31993L0022

Οδηγία 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Μαΐου 1993 σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 141 της 11/06/1993 σ. 0027 - 0046
Φινλανδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 6 τόμος 4 σ. 0083
Σουηδική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 6 τόμος 4 σ. 0083


ΟΔΗΓΙΑ 93/22/ΕΟΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 10ης Μαΐου 1993 σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 57 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής (1),

Σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (3),

Εκτιμώντας:

ότι η παρούσα οδηγία αποτελεί βασικό μέσο πραγμάτωσης της εσωτερικής αγοράς, η οποία αποφασίστηκε με την ενιαία ευρωπαϊκή πράξη και προγραμματίστηκε με τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής, υπό το πρίσμα της ελευθερίας εγκατάστασης αφενός και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών αφετέρου, στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων-

ότι οι επιχειρήσεις που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία πρέπει να υπόκεινται σε άδεια λειτουργίας την οποία εκδίδει το κράτος μέλος καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων, προκειμένου να εξασφαλίζεται η προστασία των επενδυτών και η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος-

ότι η επιλεγείσα λύση συνίσταται στην πραγματοποίηση της ουσιαστικής, αναγκαίας και επαρκούς μόνον εναρμόνισης για την επίτευξη αμοιβαίας αναγνώρισης των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου, ώστε η εκδιδόμενη ενιαία άδεια λειτουργίας να ισχύει σε όλη την Κοινότητα και να εφαρμόζεται η αρχή του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής- ότι, δυνάμει της αμοιβαίας αναγνώρισης, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής τους μπορούν να ασκούν σε όλη την Κοινότητα το σύνολο ή μέρος των υπηρεσιών, τις οποίες επιτρέπει η άδειά τους και καλύπτει η παρούσα οδηγία, ιδρύοντας υποκαταστήματα ή παρέχοντας υπηρεσίες-

ότι οι αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και του ελέγχου τον οποίο ασκεί το κράτος μέλος καταγωγής, απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να μην χορηγούν ή να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας εάν στοιχεία, όπως το περιεχόμενο του προγράμματος δραστηριοτήτων, ο τόπος άσκησης των δραστηριοτήτων ή οι πράγματι ασκούμενες δραστηριότητες δείχνουν σαφώς ότι η επιχείρηση επενδύσεων προτίμησε να υπαχθεί στο νομικό σύστημα ενός κράτους μέλους για να αποφύγει την υπαγωγή της σε αυστηρότερους κανόνες ισχύοντες σε άλλο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου προτίθεται να ασκήσει ή ασκεί το μεγαλύτερο τμήμα των δραστηριοτήτων της- ότι, για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, μια επιχείρηση επενδύσεων η οποία είναι νομικό πρόσωπο πρέπει να έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική της έδρα- ότι μια επιχείρηση επενδύσεων η οποία δεν είναι νομικό πρόσωπο πρέπει να έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική διοίκηση της- ότι, εξάλλου, τα κράτη μέλη πρέπει να απαιτούν από την επιχείρηση επενδύσεων να έχει την κεντρική της διοίκηση οπωσδήποτε στο κράτος μέλος καταγωγής της και να λειτουργεί εκεί κατά τρόπο αποτελεσματικό-

ότι, για την προστασία των επενδυτών, επιβάλλεται ιδίως να εξασφαλίζεται ο εσωτερικός έλεγχος της επιχείρησης, είτε με δικέφαλη διεύθυνση είτε, στην περίπτωση που αυτό δεν απαιτείται από την οδηγία, με άλλους μηχανισμούς που εξασφαλίζουν ανάλογα αποτελέσματα-

ότι, προς εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις επενδύσεων, πλην των πιστωτικών ιδρυμάτων, πρέπει να απολαύουν της αυτής ελευθερίας δημιουργίας υποκαταστημάτων και παροχής υπηρεσιών πέραν των συνόρων, μ' αυτήν που προβλέπει η δεύτερη οδηγία 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 1989 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος (4)-

ότι μια επιχείρηση επενδύσεων δεν μπορεί να επωφελείται απο την παρούσα οδηγία για να εκτελεί πράξεις συναλλάγματος τοις μετρητοίς ή υπό προθεσμία, παρά μόνον όταν πρόκειται για υπηρεσίες συνδεδεμένες με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών- ότι, συνεπώς, η χρήση υποκαταστήματος αποκλειστικά για τη διενέργεια πράξεων συναλλάγματος θα συνιστούσε καταστρατήγηση του μηχανισμού της οδηγίας-

ότι μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής της μπορεί να αναπτύξει δραστηριότητα σε όλη την Κοινότητα με όποιο μέσο κρίνει πρόσφορο- ότι, προς το σκοπό αυτό, δύναται, αν το κρίνει αναγκαίο, να ενεργεί μέσω συνδεδεμένων αντιπροσώπων που λαμβάνουν και διαβιβάζουν εντολές για λογαριασμό της και υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη της- ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η δραστηριότητα των αντιπροσώπων αυτών πρέπει να θεωρείται ως δραστηριότητα της επιχείρησης- ότι, εξάλλου, η παρούσα οδηγία δεν απαγορεύει στο κράτος μέλος καταγωγής να υποβάλει σε ειδικές απαιτήσεις το καθεστώς των εν λόγω αντιπροσωπιών- ότι, στην περίπτωση που η επιχείρηση επενδύσεων ασκεί διασυνοριακές δραστηριότητες, το κράτος μέλος υποδοχής μεταχειρίζεται τους εν λόγω αντιπροσώπους όπως την ίδια την επιχείρηση- ότι, εξάλλου, η εντός ή εκτός εμπορικού καταστήματος πώληση κινητών αξιών δεν εμπίπτει στην παρούσα οδηγία και ότι η ρύθμισή της πρέπει να υπάγεται στις εθνικές διατάξεις-

ότι ως κινητές αξίες νοούνται οι κατηγορίες τίτλων που συνήθως αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, όπως οι τίτλοι του δημοσίου, οι μετοχές, οι διαπραγματεύσιμες αξίες δια των οποίων είναι δυνατή η απόκτηση μετοχών κατόπιν εγγραφής ή ανταλλαγής, τα αποδεικτικά μετοχών, οι ομολογίες οι εκδιδόμενες εν σειρά, τα warrants που εξαρτώνται από ορισμένο δείκτη και οι τίτλοι που καθιστούν δυνατή την απόκτηση των ομολογιών αυτών δι' εγγραφής-

ότι ως τίτλοι της νομισματαγοράς νοούνται οι κατηγορίες τίτλων που αποτελούν συνήθως αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη νομισματαγορά, όπως ομόλογα του δημοσίου, πιστοποιητικά καταθέσεων και έντοκα γραμμάτια του δημοσίου-

ότι, ο δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ευρύτατος ορισμός των κινητών αξιών και των τίτλων της νομισματαγοράς ισχύει μόνο στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας και δεν επηρεάζει τους διάφορους ορισμούς χρηματοπιστωτικών τίτλων οι οποίοι ισχύουν στα πλαίσια των εθνικών νομοθεσιών για άλλους σκοπούς και ιδίως φορολογικούς- ότι, εξάλλου, ο ορισμός των κινητών αξιών αφορά μόνον τους διαπραγματεύσιμους τίτλους και ότι, συνεπώς, δεν καλύπτει τις μετοχές ή τις εξομοιώσιμες προς μετοχές αξίες, που εκδίδονται από οργανισμούς όπως οι "Building societies" ή οι "Industrial and Provident societies", η μεταβίβαση της κυριότητας των οποίων είναι πρακτικά δυνατή μόνο δια της εξαγοράς τους από τον οργανισμό που τις εξέδωσε-

ότι ως τίτλοι ισοδύναμοι των τίτλων προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων νοούνται οι τίτλοι για συμβάσεις που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, η δε τιμή τους υπολογίζεται ανάλογα με τις διακυμάνσεις ενός από τα ακόλουθα στοιχεία: επιτόκια ή συναλλαγματικές ισοτιμίες, αξία τίτλου απαριθμουμένου στο τμήμα Β του παραρτήματος, δείκτες για οποιονδήποτε από τους τίτλους αυτούς-

ότι, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η λήψη και η διαβίβαση εντολών περιλαμβάνει και τη διαμεσολάβηση δια της οποίας δύο ή περισσότεροι επενδυτές έρχονται σε επαφή, καθώς και την πραγματοποίηση εμπορικής πράξης μεταξύ των επενδυτών αυτών-

ότι καμία διάταξη της παρούσας οδηγίας δεν επηρεάζει τις κοινοτικές διατάξεις ή, όπου δεν υπάρχουν κοινοτικές διατάξεις, τις εθνικές διατάξεις που διέπουν τη δημόσια προσφορά των τίτλων οι οποίοι εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία-

ότι το αυτό ισχύει για την εμπορία και τη διανομή των εν λόγω τίτλων-

ότι τα κράτη μέλη διατηρούν στο ακέραιο την ευθύνη για την εφαρμογή των μέτρων νομισματικής πολιτικής τους, υπό την επιφύλαξη των μέτρων των απαιτουμένων για την επίρρωση του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος-

ότι πρέπει να εξαιρεθούν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι δραστηριότητες των οποίων επιτηρούνται καταλλήλως από τις αρμόδιες αρχές προληπτικού ελέγχου και συντονίζονται, σε κοινοτικό επίπεδο, καθώς και οι επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες αντασφάλισης και αντεκχώρησης-

ότι οι επιχειρήσεις που δεν παρέχουν υπηρεσίες σε τρίτους, αλλά οι δραστηριότητές τους συνίστανται αποκλειστικά στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στη μητρική τους επιχείρηση, στις θυγατρικές τους ή σε άλλη θυγατρική της μητρικής τους επιχείρησης, δεν πρέπει να καλύπτονται από την παρούσα οδηγία-

ότι σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να καλύψει τις επιχειρήσεις των οποίων η συνήθης δραστηριότητα είναι η κατ' επάγγελμα προς τρίτους παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και ότι συνεπώς πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της τα πρόσωπα που ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα διαφορετικής φύσεως (όπως δικηγόροι, συμβολαιογράφοι) στα πλαίσια της οποίας παρεπιπτόντως μόνο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, υπό τον όρο ότι αυτή η επαγγελματική τους δραστηριότητα ρυθμίζεται και οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν απαγορεύουν την παροχή επενδυτικής υπηρεσίας ως παρεπόμενη δραστηριότητα- ότι πρέπει επίσης για τον ίδιο λόγο να εξαιρεθούν του πεδίου εφαρμογής τα πρόσωπα τα οποία παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες μόνο σε παραγωγούς ή χρήστες πρώτων υλών και στο βαθμό που απαιτειται για την πραγματοποίηση συναλλαγών με αντικείμενο τα προϊόντα αυτά, εφόσον οι συναλλαγές αυτές αποτελούν την κύρια δραστηριότητά τους-

ότι οι επιχειρήσεις των οποίων οι επενδυτικές υπηρεσίες συνίστανται αποκλειστικά στη διαχείρηση συστήματος συμμετοχής των εργαζομένων και οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σε τρίτους, δεν πρέπει να καλύπονται από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας-

ότι πρέπει να εξαιρεθούν του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οι κεντρικές τράπεζες και άλλοι οργανισμοί οι οποίοι επιτελούν παρόμοιο έργο καθώς και οι δημόσιοι φορείς οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση του δημοσίου χρέους, έννοια η οποία περιλαμβάνει και την επένδυσή του, ή παρεμβαίνουν στη διαχείριση αυτή- ότι στην εξαίρεση δεν εμπίπτουν ιδίως οι οργανισμοί των οποίων τα κεφάλαια είναι κρατικά και ο σκοπός εμπορικός ή έχει σχέση με απόκτηση συμμετοχών-

ότι συντρέχει λόγος να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οι επιχειρήσεις ή τα πρόσωπα των οποίων η δραστηριότητα συνίσταται απλώς στη λήψη και διαβίβαση εντολών σε ορισμένους αντισυμβαλλόμενους, χωρίς κατοχή κεφαλαίων ή τίτλων των πελατών τους- ότι, συνεπώς, δεν θα απολαύουν της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών υπό τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, αλλά, όταν επιθυμούν να ενεργήσουν σε άλλο κράτος μέλος, θα υπάγονται στις σχετικές διατάξεις του εν λόγω κράτους-

ότι συντρέχει λόγος να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων, είτε συντονίζονται σε κοινοτικό επίπεδο είτε όχι, καθώς και οι θεματοφύλακες και διαχειριστές των οργανισμών αυτών, εφόσον υπόκεινται σε ειδική ρύθμιση, άμεσα προσαρμοσμένη στις δραστηριότητές τους-

ότι, εφόσον οι ενώσεις τις οποίες συγκροτούν τα συνταξιοδοτικά ταμεία κράτους μέλους με σκοπό τη διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων περιορίζονται στη διαχείριση αυτή και δεν επεκτείνονται στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε τρίτους και τα συνταξιοδοτικά ταμεία τελούν υπό τον έλεγχο των αρχών που ασκούν την εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, δεν φαίνεται αναγκαία η υπαγωγή των ενώσεων αυτών στις προϋποθέσεις ανάληψης και άσκησης δραστηριότητας τις οποίες θεσπίζει η παρούσα οδηγία-

ότι δεν είναι σκόπιμο να ισχύσει η παρούσα οδηγία για τους "agenti di cambio", όπως καθορίζονται από την ιταλική νομοθεσία, δεδομένου ότι ανήκουν σε κατηγορία για την οποία δεν προβλέπεται έκδοση καμίας νέας άδειας λειτουργίας- ότι δραστηριότητά τους ασκείται μόνο στο κράτος αυτό και δεν παρουσιάζει >κινδυνο>κίνδυνο στρεβλώσεων του ανταγωνισμού-

ότι τα δικαιώματα που παρέχονται με την παρούσα οδηγία στις επιχειρήσεις επενδύσεων δεν θίγουν το δικαίωμα των κρατών μελών, των κεντρικών τραπεζών και άλλων κεντρικών οργανισμών που επιτελούν παρόμοιο έργο στα κράτη μέλη να επιλέγουν τους αντισυμβαλλομένους τους με βάση κριτήρια αντικειμενικά που δεν δημιουργούν διακρίσεις-

