31980R1494

Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1494/80 τής Επιτροπής τής 11ης Ιουνίου 1980 περί τών ερμηνευτικών σημειώσεων καί τών γενικά αποδεκτών λογιστικών αρχών στό θέμα τής δασμολογητέας αξίας

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 154 της 21/06/1980 σ. 0003
Ελληνική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 02 τόμος 8 σ. 0258
Ισπανική ειδική έκδοση: Κεφάλαιο 02 τόμος 6 σ. 0235
Πορτογαλική ειδική έκδοση : Κεφάλαιο 02 τόμος 6 σ. 0235


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΟΚ) αριθ. 1494/80 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 11ης Ιουνίου 1980 περί των ερμηνευτικών σημειώσεων και των γενικά αποδεκτών λογιστικών αρχών από θέμα της δασμολογητέας αξίας

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1224/80 του Συμβουλίου της 28ης Μαΐου 1980 περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων(1), και ιδίως το άρθρο 19 παράγραφος 1 περίπτωση α),

Εκτιμώντας:

ότι οι διατάξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι τέτοιας φύσεως ώστε να εξασφαλίζουν την ομοιόμορφη εφαρμογή εντός της Κοινότητος των διατάξεων περί καθορισμού της δασμολογητέας αξίας-

ότι τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της Επιτροπής Δασμολογητέας Αξίας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1. Κατά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1224/80, τα Κράτη Μέλη λαμβάνουν υπόψη τους τις διατάξεις που παρατίθενται στα κατωτέρω παραρτήματα-

2. Οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1224/80 που περιλαμβάνονται στην πρώτη στήλη του παραρτήματος Ι πρέπει να εφαρμόζονται σύμφωνα με την αντίστοιχη ερμηνευτική σημείωση που παρατίθεται στη δεύτερη στήλη.

3. Εάν κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας είναι αναγκαία η αναφορά στις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιουλίου 1980.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε Κράτος Μέλος.

Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 11 Ιουνίου 1980.

Για την Επιτροπή

Etienne DAVIGNON

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ αριθ. Ν 134 της 31.5.1980, σ. 1.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

"" ID="1">Άρθρο 1

παράγραφος 2

περίπτωση ε)> ID="2">Ένα πρόσωπο θεωρείται ότι ελέγχει σνα ένα όταν είναι, de jure ή de facto, σε θέση να ασκεί επί του άλλου τούτου προσώπου εξουσία καταναγκασμού ή κατευθύνσεως."> ID="1" ASSV="3">Άρθρο 2

παράγραφος 3> ID="2">1. Οι δασμολογητέες αξίες που καθορίζονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 3 θα πρέπει να βασίζονται, όσο το δυνατό περισσότερο, επί δασμολογητέων αξιών που έχουν καθορισθεί προγενέστερα."> ID="2">2. Οι μέθοδοι εκτιμήσεως των οποίων πρέπει να γίνεται χρήση δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 3 θα πρέπει να είναι οι οριζόμενες από τα άρθρα 3 μέχρι και 7, αλλά μια εύλογη ελαστικότητα κατά την εφαρμογή των μεθόδων αυτών θα ήταν σύμφωνη με τους στόχους και τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 3."> ID="2">3. Μερικά παραδείγματα θα καταδείξουν τι σημαίνει εύλογη ελαστικότητα:

α) Εμπορεύματα πανομοιότυπα. Η διάταξη κατά την οποία τα πανομοιότυπα εμπορεύματα πρέπει να εξάγονται κατά την ίδια χρονική στιγμή ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα θα ήταν δυνατό να ερμηνευθεί με ελαστικότητα- πανομοιότυπα εισαγόμενα εμπορεύματα τα οποία παράγονται σε άλλη χώρα πλην της χώρας εξαγωγής των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων θα ήταν δυνατό να αποτελέσουν τη βάση της τελωνειακής εκτιμήσεως- θα ήταν δυνατό να γίνει χρήση της δασμολογητέας αξίας πανομοιοτύπων εισαγομένων εμπορευμάτων η οποία έχει ήδη καθορισθεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 ή 7.

β) Εμπορεύματα ομοειδή. Η διάταξη κατά την οποία τα ομοειδή εμπορεύματα πρέπει να εξάγονται κατά την ίδια χρονική στιγμή ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα θα ήταν δυνατό να ερμηνευθεί με ελαστικότητα- ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα παραγόμενα σε άλλη χώρα πλην της χώρας εξαγωγής των υπό εκτίμηση προϊόντων θα ήταν δυνατό ν' αποτελέσουν την βάση της τελωνειακής εκτιμήσεως- θα ήταν δυνατό να γίνει χρήση της δασμολογητέας αξίας ομοειδών εισαγομένων εμπορευμάτων η οποία έχει ήδη καθορισθεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 ή 7.

γ) Επαγωγική μέθοδος. Η διάταξη κατά την οποία τα εμπορεύματα πρέπει να έχουν πωληθεί "στην κατάσταση που εισήχθησαν" η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 περίπτωση α) θα ήταν δυνατό να ερμηνευθεί με ελαστικότητα- η προθεσμία των "ενενήντα ημερών" θα ήταν δυνατό να εφαρμόζεται με ελαστικότητα."> ID="1">Άρθρο 3

παράγραφος 1> ID="2">Η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή νοείται ως η τιμή των εισαγομένων εμπορευμάτων. Έτσι, η μεταφορά από τον αγοραστή στον πωλητή μερισμάτων και άλλων πληρωμών που δεν αφορούν τα εισαγόμενα εμπορεύματα δεν αποτελούν μέρος της δασμολογητέας αξίας."> ID="1">Άρθρο 3

παράγραφος 1

περίπτωση α)

υπό iii)> ID="2">Ένας τέτοιος περιορισμός, παραδείγματος χάρη, θα ήταν δυνατό να παρουσιασθεί, όταν ένας πωλητής ζητεί από έναν αγοραστή αυτοκινήτων να μη τα μεταπωλήσει ή να μη τα εκθέσει πριν από ορισμένη ημερομηνία η οποία χαρακτηρίζει την έναρξη του έτους για τα αντίστοιχα μοντέλα αυτοκινήτων."> ID="1">Άρθρο 3

