της σύνταξης θα αυξηθεί κατά το ποσό των προσαυξήσεων και αναπροσαρμογών που υπολογίζονται για κάθε μεταγενέστερο έτος μέχρι το έτος που προηγείται της επέλευσης του κινδύνου, για τις συντάξεις της ιδίας φύσεως.

Ε. ΓΑΛΛΙΑ

1. α) Το επίδομα προς υπερήλικες μισθωτούς καθώς και το επίδομα προς υπερήλικες μη μισθωτούς και το αγροτικό επίδομα γήρατος χορηγούνται, υπό τους όρους που προβλέπει η γαλλική νομοθεσία για τους γάλλους εργαζόμενους, προς όλους τους εργαζόμενους, μισθωτούς ή μη μισθωτούς, οι οποίοι είναι υπήκοοι των υπολοίπων κρατών μελών και κατοικούν, κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεώς τους, στο γαλλικό έδαφος.

β) Το ίδιο ισχύει για τους πρόσφυγες και τους απάτριδες.

γ) Οι διατάξεις του κανονισμού δεν θίγουν τις διατάξεις της γαλλικής νομοθεσίας, δυνάμει των οποίων λαμβάνονται υπόψη αποκλειστικά οι περίοδοι μισθωτής ή εξομοιούμενης προς αυτήν δραστηριότητας ή, κατά περίπτωση, οι περίοδοι μη μισθωτής δραστηριότητας που συμπληρώθηκαν στα εδάφη των ευρωπαϊκών διαμερισμάτων και των υπερποντίων διαμερισμάτων (Γουαδελούπης, Γουιάνας, Μαρτινίκας και Ρεϋνιόν) της Γαλλικής Δημοκρατίας, για να αποκτήσουν οι υπερήλικες καθώς και οι υπερήλικες μη μισθωτοί δικαίωμα επιδόματος.

2. Το ειδικό επίδομα και η σωρεύσιμη αποζημίωση, που προβλέπονται από την ειδική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως για τα ορυχεία, καταβάλλονται μόνο στους εργαζόμενους που απασχολούνται στα ορυχεία της Γαλλίας.

3. Ο υπ' αριθ. 65-555 και υπό ημερομηνία 10 Ιουλίου 1965 νόμος, ο οποίος παρέχει στους Γάλλους, που ασκούν ή άσκησαν στο εξωτερικό επαγγελματική δραστηριότητα, το δικαίωμα προσχωρήσεως στο σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως γήρατος, εφαρμόζεται επί των υπηκόων των υπολοίπων κρατών μελών υπό τους ακόλουθους όρους:

- η επαγγελματική δραστηριότητα, που παρέχει τη δυνατότητα προαιρετικής ασφαλίσεως κατά το γαλλικό σύστημα, δεν πρέπει να ασκείται ή να έχει ασκηθεί ούτε στο γαλλικό έδαφος ούτε στο έδαφος του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοος ο μισθωτός ή ο μη μισθωτός 7

- ο μισθωτός ή ο μη μισθωτός οφείλει, κατά την υποβολή της αιτήσεως προσχωρήσεως στα δικαιώματα του εν λόγω νόμου, να αποδείξει είτε ότι έχει κατοικήσει στη Γαλλία επί δέκα τουλάχιστον έτη, συνεχόμενα ή μη, είτε ότι έχει υπαχθεί κατά την ίδια διάρκεια στη γαλλική νομοθεσία, υπό μορφή υποχρεωτικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως ασφαλίσεως.

4. Το πρόσωπο που υπόκειται στη γαλλική νομοθεσία κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 παράγραφος 1 ή του άρθρου 14α παράγραφος 1 του κανονισμού, δικαιούται για τα μέλη της οικογενείας του που το συνοδεύουν στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιεί μια εργασία, να λάβει τις ακόλουθες οικογενειακές παροχές:

α) το επίδομα για μικρά παιδιά που καταβάλλεται έως ότου το παιδί γίνει τριών μηνών 7

β) τις οικογενειακές παροχές που καταβάλλονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 73 του κανονισμού.

5. Για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού που αναφέρεται στο άρθρο 46 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού, στα συστήματα στα οποία οι συντάξεις γήρατος υπολογίζονται με βάση τις μονάδες συντάξεως, ο αρμόδιος φορέας λαμβάνει υπόψη, για κάθε έτος ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκε υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, αριθμό μονάδων συντάξεως ίσον προς το πηλίκο του αριθμού των μονάδων συντάξεως που αποκτήθηκαν βάσει της νομοθεσίας που εφαρμόζεται από αυτό δια του αριθμού των ετών που αντιστοιχούν στις μονάδες αυτές.

6. α) Μεθοριακοί εργαζόμενοι που ασκούν μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εκτός της Γαλλίας και κατοικούν στα γαλλικά διαμερίσματα Haut-Rhin Bas-Rhin και Moselle δικαιούνται, στο έδαφος των διαμερισμάτων αυτών, των παροχών σε είδος που προβλέπονται από το τοπικό καθεστώς Αλσατίας-Λωρραίνης που θεσπίσθηκε από τα διατάγματα αριθ. 46-1428 της 12ης Ιουνίου 1946 και αριθ. 67-814 της 25ης Σεπτεμβρίου 1967, κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 του κανονισμού.

β) Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται αναλογικά για τους δικαιούχους του άρθρου 25 παράγραφοι 2 και 3 και των άρθρων 28 και 29 του κανονισμού.

7. Με την επιφύλαξη των άρθρων 73 και 74 του κανονισμού, τα επιδόματα στέγης, το επίδομα για την κατ' οίκον φύλαξη παιδιού, και το γονικό επίδομα εκπαίδευσης χορηγούνται μόνο στους ενδιαφερόμενους και στα μέλη της οικογενείας τους που κατοικούν στο γαλλικό έδαφος.

8. Κάθε μισθωτός ο οποίος έχει παύσει να υπόκειται στη γαλλική νομοθεσία σχετικά με την ασφάλιση χηρείας του γαλλικού γενικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης ή του συστήματος για τους μισθωτούς του γεωργικού τομέα, θεωρείται ότι έχει την ιδιότητα του ασφαλισμένου δυνάμει της νομοθεσίας αυτής κατά τη στιγμή της επελεύσεως του κινδύνου, προκειμένου να εφαρμοστούν οι διατάξεις του τίτλου III κεφάλαιο 3 του κανονισμού, εφόσον είναι ασφαλισμένος υπό την ιδιότητα του μισθωτού δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους κατά τη στιγμή της επελεύσεως του κινδύνου ή, διαφορετικά, στην περίπτωση που οφείλεται παροχή επιζώντος δυνάμει της νομοθεσίας για τους μισθωτούς άλλου κράτους μέλους. Εντούτοις, η προϋπόθεση αυτή θεωρείται ότι πληρούται στην περίπωση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 1.

ΣΤ. ΕΛΛΑΔΑ

1. . . . . . .

2. Ο νόμος αριθ. 1469/84 περί προαιρετικής υπαγωγής στο σύστημα ασφαλίσεως για σύνταξη των ελλήνων υπηκόων και των ξένων υπηκόων ελληνικής καταγωγής εφαρμόζεται, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, στους υπηκόους άλλων κρατών μελών, στους απάτριδες και στους πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους.

Με την επιφύλαξη ότι πληρούνται οι άλλοι όροι του εν λόγω νόμου, είναι δυνάτον να καταβάλλονται εισφορές:

α) στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος διαμένει ή κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους και έχει υπαχθεί κατά το παρελθόν υποχρεωτικά στο ελληνικό σύστημα ασφαλίσως για σύνταξη

ή

β) στις περιπτώσεις που, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας ή διαμονής, ο ενδιαφερόμενος είτε έχει στο παρελθόν κατοικήσει στην Ελλάδα για δέκα, συνεχή ή μή, έτη, είτε έχει υπαχθεί υποχρεωτικά ή προαιρετικά στο ελληνικό σύστημα για περίοδο χιλίων πεντακοσίων ημερών.

3. Αντίθετα με τα προβλεπόμενα από τη σχετική νομοθεσία που εφαρμόζει ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), οι περίοδοι σύνταξης που οφείλονται λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους το οποίο προβλέπει ειδικό πλαίσιο για τους κινδύνους αυτούς, και οι οποίες συμπίπτουν με περιόδους απασχόλησης στο γεωργικό τομέα στην Ελλάδα, θεωρούνται ως περίοδοι ασφάλισης σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο ΟΓΑ κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείου ιη) του κανονισμού.

4. Στο πλαίσιο της ελληνικής νομοθεσίας, η εφαρμογή του άρθρου 49 παράγραφος 2 του κανονισμού εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο νέος υπολογισμός που αναφέρεται στο ως άνω άρθρο δεν αποβαίνει εις βάρος του ενδιαφερομένου.

5. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες από τις καταστατικές διατάξεις των ελληνικών επικουρικών ταμείων συντάξεων προβλέπεται η δυνατότητα αναγνώρισης περιόδων υποχρεωτικής ασφάλισης γήρατος, που έχουν πραγματοποιηθεί σε ελληνικούς φορείς κύριας ασφάλισης, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και προκειμένου περί περιόδων υποχρεωτικής ασφάλισης κλάδου συντάξεων που έχουν πραγματοποιηθεί υπό την νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους που εμπίπτει στο υλικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.

6. Ο εργαζόμενος, που έχει υπαχθεί στην υποχρεωτική ασφάλιση άλλου κράτους μέλους κλάδου συντάξεων μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992 και υπάγεται στην υποχρεωτική ελληνική κοινωνική ασφάλιση (καθεστώς κύριας ασφάλισης) για πρώτη φορά μετά την 1η Ιανουαρίου 1993, θεωρείται «παλαιός ασφαλισμένος» κατά την έννοια των διατάξεων του νόμου 2084/92.

Ζ. ΙΡΛΑΝΔΙΑ

1. Σε περίπτωση κατοικίας ή διαμονής στην Ιρλανδία οι μισθωτοί ή μη μισθωτοί, οι άνεργοι, οι αιτούντες και οι δικαιούχοι συντάξεως, καθώς και τα μέλη της οικογένειάς τους, που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1, στο άρθρο 22 παράγραφοι 1 και 3, στο άρθρο 25 παράγραφοι 1 και 3, στο άρθρο 26 παράγραφος 1 και στα άρθρα 28α, 29 και 31 του κανονισμού, απολαύουν δωρεάν του συνόλου της ιατρικής περιθάλψεως που προβλέπεται από την ιρλανδική νομοθεσία, εφόσον οι δαπάνες για τις παροχές αυτές βαρύνουν φορέα άλλου κράτους μέλους εκτός της Ιρλανδίας.

2. Τα μέλη της οικογένειας μισθωτού ή μη μισθωτού, για τον οποίον ισχύει η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους εκτός της Ιρλανδίας και ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία αυτή, για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθεί υπόψη ενδεχομένως το άρθρο 18 το κανονισμού, απολαύουν δωρεάν του συνόλου της ιατρικής περιθάλψεως που προβλέπεται από την ιρλανδική νομοθεσία, εφόσον κατοικούν στην Ιρλανδία.

Οι δαπάνες για τις καταβληθείσες παροχές βαρύνουν το φορέα στον οποίου είναι ασφαλισμένος ο μισθωτός ή μη μισθωτός.

Αν όμως ο σύζυγος του μισθωτού ή μη μισθωτού ή το πρόσωπο το οποίο έχει τη μέριμνα των τέκνων ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στην Ιρλανδία, οι παροχές που χορηγούνται προς τα μέλη της οικογένειας βαρύνουν τον ιρλανδικό φορέα, κατά το μέτρο που το δικαίωμα επί των ανωτέρω παροχών γεννάται μόνον κατ' εφαρμογή της ιρλανδικής νομοθεσίας.

3. Αν μισθωτός που υπόκειται στην ιρλανδική νομοθεσία υποστεί ατύχημα, αφού έχει εγκαταλείψει το έδαφος ενός κράτους μέλους, για να μεταβεί κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, αλλά πριν φθάσει στον προορισμό του, το δικαίωμά του επί των παροχών σε σχέση με το ατύχημα θεμελιώνεται:

α) σαν να είχε συμβεί το ατύχημα στο ιρλανδικό έδαφος

και

β) χωρίς να ληφθεί υπόψη η απουσία του από το ιρλανδικό έδαφος προκειμένου να καθορισθεί, αν λόγω της απασχολήσεώς του, ήταν ασφαλισμένος υπό την εν λόγω νομοθεσία.

4. . . . . . .

5. Για τον υπολογισμό του μισθού, προκειμένου να χορηγηθεί παροχή κυμαινόμενη βάσει του μισθού, η οποία προβλέπεται από την ιρλανδική νομοθεσία σε περίπτωση χορηγήσεως παροχών ανεργίας, υπολογίζεται για το μισθωτό, κατά παρέκκλιση του άρθρου 23 παράγραφος 1 και του άρθρου 68 παράγραφος 1 του κανονισμού, για κάθε εβδομάδα απασχολήσεως που συμπλήρωσε υπό την ιδιότητα του μισθωτού σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, κατά τη διάρκεια του σχετικού φορολογικού έτους (φόρος εισοδήματος), ποσό ίσο προς το μέσο εβδομαδιαίο μισθό των ανδρών ή των γυναικών μισθωτών, ανάλογα με την περίπτωση, κατά το φορολογικό αυτό έτος.

6. Για την εφαρμογή του άρθρου 40 παράγραφος 3 περίπτωση α) σημείο ιι), λαμβάνονται υπόψη μόνον περίοδοι κατά τις οποίες ο μισθωτός ή μη μισθωτός ήταν ανίκανος προς εργασία κατά την έννοια της ιρλανδικής νομοθεσίας.

7. Για την εφαρμογή του άρθρου 44 παράγραφος 2, ο μισθωτός θεωρείται ότι έχει ζητήσει ρητά να αναβληθεί η εκκαθάριση της συντάξεως γήρατος, την οποία θα εδικαιούτο βάσει της ιρλανδικής νομοθεσίας, αν δεν έχει πράγματι αποσυρθεί από την εργασία του, εφόσον η προϋπόθεση αυτή απαιτείται για τη λήψη της συντάξεως γήρατος.

8. . . . . . .

9. Άνεργος ο οποίος επιστρέφει στην Ιρλανδία μετά τη λήξη της περιόδου των τριών μηνών κατά τη διάρκεια της οποίας εξακολουθούσε να λαμβάνει παροχές δυνάμει της νομοθεσίας της Ιρλανδίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 παράγραφος 1 του κανονισμού, μπορεί να διεκδικήσει παροχές ανεργίας παρά τις διατάξεις του άρθρου 69 παράγραφος 2, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται από την εν λόγω νομοθεσία.

10. Μια περίοδος υπαγωγής στην ιρλανδική νομοθεσία σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο στ) του κανονισμού δεν είναι δυνατόν:

i) να ληφθεί υπόψη δυνάμει της διάταξης αυτής ως περίοδος υπαγωγής στην ιρλανδική νομοθεσία κατά την έννοια του τίτλου III του κανονισμού,

ούτε

ii) να καταστήσει την Ιρλανδία αρμόδιο κράτος για την εξυπηρέτηση των παροχών που προβλέπονται από τα άρθρα 18 ή 38 το άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού.

Η. ΙΤΑΛΙΑ

Ουδέν.

Θ. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

1. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 94 παράγραφος 2 του κανονισμού, οι περίοδοι ασφάλισης ή οι εξομοιούμενες προς αυτές που πραγματοποιήθηκαν από μισθωτό ή μη μισθωτό εργαζόμενο σύμφωνα με τη νομοθεσία του Λουξεμβούργου για την ασφάλιση σύνταξης λόγω αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου, είτε πριν την 1η Ιανουαρίου 1946 είτε πριν από προγενέστερη ημερομηνία που έχει οριστεί με διμερή σύμβαση, λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής, μόνο στο βαθμό που ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει εξάμηνη περίοδο ασφάλισης υπό το λουξεμβουργιανό σύστημα, μεταγενέστερη της εν λόγω ημερομηνίας. Εφόσον υφίστανται περισσότερες διμερείς συμβάσεις, λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ασφάλισης ή οι εξομοιούμενες προς αυτή περίοδοι που χρονολογούνται από την παλαιότερη ημερομηνία.

2. Για τη χορήγηση του πάγιου τμήματος των συντάξεων του Λουξεμβούργου, οι περίοδοι ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία του Λουξεμβούργου από μισθωτούς ή μη μισθωτούς, που δεν κατοικούσαν στο Λουξεμβούργο, εξομοιούνται προς περιόδους κατοικίας από 1ης Οκτωβρίου 1972.

3. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 22 παράγραφος 2 του κανονισμού δεν θίγει της διατάξεις της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας κατ' εφαρμογή των οποίων δεν είναι δυνατόν να μη χορηγηθεί έγκριση του Ταμείου Ασθενείας για θεραπεία στο εξωτερικό, εφόσον η απαιτούμενη θεραπεία δεν είναι δυνατόν να παρασχεθεί από το Μεγάλο Δουκάτο.

4. Για τον υπολογισμό της περιόδου ασφάλισης που προβλέπεται στο άρθρο 171 σημείο 7 του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων, η λουξεμβουργιανή υπηρεσία λαμβάνει υπόψη τις περιόδους ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν από τον ενδιαφερόμενο σύμφωνα με τη νομοθεσία οιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, όπως ακριβώς εάν επρόκειτο για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει αυτή. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής υπόκειται στην προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει τελευταία πραγματοποιήσει τις περιόδους ασφάλισης σύμφωνα με τη νομοθεσία του Λουξεμβούργου.

I. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

1. Ασφάλιση εξόδων ασθένειας

α) Όσον αφορά το δικαίωμα παροχών σε είδος δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας, πρέπει να νοείται ως δικαιούχος παροχών σε είδος για την εφαρμογή του κεφαλαίου 1 του τίτλου III το άτομο το ασφαλιζόμενο ή συνασφαλιζόμενο δυνάμει της ασφάλισης που αναφέρεται από τον ολλανδικό νόμο για τα ταμεία ασθενείας.

β) . . . . . .

γ) Για την εφαρμογή των άρθρων 27 έως 34 του κανονισμού, εξομοιούνται προς συντάξεις που οφείλονται δυνάμει των διατάξεων νόμου που αναφέρονται στα στοιχεία β) (αναπηρία) και γ) (γήρας) της σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού δήλωσης των Κάτω Χωρών:

- οι συντάξεις δυνάμει του νόμου της 6ης Ιανουαρίου 1966 (Staatsblad 6) περί νέας ρύθμισης των συντάξεων των πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων και των στενών συγγενών τους (γενικός νόμος για τις πολιτικές συντάξεις),

- οι συντάξεις δυνάμει του νόμου της 6ης Οκτωβρίου 1966 (Staatsblad 445) περί νέας ρύθμισης των συντάξεων των στρατιωτικών και των στενών συγγενών τους (γενικός νόμος για τις συντάξεις στρατιωτικών),

- οι συντάξεις δυνάμει του νόμου της 15ης Φεβρουαρίου 1967 (Staatsblad 138) περί νέας ρύθμισης των συντάξεων των μελών του προσωπικού των ολλανδικών σιδηροδρόμων και των στενών συγγενών τους (νόμος για τις συντάξεις των σιδηροδρομικών),

- οι συντάξεις δυνάμει του κανονισμού σχετικά με τις συνθήκες υπηρεσίας των ολλανδικών σιδηροδρόμων (RDV 1964 NS),

- οι παροχές για συνταξιοδότηση πριν από την ηλικία των 65 ετών δυνάμει ενός συνταξιοδοτικού συστήματος που έχει ως στόχο την παροχή πρόνοιας γήρατος στους εργαζομένους και πρώην εργαζομένους, ή οι παροχές για πρόωρη συνταξιοδότηση που χορηγούνται βάσει ρύθμισης που ορίζεται από το κράτος ή από συλλογική σύμβαση εργασίας ή δυνάμει συλλογικής σύμβασης εργασίας σχετικά με την πρόωρη συνταξιοδότηση, ή βάσει ρύθμισης που θα καθοριστεί από το συμβούλιο των ταμείων υγείας.

δ) Τα μέλη της οικογένειας που κατοικούν στις Κάτω Χώρες που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 και ο μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος και τα μέλη της οικογένειάς του που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 3 σε σχέση με την παράγραφο 1 στοιχείο β) και στα άρθρα 25 και 25, οι οποίοι δικαιούνται παροχές δυνάμει της νομοθεσίας ενός άλλου κράτους μέλους δεν ασφαλίζονται βάσει του γενικού νόμου περί έκτακτων εξόδων ασθένειας (Algemene Wet Bijzondere Ziektekosten).

2. Εφαρμογή της ολλανδικής νομοθεσίας για τη γενική ασφάλιση γήρατος (AOW)

α) Η μείωση που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 του AOW δεν εφαρμόζεται στα ημερολογιακά έτη ή σε τμήματα ημερολογιακών ετών πριν από την 1η Ιανουαρίου 1957 κατά τη διάρκεια των οποίων ο δικαιούχος ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις που του επιτρέπουν να επιτύχει εξομοίωση των ετών αυτών με τις περιόδους ασφάλισης, κατοικούσε στις Κάτω Χώρες μεταξύ του 15ου και 65ου έτους της ηλικίας του ή κατά τη διάρκεια των οποίων, ενώ κατοικούσε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, άσκησε μισθωτή δραστηριότητα στις Κάτω Χώρες για λογαριασμό εργοδότη εγκατεστημένου στη χώρα αυτή.

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 7 του AOW, μπορεί επίσης να επιτύχει εξομοίωση ο δικαιούχος ο οποίος κατοικούσε ή εργάστηκε στις Κάτω Χώρες από την 1η Ιανουαρίου 1957 με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω.

β) Η μείωση που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 της AOW δεν ισχύει για τα ημερολογιακά έτη ή για τα τμήματα των ημερολογιακών ετών πριν από τις 2 Αυγούστου 1989 κατά τη διάρκεια των οποίων, μεταξύ του 15ου και 65ου έτους της ηλικίας του, το έγγαμο ή άλλοτε έγγαμο άτομο δεν ήταν ασφαλισμένο βάσει της προαναφερθείσας νομοθεσίας ενώ κατοικούσε στο έδαφος κράτους μέλους εκτός των Κάτω Χωρών, εφόσον τα εν λόγω ημερολογιακά έτη ή τα τμήματα αυτών συμπίπτουν με τις περιόδους ασφάλισης που συμπλήρωσε ο (η) σύζυγός του βάσει της νομοθεσίας αυτής, με την προϋπόθεση ότι ήταν σύζυγοι κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων, και με τα ημερολογιακά έτη ή τα τμήματα των ετών αυτών που πρέπει να ληφθούν υπόψη σύμφωνα με το στοιχείο α).

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 7 του AOW, το άτομο αυτό θεωρείται δικαιούχος.

γ) Η μείωση που προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 της AOW δεν ισχύει για τα ημερολογιακά έτη ή τα τμήματα αυτών των ημερολογιακών ετών πριν από την 1η Ιανουαρίου 1957 κατά τη διάρκεια των οποίων ο (η) σύζυγος του δικαιούχου που δεν πληροί τις προϋποθέσεις που του (της) επιτρέπουν να επιτύχει εξομοίωση αυτών των ετών με τις περιόδους ασφάλισης κατοικούσε στις Κάτω Χώρες μεταξύ του 15ου και 65ου έτους της ηλικίας του (της) ή κατά τη διάρκεια των οποίων, ενώ κατοικούσε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ασκούσε μισθωτή δραστηριότητα στις Κάτω Χώρες για λογαριασμό εργοδότη εγκατεστημένου στη χώρα αυτή.

δ) Η μείωση που προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 της AOW δεν ισχύει για τα ημερολογιακά έτη ή για τα τμήματα των ημερολογιακών ετών πριν από τις 2 Αυγούστου 1989 κατά τη διάρκεια των οποίων, μεταξύ του 15ου και του 65ου έτους της ηλικίας του (της), ο (η) σύζυγος του δικαιούχου κατοικούσε σε κράτος μέλος εκτός των Κάτω Χωρών και δεν ήταν ασφαλισμένος (η) βάσει της προαναφερθείσας νομοθεσίας, εφόσον τα εν λόγω ημερολογιακά έτη ή τα τμήματα αυτών συμπίπτουν με τις περιόδους ασφάλισης που συμπλήρωσε ο δικαιούχος βάσει αυτής της νομοθεσίας, με την προϋπόθεση ότι ήταν σύζυγοι κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων, και με τα ημερολογικά έτη ή τα τμήματα αυτών που πρέπει να ληφθούν υπόψη σύμφωνα με το στοιχείο α).

ε) Τα στοιχεία α), β), γ) και δ) εφαρμόζονται μόνον εάν ο δικαιούχος κατοικούσε επί έξι έτη στο έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών μετά την ηλικία των 59 ετών συμπληρωμένων και εφόσον κατοικεί στο έδαφος ενός από αυτά τα κράτη μέλη.

στ) Κατά παρέκκλιση του άρθρου 45 παράγραφος 1 του AOW και του άρθρου 47 παράγραφος 1 του AWW (γενική ασφάλιση χηρείας και ορφανών), στο (στη) σύζυγο μισθωτού ή μη μισθωτού που υπάγεται στο σύστημα υποχρεωτικής ασφάλισης και που κατοικεί σε κράτος μέλος άλλο από τις Κάτω Χώρες, επιτρέπεται να ασφαλιστεί στην προαιρετική ασφάλιση δυνάμει των νομοθεσιών αυτών μόνο για τις περιόδους μετά τις 2 Αυγούστου 1989, κατά τη διάρκεια των οποίων ο μισθωτός ή μη μισθωτός υπάγεται ή είχε υπαχθεί στην υποχρεωτική ασφάλιση δυνάμει των νομοθεσιών αυτών. Η έγκριση αυτή παύει να ισχύει από την ημέρα κατά την οποία λήγει η περίοδος υποχρεωτικής ασφάλισης του μισθωτού ή του μη μισθωτού.

Εντούτοις η έγκριση αυτή εξακολουθεί να ισχύει εφόσον η υποχρεωτική ασφάλιση του μισθωτού ή μη μισθωτού διακόπηκε μετά από το θάνατο του εργαζομένου και εφόσον η χήρα σύζυγος απολαύει αποκλειστικά σύνταξης στο πλαίσιο της νομοθεσίας για τη γενική ασφάλιση χηρείας και ορφανών (AWW).

Σε κάθε περίπτωση, η έγκριση προαιρετικής ασφάλισης παύει να ισχύει από την ημέρα κατά την οποία ο προαιρετικά ασφαλισμένος συμπληρώσει την ηλικία των 65 ετών.

Το ασφάλιστρο που καταβάλλει ο σύζυγος μισθωτού ή μη μισθωτού που υπάγεται στο σύστημα υποχρεωτικής ασφάλισης της γενικής ασφάλισης γήρατος και της γενικής ασφάλισης χηρείας και ορφανών καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό του ασφάλιστρου της υποχρεωτικής ασφάλισης, δεδομένου ότι τα εισοδήματα του συζύγου στην περίπτωση αυτή θεωρούνται ως κτηθέντα στις Κάτω Χώρες.

Για τον σύζυγο μισθωτού ή μη μισθωτού ο οποίος έχει υπαχθεί στην υποχρεωτική ασφάλιση από τις 2 Αυγούστου 1989 ή μετά από την ημερομηνία αυτή, το ασφάλιστρο καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό του ασφάλιστρου της προαιρετικής ασφάλισης δυνάμει της γενικής ασφάλισης γήρατος και της γενικής ασφάλισης χηρείας και ορφανών.

ζ) Η έγκριση που αναφέρεται στο στοιχείο στ) χορηγείται μόνον εφόσον ο σύζυγος μισθωτού ή μη μισθωτού γνωστοποίησει στην Sociale Verzekeringbank, σε προθεσμία ενός έτους μετά την έναρξη της περιόδου υποχρεωτικής ασφάλισης του τελευταίου αυτού, την πρόθεση του να καταβάλει εισφορές στην προαιρετική ασφάλιση.

Για τους συζύγους μισθωτών ή μη μισθωτών που έχουν υπαχθεί στην υποχρεωτική ασφάλιση κατά τις 2 Αυγούστου 1989 ή κατά τη διάρκεια της αμέσως προοηγούμενης περιόδου, προθεσμία ενός έτους αρχίζει να ισχύει από τις 2 Αυγούστου 1989.

Ο (η) σύζυγος, που δεν κατοικεί στις Κάτω Χώρες, του μισθωτού ή μη μισθωτού εργαζομένου για τον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 14 παράγραφος 1, του άρθρου 14α παράγραφος 1 ή του άρθρου 17 του κανονισμού δεν μπορεί να κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο στοιχείο στ) τέταρτο εδάφιο, εάν ο (η) εν λόγω σύζυγος, σύμφωνα μόνο με τις διατάξεις της νομοθεσίας των Κάτω Χωρών, ήδη έχει ή είχε δικαίωμα να ασφαλιστεί με προαιρετική ασφάλιση.

η) Τα στοιχεία α), β), γ), δ) και στ) δεν εφαρμόζονται για τις περιόδους που συμπίπτουν με τις περιόδους που μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων συνταξιοδότησης βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους εκτός των Κάτω Χωρών για την ασφάλιση γήρατος ούτε για τις περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων ο ενδιαφερόμενος έλαβε σύνταξη γήρατος βάσει της εν λόγω νομοθεσίας.

θ) Θεωρούνται αποκλειστικά ως πραγματοποιηθείσες περίοδοι ασφάλισης για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού, οι περίοδοι ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας δυνάμει του γενικού συστήματος ασφάλισης γήρατος (AOW).

3. α) Κάθε μισθωτός ή μη μισθωτός οποίος έχει παύσει να υπόκειται στη νομοθεσία των Κάτω Χωρών σχετικά με την ασφάλιση χηρείας, θεωρείται ότι είναι ασφαλισμένος δυνάμει της νομοθεσίας αυτής κατά τη στιγμή της επελεύσεως του κινδύνου, προκειμένου να εφαρμοστούν οι διατάξεις του τίτλου III κεφάλαιο 3 του κανονισμού, εφόσον είναι ασφαλισμένος δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους για τον ίδιο κίνδυνο ή, διαφορετικά, σε περίπτωση που οφείλεται παροχή επιζώντος δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Εντούτους, η τελευταία αυτή προϋπόθεση θεωρείται ότι πληρούται στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 1.

β) Εάν, κατ' εφαρμογή του στοιχείου α) μια χήρα δικαιούται σύνταξη χηρείας δυνάμει της νομοθεσίας των Κάτω Χωρών σχετικά με τη γενικευμένη ασφάλιση των χηρών και των ορφανών, η σύνταξη αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού.

Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, λαμβάνονται επίσης υπόψη ως περίοδοι ασφάλισης που έχουν πραγματοποιηθεί υπό την νομοθεσία των Κάτω Χωρών οι περίοδοι πριν από την 1η Οκτωβρίου 1959, κατά τη διάρκεια των οποίων ο μισθωτός ή μη μισθωτός είχε κατοικήσει στο έδαφος των Κάτω Χωρών, έχοντας συμπληρώσει το έτος της ηλικίας του, ή κατά τη διάρκεια των οποίων, παρόλο που κατοικούσε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, είχε ασκήσει δραστηριότητα ως μισθωτός στις Κάτω Χώρες για εργοδότη εγκατεστημένο στη χώρα αυτή.

γ) Δεν περιλαμβάνονται οι περίοδοι που πρέπει να ληφθούν υπόψη δυνάμει των διατάξεων του στοιχείου β) οι οποίες συμπίπτουν με τις περιόδους ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους σχετικά με τις συντάξεις επιζώντων.

δ) Θεωρούνται αποκλειστικά ως πραγματοποιηθείσες περίοδοι ασφάλισης για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού, οι περίοδοι ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν μετά την ηλικία των 15 ετών συμπληρωμένων δυνάμει του γενικού συστήματος ασφάλισης χηρών και ορφανών (AWW).

4. α) Κάθες μισθωτός ή μη μισθωτός ο οποίος έχει παύσει να είναι ασφαλισμένος δυνάμει του νόμου της 18ης Φεβρουαρίου 1966 σχετικά με την ασφάλιση κατά της ανικανότητας προς εργασία (WAO) ή/και δυνάμει του νόμου της 11ης Δεκεμβρίου 1975 σχετικά με την ανικανότητα προς εργασία (AAW) θεωρείται ότι συνεχίζει να είναι ασφαλισμένος κατά τη στιγμή της επέλευσης του κινδύνου, για τους σκοπούς της εφαρμογής του τίτλου III κεφάλαιο 3 του κανονισμού εάν είναι ασφαλισμένος για τον ίδιο αυτόν κίνδυνο δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή, αν αυτό δεν συμβαίνει, στην περίπτωση που οφείλεται παροχή δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους για τον ίδιο κίνδυνο. Ωστόσο, η τελευταία αυτή προϋπόθεση θεωρείται ότι πληρούται στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 1.

β) Εάν, κατ' εφαρμογή του στοιχείου α), ο ενδιαφερόμενος δικαιούται ολλανδική παροχή αναπηρίας, η παροχή αυτή εκκαθαρίζεται, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στο άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού:

i) σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται από τον προαναφερθέντα νόμο της 18ης Φεβρουαρίου 1966 (WAO), αν ο ενδιαφερόμενος, τη στιγμή κατά την οποία επήλθε η ανικανότητα προς εργασία, ήταν ασφαλισμένος για τον κίνδυνο αυτό δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ως μισθωτός κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) του κανονισμού 7

ii) σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται από τον προαναφερθέντα νόμο της 11ης Δεκεμβρίου 1975 (AAW), αν ο ενδιαφερόμενος, τη στιγμή κατά την οποία επήλθε η ανικανότητα προς εργασία:

- ήταν ασφαλισμένος για τον κίνδυνο αυτό δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους χωρίς να έχει την ιδιότητα του μισθωτού κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο α) του κανονισμού

ή

- δεν ήταν ασφαλισμένος για τον κίνδυνο αυτό δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, αλλά μπορεί να προβάλει δικαιώματα για παροχές δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.

Εάν το ποσό της παροχής που υπολογίζεται κατ' εφαρμογή του σημείου i) είναι μικρότερο από το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του σημείου ii), η χορηγούμενη παροχή αντιστοιχεί σ' αυτό το τελευταίο ποσό.

γ) Για τον υπολογισμό των παροχών που εκκαθαρίζονται σύμφωνα με τον προαναφερθέντα νόμο της 18ης Φεβρουαρίου 1966 (WAO) ή με τον προαναφερθέντα νόμο της 11ης Δεκεμβρίου 1975 (AAW), οι ολλανδικοί φορείς λαμβάνουν υπόψη:

- τις περιόδους μισθωτής εργασίας και τις εξομοιούμενες περιόδους που έχουν πραγματοποιηθεί στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967,

- τις περιόδους ασφάλισης που έχουν πραγματοποιηθεί υπό τον προαναφερθέντα νόμο της 18ης Φεβρουαρίου 1966 (WAO),

- τις περιόδους ασφάλισης που έχει παραγματοποιήσει ο ενδιαφερόμενος μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας του, υπό τον προαναφερθέντα νόμο της 11ης Δεκεμβρίου 1975 (AAW), στο βαθμό που οι περίοδοι αυτές δεν συμπίπτουν με τις περιόδους ασφάλισης που έχουν πραγματοποιηθεί υπό τον προαναφερθέντα νόμο της 18ης Φεβρουαρίου 1966 (WAO).

δ) Κατά τον υπολογισμό της ολλανδικής παροχής αναπηρίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 40 παράγραφος 1 του κανονισμού, δεν λαμβάνεται υπόψη από τους φορείς των Κάτω Χωρών το συμπλήρωμα που χορηγείται ενδεχομένως στο δικαιούχο της παροχής δυνάμει του νόμου σχετικά με τα συμπληρώματα. Το δικαίωμα γι' αυτό το συμπλήρωμα και το ύψος του υπολογίζονται αποκλειστικά βάσει των διατάξεων του νόμου για τα συμπληρώματα.

5. Εφαρμογή της ολλανδικής νομοθεσίας περί των οικογενειακών επιδομάτων

α) Μισθωτός ή μη μισθωτός για τον οποίο η ολλανδική νομοθεσία περί των οικογενειακών επιδομάτων αρχίζει να έχει εφαρμογή κατά τη διάρκεια ενός τριμήνου του ημερολογιακού έτους και ο οποίος υπέκειτο, την πρώτη ημέρα του εν λόγω τριμήνου, στην αντίστοιχη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, θεωρείται ως ασφαλισμένος από την πρώτη αυτή ημέρα, δυνάμει του ολλανδικού νόμου.

β) Το ύψος των οικογενειακών επιδομάτων που μπορεί να απαιτήσει ο ενδιαφερόμενος μισθωτός ή μη μισθωτός ο οποίος, δυνάμει του στοιχείου α), θεωρείται ως ασφαλισμένος, δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας περί οικογενειακών επιδομάτων, καθορίζεται σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στον κανονισμό εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 98 του κανονισμού.

6. Εφαρμογή ορισμένων μεταβατικών διατάξεων

Το άρθρο 45 παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται κατά τον υπολογισμό του δικαιώματος επί των παροχών, δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων των νομοθεσιών περί της γενικής ασφαλίσεως γήρατος (άρθρο 46), περί της γενικής ασφαλίσεως χηρών και ορφανών και περί της γενικής ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία.

ΙΑ. ΑΥΣΤΡΙΑ

1. Για την εφαρμογή του κεφαλαίου 1 του τίτλου III του κανονισμού, το πρόσωπο που λαμβάνει σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου θεωρείται ως συνταξιούχος.

2. Για την εφαρμογή του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού, οι προσαυξήσεις των εισφορών για συμπληρωματική ασφάλιση και για τις συμπληρωματικές παροχές των ανθρακωρύχων σύμφωνα με την αυστριακή νομοθεσία δεν λαμβάνονται υπόψη. Στις περιπτώσεις αυτές το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού αυξάνεται με προσαύξηση των εισφορών για συμπληρωματική ασφάλιση και για συμπληρωματικές παροχές ανθρακωρύχου.

3. Για την εφαρμογή του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού, σύμφωνα με την αυστριακή νομοθεσία ως ημερομηνία αναφοράς για τη συνταξιοδότηση (Stichtag) θεωρείται η ημερομηνία επελεύσεως του κινδύνου.

4. Η εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού δεν συνεπάγεται μείωση οποιουδήποτε δικαιώματος για παροχές δυνάμει της αυστριακής νομοθεσίας όσον αφορά πρόσωπα των οποίων οι συνθήκες κοινωνικής ασφάλισης έχουν καταστεί δυσμενέστερες για πολιτικούς ή θρησκευτικούς λόγους ή για λόγους καταγωγής.

ΙΒ. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Οι εν ενεργεία ή συνταξιούχοι δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και τα μέλη της οικογενείας τους, που καλύπτονται από ειδικό καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης, μπορούν να τύχουν παροχών σε είδος σε περίπτωση ασθένειας ή μητρότητας, αν προκύψει άμεση ανάγκη κατά τη διάρκεια διαμονής τους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή, εφόσον μεταβαίνουν εκεί για να ακολουθήσουν την ενδεδειγμένη για την κατάσταση της υγείας τους θεραπεία, ύστερα από προέγκριση του αρμόδιου πορτογαλικού φορέα, όπως ορίζεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ), παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και παράγραφος 3 και στο άρθρο 31 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως και οι μισθωτοί και μη μισθωτοί εργαζόμενοι που καλύπτονται από το γενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

ΙΓ. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

1. Για να καθορισθεί αν η περίοδος μεταξύ της επελεύσεως που κινδύνου ο οποίος θεμελιώνει δικαίωμα για σύνταξη και της ηλικίας συνταξιοδότησης (μελλοντική περίοδος) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ποσού της φινλανδικής σύνταξης το δικαίωμα στην οποία θεμελιώνεται με την απασχόληση, πρέπει να εξετάζονται οι περίοδοι ασφαλίσεως ή διαμονής υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους, όσον αφορά τον όρο σχετικά με τη διαμονή στη Φινλανδία.

2. Όταν η μισθωτή ή μη μισθωτή απασχόληση στη Φινλανδία έχει λήξει και ο κίνδυνος επέρχεται κατά τη διάρκεια μισθωτής ή μη μισθωτής απασχόλησης σε άλλο κράτος και όταν για τη σύνταξη σύμφωνα με τη φινλανδική νομοθεσία περί συντάξεων δεν συνυπολογίζεται η περίοδος μεταξύ του κινδύνου και της ηλικίας συνταξιοδότησης (μελλοντική περίοδος), οι περίοδοι ασφαλίσεως υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά την απαίτηση της μελλοντικής περιόδου, σαν να επρόκειτο για περιόδους ασφαλίσεως στη Φινλανδία.

3. Όταν σύμφωνα με τη νομοθεσία της Φινλανδίας, καταβάλλεται προσαύξηση από φινλανδικό φορέα λόγω καθυστέρησης της διαδικασίας σχετικά με αίτηση για παροχές, η αίτηση που υποβάλλεται σε φορέα άλλου κράτους πρέπει, για την εφαρμογή των διατάξεων της φινλανδικής νομοθεσίας σχετικά με τις προσαυξήσεις αυτές, να θεωρείται ότι υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία παραλαβής της, μαζί με όλα τα απαραίτητα συνημμένα έγγραφα, από τον αρμόδιο φινλανδικό φορέα.

ΙΔ. ΣΟΥΗΔΙΑ

1. Κατά την εφαρμογή του άρθρου 18 παράγραφος 1 για τον καθορισμό του δικαιώματος ενός προσώπου για γονική παροχή, οι περίοδοι ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους εκτός της Σουηδίας θεωρούνται ότι βασίζονται στον ίδιο μέσο όρο αποδοχών στον οποίο βασίζονται και οι σουηδικές περίοδοι ασφαλίσεως με τις οποίες συνυπολογίζονται.

2. Οι διατάξεις των κανονισμού για το συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως ή διαμονής δεν θίγουν τις μεταβατικές διατάξεις της σουηδικής νομοθεσίας σχετικά με το δικαίωμα ευνοϊκότερου υπολογισμού των βασικών συντάξεων των προσώπων που είχαν κατοικήσει στη Σουηδία επί ορισμένη χρονική περίοδο αμέσως πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως.