ότι θα ανατεθεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής η εποπτεία της οικονομικής ευρωστίας των επιχειρήσεων επενδύσεων κατ' εφαρμογήν της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 1993 περί επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (5), η οποία συντονίζει τους κανόνες που εφαρμόζονται στον τομέα του κινδύνου αγοράς-

ότι το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί, κατά γενικό κανόνα, να θεσπίζει διατάξεις αυστηρότερες από τις θεσπιζόμενες με την παρούσα οδηγία, ιδίως όσον αφορά τους όρους άδειας λειτουργίας, τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας και τους κανόνες για την υποβολή δηλώσεων και τη διαφάνεια-

ότι η άσκηση των δραστηριοτήτων των μη καλυπτόμενων από την παρούσα οδηγία διέπεται από τις γενικές διατάξεις της συνθήκης περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών-

ότι, προκειμένου να προστατεύονται οι επενδυτές, πρέπει ιδίως να υπάρχει μέριμνα για την προστασία των δικαιωμάτων κυριότητας και άλλων αναλόγων δικαιωμάτων του επενδυτή επί των αξιών καθώς και των δικαιωμάτων του επί των κεφαλαίων τα οποία έχει καταθέσει στην επιχείρηση επενδυτικών υπηρεσιών, δια της διακρίσεως των δικαιωμάτων αυτών από τα δικαιώματα της επιχείρησης- ότι, εντούτοις, η αρχή αυτή δεν εμποδίζει την επιχείρηση να ενεργεί ιδίω ονόματι προς το συμφέρον του επενδυτή, όταν αυτό απαιτείται από τον τύπο της πράξης και συναινεί ο επενδυτής, π.χ. στην περίπτωση των δανείων χρεωγράφων-

ότι οι διαδικασίες που προβλέπονται για τις άδειες λειτουργίας υποκαταστημάτων επιχειρήσεων επενδύσεων εξακολουθούν να ισχύουν γι' αυτά- ότι τα υποκαταστήματα αυτά δεν απολαύουν του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δυνάμει του άρθρου 59 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης ούτε της ελευθερίας εγκαταστάσεως σε κράτη μέλη πλην του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένα- ότι, παρόλα αυτά, για τις αιτήσεις άδειας ειτουργίας θυγατρικής εταιρείας ή λήψης συμμετοχής εκ μέρους επιχειρήσεως διεπόμενης από το δίκαιο τρίτης χώρας ακολουθείται διαδικασία που αποσκοπεί να εξασφαλίσει ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων της Κοινότητας απολαύουν καθεστώτος αμοιβαιότητας στις αντίστοιχες τρίτες χώρες-

ότι οι άδειες λειτουργίας επιχειρήσεων επενδύσεων που χορηγούνται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, θα έχουν κοινοτική ισχύ, και όχι πλέον μόνον εθνική, και ότι οι ισχύουσες ρήτρες αμοιβαιότητας θα παύσουν εφεξής να παράγουν αποτελέσματα- ότι, άρα, απαιτείται διαδικασία ευέλικτη που θα καθιστά δυνατή την αξιολόγηση της αμοιβαιότητας σε κοινοτική βάση- ότι σκοπός της διαδικασίας αυτής δεν είναι να κλείσουν οι χρηματαγορές της Κοινότητας αλλά να επέλθει περαιτέρω φιλελευθεροποίηση των χρηματαγορών των τρίτων χωρών στο σύνολό τους, αφού σκοπός της Κοινότητας είναι να κρατήσει ανοιχτές τις χρηματαγορές της στον υπόλοιπο κόσμο- ότι, προς το σκοπό αυτό, η παρούσα οδηγία προβλέπει διαδικασίες διαπραγμάτευσης με τρίτες χώρες και, ως έσχατο μέσο, τη δυνατότητα λήψης μέτρων αναστολής νέων αιτήσεων άδειας λειτουργίας ή περιορισμού των νέων αδειών-

ότι ένας από τους στόχους της παρούσας οδηγίας είναι η παροχή προστασίας στους επενδυτές- ότι, προς το σκοπό αυτό, ενδείκνυται να ληφθούν υπόψη οι ποικίλες ανάγκες προστασίας των διαφόρων κατηγοριών επενδυτών και το επίπεδο της επαγγελματικής τους πείρας-

ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε να ασκούνται ανεμπόδιστα και κατά τον ίδιο τρόπο, όπως στο κράτος μέλος καταγωγής, οι δραστηριότητες που καλύπτονται από την αμοιβαία αναγνώριση, εφόσον δεν αντίκεινται σε νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις γενικού συμφέροντος που ισχύουν στο κράτος μέλος υποδοχής-

ότι κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να περιορίζει το δικαίωμα των επενδυτών οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους ή είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος αυτό, να απολαύουν της παροχής όλων των επενδυτικών υπηρεσιών από επιχείρηση επενδύσεων καλυπτόμενη από την παρούσα οδηγία, και η οποία βρίσκεται και αναπτύσσει δραστηριότητες εκτός του εν λόγω κράτους μέλους-

ότι, σε ορισμένα κράτη μέλη, οι εργασίες εκκαθαρίσεως και συμψηφισμού είναι δυνατόν να διενεργούνται από οργανισμούς μη εντεταγμένους στις αγορές όπου λαμβάνουν χώρα οι συναλλαγές και ότι, συνεπώς, οσάκις στην παρούσα οδηγία γίνεται λόγος για πρόσβαση στις οργανωμένες αγορές ή για την ιδιότητα του μέλους των αγορών αυτών, οι έννοιες αυτές πρέπει να ερμηνεύονται ως συμπεριέχουσες πρόσβαση στους οργανισμούς οι οποίοι διενεργούν τις πράξεις εκκαθαρίσεως και συμψηφισμού για τις οργανωμένες αγορές και την ιδιότητα μέλους των εν λόγω οργανισμών-

ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε να τυγχάνουν άνευ διακρίσεων μεταχείρισης στο έδαφός τους όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν άδεια λειτουργίας σε ένα κράτος μέλος, καθώς και όλοι οι χρηματοπιστωτικοί τίτλοι που είναι εισηγμένοι σε οργανωμένη αγορά κράτους μέλους- ότι, στα πλαίσια αυτά, όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων πρέπει να διαθέτουν τις ίδιες δυνατότητες να γίνουν μέλη οργανωμένων αγορών ή να εχουν πρόσβαση σε αυτές και ότι, συνεπώς, όποιοι και αν είναι οι τρόποι οργάνωση των συναλλαγών στα κράτη μέλη, πρέπει, υπό τους όρους που καθορίζει η παρούσα οδηγία, να καταργηθούν οι τεχνικοί και νομικοί περιορισμοί της πρόσβασης στις οργανωμένες αγορές στα πλαίσια των διατάξεων της παρούσας οδηγίας-

ότι ορισμένα κράτη μέλη επιτρέπουν στα πιστωτικά ιδρύματα να γίνουν μέλη των οργανωμένων τους αγορών μόνο έμμεσα, με την ίδρυση εξειδικευμένης θυγατρικής- ότι η δυνατότητα που παρέχει η παρούσα οδηγία στα πιστωτικά ιδρύματα να γίνουν απευθείας μέλη οργανωμένων αγορών, χωρίς να πρέπει να ιδρύσουν εξειδικευμένη θυγατρική, συνιστά, για τα εν λόγω κράτη μέλη, σημαντική μεταρρύθμιση, οι συνέπειες της οποίας επιβάλλεται να επανεκτιμηθούν πλήρως λόγω της ανάπτυξης των χρηματαγορών- ότι, συνεπώς, η σχετική έκθεση που θα υποβάλει η Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 31 Δεκεμβρίου 1998 το αργότερο, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους τους παράγοντες που θα επιτρέψουν στο όργανο αυτό να εκτιμήσει εκ νέου τις συνέπειες της μεταρρύθμισης για τα συγκεκριμένα κράτη μέλη, και ιδίως τον κίνδυνο συγκρούσεων συμφερόντων και το βαθμό προστασίας του επενδυτή- ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό η εναρμόνιση των συστημάτων αποζημίωσης να τεθεί σε εφαρμογή κατά την αυτή ημερομηνία με την παρούσα οδηγία- ότι, εξάλλου, μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία θα τύχει εφαρμογής μια οδηγία για την εναρμόνιση των συστημάτων αποζημίωσης, τα κράτη μέλη υποδοχής διατηρούν το δικαίωμα να επιβάλλουν την εφαρμογή του δικού τους συστήματος παροχής αποζημιώσεων και στις επιχειρήσεις επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από τα άλλα κράτη μέλη, εφόσον το κράτος μέλος καταγωγής δεν διαθέτει σύστημα αποζημίωσης ή το σύστημά του δεν παρέχει ισοδύναμη προστασία-

ότι η διάρθρωση των οργανωμένων αγορών πρέπει να εξακολουθήσει να εμπίπτει στο εθνικό δίκαιο χωρίς όμως να αποτελεί εμπόδιο στη φιλελευθεροποίηση της πρόσβασης στις οργανωμένες αγορές των κρατών μελών υποδοχής για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που νομιμοποιούνται να παρέχουν τις οικείες υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους καταγωγής τους- ότι, κατ' εφαρμογήν της ανωτέρω αρχής, το δίκαιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και το δίκαιο των Κάτω Χωρών διέπουν αντιστοίχως τη δραστηριότητα του "Kursmakler" και του "hoekman" αντίστοιχα, απαγορεύοντας στα άτομα αυτά να ασκούν το έργο τους παράλληλα με άλλες δραστηριότητες- ότι πρέπει, συνεπώς, να διαπιστωθεί ότι ο "Kursmakler" και ο "hoekman" δεν είναι σε θέση να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στα άλλα κράτη μέλη- ότι ανεξαρτήτως κράτους καταγωγής, κανείς δεν δικαιούται να ενεργεί ως "Kursmakler" ή "hoekman" χωρίς να του επιβληθούν οι ίδιοι κανόνες περί ασυμβίβαστου με αυτούς που ισχύουν για τον "Kursmakler" ή τον "hoekman"-

ότι πρέπει να ορισθεί πως η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις οδηγίας 79/279/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Μαρτίου 1979 περί του συντονισμού των όρων εισαγωγής κινητών αξιών σε επίσημο χρηματιστήριο αξιών (6)-

ότι η σταθερότητα και η ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η προστασία του επενδυτή προϋποθέτουν το δικαίωμα και την ευθύνη του κράτους μέλους υποδοχής τόσο να προλαμβάνει οιαδήποτε ενέργεια της επιχείρησης επενδύσεων ή οποία λαμβάνει χώρα στο έδαφός του και είναι αντίθετη προς τους κανόνες συμπεριφοράς και προς άλλες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις τις οποίες θεσπίζει για λόγους γενικού συμφέροντος, και να επιβάλλει σχετικές κυρώσεις, όσο και να ενεργεί σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης- εξάλλου, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής πρέπει να δικαιούνται να υπολογίζουν, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, στη στενότερη δυνατή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, ιδίως για τη δραστηριότητα που ασκείται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών- ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δικαιούνται να τηρούνται ενήμερες εκ μέρους των αρμοδίων αρχών του κράτους υποδοχής για τα μέτρα που περιλαμβάνουν κυρώσεις επιβαλλόμενες σε επιχείρηση ή περιορισμούς της δραστηριότητάς της και στρέφονται κατά επιχειρήσεων επενδύσεων στις οποίες οι αρχές αυτές έχουν δώσει άδεια λειτουργίας, ώστε να εκπληρώνουν αποτελεσματικά την αποστολή τους στον τομέα της προληπτικής εποπτείας- ότι, για το σκοπό αυτό, πρέπει να υπάρχει συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής-

ότι, με στόχο την προστασία των επενδυτών και την ομαλή λειτουργία των αγορών κινητών αξιών, πρέπει να εξασφαλισθεί η διαφάνεια των συναλλαγών και ότι οι σχετικοί κανόνες που προβλέπει η παρούσα οδηγία για τις οργανωμένες αγορές εφαρμόζονται τόσο στις επιχειρήσεις επενδύσεων όσο και στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρεμβαίνουν στην αγορά-

ότι, για την εξέταση των προβλημάτων στους τομείς που καλύπτονται από τις οδηγίες του Συμβουλίου για τις υπηρεσίες επενδύσεων και τις κινητές αξίες, τόσο στο πεδίο εφαρμογής των υφισταμένων μέτρων όσο και με την προοπτική ευρύτερου συντονισμού, απαιτείται η συνεργασία των εθνικών αρχών και της Επιτροπής στο πλαίσιο μιας επιτροπής- ότι η σύσταση τέτοιας επιτροπής δεν θίγει άλλες μορφές συνεργασίας μεταξύ αρχών ελέγχου στον τομέα αυτόν-

ότι μπορεί να αποβεί απαραίτητη η τεχνική τροποποίηση, περιοδικά, των αναλυτικών κανόνων της παρούσας οδηγίας, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι εκάστοτε εξελίξεις στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών- ότι η Επιτροπή θα προβαίνει στις αναγκαίες τροποποιήσεις, αφού απευθυνθεί στην επιτροπή που θα συσταθεί στον τομέα των αγορών κινητών αξιών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΙΤΛΟΣ Ι Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής

Άρθρο 1

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

1. επενδυτική υπηρεσία: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος, και παρέχεται σε τρίτους-

2. επιχείρηση επενδύσεων: κάθε νομικό πρόσωπο του οποίου σύνηθες επάγγελμα ή δραστηριότητα είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών προς τρίτους, στα πλαίσια του επαγγέλματός του.

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να περιλαμβάνουν στην έννοια της επιχείρησης επενδύσεων επιχειρήσεις οι οποίες δεν είναι νομικά πρόσωπα:

- εφόσον, το νομικό τους καθεστώς εξασφαλίζει επίπεδο προστασίας των συμφερόντων των τρίτων ισοδύναμο με το προσφερόμενο από τα νομικά πρόσωπα και

- υπό την προϋπόθεση ότι αποτελούν αντικείμενο ισοδύναμης προληπτικής εποπτείας προσαρμοσμένη στη νομική τους δομή.