παράγραφος 1

περίπτωση β)> ID="2">Είναι δυνατό να πρόκειται, παραδείγματος χάρη, για τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) ο πωλητής καθορίζει την τιμή των εισαγομένων εμπορευμάτων σε συνάρτηση με τον όρο ότι ο αγοραστής θα αγοράσει και άλλα εμπορεύματα σε ορισμένες ποσότητες-

β) η τιμή των εισαγομένων εμπορευμάτων εξαρτάται από την ή τις τιμές στις οποίες ο αγοραστής των εισαγομένων εμπορευμάτων πωλεί άλλα εμπορεύματα στον πωλητή των εν λόγω εισαγομένων εμπορευμάτων-

γ) η τιμή καθορίζεται βάσει ενός τρόπου πληρωμής που δεν έχει σχέση με τα εισαγόμενα εμπορεύματα: παραδείγματος χάρη, όταν τα εισαγόμενα εμπορεύματα είναι ημιτελή προϊόντα, τα οποία διατίθενται από τον πωλητή υπό τον όρο ότι θα δεχθεί ορισμένη ποσότητα ετοίμων προϊόντων.

Εν τούτοις, όροι ή παροχές σχετικοί με την παραγωγή ή την εμπορία των εισαγομένων εμπορευμάτων δεν έχουν σαν αποτέλεσμα την απόρριψη της συναλλακτικής αξίας. Παραδείγματος χάρη, το γεγονός ότι ο αγοραστής παρέχει στον πωλητή εργασίες μηχανικής ή μηχανολογίας ή σχέδια εκτελούμενα στη χώρα εισαγωγής δεν έχει σαν αποτέλεσμα την απόρριψη της συναλλακτικής αξίας για τον σκοπό του άρθρου 3."> ID="1" ASSV="4">Άρθρο 3

παράγραφος 2> ID="2">1. Το άρθρο 3 παράγραφος 2 περίπτωση α) και β) προβλέπει διαφορετικά μέσα για να προσδιορισθεί αν μια συναλλακτική αξία δύναται να γίνει αποδεκτή."> ID="2">2. Η παράγραφος 2 περίπτωση α) προβλέπει ότι, όταν ο αγοραστής και ο πωλητής συνδέονται μεταξύ τους, εξετάζονται οι περιστάσεις περί την πώληση και η συναλλακτική αξία γίνεται δεκτή ως δασμολογητέα αξία, εφ' όσον οι σχέσεις αυτές δεν έχουν επηρεάσει την τιμή. Τούτο δεν σημαίνει ότι οι περιστάσεις της πωλήσεως θα έπρεπε να εξετάζονται κάθε φορά που ο αγοραστής και ο πωλητής συνδέονται μεταξύ τους. Η εξέταση αυτή απαιτείται μόνον όταν υπάρχει αμφιβολία ως προς το αν πρέπει να γίνει αποδεκτή η τιμή. Όταν η τελωνειακή διοίκηση δεν έχει καμία αμφιβολία ότι η τιμή πρέπει να γίνει αποδεκτή, η τιμή αυτή θα πρέπει να γίνει αποδεκτή χωρίς υποχρέωση για τον εισαγωγέα παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών. Παραδείγματος χάρη, η τελωνειακή διοίκηση είναι δυνατό να έχει εξετάσει προγενέστερα το ζήτημα των σχέσεων ή να κατέχει ήδη λεπτομερείς πληροφορίες ως προς τον αγοραστή και τον πωλητή και να έχει ήδη πεισθεί, βάσει της εξετάσεως αυτής ή των πληροφοριών αυτών, ότι οι σχέσεις δεν έχουν επηρεάσει την τιμή."> ID="2">3. Όταν η τελωνειακή διοίκηση δεν είναι σε θέση να αποδεχθεί τη συναλλακτική αξία χωρίς συμπληρωματική έρευνα, θα πρέπει να δίδει στον εισαγωγέα τη δυνατότητα παροχής όλων των άλλων λεπτομερών πληροφοριών που θα ήταν δυνατό να χρειασθούν προκειμένου να καταστεί δυνατή η εξέταση των περιστάσεων της πωλήσεως. Από την άποψη αυτή η τελωνειακή διοίκηση θα πρέπει να είναι έτοιμη να εξετάσει τις κρίσιμες όψεις της συναλλαγής, περιλαμβανομένου και του τρόπου κατά τον οποίο ο αγοραστής και ο πωλητής οργανώνουν τις εμπορικές τους σχέσεις και του τρόπου κατά τον οποίο καθορίσθηκε η εν λόγω τιμή, με σκοπό να προσδιορίσει εάν οι σχέσεις έχουν επηρεάσει την τιμή. Αν είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι ο αγοραστής και ο πωλητής αν και συνδεόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 1 αγοράζουν και πωλούν ο ένας στον άλλον σαν να μην ήταν συνδεδεμένοι μεταξύ τους, θα αποδεικνυόταν έτσι ότι οι σχέσεις δεν έχουν επηρεάσει την τιμή. Παραδείγματος χάρη, εάν η τιμή είχε διαμορφωθεί κατά τρόπο συμβιβάσιμο με τις κανονικές πρακτικές καθορισμού των τιμών στον εν λόγω κλάδο παραγωγής ή με τον τρόπο κατά τον οποίο ο πωλητής διαμορφώνει τις τιμές του για πωλήσεις προς αγοραστές που δεν συνδέονται μ' αυτόν, αυτό θα αποδείκνυε ότι οι σχέσεις δεν έχουν επηρεάσει την τιμή. Ομοίως εφ' όσον θα αποδεικνυόταν ότι η τιμή επαρκεί για την κάλυψη όλων των εξόδων και για την εξασφάλιση κέρδους αντιπροσωπευτικού του συνολικού κέρδους το οποίο πραγματοποιεί η επιχείρηση κατά τη διάρκεια αντιπροσωπευτικής περιόδου (παραδείγματος χάρη επί ετησίας βάσεως) για πωλήσεις εμπορευμάτων της αυτής φύσεως ή του αυτού είδους, θα αποδεικνυόταν έτσι ότι δεν έχει επηρεασθεί η τιμή."> ID="2">4. Η παράγραφος 2 περίπτωση β) προβλέπει ότι ο εισαγωγέας έχει τη δυνατότητα να αποδείξει ότι η συναλλακτική αξία προσεγγίζει πολύ μια αξία "κριτήριο" την οποία έχει αποδεχθεί προγενέστερα η τελωνειακή διοίκηση και ότι κατά συνέπεια είναι αποδεκτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3. Όταν πληρούται ένα από τα κριτήρια που προβλέπονται στην παράγραφο 2 περίπτωση β), δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί το ζήτημα της επιρροής που προβλέπεται στην παράγραφο 2 περίπτωση α). Εάν η τελωνειακή διοίκηση κατέχει ήδη επαρκείς πληροφορίες ώστε να πεισθεί, χωρίς λεπτομερέστερες έρευνες, ότι πληρούται ένα από τα κριτήρια που προβλέπονται στην παράγραφο 2 περίπτωση β), δεν υπάρχει λόγος να απαιτήσει από τον εισαγωγέα ν' αποδείξει ότι πληρούται το κριτήριο αυτό."> ID="1">Άρθρο 3