3. Για την εξακρίβωση του δικαιώματος σύνταξης αναπηρίας ή επιζώντος που βασίζεται εν μέρει σε μελλοντικές υποθετικές περιόδους ασφαλίσεως, ένα πρόσωπο θεωρείται ότι πληροί τις απαιτήσεις ασφαλίσεως και εισοδήματος της σουηδικής νομοθεσίας όταν καλύπτεται ως μισθωτός ή μη μισθωτός από σύστημα ασφαλίσεως ή διαμονής άλλου κράτους.

4. Οι περίοδοι φύλαξης μικρών παιδιών θεωρούνται, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στη σουηδική νομοθεσία ως περίοδοι ασφαλίσεως για τους σκοπούς της συμπληρωματικής σύνταξης ακόμη και αν το παιδί και το ενδιαφερόμενο πρόσωπο κατοικούν σε άλλο κράτος, υπό την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο που φροντίζει το παιδί έχει λάβει γονική άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί δικαιώματος αδείας για ανατροφή τέκνου.

ΙΕ. ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

1. Όταν ένα πρόσωπο κατοικεί συνήθως στο έδαφος του Γιβραλτάρ ή αν υποχρεούτο, από την τελευταία άφιξή του σ' αυτό το έδαφος, να καταβάλλει εισφορές βάσει της νομοθεσίας του Γιβραλτάρ, υπό την ιδιότητα του μισθωτού και εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητήσει, λόγω ανικανότητας προς εργασία, μητρότητας ή ανεργίας, να απαλλαγεί από την καταβολή των εισφορών για μια ορισμένη χρονική περίοδο και να πιστωθούν στο λογαριασμό του εισφορές γι' αυτή την περιόδο, κάθε περίοδος κατά την οποία το πρόσωπο αυτό απασχολείτο στο έδαφος ενός κράτους μέλους εκτός από το Ηνωμένο Βασίλειο, θεωρείται, ως προς την αίτηση αυτή, ως περίοδος απασχολήσεώς του στο έδαφος του Γιβραλτάρ, για την οποία κατέβαλε εισφορές υπό την ιδιότητα του μισθωτού, κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας του Γιβραλτάρ.

2. Εφόσον, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου, πρόσωπο δικαιούται συντάξεως γήρατος εάν:

α) ληφθούν υπόψη οι εισφορές του πρώην συζύγου σαν να επρόκειτο για εισφορές του προσώπου αυτού

ή

β) πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ως προς τις εισφορές από τον σύζυγο ή πρώην σύζυγο του εν λόγω προσώπου,

και εφόσον ο σύζυγος ή ο πρώην σύζυγος ασκεί ή ασκούσε μισθωτή ή μη μισθωτή επαγγελματική δραστηριότητα υπαγόμενη στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, οι διατάξεις του κεφαλαίου 3 του τίτλου III του κανονισμού εφαρμόζονται με σκοπό τον προσδιορισμό της γενέσεως δικαιώματος συντάξεως δυνάμει της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου 7 στην περίπτωση αυτή, οι αναφορές του εν λόγω κεφαλαίου 3 σε «περιόδους ασφαλίσεως» ερμηνεύονται ως αναφορές σε περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν από:

i) τον σύζυγο ή πρώην σύζυγο, στις περιπτώσεις που διεκδικούν δικαίωμα παροχών παντρεμένη γυναίκα, άνδρας που έχει χηρεύσει ή πρόσωπο του οποίου ο γάμος λύθηκε με τρόπο άλλο από το θάνατο του συζύγου

ή

ii) την πρώην σύζυγο, στην περίπτωση που διεκδικεί δικαίωμα παροχών χήρα η οποία είτε δεν ελάμβανε παροχή επιζώντος αμέσως πριν φθάσει στη συντάξιμη ηλικία είτε λαμβάνει μόνο σύνταξη χηρείας λόγω ηλικίας, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού.

3. α) Αν σ' ένα πρόσωπο χορηγούνται παροχές ανεργίας που προβλέπονται από τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασίλειου, δυνάμει του άρθρου 71 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ιι) ή στοιχείο β) σημείο ιι) του κανονισμού, οι περίοδοι ασφαλίσεως, απασχολήσεως, ή μη μισθωτής δραστηριότητας που πραγματοποίησε το πρόσωπο αυτό υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, θεωρούνται για τη γένεση του δικαιώματος παροχών για τα τέκνα (child benefit), το οποίο η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου εξαρτά από μία περίοδο παρουσίας στη Μεγάλη Βρετανία ή ενδεχομένως, στη Βόρεια Ιρλανδία, ως περίοδοι παρουσίας στη Μεγάλη Βρετανία ή, ενδεχομένως, στη Βόρεια Ιρλανδία.

β) Αν δυνάμει του τίτλου II του κανονισμού, με εξαίρεση το άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο στ) ισχύει η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου για μισθωτό ή μη μισθωτό ο οποίος δεν πληροί τον όρο που απαιτεί η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου για τη γένεση του δικαιώματος παροχών για τέκνα (child benefit):

i) εφόσον ο όρος αυτός συνίσταται στην παρουσία στη Μεγάλη Βρετανία, ή, ενδεχομένως, στη Βόρεια Ιρλανδία, ο εργαζόμενος αυτός θεωρείται, ως προς την πλήρωση του όρου αυτού σαν να ήταν παρών 7

ii) εφόσον ο όρος αυτός συνίσταται σε μία περίοδο παρουσίας στη Μεγάλη Βρετανία ή, ενδεχομένως, στη Βόρεια Ιρλανδία, οι περίοδοι ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή μισθωτής δραστηριότητας που πραγματοποίησε ο εργαζόμενος αυτός υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, θεωρούνται ως πρός την πλήρωση του όρου αυτού, ως περίοδοι παρουσίας στη Μεγάλη Βρετανία ή, ενδεχομένως, στη Βόρεια Ιρλανδία.

γ) Όσον αφορά τις αιτήσεις για οικογενειακά επιδόματα (family allowances) βάσει της νομοθεσίας του Γιβραλτάρ, ισχύουν κατ' αναλογία οι διατάξεις των στοιχείων α) και β).

4. Η παροχή υπέρ των χηρών που εξυπηρετείται δυνάμει της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρείται για τους σκοπούς του κεφαλαίου 3 του κανονισμού, ως σύνταξη επιζώντος.

5. Για την εφαρμογή του άρθρου 10α παράγραφος 2 στις διατάξεις που διέπουν το δικαίωμα σε επίδομα συμπαράστασης (attendance allowance), επίδομα περίθαλψης αναπήρου και επίδομα διαβίωσης σε περίπτωση ανικανότητας, λαμβάνεται υπόψη περίοδος απασχόλησης, μη μισθωτής δραστηριότητας ή κατοικίας στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου στο βαθμό που απαιτείται για την πλήρωση των όρων σχετικά με την παρουσία στο Ηνωμένο Βασίλειο, πριν από την ημερομηνία γένεσης του δικαιώματος για το εν λόγω επίδομα.

6. Αν μισθωτός που υπόκειται στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου υποστεί ατύχημα, αφού εγκαταλείψει το έδαφος ενός κράτους μέλους, για να μεταβεί, κατα τη διάρκεια της απασχολήσεώς του, στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, αλλά πριν φθάσει στον προορισμό του, το δικαίωμα του επί παροχών σε σχέση με το ατύχημα θεμελιώνεται:

α) σαν να είχε συμβεί το ατύχημα στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου

και

β) χωρίς να ληφθεί υπόψη, προκειμένου να καθορισθεί αν ήταν μισθωτός (employed earner) βάσει της νομοθεσίας της Μεγάλης Βρετανίας ή της Βόρειας Ιρλανδίας ή μισθωτός (employed person) βάσει της νομοθεσίας του Γιβραλτάρ, η απουσία του άπο τα εδάφη αυτά.

7. Ο κανονισμός δεν εφαρμόζεται επί εκείνων των διατάξεων της νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου που προορίζονται να θέσουν σε ισχύ συμφωνία περί κοινωνικής ασφαλίσεως μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και τρίτου κράτους.

8. Για την εφαρμογή του τίτλου III κεφάλαιο 3 του κανονισμού, δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε οι αναλογικές εισφορές που κατέβαλε ο ασφαλισμένος υπό τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου, ούτε οι αναλογικές παροχές γήρατος που πρέπει να καταβληθούν υπό τη νομοθεσία αυτή. Το ποσό των αναλογικών παροχών προστίθεται στο ποσό των παροχών που οφείλεται δυνάμει της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο καθορίζεται σύμφωνα με το εν λόγω κεφάλαιο το άρθροισμα δε των δύο ποσών αποτελεί την παροχή που πράγματι οφείλεται στον ενδιαφερόμενο.

9. . . . . . .

10. Για την εφαρμογή του κανονισμού περί των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, για τις οποίες δεν έχει καταβληθεί εισφορά και περί της ασφαλίσεως ανεργίας (Γιβραλτάρ), [Non-Contributory Social Insurance Benefit and Unemployment Insurance Ordinance (Gibraltar)] θεωρείται ότι έχει την κανονική του κατοικία στο Γιβραλτάρ κάθε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, αν το πρόσωπο αυτό κατοικεί σε ένα κράτος μέλος.

11. Για την εφαρμογή των άρθρων 10, 27, 28, 28α, 30 και 31 του κανονισμού, το επίδομα συμπαραστάσεως (attendance allowance), που παρέχεται σε μισθωτό η μη μισθωτό κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείο, θεωρείται ως παροχή αναπηρίας.

12. Για την εφαρμογή του άρθρου 10 παράγραφος 1 του κανονισμού, ο δικαιούχος παροχής που του οφείλεται βάσει της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος διαμένει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, θεωρείται κατά τη διάρκεια της διαμονής αυτής σαν να κατοικούσε στο έδαφος του άλλου αυτού κράτους μέλους.

13.1. Για τον υπολογισμό του συντελεστή «αποδοχές» προκειμένου να καθοριστεί το δικαίωμα στις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου, με την επιφύλαξη του σημείου 15, κάθε εβδομάδα κατά την οποία ο μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος υπήχθη στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους και που άρχισε στη διάρκεια του έτους αναφοράς για τη φορολόγηση του εισοδήματος κατά την έννοια της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου, λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με τον ακόλουθο τρόπο:

α) Περίοδοι μεταξύ 6 Απριλίου 1975 και 5 Απριλίου 1987:

i) για κάθε εβδομάδα ασφάλισης, απασχόλησης ή διαμονής ως μισθωτός εργαζόμενος, ενδιαφερόμενος θεωρείται ότι κατέβαλε εισφορές ως μισθωτός εργαζόμενος με βάση μισθό που αντιστοιχεί στα δύο τρίτα του ανώτατου ορίου μισθού για την εβδομάδα αυτή 7

ii) για κάθε εβδομάδα παρουσίας μη μισθωτής δραστηριότητας ή διαμονής ως μη μισθωτός εργαζόμενος, ο ενδιαφερόμενος θεωρείται ότι κατέβαλε εισφορά κατηγορίας 2 ως μη μισθωτός εργαζόμενος.

β) Περίοδοι μετά τις 6 Απριλίου 1987:

i) για κάθε εβδομάδα ασφάλισης, απασχόλησης ή διαμονής ως μισθωτού εργαζόμενου, ο ενδιαφερόμενος θεωρείται ότι έλαβε εβδομαδιαίο μισθό για τον οποίο θεωρείται ότι είχε κταβάλει εισφορές ως μισθωτός εργαζόμενος, που αντιστοιχεί στα δύο τρίτα του ανώτερου ορίου μισθού για την εβδομάδα αυτή 7

ii) για κάθε εβδομάδα ασφάλισης, μη μισθωτής δραστηριότητας ή διαμονής ως μη μισθωτός εργαζόμενος, ο ενδιαφερόμενος θεωρείται ότι κατέβαλε εισφορά κατηγορίας 2 ως μη μισθωτός εργαζόμενος.

γ) Για κάθε πλήρη εβδομάδα για την οποία μπορεί να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων αυτή θεωρείται ως περίοδος εξομοιούμενη προς περίοδο ασφάλισης, απασχόλησης, μη μισθωτής δραστηριότητας ή διαμονής, ο ενδιαφερόμενος θεωρείται ότι έχει πιστωθεί με εισφορές ή μισθούς, ανάλογα με την περίπτωση, εντός του ορίου που απαιτείται ώστε ο γενικός του συντελεστής «απολαβές» για το συγκεκριμένο φορολογικό έτος να φθάσει το απαιτούμενο επίπεδο, προκειμένου αυτό το φορολογικό έτος να ληφθεί υπόψη κατά την έννοια της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με τη χορήγηση πιστώσεων εισφορών ή μισθών.

13.2. α) Όταν, για κάθε έτος φορολογήσης εισοδήματος που αρχίζει στις 6 Απριλίου 1975 ή μετά την ημερομηνία αυτή, ένας μισθωτός εργαζόμενος έχει συμπληρώσει περιόδους ασφάλισης, απασχόλησης ή διαμονής αποκλειστικά σε ένα κράτους μέλος εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου και όταν η εφαρμογή του σημείου 13.1 στοιχείο α) σημείο ι) ή του σημείου 13.1 στοιχείο β) σημείο ι) επιτρέπει να ληφθεί υπόψη το έτος αυτό κατά την έννοια της βρετανικής νομοθεσίας για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 46 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού, ο ενδιαφερόμενος θεωρείται ότι είχε ασφαλιστεί επί 52 εβδομάδες κατά τη διάρκεια εκείνου του έτους στο άλλο κράτος μέλος.

β) Εφόσον κάθε έτος επιβολής φόρου επί του εισοδήματος που αρχίζει από ή μετά τις 6 Απριλίου 1975, δεν υπολογίζεται κατά την έννοια της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού, δεν λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν κατά το έτος αυτό.

13.3. Για τη μετατροπή του παράγοντα «αποδοχές» σε περιόδους ασφαλίσεως, διαιρείται ο παράγοντας «αποδοχές», ο οποίος επετεύχθη κατά τη διάρκεια του σχετικού έτους επιβολής φόρου επί του εισοδήματος, κατά την έννοια της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου, διά του ποσού του κατώτατου ορίου μισθών που έχει καθορισθεί για το φορολογικό αυτό έτος. Το προκύπτον πηλίκο εκφράζεται υπό μορφή ακέραιου αριθμού παραλειπομένων των δεκαδικών. Ο αριθμός που προκύπτει από τον υπολογισμό αυτό θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει τον αριθμό των εβδομάδων ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια αυτού του φορολογικού έτους, υπό τον όρο ότι ο αριθμός αυτός δεν δύναται να υπερβαίνει τον αριθμό των εβδομάδων κατά τη διάρκεια των οποίων ίσχυσε για τον ενδιαφερόμενο η προαναφερθείσα νομοθεσία κατά το φορολογικό αυτό έτος.

14. Για την εφαρμογή του άρθρου 40 παράγραφος 3 στοιχείο α) σημείο ιι), λαμβάνονται υπόψη μόνον οι περίοδοι κατά τις οποίες ο μισθωτός ή μη μισθωτός ήταν ανίκανος προς εργασία, κατά την έννοια της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου.

15.1. Για τον υπολογισμό, βάσει του άρθρου 46 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού, του θεωρητικού ποσού του τμήματος της συντάξεως που αποτελείται από ένα πρόσθετο στοιχείο, κατά την έννοια της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου:

α) οι όροι «μισθοί», «εισφορές» και «προσαυξήσεις», που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού, υποδηλώνουν τα πλεονάσματα των παραγόντων «αποδοχές», κατά την έννοια του νόμου περί συντάξεων κοινωνικής ασφαλίσεως του 1975 (Social Security Pensions Act 1975) ή, κατά περίπτωση, του κανονισμού περί των συντάξεων κοινωνικής ασφαλίσεως στη Βόρεια Ιρλανδία του 1975 [Social Security Pensions (Northern Ireland) Order 1975] 7

β) ο μέσος όρος των πλεονασμάτων των παραγόντων «αποδοχές» υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού, ερμηνεύομενος όπως αναφέρεται στο ανωτέρω στοιχείο α) με τη διαίρεση του συνόλου των πλεονασμάτων, που έχουν καταχωρηθεί βάσει της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου, δια τού αριθμού των ετών επιβολής φόρου επί του εισοδήματος, κατά την έννοια της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου (συμπεριλαμβανομένων και των κλασμάτων των ετών), τα οποία έχουν συμπληρωθεί βάσει της νομοθεσίας αυτής, από τις 6 Απριλίου 1978 κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου ασφαλίσεως.

15.2. Για τον υπολογισμό του ποσού τμήματος συντάξεως που αποτελείται από ένα πρόσθετο στοιχείο, κατά την έννοια της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου, οι όροι «περίοδοι ασφαλίσεως και κατοικίας», που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού, υποδηλώνουν τις περιόδους ασφαλίσεως και κατοικίας που έχουν συμπληρωθεί από τις 6 Απριλίου 1978.

16. Άνεργος ο οποίος επιστρέφει στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά τη λήξη της περιόδου των τριών μηνών κατά τη διάρκεια της οποίας, εξακολούθησε να λαμβάνει παροχές δυνάμει της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 παράγραφος 1 του κανονισμού, μπορεί να διεκδικήσει παροχές ανεργίας παρά τις διατάξεις του άρθρου 69 παράγραφος 2, εφόσον πληροί της προϋποθέσεις που ορίζονται από την εν λόγω νομοθεσία.

17. Για τους σκοπούς της απόκτησης του δικαιώματος για επίδομα βαριάς ανικανότητας, ο μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος, ο οποίος υπάγεται ή είχε υπαχθεί στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου σύμφωνα με τον τίτλο II του κανονισμού, με την εξαίρεση του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο στ):

α) θεωρείται ότι ήταν παρών ή είχε τη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο καθόλη την περίοδο κατά την οποία άσκησε μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα και ότι υπαγόταν στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ βρισκόταν ή διέμενε σε άλλο κράτος μέλος 7

β) έχει δικαίωμα σε εξομοίωση προς περιόδους παρουσίας ή διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο των περιόδων ασφάλισης που έχει συμπληρώσει ως μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος στο έδαφος ή υπαγόμενος στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους.

18. Η περίοδος υπαγωγής στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο στ) του κανονισμού δεν είναι δυνατόν:

i) να ληφθεί υπόψη δυνάμει της παρούσας διατάξης ως περίοδος υπαγωγής στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την έννοια του τίτλου III του κανονισμού,

ούτε

ii) να καταστήσει το Ηνωμένο Βασίλειο αρμόδιο κράτος για την εξυπηρέτηση των παροχών που προβλέπονται από τα άρθρα 18 και 38 ή το άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού.

19. Με την επιφύλαξη κάθε σύμβασης που έχει υπογραφεί με τα κράτη μέλη για τους σκοπούς του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο στ) του κανονισμού και του άρθρου 10β του κανονισμού εκτέλεσης, η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου παύει να εφαρμόζεται μετά την πάροδο της πλέον απομακρυσμένης ημερολογιακά των τριών ακολούθων ημερών, σε κάθε πρόσωπο το οποίο υπαγόταν πριν στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου ως μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος:

α) η ημέρα κατά την οποία μεταφέρθηκε ο τόπος διαμονής σε άλλο κράτος μέλος που προβλέπεται από το άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο στ) 7

β) η ημέρα παύσης της μισθωτής η ανεξάρτητης δραστηριότητας, μόνιμης ή προσωρινής, κατά τη διάρκεια της οποίας το άτομο αυτό υπαγόταν στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου 7

γ) η τελευταία ημέρα κάθε περιόδου λήψης βρετανικών παροχών στον τομέα της ασθενείας, μητρότητας (περιλαμβανόμενων των παροχών σε είδος για τις οποίες αρμόδιο κράτος ήταν το Ηνωμένο Βασίλειο) ή παροχών ανεργίας που:

i) άρχισε από την ημερομηνία μεταφοράς του τόπου διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, ή μεταγενέστερη ημερομηνία,

ii) ακολούθησε αμέσως την άσκηση μισθωτής ή ανεξάρτητης δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος, ενώ το άτομο αυτό υπαγόταν στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου.

20. Το γεγονός ότι ένα άτομο απέκτησε την ιδιότητα του υπαγόμενου στην νομοθεσία άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο στ) του κανονισμού, το άρθρο 10β του κανονισμού εφαρμογής και το σημείο 19 ανωτέρω, δεν θίγει:

α) την εφαρμογή στο άτομο αυτό από το Ηνωμένο Βασίλειο, με την ιδιότητα του αρμοδίου κράτους, των διατάξεων σχετικά με τους μισθωτούς ή μη μισθωτούς εργαζόμενους του τίτλου III κεφάλαια 1 και 2 τμήμα 1 καθώς και το άρθρο 40 παράγραφος 2 του κανονισμού, αν το άτομο αυτό διατηρεί την ιδιότητα του μισθωτού ή μη μισθωτού εργαζόμενου για τους σκοπούς αυτούς και ήταν ασφαλισμένο τελευταία με την ιδιότητα αυτή δυνάμει της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου 7

β) τη δυνατότητα μεταχείρισης του ατόμου αυτού ως έχοντος την ιδιότητα του μισθωτού ή μη μισθωτού εργαζόμενου για τους σκοπούς των κεφαλαίων 7 και 8 του τίτλου III του κανονισμού ή των άρθρων 10 ή 10α του κανονισμού εφαρμογής, εφόσον η βρετανική παροχή δυνάμει του κεφαλαίου 1 του τίτλου III μπορεί να του χορηγηθεί σύμφωνα με το στοιχείο α) ανωτέρω.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII (Β) (2) (5) (6) (15)

ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΟΣΩΠΟ ΥΠΟΚΕΙΤΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΣΤΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΔΥΟ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

(Άρθρο 14γ στοιχείο β) του Κανονισμού)

1. Άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας στο Βέλγιο και μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος.

2. Άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας στη Δανία και μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος από πρόσωπο που κατοικεί στη Δανία.

3. Για τα γεωργικά καθεστώτα ασφάλισης ατυχημάτων και ασφάλισης γήρατος: άσκηση μη μισθωτής γεωργικής δραστηριότητας στη Γερμανία και μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος.

4. Άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας στην Ισπανία και μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος από πρόσωπο που κατοικεί στην Ισπανία.

5. Άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας στη Γαλλία και μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος, εκτός του Λουξεμβούργου.

6. Άσκηση μη μισθωτής γεωργικής δραστηριότητας στη Γαλλία και μισθωτής δραστηριότητας στο Λουξεμβούργο.

7. Όσον αφορά το σύστημα ασφάλισης συντάξεων μη μισθωτών: άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας στην Ελλάδα και μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος.

8. Άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας στην Ιταλία και μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος.

9. Άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας στην Αυστρία και μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος.

10. Άσκηση μη μισθωτής δρσατηριότητας στην Πορτογαλία και μισθωτής δραστηριότητας σε ένα άλλο κράτος μέλος.

11. Άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας στην Φινλανδία και μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος από πρόσωπο που κατοικεί στη Φινλανδία.

12. Άσκηση μη μισθωτής δραστηριότητας στη Σουηδία και μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος από πρόσωπο που κατοικεί στη Σουηδία.

ΜΕΡΟΣ II

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σελίδα

ΤΙΤΛΟΣ I: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ (άρθρα 1 έως 4) . 104

ΤΙΤΛΟΣ II: ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (άρθρα 5 έως 10α) . 105

ΤΙΤΛΟΣ III: ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΑΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ (άρθρα 10β έως 14) . 107

ΤΙΤΛΟΣ IV: ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΑΡΟΧΩΝ

Κεφάλαιο 1: Γενικοί κανόνες περί του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως (άρθρο 15) . 110

Κεφάλαιο 2: Ασθένεια και μητρότητα (άρθρα 16 έως 34) . 112

Κεφάλαιο 3: Αναπηρία, γήρας και θάνατος (συντάξεις) (άρθρα 35 έως 59) . 119

Κεφάλαιο 4: Εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες (άρθρα 60 έως 77) . 125

Κεφάλαιο 5: Επιδόματα θανάτου (άρθρα 78 και 79) . 132

Κεφάλαιο 6: Παροχές ανεργίας (άρθρα 80 έως 84) . 132

Κεφάλαιο 7: Οικογενειακές παροχές (άρθρα 85 έως 88) . 134

Κεφάλαιο 8: Παροχές για τέκνα συντηρούμενα από δικαιούχους συντάξεων και για ορφανά (άρθρα 90 έως 92) . 135

ΤΙΤΛΟΣ V: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ (άρθρα 93 έως 107) . 136

ΤΙΤΛΟΣ VI: ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ (άρθρα 108 έως 117) . 140

ΤΙΤΛΟΣ VII: ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ (άρθρα 118 έως 122) . 142

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

Παράρτημα 1: Αρμόδιες αρχές . 144

Παράρτημα 2: Αρμόδιοι φορείς . 146

Παράρτημα 3: Φορείς του τόπου κατοικίας και φορείς του τόπου διαμονής . 168

Παράρτημα 4: Οργανισμοί συνδέσεως . 184

Παράρτημα 5: Διατάξεις εφαρμογής διμερών συμβάσεων διατηρούμενες σε ισχύ . 191

Παράρτημα 6: Διαδικασία πληρωμής των παροχών . 202

Παράρτημα 7: Τράπεζες . 204

Παράρτημα 8: Χορήγηση οικογενειακών παροχών . 205

Παράρτημα 9: Υπολογισμός του μέσου ετήσου κόστους των παροχών εις είδος . 207

Παράρτημα 10: Φορείς και οργανισμοί που ορίζονται από τις αρμόδιες αρχές . 209

Παράρτημα 11: Σύστημα ή συστήματα αναφερόμενα στο άρθρο 35 παράγραφος 2 του κανονισμού . 225

Προσάρτημα: Άρθρο 95 . 227

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 51 και 235,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, και ιδίως του άρθρου 98,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

Εκτιμώντας:

ότι πρέπει να προβλεφθούν διαδικασίες εφαρμογής του κανονισμού ΕΟΚ αριθ. 1408/71, προσαρμοσμένες στους νέους κανόνες ουσίας και στην πείρα που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια των ετών εφαρμογής των κειμένων αυτών 7

ότι πρέπει, κυρίως, να διευκρινίζεται ποιοι είναι οι αρμόδιοι φορείς και αρχές κάθε κράτους μέλους, καθώς και οι οργανισμοί συνδέσμου που είναι εξουσιοδοτημένοι να επικοινωνούν κατ' ευθείαν μεταξύ τους 7

ότι πρέπει επίσης να διευκρινίζονται τα έγγραφα που πρέπει να υποβάλλονται και να συμπληρώνονται έτσι ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να επωφελούνται από τις παροχές 7

ότι πρέπει να διευκρινίζονται λεπτομερώς οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού ΕΟΚ αριθ. 1408/71 σχετικά με τον καθορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας καθώς και των διατάξεων σχετικά με τις διάφορες κατηγορίες παροχών 7

ότι πρέπει επίσης να διευκρινίζονται οι προϋποθέσεις απόδοσης των παροχών που έχουν χορηγηθεί από ένα φορέα κράτους μέλους για λογαριασμό φορέα άλλου κράτους μέλους, καθώς και οι αρμοδιότητες της επιτροπής λογαριασμών 7

ότι πρέπει να καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται για τη μετατροπή των νομισμάτων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος 7

ότι πρέπει, για να διεκολύνεται η επικοινωνία μεταξύ των αρχών και των φορέων των κρατών μελών, να προβλέπεται η δυνατότητα ηλεκτρονικής επεξεργασίας των πληροφοριών κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 7

ότι πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα τροποποίησης των παραρτημάτων 1, 4, 5, 6, 7 και 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 με κανονισμό που θα εκδίδεται από την Επιτροπή κατόπιν αιτήσεως του ή των ενδιαφερόμενων κρατών μελών ή των αρμόδιων αρχών τους και μετά από γνώμη της διοικητικής επιτροπής 7 ότι, στην πραγματικότητα, η τροποποίηση των παραρτημάτων αυτών αποβλέπει μόνο στην ένταξη σε μια κοινοτική πράξη των αποφάσεων που λαμβάνονται από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ή από τις αρμόδιες αρχές τους,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1 Ορισμοί

Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού:

α) ως «κανονισμός» νοείται ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 7

β) ως «κανονισμός εφαρμογής» νοείται ο παρών κανονισμός 7

γ) οι ορισμοί του άρθρου 1 του κανονισμού έχουν την έννοια η οποία τους έχει αποδοθεί στο εν λόγω άρθρο.

Άρθρο 2 Υποδείγματα εντύπων - Πληροφορίες επί των νομοθεσιών - Οδηγοί

1. Τα υποδείγματα των πιστοποιητικών, βεβαιώσεων δηλώσεων, αιτήσεων και άλλων εγγράφων, αναγκαίων για την εφαρμογή του κανονισμού και του κανονισμού εφαρμογής καθορίζονται από τη Διοικητική Επιτροπή.

Δύο κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους δύνανται να συμφωνήσουν, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Διοικητικής Επιτροπής, να χρησιμοποιούν απλουστευμένα υποδείγματα για τις αμοιβαίες σχέσεις τους.

2. Η Διοικητική Επιτροπή δύναται να συγκεντρώνει, για τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους, πληροφορίες περί των διατάξεων των εθνικών νομοθεσιών που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.

3. Η Διοικητική Επιτροπή προετοιμάζει οδηγούς προορισμένους να κατατοπίζουν τους ενδιαφερόμενους για τα δικαιώματά τους, καθώς και για τις διοικητικές διατυπώσεις που πρέπει να τηρούνται για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων αυτών.

Πριν την κατάρτιση των οδηγών αυτών ζητείται η γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής.

Άρθρο 3 (7) Οργανισμοί συνδέσεως - Επικοινωνία μεταξύ φορέων και μεταξύ δικαιούχων και φορέων

1. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να ορίζουν οργανισμούς συνδέσεως, εξουσιοδοτημένους να επικοινωνούν απευθείας μεταξύ τους.

2. Κάθε φορέας κράτους μέλους, καθώς και κάθε πρόσωπο, που κατοικεί ή διαμένει στο έδαφος ενός κράτους μέλους, δύναται να απευθυνθεί στο φορέα άλλου κράτους μέλους, είτε απευθείας, είτε δια μέσου των οργανισμών συνδέσεως.

3. Οι αποφάσεις και άλλα έγγραφα που προέρχονται από φορέα κράτους μέλους και προορίζονται για άτομο που κατοικεί ή διαμένει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους μπορούν να του κοινοποιούνται απευθείας με συστημένη επιστολή επί αποδείξει παραλαβής.

Άρθρο 4 (9) Παραρτήματα

1. Το παράρτημα 1 αναφέρει την αρμόδια αρχή ή τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους.

2. Το παράρτημα 2 αναφέρει τους αρμοδίους φορείς κάθε κράτους μέλους.

3. Το παράρτημα 3 αναφέρει τους φορείς του τόπου κατοικίας και τους φορείς του τόπου διαμονής κάθε κράτους μέλους.

4. Το παράρτημα 4 αναφέρει τους οργανισμούς συνδέσεως που καθορίζονται βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής.

5. Το παράρτημα 5 αναφέρει τις διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 5, στο άρθρο 53 παράγραφος 3, στο άρθρο 104, στο άρθρο 105 παράγραφος 2, στο άρθρο 116 και στο άρθρο 121 του κανονισμού εφαρμογής.

6. Το παράρτημα 6 αναφέρει τη διαδικασία πληρωμής των παροχών, η οποία έχει επιλεγεί από τους φορείς οφειλέτες κάθε κράτους μέλους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 53 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής.

7. Το παράρτημα 7 περιλαμβάνει το όνομα και την έδρα των τραπεζών, που αναφέρονται στο άρθρο 55 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής.

8. Το παράρτημα 8 αναφέρει τα κράτη μέλη, στις αμοιβαίες σχέσεις των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 10α παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού εφαρμογής.

9. Το παράρτημα 9 αναφέρει τα συστήματα, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό του μέσου ετήσιου κόστους των παροχών εις είδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 94 παράγραφος 3, στοιχείο α) και του άρθρου 95 παράγραφος 3 στοιχείο α) του κανονισμού εφαρμογής.

10. Το παράρτημα 10 αναφέρει τους φορείς ή τους οργανισμούς, που ορίζονται από τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα ιδίως με τις ακόλουθες διατάξεις:

α) κανονισμός: άρθρο 14γ, άρθρο 14δ παράγραφος 3 κι άρθρο 17 7

β) κανονισμός εφαρμογής: άρθρο 6 παράγραφος 1, άρθρο 8, άρθρο 10β, άρθρο 11 παράγραφος 1, άρθρο 11α παράγραφος 1, άρθρο 12α, άρθρο 13 παράγραφοι 2 και 3, άρθρο 14 παράγραφοι 1, 2 και 3, άρθρο 38 παράγραφος 1, άρθρο 70 παράγραφος 1, άρθρο 80 παράγραφος 2, άρθρο 81, άρθρο 82 παράγραφος 2, άρθρο 85 παράγραφος 2, άρθρο 86 παράγραφος 2, άρθρο 89 παράγραφος 1, άρθρο 91 παράγραφος 2, άρθρο 102 παράγραφος 2, άρθρο 109, άρθρο 110 και άρθρο 113 παράγραφος 2.

11. Το παράρτημα 11 αναφέρει το σύστημα ή τα συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 35 παράγραφος 2 του κανονισμού.

ΤΙΤΛΟΣ II ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ Εφαρμογή των άρθρων 6 και 7 του κανονισμού

Άρθρο 5 Υποκατάσταση του κανονισμού εφαρμογής στις συμφωνίες περί εφαρμογής των συμβάσεων

Ο κανονισμός εφαρμογής αντικαθιστά τις συμφωνίες περί εφαρμογής των συμβάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 6 του κανονισμού αντικαθιστά, επίσης, τις διατάξεις εφαρμογής των διατάξεων των συμβάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού, εφόσον οι εν λόγω διατάξεις εφαρμογής δεν αναφέρονται στο παράρτημα 5.

Εφαρμογή του άρθρου 9 του κανονισμού

Άρθρο 6 Υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως

1. Αν, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 9 και του άρθρου 15 παράγραφος 3 του κανονισμού, ο ενδιαφερόμενος πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση ασφαλίσεως για περίπτωση αναπηρίας, γήρατος και θανάτου (συντάξεις) σε περισσότερα συστήματα δυνάμει της νομοθεσίας ένος κράτους μέλους και, αν δεν έχει υπαχθεί στην υποχρεωτική ασφάλιση ενός των συστημάτων αυτών με βάση την τελευταία μισθωτή ή μη μισθωτή απασχόλησή του, δύναται να υπαχθεί δυνάμει των προανεφερθέντων άρθρων στην προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως του συστήματος που καθορίζεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού, ή, αν δεν καθορίζεται σύστημα, του συστήματος της επιλογής του.

2. Για να επωφεληθεί των διατάξεων του άρθρου 9 παράγραφος 2 του κανονισμού, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να προσκομίσει στο φορέα του οικείου κράτους μέλους, βεβαίωση σχετική με τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους. Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται αιτήσει του ενδιαφερόμενου, από τον ή τους φορείς που εφαρμόζουν τις νομοθεσίες υπό τις οποίες πραγματοποίησε ο ενδιαφερόμενος τις περιόδους αυτές.

Εφαρμογή του άρθρου 12 του κανονισμού

Άρθρο 7 (11) Γενικοί κανόνες όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων περί μη σωρεύσεως

1. Όταν παροχές που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών ενδέχεται να μειωθούν, να ανασταλούν ή να καταργηθούν, αμοιβαία, τα ποσά τα οποία δεν θα πληρώνονταν σε περίπτωση αυστηρής εφαρμογής των ρητρών μείωσης, αναστολής ή κατάργησης που προβλέπονται από τη νομοθεσία των ενδιαφερομένων κρατών μελών, διαιρούνται δια του αριθμού των παροχών οι οποίες υπόκεινται σε μείωση, αναστολή ή κατάργηση.

2. Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 12 παράγραφοι 2, 3 και 4, του άρθρου 46α, του άρθρου 46β και του άρθρου 46γ του κανονισμού, οι ενδιαφερόμενοι αρμόδιοι φορείς ανταλλάσουν, κατόπιν αιτήσεώς τους, κάθε σχετική πληροφορία.

Άρθρο 8 (5) Εφαρμοστέοι κανόνες σε περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων παροχών ασθένειας ή παροχών μητρότητας κατά τις νομοθεσίες περισσοτέρων κρατών μελών

1. Αν μισθωτός ή μισθωτός ή μέλος της οικογένειάς του, δικαιούται παροχών μητρότητας κατά τις νομοθεσίες δύο ή περισσοτέρων αποκλειστικά κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έγινε ο τοκετός ή, αν ο τοκετός δεν έγινε στο έδαφος ενός από αυτά τα κράτη μέλη, αποκλειστικά κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στην οποία αυτός ο μισθωτός ή μη μισθωτός υπήχθη τελευταία.

2. Αν μισθωτός ή μη μισθωτός δικαιούται παροχών ασθένειας κατά τις νομοθεσίες της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου για την ίδια περίοδο ανικανότητας προς εργασία, αυτές οι παροχές θα πραγματοποιούνται αποκλειστικά κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στην οποία ο ενδιαφερόμενος υπήχθη τελευταία.

3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14γ στοιχείο β) του κανονισμού, αν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή μέλος της οικογένειάς του δικαιούται παροχών ασθένειας ή μητρότητας σε είδος βάσει των δύο αυτών νομοθεσιών, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:

α) αν η μια τουλάχιστον από αυτές τις νομοθεσίες προβλέπει ότι οι παροχές χορηγούνται υπό μορφή απόδοσης στον δικαιούχο, το βάρος των παροχών αυτών αναλαμβάνεται αποκλειστικά από τον φορέα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχουν χορηγηθεί 7

β) αν οι παροχές έχουν χορηγηθεί στο έδαφος ενός κράτους μέλους εκτός των δύο αυτών κρατών μελών, το βάρος των παροχών αναλαμβάνεται αποκλειστικά από τον φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπάγεται το ενδιαφερόμενο άτομο δυνάμει της μισθωτής δραστηριότητάς του.

Άρθρο 8α Εφαρμοστέοι κανόνες σε περίπτωση σωρεύσεως παροχών ασθένειας, παροχών εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικών ασθενειών κατά την ελληνική νομοθεσία και τη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων άλλων κρατών μελών

Αν, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, μισθωτός ή μη μισθωτός, ή μέλος της οικογένειάς του, δικαιούται παροχών ασθένειας ή παροχών εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικών ασθενειών κατά τη ελληνική νομοθεσία και τη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, οι παροχές αυτές θα πραγματοποιούνται αποκλειστικά κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στην οποία ο ενδιαφερόμενος υπήχθη τελευταία.

Άρθρο 9 (5) Εφαρμοστέοι κανόνες σε περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων επιδομάτων θανάτου κατά τις νομοθεσίες περισσοτέρων κρατών μελών

1. Σε περίπτωση θανάτου που επήλθε στο έδαφος ενός κράτους μέλους, διατηρείται μόνο το δικαίωμα επί του επιδόματος θανάτου που εκτήθη κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού, ενώ αποσβέννυται το δικαίωμα που εκτήθη κατά τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους.

2. Σε περίπτωση θανάτου που επήλθε στο έδαφος ενός κράτους μέλους - ενώ το δικαίωμα επί του επιδόματος θανάτου εκτήθη κατά τις νομοθεσίες δύο ή περισσοτέρων άλλων κρατών μελών ή, σε περίπτωση θανάτου που επήλθε εκτός του εδάφους των κρατών μελών, ενώ το δικαίωμα αυτό εκτήθη κατά τις νομοθεσίες δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών - διατηρείται μόνο το δικαίωμα που εκτήθη κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στην οποία υπήχθη τελευταία ο αποθανών, ενώ αποσβέννυται το δικαίωμα που εκτήθη κατά τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους.

3. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14γ στοιχείο β) του κανονισμού, τα δικαιώματα επί του επιδόματος θανάτου που έχουν κτηθεί, βάσει της νομοθεσίας καθενός των δύο αυτών κρατών μελών που αναφέρονται στο παράρτημα VII, διατηρούνται.

Άρθρο 9α Εφαρμοστέοι κανόνες σε περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων επιδομάτων ανεργίας

Αν μισθωτός ή μη μισθωτός, ο οποίος δικαιούται επιδομάτων ανεργίας κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους στην οποία υπήχθη κατά την τελευταία μισθωτή ή μη μισθωτή απασχόλησή του σύμφωνα με το άρθρο 69 του κανονισμού, μεταβεί στην Ελλάδα, όπου δικαιούται επίσης επιδομάτων ανεργίας βάσει περιόδου ασφαλίσεως, μισθωτής ή μη μισθωτής απασχολήσεως, που έλαβε χώρα προηγουμένως σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, το δικαίωμα παροχών κατά τη ελληνική νομοθεσία αναστέλλεται για την περίοδο που προβλέπεται στο άρθρο 69 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού.

Άρθρο 10 (12) (13) Εφαρμοστέοι κανόνες σε περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων των μισθωτών ή μη μισθωτών

1. α) Το δικαίωμα οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων που οφείλονται κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους, σύμφωνα με την οποία η κτήση αυτού του δικαιώματος παροχών ή επιδομάτων δεν εξαρτάται από όρους ασφαλίσεως, απασχόλησης ή μη μισθωτής δραστηριότητας, αναστέλλεται όταν, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου και για το ίδιο μέλος της οικογένειας, οφείλονται παροχές είτε δυνάμει μόνο της εθνικής νομοθεσίας άλλου κράτους μέλος είτε κατ' εφαρμογή των άρθρων 73, 74, 77 ή 78 του κανονισμού, και τούτο μέχρι του ποσού των παροχών αυτών.