Ωστόσο, όταν αυτά τα φυσικά πρόσωπα παρέχουν υπηρεσίες που συνεπάγονται την κατοχή κεφαλαίων ή κινητών αξιών τρίτων, μπορούν να θεωρούνται ως επιχειρήσεις επενδύσεων για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, μόνον εφόσον, υπό την επιφύλαξη των άλλων απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας και της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ, πληρούν τους ακόλουθους όρους:

- τα δικαιώματα κυριότητας των τρίτων επί των αξιών και των κεφαλαίων που τους ανήκουν πρέπει να διασφαλίζονται, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας της επιχείρησης ή των ιδιοκτητών της, κατάσχεσης, συμψηφισμού ή κάθε άλλης αγωγής εκ μέρους των πιστωτών της επιχείρησης ή των ιδιοκτητών της,

- η επιχείρηση επενδύσεων πρέπει να υπόκειται σε κανόνες εποπτείας της φερεγγυότητάς της, συμπεριλαμβανομένης της φερεγγυότητας των ιδιοκτητών της,

- οι ετήσιοι λογαριασμοί της επιχείρησης επενδύσεων πρέπει να ελέγχονται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα τα οποία, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, νομιμοποιούνται να ελέγχουν λογαριασμούς,

- όταν μια επιχείρηση έχει έναν μόνο διοκτήτη, αυτός οφείλει να λαμβάνει μέτρα για την προστασία των επενδυτών σε περίπτωση παύσης των δραστηριοτήτων της επιχείρησης λόγω θανάτου του, ανικανότητας ή οιασδήποτε άλλης παρόμοιας κατάστασης.

Πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1997, η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του δεύτερου και τρίτου εδαφίου του παρόντος σημείου και προτείνει ενδεχομένως την τροποποίηση ή την κατάργησή τους.

Εάν ένα πρόσωπο ασκεί δραστηριότητα που αναφέρεται στο σημείο 1 α) του τμήματος Α του παραρτήματος και η δραστηριότητα αυτή ασκείται αποκλειστικά για λογαριασμό επιχείρησης επενδύσεων και υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη της επιχείρησης αυτής, τότε αυτή η δραστηριότητα λογίζεται ως δραστηριότητα της επιχείρησης επενδύσεων και μόνον και όχι ως δραστηριότητα του προσώπου αυτού-

3. πιστωτικό ίδρυμα: το πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια του άρθρου 1 πρώτη περίπτωση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ (7), εκτός από τα ιδρύματα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας-

4. κινητές αξίες:

- οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές,

- οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι,

που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά και

- κάθε άλλη αξία η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή, ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης της μετρητοίς,

ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής-

5. τίτλοι της νομισματαγοράς: οι κατηγορίες τίτλων που συνήθως αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη νομισματαγορά-

6. κράτος μέλος καταγωγής:

α) εάν η επιχείρηση επενδύσεων είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο το πρόσωπο αυτό έχει την κεντρική του διοίκηση-

β) εάν η επιχείρηση επενδύσεων είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική του διοίκηση-

γ) όταν πρόκειται για αγορά, το κράτος μέλος όπου βρίσκεται η καταστατική έδρα του οργανισμού που διενεργεί τις διαπραγματεύσεις ή, εάν σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο δεν έχει, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική διοίκηση του οργανισμού αυτού-

7. κράτος μέλος υποδοχής: το κράτος μέλος στο οποίο μια επιχείρηση επενδύσεων έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες-

8. υποκατάστημα: έδρα εκμεταλλεύσεως που αποτελεί τμήμα επιχείρησης επενδύσεων, στερείται νομικής προσωπικότητας και παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες για τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων έχει λάβει άδεια λειτουργίας: περισσότερες από μία έδρες εκμεταλλεύσεως που έχει εγκαταστήσει στο ίδιο κράτος μέλος μια επιχείρηση επενδύσεων με εταιρική έδρα σε άλλο κράτος μέλος, θεωρείται ότι αποτελούν ένα και το αυτό υποκατάστημα-

9. αρμόδιες αρχές: οι αρχές τις οποίες κάθε κράτος μέλος ορίζει βάσει του άρθρου 22-

10. ειδική συμμετοχή: η άμεση ή έμμεση συμμετοχή, η οποία αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης επενδύσεων ή που επιτρέπει την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης επενδύσεων στην οποία υπάρχει συμμετοχή.

Για την εφαρμογή του παρόντος ορισμού, στα πλαίσια των άρθρων 4 και 9, και των άλλων ποσοστών συμμετοχής που αναφέρει το άρθρο 9, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που αναφέρονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 88/627/ΕΟΚ (8)-

11. μητρική επιχείρηση: η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ ΕΟΚ (9)-

12. θυγατρική: η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ- κάθε θυγατρική μιας θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών-

13. οργανωμένη αγορά: αγορά χρηματοπιστωτικών τίτλων οι οποίοι αναφέρονται στο τμήμα Β του παραρτήματος, η οποία:

- είναι εγγεγραμμένη στον κατάλογο του άρθρου 16 που καταρτίζει το κράτος μέλος που είναι το κράτος μέλος καταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 6 στοιχείο γ),

- λειτουργεί κανονικά,

- χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι οι όροι λειτουργίας της αγοράς, οι όροι πρόσβασης στην αγορά, καθώς και, εφόσον εφαρμόζεται η οδηγία 79/279/ΕΟΚ, οι όροι εισαγωγής στο χρηματιστήριο που καθορίζονται από την οδηγία αυτή ή, εφόσον ή οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν αυτοί οι χρηματοπιστωτικοί τίτλοι προκειμένου να μπορούν να γίνονται πραγματικά αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην αγορά, διέπονται από διατάξεις που θεσπίζουν ή εγκρίνουν οι αρμόδιες αρχές,

- επιβάλλει την τήρηση όλων των απαιτήσεων σχετικά με την υποβολή δηλώσεων και τη διαφάνεια οι οποίες θεσπίζονται κατ' εφαρμογή των άρθρων 20 και 21,

14. έλεγχος: ο έλεγχος που ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ.

Άρθρο 2

1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Ωστόσο, εφαρμόζονται μόνο η παράγραφος 4 του παρόντος άρθρου, το άρθρο 8 παράγραφος 2, τα άρθρα 10 και 11, το άρθρο 12 πρώτο εδάφιο, το άρθρο 14 παράγραφοι 3 και 4, και τα άρθρα 15, 19 και 20 στα πιστωτικά ιδρύματα των οποίων η άδεια λειτουργίας έχει χορηγηθεί βάσει των οδηγιών 77/780/ΕΟΚ και 89/646/ΕΟΚ και καλύπτει μία ή περισσότερες από τις επενδυτικές υπηρεσίες τις απαριθμούμενες στο τμήμα Α του παραρτήματος της παρούσας οδηγίας.

2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται:

α) στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ (10) ή του άρθρου 1 της οδηγίας 79/267/ΕΟΚ (11), καθώς και στις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες αντασφάλισης και αντεκχώρησης που αναφέρονται στην οδηγία 64/225/ΕΟΚ (12)-

β) στις επιχειρήσεις, οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες επενδύσεων αποκλειστικά στη μητρική τους επιχείρηση ή σε θυγατρική τους επιχείρηση ή σε άλλη θυγατρική της μητρικής-

γ) στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ως παρεπόμενη δραστηριότητα στα πλαίσια επαγγελματικής τους δραστηριότητας, και υπό τον όρο ότι η εν λόγω δραστηριότητα διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή από επαγγελματικό κώδικα δεοντολογίας που δεν απαγορεύουν την παροχή των υπηρεσιών αυτών-

δ) στις επιχειρήσεις που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες συνιστάμενες αποκλειστικά στη διαχείριση ενός συστήματος συμμετοχής των εργαζομένων-

ε) στις επιχειρήσεις των οποίων οι επενδυτικές υπηρεσίες συνίστανται στην παροχή, τόσο των υπηρεσιών που αναφέρονται στο στοιχείο β) όσο και των υπηρεσιών που αναφέρονται στο στοιχείο δ)-

στ) στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών και άλλους εθνικούς οργανισμούς που επιτελούν παρόμοιο έργο ή άλλους δημόσιους φορείς οι οποίοι διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος η παρεμβαίνουν κατά τη διαχείρισή του-

ζ) στις επιχειρήσεις:

- οι οποίες δεν μπορούν να κατέχουν κεφάλαια ή τίτλους που ανήκουν σε πελάτες τους και, ως εκ τούτου, δεν διατρέχουν τον κίνδυνο να καταστούν οφειλέτες των πελατών τους και

- οι οποίες μπορούν μόνο να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες συνιστάμενες στη λήψη και τη διαβίβαση εντολών με αντικείμενο κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και

- οι οποίες, κατά την παροχή των υπηρεσιών αυτών, δικαιούνται να διαβιβάζουν εντολές μόνο:

i) σε επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παρούσα οδηγία,

ii) σε πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τις οδηγίες 77/780/ΕΟΚ και 89/646/ΕΟΚ,

iii) σε υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα, υπόκεινται δε σε κανόνες προληπτικής εποπτείας οι οποίοι, κατά την κρίση των αρμόδιων αρχών, είναι τουλάχιστον εξίσου αυστηροί με τους κανόνες που θεσπίζονται από την παρούσα οδηγία ή τις οδηγίες 89/646/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ και τηρούνται απ' αυτά,

iv) σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων οι οποίοι, βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους, δικαιούνται να επενδύουν μερίδια δια της προσφυγής στο κοινό, καθώς και στους διευθύνοντες τους οργανισμούς αυτούς,

v) σε εταιρείες επενδύσεων με σταθερό κεφάλαιο, κατά την έννοια του άρθρου 15 παράγραφος 4 της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ (13), των οποίων οι τίτλοι είναι εισηγμένοι ή διαπραγματεύσιμοι σε οργανωμένη αγορά κράτους μέλους,

- και των οποίων η δραστηριότητα υπόκειται σε εθνικό επίπεδο σε ρυθμίσεις ή κώδικα δεοντολογίας-

η) στους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων είτε αποτελούν αντικείμενο κοινοτικού συντονισμού σε κοινοτικό επίπεδο είτε όχι, καθώς και στους θεματοφύλακες και διαχειριστές τους-

θ) στα πρόσωπα των οποίων η κύρια δραστηριότητα είναι να διαπραγματεύονται πρώτες ύλες, για επαγγελματικούς σκοπούς, είτε μεταξύ τους είτε με τους παραγωγούς είτε με τους χρήστες των εν λόγω προϊόντων, παρέχουν δεν επενδυτικές υπηρεσίες μόνο προς τους αντισυμβαλλομένους τους και μόνο στο βαθμό που απαιτείται για την άσκηση της κύριας δραστηριότητάς τους-

ι) στις επιχειρήσεις των οποίων οι επενδυτικές υπηρεσίες είναι αποκλειστικά η διαπραγμάτευση για ίδιο μόνον λογαριασμό σε αγορά προθεσμιακών συμβολαίων ή προαιρέσεων (options), ή διαπραγματεύονται ή καθορίζουν τιμή για άλλα μέλη της αυτής αγοράς, υπό την εγγύηση μέλους της αγοράς που είναι ταυτόχρονα και μέλος συστήματος συμψηφισμού. Την ευθύνη εκτέλεσης των συμβάσεων που συνάπτουν οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να αναλαμβάνει μέλος της ίδιας αγοράς που είναι ταυτόχρονα και μέλος συστήματος συμψηφισμού-

κ) στις ενώσεις τις συγκροτούμενες από δανικά συνταξιοδοτικά ταμεία με μοναδικό σκοπό τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων των μελών τους-

λ) στους χρηματομεσίτες (agenti di cambio) των οποίων οι δραστηριότητες και τα καθήκοντα διέπονται από το ιταλικό βασιλικό διάταγμα αριθ. 222 της 7ης Μαρτίου 1925 και από τις τροποποιήσεις του, και τους επετράπη να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους βάσει του άρθρου 19 του ιταλικού νόμου αριθ. 1 της 2ας Ιανουαρίου 1991.

3. Η Επιτροπή, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998 το αργότερο και εν συνεχεία περιοδικά, υποβάλλει έκθεση περί της εφαρμογής της παραγράφου 2, σε συνδυασμό με το τμήμα Α του παραρτήματος και, όπου χρειάζεται, προτείνει τροποποιήσεις του ορισμού των εξαιρέσεων και των καλυπτομένων υπηρεσιών, με γνώμονα τη λειτουργία της παρούσας οδηγίας.

4. Τα παρεχόμενα από την παρούσα οδηγία δικαιώματα δεν καλύπτουν την παροχή υπηρεσιών παρεχόμενων ως αντάλλαγμα στο κράτος, στην κεντρική τράπεζα κράτους μέλους ή στους άλλους εθνικούς οργανισμούς που επιτελούν παρόμοιο έργο στα πλαίσια της νομισματικής ή της συναλλαγματικής πολιτικής ή της πολιτικής διαχείρισης του δημοσίου χρέους και των αποθεμάτων του κράτους μέλους αυτού.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ Προϋποθέσεις ανάληψης δραστηριότητας

Άρθρο 3

1. Για την ανάληψη δραστηριότητας επιχειρήσεως επενδύσεων, τα κράτη μέλη απαιτούν σχετική άδεια λειτουργίας χορηγούμενη από το κράτος μέλος καταγωγής. Η άδεια χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους αυτού οι οποίες ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 22. Στην άδεια λειτουργίας αναφέρονται σαφώς οι επενδυτικές υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος τις οποίες δικαιούται να παρέχει η επιχείρηση. Η άδεια λειτουργίας μπορεί να καλύπτει μία ή περισσότερες από τις παρεπόμενες υπηρεσίες του τμήματος Γ του παραρτήματος. Η κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας άδεια λειτουργίας δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να χορηγείται για υπηρεσίες υπαγόμενες στο τμήμα Γ του παραρτήματος και μόνον.

2. Τα κράτη μέλη απαιτούν:

- από τις επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες είναι νομικά πρόσωπα και οι οποίες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο έχουν καταστατική έδρα, να έχουν την κεντρική τους διοίκηση στο κράτος μέλος στο οποίο έχουν την έδρα τους,

- από τις υπόλοιπες επιχειρήσεις επενδύσεων να έχουν την κεντρική τους διοίκηση στο κράτος μέλος που εξέδωσε την άδεια και στο οποίο όντως λειτουργούν.