παράγραφος 2

περίπτωση β)> ID="2">Πρέπει να ληφθούν υπόψη ορισμένοι παράγοντες για να καθορισθεί εάν μία αξία "προσεγγίζει πολύ" μια άλλη αξία. Τέτοιοι παράγοντες είναι ιδίως η φύση των εισαγομένων εμπορευμάτων, η φύση του οικείου κλάδου παραγωγής, η εποχή κατά τη διάρκεια της οποίας εισάγονται τα εμπορεύματα και εάν η διαφορά αξίας είναι εμπορικώς σημαντική. Επειδή τα στοιχεία αυτά είναι δυνατό να ποικίλλουν, θα ήταν αδύνατο να εφαρμοσθεί σε όλες τις περιπτώσεις ένας ομοιόμορφος κανόνας, όπως ο κανόνας ενός σταθερού ποσοστού. Παραδείγματος χάρη, για να προσδιορισθεί εάν η συναλλακτική αξία προσεγγίζει πολύ τις αξίες "κριτήριο" που αναφέρονται στο άρθρο 2 περίπτωση β), μια μικρή διαφορά αξίας θα ήταν δυνατό να είναι απαράδεκτη σε περίπτωση ορισμένου τύπου εμπορευμάτων, ενώ μία σημαντική διαφορά θα ήταν ίσως δυνατό να γίνει αποδεκτή σε περίπτωση άλλου τύπου εμπορευμάτων."> ID="1">Άρθρο 3

παράγραφος 3

περίπτωση α)> ID="2">Ένα παράδειγμα έμμεσης πληρωμής είναι η εξόφληση εν όλω ή εν μέρει από τον αγοραστή ενός χρέους του πωλητή."> ID="1" ASSV="4">Άρθρο 4> ID="2">1. Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου η τελωνειακή διοίκηση αναφέρεται, όποτε είναι δυνατό, σε πώληση πανομοιοτύπων εμπορευμάτων η οποία πραγματοποιείται στο ίδιο εμπορικό επίπεδο και αφορά την ίδια ουσιαστικώς ποσότητα με την πώληση των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων. Ελλείψει τέτοιων πωλήσεων, είναι δυνατό να γίνει αναφορά σε πώληση πανομοιοτύπων εμπορευμάτων η οποία πραγματοποιείται υπό μία από τις ακόλουθες τρεις περιστάσεις:

α) πώληση στο ίδιο εμπορικό επίπεδο, αλλά που αφορά διαφορετική ποσότητα-

β) πώληση σε διαφορετικό εμπορικό επίπεδο, αλλά που αφορά την ίδια ουσιαστικώς ποσότητα-

γ) πώληση σε διαφορετικό εμπορικό επίπεδο που αφορά διαφορετική ποσότητα."> ID="2">2. Εάν διεπιστώθη πώληση υπό οποιαδήποτε από τις τρεις αυτές περιστάσεις, γίνονται προσαρμογές για να ληφθεί υπόψη, κατά περίπτωση:

α) αποκλειστικώς ο παράγων "ποσότης"-

β) αποκλειστικώς ο παράγων "εμπορικό επίπεδο"-

γ) ταυτόχρονα ο παράγων "εμπορικό επίπεδο" και ο παράγων "ποσότης"."> ID="2">3. Η έκφραση "ή/και" παρέχει την ευχέρεια αναφοράς σε πωλήσεις και της διενέργειας των αναγκαίων προσαρμογών υπό οποιαδήποτε από τις τρείς περιστάσεις που περιγράφονται ανωτέρω."> ID="2">4. Προϋπόθεση κάθε προσαρμογής πραγματοποιουμένης λόγω διαφορών εμπορικού επιπέδου ή ποσότητος είναι ότι η προσαρμογή αυτή, ανεξάρτητα εάν συνεπάγεται την αύξηση ή τη μείωση της αξίας, γίνεται μόνο βάσει προσκομιζομένων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία αποδεικνύουν σαφώς ότι η προσαρμογή είναι εύλογη και ακριβής, παραδείγματος χάρη, γίνεται με βάση ισχύοντες τιμοκαταλόγους στους οποίους περιλαμβάνονται τιμές που αφορούν διαφορετικά επίπεδα ή διαφορετικές ποσότητες. Παραδείγματος χάρη, εάν τα υπό εκτίμηση εισαγόμενα εμπορεύματα αποτελούν μία αποστολή δέκα μονάδων, ενώ τα μόνα πανομοιότυπα εισαχθέντα εμπορεύματα, για τα οποία υπάρχει συναλλακτική αξία επωλήθησαν σε ποσότητες των 500 μονάδων, αναγνωρίζεται δε ότι ο πωλητής χορηγεί εκπτώσεις λόγω ποσότητος, η αναγκαία προσαρμογή θα είναι δυνατό να γίνει με αναφορά στον τιμοκατάλογο του πωλητού και με χρήση της τιμής που ισχύει για πώληση 10 μονάδων. Δεν είναι απαραίτητη για τον σκοπό αυτό η ύπαρξη πωλήσεως δέκα μονάδων, εφ' όσον αποδεικνύεται από πωλήσεις που αφορούν διαφορετικές ποσότητες ότι ο τιμοκατάλογος είναι ειλικρινής. Ελλείψει πάντως τέτοιου αντικειμενικού κριτηρίου, δεν προσήκει ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου."> ID="1" ASSV="4">Άρθρο 5> ID="2">1. Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η τελωνειακή διοίκηση αναφέρεται, όποτε είναι τούτο δυνατό, σε πώληση ομοειδών εμπορευμάτων η οποία πραγματοποιείται στο ίδιο εμπορικό επίπεδο και αφορά την ίδια ουσιαστικώς ποσότητα με την πώληση των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων. Ελλείψει τέτοιων πωλήσεων, είναι δυνατό να γίνει αναφορά σε πώληση ομοειδών εμπορευμάτων η οποία πραγματοποιείται υπό οποιαδήποτε από τις ακόλουθες τρεις περιστάσεις:

α) πώληση του ίδιου εμπορικού επιπέδου, αλλά που αφορά διαφορετική ποσότητα-

β) πώληση σε διαφορετικό εμπορικό επίπεδο αλλά που αφορά την ίδια ουσιαστικώς ποσότητα-

γ) πώληση σε διαφορετικό εμπορικό επίπεδο που αφορά διαφορετική ποσότητα."> ID="2">2. Εάν διεπιστώθη πώληση υπό οποιαδήποτε από τις τρεις αυτές περιστάσεις, γίνονται προσαρμογές για να ληφθεί υπόψη, κατά περίπτωση:

α) αποκλειστικώς ο παράγων "ποσότης"-

β) αποκλειστικώς ο παράγων "εμπορικό επίπεδο"-

γ) ταυτόχρονα ο παράγων "εμπορικό επίπεδο" και ο παράγων "ποσότης"."> ID="2">3. Η έκφραση "ή/και" παρέχει την ευχέρεια αναφοράς σε πωλήσεις και της διενέργειας των αναγκαίων προσαρμογών υπό οποιαδήποτε από τις τρείς περιστάσεις που περιγράφονται ανωτέρω."> ID="2">4. Προϋπόθεση κάθε προσαρμογής πραγματοποιουμένης λόγω διαφορών εμπορικού επιπέδου ή ποσότητος είναι ότι η προσαρμογή αυτή, ανεξάρτητα εάν συνεπάγεται την αύξηση ή τη μείωση της αξίας, γίνεται μόνο βάσει προσκομιζομένων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία ν' αποδεικνύουν σαφώς ότι η προσαρμογή είναι εύλογη και ακριβής, παραδείγματος χάρη, γίνεται με βάση ισχύοντες τιμοκαταλόγους στους οποίους περιλαμβάνονται τιμές που αφορούν διαφορετικά επίπεδα ή διαφορετικές ποσότητες.Παραδείγματος χάρη, εάν τα υπό εκτίμηση εισαγόμενα εμπορεύματα αποτελούν μία αποστολή δέκα μονάδων, ενώ τα μόνα πανομοιότυπα εισαχθέντα για τα οποία υπάρχει συναλλακτική αξία επωλήθησαν σε ποσότητες των 500 μονάδων, αναγνωρίζεται δε ότι ο πωλητής χορηγεί εκπτώσεις λόγω ποσότητος, η αναγκαία προσαρμογή θα είναι δυνατό να γίνει με αναφορά στον τιμοκατάλογο του πωλητού και με χρήση της τιμής που ισχύει για πώληση 10 μονάδων. Δεν είναι απαραίτητη για τον σκοπό αυτό η ύπαρξη πωλήσεως δέκα μονάδων, εφ' όσον αποδεικνύεται από πωλήσεις που αφορούν διαφορετικές ποσότητες ότι ο τιμοκατάλογος είναι ειλικρινής. Ελλείψει πάντως τέτοιου αντικειμενικού κριτηρίου, δεν προσήκει ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου."> ID="1" ASSV="2">Άρθρο 6

παράγραφος 1> ID="2">1. Η έκφραση "κέρδη και γενικά έξοδα" θα πρέπει να νοηθεί ως ένα σύνολο. Το ποσό που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την αφαίρεση αυτή θα πρέπει να καθορίζεται βάσει των πληροφοριών που παρέχονται από τον εισαγωγέα ή επ' ονόματί του, εκτός εάν τα ποσά του εισαγωγέως δεν συμφωνούν με τα ποσά που αντιστοιχούν κανονικώς στις πωλήσεις στη χώρα εισαγωγής εισαγομένων εμπορευμάτων της αυτής φύσεως ή του αυτού είδους. Όταν τα ποσά του εισαγωγέως δεν συμφωνούν με τα τελευταία αυτά ποσά, το ποσό που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τα κέρδη και τα γενικά έξοδα δύναται να βασίζεται επί καταλλήλων πληροφοριών, πλην εκείνων οι οποίες έχουν παρασχεθεί από τον εισαγωγέα ή επ' ονόματί του."> ID="2">2. Για να προσδιορισθούν οι προμήθειες ή τα κέρδη και γενικά έξοδα που είναι συνήθη, σύμφωνα με την παρούσα διάταξη, το ζήτημα εάν ορισμένα εμπορεύματα είναι "της αυτής φύσεως ή του αυτού είδους" με άλλα εμπορεύματα πρέπει να επιλύεται σε κάθε περίπτωση χωριστά, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων. Θα πρέπει να γίνεται εξέταση των πωλήσεων, στη χώρα εισαγωγής, της στενότερης ομάδος ή σειράς εισαγομένων εμπορευμάτων της αυτής φύσεως ή του αυτού είδους στην οποία περιλαμβάνονται και τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα για τα οποία δύνανται να παρασχεθούν οι αναγκαίες πληροφορίες. Για τον σκοπό της παρούσας διατάξεως, τα "εμπορεύματα της αυτής φύσεως ή του αυτού είδους" περιλαμβάνουν τα εμπορεύματα που εισάγονται από την ίδια χώρα με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα καθώς και τα εμπορεύματα που εισάγονται από τρίτες χώρες."> ID="1" ASSV="2">Άρθρο 6