β) Πάντως, αν έχει ασκηθεί επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους:

i) στην περίπτωση των παροχών που οφείλονται, είτε δυνάμει μόνο της εθνικής νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους είτε δυνάμει των άρθρων 73 ή 74 του κανονισμού, από το άτομο που έχει δικαίωμα οικογενειακών παροχών ή από το άτομο στο οποίο έχουν αυτές χορηγηθεί, το δικαίωμα οικογενειακών παροχών που οφείλονται, είτε δυνάμει μόνο της εθνικής νομοθεσίας αυτού του άλλου κράτους μέλους είτε δυνάμει των εν λόγω άρθρων, αναστέλλεται μέχρι του ποσού των οικογενειακών παροχών που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί το μέλος της οικογενείας. Οι παροχές που καταβάλλονται από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικεί το μέλος της οικογενείας βαρύνουν το κράτος μέλος αυτό 7

ii) στην περίπτωση των παροχών που οφείλονται, είτε δυνάμει μόνο της εθνικής νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους είτε δυνάμει των άρθρων 77 ή 78 του κανονισμού, από το άτομο που δικαιούται αυτές τις παροχές ή από το άτομο στο οποίο έχουν αυτές χορηγηθεί, το δικαίωμα αυτών των οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων που οφείλονται, είτε σύμφωνα μόνο με την εθνική νομοθεσία αυτού του άλλου κράτους μέλους είτε κατ' εφαρμογή των άρθρων αυτών, αναστέλλεται. Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται τις οικογενειακές παροχές ή επιδόματα από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα τέκνα, και εις βάρος του κράτους μέλους αυτού, καθώς και, ενδεχομένως, παροχές άλλες από τα οικογενειακά επιδόματα που αναφέρονται στα άρθρα 77 ή 78 του κανονισμού, εις βάρος του αρμόδιου κράτους μέλους κατά την έννοια των άρθρων αυτών.

2. Αν ένας μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται οικογενειακές παροχές βάσει προηγούμενων περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, που συμπληρώθηκαν κατά τη ελληνική νομοθεσία, το δικαίωμα αυτό αναστέλλεται όταν, κατά την ίδια χρονική περίοδο και για το ίδιο μέλος της οικογένειας, οφείλονται οικογενειακές παροχές δυνάμει της νομοθεσίας του πρώτου κράτους μέλους κατ' εφαρμογή των άρθρων 73 και 74 του κανονισμού, και μέχρι του ποσού των παροχών αυτών.

3. Όταν οφείλονται οικογενειακές παροχές, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου και για το ίδιο άτομο της οικογένειας του ασφαλισμένου, από δύο κράτη μέλη κατ' εφαρμογή των άρθρων 73 ή/και 74 του κανονισμού, ο αρμόδιος οργανισμός του κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία προβλέπει το υψηλότερο ποσό παροχών, χορηγεί ολόκληρο αυτό το ποσό, με υποχρέωση του αρμόδιου οργανισμού του άλλου κράτους να του αποδώσει το ήμισυ του παραπάνω ποσού, μέσα στο όριο του ποσού που προβλέπεται από τη νομοθεσία του τελευταίου κράτους μέλους.

Άρθρο 10α (8) Εφαρμοστέοι κανόνες σε περίπτωση μισθωτού ή μη μισθωτού υπαγόμενου διαδοχικά στη νομοθεσία περισσότερων κρατών μελών κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου ή μέρους περιόδου

Αν μισθωτός ή μη μισθωτός έχει υπαχθεί διαδοχικά στη νομοθεσία δύο κρατών μελών κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ δύο ημερομηνιών πληρωμής, όπως αυτές ορίζονται στη νομοθεσία του ενός ή και των δύο αυτών κρατών μελών, για την χορήγηση των οικογενειακών παροχών, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:

α) οι οικογενειακές παροχές τις οποίες δύναται να απαιτήσει ο ενδιαφερόμενος αυτός λόγω της υπαγωγής του στη νομοθεσία καθενός από αυτά τα κράτη μέλη αντιστοιχούν στον αριθμό των ημερήσιων παροχών που οφείλονται κατ' εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. Αν οι νομοθεσίες αυτές δεν προβλέπουν ημερήσεις παροχές, οι οικογενειακές παροχές χορηγούνται ανάλογα με τη χρονική διάρκεια κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος αυτός έχει υπαχθεί στη νομοθεσία καθενός των κρατών μελών, σε σχέση με την περίοδο που καθορίζεται στη σχετική νομοθεσία 7

β) εφόσον οι οικογενειακές παροχές έχουν καταβληθεί από ένα φορέα, για περίοδο κατά την οποία θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί από άλλο φορέα, γίνεται τακτοποίηση λογαριασμών μεταξύ των φορέων αυτών 7

γ) για την εφαρμογή των διατάξεων των στοιχείων α) και β), εφόσον οι περίοδοι μισθωτής ή μη μισθωτής απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν από την νομοθεσία ενός κράτους μέλους εκφράζονται σε μονάδες διαφορετικές από εκείνες που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των οικογενειακών παροχών δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους στην οποία ο ενδιαφερόμενος είχε επίσης υπαχθεί κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, η μετατροπή πραγματοποιείται κατά της διατάξεις του άρθρου 15 παράγραφος 3 του κανονισμού εφαρμογής 7

δ) κατά παρέκκλιση των διατάξεων του στοιχείου α), στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών που αναφέρονται στο παράρτημα 8 του κανονισμού εφαρμογής, ο φορέας που επιβαρύνεται με τις οικογενειακές παροχές δυνάμει της πρώτης μισθωτής ή μη μισθωτής απασχολήσεως κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου, εξακολουθεί να φέρει το βάρος τους για όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής.

ΤΙΤΛΟΣ III ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΑΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

Εφαρμογή των άρθρων 13 μέχρι 17 του κανονισμού

Άρθρο 10β (9) Προβλεπόμενες διατυπώσεις κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο στ) του κανονισμού

Η ημερομηνία και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η νομοθεσία κράτους μέλους παύει να εφαρμόζεται σε ένα άτομο που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο στ) του κανονισμού προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής. Η υπηρεσία που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, του οποίου η νομοθεσία καθίσταται εφαρμοστέα για το άτομο αυτό απευθύνεται στην υπηρεσία που έχει ορισθεί από την αρμόδια αρχή του πρώτου κράτους μέλους προκειμένου να γνωστοποιηθεί σ' αυτήν η εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 11 Διατυπώσεις σε περίπτωση αποσπάσεως μισθωτού κατά το άρθρο 14 παράγραφος 1 και το άρθρο 14β παράγραφος 1 του κανονισμού και στην περίπτωση συμφωνιών που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού

1. Ο φορέας που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου παραμένει εφαρμοστέα, χορηγεί πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι ο μισθωτός εξακολουθεί να υπάγεται στη νομοθεσία αυτή και προσδιορίζει μέχρι ποίας ημερομηνίας:

α) κατόπιν αιτήσεως του μισθωτού η του εργοδότη του, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 και στο άρθρο 14β παράγραφος 1 του κανονισμού 7

β) στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το άρθρο 17 του κανονισμού.

2. Στις περιπτώσεις του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχείο β) και του άρθρου 14β παράγραφος 1 του κανονισμού, η συναίνεση πρέπει να ζητείται από τον εργοδότη.

Άρθρο 11α Διατυπώσεις σύμφωνα προς το άρθρο 14α παράγραφος 1 και το άρθρο 14β παράγραφος 2 του κανονισμού και στην περίπτωση συμφωνιών που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού για την περίπτωση εργασίας που πραγματοποιήθηκε στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από αυτό στο οποίο ο ενδιαφερόμενος ασκεί κανονικά μη μισθωτή δραστηριότητα

1. Ο φορέας που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου παραμένει εφαρμοστέα, χορηγεί πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι ο μη μισθωτός εξακολουθεί να υπάγεται στη νομοθεσία αυτή και προσδιορίζει μέχρι ποίας ημερομηνίας:

α) κατόπιν αιτήσεως του μη μισθωτού, στις περίπτωσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14α παράγραφος 1 και στο άρθρο 14β παράγραφος 2 του κανονισμού 7

β) στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το άρθρο 17 του κανονισμού.

2. Στις περιπτώσεις του άρθρου 14α παράγραφος 1 στοιχείο β) και του άρθρου 14β παράγραφος 2 του κανονισμού, η συναίνεση πρέπει να ζητείται από τον εργοδότη.

Άρθρο 12 Ειδικές διατάξεις περί ασφαλίσεως μισθωτών κατά το γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως

Όταν δυνάμει του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο α) και του άρθρου 14 παράγραφοι 1 και 2 ή του άρθρου 14β παράγραφος 1 του κανονισμού, ή δυνάμει συμφωνίας που συνήφθη σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού, ισχύει η γερμανική νομοθεσία για μισθωτό που απασχολείται σε επιχείρηση ή εργοδότη ή έδρα ή η κατοικία των οποίων δεν ευρίσκεται στο έδαφος της Γερμανίας και ο μισθωτός δεν απασχολείται μόνιμα στο έδαφος της Γερμανίας, η νομοθεσία αυτή εφαρμόζεται σαν να απασχολείτο ο μισθωτός στον τόπο της κατοικία του στο έδαφος της Γερμανίας.

Αν ο μισθωτός δεν κατοικεί στο γερμανικό έδαφος η γερμανική νομοθεσία εφαρμόζεται σαν να απασχολείτο σε τόπο στον οποίο το Allgemeine Ortskrankenkasse Bonn (Γενικό Ιατρικό Ταμείο της Βόννης) είναι αρμόδιο.

Άρθρο 12α (5) Κανόνες εφαρμοστέοι σε πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 στοιχείο β), στο άρθρο 14 παράγραφος 3, στο άρθρο 14α παράγραφος 2 έως 4 και στο άρθρο 14γ του κανονισμού, που ασκούν κανονικά μισθωτή ή/και μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών

Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14 παράγραφος 2 στοιχείο β), του άρθρου 14 παράγραφος 3, του άρθρου 14α παράγραφοι 2 έως 4 και του άρθρου 14γ του κανονισμού, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:

1. α) Το πρόσωπο, που ασκεί κανονικά δραστηριότητα στο έδαφος δύο η περισσοτέρων κρατών μελών ή σε επιχείρηση που έχει την έδρα της στο έδαφος ενός κράτους μέλους και η οποία διασχίζεται από τα κοινά σύνορα δύο κρατών μελών η που ασκεί ταυτόχρονα μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος ενός κράτους μέλους και μη μισθωτή στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους. Θα πρέπει να γνωστοποιεί το γεγονός αυτό στο φορέα που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί 7

β) αν το πρόσωπο αυτό δεν υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, ο φορέας, που ορίζει η αρμόδια αρχή αυτού του κράτους μέλους, γνωστοποιεί το γεγονός αυτό στο φορέα που ορίζει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου το πρόσωπο αυτό υπάγεται.

2. α) Αν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παράγραφος 2, στοιχείο β) σημείο i) ή του άρθρου 14α παράγραφος 2 πρώτη πρόταση του κανονισμού, το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος δύο η περισσοτέρων κρατών μελών, και που ασκεί μέρος της δραστηριότητάς του στο εδάφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί, υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού, ο φορέας, που ορίζει η αρμόδια αρχή αυτού του κράτους μέλους, του χορηγεί πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι υπάγεται στη νομοθεσία του και διαβιβάζει αντίγραφο στους φορείς που ορίζουν οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους:

i) στο έδαφος του οποίου το πρόσωπο αυτό ασκεί μέρος της δραστηριότητάς του

ή και

ii) εάν ασκεί μισθωτή δραστηριότητα, στο έδαφος του οποίου η επιχείρηση η ο εργοδότης του έχει την έδρα η κατοικία

β) Αυτός ο τελευταίος φορέας διαβιβάζει, όταν είναι αναγκαίο, στο φορέα που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους - η νομοθεσία του οποίου εφαρμόζεται - την αναγκαία πιστοποίηση προκειμένου να βεβαιωθεί το μερίδιο, που σύμφωνα μ' αυτή τη νομοθεσία, οφείλουν ο ή οι εργοδότες ή/και ο εργαζόμενος.

3. α) Αν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παράγραφος 3 ή του άρθρου 14α παράγραφος 3 του κανονισμού, το πρόσωπο που απασχολείται στο έδαφος κράτους μέλους από επιχείρηση που έχει την έδρα της στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και που διασχίζεται από κοινό σύνορο των κρατών αυτών ή που ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα σε τέτοια επιχείρηση, υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου η επιχείρηση αυτή έχει τη έδρα της ο φορέας που ορίζει η αρμόδια αρχή αυτού του κράτους μέλους τους χορηγεί πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι υπάγεται στη νομοθεσία του και διαβιβάζει αντίγραφο στους φορείς που ορίζουν οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους.

i) στο έδαφος του οποίου το πρόσωπο αυτό απασχολείται ή ασκεί τη μη μισθωτή δραστηριότητά του,

ii) στο έδαφος του οποίου το πρόσωπο αυτό κατοικεί.

β) Οι διατάξεις της παράγραφου 2 στοιχείο β) εφαρμόζονται αναλόγως.

4. α) Αν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο ii) του κανονισμού, το πρόσωπο που δεν κατοικεί στο εδάφος οποιουδήποτε απ' τα κράτη μέλη, όπου ασκεί μισθωτή δραστηριότητα, υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο εδάφος του οποίου η επιχείρηση ή ο εργοδότης του έχουν την έδρα ή κατοικία, ο φορέας που ορίζει η αρμόδια αρχή αυτού του κράτους μέλους του χορηγεί πιστοποιητικό, που βεβαιώνει ότι υπάγεται στη νομοθεσία του, και διαβιβάζει αντίγραφο στους φορείς που ορίζουν οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους:

i) στο έδαφος του οποίου το πρόσωπο αυτό ασκεί μέρος της μισθωτής δραστηριότητάς του,

ii) στο έδαφος του οποίου το πρόσωπο αυτό κατοικεί.

β) Οι διατάξεις της παραγράφου 2 στοιχείο β) εφαρμόζονται αναλόγως.

5. α) Αν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14α παράγραφος 2 δεύτερη φράση του κανονισμού, το πρόσωπο που ασκεί κανονικά μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, αλλά κανένα μέρος της στο έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί, υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ασκεί την κύρια δραστηριότητά του, ο φορέας, που ορίζει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, γνωστοποιεί αμέσως το γεγονός αυτό στους φορείς, που ορίζουν οι αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών.

β) Οι αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή οι φορείς που έχουν ορισθεί απ' αυτές τις αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν με κοινή συμφωνία τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στον ενδιαφερόμενο, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του στοιχείου δ) και του άρθρου 14α παράγραφος 4, μέσα σε χρονικό διάστημα το οποίο δεν θα υπερβαίνει τους έξι μήνες από την ημέρα γνωστοποιήσεως της καταστάσεως του ενδιαφερομένου σε έναν από τους σχετικούς φορείς.

γ) Ο φορέας που η νομοθεσία του θεωρήθηκε εφαρμοστέα στον ενδιαφερόμενο, του χορηγεί πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι υπάγεται στη νομοθεσία αυτή και στέλνει αντίγραφο στους άλλους ενδιαφερόμενους φορείς.

δ) Με σκοπό τον προσδιορισμό, σύμφωνα με το άρθρο 14α, παράγραφος 2 τρίτη φράση του κανονισμού, της κύριας δραστηριότητας του ενδιαφερόμενου, λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη ο τόπος στον οποίο βρίσκεται η σταθερή και μόνιμη έδρα των δραστηριοτήτων του. Ελλείψει αυτού, λαμβάνονται υπόψη κριτήρια όπως η φύση ή η διάρκεια των ασκουμένων δραστηριοτήτων, ο αριθμός των προσφερομένων παροχών και τα έσοδα που προέρχονται απ' αυτές τις δραστηριότητες.

ε) Οι ενδιαφερόμενοι φορείς ανταλλάσσουν τις αναγκαίες πληροφορίες για να προσδιορίσουν τόσο την κύρια δραστηριότητα του ενδιαφερομένου όσο και τις εισφορές βάσει της νομοθεσίας η οποία έχει καθορισθεί ως εφαρμοστέα στην περίπτωσή του.

6. α) Με επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5, και ιδίως του στοιχείου β), αν ο φορέας που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία είναι εφαρμοστέα, κατά το άρθρο 14α παράγραφοι 2 ή 3 του κανονισμού, διαπιστώσει ότι οι διατάξεις της παραγράφου 4 είναι εφαρμοστέες, πληροφορεί σχετικά τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερομένων κρατών μελών ή τους φορείς που όρισαν οι αρχές αυτές αν είναι αναγκαίο, ο καθορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας στον ενδιαφερόμενο γίνεται με κοινή συμφωνία.

β) Οι αναφερόμενες στην παραπάνω παράγραφο 2 στοιχείο β) πληροφορίες διαβιβάζονται από τους φορείς των ενδιαφερομένων κρατών μελών στο φορέα που όρισε η αρμόδια αρχή της οποίας η νομοθεσία είναι οριστικά εφαρμοστέα.

7. α) Αν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14γ στοιχείο α) του κανονισμού, το πρόσωπο που ασκεί ταυτόχρονα μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους και μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ασκεί τη μισθωτή του δραστηριότητα, ο φορέας που ορίζεται από την αρμόδια αρχή που κράτους μέλους αυτού του χορηγεί πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι υπόκειται στη νομοθεσία του και διαβιβάζει αντίγραφο του πιστοποιητικού αυτού στο φορέα που ορίζεται από την αρμόδια αρχή κάθε άλλου κράτους μέλους:

i) στο έδαφος του οποίου το πρόσωπο αυτό ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα,

ii) στο έδαφος του οποίου το πρόσωπο αυτό κατοικεί.

β) Οι διατάξεις της παραγράφου 2 στοιχείο β) εφαρμόζονται κατ' αναλογία.

8. Αν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14γ στοιχείο β), του κανονισμού, το πρόσωπο που ασκεί ταυτόχρονα μισθωτή και μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος διαφορετικών κρατών μελών υπόκειται στη νομοθεσία δύο κρατών μελών, οι διατάξεις των σημείων 1, 2, 3 και 4 όσον αφορά τη μισθωτή δραστηριότητα και των σημείων 1, 2, 3, 5 και 6 όσον αφορά τη μη μισθωτή δραστηριότητα εφαρμόζονται κατ' αναλογία.

Οι φορείς που έχουν οριστεί από τις αρμόδιες αρχές των δύο κρατών μελών, των οποίων η νομοθεσία είναι οριστικά εφαρμοστέα, ενημερώνονται αμοιβαία.

Άρθρο 13 Άσκηση του δικαιώματος επιλογής από το προσωπικό που υπηρετεί στις διπλωματικές αποστολές και τις προξενικές υπηρεσίες

1. Το δικαίωμα επιλογής που προβλέπεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 του κανονισμού πρέπει να ασκείται για πρώτη φορά εντός τριών μηνών από την ημερομηνία προσλήψεως του μισθωτού στη διπλωματική αποστολή ή στην προξενική υπηρεσία, ή εισόδου στην προσωπική υπηρεσία υπαλλήλων της αποστολής ή της υπηρεσίας αυτής. Η επιλογή αποκτά ενέργεια από την ημέρα αναλήψεως υπηρεσίας.

Εφόσον ο ενδιαφερόμενος ασκεί εκ νέου το δικαίωμα επιλογής στο τέλος του ημερολογιακού έτους, η επιλογή αποκτά ενέργεια από την πρώτη πρώτη του επόμενου ημερολογιακού έτους.

2. Ο ενδιαφερόμενος που ασκεί το δικαίωμα επιλογής πληροφορεί σχετικά το φορέα που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, τη νομοθεσία του οποίου επέλεξε, ειδοποιώντας συγχρόνως τον εργοδότη του. Ο φορέας αυτός πληροφορεί, εφόσον είναι αναγκαίο, όλους τους υπόλοιπους φορείς του ίδιου κράτους μέλους, σύμφωνα με τις οδηγίες που δίδονται από την αρμόδια αρχή αυτού του κράτους μέλους.

3. Ο φορέας που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, τη νομοθεσία του οποίου επέλεξε ο ενδιαφερόμενος, του χορηγεί πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι υπάγεται στη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, επί όσο διάστημα αποσχολείται στη σχετική διπλωματική ή προξενική υπηρεσία ή προσωπική υπηρεσία υπαλλήλων της αποστολής ή της υπηρεσίας αυτής.

4. Αν ο ενδιαφερόμενος επέλεξε την εφαρμογή της γερμανικής νομοθεσίας, οι διατάξεις της νομοθεσίας αυτής εφαρμόζονται σαν ο ενδιαφερόμενος να απασχολείτο στον τόπο στον οποίο εδρεύει η γερμανική κυβέρνηση. Η αρμόδια αρχή καθορίζει τον αρμόδιο φορέα για την ασφάλιση ασθένειας.

Άρθρο 14 Άσκηση του δικαιώματος επιλογής από το επικουρικό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

1. Το δικαίωμα επιλογής, που προβλέπεται από το άρθρο 16 παράγραφος 3 του κανονισμού, πρέπει να ασκείται κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως προσλήψεως. Η εξουσιοδοτημένη προς σύναψη αυτής της συμβάσεως αρχή πληροφορεί το φορέα που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, τη νομοθεσία του οποίου επέλεξε το μέλος του επικουρικού προσωπικού. Ο φορέας αυτός πληροφορεί σχετικά, εφόσον είναι αναγκαίο, όλους τους υπόλοιπους φορείς του ίδιου κράτους μέλους.

2. Ο φορέας που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, τη νομοθεσία του οποίου επέλεξε το μέλος του επικουρικού προσωπικού, του χορηγεί πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού κατά το διάστημα που απασχολείται στην υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την ιδιότητα του μέλους του επικουρικού προσωπικού.

3. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καθορίζουν, εφόσον είναι ανάγκη, τους αρμόδιους φορείς για το επικουρικό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

4. Αν μέλος του επικουρικού προσωπικού που απασχολείται στο έδαφος κράτους μέλους εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, επέλεξε την εφαρμογή της γερμανικής νομοθεσίας, οι διατάξεις της νομοθεσίας αυτής εφαρμόζονται σαν να απασχολείτο το μέλος αυτό στον τόπο όπου εδρεύει η γερμανική κυβέρνηση. Η αρμόδια αρχή καθορίζει τον αρμόδιο φορέα για την ασφάλιση ασθένειας.

ΤΙΤΛΟΣ IV ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΑΡΟΧΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΥΝΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΔΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ

Άρθρο 15 (Α) (5) (11)

1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 1, στο άρθρο 38, στο άρθρο 45 παράγραφοι 1 έως 3, στο άρθρο 64 και στο άρθρο 67 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού, ο συνυπολογισμός των περιόδων ενεργείται κατά τους ακόλουθους κανόνες:

α) στις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους προστίθενται οι περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους κατά το μέτρο που η επίκληση αυτών είναι αναγκαία για να συμπληρωθούν οι περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους για την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος επί των παροχών και υπό τον όρο ότι οι περίοδοι αυτές ασφαλίσεως ή κατοικίας δεν συμπίπτουν. Αν πρόκειται περί παροχών αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου (συντάξεις) που πρέπει να εκκαθαριστούν από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού, καθένας από τους φορείς αυτούς προβαίνει χωριστά στο συνυπολογισμό αυτό, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποίησε ο μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος υπό τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών στις οποίες υπήχθη, και με την επιφύλαξη, αν συντρέχει περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 45 παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 47 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού. Ωστόσο, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14γ στοιχείο β) του κανονισμού, οι εν λόγω φορείς λαμβάνουν επίσης υπόψη, για την εκκαθάριση των παροχών, τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν βάσει της υποχρεωτικής ασφαλίσεως σύμφωνα με την νομοθεσία των δύο κρατών μελών και που συμπίπτουν 7

β) εφόσον, στα πλαίσια υποχρεωτικής ασφαλίσεως, περίοδος ασφαλίσεως ή κατοικίας που έχει πραγματοποιηθεί κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, συμπίπτει με περίοδο προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως που έχει πραγματοποιηθεί κατά τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, λαμβάνεται υπόψη μόνο η περίοδος υποχρεωτικής ασφαλίσεως 7

γ) εφόσον περίοδος ασφαλίσεως ή κατοικίας που έχει πραγματοποιηθεί κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, και δεν είναι εξομοιούμενη περίοδος, συμπίπτει με εξομοιούμενη περίοδο δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, λαμβάνεται υπόψη μόνο η πρώτη περίοδος 7

δ) κάθε εξομοιούμενη περίοδος, δυνάμει των νομοθεσιών δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, λαμβάνεται υπόψη μόνο από το φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί υποχρεωτικά ο ασφαλισμένος τελευταία προ της εν λόγω περιόδου σε περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος δεν είχε υπαχθεί υποχρεωτικά στη νομοθεσία ενός κράτους μέλους προ της περιόδου αυτής, αυτή λαμβάνεται υπόψη από το φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπήχθη αυτός υποχρεωτικά για πρώτη φορά μετά την εν λόγω περίοδο 7

ε) σε περίπτωση που δεν δύναται να προσδιοριστεί ακριβώς το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ορισμένες περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, τεκμαίρεται ότι αυτές οι περίοδοι δεν συμπίπτουν με περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους και υπολογίζονται κατά το μέτρο που δύνανται να ληφθούν υπόψη επωφελώς 7

στ) σε περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους ορισμένοι περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας λαμβάνονται υπόψη μόνο αν πραγματοποιήθηκαν εντός ορισμένης προθεσμίας, ο φορέας που εφαρμόζει τη νομοθεσία αυτή:

i) λαμβάνει υπόψη τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, μόνο αν πραγματοποιήθηκαν εντός της εν λόγω προθεσμίας

ή

ii) παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν ολικά ή μερικά εντός της εν λόγω προθεσμίας υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, εφόσον πρόκειται για περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που επιφέρουν απλώς, κατά τη νομοθεσία του δεύτερου κράτους μέλους, την αναστολή της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας.

2. Οι περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό νομοθεσία κράτους μέλους που δεν περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, αλλά οι οποίες λαμβάνονται υπόψη δυνάμει νομοθεσίας που κράτους μέλους αυτού που περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, θεωρούνται ως περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας που πρέπει να ληφθούν υπόψη για το συνυπολογισμό.

3. Εφόσον οι ασφαλιστικές περίοδοι που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία ενος κράτους μέλους εκφράζονται σε διαφορετικές μονάδες από εκείνες που χρησιμοποιούνται στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, η αναγκαία μετατροπή για το συνυπολογισμό πραγματοποιείται κατά τους ακόλουθους κανόνες:

α) αν ο ενδιαφερόμενος είναι μισθωτός ο οποίος υπήχθη στο σύστημα της εβδομάδας των έξι ημερών ή αν είναι μη μισθωτός:

i) μία ημέρα ισοδυναμεί προς οκτώ ώρες και αντιστρόφως 7

ii) έξι ημέρες ισοδυναμούν προς μία εβδομάδα και αντιστρόφως 7

iii) 26 ημέρες ισοδυναμούν προς ένα μήνα και αντιστρόφως 7

iv) τρεις μήνες ή 13 εβδομάδες ή 78 ημέρες ισοδυναμούν προς ένα τρίμηνο και αντιστρόφως 7

v) για τη μετατροπή των εβδομάδων σε μήνες και αντιστρόφως οι εβδομάδες και οι μήνες μετατρέπονται σε ημέρες 7

vi) η εφαρμογή των προηγουμένων κανόνων δεν δύναται να έχει ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη ως περίοδοι ασφαλίσεως, που πραγματοποιήθηκαν συνολικά κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους, περισσότερες από 312 ημέρες ή 52 εβδομάδες ή δώδεκα μήνες ή τέσσερα τρίμηνα 7

β) αν ο ενδιαφερόμενος είναι μισθωτός που υπήχθη στο σύστημα της εβδομάδας των πέντε ημερών:

i) μία ημέρα ισοδυναμεί προς εννέα ώρες και αντιστρόφως 7

ii) πέντε ημέρες ισοδυναμούν προς μία εβδομάδα και αντιστρόφως 7

iii) 22 ημέρες αντιστοιχούν προς ένα μήνα και αντιστρόφως 7

iv) τρεις μήνες ή 13 εβδομάδες ή 66 έξι ημέρες ισοδυναμούν προς ένα τρίμηνο και αντιστρόφως 7

v) για τη μετατροπή των εβδομάδων σε μήνες και αντιστρόφως, οι εβδομάδες και οι μήνες μετατρέπονται σε ημέρες 7

vi) η εφαρμογή των προηγουμένων κανόνων δεν δύναται να έχει ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη ως περίοδοι ασφαλίσεως, που πραγματοποιήθηκαν συνολικά κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους, περισσότερες από 264 ημέρες ή 52 εβδομάδες ή δώδεκα μήνες ή τέσσερα τρίμηνα 7

γ) αν πρόκειται για μισθωτό ο οποίος υπήχθη στο σύστημα της εβδομάδας των επτά ημερών:

i) μία ημέρα ισοδυναμεί με έξι ώρες και αντιστρόφως 7

ii) εφτά ημέρες ισοδυναμούν με μία εβδομάδα και αντιστρόφως 7

iii) 30 ημέρες ισοδυναμούν με ένα μήνα και αντιστρόφως 7

iv) τρεις μήνες ή 13 εβδομάδες ή 90 ημέρες ισοδυναμούν με ένα τρίμηνο και αντιστρόφως 7

v) για τη μετατροπή των εβδομάδων σε μήνες και αντιστρόφως, οι εβδομάδων σε μήνες και αντιστρόφως, οι εβδομάδες και οι μήνες μετατρέπονται σε ημέρες 7

vi) η εφαρμογή των προηγούμενων κανόνων δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη ως περίοδοι ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν συνολικά κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους περισσότερες από 365 ημέρες ή 52 εβδομάδες ή δώδεκα μήνες ή τέσσερα τρίμηνα.

Όταν οι περίοδοι ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους εκφράζονται σε μήνες, οι μέρες που, σύμφωνα με τους κανόνες μετατροπής που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, αντιστοιχούν σε τμήματα μηνός, θεωρούνται ως ένας ολόκληρος μήνας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ

Εφαρμογή του άρθρου 18 του κανονισμού

Άρθρο 16 Βεβαίωση των ασφαλιστικών περιόδων

1. Για να επωφεληθεί των διατάξεων του άρθρου 18 του κανονισμού ο μισθωτός ή μη μισθωτός υποχρεούται να προσκομίσει στον αρμόδιο φορέα βεβαίωση που να αναφέρει τις ασφαλιστικές περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία στην οποία υπήγετο τελευταία.

2. Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως του μισθωτού ή μη μισθωτού από το φορέα ή τους φορείς του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπήγετο τελευταία. Αν δεν προσκομίσει τη βεβαίωση αυτή, ο αρμόδιος φορέας απευθύνεται στους εςνδιαφερόμενους φορείς προκειμένου να τη λάβει από αυτούς.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία, αν είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη ασφαλιστικές περίοδοι που πραγματοποιήθηκαν προηγουμένως υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους για να πληρωθούν οι απαιτούμενες από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους προϋποθέσεις.

Εφαρμογή του άρθρου 19 του κανονισμού

Άρθρο 17 (14) Παροχές εις είδος σε περίπτωση κατοικίας σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

1. Για να λάβει παροχές εις είδος, δυνάμει του άρθρου 19 του κανονισμού, ο μισθωτός ή μη μισθωτός υποχρεούται να εγγραφεί ο ίδιος και τα μέλη της οικογένειάς του στο φορέα του τόπου κατοικίας προσκομίζοντας βεβαίωση που να πιστοποιεί ότι δικαιούται αυτές τις παροχές εις είδος για τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειάς του. Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται από τον αρμόδιο φορέα, ενδεχομένως βάσει πληροφοριών του εργοδότη. Αν ο μισθωτός ή μη μισθωτός ή τα μέλη της οικογένειάς του, δεν προσκομίσουν τη βεβαίωση αυτή, ο φορέας του τόπου κατοικίας απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα για να τη λάβει.

2. Η βεβαίωση αυτή εξακολουθεί να ισχύει για όλο το διάστημα που ο φορέας του τόπου κατοικίας δεν έλαβε κοινοποίηση της ακυρώσεώς της. Εντούτοις, όταν η εν λόγω βεβαίωση εκδίδεται από γερμανικό, γαλλικό, ιταλικό ή πορτογαλικό φορέα, ισχύει μόνο για ένα έτος από την ημερομηνία εκδόσεώς της και πρέπει να ανανεώνεται ετησίως.

3. Αν ο ενδιαφερόμενος έχει την ιδιότητα του εποχιακά εργαζομένου, η βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ισχύει για όλη την προβλεπόμενη διάρκεια της εποχιακής εργασίας, εκτός αν ο αρμόδιος φορέας κοινοποιήσει προ της παρόδου του χρόνου αυτού την ακύρωσή της στο φορέα του τόπου κατοικίας.

4. Ο φορέας του τόπου κατοικίας ειδοποιεί τον αρμόδιο φορέα για κάθε εγγραφή στην οποία προέβη σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1.

5. Για κάθε αίτηση παροχών εις είδος, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για τη χορήγηση των παροχών εις είδος δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί.

6. Σε περίπτωση νοσηλείας, ο φορέας του τόπου κατοικίας κοινοποιεί στον αρμόδιο φορέα, εντός προθεσμίας τριών ημερών από της ημερομηνίας που έλαβε γνώση, την ημερομηνία εισόδου στο νοσηλευτικό ίδρυμα και την πιθανή διάρκεια της νοσηλείας, καθώς και την ημερομηνία εξόδου. Εντούτοις, δεν υπάρχει λόγος κοινοποιήσεως εφόσον οι δαπάνες των παροχών εις είδος αποτελούν αντικείμενο κατ' αποκοπή αποδόσεως στο φορέα του τόπου κατοικίας.

7. Ο φορέας του τόπου κατοικίας ειδοποιεί εκ των προτέρων τον αρμόδιο φορέα για κάθε απόφαση σχετική με τη χορήγηση των παροχών εις είδος όταν το προσδοκώμενο ή το πραγματικό κόστος υπερβαίνει ένα κατ' αποκοπή ποσό που καθορίζεται και αναθεωρείται περιοδικά από τη διοικητική επιτροπή. Ο αρμόδιος φορέας έχει στη διάθεσή του προθεσμία 15 ημερών, που υπολογίζεται από την ημέρα αποστολής της ειδοποιήσεως αυτής, για να γνωστοποιήσει, ενδεχομένως, την αιτιολογημένη αντίθεσή του ο φορέας του τόπου κατοικίας χορηγεί τις παροχές εις είδος αν δεν του γνωστοποιηθεί αντίθεση μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας αυτής. Αν αυτές, οι παροχές εις είδος πρέπει να χορηγηθούν σε απολύτως επείγουσα περίπτωση, ο φορέας του τόπου κατοικίας ειδοποιεί περί αυτού αμέσως τον αρμόδιο φορέα. Εντούτοις, δεν υπάρχει λόγος να κοινοποιηθεί η αιτιολογημένη αντίθεση εφόσον οι δαπάνες των παροχών εις είδος αποτελούν αντικείμενο κατ' αποκοπή αποδόσεως στο φορέα του τόπου κατοικίας.

8. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός ή τα μέλη της οικογένειάς του υποχρεούνται να γνωστοποιούν στο φορέα του τόπου κατοικίας κάθε μεταβολή της καταστάσεώς τους που δύναται να διαφοροποιήσει το δικαίωμα παροχών εις είδος, ιδίως κάθε παύση ή αλλαγή της μισθωτής ή μη μισθωτής απασχολήσεως του ενδιαφερομένου ή κάθε μεταφορά κατοικίας του μισθωτού ή μη μισθωτού ή μέλους της οικογένειάς του. Ο αρμόδιος φορέας πληροφορεί, επίσης, το φορέα του τόπου κατοικίας για τη λήξη της υπαγωγής στην ασφάλιση ή την απόσβεση των δικαιωμάτων για παροχές εις είδος του εργαζόμενου μισθωτού ή μη μισθωτού. Ο φορέας του τόπου κατοικίας δύναται να ζητήσει οποτεδήποτε από τον αρμόδιο φορέα κάθε πληροφορία σχετική με την υπαγωγή στην ασφάλιση ή με τα δικαιώματα για παροχές εις είδος του μισθωτού ή μη μισθωτού.

9. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών αυτών δύνανται να συμφωνήσουν, μετά από γνώμη της Διοικητικής Επιτροπής, άλλους τρόπους εφαρμογής.

Άρθρο 18 Παροχές σε χρήμα σε περίπτωση κατοικίας σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

1. Για να λάβει παροχές εις χρήμα, δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού, ο μισθωτός ή μη μισθωτός υποχρεούται να απευθυνθεί εντός τριών ημερών, μετά την έναρξη της ανικανότητας προς εργασία, στο φορέα του τόπου κατοικίας, προσκομίζοντας ειδοποίηση περί παύσεως της εργασίας ή, αν η νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον αρμόδιο φορέα ή από το φορέα του τόπου κατοικίας το προβλέπει, πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία χορηγούμενο από τον θεράποντα ιατρό.

2. Εφόσον οι θεράποντες ιατροί της χώρας κατοικίας δεν χορηγούν πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία, ο ενδιαφερόμενος απευθύνεται απευθείας στο φορέα του τόπου κατοικίας εντός προθεσμίας που ορίζει η νομοθεσία την οποία αυτός εφαρμόζει.

Ο εν λόγω φορέας προβαίνει αμέσως σε ιατρική διαπίστωση της ανικανότητας προς εργασία και στην έκδοση του πιστοποιητικού που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Το πιστοποιητικό αυτό, το οποίο πρέπει να αναγράφει την πιθανή διάρκεια της ανικανότητας, διαβιβάζεται αμελλητί στον αρμόδιο φορέα.

3. Στις περιπτώσεις που η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται, ο φορέας του τόπου κατοικίας προβαίνει το ταχύτερο δυνατό, και οπωσδήποτε εντός προθεσμίας τριών ημερών από της ημέρας που ο ενδιαφερόμενος έχει απευθυνθεί σ' αυτόν, σε ιατρική εξέταση του ενδιαφερομένου αυτού σαν να επρόκειτο για ασφαλισμένο του. Η έκθεση του ιατρού που διενήργησε τον έλεγχο, η οποία αναγράφει κυρίως την πιθανή διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία, διβιβάζεται από το φορέα του τόπου κατοικίας στον αρμόδιο φορέα εντός προθεσμίας τριών ημερών από τον έλεγχο.

4. Ο φορέας του τόπου κατοικίας προβαίνει αργότερα, αν τούτο είναι αναγκαίο, σε διοικητικό ή ιατρικό έλεγχο του ενδιαφερομένου σαν να επρόκειτο για ασφαλισμένο του. Μόλις διαπιστώσει ότι είναι ικανός να αναλάβει εκ νέου εργασία, τον ειδοποιεί αμελλητί περί αυτού καθώς και τον αρμόδιο φορέα, προσδιορίζοντας την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η ανικανότητα προς εργασία. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 6, η κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο θεωρείται σαν απόφαση που έχει ληφθεί για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα.

5. Ο αρμόδιος φορέας διατηρεί, σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα να προβαίνει σε εξέταση του ενδιαφερομένου από ιατρό της εκλογής του.

6. Αν ο αρμόδιος φορέας αποφασίσει να αρνηθεί τις παροχές εις χρήμα, επειδή ο ενδιαφερόμενος δεν τήρησε τις διατυπώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία της χώρας κατοικίας ή αν διαπιστώσει ότι ο ενδιαφερόμενος είναι ικανός να αναλάβει εκ νέου εργασία, κοινοποιεί την απόφασή του στον ενδιαφερόμενο και διαβιβάζει συγχρόνως αντίγραφο της στο φορέα του τόπου κατοικίας.

7. Όταν ο ενδιαφερόμενος αναλαμβάνει εκ νέου εργασία ειδοποιεί τον αρμόδιο φορέα, εφόσον αυτό προβλέπεται στη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός.

8. Ο αρμόδιος φορέας καταβάλλει τις παροχές εις χρήμα με τα κατάλληλα μέσα, κυρίως με διεθνή ταχυδρομική επιταγή, και ειδοποιεί περί αυτού το φορέα του τόπου κατοικίας και τον ενδιαφερόμενο. Αν οι παροχές εις χρήμα καταβάλλονται από το φορέα του τόπου κατοικίας για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα, ο τελευταίος αυτός πληροφορεί τον ενδιαφερόμενο για τα δικαιώματά του και υποδεικνύει στο φορέα του τόπου κατοικίας το ποσό των παροχών εις χρήμα, τις ημερομηνίες κατά τις οποίες πρέπει να καταβληθούν και την ανώτατη διάρκεια της χορηγήσεώς του, όπως αυτή προβλέπεται στη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους.

9. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή αρμόδιες αρχές των κρατών μελών αυτών δύνανται να συμφωνήσουν, μετά από γνώμη της Διοικητικής Επιτροπής άλλους τρόπους εφαρμογής.

Εφαρμογή του άρθρου 20 του κανονισμού

Άρθρο 19 Ειδικές διατάξεις για μεθοριακούς εργαζόμενους και μέλη της οικογένειάς τους

Αν πρόκειται για μεθοριακούς εργαζομένους ή μέλη της οικογένειάς τους, τα φάρμακα, οι επίδεσμοι, τα ομματογυάλια, τα μικρά βοηθητικά μηχανήματα, οι αναλύσεις και οι εργαστηριακές εξετάσεις δύνανται να χορηγούνται ή να πραγματοποιούνται μόνο στο έδαφος του κράτους μέλους όπου δόθηκε η σχετική εντολή και κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους αυτού, εκτός αν η νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον αρμόδιο φορέα ή μία συμφωνία που συνήφθη μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών ή των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών αυτών είναι ευνοϊκότερες.

Εφαρμογή του άρθρου 21 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού

Άρθρο 19α Παροχές σε είδος σε περίπτωση διαμονής στο αρμόδιο κράτος - Μέλη της οικογένειας που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο όπου κατοικεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος

1. Για να τύχουν παροχών σε είδος δυνάμει του άρθρου 21 του κανονισμού, τα μέλη της οικογένειας υποχρεούνται να προσκομίσουν στο φορέα του τόπου διαμονής βεβαίωση ότι δικαιούνται αυτές τις παροχές. Η βεβαίωση, η οποία εκδίδεται από το φορέα του τόπου κατοικίας των μελών της οικογένειας, ει δυνατόν πριν την αναχώρησή τους από το έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικούν, αναγράφει, αν συντρέχει περίπτωση, την ανώτατη διάρκεια χορήγησης των παροχών σε είδος, την οποία ορίζει η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους. Αν τα μέλη της οικογένειας δεν προσκομίσουν αυτή τη βεβαίωση, ο φορέας του τόπου διαμονής απευθύνεται στο φορέα του τόπου κατοικίας για να τη λάβει.