3. Υπό την επιφύλαξη των λοιπών γενικών όρων που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία, οι αρμόδιες αρχές χορηγούν άδεια λειτουργίας μόνον όταν:

- η επιχείρηση επενδύσεων έχει επαρκή αρχικά κεφάλαια σύμφωνα με τους κανόνες της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της συγκεκριμένης επενδυτικής υπηρεσίας,

- τα πρόσωπα που όντως διευθύνουν τη δραστηριότητα της επιχείρησης επενδύσεων παρέχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και πείρας.

Ο προσανατολισμός της δραστηριότητας της επιχείρησης πρέπει να καθορίζεται από δύο τουλάχιστον πρόσωπα που παρέχουν τα περί ών ο λόγος εχέγγυα. Πάντως, αν μια κατάλληλη ρύθμιση διασφαλίζει ισοδύναμο αποτέλεσμα ιδίως όσον αφορά το άρθρο 1 σημείο 2 τρίτο εδάφιο τελευταία περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να χορηγήσουν άδεια λειτουργίας σε επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι φυσικά πρόσωπα ή, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και του όγκου της δραστηριότητάς τους, νομικά πρόσωπα διευθυνόμενα, σύμφωνα με το καταστατικό τους και την εθνική νομοθεσία, από ένα και μόνο φυσικό πρόσωπο.

4. Τα κράτη μέλη απαιτούν επίσης να συνοδεύεται η αίτηση άδειας λειτουργίας από πρόγραμμα δραστηριοτήτων, στο οποίο αναφέρονται ιδίως το είδος των μελετώμενων δραστηριοτήτων και η οργανωτική διάρθρωση της επιχείρησης επενδύσεων.

5. Εντός έξι μηνών από την υποβολή μιας πλήρους αίτησης άδειας λειτουργίας, ο αιτών ενημερώνεται για τη χορήγηση ή απόρριψη της άδειας. Η απόρριψη της άδειας αιτιολογείται.

6. Μόλις χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας, η επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να αρχίσει τη δραστηριότητά της.

7. Οι αρμόδιες αρχές ανακαλούν την άδεια λειτουργίας που έχει χορηγηθεί σε μια επιχείρηση επενδύσεων εμπίπτουσα στην παρούσα οδηγία, μόνον εάν η επιχείρηση:

α) δεν κάνει χρήση της άδειας εντός προθεσμίας δώδεκα μηνών ή παραιτηθεί ρητά από αυτήν ή εάν παύσει να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες για διάστημα μεγαλύτερο από έξι μήνες, εφόσον στο σχετικό κράτος μέλος δεν προβλέπεται ότι, στις περιπτώσεις αυτές, η άδεια λειτουργίας καθίσταται ανίσχυρη-

β) έχει αποκτήσει την άδεια λειτουργίας βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο-

γ) έπαψε να πληροί τους όρους χορήγησης της άδειας-

δ) δεν τηρεί πλέον τις διατάξεις της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ-

ε) έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή των άρθρων 10 και 11-

στ) εμπίπτει σε άλλο λόγο ανάκλησης που προβλέπει η εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 4

Οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν την άδεια λειτουργίας που επιτρέπει την ανάληψη δραστηριότητας σε μια επιχείρηση επενδύσεων, εάν δεν τους έχει προηγουμένως ανακοινωθεί η ταυτότητα των μετόχων ή εταίρων, άμεσων ή έμμεσων, φυσικών ή νομικών προσώπων, που κατέχουν ειδική συμμετοχή καθώς και το ποσό αυτής της συμμετοχής.

Οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας εάν, ενόψει της ανάγκης χρηστής και συνετής διαχείρισης της επιχείρησης επενδύσεων, δεν κρίνουν ικανοποιητική την ποιότητα των εν λόγω μετόχων ή/και εταίρων.

Άρθρο 5

Τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν στα υποκαταστήματα των επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν την καταστατική έδρα τους εκτός της Κοινότητας, τα οποία αναλαμβάνουν ή ασκούν ήδη τις δραστηριότητές τους, διατάξεις που οδηγούν σε ευνοϊκότερο καθεστώς από εκείνο στο οποίο υπόκεινται τα υποκαταστήματα των επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν την καταστατική έδρα τους σε κράτος μέλος.

Άρθρο 6

Ζητείται προηγουμένως η γνώμη των αρμόδιων αρχών του άλλου ενδιαφερομένου κράτους μέλους προκειμένου να χορηγηθεί άδεια λειτουργίας σε επιχείρηση επενδύσεων, η οποία:

- είναι θυγατρική επιχείρησης επενδύσεων ή πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος

ή

- είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης μιας επιχείρησης επενδύσεων ή ενός πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος

ή

- ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν επιχείρηση επενδύσεων ή πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ Σχέσεις με τρίτες χώρες

Άρθρο 7

1. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ενημερώνουν την Επιτροπή:

α) για κάθε άδεια λειτουργίας μιας άμεσα ή έμμεσα θυγατρικής μιας ή περισσοτέρων μητρικών επιχειρήσεων που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας-

β) για τις περιπτώσεις στις οποίες μία από αυτές τις μητρικές επιχειρήσεις αποκτά συμμετοχή σε επιχείρηση επενδύσεων της Κοινότητας, η οποία, με τον τρόπο αυτό, καθίσταται θυγατρική της.

Και στις δύο περιπτώσεις, η Επιτροπή ενημερώνει το Συμβούλιο, μέχρις ότου ιδρυθεί η επιτροπή για τις κινητές αξίες, από το Συμβούλιο προτάσει της Επιτροπής.

Σε περίπτωση χορήγησης άδειας λειτουργίας σε άμεσα ή έμμεσα θυγατρική μιας ή περισσοτέρων μητρικών επιχειρήσεων που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, η διάρθρωση του ομίλου επιχειρήσεων διευκρινίζεται στην κοινοποίηση που απευθύνουν οι αρμόδιες αρχές προς την Επιτροπή.

2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις γενικής φύσης δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις επενδύσεών τους κατά την εγκατάστασή τους ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών εντός τρίτης χώρας.

3. Η Επιτροπή συντάσσει αρχική έκθεση έξι τουλάχιστον μήνες πριν από τη θέση σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και, στη συνέχεια, στην οποία εξετάζεται η μεταχείριση, κατά την έννοια των παραγράφων 4 και 5, των επιχειρήσεων επενδύσεων της Κοινότητας στις τρίτες χώρες, όσον αφορά την εγκατάσταση και την άσκηση δραστηριοτήτων επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και την απόκτηση συμμετοχών σε επιχειρήσεις επενδύσεων τρίτων χωρών. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις εκθέσεις αυτές στο Συμβούλιο, συνοδευόμενες, ενδεχομένως από ενδεδειγμένες προτάσεις.

4. Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει, είτε βάσει των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 είτε βάσει άλλων πληροφοριών, ότι μια τρίτη χώρα δεν παρέχει στις επιχειρήσεις επενδύσεως της Κοινότητας δυνατότητα πραγματικής πρόσβασης στην αγορά συγκρίσιμη με εκείνη που παρέχεται από την Κοινότητα στις επιχειρήσεις επενδύσεων της τρίτης αυτής χώρας, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλλει στο Συμβούλιο πρόταση να της δοθεί η κατάλληλη εντολή διαπραγματεύσεων με σκοπό την εξασφάλιση ανάλογων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις επενδύσεων της Κοινότητας. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

5. Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει, είτε βάσει των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 είτε βάσει άλλων πληροφοριών, ότι η μεταχείριση των κοινοτικών επιχειρήσεων επενδύσεων σε μια τρίτη χώρα δεν τους εξασφαλίζει ανάλογους όρους ανταγωνισμού με εκείνους που παρέχονται στις επιχειρήσεις επενδύσεων της χώρας αυτής και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις πραγματικής πρόσβασης στην αγορά, μπορεί να αρχίσει διαπραγματεύσεις για να επανορθώσει την κατάσταση.

Στην περίπτωση που προβλέπει το πρώτο εδάφιο, μπορεί επίσης να αποφασιστεί, σε οποιαδήποτε στιγμή και παράλληλα με την έναρξη διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με τη διαδικασία που θα προβλεφθεί στην οδηγία με την οποία το Συμβούλιο θα συστήσει την επιτροπή που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών οφείλουν να περιορίσουν ή να αναστείλουν τις αποφάσεις τους σχετικά με τις ήδη υποβληθείσες ή τις μελλοντικές αιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας και την απόκτηση συμμετοχών από άμεσα ή έμμεσα μητρικές επιχειρήσεις του διέπονται από το δίκαιο της εν λόγω τρίτης χώρας. Η διάρκεια ισχύος των μέτρων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες.

Πριν από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας, και βάσει των αποτελεσμάτων των διαπραγματεύσεων, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία, μετά από πρόταση της Επιτροπής, εάν πρέπει να συνεχιστεί η εφαρμογή των μέτρων.

Οι ανωτέρω περιορισμοί ή αναστολές δεν μπορούν να εφαρμόζονται κατά την ίδρυση θυγατρικών από επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας στην Κοινότητα, ή από θυγατρικές τους, ούτε κατά την απόκτηση συμμετοχών από αυτές τις επιχειρήσεις ή τις θυγατρικές τους σε επιχείρηση επενδύσεων της Κοινότητας.

6. Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι συντρέχει μία από τις περιστάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5, τα κράτη μέλη της γνωστοποιούν, κατόπιν αιτήσεώς της:

α) τις αιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας σε άμεση ή έμμεση θυγατρική μιας ή περισσοτέρων μητρικών επιχειρήσεων που διέπονται από το δίκαιο της εν λόγω τρίτης χώρας-

β) οποιοδήποτε σχέδιο απόκτησης συμμετοχής, το οποίο γνωρίζουν σύμφωνα με το άρθρο 9, εκ μέρους μιας από τις εν λόγω επιχειρήσεις σε επιχείρηση επενδύσεων της Κοινότητας, η οποία θα καταστεί κατ' αυτό τον τρόπο θυγατρική της.

Αυτή η υποχρέωση παροχής πληροφοριών παύει να ισχύει μόλις συναφθεί συμφωνία με την τρίτη χώρα που αναφέρεται στις παραγράφους 4 ή 5, ή εφόσον παύσουν να εφαρμόζονται τα μέτρα της παραγράφου 5 δεύτερο και τρίτο εδάφιο.

7. Τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος άρθρου πρέπει να είναι σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Κοινότητα στο πλαίσιο διεθνών συμφωνιών, είτε διμερών είτε πολυμερών, οι οποίες διέπουν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας επιχείρησης επενδύσεων.

ΤΙΤΛΟΣ IV Προϋποθέσεις άσκησης

Άρθρο 8

1. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων, στις οποίες έχουν χορηγήσει άδεια λειτουργίας, να πληρούν ανά πάσα στιγμή τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3.

2. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής απαιτούν από την επιχείρηση επενδύσεων, στην οποία έχουν χορηγήσει άδεια λειτουργίας, να τηρεί τους κανόνες που ορίζονται στην οδηγία 93/6/ΕΟΚ.

3. Την προληπτική εποπτεία επί των επιχειρήσεων επενδύσεων ασκούν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, ανεξαρτήτως του αν η επιχείρηση επενδύσεων ιδρύει ή όχι υποκατάστημα ή παρέχει ή όχι υπηρεσίες σε άλλο κράτος μέλος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας οδηγίας που απονέμουν αρμοδιότητα στις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

Άρθρο 9

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε πρόσωπο που προτίθεται να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε επιχείρηση επενδύσεων πρέπει να ενημερώνει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές και να τους γνωστοποιεί το υψος αυτής της συμμετοχής. Πρέπει επίσης να ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές όταν προτίθεται να αυξήσει την ειδική συμμετοχή του κατά τρόπο ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων του κεφαλαίου που κατέχει να φθάσει ή να υπερβεί το 20, το 33 ή το 50 %, ή η επιχείρηση επενδύσεων να καταστεί θυγατρική του.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν προθεσμία τριών μηνών κατ' ανώτατο όριο από την ημερομηνία της κοινοποίησης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο προκειμένου να αντιταχθούν στο εν λόγω σχέδιο εάν, με γνώμονα την ανάγκη συνετής και χρηστής διαχείρισης της επιχείρησης επενδύσεων, δεν έχουν πειστεί για την ποιότητα του προσώπου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Εφόσον δεν αντιταχθούν στο εν λόγω σχέδιο, οι αρμόδιες αρχές μπόρουν να καθορίσουν ανώτατη προθεσμία για την υλοποίησή του.

2. Εάν το πρόσωπο που αποκτά τις συμμετοχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, ή μητρική επιχείρηση μιας επιχείρησης επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή πρόσωπο το οποίο ελέγχει επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λετουργίας σε άλλο κράτος μέλος, και εάν, λόγω αυτής της απόκτησης συμμετοχής, η εν λόγω επιχείρηση γίνεται θυγατρική του αποκτώντος ή περιέρχεται υπό τον έλεγχό του, η εκτίμηση της απόκτησης συμμετοχής αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας προηγούμενων διαβουλεύσεων που αναφέρει το άρθρο 6.

3. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε πρόσωπο που προτίθεται να εκχωρήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε επιχείρηση επενδύσεων, πρέπει να ενημερώνει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές και να τους γνωστοποιεί το ύψος της συμμετοχής του. Το πρόσωπο αυτό πρέπει παρομοίως να ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές εφόσον προτίθεται να μειώσει την ειδική συμμετοχή του κατά τρόπον ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων του κεφαλαίου που κατέχει να υπολειφθεί του 20, του 33 ή του 50 %, ή η επιχείρηση επενδύσεων να παύσει να είναι θυγατρική του.

4. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων, μόλις ενημερωθούν, ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές τις αποκτήσεις ή εκχωρήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιό τους που επιφέρουν αύξηση ή μείωση των ποσοστών συμμετοχής που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων ανακοινώνουν επίσης στις αρμόδιες αρχές, τουλάχιστον μία φορά το χρόνο, τα ονόματα των μετόχων και εταίρων που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και τα ποσοστά αυτών των συμμετοχών, όπως προκύπτουν, για παράδειγμα, από τις πληροφορίες που ανακοινώνονται κατά τις ετήσιες γενικές συνελεύσεις των μετόχων ή εταίρων ή από τις πληροφορίες που περιέρχονται εις γνώση τους σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στις εταιρίες τις εισηγμένες σε χρηματιστήρια αξιών.

5. Αν η επιρροή των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης της επιχείρησης επενδύσεων, τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση. Στα μέτρα αυτά είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται, ιδίως, διαταγές, κυρώσεις κατά διευθυντών και διαχειριστών, ή αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές ή μερίδια που κατέχουν οι εν λόγω μέτοχοι ή εταίροι.

Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται και στα πρόσωπα που δεν τηρούν την υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής παρά την αντίθεση των αρμόδιων αρχών, τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που μπορούν να επιβάλλουν, προβλέπουν είτε την αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου, είτε την ακυρότητα είτε τη δυνατότητα ακύρωσης των σχετικών ψηφοφοριών.

Άρθρο 10

Το κράτος μέλος καταγωγής θεσπίζει κανόνες προληπτικής εποπείας, τους οποίους πρέπει πάντοτε να τηρεί η επιχείρηση επενδύσεων. Αυτοί οι κανόνες υποχρεώνουν ιδίως την επιχείρηση επενδύσεων:

- να έχει καλή διοικητική και λογιστική οργάνωση, κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου και ασφαλείας στον τομέα της ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων και πρόσφορους εσωτερικούς μηχανισμούς ελέγχου οι οποίοι περιλαμβάνουν ιδίως καθεστώς για τις πράξεις που μπορούν να διενεργούν οι υπάλληλοι της επιχείρησης,

- να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα όσον αφορά τους τίτλους που ανήκουν σε επενδυτές, ώστε να προστατεύονται τα δικαιώματα κυριότητος, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας της επιχείρησης και να αποτρέπει τη χρησιμοποίηση των τίτλων των επενδυτών από την επιχείρηση επενδύσεων για δικό της λογαριασμό, εκτός αν έχουν δώσει οι επενδυτές τη ρητή συγκατάθεσή τους,

- να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα όσον αφορά τα κεφάλαια των επενδυτών ώστε να προστατεύονται τα δικαιώματά τους και να αποτρέπει, εκτός από την περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, τη χρησιμοοποίηση των κεφαλαίων των επενδυτών από την επιχείρηση επενδύσεων για δικό της λογαριασμό,

- να μεριμνά ώστε η καταχώρηση των διενεργουμένων πράξεων να επιτρέπει τουλάχιστον στις αρχές του κράτους μέλους καταγωγής να ελέγχουν την τήρηση των κανόνων προληπτικής εποπτείας με την οποία είναι επιφορτισμένες. Αυτά τα καταχωρημένα στοιχεία πρέπει να διατηρούνται για μια περίοδο που θα καθοριστεί από τις αρμόδιες αρχές,

- να είναι διαρθρωμένη και οργανωμένη έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος βλάβης των συμφερόντων των πελατών της από συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ της επιχείρησης και των πελατών της ή μεταξύ των ιδίων των πελατών της. Ωστόσο, στην περίπτωση δημιουργίας υποκαταστήματος, ο τρόπος οργάνωσης δεν μπορεί να αντιφάσκει προς τους κανόνες συμπεριφοράς που επιβάλλει το κράτος μέλος υποδοχής όσον αφορά τη σύγκρουση συμφερόντων.

Άρθρο 11

1. Τα κράτη μέλη καθορίζουν κανόνες συμπεριφοράς τους οποίους οι επιχειρήσεις επενδύσεων είναι υποχρεωμένες να τηρούν πάντοτε. Οι κανόνες αυτοί πρέπει να υλοποιούν τουλάχιστον τις αρχές που διατυπώνονται στις ακόλουθες περιπτώσεις, και να εφαρμόζονται έτσι ώστε να λαμβάνεται υπόψη η επαγγελματική ιδιότητα του προσώπου στο οποίο παρέχεται η υπηρεσία. Οσάκις κρίνεται ενδεδειγμένο, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τους κανόνες αυτούς στις παρεπόμενες υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος. Οι αρχές αυτές υποχρεώνουν την επιχείρηση επενδύσεων:

- να ενεργεί, κατά την άσκηση της δραστηριότητάς της, με τρόπο θεμιτό και δίκαιο, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών της και η ακεραιότητα της αγοράς με τον καλύτερο τρόπο,

- να ενεργεί με την απαιτούμενη επιδεξιότητα, φροντίδα και επιμέλεια, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών της και η ακεραιότητα της αγοράς, με τον καλύτερο τρόπο,

- να διαθέτει και να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τους πόρους και τις διαδικασίες που απαιτούνται για την ευόδωση των δραστηριοτήτων της,

- να ενημερώνεται σχετικά με την οικονομική κατάσταση των πελατών της, την εμπειρία τους στον τομέα των επενδύσεων και τους στόχους τους όσον αφορά τις αιτούμενες υπηρεσίες,

- να ανακοινώνει καταλλήλως τις χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων με τους πελάτες της,

- να προσπαθεί να αποτρέπει τις συγκρούσεις συμφερόντων και, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, να φροντίζει ώστε οι πελάτες της να τυγχάνουν δίκαιης μεταχείρισης,

- να συμμορφώνεται προς όλες τις ρυθμίσεις που διέπουν την άσκηση των δραστηριοτήτων της έτσι ώστε να προωθούνται με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της και η ακεραιότητα της αγοράς.

2. Υπό την επιφύλαξη των αποφάσεων που θα ληφθούν στα πλαίσια εναρμόνισης των κανόνων συμπεριφοράς, η εφαρμογή και ο έλεγχος της τήρησης των κανόνων αυτών εξακολουθούν να υπόκεινται στις αρμοδιότητες του κράτους μέλους όπου παρέχεται η υπηρεσία.

3. Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων εκτελεί εντολή, το κριτήριο του επαγγέλματος του επενδυτή εκτιμάται, για την εφαρμογή των κανόνων της παραγράφου 1, σε σχέση με τον επενδυτή από τον οποίο προέρχεται η εντολή, ανεξάρτητα από το αν η εντολή αυτή διαβιβάζεται απευθείας από τον ίδιο τον επενδυτή ή εμμέσως με τη διαμεσολάβηση επιχείρησης επενδύσεων που παρέχει την υπηρεσία του τμήματος Α σημείο 1 α) του παραρτήματος.

Άρθρο 12

Η επιχείρηση υποχρεούται να ανακοινώνει στους επενδυτές, προτού συναλλαγεί μαζί τους, ποια κεφάλαια αποζημιώσεως ή ποια ισοδύναμη προστασία θα εφαρμοσθεί, όσον αφορά την ή τις σκοπούμενες συναλλαγές, την κάλυψη που παρέχει το ένα ή το άλλο σύστημα, ή την έλλειψη κεφαλαίων ή αποζημιώσεων.

Το Συμβούλιο λαμβάνει υπό σημείωση το γεγονός ότι η Επιτροπή δήλωσε ότι θα υποβάλει στο Συμβούλιο προτάσεις όσον αφορά την εναρμόνιση των συστημάτων αποζημίωσης σχετικά με τις πράξεις των επιχειρήσεων επενδύσεων το αργότερο μέχρι τις 31 Ιουλίου 1993. Το Συμβούλιο θα αποφασίσει το συντομότερο δυνατόν- επιδιωκόμενος στόχος είναι τα συστήματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο των προτάσεων αυτών να μπορέσουν να τεθούν σε εφαρμογή την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 13

Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εμποδίζουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες έχουν άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος να διαφημίζουν, με όλα τα διαθέσιμα μέσα επικοινωνίας στο κράτος μέλος υποδοχής, τις υπηρεσίες που παρέχουν, τηρουμένων των κανόνων που ενδεχομένως διέπουν τη μορφή και το περιεχόμενο αυτών των διαφημίσεων και οι οποίοι έχουν θεσπιστεί για λόγους γενικού συμφέροντος.

ΤΙΤΛΟΣ V Ελευθερία εγκαταστάσεως και ελεύθερη παροχή υπηρεσιών

Άρθρο 14

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μπορούν να ασκούνται στο έδαφός τους οι επενδυτικές υπηρεσίες και οι άλλες υπηρεσίες που απαριθμούνται στο τμήμα Γ του παραρτήματος, σύμφωνα με τα άρθρα 17, 18 και 19, είτε με την ίδρυση υποκαταστήματος είτε στα πλαίσια της παροχής υπηρεσιών, από κάθε επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και ελέγχεται από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη ότι οι εν λόγω υπηρεσίες καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας.

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις αρμοδιότητες των κρατών μελών υποδοχής όσον αφορά τα μερίδια των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ (14).

2. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξαρτούν την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 ίδρυση υποκαταστήματος ή παροχή υπηρεσιών από την υποχρέωση λήψης άδειας λειτουργίας, ούτε από τη σύσταση αρχικού κεφαλαίου ούτε από κανένα άλλο μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος.

3. Ένα κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί να διενεργούνται σε οργανωμένη αγορά οι συναλλαγές που έχουν σχέση με τις υπηρεσίες της παραγράφου 1, όταν πληρούν το σύνολο των ακολούθων κριτηρίων:

- ο επενδυτής έχει τη συνήθη διαμονή του ή είναι εγκατεστημένος σε αυτό το κράτος μέλος,

- η επιχείρηση επενδύσεων πραγματοποιεί τη συναλλαγή είτε μέσω κύριου καταστήματος ή υποκαταστήματος ευρισκομένου σ' αυτό το κράτος μέλος, είτε στα πλαίσια της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εν λόγω κράτος μέλος,

- η συναλλαγή αφορά τίτλο διαπραγματεύσιμο σε οργανωμένη αγορά του εν λόγω κράτους μέλους.

4. Όταν ένα κράτος μέλος εφαρμόζει την παράγραφο 3, δίνει στους επενδυτές που έχουν τη συνήθη διαμονή τους ή είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του το δικαίωμα να παρεκκλίνουν από την υποχρέωση που επιβάλλεται δυνάμει της παραγράφου 3 και να ζητήσουν την εκτός οργανωμένης αγοράς διενέργεια των συναλλαγών που αναφέρονται στην παράγραφο 3. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαρτούν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από την ύπαρξη ρητής εξουσιοδότητης, λαμβανομένων υπόψη των ποικίλων αναγκών προστασίας του επενδυτή, και ιδίως της ικανότητας των επαγγελματιών και θεσμικών επενδυτών να ενεργούν προς το συμφέρον τους. Η εξουσιοδότητη αυτή πρέπει εν πάση περιπτώσει να δίνεται υπό όρους που δεν παρεμποδίζουν την ταχεία διεκπεραίωση των εντολών του επενδυτή.

5. Η Επιτροπή υποβάλλει αναφορά σχετικά με την εφαρμογή των παραγράφων 3 και 4 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998, το αργότερο, και προτείνει, ενδεχομένως, τις ενδεδειγμένες τροποποιήσεις.

Άρθρο 15

1. Υπό την επιφύλαξη της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που αναφέρονται στο άρθρο 14, τα κράτη μέλη υποδοχής μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους, να παρέχουν τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α σημεία 1β) και 2 του παραρτήματος, να μπορούν να γίνουν μέλη, άμεσα ή έμμεσα, στα κράτη μέλη υποδοχής, στις οργανωμένες αγορές στα πλαίσια των οποίων παρέχονται παρόμοιες υπηρεσίες ή να έχουν πρόσβαση σ' αυτές, άμεσα ή έμμεσα, καθώς και να έχουν πρόσβαση ή να μπορούν να γίνουν μέλη στα συστήματα εκκαθαρίσεως και συμψηφισμού που είναι διαθέσιμα για τα μέλη αυτών των οργανωμένων αγορών.

Τα κράτη μέλη καταργούν τους εθνικούς κανόνες ή νόμους ή τα καταστατικά των οργανωμένων αγορών, που περιορίζουν τον αριθμό των προσώπων τα οποία μπορούν να γίνουν δεκτά. Αν η πρόσβαση σε οργανωμένη αγορά είναι περιορισμένη, λόγω της νομικής της διάρθρωσης ή των τεχνικών της δυνατοτήτων, τα κράτη μέλη ενεργούν έτσι ώστε η εν λόγω διάρθρωση και οι δυνατότητες αυτές να αναπροσαρμόζονται τακτικά.

2. Η ιδιότητα του μέλους οργανωμένης αγοράς ή η πρόσβαση σε αυτήν προϋποθέτουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων πληρούν τις απαιτήσεις της επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων και ότι το κράτος μέλος καταγωγής ελέγχει την επάρκεια αυτή σύμφωνα με την οδηγία 93/6/ΕΟΚ.

Τα κράτη μέλη υποδοχής δεν δικαιούνται να επιβάλλουν πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις, παρά μόνο για ότι δεν καλύπτονται από την εν λόγω οδηγία.

Η πρόσβαση σε οργανωμένη αγορά, η απόκτηση της ιδιότητας του μέλους ή η διατήρησή τους εξαρτώνται από την τήρηση των κανόνων αυτής της οργανωμένης αγοράς όσον αφορά τη σύσταση και τη διοίκησή της καθώς και από την τήρηση των κανόνων που αφορούν τις πράξεις στη συγκεκριμένη αγορά, και των κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας που επιβάλλονται στο προσωπικό το οποίο εργάζεται σ' αυτήν ή σε επαφή μαζί της, καθώς και από την τήρηση των κανόνων και διαδικασιών των συστημάτων εκκαθαρίσεως και συμψηφισμού. Ο τρόπος εφαρμογής των εν λόγω κανόνων και διαδικασιών μπορεί να προσαρμοσθεί καταλλήλως προκειμένου, ιδίως, να εξασφαλιστεί η εκπλήρωση των απορρεουσών εξ αυτών υποχρεώσεων, τηρουμένου, ωστόσο, του άρθρου 28.