παράγραφος 2> ID="2">1. Όταν γίνεται χρήση αυτής της μεθόδου εκτιμήσεως, οι αφαιρέσεις που γίνονται για να ληφθεί υπόψη η προστιθεμένη λόγω μεταγενέστερης κατεργασίας ή μεταποιήσεως αξία θα βασίζονται επί δεδομένων αντικειμενικών και δυναμένων ν' αποτιμηθούν, σχετικών με το κόστος της εργασίας αυτής. Οι υπολογισμοί θα πραγματοποιούνται βάσει των τύπων, τρόπων και μεθόδων υπολογισμού που γίνονται δεκτοί στον οικείο κλάδο παραγωγής, καθώς και βάσει των λοιπών πρακτικών του κλάδου αυτού."> ID="2">2. Η τελευταία αυτή μέθοδος εκτιμήσεως δεν θα ήταν κανονικώς δυνατό να εφαρμοσθεί, σε περίπτωση που εν συνεχεία μεταγενέστερης κατεργασίας ή τελειοποιήσεως τα εισαγόμενα εμπορεύματα απώλεσαν την ταυτότητά τους. Εν τούτοις είναι δυνατό να υφίστανται περιπτώσεως κατά τις οποίες, αν και τα εισαγόμενα εμπορεύματα απώλεσαν την ταυτότητά τους, η προστιθεμένη λόγω της κατεργασίας ή μεταποιήσεως αξία δύναται να καθορισθεί με ακρίβεια χωρίς υπερβολική δυσκολία.

Αντιστρόφως είναι δυνατό να παρουσιασθούν περιπτώσεις κατά τις οποίες τα εισαγόμενα εμπορεύματα διατηρούν την ταυτότητά τους αλλά αποτελούν τόσο ασήμαντο μέρος των εμπορευμάτων που πωλούνται στη χώρα εισαγωγής, ώστε δεν θα εδικαιολογείτο η χρήση αυτής της μεθόδου εκτιμήσεως. Εν όψει των ανωτέρω παρατηρήσεων, οι περιστάσεις του τύπου αυτού πρέπει να εξετάζονται περίπτωση προς περίπτωση"> ID="1" ASSV="3">Άρθρο 6

παράγραφος 3> ID="2">1. Παραδείγματος χάρη, εμπορεύματα πωλούνται βάσει τιμοκαταλόγου ο οποίος περιλαμβάνει ευνοϊκές τιμές μονάδος για αγορές σχετικά μεγάλων ποσοτήτων."> ID="2">

"" ID="1">1 έως 10 μονάδες> ID="2">100> ID="3">10 πωλήσεις 5 μονάδων

5 πωλήσεις 3 μονάδων> ID="4">65"> ID="1">11 έως 25 μονάδες> ID="2">95> ID="3">5 πωλήσεις 11 μονάδων> ID="4">55"> ID="1">Πλέον των 25 μονάδων> ID="2">90> ID="3">1 πώληση 30 μονάδων

1 πώληση 50 μονάδων> ID="4">80">

Ο μεγαλύτερος αριθμός μονάδων που πωλούνται σε δεδομένη τιμή είναι 80- κατά συνέπεια, η τιμή μονάδος που αντιστοιχεί στις πωλήσεις οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα είναι 90."> ID="2">2. Άλλο παράδειγμα: πραγματοποιούνται δύο πωλήσεις. Στην πρώτη πωλούνται 500 μονάδες με τιμή 95 νομισματικών μονάδων η καθεμία. Στη δεύτερη 400 μονάδες πωλούνται με τιμή 90 νομισματικές μονάδες η καθεμία. Στο παράδειγμα αυτό, ο μεγαλύτερος αριθμός μονάδων που πωλούνται σε δεδομένη τιμή είναι 500- κατά συνέπεια, η τιμή μονάδος που αντιστοιχεί στην πώληση η οποία αντιπροσωπεύει συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα είναι 95."> ID="2">3. Τρίτο παράδειγμα: στην ακόλουθη περίπτωση διάφορες ποσότητες πωλούνται σε διάφορες τιμές."> ID="2">α) Πωλήσεις"> ID="2">

"" ID="1">40 μονάδες> ID="2">100"> ID="1">30 μονάδες> ID="2">90"> ID="1">15 μονάδες> ID="2">100"> ID="1">50 μονάδες> ID="2">95"> ID="1">25 μονάδες> ID="2">105"> ID="1">35 μονάδες> ID="2">90"> ID="1">5 μονάδες> ID="2">100">