2. Οι διατάξεις του άρθρου 17 παράγραφοι 6, 7 και 9 του εκτελεστικού κανονισμού ισχύουν κατ' αναλογία. Στην περίπτωση αυτή, ο φορέας του τόπου κατοικίας των μελών της οικογένειας θεωρείται ως αρμόδιος φορέας.

Εφαρμογή του άρθρου 22 του κανονισμού

Άρθρο 20 Παροχές εις είδος σε περίπτωση διαμονής σε κράτος μέλος, άλλο από το αρμόδιο κράτος - Ειδική περίπτωση των απασχολουμένων στις διεθνείς μεταφορές μισθωτών, καθώς και των μελών της οικογένειάς τους

1. Για να λάβει παροχές εις είδος για τον ίδιο ή για τα μέλη της οικογένειας του τα οποία τον συνοδεύουν, ο απασχολούμενος στις διεθνείς μεταφορές μισθωτός που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού και ευρίσκεται κατά την άσκηση του επαγγέλματός του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος, υποχρεούται να προσκομίσει το ταχύτερο δυνατό στο φορέα του τόπου διαμονής ειδική βεβαίωση που χορηγείται από τον εργοδότη ή τον εντεταλμένο του κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού μήνα της υποβολής της ή των δύο προηγουμένων ημερολογιακών μηνών. Η βεβαίωση αυτή αναγράφει, ιδίως, την ημερομηνία από της οποίας ο ενδιαφερόμενος απασχολείται για λογαριασμό του εν λόγω εργοδότη, καθώς και την επωνυμία και την έδρα του αρμόδιου φορέα 7 εντούτοις αν, κατά τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει τον αρμόδιο φορέα, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να γνωστοποιήσει γραπτώς την επωνυμία και την έδρα του φορέα αυτού στο φορέα του τόπου διαμονής κατά την υποβολή της αιτήσεώς του. Εφόσον ο ενδιαφερόμενος προσκομίσει τη βεβαίωση αυτή, θεωρείται ότι πληροί τις προϋποθέσεις γενέσεώς του δικαιώματος παροχών εις είδος. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν είναι σε θέση να απευθυνθεί στο φορέα του τόπου διαμονής, πριν από την ιατρική θεραπεία, δικαιούται εντούτοις τη θεραπεία αυτή προσκομίζοντας την εν λόγω βεβαίωση, σαν να ήταν ασφαλισμένος στο φορέα αυτό.

2. Ο φορέας του τόπου διαμονής απευθύνεται, εντός τριημέρου προθεσμίας στον αρμόδιο φορέα, για να πληροφορηθεί αν ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος παροχών εις είδος. Υποχρεούται να χορηγεί τις παροχές εις είδος μέχρι λήψεως της απαντήσεως του αρμόδιου φορέα και για διάστημα τριάντα ημερών κατ' ανώτατο όριο.

3. Ο αρμόδιος φορέας απευθύνει την απάντησή του στο φορέα του τόπου διαμονής εντός προθεσμίας δέκα ημερών μετά τη λήψη της αιτήσεως του φορέα αυτού. Αν η απάντηση αυτή είναι καταφατική, ο αρμόδιος φορέας υποδεικνύει, ενδεχομένως, την ανώτατη διάρκεια χορηγήσεως των παροχών εις είδος, όπως αυτή προβλέπεται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει, και ο φορέας του τόπου διαμονής συνεχίζει να χορηγεί τις παροχές αυτές.

4. Αντί της βεβαιώσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 1, ο μισθωτός που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή δύναται να προσκομίσει στο φορέα του τόπου διαμονής βεβαίωση που να πιστοποιεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος των παροχών εις είδος. Η βεβαίωση αυτή, η οποία εκδίδεται από τον αρμόδιο φορέα, προσδιορίζει, ιδίως αν συντρέχει περίπτωση, την ανώτατη διάρκεια χορηγήσεως των παροχών εις είδος όπως αυτή προβλέπεται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους. Στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 δεν εφαρμόζονται.

5. Οι διατάξεις του άρθρου 17 παράγραφοι 6, 7 και 9 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται κατ' αναλογία.

6. Οι παροχές εις είδος που χορηγούνται δυνάμει του τεκμηρίου που καθιερώνεται στην παράγραφο 1 αποτελούν το αντικείμενο της αποδόσεως που προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 του κανονισμού.

Άρθρο 21 Παροχές σε είδος σε περίπτωση διαμονής σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος - Μισθωτοί άλλοι από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 20 του κανονισμού εφαρμογής ή μη μισθωτοί

1. Για να λάβει παροχές εις είδος, δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i) του κανονισμού, εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 20 του κανονισμού εφαρμογής, ο μισθωτός, ή μη μισθωτός υποχρεούται να προσκομίσει στο φορέα του τόπου διαμονής βεβαίωση που να πιστοποιεί ότι έχει δικαίωμα παροχών εις είδος. Η βεβαίωση αυτή, η οποία εκδίδεται από τον αρμόδιο φορέα αιτήσει του ενδιαφερομένου, αν είναι δυνατόν πριν από την αναχώρησή του από το έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί, αναγράφει, ιδίως αν συντρέχει περίπτωση, την ανώτατη διάρκεια χορηγήσεως των παροχών εις είδος όπως αυτή προβλέπεται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν προσκομίσει αυτή τη βεβαίωση, ο φορέας του τόπου διαμονής απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα για να την λάβει.

2. Οι διατάξεις του άρθρου 17 παράγραφοι 6, 7 και 9 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται κατ' αναλογία.

Άρθρο 22 Παροχές εις είδος στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς σε περίπτωση μεταφοράς κατοικίας ή επιστροφής στη χώρα κατοικίας, καθώς και στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς οι οποίοι έχουν άδεια να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος για θεραπεία

1. Για να λάβει παροχές εις είδος δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο i) του κανονισμού, ο μισθωτός ή μη μισθωτός υποχρεούται να προσκομίσει στο φορέα του τόπου κατοικίας βεβαίωση που να πιστοποιεί ότι του επιτρέπεται να διατηρήσει το δικαίωμα των εν λόγω παροχών. Η βεβαίωση αυτή, η οποία εκδίδεται από τον αρμόδιο φορέα, αναγράφει, ιδίως όταν συντρέχει περίπτωση, την ανώτατη διάρκεια κατά την οποία οι παροχές εις είδος δύνανται ακόμη να παρέχονται κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους. Η βεβαίωση αυτή δύναται να εκδίδεται μετά την αναχώρηση και κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου εφόσον δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί προηγουμένως, για λόγους ανωτέρας βίας.

2. Οι διατάξεις του άρθρου 17 παράγραφοι 6, 7 και 9 του κανονισμού της εφαρμογής εφαρμόζονται κατ' αναλογία.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία για την πραγματοποίηση των παροχών εις είδος στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο i) του κανονισμού.

Άρθρο 23 Παροχές εις είδος στα μέλη της οικογένειας

Οι διατάξεις του άρθρου 21 ή του άρθρου 22 του κανονισμού εφαρμογής, κατά περίπτωση, εφαρμόζονται κατ' αναλογία για τη χορήγηση των παροχών εις είδος στα μέλη της οικογένειας που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 3 του κανονισμού.

Πάντως, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 22 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού, ο φορέας του τόπου κατοικίας και η νομοθεσία της χώρας κατοικίας των μελών της οικογένειας θεωρούνται, αντίστοιχα, ως ο αρμόδιος φορέας και ως η νομοθεσία του αρμόδιου κράτους για την εφαρμογή του άρθρου 17 παράγραφοι 6, 7 και 9 και των άρθρων 21 και 22 του κανονισμού εφαρμογής.

Άρθρο 24 Παροχές εις χρήμα στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς σε περίπτωση διαμονής σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

Για να χορηγηθούν παροχές εις χρήμα, δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κανονισμού, οι διατάξεις του άρθρου 18 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται κατ' αναλογία. Εντούτοις, με την επιφύλαξη της υποχρεώσεως προσκομίσεως πιστοποιητικού ανικανότητας προς εργασία, μισθωτός ή μη μισθωτός, που διαμένει στο έδαφος κράτους μέλους χωρίς να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα, δεν υποχρεούται να προσκομίσει την ειδοποίηση περί παύσεως της εργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής.

Εφαρμογή του άρθρου 23 παράγραφος 3 του κανονισμού

Άρθρο 25 Βεβαίωση σχετική με τα μέλη της οικογένειας που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό των παροχών εις χρήμα

1. Για να επωφεληθεί των διατάξεων του άρθρου 23 παράγραφος 3 του κανονισμού, ο μισθωτός ή μη μισθωτός υποχρεούται να προσκομίσει στον αρμόδιο φορέα βεβαίωση σχετική με τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους άλλο από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται ο εν λόγω φορέας.

2. Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται από το φορέα του τόπου κατοικίας των μελών της οικογένειας.

Ισχύει για δώδεκα μήνες από της ημερομηνίας εκδόσεώς της. Δύναται να ανανεωθεί σ' αυτή την περίπτωση, η διάρκεια ισχύος της αρχίζει από την ημερομηνία ανανεώσεώς της.

Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να κοινοποιεί αμέσως στον αρμόδιο φορέα κάθε γεγονός που επιφέρει τροποποίηση της εν λόγω βεβαιώσεως. Μία τέτοια τροποποίηση αποκτά ενέργεια από την ημέρα που συνέβη το γεγονός.

3. Αντί της βεβαιώσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 1, ο αρμόδιος φορέας δύναται να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο πρόσφατα πιστοποιητικά οικογενειακής καταστάσεως σχετικά με τα μέλη της οικογένειας τα οποία έχουν την κατοικία τους στο έδαφος ενός κατους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας αυτός.

Εφαρμογή του άρθρου 25 παράγραφος 1 του κανονισμού

Άρθρο 26 Παροχές σε ανέργους, οι οποίοι μεταβαίνουν σ' ένα κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος για αναζήτηση απασχολήσεως

1. Για να λάβει ο ίδιος και τα μέλη της οικογένειάς του παροχές εις είδος και εις χρήμα, δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφος 1 του κανονισμού, ο άνεργος υποχρεούται να προσκομίσει στο φορέα ασφαλίσεως ασθενείας του τόπου, όπου μετέβη, βεβαίωση, η οποία αιτείται προ της αναχωρήσεώς του από τον αρμόδιο φορέα ασφαλίσεως ασθενείας. Αν ο άνεργος δεν προσκομίσει τη βεβαίωση αυτή, ο φορέας του τόπου στον οποίο μετέβη απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα για να την λάβει.

Η βεβαίωση αυτή πρέπει να πιστοποιεί την ύπαρξη του δικαιώματος επί των εν λόγω παροχών με τις προϋποθέσεις που εκτίθενται στο άρθρο 69 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού, να αναγράφει τη διάρκεια αυτού του δικαιώματος λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 69 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού και να καθορίζει το ποσό των παροχών εις χρήμα που πρέπει να χορηγηθούν αν συντρέχει περίπτωση, δυνάμει της ασφαλίσεως ασθενείας κατά την προαναφερθείσα χρονική διάρκεια σε περίπτωση ανικανότητας προς εργασία ή νοσηλείας.

2. Ο φορέας ασφαλίσεως ανεργίας του τόπου, όπου μετέβη ο άνεργος, πιστοποιεί σε αντίτυπο της βεβαιώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 83 του κανονισμού εφαρμογής, για να υποβληθεί στο φορέα ασφαλίσεως ασθενείας του ίδιου αυτού τόπου, τη συνδρομή των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 69 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού και προσδιορίζει την ημερομηνία από της οποίας πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές και την ημερομηνία από της οποίας ο άνεργος λαμβάνει παροχές ασφαλίσεως ανεργίας, για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα.

Η βεβαίωση αυτή ισχύει κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 69 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού, καθ' όλο το χρόνο που πληρούνται οι προϋποθέσεις. Ο φορέας ασφαλίσεως ανεργίας του τόπου στον οποίο μετέβη ο άνεργος πληροφορεί, εντός τριών ημερών, το φορέα ασφαλίσεως ασθενείας αν οι προϋποθέσεις δεν πληρούνται πλέον.

3. Οι διατάξεις του άρθρου 17 παράγραφοι 6, 7 και 9 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται κατ' αναλογία.

4. Για να λάβει τις παροχές εις χρήμα που προβλέπονται από την νομοθεσία του αρμόδιου κράτους, ο άνεργος υποχρεούται να προσκομίσει, εντός τριών ημερών, στο φορέα της ασφαλίσεως ασθενείας του τόπου στον οποίο μετέβη πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία, το οποίο χορηγείται από τον θεράποντα ιατρό. Υποχρεούται επίσης να δηλώσει μέχρι ποιάς ημερομηνίας έλαβε παροχές δυνάμει της ασφαλίσεως ανεργίας, καθώς και τη διεύθυνση του στη χώρα που ευρίσκεται.

5. Ο φορέας ασφαλίσεως ασθενείας του τόπου όπου μετέβη ο άνεργος κοινοποιεί εντός τριών ημερών στον αρμόδιο φορέα ασφαλίσεως ασθενείας και στον αρμόδιο φορέα ασφαλίσεως ανεργίας, καθώς και στο φορέα στον οποίο είναι εγγεγραμμένος ο άνεργος ως αιτών απασχόληση, την αρχή και το τέλος της ανικανότητας προς εργασία.

6. Στις περιπτώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 25 παράγραφος 4 του κανονισμού, ο φορέας ασφαλίσεως ασθενείας του τόπου στον οποίο μετέβη ο άνεργος πληροφορεί τον αρμόδιο φορέα ασφαλίσεως ασθενείας και τον αρμόδιο φορέα ασφαλίσεως ανεργίας ότι κρίνει πως πληρούνται οι όροι που δικαιολογούν την παράταση της χορηγήσεως παροχών εις είδος και εις χρήμα, αιτιολογεί τη γνώμη του και συνάπτει στην ανακοίνωση, που απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα ασφαλίσεως ασθενείας, μία εμπεριστατωμένη έκθεση του ελεγκτή ιατρού για την κατάσταση του ασθενούς, υποδεικνύοντας την προβλεπόμενη διάρκεια πληρώσεως των απαιτουμένων όρων για την εφαρμογή του άρθρου 25 παράγραφος 4 του κανονισμού. Ο αρμόδιος φορέας ασφαλίσεως ασθενείας αποφασίζει για την παράταση της χορηγήσεως των παροχών στον ασθενή άνεργο.

7. Οι διατάξεις του άρθρου 18 παράγραφοι 2, 3, 4, 5, 6, 8 και 9 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται αναλόγως.

Εφαρμογή του άρθρου 25 παράγραφος 3 του κανονισμού

Άρθρο 27 Παροχές εις είδος στα μέλη της οικογένειας των ανέργων σε περίπτωση κατοικίας σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

Οι διατάξεις του άρθρου 17 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται κατ' αναλογία για τη χορήγηση των παροχών εις είδος στα μέλη της οικογένειας των ανέργων, όταν τα μέλη αυτά της οικογένειας κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος. Κατά την εγγραφή των μελών της οικογένειας των ανέργων που δικαιούνται παροχές κατά τις διατάξεις του άρθρου 69 παράγραφος 1 του κανονισμού, πρέπει να προσκομίζεται η βεβαίωση που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής. Η βεβαίωση αυτή ισχύει για τη διάρκεια χορηγήσεως των παροχών που προβλέπεται στο άρθρο 69 παράγραφος 1 του κανονισμου.

Εφαρμογή του άρθρου 26 του κανονισμού

Άρθρο 28 Παροχές εις είδος στους αιτούντες σύνταξη και στα μέλη της οικογένειάς τους

1. Για να λάβει παροχές εις είδος δυνάμει του άρθρου 26 παράγραφος 1 του κανονισμού στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί, ο αιτών υποχρεούται να εγγραφεί ο ίδιος και τα μέλη της οικογένειάς του στο φορέα του τόπου κατοικίας, προσκομίζοντας βεβαίωση που να πιστοποιεί ότι δικαιούται τις παροχές αυτές, για τον εαυτό του και για τα μέλη της οικογένειάς του, δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται από το φορέα του άλλου αυτού κράτους μέλους που είναι αρμόδιος για τις παροχές εις είδος.

2. Ο φορέας του τόπου κατοικίας ειδοποιεί το φορέα που εξέδωσε τη βεβαίωση για κάθε εγγραφή στην οποία προέβη, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1.

Εφαρμογή των άρθρων 28 και 28α του κανονισμού

Άρθρο 29 Παροχές εις είδος στους δικαιούχους συντάξεων και στα μέλη της οικογένειάς τους που δεν κατοικούν σε κράτος μέλος κατά τη νομοθεσία του οποίου λαμβάνουν σύνταξη και δικαιούνται παροχών

1. Για να λάβει παροχές εις είδος, δυνάμει των άρθρων 28 παράγραφος 1 και 28α του κανονισμού στο έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί, ο δικαιούχος συντάξεως υποχρεούται να εγγραφεί, ο ίδιος και τα μέλη της οικογένειάς του, στο φορέα του τόπου κατοικίας, προσκομίζοντας βεβαίωση που να πιστοποιεί ότι δικαιούται τις παροχές αυτές για τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειάς του, δυνάμει της νομοθεσίας ή μιας από τις νομοθεσίες δυνάμει των οποίων οφείλεται σύνταξη.

2. Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται, αιτήσει του δικαιούχου, από το φορέα ή από τους φορείς οφειλέτες συντάξεως ή, ενδεχομένως, από το φορέα που είναι εξουσιοδοτημένος να αποφασίζει για το δικαίωμα των παροχών εις είδος, μόλις πληροί ο δικαιούχος τις προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος των παροχών αυτών. Αν ο δικαιούχος δεν προσκομίσει τη βεβαίωση, ο φορέας του τόπου κατοικίας την ζητά από το φορέα ή τους φορείς οφειλέτες συντάξεως ή, ενδεχομένως, από τον εξουσιοδοτημένο για την έκδοσή της φορέα. Μέχρι να λάβει την βεβαίωση αυτή, ο φορέας του τόπου κατοικίας δύναται να προβεί σε προσωρινή εγγραφή του δικαιούχου και των μελών της οικογένειάς του, βάσει δικαιολογητικών, τα οποία έχει αποδεχθεί. Η εγγραφή αυτή δύναται να προβληθεί έναντι του φορέα, ο οποίος φέρει το βάρος των παροχών εις είδος, μόνον εφόσον ο τελευταίος αυτός εξέδωσε τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

3. Ο φορέας του τόπου κατοικίας ειδοποιεί το φορέα που εξέδωσε τη βεβαίωση, που προβλέπεται στην παράγραφο 1, για κάθε εγγραφή, στην οποία προέβη σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1.

4. Σε κάθε αίτηση παροχών εις είδος, πρέπει να αποδεικνύεται στο φορέα του τόπου κατοικίας ότι ο δικαιούχος έχει πάντοτε δικαίωμα συντάξεως, με την απόδειξη παραλαβής ή το στέλεχος της επιταγής της τελευταίας πληρωμής συντάξεως.

5. Ο δικαιούχος ή τα μέλη της οικογένειάς του υποχρεούνται να πληροφορούν το φορέα του τόπου κατοικίας για κάθε μεταβολή της καταστάσεώς τους που δύναται να διαφοροποιήσει το δικαίωμα των παροχών εις είδος, ιδίως δε κάθε αναστολή παύση της συντάξεως και κάθε μεταφορά της κατοικίας τους. Οι φορείς οφειλέτες των συντάξεων πληροφορούν επίσης το φορέα του τόπου κατοικίας του δικαιούχου για κάθε τέτοια μεταβολή.

6. Η Διοικητική Επιτροπή καθορίζει, εφόσον είναι αναγκαίο, τον τρόπο προσδιορισμού του φορέα που βαρύνεται με τις παροχές εις είδος στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού.

Εφαρμογή του άρθρου 29 του κανονισμού

Άρθρο 30 (14) Παροχές εις είδος στα μέλη της οικογένειας που κατοικούν σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο όπου κατοικεί ο δικαιούχος της συντάξεως

1. Για να λάβουν παροχές εις είδος δυνάμει του άρθρου 29 παράγραφος 1 του κανονισμού, στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν, τα μέλη της οικογένειας υποχρεούνται να εγγραφούν στο φορέα του τόπου κατοικίας τους, παρουσιάζοντας τα δικαιολογητικά που απαιτούνται δυνάμει της νομοθεσίας την οποία εφαρμόζει ο φορέας αυτός για τη χορήγηση τέτοιων παροχών στα μέλη της οικογένειας ενός δικαιούχου συντάξεως καθώς και βεβαίωση που να πιστοποιεί ότι ο δικαιούχος έχει δικαίωμα παροχών εις είδος για τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειάς του. Η βεβαίωση αυτή, που εκδίδεται από το φορέα του τόπου κατοικίας του δικαιούχου εξακολουθεί να ισχύει, εφόσον ο φορέας του τόπου κατοικίας των μελών της οικογένειας δεν έλαβε κοινοποίηση για την ακύρωσή της. Εντούτοις, όταν η εν λόγω βεβαίωση εκδίδεται από γερμανικό, γαλλικό, ιταλικό ή πορτογαλικό φορέα, ισχύει μόνο για ένα έτος από την ημερομηνία εκδόσεώς της και πρέπει να ανανεώνεται ετησίως.

2. Σε κάθε αίτηση παροχών εις είδος, τα μέλη της οικογένειας υποχρεούνται να προσκομίζουν στο φορέα του τόπου κατοικίας τους τη βεβαίωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αν η νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός προβλέπει ότι αυτή η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από τον τίτλο συντάξεως.

3. Ο φορέας του τόπου κατοικίας του δικαιούχου πληροφορεί το φορέα του τόπου κατοικίας των μελών της οικογένειας για την αναστολή ή την παύση της συντάξεως και για κάθε μεταφορά της κατοικίας του δικαιούχου. Ο φορέας του τόπου κατοικίας των μελών της οικογένειας δύναται να ζητήσει οποτεδήποτε από το φορέα του τόπου κατοικίας του δικαιούχου κάθε πληροφορία σχετική με τα δικαιώματα παροχών εις είδος.

4. Τα μέλη της οικογένειας υποχρεούνται να πληροφορούν το φορέα του τόπου κατοικίας τους για κάθε μεταβολή της καταστάσεώς τους που είναι δυνατό να διαφοροποιήσει το δικαίωμα των παροχών εις είδος, κυρίως για κάθε μεταφορά της κατοικίας τους.

Εφαρμογή του άρθρου 31 του κανονισμού

Άρθρο 31 Παροχές εις είδος στους δικαιούχους συντάξεων και στα μέλη της οικογένειας τους, σε περίπτωση διαμονής σε κράτους μέλος άλλο από εκείνο όπου κατοικούν

1. Για να λάβει παροχές εις είδος δυνάμει του άρθρου 31 του κανονισμού, ο δικαιούχος συντάξεως υποχρεούται να προσκομίσει στο φορέα του τόπου διαμονής βεβαίωση που πιστοποιεί ότι δικαιούται τις παροχές αυτές. Η βεβαίωση αυτή που εκδίδεται από το φορέα του τόπου κατοικίας του δικαιούχου, εφόσον είναι δυνατό προ της αναχωρήσεώς του από το έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί, αναγράφει κυρίως, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την ανωτάτη διάρκεια χορηγήσεως των παροχών εις είδος, όπως αυτή προβλέπεται από τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους. Αν ο δικαιούχος δεν προσκομίσει τη βεβαίωση αυτή, ο φορέας του τόπου διαμονής απευθύνεται στο φορέα του τόπου κατοικίας για να τη λάβει.

2. Οι διατάξεις του άρθρου 17 παράγραφοι 6, 7 και 9 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται κατ' αναλογία. Στην περίπτωση αυτή, ο φορέας του τόπου κατοικίας του δικαιούχου σύντάξως θεωρείται ως ο αρμόδιος φορέας.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία για τη χορήγηση παροχών εις είδος στα μέλη της οικογένειας που αναφέρονται στο άρθρο 31 του κανονισμού.

Εφαρμογή του άρθρου 35 παράγραφος 1 του κανονισμού

Άρθρο 32 Φορείς στους οποίους δύνανται να απευθύνονται οι εργαζόμενοι των ορυχείων και των εξομοιουμένων επιχειρήσεων και τα μέλη της οικογένειάς τους, σε περίπτωση διαμονής ή κατοικίας σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 35 παράγραφος 1 του κανονισμού, και εφόσον στη χώρα διαμονής ή κατοικίας οι παροχές που προβλέπονται από το σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας ή μητρότητας, στο οποίο υπάγονται οι χειρώνακτες εργαζόμενοι της βιομηχανίας χάλυβα, είναι ισοδύναμες με εκείνες που προβλέπονται από το ειδικό σύστημα για τους εργαζομένους των ορυχείων και των εξομοιουμένων επιχειρήσεων, οι εργαζόμενοι της κατηγορίας αυτής, καθώς και τα μέλη της οκογένειάς τους, δύνανται να απευθύνονται στον πλησιέστερο φορέα που ορίζεται στο παράρτημα 3 του κανονισμού εφαρμογής, στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο έχουν την διαμονή ή την κατοικία τους, έστω και αν αυτός είναι φορέας του συστήματος που εφαρμόζεται στους χειρώνακτες εργαζομένους της βιομηχανίας χάλυβα ο φορέας αυτός υποχρεούται τότε να χορηγήσει τις παροχές.

2. Εφόσον οι παροχές που προβλέπονται από το ειδικό σύστημα για τους εργαζομένους των ορυχείων και των εξομοιουμένων επιχειρήσεων είναι περισσότερο επωφελείς, οι εργαζόμενοι αυτοί ή τα μέλη της οικογένειάς τους έχουν το δικαίωμα να απευθυνθούν είτε στο φορέα που έχει επιφορτισθεί με την εφαρμογή του συστήματος αυτού είτε στον πλησιέστερο φορέα ο οποίος εφαρμόζει το σύστημα των χειρωνάκτων εργαζομένων της βιομηχανίας χάλυβα, στο έδαφος του κράτους μέλους, όπου έχουν τη διαμονή ή την κατοικία τους. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο φορέας αυτός υποχρεούται να επιστήσει την προσοχή του ενδιαφερομένου στο γεγονός ότι, απευθυνόμενος στο φορέα που είναι επιφορτισμένος να εφαρμόσει το προαναφερθέν ειδικό σύστημα, θα επιτύχει παροχές περισσότερο επωφελείς οφείλει, εξάλλου, να του υποδείξει την επωνυμία και την διεύθυνση του φόρεα αυτού.

Εφαρμογή του άρθρου 35 παράγραφος 2 του κανονισμού

Άρθρο 32α Ειδικά συστήματα που εφαρμόζονται στην περίπτωση ορισμένων μη μισθωτών

Το παράρτημα 11 καταγράφει το σύστημα ή τα συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 35 παράγραφος 2 του κανονισμού.

Εφαρμογή του άρθρου 35 παράγραφος 4 του κανονισμού

Άρθρο 33 Συνυπολογισμός της περιόδου κατά την οποία έχουν ήδη χορηγηθεί παροχές από το φορέα άλλου κράτους μέλους

Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 35 παράγραφος 4 του κανονισμού, ο φορέας ενός κράτους μέλους που καλείται να χορηγήσει παροχές δύναται να ζητήσει από το φορέα άλλου κράτους μέλους πληροφορίες σχετικές με την περίοδο κατά την οποία ο τελευταίος φορέας έχει ήδη χορηγήσει παροχές για την ίδια περίπτωση ασθένειας ή μητρότητας.

Απόδοση από τον αρμόδιο φορέα κράτους μέλους των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια διαμονής σε άλλο κράτος μέλος

Άρθρο 34 (12)

1. Αν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 20 παράγραφοι 1 και 4 και στα άρθρα 21, 23 και 31 του κανονισμού εφαρμογής δεν κατέστη δυνατόν να τηρηθούν στη διάρκεια της διαμονής στο έδαφος ενός κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος, τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν αποδίδονται, αιτήσει του μισθωτού ή μη μισθωτού, από τον αρμόδιο φορέα, βάσει των τιμολογίων αποδόσεων που εφαρμόζονται από το φορέα του τόπου διαμονής.

2. Ο φορέας του τόπου διαμονής υποχρεούται να παράσχει στον αρμόδιο φορέα, εφόσον τα ζητήσει, τα απαραίτητα στοιχεία για τα τιμολόγια αυτά.

Αν ο φορέας του τόπου διαμονής και ο αρμόδιος φορέας έχουν συνάψει συμφωνία προβλέπουσα είτε παραίτηση από κάθε απόδοση είτε εφάπαξ απόδοση των παροχών, σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i) και το άρθρο 31 του κανονισμού, ο φορέας του τόπου διαμονής θα πρέπει, επιπλέον, να μεταβιβάσει στον αρμόδιο φορέα το ποσό προς διάθεση στον ενδιαφερόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1.

3. Οταν πρόκειται περί μεγάλων εξόδων, ο αρμόδιος φορέας δύναται να πληρώνει στον ενδιαφερόμενο την πρέπουσα προκαταβολή μόλις αυτός υποβάλει αίτηση στο φορέα για απόδοση.

4. Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 1, 2 και 3, το αρμόδιο ίδρυμα μπορεί να επιτρέψει τις καταβληθείσες δαπάνες, σύμφωνα με τα τιμολόγια απόδοσης που εφαρμόζει, υπό του όρο ότι τα τιμολόγια αυτά επιτρέπουν την απόδοση, ότι οι δαπάνες που πρέπει να αποδοθούν δεν υπερβαίνουν ορισμένο ποσό που καθορίζεται από τη διοικητική επιτροπή και ότι ο μισθωτός ή μη μισθωτός ή ο δικαιούχος σύνταξης ή προσόδου έχει συμφωνήσει για την εφαρμογή της διάταξης αυτής στην περίπτωσή του. Σε καμία περίπτωση, το ποσό της απόδοσης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των δαπανών που καταβλήθηκαν.

5. Εάν η νομοθεσία του κράτους διαμονής δεν προβλέπει τιμολόγια απόδοσης, το αρμόδιο ίδρυμα μπορεί να επιστρέφει τις καταβληθείσες δαπάνες σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 4, χωρίς να απαιτείται η συμφωνία του ενδιαφερομένου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΑΝΑΠΗΡΙΑ, ΓΗΡΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ (ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ)

Υποβολή και εξέταση των αιτήσεων παροχών

Άρθρο 35 (11) Αιτήσεις παροχών αναπηρίας στην περίπτωση που ο μισθωτός ή μη μισθωτός υπήρξε ασφαλισμένος αποκλειστικά δυνάμει νομοθεσιών που αναφέρονται στο παράρτημα IV μέρος Α του κανονισμού, καθώς και στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 2 του κανονισμού

1. Για να λάβει παροχές δυνάμει των άρθρων 37, 38 και 39 του κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων και των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 40 παράγραφος 2, στο άρθρο 41 παράγραφος 1, καθώς και στο άρθρο 42 παράγραφος 2 του κανονισμού, ο μισθωτός ή μη ισθωτός υποχρεούται να υποβάλει αίτηση είτε στο φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπήγετο τη στιγμή που επήλθε η ανικανότητα προς εργασία, η οποία είχε ως επακόλουθο την αναπηρία ή την επιδείνωση της αναπηρίας αυτής, είτε στο φορέα του τόπου κατοικίας που διαβιβάζει τότε την αίτηση στον πρώτο φορέα προσδιορίζοντας την ημερομηνία κατά την οποία αυτή υποβλήθηκε. Η ημερομηνία αυτή θεωρείται σαν ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως στον πρώτο φορέα. Εντούτοις, αν χορηγήθηκαν παροχές εις χρήμα δυνάμει της ασφαλίσεως ασθενείας, η ημερομηνία εκπνοής της περιόδου χορηγήσεως των παροχών αυτών εις χρήμα πρέπει, ενδεχομένως, να θεωρείται σαν ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως συντάξεως.

2. Στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 41 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού, ο φορέας στον οποίο ο μισθωτός ή μη μισθωτός ήταν ασφαλισμένος τελευταία γνωστοποιεί στο φορέα που αρχικά όφειλε τις παροχές το ποσό των παροχών και την ημερομηνία από της οποίας οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας που εφαρμόζει. Από την ημερομηνία αυτή, οι παροχές που οφείλονται πριν από την επιδείνωσή της αναπηρίας καταργούνται ή μειώνονται μέχρι του ποσού του συμπληρώματος που προβλέπεται στο άρθρο 41 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού.

3. Στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 41 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού, οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εφαρμόζονται. Στην περίπτωση αυτή ο φορέας στον οποίο ο μισθωτός ή μη μισθωτός ήταν ασφαλισμένος τελευταία απευθύνεται στον ολλανδικό φορέα για να πληροφορηθεί το ποσό που οφείλειαι από το φορέα αυτό.

Άρθρο 36 Αιτήσεις παροχών γήρατος επιζώντων (εξαιρέσει παροχών για ορφανά), καθώς και παροχών αναπηρίας σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται στο άρθρο 35 του κανονισμού εφαρμογής

1. Για να λάβει παροχές δυνάμει των άρθρων 40 έως 51, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 35 του κανονισμού εφαρμογής, ο αιτών υποχρεούται να υποβάλει αίτηση στο φορέα του τόπου κατοικίας σύμφωνα με τις διατυπώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός. Αν ο μισθωτός ή μη μισθωτός δεν έχει υπαχθεί στη νομοθεσία αυτή, ο φορέας του τόπου κατοικίας διαβιβάζει την αίτηση στο φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου ο ενδιαφερόμενος υπήγετο τελευταία, προσδιορίζοντας την ημερομηνία κατά την οποία υποβλήθηκε αίτηση. Η ημερομηνία αυτή θεωρείται ως ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως στον τελευταίο φορέα.

2. Εφόσον ο αιτών κατοικεί στο έδαφος του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου ο μισθωτός ή μη μισθωτός δεν έχει υπαχθεί, δύναται να υποβάλει την αίτησή του στο φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπήγετο τελευταία.

3. Εφόσον ο αιτών δεν κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους, υποχρεούται να υποβάλει την αίτησή του στον αρμόδιο φορέα εκείνου από τα κράτη μέλη στη νομοθεσία του οποίου ο μισθωτός ή μη μισθωτός υπήγετο τελευταία.

Στην περίπτωση που ο αιτών υποβάλει την αίτησή του στον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοος, ο τελευταίος αυτός την διαβιβάζει στον αρμόδιο φορέα.

4. Μια αίτηση παροχών που υποβλήθηκε στο φορέα ενός κράτους μέλους επιφέρει αυτόματα την ταυτόχρονη εκκαθάριση των παροχών δυνάμει των νομοθεσιών όλων των κρατών μελών, τις προϋποθέσεις των οποίων πληροί ο αιτών, εκτός αν, σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 του κανονισμού, ο αιτών επιθυμεί να ανασταλεί η εκκαθάριση των παροχών γήρατος που δικαιούται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.

Άρθρο 37 Έγγραφα και ενδείξεις που πρέπει να επισυνάπτονται στις αιτήσεις παροχών που προβλέπονται στο άρθρο 36 του κανονισμού εφαρμογής

Η υποβολή των αιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 36 του κανονισμού εφαρμογής υπόκειται στους ακόλουθους κανόνες:

α) η αίτηση πρέπει να συνοδεύται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα και πρέπει να συντάσσεται στο έντυπο που προβλέπεται από την νομοθεσία:

i) του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο αιτών, στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 7

ii) του κράτους μέλους, στην οποία είχε υπαχθεί ο μισθωτός ή μη μισθωτός τελευταία όπως προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 2 και 3 7

β) η ακρίβεια των πληροφοριών που δίδονται από τον αιτούντα πρέπει να αποδεικνύεται από επίσημα έγγραφα προσαρτημένα στο έντυπο της αιτήσεως ή να επιβεβαιώνεται από αρμόδια όργανα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί 7

γ) ο αιτών οφείλει να προσδιορίζει, στο μέτρο του δυνατού, είτε το φορέα ή τους φορείς ασφαλίσεως αναπηρίας γήρατος ή θανάτου (συντάξεις) κάθε κράτους μέλους, στους οποίους ο μισθωτός ή μη μισθωτός είχε υπαχθεί, είτε - αν πρόκειται για μισθωτό - τον εργοδότη ή τους εργοδότες στους οποίους είχε απασχοληθεί στο έδαφος οποιουδήποτε κράτους μέλους, προσκομίζοντας τα πιστοποιητικά εργασίας που έχει στην κατοχή του 7

δ) αν, σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 του κανονισμού, ο αιτών επιθυμεί την αναστολή της εκκαθαρίσεως των παροχών γήρατος, που θα ελάμβανε κατά τη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών οφείλει να προσδιορίσει επακριβώς βάσει ποιάς νομοθεσίας ζητεί παροχές.

Άρθρο 38 Βεβαίωση περί των μελών της οικογένειας που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του ποσού των παροχών

1. Για να επωφεληθεί των διατάξεων του άρθρου 39 παράγραφος 4 ή του άρθρου 47 παράγραφος 3 του κανονισμού, ο αιτών υποχρεούται να προσκομίσει βεβαίωση σχετική με τα μέλη της οικογένειάς του, εκτός από τα τέκνα του που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας που είναι επιφορτισμένος με την εκκαθάριση των παροχών.

Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται από το φορέα ασφαλίσεως ασθενείας του τόπου κατοικίας των μελών της οικογένειας, ή από άλλο φορέα που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχουν την κατοικία τους. Οι διατάξεις του άρθρου 25 παράγραφος 2 δεύτερο και τρίτο εδάφιο του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται ανάλογα.

Αντί για τη βεβαίωση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, ο φορέας που έχει επιφορτισθεί με την εκκαθάριση των παροχών δύναται να απαιτήσει, από τον αιτούντα τις παροχές, πρόσφατα πιοτοποιητικά οικογενειακής καταστάσεως, εξαιρουμένων των τέκνων, για τα μέλη που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας αυτός.

2. Στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, αν η νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός απαιτεί τα μέλη της οικογένειας να κατοικούν στην ίδια στέγη με το δικαιούχο συντάξεως, το γεγονός ότι τα μέλη αυτά της οικογένειας, εφόσον δεν πληρούν την προϋπόθεση αυτή, συντηρούνται ωστόσο κατά κύριο λόγο από τον αιτούντα, πρέπει να βασίζεται σε στοιχεία που να αποδεικνύουν την τακτική μεταβίβαση μέρους των αποδοχών του.

Άρθρο 39 (11) Εξέταση των αιτήσεων παροχών αναπηρίας στην περίπτωση που ο μισθωτός ή μη μισθωτός ήταν ασφαλισμένος αποκλειστικά σύμφωνα με νομοθεσίες που αναφέρονται στο παράρτημα IV μέρος Α του κανονισμού

1. Αν ο μισθωτός ή μη μισθωτός υποβάλει αίτηση παροχών αναπηρίας και ο φορέας διαπιστώσει ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 37 παράγραφος 1 του κανονισμού, ο φορέας αυτός απευθύνεται, εφόσον υπάρχει ανάγκη, στο φορέα στον οποίο ο ενδιαφερόμενος έχει υπαχθεί τελευταία, για να λάβει βεβαίωση που να προσδιορίζει τις ασφαλιστικές περιόδους τις οποίες πραγματοποίησε ο ενδιαφερόμενος σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο τελευταίος αυτός φορέας.

2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται ανάλογα, άν είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη ασφαλιστικές περίοδοι που πραγματοποιήθηκαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη νομοθεσία οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, ώστε να πληρωθούν οι απαιτούμενες από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους προϋποθέσεις.

3. Στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 39 παράγραφος 3 του κανονισμού, ο φορέας ο οποίος έχει εξετάσει το φάκελο του ενδιαφερομένου τον διαβιβάζει στο φορέα στον οποίο είχε υπαχθεί αυτός τελευταία.

4. Τα άρθρα 41 έως 50 του κανονισμού εφαρμογής δεν εφαρμόζονται κατά την εξέταση των αιτήσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3.

Άρθρο 40 Καθορισμός του βαθμού αναπηρίας

Για να καθορίσει το βαθμό αναπηρίας, ο φορέας ενός κράτους μέλους λαμβάνει υπόψη τα ιατρικά έγγραφα και εκθέσεις, καθώς και τις πληροφορίες διοικητικής φύσεως που έχουν συγκεντρωθεί από το φορέα κάθε άλλου κράτος μέλους. Εντούτοις, κάθε φορέας διατηρεί το δικαίωμα να προβαίνει στην εξέταση του αιτούντος από ιατρό της εκλογής του, εκτός της περιπτώσεως κατά την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 40 παράγραφος 4 του κανονισμού.

Εξέταση αιτήσεων παροχών αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 36 του κανονισμού εφαρμογής

Άρθρο 41 Καθορισμός του φορέα εξετάσεως (των αιτήσεων)

1. Οι αιτήσεις παροχών εξετάζονται από το φορέα, στον οποίο έχουν υποβληθεί ή διαβιβασθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του κανονισμού εφαρμογής. Ο φορέας αυτός προσδιορίζεται με τον όρο «φορέας εξετάσεως».

2. Ο φορέας εξετάσεως υποχρεούται να κοινοποιεί αμέσως σε όλους τους σχετικούς φορείς τις αιτήσεις παροχών με ένα έντυπο που έχει καθορισθεί για τον σκοπό αυτό, ώστε να είναι δυνατό να εξετασθούν οι αιτήσεις συγχρόνως και αμελλητί από όλους αυτούς τους φορείς.

Άρθρο 42 Έντυπα που χρησιμοποιούνται για την εξέταση των αιτήσεων παροχών

1. Για την εξέταση των αιτήσεων παροχών, ο φορέας εξετάσεως χρησιμοποιεί ένα έντυπο, που περιλαμβάνει ιδίως την καταγραφή και την ανακεφαλαίωση των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποίησε ο μισθωτός ή μη μισθωτός, σύμφωνα με τις νομοθεσίες όλων των σχετικών κρατών μελών.

2. Η διαβίβαση των εντύπων αυτών στο φορέα οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους επέχει θέση διαβιβάσεως δικαιολογητικών εγγράφων.