3. Για να ανταποκριθούν στη υποχρέωση της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη υποδοχής οφείλουν να παρέχουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρει η εν λόγω παράγραφος την εναλλακτική δυνατότητα να γίνουν μέλη των οργανωμένων αγορών τους ή να έχουν πρόσβαση σε αυτές:

- είτε άμεσα, με τη δημιουργία υποκαταστήματος στο κράτος μέλος υποδοχής,

- είτε έμμεσα, με την ίδρυση θυγατρικής στο κράτος μέλος υποδοχής ή με την απόκτηση της υφιστάμενης επιχείρησης του κράτους υποδοχής, που είναι ήδη μέλος ή έχει πρόσβαση στις εν λόγω αγορές.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη τα οποία, κατά την έκδοση της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζουν νομοθεσία που επιτρέπει στα πιστωτικά ιδρύματα να γίνουν μέλη οργανωμένης αγοράς ή να έχουν πρόσβαση σε αυτήν μόνον μέσω εξειδικευμένης θυγατρικής, μπορούν να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1996, την ίδια αυτή υποχρέωση, αλλά χωρίς διακρίσεις, και στα πιστωτικά ιδρύματα καταγωγής άλλων κρατών όσον αφορά την πρόσβαση σε αυτήν την οργανωμένη αγορά.

Το Βασίλειο της Ισπανίας, η Ελληνική Δημοκρατία και η Πορτογαλική Δημοκρατία μπορούν να παρατείνουν την περίοδο αυτή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1999. Ένα έτος πριν την ημερομηνία αυτή, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση, λαμβάνοντας υπόψη της την πείρα που έχει αποκτηθεί από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, και υποβάλλει, ενδεχομένως, πρόταση. Το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία, βάσει της εν λόγω προτάσεως, την αναθεώρηση αυτού του καθεστώτος.

4. Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 1, 2 και 3, όταν η οργανωμένη αγορά του κράτους μέλους υποδοχής λειτουργεί χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε φυσική παρουσία, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μπορούν να γίνουν μέλη της ή να έχουν πρόσβαση σ' αυτήν, στην αυτή βάση, χωρίς να απαιτείται εγκατάστασή τους στο κράτος μέλος υποδοχής. Για να επιτρέψει στις επιχειρήσεις επενδύσεων να γίνουν δεκτές σε οργανωμένη αγορά του κράτους υποδοχής, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, το κράτος μέλος καταγωγής επιτρέπει σ' αυτές τις οργανωμένες αγορές, να παρέχουν τις κατάλληλες διευκολύνσεις, για το σκοπό αυτό, στο έδαφός του.

5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την ευχέρεια των κρατών μελών να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη δημιουργία νέων αγορών στο έδαφός τους.

6. Το παρόν άρθρο δεν θίγει:

- στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τη νομοθεσία για τον "Kursmakler",

- στις Κάτω Χώρες, τη νομοθεσία για τον "hoekman".

Άρθρο 16

Για τους σκοπούς της αμοιβαίας αναγνώρισης και της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, επαφίεται σε κάθε κράτος μέλος να καταρτίσει τον κατάλογο των οργανωμένων αγορών των οποίων αποτελεί το κράτος καταγωγής και οι οποίες είναι σύμφωνες προς τη νομοθεσία του και να ανακοινώσει τον κατάλογο αυτό καθώς και τους κανόνες οργάνωσης και λειτουργίας αυτών των οργανωμένων αγορών στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή, προς ενημέρωσή τους. Η ίδια ανακοίνωση θα γίνεται και για κάθε τροποποίηση των προαναφερόμενων κανόνων ή καταλόγου. Η Επιτροπή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τουλάχιστον μια φορά κατ' έτος, τους καταλόγους των οργανωμένων αγορών και την ενημέρωσή τους.

Η Επιτροπή υποβάλλει, πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1996, έκθεση για τις πληροφορίες που έλαβε κατ' αυτόν τον τρόπο και, ενδεχομένως, προτείνει τροποποιήσεις του ορισμού των οργανωμένων αγορών κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 17

1. Εκτός από την τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 3, η επιχείρηση επενδύσεων που επιθυμεί να εγκαταστήσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος απευθύνει κοινοποίηση προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

2. Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε επιχείρηση επενδύσεων που επιθυμεί να εγκαταστήσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος να συνοδεύει την κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 με τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) Το κράτος μέλος στο οποίο προτίθεται να ιδρύσει υποκατάστημα-

β) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων, στο οποίο αναγράφονται, μεταξύ αλλων, το είδος των εργασιών τις οποίες σχεδιάζει να ασκήσει το υποκατάστημα και η οργανωτική του δομή-

γ) τη διεύθυνση, στο κράτος μέλος υποδοχής, στην οποία μπορούν να του ζητούνται έγγραφα-

δ) τα ονόματα των διευθυνόντων το υποκατάστημα.

3. Αν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν έχουν λόγους να αμφιβάλλουν για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της χρηματοπιστωτικής κατάστασης της επιχείρησης επενδύσεων, λαμβανομένου υπόψη του συγκεκριμένου σχεδίου δραστηριοτήτων, εντός τριών μηνών αφότου λάβουν όλες αυτές τις πληροφορίες, τις ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και ενημερώνουν σχετικά την ενδιαφερόμενη επιχείρηση επενδύσεων.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής παρέχουν επίσης διευκρινίσεις σχετικά με όλα τα συστήματα αποζημίωσης που έχουν στόχο τη διασφάλιση της προστασίας των επενδυτών του υποκαταστήματος.

Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής αρνηθούν να ανακοινώσουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιούν τους λόγους της άρνησής τους στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση επενδύσεων εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών. Η άρνηση αυτή ή η παράλειψη απάντησης μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής προσφυγής στο κράτος μέλος καταγωγής.

4. Πριν από την έναρξη των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος της επιχείρησης επενδύσεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήψη των πληροφορίων που αναφέρονται στην παράγραφο 3, οργανώνουν την εποπτεία της επιχείρησης επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 19 και, εφόσον είναι αναγκαίο, γνωστοποιούν τις προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων συμπεριφοράς, υπό τις οποίες, για λόγους γενικού συμφέροντος, οι δραστηριότητες αυτές πρέπει να ασκούνται στο κράτος μέλος υποδοχής.

5. Μόλις παραλάβει ανακοίνωση από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, ή σε περίπτωση σιωπής εκ μέρους των, μόλις λήξει η προθεσμία της παραγράφου 4, το υποκατάστημα μπορεί να εγκατασταθεί και να αρχίσει τις δραστηριότητές του.

6. Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχεία β), γ) και δ), η επιχείρηση επενδύσεων γνωστοποιεί γραπτώς τη μεταβολή αυτή στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής, ένα μήνα τουλάχιστον πριν επιφέρει τη μεταβολή αυτή, ώστε να μπορέσουν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής να αποφασίσουν επί της μεταβολής αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 3 και οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής σύμφωνα με την παράγραφο 4.

7. Σε περίπτωση μεταβολής των πληροφοριών που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο, οι αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνουν σχετικά τις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

Άρθρο 18

1. Η επιχείρηση επενδύσεων που επιθυμεί να ασκήσει, για πρώτη φορά, τις δραστηριότητές της στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής:

- το κράτος μέλος στο οποίο προτίθεται ν' ασκήσει δραστηριότητες,

- ένα πρόγραμμα δραστηριοτήτων, που θα αναφέρει συγκεκριμένα την ή τις επενδυτικές υπηρεσίες τις οποίες σκοπεύει να παρέχει.

2. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής την κοινοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, εντός προθεσμίας ενός μηνός από την παραλαβή της. Κατόπιν τούτου, η επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να αρχίσει την παροχή της ή των εν λόγω επενδυτικών υπηρεσιών στο κράτος μέλος υποδοχής.

Μόλις παραλάβουν την κοινοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής διαβιβάζουν, κατά περίπτωση, στην επιχείρηση επενδύσεων, τους όρους, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων συμπεριφοράς, που θα διέπουν τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στο κράτος μέλος υποδοχής, για λόγους γενικού συμφέροντος.

3. Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου των πληροφοριών που κοινοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεύτερη περίπτωση, η επιχείρηση επενδύσεων γνωστοποιεί γραπτώς τη μεταβολή αυτή στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής πριν επιφέρει τη μεταβολή αυτή, ώστε οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής να μπορέσουν, ενδεχομένως, να υποδείξουν στην επιχείρηση οποιαδήποτε μεταβολή ή προσθήκη στις πληροφορίες που έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 19

1. Τα κράτη μέλη υποδοχής μπορούν να απαιτούν, για στατιστικούς λόγους, από όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν ιδρύσει υποκαταστήματα στο έδαφός τους, την υποβολή περιοδικών εκθέσεων στις αρμόδιες αρχές τους σχετικά με τις πράξεις που εκτελούν στο έδαφός τους.

Τα κράτη μέλη υποδοχής, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στα πλαίσια της νομισματικής πολιτικής δικαιούνται, με την επιφύλαξη των αναγκαίων μέτρων για την ενίσχυση του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος, να απαιτούν, εντός της επικράτειάς τους, από όλα τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων, καταγωγής άλλων κρατών μελών, τις πληροφορίες που απαιτούν για τον σκοπό αυτό και από τις εθνικές επιχειρήσεις επενδύσεων.

2. Στα πλαίσια της άσκησης των αρμοδιοτήτων που τους παρέχονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη υποδοχής μπορούν να απαιτούν από τα υποκαταστήματα των επιχειρήσεων επενδύσεων τις ίδιες πληροφορίες που απαιτούν, για τον σκοπό αυτό, και από τις εθνικές επιχειρήσεις.

Τα κράτη μέλη υποδοχής μπορούν να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ενεργούν υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο έδαφός τους τις αναγκαίες πληροφορίες για τον έλεγχο της εκ μέρους των επιχειρήσεων αυτών τήρησης των οικείων κανόνων των κρατών μελών υποδοχής που τους επιβάλλονται, χωρίς όμως οι απαιτήσεις αυτές να μπορούν να υπερβαίνουν τις απαιτήσεις που τα ίδια αυτά κράτη μέλη έχουν έναντι των επιχειρήσεων των εγκατεστημένων στο έδαφός τους, όσον αφορά τον έλεγχο της τήρησης των ιδίων αυτών κανόνων.

3. Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής διαπιστώσουν ότι μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες στο έδαφός τους, δεν τηρεί τις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις που έχει θεσπίσει αυτό το κράτος μέλος κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας οι οποίες ρυθμίζουν τις εξουσίες των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής, οι αρχές αυτές απαιτούν από την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων να παύσει αυτή την αντικανονική συμπεριφορά.

4. Εάν η συγκεκριμένη επιχείρηση επενδύσεων δεν λάβει τα αναγκαία μέτρα, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, οι οποίες λαμβάνουν, το συντομότερο δυνατό, όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων θα παύσει την αντικανονική αυτή συμπεριφορά. Η φύση των μέτρων αυτών ανακοινώνεται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

5. Εάν, παρά τη λήψη των μέτρων αυτών από το κράτος μέλος καταγωγής, ή λόγω ανεπάρκειας των μέτρων αυτών ή μη εφαρμογής τους στο εν λόγω κράτος μέλος, η επιχείρηση επενδύσεων εξακολουθεί να παραβαίνει τις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις του κράτους μέλους υποδοχής που αναφέρονται στην παράγραφο 3, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί, αφού ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την πρόληψη ή κύρωση νέων παραβάσεων, και εφόσον είναι αναγκαίο, να εμποδίσει αυτή την επιχείρηση επενδύσεων να πραγματοποιήσει νέες επενδυτικές πράξεις στο έδαφός του. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, στο έδαφός τους, τα έγγραφα που είναι απαραίτητα για τη λήψη παρόμοιων μέτρων να μπορούν να επιδίδονται στις επιχειρήσεις επενδύσεων.

6. Οι ανωτέρω διατάξεις δεν θίγουν τις εξουσίες των κρατών μελών υποδοχής όσον αφορά τη λήψη κατάλληλων μέτρων για την πρόληψη ή κύρωση, στο έδαφός τους, παραβάσεων των κανόνων συμπεριφοράς των θεσπιζομένων κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 καθώς και άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που έχουν θεσπίσει για λόγους γενικού συμφέροντος. Αυτό συνεπάγεται και τη δυνατότητα να εμποδίζουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων - παραβάτες να πραγματοποιούν νέες επενδυτικές πράξεις στο έδαφός τους.

7. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται κατ' εφαρμογή των παραγράφων 4, 5 και 6 για την επιβολή κυρώσεων ή περιορισμών στις δραστηριότητες μιας επιχείρησης επενδύσεων, πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένο και να ανακοινώνεται στην ενδιαφερομένη επιχείρηση επενδύσεων. Καθένα από τα μέτρα αυτά μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής προσφυγής στο κράτος μέλος που έλαβε το εν λόγω μέτρο.

8. Πριν από την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στις παραγράφους 3, 4 και 5, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν, σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης, να λαμβάνουν τα αναγκαία συντηρητικά μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των επενδυτών ή των άλλων προσώπων στα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες. Η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερομένων κρατών μελών πρέπει να ενημερώνονται το συντομότερο δυνατό για τα μέτρα αυτά.

Η Επιτροπή, αφού ζητήσει τη γνώμη των αρμοδίων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών, μπορεί να αποφασίσει ότι το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να τροποποιήσει ή να καταργήσει τα μέτρα αυτά.

9. Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνονται και λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να εμποδίσουν την ενδιαφερόμενη επιχείρηση επενδύσεων να πραγματοποιήσει άλλες επενδυτικές πράξεις στο έδαφός του και να διασφαλίσουν τα συμφέροντα των επενδυτών. Κάθε δύο χρόνια, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση για τις περιπτώσεις αυτές σε επιτροπή που θα συσταθεί αργότερα στον τομέα των κινητών αξιών.

10. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τον αριθμό και το είδος των περιπτώσεων στις οποίες ελήφθησαν απορριπτικές αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 17 ή μέτρα σύμφωνα με την παράγραφο 5. Κάθε δύο χρόνια, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση για τις περιπτώσεις αυτές σε επιτροπή που θα συσταθεί αργότερα στον τομέα των κινητών αξιών.