"> ID="2">Συνολικά ποσά"> ID="2">

"" ID="1">65> ID="2">90"> ID="1">50> ID="2">95"> ID="1">60> ID="2">100"> ID="1">25> ID="2">105">

"> ID="2">Στο παράδειγμα αυτό, ο μεγαλύτερος αριθμός μονάδων που πωλούνται σε δεδομένη τιμή είναι 65- κατά συνέπεια, η τιμή μονάδος που αντιστοιχεί στις πωλήσεις οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα είναι 90."> ID="1" ASSV="6">Άρθρο 7> ID="2">1. Κατά γενικό κανόνα, η δασμολογητέα αξία καθορίζεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, βάσει πληροφοριών αμέσως διαθεσίμων εντός της Κοινότητος. Εν τούτοις για να καθορισθεί μία υπολογιζομένη αξία, είναι δυνατό να καταστεί αναγκαία η εξέταση των εξόδων παραγωγής των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων και άλλων πληροφοριών που θα πρέπει να ληφθούν εκτός της Κοινότητος. Εξάλλου στις περισσότερες περιπτώσεις ο παραγωγός των εμπορευμάτων δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των αρχών των Κρατών Μελών. Η χρήση της μεθόδου της υπολογιζομένης αξίας περιορίζεται γενικώς στις περιπτώσεις όπου ο αγοραστής και ο πωλητής συνδέονται μεταξύ τους και ο παραγωγός είναι διατεθειμένος να ανακοινώσει στις αρχές της χώρας εισαγωγής τα δεδομένα τα απαραίτητα για τον προσδιορισμό των εξόδων και να τους παράσχει διευκολύνσεις για κάθε μεταγενέστερο έλεγχο που θα ήταν δυνατό ν' απαιτηθεί."> ID="2">2. Το "κόστος ή η αξία" που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραγος 1 περίπτωση α) πρέπει να καθορίζεται βάσει πληροφοριών σχετικών με την παραγωγή των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων οι οποίες παρέχονται από τον παραγωγό ή επ' ονόματί του. Βασίζεται επί των εμπορικών λογιστικών στοιχείων του παραγωγού, υπό τον όρο ότι τα λογιστικά αυτά στοιχεία συμβιβάζονται με τις γενικώς αποδεκτές λογιστικές αρχές που εφαρμόζονται στη χώρα παραγωγής των εμπορευμάτων."> ID="2">3. Το "ποσό για τα κέρδη και γενικά έξοδα" που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 περίπτωση β) πρέπει να καθορίζεται βάσει πληροφοριών παρεχομένων από τον παραγωγό ή επ' ονόματί του, εκτός εάν τα ποσά που ανακοινώνει δεν συμφωνούν με εκείνα που αντιστοιχούν κανονικώς στις πωλήσεις εμπορευμάτων της αυτής φύσεως ή του αυτού είδους με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα, οι οποίες πραγματοποιούνται από παραγωγούς της χώρας εξαγωγής προς εξαγωγή με προορισμό τη χώρα εισαγωγής."> ID="2">4. Δεν πρέπει να υπολογίζεται δύο φορές κατά τον καθορισμό της υπολογιζομένης αξίας το κόστος ή η αξία κανενός από τα στοιχεια που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3."> ID="2">5. Πρέπει να σημειωθεί ως προς το θέμα αυτό ότι το "ποσό για τα κέρδη και γενικά έξοδα" πρέπει να θεωρείται ως σύνολο. Κατά συνέπεια, εάν σε μία ειδική περίπτωση το κέρδος του παραγωγού είναι ασήμαντο και τα γενικά του έξοδα μεγάλα, το κέρδος του και τα γενικά του έξοδα λαμβανόμενα ως σύνολο, δύνανται παρά ταύτα να είναι σύμφωνα με εκείνα που αντιστοιχούν κανονικώς στις πωλήσεις εμπορευμάτων της αυτής φύσεως ή του αυτού είδους. Τούτο θα ήταν δυνατό να συμβεί, παραδείγματος χάρη, εάν ένα προϊόν εισάγεται για πρώτη φορά στην αγορά της Κοινότητος και ο παραγωγός αρκείται σε κέρδος μηδενικό ή ασήμαντο για να αντισταθμίσει τα υψηλά γενικά έξοδα που προκαλούνται από την εισαγωγή αυτή. Όταν ο παραγωγός δύναται να αποδείξει ότι έχει ασήμαντο κέρδος επί των πωλήσεων των εισαγομένων εμπορευμάτων λόγω ειδικών εμπορικών περιστάσεων, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ποσά των πραγματικών κερδών του, υπό τον όρο ότι ο παραγωγός προβάλλει βασίμους εμπορικούς λόγους για τη δικαιολόγησή τους και η πολιτική τιμών που ακολουθεί εκφράζει τη συνήθη πολιτική τιμών του οικείου κλάδου παραγωγής. Τούτο θα ηδύνατο να συμβεί, παραδείγματος χάρη, σε περίπτωση που οι παραγωγοί αναγκάσθηκαν να μειώσουν προσωρινώς τις τιμές τους λόγω απρόβλεπτης ελαττώσεως της ζητήσεως ή σε περίπτωση που πωλούν εμπορεύματα για να συμπληρώσουν μία σειρά προϊόντων παραγομένων στη χώρα εισαγωγής, αρκούνται δε σε ασήμαντο κέρδος για να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Όταν τα ποσά των κερδών και των γενικών εξόδων που παρέχονται από τον παραγωγό δεν είναι σύμφωνα με εκείνα που αντιστοιχούν κανονικώς στις πωλήσεις εμπορευμάτων της αυτής φύσεως ή του αυτού είδους με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα οι οποίες πραγματοποιούνται από παραγωγούς της χώρας εξαγωγής προς εξαγωγή με προορισμό τη χώρα εισαγωγής, το ποσό των κερδών και γενικών εξόδων δύναται να βασίζεται επί καταλλήλων πληροφοριών, πλην εκείνων που παρέχονται από τον παραγωγό των εμπορευμάτων ή επ' ονόματί του."> ID="2">6. Για να προσδιορισθεί εάν ορισμένα εμπορεύματα είναι "της αυτής φύσεως ή του αυτού είδους" με άλλα εμπορεύματα, πρέπει να εξετάζεται κάθε περίπτωση χωριστά, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων. Για να καθορισθούν τα συνήθη κέρδη και γενικά έξοδα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, θα πρέπει να γίνει εξέταση των πωλήσεων, προς εξαγωγή με προορισμό την χώρα εισαγωγής, της στενότερης ομάδος ή σειράς εμπορευμάτων στην οποία περιλαμβάνονται τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα για τα οποία είναι δυνατό να παρασχεθούν οι αναγκαίες πληροφορίες. Για τον σκοπό του άρθρου 7, τα "εμπορεύματα της αυτής φύσεως ή του αυτού είδους" πρέπει να προέρχονται από την ίδια χώρα με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα."> ID="1" ASSV="4">Άρθρο 8

παράγραφος 1

περίπτωση β) ii)> ID="2">1. Δύο παράγοντες υπεισέρχονται στον επιμερισμό των στοιχείων που καθορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 περίπτωση β) ii) επί των εισαγομένων εμπορευμάτων, δηλαδή η αξία του ίδιου του στοιχείου και ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να επιμερίζεται η αξία αυτή επί των εισαγομένων εμπορευμάτων. Ο επιμερισμός των στοιχείων αυτών θα πρέπει να γίνεται με εύλογο τρόπο, κατάλληλο για τις περιστάσεις και σύμφωνα με τις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές."> ID="2">2. Όσον αφορά την αξία του στοιχείου, εάν ο εισαγωγέας αποκτά το εν λόγω στοιχείο από έναν πωλητή με τον οποίο δεν συνδέεται αντί ορισμένης τιμής, η τιμή αυτή συνιστά την αξία του στοιχείου. Εάν το στοιχείο παρήχθη από τον εισαγωγέα ή από πρόσωπο συνδεόμενο με αυτόν, την αξία του στοιχείου αυτού αποτελεί το κόστος παραγωγής του. Εάν το στοιχείο έχει χρησιμοποιηθεί προγενέστερα από τον εισαγωγέα, ανεξάρτητα εάν το απέκτησε ή το παρήγαγε ο ίδιος ή όχι, το αρχικό κόστος κτήσεως ή παραγωγής θα πρέπει να μειωθεί, για να ληφθεί υπόψη η χρησιμοποίηση αυτή, προκειμένου να προσδιορισθεί η αξία του στοιχείου."> ID="2">3. Μετά τον καθορισμό της αξίας του στοιχείου καθίσταται αναγκαίος ο επιμερισμός της επί των εισαγομένων εμπορευμάτων. Υπάρχουν πολλές δυνατότητες προς τούτο. Παραδείγματος χάρη, η αξία θα ήταν δυνατό να καταλογισθεί εξ ολοκλήρου στην πρώτη αποστολή, εάν ο εισαγωγέας επιθυμεί να πληρώσει τους δασμούς εφ' άπαξ για το σύνολο της αξίας. Άλλο παράδειγμα: ο εισαγωγέας δύναται να ζητήσει τον επιμερισμό της αξίας επί του αριθμού των μονάδων που παρήχθησαν μέχρι της χρονικής στιγμής της πρώτης αποστολής. Άλλο ένα παράδειγμα: ο εισαγωγέας δύναται να ζητήσει τον επιμερισμό της αξίας επί του συνόλου της προβλεπομένης παραγωγής, εάν υφίστανται συμβάσεις ή οριστικές αναλήψεις υποχρεώσεων για την παραγωγή αυτή. Η μέθοδος επιμερισμού της οποίας γίνεται χρήση εξαρτάται από τα έγγραφα στοιχεία που παρέχει ο εισαγωγέας."> ID="2">4. Προς διευκρίνιση των προαναφερομένων δύναται να ληφθεί υπόψη η περίπτωση ενός εισαγωγέως ο οποίος παρέχει στον παραγωγό ένα καλούπι προς χρησιμοποίηση για την παραγωγή εμπορευμάτων προς εισαγωγή και ο οποίος συνάπτει με αυτόν σύμβαση αγοράς που αφορά 10 000 μονάδες. Κατά τη χρονική στιγμή της πρώτης αποστολής που περιλαμβάνει 1 000 μονάδες ο παραγωγός έχει ήδη παραγάγει 4 000 μονάδες. Ο εισαγωγέας δύναται να ζητήσει από την τελωνειακή διοίκηση να επιμερίσει την αξία του καλουπιού επί 1 000, 4 000 ή 10 000 μονάδων."> ID="1" ASSV="7">Άρθρο 8

παράγραφος 1

περίπτωση β) iv)> ID="2">1. Οι αξίες που πρέπει να προστίθενται για τα στοιχεία που καθορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 περίπτωση β) iv) θα πρέπει να βασίζονται επί δεδομένων αντικειμενικών και δυναμένων ν' αποτιμηθούν. Για να περιορισθεί στο ελάχιστο, η εργασία τόσο του εισαγωγέως όσο και της τελωνειακής διοικήσεως, καθορισμού των αξιών που πρέπει να προστεθούν, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν, όσο είναι δυνατό, δεδομένα αμέσως διαθέσιμα στο πλαίσιο του συστήματος εμπορικών βιβλίων του αγοραστού."> ID="2">2. Για τα στοιχεία που παρέχονται από τον αγοραστή και τα οποία έχει αγοράσει ή μισθώσει, η αξία που πρέπει να προστεθεί είναι το κόστος της αγοράς ή της μισθώσεως. Για τα στοιχεία που ανήκουν στην περιουσία του Δημοσίου δεν συντρέχει περίπτωση καμίας άλλης προσθήκης εκτός από την προσθήκη του κόστους των αντιγράφων."> ID="2">3. Οι αξίες που πρέπει να προστεθούν δύνανται να υπολογίζονται κατά το μάλλον ή ήττον ευχερώς ανάλογα με τη δομή της συγκεκριμένης επιχειρήσεως, της διαχειριστικής πρακτικής της και των λογιστικών της μεθόδων."> ID="2">4. Παραδείγματος χάρη, είναι δυνατό μία επιχείρηση που εισάγει διάφορα προϊόντα προερχόμενα από πολλές χώρες να τηρεί λογιστικά στοιχεία για το κέντρο σχεδιασμού της, το οποίο ευρίσκεται εκτός της χώρας εισαγωγής, κατά τρόπο που να έχει ακριβή εικόνα των εξόδων που πρέπει να επιμερισθούν επί δεδομένου προϊόντος. Σε τέτοια περίπτωση, είναι δυνατό να γίνει άμεση προσαρμογή με κατάλληλο τρόπο κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8."> ID="2">5. Αφ' ετέρου είναι δυνατό μία επιχείρηση να καταχωρεί τα έξοδα του κέντρου σχεδιασμού, το οποίο ευρίσκεται εκτός της χώρας εισαγωγής, στα γενικά της έξοδα, χωρίς να τα επιμερίζει επί ορισμένων προϊόντων. Σε τέτοια περίπτωση, θα ήταν δυνατό να γίνει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 κατάλληλη προσαρμογή, όσον αφορά τα εισαγόμενα εμπορεύματα, καταλογιζομένου του συνολικού ποσού των εξόδων του κέντρου σχεδιασμού στο σύνολο της παραγωγής που απολαύει των υπηρεσιών του κέντρου αυτού και προστιθεμένων των καταλογισθέντων με τον τρόπο αυτό εξόδων στην τιμή των εισαγομένων εμπορευμάτων, ανάλογα με τον αριθμό των μονάδων."> ID="2">6. Σε περίπτωση παραλλαγών των προαναφερομένων περιστάσεων, είναι αυτονόητο ότι καθίσταται αναγκαίο να ληφθούν υπόψη διαφορετικοί παράγοντες για τον προσδιορισμό της κατάλληλης μεθόδου επιμερισμού."> ID="2">7. Σε περίπτωση που στην παραγωγή του εν λόγω στοιχείου υπεισέρχεται ορισμένος αριθμός χωρών και η παραγωγή αυτή κλιμακώνεται σε ορισμένη χρονική περίοδο, η προσαρμογή θα πρέπει να περιορίζεται στην αξία την πράγματι προστιθεμένη στο στοιχείο αυτό εκτός της χώρας εισαγωγής."> ID="1">Άρθρο 8

παράγραφος 1

περίπτωση γ)> ID="2">Τα royalties και τα δικαιώματα αδείας που προβλέπονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 περίπτωση γ) δύνανται να περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις πληρωμές που πραγματοποιούνται βάσει διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, βιομηχανικών ή εμπορικών σημάτων και δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας."> ID="1">Άρθρο 8

παράγραφος 2> ID="2">Όταν δεν υφίστανται δεδομένα αντικειμενικά και δυνάμενα ν' αποτιμηθούν όσον αφορά τα στοιχεία τα οποία πρέπει να προστεθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, η συναλλακτική αξία δεν είναι δυνατό να καθορισθεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 3. Τούτο δύναται να συμβεί, παραδείγματος χάρη, στην ακόλουθη περίπτωση: καταβάλλεται royalty βάσει της τιμής πωλήσεως ενός λίτρου δεδομένου προϊόντος, στη χώρα εισαγωγής, το οποίο εισήχθη εις χιλιόγραμμα και μετεποιήθη εις διάλυμα μετά την εισαγωγή. Εάν το royalty βασίζεται εν μέρει επί των εισαγομένων εμπορευμάτων και εν μέρει επί άλλων στοιχείων που δεν έχουν καμία σχέση με τα εμπορεύματα αυτά (παραδείγματος χάρη, όταν τα εισαγόμενα εμπορεύματα αναμιγνύονται με συστατικά εθνικής καταγωγής και δεν είναι πια δυνατό ν' αναγνωρισθεί χωριστά η ταυτότης του καθενός ή όταν το royalty δεν είναι δυνατό να διαχωρισθεί από ειδικούς οικονομικούς διακανονισμούς μεταξύ του αγοραστού και του πωλητού), δεν θα πρέπει να προστεθεί στοιχείο αντίστοιχο προς το royalty αυτό. Εν τούτοις εάν το ποσό του royalty βασίζεται μόνο επί των εισαγομένων εμπορευμάτων και δύναται ν' αποτιμηθεί ευχερώς, δύναται να προστεθεί ένα στοιχείο στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή.">

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Εφαρμογή γενικά αποδεκτών λογιστικών αρχών 1. Οι "γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές" είναι εκείνες για τις οποίες σε μία χώρα και σε μία δεδομένη στιγμή υφίσταται ανεγνωρισμένη συναίνεση ή σημαντική υποστήριξη από έγκυρες πηγές και βάσει των οποίων καθορίζεται ποιοι οικονομικοί πόροι και υποχρεώσεις θα καταχωρίζονται ως ενεργητικό και παθητικό, ποιες μεταβολές του παθητικού και του ενεργητικού πρέπει να καταχωρίζονται, πως πρέπει να γίνεται η μέτρηση του ενεργητικού και του παθητικού, καθώς και των επερχομένων μεταβολών, ποιες πληροφορίες πρέπει να ανακοινώνονται και με ποιον τρόπο και ποιες οικονομικές καταστάσεις πρέπει να συντάσσονται. Οι κανόνες αυτοί είναι δυνατό να αποτελούν ευρείες κατευθυντήριες αρχές γενικής εφαρμογής, καθώς και λεπτομερείς πρακτικές και διαδικασίες.

2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η οικεία τελωνειακή διοίκηση χρησιμοποιεί πληροφορίες που διαμορφώνονται κατά τρόπο συμβιβάσιμο με τις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές στην αντίστοιχη χώρα εν όψει του οικείου άρθρου. Παραδείγματος χάρη, τα συνήθη κέρδη και γενικά έξοδα, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 6, καθορίζονται βάσει πληροφοριών διαμορφουμένων κατά τρόπο συμβιβάσιμο με τις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές στη χώρα εισαγωγής. Αντίθετα, τα συνήθη κέρδη και γενικά έξοδα, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 7, καθορίζονται βάσει πληροφοριών διαμορφουμένων κατά τρόπο συμβιβάσιμο με τις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές στη χώρα παραγωγής. Άλλο παράδειγμα: ο προσδιορισμός ενός στοιχείου αναφερομένου στο άρθρο 8 παράγραφος 1 περίπτωση β) ii), η οποία έχει πραγματοποιηθεί στη χώρα εισαγωγής, γίνεται βάσει πληροφοριών χρησιμοποιουμένων κατά τρόπο συμβιβάσιμο με τις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές στη χώρα αυτή.