Άρθρο 43 Διαδικασία που ακολουθείται από τους αρμόδιους φορείς για την εξέταση της αιτήσεως

1. Ο φορέας εξετάσεως της αιτήσεως καταχωρεί στο έντυπο, που προβλέπει το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής, τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, και κοινοποιεί αντίγραφο του εντύπου αυτού στο φορέα ασφαλίσεως αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου (συντάξεις) κάθε κράτους μέλους στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο μισθωτός ή μη μισθωτός, επισυνάπτοντας ενδεχομένως τα πιστοποιητικά εργασίας που έχουν προσκομισθεί από τον αιτούντα.

2. Αν υπάρχει μόνο ένας άλλος αρμόδιος σχετικά φορέας, ο φορέας αυτός συμπληρώνει το ανωτέρω έντυπο, προσδιορίζοντας:

α) τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει 7

β) το ποσό της παροχής που ο αιτών θα μπορούσε να απαιτήσει γι' αυτές τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας 7

γ) το θεωρητικό ποσό και το πραγματικό ποσό των παροχών, που υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού.

Αφού συμπληρωθεί κατά τον τρόπο αυτό το έντυπο επιστρέφεται στο φορέα εξετάσεως.

Αν το δικαίωμα επί των παροχών γεννάται λαμβανομένων υπόψη μόνο των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα του δεύτερου κράτους μέλους, και αν το ποσό της παροχής που αντιστοιχεί σ' αυτές τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας δύναται να καθορισθεί αμέσως, ενώ οι υπολογισμοί που προβλέπονται στο στοιχείο γ) χρειάζονται χρόνο σημαντικά μεγαλύτερο, το έντυπο επιστρέφεται στο φορέα εξετάσεως με τις ενδείξεις που προβλέπονται στα στοιχεία α) και β) 7 οι ενδείξεις που προβλέπονται στο στοιχείο γ) αποστέλλονται, μόλις είναι δυνατό, στο φορέα εξετάσεως.

3. Αν υπάρχουν δύο ή περισσότεροι άλλοι αρμόδιοι σχετικά φορείς, καθένας από αυτούς συμπληρώνει το έντυπο αυτό με την ένδειξη των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, και το επιστρέφει στο φορέα εξετάσεως.

Αν το δικαίωμα επί των παροχών γεννάται λαμβανομένων υπόψη μόνο των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει ένας ή περισσότεροι από τους φορείς αυτούς και αν το ποσό της παροχής, που αντιστοιχεί σ' αυτές τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας, δύναται να καθορισθεί αμέσως, το ποσό αυτό γνωστοποιείται στο φορέα εξετάσεως μαζί με τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας αν για τον καθορισμό του ποσού αυτού απαιτείται μεγαλύτερος χρόνος, τούτο θα γνωστοποιείται στο φορέα εξετάσεως μόλις καθορισθεί.

Μετά τη λήψη όλων των εντύπων που περιέχουν την ένδειξη των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας και, ενδεχομένως, του ποσού ή των ποσών που οφείλονται κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων σχετικών κρατών μελών, ο φορέας εξετάσεως διαβιβάζει αντίγραφο των εντύπων που έχουν συμπληρωθεί κατά τον τρόπο αυτό σε κάθε σχετικό φορέα, ο οποίος συμπληρώνει σ' αυτό το θεωρητικό και το πραγματικό ποσό των παροχών, υπολογισμένων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού, και επιστρέφει το έντυπο στο φορέα εξετάσεως.

4. Μόλις ο φορέας εξετάσεως διαπιστώσει, λαμβάνοντας τις πληροφορίες που προβλέπονται στις παραγράφους 2 ή 3, ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 40 παράγραφος 2 ή του άρθρου 48 παράγραφος 2 ή 3 του κανονισμού, ειδοποιεί πέρι αυτού τους υπόλοιπους σχετικούς φορείς.

5. Στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 37 στοιχείο δ) του κανονισμού εφαρμογής, οι φορείς των κρατών μελών, στη νομοθεσία των οποίων έχει υπαχθεί ο αιτών αλλά από τους οποίους έχει ζητήσει να ανασταλεί η εκκαθάριση των παροχών, αναγράφουν στο έντυπο που προβλέπεται στο άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής μόνο τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν από τον αιτούντα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζουν.

Άρθρο 44 Φορέας αρμόδιος για τη λήψη αποφάσεως σχετικής προς την κατάσταση αναπηρίας

1. Ο φορέας εξετάσεως είναι ο μόνος αρμόδιος για τη λήψη της αποφάσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 40 παράγραφος 4 του κανονισμού, επί του θέματος της καταστάσεως αναπηρίας του αιτούντος, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3. Λαμβάνει την απόφαση αυτή μόλις είναι σε θέση να καθορίσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος που ορίζονται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, λαμβανομένων υπόψη, ενδεχομένως, των διατάξεων του άρθρου 45 του κανονισμού. Κοινοποιεί αμέσως την απόφαση αυτή στους υπόλοιπους σχετικούς φορείς.

2. Αν οι προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος, εκτός από αυτές που αφορούν την κατάσταση αναπηρίας, που ορίζονται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, δεν πληρούνται λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 45 του κανονισμού, ο φορέας εξετάσεως ειδοποιεί αμέσως περί αυτού τον αρμόδιο φορέα επί θεμάτων αναπηρίας εκείνου από τα σχετικά κράτη μέλη στη νομοθεσία του οποίου ο εργαζόμενος μισθωτός ή μη μισθωτός έχει υπαχθεί τελευταία. Ο φορέας αυτός είναι αρμόδιος για τη λήψη αποφάσεως σχετικής προς την κατάσταση αναπηρίας του αιτούντος, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος που ορίζονται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει κοινοποιεί αμελλητί την απόφαση αυτή στους υπόλοιπους σχετικούς φορείς.

3. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, μπορεί με τις ίδιες προϋποθέσεις να γίνει αναδρομή μέχρι τον αρμόδιο επί θεμάτων αναπηρίας φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί αρχικά ο μισθωτός ή μη μισθωτός.

Άρθρο 45 Καταβολή προσωρινών παροχών και προκαταβολές παροχών

1. Αν ο φορέας εξετάσεως διαπιστώσει ότι ο αιτών δικαιούται παροχών κατά τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, χωρίς να είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλων κρατών μελών, καταβάλλει αμέσως τις παροχές αυτές προσωρινά.

2. Αν ο αιτών δεν δικαιούται παροχών δυνάμει της παράγραφου 1, αλλά προκύπτει από τις πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί στο φορέα εξετάσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 43 παράγραφοι 2 ή 3 του κανονισμού εφαρμογής, ότι γεννάται δικαίωμα παροχών κατά τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους λαμβανομένων υπόψη μόνο των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία, ο φορέας που εφαρμόζει τη νομοθεσία αυτή καταβάλλει αυτές τις παροχές προσωρινά, μόλις ο φορέας εξετάσεως τον ειδοποιήσει ότι η υποχρέωση αυτή τον βαρύνει.

3. Αν στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 γεννάται δικαίωμα παροχών κατά τη νομοθεσία περισσοτέρων κρατών μελών, λαμβανομένων υπόψη μόνο των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με καθεμία από τις νομοθεσίες αυτές, η καταβολή των προσωρινών παροχών βαρύνει το φορέα ο οποίος πληροφόρησε πρώτος το φορέα εξετάσεως για την ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος ο φορέας εξετάσεως οφείλει να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους σχετικούς φορείς.

4. Ο φορέας που έχει την υποχρέωση να καταβάλλει παροχές, δυνάμει των παραγράφων 1, 2 ή 3, πληροφορεί γι' αυτό αμέσως τον αιτούντα, εφιστώντας κατηγορηματικά την προσοχή του στο ότι το μέτρο που λαμβάνεται έχει προσωρινό χαρακτήρα και δεν χωρεί προσφυγή σχετικά με αυτό.

5. Αν καμία προσωρινή παροχή δεν δύναται να καταβληθεί στον αιτούντα βάσει των παραγράφων 1, 2 ή 3 αλλά προκύπτει από τις πληροφορίες που έχουν ληφθεί ότι γεννάται δικαίωμα κατά το άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού, ο φορέας εξετάσεως θα πληρώνει σε αυτόν ανάλογη επιστρεπτέα προκαταβολή, το ποσό της οποίας είναι όσο το δυνατό πλησιέστερο προς εκείνο το οποίο πιθανώς θα εκκαθαρισθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού.

6. Δύο κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών αυτών δύνανται να συμφωνήσουν άλλους τρόπους καταβολής προσωρινών παροχών, για την περίπτωση που αυτή αφορά μόνον φορείς αυτών των κρατών μελών. Οι συμφωνίες που συνάπτονται επί του θέματος αυτού κοινοποιούνται στη Διοικητική Επιτροπή.

Άρθρο 46 (11) Ποσά που οφείλονται για περιόδους προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως, οι οποίες δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη δυνάμει του άρθρου 15 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού εφαρμογής

Για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού καθώς και του πραγματικού ποσού της παροχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) του κανονισμού, εφαρμόζονται οι κανόνες του άρθρου 15 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) του κανονισμού εφαρμογής.

Το πραγματικά οφειλόμενο ποσό, που υπολογίζεται δυνάμει του άρθρου 46 παράγραφος 2 του κανονισμού, προσαυξάνεται κατά το ποσό που αντιστοιχεί στις περιόδους προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως, οι οποίες δεν έχουν ληφθεί υπόψη δυναμει των διατάξεων του άρθρου 15 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού εφαρμογής. Η προσαύξηση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους υπό την οποία πραγματοποιήθηκαν αυτές οι περίοδοι προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως.

Η σύγκριση που αναφέρεται στο άρθρο 46 παράγραφος 3 του κανονισμού πρέπει να πραγματοποιείται λαμβανομένης υπόψη της εν λόγω προσαύξησης.

Άρθρο 47 (11) Υπολογισμός των οφειλομένων ποσών που αντιστοιχούν στις περιόδους προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως

Ο φορέας κάθε κράτους μέλους υπολογίζει, σύμφωνα με τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, το οφειλόμενο ποσό που αντιστοιχεί στις περιόδους προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 46α παράγραφος 3 στοιχείο γ) του κανονισμού, δεν υπάγεται στις ρήτρες κατάργησης, μείωσης ή αναστολής άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 48 (11) Γνωστοποίηση των αποφάσεων των φορέων στον αιτούντα

1. Οι οριστικές αποφάσεις που λαμβάνονται από καθένα από τους αρμόδιους φορείς διαβιβάζονται στο φορέα εξετάσεως. Κάθε μία από τις αποφάσεις αυτές πρέπει να προσδιορίζει τα ένδικα μέσα και τις προθεσμίες προσφυγής που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία. Αφού λάβει όλες αυτές τις αποφάσεις, ο φορέας εξετάσεως τις κοινοποιεί στον αιτούντα στη γλώσσα του, με ένα ανακεφαλαιωτικό σημείωμα στο οποίο προσαρτώνται οι εν λόγω αποφάσεις. Οι προθεσμίες προσφυγής αρχίζουν να υπολογίζονται από τη λήψη του ανακεφαλαιωτικού σημειώματος από τον αιτούντα.

2. Συγχρόνως με την αποστολή στον αιτούντα του ανακεφαλαιωτικού σημειώματος που προβλέπεται στην παράγραφο 1, ο φορέας εξετάσεως αποστέλλει αντίγραφο αυτού σε κάθε σχετικό φορέα, επισυνάπτοντας αντίγραφο των αποφάσεων των υπολοίπων φορέων.

Άρθρο 49 (11) Νέος υπολογισμός των παροχών

1. Για την εφαρμογή του άρθρου 43 παράγραφοι 3 και 4, του άρθρου 49 παράγραφοι 2 και 3 και του άρθρου 51 παράγραφος 2 του κανονισμού, οι διατάξεις του άρθρου 45 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται ανάλογα.

2. Σε περίπτωση νέου υπολογισμού καταργήσεως ή αναστολής της παροχής, ο φορέας που έλαβε την απόφαση την κοινοποιεί αμελλητί, ενδεχομένως με τη μεσολάβηση του φορέα εξετάσεως, στον ενδιαφερόμενο και σε κάθε φορέα, έναντι του οποίου ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα. Η απόφαση πρέπει να προσδιορίζει τα ένδικα μέσα και τις προθεσμίες προσφυγής που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία. Οι προθεσμίες προσφυγής αρχίζουν να υπολογίζονται από τη λήψη της αποφάσεως από τον ενδιαφερόμενο.

Άρθρο 50 Μέτρα για την επιτάχυνση της εκκαθαρίσεως των παροχών

1. α) i) Εφόσον μισθωτός ή μη μισθωτός, υπήκοος ενός κράτους, μέλους, υπάγεται στη νομοθεσία άλλου κράτους, ο για θέματα συντάξεως αρμόδιος φορέας του τελευταίου τούτου κράτους μέλους διαβιβάζει, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που διαθέτει κατά τη στιγμή της εγγραφής του ενδιαφερομένου στα μητρώα του, στον οργανισμό που έχει ορισθεί από την αρμόδια αρχή του ίδιου αυτού κράτους μέλους όλες τις πληροφορίες τις σχετικές με την εξακρίβωση της ταυτότητας του ενδιαφερομένου και την επωνυμία του εν λόγω αρμόδιου φορέα και τον αριθμό μητρώου που του έδωσε.

ii) Επιπλέον, ο αρμόδιος φορέας που προβλέπεται στο σημείο i) διαβιβάζει, κατά το μέτρο του δυνατού, στον οργανισμό που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου i) όλες τις πληροφορίες που είναι δυνατόν να διευκολύνουν και να επιταχύνουν τη μεταγενέστερη εκκαθάριση των συντάξεων.

iii) Οι πληροφορίες αυτές διαβιβάζονται, κατά τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη διοικητική επιτροπή, στον οργανισμό που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερομένου κράτους μέλους.

iv) Για την εφαρμογή των διατάξεων των σημείων i), ii) και iii), οι απάτριδες και οι πρόσφυγες θεωρούνται ως υπήκοοι του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπήχθησαν αρχικά.

β) Οι σχετικοί φορείς προβαίνουν, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου ή του φορέα στον οποίο υπάγεται τη στιγμή εκείνη, στην ανακεφαλαίωση της ασφαλιστικής του προϊστορίας, το αργότερο ένα χρόνο προ της ημερομηνίας κατά την οποία ο εργαζόμενος φθάνει σε ηλικία συνταξιοδοτήσεως.

2. Η διοικητική επιτροπή ορίζει τις διατυπώσεις εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 1.

Διοικητικός και ιατρικός έλεγχος

Άρθρο 51

1. Όταν ένας δικαιούχος, κυρίως:

α) παροχών αναπηρίας,

β) παροχών γήρατος που χορηγούνται σε περίπτωση ανικανότητας προς εργασία,

γ) παροχών γήρατος που χορηγούνται σε ηλικιωμένους ανέργους,

δ) παροχών γήρατος που χορηγούνται σε περίπτωση παύσεως της επαγγελματικής δραστηριότητας,

ε) παροχών επιζώντων που χορηγούνται σε περίπτωση αναπηρίας ή ανικανότητας προς εργασία,

στ) παροχών που χορηγούνται σε περίπτωση που τα έσοδα του δικαιούχου δεν υπερβαίνουν ένα προκαθορισμένο όριο,

διαμένει ή κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης, ο διοικητικός και ιατρικός έλεγχος πραγματοποιείται, κατόπιν αιτήσεως του φορέα αυτού, από το φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας του δικαιούχου με τον τρόπο που προβλέπεται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο τελευταίος αυτός φορέας. Εντούτοις, ο φορέας οφειλέτης διατηρεί το δικαίωμα να προβεί σε εξέταση του δικαιούχου από ιατρό της εκλογής του.

2. Αν διαπιστώνεται ότι ο δικαιούχος των παροχών που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή απασχόληση ή ότι έχει έσοδα που υπερβαίνουν τα προκαθορισμένα όρια κατά το χρόνο που λαμβάνει τις παροχές, ο φορέας του τόπου διαμονής ή κατοικίας υποχρεούται να απευθύνει έκθεση στο φορέα οφειλέτη που ζήτησε τον έλεγο. Η έκθεση αυτή αναφέρει κυρίως τη φύση της μισθωτής ή μη μισθωτής απασχολήσεως του ενδιαφερομένου, το ύψος των αποδοχών ή των εσόδων που είχε κατά το τελευταίο τρίμηνο, τις συνήθεις αποδοχές του λαμβάνουν στην ίδια περιοχή οι μισθωτοί ή μη μισθωτοί της επαγγελματικής κατηγορίας στην οποία ανήκε ο ενδιαφερόμενος κατά την άσκηση του επαγγέλματός του πριν γίνει ανάπηρος, κατά τη διάρκεια περιόδου αναφοράς που καθορίζεται από το φορέα οφειλέτη, καθώς και, ενδεχομένως, τη γνωμάτευση ενός εμπειρογνώμονα ιατρού για την κατάσταση υγείας του ενδιαφερομένου.

Άρθρο 52

Εφόσον, μετά από αναστολή των παροχών τις οποίες ελάμβανε, ο ενδιαφερόμενος ανακτά το δικαίωμα παροχών, ενώ κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος, οι σχετικοί φορείς ανταλλάσσουν όλες τις κατάλληλες πληροφορίες για την επανάληψη της χορηγήσεως των παροχών αυτών.

Πληρωμή των παροχών

Άρθρο 53 Τρόπος πληρωμής των παροχών

1. Αν ο φορέας οφειλέτης κράτους μέλους δεν πληρώνει απευθείας τις παροχές που οφείλονται στους δικαιούχους, οι οποίοι κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, η πληρωμή των παροχών αυτών πραγματοποιείται, κατόπιν αιτήσεως του φορέα οφειλέτη, από τον οργανισμό συνδέσεως του τελευταίου αυτού κράτους μέλους ή από το φορέα του τόπου κατοικίας των δικαιούχων αυτών, σύμφωνα με τις διατυπώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 54 έως 58 του κανονισμού εφαρμογής αν ο φορέας οφειλέτης πληρώνει απευθείας τις παροχές στους δικαιούχους αυτούς, κοινοποιεί τούτο στο φορέα του τόπου κατοικίας. Η διαδικασία πληρωμής που εφαρμόζεται από τους φορείς των κρατών μελών αναφέρεται στο παράρτημα 6.

2. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές αυτών δύνανται να συμφωνήσουν άλλες διαδικασίες πληρωμής των παροχών, για τις περιπτώσεις που η πληρωμή αυτή αφορά μόνον τους αρμόδιους φορείς αυτών των κρατών μελών. Οι συμφωνίες που συνάπτονται για το θέμα αυτό κοινοποιούνται στη διοικητική επιτροπή.

3. Οι διατάξεις των συμφωνιών περί της πληρωμής των παροχών, που ισχύουν την ημέρα που προηγείται της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού, εξακολουθούν να ισχύουν εφόσον αναφέρονται στο παράρτημα 5.

Άρθρο 54 Διαβίβαση της καταστάσεως των πληρωτέων ποσών στον καταβάλλοντα οργανισμό

Ο φορέας οφειλέτης απευθύνει σε διπλό αντίγραφο στον οργανισμό συνδέσεως του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο δικαιούχος ή στο φορέα του τόπου κατοικίας, που ορίζονται με τον όρο «καταβάλλων οργανισμός», κατάσταση των πληρωτέων ποσών, η οποία πρέπει να φθάσει στον οργανισμό αυτό το αργότερο 20 ημέρες πριν από την ημερομηνία πληρωμής των παροχών.

Άρθρο 55 Καταβολή των πληρωτέων ποσών στο λογαριασμό του καταβάλλοντος οργανισμού

1. Δέκα ημέρες πριν από την ημερομηνία πληρωμής των παροχών, ο φορέας οφειλέτης καταβάλλει στο νόμισμα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται το αναγκαίο ποσό για την πληρωμή των πληρωτέων ποσών, που αναφέρονται στην κατάσταση που προβλέπεται στο άρθρο 54 του κανονισμού εφαρμογής. Η καταβολή πραγματοποιείται στην εθνική τράπεζα ή άλλη τράπεζα του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης, σε λογαριασμό που ανοίγεται στο όνομα της εθνικής τράπεζας ή άλλης τράπεζας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο καταβάλλων οργανισμός, σε διαταγή του οργανισμού τούτου. Η καταβολή αυτή είναι απαλλακτική. Ο φορέας οφειλέτης αποστέλλει συγχρόνως στον καταβάλλοντα οργανισμό ειδοποίηση πληρωμής.

2. Η τράπεζα, στο λογαριασμό της οποίας έχει πραγματοποιηθεί η καταβολή, πιστώνει τον καταβάλλοντα οργανισμό με την αξία της καταβολής στο νόμισμα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο οργανισμός αυτός.

3. Το όνομα και η έδρα των τραπεζών που προβλέπονται στην παράγραφο 1 αναφέρονται στο παράρτημα 7.

Άρθρο 56 Καταβολή των πληρωτέων ποσών στον δικαιούχο από τον καταβάλλοντα οργανισμό

1. Τα πληρωτέα ποσά που αναφέρονται στην κατάσταση που προβλέπεται στο άρθρο 54 του κανονισμού εφαρμογής καταβάλλονται στον δικαιούχο από τον καταβάλλοντα οργανισμό για λογαριασμό του φορέα οφειλέτη. Οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνται κατά τις διατυπώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο καταβάλλων οργανισμός.

2. Μόλις ο καταβάλλων οργανισμός ή οποιοσδήποτε εξουσιοδοτημένος απ' αυτόν οργανισμός λάβει γνώση καταστάσεως που να δικαιολογεί την αναστολή ή την παύση των παροχών, παύει κάθε πληρωμή. Το ίδιο συμβαίνει όταν ο δικαιούχος μεταφέρει την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους.

3. Ο καταβάλλων οργανισμός ειδοποιεί το φορέα οφειλέτη για κάθε αιτία παύσεως της πληρωμής. Σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου ή του ή της συζύγου του, ή σε περίπτωση νέου γάμου χήρας ή χήρου, ο καταβάλλων οργανισμός γνωστοποιεί τη σχετική ημερομηνία στο φορέα αυτό.

Άρθρο 57 Εκκαθάριση των λογαριασμών που προβλέπονται στο άρθρο 56 του κανονισμού εφαρμογής

1. Οι λογαριασμοί των πληρωμών που προβλέπονται στο άρθρο 56 του κανονισμού εφαρμογής αποτελούν αντικείμενο εκκαθαρίσεως στο τέλος κάθε περιόδου πληρωμής, για να διαπιστωθούν τα ποσά που έχουν πραγματικά πληρωθεί στους δικαιούχους ή στους νομίμους αντιπροσώπους τους ή εντολοδόχους τους, καθώς και τα ποσά που δεν έχουν πληρωθεί.

2. Το συνολικό ποσό, που αναφέρεται αριθμητικώς και ολογράφως στο νόμισμα του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης, βεβαιώνεται ως σύμφωνο προς τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν από τον καταβάλλοντα οργανισμό και υπογράφεται από τον αντιπρόσωπο του οργανισμού αυτού.

3. Ο καταβάλλων οργανισμός εγγυάται την κανονικότητα των πληρωμών που διαπιστώθηκαν.

4. Η διαφορά των ποσών που κατέβαλε ο φορέας οφειλέτης, εκφραζομένων στο νόμισμα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται, και της αξίας εκφραζομένης στο αυτό νόμισμα των πληρωμών που δικαιολόγησε ο καταβάλλων οργανισμός, συμψηφίζεται με τις μεταγενέστερες καταβολές ομοειδών παροχών από το φορέα οφειλέτη.

Άρθρο 58 Ανάληψη των εξόδων που αναλογούν στην καταβολή των παροχών

Τα σχετικά με την καταβολή των παροχών έξοδα, κυρίως τα ταχυδρομικά και τραπεζικά έξοδα, δύνανται να αναλαμβάνονται από τον καταβάλλοντα οργανισμό παρά των δικαιούχων, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον οργανισμό αυτό.

Άρθρο 59 Γνωστοποίηση της μεταφοράς κατοικίας του δικαιούχου

Εφόσον ο δικαιούχος των παροχών, που οφείλονται κατά τη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, μεταφέρει την κατοικία του από το έδαφος ενός κράτους μέλους στο έδαφος άλλου κράτους, υποχρεούται να γνωστοποιήσει τούτο στο φορέα ή τους φορείς οφειλέτες των παροχών αυτών καθώς και στον καταβάλλοντα οργανισμό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

Εφαρμογή των άρθρων 52 και 53 του κανονισμού

Άρθρο 60 Παροχές εις είδος σε περίπτωση κατοικίας σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

1. Για να λάβει παροχές εις είδος, δυνάμει του άρθρου 52 στοιχείο α) του κανονισμού, ο μισθωτός ή μη μισθωτός υποχρεούται να προσκομίσει στο φορέα του τόπου κατοικίας βεβαίωση που να πιστοποιεί ότι δικαιούται τις παροχές αυτές εις είδος. Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται από τον αρμόδιο φορέα βάσει των πληροφοριών που παρέχει ενδεχομένως ο εργοδότης. Εξάλλου, αν η νομοθεσία του αρμόδιου κράτους το προβλέπει, ο μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος υποχρεούται να προσκομίσει στο φορέα του τόπου κατοικίας απόδειξη παραλαβής της δηλώσεως του εργατικού ατυχήματος ή της επαγγελματικής ασθένειας από τον αρμόδιο φορέα. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν υποβάλει τα έγγραφα αυτά, ο φορέας του τόπου κατοικίας απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα για να τα λάβει και μέχρι τότε του χορηγεί παροχές εις είδος της ασφαλίσεως ασθενείας, εφόσον πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να δικαιούται τις παροχές αυτές.

2. Η βεβαίωση αυτή ισχύει εφόσον ο φορέας του τόπου κατοικίας δεν έλαβε κοινοποίηση της ακυρώσεώς της. Εντούτοις, εφόσον η βεβαίωση αυτή έχει εκδοθεί από το γαλλικό φορέα ισχύει μόνο για διάστημα ενός έτους από την ημερομηνία της εκδόσεώς της και πρέπει να ανανεώνεται κάθε έτος.

3. Αν ο ενδιαφερόμενος έχει την ιδιότητα του εποχιακά εργαζομένου, η βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ισχύει για όλη τη διάρκεια που προβλέπεται για την εποχιακή εργασία, εκτός αν ο αρμόδιος φορέας κοινοποιήσει στο μεταξύ την ακύρωσή της στο φορέα του τόπου κατοικίας.

4. Σε κάθε αίτηση για παροχές εις είδος, ο ενδιαφερόμενος παρουσιάζει τα δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτεί η νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί για τη χορήγηση των παροχών εις είδος.

5. Σε περίπτωση νοσηλείας, ο φορέας του τόπου κατοικίας γνωστοποιεί στον αρμόδιο φορέα, εντός προθεσμίας τριών ημερών από την ημερομηνία που έλαβε γνώση, της ημερομηνία εισόδου στο νοσηλευτικό ίδρυμα και την πιθανή διάρκεια της νοσηλείας, καθώς και την ημερομηνία εξόδου.

6. Ο φορέας του τόπου κατοικίας ειδοποιεί εκ των προτέρων τον αρμόδιο φορέα για κάθε απόφαση σχετική με τη χορήγηση των παροχών εις είδος όταν το προσδοκώμενο ή το πραγματικό κόστος υπερβαίνει ένα κατ' αποκοπή ποσό που καθορίζεται και περιοδικά αναθεωρείται από τη διοικητική επιτροπή.

Ο αρμόδιος φορέας έχει στη διάθεσή του προθεσμία 15 ημερών, που υπολογίζεται από την ημέρα αποστολής της ειδοποιήσεως, για να γνωστοποιήσει, ενδεχομένως, την αιτιολογημένη αντίθεσή του ο φορέας του τόπου κατοικίας χορηγεί τις παροχές εις είδος αν δεν του έχει γνωστοποιηθεί αντίθεση μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας αυτής. Αν πρέπει να χορηγηθούν παροχές εις είδος, σε απόλυτα επείγουσες περιπτώσεις, ο φορέας του τόπου κατοικίας πληροφορεί αμελλητί περί αυτού τον αρμόδιο φορέα.

7. Ο ενδιαφερόμενος είναι υποχρεωμένος να πληροφορεί το φορέα του τόπου κατοικίας για κάθε μεταβολή της καταστάσεώς του που δύναται να διαφοροποιήσει το δικαίωμα των παροχών εις είδος κυρίως για κάθε παύση ή αλλαγή μισθωτής ή μη μισθωτής απασχολήσεως ή κάθε μεταφορά της κατοικίας ή της διαμονής. Ο αρμόδιος φορέας πληροφορεί, επίσης, το φορέα του τόπου κατοικίας για τη λήξη της υπαγωγής στην ασφάλιση ή για την απόσβεση του δικαιώματος παροχών εις είδος του ενδιαφερομένου. Ο φορέας του τόπου κατοικίας δύναται να ζητήσει οποτεδήποτε από τον αρμόδιο φορέα κάθε πληροφορία σχετική με την υπαγωγή στην ασφάλιση ή με τα δικαιώματα για παροχές εις είδος του ενδιαφερομένου.

8. Αν πρόκειται περί μεθοριακών εργαζομένων, τα φάρμακα, οι επίδεσμοι, τα ομματογυάλια, τα μικρά βοηθητικά μηχανήματα, οι αναλύσεις και εργαστηριακές εξετάσεις, δύνανται να χορηγηθούν ή να πραγματοποιηθούν μόνο στο έδαφος του κράτους μέλους όπου έχει δοθεί η σχετική εντολή κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτού.

9. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, ή οι αρμόδιες αρχές τους, δύνανται να συμφωνήσουν, μετά από γνώμη της Διοικτικής Επιτροπής, άλλους τρόπους εφαρμογής.

Άρθρο 61 Παροχές εις χρήμα εκτός των συντάξεων σε περίπτωση κατοικίας σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

1. Για να λάβει παροχές εις χρήμα, εκτός των συντάξεων, δυνάμει του άρθρου 52 στοιχείο β) του κανονισμού, ο μισθωτός ή μη μισθωτός υποχρεούται να απευθυνθεί εντός τριών ημερών, μετά την έναρξη της ανικανότητας προς εργασία, στο φορέα του τόπου κατοικίας, προσκομίζοντας ειδοποίηση περί παύσεως της εργασίας, ή, αν η νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον αρμόδιο φορέα, ή από το φορέα του τόπου κατοικίας το προβλέπει, πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία χορηγούμενο από τον θεράποντα ιατρό.

2. Εφόσον οι θεράποντες ιατροί της χώρας κατοικίας δεν χορηγούν πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία, ο ενδιαφερόμενος απευθύνεται απευθείας στο φορέα του τόπου κατοικίας, εντός προθεσμίας που ορίζει η νομοθεσία την οποία αυτός εφαρμόζει.

Ο φορέας αυτός προβαίνει αμέσως σε ιατρική διαπίστωση της ανικανότητας προς εργασία και την έκδοση του πιστοποιητικού που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Το πιστοποιητικό αυτό, το οποίο πρέπει να αναγράφει την πιθανή διάρκεια της ανικανότητας, διαβιβάζεται αμελλητί στον αρμόδιο φορέα.

3. Στις περιπτώσεις που η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται, ο φορέας του τόπου κατοικίας προβαίνει το ταχύτερο δυνατόν και οπωσδήποτε εντός προθεσμίας τριών ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος έχει απευθυνθεί σ' αυτόν, σε ιατρική εξέταση του ενδιαφερομένου σαν να πρόκειται για ασφαλισμένο του. Η έκθεση του ιατρού που διενήργησε τον έλεγχο, η οποία αναγράφει κυρίως την πιθανή διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία, διαβιβάζεται από το φορέα του τόπου κατοικίας στον αρμόδιο φορέα εντός προθεσμίας τριών ημερών από τον έλεγχο.

4. Ο φορέας του τόπου κατοικίας προβαίνει αργότερα, αν τούτο είναι αναγκαίο, σε διοικητικό ή ιατρικό έλεγχο του ενδιαφερομένου σαν να πρόκειται για δικό του ασφαλισμένο. Μόλις διαπιστώσει ότι είναι ικανός να αναλάβει εκ νέου εργασία τον ειδοποιεί αμελλητί περί αυτού καθώς και τον αρμόδιο φορέα, υποδεικνύοντας την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η ανικανότητα προς εργασία. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 6, η κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο θεωρείται σαν απόφαση που έχει ληφθεί για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα.

5. Ο αρμόδιος φορέας διατηρεί σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα να προβαίνει στην εξέταση του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του.

6. Αν ο αρμόδιος φορέας αποφασίσει να αρνηθεί τις παροχές εις χρήμα, επειδή ο ενδιαφερόμενος δεν τήρησε τις διατυπώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία της χώρας κατοικίας ή αν διαπιστώσει ότι ο ενδιαφερόμενος είναι ικανός να αναλάβει εκ νέου εργασία, κοινοποιεί την απόφασή του στον ενδιαφερόμενο και διαβιβάζει συγχρόνως αντίγραφό της στο φορέα του τόπου κατοικίας.

7. Όταν ο ενδιαφερόμενος αναλαμβάνει εκ νέου εργασία, ειδοποιεί γι' αυτό τον αρμόδιο φορέα, εφόσον αυτό προβλέπεται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός.

8. Ο αρμόδιος φορέας καταβάλλει τις παροχές εις χρήμα με τα κατάλληλα μέσα, κυρίως με διεθνή ταχυδρομική επιταγή και ειδοποιεί γι' αυτό το φορέα του τόπου κατοικίας και τον ενδιαφερόμενο. Αν οι παροχές εις χρήμα καταβάλλονται από το φορέα του τόπου κατοικίας για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα, ο φορέας αυτός πληροφορεί τον ενδιαφερόμενο για τα δικαιώματά του και υποδεικνύει στο φορέα του τόπου κατοικίας το ποσό των παροχών εις χρήμα, τις ημερομηνίες που πρέπει να καταβληθούν και την ανώτατη διάρκεια της χορηγήσεώς τους που προβλέπεται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους.

9. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, ή οι αρμόδιες αρχές τους, δύνανται να συμφωνήσουν, μετά από γνώμη της διοικητικής επιτροπής, άλλους τρόπους εφαρμογής.

Εφαρμογή του άρθρου 55 του κανονισμού

Άρθρο 62 Παροχές εις είδος σε περίπτωση διαμονής σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

1. Για να λάβει παροχές εις είδος ο απασχολούμενος σε διεθνείς μεταφορές μισθωτός που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού, ο οποίος ευρίσκεται κατά την άσκηση του επαγγέλματός του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος, υποχρεούται να προσκομίσει, μόλις τούτο είναι δυνατό, στο φορέα του τόπου διαμονής ειδική βεβαίωση που χορηγείται από τον εργοδότη ή τον εντεταλμένο του κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού μήνα της υποβολής της ή των δύο προηγουμένων ημερολογιακών μηνών. Η βεβαίωση αυτή αναγράφει, κυρίως, την ημερομηνία από της οποίας ο ενδιαφερόμενος απασχολείται για λογαριασμό του εν λόγω εργοδότη, καθώς και την επωνυμία και την έδρα του αρμόδιου φορέα. Εφόσον ο ενδιαφερόμενος προσκομίσει τη βεβαίωση αυτή, θεωρείται ότι πληροί τις προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος παροχών εις είδος. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν είναι σε θέση να απευθυνθεί στο φορέα του τόπου διαμονής, πριν από την ιατρική θεραπεία, δικαιούται εντούτοις τη θεραπεία αυτή, προσκομίζοντας την εν λόγω βεβαίωση, σαν να ήταν ασφαλισμένος στο φορέα αυτό.

2. Ο φορέας του τόπου διαμονής απευθύνεται, εντός τριημέρου προθεσμίας, στον αρμόδιο φορέα για να πληροφορηθεί αν ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος παροχών εις είδος. Υποχρεούται να χορηγεί τις παροχές εις είδος μέχρι λήψεως της απαντήσεως του αρμόδιου φορέα και για διάρκεια τριάντα ημερών κατ' ανώτατο όριο.

3. Ο αρμόδιος φορέας απευθύνει την απάντησή του στο φορέα του τόπου διαμονής εντός προθεσμίας, δέκα ημερών από τη λήψη της αιτήσεως του φορέα αυτού. Αν η απάντηση αυτή είναι καταφατική, ο αρμόδιος φορέας υποδεικνύει, ενδεχομένως, την ανώτατη διάρκεια χορηγήσεως των παροχών εις είδος, όπως αυτή προβλέπεται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει, και ο φορέας του τόπου διαμονής συνεχίζει να χορηγεί τις παροχές αυτές.

4. Οι παροχές εις είδος, που χορηγούνται δυνάμει του τεκμηρίου που καθιερώνει η παράγραφος 1, αποδίδονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 36 παράγραφος 1 του κανονισμού.

5. Αντί του πιστοποιητικού ή της βεβαιώσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ο μισθωτός που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή δύναται να προσκομίσει στο φορέα του τόπου διαμονής τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 6.

6. Για να λάβει παροχές εις είδος, δυνάμει του άρθρου 55 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i) του κανονισμού, εκτός των περιπτώσεων όπου γίνεται επίκληση του τεκμηρίου που καθιερώνεται από την παράγραφο 1, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να προσκομίσει στο φορέα του τόπου διαμονής βεβαίωση που να πιστοποιεί ότι δικαιούται παροχές εις είδος. Η βεβαίωση αυτή, η οποία εκδίδεται από τον αρμόδιο φορέα, αν είναι δυνατόν πριν από την αναχώρηση του ενδιαφερομένου από το έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί, αναγράφει κυρίως, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την ανώτατη διάρκεια χορηγήσεως παροχών εις είδος όπως αυτή προβλέπεται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν προσκομίσει τη βεβαίωση αυτή, ο φορέας του τόπου διαμονής απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα για να την λάβει.

7. Οι διατάξεις του άρθρου 60 παράγραφοι 5, 6 και 9 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται ανάλογα.

Άρθρο 63 Παροχές εις είδος στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς σε περίπτωση μεταφοράς της κατοικίας ή επιστροφής στην χώρα κατοικίας, καθώς και στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς οι οποίοι έχουν έγκριση να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος για θεραπεία

1. Για να λάβει παροχές εις είδος δυνάμει του άρθρου 55 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο i) του κανονισμού, ο μισθωτός ή μη μισθωτός υποχρεούται να προσκομίσει στο φορέα του τόπου κατοικίας βεβαίωση που να πιστοποιεί ότι του επιτρέπεται να διατηρήσει το δικαίωμα των παροχών αυτών. Η βεβαίωση αυτή η οποία εκδίδεται από τον αρμόδιο φορέα αναγράφει κυρίως, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την ανώτατη διάρκεια κατά την οποία οι παροχές εις είδος δύνανται ακόμη να χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους. Η βεβαίωση δύναται να εκδοθεί μετά την αναχώρηση και κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου εφόσον δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί προηγουμένως για λόγους ανωτέρας βίας.

2. Οι διατάξεις του άρθρου 60 παράγραφοι 5, 6 και 9 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται ανάλογα.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται ανάλογα για τη χορήγηση παροχών εις είδος στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 55 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο i) του κανονισμού.

Άρθρο 64 Παροχές εις χρήμα εκτός των συντάξεων σε περίπτωση διαμονής σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

Για τη χορήγηση παροχών εις χρήμα εκτός των συντάξεων, δυνάμει του άρθρου 55 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) του κανονισμού, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 61 του κανονισμού εφαρμογής. Εντούτοις, με την επιφύλαξη της υποχρεώσεως να προσκομίσει πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία, ο μισθωτός ή μη μισθωτός που διαμένει στο έδαφος κράτους μέλους χωρίς να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα δεν υποχρεούται να υποβάλει την ειδοποίηση περί παύσεως της εργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 61 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής.

Εφαρμογή των άρθρων 52 έως 56 του κανονισμού

Άρθρο 65 Δηλώσεις, έρευνες και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ φορέων σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας που επήλθαν στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος

1. Εφόσον το εργατικό ατύχημα επέρχεται ή εφόσον η επαγγελματική ασθένεια διαπιστώνεται ιατρικά για πρώτη φορά στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος, η δήλωση εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους, με την επιφύλαξη, ενδεχομένως, όλων των εκ του νόμου διατάξεων που ισχύουν στο έδαφος του κράτους μέλους όπου επήλθε το εργατικό ατύχημα, ή στο οποίο έλαβε χώρα η πρώτη ιατρική διαπίστωση της επαγγελματικής ασθένειας και οι οποίες εξακολουθούν να εφαρμόζονται σε τέτοια περίπτωση. Η δήλωση αυτή απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα και αντίγραφό της αποστέλλεται στο φορέα του τόπου κατοικίας ή διαμονής.

2. Ο φορέας του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου επήλθε το εργατικό ατύχημα ή στο οποίο έλαβε χώρα η πρώτη ιατρική διαπίστωση της επαγγελματικής ασθένειας, αποστέλλει στον αρμόδιο φορέα σε δύο αντίγραφα τα ιατρικά πιστοποιητικά που εκδόθηκαν στο έδαφός του και, με αίτηση του τελευταίο τούτου φορέα, όλες τις κατάλληλες πληροφορίες.

3. Αν, σε περίπτωση ατυχήματος διαδρομής που επήλθε στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος, είναι σκόπιμη η διενέργεια ανακρίσεως στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους, δύναται να ορισθεί προς τούτο ανακριτής από τον αρμόδιο φορέα, ο οποίος πληροφορεί γι' αυτό τις αρχές του κράτους μέλους αυτού. Οι αρχές αυτές παρέχουν τη συνδρομή τους στον ανακριτή, ορίζοντας κυρίως ένα πρόσωπο επιφορτισμένο να τον βοηθήσει στη μελετή των εκθέσεων και όλων των λοιπών εγγράφων των σχετικών με το ατύχημα.

4. Μετά το πέρας της θεραπείας, διαβιβάζεται στον αρμόδιο φορέα λεπτομερής έκθεση που συνοδεύεται από ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία αφορούν τις μόνιμες συνέπειες του ατυχήματος ή της ασθένειας, ιδιαίτερα δε την παρούσα κατάσταση του θύματος καθώς και την αποθεραπεία ή την παγίωση των βλαβών. Οι σχετικές ιατρικές αμοιβές καταβάλλονται από το φορέα του τόπου κατοικίας ή από το φορέα του τόπου διαμονής, ανάλογα με την περίπτωση, βάσει του τιμολογίου που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν εις βάρος του αρμόδιου φορέα.

5. Ο αρμόδιος φορέας κοινοποιεί, κατόπιν αιτήσεως, στο φορέα του τόπου κατοικίας ή στο φορέα του τόπου διαμονής, ανάλογα με την περίπτωση, την απόφαση που ορίζει την ημερομηνία της αποθεραπείας ή της παγιώσεως των βλαβών, καθώς επίσης, ενδεχομένως, την απόφαση περί χορηγήσεως συντάξεως.

Άρθρο 66 Αμφισβήτηση του επαγγελματικού χαρακτήρα του ατυχήματος ή της ασθένειας

1. Εφόσον ο αρμόδιος φορέας αμφισβητεί ότι, στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 52 ή στο άρθρο 55 παράγραφος 1 του κανονισμού, πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθεσία περί εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικών ασθενειών, ειδοποιεί περί αυτού αμέσως το φορέα του τόπου κατοικίας ή διαμονής που έχει καταβάλει παροχές εις είδος, οι οποίες θεωρούνται τότε ότι προέρχονται από την ασφάλιση ασθενείας και εξακολουθούν να χορηγούνται με αυτή την έννοια βάσει των πιστοποιητικών ή των βεβαιώσεων που προβλέπονται στα άρθρα 20 και 21 του κανονισμού εφαρμογής.

2. Εφόσον μεσολαβεί οριστική απόφαση επί του θέματος αυτού, ο αρμόδιος φορέας ειδοποιεί αμέσως το φορέα του τόπου κατοικίας ή το φορέα του τόπου διαμονής που έχει χορηγήσει τις παροχές εις είδος. Ο φορέας αυτός συνεχίζει να χορηγεί τις παροχές αυτές εις είδος, στο πλαίσιο της ασφαλίσεως ασθενείας, αν ο μισθωτός ή μη μισθωτός τις δικαιούται, στην περίπτωση που δεν πρόκειται για εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια. Σε αντίθετη περίπτωση, οι παροχές εις είδος, τις οποίες έχει λάβει ο εργαζόμενος δυνάμει της ασφαλίσεως ασθενείας, θεωρούνται ως παροχές εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας.

Εφαρμογή του άρθρου 57 του κανονισμού

Άρθρο 67 (7) Διαδικασία σε περίπτωση εκθέσεως στον κίνδυνο της επαγγελματικής ασθένειας σε περισσότερα κράτη μέλη

1. Στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 57 παράγραφος 1 του κανονισμού, η δήλωση επαγγελματικής ασθένειας διαβιβάζεται είτε στον αρμόδιο για τις επαγγελματικές ασθένειες φορέα του κράτους μέλους, κατά τη νομοθεσία του οποίου το θύμα άσκησε δραστηριότητα δυναμένη να προκαλέσει την προκείμενη ασθένεια, είτε στο φορέα του τόπου κατοικίας, ο οποίος διαβιβάζει τη δήλωση στον προαναφερθέντα αρμόδιο φορέα.

2. Αν ο αρμόδιος φορέας, που προβλέπεται στην παράγραφο 1, διαπιστώσει ότι μια δραστηριότητα δυνάμενη να προκαλέσει την προκείμενη επαγγελματική ασθένεια έχει ασκηθεί τελευταία υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, διαβιβάζει τη δήλωση και τα σχετικά δικαιολογητικά στον αντίστοιχο φορέα του κράτους μέλους αυτού.

3. Εφόσον ο φορέας του κράτους μέλους, κατά τη νομοθεσία του οποίου το θύμα άσκησε τελευταία δραστηριότητα δυναμένη να προκαλέσει την προκείμενη επαγγελματική ασθένεια, διαπιστώσει ότι το θύμα ή οι επιζώντες του δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας αυτής, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 57 παράγραφοι 2, 3 και 4 του κανονισμού, ο εν λόγω φορέας:

α) διαβιβάζει αμελλητί στο φορέα του κράτους μέλους, υπό τη νομοθεσία του οποίου το θύμα άσκησε προηγουμένως δραστηριότητα δυνάμενη να προκαλέσει την προκείμενη επαγγελματική ασθένεια, τη δήλωση και όλα τα συνοδεύοντα αυτή δικαιολογητικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των ιατρικών διαπιστώσεων και γνωματεύσεων στις οποίες έχει προβεί ο πρώτος φορέας, καθώς και αντίγραφο της αποφάσεως που αναφέρεται στο στοιχείο β) 7

β) κοινοποιεί συγχρόνως στον ενδιαφερόμενο την απόφασή του, προσδιορίζοντας κυρίως τους λόγους που δικαιολογούν την άρνηση των παροχών, τα ένδικα μέσα και τις προθεσμίες προσφυγής, καθώς και την ημερομηνία που ο φάκελος έχει διαβιβασθεί στο φορέα που αναφέρεται στο στοιχείο α).

4. Είναι δυνατόν, ενδεχομένως, να γίνει αναδρομή κατά την αυτή διαδικασία, μέχρι τον αντίστοιχο φορέα του κράτους μέλους, υπό τη νομοθεσία του οποίου το θύμα άσκησε αρχικά δραστηριότητα δυνάμενη να προκαλέσει την προκείμενη επαγγελματική ασθένεια.

Άρθρο 68 (7) Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ φορέων σε περίπτωση προσφυγής κατά απορριπτικής αποφάσεως - Καταβολή προκαταβολών σε περίπτωση τέτοιας προσφυγής

1. Σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής κατά απορριπτικής αποφάσεως που ελήφθη από το φορέα ενός των κρατών μελών, υπό τη νομοθεσία των οποίων το θύμα άσκησε δραστηριότητα δυνάμενη να προκαλέσει την προκείμενη επαγγελματική ασθένεια, ο φορέας αυτός υποχρεούται να πληροφορήσει σχετικά το φορέα στον οποίο έχει διαβιβασθεί η δήλωση, κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 67 παράγραφος 3 του κανονισμού εφαρμογής, και να του γνωστοποιήσει μετέπειτα την οριστική απόφαση που εκδόθηκε.

2. Αν το δικαίωμα παροχών γεννάται κατά τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο τελευταίος αυτός φορέας, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 57 παράγραφο 2, 3 και 4 του κανονισμού, ο φορέας αυτός καταβάλλει προκαταβολές, το ποσό των οποίων προσδιορίζεται, ενδεχομένως, μετά από σύμφωνη γνώμη του φορέα εναντίον της αποφάσεως του οποίου έχει ασκήθει η προσφυγή. Ο τελευταίος αυτός φορέας αποδίδει το ποσό των προκαταβολών που έχουν καταβληθεί, αν, κατόπιν της προσφυγής, υποχρεούται να χορηγήσει τις παροχές. Το ποσό αυτό παρακρατείται τότε από το ποσό των παροχών που οφείλονται στον ενδιαφερόμενο.

Άρθρο 69 (7) Κατονομή του βάρους των παροχών εις χρήμα σε περίπτωση σκληρογόνου πνευμονοκονιώσεως

Για την εφαρμογή του άρθρου 57 παράγραφος 5 του κανονισμού, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:

α) ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους, κατά τη νομοθεσία του οποίου έχουν καταβληθεί οι παροχές εις χρήμα, δυνάμει του άρθρου 57 παράγραφος 1 του κανονισμού που χαρακτηρίζεται με τον όρο «φορέας επιφορτισμένος με την καταβολή των παροχών εις χρήμα», χρησιμοποιεί έντυπο που περιέχει κυρίως την καταγραφή και ανακεφαλαίωση του συνόλου των περιόδων ασφαλίσεως (ασφάλιση γήρατος) ή κατοικίας που πραγματοποίησε το θύμα υπό τη νομοθεσία καθενός από τα κράτη μέλη 7

β) ο φορέας που είναι επιφορτισμένος με την καταβολή των παροχών εις χρήμα διαβιβάζει το έντυπο αυτό σε όλους τους φορείς ασφαλίσεως γήρατος αυτών των κρατών μελών, στους οποίους είχε υπαχθεί το θύμα 7 καθένας από τους φορείς αυτούς καταχωρεί στο έντυπο τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας (ασφάλιση γήρατος) που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει και το επιστρέφει στο φορέα που είναι επιφορτισμένος με την καταβολή των παροχών εις χρήμα 7

γ) ο φορέας που είναι επιφορτισμένος με την καταβολή των παροχών εις χρήμα προβαίνει τότε σε κατανομή των βαρών μεταξύ αυτού και των άλλων σχετικών αρμόδιων φορέων τους κοινοποιεί, προς έγκριση, αυτή την κατανομή με τα προσήκοντα δικαιολογητικά, κυρίως όσον αφορά το ποσό των παροχών εις χρήμα που έχουν χορηγηθεί και τον υπολογισμό των ποσοστών της κατανομής 7

δ) στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους, ο φορέας που είναι επιφορτισμένος με την καταβολή των παροχών εις χρήμα διαβιβάζει στους άλλους σχετικούς αρμόδιους φορείς κατάσταση των παροχών εις χρήμα που έχουν καταβληθεί κατά το οικονομικό αυτό έτος, αναγράφοντας το ποσό που οφείλει καθένας από αυτούς σύμφωνα με την κατανομή που προβλέπεται στην περίπτωση γ) 7 καθένας από τους φορείς αυτούς αποδίδει το ποσό που οφείλει στο φορέα που είναι επιφορτισμένος με την καταβολή των παροχών εις χρήμα μόλις τούτο είναι δυνατόν και το αργότερο εντός τριών μηνών.

Εφαρμογή του άρθρου 58 παράγραφος 3 του κανονισμού

Άρθρο 70 Βεβαίωση περί των μελών της οικογένειας που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό των παροχών εις χρήμα, συμπεριλαμβανομένων και των συντάξεων

1. Για να επωφεληθεί των διατάξεων του άρθρου 58 παράγραφος 3 του κανονισμού, ο αιτών υποχρεούται να προσκομίσει βεβαίωση σχετική με τα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο όπου ευρίσκεται ο φορέας που είναι επιφορτισμένος με την εκκαθάριση των παροχών εις χρήμα.

Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται από το φορέα ασφαλίσεως ασθενείας του τόπου κατοικίας των μελών της οικογένειας ή από άλλο φορέα που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούν. Οι διατάξεις του άρθρου 25 παράγραφος 2 δεύτερο και τρίτο εδάφιο του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται κατ' αναλογία.

Αντί της βεβαιώσεως που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, ο φορέας που επιφορτίζεται με την εκκαθάριση των παροχών εις χρήμα δύναται να απαιτήσει από τον αιτούντα πρόσφατα πιστοποιητικά οικογενειακής καταστάσεως σχετικά με τα μέλη της οικογένειάς του που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος ενός κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται ο εν λόγω φορέας.

2. Στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, αν η νομοθεσία, την οποία εφαρμόζει ο σχετικός φορέας, απαιτεί να κατοικούν τα μέλη της οικογένειας κάτω από την ίδια στέγη με τον αιτούντα, το γεγονός ότι τα μέλη αυτά της οικογένειας, άν και δεν πληρούν την προϋπόθεση αυτή, συντηρούνται πάντως κατά κύριο λόγο από τον αιτούντα, πρέπει να βασίζεται σε στοιχεία που να αποδεικνύουν την τακτική μεταβίβαση ενός μέρους των αποδοχών.

Εφαρμογή του άρθρου 60 του κανονισμού

Άρθρο 71 Επιδείνωση επαγγελματικής ασθένειας

1. Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 60 παράγραφος 1 του κανονισμού, ο αιτών υποχρεούται να παρέχει στο φορέα του κράτους μέλους, από τον οποίο διεκδικεί δικαιώματα παροχών, όλες τις πληροφορίες που αφορούν τις παροχές που του έχουν χορηγηθεί προγενέστερα για τη σχετική επαγγελματική ασθένεια. Ο φορέας αυτός δύναται να απευθυνθεί σε κάθε άλλο φορέα, ο οποίος υπήρξε αρμόδιος προηγουμένως, για να λάβει τις πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες.

2. Στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 60 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού, ο αρμόδιος φορέας που υποχρεούται να καταβάλει τις παροχές εις χρήμα κοινοποιεί στον άλλο σχετικό φορέα προς έγκριση το ποσό με το οποίο ο τελευταίος αυτός φορέας επιβαρύνεται κατόπιν της επιδεινώσεως μαζί με τα ανάλογα δικαιολογητικά. Στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους, ο πρώτος φορέας απευθύνει στο δεύτερο κατάσταση των παροχών εις χρήμα που κατεβλήθησαν κατά το οικονομικό αυτό έτος, προσδιορίζοντας το ποσό που οφείλεται από τον τελευταίο αυτό φορέα ο οποίος το αποδίδει μόλις τούτο καταστεί δυνατό και το αργότερο εντός προθεσμίας τριών μηνών.

3. Στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 60 παράγραφος 2 στοιχείο β) πρώτη πρόταση του κανονισμού, ο φορέας που είναι επιφορτισμένος με την καταβολή των παροχών εις χρήμα κοινοποιεί στους αρμόδιους σχετικά φορείς προς έγκριση τις τροποποιήσεις που επήλθαν στην προηγούμενη κατανομή των βαρών μαζί με τα ανάλογα δικαιολογητικά.

4. Στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 60 παράγραφος 2 στοιχείο β) δεύτερη πρόταση του κανονισμού, οι διατάξεις της παραγράφου 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία.

Εφαρμογή του άρθρου 61 παράγραφοι 5 και 6 του κανονισμού

Άρθρο 72 Εκτίμηση του βαθμού ανικανότητας στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας που επήλθε διαπιστώθηκε προγενέστερα ή μεταγενέστερα

1. Για να προσδιορισθεί ο βαθμός ανικανότητας για την αναγνώριση δικαιώματος σε οποιεσδήποτε παροχές ή τον υπολογισμό του ποσού των παροχών, στις περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 61 παράγραφοι 5 και 6 του κανονισμού, ο αιτών υποβάλλει στον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους, στην νομοθεσία του οποίου υπήγετο την εποχή που επήλθε το εργατικό ατύχημα ή διαγνώσθηκε για πρώτη φορά η επαγγελματική ασθένεια, πλήρη στοιχεία για προηγούμενα ή μεταγενέστερα εργατικά ατυχήματα που υπέστη ή επαγγελματικές ασθένειες από τις οποίες προσεβλήθη όταν υπήγετο στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, οποιοσδήποτε και αν είναι ο βαθμός ανικανότητας που έχει προκληθεί από τις προγενέστερες ή μεταγενέστερες αυτές περιπτώσεις.

2. Σύμφωνα με τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει σχετικά με την κτήση του δικαιώματος σε παροχές και του υπολογισμού του ποσού των παροχών, ο αρμόδιος φορέας λαμβάνει υπόψη το βαθμό ανικανότητας που έχει προκληθεί από τις προγενέστερες ή μεταγενέστερες αυτές περιπτώσεις.

3. Ο αρμόδιος φορέας μπορεί να απευθυνθεί σε κάθε άλλο φορέα που υπήρξε αρμόδιος προγενέστερα ή μεταγενέστερα για να λάβει τις πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες.

Όταν προγενέστερη ή μεταγενέστερη ανικανότητα προς εργασία έχει προκληθεί από ατύχημα που συνέβη ενώ ο ενδιαφερόμενος υπήγετο στη νομοθεσία κράτους μέλους η οποία δεν κάνει καμία διάκριση ανάλογα με την προέλευση της ανικανότητας προς εργασία, ο αρμόδιος φορέας για την προγενέστερη ή μεταγενέστερη ανικανότητα προς εργασία ή ο οργανισμός που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, υποχρεούται να παρέχει, κατόπιν αιτήσεως του αρμόδιου φορέα άλλου κράτους μέλους, στοιχεία για το βαθμό της προγενέστερης ή μεταγενέστερης ανικανότητας προς εργασία και, κατά το δυνατόν, πληροφορίες που επιτρέπουν να διαπιστωθεί αν η ανικανότητα ήταν αποτέλεσμα εργατικού ατυχήματος κατά την έννοια της νομοθεσίας, που εφαρμόζει ο φορέας του δεύτερου κράτους μέλους. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι διατάξεις της παραγράφου 2.

Εφαρμογή του άρθρου 62 παράγραφος 1 του κανονισμού

Άρθρο 73 Φορείς στους οποίους δύνανται να απευθύνονται οι εργαζόμενοι των ορυχείων και των εξομοιουμένων επιχειρήσεων σε περίπτωση διαμονής ή κατοικίας σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 62 παράγραφος 1 του κανονισμού και εφόσον στη χώρα διαμονής ή κατοικίας οι παροχές που προβλέπονται από το σύστημα ασφαλίσεως εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών, στο οποίο υπάγονται οι χειρώνακτες εργαζόμενοι της βιομηχανίας χάλυβα, είναι ισοδύναμες με εκείνες που προβλέπονται από το ειδικό σύστημα για τους εργαζομένους των ορυχείων και των εξομοιουμένων επιχειρήσεων, οι εργαζόμενοι της κατηγορίας αυτής δύνανται να απευθύνονται στον πλησιέστερο φορέα, ο οποίος ορίζεται στο παράρτημα 3 του κανονισμού εφαρμογής στο έδαφος του κράτους όπου έχουν τη διαμονή ή την κατοικία τους, ο οποίος και υποχρεούται τότε να χορηγήσει τις παροχές αυτές έστω και αν είναι φορέας του συστήματος που εφαρμόζεται στους χειρώνακτες εργαζομένους της βιομηχανίας χάλυβα.

2. Εφόσον οι παροχές που προβλέπονται από το ειδικό σύστημα για τους εργαζομένους των ορυχείων και των εξομοιουμένων επιχειρήσεων είναι περισσότερο επωφελείς, οι εργαζόμενοι αυτοί έχουν το δικαίωμα να απευθυνθούν είτε στο φορέα που έχει επιφορτισθεί με την εφαρμογή του συστήματος αυτού, είτε στον πλησιέστερο φορέα που εφαρμόζει το σύστημα των χειρωνάκτων εργαζομένων της βιομηχανίας χάλυβα, στο έδαφος του κράτους μέλους όπου έχουν τη διαμονή ή την κατοικία τους. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο φορέας αυτός υποχρεούται να επιστήσει την προσοχή του ενδιαφερομένου στο γεγονός ότι, απευθυνόμενος στο φορέα που έχει επιφορτισθεί με την εφαρμογή του προαναφερθέντος ειδικού συστήματος, θα αποκομίσει περισσότερο επωφελείς παροχές οφείλει, εξάλλου, να του υποδείξει την επωνυμία και τη διεύθυνση του φορέα αυτού.

Εφαρμογή του άρθρου 62 παράγραφος 2 του κανονισμού

Άρθρο 74 Λήψη υπόψη περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας έχουν ήδη χορηγηθεί παροχές από το φορέα άλλου κράτους μέλους

Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 62 παράγραφος 2 του κανονισμού, ο φορέας ενός κράτους μέλους, που καλείται να χορηγήσει παροχές, δύναται να ζητήσει από το φορέα άλλου κράτους μέλους πληροφορίες σχετικές με την περίοδο κατά την οποία ο τελευταίος φορέας χορήγησε ήδη παροχές για την ίδια περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας.

Υποβολή και εξέταση των αιτήσεων συντάξεων, εξαιρουμένων των συντάξεων επαγγελματικών ασθενειών που αναφέρονται στο άρθρο 57 του κανονισμού

Άρθρο 75

1. Για να λάβουν σύνταξη εργατικού ατυχήματος ή συμπληρωματικό επίδομα κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους, ο μισθωτός, μη μισθωτός ή οι επιζώντες του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, υποχρεούνται να υποβάλουν αίτηση στον αρμόδιο φορέα, ή στο φορέα του τόπου κατοικίας ο οποίος και τη διαβιβάζει στον αρμόδιο φορέα. Για την υποβολή της αιτήσεως ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες:

α) η αιτήση πρέπει να συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα και να συντάσσεται στο έντυπο που προβλέπεται από τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον αρμόδιο φορέα.

β) η ακρίβεια των πληροφοριών που δίδονται από τον αιτούντα πρέπει να αποδεικνύεται από επίσημα έγγραφα προσαρτημένα στο έντυπο της αιτήσεως ή να επιβεβαιώνεται από τα αρμόδια όργανα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο αιτών.

2. Ο αρμόδιος φορέας κοινοποιεί την απόφασή του στον αιτούντα απευθείας ή διά μέσου του οργανισμού συνδέσεως του αρμόδιου κράτους μέλους αποστέλλει αντίγραφο αυτής της αποφάσεως στον οργανισμό συνδέσεως του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο αιτών.

Διοικητικός και ιατρικός έλεγχος

Άρθρο 76

1. Ο διοικητικός και ιατρικός έλεγχος καθώς και οι ιατρικές εξετάσεις που προβλέπονται σε περίπτωση αναθεωρήσεως των συντάξεων πραγματοποιούνται, κατόπιν αιτήσεως του αρμόδιου φορέα, από το φορέα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο δικαιούχος, σύμφωνα με τις διατυπώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο τελευταίος αυτός φορέας. Πάντως, ο αρμόδιος φορέας διατηρεί το δικαίωμα να προβεί σε εξέταση του δικαιούχου από ιατρό της εκλογής του.

2. Κάθε πρόσωπο στο οποίο χορηγείται σύνταξη γι' αυτό το ίδιο ή για ορφανό υποχρεούται να πληροφορεί το φορέα οφειλέτη για κάθε μεταβολή της καταστάσεώς του ή εκείνης του ορφανού που δύναται να διαφοροποιήσει το δικαίωμα επί της συντάξεως.

Πληρωμή των συντάξεων

Άρθρο 77

Η πληρωμή των συντάξεων που οφείλονται από φορέα κράτους μέλους σε δικαιούχους που κατοικούν στο έδαφο άλλου κράτους μέλους πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53 μέχρι 58 του κανονισμού εφαρμογής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Εφαρμογή των άρθρων 64, 65 και 66 του κανονισμού

Άρθρο 78 Υποβολή αιτήσεως επιδόματος

Για να λάβει επίδομα θανάτου δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο έδαφο του οποίου κατοικεί, ο αιτών υποχρεούται να υποβάλει την αίτηση είτε στον αρμόδιο φορέα είτε στο φορέα του τόπου κατοικίας.

Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από τα δικαιολογητικά που απαιτούνται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει ο αρμόδιος φορέας.

Η ακρίβεια των πληροφοριών που δίδονται από τον αιτούντα πρέπει να αποδεικνύεται από επίσημα έγγραφα προσαρτημένα στην αίτηση ή να επιβεβαιώνεται από τα αρμόδια όργανα του κράτους μέλους στο εδάφος του οποίου κατοικεί ο αιτών.

Άρθρο 79 Βεβαίωση των περιόδων

1. Για να επωφεληθεί των διατάξεων του άρθρου 64 του κανονισμού, ο αιτών υποχρεούνται να προσκομίσει στον αρμόδιο φορέα βεβαίωση που αναφέρει τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν από το μισθωτό ή μη μισθωτό υπό τη νομοθεσία στην οποία υπήγετο τελευταία.

2. Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως του αιτούντος από το φορέα ασφαλίσεως ασθενείας ή το φορέα ασφαλίσεως γήρατος ανάλογα με την περίπτωση, στον οποίο ο μισθωτός ή μη μισθωτός είχε υπαχθεί τελευταία. Αν ο αιτών δεν προσκομίσει αυτή τη βεβαίωση ο αρμόδιος φορέας απευθύνεται στον πρώτο ή στο δεύτερο από τους προαναφερθέντες φορείς για να τη λάβει.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία, αν είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν προηγουμένως υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους για να πληρωθούν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΠΑΡΟΧΕΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ

Εφαρμογή του άρθρου 67 του κανονισμού

Άρθρο 80 Βεβαίωση των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως

1. Για να επωφεληθεί των διατάξεων του άρθρου 67 παράγραφοι 1, 2 ή 4 του κανονισμού, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να προσκομίσει στον αρμόδιο φορέα βεβαίωση που να αναφέρει τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν με την ιδιότητα του μισθωτού από τη νομοθεσία στην οποία υπήχθη τελευταία, καθώς και όλες τις συμπληρωματικές πληροφορίες που απαιτούνται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός.

2. Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου είτε από τον αρμόδιο για θέματα ανεργίας φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπήχθη τελευταία, είτε από άλλο φορέα που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αυτού. Αν δεν προσκομίσει αυτή τη βεβαίωση, ο αρμόδιος φορέας απευθύνεται στον πρώτο ή στο δεύτερο από τους προαναφερθέντες φορείς για να τη λάβει.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία, αν είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη περίοδοι ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν προηγουμένως με την ιδιότητα του μισθωτού υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους, για να πληρωθούν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους.

Εφαρμογή του άρθρου 68 του κανονισμού

Άρθρο 81 Βεβαίωση για τον υπολογισμό των παροχών

Για τον υπολογισμό των παροχών που βαρύνουν φορέα που αναφέρεται στο άρθρο 68 παράγραφος 1 του κανονισμού, αν ο ενδιαφερόμενος δεν έχει ασκήσει την τελευταία του απασχόληση κατά τη διάρκεια τεσσάρων εβδομάδων τουλάχιστον στο έδαφος του κράτους μέλους όπου ευρίσκεται ο φορέας αυτός, υποχρεούται να προσκομίσει βεβαίωση που να αναφέρει τη φύση της τελευταίας απασχολήσεως που άσκησε ο ενδιαφερόμενος στο έδαφος άλλου κράτους μέλους κατά τη διάρκεια τεσσάρων εβδομάδων τουλάχιστον, καθώς και τον οικονομικό κλάδο στον οποίο άσκησε την απασχόληση αυτή. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν προσκομίσει τη βεβαίωση αυτή, ο εν λόγω φορέας απευθύνεται για να τη λάβει είτε στον αρμόδιο φορέα για θέματα ανεργίας του τελευταίου αυτού κράτους μέλους, στον οποίο είχε υπαχθεί τελευταία, είτε σε άλλο φορέα που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αυτού.

Άρθρο 82 Βεβαίωση περί των μελών της οικογένειας που πρέπει να ληφθούν για τον υπολογισμό των παροχών

1. Για να επωφεληθεί των διατάξεων του άρθρου 68 παράγραφος 2 του κανονισμού, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να προσκομίσει στον αρμόδιο φορέα βεβαίωση σχετική με τα μέλη της οικογένειάς του που έχουν την κατοικία τους στό έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο όπου ευρίσκεται ο φορέας αυτός.

2. Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται από το φορέα που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα μέλη αυτά της οικογένειας. Οφείλει να πιστοποιεί ότι τα μέλη της οικογένειας δεν έχουν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό παροχών ανεργίας που κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού οφείλονται σε άλλο πρόσωπο.

Η βεβαίωση έχει ισχύ δώδεκα μηνών από την ημερομηνία της εκδόσεως της. Δύναται να ανανεωθεί 7 στην περίπτωση αυτή η διάρκεια της ισχύος της υπολογίζεται από την ημερομηνία της ανανεώσεώς της. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να γνωστοποιεί αμέσως στον αρμόδιο φορέα κάθε γεγονός που συνεπάγεται την ανάγκη τροποποιήσεως της βεβαιώσεως αυτής. Τέτοια τροποποίηση αποκτά ενέργεια από την ημέρα που συνέβη το γεγονός αυτό.

3. Αν ο φορέας που εκδίδει τη βεβαίωση που αναφέρεται στην παράγραφος 1 δεν δύναται να πιστοποιήσει ότι τα μέλη της οικογένειας δεν έχουν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό παροχών ανεργίας που οφείλονται σε άλλο πρόσωπο κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου αυτά κατοικούν, ο ενδιαφερόμενος συμπληρώνει τη βεβαίωση με σχετική δήλωση κατά την υποβολή της βεβαιώσεως στον αρμόδιο φορέα.

Οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεύτερο εδάφιο εφαρμόζονται κατ' αναλογία σ' αυτή τη δήλωση.

Εφαρμογή του άρθρου 69 του κανονισμού

Άρθρο 83 Προϋποθέσεις και όρια διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών όταν ο άνεργος μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος

1. Για να διατηρήσει το δικαίωμα των παροχών, ο άνεργος που αναφέρεται στο άρθρο 69 παράγραφος 1 του κανονισμού, υποχρεούται να προσκομίσει στο φορέα του τόπου στον οποίο μετέβη βεβαίωση με την οποία ο αρμόδιος φορέας πιστοποιεί ότι συνεχίζει να δικαιούται παροχές με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του άρθρου αυτού. Ο αρμόδιος φορέας ορίζει κυρίως στη βεβαίωση αυτή:

α) το ποσό της παροχής, το οποίο πρέπει να καταβληθεί στον άνεργο σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους 7

β) την ημερομηνία κατά την οποία ο ανέργος έπαυσε να είναι στη διάθεση των υπηρεσιών αποσχολήσεως του αρμόδιου κράτους 7

γ) την προθεσμία που δίδεται σύμφωνα με το άρθρο 69 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού, για να εγγραφεί ο άνεργος ως αιτών εργασία στο κράτος μέλος όπου μετέβη 7

δ) το ανώτατο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου δύναται να διατηρηθεί το δικαίωμα παροχών σύμφωνα με το άρθρο 69 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού 7

ε) τα γεγονότα που δύνανται να διαφοροποιήσουν το δικαίωμα παροχών.

2. Ο άνεργος, ο οποίος σκοπεύει να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος για να αναζητήσει εκεί αποσχόληση, υποχρεούται να ζητήσει τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 προ της αναχωρήσεώς του. Αν ο άνεργος δεν προσκομίσει τη βεβαίωση αυτή, ο φορέας του τόπου όπου μετέβη απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα για να την λάβει. Οι υπηρεσίες απασχολήσεως του αρμόδιου κράτους οφείλουν να βεβαιωθούν ότι ο άνεργος έχει ενημερωθεί για τις υποχρεώσεις που τον βαρύνουν, δυνάμει του άρθρου 69 του κανονισμού και του παρόντος άρθρου.

3. Ο φορέας του τόπου στον οποίο μετέβη ο άνεργος ειδοποιεί τον αρμόδιο φορέα για την ημερομηνία εγγραφής του ανέργου και την ημερομηνία ενάρξεως της καταβολής των παροχών και καταβάλλει τις παροχές του αρμόδιου κράτους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο μετέβη ο άνεργος.

Ο φορέας του τόπου, στου οποίο μετέβη ο άνεργος, διενεργεί έλεγχο ή αναθέτει τη διενέργειά του, σαν να επρόκειτο για άνεργο που λαμβάνει παροχές κατά τη νομοθεσία την οποία ο φορέας αυτός εφαρμόζει. Πληροφορεί τον αρμόδιο φορέα για την επέλευση κάθε γεγονότος που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) αμέσως μόλις λάβει γνώση και, στις περιπτώσεις που η παροχή πρέπει να ανασταλεί ή να καταργηθεί, παύει αμέσως την καταβολή της παροχής. Ο αρμόδιος φορέας του γνωστοποιεί αμελλητί σε τι έκταση και από ποιές ημερομηνίες διαφοροποιούνται τα δικαιώματα του ανέργου από το γεγονός αυτό. Η καταβολή των παροχών είναι δυνατόν, ενδεχομένως, να επαναληφθεί μόνο μετά τη λήψη των πληροφοριών αυτών. Στην περίπτωση που η παροχή πρέπει να μειωθεί, ο φορέας του τόπου όπου μετέβη ο άνεργος συνεχίζει να καταβάλλει σ' αυτόν μειωμένο ποσό της παροχής, με την επιφύλαξη της τακτοποιήσεως μετά τη λήψη της απαντήσεως του αρμόδιου φορέα.

4. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές αυτών των κρατών μελών δύνανται να συμφωνήσουν, μετά από γνώμη της διοικητικής επιτροπής, άλλους τρόπους εφαρμογής.

Εφαρμογή του άρθρου 71 του κανονισμού

Άρθρο 84 Μισθωτοί σε ανεργία που κατά την τελευταία τους απασχόληση είχαν την κατοικία τους σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

1. Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 71 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) και στοιχείο β) σημείο ii) πρώτη φράση του κανονισμού, ο φορέας του τόπου κατοικίας θεωρείται ως ο αρμόδιος φορέας για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 80 του κανονισμού εφαρμογής.

2. Για να επωφεληθεί των διατάξεων του άρθρου 71 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο ii) του κανονισμού, ο μισθωτός σε ανεργία υποχρεούται να προσκομίσει στο φορέα του τόπου της κατοικίας του, εκτός από τη βεβαίωση που προβλέπεται στο άρθρο 80 του κανονισμού εφαρμογής, βεβαίωση του φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπήχθη τελευταία, που αναγράφει ότι δεν έχει δικαίωμα παροχών κατά το άρθρο 69 του κανονισμού.

3. Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 71 παράγραφος 2 του κανονισμού, ο φορέας του τόπου κατοικίας ζητά από τον αρμόδιο φορέα όλες τις πληροφορίες, τις σχετικές με τα δικαιώματα του μισθωτού σε ανεργία έναντι του τελευταίου αυτού φορέα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 (8) ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ

Εφαρμογή του άρθρου 72 του κανονισμού

Άρθρο 85 (Α) Βεβαίωση των περιόδων μισθωτής ή μη μισθωτής απασχολήσεως

1. Για να επωφεληθεί από τις διατάξεις του άρθρου 72 του κανονισμού, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να προσκομίσει στον αρμόδιο φορέα βεβαίωση που αναφέρει τις περιόδους ασφάλισης, απασχόλησης ή μη μισθωτής δραστηριότητας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία στην οποία υπήχθη η τελευταία.

2. Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, είτε από τον αρμόδιο φορέα για θέματα οικογενειακών παροχών του κράτους μέλους στην ασφάλιση του οποίου υπήχθη τελευταία, είτε από άλλο φορέα που ορίζεται από την αρμόδια αρχή αυτού του κράτους μέλους. Αν δεν προσκομίσει τη βεβαίωση αυτή, ο αρμόδιος φορέας απευθύνεται στον πρώτο ή στο δεύτερο από τους προαναφερθέντες φορείς για να την λάβει εκτός αν ο φορέας ασφαλίσεως ασθενείας δύναται να του διαβιβάσει αντίγραφο της βεβαιώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία, αν είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη περίοδοι ασφάλισης, απασχόλησης ή μη μισθωτής δραστηριότητας που πραγματοποιήθηκαν προηγουμένως υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους προκειμένου να πληρωθούν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους.

Εφαρμογή του άρθρου 73 και του άρθρου 75 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού

Άρθρο 86 (8)

1. Για να λάβει οικογενειακές παροχές σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 1 του κανονισμού, ο μισθωτός υποχρεούται να υποβάλει αίτηση στον αρμόδιο φορέα, ενδεχομένως με τη μεσολάβηση του εργοδότη του.

2. Ο μισθωτός υποχρεούται να προσκομίσει, για να υποστηρίξει την αίτησή του, βεβαίωση οικογενειακής καταστάσεως των μελών της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους άλλου από εκείνο όπου εδρεύει ο αρμόδιος φορέας. Η βεβαίωση αυτή εκδίδεται από τις αρμόδιες για τα ληξιαρχικά θέματα αρχές της χώρας κατοικίας των μελών της οικογένειας ή από τον αρμόδιο φορέα σε θέματα ασφαλίσεως ασθενείας του τόπου κατοικίας αυτών των μελών οικογενείας, ή από άλλο φορέα υποδεικνυόμενο από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου κατοικούν αυτά τα μέλη της οικογένειας. Η βεβαίωση αυτή πρέπει να ανανεώνεται μια φορά το χρόνο.

3. Για να υποστηρίξει την αίτησή του, ο μισθωτός υποχρεούται επίσης να παράσχει πληροφορίες που να επιτρέπουν τον ακριβή προσδιορισμό του προσώπου στο οποίο πρέπει να καταβληθούν οι οικογενειακές παροχές στη χώρα κατοικίας (επώνυμο, όνομα, πλήρη διεύθυνση), αν η νομοθεσία του αρμόδιου κράτους προβλέπει ότι οι οικογενειακές παροχές δύνανται ή πρέπει να πληρώνονται σε πρόσωπο άλλο από το μισθωτό.

4. Οι αρμόδιες αρχές δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών δύνανται να συμφωνήσουν ειδικούς τρόπους εφαρμογής για την καταβολή των οικογενειακών παροχών, κυρίως προς διευκόλυνση της εφαρμογής του άρθρου 75 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού. Οι συμφωνίες αυτές κοινοποιούνται στη διοικητική επιτροπή.

5. Ο μισθωτός εργαζόμενος υποχρεούται να πληροφορεί, ενδεχομένως με τη μεσολάβηση του εργοδότη του, τον αρμόδιο φορέα:

- για κάθε μεταβολή στον αριθμό των μελών της οικογένειάς του για τα οποία οφείλονται οικογενειακές παροχές,

- για κάθε μεταφορά της κατοικίας ή της διαμονής των μελών αυτών της οικογένειας,

- για κάθε άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας λόγω της οποίας οφείλονται επίσης οικογενειακές παροχές, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου τα μέλη της οικογένειας έχουν την κατοικία τους.

Άρθρο 87 (8)

. . . . . .

Εφαρμογή του άρθρου 74 του κανονισμού

Άρθρο 88 (8)

Οι διατάξεις του άρθρου 86 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται κατ' αναλογία στους άνεργους μισθωτούς ή μη μισθωτούς που αναφέρονται στο άρθρο 74 του κανονισμού.

Άρθρο 89 (8)

. . . . . .

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ΠΑΡΟΧΕΣ ΓΙΑ ΤΕΚΝΑ ΣΥΝΤΗΡΟΥΜΕΝΑ ΑΠΟ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΡΦΑΝΑ

Εφαρμογή των άρθρων 77, 78 και 79 του κανονισμού

Άρθρο 90

1. Για να λάβει παροχές κατά το άρθρο 77 ή το άρθρο 78 του κανονισμού, ο αιτών υποχρεούται να υποβάλει αίτηση στο φορέα του τόπου κατοικίας του, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει ο φορέας αυτός.

2. Πάντως, αν ο αιτών δεν κατοικεί στο έδαφος του κράτους μέλους όπου ευρίσκεται ο αρμόδιος φορέας, δύναται να υποβάλει την αίτηση του είτε στον αρμόδιο φορέα είτε στο φορέα του τόπου κατοικίας του, ο οποίος διαβιβάζει τότε την αίτηση στον αρμόδιο φορέα προσδιορίζοντας την ημερομηνία κατά την οποία έχει υποβληθεί. Η ημερομηνία αυτή θεωρείται σαν ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως στον αρμόδιο φορέα.

3. Αν ο αρμόδιος φορέας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 διαπιστώσει ότι, δυνάμει των διατάξεων της νομοθεσίας την οποία εφαρμόζει, δέν γεννάται δικαίωμα, διαβιβάζει αμελλητί την αίτηση αυτή μαζί με όλα τα αναγκαία έγγραφα και πληροφορίες στο φορέα του κράτους μέλους υπό τη νομοθεσία του οποίου ο μισθωτός ή μη μισθωτός πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη ασφαλιστική περίοδο.

Είναι δύνατον, εφόσον συντρέχει περίπτωση, να γίνει αναδρομή με τις ίδιες προϋποθέσεις μέχρι το φορέα του κράτους μέλους υπό τη νομοθεσία του οποίου ο ενδιαφερόμενος πραγματοποίησε την πιο σύντομη από τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας του.

4. Η διοκητική επιτροπή προσδιορίζει, εφόσον είναι ανάγκη, τις αναγκαίες συμπληρωματικές διατυπώσεις για την υποβολή των αιτήσεων παροχών.

Άρθρο 91

1. Η καταβολή των παροχών που οφείλονται κατά το άρθρο 77 ή το άρθρο 78 του κανονισμού πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53 έως 58 του κανονισμού εφαρμογής.

2. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ορίζουν, εφόσον είναι ανάγκη, τον αρμόδιο φορέα για την καταβολή των παροχών που οφείλονται κατά το άρθρο 77 ή το άρθρο 78 του κανονισμού.

Άρθρο 92

Κάθε πρόσωπο στο οποίο καταβάλλονται παροχές κατά το άρθρο 77 ή το άρθρο 78 του κανονισμού για τα τέκνα δικαιούχου συντάξεως ή για ορφανά, υποχρεούται να πληροφορήσει το φορέα οφειλέτη των παροχών αυτών:

- για κάθε μεταβολή στην κατάσταση των τέκνων ή των ορφανών που δύναται να διαφοροποιήσει το δικαίωμα των παροχών,

- για κάθε μεταβολή του αριθμού των τέκνων ή των ορφανών για τα οποία οφείλονται παροχές,

- για κάθε μεταφορά κατοικίας τέκνων ή των ορφανών,

- για κάθε άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας που γεννά δικαίωμα για οικογενειακές παροχές ή επιδόματα για τα τέκνα αυτά ή τα ορφανά.

ΤΙΤΛΟΣ V ΟΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 93 Απόδοση των παροχών της ασφαλίσεως ασθενείας και μητρότητας εκτός από εκείνες που αναφέρονται στα άρθρο 94 και 95 του κανονισμού εφαρμογής

1. Το πραγματικό ποσό των παροχών εις είδος που έχουν χορηγηθεί, δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού, στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που κατοικούν στο έδαφος του ίδιου κράτους μέλους, καθώς και των παροχών εις είδος που έχουν χορηγηθεί δυνάμει του άρθρου 21 παράγραφος 2, του άρθρου 22, του άρθρου 25 παράγραφοι 1, 3 και 4, του άρθρου 26, του άρθρου 29 παράγραφος 1 ή του άρθρο 31 του κανονισμού, αποδίδεται από τον αρμόδιο φορέα στο φορέα ο οποίος χορήγησε τις παροχές αυτές, όπως το ποσό αυτό προκύπτει από τα λογιστικά στοιχεία του τελευταίου αυτού φορέα.

2. Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 22 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 29 παράγραφος 1 και στο άρθρο 31 του κανονισμού, και για την εφαρμογή της παραγράφου 1, ο φορέας του τόπου κατοικίας των μελών της οικογένειας ή του δικαιούχου συντάξεως θεωρείται, κατά περίπτωση, ως ο αρμόδιος φορέας.

3. Αν το πραγματικό ποσό των παροχών που προβλέπονται στην παράγραφο 1 δεν προκύπτει από τα λογιστικά στοιχεία του φορέα που τις χορήγησε, το ποσό που θα αποδοθεί ορίζεται, εφόσον δεν υπάρχει συμφωνία δυνάμει της παράγραφου 6, επί τη βάσει κατ' αποκοπή ποσού που προκύπτει από όλα τα στοιχεία αναφοράς που εξάγονται από τα διαθέσιμα δεδομένα. Η διοικητική επιτροπή εκτιμά τις βάσεις οι οποίες χρησιμεύουν για τον υπολογισμό των κατ' αποκοπή ποσών και καθορίζει το ύψος αυτών.

4. Τιμολόγια ανώτερα από αυτά που ισχύουν για τις παροχές εις είδος που χορηγούνται στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς, οι οποίοι υπάγονται στη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα που εχορήγησε τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 παροχές, δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη για την απόδοση των δαπανών.

5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία για την απόδοση των παροχών εις χρήμα που κατεβλήθησαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 παράγραφος 8 δεύτερη πρόταση του κανονισμού εφαρμογής.

6. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, ή οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών αυτών, δύνανται να συμφωνήσουν, μετά από γνώμη της διοικητικής επιτροπής, άλλους τρόπους υπολογισμού των ποσών που πρέπει να αποδοθούν, κυριώς βάσει κατ' αποκοπή ποσών.

Άρθρο 94 Απόδοση των παροχών εις είδος ασφαλίσεως ασθενείας και μητρότητας που έχουν χορηγηθεί σε μέλη της οικογένειας μισθωτού ή μη μισθωτού τα οποία δεν κατοικούν στο ίδιο κράτος μέλος με αυτόν

1. Το ποσό των παροχών εις είδος που έχουν χορηγηθεί, κατά το άρθρο 19 παράγραφος 2 του κανονισμού, σε μέλη της οικογένειας τα οποία δεν κατοικούν στο έδαφος του ίδιου κράτους μέλους με το μισθωτό ή μη μισθωτό εργαζόμενο, αποδίδεται από τους αρμόδιους φορείς στους φορείς οι οποίοι εχορήγησαν τις παροχές αυτές, βάσει κατ' αποκοπή ποσού, όσο το δυνατόν πλησιεστέρου προς τις πραγματικές δαπάνες, το οποίο ορίζεται για κάθε ημερολογιακό έτος.

2. Το κατ' αποκοπή ποσό υπολογίζεται δια πολλαπλασιασμού του μέσου ετήσιου κόστους κατά οικογένεια επί τον μέσο ετήσιο αριθμό των οικογενειών που λαμβάνονται υπόψη και διά μειώσεως του προκύπτοντος ποσού κατά 20 %.

3. Τα στοιχεία υπολογισμού που είναι αναγκαία για τον καθορισμό του κατ' αποκοπή ποσού αυτού καθορίζονται σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες:

α) το μέσο ετήσιο κόστος κατά οικογένεια λαμβάνεται για κάθε κράτος μέλος δια της διαιρέσεως των ετήσιων δαπανών που αναλογούν στο σύνολο των παροχών εις είδος οι οποίες έχουν χορηγηθεί από τους φορείς του κράτους μέλους αυτού στο σύνολο των μελών της οικογένειας των μισθωτών ή μη μισθωτών που υπάγονται στη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού, στο πλαίσιο των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη, διά του μέσου ετήσιου αριθμού αυτών των μισθωτών ή μη μισθωτών που έχουν μέλη οικογένειας τα εν προκειμένω λαμβανόμενα υπόψη συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως αναφέρονται στο παράρτημα 9 του κανονισμού εφαρμογής 7

β) ο μέσος ετήσιος αριθμός των λαμβανομένων υπόψη οικογενειών είναι ίσος, στις σχέσεις μεταξύ των φορέων δύο κρατών μελών, προς τον μέσο ετήσιο αριθμό των μισθωτών ή μη μισθωτών που υπάγονται στη νομοθεσία ενός από αυτά τα κράτη μέλη και των οποίων τα μέλη της οικογένειας δικαιούνται παροχές εις είδος παρεχόμενες από φορείς του άλλου κράτους μέλους.

4. Ο αριθμός των οικογενειών που λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 στοιχείο β) καθορίζεται με τη βοήθεια μιας καταστάσεως που τηρείται για το σκοπό αυτό από το φορέα του τόπου κατοικίας βάσει δικαιολογητικών εγγράφων περί των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων τα οποία παρέχονται από τον αρμόδιο φορέα. Σε περίπτωση διαφοράς, οι παραρτηρήσεις των σχετικών φορέων υποβάλλονται στην επιτροπή λογαριασμών που αναφέρεται στο άρθρο 101 παράγραφος 3 του κανονισμού εφαρμογής.

5. Η διοικητική επιτροπή ορίζει τις μεθόδους και τις λεπτομέρειες προσδιορισμού των στοιχείων υπολογισμού που προβλέπονται στις παραγράφους 3 και 4.

6. Δύο η περισσότερα κράτη μέλη, ή οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών αυτών, δύνανται να συμφωνήσουν, μετά από γνώμη της διοικητικής επιτροπής άλλο τρόπο υπολογισμού των ποσών που πρέπει να αποδοθούν.

Άρθρο 95 (3) Απόδοση των παροχών εις είδος της ασφαλίσεως της ασθενείας και μητρότητας που έχουν χορηγηθεί στους δικαιούχους συντάξεων και στα μέλη της οικογένειάς τους που δεν κατοικούν σε κράτος μέλος δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου δικαιούνται συντάξεως και έχουν δικαίωμα παροχών

1. Το ποσό των παροχών εις είδος που έχουν χορηγηθεί κατά το άρθρο 28 παράγραφος 1 και άρθρο 28α του κανονισμού αποδίδεται από τους αρμόδιους φορείς στους φορείς, οι οποίοι εχορήγησαν τις παροχές αυτές βάσει κατ' αποκοπή ποσού όσο το δυνατόν πλησιέστερου προς τις πραγματικές δαπάνες.

2. Το κατ' αποκοπή ποσό υπολογίζεται διά πολλαπλασιασμού του μέσου ετήσιου κόστους κατά δικαιούχο συντάξεως επί το μέσο ετήσιο αριθμό των δικαιούχων συντάξεως που λαμβάνονται υπόψη, και διά μειώσεως του αποτελέσματος κατά 20 %.

3. Τα στοιχεία υπολογισμού που είναι αναγκαία για τον καθορισμό του κατ' αποκοπή ποσού αυτού καθορίζονται σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες:

α) το μέσο ετήσιο κόστος κατά δικαιούχο συντάξεως λαμβάνεται για κάθε κράτος μέλος διά της διαιρέσεως των ετήσιων δαπανών που αναλογούν στο σύνολο των παροχών εις είδος οι οποίες έχουν χορηγηθεί από τους φορείς του κράτους μέλους αυτού στο σύνολο των δικαιούχων συντάξεως που οφείλεται κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού, στο πλαίσιο των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως που πρέπει να ληφθούν υπόψη, καθώς και στα μέλη της οικογένειάς τους, διά του μέσου ετήσιου αριθμού των δικαιούχων συντάξεως τα εν προκειμένω λαμβανόμενα υπόψη συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως αναφέρονται στο παράρτημα 9 7

β) ο μέσος ετήσιος αριθμός των δικαιούχων συντάξεως που λαμβάνονται υπόψη είναι ίσος, στις σχέσεις μεταξύ των φορέων δύο κρατών μελών, με τον μέσο ετήσιο αριθμό των δικαιούχων συντάξεως που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού, οι οποίοι κατοικούν στο έδαφος ενός από τα δύο κράτη μέλη και δικαιούνται παροχές εις είδος εις βάρος φορέα του άλλου κράτους μέλους.

4. Ο αριθμός των δικαιούχων συντάξεως που πρέπει να ληφθούν υποψη, σύμωνα με τις διατάξεις της παράγραφου 3 στοιχείο β), καθορίζεται με τη βοήθεια μιας καταστάσεως που τηρείται για το σκοπό αυτό από το φορέα του τόπου κατοικίας βάσει δικαιολογητικών εγγράφων περί των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων τα οποία παρέχονται από τον αρμόδιο φορέα. Σε περίπτωση διαφοράς, οι παραρτηρήσεις των σχετικών φορέων υποβάλλονται στην επιτροπή λογαριασμών που αναφέρεται στο άρθρο 101 παράγραφος 3 του κανονισμού εφαρμογής.

5. Η διοικητική επιτροπή ορίζει τις μεθόδους και τις λεπτομέρειες προσδιορισμού των στοιχείων υπολογισμού που προβλέπονται στις παραγράφους 3 και 4.

6. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, ή οι αρμόδιες αρχές αυτών των κρατών μελών, δύνανται να συμφωνήσουν, μετά από γνώμη της διοικητικής επιτροπής, άλλο τρόπο υπολογισμού των ποσών που πρέπει να αποδοθούν.

Εφαρμογή του άρθρου 63 παράγραφος 2 του κανονισμού

Άρθρο 96 Απόδοση των παροχών εις είδος της ασφαλίσεως εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών που έχουν χορηγηθεί από το φορέα κράτους μέλους για λογαριασμό του φορέα άλλου κράτους μέλους

Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 παράγραφος 2 του κανονισμού οι διατάξεις του άρθρου 93 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται ανάλογα.

Εφαρμογή του άρθρου 70 παράγραφος 2 του κανονισμού

Άρθρο 97 Απόδοση παροχών ανεργίας που έχουν καταβληθεί σε ανέργους οι οποίοι μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος προς αναζήτηση απασχολήσεως

1. Το ποσό των παροχών που έχουν καταβληθεί δυνάμει του άρθρου 69 του κανονισμού αποδίδεται από τον αρμόδιο φορέα στο φορέα ο οποίος κατέβαλε τις παροχές αυτές, όπως προκύπτει από τα λογιστικά στοιχεία του τελευταίου αυτού φορέα.

2. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, ή οι αρμόδιες αρχές αυτών των κρατών μελών, δύνανται:

- μετά από γνώμη της διοικητικής επιτροπής, να συμφωνήσουν άλλους τρόπους προσδιορισμού των ποσών που πρέπει να αποδοθούν, κυρίως κατ' αποκοπή, ή άλλους τρόπους πληρωμής ή

- να παραιτούνται από κάθε απόδοση μεταξύ φορέων.

Άρθρο 98 (8)

. . . . . .

Κοινές διατάξεις για τις αποδόσεις

Άρθρο 99 Έξοδα διοικήσεως

Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, ή οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών αυτών, δύνανται να συμφωνήσουν, κατά τις διατάξεις του άρθρου 84 παράγραφος 2 τρίτη φράση του κανονισμού, ότι τα ποσά των παροχών τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 93 μέχρι 98 του κανονισμού εφαρμογής αυξάνονται κατά ορισμένο ποσοστό για να ληφθούν υπόψη τα έξοδα διοικήσεως. Το ποσοστό αυτό δύναται να είναι διαφορετικό ανάλογα με τις εκάστοτε παροχές.

Άρθρο 100 Καθυστερούμενες απαιτήσεις

1. Κατά την τακτοποίηση των λογαριασμών μεταξύ των φορέων των κρατών μελών, οι αιτήσεις αποδόσεως που αφορούν παροχές που έχουν χορηγηθεί κατά τη διάρκεια ημερολογιακού έτους που προηγείται περισσότερο από τρία χρόνια της ημερομηνίας διαβιβάσεως των αιτήσεων αυτών, είτε στον οργανισμό συνδέσεως είτε στο φορέα οφειλέτη του αρμόδιου κράτους, δύνανται να μη ληφθούν υπόψη από το φορέα οφειλέτη.

2. Όσον αφορά τις αιτήσεις αποδόσεως δαπανών που υπολογίζονται κατ' αποκοπή, η προθεσμία των τριών ετών αρχίζει από την ημερομηνία της δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του κατά κατηγορίες μέσου ετήσιου κόστους των παροχών εις είδος που προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 94 και 95 του κανονισμού εφαρμογής.

Άρθρο 101 (8) Κατάσταση απαιτήσεων

1. Η διοκητική επιτροπή συντάσσει κατάσταση των απαιτήσεων για κάθε ημερολογιακό έτος, κατ' εφαρμογή των άρθρων 36, 63 και 70 του κανονισμού.

2. Η διοικητική επιτροπή δύναται να προβεί σε κάθε εξακρίβωση χρήσιμη για τον έλεγχο των στατιστικών και λογιστικών δεδομένων, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη σύνταξη της καταστάσεως των απαιτήσεων που προβλέπεται στην παράγραφο 1, κυρίως για να βεβαιωθεί ότι είναι σύμφωνα προς τους κανόνες που καθορίσθησαν στον παρόντα τίτλο.

3. Η διοικητική επιτροπή λαμβάνει τις αποφάσεις που αναφέρονται στο παρόν άρθρο βάσει εκθέσεως μιας επιτροπής λογαριασμών, η οποία της υποβάλλει αιτιολογημένη γνώμη. Η διοικητική επιτροπή προσδιορίζει τον τρόπο λειτουργίας και τη σύνθεση της επιτροπής λογαριασμών.

Άρθρο 102 (8) Καθήκοντα της επιτροπής λογαριασμών - Τρόπος αποδόσεως δαπανών

1. Η επιτροπή λογαριασμών επιφορτίζεται:

α) να συγκεντρώνει τα αναγκαία δεδομένα και να προβαίνει στους απαιτούμενους υπολογισμούς για την εφαρμογή του παρόντος τίλτου 7

β) να δίνει λογαριασμό περιοδικά στη διοικητική επιτροπή για τα αποτελέσματα εφαρμογής των κανονισμών, κυρίως από οικονομική άποψη 7

γ) να απευθύνει στη διοικητική επιτροπή όλες τις χρήσιμες υποδείξες σχετικά με τις διατάξεις των στοιχείων α) και β) 7

δ) να παρουσιάζει στη δοικητική επιτροπή προτάσεις επί των παρατηρήσεων οι οποίες της διαβιβάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 4 και με το άρθρο 95 παράγραφος 4 του κανονισμού εφαρμογής 7

ε) να υποβάλλει στη διοικητική επιτροπή προτάσεις σχετικές με την εφαρμογή του άρθρου 101 του κανονισμού εφαρμογής 7

στ) να πραγματοποιεί κάθε εργασία, μελέτη ή αποστολή σχετικά με τα θέματα που υποβάλλονται σ' αυτή από τη διοικητική επιτροπή.

2. Οι αποδόσεις που προβλέπονται στα άρθρα 36, 63 και 70 του κανονισμού πραγματοποιούνται, για το σύνολο των αρμοδίων φορέων ενός κράτους μέλους υπέρ των φορέων πιστωτών άλλου κράτους μέλους, με την μεσολάβηση των οργανισμών που υποδεικνύονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Οι οργανισμοί, με τη μεσολάβηση των οποίων έχουν πραγματοποιηθεί οι αποδόσεις, πληροφορούν τη δοικητική επιτροπή για τα ποσά που έχουν αποδοθεί εντός των προθεσμιών και σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζονται από την επιτροπή αυτή.

3. Οταν οι αποδόσεις προσδιορίζονται με βάση το πραγματικό ποσό των παροχών που έχουν χορηγηθεί, το οποίο προκύπτει από τα λογιστικά στοιχεία των φορέων, πραγματοποιούνται για κάθε ημερολογιακό εξάμηνο κατά τη διάρκεια του επόμενου ημερολογιακού εξαμήνου.

4. Οταν οι αποδόσεις προσδιορίζονται με βάση κατ' αποκοπή ποσά, πραγματοποιούνται για κάθε ημερολογιακό έτος 7 σ' αυτή την περίπτωση, οι αρμόδιοι φορείς πληρώνουν προκαταβολές στους φορείς πιστωτές την πρώτη ημέρα κάθε ημερολογιακού εξαμήνου, κατά τρόπο που ορίζεται από τη διοικητική επιτροπή.

5. Οι αρμόδιες αρχές δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών δύνανται να συμφωνήσουν άλλες προθεσμίες αποδόσεως ή άλλους τρόπους πληρωμής των προκαταβολών.

Άρθρο 103 Συγκέντρωση των στατιστικών και λογιστικών δεδομένων

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος τίτλου, κυρίως εκείνων του συνεπάγονται τη συγκέντρωση των στατιστικών και λογιστικών δεδομένων.

Άρθρο 104 (8) Αναγραφή στο παράρτημα 5 των συμφωνιών μεταξύ των κρατών μελών ή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών που αφορούν τις αποδόσεις

1. Οι διατάξεις οι ανάλογες με εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 36 παράγραφος 3, στο άρθρο 63 παράγραφος 3 και στο άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού, καθώς και στο άρθρο 93 παράγραφος 6, στο άρθρο 94 παράγραφος 6 και στο άρθρο 95 παράγραφος 6 του κανονισμού εφαρμογής, οι οποίες ισχύουν κατά την ημέρα που προηγείται της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού, εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον αναφέρονται στο παράρτημα 5 του κανονισμού εφαρμογής.

2. Οι διατάξεις οι ανάλογες με εκείνες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 και οι οποίες θα εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών κατά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού, πρέπει να αναγραφούν στο παράρτημα 5 του κανονισμού εφαρμογής. Το ίδιο ισχύει και για τις διατάξεις που θα συναρμολογηθούν δυνάμει του άρθρου 97 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής.

Έξοδα διοικητικού και ιατρικού ελέγχου

Άρθρο 105

1. Τα έξοδα που προκύπτουν από τον διοικητικό έλεγχο και από τις ιατρικές εξετάσεις, ιατρικές παρακολουθήσεις, μετακινήσεις ιατρών και εξακριβώσεις παντός είδους, τα οποία είναι αναγκαία για την καταβολή, την πραγματοποίηση ή την αναθεώρηση των παροχών, αποδίδονται στον επιφορτισμένο με αυτές φορέα, με βάση το τιμολόγιο το οποίο αυτός εφαρμόζει, από το φορέα για λογαριασμό του οποίου έχουν πραγματοποιηθεί.

2. Πάντως, δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, ή οι αρμόδιες αρχές αυτών των κρατών μελών, δύνανται να συμφωνήσουν άλλους τρόπους αποδόσεως, κυρίως κατ' αποκοπή, ή να παραιτηθούν κάθε αποδόσεως μεταξύ φορέων.

Οι συμφωνίες αυτές πρέπει να αναγραφούν στο παράρτημα 5 του κανονισμού εφαρμογής. Οι συμφωνίες που ισχύουν την προγηούμενη ημέρα της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού, εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον αναφέρονται στο παράρτημα αυτό.

Κοινές διατάξεις για τις πληρωμές των παροχών εις χρήμα

Άρθρο 106

Οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους γνωστοποιούν στη διοικητική επιτροπή, εντός των προθεσμιών και σύμφωνα με τις διατυπώσεις που αυτή ορίζει, το ποσό των παροχών εις χρήμα που έχουν καταβληθεί από τους φορείς της αρμοδιότητάς τους υπέρ των δικαιούχων που έχουν την κατοικία ή τη διαμονή τους στο έδαφος κάθε άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 107 (9) (11) (12) (14) Μετατροπή των νομισμάτων

1. Για την εφαρμογή των ακόλουθων διατάξεων:

α) κανονισμός: άρθρο 12 παράγραφοι 2, 3 και 4, άρθρο 14δ παράγραφος 1, άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο β) τελευταία περίοδος, άρθρο 22 παράγραφος 1 σημείο ii) τελευταία περίοδος, άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο β) προτελευταία περίοδος, άρθρο 41 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ), άρθρο 46 παράγραφος 4, άρθρο 46α παράγραφος 3, άρθρο 50, άρθρο 52 στοιχείο β) τελευταία περίοδος, άρθρο 55 παράγραφος 1 σημείο ii) τελευταία περίοδος, άρθρο 70 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, άρθρο 71 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) και στοιχείο β) σημείο ii) προτελευταία περίοδος 7

β) κανονισμός εφαρμογής: άρθρο 34 παράγραφοι 1, 4 και 5,

η τιμή μετατροπής σε εθνικό νόμισμα ποσών εκφραζομένων σε άλλο εθνικό νόμισμα, είναι η τιμή που υπολογίζεται από την Επιτροπή και βασίζεται στο μηνιαίο μέσο όρο, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς που καθορίζεται στην παράγραφο 2, των τιμών συναλλάγματος των νομισμάτων αυτών, οι οποίες ανακοινώνονται στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος.

2. Η περίοδος αναφοράς είναι:

- ο μήνας Ιανουάριος για τις τιμές μετατροπής προς εφαρμογή από την 1η του επόμενου Άπριλίου,

- ο μήνας Απρίλιος για τις τιμές μετατροπής προς εφαρμογή από την 1η του επόμενου Ιουλίου,

- ο μήνας Ιούλιος για τις τιμές μετατροπής προς εφαρμογή από την 1η του επόμενου Οκτωβρίου,

- ο μήνας Οκτώβριος για τις τιμές μετατροπής προς εφαρμογή από την 1η του επόμενου Ιανουαρίου.

3. Οι τιμές συναλλάγματος που λαμβάνονται για την εφαρμογή της παραγράφου 1 είναι οι τιμές που ανακοινώνονται στην Επιτροπή κατά την ίδια στιγμή από τις κεντρικές τράπεζες, για τον υπολογισμό του Ecu στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος.

4. Η διοικητική επιτροπή ορίζει, κατόπιν προτάσεως της επιτροπής λογαριασμών, την ημερομηνία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό των τιμών μετατροπής προς εφαρμογή στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

5. Οι τιμές μετατροπής προς εφαρμογή στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά τη διάρκεια του προτελευταίου μήνα που προηγείται εκείνου από την πρώτη ημέρα του οποίου πρέπει να εφαρμόζονται.

6. Στις περιπτώσεις που δεν αναφέρονται στην παράγραφο 1, η μετατροπή πραγματοποιείται στην επίσημη τιμή συναλλάγματος της ημέρας πληρωμής, τόσο σε περίπτωση καταβολής παροχών, όσο και σε περίπτωση αποδόσεως.

ΤΙΤΛΟΣ VI ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 108 Απόδειξη της ιδιότητας του εποχιακά εργαζομένου

Για να αποδείξει την ιδιότητά του ως εποχιακά εργαζομένου, ο μισθωτός που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο γ) του κανονισμού υποχρεούται να προσκομίσει τη σύμβαση εργασίας του επικυρωμένη από τις υπηρεσίες απασχολήσεως του κράτους μέλος στο έδαφος του οποίου μεταβαίνει για να ασκήσει ή άσκησε δραστηριότητα. Αν, σε αυτό το κράτος μέλος, δεν συναφθεί σύμβαση εποχιακής εργασίας, ο φορέας της χώρας απασχολήσεως εκδίδει, σε περίπτωση αιτήσεως παροχών, έγγραφο που πιστοποιεί βάσει των πληροφοριών που δίδει ο ενδιαφερόμενος τον εποχιακό χαρακτήρα της εργασίας που αυτός άσκησε ή ασκεί.

Άρθρο 109 Συμφωνία που αφορά την καταβολή των εισφορών

Ο εργοδότης που δεν έχει εγκατάσταση στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου απασχολείται ο μισθωτός, δύναται να συμφωνήσει με το μισθωτό αυτόν να εκπληρώνει ο τελευταίος αυτός τις υποχρεώσεις του εργοδότη όσον αφορά την καταβολή των εισφορών.

Ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί αυτή τη συμφωνία στον αρμόδιο φορέα ή, ενδεχομένως, στο φορέα που ορίζεται από την αρμόδια αρχή αυτού του κράτους μέλους.

Άρθρο 110 Διοικητική συνδρομή που αφορά την αναζήτηση παροχών που έχουν χορηγηθεί αχρεωστήτως

Αν ο φορέας κράτους μέλους, ο οποίος εχορήγησε παροχές, προτίθεται να στραφεί εναντίον προσώπου που έλαβε αχρεωστήτως τις παροχές αυτές, ο φορέας του τόπου κατοικίας του προσώπου αυτού ή ο φορέας που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου το πρόσωπο αυτό κατοικεί, προσφέρει τις καλές του υπηρεσίες στον πρώτο φορέα.

Άρθρο 111 Αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων από τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως και αξίωση αποδόσεως των οργανισμών προνοίας

1. Αν, κατά την εκκαθάριση ή την αναθεώρηση των παροχών αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου (συντάξεις) κατ' εφαρμογή του τίτλου III κεφάλαιο 3 του κανονισμού, ο φορέας κράτους μέλους κατέβαλε σε δικαιούχο παροχών ποσό που υπερβαίνει το ποσό που δικαιούται, ο φορέας αυτός δύναται να ζητήσει από το φορέα κάθε άλλου κράτους μέλους, ο οποίος οφείλει αντίστοιχες παροχές στον δικαιούχο αυτό, να παρακρατήσει το ποσό που έχει πληρωθεί επιπλέον από τα πληρωτέα ποσά τα οποία ο φορέας αυτός καταβάλλει στον δικαιούχο. Ο τελευταίος αυτός φορέας μεταφέρει το παρακρατηθέν ποσό στο φορέα πιστωτή. Εφόσον το ποσό που έχει πληρωθεί επιπλέον δεν δύναται να παρακρατηθεί από τα πληρωτέα ποσά, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2.

2. Εφόσον ο φορέας κράτους μέλους κατέβαλε σε δικαιούχο παροχών ποσό που υπερβαίνει το ποσό που δικαιούται, ο φορέας αυτός δύναται, με τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, να ζητήσει από το φορέα κάθε άλλου κράτους μέλους, ο οποίος οφείλει παροχές στον δικαιούχο αυτόν, να παρακρατήσει το ποσό που έχει πληρωθεί επιπλέον από τα ποσά τα οποία αυτός καταβάλλει στον δικαιούχο. Ο τελευταίος αυτός φορέας προβαίνει στην παρακράτηση με τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται για τέτοιου είδους συμψηφισμό από τη νομοθεσία που εφαρμόζει σαν να επρόκειτο για επιπλέον ποσά που έχουν καταβληθεί από τον ίδιο και μεταφέρει το παρακρατηθέν ποσό στο φορέα πιστωτή.

3. Εφόσον πρόσωπο, για το οποίο ισχύει ο κανονισμός, έλαβε παροχές κοινωνικής προνοίας στο έδαφος κράτους μέλους, κατά τη διάρκεια περιόδου εντός της οποίας εδικαιούτο παροχών δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, ο οργανισμός ο οποίος κατέβαλε τις παροχές κοινωνικής προνοίας δύναται, αν διαθέτει παραδεκτό από το νόμο δικαίωμα αναγωγής ως προς τις παροχές που οφείλονται στο πρόσωπο αυτό, να ζητήσει από το φορέα κάθε άλλου κράτους μέλους, ο οποίος οφείλει παροχές στο πρόσωπο αυτό, να παρακρατήσει το ποσό που έχει δαπανηθεί για τις παροχές κοινωνικής προνοίας από τα ποσά τα οποία ο φορέας αυτός καταβάλλει στο εν λόγω πρόσωπο.

Εφόσον μέλος της οικογένειας προσώπου, για το οποίο ισχύει ο κανονισμός, έλαβε παροχές κοινωνικής προνοίας στο έδαφος κράτους μέλους, κατά τη διάρκεια περιόδου εντός της οποίας το πρόσωπο αυτό εδικαιούτο παροχών λόγω του προαναφερθέντος μέλους της οικογένειας κατά τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ο οργανισμός ο οποίος κατέβαλε τις παροχές κοινωνικής προνοίας δύναται, αν διαθέτει παραδεκτό από το νόμο δικαίωμα αναγωγής για τις παροχές οι οποίες οφείλονται στο πρόσωπο αυτό λόγω του προαναφερθέντος μέλους της οικογένειας, να ζητήσει από το φορέα κάθε άλλου κράτους μέλους, ο οποίος οφείλει τέτοιες παροχές στο πρόσωπο αυτό, να παρακρατήσει το ποσό που έχει δαπανηθεί για τις παροχές κοινωνικής προνοίας από τα ποσά τα οποία ο φορέας αυτός καταβάλλει στο εν λόγω πρόσωπο.

Ο φορέας οφειλέτης προβαίνει στην παρακράτηση με τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται για τέτοιου είδους συμψηφισμό από τη νομοθεσία που εφαρμόζει και μεταφέρει το παρακρατηθέν ποσό στον οργανισμό πιστωτή.

Άρθρο 112

Εφόσον ένας φορέας έχει προβεί σε καταβολή αχρεωστήτων ποσών είτε απευθείας είτε μέσω άλλου φορέα και η αναζήτησή τους είναι αδύνατη, τα ποσά αυτά παραμένουν οριστικά εις βάρος του πρώτου φορέα εκτός αν ή μη οφειλομένη καταβολή είναι αποτέλεσμα δολίας πράξεως.

Άρθρο 113 Ανάληψη παροχών εις είδος που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως στους απασχολούμενους στις διεθνείς μεταφορές μισθωτούς

1. Αν το δικαίωμα παροχών εις είδος δεν αναγνωρίζεται από τον αρμόδιο φορέα, οι παροχές εις είδος που έχουν χορηγηθεί σε μισθωτό απασχολούμενο στις διεθνείς μεταφορές από το φορέα του τόπου διαμονής, με βάση το τεκμήριο που έχει καθιερωθεί στο άρθρο 20 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 62 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής, αποδίδονται από τον αρμόδιο φορέα.

2. Οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από το φορέα του τόπου διαμονής για κάθε απασχολούμενο στις διεθνείς μεταφορές μισθωτό που έλαβε παροχές εις είδος, όταν προσκόμισε τη βεβαίωση που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 62 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής, αποδίδονται από το φορέα που υποδεικνύεται ως αρμόδιος στη βεβαίωση αυτή ή από κάθε άλλο φορέα που ορίζεται για το σκοπό αυτό από την αρμόδια αρχή του σχετικού κράτους μέλους, εφόσον ο εργαζόμενος αυτός δεν έχει απευθυνθεί προηγουμένως στο φορέα του τόπου διαμονής και δεν έχει δικαίωμα παροχών εις είδος.

3. Ο αρμόδιος φορέας ή, στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, ο φορέας που υποδεικνύεται ως αρμόδιος ή ο φορέας που ορίζεται γι' αυτό το σκοπό, διατηρεί έναντι του δικαιούχου απαιτήση ίση προς την αξία των παροχών εις είδος που έχουν χορηγηθεί αχρεωστήτως. Οι φορείς αυτοί γνωστοποιούν τις απαιτήσεις αυτές στην Επιτροπή Λογαριασμών που αναφέρεται στο άρθρο 101 παράγραφος 3 του κανονισμού εφαρμογής, η οποία συντάσσει κατάσταση αυτών.

Άρθρο 114 Προσωρινές καταβολές παροχών σε περίπτωση αμφισβητήσεως της εφαρμοστέας νομοθεσίας ή του φορέα που καλείται να χορηγήσει τις παροχές

Σε περίπτωση αμφισβητήσεως μεταξύ των φορέων ή των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσότερων κρατών μελών για το θέμα είτε της εφαρμοστέας νομοθεσίας δυνάμει του τίτλου II του κανονισμού είτε του προσδιορισμού του φορέα που καλείται να χορηγεί παροχές, ο ενδιαφερόμενος ο οποίος θα ηδύνατο να απαιτήσει παροχές, αν δεν υπήρχε αμφισβήτηση, λαμβάνει προσωρινά τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει ο φορέας του όρου κατοικίας ή αν ο ενδιαφερόμενος δεν κατοικεί στο έδαφος ένος των σχετικών κρατών μελών, τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει ο φορέας στον οποίον υπεβλήθη αρχικά η αίτηση.

Άρθρο 115 Διατυπώσεις περί των ιατρικών γνωματεύσεων που διενεργούνται σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος

Ο φορέας του τόπου κατοικίας ή διαμονής ο οποίος καλείται, δυνάμει του άρθρου 87 του κανονισμού, να προβεί σε ιατρική γνωμάτευση, ενεργεί σύμφωνα με τις διατυπώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει.

Ελλείψει τέτοιων διατυπώσεων, ο εν λόγω φορέας απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα για να πληροφορηθεί για τις διατυπώσεις που πρέπει να τηρήσει.

Άρθρο 116 Συμφωνίες περί εισπράξεως των εισφορών

1. Οι συμφωνίες που θα συναφθούν, βάσει του άρθρου 92 παράγραφος 2 του κανονισμού, πρέπει να εγγραφούν στο παράρτημα 5 του κανονισμού εφαρμογής.

2. Οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί για την εφαρμογή του άρθρου 51 του κανονισμού αριθ. 3 εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον αναφέρονται στο παράρτημα 5 του κανονισμού εφαρμογής.

Άρθρο 117 Ηλεκτρονική επεξεργασία των πληροφοριών

1. Ενα ή περισσότερα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους δύνανται, μετά από γνώμη της διοικητικής επιτροπής, να προσαρμόσουν στο σύστημα ηλεκτρονικής επεξεργασίας των πληροφοριών τα υποδείγματα πιστοποιητικών, βεβαιώσεων, δηλώσεων, αιτήσεων και άλλων εγγράφων, καθώς και τις ενέργειες και μεθόδους διαβιβάσεως των δεδομένων που προβλέπονται για την εφαρμογή του κανονισμού και του κανονισμού εφαρμογής.

2. Η διοικητική επιτροπή θα αναλάβει τις αναγκαίες μελέτες για τη γενίκευση και την ενοποίηση των μεθόδων προσαρμογής που προκύπτουν από τις διατάξεις της παραγράφου 1, όταν το επιτρέψει η ανάπτυξη της ηλεκτρονικής επεξεργασίας των πληροφοριών στα κράτη μέλη.

ΤΙΤΛΟΣ VII ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 118 (6) (12) Μεταβατικές διατάξεις για θέματα σύνταξης των μισθωτών

1. Εφόσον η ημερομηνία της πραγματοποίησης του κινδύνου είναι προγενέστερη της 1ης Οκτωβρίου 1972 ή της ημερομηνίας έναρξης εφαρμογής του κανονισμού εφαρμογής στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και η αίτηση απονομής σύνταξης δεν κατέληξε ακόμη σε εκκαθάριση πριν από την ημερομηνία αυτή, η αίτηση αυτή συνεπάγεται, εφόσον οι παροχές πρέπει να απονεμηθούν, λόγω του εν λόγω κινδύνου, για περίοδο προγενέστερη της τελευταίας αυτής ημερομηνίας, διπλή εκκαθάριση:

α) για την προγενέστερη περιόδο της 1ης Οκτωβρίου 1972 ή της ημερομηνίας έναρξης εφαρμογής του κανονισμού εφαρμογής στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 3 ή τις συμβάσεις που ισχύουν μεταξύ των εν λόγω κρατών μελών 7

β) για την περίοδο που αρχίζει την 1η Οκτωβρίου 1972 ή την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του κανονισμού εφαρμογής στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, σύμφωνα με τον κανονισμό.

Πάντως, αν το ποσό που υπολογίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στο στοιχείο α) είναι μεγαλύτερο από αυτό που υπολογίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στο στοιχείο β), ο ενδιαφερόμενος εξακολουθεί να απολαύει του ποσού το οποίο υπολογίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπονται στο στοιχείο α).

2. Η υποβολή σε φορέα ενός κράτους μέλους αίτησης παροχών αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, από την 1η Οκτωβρίου 1972 ή από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του κανονισμού εφαρμογής στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους, συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναθεώρηση, σύμφωνα με τον κανονισμό, των παροχών οι οποίες είχαν εκκαθαριστεί για τον ίδιο κίνδυνο, πριν από την ημερομηνία αυτή, από τον φορέα ή τους φορείς ένος ή περισσότερων άλλων κρατών μελών, χωρίς να μπορεί η αναθεώρηση αυτή να συνεπάγεται τη χορήγηση μικρότερου ποσού παροχών.

Άρθρο 119 (6) (12) Μεταβατικές διατάξεις για θέματα συντάξεως των μη μισθωτών

1. Εφόσον η ημερομηνία της πραγματοποιήσεως του κινδύνου είναι προγενέστερη της 1ης Ιουλίου 1982 ή της ημερομηνίας έναρξης εφαρμογής του κανονισμού εφαρμογής στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και η αίτηση απονομής σύνταξεως δεν κατέληξε ακόμη σε εκκαθάριση πριν από την ημερομηνία αυτή, η αίτηση αυτή συνεπάγεται, εφόσον οι παροχές πρέπει να απονεμηθούν, λόγω του εν λόγω κινδύνου, για περίοδο προγενέστερη της ημερομηνίας αυτής, διπλή εκκαθάριση:

α) για την προγενέστερη περίοδο της 1ης Ιουλίου 1982 ή της ημερομηνίας έναρξης εφαρμογής του κανονισμού εφαρμογής στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους, σύμφωνα με τον κανονισμό ή τις συμβάσεις μεταξύ των εν λόγω κρατών μελών οι οποίες ισχύουν πριν από την ημερομηνία αυτή 7

β) για την περίοδο που αρχίζει την 1η Ιουλίου 1982 ή την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του κανονισμού εφαρμογής στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, σύμφωνα με τον κανονισμό.

Πάντως, αν το ποσό που υπολογίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στο στοιχείο α) είναι μεγαλύτερο από αυτό που υπολογίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στο στοιχείο β), ο ενδιαφερόμενος συνεχίζει να δικαιούται το ποσό που υπολογίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στο στοιχείο α).

2. Η υποβολή, σε φορέα ενός κράτους μέλους, αιτήσεως παροχών αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, από την 1η Ιουλίου 1982 ή από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του κανονισμού εφαρμογής στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους, συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναθεώρηση, σύμφωνα με τον κανονισμό, των παροχών οι οποίες είχαν ήδη εκκαθαριστεί για τον ίδιο κίνδυνο, πριν από την ημερομηνία αυτή, από τον φορέα ή τους φορείς ενός ή περισσοτέρων άλλων κρατών μελών, χωρίς να μπορεί η αναθεώρηση αυτή να συνεπάγεται τη χορήγηση μικρότερου ποσού παροχών.

Άρθρο 119α (5) Μεταβατικές διατάξεις για θέματα συντάξεων και συνταξιοδοτικών επιδομάτων για την εφαρμογή του άρθρου 15 παράγραφος 1 στοιχείο α) στο τέλος του κανονισμού εφαρμογής

1. Σε περίπτωση επελεύσεως του κινδύνου πριν από την 1η Ιανουαρίου 1987 και εφόσον δεν έχει γίνει ακόμη εκκαθάριση της αιτήσεως για την σύνταξη ή τα συνταξιοδοτικά επιδόματα πριν από την ημερομηνία αυτή η αίτηση αυτή συνεπάγεται, εφόσον πρέπει να χορηγηθούν παροχές βάσει του εν λόγω κινδύνου, για περίοδο προγενέστερη της ημερομηνίας αυτής, διπλή εκκαθάριση που πραγματοποιείται:

α) για την περίοδο που προηγείται της 1η Ιανουαρίου 1987, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού ή των συμβάσεων που ισχύουν μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών 7

β) για την περίοδο που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 1987, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού.

Αν, ωστόσο, το ποσό που υπολογίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στο στοιχείο α) είναι μεγαλύτερο από αυτό που υπολογίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στο στοιχειο β), ο ενδιαφερόμενος συνεχίζει να λαμβάνει το ποσό που υπολογίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στο στοιχείο α).

2. Η αίτηση για παροχές λόγω αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου, η οποία υποβάλλεται σε φορέα κράτους μέλους, από την 1η Ιανουαρίου 1987, συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναθεώρηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού, των παροχών που έχουν ήδη εκκαθαρισθεί για τον ίδιο κίνδυνο, πριν από την ημερομηνία αυτή, από τον φορέα ή τους φορείς ενός ή περισσοτέρων άλλων κρατών μελών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 3.

3. Τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων οι οποίοι έχουν επιτύχει, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1987, στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, την εκκαθάριση συντάξεως ή συνταξιοδοτικού επιδόματος, είναι δυνατό να αναθεωρηθούν κατόπιν αιτήσεώς τους αφού ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3811/86 (4).

4. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 υποβληθεί εντός έτους από την 1η Ιανουαρίου 1987, τα δικαιώματα που γεννώνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3811/86 αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1987 ή από την ημερομηνία γεννέσεως των δικαιωμάτων συντάξεως ή συνταξιοδοτικού επιδόματος εφόσον αυτή είναι μεταγενέστερη από την ημερομηνία της 1ης Ιανουαρίου 1987, χωρίς να είναι δυνατόν να αντιταχθούν στους ενδιαφερόμενους οι διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους περί εκπτώσεως από δικαίωμα ή περί παραγραφής δικαιωμάτων.

5. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 υποβληθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας ενός έτους από την 1η Ιανουαρίου 1987, τα δικαιώματα που γεννώνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3811/86, από τα οποία δεν έχει εκπέσει ο δικαιούχος ή τα οποία δεν έχουν παραγραφεί, αποκτώνται από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων της νομοθεσίας κάθε κράτους μέλους.

Άρθρο 120 (8)

. . . . . .

Άρθρο 121 Συμπληρωματικές συμφωνίες εφαρμογής

1. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές αυτών των κρατών μελών δύνανται, εφόσον είναι αναγκαίο, να συνάπτουν συμφωνίες για τη συμπλήρωση των διατυπώσεων της διοικητικής εφαρμογής του κανονισμού. Οι συμφωνίες αυτές πρέπει να αναγράφονται στο παράρτημα 5 του κανονισμού εφαρμογής.

2. Οι συμφωνίες οι ανάλογες με εκείνες που προβλέπονται στην παράγραφο 1, οι οποίες ισχύουν την προηγουμένη της 1ης Οκτωβρίου 1972, εξακολουθούν να ισχύουν εφόσον αναφέρονται στο παράρτημα 5 του κανονισμού εφαρμογής.

Άρθρο 122

Τα παραρτήματα 1, 4, 5, 6, 7 και 8 του κανονισμού δύνανται να τροποποιούνται με κανονισμό της Επιτροπής Κατόπιν αιτήσεως του ή των κρατών μελών η των αρμόδιων αρχών τους, μετά από γνώμη της διοικητικής επιτροπής.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 (Α) (Β) (3) (4) (9) (13) (15)

ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

[Άρθρο 1 στοιχείο ιβ) του κανονισμού, άρθρο 4 παράγραφος 1 και άρθρο 122 του κανονισμού εφαρμογής]

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 (Α) (Β) (2) (3) (7) (8) (9) (13) (14) (15)

ΑΡΜΟΔΙΟΙ ΦΟΡΕΙΣ [Άρθρο 1 στοιχείο ιε) του κανονισμού και άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής]

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 (Α) (Β) (2) (3) (7) (9) (12) (13) (14) (15)

ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΔΙΑΜΟΝΗΣ (Άρθρο 1 στοιχείο ιστ) του κανονισμού και άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού εφαρμογής)

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>

ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>

ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4 (Α) (Β) (2) (3) (7) (9) (12) (13) (14) (15)

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΝΔΕΣΕΩΣ (Άρθρο 3 παράγραφος 1, άρθρο 4 παράγραφος 4 και άρθρο 122 του κανονισμού εφαρμογής)

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5 (Α) (Β) (4) (7) (9) (12) (13) (14) (15)

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΔΙΜΕΡΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΟΥ ΔΙΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΣΕ ΙΣΧΥ

(Άρθρο 4 παράγραφος 5, άρθρο 5, άρθρο 53 παράγραφος 3, άρθρο 104, άρθρο 105 παράγραφος 2, άρθρο 116, άρθρο 121 και άρθρο 122 του κανονισμού εφαρμογής)

Γενικές παραρτήσεις

I. Κάθε φορά που οι διατάξεις αυτού του παραρτήματος αναφέρονται σε διατάξεις συμβάσεων ή των κανονισμών αριθ. 3, αριθ. 4 ή αριθ. 36/63/ΕΟΚ, οι παραπομπές αυτές αντικαθίστανται από τις παραπομπές στις αντίστοιχες διατάξεις του κανονισμού ή του κανονισμού εφαρμογής, εκτός αν οι διατάξεις αυτών των συμβάσεων δεν διατηρούνται σε ισχύ διά της εγγραφής τους στο παράρτημα II του κανονισμού.

II. Η ρήτρα καταγγελίας που προβλέπεται από μία σύμβαση, της οποίας ορισμένες διατάξεις έχουν εγγραφεί στο παρόν παράρτημα, διατηρείται όσον αφορά τις προκείμενες διατάξεις.

1. ΒΕΛΓΙΟ-ΔΑΝΙΑ

Η ρύθμιση της 23ης Νοεμβρίου 1978 σχετικά με την αμοιβαία παραίτηση από τις επιστροφές σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 3 (παροχές σε είδος σε περίπτωση ασθένειας και μητρότητας) του κανονισμού και με το άρθρο 105 παράγραφος 2 (δαπάνες διοικητικού και ιατρικού ελέγχου) του κανονισμού εφαρμογής.

2. ΒΕΛΓΙΟ-ΓΕΡΜΑΝΙΑ

α) Η διοικητική ρύθμιση αριθ. 2 της 20ής Ιουλίου 1965 σχετικά με την εφαρμογή της τρίτης συμφωνίας που συμπληρώνει τη γενική συμφωνία της 7ης Δεκεμβρίου 1957 (πληρωμή συντάξεων για την περίοδο προτού τεθεί η συμφωνία σε ισχύ).

β) Το άρθρο 9 παράγραφος 1 της συμφωνίας της 20ής Ιουλίου 1965 σχετικά με την εφαρμογή των κανονισμών αριθ. 3 και αριθ. 4 του Συμβουλίου της ΕΟΚ σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων.

γ) Η σύμβαση της 6ης Οκτωβρίου 1964 σχετικά με την επιστροφή των παροχών σε είδος που χορηγήθηκαν σε συνταξιούχους πρώην εργαζόμενους σε παραμεθόριες περιοχές κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 παράγραφος 3 του κανονισμού αριθ. 36/63/ΕΟΚ και του άρθρου 73 παράγραφος 4 του κανονισμού αριθ. 4 του Συμβουλίου της ΕΟΚ.

δ) Η σύμβαση της 29ης Ιανουαρίου 1969 για την είσπραξη των εισφορών κοινωνικής ασφάλειας.

ε) Η σύμβαση της 4ης Δεκεμβρίου 1975 για την παραίτηση από την επιστροφή του ποσού των παροχών που χορηγήθηκαν στους άνεργους.

3. ΒΕΛΓΙΟ-ΙΣΠΑΝΙΑ

Ουδέν.

4. ΒΕΛΓΙΟ-ΓΑΛΛΙΑ

α) Η ρύθμιση της 22ας Δεκεμβρίου 1951 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 23 της συμπληρωματικής συμβάσεως της 17ης Ιανουαρίου 1948 (εργάτες ορυχείων και παρομοίων εγκαταστάσεων).

β) Η διοικητική ρύθμιση της 21ης Δεκεμβρίου 1959 που συμπληρώνει τη διοικητική ρύθμιση της 22ας Δεκεμβρίου 1951 που πραγματοποιήθηκε κατ' εκτέλεση του άρθρου 23 της συμπληρωματικής συμβάσεως της 17ης Ιανουαρίου 1948 (εργάτες ορυχείων και παρομοίων εγκαταστάσεων).

γ) Η σύμβαση της 8ης Ιουλίου 1964 σχετικά με την επιστροφή των παροχών σε είδος που χορηγήθηκαν σε συνταξιούχους πρώην παραμεθόριους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 παράγραφος 3 του κανονισμού αριθ. 36/63/ΕΟΚ και του άρθρου 73 παράγραφος 4 του κανονισμού αριθ. 4 του Συμβουλίου της ΕΟΚ.

δ) Η γαλλο-βελγική σύμβαση της 4ης Ιουλίου 1984 σχετικά με τον ιατρικό έλεγχο των παραμεθόριων εργαζομένων που διαμένουν στο ένα κράτος και έχουν απασχόληση στο άλλο.

ε) Η σύμβαση παραιτήσεως από την επιστροφή των δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου της 14ης Μαΐου 1976, που συνήφθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής.

στ) Η σύμβαση της 3ης Οκτωβρίου 1977 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 92 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 (είσπραξη των εισφορών κοινωνικής ασφάλειας).

ζ) Η σύμβαση της 29ης Ιουνίου 1979 σχετικά με την αμοιβαία παραίτηση από την επιστροφή που προβλέπεται στο άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού (δαπάνες για παροχές ανεργίας).

η) Η διοικητική ρύθμιση της 6ης Μαρτίου 1979 σχετικά με τις διατυπώσεις εφαρμογής του εγγράφου της 12ης Οκτωβρίου 1978 που τροποποιεί τη συμφωνία για την κοινωνική ασφάλεια μεταξύ Βελγίου και Γαλλίας όσον αφορά τις διατάξεις της σχετικά με τους ελεύθερους επαγγελματίες.

ι) Η ανταλλαγή επιστολών της 21ης Νοεμβρίου 1994 και της 8ης Φεβρουαρίου 1995 σχετικά με τον τρόπο συμψηφισμού αμοιβαίων απαιτήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 93, 94, 95 και 96 του εκτελεστικού κανονισμού.

5. ΒΕΛΓΙΟ-ΕΛΛΑΔΑ

Ουδέν.

6. ΒΕΛΓΙΟ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Η ανταλλαγή των επιστολών της 19ης Μαΐου και της 28ης Ιουλίου 1981 σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3 και το άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού (αμοιβαία παραίτηση από την επιστροφή του κόστους των παροχών σε είδος και των αποζημιώσεων ανεργίας σύμφωνα με τις διατάξεις των κεφαλαίων 1 και 6 του τίτλου III του κανονισμού) και το άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (αμοιβαία παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου).

7. ΒΕΛΓΙΟ-ΙΤΑΛΙΑ

α) Τα άρθρα 7, 8, 9, 10, 12, 13, 14, 15, 17, 18, 19, το άρθρο 24 δεύτερο και τρίτο εδάφιο και το άρθρο 28 παράγραφος 4 της διοικητικής ρυθμίσεως της 20ής Οκτωβρίου 1950, όπως τροποποιήθηκε από το διορθωτικό αριθ. 1 της 10ης Απριλίου 1952, το διορθωτικό αριθ. 2 της 9ης Δεκεμβρίου 1957 και το διορθωτικό αριθ. 3 της 21ης Φεβρουαρίου 1963.

β) Τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 της συμβάσεως της 21ης Φεβρουαρίου 1963 μέσα στο πλαίσιο της εφαρμογής των κανονισμών αριθ. 3 και αριθ. 4 του Συμβουλίου της ΕΟΚ σχετικά με την κοινωνική ασφάλεια των διακινουμένων εργαζομένων.

γ) Η σύμβαση της 12ης Ιανουαρίου 1974 που συνήφθη για την εφαρμογή του άρθρου 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής.

δ) Η σύμβαση της 31ης Οκτωβρίου 1979 για την πραγματοποίηση των στόχων του άρθρου 18 παράγραφος 9 του κανονισμού εφαρμογής.

ε) Η ανταλλαγή των επιστολών της 10ης Δεκεμβρίου 1991 και της 10ης Φεβρουαρίου 1992 σχετικά με την απόδοση των αμοιβαίων απαιτήσεων βάσει του άρθρου 93 του εκτελεστικού κανονισμού.

8. ΒΕΛΓΙΟ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

α) . . .

β) . . .

γ) Η σύμβαση της 28ης Ιανουαρίου 1961 σχετικά με την είσπραξη των εισφορών κοινωνικής ασφάλειας.

δ) Η σύμβαση της 1ης Αυγούστου 1975 για το θέμα της παραιτήσεως από την επιστροφή που προβλέπεται από το άρθρο 36 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971, των δαπανών για παροχές σε είδος της ασφαλίσεως ασθένειας-μητρότητας που χορηγήθηκαν στα μέλη της οικογένειας ενός εργαζομένου που δεν διαμένουν στην ίδια χώρα με τον εργαζόμενο.

ε) Η σύμβαση της 16ης Απριλίου 1976 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών που προκύπτουν από το διοικητικό και τον ιατρικό έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής.

στ) . . .

9. ΒΕΛΓΙΟ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

α) Τα άρθρα 9 έως 15 και το άρθρο 17 παράγραφος 4 της σύμβασης της 7ης Φεβρουαρίου 1964 σχετικά με τα οικογενειακά επιδόματα και τα επιδόματα τοκετού.

β) Η σύμβαση της 21ης Μαρτίου 1968 σχετικά με την είσπραξη και πληρωμή των εισφορών κοινωνικής ασφάλειας, καθώς και η διοικητική ρύθμιση της 25ης Νοεμβρίου 1970 που πραγματοποιήθηκε κατ' εκτέλεση της προηγούμενης σύμβασης.

γ) Η συμφωνία της 24ης Δεκεμβρίου 1980 για την ασφάλιση υγειονομικής περίθαλψης, όπως τροποποιήθηκε.

δ) Η σύμβαση της 12ης Αυγούστου 1982 για την ασφάλιση ασθένειας, μητρότητας και αναπηρίας.

10. ΒΕΛΓΙΟ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Ουδέν.

11. ΒΕΛΓΙΟ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Ουδέν.

12. ΒΕΛΓΙΟ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

13. ΒΕΛΓΙΟ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

14. ΒΕΛΓΙΟ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

α) Η ανταλλαγή επιστολών της 4ης Μαΐου και της 14ης Ιουνίου 1976 σχετικά με το άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών ιατρικού και διοικητικού ελέγχου).

β) Η ανταλλαγή επιστολών της 18ης Ιανουαρίου και 14ης Μαρτίου 1977 σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3 του κανονισμού (ρύθμιση για την επιστροφή ή την παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών για παροχές σε είδος που χορηγήθηκαν κατ' εφαρμογή του τίτλου III κεφάλαιο I του κανονισμού), όπως τροποποιήθηκε από την ανταλλαγή επιστολών της 4ης Μαΐου και 23ης Ιουλίου 1982 (σύμβαση για την επιστροφή των δαπανών που έγιναν σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού).

15. ΔΑΝΙΑ-ΓΕΡΜΑΝΙΑ

α) Τα άρθρα 8 έως 14 της ρυθμίσεως της 4ης Ιουνίου 1954 σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας της 14ης Αυγούστου 1953.

β) Η σύμβαση της 27ης Απριλίου 1979 σχετικά μέ:

i) Την αμοιβαία μερική παραίτηση από την επιστροφή του άρθρου 36 παράγραφος 3 και του άρθρου 63 παράγραφος 3 του κανονισμού, καθώς και την αμοιβαία παραίτηση από την επιστροφή που προβλέπει το άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού και το άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (μερική παραίτηση από την επιστροφή των παροχών σε είδος της ασφαλίσεως ασθένειας, μητρότητας, εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών, και παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών για παροχές ανεργίας και δαπάνες διοικητικού και ιατρικού ελέγχου).

ii) Το άρθρο 93 παράγραφος 6 του κανονισμού εφαρμογής (διατυπώσεις υπολογισμού των ποσών προς επιστροφή για παροχές σε είδος της ασφαλίσεως ασθένειας-μητρότητας).

16. ΔΑΝΙΑ-ΙΣΠΑΝΙΑ

Συμφωνία της 1ης Ιουλίου 1990 σχετικά με μερική παραίτηση από την απόδοση που προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 3 και στο άρθρο 63 παράγραφος 3 του κανονισμού, καθώς και αμοιβαία παραίτηση από την απόδοση που προβλέπεται στο άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής. (Μερική παραίτηση από την απόδοση των δαπανών για τις παροχές σε είδος που χορηγούνται σε περίπτωση ασθένειας, μητρότητας, εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας και παραίτηση από την απόδοση των εξόδων διοικητικού και ιατρικού ελέγχου).

17. ΔΑΝΙΑ-ΓΑΛΛΙΑ

Η συμφωνία της 29ης Ιουνίου 1979 περί παραιτήσεως από την απόδοση των παροχών σε είδος των ασφαλίσεων ασθένειας, μητρότητας και εργατικών ατυχημάτων, εξαιρουμένων των παροχών κατ' εφαρμογή των άρθρων 28, 28α και 29 παράγραφος 1 και του άρθρου 31 του κανονισμού, η συμφωνία της 29ης Ιουνίου 1979 περί παραιτήσεως από την απόδοση των παροχών ανεργίας και η συμφωνία της 29ης Ιουνίου 1979 περί παραιτήσεως από την απόδοση των εξόδων διοικητικού και ιατρικού ελέγχου.

18. ΔΑΝΙΑ-ΕΛΛΑΔΑ

Συμφωνία της 8ης Μαΐου 1986 σχετικά με μερική παραίτηση από την απόδοση που προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 3 και στο άρθρο 63 παράγραφος 3 του κανονισμού, καθώς και αμοιβαία παραίτηση από την απόδοση που προβλέπεται στο άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής. (Μερική παραίτηση από την απόδοση των δαπανών για τις παροχές σε είδος που χορηγούνται σε περίπτωση ασθένειας, μητρότητας, εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας και παραίτηση από την απόδοση εξόδων διοικητικού και ιατρικού ελέγχου).

19. ΔΑΝΙΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Η ανταλλαγή επιστολών της 22ας Δεκεμβρίου 1980 και της 11ης Φεβρουαρίου 1981 σχετικά με την αμοιβαία παραίτηση από την επιστροφή παροχών σε είδος της ασφαλίσεως ασθένειας, μητρότητας, εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών και των παροχών ανεργίας, καθώς και των δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου (άρθρο 36 παράγραφος 3, άρθρο 63 παράγραφος 3, άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού και άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής).

20. ΔΑΝΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

Η ανταλλαγή επιστολών της 12ης Νοεμβρίου 1982 και της 12ης Ιανουαρίου 1983 σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3 του κανονισμού (αμοιβαία παραίτηση από την επιστροφή του κόστους των παροχών σε είδος σε περίπτωση ασθένειας και μητρότητας που προβλέπονται από τις διατάξεις του κεφαλαίου 1 του τίτλου III του κανονισμού, λαμβανομένης υπόψη της εξαιρέσεως του άρθρου 22 παράγραφος 1 περίπτωση γ) του κανονισμού.

21. ΔΑΝΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Η σύμβαση της 19ης Ιουνίου 1978 σχετικά με την αμοιβαία παραίτηση από την επιστροφή που προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 3, στο άρθρο 63 παράγραφος 3 και στο άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού, καθώς και στο άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (δαπάνες για παροχές σε είδος σε περίπτωση ασθένειας, μητρότητας, εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας, δαπάνες για παροχές ανεργίας και δαπάνες για διοικητικό και ιατρικό έλεγχο).

22. ΔΑΝΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

α) Η ανταλλαγή επιστολών της 30ής Μαρτίου και της 25ης Απριλίου 1979 σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3 και το άρθρο 63 παράγραφος 3 του κανονισμού (παραίτηση μερική και αμοιβαία από την επιστροφή των παροχών σε είδος της ασφαλίσεως ασθένειας, μητρότητας, εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών).

β) Η ανταλλαγή επιστολών της 30ής Μαρτίου και της 25ης Απριλίου 1979 σχετικά με το άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού και το άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών για παροχές που χορηγήθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 του κανονισμού και των δαπανών για ιατρικό και διοικητικό έλεγχο).

23. ΔΑΝΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Συμφωνία της 13ης Φεβρουαρίου 1995 σχετικά με την απόδοση δαπανών στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης.

24. ΔΑΝΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

25. ΔΑΝΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Άρθρο 23 της Σκανδιναβικής Σύμβασης περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων της 15ης Ιουνίου 1992: συμφωνία για την αμοιβαία παραίτηση από τις σύμφωνα με τα άρθρα 36 παράγραφος 3, 63 παράγραφος 3 και 70 παράγραφος 3 του κανονισμού και το άρθρο 105 παράγραφος 2 του εκτελεστικού κανονισμού αποδόσεις (κόστος παροχών σε είδος όσον αφορά την ασθένεια και τη μητρότητα, τα εργασιακά ατυχήματα και τις επαγγελματικές ασθένειες, και τα επιδόματα ανεργίας, και κόστος διοικητικών ελέγχων και ιατρικών εξετάσεων αντιστοίχως).

26. ΔΑΝΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Άρθρο 23 της Σκανδιναβικής Σύμβασης περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων της 15ης Ιουνίου 1992: συμφωνία για την αμοιβαία παραίτηση από τις σύμφωνα με τα άρθρα 36 παράγραφος 3, 63 παράγραφος 3 και 70 παράγραφος 3 του κανονισμού και το άρθρο 105 παράγραφος 2 του εκτελεστικού κανονισμού αποδόσεις (κόστος παροχών σε είδος όσον αφορά την ασθένεια και τη μητρότητα, τα εργασιακά ατυχήματα και τις επαγγελματικές ασθένειες, και τα επιδόματα ανεργίας, και κόστος διοικητικών ελέγχων και ιατρικών εξετάσεων αντιστοίχως).

27. ΔΑΝΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

1. Η ανταλλαγή επιστολών της 30ής Μαρτίου και της 19ης Απριλίου 1977, όπως τροποποιήθηκε από την ανταλλαγή επιστολών της 8ης Νοεμβρίου 1989 και την 19ης Ιανουαρίου 1990, σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3, το άρθρο 63 παράγραφος 3 και το άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού και το άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (παραίτηση από τις εξής επιστροφές):

α) Των δαπανών για παροχές σε είδος που χορηγήθηκαν κατ' εφαρμογή του τίτλου III κεφάλαια 1 και 4 του κανονισμού.

β) . . . . . .

γ) Των εξόδων ιατρικού και διοικητικού ελέγχου που προβλέπει το άρθρο 105 του κανονισμού εφαρμογής.

2. Η ανταλλαγή επιστολών της 5ης Μαρτίου και της 10ης Σεπτεμβρίου 1984 σχετικά με την μη εφαρμογή στους μη μισθωτούς των συμβάσεων των σχετικών με την παραίτηση από την επιστροφή των παροχών ανεργίας που χορηγήθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 του κανονισμού, στις σχέσεις με το Γιβραλτάρ.

28. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΙΣΠΑΝΙΑ

Συμφωνία της 25ης Ιουνίου 1990 περί αποδόσεως των δαπανών για παροχές σε είδος σε περίπτωση ασθένειας.

29. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΓΑΛΛΙΑ

α) Τα άρθρα 2 έως 4 και 22 έως 28 της διοικητικής ρυθμίσεως αριθ. 2 της 31ης Ιανουαρίου 1952 σχετικά με την εφαρμογή της γενικής συμφωνίας της 10ης Ιουλίου 1950.

β) Το άρθρο 1 της συμβάσεως της 27ης Ιουνίου 1963 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 74 παράγραφος 5 του κανονισμού αριθ. 4 (επιστροφή των παροχών σε είδος που χορηγήθηκαν στα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου).

γ) Η σύμβαση της 14ης Οκτωβρίου 1977 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή που προβλέπει το άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού (δαπάνες για παροχές ανεργίας).

δ) Η σύμβαση της 26ης Μαΐου 1981 σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3 του κανονισμού (αμοιβαία παραίτηση από την επιστροφή του κόστους των παροχών σε είδος σε περίπτωση ασθένειας που χορηγήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 32 του κανονισμού στους πρώην παραμεθόριους εργαζόμενους, στα μέλη της οικογένειας ή τους επιζώντες).

ε) Η σύμβαση της 26ης Μαΐου 1981 που θέτει σε λειτουργία το άρθρο 92 του κανονισμού (είσπραξη των εισφορών κοινωνικής ασφάλειας).

στ) Η σύμβαση της 26ης Μαΐου 1981 σχετικά με τη θέση σε λειτουργία του άρθρου 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου).

30. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΕΛΛΑΔΑ

α) Τα άρθρα 1 και 3 έως 6 της διοικητικής ρυθμίσεως της 19ης Οκτωβρίου 1962 και η δεύτερη διοικητική ρύθμιση της 23ης Οκτωβρίου 1972 σχετικά με τη συμφωνία για την ασφάλιση κατά της ανεργίας της 31ης Μαΐου 1961.

β) Η σύμβαση της 11ης Μαΐου 1981 σχετικά με την επιστροφή των οικογενειακών επιδομάτων.

γ) Η συμφωνία της 11ης Μαρτίου 1982 σχετικά με την επιστροφή του κόστους των παροχών σε είδος σε περίπτωση ασθένειας.

31. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Η σύμβαση της 20ής Μαρτίου 1981 σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3, το άρθρο 63 παράγραφος 3 και το άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού (αμοιβαία παραίτηση από την επιστροφή των εξόδων για παροχές σε είδος σε περίπτωση ασθένειας, μητρότητας, εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών και των παροχών ανεργίας) και το άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (αμοιβαία παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου).

32. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

α) Το άρθρο 14, το άρθρο 17 παράγραφος 1, τα άρθρα 18 και 42, το άρθρο 45 παράγραφος 1 και το άρθρο 46 του διοικητικού διακανονισμού της 6ης Δεκεμβρίου 1953 σχετικά με την εφαρμογή της σύμβασης της 5ης Μαΐου 1953 (καταβολή συντάξεων).

β) Τα άρθρα 1 και 2 της συμβάσεως της 27ης Ιουνίου 1963 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 73 παράγραφος 4 και του άρθρου 74 παράγραφος 5 του κανονισμού αριθ. 4 (επιστροφή παροχών σε είδος που χορηγήθηκαν σε μέλη της οικογένειας των ασφαλισμένων).

γ) Η σύμβαση της 5ης Νοεμβρίου 1968 για την επιστροφή, από τους αρμόδιους γερμανικούς οργανισμούς, των δαπανών για παροχές σε είδος που χορηγήθηκαν στην Ιταλία από τους ιταλικούς οργανισμούς ασφαλίσεως ασθένειας στα μέλη των οικογενειών των ιταλών εργαζομένων που είναι ασφαλισμένοι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

33. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

α) Τα άρθρα 1 και 2 της συμβάσεως της 27ης Ιουνίου 1963 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 73 παράγραφος 4 και του άρθρου 74 παράγραφος 5 του κανονισμού αριθ. 4 (επιστροφή των παροχών σε είδος που χορηγήθηκαν στα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου).

β) Η σύμβαση της 9ης Δεκεμβρίου 1969 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 του κανονισμού αριθ. 36/63/ΕΟΚ των δαπανών για παροχές σε είδος που χορηγήθηκαν σε περίπτωση ασθένειας δικαιούχου συντάξεως ή προσόδου, πρώην παραμεθόριου εργαζόμενου ή επιζώντος του, καθώς και στα μέλη της οικογένειάς του.

γ) Η σύμβαση της 14ης Οκτωβρίου 1975 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου κατ' εφαρμογή του άρθρου 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής.

δ) Η σύμβαση της 14ης Οκτωβρίου 1975 σχετικά με την πληρωμή και την είσπραξη των εισφορών κοινωνικής ασφάλειας.

ε) Η συμφωνία της 25ης Ιανουαρίου 1990 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 20 και 22 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού.

34. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

α) Το άρθρο 9, το άρθρο 10 παράγραφοι 2 έως 5, τα άρθρα 17, 18, 19 και 21 της διοικητικής ρυθμίσεως αριθ. 1 της 18ης Ιουνίου 1954 σχετικά με τη συμφωνία της 29ης Μαρτίου 1951 (ασφάλιση ασθένειας και πληρωμή συντάξεων και προσόδων).

β) Η σύμβαση της 27ης Μαΐου 1964 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών ιατρικού και διοικητικού ελέγχου στον κλάδο της ασφαλίσεως αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων (ασφάλιση συντάξεως).

γ) Η σύμβαση της 21ης Ιανουαρίου 1969 για την είσπραξη των εισφορών κοινωνικής ασφάλειας.

δ) Η σύμβαση της 3ης Σεπτεμβρίου 1969 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή που προβλέπει το άρθρο 14 παράγραφος 2 του κανονισμού αριθ. 36/63/ΕΟΚ των δαπανών για παροχές σε είδος που χορηγήθηκαν σε περίπτωση ασθένειας σε δικαιούχο συντάξεως ή προσόδου, πρώην παραμεθόριο εργαζόμενο ή επιζώντα αυτού, καθώς και στα μέλη της οικογένειάς του.

ε) Η σύμβαση της 22ας Ιουλίου 1976 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή των παροχών ανεργίας.

στ) Η σύμβαση της 11ης Οκτωβρίου 1979 σχετικά με το άρθρο 92 του κανονισμού (ελάχιστο ποσό για την είσπραξη των εισφορών κοινωνικής ασφάλειας).

ζ) Η σύμβαση της 1ης Οκτωβρίου 1981, σχετικά με την επιστροφή των δαπανών για παροχές σε είδος που αναφέρεται στα άρθρα 93, 94 και 95 του κανονισμού εφαρμογής.

η) Η σύμβαση της 15ης Φεβρουαρίου 1982 για την εφαρμογή του άρθρου 20 του κανονισμού όσον αφορά τα μέλη των οικογενειών των παραμεθορίων εργαζομένων.

35. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Τμήμα II σημείο 1 και Τμήμα III του Διακανονισμού της 2ας Αυγούστου 1979 για την εκτέλεση της Σύμβασης περί ανεργίας της 19ης Ιουλίου 1978.

36. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Ουδέν.

37. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Ουδέν.

38. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Ουδέν.

39. ΓΕΡΜΑΝΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

α) Τα άρθρα 8, 9, 25 έως 27 και 29 έως 32 της ρυθμίσεως της 10ης Δεκεμβρίου 1964 σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας της 20ής Απριλίου 1960.

β) Η σύμβαση της 29ης Απριλίου 1977 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών για παροχές σε είδος σε περίπτωση ασθένειας, μητρότητας, εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας, των δαπανών για παροχές ανεργίας και των εξόδων για το διοικητικό και τον ιατρικό έλεγχο.

γ) Η ανταλλαγή επιστολών της 18ης Ιουλίου και 28ης Σεπτεμβρίου 1983 σχετικά με την μη εφαρμογή στους μη μισθωτούς των συμβάσεων των σχετικών με την παραίτηση από την επιστροφή των παροχών ανεργίας που χορηγήθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 του κανονισμού, στις σχέσεις με το Γιβραλτάρ.

40. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΓΑΛΛΙΑ

Ουδέν.

41. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΕΛΛΑΔΑ

Χωρίς αντικείμενο.

42. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

43. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

Ουδέν.

44. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Ουδέν.

45. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Ουδέν.

46. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Ουδέν.

47. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Τα άρθρα 42, 43 και 44 του διοικητικού διακανονισμού της 22ας Μαΐου 1970.

48. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Ουδέν.

49. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Ουδέν.

50. ΙΣΠΑΝΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

51. ΓΑΛΛΙΑ-ΕΛΛΑΔΑ

Ουδέν.

52. ΓΑΛΛΙΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Η ανταλλαγή επιστολών της 30ής Ιουλίου και της 26ης Σεπτεμβρίου 1980 σχετικά με την αμοιβαία παραίτηση από την απαίτηση επιστροφής των παροχών ανεργίας (άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού).

53. ΓΑΛΛΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

α) Τα άρθρα 2 έως 4 της διοικητικής ρυθμίσεως της 12ης Απριλίου 1950 σχετικά με την εφαρμογή της γενικής συμφωνίας της 31ης Μαρτίου 1948 (προσαύξηση των γαλλικών προσόδων για τα εργατικά ατυχήματα).

β) Η ανταλλαγή επιστολών της 14 Μαΐου και της 2 Αυγούστου 1991 όσον αφορά την εκκαθάριση επί των αμοιβαίων απαιτήσεων δυνάμει του άρθρου 93 του κανονισμού εφαρμογής.

γ) Η συμπληρωματική ανταλλαγή επιστολών της 22ας Μαρτίου και της 15ης Απριλίου 1994 σχετικά με τον τρόπο συμψηφισμού αμοιβαίων απαιτήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 93, 94, 95 και 96 του εκτελεστικού κανονισμού.

54. ΓΑΛΛΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

α) Η σύμβαση της 24ης Φεβρουαρίου 1962 που συνήφθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 51 του κανονισμού αριθ. 3 και η διοικητική ρύθμιση της ίδιας ημερομηνίας κατ' εκτέλεση της εν λόγω συμφωνίας.

β) Η σύμβαση της 2ας Ιουλίου 1976 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή που προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 των δαπανών για παροχές σε είδος της ασφαλίσεως ασθένειας-μητρότητας που χορηγήθηκαν στα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου που δεν κατοικούν στην ίδια χώρα με τον εργαζόμενο.

γ) Η σύμβαση της 2ας Ιουλίου 1976 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή, που προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971, των δαπανών για παροχές σε είδος της ασφαλίσεως ασθένειας-μητρότητας που χορηγήθηκαν σε πρώην παραμεθόριους εργαζόμενους, στα μέλη των οικογενειών τους ή στους επιζώντες τους.

δ) Η σύμβαση της 2ας Ιουλίου 1976 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου που προβλέπεται από το άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου της 21ης Μαρτίου 1972.

55. ΓΑΛΛΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

α) . . . . . .

β) Η σύμβαση της 28ης Απριλίου 1977 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών για ιατρική περίθαλψη που χορηγήθηκε στους αιτούντες σύνταξη ή πρόσοδο και στα μέλη της οικογένειάς τους, καθώς και στα μέλη της οικογένειας των δικαιούχων συντάξεως ή προσόδου μέσα στο πλαίσιο των κανονισμών.

γ) Η σύμβαση της 28ης Απριλίου 1977 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου που προβλέπεται από το άρθρο 105 του κανονισμού εφαρμογής.

56. ΓΑΛΛΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Ουδέν.

57. ΓΑΛΛΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Ουδέν.

58. ΓΑΛΛΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

α) Η ανταλλαγή επιστολών της 25ης Μαρτίου και της 28ης Απριλίου 1977 σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3 και το άρθρο 63 παράγραφος 3 του κανονισμού (ρύθμιση σχετικά με την επιστροφή ή την παραίτηση από την επιστροφή των παροχών σε είδος που χορηγήθηκαν κατ' εφαρμογή του τίτλου III κεφάλαια 1 ή 4 του κανονισμού).

β) . . . . . .

γ) Ανταλλαγή επιστολών της 25ης Μαρτίου και της 28ης Απριλίου 1977 σχετικά με το άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (παραίτηση από την επιστροφή εξόδων ελέγχου, διοικητικού και ιατρικού).

59. ΕΛΛΑΔΑ-ΙΡΛΑΝΔΙΑ

Ουδέν.

60. ΕΛΛΑΔΑ-ΙΤΑΛΙΑ

Ουδέν.

61. ΕΛΛΑΔΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Ουδέν.

62. ΕΛΛΑΔΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Η ανταλλαγή επιστολών της 8ης Σεπτεμβρίου 1992 και της 30ής Ιουνίου 1993 σχετικά με τις μεθόδους απόδοσης μεταξύ φορέων.

63. ΕΛΛΑΔΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Ουδέν.

64. ΕΛΛΑΔΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

65. ΕΛΛΑΔΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Ουδέν.

66. ΕΛΛΑΔΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Ουδέν.

67. ΕΛΛΑΔΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Ουδέν.

68. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ

Ουδέν.

69. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Η ανταλλαγή επιστολών της 26ης Σεπτεμβρίου 1975 και της 5ης Αυγούστου 1976 σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3 και το άρθρο 63 παράγραφος 3 του κανονισμού και το άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (παραίτηση από την επιστροφή των παροχών σε είδος που χορηγήθηκαν κατ' εφαρμογή του τίτλου III κεφάλαια 1 ή 4 του κανονισμού καθώς και των δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου που προβλέπονται από το άρθρο 105 του κανονισμού εφαρμογής).

70. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

α) Η ανταλλαγή των επιστολών της 28ης Ιουλίου και της 10ης Οκτωβρίου 1978 σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3 και το άρθρο 63 παράγραφος 3 του κανονισμού (μερική αμοιβαία παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών για παροχές σε είδος σε περίπτωση ασθένειας, μητρότητας, εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας).

β) Η ανταλλαγή των επιστολών της 22ας Απριλίου και της 27ης Ιουλίου 1987 σχετικά με το άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού (παραίτηση από την επιστροφή των παροχών που χορηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 69 του κανονισμού) και με το άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου που προβλέπονται στο άρθρο 105 του κανονισμού εφαρμογής).

71. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Ουδέν.

72. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

73. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

74. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

75. ΙΡΛΑΝΔΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Η ανταλλαγή των επιστολών της 9ης Ιουλίου 1975 σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3 και το άρθρο 63 παράγραφος 3 του κανονισμού (ρύθμιση σχετικά με την επιστροφή ή την παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών για παροχές σε είδος που χορηγήθηκαν κατ' εφαρμογή του τίτλου III κεφάλαια 1 ή 4 του κανονισμού) και το άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου).

76. ΙΤΑΛΙΑ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Το άρθρο 4 παράγραφοι 5 και 6 της διοικητικής ρυθμίσεως της 19ης Ιανουαρίου 1955 σχετικά με τις διατυπώσεις εφαρμογής της γενικής συμφωνίας για την κοινωνική ασφάλεια (ασφάλιση ασθένειας των εργαζομένων στη γεωργία).

77. ΙΤΑΛΙΑ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

α) Το άρθρο 9 τρίτο εδάφιο και το άρθρο 11 τρίτο εδάφιο της διοικητικής ρυθμίσεως της 11ης Φεβρουαρίου 1955 σχετικά με την εφαρμογή της γενικής συμφωνίας της 28ης Οκτωβρίου 1952 (ασφάλιση ασθένειας).

β) Η σύμβαση της 27ης Ιουνίου 1963 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 75 παράγραφος 3 του κανονισμού αριθ. 4 (επιστροφή των παροχών σε είδος που χορηγήθηκαν σε δικαιούχους συντάξεων και προσόδων και στα μέλη της οικογένειάς τους).

78. ΙΤΑΛΙΑ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Ουδέν.

79. ΙΤΑΛΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

80. ΙΤΑΛΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

81. ΙΤΑΛΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Ουδέν.

82. ΙΤΑΛΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Η ανταλλαγή επιστολών της 1ης Φεβρουαρίου και τις 16ης Φεβρουαρίου 1995 σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3 και το άρθρο 63 παράγραφος 3 του κανονισμού (απόδοση ή παραίτηση από απόδοση δαπανών για παροχές σε είδος) και το άρθρο 105 παράγραφος 2 του εκτελεστικού κανονισμού (παραίτηση από απόδοση δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου).

83. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

α) Η σύμβαση της 1ης Νοεμβρίου 1976 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή των δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου που έγινε κατ' εφαρμογή του άρθρου 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής.

β) Η σύμβαση της 3ης Φεβρουαρίου 1977 σχετικά με την παραίτηση από την επιστροφή των παροχών σε είδος της ασφαλίσεως ασθένειας-μητρότητας που χορηγήθηκαν κατ' εφαρμογή των άρθρων 19 παράγραφος 2, των άρθρων 26, 28 και 29 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971.

γ) Η σύμβαση της 20ής Δεκεμβρίου 1978 για την είσπραξη των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως.

84. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Συμφωνία της 22ας Ιουνίου 1995 περί αποδόσεως δαπανών στον τομέα των κοινωνικών ασφαλίσεων.

85. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Ουδέν.

86. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Συμφωνία περί απόδοσης, της 24ης Φεβρουαρίου 1994, βάσει των άρθρων 36 παράγραφος 3 και 63 παράγραφος 3 του κανονισμού.

87. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Ουδέν.

88. ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

α) Η ανταλλαγή επιστολών της 28ης Νοεμβρίου και της 18ης Δεκεμβρίου 1975 σχετικά με το άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού (παραίτηση από την επιστροφή παροχών που χορηγήθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 του κανονισμού).

β) Η ανταλλαγή επιστολών της 18ης Δεκεμβρίου 1975 και της 20ής Ιανουαρίου 1976 σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3 και το άρθρο 63 παράγραφος 3 του κανονισμού και το άρθρο 105 παράγραφος 2 του κανονισμού εφαρμογής (παραίτηση από την επιστροφή παροχών σε είδος που χορηγήθηκαν σύμφωνα με τα κεφάλαια 1 ή 4 του τίτλου III του κανονισμού, καθώς και των δαπανών διοικητικού και ιατρικού ελέγχου που προβλέπονται στο άρθρο 105 του κανονισμού εφαρμογής).

γ) Η ανταλλαγή επιστολών της 18ης Ιουλίου και 27ης Οκτωβρίου 1983 σχετικά με την μη εφαρμογή της συμβάσεως που μνημονεύεται στο στοιχείο α), στους μη μισθωτούς που διακινούνται ανάμεσα στο Λουξεμβούργο και το Γιβραλτάρ.

89. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΑΥΣΤΡΙΑ

Συμφωνία της 17ης Νοεμβρίου 1993 περί αποδόσεως των εξόδων κοινωνικής ασφαλίσεως.

90. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

α) Τα άρθρα 33 και 34 του διοικητικού διακανονισμού της 9ης Μαΐου 1980.

β) Η συμφωνία της 11ης Δεκεμβρίου 1987 σχετικά με την απόδοση των παροχών σε είδος στην περίπτωση ασθενείας και μητρότητας.

91. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Συμφωνία περί απόδοσης, της 24ης Φεβρουαρίου 1994, βάσει των άρθρων 36 παράγραφος 3 και 63 παράγραφος 3 του κανονισμού.

92. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Ουδέν.

93. ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

α) Το άρθρο 3 δεύτερη φράση της διοικητικής ρυθμίσεως της 12ης Ιουνίου 1956 για την εφαρμογής της συμφωνίας της 11ης Αυγούστου 1954.

β) Η ανταλλαγή επιστολών της 8ης και 28ης Ιανουαρίου 1976 σχετικά με το άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού (παραίτηση από την επιστροφή παροχών που χορηγήθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 του κανονισμού).

γ) Η ανταλλαγή των επιστολών της 18ης Ιουλίου και 18ης Οκτωβρίου 1983 σχετικά με την μη εφαρμογή της συμβάσεως που μνημονεύεται στο στοιχείο β), στους μη μισθωτούς που διακινούνται ανάμεσα στο Λουξεμβούργο και το Γιβραλτάρ.

δ) Η ανταλλαγή επιστολών της 25ης Απριλίου και 26ης Μαΐου 1986 σχετικά με το άρθρο 36 παράγραφος 3 του κανονισμού (απόδοση ή παραίτηση από την απόδοση των δαπανών για παροχές σε είδος), όπως τροποποιήθηκε.

94. ΑΥΣΤΡΙΑ-ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Ουδέν.

95. ΑΥΣΤΡΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Συμφωνία της 23ης Ιουνίου 1994 περί αποδόσεως δαπανών στον τομέα των κοινωνικών ασφαλίσεων.

96. ΑΥΣΤΡΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Διακανονισμός της 22ας Δεκεμβρίου 1993 για την επιστροφή εξόδων κοινωνικής ασφάλισης.

97. ΑΥΣΤΡΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

α) Άρθρο 18 παράγραφοι 1 και 2 του Διακανονισμού της 10ης Νοεμβρίου 1980 για την εκτέλεση της Σύμβασης περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων της 22ας Ιουλίου 1980, όπως έχει τροποποιηθεί με τους Συμπληρωματικούς Διακανονισμούς αριθ. 1 της 26ης Μαρτίου 1986 και αριθ. 2 της 4ης Ιουνίου 1993, όσον αφορά τα πρόσωπα που δεν δικαιούνται να ζητήσουν περίθαλψη δυνάμει του κεφαλαίου 1 του τίτλου III του κανονισμού.

β) Άρθρο 18 παράγραφος 1 του ως άνω Διακανονισμού όσον αφορά τα πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν περίθαλψη δυνάμει του κεφαλαίου 1 του τίτλου III του κανονισμού, με τον προσδιορισμό ότι για τους Αυστριακούς υπηκόους που κατοικούν στο έδαφος της Αυστρίας και για υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου που κατοικούν στο έδαφός του (μη συμπεριλαμβανομένου του Γιβραλτάρ) το οικείο διαβατήριο αντικαθιστά το έντυπο Ε 111 για όλες τις παροχές που καλύπτει αυτό.

γ) Συμφωνία της 30ής Νοεμβρίου 1994 σχετικά με την απόδοση δαπανών για τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης.

98. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ-ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Χωρίς αντικείμενο.

99. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ-ΣΟΥΗΔΙΑ

Ουδέν.

100. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ-ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Τα άρθρα 3 και 4 του παραρτήματος του διοικητικού διακανονισμού της 31ης Δεκεμβρίου 1981 για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου για την ιατρική περίθαλψη της 15η