Άρθρο 20

1. Τα κράτη μέλη καταγωγής, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες για την εποπτεία και την αγορά αρχές έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες τις αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους, απαιτούν τουλάχιστον:

α) με την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 10, οι επιχειρήσεις επενδύσεων να τηρούν στη διάθεση των αρχών, επί πέντε τουλάχιστον έτη, τα προσήκοντα στοιχεία για τις συναλλαγές σχετικά με τις υπηρεσίες που αναφέρει το άρθρο 14 παράγραφος 1 τις οποίες έχουν πραγματοποιήσει και οι οποίες είχαν αντικείμενο τίτλους διαπραγματεύσιμους σε οργανωμένη αγορά, ανεξαρτήτως του αν οι συναλλαγές αυτές πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια οργανωμένης ή μη αγοράς-

β) οι επιχειρήσεις επενδύσεων να δηλώνουν σε αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους όλες τις συναλλαγές που αναφέρονται στο στοιχείο α), όταν οι συναλλαγές αυτές αφορούν:

- μετοχές ή άλλους τίτλους που δίνουν πρόσβαση στο κεφάλαιο,

- ομολογίες ή άλλους ισοδύναμους τίτλους,

- τυποποιημένα προθεσμιακά συμβόλαια με αντικείμενο μετοχές,

- τυποποιημένες options (δικαιώματα προαιρέσεως) επί μετοχών.

Η δήλωση αυτή πρέπει να τίθεται στη διάθεση της αρχής το συντομότερο δυνατό. Η προθεσμία καθορίζεται από την αρχή, μπορεί δε να παρατείνεται μέχρι το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας, για δικαιολογημένους υπηρεσιακούς ή πρακτικούς λόγους, χωρίς όμως να μπορεί ποτέ να υπερβεί το όριο αυτό.

Η δήλωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει ιδίως την ονομασία και τον αριθμό των τίτλων που αγοράσθηκαν ή πωλήθηκαν, την ημερομηνία την ώρα και την αξία της συναλλαγής και την ταυτότητα της επιχείρησης επενδύσεων.

Τα κράτη μέλη καταγωγής μπορούν να προβλέπουν ότι η υποχρέωση του παρόντος στοιχείου β) ισχύει για τις ομολογίες και τους ισοδύναμους τίτλους μόνον για το σύνολο των συναλλαγών που αφορούν ένα και τον αυτό τίτλο.

2. Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων πραγματοποιεί συναλλαγές σε οργανωμένη αγορά σε κράτος μέλος υποδοχής, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να μη ζητήσει την υποβολή δήλωσης, εάν η επιχείρηση επενδύσεων υπόκειται, όσον αφορά την ίδια αυτή συναλλαγή, σε ισοδύναμες απαιτήσεις υποβολής δήλωσης στις αρχές στις οποίες υπόγεται η εν λόγω αγορά.

3. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι δηλώσεις που αναφέρει η παράγραφος 1 στοιχείο β) υποβάλλονται είτε από την ίδια την επιχείρηση επενδύσεων ή μέσω ενός συστήματος αντιστοίχιστης των εντολών (trade matching system), είτε μέσω των αρχών χρηματιστηρίου αξιών ή άλλης οργανωμένης αγοράς.

4. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες που είναι διαθέσιμες δυνάμει του παρόντος άρθρου να διατίθενται και για την ορθή εφαρμογή του άρθρου 23.

5. Κάθε κράτος μέλος μπορεί, χωρίς διακρίσεις, να θεσπίζει ή να διατηρεί, στον τομέα που διέπεται από το παρόν άρθρο, διατάξεις αυστηρότερες, τόσο επί της ουσίας όσο και επί του τύπου, σχετικά με τη διατήρηση και τη δήλωση των στοιχείων που αφορούν τις συναλλαγές οι οποίες:

- πραγματοποιούνται σε οργανωμένη αγορά της οποίας είναι το κράτος μέλος καταγωγής ή

- διενεργούνται από επιχειρήσεις επενδύσεων για τις οποίες είναι το κράτος μέλος καταγωγής.

Άρθρο 21

1. Προκειμένου να είναι σε θέση οι επενδυτές να αξιολογούν ανά πάσα στιγμή τους όρους μιας συγκεκριμένης συναλλαγής που προτίθενται να διενεργήσουν, και να εξακριβώνουν εκ των υστέρων τους όρους εκτέλεσής της, κάθε αρμόδια αρχή λαμβάνει, για καθεμία από τις οργανωμένες αγορές που έχει εγγράψει στον κατάλογο που προβλέπει το άρθρο 16, μέτρα για την παροχή, των πληροφοριών της παράγραφου 2 στους επενδυτές. Σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που αναφέρει η παράγραφος 2, οι αρμόδιες αρχές ορίζουν τον τύπο και τις ακριβείς προθεσμίες εντός των οποίων οι πληροφορίες αυτές πρέπει να παρέχονται καθώς και τους τρόπους με τους οποίους πρέπει να διατίθενται οι πληροφορίες αυτές, λαμβανομένων υπόψη της φύσης, του μεγέθους και των αναγκών της συγκεκριμένης αγοράς και των επενδυτών που συναλλάσσονται στην εν λόγω αγορά.

2. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν για κάθε τίτλο τουλάχιστον:

α) δημοσίευση, στην αρχή κάθε ημέρας λειτουργίας της αγοράς, της μέσης σταθμισμένης τιμής, της ανώτερης και της χαμηλότερης τιμής και του όγκου των συναλλαγών στη συγκεκριμένη οργανωμένη αγορά καθόλη την προηγούμενη ημέρα λειτουργίας-

β) επιπλέον, για τις αγορές συνεχούς λειτουργίας που βασίζονται σε αντιστοίχιση των εντολών και για τις αγορές με επίσημες τιμές, δημοσίευση:

- στο τέλος κάθε ώρας λειτουργίας της αγοράς, της μέσης σταθμισμένης τιμής και του όγκου που έγινε αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη συγκεκριμένη οργανωμένη αγορά για περίοδο λειτουργίας έξι ωρών, τερματιζόμενης κατά τρόπον ώστε να υπάρχει ενδιάμεσο διάστημα λειτουργίας της αγοράς δύο ωρών πριν από τη δημοσίευση και

- κάθε είκοσι λεπτά, της μέσης σταθμισμένης τιμής, της ανώτερης και της χαμηλότερης τιμής, στη συγκεκριμένη οργανωμένη αγορά, υπολογιζόμενης με βάση μια περίοδο λειτουργίας δύο ωρών, τερματιζόμενης κατά τρόπο ώστε να υπάρχει ενδιάμεσο διάστημα μιας ώρας λειτουργίας της αγοράς πριν από τη δημοσίευση.

Όταν οι επενδυτές έχουν εκ των προτέρων πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τις τιμές και τις ποσότητες στις οποίες μπορούν να πραγματοποιηθούν οι συναλλαγές:

i) οι πληροφορίες αυτές πρέπει να είναι διαθέσιμες ανά πάσα στιγμή κατά τις ώρες λειτουργίας της αγοράς,

ii) οι όροι που αναγγέλλονται για συγκεκριμένες τιμές και ποσότητες πρέπει να ταυτίζονται με τους όρους υπό τους οποίους ο επενδυτής μπορεί να πραγματοποιήσει μια τέτοια συναλλαγή.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να καθυστερούν ή να αναστέλλουν τη δημοσίευση, εάν αυτό δικαιολογείται λόγω έκτακτων συνθηκών της αγοράς ή λόγω του μικρού μεγέθους της αγοράς προκειμένου να διαφυλάξουν την ανωνυμία των επιχειρήσεων και των επενδυτών. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εφαρμόζουν ειδικές διατάξεις σε περιπτώσεις συναλλαγών εξαιρετικής φύσεως και όγκου σε σχέση με το μέσο όγκο συναλλαγών που διενεργούνται στην αγορά με αντικείμενο τον ίδιο τίτλο ή σε περιπτώσεις τίτλων που έχουν χαρακτηριστεί με βάση δημοσιευμένα και αντικειμενικά κριτήρια ως πολύ δύσκολα ρευστοποιήσιμοι. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εφαρμόζουν ελαστικότερες διατάξεις, ιδίως όσον αφορά τις προθεσμίες δημοσιεύσεων, στις περιπτώσεις συναλλαγών με αντικείμενο ομολογίες ή τίτλους ισοδύναμους με ομολογίες.

3. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να θεσπίζει ή να διατηρεί, στον τομέα που διέπεται από το παρόν άρθρο, διατάξεις αυστηρότερες ή συμπληρωματικές καθόσον αφορά τον τύπο και την ουσία των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται στους επενδυτές σχετικά με τις συναλλαγές που διενεργούνται στις οργανωμένες αγορές των οποίων είναι το κράτος μέλος καταγωγής, υπό τον όρο ότι οι διατάξεις αυτές θα εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εκδότης του χρηματοπιστωτικού τίτλου ή το κράτος μέλος στην οργανωμένη αγορά του οποίου εισήχθη για πρώτη φορά ο τίτλος.

4. Το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει, προτάσει της Επιτροπής, την τροποποίηση του άρθρου αυτού με ειδική πλειοψηφία.

ΤΙΤΛΟΣ VI Αρχές αρμόδιες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και για την εποπτεία

Άρθρο 22

1. Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρμόδιες αρχές που πρέπει να ασκούν τις αρμοδιότητες τις οποίες προβλέπει η παρούσα οδηγία. Ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή, αναφέροντας την ενδεχόμενη κατανομή αυτών των αρμοδιοτήτων.

2. Οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει να είναι είτε δημόσιες αρχές είτε οργανισμοί που αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο ή από δημόσιες αρχές ρητώς προς τούτο εξουσιοδοτημένες από την εθνική νομοθεσία.

3. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να διαθέτουν όλες τις εξουσίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 23

1. Όταν υπάρχουν πολλές αρμόδιες αρχές στο ίδιο κράτος μέλος, οι εν λόγω αρχές συνεργάζονται στενά για την εποπτεία των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων που λειτουργούν στο κράτος μέλος αυτό.

2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την εδραίωση της συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων αυτών αρχών και των δημοσίων αρχών εποπτείας των χρηματαγορών και των πιστωτικών και άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, καθώς και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όσον αφορά τους οργανισμούς που εποπτεύει καθεμία από τις αρχές αυτές.

3. Όταν, δια της παροχής υπηρεσιών ή δια της ιδρύσεως υποκαταστημάτων, επιχειρήσεις επενδύσεων λειτουργούν σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη εκτός από το κράτος μέλος καταγωγής, οι αρμόδιες αρχές όλων των ενδιαφερομένων κρατών μελών συνεργάζονται στενά για να ασκήσουν αποτελεσματικότερα τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους στους τομείς τους οποίους καλύπτει η παρούσα οδηγία.

Ανταλλάσσουν μετά από σχετική αίτηση και για ό,τι αφορά τη διαχείριση και τη διάρθρωση αυτών των επιχειρήσεων επενδύσεων κάθε πληροφορία που μπορεί να διευκολύνει την εποπτεία τους καθώς και κάθε πληροφορία που μπορεί να διευκολύνει τον έλεγχο αυτών των επιχειρήσεων. Ειδικότερα, οι αρχές του κράτους μέλους καταγωγής συνεργάζονται ώστε να διασφαλίζεται η συλλογή από τις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνονται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής, στο βαθμό που απαιτείται για την άσκηση των ελεγκτικών εξουσιών τους, σχετικά με τα μέτρα δια των οποίων επιβάλλονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων κυρώσεις ή περιορισμός των δραστηριοτήτων τους, εκ μέρους του κράτους μέλους υποδοχής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 παράγραφος 6.

Άρθρο 24

1. Τα κράτη μέλη υποδοχής μεριμνούν ώστε, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ασκεί τις δραστηριότητές της στο κράτος μέλος υποδοχής, μέσω υποκαταστήματος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής να μπορούν, αφού ενημερώσουν προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, να προβαίνουν, οι ίδιες ή μέσω εντεταλμένων προς τούτο προσώπων, στην επιτόπια εξακρίβωση των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 3.

2. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν επίσης να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τη διενέργεια αυτής της εξακρίβωσης. Οι αρχές που παραλαμβάνουν την αίτηση αυτή πρέπει να δώσουν συνέχεια, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, είτε διενεργώντας οι ίδιες την εξακρίβωση αυτή, είτε επιτρέποντας στις αρχές που υπέβαλαν τη σχετική αίτηση να τη διενεργήσουν, είτε επιτρέποντας τη διενέργειά της από ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα.

3. Το παρόν άρθρο δεν επηρεάζει το δικαίωμα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής να προσφεύγουν στον επιτόπιο έλεγχο των εγκατεστημένων στο έδαφός τους υποκαταστημάτων κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων οι οποίες τους απονέμονται βάσει της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 25

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, κάθε πρόσωπο που ασκεί ή έχει ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό των αρμοδίων αρχών, καθώς και οι εντεταλμένοι από τις αρμόδιες αρχές ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες, υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Το απόρρητο αυτό συνεπάγεται ότι οι εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες περιέρχονται στα πρόσωπα αυτά, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, επιτρέπεται να γνωστοποιηθούν σε πρόσωπο ή αρχή μόνο με συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή που να μην επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των μεμονωμένων επιχειρήσεων επενδύσεων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο.

Εντούτοις, όταν πρόκειται για επιχείρηση επενδύσεων που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή ευρίσκεται υπό εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες δεν αφορούν τρίτους που συμμετέχουν στις προσπάθειες διάσωσης της επιχείρησης επιτρέπεται να ανακοινωθούν στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού ή εμπορικού δικαίου.

2. Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει τις αρμόδιες τις αρμόδιες αρχές των διαφόρων κρατών μελών να ανταλλάσσουν πληροφορίες σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και τις άλλες οδηγίες που ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Αυτές οι πληροφορίες εμπίπτουν επίσης στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών συμφωνίες συνεργασίας που να προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μόνον εφόσον οι χορηγούμενες πληροφορίες καλύπτονται, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

4. Οι αρμόδιες αρχές οι οποίες δέχονται εμπιστευτικές πληροφορίες, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2, τις χρησιμοποιούν μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προκειμένου:

- να εξακριβώσουν εάν πληρούνται οι όροι πρόσβασης των επιχειρήσεων επενδύσεων στην επιχειρηματική δραστηριότητα, και να διευκολύνουν τον ατομικό ή ενοποιημένο έλεγχο των όρων άσκησης αυτής της δραστηριότητας, ειδικά όσον αφορά τις προϋποθέσεις επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στην οδηγία 93/6/ΕΟΚ, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου ή

- να επιβάλουν κυρώσεις ή

- στα πλαίσια διοικητικής προσφυγής κατά απόφασης αρμόδιας αρχής ή

- στα πλαίσια δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί βάσει του άρθρου 26.

5. Οι παράγραφοι 1 και 4 δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών:

α) στο εσωτερικό ενός και του αυτού κράτους μέλους, όταν υπάρχουν πλείονες αρμόδιες αρχές ή

β) στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους ή μεταξύ κρατών μελών, μεταξύ των αρμοδίων αρχών και:

- των αρχών στις οποίες το κράτος έχει αναθέσει την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, των άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων καθώς και των αρχών εποπτείας των χρηματαγορών,

- των οργάνων που έχουν αναλάβει τις διαδικασίες εκκαθάρισης και πτώχευσης των επιχειρήσεων επενδύσεων και άλλες παρεμφερείς διαδικασίες ή

- των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με το νομικό έλεγχο των λογαριασμών των επιχειρήσεων επενδύσεων και των άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων,

για την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων τους, καθώς και για τη διαβίβαση σε όργανα που είναι επιφορτισμένα με τη διαχείριση συστημάτων αποζημιώσεως, των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι πληροφορίες αυτές υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν επίσης τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν στις κεντρικές τράπεζες που δεν διεξάγουν ατομικό έλεγχο πιστωτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων επενδύσεων τις πληροφορίες που τυχόν τους χρειάζονται για να ενεργήσουν ως νομισματικές αρχές. Οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

7. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να ανακοινώνουν τις πληροφοριές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 σε γραφείο συμψηφισμού ή άλλον παρόμοιο οργανισμό, αναγνωρισμένο από την εθνική νομοθεσία να παρέχει συμψηφιστικές υπηρεσίες ή να διακανονίζει συμβάσεις σε μία από τις αγορές του κράτους μέλους τους, εάν θεωρούν ότι η ανακοίνωση αυτή είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των οργανισμών αυτών σε σχέση με παραβάσεις, ακόμα και δυνητικές, των συμμετεχόντων στην αγορά αυτή. Οι πληροφορίες οι οποίες λαμβάνονται στα πλαίσια αυτά υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Τα κράτη μέλη φροντίζουν, ωστόσο, οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει της παραγράφου 2 να μην μπορούν να κοινολογούνται, στην περίπτωση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο, χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών οι οποίες κοινολόγησαν τις εν λόγω πληροφορίες.

8. Εξάλλου, παρά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν, δυνάμει νομοθετικών διατάξεων, τη γνωστοποίηση ορισμένων πληροφοριών σε άλλες υπηρεσίες της κεντρικής διοίκησης που είναι αρμόδιες για τη νομοθεσία περί εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων επενδύσεων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και στους επιθεωρητές που είναι εντεταλμένοι από τις εν λόγω υπηρεσίες.

Ωστόσο, η παροχή αυτών των πληροφοριών επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για λόγους προληπτικού ελέγχου.

Εντούτοις, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει των παραγράφων 2 και 5, καθώς και εκείνες που συγκεντρώνονται μέσω των επιτοπίων ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 24, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο των ανακοινώσεων που αναφέρει η παρούσα παράγραφος, χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που ανακοίνωσαν τις πληροφορίες ή των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους στο οποίο διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος.

9. Εάν ένα κράτος μέλος προβλέπει, κατά την έκδοση της παρούσας οδηγίας, ανταλλαγή πληροφοριών από τη μια αρχή προς την άλλη για λόγους ελέγχου της τήρησης των νόμων περί προληπτικής εποπτείας, σε θέματα οργάνωσης, λειτουργίας και συμπεριφοράς των εμπορικών εταιρειών, και των ρυθμίσεων των χρηματαγορών, τότε αυτό το κράτος μέλος δύναται να συνεχίσει να επιτρέπει μια τέτοια διαβίβαση μέχρις συντονισμού του συνόλου των διατάξεων που διέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρχών για όλον τον χρηματοπιοτωτικό τομέα και το αργότερο, σε κάθε περίπτωση, μέχρι την 1η Ιουλίου 1996.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, να μην μπορούν να κοινολογηθούν, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το πρώτο εδάφιο, χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών οι οποίες κοινολόγησαν τις εν λόγω πληροφορίες και να χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.

Το Συμβούλιο προβαίνει στο συντονισμό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, με βάση πρόταση της Επιτροπής. Το Συμβούλιο λαμβάνει υπό σημείωση το γεγονός ότι η Επιτροπή δήλωσε ότι θα υποβάλει προτάσεις, για το σκοπό αυτό, μέχρι τις 31 Ιουλίου 1993 το αργότερο. Το Συμβούλιο θα αποφασίσει το συντομότερο δυνατόν. Ο επιδιωκόμενος στόχος είναι να τύχει εφαρμογής η ρύθμιση που αποτελεί το αντικείμενο των προτάσεων αυτών κατά την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 26

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνουν έναντι μιας επιχείρησης επενδύσεων κατ' εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, να μπορούν να αποτελούν αντικείμενο δικαστικής προσφυγής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που δεν λαμβάνεται καμία απόφαση εντός εξαμήνου από την υποβολή αίτησης για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, όταν η αίτηση αυτή περιέχει όλα τα απαιτούμενα βάσει των ισχυουσών διατάξεων στοιχεία.

Άρθρο 27

Με την επιφύλαξη των διαδικασιών ανάκλησης της άδειας λειτουργίας και των διατάξεων του ποινικού δικαίου, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν, σε περίπτωση παράβασης νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων σχετικών με την εποπτεία ή την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, να επιβάλλουν κυρώσεις ή να λαμβάνουν μέτρα κατά των επιχειρήσεων επενδύσεων-παραβατών ή κατά των προσώπων που ασκούν ουσιαστικό έλεγχο επί των δραστηριοτήτων τους, προκειμένου να τεθεί τέρμα στις διαπιστωθείσες παραβάσεις ή στις αιτίες τους.

Άρθρο 28

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μη δημιουργούνται διακρίσεις κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.

ΤΙΤΛΟΣ VII Τελικές διατάξεις

Άρθρο 29

Μέχρις ότου εκδοθεί νέα οδηγία θεσπίζουσα διατάξεις προσαρμογής της παρούσας οδηγίας στην τεχνική πρόοδο στους κατωτέρω απαριθμούμενους τομείς, το Συμβούλιο, σύμφωνα με την απόφαση 87/373/ΕΟΚ (15), αποφαινόμενο με ειδική πλειοψηφία και κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, θεσπίζει τις τυχόν αναγκαίες διατάξεις περί προσαρμογής καθ' όσον αφορά:

- τη διεύρυνση του περιεχομένου του καταλόγου που περιλαμβάνεται στο τμήμα Γ του παραρτήματος,

- την προσαρμογή της ορολογίας των καταλόγων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των χρηματαγορών,

- τους τομείς στους οποίους οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να ανταλλάσσουν πληροφορίες, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 23,

- την αποσαφήνιση των ορισμών προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στην Κοινότητα,

- την αποσαφήνιση των ορισμών προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη, κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, οι εξελίξεις των χρηματογορών,

- την ευθυγράμμιση της ορολογίας και της διατύπωσης των ορισμών σύμφωνα με τα μεταγενέστερα μέτρα στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων και των συναφών θεμάτων,

- τα άλλα καθήκοντα τα οποία προβλέπει το άρθρο 7 παράγραφος 5.

Άρθρο 30

1. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν ήδη λάβει στο κράτος μέλος καταγωγής τους άδεια να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1995, θεωρείται ότι έχουν λάβει άδεια λειτουργίας για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας εάν η νομοθεσία του εν λόγω κράτους εξαρτά την ανάληψη δραστηριότητας από όρους ισοδύναμους με εκείνους που προβλέπονται από το άρθρο 3 παράγραφος 3 και από το άρθρο 4.

2. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες ασκούν ήδη δραστηριότητα στις 31 Δεκεμβρίου 1995, αλλά δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων που αναφέρει η παράγραφος 1, μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν τη δραστηριότητά τους, υπό τον όρο ότι, πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1996, θα αποκτήσουν, σύμφωνα με τις διατάξεις τους κράτους μέλους καταγωγής τους, την άδεια εξακολούθησης της δραστηριότητάς τους σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Με τη χορήγηση και μόνο της άδειας αυτής, οι εν λόγω επιχειρήσεις θα υπαχθούν στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

3. Στις περιπτώσεις που οι επιχειρήσεις επενδύσεων έχουν αρχίσει, πριν από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας οδηγίας, να ασκούν τις δραστηριότητές τους σε άλλα κράτη μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή υπό καθεστώς παροχής υπηρεσιών, οι αρχές του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιούν, κατά την έννοια του άρθρου 17 παράγραφοι 1 και 2 και του άρθρου 18, μεταξύ 1ης Ιουλίου 1995 και 31ης Δεκεμβρίου 1995, στις αρχές καθενός από τα άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, τον κατάλογο των επιχειρήσεων που τηρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και οι οποίες ασκούν τις δραστηριότητές τους στα εν λόγω κράτη, διευκρινίζοντας ποια είναι η ασκούμενη δραστηριότητα.

4. Τα φυσικά πρόσωπα τα οποία, κατά την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας οδηγίας, έχουν άδεια να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σε ένα κράτος μέλος, θεωρείται ότι έχουν άδεια λειτουργίας, κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, υπό τον όρο ότι πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 σημείο 2 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση και στις τέσσερις περιπτώσεις του άρθρου 1 σημείο 2 τρίτο εδάφιο.

Άρθρο 31

Τα κράτη μέλη εκδίδουν μέχρι την 1η Ιουλίου 1995 το αργότερο τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία.

Οι διατάξεις αυτές αρχίζουν να ισχύουν το αργότερο τις 31 Δεκεμβρίου 1995. Τα κράτη μέλη πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις της αναφοράς αυτής θεσπίζονται από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 32

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 10 Μαΐου 1993.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

N. HELVEG PETERSEN

(1) ΕΕ αριθ. C 43 της 22. 2. 1989, σ. 7 και ΕΕ αριθ. C 42 της 22. 2. 1990, σ. 7.(2) ΕΕ αριθ. C 304 της 4. 12. 1989, σ. 39 και ΕΕ αριθ. C 115 της 26. 4. 1993.(3) ΕΕ αριθ. C 298 της 27. 11. 1989, σ. 6.(4) ΕΕ αριθ. L 386 της 30. 12. 1989, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 92/30/ΕΟΚ (ΕΕ αριθ. L 110 της 28. 4. 1992, σ. 52).(5) Βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.(6) ΕΕ αριθ. L 66 της 16. 3. 1979, σ. 21. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.(7) ΕΕ αριθ. L 322 της 17. 12. 1977, σ. 30. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 89/646/ΕΟΚ (ΕΕ αριθ. L 386 της 30. 12. 1989, σ. 1).(8) ΕΕ αριθ. L 348 της 17. 12. 1988, σ. 62.(9) ΕΕ αριθ. L 193 της 18. 7. 1983, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 90/605/ΕΟΚ (ΕΕ αριθ. L 317 της 16. 11. 1990, σ. 60).(10) ΕΕ αριθ. L 228 της 16. 8. 1973, σ. 3. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 90/619/ΕΟΚ (ΕΕ αριθ. L 330 της 29. 11. 1990, σ. 50).(11) ΕΕ αριθ. L 63 της 13. 3. 1979, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 90/618/ΕΟΚ (ΕΕ αριθ. L 330 της 29. 11. 1990, σ. 44).(12) ΕΕ αριθ. 56 της 4. 4. 1964, σ. 878/64.(13) ΕΕ αριθ. L 26 της 31. 1. 1977. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.(14) ΕΕ αριθ. L 375 της 31. 12. 1985, σ. 3. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 88/220/ΕΟΚ (ΕΕ αριθ. L 100 της 19. 4. 1988, σ. 31).(15) ΕΕ αριθ. L 197 της 18. 7. 1987, σ. 33.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΤΜΗΜΑ Α

Υπηρεσίες

1. α) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β.

β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων.

2. Διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β.

3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β.

4. Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β ή/και τοποθέτησή της.

ΤΜΗΜΑ Β

Τίτλοι

1. α) Κινητές αξίες.

β) Μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων.

2. Τίτλοι της νομισματαγοράς.

3. Τίτλοι προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδυνάμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.

4. Προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA).

5. Συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο, συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps).

6. Προαιρέσεις (options) αγοράς ή πώλησης οιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδυνάμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Συμπεριλαμβάνονται ιδίως, στην κατηγορία αυτή, οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων.

ΤΜΗΜΑ Γ

Παρεπόμενες υπηρεσίες

1. Φύλαξη και διαχείριση ενός ή πλειόνων τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β.

2. Ενοικίαση θυρίδων.

3. Παροχή πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτή προς διενέργεια συναλλαγής για έναν ή περισσότερους τίτλους απαριθμούμενους στο τμήμα Β, συναλλαγής στην οποία παρεμβαίνει η επιχείρηση η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο.

4. Παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις όσον αφορά τη διάρθρωση του κεφαλαίου, τη βιομηχανική στρατηγική και συναφή θέματα, και συμβουλών καθώς και υπηρεσιών στον τομέα της συγχώνευσης και της εξαγοράς επιχειρήσεων.

5. Υπηρεσίες συνδεόμενες με την οριστική αναδοχή έκδοσης.

6. Παροχή συμβουλών στον τομέα των επενδύσεων με αντικείμενο έναν ή περισσότερους τίτλους απαριθμούμενους στο τμήμο Β.

7. Υπηρεσίες ξένου συναλλάγματος εφόσον συνδέονται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών.